Η ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ, Η ΓΕΝΝΑ ΚΑΙ Η ΒΑΦΤΙΣΗ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ
Η εγκυμοσύνη—η βαρασία—στα παλιότερα χρόνια θωρούντανε ντροπή, όχι βέβαια από κοκκεταρία. Η έγκυα—η βαρασμέντσα—προσπαθούσε με κάθε τρόπο ν’ αποκρύψει την εγκυμοσύνη της, με κατάλληλη αμφίεση, με σάλια, με τζαρτζάφια, με μαντίλι που είχε μπροστά στη μέση της κι’ ανέμιζε κ.τ.λ. Κρυβόταν ακόμα κι’ από τον πατέρα και τη μητέρα της και μάλιστα από τον πεθερό και την πεθερά της. Ήταν σαν ν’ αναγνώριζε πώς έκανε μιά μεγάλη... αμαρτία. Φυλαγότανε τόσα πολύ για να μη την καταλάβουν, ώστε αν δεν κακοψυχούσε—αν ‘κ’ εκακογνώμανεν— μπορούσε να γεννήσει χωρίς να την πάρουν μυρωδιά. Όλα τα ρουχαλάκια και τα σχετικά με τη γέννα τού παιδιού τα φρόντιζε κρυφά, σε συνεννόηση με τυχόν κουνιάδες της ή αδελφές και φίλες της.
Ο περιορισμός αυτός ήταν αιτία να μη μπορεί να ζητεί απ’ όλα τα φαγητά και τα τρόφιμα γενικά, που τα θυμόταν ή τής ερχόταν ή μυρωδιά τους, όπως συμβαίνει φυσιολογικά σ’ όλες σχεδόν τις έγκυες γυναίκες. Ωστόσο οι άντρες τους φρόντιζαν να τις φέρνουν κρυφά απ’ όλα που ζητούσαν και ό,τι καλό και σπάνιο —αγνέρ’— βρίσκανε στην αγορά. Στα τελευταία χρόνια έχασε το ζήτημα την αρχική του αυστηρότητα και οι σχέσεις τής έγκυας με τους πεθερούς και τους γονιούς της γένηκαν λογικότερες κι’ ανθρωπινότερες.
Σ’ όλη τη διάρκεια τής εγκυμοσύνης της εξακολουθούσε να κάνει τις δουλειές τού σπιτιού, όπως και πρώτα. Αν τύχαινε ν’ αρρωστήσει δεν καλούσαν το γιατρό, αλλά τη μαμμή, πού είχαν υπόψη τους να φέρουνε στη γέννα. Μετά τον έβδομο μήνα έπρεπε να επιζητεί να περπατεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Όταν πλησίαζαν οι μέρες τής γέννας, φρόντιζε να καθαρίσει και να τακτοποιήσει όλα τα διαμερίσματα και τις γωνιές τού σπιτιού, τα υπόγεια, τα έπιπλα, τα μαγειρικά σκεύη κ.τ.λ. Φοβόταν και φυλαγόταν από την κακογλωσσιά, γιατί με τη γέννα, μπαινόβγαιναν ελεύθερα φίλες και γειτόνισσες, πολλές από τις οποίες σε τέτοιες περιστάσεις βρίσκανε την ευκαιρία να περιεργάζονται και να εξετάζουν όλα μέσα στο σπίτι, ψάχνοντας να βρουν θέμα για κοτσομπόλεμα. Είν’ αλήθεια ότι άμα τα βρήσκαν όλα εντάξει, επαινούσαν και τη νοικοκυροσύνη της.
Πριν φτάσουν οι μέρες της, όλα τα ρουχαλάκια και τα σχετικά με τη γέννα τού παιδιού—τα μωρέσα τα λώμματα— έπρεπε να ετοιμαστούν. Τα συνηθισμένα ρουχαλάκια ήσαν: Πουκαμισάκια — καμισόπα — ρομπίτσες, φασκίτσες, πανάκια — εγκουνόπα — σκουφίτσες, καλτσάκια κ.τ.λ. Άσχετα μ’ αυτά, ή μάννα της ήταν υποχρεωμένη στο πρώτο της παιδί, είτε αγόρι ήταν είτε κορίτσι, να κάνει από έξι ή τουλάχιστον από τρία απ’ όλα τα παραπάνω ρουχαλάκια. Τής τα πήγαιναν μετά τη γέννα και τα λέγαν: τη πρωτικαρί’ τα προίκας.
Το ρήμα «γεννώ» δεν το χρησιμοποιούσανε στα Κοτύωρα για τις γυναίκες. Έλεγαν π.χ. η τάδενα ά εφτάει μωρόν, ή εποίκεν μωρόν, ή ελευτερώθεν, ή έπεσεν. Κ’ επειδή, όπως είπαμε, κρύβαν την εγκυμοσύνη τους, άκουγε κανείς και απορίες - σαν κι’ αυτές: ‘Μώ-σε! Ελευτερώθεν και χαπάρ’ πά ΄κ΄ είχαμε ντο έτονε και βαρασμέντσα. Αν το αντιλαμβανόντανε λέγαν: η τέδενα ερρούξεν βαρασμέντσα =ή δείνα έπεσε έγκυα. Για τα ζώα λέγαν: Το χτήνον (η γελάδα), ή τ’ αιγίδ’, γαστρωμένον έν’• ΄α γεννά, ή, εγέννεσεν.

ΑΠΟΒΟΛΕΣ
Ο βίαιες αποβολές—το ρούξιμον τη μωρί’—προκαλούντανε συνήθως:
α) Από απότομη μεγάλη λύπη η χαρά• β) από τρόμο και υπερβολικό φόβο• γ) από καθαρτικό πού παίρνανε κάποτε χωρίς να ξέρουν τις συνέπειες• δ) από πήδημα από σήκωμα βάρους• από υπερκόπωση και κάποτε, αν ήταν υπερευαίσθητη, κι’ από μυρωδιά κ.τ.τ. Επίσης κι’ αν σήκωναν ψηλά το χέρι απότομα στο ράφι ή άλλού για να πάρουν κάτι. Στην περίπτωση αυτή λέγαν, επεκόπεν το μωρόν κ’ ερρούξεν.
Ο τεχνητές αποβολές (οι εκτρώσεις — το χάσιμον τη μωρί’) ήτανε πολύ σπάνιες, και κυρίως γινότανε για την εξαφάνιση καρπού παράνομου έρωτα. Οι συνηθισμένοι τρόποι ήσαν: α) Βάζαν τα πόδια σε ζεστό νερό• β) παίρνανε καθαρτικό ή κινίνο σε αυξημένη δόση• γ) καθόντανε σε δοχείο με αχνιστό νερό• για αποτελεσματικότερα, πριν κάτσουν, έρριχναν στο δοχείο αναμμένα κάρβουνα. Πάντως ή αποβολή θεωρόντανε μεγάλη αμαρτία και προσπαθούσαν να την αποφύγουν με κάθε τρόπο. Όποια πάθαινε αποβολή δεν τής έπεφτε μετάληψη τρία χρόνια. Όποια όμως έκανε έκτρωση, εφτά χρόνια δεν τη μεταλάβαινε ό παπάς. Εννοείται ότι όλες ξομολογόντανε στον πνευματικό, πού έτσι τα μάθαινε όλα.

ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΑ
Αν η έγκυα πάχαινε κατά τα πισινά της στο διάστημα τής εγκυμοσύνης της, λέγαν ότι θα κάνει κορίτσι. Κι’ αντίθετα αδυνατούσε στα πισινά, λέγανε πώς θα κάνει αγόρι. Αν έβγαζε στο πρόσωπο πανάδες —τσούλα, ή ρόγας, ή πυκνάδες (εμπαλώθεν το πρόσωπον-ατς)—-λέγαν πώς θα κάνει κορίτσι, κι’ αν έμενε καθαρό, αγόρι. Αν ή κοιλιά της μετά τον 7ο μήνα ήτανε φουσκωμένη κατά πλάτος, προμάντευαν κορίτσι, κι’ αν αντίθετα, αγόρι. Αν είχε αγόρι πού θήλαζε, κ’ έπεφτε έγκυα, σε περίπτωση πού το γάλα της πείραζε αμέσως το βρέφος, ήταν παρατηρημένο ότι έκανε κορίτσι.

ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ—ΔΟΞΑΣΙΕΣ—ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ
Ή έγκυα έπρεπε να μαζεύεται από νωρίς το βράδυ στο σπίτι της.
Αν τύχαινε για οποιοδήποτε λόγο ν’ αργήσει σε επίσκεψη, έπρεπε στην επιστροφή της ν’ αποφύγει να περάσει από ρεματιές, για να μη πάθει από προσβολές πονηρών πνευμάτων.
Γι’ αυτό, αν οπωσδήποτε ήταν υποχρεωμένη να περάσει από ρεματιά για να πάει σπίτι της, την κρατούσαν κ έμενε τη νύχτα στου συγγενή, όπου ήταν επίσκεψη. Τις προφυλάξεις αυτές τις λάβαινε, πολύ αυστηρότερα, αν ήτανε στην πρώτη της εγκυμοσύνη.
Απαγορευότανε στην έγκυα να σφάζει πουλερικά. Το ‘χανε σε κακό και λέγανε πώς το παιδί μπορεί να γίνει ασθματικό—να χουρχουρίζ’.
Βαστούσε αυστηρότατα τις αργίες και δεν έπιανε τις ημέρες αυτές ούτε μαχαίρι.
Έπρεπε ν’ αποφεύγει να βλέπει σημαδιακόν άνθρωπο, η και ασχημομούρη, κακομοιριαμένον, αρρωστιάρη κ.τ.τ. ως τον 6ο μήνα τουλάχιστον. Απεναντίας έπρεπε να επιζητεί να βλέπει πάντα όμορφα παιδιά, όμορφες γυναίκες κι’ άντρες και καλλιτεχνικές εικόνες και φωτογραφίες. Γι’ αυτό ήτανε κατάλληλα στολισμένο το δωμάτιό της. Πίστευαν ότι το έμβρυο παίρνει τη μορφή και γενικά τις ιδιότητες των προσώπων πού βλέπει ταχτικά κ’ εντυπώνεται ή έγκυα.
Έπρεπε ν’ αποφεύγει να ειρωνεύεται ή να κοροϊδεύει οποιονδήποτε αδικημένον από τη φύση είτε πνευματικώς είτε σωματικώς, και προπαντός να μη τούς απομιμείται με αναπαραστάσεις των ελαττωμάτων τους.
Το είχανε σε κακό και πίστευαν ότι για τιμωρία, μπορούσε να γεννηθεί το παιδί με τα ελαττώματα πού θα σατίριζε ή μάννα του—θα εγίντουν κουσουρλούν.
Έπρεπε ακόμα ν’ αποφεύγει να ιδεί πεθαμένον, σκοτωμένον, κρεμασμένον, τραυματισμένον κ.τ.τ.
Γενικώς οι μεγάλες κι’ απότομες συγκινήσεις είτε για λύπη είτε για χαρά έπρεπε ν’ αποφεύγονται και προπάντων στην πρώτη εγκυμοσύνη, γιατί πίστευαν ότι μπορούσαν να προξενήσουν κακό στο παιδί πού θα γεννιόταν ή και στην ίδια.
Η έγκυα ούτε βάφτιζε παιδιά, ούτε κρατούσε στέφανα σε γάμο.

ΓΕΝΝΑ
Οι πόνοι πού ερχόντανε συνήθως στις έγκυες δεκαπέντε περίπου μέρες πριν από τη γέννα λεγόταν: εμπροπόνα. Αν και καταλάβαιναν ότι δεν πρόκειται να γεννήσουν στις περιπτώσεις αυτές, καλούσαν όμως για κάθε ενδεχόμενο τη μαμμή. Στην περίπτωση αυτή λέγαν: εζάρωσαν τα μέσα-τ’ς =στράβωσαν οι μέσες της. Όταν το ζάρωμαν ήτανε σοβαρό και με απλές επεμβάσεις δεν τακτοποιότανε, τότε τής σήκωνε ψηλά τα πόδια, τα κρατούσε στη θέση αυτή μιά γυναίκα, κ’ ή μαμμή έσιαζε τη μέση της: έσκωσεν αν’ τα ποδάρα-τ’ς και ίσαξεν-ατην.
Μόλις άρχιζαν οι πόνοι της έγκυας για τη γέννα—όσταν εντούναν-ατην τα πόνα—ειδοποιούσαν αμέσως τη μαμμή, ή οποία τής παράστεκεν όλον τον καιρό, ώσπου να την ξεγεννήσει. Είχε για βοηθό της μιά γυναίκα πού τη λέγαν εμπρομαμμή. Όλες οι γυναίκες πού ερχόντανε στο δωμάτιο τής ετοιμόγεννης—κοιλοπονέτρας—ώσπου να γεννήσει, τής άγγιζαν ή τής χάϊδευαν τη μέση λέγοντας: Ασ’ σον Άε-Λευτέρ’ έρχομαι. Ο Αη-Λευτέρης ήτανε προστάτης των έγκυων γυναικών και με τη χειρονομία αυτή επικαλούντανε την ευεργετική του επέμβαση.
Όταν γεννιότανε το παιδί, ή μαμμή το ‘λουζε, το σπαργάνωνε—εχουνταχίαζεν ή εγουνταχίαζεν-α, και το ράντιζε με πολύ ψιλό αλάτι σ’ όλο του το κορμάκι για να μη συγκαίεται—ετσάνιζεν-α άλας για να μη χασουρουκιά. Γι’ αυτό, όταν έλεγε κανείς ανοστιές τον ειρωνευόντανε:
Άνοστε κι’ ανάλατε, ή μαμμή ΄κ΄ έλτσε σε.
Το ‘δινε έπειτα στην αγκαλιά τής πεθεράς ή τής μάννας τής λεχώνας— λοχούσας—ή και των δυονών με τη σειρά κ’ έπαιρνε το δώρο της—το παχσούσ’—, χώρια από την πληρωμή. Υπήρχαν όμως και μαμμές—οι περισσότερες—πού δε δεχόντανε να πληρωθούν.
Την ίδια στιγμή έτρεχε οποιοσδήποτε τύχαινε εκεί να πάει τη χαρμόσυνη είδηση στον πατέρα και στους παππούδες τού παιδιού—για να στοιχαράζ’—κ’ έπαιρνε το σχετικό δώρο—τα στοιχαράτκα =τα σχαρίκια— λέγοντας Φως στ’ ομμάτα-σ’ ή γυναίκα σ’ ή η νύφε-σ’ ή η θαγατέρα-σ’ εποίκεν αγούρ’ ή αγουρόπον, ή κορίτσ’ ή κορτσόπον.
Επίσης μόλις ερχόντανε στο σπίτι, ή μαμμή κατά τον ίδιο τρόπο πού αναφέραμε παραπάνω έδινε στην αγκαλιά τους το παιδί, αφού προηγουμένως έπαιρνε το σχετικό δώρο λέγοντας: χάρτσον κι’ ας δεξίζω =χάρισε για να σού δείξω. Αν οι ανάδοχοι τού παιδιού ήταν από πριν ορισμένοι, τα ίδια έκανε και σ’ αυτούς ή μαμμή ή η εμπρομαμμή.
Οι παππούδες συνήθως έκαναν δώρο στο παιδί—κανένα φλουρί.
Αν τύχαινε ή γέννα να γίνει στα Κοτύωρα κι ό πατέρας του ή οι παππούδες του ήτανε στο Τσάμπαση ή και αντίστροφα, τότε ξεκινούσε αμέσως ένας αγγελιοφόρος—σαής—πού πήγαινε πεζός να φέρει την είδηση, γιατί δεν υπήρχε τηλ/κή συγκοινωνία. (Μόλις τελευταία στον Ευρωπαϊκό Πόλεμο εγκατάστησαν τηλεφωνική συγκοινωνία). Οι αγγελιοφόροι αυτοί, την απόσταση των 4 χιλιομέτρων περίπου με συνολική άνοδο 2000 μέτρων την διατρέχανε σε 6 1/2 — 7 ώρες. Τα στοιχαράτκα αυτή τη φορά ήσαν γενναία, ανάλογα με την απόσταση και τον κόπο τού σαή, αλλά και με το φύλο τού παιδιού.
Ο ευτυχισμένος πατέρας ήταν υποχρεωμένος να κάνει τα έξοδα για ένα γλέντι μ’ όλους τούς στενούς φίλους του—απαραιτήτως για το πρώτο του παιδί—το πρωτικάρ’—και μάλιστα αν τύχαινε νάν’ αγόρι.

ΔΥΣΤΟΚΙΑ
Η Πρώτη δουλειά της μαμμής, μόλις πήγαινε στην ετοιμόγεννη, ήτανε να τη βάνει σε κουβέρτα—πατανίαν—ή σε μάλλινο κλινοσκέπασμα υφασμένο στον αργαλειό —χρέμ’—και να την κουνήσουν δεξιά κι’ αριστερά. Τις τέσσερες άκρες τής κουβέρτας τις κρατούσαν δυό ή και τέσσερις γυναίκες. Αυτό διευκόλυνε τον τοκετό. Αν όμως ή γέννα παρουσίαζε ανωμαλίες και δυσχέρειες, εφαρμόζανε ένα ή και περισσότερα από τα εξής διευκολυντικά τού τοκετού: α) Ξέπλεκαν τα μαλλιά της. Το μέτρο αυτό ήτανε μάλλον συμβολικό και γι’ αυτό συνήθως οι ετοιμόγεννες μόλις αισθανόντανε τις πρώτες ωδίνες, ξέπλεκαν τα μαλλιά τους. β) Την φορτωνότανε μιά γερή γυναίκα πλάτη με πλάτη με τούς αγκώνες πλεγμένους πίσω και την κρατούσε έτσι κρεμασμένη και κάποτε την τίναζε. γ) Τής δίνανε γροθιές στη μέση—εντούναν-ατην μουστέας σα μέσα-τ’ς, για ν’ αποκόπετα το μωρόν. δ) Εποίναν-ατην τα ζεστά. Δηλαδή, η μαμμή έβραζε νερό και την κρατούσε κατάλληλα σε κοντινή απόσταση για να τη χτυπήσει ό ατμός. Στο βρασμένο νερό ρίχνανε στάχτη. ε) Ρίχναν έξω από το σπίτι ξαφνικά έναν πυροβολισμό, χωρίς εκείνη να ξέρει από πριν τίποτε, για να τρομάξει και ν’ αμολήσει το παιδί, ς-) Βάζανε νερό σε παλιό παπούτσι τ’ αντρός της και τής δίνανε να πιει τρεις φορές. Λέγαν: Ίσως να έν’ πατεμέντσα ασ’ σον άντραν-ατ’ς. = Ίσως να την έχει δρασκελίσει ό άντρας της, πού σηκωνόταν νωρίτερα το πρωί για να πάει στη δουλειά του, μη έχοντας χώρο να περάσει, και τής ήρθε κακό. ζ) Τής δίναν να δαγκάσει τα μαλλιά της. Αυτό και το προηγούμενο μέτρο προκαλούσανε τον εμετό, πού διευκολύνει τη γέννα, με την διαστολή τής μήτρας όπου προκαλεί. Άμα άρχιζε να κάνει εμετό, ή μαμμή έλεγε: Μη φογούστουν• το μωρόν γυρίζ’ απέσ’-ατ’ς κ’ εφτάει-την και στρεύ’ (στρεύ’ =κάνει εμετό). η) Υπήρχεν ένα είδος χόρτου πού το φέρνανε κι’ από τα Ιεροσόλυμα και το λέγανε: τη Παναγίας το χόρ’— πιθανόν αγιόκλημα. Το βάζανε σε νερό όπου μούσκευε κ’ έπαιρνε το σχήμα παλάμης με δάχτυλα. Από το νερό αυτό την πότιζαν τρεις φορές. θ) Έκαναν διάφορα ταξίματα στον Άη Λευτέρη και στην Παναγία. ι) Όπως είπαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, όποια έμπαινε στο δωμάτιο έπρεπε να χαϊδέψει ή ν’ αγγίξει τη μέση της λέγοντας: ασ’ σον Άε-Λευτέρ’ έρχομαι. ια) Τη ρωτούσαν αν ήταν κακιωμένη με καμμιά. Σε καταφατική περίπτωση την καλούσαν όποια ήτανε και ποτίζανε την κοιλοπονέτραν νερό από τη φούχτα της τρεις φορές. ιβ) Στα παλιά τα χρόνια τής έζωναν και τη ζώνη τής Παναγίας—τη Παναγίας το ζωνάρ’ πά έζωσαν-ατην. (Δεν μπόρεσα να εξακριβώσω γιό ποια ζώνη επρόκειτο).

ΕΥΧΕΣ
— Στους γονιούς ευχόντανε: Καλορίζικον να έν’. Αν ήταν κορίτσι:
Καλορίζικος η θαγατέρα-σ’, και σ’ άλλ’ το μιαν γότσα αγούρα.
— Στους παππούδες: Και δισέγγονα. Με το καλόν ν’ αξιών’ ό Θεός και σον γάμον-αθε.

ΕΘΙΜΑ - ΔΟΞΑΣΙΕΣ - ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ
Αμέσως μετά τη γέννα καλούσαν τον παπά τής ενορίας. Έκανε αγιασμό και ράντιζε τη λεχώνα, το παιδί και το δωμάτιο— εφώτιζεν.
Το νερό πού περίσσευε από τον αγιασμό, το φύλαγαν και το λέγαν ευχόνερον. Όσες φορές ή μαμμή ήτανε να λούσει το παιδί, ή να επέμβει οπωσδήποτε στη λεχώνα, έπλενε προηγουμένως καλά τα χέρια της, κι’ αμέσως έπειτα με λιγάκι ευχόνερο. Αν παραδεχτούμε ότι το επιμελημένο πλύσιμο των χεριών τής μαμμής γινότανε για να ‘ναι καθαρά για τον αγιασμό, μπορούμε να βρούμε και τη σκοπιμότητα τού εθίμου πού καθιέρωσε το ευχόνερον.
Η λεχώνα έπρεπε να φυλάγεται τις πρώτες δυό-τρεις μέρες και να κάνει δίαιτα. Αν ή γέννα ήτανε κανονική, χωρίς επιπλοκές και σχετικά επακόλουθα, μπορούσε και να νηστεύει στις μεγάλες νηστείες. Μερικές σηκωνόντανε στο πόδι από τις πρώτες μέρες και κάναν δουλειές ξυπόλυτες και το χειμώνα ακόμα, ενόσω βέβαια ή κατάστασή τους μπορούσε να το επιτρέπει. Φυλαγόνταν όμως αμέσως με το παραμικρό γιατί ξέραν, και το λέγαν: Τη λοχούσας το ποδάρ’ ούς τα σεράντα ημέρας σό ταφίν εν’. Γι’ αυτό δεν την άφηναν ποτέ μόνη.
Η λεχώνα — λοχούσα — έως σαράντα μέρες απόφευγε να ιδεί τον πεθερό της και μάλιστα αν ήταν αυστηρός στα πατροπαράδοτα έθιμα—αν έτον γενήτσαρης.—Αν ήταν ανοιχτόκαρδος και με πλατιά αντίληψη, δε δίσταζε να μπει ό ίδιος και στο δωμάτιο τής λεχώνας, για να ιδεί και να χαϊδέψει και να χαρεί με το παιδί.
Κοντά στη λεχώνα απόφευγαν να μιλούν για δυστυχήματα, για βαριά άρρωστους, για θανάτους, για καλικαντζάρους και γενικά για πράματα πού προξενούν φόβο, τρόμο και φρίκη. Παραδεχόνταν ότι μπορούσε να της κάνουν κακό: τρομάζ’ και κόπτεται το γάλαν-ατ’ς.
Τη λεχώνα πριν σαραντίσει δεν τής επιτρέπανε να μπει στα γειτονικά σπίτια. Την έδιωχναν με τ’ αστεία και με τα σοβαρά λέγοντας. Μ’ εμπαίντς απέσ’, ’α γομώντς-μας πεντικούδα (ποντικούς).
Κατά ένα γενικό κανόνα ή λεχώνα σαράντα μέρες δεν έβγαινε από το σπίτι της. Μετά τα σαράντα πήγαινε στην εκκλησία μαζί με το παιδί, όπου ό παπάς διάβαζε τη σχετική ευχή τού σαρανταρίσματος. Αν ήταν το παιδί αγόρι, ο παπάς το ’παιρνε και στο ιερό, όχι όμως και τα κορίτσια. Ή λεχώνα όταν πρωτόβγαινε πήγαινε αρχικά με το παιδί στης μάννας της— εσεραντάρτσεν κ’ επήγεν ση μάννας-ατ‘ς.
Η λεχώνα ντρεπότανε να χαϊδέψει και ν’ αγαπήσει το παιδί της κοντά σ’ άλλους μεγαλύτερους της ή ξένους, ούτε και το βύζαινε κοντά τους. Ακόμα κι’ ό πατέρας τού παιδιού υπαγότανε στον περιοριορισμό αυτόν κοντά στους μεγαλυτέρους του. Ωστόσο ή χαρά όλων δεν ήτανε καθόλου λιγότερη από τη φυσική, πηγαία κ’ αυθόρμητη χαρά πού γεννάται σε τέτοιες περιστάσεις και σ’ εκείνους πού έχουν τα πιο προοδευτικά κ’ εξελιγμένα έθιμα. Στα τελευταία χρόνια ή αυστηρότητα τού εθίμου αυτού είχε μετριαστεί.
Αν το σπίτι τής λεχώνας ήτανε χαμηλότερα από κοντινό δρόμο, απ’ όπου ήταν να περάσει κηδεία, έπρεπε από νωρίς ή λεχώνα και το παιδί, ή τουλάχιστον μόνο το παιδί, να πάει σε σπίτι πού βρισκότανε ψηλότερα από το δρόμο, ώσπου να περάσει ή πομπή τής κηδείας. Αν δεν προλάβαιναν, ή δε μπορούσαν για οποιοδήποτε λόγο, έπρεπε την ώρα πού περνούσε ή κηδεία να σηκώσουν το παιδί και να το κρατούν στην αγκαλιά, ανεβασμένοι σε κανένα καναπέ ή καρέκλα. Επίσης κ’ ή λεχώνα έπρεπε να ’ναι στο πόδι. Αλλιώς, έλεγαν ότι υπήρχε κίνδυνος να πάρει ή λεχώνα—να κόπεται το γάλαν-ατ’ς— ή και το παιδί να μαραζώσει και να μείνει χλωμό κι’ αδύνατο —πατείγουνταν ασ’ σον θάνατον. Αν τύχαινε να πάθει κανένα παιδί ή δε μπορούσε να πατήσει στα πόδια, τ’ απόδιναν και στην πιθανή επίδραση κανενός λείψανου. Για να γειάνει, εκτός τ’ άλλα πού έκαναν, το περνούσανε και τρεις φορές κάτω από πεθαμένον, όπως τον πήγαιναν μετά την νεκρώσιμη ακολουθία.
Αν ή λεχώνα έπαιρνε μυρωδιά από οποιοδήποτε φαγώσιμο, ζητούσε εκεί πού είχε θάρρος. Αλλιώς, για να μην πάει, έγλυφε την παλάμη της κ’ έπειτα την έτριβε στο στήθος.
Αν συναντιότανε δυό λεχώνες, έπρεπε να φιληθούν και να θηλάσει ή κάθε μιά το παιδί τής άλλης, ή τουλάχιστον ν’ ανταλλάξουν βελόνες ή καρφίτσες. Λέγαν ότι αλλιώς μπορούσε να πάθει το παιδί ή η λεχώνα και να μη κάνει άλλο παιδί. Επίσης φιλιόντανε και με τις νιόνυφες πού συναντούσαν, για τούς ίδιους λόγους.
Η χαρά κι’ ο ενθουσιασμός όλων των σπιτικών ήτανε γενικός όταν ή μαμμή παρουσίαζε αγοράκι. Οι περισσότεροι, για να μην πούμε όλοι, δεν πολυενθουσιαζόντανε με τα κορίτσια. Χαρακτηριστικές των διαθέσεων των Κοτυωριτών στο ζήτημα αυτό είναι οι εξής δύο σκηνές, πού έλαβαν χώρα τα τελευταία χρόνια.
Λεχώνα, πού μόλις είχε γεννήσει κοριτσάκι—το τρίτο ύστερα από άλλα δυό—δέχτηκε την επίσκεψη θείας τού αντρός της. Η πρώτη της κουβέντα ήταν: Τεϊ κάτ’ εποίκες και κείσαι ατού κιάν• να τρως ατό! =Δήθεν κάτι έκανες και είσαι ξαπλωμένη εκεί δα• να το φας!
Άλλη, πεθερά αυτή, παρευρισκότανε στη γέννα. Μόλις αντιλήφτηκε πώς ή νύφη της έφερε στον κόσμο κοριτσάκι—το τέταρτο ύστερα από άλλα τρία στη σειρά—τής είπε γεμάτη πίκρα και φαρμάκι: Ανάθεμά-το, ξάν’ οφειδοπούλ’ εποίκες! Η λεχώνα νόμισε ότι πραγματικά είχε γεννήσει φίδι, τρόμαξε κι’ έπαθε. Σ’ έναν χρόνο πέθανε κιόλας.
Για τις παραπάνω περιπτώσεις καμμιά αμφιβολία δεν πρέπει να γεννηθεί. Είναι εξακριβωμένες απόλυτα κ’ έχω στη διάθεση τού καθενός και τα ονόματα.
Παραπλήσιες σκηνές με ηπιότερες μορφές σε παρόμοιες περιστάσεις δεν ήτανε πολύ σπάνιες και είναι ενδεικτικές για τη μεγάλη προτίμηση πού είχαν όλοι στ’ αγόρια, όπως ζούσαν σε καθαρώς αστική κοινωνία. Για παρηγοριά συνήθως αλλά και διότι πίστευαν στην πρόληψη, οι συγγενείς κι’ όλοι γενικά, για το πρώτο το κορίτσι λέγαν: Η καλορίζικος ή νύφε πρώτα κορίτσ’ εφτάει. Αλλά και γενικότερα λέγαν: Ας έν’ κορίτσ’, ’κί πειράζ’• κουσούρ’ μοναχόν μ’ έχ’ (κουσούρ =λ. τ. ελάττωμα).
Ωστόσο υπήρχαν και αρκετοί—κυρίως πλούσιοι—πού δεν κακοκαρδούσαν για τα κορίτσια, με τη διαφορά ότι ήθελαν να κάνουν και κανένα αγόρι, για να διατηρήσει το σόι—το σιξιλέτ’(λ.τ.)—και για να μη φάνε οι ξένοι— η χώρα—την περιουσία τους.
Αν τής λεχώνας τής είχαν πεθάνει τα παιδιά πού τυχόν είχε κάμει πριν, τότε για να τής ζήσει το νεογέννητο, παίρνανε κομματάκια από ασήμι ή και ασημένια νομίσματα από εφτά σπίτια και τού κάναν τού παιδιού ένα σταυρό μ’ αυτά. Η πάλι, παίρναν από εφτά αντρόγυνα μονοστέφανα κι’ από ένα κομμάτι ύφασμα καινούργιο και τού ράβανε μ’ αυτά μιά ρομπίτσα πού τού τη φορούσαν από κάτω.
Ενόσω δε βαφτιζότανε το παιδί, τα οποιαδήποτε ρουχαλάκια του, πανάκια κ.τ.λ. έπρεπε πριν δύσει ό ήλιος να τα μαζέψουν απ’ έξω και να τα φέρουν μέσα στο σπίτι, έστω και αστέγνωτα.
Επίσης το νερό τού σπιτιού έπρεπε να το προμηθευτούν από νωρίς με την ημέρα. Μόλις σουρούπωνε απαγορευότανε να φέρουν μέσα στο σπίτι νερό απ’ έξω. Τούτη και ή προηγούμενη συνήθεια ήταν ενάντια στα ξωτικά.
Αν κατά τις πρώτες σαράντα μέρες έμπαινε κανείς μέσα στο σπίτι μετά το σουρούπωμα, έπρεπε πρώτα να πάει στο δωμάτιο πού ήταν το τζάκι και να σταθεί λιγάκι κοντά εκεί, κ’ έπειτα να τού επιτραπεί να πάει στο δωμάτιο τής λεχώνας. Έλεγαν, και πολλοί πίστευαν, ότι τα πονηρά πνεύματα πού τον είχαν ακολουθήσει απ’ έξω, έφευγαν από το τζάκι και δεν υπήρχε πια κίνδυνος να τον ακολουθήσουν και στο δωμάτιο τής λεχώνας και τού παιδιού, πού μπορούσαν αλλιώς να προσβληθούν: τεέφκεται το μωρόν =προσβάλλεται το παιδί από τα πονηρά πνεύματα• ή εζάντυνεν σην λοχουσίαν-ατ’ς =τρελλάθηκε όταν ήταν λεχώνα• ή έπαθεν σην λοχουσίαν-ατ’ς κ’ εκόπεν το γάλαν-ατ’ς =έπαθε όταν ήταν λεχώνα και κόπηκε το γάλα της.
Όλο τον πρώτο χρόνο απαγορευόταν να βγαίνει το παιδί ή να μένει έξω μετά τη δύση τού ήλιου. Όταν όμως τύχαινε να βγει από νωρίς με τη μητέρα του ή άλλους σπιτικούς κι’ αργούσε για οποιοδήποτε λόγο να γυρίσει πριν νυχτώσει, τότε τού βάζανε στον κόρφο του να κομματάκι ψωμί και πριν φτάσει ακριβώς κάτω από την προεξοχή της στέγης τού σπιτιού, πέταγαν το ψωμί μακρυά κι’ έμπαζαν αμέσως το παιδί στο σπίτι. Έλεγαν και πίστευαν ότι τα πονηρά πνεύματα πού παραμένουν κολλητά στους τοίχους των σπιτιών με την προφύλαξη τής προεξοχής τής στέγης από τη βροχή —ασ’ σα σταλαμίτας—έτρεχαν ν’ αρπάξουν το ψωμί κ’ έτσι δεν υπήρχε κίνδυνος ν’ ακολουθήσουν το παιδί.
Ό,τι καινούργιο πράμα ερχότανε στο δωμάτιο τής λεχώνας, έπρεπε να σηκώσουν το παιδί και να το πατήσει. Αν δεν το κάναν και τύχαινε να πάθει τίποτε το παιδί λέγαν: το κρέας ή τ’ οψάρ’ ή τ’ αρδάχτ’ ή το τσουπίν ή η χλαού η τα παπούτζα κ.τ.λ. επάτεσαν το μωρόν.
Αν αργούσε να περπατήσει το παιδί τ’ απόδιναν επίσης στο πάτεμαν.
Για θεραπεία το λούζαν με νερό, όπου βάνανε τα είδη, πού είχαν τις πιθανότητες ότι έγιναν αιτία να πάθει, διότι είχαν παραλείψει να σηκώσουν το παιδί και να τα πατήσει.
Αν τύχαινε το παιδί να γίνει χλωμό, τού δένανε στο κεφάλι κίτρινη κορδέλα με φλουρί, πού κρεμότανε στο μέτωπό του.
Απόφευγαν να κρατούν μπροστά σε καθρέφτη τα βρέφη, γιατί τα ’χαν σε κακό.
Όταν για πρώτη φορά πήγαιναν το παιδί σ’ να σπίτι τού έριχναν αλεύρι μπροστά στο κεφάλι και τού λέγαν• γέρος κούκουρος, δηλαδή του ευχόντανε να φτάσει σε βαριά γεροντάματα.
Αν φιλούσαν το παιδί στο σβέρκο, λέγαν ότι θα γίνει οξύθυμο.
Άμα γεννιόταν ένα παιδί πίστευαν τι ό άγγελος κατέβαινε από τον ουρανό, έγραφε την τύχη του στο κούτελό του και το ’δινε μιά καμουτσικιά κ’ έφευγε. Έτσι εξηγούσαν και το γιατί έκλαιγαν κάθε τόσο τα παιδιά.
Όταν το παιδί έμοιαζε τον πατέρα του, τού βάζανε σκουλαρίκι στ’ αυτιά, για να μην πεθάνει ό γονιός του.
Τον αφαλό — την τσίπαν — τού παιδιού, αν ήταν αγόρι, την πετάγανε στη στέγη τού σπιτιού. Αν ήταν κορίτσι, τη φύλαγαν στο πατάρι, ανάμεσα στέγη κι’ οροφή. Έτσι, λέγαν, όταν μεγαλώσει το κορίτσι θα περιορίζεται στο σπίτι και δε θα γυρίζει έξω—’κ‘ θα γίνεται λασούρα. Όταν ένα κορίτσι έβγαινε ταχτικά και δε μαζευότανε στο σπίτι της, την κακολογούσαν και με την έκφραση: Αρ’ τ’ εσόν ή τσίπα εξ’ εσύρθεν—ε, τον δικό σου τον αφαλό έξω τον πέταξαν.
Αν το νεογέννητο είχε τη γροθιά κλειστή λέγαν πώς θα γίνει τσιγκούνης όταν μεγαλώσει—α ίνεται τζιγγενές όσταν τρανύν’. Το αντίθετο πίστευαν, αν την είχε ανοιχτή.
Κάτουρο του παιδιού δεν το χύναν έξω από το σπίτι τη νύχτα, ώσπου να γίνει ενός χρονού—ους να χρονίζ.
Αν να παιδί μετά το απόκομμα από το γάλα τής μάννας του — το αποκόλλισμαν—τύχαινε να ξαναβυζάξει, λέγαν ότι όταν μεγαλώσει θα ‘χει την ιδιότητα να ματιάζει.
Τα νυχάκια τού παιδιού τα διατηρούσαν ένα έτος. Πριν τα κόψουν βάζαν το δεξί του χέρι στη χρηματοσακκούλα—σην κεσέν—του πατέρα του κι’ ότι νόμισμα έπιανε ήταν δικό του. Αν έπιανε λίρα, λέγαν πώς θα γίνει πλούσιος.
Αν αργούσε να μιλήσει, το πήγαιναν στην εκκλησία από πολύ νωρίς, και πριν ανοίξουν την πόρτα της, άνοιγαν πρώτα με το κλειδί το στόμα τού παιδιού συμβολικά, για να του ’ρθει ή λαλιά του.

Η ΒΑΦΤΙΣΗ
Τα έθιμα κατά τη βάφτιση ήτανε σχεδόν τα ίδια όπως και σ’ όλον τον Πόντο.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Την βάφτιση στα Κοτύωρα—τα βαφτίσα—ή τα φωτίσα την θεωρούσαν ένα από τα σπουδαιότερα, αν όχι το σπουδαιότερο, απ’ όλα τ’ άλλα Μυστήρια. Επικρατούσεν η δοξασία ότι ή απαλλαγή από το προπατορικό αμάρτημα, πού ήταν ή αιτία να διωχτούν οι πρωτόπλαστοι από τον Παράδεισο, εξασφάλιζε κατά το μεγαλύτερο μέρος την αιώνια ζωή στον άλλον κόσμο.
Προπαντός για τα μικρά παιδιά πίστευαν ότι, αν τύχαινε να πεθάνουν βαφτισμένα, πριν μεγαλώσουν κι’ αρχίσουν τις αμαρτίες, ήταν απόλυτα εξασφαλισμένος ό Παράδεισος, όπου θ‘ αφομοιωνόντανε με τα φτερωτά αγγελούδια και τα καλλικέλαδα πουλιά.
Κι’ αν τύχαινε να πεθάνουν αβάφτιστα, ή ψυχούλα τους θα ήτανε κολασμένη στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό ή σοβαρότερη φροντίδα μόλις γεννιόταν ένα παιδί ήτανε να το βαφτίσουν. Έτρεμαν μην πεθάνει πριν προλάβει να βαφτιστεί. Σε μιά τέτοια περίπτωση η θανάσιμη αμαρτία βάρυνε τούς παππούδες, σύμφωνα με την παράδοση, διότι οι γονιοί τού παιδιού, σαν νεότεροι, δεν είχαν πείρα τής ζωής—έταν τζαχάλ’ =ήσαν άμαθοι, τζαχίληδες.
Για να προλάβουν ίνα τέτοιο ενδεχόμενο επισπεύδανε τη βάφτιση, πού γινότανε συνήθως σε 15—40 μέρες από τη γέννα. Ανησυχούσαν διαρκώς• ως κ’ οι ξένοι ακόμα κ’ οι γείτονες εκφράζαν απορίες και σχόλια σαν κι’ αυτά: Ήμαρτον! Εικοσιπέντε ήμερών μωρόν κι’ ακόμαν ΄κ΄ εβάφτιξετ’ ατο; Αμαρτίαν έν’, βαφτίξτ-ατο κι’ ας γλυτών’.
Αν ξαφνικά αρρωστούσε το παιδί, ή μόνη φροντίδα των γονιών —ήτανε να φωνάξουν πριν κι’ από το γιατρό—τον παπά και τον ανάδοχο και άψε-σβύσε να το βαφτίσουν. Αν αμέσως μετά τη γέννηση το παιδί έδειχνε πώς δεν ήτανε για ζωή και δεν προλάβαιναν να το βαφτίσουν, τότε τού χύναν το λάδι τής καντήλας στο κεφάλι και πασάλειβαν όλο το κορμάκι του λέγοντας τις προσευχές: «Πιστεύω εις ένα Θεόν. . .» και το «Πάτερ ημών. . . » Έλεγαν δε: Ατό πά ημ’σόν βάφτισην έν’—κι’ αυτό μισή βάφτιση είναι.
Εκτός την απαλλαγή από το προπατορικό αμάρτημα, στη βάφτιση απόδιναν και τη δύναμη ότι προστατεύει τα παιδιά από τα πονηρά πνεύματα και τούς κινδύνους πού αναφέρονται στο κεφάλαιο «Γέννα».

ΑΝΑΔΟΧΟΙ
Από καθιερωμένη συνήθεια το πρώτο παιδί ενός αντρόγυνου ήταν υποχρεωμένος να το βαφτίσει ό κουμπάρος του, εκείνος πού τούς στεφάνωσε. Τ’ άλλα τα παιδιά τους τα βάφτιζαν συγγενείς και φίλοι. Πριν ακόμα γεννηθεί το καπάρωναν κ’ έτσι παρουσιαζόντανε πολλές φορές να το ζητήσουν δυό, τρεις ή και περισσότεροι. Οι γονιοί, πριν γεννηθεί το παιδί, σε κανένα δεν έδιναν λόγο, μόνο αρκούντανε να πουν: ας λευτερούται ή ας λευτερούμαι μίαν με το καλόν κ’ επεκεί ελέπομε =ας λευτερωθεί ή ας λευτερωθώ πρώτα με το καλό κ’ έπειτα βλέπομε. Όλοι οι υποψήφιοι ανάδοχοι είχαν το νου τους, μόλις γεννιότανε το παιδί να στείλουν γάλα στη λεχώνα. Όποιος πήγαινε ή έστελνε πρώτος το γάλα, εκείνος αποκτούσε το δικαίωμα να το βαφτίσει. Αν οι γονιοί για οποιοδήποτε λόγο ήθελαν να κάμουν κουμπάρο έναν πού δεν το είχε ζητήσει, τότε άσχετα με τούς τυχόν άλλους υποψήφιους, μόλις γεννιότανε το παιδί τού στέλνανε μιά λαμπάδα κι’ ένα μεταξωτό μαντίλι με τη μαμμή πού του ’λεγε: έστειλανε-σε την λαμπάδαν ασ’ ση... τάδε, να βαφτίεις το παιδίν-ατουν ή το μωρόν-ατουν.
Η μαμμή για τον κόπο της έπαιρνε φιλοδώρημα χρηματικό παχσούσ’. Εκείνος πού τού στέλνανε τη λαμπάδα ήταν υποχρεωμένος να δεχτεί την πρόταση και να βαφτίσει το παιδί. Η αποστολή τής λαμπάδας, εκτός την απόλυτη προτίμηση κ’ εκτίμηση πού υποδηλούσε, ήτανε και σύμβολο ιερό, και γι’ αυτό με κανένα τρόπο δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί. Καμμιά περίπτωση δεν υπάρχει πού να επιστράφηκε λαμπάδα. Χαρακτηριστικότατα ό λαός εδογμάτιζε: η λαμπάδα οπίσ’ ’κί πάει. Γι’ αυτό κ’ εκείνοι πού το είχαν ζητήσει να το βαφτίσουν προηγουμένως, σεβόντανε τη θέληση των γονιών και δεν το θεωρούσανε προσβολή, αφού άλλωστε—όπως ειπώθηκε παραπάνω—πριν γεννηθεί το παιδί σε κανένα δεν έδιναν λόγο. Η λαμπάδα ήτανε τόσο ιερό σύμβολο, ώστε αν τύχαινε αργότερα να τσακωθούν στα σοβαρά οι γονιοί τού παιδιού με τον κουμπάρο—σπάνιο πράμα—του δίναν την κατάρα: Η λαμπάδα-μ’ να καίει-σε! Και το θεωρούσανε σαν μεγάλη κατάρα. Αν ήθελε κανείς οπωσδήποτε και με κάθε θυσία να προτιμηθεί και να εξασφαλίσει απόλυτα τη συγκατάθεση των γονιών να τούς βαφτίσει το παιδί, τότε ευθύς μετά τη γέννα έπρεπε να στείλει ένα ποτήρι λάδι. Οι γονιοί ήταν υποχρεωμένοι να το δεχτούν. Ούτε και μπορούσαν πια να κάμουν χρήση τής λαμπάδας—όπως είπαμε πιο πάνω. Επικρατούσε το δόγμα: ή λαμπάδα ’κί νικά τ’ ελάδ’. Αν τύχαινε οι γονιοί τού παιδιού να ‘ναι φτωχοί και χωρίς κύκλο γνωριμιών, μόλις περνούσαν οι παραπάνω καθορισμένες ημέρες, προθυμοποιόντανε διάφοροι εύποροι ή φιλάνθρωποι και φιλάλληλοι γείτονες κι’ αναλάβαιναν τη βάφτιση.
Γενικά, το βάφτισμα των παιδιών άσχετα με την εύρυνση τού κύκλου των συγγενών και την καλλιέργεια αγαθών σχέσεων, άσχετα επίσης και με την σκοπιμότητα κάποτε για εξυπηρέτηση διαφόρων συμφερόντων καθώς και για απόκτηση δημοφιλίας, λογιζότανε και ψυχικό μεγάλο. Γι’ αυτό, όσοι είχαν τα μέσα, επιδίωκαν να βαφτίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά, εκτός πια αν ήτανε σπαγγοραμμένοι. Λέγανε μάλιστα χαρακτηριστικά: Το να βαφτίζ’ κανείς πολλά μωρά ημ’σόν χατζουλούκ’ έν’.
Όλα τα παιδιά πού βάφτιζε ό ίδιος ό ανάδοχος λογιζόνταν αδέρφια πνευματικά και δεν έπεφτε μεταξύ τους στεφάνι, έπεσαν σ’ ένα αγκάλαν και ’κι τισεύνε. Γι’ αυτό κ’ επιδίωκε ό καθένας να βαφτίζει μόνο αγόρια ή μόνο κορίτσια.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΗΜΕΡΑΣ—ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ
Την ημερομηνία για τη βάφτιση, εκτός τις εξαιρετικές περιπτώσεις πού αναφέραμε, την καθόριζαν οι γονιοί. Αν από λεπτότητα δεν ήθελαν να στενοχωρήσουν τον κουμπάρο, ό τελευταίος ήταν υποχρεωμένος ν’ αναπτύξει πρωτοβουλία ρωτώντας. Πότε ‘α εφτάμ’ ατο χριστιανόν; Την ερώτηση αυτή μπορούσαν να την κάνουν πλαγίως—αποσπώντας—παρουσία και του αναδόχου, κοινοί φίλοι και συγγενείς. Οι φίλοι μάλιστα το ’ρριχναν και στ’ αστείο: Ακόμαν Μεμέτ’ς έν’; (Μεμέτης = όνομα τούρκικο). Πότε α βαφτίζομ’ ά; Η ημέρα οριζόντανε συνήθως μέσα στις προθεσμίες πού εκθέσαμε παραπάνω. Για ημέρα προτιμούσαν το απόγευμα κυρίως Κυριακής ή και καμμιάς γιορτής.
Η πρόσκληση στη βάφτιση γινότανε κι’ από το μέρος των γονιών του παιδιού κι’ από το μέρος τού αναδόχου. Έστελναν ένα παιδί στα γνωστά και φιλικά τους σπίτια και τούς προσκαλούσανε στη βάφτιση, είτε την ίδια μέρα, είτε μιά μέρα νωρίτερα. Στο παιδί αυτό οι καλεσμένοι δίναν φιλοδώρημα χρηματικό—παχσούσ’.
Επίσης κ’ οι γονιοί κι’ ό ανάδοχος όσους συναντούσανε τις προηγούμενες μέρες τούς έκαναν λόγο για τη βάφτιση και τούς προσκαλούσαν.

ΒΑΦΤΙΣΤΙΚΑ
Ο νονός ήταν υποχρεωμένος να προμηθευτεί για το μικρό εσώρουχα είτε ραμμένα, είτε σε ύφασμα χασεδένιο. Επίσης και ύφασμα μάλλινο ή μεταξωτό για ρουχαλάκια. Στα τελευταία χρόνια υπήρχαν όλα έτοιμα σε κουτιά, κ’ έτσι τα προμηθευόταν. Έπαιρνε ακόμα κ’ ένα σταυρό με αλυσιδίτσα ή μεταξωτή κορδέλλα, τα κουφέτα, και κεριά να βαστούν οι καλεσμένοι. Εκτός αυτά, την ημέρα πού ήτανε να γίνει ή βάφτιση, έστελνε και γλυκίσματα: τσιριχτά—λουκουμάδες—, πορέκ κ.τ.λ.
Τη μεγάλη λαμπάδα για τη βάφτιση την έπαιρνε πάντως η μητέρα του παιδιού και την έστελνε στο μελλούμενο κουμπάρο της.

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ—ΒΑΦΤΙΣΗ
Η βάφτιση μπορούσε να γίνει είτε στο σπίτι, είτε στην εκκλησία. Στην πρώτη περίπτωση μαζευόνταν όλοι οι καλεσμένοι την ορισμένη ώρα στο σπίτι τού παιδιού. Στη δεύτερη περίπτωση οι καλεσμένοι τού κουμπάρου μαζευόντανε σπίτι του, κι’ από κει κινούσαν όλοι μαζί για την εκκλησία, ενώ οι καλεσμένοι των γονιών συγκεντρωνόντανε και ξεκινούσαν από το σπίτι τους με το παιδί. Αν ήταν κοντά τα σπίτια τους ή ήτανε να περάσουν από τον ίδιο δρόμο, σμίγανε και πήγαιναν όλοι μαζί. Η μητέρα τού παιδιού έμενε σπίτι κι’ αν η βάφτιση γινόταν εκεί, σε άλλο δωμάτιο, και όχι εκεί πού γινότανε το Μυστήριο. Το παιδί το βαστούσε ή μαμμή.
Σύμφωνα με κανονισμό κάθε εκκλησίας υπήρχε 1η, 2α και 3η τάξη στη βάφτιση. Αναλόγως την τάξη ήτανε κ’ η διακόσμηση τής εκκλησίας κι’ ο αριθμός των παπάδων και των ψαλτών, κ’ η διατίμηση. Για το επιβλητικότερο, ό ανάδοχος έφερνε και τούς παπάδες και ψάλτες τής ενορίας του—αν ήταν απ’ άλλη—ή και το Δεσπότη.
Ο ανάδοχος, με το παιδί στην αγκαλιά, ή στην αγκαλιά τής μαμμής, πού παράστεκε πάντα στο παιδί, περίμενε στο νάρθηκα τής εκκλησίας, όπου ό παπάς διάβαζε τούς εξορκισμούς και τα κατηχητικά. Μόλις ο νονός έλεγε το όνομα τού παιδιού, αμέσως έτρεχαν τα παιδιά να πάνε στο σπίτι και να φέρουν την είδηση στη μητέρα του — να πάνε στοιχαράζ’ν-ατην. Για αμοιβή παίρνανε φιλοδώρημα χρηματικό: τα στοιχαράτκα. Αν η βάφτιση γινότανε στο σπίτι, τότε το στοιχαρίαγμαν γινόταν απ’ δωμάτιο σε δωμάτιο (όπως αναφέραμε, ή μητέρα τού παιδιού έμενε σ’ άλλο δωμάτιο). Αυτά, βέβαια, όταν ό ανάδοχος βαστούσε μυστικό το όνομα πού ήθελε να βάλει στο παιδί.
Μετά τις προκαταρκτικές εξορκιστικές και κατηχητικές ευχές στο νάρθηκα, ό παπάς οδηγούσε τον ανάδοχο με το παιδί στην αγκαλιά στη μέση τις εκκλησίας, όπου ήτανε στημένη ή κολυμβήθρα, κι’ ολόγυρα οι συγγενείς κ’ οι καλεσμένοι. Σ’ όλους έδιναν κεριά πού τ’ άναβαν την ώρα εκείνη. Στους παπάδες και ψάλτες έδιναν λαμπάδες. Επίσης αναλόγως την τάξη άναβαν και πολυέλαιους και καντήλες. Συνεχιζόταν έτσι ή βάφτιση με τη γνωστή σειρά και το τυπικό τής εκκλησίας. Ο ανάδοχος εκτός τα έξοδα όλα τής εκκλησίας, έδινε χρηματικό φιλοδώρημα και στη μαμμή.

ΟΝΟΜΑΤΑ
Επικρατούσε ή συνήθεια να βάλουν τα ονόματα των παππούδων, και μάλιστα όταν ήταν πεθαμένοι. Αν ζούσαν, το είχανε σε κακό—από πρόληψη—να βάλουν τα ονόματά τους. Ωστόσο μερικοί παππούδες προτιμούσανε ζώντας να καμαρώσουν τα εγγόνια πού με τ’ όνομά τους θα τούς διαδεχόντανε στη ζωή. Επίσης προτιμούσανε να βάλουν τα ονόματα τυχόν πεθαμένων αδελφών των γονιών τού παιδιού. Πάντως για να μπουν τα ονόματα αυτά έπρεπε
Να ‘ναι σύμφωνος κι’ ο ανάδοχος πού είχε το «βέτο». Συνήθως ό ανάδοχος δε διαφωνούσε. Μπορούσε όμως να ‘χει κι’ ό ίδιος τις απόψεις του και να προτιμήσει να βάλει όνομα τής αρεσκείας του ή δικών του συγγενών κι’ αγαπημένων προσώπων. Αν δεν υπήρχε καμμιά σοβαρή προτίμηση για την εκλογή τού ονόματος, τότε μεσολαβούσαν κι’ άλλοι επικουρικοί παράγοντες:
Αν τύχαινε να γεννηθεί το παιδί σε ταξίδι, συνήθιζαν να τ’ ονομάζουν Ευστράτιο Ευστράτια—Στρατή. Αν γεννιότανε την ημέρα ή την παραμονή καμμιάς γιορτής, προτιμούσαν τ’ όνομα τού Αγίου τής Αγίας πού γιόρταζε και μάλιστα αν τύχαινε να γεννηθεί δύσκολα• λέγανε τότε πώς ό Άγιος λευτέρωσε την μητέρα κ’ έσωσε και το παιδί. Αν στους γονιούς δεν στεκόντανε παιδιά, προτιμούσαν να τ’ ονομάσουν Στυλιανό ή Στυλιανή, Ευστάθιο ή Ευσταθία.
Όσο για το είδος των ονομάτων δεν γινόταν, βέβαια, διάκριση μεταξύ των χριστιανικών και των εθνικών ονομάτων. Ενδιαφέρει όμως να σημειωθεί ότι τα εθνικά ονόματα αντιπροσωπευόνταν αρκετά, ώστε και απ’ αυτά να είν’ εύκολο να καταλάβει κανείς τον εθνικό φανατισμό των Κοτυωριτών. Ας επιτραπεί να αναφέρομε ότι μια οικογένεια είχε: Τον αρχηγό της, Επαμεινώνδα. Παιδιά του: Κλεάνθη, Αριστομένη, Αλέξανδρο, Πηνελόπη. Αδέρφια του: Πλάτωνα, Ολυμπία, Ανδρομάχη. Θείες: Μελπομένη, και Σεμέλη. Πρώτα ξαδέρφια: Μιλτιάδη, Αχιλλέα, Θεμιστοκλή, Αφροδίτη, Αρτεμησία. Κλεοπάτρα, Ανδρονίκη. Ανεψιούς: Ξενοφώντα. Αντιγόνη, Εύκλεια, Πολύμνια, Αλκμήνη κ.τ.λ.
Άλλη οικογένεια: Αθηνά, Θεμιστοκλής, Αχιλλέας, Ερμής, Χαρίλαος, Αγησίλαος, όλοι αδέρφια. Θείος τους: Λεωνίδας κ.τ.λ.
Αρκετά συνηθισμένα ήταν και τα ονόματα: Αριστοφάνης, Σωκράτης, Πάτροκλος, Πλούτων, Καλλίνικος, Αριστείδης, Κίμων, Τιμολέων, Τηλέμαχος, Οδυσσεύς, Αλκιβιάδης, Ευριπίδης, Σοφοκλής, Περικλής, Πολυδεύκης, Πολύδωρος. Μενέλαος, Ευκλείδης, Θρασύβουλος, Αριστοτέλης, Όμηρος, Μεγακλής, Λύσανδρος, Ανδροκλής, Κλέων, Πολύβιος, Ιπποκράτης, Λέανδρος, Πλούταρχος, Στησίλαος, Ουρανία, Ηλέκτρα, Ευφροσύνη, Αγλαΐα, Περσεφόνη, Ερατώ, Ιφιγένεια, Πολυξένη, Αριάδνη,, Δηϊάνειρα, Ισμήνη, Ευτέρπη, Θεανώ, Αγχινόη, Αλκινόη, Καλυψώ, Κλεονίκη, Ελπινίκη, Ανθίππη, Ζηνοβία, Ευρυδίκη, Ερασμία, Σαπφώ κ.τ.λ.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
Το ξεκίνημα από την εκκλησία για το σπίτι γινότανε με τελετουργική πομπή. Ο ανάδοχος βαστούσε το νεοφώτιστο ξαπλωμένο στα μπράτσα του και τη λαμπάδα στο χέρι. Ακολουθούσαν οι καλεσμένοι. Οι παπάδες κ’ οι ψάλτες προβαδίζοντας ψέλνανε σ’ όλο το διάστημα τού δρόμου το «όσοι εις Χριστόν βαπτίσητε.. », το «εν τη ερυθρά θαλάσση...» κ.τ.λ. Μόλις φτάνανε στο σπίτι, ή μητέρα τού παιδιού παρουσία τού παπά έκανε τρεις μετάνοιες και σταυρούς μπροστά στον ανάδοχο, τού φιλούσε το χέρι και παραλάβαινε το παιδί λέγοντάς του: Πάντ’ άξιος. Ο νονός παραδίνοντας το παιδί έλεγε: Ούς τα εφτά χρόνα σ’ εσέν τεσλήμ =ως τα εφτά χρόνια σού το παραδίνω—σου το εμπιστεύομαι. Αφού καθόνταν ύστερα όλοι, τους κερνούσανε γλυκό και κονιάκ, αργότερα δε και γλύκισμα. Επίσης μετά το κέρασμα στρώνανε τραπέζι με διάφορα τσερεζικά, μεζέδες, φρούτα, πιοτά, προσφέρνανε τσάι με παξιμάδια, τυρί, ελιές κ.τ.λ. Για όσους καθόντανε στο τραπέζι αυτό λέγαν: έτανε προσκαλεσμέν’, ή έταν προσκαλεμέν’ ή επήγαν’ ή ευρέθαν σα φωτίσια, με την έννοια ότι έφαγαν και ήπιαν. Μ’ αυτή την έννοια λέγεται κ’ ή παροιμία: Σα τραβάλα ή μαμμή και φωτίσια ό ποπάς =Στις έγνοιες και στα τρεχάματα(στα ντράβαλα) ή μαμμή και στο φαγοπότι ό παπάς. Στο τέλος μοίραζαν και τις μπομπονιέρες με τα κουφέτα. Στα παλιότερα χρόνια αντί για κουφέτα μοίραζαν τσερεζικά.

ΕΥΧΕΣ
Στους γονιούς και στους παππούδες ευχόνταν: Να ζει το νεοφώτιστον ή να τρώγομε και τον γάμον-ατ’, ή να ζείτε και να ελέπετε και τα στέφανα-τ’. Αν ήταν κορίτσι και σ’ αλλ’ το μίαν γότσα αγούρα =και την άλλη φορά αγόρια σαν κριάρια, πού είν’ οδηγοί στο κοπάδι.
Στον ανάδοχο: Πάντ’ άξιος, ή να ζεις και να στεφανώντς-ατο ή πάντα μωρά να βαφτίεις, ή να τα χιλάσες (στα τελευταία χρόνια) κ.τ.λ.

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΑΦΤΙΣΗ
Την επόμενη βδομάδα ή στα δεκαπέντε, ο γονιοί τού νεοφώτιστου στέλνανε στον ανάδοχο και στους δικούς του δώρα. Συνήθως δίνανε στον ανάδοχο: Ένα πουκάμισο μεταξωτό, να μαντίλι μεταξωτό, να ζευγάρι κάλτσες και ένα ζευγάρι παντόφλες κεντητές. Στην νουνά: Ένα πουκάμισο λινό με υφασμένο μετάξι ολόγυρα—πασά κεναρλούν καμίσ’. Στους τυχόν γονιούς ή άλλους σπιτικούς τού νονού από ένα ζευγάρι κάλτσες.
Επίσης καλούσανε σε γεύμα καμμιά Κυριακή τον ανάδοχο με τη γυναίκα του. Αν ήταν ανύπαντρος τον καλούσανε συχνότερα σε γεύματα και σε δείπνα

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Ο ανάδοχος θεωρούταν ό πνευματικός πατέρας τού παιδιού μετά τα εφτά του χρόνια. Ώσπου να μεγαλώσει, δεν έπαυε να δείχνει το ενδιαφέρον του. Φρόντιζε για τη μόρφωσή του και γενικά για την προκοπή του, και τού παράστεκε σε κάθε φάση τής ζωής του, προπαντός όταν τύχαινε να μείνει στο αναμεταξύ ορφανός από πατέρα ή μητέρα. Ιδιαίτερα φρόντιζε να το παρακολουθεί αν πάει ταχτικά στην εκκλησία και αν είναι ευσεβής και θεοφοβούμενος. Η κηδεμονία αυτή συνεχιζόταν ως τούς γάμους τού παιδιού. Το μικρό όταν άρχιζε να μιλάει ονόμαζε τον ανάδοχό του δεξάμενε (τελευταία και νονό) και τη νουνά του: δεξαμέντσα ή νουνά. Ο ανάδοχος κ’ ή γυναίκα του το προσαγόρευαν: δέξιματ’ ή με τ’ όνομά του.
Το δεξιμάτ’ και το θηλυκό δεξιματέα, χρησιμοποιόντανε και μεταξύ των μελών των δύο οικογενειών. Π.χ. ή μητέρα τού παιδιού ονόμαζε δεξιμάτ’ τον αδελφό τού αναδόχου και δεξιματέα την αδελφή του. Επίσης ό νονός ό αδελφός του κατά τον ίδιο τρόπο ονόμαζαν τ’ αδέρφια τού αναδεξιμιού του. Οι γονιοί τού παιδιού κ’ οι ανάδοχοι καθώς και οι γονιοί τους, προσαγορευόντανε μεταξύ τους με το σύντεκνε και σύντεκ’σα και κουμπάρε, ή κούμπαρτσα.
Το παιδί σεβότανε τούς αναδόχους του όπως και τούς γονιούς του.
Κι’ αν ευτυχούσε, ή οπωσδήποτε ευπορούσε στη ζωή του, δεν ξεχνούσε τις υποχρεώσεις του και προς αυτούς, προπάντων όταν τύχαινε να δυστυχούν. Τις μεγάλες γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, στις γιορτές τους κ. τ. λ. πήγαιναν και τούς φιλούσαν το χέρι, παίρνοντας έτσι και το σχετικό δώρο, ή φιλοδώρημα χρηματικό.
Εξετάζοντας την εξώφθαλμη σκοπιμότητα κ’ εμβαθύνοντας στην ψυχολογία πού δημιούργησε την αναγκαιότητα για τη θέσπιση των εθίμων αυτών, δεν είναι, νομίζω, πολύ παρακινδυνευμένο να βγάλει κανείς συμπεράσματα σαν κι’ αυτά:
—Ότι προσπαθούσαν έτσι ο πρόγονοί μας να δημιουργήσουν ένα αυτοσχέδιο σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για την προστασία και την ασφάλεια τής παιδικής ηλικίας, και να λάβουν κάποια μέριμνα για την γεροντική ηλικία.
— Κι’ ακόμα ότι η τάση αυτή έχει την απώτερη αρχή της στο συναίσθημα τής αλληλεγγύης, πού υπάρχει βαθιά στη συνείδηση τού καθενός, μα και πού πρέπει να βασιλεύει έμπρακτα κ’ έκδηλα μεταξύ των συνανθρώπων.


Απαραίτητες γλωσσολογικές εξηγήσεις: όπου το γράμμα έχει επιπλέον τόνο χρώματος ‘’μπόλντ’’, αλλάζει και η προφορά του στην ποντιακή γλώσσα. Δηλ: το α το προφέρουμε σαν έψιλον. Αν είναι δυο γράμματα μαζί στην κατάληξη, όπως τα ια, τα προφέρουμε σαν έψιλον επίσης. Το χ σαν σίγμα. Στην περίπτωση που πρόκειται για σύμφωνο η προφορά τους είναι πιο ασθενική, με μικρές εξαιρέσεις στο ζ, το σ κ.α. ανάλογα την λέξη που τα συναντάμε (φιλτζάνα) όπου εκεί ακούγεται πιο ‘’βαριά’’.


Πηγή*: Το αξεπέραστο ως σήμερα έργο του Ξενοφώντα Άκογλου (Ξένου Ξένιτα), Από την ζωή του Πόντου – Λαογραφικά Κοτυώρων-, εκδ. Μάτι, αναστατική έκδοση του 1938.




 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com