ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ


Ιστορικά τραγούδια

«Λέγοντες δημώδη ιστορικά τραγούδια,
εννοούμεν άσματα εκπηγάσαντα αμέσως
εξ ιστορικών γεγονότων ή περιστάσεων
και προωρισμένα να τραγουδούνται
υπό του λαού».
(UHLAND)


ΤΟ ΚΡΟΥΣΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΡΙΑΝΟΠΟΛΗΣ
(1361)

[Το άσμα περί της δηώσεως της Αδριανουπόλεως δημοσιευθέν το πρώτον υπό του Άγγλου Pashley τω 1837, όστις ήκουσεν αυτό εν Κρήτη, δεν αναφέρεται πάντως εις την κατάληψιν της πόλεως κατ’ Αύγουστον του 1829 υπό των Ρώσων, ήτις άλλως εγινεν αμαχητί και εθεωρήθη ως λύτρωσις από του τουρκικού ζυγού. Ίσως διεκτραγωδεί την άλωσιν υπό του Αμουράτ κατά το 1361, ης προηγήθη κατά το 1355 η δήωσις υπό των συμμάχων του βασιλέως Καντακουζηνού Τούρκων. Τότε θα διετηρείτο ακόμη νωπή η μνήμη των αλλεπαλλήλων αλώσεων και καταστροφών της πρώτης μετά την Κωνσταντινούπολιν πόλεως της Θράκης κατά τας αρχάς του ΙΓ' αιώνος υπό των Φράγκων, Βουλγάρων και Ελλήνων, αφού μάλιστα τρεις τούτων έγιναν εντός δύο ετών. Επειδή δε σχεδόν άνευ εξαιρέσεως τα ιστορικά άσματα είναι σύγχρονα των γεγονότων, το άσμα τούτο δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως το παλαιότατον των ιστορικών δημοτικών ασμάτων μας].

Τ’ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης
κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι,
κλαίγουν την Αντριανόπολη την πολυκρουσεμένη,
οπού τήνε κρουσέψανε τοις τρεις γιορταίς του χρόνου,
του Χριστουγέννου για κηρί, και του Βαγιού για βάγια,
και της Λαμπρής την Κυριακή για το Χριστός ανέστη.






ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
(1453)

[Μεταξύ των πολυαρίθμων θρήνων επί τη αλώσει της Κωνσταντινουπόλεως, οίτινες συνετάχθησαν ευθύς μετά την καταστροφήν, διακρίνονται τα δημοτικά άσματα, διότι μόνα ταύτα εκφράζουν με βαθείαν απλότητα συναίσθημα εγκαρτερήσεως προς τα μεγάλα εθνικά δεινά και βεβαίαν την ελπίδα του δουλωθέντος γένους περί ελευθερίας και ανορθώσεως. Είναι δ' αληθώς άξιον θαυμασμού ότι ταύτα εγεννήθησαν καθ' ον χρόνον το έθνος εφαίνετο απολέσαν τα πάντα, πεσούσης της Κωνσταντινουπόλεως, και ουδαμόθεν υπέφωσκέ τις ακτίς ελπίδος. Αλλ' η μεγάλη συμφορά του έθνους ευρίσκεται ακριβώς εις το μεταίχμιον του φόβου και των ελπίδων, της απογνώσεως και της αναθαρρήσεως. Διότι προ ταύτης μεν τα περί του μέλλοντος μαντεύματα ήσαν απαίσια, και προανήγγελλον όλεθρον και καταστροφάς, μετά δε την άλωσιν αντίθετα όλως διεδίδοντο, μαρτυρούντα μεταβολήν του φρονήματος του έθνους. Από πολλού μεν χρόνου προ της αλώσεως της πρωτευούσης του κράτους εφέροντο χρησμοί περί της επικείμενης καταστροφής, ευθύς δ’ όμως μετά την άλωσιν εγεννήθησαν αίσιαι περί της μελλούσης τύχης του έθνους ελπίδες, και ερριζώθη η πεποίθησις παρά τω ελληνικώ λαώ, ότι αφεύκτως διά της σπάθης θ’ ανάκτηση την διά της σπάθης αρπασθείσαν υπό των εχθρών πατρικήν κληρονομίαν].

Σημαίνει ο Θιος, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κ' η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κ’ εξηνταδυό καμπάναις,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι' απ' την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνναις.
Να μπούνε 'ς το χερουβικό και νά βγη ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι' άπ' αρχαγγέλου στόμα.
"Πάψετε το χερουβικό κι' ας χαμηλώσουν τ' άγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά, και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.
Μόν στείλτε λόγο 'ς τη Φραγκιά, νάρτουνε τρία καράβια,
το ‘να να πάρη το σταυρό και τάλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο, το καλύτερο, την άγια τράπεζα μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας την μαγαρίσουν".
Η Δέσποινα ταράχτηκε, κ' εδάκρυσαν οι εικόνες.
"Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζης,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά σας είναι.






ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΤΩ ΜΠΑΡΜΠΑΡΕΣΣΩ

Ήλιε, που βγαίνεις το ταχύ, 'ς ούλον τον κόσμο δούδεις,
'ς ούλον τον κόσμ' ανάτειλε, 'ς ούλην την οικουμένη,
'ς τω Μπαρμπαρέσσω τοις αυλαίς, ήλιε, μην ανατείλης,
κι' αν ανατείλης, ήλιε μου, να γοργοβασιλέψης,
γιατ' έχουν σκλάβους έμορφους, πολλά παραπονιάρους,
και θα γραθού οι γιαχτίδες σου που τω σκλαβώ τα δάκρυα.




[Το άσμα διεκτραγωδεί τα δεινοπαθήματα των Πελοποννησίων μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1769 υπό των επιδραμόντων αλβανικών στιφών].

Τα παλληκάρια του Μοριά κ’ οι έμορφαις της Πάτρας
ποτές δεν καταδέχονταν πεζοί να περπατήσουν,
και τώρα πώς κατάντησαν σκλάβοι 'ς τους Αρβανίταις!
Κλαίγουν οι μαύροι τη σκλαβιά, οπού είναι σκλαβωμένοι,
κλαίγουν και τον ξεχωρισμό, το πώς θα ξεχωρίσουν.
Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει!
Αφήνει η μάννα το παίδι και το παιδί τη μάννα,
χωρίζει κ’ εν’ αντρόγυνο, μια μέρα ανταμωμένο.






ΣΟΥΛΙΩΤΙΚΟ

[Κατά την πρώτην εκστρατείαν αυτού κατά του Σουλίου (τον Ιούλιον του 1792) ο Αλή πασάς ήτο βέβαιος ότι θα καθυποτάξη τους Σουλιώτας, καταλαμβάνων αυτούς ανύποπτους και απαρασκεύους. Διότι, προσποιηθείς ότι εκστρατεύει κατά του Αργυροκάστρου, εζήτησε την συνδρομήν των Σουλιωτών, οίτινες παρεπλανήθησαν μεν εκ των λόγων του, αλλά δεν τω απέστειλαν ειμή 70 επιλέκτους υπό τον Λάμπρον Τζαβέλαν. Τούτους αφοπλίσας και φυλακίσας ο άπιστος Αλής, εστράφη κατά του Σουλίου, μετά δυνάμεως δωδεκακισχιλίων περίπου πεζών και ιππέων. Αλλ’ εις των Σουλιωτών κατορθώσας να διαφύγη, εμήνυσε το πράγμα εις τους συμπολίτας του, οίτινες υπό την οδηγίαν του Γεώργη Μπότσαρη (του πατρός του Μάρκου) ωργάνωσαν κρατεράν άμυναν. Ο στρατός του Αλή συνετρίβη εις τας κλεισωρείας του Σουλίου την 20 Ιουλίου 1792, ο δε Αλής διεσώθη φυγών εις Ιωάννινα. Εις την νίκην συνετέλεσαν μεγάλως αι Σουλιώτισσαι, διότι τετρακόσιαι περίπου υπό την αρχηγίαν της Μόσκως Τζαβέλαινας (της γυναικός του Λάμπρου) οπλισθείσαι μετέσχον της μάχης. Μετά την ήτταν ο Αλής ηναγκάσθη να συνθηκολογήση προς τους Σουλιώτας].


Τρία μπαϊράκια φαίνονται ποκάτω από το Σούλι.
Το ‘να ναι του Μουχτάρ πασά, τ’ άλλο του Σελιχτάρη,
το τρίτο το καλύτερο είναι του Μιτσομπόνου.
Μια παπαδιά τ' αγνάντεψε ναπό ψήλη ραχούλα.
"Πού στε του Λάμπρου τα παιδιά, πού ‘στε νοι Μποτσαραίοι;
Αρβανιτιά μας πλάκωσε, θέλει να μας σκλαβώση.
- Ας έρτουν οι παλιότουρκοι, τίποτε δε μας κάνουν
Ας έρτουν πόλεμο να ιδούν και Σουλιωτών τουφέκια,
να μάθουν Λάμπρου το σπαθί, Μπότσαρη το τουφέκι,
τ’ άρματα των Σουλιώτισσων, της ξακουσμένης Χάιδως".
Κι’ ο Κουτσονίκας φώναξεν από το μετερίζι,
"Παιδιά, σταθήτε στέρεα, σταθήτε αντροειωμένα,
γιατ' έρχεται ο Μουχτάρ πασάς με δώδεκα χιλιάδες".

Ο πόλεμος αρχίνησε κι’ άναψαν τα τουφέκια.
Τον Ζέρβα και τον Μπότσαρη εφώναξε ο Τζαβέλας.
"Παιδιά μ', ήρθ' ώρα του σπαθιού κι’ ας πάψη το τουφέκι".
Κι' όλοι έπιασαν και σπάσανε τοις θήκαις τω σπαθιώ τους,
τους Τούρκους βάνουνε μπροστά, τους βάνουν σαν κριάρια.
Άλλοι έφευγαν κι' άλλοι έλεγαν "Πασά μου, ανάθεμα σε!
Μέγα κακό μας έφερες τούτο το καλοκαίρι,
εχάλασε τόση Τουρκιά, σπαΐδες κι’ Αρβανίταις.
Δεν είν' εδώ το Χόρμοβο, δεν είν' η Λαμποβίτσα,
εδώ είν' το Σούλι το κακό, εδώ είν' το Κακοσούλι,
που πολεμούν μικρά παιδιά, γυναίκες σαν τους άνδρες,
που πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν άξιο παλληκάρι".
Κι' ο Μπότσαρης εφώναξε με το σπαθί 'ς το χέρι.
"Έλα, πασά, τι κάκιωσες και φεύγεις με μενζίλι;
Γύρισ’ εδώ 'ς τον τόπο μας 'ς την έρημη την Κιάφα,
εδώ να στήσης το θρονί, να γένης και σουλτάνος".




ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΦΡΟΣΥΝΗΣ
(Ιανουάριος 1801)

[Η Φροσύνη, σύζυγος του εμπόρου Δημητρίου Βασιλείου, φημιζομένη δια το κάλλος, το γένος και την μόρφωσιν αυτής, δεν ηδυνήθη ν' αντιστή εις τον έρωτα του υιού του Αλή Μουχτάρ, επωφεληθέντος την αποδημίαν του συζύγου της εις Βενετίαν. Ότε δε ο Μουχτάρ εστάλη υπό του αποστάτου Τζωρτζίμ εις Αδριανούπολιν, η σύζυγός του μαθούσα τας ερωτικάς σχέσεις αυτού προς την Φροσύνην, εζήτησε παρά του Αλή πασά την τιμωρίαν της αντιζήλου. Ο Αλής ωρκίσθη ότι θα εκτελέση την αίτησίν της, όπως δε μη εκθέση άλλον τινά των περί αυτόν εις την εκδίκησιν του Μουχτάρ κατά την επάνοδόν του, μετέβη αυτοπροσώπως νύκτωρ μετά δορυφόρων του εις την οικίαν της Φροσύνης, και απαγαγών εφυλάκισεν αυτήν. Συνεφυλάκισε δε και άλλας 17 γυναίκας εξ Ιωαννίνων, περί ων υπήρχον υπόνοιαι ότι ήσαν επιληψίμου διαγωγής, και κατεδίκασε πάσας εις θάνατον δια πνιγμού εις την λίμνην. Η απόφασις εξετελέσθη την νύκτα της 11 Ιανουαρίου 1801, ο οίκος της Φροσύνης εκλείσθη και τα υπάρχοντά της εδημεύθησαν, τα δε δύο μικρά τέκνα της εγκατελείφθησαν εις τους δρόμους, ουδενός τολμώντος δια τον φόβον του Αλή να περισυλλέξη αυτά, μέχρις ότου επετράπη αντί πλουσίων δώρων εις τον θείον της μητρός των επίσκοπον Γαβριήλ να τα παραλάβη.
Τα πτώματα της Φροσύνης καί τινων των άλλων γυναικών εκβρασθέντα υπό των κυμάτων εις την ακτήν, εκηδεύθησαν, η δε Φροσύνη ετάφη εις το μοναστήριον των Αγίων Αναργύρων. Η εκκλησία σπεύσασα να αποδώση εις τα λείψανα αυτών τας επικηδείους τιμάς, τας ανηγόρευσε καλλιμάρτυρας. Τούτο δε αποδεικνύει, ότι από της επαύριον του θανάτου αυτών ο λαός εθεώρει τας πνιγείσας γυναίκας και προπάντων την Φροσύνην μάλλον ως θύματα του τυράννου και όχι ως κατάδικους, και συνησθάνετο συμπάθειαν προς αυτάς.]

Τ' ακούσατε τι γίνηκε 'ς τα Γιάννενα, τη λίμνη,
που πνίξανε τοις δεκαφτά με την κυρά Φροσύνη;
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
τι κακό παθες, καϊμένη!
Άλλη καμιά δεν τό βαλε το λιαχουρί φουστάνι,
πρώτ' η Φροσύνη το βαλε και βγήκε 'ς το σιργιάνι
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
και 'ς τον κόσμο ξακουσμένη!
Δε σ' τό ‘λεγα, Φροσύνη μου, κρύψε το δαχτυλίδι,
γιατί αν το μάθη ο Αλήπασας θε να σε φάη το φίδι;
Αχ, Φροσύνη μου καϊμένη,
τι πολύ κακό θα γένη!
Αν είστε Τούρκοι αφήστε με, χίλια φλωριά σας δίνω,
σύρτε με ‘ς το Μουχτάρπασα, δυο λόγια να του κρίνω"
Αχ, Φροσύνη μου καϊμένη,
τι κακό πολύ θα γένη!
«Πασά μου, πού είσαι, πρόβαλε, τρέξε να με γλυτώσης,
μέρωσε τον Αλή πασά, και δώσε ό τι να δώσης».
Αχ, Φροσύνη πέρδικά μου,
τι κακό ‘παθες, κυρά μου!
Εις το Βεζίρη τα φλωριά, τα δάκρυα δεν περνάνε,
και σένα μ' άλλαις δεκαφτά τα ψάρια θα σας φάνε.
Αχ, Φροσύνη πέρδικα μου,
μόκαψες τα σωθικά μου!
Νά ταν οι πέτραις ζάχαρη, να ρήχνανε 'ς τη λίμνη,
για να γλυκάνη το νερό για την κυρά Φροσύνη.
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
μέσ 'ς τη λίμνη ξαπλωμένη!
Φύσα, βοριά, φύσα, θρακιά, για ν' αγρίεψη η λίμνη,
να βγάλη ταις αρχόντισσαις και την κυρά Φροσύνη.
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
μεσ 'ς τη λίμνη ξαπλωμένη!
Φροσύν', σε κλαίει το σπίτι σου, σε κλαίνε τα παιδιά σου
σε κλαίν όλα τα Γιάννενα, κλαίνε την ομορφιά σου.
Αχ, Φροσύνη πέρδικα μου,
μόκαψες τα σωθικά μου!








ΤΗΣ ΛΕΝΩΣ ΤΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
(1804)

[Μετά την παράδοσιν του Σουλίου δια της συνθήκης της 12 Δεκεμβρίου 1803, δι' ης επετρέπετο εις τους Σουλιώτας να μεταθώσιν ένοπλοι οπού ήθελον, ο Αλή πασάς παρασπονδήσας επεχείρησε να εξοντώση τους επιζήσαντας. Τούτων ο Κίτσος Βότσαρης φεύγων την δίωξιν ήλθεν εις Βουλγαρέλι των Τσουμέρκων, αλλά βλέπων ότι και εκεί διέτρεχε κίνδυνον να κυκλωθή υπό των Αλβανών, παρέλαβε πάντας τους εκεί Σουλιώτας, ανερχόμενους εις 1148, και κατέφυγε την 22 Δεκεμβρίου εις τα Άγραφα, εις μονήν τινα επί αποκρήμνου βράχου. Πολιορκηθείς εν αυτή υπό ισχυράς δυνάμεως του Αλή, αντέστη επί τέσσαρας μήνας, αλλά περί τα μέσα του Απριλίου 1804 οι Αλβανοί κατέλαβον δια προδοσίας την μονήν και κατέσφαξαν τους εν αυτή, πλην 80 περίπου ανδρών και δύο γυναικών, διαφυγόντων μετά του αρχηγού. Η Λένω, εις ην αναφέρεται το τραγούδι, δεκαπενταέτις θυγάτηρ του Κίτσου Βότσαρη εκ πρώτου γάμου, επολέμει εις την μονήν παρά το πλευρόν του αδελφού της Γιαννάκη• φονευθέντος δε τούτου, μετέβη πλησίον του θείου της Νίκζα, πολεμούντος παρά τον Αχελώον, και εφόνευσε πολλούς Τούρκους. Αλλά περικυκλωθείσα υπό των εχθρών, όπως μη συλληφθή, έπεσεν εις τον ποταμόν και επνίγη].

Όλαις οι καπετάνισσαις από το Κακοσούλι
όλαις την Άρτα πέρασαν, 'ς τα Γιάννινα τοις πάνε,
σκλαβώθηκαν οι αρφαναίς, σκλαβώθηκαν οι μαύραις,
κ’ η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα.
Μόν πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
σέρνει τουφέκι σισανέ κ' εγγλέζικα κουμπούρια,
έχει και ‘ς τη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
σέρνω φουσέκια 'ς την ποδιά και βόλια 'ς τοις μπαλάσκαις
-Κόρη, για ρηξε τάρματα, γλύτωσε τη ζωή σου.
-Τι λέτε, μωρ' παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδελφή του Γιάννη,
και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια".








ΤΗΣ ΔΕΣΠΩΣ
(25 Δεκεμβρίου 1803)

[Κατά την δίωξιν των Σουλιωτών, περί ης έγινε λόγος εν τη προηγουμένη σημειώσει, μικρόν απόσπασμα εξ 78 ψυχών κατέφυγεν εις το χωρίον 'Ρινιάσαν (μεταξύ Πρεβέζης και Άρτης), οπού παρέμενον και άλλαι τινές σουλιώτικαι οικογένειαι. Άλλα στίφος Αλβανών,
κατάφθασαν εις το χωρίον την 23 Δεκεμβρίου 1803, κατέλαβεν εξ απρόοπτου τους κατοίκους, και άλλους μεν κατέσφαξεν, άλλους δε ηχμαλώτισε. Μεταξύ των κατοίκων ήτο και ή οικογένεια του Γεωργάκη Μπότση, του οποίου απόντος, η ηρωϊκή σύζυγος Δέσπω αντέταξε σθεναράν αντίστασιν κατά των σφαγέων. Κλεισθεΐσα εις πύργον, την λεγομένην Κοΰλαν του Δημουλά, μετά δέκα άλλων, θυγατέρων, νυμφών, εγγονών και εγγόνων της, αφοΰ επί πολύ επολέμησε προς τους Αλβανούς, ότε είδεν ότι πάσα περαιτέρω αντίστασις ήτο ματαία, ηρώτησε τα τέκνα της αν δεν προτιμούν από την σκλαβιάν τον θάνατον. Πάντες έζήτησαν τον θάνατον, τότε δε συσσωρεύσασα εις το μέσον όσην πυρίτιδα είχεν, έθεσε πυρ εις αυτήν και έκάησαν].



Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρήχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρήχνονται ουδέ σε χαροκόπι,
η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφαις και μ' γγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε 'ς του Δημουλά τον πύργο.
Γιώργαινα, ρήξε τάρματα, δεν είν' εδώ το Σούλι.
Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
-Το Σούλι κι' αν προσκύνησε, κι’ αν τούρκεψεν η Κιάφα.
Η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει»
Δαυλί 'ς το χέρι νάρπαξε, κόραις και νύφαις κράζει.
«Σκλάβαις Τούρκων μη ζησωμε, παιδιά μ', μαζί μου ελατε».
Και τα φυσέκια ανάψανε, κι' όλοι φωτιά γενήκαν.







ΤΗΣ ΠΑΡΓΑΣ
(1819)

[Ή Πάργα τελευταία των πόλεων της Στερεάς και της Πελοποννήσου υπεδουλώθη εις τους Τούρκους. Ταχθείσα από των αρχών του ΙΕ' αιώνος υπό την προστασίαν των Ενετών, μετά την κατάλυσιν της Ενετικής πολιτείας περιήλθε μετά των Ιονίων νήσων εις την κατοχήν των Γάλλων. Αλλά τω 1814 παρεδόθη εις τους Άγγλους, οίτινες βραχύν μόνον χρόνον την εκράτησαν, απεμπολήσαντες αυτήν εις τους Τούρκους τω 1817. Προ της παραδόσεως αυτής, συντελεσθείσης την 28 Απριλίου 1819, οι Παργινοί, εις τετρακισχιλίους ανερχόμενοι, κατέλιπον την πατρίδα των, αφού προηγουμένως ανασκάψαντες τους πατρώους τάφους συνήθροισαν τα οστά και τα έκαψαν εις την πλατείαν της αγοράς δια να μη βεβηλωθούν υπό των Αλβανών].

Α'

Μαύρο πουλάκι, πόρχεσαι από τ' αντίκρυ μέρη,
πες μου τί κλάψαις θλιβεραίς, τι μαύρα μοιρολόγια
από την Πάργα βγαίνουνε, που τα βουνά ραγίζουν;
Μήνα την πλάκωσε Τουρκιά και πόλεμος την καίει;
-Δεν την επλάκωσε Τουρκιά, πόλεμος δεν την καίει
-Τους Παργινούς επούλησαν σα γίδια, σα γελάδια,
κι' όλοι 'ς την ξενιτειά θα παν να ζήσουν οι καϊμένοι.

Τραυούν γυναίκες τα μαλλιά, δέρνουν τάσπρα τους στήθια, μοιριολογούν οι γέροντες με μαύρα μοιρολόγια,
παπάδες με τα δάκρυα γδύνουν ταις εκκλησιαίς τους.
Βλέπεις εκείνη τη φωτιά, μαύρο καπνό που βγάνει;
Εκεί καίγονται κόκκαλα, κόκκαλα αντρειωμένων,
που την Τουρκιά τρομάξανε και το βεζίρη κάψαν.
Εκεί ναι κόκκαλα γονιού, που το παίδι τα καίει,
να μην τα βρούνε οι Λιάπηδες, Τούρκοι μην τα πατήσουν.
Ακούς το θρήνο τον πολύν, οπού βογγούν τα δάση,
και το δαρμό πού γίνεται, τα μαύρα μοιρολόγια;
Είναι π' αποχωρίζονται τη δόλια την πατρίδα,
φιλούν τοις πέτραις και τη γη κι' ασπάζονται το χώμα.

Β'

Τρία πουλιά απ' την Πρέβεζα διαβήκανε 'ς την Πάργα,
τό να κυττάει την ξενιτειά, τάλλο τον Άη Γιαννάκη,
το τρίτο το κατάμαυρο μοιριολογάει και λέει.
"Πάργα, Τουρκιά σε πλάκωσε, Τουρκιά σε τριγυρίζει.
Δεν έρχεται για πόλεμο, με προδοσιά σε παίρνει.
Βεζίρης δε σ' ενίκησε με τα πολλά τασκέρια.
Έφευγαν Τούρκοι σα λαγοί το Παργινό τουφέκι,
κ' οι Λιάπηδες δεν ήθελαν νά ρτουν να πολεμήσουν.
Είχες λεβένταις σα θεριά, γυναίκες αντρειωμέναις,
πότρωγαν βόλια για ψωμί, μπαρούτι για προσφάγι.
Τάσπρα πουλήσαν το Χριστό, τάσπρα πουλούν και σένα."

Πάρτε, μαννάδες, τα παιδιά, παπάδες τους αγίους. Άστε, λεβένταις, τάρματα κι' αφήστε το τουφέκι,
σκάψτε πλατιά, σκάψτε βαθιά, όλα σας τα κιβούρια,
και ταντρειωμένα κόκκαλα ξεθάψτε του γονιού σας
Τούρκους δεν επροσκύνησαν, Τούρκοι μην τα πατήσουν.







ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ 21

Α'

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ’ αηδόνια,
κρυφά το λέει ο γούμενος από την άγια Λαύρα.
"Παιδιά, για μεταλάβετε, για ξεμολογηθήτε,
δεν εϊν’ ο περσινός καιρός κι' ο φετεινός χειμώνας.
Μας ήρθε γη άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,
γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμάν τους Τούρκους.
Να διώξουμ' όλη την Τουρκιά η να χαθούμε ούλοι".


Β'

Ένα μικρό καράβι μαζώνει τα παννιά,
ανοίγει την παντιέρα και πόλεμο ζητά.
Ζητά τον άγιο Τάφο και την Άγια Σοφιά.
Κι' ακόμα θα ζητήση τον Πατριάρχη μας,
οπού τον εκρεμάσαν για το ινάτι μας.
Καμπάναις θα χτυπήσουν πάν’ 'ς τα καμπαναρειά,
να σκάσουν οι χοτζάδες απάνου 'ς τα τζαμιά.
Κι' όσοι Χριστόν πιστεύουν και τον δοξάζουνε,
τον Τούρκο λογαριάζουν να τον μοιράζουνε.






ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ
(24 Απριλίου 1821)

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά 'ς τη Χαλκουμάτα,
το να τηράει τη Λιβαδιά και τάλλο το Ζιτούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει.
"Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
-Νούδ' ο Καλύβας έρχεται, νούδ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βρυόνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες".
Ο Διάκος σαν τ' αγροίκησε, πολύ του κακοφάνη.
Ψιλή φωνή νεσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
"Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
δώσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τοις χούφταις
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω 'ς την Αλαμάνα,
που ναι ταμπούρια δυνατά κι’ όμορφα μετερίζια".

Παίρνουνε τ’ αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
'ς την Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
"Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθήτε,
σταθήτε αντρεία σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθήτε".
Ψιλή βροχούλα νέπιασε κ' ένα κομμάτι αντάρα,
τρία γιουρούσια νέκαμαν τα τρία αράδα αράδα,
Έμεινε ο Διάκος 'ς τη φωτιά με δεκοχτώ λεβένταις.
Τρεις ώραις επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι' ανάψαν τα τουφέκια,


κι' ο Διάκος εξεσπάθωσε και ‘ς τη φωτιά χουμάει,
ξήντα ταμπούρια χάλασε κ' εφτά μπουλουκμπασίδες.
Και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ' τη χούφτα
και ζωντανό τον έπιασαν και 'ς τον πασά τον πάνουν,
χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.
Κι’ ο Ομέρ Βρυόνης μυστικά 'ς το δρόμο τον ερώτα.
"Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν' άλλαξης,
να προσκυνήσης 'ς το τζαμί, την εκκλησιά ν' αφήσης;"
Κ' εκείνος τ' αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι.
"Πάτε και σεις κ' η πίστη σας, μουρτάταις, να χαθήτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε ν' αποθάνω.
Α θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
όσο να φτάση ο Οδυσσεύς και ό Θανάσης Βάγιας".
Σαν τ' άκουσε ο Χαλίλ μπέης αφρίζει και φωνάζει.
"Χίλια πουγγιά σας δίνω γω κι' ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
γιατί θα σβήση την Τουρκιά κι' όλο μας το ντοβλέτι".

Το Διάκο τότε παίρνουνε και 'ς το σουβλίι τον βάζουν,
ολόρτο τον εστήσανε κι' αυτός χαμογελούσε,
την πίστη τους τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάταις.
"Σκυλιά κι' α με σουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη.
Ας είν' ο Όδυσσεύς καλά κι' ο καπετάν Νικήτας,
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι' όλο σας το ντοβλέτι".






ΟΙ ΛΑΛΙΩΤΙΣΣΑΙΣ
(1821)

[Οι υπερήφανοι, γενναίοι και σκληροί Αλβανοί του Λάλα, τερπνής πολίχνης επί του όρους Φολόης (εν τω νυν δήμω Ολυμπίων της Ηλείας), οι απηνώς καταδυναστεύοντες τους περιοικούντας Έλληνας, πολιορκηθέντες υπό τρισχιλίων περίπου Πελοποννησίων και Επτανησίων, κατόρθωσαν την 22 Ιουνίου 1821, προσελθόντος εις επικουρίαν αυτών του Ιουσούφ πασά των Πατρών μετά 700 ιππέων, να διασωθώσι μετά των οικογενειών των εις Πάτρας. Κατά την άναχώρησίν των ενέπρησαν την πολίχνην και τα πλείστα των δυσμετακομίστων πραγμάτων αυτών, ώστε ελάχιστα απέμειναν προς λαφυραγωγίαν εις τους εισελθόντας ύστερον εις του Λάλα Έλληνας, πάντως δε πολύ ολίγαι θα ηχμαλωτίσθησαν Λαλιώτισσαι, ων τα παθήματα διατραγωδεϊ το κάτωθι:

Του Λάλα με τα κρύα νερά, με τοις βαρειαίς κυράδες,
με τοις τραναίς αρχόντισσαις, τοις καλομαθημέναις,
που δεν καταδεχόντανε τη γης να την πατήσουν,
πoφόρηγαν χρυσά σκουτιά και κόκκινα σαλβάρια,
και τώρα πώς κατάντησαν κοπέλλαις ‘ς τους ραγιάδες!
Φέρνουν βαρέλια με νερό και ξύλα ζαλωμέναις,
νάχουν οι Έλληνες νερό, φωτιά να πυρωθούνε.
Και η μια την άλλη έλεγανε και η μια την άλλη λένε.
Τί να 'ν' κείνα που φαίνονται, τί να 'ν' εκείνα π' ερχώνται;
Μηνά ειν' μπαϊράκια τούρκικα, μην τά στειλε ο πασάς μας;
Δεν ειν' μπαϊράκια τούρκικα, δεν τα στείλε ό πασάς μας,
παρά ειν' μπαϊράκια κλέφτικα, κ' είναι των Πλαπουταίων".

Κλαίνε μανούλαις για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες, κλαίει και μια χανούμισσα για το μοναχογιό της.







ΤΟΥ ΚΙΑΜΙΛ ΜΠΕΗ

[Ό Κιαμίλ μπέης της Κορίνθου ήτο κατά το 1821 ό ισχυρότατος και πλουσιότατος των εν Πελοποννήσω Τούρκων. Φοβηθείς εκ της προόδου της επαναστάσεως των Ελλήνων, κατέφυγεν εις την Τρίπολιν, καταλιπών την οικογένειάν του εις τον Ακροκόρινθον, όπου ενέκρυψε και τους θησαυρούς αυτού, τους οποίους ο λαός εφαντάζετο ως ανερχόμενους εις πολλά εκατομμύρια. Κατά την άλωσιν της Τριπόλεως συνελήφθη αιχμάλωτος και καθείρχθη εις τον Ακροκόρινθον. Ότε δ' επιδραμόντος του Δράμαλη κατά το 1822 ο φρούραρχος Αχιλλεύς Θεοδωρίδης εγκατέλιπε τον Ακροκόρινθον, εκρινεν αναγκαίον να θανατωση τον Κιαμίλ, όστις ηρνείτο ν' αποκάλύψη εις τους Έλληνας τας κρύπτας των χρημάτων του. Μέρος τούτων λέγεται ότι εύρεν ό Δράμαλης, όστις και ενυμφεύθη την χήραν του Κιαμίλ μπέη].


Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,
πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.
Κλαίουν ταχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες, κλαίουν ‘ς τους δρόμους Τούρκισσαις, κλαίουν εμιροπούλαις,
κλαίει και μια χανούμισσα το δόλιο τον Κιαμίλη.
Αχ! που σαι και δεν φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη;
Ήσουν κολόνα ‘ς το Μοριά και φλάμπουρο ‘ς την Κόρθο,
ήσουν και 'ς την Τριπολιτσά πύργος θεμελιωμένος.
'Στην Κόρθο πλια δε φαίνεσαι, ουδέ μεσ 'ς τα σαράγια.
Ένας παπάς σου τα κάψε τα γέρμα τα παλάτια.
Σκλάβος ραγιάδων έπεσες και ζης ραγιάς ραγιάδων"








ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΗ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, ο αδελφός του Πετρόμπεη και νικητής του Βαλτέτση, ηγούμενος 400 περίπου, των πλείστων Μανιατών, απεβιβάσθη εις την Ήπειρον, όπως βοηθήση τους αγωνιζομένους εν τω τόπω των Σουλιώτας. Αλλ' εν μάχη παρά το Φανάρι προς πολυάριθμους Τούρκους και Αλβανούς υπό τον Ομέρ πασάν έπεσε την 4 Ιουλίου 1822, ολίγοι δε των διασωθέντων πολεμιστών αυτοΰ εκόμισαν δια πλοίου τον νεκρόν εις Μεσολόγγι, όπου ετάφη. Το δημοτικόν άσμα με πολλήν πρωτοτυπίαν, αντί περιγραφής του θανάτου του Κυριακούλη, εκθέτει πώς ανεκοίνωσεν εν Μάνη το θλιβερόν άγγελμα εις την σύζυγον του φονευθέντος ο Πετρόμπεης].


Πετρόμπεης καθότανε ψηλά ‘ς το Πετροβούνι,
κ' εσφούγγιζε τα μάτια του μ' ένα χρυσό μαντήλι.
"Τι έχεις, Μπέη, που χλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα;
-Σα μ' ερωτάς, Κυριάκαινα, και θέλεις για να μάθης,
απόψε μού ρθαν γράμματα από το Μεσολόγγι,
τον Κυριακούλη σκότωσαν, τον πρώτο καπετάνιο,
και στάζουνε τα μάτια μου και τρέχουν μαύρα δάκρυα".







ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ
(Ιούλιος 1822)

[Ό Μαχμούδ πασάς, ο επιλεγόμενος Δράμαλης δια την εκ Δράμας της Μακεδονίας καταγωγήν του, διορισθείς υπό του Σουλτάνου σερασκέρης στρατιάς τριακοντακισχιλίων περίπου πεζών και ιππέων, κατήλθεν εκ της Λαρίσης εις την Ανατολικήν Ελλάδα όπως εισβαλών εις την Πελοπόννησον καταπνίξη την επανάστασιν των Ελλήνων, επικουρούντος και του τουρκικού στόλου εν τω Κορινθιακώ κόλπω και τω Αργολικώ. Ουδεμίαν συναντήσας αντίστασιν εις την Ανατολικήν Στερεάν Ελλάδα και εις τα στενοπορίας της Μεγαρίδος, κατέλαβε τον Ακροκόρινθον, εγκαταλειφθέντα υπό των Ελλήνων, και δια των αφυλάκτων στενών των Δερβενακίων προήλασεν εις την Αργολικήν πεδιάδα, όπου συνεκράτησε την ετοίμην προς παράδοσιν τουρκικήν φρουράν του Ναυπλίου, ακυρώσας την συναφθείσαν συνθήκην της παραδόσεως. Οι Έλληνες συγκεντρωθέντες εις τους Μύλους της Λέρνης και τας πηγάς του Ερασίνου, στρατηγούντος του Κολοκοτρώνη, απησχόλησαν μεν αυτόν επί πολύ εις την πολιορκίαν της ακροπόλεως του Άργους Λαρίσης, καταστρέψαντες δε όσα τρόφιμα ηδυνήθησαν, περιήγαγον αυτόν εις πολλήν στενοχωρίαν δια την στέρησιν των εφοδίων. Προβλέπων δ' ο Κολοκοτρώνης ότι θ' αναγκασθή ο Δράμαλης να υποχωρήση εις Κόρινθον, κατέλαβε τα στενά των Δερβενακίων δια 2500 περίπου ανδρών υπό τον Νικηταράν. Και ότε την 26 Ιουλίου 1822 επεχείρησεν ο στρατός του Δράμαλη να διέλθη δια των στενών υπέστη μεγάλην φθοράν, έκτοτε δ' ο Νικηταράς επωνομάσθη Τουρκοφάγος. Οι διαφυγόντες εις Κόρινθον την ημέραν εκείνην και τας επομένας, απεδεκατίσθησαν υπό των στερήσεων και των νόσων, και αυτός δε ο Δράμαλης απέθανεν εν Κορίνθω].


Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι’ αέρα του πελάγου
να πας τα χαιρετίσματα 'ς του Δράμαλη τη μάννα.
Της ‘Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
'ς το Δερβενάκι κείτονται, 'ς το χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμά χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια
και γι' απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Κ’ ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε.
"Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;
-Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά 'ς τα χέρια".
Γράμματα πάνε κ' έρχονται 'ς των μπέηδων τα σπίτια.
Κλαίνε ταχούρια γι' άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους,
κλαίνε μαννούλαις για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.






ΤΟΥ ΜΠΡΑΪΜΗ

Ο κούκος φέτο δε λαλεί, ούτε και θα λαλήση
παρά η τρυγόνα η χλιβερή το λέει το μοιρολόγι.
Φέτος μας ήρθεν η Αραπιά και κόβει και σκλαβώνει.
Εσκλάβωσαν μικρά παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,
Κ’εσκότωσε λεβεντουργιά και καπεταναραίους.







ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ΔΗΡΟΥ

[Κατ' Ιούνιον του 1826 ο Ιμπραΐμ εξέπεμψε προς υποδούλωσιν της Μάνης στρατιάν επτακισχιλίων πεζών και ιππέων, ήτις την 22 του μηνός ευρίσκετο προ του στενού του Αρμυρού, εις τα όρια της Μεσσηνίας και της Μάνης. Την προέλασιν των Αιγυπτίων ανέκοψαν χίλιοι περίπου Μανιάται, οίτινες προφυλασσόμενοι υπό ασθενούς οχυρώματος, της λεγομένης Βέργας, ήτοι λιθοκτίστου μάνδρας μήκους δισχιλίων μέτρων περίπου, κλειούσης την μεταξύ της υπώρειας του βουνού της Σέλιτσας και της θαλάσσης δίοδον, έφεραν πολύν φθοράν εις τον εχθρόν. Αποκρουσθέντες επανειλημμένως, ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσιν οι Αιγύπτιοι και επέστρεψαν την 25 Ιουνίου εις την Καλαμάταν της Μεσσηνίας. Εν τω μεταξύ δ' όμως και άμα τη ενάρξει της μάχης της Βέργας, ο Ιμπραΐμ αποσπάσας 1500 άνδρας έπεμψε δια πλοίων εις τα παράλια της Μάνης δια να ενεργήσουν αντιπερισπασμόν. Αυθημερόν ούτοι απεβιβάσθησαν εις τον όρμον του Δηρού, καταλαβόντες δε τα προς δεξιά χωρία Πύργον και Χαριάν, εστράφησαν προς ταριστερά, ίνα προσβάλωσι την Τσίμοβαν (την μετονομασθείσαν ύστερον Αρεόπολιν). Ολίγιστοι μόνον Μανιάται, διότι οι λοιποί εμάχοντο εις τον Αρμυρόν, ευρισκόμενοι εις τους πύργους των, ανθίσταντο κατά των επιδρομέων, αλλά γνωσθείσης της αποβάσεως των Αράβων, έγινε δια κωδωνοκρουσιών συναγερμός των υπολειφθέντων κατοίκων των πέριξ χωρίων, και προσέτρεξαν πάντες, και γέροντες και ιερείς, και αι θερίζουσαι εις τους αγρούς γυναίκες με τα δρέπανά των, ενωθέντες δε μετ' ολίγων οπλοφόρων, οίτινες έτυχε να διαβαίνωσιν εκείθεν υπό τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην, ημύνοντο κατά των Αράβων, ευάριθμοι μεν δι’ όπλων, οι δε λοιποί δια πετρών και των δρεπάνων. Την ορμήν του ασυντάκτου λαού δεν ηδυνήθησαν να υπομείνουν οι επιδρομείς και έσπευσαν να επιβώσι πάλιν των πλοίων κακώς έχοντες, απήλθον δε την 25 Ιουνίου, πολλούς καταλιπόντες νεκρούς].

Στο ρημοκλήσι του Δηρού
λειτούργα ο πρωτοσύγκελος,
και τάχραντα μυστήρια
έφερνε ‘ς το κεφάλι του,
ψάλλοντας το χερουβικό.
Μα έξαφνα κι'ανέλπιστα
Τούρκοι τον περίλαβανε,
Κ’ έλαβε μόνον τον καιρό
και σήκωσε τα χέρια του,
κ' είπεκε, "Παντοδύναμε,
δυνάμωσε τους Χριστιανούς,
τύφλωσε τους Αγαρηνούς
τη μέρα τη σημερινή".

Μα οι άνδρες όλοι ελείπασι,
ήταν ‘ς τη Βέργα τ' Αρμυρού,
όπου Τρωάδα ο πόλεμος
επάηνε δυο μερόνυχτα.
Μόνα τα γυναικόπαιδα
και γέροντες ανώφελοι,
(γιατ' ήτο θέρος) βρέθεσαν
με τα δρεπάνια 'ς τα λουριά.
Καθόλου δε δειλιάσασι,
καθόλου δεν τρομάξασι,
μόν' έδωκαν την είδηση
'ς τον Κωσταντίνο με πεζόν.
Κ' εκείνος ως πολέμαρχος
εσύναξ' όλα τα χωριά,
γράφει και στέλνει ς' τ’ Αρμυρό,
κ' έδραμε κατά το Δηρό.
Βλέπει γυναίκες να χερούν
και τα δρεπάνια να κρατούν,
τους Αραπάδες να χτυπούν.
"Εύγε σας, μεταεύγε σας,
γυναίκες, άνδρες γίνετε,
σαν ανδρειωμέναις μάχεσθε,
σαν Αμαζόνες κρούετε".
Είπε κ' εβρυχουμάνισε
σαν το λιοντάρι 'ς τα βουνά.
Τους Τούρκους κόφτει αψήφιστα.
Τότε τα παλληκάρια του
πετάχτησαν σαν τους αϊτούς,
κ' επιάστηκαν με τους εχτρούς,
χέρια με χέρια ανάκατα.
Τους εκαταποντίσασι
και τους εβάλασι μπροστά,
σαν να ήσαν γιδοπρόβατα.
Σφάζοντας και σκοτώνοντας
φτάσασι 'ς την ακρογιαλιά,
που μέλισσα ήτον η Τουρκιά.
Τότε 'ς εκείνην τη στιγμή,
αγνάντιαζαν κ' έπρόφτασαν
τα παλληκάρια τ' Αρμυρού,
οπού τη νίκη φέρνασι.
Πρώτος ήτο κ' εμπροστινά
ο γιος του γέρου βασιλιά,
είχε 'ς τα πόδια του φτερά,
που τον ο πρώτος άγωρος.
Ξεγυμνωμένο το σπαθί
εκράτει, και τα μάτια του
σπίκιαις και φλόγες βγάζασι.
"Έχετε θάρρος, είπεκε
με μια φωνή σαν τη βροντή,
μη τα φοβάστε τα σκυλιά,
ας ειν' πολλοί κι’ αμέτρητοι.
Ήταν πολλοί και 'ς τ' Αρμυρό,
κι' εμείς τους ενικήσαμεν,
κι' όλους τους εξωφλήσαμεν".
Πρόφτασε τότε κι' ο αρχηγός,
πρόφτασε κι' ο αρχιστράτηγος,
οπού ναι πενταγνώστικος
'ς τοις μάχαις, 'ς τα πολιτικά,
κ' είπε 'ς τα παλληκάρια του,
κ' είπε 'ς όλο το στράτευμα.
"Όσοι πιστοί εμπρός, παιδιά,
σήμερον γεννηθήκαμε,
και θα σωθούμε σήμερον".
Ήνοιξ' η μάχη τρομερά,
κ' ήτανε ξεσυνέριση
'ς όλα τα Σπαρτιατόγονα
ποίοι να πάσι μπροστινοί.
Οι Τούρκοι αντισταθήκασι,
τι ήσαν 'ς την άκρη του γιαλού.
Μεσ’ 'ς το στερνό δειλιάσασι
κ' επέφτασι 'ς τη θάλασσα,
σαν τα τυφλά τετράποδα,
γιατ' ήτο θέλημα θεού
να σακουστή η παράκληση
τ’ αγίου πρωτοσύγκελου.







Ο ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΟΣ ΤΣΗ ΚΡΗΤΗΣ
(1830)

[Τα πρωτόκολλα, δι ων συνίστατο, το ελληνικόν βασίλειον, εις το οποίον δεν συμπεριελαμβάνετο η Κρήτη, ανεκοινώθησαν κατά το 1830 εις τους Κρήτας εν Καλύβαις των Αποκορώνων υπό πληρεξουσίου των τριών ναυάρχων κυβερνήτου γαλλικού πλοίου. Εις το γεγονός τούτο αναφέρονται τα επόμενα άσματα.]

Α'

'Στα χίλια οχτακόσια εικοσιοχτώ, μιαν Τρίτη,
(αφουγκρασθήτε να σας πω ογιά τη μαύρη Κρήτη)
σύναξη κάνου οι βασιλείς και πάνε 'ς το Παρίσι,
να κάμουνε συνέλεψη τι να γενή η Κρήτη.
Μ' απής εσυναχτήκανε κι'άρχηξαν το κουσούλτο,
ούλοι εδιχονήσανε και παίρνει την ο Τούρκος.
Αθρώπους τότ' επέψανε κ' εις τσοι Καλύβαις βγαίνει,
να συναχτούν οι Χρισθιανοί, να δώση το χαμπέρι.
Και σαν εσυναχτήκασι, διαβάζει τη συθήκη,
κ' έγραφε πως εδώκανε του Μισιριού την Κρήτη.
Φωνιάζουν, κλαίν οι Χρισθιανοί• "Αφέντες κουμαντάτες,
εβγάστ' απάνω 'ς τα βουνά, να κάτσετε 'ς τσοι στράταις,
να ιδήτε ούλα τα πουλιά, απού ψηλά πετούσι,
τα κόκκαλα τω Χρισθιανώ 'ς τ' αντόδια να βαστούσι.
Όσοι καταλυθήκανε 'ς τα όρη κ' εις τα δάση
ποιος είν' απού θα σας τσοι πη και θα τσοι λογαριάση;
Ακούσετε να σάσε πω τα πάθη τα δικά μας:
'Σ την Αραπιά πουλήσανε οι Τούρκοι τα παιδιά μας,
και όσοι απομείναμε εις τα βουνά γλακούμε,
ξυπόλυτοι κι' ολόγδυμνοι για να λευτερωθούμε.
Κ' είχαμε θάρρος εις εσάς, τσοι βασιλείς τσοι Φράγκους,
κ' εδά μας αδικήσετε κι' αφήκετέ μας σκλάβους.
'Όντε θα βγουν τα νέφαλα και να φανούν οι κρίνοι,
και να ρθ' ο φοβερός κριτής ούλους να μάσε κρίνη,
τα τάγματ' ούλα τ' ουρανού τριγύρου ν' ακλουθούσι,
τα πάθη τω Χρισθιανώ τάδικα να γροικούσι,
νά ρθουνε με παράπονο κ' οι Κρήτες να σταθούνε
μπροστά 'ς το φοβερό κριτή τ' άδικά των να πούνε,
τότες ν' άποκριθήτ’ εσείς, Αγγλία και Γαλλία,
μπροστά 'ς το φοβερό κριτή, δευτέρα παρουσία!
"Τώρα αποφασίσανε κ' εκάμανε συθήκη,
πως να ναι πάλι αραγιάς του Μισιριού η Κρήτη".

"Φύγετε! Φύγετ', άστε μας! μα μεις θε να σκεφτούμε,
γη ούλοι θ' αποθάνωμε, γη θα λευτερωθούμε.
Θε μου και συ, πώς το βαστάς; εις τη σκλαβιά ακόμη,
ούλοι λευτερώθηκανε, κ' η Κρήτη να ναι μόνη".

Έρχουνται πλοία φράγκικα και πάνε 'ς τη Γραμπούσα
και βγάνουνε τσοί Χρισθιανούς, όπου την εβαστούσα.

Και Μισιριώταις φέρνουνε κ' εις τα χωριά χτυπούσι,
φορούνε ρούχα κόκκινα και τούμπανα βαστούσι.
Καθίζουν σε μερκά χωριά και κάνουνε κρισάδες,
και τυραννούν τσοί Χρισθιανούς, σκεντσεύγουν τς αραγιάδες•




Β'

'Σ τα χίλια οχτακόσια 'ς τα τριάντα,
'ς τς οχτώ του Σεντεμπριού ήρθ' η γι αρμάδα.
Και βγαίνει 'ς τ' Ακρωτήρι, σιργιανίζει,
τον κόσμο βιζιτάρει και ξανοίγει,
τσοι Χρισθιανούς γυρεύγουνε να ιδούσι
και θλιβερό χαμπέρι για να πούσι.
«Οι Χρισθιανοί να μείνουν αραγιάδες».
Κ' οι Τούρκοι χαραίς κάνουνε μεγάλαις.
Γλήγορα εις την φράγκικην αρμάδα
εγράψανε παράπονα μεγάλα.
«Όρη, βουνά, και τρύπαις και λαγκάδια,
γεμάτα νιαι φτωχούς και παλληκάρια,
τσι πείνας και τση δίψας ξεραμμένοι,
για να λευτερωθούνε οι καϊμένοι».
Κ' οι καπετάνι' αρχίζουν και γελούσι,
κ' εις τα καράβια μπαίνουν και κινούσι.
Το κρίμα τω φτωχώ και τω χηράδω
εις το λαιμό σας να 'ν' ούλων τω Φράγκω.






(1881)

[Κατά την οροθεσίαν την γενομένη υπό διεθνούς επιτροπής προς εκτέλεσιν της βερολινείου συνθήκης τω 1881, απεκλείσθη των ελληνικών συνόρων το μέγιστον τμήμα της Ηπείρου, καίτοι επιδικασθέν εις την Ελλάδα υπό των Δυνάμεων. Τας ματαιωθείσας προσδοκίας των πέραν της δεξιάς όχθης του Αράχθου Ηπειρωτών θρηνωδεί το επόμενον άσμα].

’Σ όλον τον κόσμο ξαστεριά, σ’ όλον τον κόσμο ήλιος
και 'ς τα καϊμένα Γιάννενα μαύρο, παχύ σκοτάδι,
τι φέτο εκάμαν τη βουλή οχτώ βασίλεια ανθρώποι
κ' εβάλανε τα σύνορα 'ς της Άρτας το ποτάμi
κι’ αφήκανε τα Γιάννενα και πήρανε την Πούντα,
κι’ αφήκανε τα Γιάννενα και πήρανε την Άρτα,
κι' αφήκανε το Μέτσοβο με τα χωριά του γύρα.









Ακριτικά τραγούδια

Από των εσχατιών της Καππαδοκίας μέχρι των Ιονίων νήσων, και από της Μακεδονίας και των χωρών των δυτικών ακτών του Ευξείνου μέχρι της Κρήτης και της Κύπρου, άδονται μέχρι του νυν άσματα, αφηγούμενα τους άθλους και τάς περιπετείας του Διγενή και τους αγώνας αυτού προς του Απελάτας και τους Σαρακηνούς, και φέρονται δια στόματος παραδόσεις, αναφερόμεναι εις τόπους και αντικείμενα, μεθ' ων συνδέεται το όνομα αυτού. Εις ταύτα η φαντασία του λαού εγκατέπλεξε μύθους, ων τους πλείστους παρέλαβεν ανακαινίσασα εκ της πλουσίας μυθικής κληρονομιάς της αρχαιότητος, και απήρτισε τον ιδεώδη τύπον ήρωος νεαρού ως ο Αχιλλεύς, κραταιού ως ο Ηρακλής και ενδόξου ως ο Αλέξανδρος. Εν κεφαλαίω δ' ειπείν εις τον Διγενή Ακρίτην αποκορυφούνται οι πόθοι και τα ιδεώδη του ελληνικού έθνους, διότι εν αυτώ συμβολίζεται η μακραίων και άληκτος πάλη του ελληνικού προς τον μουσουλμανικόν κόσμον".

(Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΟΥ Περί του εθνικού έπους των νεωτέρων Ελλήνων.)







Ο ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΚΙ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΤΟΥ

Άρκοντες τρων και πίνουσι σε μαρμαρένη τάβλαν,
σε μαρμαρένη κι' αργυρή και σε μαλαματένη,
κι' ούλοι τρώσι και πίνουσι κι' αθιολή δε φέρνου,
κι' ο Κωσταντίνος ο μικρός ας εψιλοτραούει,
τ' ακράνη του τ' Ανδρόνικου, του νιου του παινεμένου.
"Μαύρος είσαι, μαύρα φορείς, μαύρο καβαλλικεύγεις.
Μαθθαίνεις το να περπατή, μαθθαίνεις το να δρέμη,
μαθθαίνεις το να έχεται τον όχλον του πολέμου,
μαθθαίνεις τον και της στεριάς ωσάν και του πελάου,
ξεχάνεις και της λυερής της γλυκοποθητής σου".








ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

[Το ακριτικόν τούτο άσμα, το ζητούν να παραστήση τεραστίαν την πολεμικήν αρετήν των Ακριτών, συνδέεται στενώς μετά του άσματος των υιών του Ανδρόνικου. Ο Κωσταντίνος ο μικρός είναι ο πολλάκις εις τα ακριτικά άσματα μνημονευόμενος υιός του Ανδρονίκου, το μικρό Βλαχόπουλον είναι το αιχμάλωτον τέκνον αυτού, και ο Αλέξης ίσως ο Αλέξανδρος άλλων ακριτικών ασμάτων. Και το τέλος των δύο ασμάτων συμπίπτει. Ο ήρως, μεθυσθείς εκ του χυθέντος αίματος και αδυνατών να διακρίνη τον φίλον από του εχθρού, φωνάζει εις τους συντρόφους του να προφυλαχθούν, όπως μη εν τη παραφορά του τους φονεύση. Ενιαχού της Στερεάς Ελλάδος τραγουδείται κατά τας Απόκρεως προς ιδιάζοντα χορόν, τον λεγόμενον κουνητόν.]

Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι' ο Αλέξης ο αντρειωμένος,
και το μικρό Βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης,
αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν,
κι' αντάμα έχουν τους μαύρους των 'ς τον πλάτανο δεμένους.
Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ' Αλέξη τα λιθάρια,
και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξερριζώνει.
Κ' εκεί που τρώγαν κ' έπιναν και που χαροκοπούσαν,
πουλάκι πήγε κ' έκατσε δεξιά μεριά 'ς την τάβλα.
Δεν κελάϊδούσε σαν πουλί, δεν έλεε σαν αηδόνι,
μόν' ελαλούσε κ' έλεγε ναθρωπινή κουβέντα.
"Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε,
και πίσω σας κουρσεύουνε Σαρακηνοϊ κουρσάροι.
Πήραν τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη."

Ώστε να στρώση ο Κωσταντής και να σελλώση ο Αλέξης,
ευρέθη το Βλαχόπουλο 'ς το μαύρο καβαλλάρης.
"Για σύρε συ Βλαχόπουλο 'ς τη βίγλα να βιγλίσης,
αν είν' πενήντα κ' εκατό χύσου μακέλλεψέ τους,
κι' αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησε μας."
Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίση.
Βλέπει Τουρκιά Σαρακηνους κι' Αράπηδες κουρσάρους,
πλάγια κοκκινίζαν.
'ρχισε να τους διαμετράη, διαμετρημούς δεν είχαν.
Να πάη πίσω ντρέπεται, να πάη εμπρός φοβάται.
Σκύβει φιλεί το μαύρο του, στέκει και τον ρωτάει,
"Δύνεσαι, μαύρε μ', δύνεσαι 'ς το γαίμα για να πλέξης;
-Δύνομαι, αφέντη, δύνομαι 'ς το γαίμα για να πλέξω,
κι' όσους θα κόψη το σπαθί τόσους θενά πατήσω.
Μόν' δέσε το κεφάλι σου μ' ένα χρυσό μαντήλι,
μην τύχη λάκκος και ρηχτώ και πέσης απ' τη ζάλη.
-Σαΐτταις μου αλεξαντριαναίς, καμιά να μη λυγίσει,
και συ σπαθί μου διμισκί, να μην αποστομώσης.
Βόηθα μ', ευχή της μάννας μου και του γονιού μου βλόγια,
ευχή του πρώτου μ' αδερφού, ευχή και του στερνού μου.
Μαύρε μου, άιντε νά μπουμε, κι' όπου ο Θεός τα βγάλη!"

'Σ τα έμπα του μπήκε σαν αϊτός, 'ς τα ξέβγα σαν πετρίτης,
'ς τα έμπα του χίλιους έκοψε, 'ς τα ξέβγα δυο χιλιάδες,
και 'ς το καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει.
Πήρε τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και το μικρό Βλαχόπουλο την αρραβωνιασμένη.
Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω του τους παίρνει.

'Στο δρόμο νοπού πήγαινε σέρνει φωνή περίσσα.
"Πού είσαι αδερφέ μου Κωσταντά κι' Αλέξη αντρεϊωμένε;
αν είστε εμπρός μου φύγετε κι' οπίσω μου κρυφτήτε,
τι θόλωσαν τα μάτια μου, μπροστά μου δε σας βλέπω,
και το σπαθί μου ερράγισε, κόβοντας τα κεφάλια,
κι' ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια."




[Το θέμα της αιχμαλωσίας ή του εξ ενέδρας τραυματισμού ή φόνου Ακρίτου υπό των εχθρών αυτού, Σαρακηνών η Απελατών, είναι σύνηθες εις τακριτικά άσματα. Ιδίαν διατύπωσιν του θέματος τούτου παρουσιάζουν τάσματα περί του τραυματισμού του υιού του Ανδρόνικου Γιάννου. Είς τινας παραλλαγάς αυτών ο αντίπαλος του ήρωος παρίσταται ως ον υπεράνθρωπον, εκ τούτου δ' υπεμφαίνεται συνάφεια του άσματος προς τάλλα ακριτικά περί αγώνος δρόμου του Διγενή και του Ηλίου.]

Κάτου 'ς την άσπρη πέτρα και 'ς το κρυό νερό,
εκεί κείτεται ο Γιάννος τ' Ανδρονίκου ο γιος,
κομμένος και σφαμένος κι' ανεγνώριοτος.
Το αίμα του σαν βρύση χύνονταν 'ς τη γης,
και γιατρεμό δεν είχεν η βαθειά πληγή.

Τούρκοι τον παραστέκουν και Ρωμιοί τον κλαιν,
κι' απάρθενα κοράσια τον μοιρολογούν.
"Γιάννο μ', δεν είχες μάννα, μάννα κι' αδερφή,
δεν είχες και γυναίκα, για να σ' έκλαιγεν;
-Θαρρώ πως είχα μάννα, μάννα κι' αδερφή,
κ' η δόλια μου η γυναίκα να την πόρχεται,
με δυο μαύρα λιθάρια στηθοδέρνοντας."

"Γιάννο μου, δεν σου το είπα, δε σ' αρμήνευα,
με χίλιους μην τα βάνης και μην πολεμάς;
-Σώπα, καλέ γυναίκα, και ντροπιάζεις με.
Εγώ είμαι ο ανδρειωμένος, τ' Ανδρόνικου ο γιος,
που τρέμει ο κόσμος όλος κι' όλα τα χωριά,
και τρέμουν τρεις πασάδες που πολέμαγα.
Δεν ήσαν μήτε πέντε, μήτε δεκοχτώ,
εφτά χιλιάδες ήσαν κ' εγώ αμοναχός,
κι' απ' τοις εφτά χιλιάδες ένας γλύτωσε,
που χε Λαγού πηλάλα, Δράκου δύναμη,
και της αγριολαφίνας τα πηδήματα.
'Σ τα νέφια νέφια πάει, 'ς τα νέφια περπατεί,
'ς τον ουρανό πετούσε, 'ς τάστρη εχάνονταν.
Μια σαϊττιά μου παίζει μέσα 'ς την καρδιά,
τη δύναμη μου κόβει κι' όλη την αντρειά."







Η ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΗ ΛΥΓΕΡΗ, Η ΜΑΝΝΑ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ

[Ο Αμιράς της Συρίας, επιδραμών εις την Τωμανίαν, ηχμαλώτισε την θυγατέρα του βασιλέως Ανδρόνικου Ειρήνην μετά των ακολούθων της, εξελθούσαν εις περίπατον ανά τα όρη. Μαθόντες δε τούτο ο Κωνσταντίνος και οι λοιποί τέσσαρες αδελφοί αυτής, έσπευσαν προς απελευθέρωσίν της, κατενίκησεν εν μονομαχία ο Κωνσταντίνος τον Αμιράν, ανεύρον ζώσαν την Ειρήνην, και έδωκαν αυτήν ως γυναίκα εις τον υπό σφοδρού προς αυτήν έρωτος καταληφθέντα Αμιράν, γενόμενον χριστιανόν. Καρπός του γάμου τούτου ήτο ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτης. Ούτως αφηγείται τα κατά την γέννησιν του Διγενή το εθνικόν έπος. Αλλά κατά τα δημοτικά άσματα, η μήτηρ του Διγενή ήτο ανδρειωμένη κόρη, ήτις ανδρικήν φορούσα πανοπλίαν επολέμει τους Σαρακηνούς, μέχρις ου ποτέ εν τη σφοδρότητι του αγώνος απεκαλύφθη το γένος αυτής και διωκόμενη υπό Σαρακηνού κατέφυγεν εις εκκλησίαν του αγίου Γεωργίου. Εκεί δ' όμως ο άγιος παρέδωκεν αυτήν εις τον Σαρακηνόν διώκτην, υποσχεθέντα ότι θα βαπτισθή και αυτός και το παιδίον, το οποίον θα γεννηθή εκ του γάμου μετά της ανδρειωμένης. Κατ' άλλον δε τύπον του άσματος η ανδρειωμένη βασιλοπούλα, εγκεκλεισμένη εις κάστρον αμύνεται επιτυχώς επί μακρόν χρόνον κατά των πολιορκούντων Σαρακηνών ή Τούρκων, μέχρις ότου κυριεύεται το κάστρον δια δόλου Τούρκου, όστις λαμβάνει αυτήν ως έπαθλον καϊ γεννά εξ αυτής τρεις υιούς, τον Δούκαν, τον Κωσταντάν και τρίτον τον Γϊάννην (όπερ είναι το όνομα του Διγενή παρεφθαρμένον). Ο τύπος ούτος είναι ο του Κάστρου της Ωριάς.
Νεώτεραι παραλλαγαί του πρώτου τύπου παριστάνουν την ανδρειωμένην κόρην ως κλεφτοπούλαν, ήτις κλέφτικα ενδεδυμένη παραμένει αγνώριστος επί πολύν χρόνον μεταξύ των κλεφτών, μέχρις ότου εν αθλητικώ αγωνίσματι διακρίνει το φύλον αυτής εν κλεφτόπουλον, το όποιον την νυμφεύεται.]

Α'

(Η αντρειωμένη λυγερή και ο Σαρακηνός.)

Κάπου πόλεμος γίνεται 'ς Ανατολή και Δύση,
και τό μαθε μια λυγερή και πάει να πολεμήση.
Αντρίκια ντύθη κι' άλλαξε και πέρνει τάρματά της.
Φίδια στρώνει το φάρο της κι' όχιαίς τον καλλιγώνει,
και τους αστρίταις τους κακούς τους βάνει φτερνιστήρια,
Φτερνιά δίνει του μαύρου της, πάει σαράντα μίλια,
κι' άλλη ματαδευτέρωσε 'ς τον πόλεμον εμπήκε.
'Σ τά μπα της στράταις έκανε, 'ς τά βγα της μονοπάτια,
'ς τάλλο της στριφογύρισμα, έσπασε το λουρί της,
φανήκαν τα χρυσόμηλα, τα λινοσκεπασμένα.

Σαρακηνός την αγνατά ναπό ψηλή ραχούλα.
"Παιδιά, και μη δειλιάσετε, παιδιά, μη φοβηθήτε.
Γυναίκειος ειν' ο πόλεμος, νυφαδιακός ο κούρσος!"
Κ' η λυγερή όντας τ' άκουσε 'ς τον Άη Γιώργη τρέχει.
"Αφέντη μου άη Γιώργη μου, χώσε με το κοράσιο,
να κάμω τά μπα σου χρυσά και τά βγα σου ασημένια,
και τα ξυλοκεράμιδα ούλο μαργατιτάρι."
Εσκίσανε τα μάρμαρα κ' εμπήκε η κόρη μέσα.

Σαρακηνός να κ' έφτασε κοντά 'ς τον άη Γιώργη.
"Άγιε μου Γιώργη χριστιανέ, φανέρωσε την κόρη,
να βαφτιστώ 'ς τη χάρη σου εγώ και το παιδί μου,
εμέ να βγάλουν Κωσταντή και το παιδί μου Γιάννη."

Ανοίξανε τα μάρμαρα κ' έφάνηκεν η κόρη.

Β'

(Ή κλεφτοπούλα.)

Ποιος είδε ψάρι 'ς το βουνό και θάλασσα σπαρμένη,
ποιος είδε κόρη λυγερη 'ς τα κλέφτικα ντυμένη;
Τέσσαρους χρόνους περπατεί μ' αρματωλούς και κλέφταις,
κανείς και δεν τη γνώρισε ναπό τη συντροφιά της.
Και μιαν αυγή και μια λαμπρή, μια πίσημον ημέρα
βγήκαν να παίξουν το σπαθί, να ρήξουν το λιθάρι.
Εκόπη τασημόκουμπο κ' εφάνη το βυζί της.
Κανένας δεν τη λόγιασε από τα παλληκάρια,
μα να μικρό κλεφτόπουλο σκυφτό χαμογελά της.
"Τι έχεις, βρε βλάμη, και γελά, τι έχεις και χαμοβλέπεις;
-Είδα τον ήλιο πόλαμψε κ' έφεξε το φεγγάρι,
είδα και το βυζάκι σου που είν' άσπρο σαν το χιόνι.
-Σώπα, μωρέ κλεφτόπουλο, μιλιά μη μολογήσης,
και να σε πάρω ψυχογιό, βαριά να σε πλουτίσω,
για να βαστάς το νταμασκί και το χρυσό τουφέκι.
-Εγώ δε θέλω ψυχογιός, βαριά να με πλουτίσης,
για να βαστώ το νταμασκί και το χρυσό τουφέκι,
μόν' θέλω σε γυναίκα μου και να με πάρης άντρα.
-Που ειπή το "θέλω", εις εμέ πρέπει και νά ναι άξιος,
νά ναι πρωτοπαλλήκαρο και κλεφτοπολεμάρχος.
-Το ζήτημά σου είναι βαρύ, μα α θέλη ο θιός θα γίνη,
α θέλη ο θιός να μ' αγαπάς, ο πρώτος ούλων είμαι.
Δείξε μου πού ναι οι φωτιαίς, οι σπαθισμοί, τα βόλια,
κ' εγώ για την αγάπη σου θα πέσω πρώτος 'ς ούλα."








ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ

[Εις πλείστους ελληνικούς τόπους υπάρχουν φρούρια καλούμενα Κάστρα της Ωριάς η της Σουριάς, και προς τα φρούρια ταύτα συνάπτονται παραδόσεις περί αλώσεως αυτών δια δόλου υπό των Τούρκων και αυτοκτονίας της βασιλοπούλας, η οποία επί πολλά έτη ηρωϊκώς ανθίστατο εγκεκλεισμένη εν αυτώ. Αναφέρεται δε εις έκαστον αυτών και άσμα δημοτικόν, του οποίου πολυάριθμοι υπάρχουν παραλλαγαί. Η ανά πάσας τας ελληνικάς χώρας διάδοσις του δημοτικού άσματος και των παραδόσεων τούτων, υποδεικνύει, ως παρετηρήσαμεν εις τα ημετέρας Παραδόσεις, οπού εκτενώς πραγματευόμεθα περί του θέματος, ότι προήλθεν εκ παλαιού τινος προτύπου- σφόδρα δ' αμφίβολον όμως φαίνεται, ότι τούτο αφετηρίαν είχεν ιστορικόν τι γεγονός- αλλ' ούδ' ο τόπος ή το φρούριον εις ο ανεφέρετο το αρχέτυπον είναι εύκολον να εξακριβωθή, αι δ' εξενεχθείσαι περί τούτου εικασίαι ελέγχονται ατυχέσταται. Πρόδηλον τουναντίον είναι, ότι το αρχέτυπον άσμα απηρτίσθη εκ στοιχείων μυθικών και ιστορικών, κοινών και εις την δημώδη ελληνικήν ποίηοιν και εις τους αρχαίους μύθους. Και η μεταμφίεσις του εραστού εις καλόγηρον ή γυναίκα, όπως κατακτήση εξαπατήσας την ερωμένη, επαναλαμβάνεται συχνάκις εν αυτοίς, καθώς και η μεταμφίεσις πολεμιστών εις γυναίκας προς χείρωσιν πολεμίων ανυπόπτων. Βασιλοπούλαι επίσης κρημνίζουσιν εαυτάς από των τειχών του αλωθέντος φρουρίου, όπως μη πέσωσιν εις χείρας των πολεμίων. Και ο γυαλένιος πύργος, εν ω κατά τινας παραλλαγάς οικεί η κόρη, είναι συνήθης μυθολογική εικών.
Συνάφεια του άσματος προς τακριτικά υπεμφαίνεται εν τραπεζουντία παραλλαγή αυτού.
Εν τω επιμέτρω δημοσιεύεται και καππαδοκική παραλλαγή του άσματος.]

Όσα κάστρα κι' αν είδα και περπάτησα,
σαν της Ωριάς το κάστρο δεν ελόγιασα.
Κάστρο θεμελιωμένο, κάστρο ξακουστό,
σαράντα οργυαίς του ψήλου, δώδεκα πλατύ,
μολύβι σκεπασμένο, μαρμαροχυτό,
με πόρτες ατσαλένιαις κι' αργυρά κλειδιά,
και του γιαλιοϋ η πόρτα στράφτει μάλαμα.
Τούρκος το τρογυρίζει χρόνους δώδεκα,
δεν μπορεί να το πάρη το ερημόκαστρο.
Κι' ένα σκυλί τουρκάκι, μιας 'Ρωμνιάς παιδί,
'ς τον Αμιρά του πάει και τον προσκυνάει.
"Αφέντη μ' Αμιρά μου και σουλτάνε μου,
αν πάρω γω το κάστρο τι είν' η ρόγα μου;
-Χίλια άσπρα την ημέρα κι' άλογο καλό,
και δυο σπαθιά ασημένια για τον πόλεμο.
-Ουδέ τάσπρα σου θέλω κι' ουδέ τα φλωριά,
ουδέ και τάλογό σου κι' ουδέ τα σπαθιά,
μόν' θέλω γώ τη κόρη, πού ναι 'ς τα γυαλιά.
-Ωσάν το κάστρο πάρης, χάρισμα κι' αυτή."

Πράσινα ρούχα βγάζει, ράσα φόρεσε.

Τον πύργο πύργο πάει και γυροβολάει,
'ς την πόρτα πάει και στέκει και παρακαλεί.
"Για άνοιξε άνοιξε πόρτα, πόρτα της Ωριάς,
πόρτα της μαυρομάτας της βασίλισσας.
-Φεύγα απ' αυτού, βρε Τούρκε, βρε σκυλότουρκε.
-Μα το σταυρό, κυρά μου, μα την Παναγιά,
εγώ δεν είμαι Τούρκος ουδέ Κόνιαρος,
είμαι καλογεράκι απ' ασκηταριό.
Δώδεκα χρόνους έχω οπ' ασκήτευα,
χορτάρι εβοσκούσα σαν το πρόβατο,
κ' ήρθα να πάρω λάδι για τοις εκκλησιαίς.
Για ανοίξετέ μου νά μπω του βαρόμοιρου.
-Να ρήξουμε τσιγγέλια να σε πάρουμε.
-Τα ράσα μου είναι σάπια και ξεσκίζονται.
-Να ρήξουμε το δίχτυ να σε πάρουμε.
-Είμαι από τη πείνα κι' άντραλίζουμαι."

Γελάστηκε μια κόρη, πάει, τον άνοιξε.
Όσο ν' ανοίξη η πόρτα, χίλιοι εμπήκανε,
κι' όσο να μισανοίξη, γέμισ' η αυλή,
κι' όσο να καλοκλείση η χώρα πάρθηκε.
Όλοι χυθήκαν 'ς τάσπρα, όλοι 'ς τα φλωριά,
και κείνος εις την κόρη, πού ναι 'ς τα γυαλιά.
Κ' ή κόρη από τον πύργο κάτω πέταξε,
μήτε σε πέτρα πέφτει, μήτε σε κλαριά,
παρά σε Τούρκου χέρια και ξεψύχησε.








ΤΗΣ ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗΣ

[Ο κλάδος των ακριτικών ασμάτων περί της μνηστείας του Διγενή παρουσιάζει πολλάς διαφοράς των παραλλαγών προς αλλήλας και προς την διατύπωσιν του έπους. Κατά ταύτην ο Διγενής επανερχόμενος εκ κυνηγίου βλέπει την Ευδοκίαν εις το παλάτιον του πατρός της και καταλαμβάνεται υπό έρωτος προς αυτήν "από του έρωτος η όψις του ηλλοίωται, το κάλλος εμαράνθη", και η μήτηρ του περίφροντις τον ερωτά περί της υγείας του.Ο στρατηγός Δούκας, ο πατήρ της Ευδοκίας αρνείται να τω την δώση εις γάμον, αλλ' εκείνος σαγηνεύει την κόρην, την απάγει, κατατροπώνει τους καταδιώξαντας αυτόν και αναγκάζει τον πατέρα να ευλογήση την ένωσίν των. Εις δε τα δημοτικά άσματα διακρίνονται πολλοί τύποι του επεισοδίου της μνηστείας. Εν άλλαις παραλλαγαίς ο ήρως πέμπει πρεσβείαν επισήμων προξενητών ή τους επιφανείς των ακριτικών ασμάτων πολεμιστάς, τον Χιλιοπαππούν (= Φιλόππαπον), τον Βάρδαν, τον Φωκάν, τον Νικηφόρον, τον Πετροτράχηλον ή Τρεμαντάχειλον, ή μόνον τον Φιλόπαππον, προς ον οργισθεϊς δια την απόρριψιν της περί γάμου προτάσεώς του μονομαχεί. Ελκύσας δε την κόρην δια της μουσικής την απάγει και διώκεται υπό στρατού, τον οποίον κατανικά. Εν άλλαις συμφύρεται η διήγησις προς διαφόρους κλάδους των ακριτικών ασμάτων. Εν πολλαίς δε διά φίλτρων και διά τεχνασμάτων, τα οποία παρά μαγισσών εδιδάχθη, ο εραστής παρασύρει την ερωμένην και θνήσκει μεν αυτή, αυτοκτονεί δε και ο εραστής.
Η προσφυγή εις φίλτρα και μαγγανείας των ατυχών εραστών είναι κοινότατη εις πάντας τους λαούς, αρχαίους και νεωτέρους, το δε τέχνασμα της μεταμφιέσεως του εραστοΰ εις γυναίκα, όπως πλησίαση την αγαπωμένην αναφέρεται και εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και διηγήσεις και εις άλλων λαών μύθους και άσματα. Ιδίως δ' όμως άξιον παρατηρήσεως είναι ότι το νεοελληνικόν άσμα της Λιογέννητης πολλάς και εν ταις λεπτομερείαις δεικνύει ομοιότητας προς την σκανδιναυικήν παράδοσιν του Χάγβαρδ και της Σίγνης, την οποίαν διηγείται ό χρονογράφος Σάξων ο γραμματικός και προπάντων προς τας διασκευάς της παραδόσεως ταύτης υπό σκανδιναυικών δημοτικών ασμάτων. Κατά τάσματα ταύτα, ο πατήρ της Σίγνης αποκρούει τον γάμον αυτής μετά του Χάγβαρδ. Ούτος βλέπει όνειρον, το οποίον εξηγεί μία μάγισσα. Όπως εύρη πρόσοδον παρά τη ερωμένη, ο Χάγβαρδ μεταμφιέζεται εις γυναίκα, και γίνεται δεκτός, υπό το πρόσχημα να διδαχθή την ραπτικήν. Ότε ενύκτωσεν, αρνείται να κοιμηθή με τας θεραπαίνας, λέγων, "εκοιμήθηκα πλάγι με πλάγι με βασιλόπουλα, αν κοιμηθώ με τοις δούλαις, θα πεθάνω από τη ντροπή." Ή Σίγνη συγκατανεύει να κοιμηθούν εις το αυτό κρεβάτι. Αι θεράπαιναι με αναμμένας λαμπάδας τους οδηγούν εις τον κοιτώνα. "Αλλο κοινόν χαρακτηριστικόν είναι ότι η Σίγνη εις την συνομιλίαν με την υποτιθεμένην μαθήτριαν, ομολογεί ότι αγαπά τον Χάγβαρδ, ως είς τινας παραλλαγάς του ελληνικού άσματος η Λιογέννητη εκμυστηρεύεται τον έρωτά της προς τον ήρωα εις την δήθεν εξαδέλφην της. Αμφότεροι δε οι ερασταί αποθνήσκουν, ο μεν Χάγβαρδ συλληφθείς και καταδικασθείς εις θάνατον υπό του πατρός της Σίγνης, αυτή δε αυτοκτονήσασα.]

Ο Κωσταντής ο ομορφονιός, ο μικροκωσταντϊνος
μια μέρα. θέλησε να βγη να λαγοκυνηγήση,
και διάβαινε καμαρωτός απ' την πλατειά τη ρούγα.
Εκεί είδε τη Λιογέννητη με τετρακόσιαις σκλάβαις.
Σε κρεμεζιά τριανταφυλλιά ήταν ακουμπισμένη,
κ' είχε τα φρύδια τορνευτά, τα μάτια σα ζαφείρι,
και 'ς το μικρό το δάχτυλο είχε το δαχτυλίδι,
καλλιά λαμπε το δάχτυλο παρά το δαχτυλίδι.
Ωσάν την είδ' ο Κωσταντής, αφήνει το κυνήγι.
Κινάει να πάη 'ς το σπίτι του σα μήλο μαραμμένος.
Χωρίς θέρμη θερμάθηκε, χωρίς οριόν ερριάστη,
δίχως τον πονοκέφαλο έπεσε 'ς το κρεβάτι.
"Μάννα, ψυχή, μάννα, καρδιά, μάννα και το κεφάλι.
Μάννα, θολά είναι τα βουνά και θαμπερό το σπίτι.
-Γιε μου, καλά είναι τα βουνά και λαμπερό το σπίτι,
μα συ κορίτσι ναγαπάς κ' εκείνη δεν το ξέρει.
-Μάννα, την κόρη που είδα γω, άλλος να μη την πάρη.
Στείλε να κράξης άρχοντες και μητροπολιτάδες
να παν να κάμουν προξενειά, γυναίκα να την πάρω."
Στέλνει τρακόσιους άρχοντες και μητροπολιτάδες,
στέλνει τον άρχοντα Φωκά, στέλνει το Νικηφόρο,
στέλνει τον Πετροτράχηλο, που τρέμει η γης κι' ο κόσμος.

Εχτύπησαν οι άρχοντες την αργυρή την πόρτα.
"Ποιος χτύπησε 'ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
-Ημείς είμεστε οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
ο Κωσταντής μας έστειλε δυο λόγια να σου πούμε.
-Ανοίξετε 'ς τους άρχοντες, 'ς τους μητροπολιτάδες!
Φέρτε τρακόσια στρώματα, φέρτε τρακόσια πεύκια,
για να καθίσουν οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
φέρτε Μονεβασιά κρασί, να πιουν οι αντρειωμένοι."
Εμπαίνουν τότε οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
και την ευρίσκουν κ' έπλεγε τ' ολόχρυσο γάϊτάνι.
Καθώς τους είδε η λυγερή επροσηκώθηκέ τους.
"Καλώς ήρθαν οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
φάτε και πιέτε, γέροντες, κ' εγώ 'ς τον ορισμό σας.
-Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε.
Προξενητάδες είμαστε κ' ήρθαμε να σου ποΰμε,
ο Κωσταντής μας έστειλε, τόμορφο παλληκάρι,
αν είναι θέλημα θεού, γυναίκα να σε πάρη."
Σαν τ' άκουσε η Λιογέννητη νεχτύπησε τα γέλοια.
"Για πήτε του του Κωσταντή, του μοσκαναθρεμμένου,
δε θέλω τον, δεν χρήζω τον, δεν καταδέχομαί τον.
Σαν έρθη η μάννα μ' απ' τη γης κι' ο κύρης μ' απ' τον άδη,
τα δυο μ' αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίση
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,
και με τ' άργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,
κ' εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ' αλώνι,
μηδέ και τάχυρο βραχή μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ' αλωνιού αέρας να την πάρη,
τότε κ' εγώ τον Κωσταντή θα τόνε πάρω γι' άντρα,
και πάλι ναί, και πάλι όχι, και πάλι σα μου δόξη."
Σάν ηκουσαν οι άρχοντες κ' οι μητροπολιτάδες,
τους κακοφάνηκε πολύ κ' έσκυψαν το κεφάλι.
Κι' αυτή τότε τους έδωκε τ' ολόχρυσο γαϊτάνι.
"Όρίστε την πλεξίδα μου τον εδικό σας κόπο."

Εκίνησαν κ' επήγαιναν πικροί και μαραμμένοι,
κι' ο Κωσταντής καρτέρειγε 'ς την αργυρή του πόρτα.
"Καλώς ήρθαν οι άρχοντες με τα καλά τα λόγια.
-Κακώς ήρθαν οι άρχοντες με τα κακά τα λόγια.
Δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δε καταδέχεταί σε.
Σαν έρθη η μάννα τς απ' τη γης κι' ο κύρης απ' τον άδη,
τα δυο τς αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίση
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,
και με ταργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,
κ' εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ' αλώνι,
μηδέ και τάχυρο βραχή, μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ' αλωνιού αέρας να την πάρη,
τότε κι' αυτή τον Κωνσταντή θα τόνε πάρη γι' άντρα,
και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι σαν της δόξη."
Ό Κωσταντής σαν τ άκουσε μέγας καϊμός τον πήρε,
και ζήτησε και τόδωκαν τ' ολόχρυσο γαϊτάνι.
Πήγε να βρη τοις μάγισσαις που ξέρουν από μάγια.
Ωσάν τον είδε κ' έρχονταν της μάγισσας η κόρη,
"Μάννα μ', ο νιος οπ' έρχεται του κάμπου καβαλλάρης,
παίρνουν τα ρούχα του δροσιά και τα λυχνά του πάχνη,
'παίρνουν τα πασουμάκια του ανθούς από τα δέντρα,
κι' ο γύρος του προσώπου του για κόρη είναι θλιμμένος.
-'Σ τα μάγια γω γεννήθηκα, 'ς τα μάγια θα πεθάνω,

κ' εγώ δεν τόνε γνώρισα και συ τόνε γνωρίζεις;"
"Καλή σου μέρα, μάγισσα με την καλή σου κόρη.
Δεν έχεις μάγια της καρδιάς και μάγια της αγάπης,
να κάμης τη Λιογέννητη να ρθή 'ς την αγκαλιά μου;
-"Αν έχης πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,
θα κάμω τη Λιογέννητη να ρθή 'ς την αγκαλιά σου.
-Εγώ χω πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,
εγώ χω την πλεξίδα της, τ' ολόχρυσο γαϊτάνι.
-Σύρε άνοιξε την πόρτα σου και δέσε τα θηριά σου,
και κάθου και καρτερεί την να ρθή 'ς την αγκαλιά σου."
Και βγάνει από τον κόρφο της τρία μήλα μαραμμένα.
Το να ρήξε 'ς το τρίστρατο, να πάψουν οι διαβάταις,
τάλλο ρήξε 'ς τον ποταμό, να πάψουν τα ποτάμια,
το τρίτο ρήξ' 'ς τη λυγερή, να ρθή γυρεύοντας σε."

Το νά ρηξε 'ς το τρίστρατο και πάψαν οι διαβάταις,
τάλλό ρηξε 'ς τον ποταμό και πάψαν τα ποτάμια,
το τρίτο το φαρμακερό 'ς της λυγερής τς αγκάλαις.
Ως τό είδε η κόρη εσβήστηκε, ως το είδε δαιμονίστη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
"Μώρ' βάγιαις μου, μώρ' ντάνταις μου, μώρ' σκλάβαις του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκιναις λαμπάδες,
τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πά' να προσκυνήσω.
-Κυρά ταρνίθια δε λαλούν, καμπάναις δε σημαίνουν,
κ' η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
-Μπα του πατρός μου το ψωμί 'ς τα μάτια να σας πιάκη!
Κ' έτσι εσηκώθη μοναχή κ' εβήκε 'ς το σκοτάδι.
Μια δούλα δεν την άφηκε κι' από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σα ζύγωσε 'ς τη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι' αρχίνησε να λέη.
"Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μεσημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλητη και ξεμαλλοπλεμένη;
-Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.
-Θέ μου, κι' αν είμαι καθαρή, κι' αν είμ' εγώ παρθένο,
άστραψε και μπουμπούνιξε, να χαλαστοϋν τα μάγια."
Άστραψε και μπουμπούνιξε, χαλάστηκαν τα μάγια.
Ο Κωοταντής ολονυχτίς καρτέρειγε 'ς το σπίτι,
κι' αυτού 'ς τα ξημερώματα το μαϋρο του σελλώνει.
"Ανάθεμα σε, μάγισσα, που μάγια δε γνωρίζεις!
-Σαν είν' η κόρη καθαρή, τα μάγια τί σου φταίνε;
Σύρε ξουρίσου φράγκικα, και ντύσου 'ς τα γυναίκεια,
γυναίκεια και χαιρέτησε κατά την ώρα που είναι,
και πες: Είμ' η ξαδέρφη σου από τον "Άη Δονάτο,
όπου πλουμί δεν ήξερα, κ' ήρθα πλουμί να μάθω."

Ξουρίστηκε 'ς τα φράγκικα και ντύθηκε γυναίκεια,
κ' εχτύπησε 'ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας.
"Ποιος χτύπησε 'ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
-Εγώ είμαι η ξαδέρφη σου από τον Άη Δονάτο,
οπού πλουμί δεν ήξερα κ' ήρθα πλουμί να μάθω.
-Καλώς ήρθ' η ξαδέρφη μου, μα γώ δε σε γνωρίζω,
και πούθεν είν' ο τόπος σου και πούθεν η γενιά μας;
-Αλάργα είν' ο τόπος μου κι' από κοντά η γενιά μας,
κ' εμείς εξεμακρύναμε κ' εχάθηκε η γενιά μας,
κ' εδώ με στέλνει η μάννα μου πλουμίδια να με μάθης.
-Μετά χαράς, ξαδέρφη μου, πλουμίδια να σε μάθω,
πλουμίδια και κεντίσματα κι' απ' ό,τι θέλει ο νους μου.
-Μετά χαράς, ξαδέλφη μου, πλουμίδια να σε μάθω,
πλουμίδια και κεντίσματα κι' ό,τι θέλει ο νους σου."

Σάν άρχισε και νύχτωνε, πήρε να σκοτεινιάση,
ο Κωσταντής σηκώθηκε τάχα πως θε να φύγη.
"Ενύχτωσε κ' έβράδιασε, πήρε να σκοτεινιάση,
πάν τα θηριά 'ς τοις κοίταις τους, ταηδόνια 'ς τοις φωλιαίς τους,
κ' εγώ το ξένο κ' έρημο απόψε που να μείνω;
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις σκλάβαις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις σκλάβαις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις δούλαις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις δούλαις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις ντάνταις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις ντάνταις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις βάγιαις!
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις βάγιαις!
-Μην πλήσσης αξαδέρφη μου, και μένομε τα δυο μας.
Ανάψτε, βάγιαις, τα κηριά, μουνούχοι, τοις λαμπάδες,
και στρώσετε την κλίνη μου τη λινομέταξή μου.
Βάλετε στρώμα ναργυρό, στρώμα μαλαματένιο,
βάλετε τα παπλώματα, τα υφάναν Ανεράδες
και τα υφαδιοπλουμίσασι του Δράκοντα οι κύραις,
και στρώστε πάτους βασιλκό, και πάτους μαντζουράνα,
και πάτους δεντρολίβανο να κοιμηθούμε αντάμα."
Ολονυχτίς κοιμούντανε σαν δυο γλυκά αδερφάκια,
και προς τα ξημερώματα σαν τάγρια πουλάκια.

Σαν έφεξε, ξημέρωσε, σαν ήρθε η άλλη η νύχτα,
"Μάννα, άνοιξε τοις πόρταις σου και δέσε τα θηριά σου,
γιατί θε νά ρθη η νύφη σου, θε νά ρθη η μαυρομάτα.
Ολίγος ύπνος μ' έπιασε και πάω για να πλαγιάσω,
κι' όντας θε νά ρθη η νύφη σου, να ρθής να με ξυπνήσης.
-Σύρε, παιδί μου, πλάγιασε κ' εγώ θα καρτερέσω,
κι' όντας θε να ρθη η νύφη μου θα ρθώ να σε ξυπνήσω."
Κ' εκείνη η σκύλα η άνομη δεν έκαμε όπως είπε,
μόν' έκλεισε την πόρτα της κ' έλυσε τα θεριά της,
κ' έβαλε ομπρός 'ς τη ρούγα της γούρνα φαρμακωμένη.

Επλάγιασε η Λιογέννητη 'ς τη αργυρή της κλίνη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
"Μώρ' βάγιαις μου, μώρ' ντάνταις μου, μώρ' σκλάβαις του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκιναις λαμπάδες,
τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πάω να προσκυνήσω.
-Κυρά, ταρνίθια δε λαλούν, καμπάναις δε σημαίνουν,
κ' η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
-Μπα τους πατρός μου το ψωμί 'ς τα μάτια να σας πιάκη!"
Κ' έτσι εσηκώθη μοναχή κ' εβήκε 'ς το σκοτάδι.
Μια δούλα δε την άφηκε κι' από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σα ζύγωσε 'ς τη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι' αρχίνησε να λέη.
"Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μερημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη;
-Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι' άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατή 'ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.
-Θε μου κι' αν είμαι καθαρή, κι' αν είμ' εγώ παρθένο,
άστραψε και μπουμπούνιξε να χαλαστοϋν τα μάγια."
Δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια.
Κι' αρχίνησε κ' εχτύπαγε του Κωσταντή την πόρτα.
"Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ' εβούρλισαν τα μάγια σου, κ' ήρθα κατά τ' εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιε νερό της γούρνας μου, κ' ύστερα να σ' ανοίξω.
-Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ' έβούρλισαν τα μάγια σου, κ' ήρθα κατά τ' εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιε νερό της γούρνας μου, κ' ύστερα να σ' ανοίξω."
-Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ' εβούρλισαν τα μάγια σου, κ' ήρθα κατά τ' εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιέ νερό της γούρνας μου, κ' υστέρα να σ' ανοίξω.
Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
κ' έπιε της γούρνας το νερό κ' έσκασε σαν το ψάρι.

Κι' αυτού 'ς τα ξημερώματα ο Κωσταντής ξυπνάει.
"Μάννα, δεν ήρθε η νύφη σου, δεν ήρθε η μαυρομάτα;
-Γιε μου, δεν ήρθε η νύφη μου, δεν ήρθε η μαυρομάτα."
Σαν εκατέβη ο Κωσταντής, σαν άνοιξε την πόρτα,
σαν είδε τη Λιογέννητη 'ς το δρόμο ξαπλωμένη,
ψιλή φωνίτσα νέβγαλε, ψιλή φωνίτσα βγάζει.
Σαν ήθελες, μαννούλα μου, νά χης και γιο και νύφη,
όντας σου πρωτοχτύπησε ας είχες της ανοίξη."
Χρυσό μαχαίρι νέβγαλε απ' αργυρό φηκάρι,
'ς τον ουρανό το πέταξε, μέσ' 'ς την καρδιά του πάει.








Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΙΤΗ

[Το έπος του Διγενή Ακρίτου, δια μακρών αφηγούμενον το επεισόδιον της αρπαγής υπό τούτου της θυγατρός του στρατηγού Δούκα Ευδοκίας, ουδαμώς μνημονεύει άλλην αρπαγήν ταύτης, γενομένης συζύγου του ήρωος, υπό εχθρών αυτού Απελατών ή Σαρακηνών. Αλλά φαίνεται ότι το επεισόδιον τούτο της αρπαγής της γυναικός του Ακρίτου ανήκει εις τα παλαιότατα στοιχεία της ακριτικής ποιήσεως, διότι είναι το θέμα δημοτικού άσματος, το οποίον εις παμπληθείς παραλλαγάς είναι διαδεδομένον ανά πάσας τας ελληνικάς χώρας. Είς τινας των παραλλαγών τούτων παρατηρείται συμφυρμός προς το άσμα περί της αρπαγής της Ευδοκίας υπό του Διγενή και της διώξεως τούτου υπό πατρός της κόρης. Αι πλείσται δε τοσαύτας παρουσιάζουν μεταβολάς, απομακρυνόμεναι της αρχικής διατυπώσεως, ώστε αν εκάστη αυτών εξητάζετο καθ' εαυτήν άνευ παρεξετάσεως προς τας άλλας παραλλαγάς, δυσχερέστατη θα ήτο η αναγνώρισις της συνάφειας προς τακριτκά άσματα.
Το θέμα της επανόδου του ήρωος ανδρός μετά μακράν απουσίαν και της παρακωλύσεως του νέου γάμου, ον εξεβιάζετο να συνάψη η σύζυγος του, δια της αρπαγής αυτής ή της αποπομπής ή του φόνου του μνηστήρος είναι κοινότατον εις άσματα, μύθους και παραδόσεις πολλών λαών της Ανατολής και της Δύσεως, επαναλαμβανομένου του ομηρικού μύθου περί Οδυσσέως και των μνηστήρων της Πηνελόπης κατά ποικιλωτάτους τρόπους. Προς το θέμα δε τούτο προσηρμόσθη και το επεισόδιον της αρπαγής της γυναικός του Ακρίτου υπό εχθρών αυτού και της λυτρώσεως ταύτης υπό του ήρωος, προσλαβόν πάμπολλα στοιχεία εκ των διαφόρων διασκευών του μύθου.
Των πολυαρίθμων παραλλαγών του άσματος διακρίνονται δύο κύριοι τύποι. Κατά τον ένα την γυναίκα του Ακρίτου απάγουν εχθροί αυτού, ους, μαθών κατά θαυμάσιον τρόπον την αρπαγήν, διώκει και κατανικά ο ήρως, επιβαίνων ίππου κατά το φαινόμενον μεν ευτελούς, αληθώς δ' ωκυποδεστάτου. Οι απαγωγείς κατά τινας παραλλαγάς είναι Σαρακηνοί (ή Τούρκοι), κατ' άλλας ο αντίπαλος ήρως του Διγενή ή του πάππου του Ανδρόνικου Συρόπουλος. Κατά τον έτερον τύπον ο επί μακρόν αποδημών ήρως μανθάνει εκ διαφόρων θαυμασίων σημείων ότι άλλος πρόκειται να νυμφευθή την σύζυγόν του άκουσαν και καταφθάς τη βοηθεία θαυμασίου ίππου ματαιώνει τον γάμον. Αι διαφοραί του τύπου τούτου είναι πολλαί: Ο σύζυγος λείπει εις τον πόλεμον, η εις μακρινόν ταξίδιον, ή είναι φυλακισμένος, η είναι σκλάβος εις τα καράβια. Και ματαιώνει τον γάμον ή επιφαινόμενος προ της τελέσεως αυτού και αποπέμπων τον μνηστήρα, ή αρπάζων την σύζυγόν του, ή φονεύων τον μνηστήρα, ή αναγνωριζόμενος υπό της γυναικός εκ του δακτυλίου του, το οποίον ρίπτει εις το προσφερόμενον αυτώ ποτήριον οίνου.
Πολλαχού το άσμα τούτο είναι γαμήλιον. Εν Κύπρω τραγουδείται την πρωΐαν της δευτέρας ημέρας του γάμου έξωθεν του νυμφικού θαλάμου (έπιθαλάμιον).]

Ως έτρωγα κι' ως έπινα σε μαρμαρένια τάβλα,
ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη,
κ' εμένα ο νους μου τό βαλε, παντρεύουν την καλή μου,
με κάποιον άλλον τη βλογούν κ' εκείνη δεν τον θέλει,
παντρευαρραβωνιάζουν την κ' εμένα μ' αστοχούνε.
Περνώ και πάω 'ς τους μαύρους μου, τους εβδομηνταπέντε.
"Μαύροι μου ακριβοτάγιστοι και μοσκαναθρεμμένοι,
ποιος ειν' αψύς και γλήγορος, να τον καβαλλικέψω,
ν' αστράψη 'ς την ανατολή και να βρεθή 'ς τη δύση;"

Οι μαύροι μου όσοι τάκουσαν ούλοι βουβοί απομείναν,
κι' όσαις φοράδες τάκουσαν έρρηξαν τα πουλάρια,
κ' ένας γρίβας παλιόγριβας, σαρανταπληγιασμένος,
κείνος απολογήθηκε, γυρίζει και μου λέει.
"Εγώ είμαι αψύς και γλήγορος να πάγω όθε κι' αν είναι.
Οπού είναι γάμος και χαρά πάνε τα νια μουλάρια,
οπού είναι πόλεμος φρικτός παίρνουν εμέ το γέρο.
Εγώ είμαι γέρος κι' άχαρος, ταξίδια δε μου πρέπουν,
μα για χατίρι της κυράς να μακροταξιδέψω,
οπού μ' ακριβοτάγιζε 'ς το γύρο της ποδιάς της,
κι' οπού μ' ακριβοπότιζε 'ς τη χούφτα του χεριού της.
Μόν' δέσε το κεφάλι σου με δυο με τρία μαντήλια,
και σφίξε τη μεσούλα σου με δυο με τρία ζουνάρια,
να μη σε φάη η βουή και ντραλιστής και πέσης.
Και μη σε πάρη κουρτεσιά και βάλης φτερνιστήρι,
και θυμηθώ τη νιότη μου και κάμω σαν πουλάρι,
και σπείρω τα μυαλούδια σου 'ς εννιά μοδιώ χωράφι."

Στρώνει γοργά το μαύρο του, γοργά καβαλλικεύει.
Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλλια,
και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε.
'Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει.
"Θέ μου να βρω τον κύρη μου 'ς ταμπέλι να κλαδεύη."
Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη,
κι' απάντησε τον κύρη του, που κλάδευε 'ς ταμπέλι.
"Καλώς τα κάνεις, γέροντα, το τίνος είν' ταμπέλι;
-Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου.
Σήμερα της καλίτσας του της δίνουν άλλον άντρα,
εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.
-Παρακαλώ σε, γέροντα, αλήθεια να με δώσης,
τάχα θα φτάσω 'ς τη χαρά, θα φτάσω και 'ς το γάμο;
-Αν έχης μαύρο γλήγορο 'ς σπίτι τους προφτάνεις,
κι' αν είν' οκνός ο μαύρος σου 'ς την εκκλησιά τους βρίσκεις."
Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια,
και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε.
'Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει.
"Θε μου να βρω τη μάννα μου 'ς τον κήπο να ποτίζη!"
Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη,
κ'ευρήκε τη μαννούλα του που πότιζε τον κήπο.
"Ώρα καλή, γερόντισσα, το τίνος ειν' ό κήπος;
-Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου
που σήμερα η γυναίκα του θα πάρη νάλλον άντρα,
εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.
-Πες μου να ζης, γερόντισσα, φτάνω κ' εγώ 'ς το γάμο;
-Αν εχης μαύρο γλήγορο, 'ς το σπίτι τους προφτάνεις,
κι' αν ειν' οκνός ο μαύρος σου, 'ς την εκκλησιά τους βρίσκεις."

Δίνει του μαύρου του βιτσιά 'ς τη χώρα κατεβαίνει.
Εκεί σιμά, εκεί κοντά 'ς το σπίτι του να φτάση,
ο μαύρος του χλιμίντρισε κ' η κόρη αναστενάζει.
"Τι έχεις, κόρη μ', και θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις,
τα ρούχα σου δεν είν' καλά, ή τα φλωριά σου λίγα;
-Φωτιά να κάψ' τα ρούχα σου και λάβρα τα φλωριά σου,
τι ο μαύρος που χλιμίντρισε σαν του καλού μου μοιάζει.
-Αν ειν' ο πρώτος άντρας σου να βγω να τον σκοτώσω.
-Δεν ειν' ο πρώτος άντρας μου να βγής να τον σκότωσης,
μόν' είν' ο πρώτος μου αδερφός, μου φέρνει τα προικιά μου.
-Αν είν' ο πρώτος σου αδερφός, έβγα να τον κέρασης."
Χρυσό ποτήρι νάρπαξε να βγή να τον κεράση.
"Δεξιά μου στέκα, λυγερή, ζερβά μου πέρνα, κόρη."
Το μαύρο του χαμήλωσε κ' η κόρη απάνω ευρέθη.
Βγάλλει και το χρυσό σπαθί και ταργυρό μαχαίρι,
δίνει του μαύρου του βιτσιά κ' επήρε χίλια μίλλια,
μηδέ το μαύρον είδανε, μήτε τον κορνιαχτό του.
Οπού είχε μαύρο γλήγορο νείδε τον κορνιαχτό του,
κι' οπού είχε μαύρο κ' είν' οκνός, μηδέ τον κορνιαχτό του.




Χήρας υγιός λατρεύει τριά καλά άλογα,
το Γρίβα και το Μαύρη και τον Πέπανο,
το Γρίβα για καβάλλα και για λεβεντιά,
τον Πέπανο για μάτια και ξανθά μαλλιά,
το Μαύρη για σεφέρι και για πόλεμο.

Μα πήγε 'ς το σεφέρι κ' ήρθεν αδειανό,
και ο Γρίβας το μαλώνει και ο Πέπανος.
"Βρε πού είναι, μωρέ Μαύρη, πού είναι ο αφέντης μας,
πού πήγες 'ς το σεφέρι κ' ήρθες αδειανός;
-Αφήστε να σας είπω τα τραγούδια μου
και το μεγάλο πόνο της καρδούλας μου.
Ωσάν επολεμούμε 'ς το ρημόκαστρο,
έκαμα να περάσω πο τον πόταμο,
κοπήκανε οι σέλλαις και οι σκαλωσιαίς,
και πήρε τον αφέντη κ' ήρθα ναδειανό."









ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ ΤΟΥ ΤΣΑΜΑΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΟΥ

[Εις τα επικάς διηγήσεις πολλών εθνών δεν είναι σπάνιον το θέμα της μονομαχίας πατρός και υιού, αγνοούντων αλλήλους, της οποίας η έκβασις συνήθως είναι ο θάνατος του πατρός. Τα γνωστότατα παραδείγματα είναι το της Τηλεγονίας του Ευγάμμωνος, όπου κατά παλαιούς ελληνικούς μύθους εξετίθετο ο θάνατος του Οδυσσέως εν μάχη προς τον υιόν του Τηλέγονον, και το του Σάχ ναμέ του Πέρσου ποιητού Φιρδουση περί της μονομαχίας του Τουστέμ και του Σοχράβ.
Εις ακριτικά άσματα αναφέρεται συμπλοκή του αιχμαλώτου υιού του Ανδρόνικου προς τον πατέρα και τον αδελφόν του. Εις δε τον κύκλον των ακριτικών ασμάτων περί του θανάτου του Διγενή τα της πάλης τούτου προς τον Χάρον εκτίθενται καθ' όμοιον περίπου τρόπον ως εις το προκείμενον τραγούδι τα περί της πάλης του γιου της χήρας προς τον Τσαμαδόν. Μία μάλιστα κρητική παραλλαγή περί του θανάτου του Διγενή σχεδόν ουδαμώς διαφέρει των παραλλαγών του άσματος του Τσαμαδού.
Η δηλητηρίασις του αντρειωμένου υιού υπό της χήρας μητρός του, ερωμένης του Τσαμαδού, επέρχεται αδικαιολόγητος και απροσδόκητος, άνευ προπαρασκευής τινος. Είς τινας δ' όμως παραλλαγάς το φάρμακον προσφέρει η μήτηρ εις τον Τσαμαδόν. Εις παραλλαγήν δε των περί του θανάτου του Διγενή ασμάτων συμπαρίσταται και ή μήτηρ του κατά την πάλην αυτού προς τον Χάρον, κρατούσα τριών λογιών κρασί και τριών λογιών φαρμάκι, όπως αν μεν νικήση ο υιός της τω προσφέρη το κρασί, αν δε νικηθή πίη αυτή το φαρμάκι.
Ή εικών του εκ των ορέων κατερχομένου Τσαμαδού, του φέροντος εις τους ώμους δένδρον εκριζωμένον με θηρία κρεμάμενα εις τους κλάδους του, υπενθυμίζει τας παραστάσεις των Κενταύρων εν αρχαϊκαίς αγγειογραφίαις.]

Μέσ' 'ς τ' άη Γιωργιού τους πλάτανους γένονταν πανηγύρι,
το πανηγύρι ήταν πολύ, κι' ο τόπος ήταν λίγος,
δώδεκα δίπλαις ο χορός, κ' έξηνταδυό τραπέζια,
και χίλια ψένονται σφαχτά 'ς όλο το πανηγύρι.
Κ' οι γέροντες παρακαλούν, τάζουν 'ς τον άη Γιώργη,
ο Τσαμαδός να μην ερθή, χαλάει το πανηγύρι.

Ακόμα ο λόγος έστεκε κι' ο Τσαμαδός εφάνη,
που ροβολάει οχ το βουνό κατά το πανηγύρι.
Πατεί και σειέται το βουνό, κράζει κι' αχάν οι λόγγοι,
κ' εκράταγε 'ς τον ώμο του δέντρο ξεριζωμένο,
και απάνου 'ς τα κλωνάρια του θεριά είχε κρεμασμένα.
Ώρα καλή σας, γέροντες. -Καλό 'ς το παλληκάρι.
-Ποιος έχει αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια,
για να βγη να παλέψουμε 'ς το μαρμαρένιο αλώνι;"
Κανείς δεν αποκρίθηκε απ' τους πανηγυριώταις,
της χήρας γιος εφώναξε, της χήρας ο αντρειωμένος.
"Εγώ χω αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια,
για νά βγω να παλέψουμε 'ς το μαρμαρένιο αλώνι."

Βγαίνουν κ' οι δυο με τα σπαθιά και πάνε να παλέψουν.
Εκεί που επάτειε ο Τσαμαδός εβούλιαζε τ' αλώνι,
κ' εκεί που επάτειε το παίδι εβούλιαζε κ' έβύθα.
Εκεί που βάρειε ό Τσαμαδός το γαίμα πάει ποτάμι,
κ' εκεί που χτύπαε το παιδί τα κόκκαλα τσακίζει.
"Κοντοκαρτέρει, βρε παιδί, κάτι να σε ρωτήσω.
Ποια σκύλα μάννα σ' έκαμε, κι' ο κύρης σου ποιος ήταν;
-Η μάννα μου όταν χήρεψε δεν μ' είχε γεννημένον,
κι ώμοιασα του πατέρα μου και θα τον απεράσω."
Από το χέρι τον αρπά 'ς της μάννας του να πάνε.
Από μακριά τους εθωρεί κ' ετοίμασε τραπέζι.
Κ' εκεί που τρώγαν κ' έπιναν η χήρα τους κερνούσε,
κρασί κερνάει τον Τσαμαδό, φαρμάκι το παιδί της.
"Μαννούλα, μ' εφαρμάκωσες, απ' το θεό να το βρης!"









Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ

[Κατά το Ακριτικό έπος, ο Διγενής Ακρίτης καθυποτάξας πάσας τας άκρας και κατασχών πλείστας πόλεις και χώρας ανταρτών, έκτισε παρά τον ποταμόν Ευφράτην θαυμαστόν το κάλλος παλάτιον, όπου διέμενεν. Νοσήσας δε δεινοτάτην νόσον και αισθανόμενος επικείμενον τον θάνατον, εκάλεσε πλησίον του την σύζυγόν του, ότε δ' εψυχορράγει, απέθανε και αυτή εκ της λύπης της. Εις δε τα δημοτικά άσματα ο Διγενής αποθνήσκει, ηττηθείς εν πάλη προς τον Χάρον αλλ' αι διάφοροι παραλλαγαί του γενικωτάτου σχήματος τούτου εκφαίνουσι ποικίλους τύπους του θανάτου του ήρωος, των οποίων ίχνη τινά διακρίνονται και εις τας διασκευάς του έπους. Κατά τάς πληρεστέρας παραλλαγάς, καταπαλαισθείς υπό του Χάρου ο Διγενής κατάκειται εις την κλίνην, αναμένων τον θάνατον, Περιστοιχίζουν δ' αυτόν τα παλληκάρια του, εις τα οποία αφηγείται ανδραγαθίας αυτού. Είτα προσκαλεί την σύζυγόν του, και όπως μη μετά τον θάνατον του περιέλθη εις άλλον, την αποπνίγει εις τα αγκάλας του. Κατ' άλλας παραλλαγάς ο Χάρος ελλοχεύει πανταχού τον Διγενή ή ο Διγενής κτίζει κάστρον δια να μη τον εύρη ο Χάρος, αλλ' ουδέ ούτω τον αποφεύγει, ή ακούσας παρά φίλων του ότι επεφάνη άγνωστος ήρως (είναι δ' ούτος ο Χάρος) αν και επιθάνατος προκαλεί αυτόν εις αγώνα και ηττάται. Εις την δημοσιευομένην κατωτέρω κρητικήν παραλλαγήν του άσματος περί του θανάτου του Διγενή είναι καταφανέστατη η επίδρασις των κρητικών παραδόσεων. Ο γενναίος Ακρίτης προσέλαβεν εν Κρήτη τας διαστάσεις Τιτάνος, σχεδόν ουδέν διατηρούντος πλέον το ανθρώπινον. Και εις το άσμα τούτο, ως εις τας παραδόσεις, ο Διγενής διασκελίζει όρη, δισκεύει με ογκώδεις λίθους, ανασπά βράχους, νικά εις τον δρόμον ελάφους και αιγάγρους. Ο Χάρος δεν τολμά να παλαίση μετ' αυτοϋ, αλλά τον πληγώνει εξ ενέδρας.]

Α'

Ό Διγενής ψυχομαχεί κ' η γη τόνε τρομάσσει.
Βροντά κι' αστράφτει ο ουρανός και σειέτ' ο απάνω κόσμος,
κι' ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κ' η πλάκα τον ανατριχιά πως θα τόνε σκεπάση,
πως θα σκεπάση τον αϊτό τση γης τον αντρειωμένο.
Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει,
τα όρη εδιασκέλιζε, βουνού κορφαίς επήδα,
χαράκι' αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε.
'Σ το βίτσιμά πιανε πουλιά, 'ς το πέταμα γεράκια,
'ς το γλάκιο και 'ς το πήδημα τα λάφια και ταγρίμια.

Ζηλεύγει ο Χάρος με χωσιά, μακρά τόνε βιγλίζει,
κ' ελάβωσέ του την καρδιά και τη ψυχή του πήρε.



Β'

[Κατά το επόμενον άσμα ο Διγενής αποθνήσκει, νικηθείς εν πάλη προς τον Χάρον. Ο φοβερός αντίπαλος αυτού περιγράφεται κατά το πρότυπον των παραστάσεων του ψυχοπομπού αρχαγγέλου Μιχαήλ εν ταις αγιογραφίαις των εκκλησιών.]

Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνη.
Πιάνει καλεί τους φίλους του κι' όλους τους αντρειωμένους,
νά ρθη ο Μηνάς κι' ο Μαυραϊλής, νά ρθη κι' ο γιος του Δράκου
νά ρθη κι' ο Τρεμαντάχειλος, που τρέμει η γη κι' ο κόσμος.
Κ' επήγαν και τον ηύρανε 'ς τον κάμπο ξαπλωμένο.
Βογγάει, τρέμουν τα βουνά, βογγάει, τρέμουν οι κάμποι.
"Σαν τι να σ' ηύρε Διγενή, και θέλεις να πεθάνης;
-Φίλοι, καλώς ωρίσατε, φίλοι κι' αγαπημένοι,
συχάσατε, καθήσατε κ' εγώ σας αφηγειέμαι.
Της Αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια,
που κει συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
παρά πενήντα κ' εκατό, και πάλε φόβο νέχουν,
κ' εγώ μονάχος πέρασα πεζός κι' αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρεις οργυαίς κοντάρι.
Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια,
νυχτιαίς χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιαίς χωρίς φεγγάρι.
Και τόσα χρόνια πού ζησα δω 'ς τον απάνου κόσμο
κανένα δε φοβήθηκα από τους αντρειωμένους.
Τώρα είδα έναν ξυπόλυτο και λαμπροφορεμένο,
πόχει του ρίσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια,
με κράζει να παλέψωμε σε μαρμαρένια αλώνια
κι' όποιος νικήση από τους δυο να παίρνη την ψυχή του."

Κ' επήγαν κ' επαλέψανε 'ς τα μαρμαρένια αλώνια,
κι' όθε χτυπάει ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάνει,
κι' όθε χτυπάει ό Χάροντας, το αίμα τράφο κάνει.






Κλέφτικα τραγούδια

"Πλην της αρχαίας απλότητος και λιτότητος
παρατηρούμεν και ακραιφνές νεωτερικόν πάθος
και σθένος ακαταδάμαστον εις τα δημοτικά τραγούδια,
οπού η γλώσσα είναι έμπλεως ορμής
προς απόσεισιν του ξενικού ζυγού και
αδιαλλάκτου μίσους προς τους απίστους μουσουλμάνους.
Τα κλέφτικα τραγούδια νομίζεις πως είναι χείμαρροι αφρισμένοι,
εκρέοντες όχι από ανθρώπινα χείλη, αλλ’ από
τους βράχους της Οίτης και του Ολύμπου".
(Κ. Mendelsohn Bartholdy)







... ΓΕΝΙΚΑ ...



O πλούσιος έχει τα φλωριά, έχει o φτωχός τα γλέντια.
Άλλοι παινάνε τον πασά και άλλοι το βεζίρη,
μα γώ παινάω το σπαθί το τουρκοματωμένο,
το χει καμάρι η λεβεντιά, κι' ο κλέφτης περηφάνεια.



Να μουν το Μάη πιστικός, τον Αύγουστο δραγάτης,
και 'ς την καρδιά του χειμωνιού νά μουνα κρασοπούλος.
Μα πλιό καλά ταν να μουνα αρματωλός και κλέφτης.
Αρματωλός μέσ' 'ς τα βουνά, και κλέφτης, μέσ' 'ς τους κάμπους
νά χα τα βράχια αδέρφια μου, τα δέντρα συγγενάδια,
να με κοιμάν οι πέρδικες, να μ' εξυπνάν τ' αηδόνια,
και 'ς την κορφή της Λιάκουρας να κάνω το σταυρό μου,
να τρώγω τούρκικα κορμιά, σκλάβο να μη με λένε.



[ Αι πολεμικοί γνώσεις, τας οποίας πρέπει να έχη ο κλέφτης και οι κανόνες του βίου, τους οποίους απαραιτήτως οφείλει να τηρή, εκτίθενται ευσυνόπτως εις το προκείμενον άσμα υπό τον τύπον οδηγιών γέροντος κλέφτη προς πρωτόπειρους πολεμιστάς.Ο κλέφτης πρέπει να έχη ασφαλείς τόπους καταυλισμού, να ηξεύρη τας οδούς και τας ατραπούς των ορέων, να γινώσκη πόθεν δύναται να πορίζεται τα εφόδια αυτού, πρωτίστως δε να διάγη βίον σώφρονα και νηφάλιον, αποφεύγων τους πότους και την προς τας γυναίκας κοινωνίαν, διότι η παρέκκλισις από των όρων τούτων του βίου φέρει εις όλεθρον. Παραλλαγαί τινες του άσματος έχουσι διηγηματικόν σχήμα. Οι νέοι παρήκουσαν τας νουθεσίας του γέροντος και διέτρεξαν κίνδυνον μέγαν από του οποίου τους διέσωσεν αυτός, αποδείξας ότι ήτο υπέρτερος αυτών όχι μόνον κατά την γνώμην, αλλά και κατά την ανδρείαν. Ο δε τύπος ούτος του άσματος υποδεικνύει συνάφειαν προς ακριτικά πρότυπα. Εις ακριτικά άσματα ο Ανδρόνικος σώζει τους παραβάντας τας οδηγίας αυτού υιούς του από του Συροπούλου, και εις παραλλαγάς σημερινάς του άσματος του Αρμούρη ο Ανδρόνικος ελευθερώνει τον υπό του βασιλέως των Σαρακηνών φυλακισθέντα Κωσταντήν, ή ο πατέρας του Κωσταντή τρέξας εις την Βαβυλώνα αποφυλακίζει τον λεοντοκτόνον υιόν του.]

Σαράντα παλληκάρια από τη Λεβαδειά,
καλά κ’ αρματωμένα πάνε για κλεψιά,
πάνε για να πατήσουν το Καλό Χωριό,
πάνε και για να κάψουν χώραις και νησιά.
Κάνα δεν έχουν πρώτο και τρανύτερο,
γυρεύουν ένα γέρο για την ορμηνειά,
επήγαν και τον βρήκαν σε βαθειά σπηλιά,
οπόλειωνε τασήμι κ’ εφτειανε κουμπιά.
"Γεια σου, χαρά σου, γέρο. -Καλό ‘ς τα παιδιά,
καλό 'ς τα παλληκάρια, τα κλεφτόπουλα.
-Σήκου να βγούμε, γέρο, κλέφταις 'ς τα βουνά.
-Δεν ημπορώ, παιδιά μου, γιατ’ εγέρασα.
Περάστε από τη στάνη και τα πρόβατα
και πάρτε τον υγιό μου το μικρότερο,
πόχει λαγού ποδάρι, δράκου δύναμη,
ξέρει τα μονοπάτια και τα σύρματα,
ξέρει και τα λημέρια, που λημέριαζα,
ξέρει τοις κρύαις βρύσαις, πόπινα νερό,
ξέρει τα μοναστήρια, πόπαιρνα ψωμί,
και ξέρει και τοις τρύπαις, όπου κρυβόμουν.
Αυτού μπροστά που πάτε, 'ς το Καλό Χωριό,
έχει όμορφα κορίτσια και γλυκά κρασιά,
τήρα μη σας μεθύσουν και σας πιάσουνε,
και 'ς τον κατή σας πάνε, σας κρεμάσουνε".
Του γέρου την ορμήνεια την ξεχάσανε,
επήγαν και μεθύσαν και τους πιάσανε.
Σαν τ' άκουσε κι’ ο γέρος χαμογέλασε,
κουμπούρια ξεκρεμάει κι' αρματώνεται.
'Σ το δρόμο που πηγαίνει βρίσκει τον πασά.
"Ώρα καλή, πασά μου και Τούρκο κριτή,
να βγάλης τα παιδιά μου απ' τη φυλακή".









ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΙΣΑΒΟΥ

[Η μεγαλοπρεπής εικών της έριδος των βουνών είς τινα άσματα σκοπόν έχει να παραστήση την υπεροχήν ενός βουνού τόπου τινός υπέρ άλλα. Εις κρητικά αναγνωρίζεται το μέγεθος του Σφακιανού, εις καρπαθιακά η προτίμησις δίδεται εις το Καλόλιμνον, το υψηλότερον όρος της νήσου, που έχει νερά κρυσταλλωτά και διατηρεί τα χιόνια μέχρι του Ιουνίου, που έχει αγρίμια δια κυνήγι, και βοσκάς δια τα ποίμνια και βότανα ιαματικά. Εις το άσμα δ' όμως του Ολύμπου και της Όσσης με πολλήν πρωτοτυπίαν το πλάσμα της έριδος χρησιμεύει προς ποιητικήν εξύμνησαν της κλεφτουριάς.
Είς τινας παραλλαγάς η δύναμις του άσματος εξησθένισε δια του συμφυρμού προς άλλο άσμα, το του ορνέου, του φέροντος εις του ονυχάς του κεφαλήν αμαρτωλού. Το άσμα του Ολύμπου τον βασανιζόμενον αμαρτωλόν λέγει κλέφτην του Ολύμπου και αρματωλόν της Ηπείρου, και ίσως ένεκα τούτου παρεπλανήθησαν πολλοί, και μεταξύ αυτών επιφανείς κριτικοί (ως ο Fauriel ο Γάλλος ιστοριογράφος Michelet, o Tomaseo και αυτός πιθανώς o δαιμόνιος Gοethe, ο μεταφράσας γερμανιστι την παραλλαγήν ταύτην), ώστε να διαγνώσωσι βαθείας ιδέας, ως εγκρυπτομένας εν τω δευτέρω μέρει του άσματος, και να λάβωσι στρεβλήν αντίληψιν της καθόλου εννοίας αυτού. Από όλα τα κλέφτικα τραγούδια της συλλογής μου, λέγει ο Φωριέλ, προέχει τούτο προπάντων εις αγρίαν ευτολμίαν της επινοήσεως, ραγδαίαν φοράν της φαντασίας και ισχυράν απλότητα της εκφράσεως, τας χαρακτηριστικάς δηλαδή αρετάς πάντων κατά το μάλλον ή ήττον των τοιούτων ασμάτων. Ο αληθής σκοπός του άσματος είναι ο έπαινος αγνώστου τινός Θεσσαλού κλέφτου, θανόντος εν πολέμω. Η δ' έρις των βουνών, του Ολύμπου και της Όσσης, καίπερ καθ' εαυτήν έξοχος, ουδέν άλλο κατ' αλήθειαν είναι ειμή πάρεργον πρόσθεμα, πλαίσιον τρόπον τινά, κατάλληλον, όπως λαμπρότερον και περιφανέστερον εξάρη την εικόνα και το εγκώμιον του πεσόντος πολεμιστού".
Αλλ'έν καρπαθιακή παραλλαγή η κεφαλή, την οποίαν εν κορυφή του όρους σπαράσσει δια των ονύχων μέγας γυψ, είναι η του αδίκου προεστού της χώρας, του καταδυναστεύοντος τους πτωχούς, τας χήρας και τα ορφανά και αποκεφαλισθέντος υπό της δικαιοσύνης του βασιλέως. Συνάπτεται δ' επίσης χαλαρώς το δεύτερον τούτο άσμα προς το της έριδος των βουνών, ως και προς το του θανάτου του Διγενή Ακρίτη, του οποίου παραλλαγή τις περιλαμβάνει ομοίως το αυτό επεισόδιον του ορνέου με την κεφαλήν].

Ο Όλυμπος κι' ο Κίσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν,
το ποιο να ρήξη τη βροχή, το ποιο να ρήξη χιόνι.
Ο Κίσαβος ρήχνει βροχή κι' ο Όλυμπος το χιόνι.
Γυρίζει τότ' ο Όλυμπος και λέγει του Κισάβου.
"Μη με μαλώνης, Κίσαβε, μπρε τουρκοπατημένε,
που σε πατάει η Κονιαριά κ' οι Λαρσινοί αγάδες.
Εγώ ειμ' ο γέρος Όλυμπος 'ς τον κόσμο ξακουσμένος,
έχω σαράντα δυο κορφαίς κ' εξήντα δυο βρυσούλαις,
κάθε κορφή και φλάμπουρο κάθε κλαδί και κλέφτης.
Κι' όταν το παίρν' η άνοιξη κι' ανοίγουν τα κλαδάκια,
γεμίζουν τα βουνά κλεφτιά και τα λαγκάδια σκλάβους.
Έχω και το χρυσόν αϊτό, το χρυσοπλουμισμένο,
πάνω 'ς την πέτρα κάθεται και με τον ήλιο λέγει:
-"Ήλιε μ', δεν κρους ταποταχύ, μόν' κρους το μεσημέρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου, τα νυχοπόδαρά μου;".





Το άσμα είναι αλληγορικόν, υπονοούν κλέφτην, όστις και κατά τον χειμώνα δεν εννοεί ν' απόσχη του αγώνος, αλλά παραμένει εις τα βουνά. Όμοιον είναι και το τεμάχιον, το όποιον αποτελεί την κατακλείδα του προηγουμένου άσματος του Ολύμπου και του Κισάβου.]

'Ένας αϊτός περήφανος, ένας αϊτός λεβέντης
από την περηφάνεια του κι’ από τη λεβεντιά του,
δεν πάει τα κατώμερα να καλοξεχειμάση,
μον’μένει απάνω 'ς τα βουνά, ψηλά 'ς τα κορφοβούνια.
Κ’ έρρηξε χιόνια 'ς τα βουνά και κρούσταλλα 'ς τους κάμπους,
εμάργωσαν τα νύχια του κ' επέσαν τα φτερά του.
Κι' αγνάντιο βγήκε κ' έκατσε, 'ς ένα ψηλό λιθάρι,
και με τον ήλιο μάλωνε και με τον ήλιο λέει.
"Ήλιε, για δε βαρείς κ' εδώ 'ς τούτη την αποσκιούρα,
να λειώσουνε τα κρούσταλλα, να λειώσουνε τα χιόνια,
να γίνη μια άνοιξη καλή, να γίνη καλοκαίρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου, να γιάνουν τα φτερά μου,
να ρθούνε τάλλα τα πουλιά και τάλλα μου ταδέρφια".







ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ

[Τις ο Βασίλης του άσματος τούτου δεν είναι εξηκριθωμένον. Μία παραλλαγή λέγει αυτόν υιόν παπαδιάς από την Ράψανην της Θεσσαλίας, άλλη πατρίδα του μνημονεύει το Πιρνάρι της Ποταμιάς παρά την Ελασσώνα, η μεν τον θέλει σύντροφον των Θεσσαλών Μάνταλου και Μπασδέκη, η δε του Μπουκουβάλα. Εις άλλη πάλιν παραλλαγήν αντί Βασίλη ο κλέφτης ονομάζεται δια κοινοτέρου ονόματος Δήμος. Ίσως εκ τούτων ηδύνατό τις να εικάση ότι πρόκειται περί Θεσσαλού κλέφτη των αρχών του παρελθόντος αιώνος. Αλλ' οιοσδήποτε και αν ήτο, το τραγούδι του μας παρέχει φυσικήν και απέριττον διατύπωσιν των συναισθημάτων, τα οποία παρώρμων επί της τουρκοκρατίας τους γενναίους άνδρας να προτιμώσι τον ελεύθερον βίον του κλέφτη εις τα βουνά. Καλλίστη διασκευή του άσματος τούτου είναι το υπό του Παύλου Λάμπρου ποιηθέν "Μάννα σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω", όπερ υπελήφθη ως ακραιφνώς δημώδες, εδημοσιεύθη δε κατά πρώτον μεν εν τη συλλογή δημοτικών ασμάτων του Σπ. Ζαμπελίου και ύστερον πολλάκις].

"Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνης νοικοκύρης,
για ν' αποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια κι' αγελάδες,
χωριά κι' αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
-Μάννα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και να μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι 'ς τους γερόντους.
Φέρε μου ταλαφρό σπαθί και το βαριό τουφέκι,
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά 'ς τα κορφοβούνια,
να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγκους,
να βρω λημέρια των κλεφτών, γιατάκια καπετάνων,
και να σουρίξω κλέφτικα, να σμίξω τους συντρόφους,
που πολεμούν με την Τουρκιά και με τους Αρβανίταις."

Πουρνό φιλεί τη μάννα του, πουρνό ξεπροβοδειέται.
"Γεια σας βουνά με τους γκρεμνούς, λαγκάδια με τοις πάχναις!
-Καλό 'ς το τάξιο το παιδί και τάξιο παλληκάρι."



Μάννα, μ' έκαταράστηκες, βαρειά κατάρα μου είπες.
"Κλέφτης να βγης, παιδάκι μου, κάμπους, βουνά να τρέχης,
ολημερίς 'ς τον πόλεμο, τη νύχτα καραούλι,
και 'ς τα γλυκοχαράματα να πιάνης το ταμπούρι".

Να ήσουνα πετροπέρδικα 'ς τα πλάγια του Πετρίλου,
ν' αγνάντευες πώς πολεμάν οι κλέφτες με τους Τούρκους,
ν' αγνάντευες το γιόκα σου μπροστά απ' τα παλληκάρια.
Ομπρός ξεστρώνει την Τουρκιά με το σπαθί 'ς το χέρι,
κι' απ' τη φωνή του την ψηλή αχολογάει ο τόπος.
"Βαρείτε, παλληκάρια μου, σκοτώνετε τους σκύλους,
ψυχή να μην αφήσουμε οπίσω να γυρίση,
τι έκαμα όρκο φοβερό, Τούρκο να μη σκλαβώσω".




[Πολλά κλέφτικα τραγούδια υπόθεσιν έχουν συνάντησιν και ευωχίαν κλεφτών, ολίγα τούτων αναφέρουν ότι είχον και αιχμάλωτον γυναίκα να τους κερνά να πίνουν, ή ανώνυμον η άλλως εις άλλα ονομαζομένην. Η επομένη παραλλαγή ποικίλλεται δια του επεισοδίου του ατυχούς έρωτος κλέφτου προς την αιχμάλωτον.]

Της νύχτας οι αρματωλοί και της αυγής οι κλέφταις
ολονυχτίς κουρσεύανε και την αυγή κοιμώνται,
κοιμώνται 'ς τα ψηλά βουνά και 'ς τους παχιούς τους ήσκιους.
Είχαν αρνιά και ψένανε, κριάρια σουβλισμένα,
είχαν κ' ένα γλυκό κρασί από το μοναστήρι,
είχαν και σκλάβα νέμορφη και τους κερνάει και πίνουν.

"Κέρνα μας, σκλάβα, κέρνα μας γεμάτα τα ποτήρια,
και κείνονε νοπού αγαπάς για διπλοκέρασέ τον,
και 'ς το δικό μου το γυαλί ρήξε σπειρί φαρμάκι,
για ναν το πίνω βράδυ αυγή, αυγή και μεσημέρι,
να κατακάτση ο σεβντάς, σεβντάς πού ‘χω για σένα".



Καλώς ανταμωθήκαμε νεμείς οι ντερτιλήδες,
να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας.
Πάλε καλαίς αντάμωσαις, πάλε ν’ ανταμωθούμε,
‘ ς τον Άγιο Λια, 'ς τον πλάτανο, ψηλά 'ς το κρυονέρι,
πόχουν οι κλέφταις σύνοδο κ’ οι καπιταναραίοι,
πόχουν αρνιά και ψένουνε, κριάρια σουγλισμένα,
όπ' έχουν και γλυκό κρασί από το μοναστήρι,
κ’ έχουν την Γκόλφω 'ς το πλευρό και τους κερνάει και πίνουν.
Κι’ ο καπετάνιος τους μιλάει, κι’ ο καπετάνιος λέει,
"Για φάτε, πιέτε, βρε παιδιά, χαρήτε, να χαρούμε
τούτον το χρόνο τον καλό, τον άλλο ποιος το ξέρει,
για ζούμε, για πεθαίνουμε, για 'ς άλλον κόσμο πάμε".




[Το επόμενον άσμα συνέδεσεν ο Κολοκοτρώνης προς ανδραγάθημά του, κατά την εποχήν που ήτο κλέφτης ‘ς τα βουνά. Το γεγονός διηγείτο ό ίδιος, και την διήγησιν αυτού κατέγραψεν ο Τερτσέτης, ακούσας παρά γραίας εκ της οικογενείας των Κολοκοτρωναίων. Έχει ως έξης
"Ήταν Λαμπρή ανήμερα, ήταν ογδοήντα σύντροφοι, και ήτον εις το μεγαλύτερο βουνό της Πελοποννήσου. Από ημέραις τους είχαν είδηση δωσμένη, ότι θα πάνε αλυσοδεμένους εκατόν πενήντα ανθρώπους. Εδιαμοίρασα, έλεγεν ο Κολοκοτρώνης, τους μίσους συντρόφους εις το άλλο βουνό, έβαλα τα καραούλια με μεγάλη πρόβλεψη, δια να κάμωμε τη Λαμπρή μας ασφαλισμένοι. Εδιαμοιρασθήκαμε λοιπόν και τους είπα: Έ αδελφοί χριστιανοί, να είμασθε συγκεντρωμένοι, όχι, όχι που μας ονομάζουν οι άρχοντες και το γουναρικό κλέφταις, να ελευθερώσουμε τους ζωντανούς. Αν θέλετε να μ' ακούσετε, να κρεμάσωμε τα χαμαλιά μας εις τα έλατά. Αυτά είναι η εκκλησία μας, η Λαμπρή μας, και να ασπασθούμεν και να ελευθερώσουμε τους αδελφούς μας, που πάνε να τους φυλακίσουν δια παντός εις τα δεσμά. Απάνω που καθήσαμε να φάμε, είπα πάλε: "Αν είμαστε αδελφοί, να χύσωμε το αίμα μας δια τους αδελφούς μας. Πρώτα τους ωρμήνευσα μιλητά, έπειτα το έκαμα και τραγούδι και τους το ετραγούδησα. (Έπεται παραλλαγή του άσματος). Απάνω που εκόψανε ταρνιά τα ψημένα, ο θεός τους επήγε τους Τούρκους και τους έκτύπησαν, ελαβώθηκε ένας πρώτος από τα παλληκάρια, εσκοτώθη ένας πρώτος εξάδελφος του Κολοκοτρώνη και πήραν το κεφάλι του. Έκαμαν πόλεμο. Ήσαν δύο χιλιάδες στρατιώται. Από τους Τούρκους εσκοτώθησαν ογδοήντα επτά. Μας βοήθησε, έλεγεν ο Κολοκοτρώνης, η Παναγία η Θεοτόκος και η καθαριότητά μας, όπου επήγαμε να ελευθερώσωμε τους αδελφούς μας".
Λέγων ο Κολοκοτρώνης ότι έκαμεν αυτός το τραγούδι εννόει βεβαίως ότι προσήρμοσε γνωστόν του άσμα εις την περίστασιν. Διότι παραλλαγαί αυτού αναφέρονται εις άλλους κλέφταις (τον Δημοτσίο, τον Κώστα), και το αρχικόν άσμα πιθανώτατα υπόθεσαν είχε την απόσπασιν από τον Χάρον της λείας του. Τον τύπον τούτον διετήρησαν, καθόσον γνωρίζω, δύο ανέκδοτοι παραλλαγαί (της Κορίνθου και του Ασπροποτάμου), άλλως δε και της Τρίχας το γεφύρι, το όποιον μνημονεύεται εις τάς πλείστας παραλλαγάς, σαφώς δεικνύει την αρχήν του άσματος, αφού το γεφύρι τοϋτο κατά τας δημώδεις δοξασίας είναι εις τον Κάτω Κόσμον.]



Της νύχτας οι αρματωλοί και της αυγής οι κλέφταις
ολονυχτίς κουρσεύανε και ταις αυγαίς κοιμώνται.
Κοιμώνται 'ς τα δασά κλαριά και 'ς τους παχιούς τους ήσκιους.
Είχαν αρνιά και ψήνανε, κριάρια σουβλισμένα,
μα είχαν κ' ένα γλυκό κρασί, που πίν' τα παλληκάρια.
Κ’ ένας τον άλλον έλεγαν, κ' ένας τον άλλον λέει.
"Καλά τρώμε και πίνουμε και λιανοτραγουδάμε,
δεν κάνουμε κ’ ένα καλό, καλό για την ψυχήν μας;
-ο κόσμος φκειάνουν εκκλησιαίς, φκειάνουν και μοναστήρια,
- να πάμε να φυλάξουμε 'ς της Τρίχας το γεφύρι,
που θα πέραση ο βόιβοντας με τους αλυσωμένους
-να κόψουμε τους άλυσους να βγουν οι σκλαβωμένοι,
να βγη της χήρας το παιδί, π' άλλο παίδι δεν έχει,
π' αυτή το χει μονάκριβο 'ς τον κόσμο ξακουσμένο".




Ανάθεμά τα τα βουνά με το ζακόνι πόχουν,
το καλοκαίρι κίτρινα και το χειμώνα μαύρα,
και την πικρή την άνοιξη πολύ ροδαμισμένα.
Κανένας δεν τα χάρηκε μεσ’ 'ς τον απάνω κόσμο,
η κλεφτουριά τα χαίρεται και τα μικρά κλεφτόπλα.
Πηδάνε, παίζουν και γλεντάν και ρήνουν 'ς το σημάδι,
γυρίζουν και 'ς τη σούγλα τους τα παχουλά τα κριάρια,
ποκεί οι Τούρκοι δεν πατάν, φοβούνται τα κλεφτόπλα,




Χορεύουν τα κλεφτόπουλα, γλεντάνε τα καϊμένα,
κ' ένα μικρό κλεφτόπουλο δεν παίζει, δε χορεύει,
μόν' τάρματα συγύραγε και το σπαθί τροχάει.
"Τουφέκι μου περήφανο, σπαθί μου παινεμένο,
πολλαίς φοραίς με γλύτωσες, βόηθα και τούτ' την ώρα,
να σ' ασημώσω μάλαμα να σε σμαλτώσω ασήμι".



[Ο κλέφτης, ο εξαίρων τον βίον αυτού, τον ανυψούντα το φρόνημα και αποκαθιστώντα αυτόν ελεύθερον, πρόσφορον δε προς ανάδειξιν πολεμικών αρετών, δεν αποκρύπτει ότι ο τοιούτος βίος είναι τραχύτατος και ότι πρέπει πολλήν να έχη καρτερίαν και αντοχήν προς τας ταλαιπωρίας ο ασπαζόμενος αυτόν. Την σκιεράν όψιν του βίου των κλεφτών εξεικονίζει το προκείμενον άσμα].

Παιδιά, σαν θέτε λεβεντιά και κλέφταις να γενήτε,
νεμένα να ρωτήσετε να σας ομολογήσω
της κλεφτουριάς τα βάσανα και των κλεφτών τα ντέρτια.
Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφταις!
Ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε,
ολημερίς 'ς τον πόλεμο, τη νύχτα καραούλι.
Δώδεκα χρόνους έκαμα 'ς τους κλέφταις καπετάνιος.
Ζεστό ψωμί δεν έφαγα, δεν πλάγιασα σε στρώμα,
τον ύπνο δεν έχόρτασα, του ύπνου τη γλυκάδα,
το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα,
και το καριοφιλάκι μου σαν κόρη αγκαλιασμένο.



Πού σουν, περιστερούλα μου, τόσον καιρό που λείπεις;
-Πήγα να μάσω λάχανα με τάλλα τα κορίτσια,
και οι κλέφταις μας αγνάντευαν από ψηλά λημέρια.
"Κορίτσια μαυρομάτικα και γαϊτανοφρυδάτα,
για ελάτε 'ς το λημέρι μας δυο λόγια να σας πούμε.
Μην είναι Τούρκοι 'ς το χωριό, μην είναι κι’ Αρβανίταις;
-Εμείς εβγήκαμε ταχιά μέσ' από το χωριό μας,
δεν ξέρουμε, δεν είδαμε κι' αν είναι κι’ αν δεν είναι».
Σαράντα κλέφταις ήτανε τριγύρω ξαπλωμένοι,
κ' ένα μικρό κλεφτόπουλο, ντυμένο 'ς το χρυσάφι,
απίδια μας εφίλεψε και κρύο νερ' απ’ τη βρύση.
"Σύρτε, κορίτσια, 'ς το καλό κι' ανθρώπου μην το πήτε».








ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΜΗ

[Ο κλέφτης Βαρλάμης, τον οποίον με τόσον πλαστικήν εικόνα παρουσιάζει το κατωτέρω άσμα, είναι άγνωστος άλλοθεν].


Τρία πλάτανα, τα τρία αράδα αράδα,
κ' ένας πλάτανος παχύν ήσκιον οπόχει!
'Σ τα κλωνάρια του σπαθιά ναι κρεμασμένα,
και 'ς τη ρίζα του τουφέκια ακουμπισμένα,
κι' αποκάτω του ο Βαρλάμης ξαπλωμένος.




Παιδιά, πήρ' ο χινόπωρος, παιδιά, πήρ' ο χειμώνας,
πέσαν τα φύλλ’ απ' τα κλαριά, ξεσκιώσαν τα λημέρια.
Παιδιά μου να σκορπίσουμε, να γίνουμε μπουλούκια,
πιάστε τους φίλους τους πιστούς και τους πιστούς κουμπάρους,
παιδιά μ', να ξεχειμάσουμε και τούτον το χειμώνα.





Θέλετε δέντρα ανθήσετε, θέλετε μαραθήτε,
'ς τον ήσκιο σας δεν κάθουμαι, μαϊδέ και 'ς το δροσιό σας,
μόν' καρτερώ την άνοιξη, τόμορφο καλοκαίρι,
ν’ ανοίξη ο γαύρος και γη οξυά, να σκιώσουν τα λημέρια,
να βγουν οι βλάχοι 'ς τα βουνά, να βγουν οι βλαχοπούλαις,
να ζώσω το σπαθάκι μου, να πάρω το τουφέκι,
να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,
να βγώ 'ς της Γούρας τα βουνά, 'ς τα κλέφτικα λημέρια,
για να σουρίξω κλέφτικα λημέρι σε λημέρι,
να μάσω τα μπουλούκια μου που τά χω σκορπισμένα,
να πάμε να πατήσουμε ναυτά τα τουρκοχώρια,
να κλάψουν μάνναις για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.





Έχετε γεια ψηλά βουνά και κάμποι με τα ρόδα,
δροσιαίς με τα χαράματα, νύχτες με το φεγγάρι,
και σεις, μωρέ κλεφτόπουλα, που είσαστε παλληκάρια,
δε σας τρομάζει ο πόλεμος πηδάτε σα λιοντάρια.








Ο ΓΕΡΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ


Γέρασα o μαύρος γέρασα, δε μπορώ 'α περπατήσω,
δε μπορώ 'ά σύρω τάρματα, τα γέρημα τσαπράζια,
τοις πέντε αράδες τα κουμπιά, τα φλωροκαπνισμένα.
Τουφέκι μου περήφανο, πιστόλια πέρα πέρα,
και συ σπαθί μου διμισκί με τη χρυσή τη χούφτα,
δεν πρέπεστε για κρέμασμα, κι' ουδέ για το παζάρι,
μόν πρέπεστε για λεβεντιά και για λιανή μεσούλα.








ΤΟΥ ΛΑΒΩΜΕΝΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Φάτε και πιέτε, βρε παιδιά, χαρήτε να χαρούμε,
κ' εγώ δεν έχω τίποτε παρά είμαι λαβωμένος.
Πικρή που είναι η λαβωματιά, φαρμακερό είν' το βόλι!
Για πάρτε με και σύρτε με ψηλά 'ς τον άη Θανάση,
που ναι τα δέντρα τα δασιά με τους παχείς τους ήσκιους.
Κόφτε κλαριά και στρώστε μου, κλαριά να με σκεπάστε,
και 'ς τη δεξιά μου τη μεριά ν' αφήστε παρεθύρι,
να μπαιζοβγαίνη το πουλί, να φέρνη τα χαμπέρια.








ΤΟΥ ΛΑΒΩΜΕΝΟΥ ΚΛΕΦΤΗ


Κλαίνε τα δέντρα, κλαίνε, κλαίνε τα κλαριά,
κλαίνε και τα λημέρια που λημέριαζα,
κλαίνε τα μονοπάτια που περπάταγα,
κλαίνε κ' οι κρυοβρυσούλαις πόπινα νερό,
κλαίνε και τα μετόχια πόπαιρνα ψωμί,
κλαίνε τα μοναστήρια πόπινα κρασί.

Φαρμάκι το μολύβι κ' η λαβωματιά,
τα μάτια μου σβησμένα κι' όλο μ' το κορμί,
'ς την ερημιά μονάχος, δίχως συντροφιά,
θεριά θενά με φάνε και τάγρια πουλιά.



Ταντρειωμένου τάρματα δεν πρέπει να πουλειώνται,
μον' πρέπει τους 'ς την εκκλησιά κ' εκεί να λειτουργειώνται,
πρέπει να κρέμωνται ψηλά 'ς αραχνιασμένο πύργο,
να τρώη η σκουριά το σίδερο κ' ή γη τον αντρειωμένο.



[ο κλέφτης αποβλέπει μεν μετ' αδιαφορίας προς τον θάνατον, αλλ' ουδέν ήττον μετά πόνου αναλογίζεται, οπόσον βαρύ θα είναι το πλήγμα εις τους οικείους του και προπάντων εις την μητέρα του. Το συναίσθημα δε τούτο εκφράζει το επόμενον άσμα, του οποίου παραλλαγαί τινες έχουσι τον τύπον μοιρολογίου εις αποθανόντα εν τη ξενιτεία. Οι σύντροφοι, αίτνες θα κομίσουν το θλιθερόν άγγελμα πρέπει μετά πολλής προφυλάξεως να το ανακοινώσουν, προπαρασκευάζοντες τους οικείους εις το άκουσμα, όπως μη δεινοτέρα φανή εις αυτούς η συμφορά, αν αιφνιδίως την μάθουν],


Παιδιά Μοραϊτόπουλα και σεις 'Ρουμελιωτάκια,
μα το ψωμί που φάγαμε, μα την άδερφοσύνη,
περάστε από τον τόπο μου κι' από τους εδικούς μου.
Και να μην μπήτε 'ς το χωριό με νήλιο με φεγγάρι,
ντουφέκια να μη ρίξετε, τραγούδια να μην πήτε,
και σας ακούση η μάννα μου, κ' η δόλια γη αδελφή μου.
Κι' α ρθούν και σας ρωτήσουνε, πρώτη φορά μην πήτε,
κι' α σας διπλορωτήσουνε και δεύτερη και τρίτη,
μην πήτε πως σκοτώθηκα να μην κακοκαρδίσουν,
μόν' πήτε πως παντρεύτηκα νεδώ 'ς αυτά τα μέρη,
πήρα την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα,
κι' αυτά τα λιανολίθαρα, αδέρφια και ξαδέρφια.








ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ ΤΟ ΚΙΒΟΥΡΙ

[Ως διηγείται το ακριτικόν έπος. ο Διγενής Ακρίτης, αισθανόμενος προσεγγίζοντα τον θάνατον, έκτισεν ο ίδιος παρά τον Ευφράτην πανώραιον τάφον και κιβούριν του θανάτου εκ λευκού μαρμάρου, δια ν' αποτεθή το σώμα του. Και οι συνεχίζοντες τας ακριτικάς παραδόσεις κλέφταις, θνήσκοντες μεν εν τη μάχη παραγγέλλουν εις τους συντρόφους των να πάρουν το κεφάλι τους, δια να μη πέση εις χείρας των εχθρών, εκτός δε της μάχης φροντίζουν περί της κατασκευής τάφου καταλλήλου δια να διατηρούν και νεκροί τάς αναμνήσεις του πολεμικού βίου και μη διακόψουν την άμεσον συνάφειαν προς την ζωήν και την περιβάλλουσαν αυτούς φύσιν, διότι φαντάζονται τον θάνατον ως ουδέν άλλο ή σκιώδη ανάκλαοιν της ζωής. Το άσμα εν τω οποίω διατυπώνονται τοιαΰται ιδέαι φαίνεται παλαιότερον της χρήσεως των πυροβόλων όπλων, ως συνάγεται εξ ενός στίχου διατηρηθέντος είς τινας μόνον παραλλαγάς, όπου κύριον όπλον του πολεμιστοΰ αναφέρεται το κοντάρι. Αλλ' ίσως είναι και των ακριτικών χρόνων προγενέστερον, και τακριτικά άσματα, τα οποία ηκολούθησαν οι διασκευασταί του έπους, καθώς και τα κλέφτικα εμιμήθησαν αρχαιότερον μοιρολόγιον του αυτού θέματος, εκφράζον ως υστάτην θέλησιν του νεκρού την κατασκευήν μαρμάρινου πολυτελούς τάφου, εξ ου να δύναται να επικοινωνή ούτος προς την ζωήν. Εις το πόρισμα τούτο καθοδηγούν αι παραλλαγαί του άσματος, διακρινόμενοι εις τέσσαρας τύπους, Α' Εις το μοιρολόγιον περί του τάφου αγάμου ή ανδρός καταλείποντος χήραν νέαν γυναίκα. Β' Εις όμοιον περί του τάφου κόρης. Γ' Εις το άσμα περί των τελευταίων παραγγελιών του Δήμου Μπουκουβάλα, κλέφτου θανόντος κατά τας αρχάς του παρελθόντος αιώνος. Ούτος δε φαίνεται ότι είναι ο νεώτατος τύπος. Μέρη του άσματος είναι συμπεφυρμένα και μέ τινας παραλλαγάς ετέρου άσματος περί του λαβωμένου κλέφτη].

Ο ήλιος εβασίλευε κι' ο Δήμος παραγγέλνει:
Σύρτε, παιδιά μου, 'ς το νερό, ψωμί να φάτ' απόψε,
και συ Λαμπράκη μ' ανιψιέ, έλα κάτσε κοντά μου,
να σου χαρίσω τ' άρματα, να γένης καπετάνος.

Παιδιά μου μη μ' αφήνετε 'ς τον έρημο τον τόπο,
για πάρτε με και σύρτε με ψηλά 'ς την κρύα βρύση,
που ναι τα δέντρα τα δασιά, τα πυκναραδιασμένα.
Κόψτε κλαδιά και στρώστε μου και βάλτε με να κάτσω,
και φέρτε τον πνευματικό να με ξομολογήση,
για να του πω τα κρίματα, όσά χω καμωμένα
δώδεκα χρόνια άρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης.

Και βγάλτε τα χαντζάρια σας, φκειάστε μ' ωριό κιβούρι
να ναι πλατύ για τάρματα, μακρύ για το κοντάρι.
Και 'ς τη δεξιά μου τη μεριά ν' αφήστε παραθύρι,
να μπαίνη ο ήλιος το πρωί και το δροσιό το βράδυ,
να μπανοβγαίνουν τα πουλιά, της άνοιξης ταηδόνια,
και να περνούν οι γέμορφαις, να με καλημεράνε.





[Ο θνήσκων πολεμιστής του κατωτέρω άσματος δεν είναι γνωστός τις και ονομαστός κλέφτης. Μία παραλλαγή τον ονομάζει Βέβρον άλλη Δήμον, άλλη Γιαννάκην, εις την μίαν χαρακτηρίζεται αορίστως ως ξένος και εις τάς περισσοτέρας λέγεται Τούρκος μπέης. Εις τας τελευταίας το γύρισμα του τραγουδιού ("λεβέντη Κωσταντή" ή "μωρ' Κωσταντή") εγείρει την υπόνοιαν μη πρόκειται περί πρωτοτύπου εξυμνήσεως ανδραγαθίας κλέφτου τινός Κωσταντή διά της περιγραφής των τελευταίων στιγμών μπέη υπ' αυτού τραυματισθέντος. Αλλά και ο τόπος ένθα υπόκειται η σκηνή ποικίλλει εις τας διαφόρους παραλλαγάς. Εις την πεδιάδα του Αξιού (του Βαρδαριού τον κάμπο), την πεδιάδα της Βουλγαριάς, της Λεβαδιάς, του Φονιά καί τινα πεδιάδα της Ηπείρου, αορίστως υποδεικνυομένην. Εκ τούτου φαίνεται ότι το ουσιώδες εις το άσμα δεν είναι το όνομα του πολεμιστού, ούτε ο τόπος, αλλ' η συνομιλία του θνήσκοντος με τον ίππον του, εις το θέμα δε τούτο προσηρμόσθησαν τα ονόματα διαφόρων ανδρών υπαρκτών ή ανυπάρκτων. Κατάδηλον γίνεται τούτο εν ηπειρωτική παραλλαγή, εις την οποίαν η διασκευή είναι ατεχνοτέρα και όπου ο λόγος είναι περί της δολοφονίας χριστιανού τινος Γιαννάκη εις το Μπόμποβον υπό Αλβανών της Παραμυθίας.
Η δε συνομιλία του ιππέως και του ίππου είναι μυθικόν στοιχείον, το οποίον ευρίσκομεν εις τάσματα και τας παραδόσεις πλείστων λαών. Ο ίππος δεν είναι απλώς το ευγενέστατον και νοημονέστατον των κατοικιδίων ζώων, επιβάλλον δια την ρώμην και το παράστημα αυτού, αλλά και ο πιστός σύντροφος του πολεμιστού και πολυτιμότατος βοηθός αυτού, ον εφαντάζετο συμμεριζόμενον τας χαράς, τας θλίψεις και την δόξαν του. Ο ίππος του ήρωος έχει υπερφυσικά χαρίσματα, ομιλεί, προλέγει τον θάνατον ή τους κινδύνους του κυρίου του, παρέχει συνετάς συμβουλάς, μετέχει τρόπον τινά θείας φύσεως. Παλαιότατον και τελειότατον πρότυπον τοιούτων παραστάσεων είναι ο διάλογος του Αχιλλέως και των ίππων αυτού Ξάνθου και Βαλίου εν τη Ιλιάδι. Εν τοις ιστορικοίς χρόνοις διεπλάσθησαν οι μύθοι περί του ίππου του Αλεξάνδρου Βουκεφάλα και περί του βροτόποδος ίππου του Ιουλίου Καίσαρος. Εις το νεώτερον ινδικόν έπος την Ραμαϊάναν τοιούτος θαυμάσιος ίππος είναι ο του ήρωος Ρανάνα, και παρά τω Πέρση ποιητή Φιρδούση ο ίππος του 'Ρουστέμ. Και εις την Έδδαν των Σκανδιναυών μνημονεύονται ίπποι ηρώων ομιλούντες, καθώς και εις σουηδικά και δανικά άσματα, εις μεσαιωνικά γερμανικά και γαλλικά ποιήματα, εις ρωσικά επικά ποιήματα και σερβικά δημοτικά άσματα, και εις ουγκρικά άσματα και παραδόσεις. Εις τα ημέτερα δε ακριτικά άσματα συχνότατα αναφέρονται τοιούτοι ίπποι, και απηχήσεις εκ των ακριτικών ασμάτων ευρίσκονται και εις την άλλην ημών δημώδη ποίησιν. Παράδειγμα τούτου είναι και το προκείμενον άσμα.]


Κάτου ‘ς του Φονιά τον κάμπο
και 'ς της θάλασσας τον άμμο,
‘ς ένα δέντρο φουντωμένο,
μπέης ήταν ξαπλωμένος,
κ' είχε τάτι του δεμένο,
και βαριά σιδερωμένο.
Βρόνταγε τα πέταλα του,
κ' έσκουζε για τον αγά του.
"Σήκω απάνου, αφέντη μπέη,
σε γυρεύουν 'ς το σεφέρι,
τι σκουριάσουν τάρματά σου,
και τασημοχάντζαρά σου.
-Δεν μπορώ, καϊμένε γρίβα,
γιατί μ’ έχουν λαβωμένο,
'ς την καρδιά πιτυχημένο.
Σύρε, σκάψε με τα νύχια,
με ταργυροπέταλά σου,
τραύηξέ με με τα δόντια,
ρήξε με μέσα 'ς το χώμα.
Έπαρε και τάρματά μου,
δώσε τα 'ς τα γονικά μου.
Έπαρε και το μαντήλι,
το χρυσό το δαχτυλίδι,
να τα πάγης της καλής μου,
να με κλαίη όταν τα βλέπη.»






ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ

[Ο κλέφτης, του οποίου αναφέρει τον θάνατον το κατωτέρω τραγούδι, είναι άγνωστος. Πιθανώς είναι ο Κώστας Καφρίτσας, κλέφτης των Αγράφων, ζήσας κατά τας αρχάς του παρελθόντος αιώνος. Αλλά το όνομα του κλέφτου δεν είναι το αυτό εις τας δύο μόνον φερομένας παραλλαγάς- η ετέρα τον ονομάζει Μήτσο.]

Σηκώνομαι μια χαραυγή, μαύρος από τον ύπνο,
παίρνω νερό και νίβομαι, μαντήλι και σφουγγειώμαι,
ακούω τα δέντρα και βογγούν και ταις οξυαίς και τρίζουν,
και τα λημέρια των κλεφτών και βαριαναστενάζουν.
"Έκατσα και τα ρώτησα γλυκά σαν τη μητέρα.
"Τι έχετε οξυαίς που χλίβεστε, λημέρια που βογγάτε;"
Κ' εκείνα μ' αποκρίθηκαν βαριαναστεναγμένα.
"Εχάσαμε την κλεφτουριά και το λεβέντη Κώστα,
οπού χε δώδεκα αδερφούς και τριανταδυό ξαδέρφια,
πού φερνε σκλάβαις παπαδιαίς με τοις παπαδοπούλαις,
πού φέρνε και τοις μπέΐσσαις μ' αυταίς τοις μπεϊοπούλαις."




[Αι παραλλαγαί του επομένου άσματος έχουν διαφορετικόν γύρισμα εκάστη (οίον, Ελένη μου, Ελένη, Ελένη φιλημένη κτλ. - κάτω μπιρπίλι μου η πέρδικα, γεια σου, μωρή Βλάχα μου. - Δέσπω βραχούλα μ' - Δέσπω του Λιακατά κ.τ.τ.). Το τελευταίον αν μη και το προηγούμενον, αναφέρεται εις την θυγατέρα του καπετάνιου της Αρτοτίνας της Δωρίδας Νίκου Λιακατά, αγαπητικήν του αρματωλοΰ της Βουνιχώρας Αλικούρη.]


Παίρνουν ν' ανθίσουν τα κλαριά κ' η πάχνη δεν τ' αφήνει,
θέλω κ' εγώ να σ' αρνηθώ και δε μ' αφήνει ο πόνος.

Σαν παίρνης τον κατήφορο, την άκρη το ποτάμι,
με το πλατύ πουκάμισο, με τάσπρο σου ποδάρι,
χαμήλωσε την μπόλια σου και σκέπασε τα φρύδια,
να μη φανούνε τα φιλιά, να μη σε καταλάβουν,
και σε ζηλέψουν τα πουλιά, της άνοιξης ταηδόνια.

Σύρε να ειπής της μάννας σου, να μη σε καταρειέται,
τι θα την κάμω πεθερά, τι θα την κάμω μάννα.

Άιντε και βάνε τάρματα, κ' έλα 'ς την Κρύα Βρύση,
να περπατάμε 'ς τα βουνά, 'ς της Λιάκουρας τα χιόνια,
να σαι τς αυγούλας η δροσιά και του Μαγιού η πάχνη,
και μέσα 'ς το λημέρι μου να λάμπης σαν την Πούλια.








ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ

[Του Κίτσου το τραγούδι είναι κοινότατον πολλαχού της Ελλάδος και αγαπητόν, αλλά τίποτε σχεδόν δεν ηξεύρομεν περί του κλέφτου αυτού ή περί των χρόνων, καθ' ους έζησεν. Εκ μιας παραλλαγής φαίνεται ότι ήτο κλέφτης του Βάλτου και του Ξηρομέρου της Ακαρνανίας, εξ άλλου δε άσματος μανθάνομεν ότι το τέλος αυτού ήτο διάφορον, ότι δεν εκρεμάσθη υπό των Τούρκων, αλλ' επιστρέφων εκ μάχης, εις την οποίαν εφονεύθησαν ο αδελφός του και πέντε παλληκάρια του, ετραυματίσθη θανασίμως κατά την εις Άγραφα οδόν υπό ενεδρευόντων εχθρών. - Νεώτεραι διασκευαί του άσματος προσηρμόσθησαν εις ληστάς ή φυλακισμένους.]


Του Κίτσου η μάννα κάθουνταν 'ς την άκρη 'ς το ποτάμι,
με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.
"Ποτάμι, για λιγόστεψε, ποτάμι, γύρνα πίσω,
για να περάσω αντίπερα, 'ς τα κλέφτικα λημέρια,
πόχουν οι κλέφταις σύνοδο κι' όλοι οι καπεταναίοι."

Τον Κίτσο τόνε πιάσανε και πάν να τον κρεμάσουν,
χίλιοι τον πάν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω,
κι’ ολοξοπίσω πάγαινε νη δόλια του η μαννούλα.
"Κίτσο μου, που είναι τάρματα, που τα χεις τα τσαπράζια,
τοις πέντε αράδαις τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;
-Μάννα λωλή, μάννα τρελλη, μάννα ξεμυαλισμένη,
μάννα, δεν κλαις τα νιάτα μου, δεν κλαις τη λεβεντιά μου,
μόν' κλαις τάρημα τάρματα, τάρημα τα τσαπράζια;"







ΤΟΥ ΛΙΒΙΝΗ
(1685)

[Κατά το δεύτερον έτος του ενετοτουρκικού πολέμου (1685) επαναστατήσαντες ηνώθησαν μετά των Ενετών αρματωλοί τινες της Στερεάς Ελλάδος, εν οις και ο εκ Καρπενισίου Λίβινης. Ούτος κατενίκησε μεν τους Τούρκους, συγκροτήσας μάχην εν τω άνωθεν του χωρίου Γόλιανης του δήμου Καρπενισίων λόφω, όστις έκτοτε ονομάζεται του Λίβινη, αλλά μικρώ ύστερον καταδιωκόμενος υπό των Τούρκων της Ευρυτανίας και της Φθιώτιδος έπεσεν εν Αραχώβη του δήμου Παρακαμπυλίων της Ευρυτανίας. Το προκείμενον άσμα αναφέρει τας τελευταίας θελήσεις αυτού, διατάσσοντος να παραδοθούν τα όπλα του εις τον ανήλικον υιόν του, ότε ηβήσας θα δύναται να φέρη και να τίμηση αυτά.]


Τρία μεγάλα σύγνεφα 'ς το Καρπενίσι πάνε,
τό να φέρνει αστραπόβροντα, τάλλο χαλαζοβρόχια,
το τρίτο το μαυρύτερο μαντάτα του Λιβίνη.
"Σε σένα, Μήτρο μου γαμπρέ, Σταθούλα ψυχογιέ μου,
αφήνω τη γυναίκα μου, το δόλιο μου το Γιώργη,
που ναι μικρός για φαμελιά κι' άπ' άρματα δεν ξέρει.
Και σα διαβή τα δεκαννιά και γίνη παλληκάρι,
ελάτε να ξεθάψετε τα δόλια τάρματά μου,
που τά χωσα 'ς την εκκλησιά, μέσα 'ς το άγιο βήμα,
να μη τα πάρουν τα σκυλιά κι' ο Τουρκοκωσταντάκης."








ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΗΛΙΟΝΗ
(περί το 1750)

[Ο Χρήστος Μηλιόνης, οπλαρχηγός εκ Δωρίδος, συντροφεύσας με τον οπλαρχηγόν του Βάλτου Μήτρον Τσεκούραν, εισέβαλεν εις την Άρταν και απήγαγεν εκείθεν τον καδήν και δύο αγάδες, παρ' ων εζήτει λύτρα όπως τους ελευθερώση. Σφόδρα ταραχθείς δια το τόλμημα τούτο ο μουσελίμης της Άρτης, ήτοι ο επίτροπος του πασά, ηξίωσε παρά του Έλληνος προεστώτος Μαυρομάτη και του δερβέναγα Μουχτάρ Κλεισούρα να θανατώσωσι τον Μηλιόνην. Ούτοι δε ανέθεσαν το έργον εις τον Αλβανόν Σουλεϊμάνην, όστις βλάμης ων του Μηλιόνη, ηδύνατο να πλησιάση αυτόν, χωρίς να διεγείρη υπόνοιαν. Αλλ' ο Σουλεϊμάνης, ότε μετ' ολίγον χρόνον συνήντησε τον παλαιόν φίλον του εις το χωρίον Αλμυρόν του Βάλτου και συνευωχήθη μετ' αυτού εκεί, έκρινεν άτιμον να τον δολοφονήση προδοτικώς και επροτίμησε να τω αποκαλύψη ειλικρινώς τον σκοπόν της αποστολής του, τον προοεκάλεσε δε να παραδοθή εκουσίως. Ο Μηλιόνης ηρνήθη, συνεπλάκησαν δια των όπλων και κατά μοιραίαν σύμπτωσιν εφονεύθησαν και οι δύο. Ο Μηλιόνης έζη περί τα μέσα του ΙΗ' αιώνος, ως συνάγεται εκ της σωζόμενης εν τω μουσείω της εν Αθήναις Ιστορικής εταιρείας σφραγίδος αυτού, ήτις (φέρει χρονολογίαν 1744]


Τρία πουλάκια κάθονται ‘ς τη ράχη 'ς το λημέρι,
τό να τηράει τον Αρμυρό, τάλλο κατά το Βάλτο,
το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει,
Κύριε μου, τι να γίνηκεν ο Χρήστος ο Μηλιόνης;
Ουδέ 'ς το Βάλτο φάνηκε, ουδέ 'ς την Κρύα βρύση.
Μας είπαν πέρα πέρασε κ’ επήγε προς την Άρτα,
κ' επήρε σκλάβο τον κατή μαζί με δύο αγάδες.
Κι' ο μουσελίμης τ' άκουσε, βαριά του κακοφάνη,
Το Μαυρομάτη νέκραξε και το Μουχτάρ Κλεισούρα.
«Εσείς, αν θέλετε ψωμί, αν θέλετε πρωτάτα,
το Χρήστο να σκοτώσετε, τον καπετάν Μηλιόνη.
Τούτο προστάζει ο βασιλιάς και μόστειλε φερμάνι.»

Παρασκευή ξημέρωσε, ποτέ να μη είχε φέξη!
κί' ο Σουλεϊμάνης στάλθηκε να πάγη να τον εύρη.
'Στον Αρμυρό τον έφτασε κι' ως φίλοι φιληθήκαν.
Ολονυχτίς επίνανε όσο να ξημερώση.
Και όταν έφεξε η αυγή πέρασαν 'ς τα λημέρια.
Κι' ο Σουλεϊμάνης φώναξε του καπετάν Μηλιόνη,
"Χρήστο, σε θέλει ο βασιλιάς, σε θέλουν κ' οι αγάδες.
-Όσο 'ν' ο Χρήστος ζωντανός Τούρκους δεν προσκυνάει."
Με το τουφέκι τρέξανε ο ένας να φάη τον άλλο.
Φωτιάν εδώσαν 'ς τη φωτιά, κ’ έπεσαν εις τον τόπο.








ΤΟΥ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ

[Ο Γιάννης Μπουκουβάλας, ο γενάρχης της ακαρνανικής οικογενείας των Μπουκουβαλαίων, ανεδείχθη περί τα μέσα του ΙΗ' αιώνος ως επιτυχώς αντιταχθείς και προστατεύσας ελληνικάς κοινότητας της Ακαρνανίας και των Αγράφων κατά των ληστρικών επιδρομών της αλβανικής φάρας των Μετσιοχουσάτων (η Μουσουχουσαίων). Η φάρα αύτη, εις ην ανήκε και ο διαβόητος Αλή πασάς, λαβούσα το όνομα από του προπάππου τούτου Μουσταφά ή Μέτσιο Χούσο (υιού του Χούσο), ζήσαντος περί τα τέλη του ΙΖ' και τας αρχάς του ΙΗ' αιώνος, ισχυράς ληστρικάς συμμορίας καταρτίζουσα, δεν περιωρίζετο εις την λήστευσιν και καταδυνάστευσιν των πλησίον του Τεπελενίου χωρίων, αλλ’ επεξέτεινε τας επιδρομάς αυτής και πέραν των ηπειρωτικών συνόρων. Ουχί δ' άπαξ συνεκρούσθη προς την αρματωλικήν οικογένειαν των Μπουκουβαλαίων, ως συνάγεται εκ διαφόρων δημοτικών ασμάτων τούτου δ' ένεκα και ο Αλή πασάς έτρεφε μίσος κατά πάντων των μελών της οικογενείας ταύτης. Περιφανεστέρα πασών των συγκρούσεων τούτων φαίνεται ότι εθεωρείτο η παρά το Κεράσοβον (άγνωστον αν το Κεράσοβον του Μεσολογγίου ή το των Αγράφων), την οποίαν εξυμνεί το επόμενον άσμα. - Ο Γιάννης Μπουκουβάλας μετέσχε και της επαναστάσεως του 1769, καταφυγών μετά την καταστολήν ταύτης εις Ρωσίαν.]


Τι νά ναι ο αχός που γίνεται κ' η ταραχή η μεγάλη,
'ς τη μέση 'ς το Κεράσοβο και 'ς τη μεγάλη χώρα;
Ο Μπουκουβάλας πολεμάει με τους Μουσουχουσαίους.
Πέφτουν τα βόλια σα βροχή, και τα βουνά βογγάνε.
Κ' ένα πουλάκι φώναξε ναπό ψηλό κλαράκι.
"Πάψε, Γιάννη μ', τον πόλεμο, πάψε και το τουφέκι,
να κατακάτση ο κουρνιαχτός, να σηκωθή η αντάρα,
να μετρηθή κ' η κλεφτουριά, να μετρηθή τασκέρι."
Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φοραίς και λείπουν πεντακόσιοι,
μετριούνται τα κλεφτόπουλα και λείπουν τρεις λεβένταις.







ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΑΡΑ

[Ο Κώστας Ζαχαρίας, ο επιλεγόμενος Κωσταντάρας, ήτο γυναικάδελφος του αρματωλού Βρικόλακα, διεδέχθη δ' αυτόν εις το αρματωλίκι των Σαλόνων, της Δωρίδος και του Μαλανδρίνου κατά το 1740. Απέθανε φυσικόν θάνατον κατά το 1755.]


Εγέρασα, μωρέ παιδιά, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος,
τριάντα χρόνια αρματωλός, πενήντα χρόνια κλέφτης.
Θέλω ν’ αφήοω την κλεψιά, καλόγερος να γένω,
καλόγερος και γούυενος και ρασοτυλιμένος.
Δέκα χωριά νεχάλασα, τα ξαναφκειάνω πάλε,
δυο μοναστήρια χάλασα τα ξαναχτίζω πίσω.
Και σας χαρίζω τάρματα μαζί με την ευχή μου.
Να ρήνω και 'ς το θυμιατό μπαρούτι αντίς λιβάνι,
να μου θυμάη τον πόλευο, τα περασμένα νιάτα,
σεις να χαλάτε την Τουρκιά, κ' εγώ να σας σχωράω.







ΤΟΥ ΒΛΑΧΟΘΑΝΑΣΗ

[Ο Μήτρος Βλαχοθανάσης, εκ Βουνιχώρας της Φωκίδος, ήτο ονομαστός αρματωλός κατά τα μέσα του ΙΗ' αιώνος. Ο διάσημος Ανδρίτσος, ο πατήρ του Οδυσσέως, ήτο κατά την νεότητά του πρωτοπαλλήκαρον αυτού. Κατά το 1771, οτε ο Βλαχοθανάσης υπέργηρως ων είχεν αποφασίση να μεταβάλη βίον "για να πεθάνη ήσυχος 'ς τα χώματα του", ο Ανδρίτσος μελετών επίθεσιν κατά του Μουχτάρ πασά της Ναυπάκτου, και γινώσκων οπόσον πολύτιμος σύντροφος θα ήτο ο γέρων ψυχοπατέρας του, τον έπεισε να μετάσχη του αγώνος. Προ της Ναυπάκτου συνεπλάκησαν οι κλέφταις προς τον Μουχτάρ, ισχυροτάτας έχοντα δυνάμεις. Η μάχη διήρκει επί πολλάς ώρας, ότε ο γηραιός Βλαχοθανάσης ώρμησε με το ξίφος προς το κέντρον των εχθρών. Καίτοι δ' επληγώθη εις την χείρα και τον λαιμόν, επροχώρει, παρακολουθούμενος υπό του Γιάννη Ξυλικιώτη, αλλά τραυματισθέντος καιρίως και τούτου, στραφείς όπως θοηθήση αυτόν, επληγώθη θανασίμως εις την κεφαλήν, και πίπτων παρεκάλει τους συντρόφους του να του πάρουν το κεφάλι. Ώρμησαν ούτοι όπως αποκομίσωσι τους νεκρούς και δεινός συνήφθη αγών, ότε προσδραμάντος εις επικουρίαν των Τούρκων του δερβέναγα της Ναυπάκτου Μητσομπόνου, μετά πολλών ανδρών, ηναγκάσθησαν ν' αποχωρήσωσι, καταλιπόντες τους νεκρούς. Αι κεφαλαί αυτών απεκόπησαν υπό των Τούρκων και περιήχθησαν ύστερον προς επίδειξιν εις την Ναύπακτον και τα πέριξ, παρεδόθησαν δε τελευταίον εις τον μπέην των Σαλώνων.]


Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά 'ς τη Βουνιχώρα,
το να τηράει τη Λιάκουρα, και τάλλο την Κωστάρτσα,
το τρίτο το καλύτερο ρωτάει τους διαβάταις:
"Διαβάταις πού διαβαίνετε, στρατιώταις πού περνάτε,
μην είδετε τς αρματωλούς και το Βλαχοθανάση,
που γέρασεν αρματωλός, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος;
-Εμείς προψές τον είδαμε 'ς τον Έπαχτον απόξω,
δυο μέραις επολέμαγε με Τούρκους τρεις χιλιάδες."
"Ανδρούτσο, τί κλειστήκαμε, σα νά μαστε γυναίκες;"
Το γιαταγάνι τραύηξε κ’ ένα γιουρούσι κάνει.
Του πέφτουν βόλια σα βροχή, κανόνια σα χαλάζι.
Τρεις μπάλαις του ερρήξανε, πικραίς φαρμακωμέναις.
Ή μια τον πήρε 'ς το λαιμό η άλλη μέσ' 'ς το χέρι,
Κ’ η τρίτη η φαρμακερή τον ηύρε 'ς το κεφάλι.
"Κόψτε μου το κεφάλι μου, νά χετε την ευχή μου!"

Κι' ο Ανδρούτσος βγάνει μια φωνή, πικρή, φαρμακωμένη:
"Παιδιά, τραυάτε, τα σπαθιά, κι' αφήτε το ντουφέκι,
να μη μας πάρη η Τουρκιά του Βλάχου το κεφάλι,
που γέρασεν αρματωλός, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος."

Βλάχο, καλά καθόσουνε ψηλά 'ς τη Βουνιχώρα,
θυμήθηκες τα νιάτα σου, κ' επήρ' ο νους σ' αγέρα,
και τώρα το κεφάλι σου το πήρανε οι Τούρκοι.
Το σεργιανάνε 'ς τα χωριά και παίρνουνε μπαξίσι,
‘ς τα Σάλωνα οι μπέηδες χούφταις φλωριά κερνάνε.








ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ ΚΑΙ
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΡΟΥ ΒΕΝΕΤΣΑΝΑΚΗ
(1780)

[Ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ο πατήρ του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, συμπράξας μετά των υπό τον Καπετάν-πασαν Τούρκων τω 1779 προς εξόντωσιν των επί μακρόν χρόνον μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1763 δηούντων την Πελοπόννησον αλβανικών στιφών, εκλήθη υπό του αρχηγού του τούρκικου στρατού και στόλου, κατασκηνούντος εις τους Μύλους της Λέρνης, να προσέλθη και δηλώση υποταγήν (να προσκυνήση). Αλλ’ ούτος δεν υπήκουσε, διαφόρους φέρων προφάσεις, μετώκισε δ' εκ Γορτυνίας εις την Καστάνιτσαν της Μάνης (νυν του δήμου Μελιτήνης της Λακεδαίμονος) πλησίον της Βαρδούνιας, έδρας των Αλβανών Βαρδουνιωτών, οπού διέμενεν εις οχυρούς πύργους ο ισχυρός φίλος του καπετάνιος Παναγιώταρος Βενετσανάκης. Είχε δε παραλάβη μεθ' εαυτού ο Κολοκοτρώνης και όλους τους συγγενείς του και τάς οικογενείας αυτών.
Το επόμενον έτος 1780 ο Καπετάν πασάς, καταπλεύσας μετά του τουρκικού στόλου εις Γύθειον, προσεκάλεσεν επανειλημμένως τον Παναγιώταρον και τον Κολοκοτρώνην να προσκυνήσουν. Αλλ’ ούτοι ηρνήθησαν, αν και μόλις 150 άνδρας είχον υπ' αυτούς και εγίνωσκον ότι ο Τούρκος ναύαρχος διέθετεν ισχυράν αποβατικήν στρατιάν, περί τους δεκακισχιλίους, και πυροβολικόν. Είχον πεποίθησιν εις την οχυρότητα των πύργων της Καστάνιτσας και εις την ενίσχυσιν, την οποίαν θα ελάμβανον παρά των καπεταναίων της Μάνης, τους οποίους ο Παναγιώταρος εκάλεσε να τρέξουν προς βοήθειάν του. Αλλα την μεν αποστολήν επικουριών εματαίωσεν ο μπέης Μιχαήλ Τρουπάκης, πεισθείς υπό του Έλληνος διερμηνέως του στόλου Μαυρογένη, στενώτατα δ' επολιόρκησε τους κλεισθέντας εις τους πύργους ο αρχηγός του τουρκικού στρατού Αλή μπέης, 0ι πολιορκούμενοι αντέστησαν γενναίως επί δώδεκα ημερονύκτια, αλλά μη βλέποντες να έρχεται η προσδοκώμενη βοήθεια απεφάσισαν να διασχίσουν ξιφήρεις τους πολιορκητάς, μόνην οδόν σωτηρίας νομίζοντες την τοιαύτην τολμηράν έξοδον. Καταλιπόντες δε εις τον ένα πύργον τους υπεργήρους γονείς του Παναγιώταρου μεθ' ενός οπαδού του, όπως θέση πυρ εις την εν τω πύργω πυρίτιδα, εξήλθον πάντες με τάς γυναίκας και τα παιδία. Και διέσπασαν μεν την ζώνην των πολιορκητών, απολέσαντες τρεις μόνον πολεμιστάς, αλλά και πολλαί γυναίκες και παιδία συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.
Οί εξελθόντες δεν ηδυνήθησαν να καταφύγωσιν εις χωρίον της Μάνης, όπου θα εύρισκαν ίσως ασφάλειαν, αλλ' άμα τη ημέρα συνελήφθησαν και εφονεύθησαν οι πλείστοι. Εφονεύθη και ο Παναγιώταρος και οι υιοί του, ο Κολοκοτρώνης, πληγωθείς κατά την έξοδον, και δυο αδελφοί του, ηχμαλωτίσθησαν δε και τα τέκνα του, πλην του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, τον οποίον μετά της μητρός του και μιας αδελφής του διέσωσαν τα παλληκάρια του πατρός του.

Εις την καταστροφήν ταύτην αναφέρονται τα επόμενα τρία άσματα.]



Α'

Πολύ σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξη θέλει,
σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.
Εσύρανε τα ρέματα, εσύραν τα λαγκάδια,
κ’ εκόπηκε το πέρασμα, κ' εκόπη το γιοφύρι,
που κει περνάει η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι,
με τα μπαϊράκια τα χρυσά, τοις ασημομπιστόλαις.
Κινάν και πάν 'ς την εκκλησιά για να λειτρουγηθούνε,
φορούν τα πόσια τα χρυσά, τοις ασημοπαλάσκαις.
Σίντας ξελειτρουγήσανε και βγήκαν 'ς την κουβέντα,
πετάχτηκε ό Κωσταντής και λέει του Δημητράκη.
"Τούτ’ η χαρά πού χομ' εμείς σε λύπη θα μας φέρη,
πολλή Τουρκιά μας έζωσε, ο θιος να μας γλυτώση."
Τακούει ο Παναγιώταρος κ'εσβήστη από τα γέλοια.
"Τι λες, κουμπάρε Κωσταντή, τι λες, τι κουβεντιάζεις;
Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,
ουδέ ο Τούρκος τον πάτησε, μαϊδέ και ο Αλαμάνος."
Κι ακόμα ο λόγος έστεκε κ' η συντυχιά κρατειώταν,
Μπουλούκπασας τους έκλεισε με χίλιους πεντακόσιους.

Τρεις περδικούλαις κάθουνται 'ς τον πύργο της Καστάνιας,
η μία κλαίει τον Κωσταντή, η άλλη το Δημητράκη,
κ' η τρίτη η καλύτερη κλαίει τον Παναγιώτη.

Β'

Τι έχουν της Μάνης τα βουνά οπού είναι βουρκωμένα,
καν ο βοριάς τα βάρεσε, καν η νοτιά τα πήρε.
Μηδέ ο βοριάς τα βάρεσε, μηδ' η νοτιά τα πήρε,
παλεύει ο Καπετάν πασιάς με τον Κολοκοτρώνη.
Στεριά παλεύει ο Αλή μπεης μ’ άρματα του πελάγου.
'Σ την Άρια που έρρηξε τ' ορδί διαβάζει το φερμάνι.
"Ποιος ειν' ο Παναγιώταρος, ποιο λεν Κολοκοτρώνη,
να ρθούν να προσκυνήσουνε, ραγιάδες να γενούνε."
Τ' ακούει ο Παναγιώταρος, παράξενο του φάνη.
"Δεν προσκυνούμε Αλή μπεη, ο νους σου μη το βάνη,
τάρματα δεν τα δίνομε, ραγιάδες να γενούμε,
παρά θα γίνη πόλεμος με τόπια, με ντουφέκια."
Κι' ο Αλή μπεης σαν τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη.
Δώδεκα ημέραις πολεμάει με τόπια με ντουφέκια,
την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βγάλαν,
καρσί 'ς τον πύργο τά βαλαν, τον πύργο να χαλάσουν.
Βλέπουν τον πύργο κ' έτρεμε, κ' ήθελε για να πέση...

Γ’

Εσείς βουνά, ψηλά βουνά, με τα δασιά κλαριά σας,
με τα δασιά τα έλατα, το εν' απάνω 'ς τάλλο,
και πύργε της Καστάνιτσας, οπού βαστάτε κλέφταις,
τους κλέφταις τί τους κάματε, τους Κολοκοτρωναίους;
οπού φορούν χρυσά σπαθιά, μπαλάσκαις ασημένιαις,
χρυσά 'ν' και τα ντουφέκια τους, χρυσά μαλαματένια,
και τα τσαπράζια που φορούν, ούλο μαργαριτάρια.
Κείνοι το Μάρτη εδώ ήσανε και τον μισόν Απρίλη,
και την ημέρα τ' άη Γιωργιού, που είναι το πανηγύρι,
φίλοι τους επροσκάλεσαν, τους είχανε τραπέζι.
Πάνω ποβάλαν τα φαγιά, κ' έκαμαν το σταυρό τους,
ψιλή φωνίτσα νάκουσαν, ψιλή φωνή νακούνε.
«Γι' αφήστε τα καλά φαγιά και πάρτε τα ντουφέκια,
τι οι Τούρκοι σας επλάκωσαν, τι οι Τούρκοι σας επήραν.»
Και τα ντουφέκια πήρανε, και τα σπαθιά τραυήξαν,
τους Τούρκους εκυνήγησαν, τους κάμαν ένα ένα.








ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
(1789)

[Ότε ο Αλή πασάς, λαβών ήδη από ενός έτους το πασαλίκιον των Ιωαννίνων, διωρίσθη επόπτης των κλεισωρειών (ντερβεντάτ ναζίρ), τω 1789, ήρχισε να καταδιώκη αμειλίκτως τους κλέφταις, αντικατέστησε δε και τους Έλληνας αρματωλούς δι' Αλβανών. Ο Στέργιος, τον οποίον μόνον εκ του άσματος τούτου γνωρίζομεν, ήτο εκ των καταδιωκομένων υπό του Αλή πασά κλεφτών.]


Κι’ αν τα ντερβένια τούρκεψαν, τα πήραν Αρβανίταις,
ο Στέργιος είναι ζωντανός, πασάδες δεν ψηφάει.
Όσο χιονίζουν τα βουνά, Τούρκους μην προσκυνούμε.
Πάμε να λημεριάζωμε όπου φωλιάζουν λύκοι.
'Σ ταις χώραις σκλάβοι κατοικούν, 'ς τους κάμπους με τους Τούρκους,
χώραις, λαγκάδια κ’ ερημιαίς έχουν τα παλληκάρια.
Παρά με Τούρκους, με θεριά καλύτερα να ζούμε.








ΤΟΥ ΓΙΩΤΗ
(1789)

[Αναφέρεται εις την αυτήν περίστασιν και το προηγούμενον. Ο Γιώτης Μπαρζόκας ήτο αρματωλός Θεσσαλός.]


Τρία πουλάκια κάθουνταν 'ς της Παναγιάς τον πύργο,
τα τρία αράδα νέκλαιαν, πικρά μοιριολογούσαν.
"Τι συλλογειέσαι, Γιώτη μου, τι βάνεις με το νου σου;
τόπος δεν είναι για κλεφτιά, κι' ουδέ γι’ αρματωλίκι,
τι τα ντερβένια τούρκεψαν, τα πήραν οι Αρβανίταις.
-Κι’ αν τα ντερβένια τούρκεψαν, κι’ αρματωλοί δεν είναι,
ο Γιώτης είναι ζωντανός, τους Τούρκους δε φοβάται.
Παρακαλέστε το θεό και τους αγίους όλους,
να γιατρευτή το χέρι μου, να πιάσω το σπαθί μου,
να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
να πιάσω αγάδες ζωντανούς και Τούρκους κι' Αρβανίταις,
να φέρουν τάσπρα 'ς την ποδιά και τα φλωριά 'ς τον κόρφο."








ΤΟΥ ΧΡΟΝΗ

[Ο Αλή Τσεκούρας, δερβέναγας, συλλαβών δια προδοσίας τα τέκνα του εκ Δωρίδος αρματωλού Χρόνη, τα κατέσφαξεν. Ως αναφέρει το επόμενον τραγούδι, ο Χρόνης εξεδικήθη τον φόνον των τέκνων του, 'Έζη δε ο Χρόνης κατά την δευτέραν πεντηκονταετηρίδα του ΙΗ' αιώνος, και εφονεύθη έξω του Γαλαξειδίου κατά το 1791. Αι πελοποννησιακαί παραλλαγαί του άσματος αναφέρονται εις άλλον Χρόνην, Αγραπιδοχωρίτην (εξ Αγραπιδοχωρίου του δήμου Πηνειίων), ονομαστί δε μνημονεύουσι τα δύο παιδιά του Χρόνη, Αγγελή και Αναστάσην. Ο Αλή Τσεκούρας εις τας παραλλαγάς ταύτας είναι Τούρκος εκ Τριπόλεως, δια την σκληρότητά του επονομαζόμενος Τσεκούρας.]


Πολλά τουφέκια αντιβογούν, μιλιόνια, καριοφίλια,
μήνα σε γάμο πέφτουνε, μήνα σε πανηγύρι,
κι" ουδέ σε γάμο πέφτουνε κι’ ουδέ σε πανηγύρι,
Αλή Τσεκούρας χαίρεται και ρίχνει 'ς το σημάδι.
Πάγει κι’ ο Χρόνης για να ιδή, σεργιάνι για να κάμη.
"Ώρα καλή, μπουλούκμπαση. -Καλό 'ς το Χρόνη οπού ρθε.
Πώς τά χεις, Χρόνη μ’, τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά σου;
- Σε προσκυνούν, μπουλούκμπαση, και σου φιλούν τα χέρια,
δώδεκα μέραις έλειπα, τι κάνουνε δεν ξέρω.
-Για άπλωσε, Χρόνη, 'ς τον τορβά, για λύσε το δισάκκι,
θα βρης δυο μήλα κόκκινα, δυο πατρινά λεμόνια."
Πάγει κι' ο Χρόνης και κυττάει μεσ’ ς τον τορβά και βλέπει,
βλέπει το πρώτο του παιδί, το πρώτο παλληκάρι,
τηράζει κι' άλλη μια φορά, τάλλο παιδί του βλέπει.
Πέφτει στραβός με το σπαθί 'ς το τούρκικο τασκέρι,
βαρεί δεξιά, βαρεί ζερβιά, βαρεί μπροστά και πίσω,
κόβει Αρβανίταις δώδεκα και δυο μπουλουκμπασήδες.








ΤΟΥ ΑΝΔΡΙΤΖΟΥ
(1792)

[Το κατωτέρω αδράς εμπνεύσεως άσμα αναφέρεται κατά πάσαν πιθανότητα εις τον χρόνον, καθ' ον ο ονομαστός πολέμαρχος της Στερεάς Ελλάδος, ο Λοκρός Ανδρίτζος, ο πατήρ του Οδυσσέως, καταλιπών τα ορεινά σκηνώματα αυτού συνεπολέμει μετά του Λάμπρου Κατσώνη, μέχρι της παρά το Ταίναρον ήττης (1792), ότε χωρισθείς αυτού διέσχισεν, ηγούμενος 500 ανδρών, κατά μήκος την Πελοπόννησον, και επί τεσσαράκοντα ημερονύκτια πολεμών προς τους διώκοντας αυτόν εξακισχιλίους Τούρκους, κατώρθωσε να διαπεραιωθή εις Πρέβεζαν, φονεύσας υπέρ τους 1500 εχθρούς, αυτός δ' απολέσας το πέμπτον περίπου των υπ' αυτόν πολεμιστών.]


Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά, παρηγοριά δεν έχουν.
Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια,
-η κλεφτουριά τ' αρνήθηκε και ροβολάει 'ς τους κάμπους.
Η Γκιώνα λέει της Λιάκουρας κ’ η Λιάκουρα της Γκιώνας.
"Βουνίμ', που σαι ψηλότερα και πιο ψηλά αγναντεύεις,
πού να ναι, τι να γίνηκαν οι κλέφταις οι Ανδριτζαίοι;
Σαν πού να ψένουν τα σφαχτά, να ρήνουν 'ς το σημάδι,
σαν ποια βουνά στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια;
-Τι να σου πω, μωρέ βουνί, τι να σου πω, βουνάκι,
τη λεβεντιά τη χαίρονται οι ψωριασμένοι κάμποι.
Στους κάμπους ψένουν τα σφαχτά και ρήνουν 'ς το σημάδι,
τους κάμπους τους στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια."
Κ' η Λιάκουρα σαν τ' άκουσε βαριά της κακοφάνη.
Τηράει ζερβά, τηράει δεξιά, τηράει κατά τη Σκάλα.
"Βρε κάμπε αρρωστιάρικε, βρε κάμπε μαραζάρη,
με τη δική μου λεβεντιά να στολιστής γυρεύεις;
Για βγάλε τα στολίδια μου, δώ μου τη λεβεντιά μου,
μη λειώσω ούλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω."








ΤΟΥ ΛΙΑΚΟΥ

[Ο Παναγιώτης Λιάκος ήτο αλβανόφωνος κλέφτης εκ του χωρίου Παναρήτη. Δημοτικά τινα άσματα αφηγούνται μάχην αυτού προς τον Γιουσούφ Αράπην, πιθανώς κατά το 1806, ότε κατ' εντολήν του Αλή πασά εξεστράτευσεν ούτος προς καθυπόταξιν των κλεφτών της Στερεάς και της Θεσσαλίας. Η προς τον Βεληγκέκαν μάχη, την οποίαν αφηγείται το επόμενον άσμα, ίσως έγινε χρόνον τινά πρότερον, πιθανώς κατά τα τέλη του ΙΗ' αιώνος, διότι έν τισι παραλλαγαίς πλην του Βεληγκέκα μνημονεύεται και ο Βελή πασάς, ο νεαρός δηλ. υιός του Αλή, τον οποίον είχεν εγκαταστήση ούτος γενόμενος κύριος των Ιωαννίνων (1788) εν Θεσσαλία.]


Τρία πουλάκια κάθονται μέσ' 'ς το Γερακοβούνι,
το να τηράει τον Αρμυρό, τάλλο κατ' τό Ζητούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
"Ο Λιάκος τι να γίνηκε φέτο το καλοκαίρι,
να βγή 'ς της Γούρας τα βουνά, να βγη κατ' τό Ζητούνι,
να χαρατζώση τα χωριά κι' όλο το βιλαέτι;"

Ο Λιάκος αποκλείστηκε 'ς το Μπούμηλο 'ς τη ράχη.
Πολλή Τουρκιά τον πλάκωσε, Κονιάροι κι' Αρβανίταις.
"Προσκύνα, Λιάκο τον πασά, προσκύνα το βεζίρη,
να σου χαρίση τη ζωή, δερβέναγας να γίνης.
-Όσο 'ν' ο Λιάκος ζωντανός, πασά δεν προσκυνάει,
πασά έχει ο Λιάκος το σπαθί, βεζίρη το ντουφέκι."

Κι' αρχίσανε τον πόλεμο τα βροντερά ντουφέκια.
Μέρα και νύχτα πολεμούν, τρεις μέραις και τρεις νύχταις
κι' ο Λιάκος έτρεξεν ομπρός με το σπαθί 'ς το στόμα.
Φεύγουν Κονιάροι από μπροστά, φεύγουν κ' οι Αρβανίταις.
Κλαίουν οι Αρβανίτισσαις 'ς τα μαύρα φορεμέναις,
κι' ο Βεληγκέκας γύρισε 'ς το αίμα του πνιμένος,
κι' ο Μουσταφάς λαβώθηκε 'ς το γόνα και 'ς το χέρι.








ΤΗΣ ΛΙΑΚΑΙΝΑΣ

[Τις η Λιάκαινα της οποίας την αιχμαλωσίαν, την υπερήφανον άρνησιν να γίνη σύζυγος Τούρκου και την θαυμασίαν ελευθέρωσιν υπό του ανδρός της διηγείται το άσμα; Ίσως είναι η γυνή του κλέφτη Λιάκου του προηγουμένου άσματος, του νικητού του Βεληγκέκα και του Γιουσούφ αράπη, ίσως άλλου τινός ομωνύμου• είς τινας παραλλαγάς ονομάζεται Αντώναινα, άλλαι πάλιν αναφέρονται εις ανώνυμον νιόνυφην. Μέγιστος βεβαίως είναι ο αριθμός των νεαρών Ελληνίδων γυναικών, όσαι απαχθείσαι αιχμάλωτοι υπό των Τούρκων επροτίμησαν τον θάνατον αντί της συμβιώσεως μετά του άρπαγος, και είναι ευνόητον ότι την σκληράν τύχην τινός αυτών παρέλαβεν ως υπόθεσιν άσματος η δημώδης ποίησις συμπληρώσασα την έκθεσιν της οικογενειακής τραγωδίας δια λύσεως ιδεώδους, ήτοι της απελευθερώσεως υπό ανδρείου συζύγου, καίτοι τοιαύτη λύσις σπανιώτατα θα επαρουσιάζετο εις την πραγματικότητα. Αλλά την λύσιν ταύτην παρέλαβεν εκ του παλαιοτέρου ποιητικού αποταμιεύματος αυτής, εκ των ακριτικών ασμάτων, όπου συχνότατα αναφέρεται ήρως απολυτρών την απαχθείσαν σύζυγόν του δια της συνδρομής του θαυμάσιου ίππου του. Μία δε παραλλαγή του άσματος της Λιάκαινας και άλλας πλην ταύτης απηχήσεις παρουσιάζει των ακριτικών ασμάτων.]


Πως λάμπει ο ήλιος ‘ς τα βουνά, 'ς τους κάμπους το φεγγάρι
έτσι έλαμπε κ’ η Λιάκαινα 'ς τα τούρκικα τα χέρια.
Πέντε Αρβανίταις την κρατούν και δέκα την ξετάζουν,
Κ’ ένα μικρό μπεόπουλο κρυφά την κουβεντιάζει.
"Λιάκαινα, δεν παντρεύεσαι, δεν παίρνεις Τούρκον άντρα,
να σ’ αρματώση 'ς το φλωρί, μεσ’ 'ς το μαργαριτάρι;
-Κάλλιο να ιδώ το αίμα μου τη γης να κοκκινήση,
παρά να ιδώ τα μάτια μου Τούρκος να τα φιλήση,"

Κι’ ο Λιάκος την αγνάντεψε ναπό ψηλή ραχούλα,
κοντοκρατεί το μαύρο του, στέκει και τον ξετάζει,
"Δύνεσαι, μαύρε μ', δύνεσαι να βγάλης την κυρά σου;
-Δύνομαι, αφέντη μ’, δύνομαι να βγάλω την κυρά μου,
Να μ’ αυγατίσης την ταή σαρανταπέντε χούφταις,
να μ’ αυγατίσης το κρασί σαρανταπέντε κούπαις,
να δέσης το κεφάλι σου με δεκοχτώ μαντήλια,
να δέσης τη μεσούλα σου μαζί με τη δική μου."
Βιτσιά δίνει τ’ αλόγου του, ‘ς τη μέση γιουρουστάει,
και πάησε και την άδραξε, ‘ς το σπίτι του την πάει.








ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ


Με γέλασε νη χαραυγή, τάστρι και το φεγγάρι,
και βγήκα νύχτα 'ς τα βουνά, ψηλά 'ς τα κορφοβούνια.
Ακώ τον άνεμο και ηχά, με τα βουνά μαλώνει,
"Νεσείς βουνά, ψηλά βουνά, και σεις κοντοραχούλαις,
τι έχετε που μαλώνετε, τι έχετε που χτρευώστε;
Μη σας βαραίνουν τα νερά και τα πολλά τα χιόνια;
-Δε μας βαραίνουν τα νερά και τα πολλά τα χιόνια,
παρ’ μας βαραίν' η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι."








ΤΩΝ ΚΛΕΦΤΩΝ
(1804)

[Ότε ο Αλή πασάς διωρίσθη αρχιστράτηγος της Ρούμελης ("Ρούμελη βαλεσή) διέβη περί τα τέλη του θέρους του 1804 εξ Ιωαννίνων εις Μακεδονίαν, άγων στρατιάν πεντακισχιλίων Αλβανών ήτις καθ' όσον επροχώρει εξωγκούτο. Κατεδίωξε δε πάντας τους ανυποτάκτους Αλβανούς και Τούρκους ληστάς και αντάρτας, καθυποτάσσων ή αποκτείνων αυτούς. Τότε κατεδιώχθησαν απηνώς και οι Έλληνες κλέφται, τα δ' επόμενα άσματα αναφέρονται εις την καταδίωξιν εκείνην.]


Α'

Τούτο το καλοκαίρι και την άνοιξη
άσπρα χαρτιά μας γράφουν, μαύρα γράμματα.
"Όσοι κι' αν είστε κλέφταις 'ς τα ψηλά βουνά,
όλοι να κατεβήτε απ' τον Όλυμπο,
να προσκυνήσετ' όλοι τον Αλή πασά."
Δυο παλληκάρια μόνο δεν προσκύνησαν.
Επήραν τα τουφέκια, τα λαμπρά σπαθιά,
και 'ς τα βουνά ανεβαίνουν, τρέχουν 'ς την κλεφτιά.

Β'

Οι κλέφταις επροσκύνησαν και γίνηκαν ραγιάδες,
κι’ άλλοι φυλάγουν πρόβατα κι' άλλοι βοσκούνε γίδια,
κ' ένα μικρό κλεφτόπουλο δε θέ να προσκύνηση.
Το πλάγι πλάγι πήγαινε, τον ταμπουρά λαλούσε.
"Εγώ ραγιάς δε γένομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω,
δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτσαμπασήδες,
μόν' καρτερώ την άνοιξη, να ρθούν τα χελιδόνια,
να βγουν οι βλάχαις 'ς τα βουνά, να βγουν οι βλαχοπούλαις."

Γ’

Θέλω να πάρω ανήφορο, να πάρω ανηφοράκι,
να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι,
να γείρω ν'άποκοιμηθώ, γλυκόν ύπνο να πάρω.
Μαϊδέ έγειρα, ιδέ επλάγιασα, μαϊδέ τον ύπνο πήρα,
κι’ ακώ τα πεύκα να βογγούν και τοις οξυαίς να τρίζουν,
κι' ακώ μιας πέρδικας λαλιά, μιας αηδονολαλούσας,
και το λεγε λυπητερά σα μαύρο μοιρολόγι.
"Το τι έχεις, περδικούλα μου, και κλαις κι' αναστενάζεις;
μην είν' ταυγά σου μελανά και τα πουλιά σου μαύρα;
-Δεν είν' ταυγά μου μελανά και τα πουλιά μου μαύρα,
μον' κλαίω για την κλεφτουριά, για τους καπεταναίους,
που τους χαλάει ο Αλή πασάς 'ς τα Γιάννενα, 'ς τη λίμνη."








ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

[Ο Ζαχαράκης, πρωτοπαλλήκαρον του Κοντογιάννη, και ύστερον οπλαρχηγός της Υπάτης, αντέστη επιτυχώς κατά του Γιουσούφ Αράπη, όστις τω 1806 διέτρεχε μετ' ισχυράς δυνάμεως κατ' εντολήν του Αλή πασά την Αιτωλίαν και την Φθιώτιδα προς καταπολέμησιν των αρματωλών και των κλεφτών. Πολλά δημοτικά άσματα αφηγούνται νικηφόρους συμπλοκάς του Ζαχαράκη προς τον φοβερόν δερβέναγαν του Αλή, όστις δια της απηνούς καταδιώξεως των ανθισταμένων και δια των βασάνων εις ας υπέβαλλεν αυτούς, ενέσπειρε πανταχού τον τρόμον.]


Θέλετε δέντρ' ανθήσετε, θέλετε μαραθήτε,
'ς τον ήσκιο σας δεν κάθομαι μήτε και 'ς τη δροσιά σας,
μόν' καρτερώ την άνοιξη, τόμορφο καλοκαίρι,
να μπουμπουκιάση το κλαρί, ν' ανοίξη το ροδάμι,
να βγω ψηλά 'ς τον Αρμυρό, ψηλά 'ς την Παλιοβούνα,
για να σιουρίξω κλέφτικα, να μάσω τα μπουλούκια.
Μπουλούκια πούθε βρίσκεστε, όλα να μαζωχτήτε,
τι εβγήκε ο Σούφης το σκυλί και κυνηγάει τους κλέφταις.
Σέρνει τσεκούρια 'ς τάλογα, τσεκούρια 'ς τα μουλάρια,
για να τσακίζη γόνατα, για να τσακίζει χέρια.

Κι’ όσοι κλέφτες τ' ακούσανε, πάνε να προσκυνήσουν.
Ο Ζαχαράκης μοναχά δεν πάει να προσκυνήση.
Ράχη σε ράχη περπατεί, λημέρι σε λημέρι.
"Εγώ ραγιάς δε γίνουμαι, Τούρκους δεν προσκυνάω.
Ελάτε, παλληκάρια μου, όλοι να συναχτήτε,
τι έχω να κάμω πόλεμο μ’ αυτόν το Σουφ αράπη,
να δείξουμε τη λεβεντιά και την παλληκαριά μας,
να ιδή ντουφέκι κλέφτικο, τα βόλια μας πού πέφτουν,
να μη περνά να τυραγνά αδύνατους ραγιάδες."








ΤΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

[Ο Μήτσος και ο Κωσταντής Κοντογιανναίοι, υιοί του Γιαννάκη Κοντογιάννη, ήσαν αρματωλοί της Υπάτης κατά τας αρχάς του παρελθόντος αιώνος. Τούτων τον Κωσταντήν εφόνευσεν ο εκ Μαυρίλου Δημάκης. Το κατωτέρω περί του φόνου άσμα αναφέρει ότι συνελήφθη και ο Νικολάκης Κοντογιάννης. Νικολάκης ήτο το όνομα ενός υιού του Μήτσου και ενός του Κωσταντή, αμφότεροι δ' ούτοι ηγωνίσθησαν κατά την επανάστασιν. Παραλλαγή του άσματος αντί του Νικολάκη αναφέρει ως πληγωθέντα τον ανδράδελφον της Κοντογιάνναινας, ήτοι τον Μήτσον.]


Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι,
κοιμάται η καπετάνισσα, νύφη του Κοντογιάννη
μέσ' 'ς τα χρυσά παπλώματα μέσ' 'ς τα χρυσά σεντόνια.
Να την ξυπνήσω ντρέπομαι, να της το πω φοβούμαι,
να μάσω μοσκοκάρυδα να την πετροβολήσω,
ίσως την πάρη η μυρωδιά, ίσως την εξυπνήση.

Σηκώθη η καπετάνισσα και με γλυκορωτάει.
"Το τι μαντάτα μού 'φερες από τους καπετάνιους;
-Πικρά μαντάτα σού 'φερα από τους καπετάνιους.
Το Νικολάκη πιάσανε, τον Κωσταντή βαρέσαν.
-Πού σαι, μαννούλα, πρόφτασε, πιάσε μου το κεφάλι,
και δέσ' το μου σφιχτά, για να μοιρολογήσω.
Και ποιόν να κλάψω από τους δυο; ποιανού να πω τοις χάρες;
Να κλάψω για τον Κωσταντή, ή για το Νικολάκη;
Ήσαν μπαϊράκια 'ς τα βουνά, και φλάμπουρα 'ς τους κάμπους.








ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ
(1806)

[Κατά τον Ιανουάριον του 1806 έφθασεν εις την Πελοπόννησον σουλτανικόν φερμάνι, διατάσσον τους μουσουλμάνους και τους χριστιανούς να καταδιώξουν συντόνως και να εξολοθρεύσουν τους Κολοκοτρωναίους και τους λοιπούς κλέφταις της χερσονήσου. Συγχρόνως δε και ο Πατριάρχης, υπείκων εις αυστηράν διαταγήν της Πύλης, εξέδωκε συνοδικήν εγκύκλιον κατ' αυτών. Μαθών ταύτα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, συνήθροισε τους κλέφταις της Πελοποννήσου, περί τους 150 εν όλω, και συνεβούλευσε να καταφύγουν εις Ζάκυνθον και να καταταχθούν εις τον στρατόν των κατεχόντων τότε την Επτάνησον Ρώσων. Αλλ’ αυτοί δεν εδέχθησαν, προτιμώντες ν' αποθάνουν εις την πατρίδα των. Εις αδελφός του Κολοκοτρώνη μάλιστα είπε τότε "θέλω να με φαν τα όρνια του τόπου μου". Ουδέ την άλλην συμβουλήν του Κολοκοτρώνη ηκολούθησαν, να κρυφθούν όπως ημπορούν τους μήνας του χειμώνος, χωριζόμενοι εις μικρά αποσπάσματα και την άνοιξιν να εξακολουθήσουν τον πρότερον βίον. Όθεν ηναγκάσθη και ο Κολοκοτρώνης, ως αρχηγός των κλεφτών να πολεμή προς τους καταδιώκοντας αυτούς. Αλλ' ουδαμού εύρισκον άσυλον, ουδ' εφόδια, πανταχού συνήντων διώκτας όχι μόνον Τούρκους, αλλά και χριστιανούς χωρικούς, δια τον πατριαρχικόν αφορισμόν, και μετά τρεις μήνας, κατόπιν αδιαλείπτων αγώνων και δεινοτάτων ταλαιπωριών, αφού εφονεύθησαν και διεσκορπίσθησαν οι σύντροφοί του, ηδυνήθη ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης να διαπεραιωθή εκ Μάνης εις Κύθηρα, οπόθεν μετέβη εις Ζάκυνθον κατά Μάϊον του 1806.]


Λάμπουν τα χιόνια 'ς τα βουνά κι' ο ήλιος 'ς τα λαγκάδια
λάμπουν και ταλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,
πόχουν τασήμια τα πολλά, τοις ασημένιαις πάλαις,
τοις πέντε αράδες τα κουμπιά, τοις έξι τα τσαπράζια,
οπού δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν.
Καβάλλα τρώνε το ψωμί, καβάλλα πολεμάνε,
καβάλλα πάν 'ς την εκκλησιά, καβάλλα προσκυνάνε,
καβάλλα παίρν' αντίδερο απ’ του παπά το χέρι.
Φλωριά ρήχνουν 'ς την Παναγιά, φλωριά ρήχνουν 'ς τους άγιους,
και 'ς τον αφέντη το Χριστό τοις ασημένιαις πάλαις.
"Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια."
Κι' ό Θοδωράκης μίλησε, κι’ ο Θοδωράκης λέει:
"Τούτ' οι χαραίς που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν.
Απόψ' είδα 'ς τον ύπνο μου, 'ς την υπνοφαντασιά μου,
θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.
Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γενούμε.
Σύρε, Γιώργο μ', 'ς τον τόπο σου, Νικήτα, 'ς το Λοντάρι,
εγώ παου 'ς την Καρύταινα, πάου 'ς τους εδικούς μου,
ν' αφήκω τη διαθήκη μου και τοις παραγγολαίς μου,
τι θα περάσω θάλασσα, 'ς τη Ζάκυνθο θα πάω."








ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ

[Ο Κατσαντώνης, διάσημος κλέφτης της Αιτωλίας, Ακαρνανίας και των Αγράφων, συνήψε πολλάς μάχας προς δερβεναγάδες του Αλή πασά, κατά τα πρώτα έτη του παρελθόντος αιώνος. Πρωτοπαλλήκαρον ων του Δίπλα, ανεγνωρίσθη κατά το 1800 ως καπετάνιος υπό τούτου, ταχθέντος υπ' αυτόν. Η περιφανεστέρα ανδραγαθία του ήτο ο φόνος του προσφιλούς εις τον Αλήν Αλβανού Βελή Γκέκα, ο οποίος δι' ισχυράς δυνάμεως Αλβανών κατεδίωκεν αυτόν εις τα Άγραφα (1806). Το επόμενον έτος 1807 πάσχων εξ ευλογίας και νοσηλευόμενος εις την θέσιν Μοναστηράκι της Ευρυτανίας, οπού ευρίσκοντο και πέντε μόνον εκ πάντων των συντρόφων του, καταδοθέντος του κρησφυγέτου του, συνελήφθη αιχμάλωτος υπό του Γιουσούφ Αράπη, φονευθέντων μετά πείσμονα άμυναν των συντρόφων του και τραυματισθέντος του αδελφού του Γεώργη, του επονομαζομένου Χασιώτη. Απαχθείς δε είς Ιωάννινα κατεδικάσθη υπό του Αλή πασά εις σκληρόν θάνατον, δια σφύρας θλασθέντων των οστών αυτού.]


Α'

Αυτού που πας μαύρο πουλί, μαύρο μου χελιδόνι,
να χαιρετάς την κλεφτουριά κι' αυτόν τον Κατσαντώνη.
Πε του να κάνη φρόνιμα κι' όλο ταπεινωμένα,
δεν ειν' ο περσινός καιρός να κανη όπως θέλει,
φέτος το πήρε γκέντσιαγας, το πήρε ο Βέλη Γκέκας,
ζητάει κεφάλια κλέφτικα, κεφάλια ξακουσμένα.
Κι' ο Κατσαντώνης τό μαθε, και το σπαθί του ζώνει,
και παίρνει δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
χαμπέρι στέλνει 'ς την Τουρκιά, 'ς αυτόν το Βέλη Γκέκα.
«Όπου θα τά βρη τα παιδιά, ας τά βρη κι' ας τα πάρη!»

Κι' ο Βέλη Γκέκας έτρωγε 'ς ενού παπά το σπίτι.
Τρία κοράσια τον κερνούν κ' οι τρεις ξανθομαλλούσαις,
η μια κερνάει με το γυαλί, η άλλη με το κρουστάλλι,
η τρίτη νη καλύτερη με τασημένιο τάσι.
Κ' εκεί που τρώγαν κ' έπιναν κ' εκεί που λακριντίζαν,
μαύρα μαντάτα τού ρθανε από τον Κατσαντώνη.
"Να βγης, Βέλη μου, 'ς τ' Άγραφα, να βγης ν' ανταμωθούμε.»
Κι' ο Βελή Γκέκας τ' άκουσε πολύ του κακοφάνη,
'ς τα γόνατα σηκώθηκε και το σπαθί του ζώνει.
"Που είσαι, τσαούση ογλήγορε, μάσε τα παλληκάρια,
να πάμε να βαρέσουμε το σκύλο Κατσαντώνη."

Κι' ο Κατσαντώνης πρόφτασε, κακό καρτέρι του είχε.
Κι' ο Βελή Γκέκας πάει μπροστά με εξ εφτά νομάτους.
"Πού πας, Βέλη ντερβέναγα, ριτσάλη του βεζίρη;
-'Σ εσέν' Αντώνη κερατά, 'ς εσένα παλιοκλέφτη.
-Δεν είν' εδώ τα Γιάννινα, δεν ειν' εδώ ραγιάδες,
για ναν τους ψένης σαν τραγιά, σαν τα παχιά κριάρια,
εδώ ναι λόγκοι και βουνά και κλέφτικα τουφέκια,
βαριά βροντούν, πικρά βαρούν, φαρμακερά πληγώνουν."

Τρεις μπαταριαίς του ρήξανε, τη μια μεριά 'ς την άλλη
η μια τον πήρε ξώδερμα, η άλλη 'ς το κεφάλι,
κ' η τρίτη η φαρμακερή τον πήρε 'ς την καρδιά του.
Το στόμα του αίμα γέμισε, ταχείλι του φαρμάκι,
κ' η γλώσσα τ’ αηδονολαλεί, τα παλληκάρια κράζει.
"Που είσαι, τσαούση ογλήγορε, έλα παρ’ τ’ άρματά μου,
να μην τα πάρη η κλεφτουριά κι’ ο σκύλος Κατσαντώνης."

Β'

Έχετε γεια, ψηλά βουνά και δροσεραίς βρυσούλαις,
και σεις Τσουμέρκα κι' Άγραφα, παλληκαριών λημέρια.
Αν δήτε τη γυναίκα μου, αν δήτε και το γιο μου,
ειπέτε τους πως μ’ έπιασαν με προδοσιά κι’ απάτη.
Αρρωστημένο μ' ηύρανε, ξαρμάτωτο ‘ς το στρώμα,
ωσάν μωρό 'ς την κούνια του, ‘ς τα σπάργανα δεμένο.








ΤΟΥ ΝΙΚΟΤΣΑΡΑ
(1807)

[Ό Νίκος Τσάρας, ο πρεσβύτατος υιός του καπετάνιου Τσάρα, πατρώον έχοντος το αρματωλίκι της Ελασσώνος, μετά την δολοφονίαν τούτου, νεότατος την ηλικίαν, έλαβε την αρχηγίαν των παλληκαριών του πατρός του. Καταδιωχθείς υπό του Αλή πασά, εμάχετο ως κλέφτης εν Θεσσαλία, κατά των Αλβανών και του αρματωλού, ον εγκατέστησεν ο Αλής εις το προγονικόν του αρματωλίκι. Ονομαστός γενόμενος δια την ανδρείαν και την πολεμικήν δεξιότητα αυτού, συνεκάλεσεν εις εν επί του Ολύμπου μοναστήριον σύνοδον κλεφτών, ήτις προς τελεσφορωτέραν καταπολέμησιν των Τούρκων, απεφάσισε την ναυπήγησιν μικρών καταδρομικών πλοίων. Ναυλοχών δ’ εν Σκιάθω και Σκοπέλω, δια συνεχών αποβάσεων εις Θεσσαλίαν και δια τολμηρών επιδρομών εις τας ακτάς της Μακεδονίας εστενοχώρει τον Αλήν και τους εν Μακεδονία Τούρκους. Αλλά κατά το έτος 1806 ο τουρκικός στόλος διέλυσε τον καταδρομικόν στολίσκον του Νικοτσάρα, ούτος δ' όμως το επόμενον έτος, παράτολμος και ακατάβλητος, επρότεινεν εις τον εν Αιγαίω ναύαρχον του ρωσικού στόλου Δημήτριον Σινιάβιν να διασχίση μετά σώματος επιλέκτων Ελλήνων οπλιτών την Μακεδονίαν και να ενωθή μετά του εν Μολδοβλαχία ρωσικού στρατού, προσβάλλων εκ νώτων τους Τούρκους. Ο Σινιάβιν ενέκρινε το ριψοκίνδυνον σχέδιον, υποσχεθείς εν αποτυχία να προστατεύση την υποχώρησιν αυτού, στέλλων εις τα παράλια της Μακεδονίας πλοία όπως παραλάβωσι τους υποχωρούντας.
Τότε ο Νικοτσάρας μεταβάς εις την Στερεάν Ελλάδα ανεκοίνωσεν εις αρματωλούς και κλέφτας το σχέδιόν του και τους έπεισε να τον ακολουθήσωσιν. Εκλέξαντες αυτόν αρχηγόν των διεπεραιώθησαν δια διαφόρων οδών μυστικώς εις την Σκόπελον 250 περίπου Ρουμελιώται και ισάριθμοι Θεσσαλοί, Μακεδόνες και νησιώται. Εκ Σκοπέλου απέβησαν εις Κατερίναν του Ολύμπου και υπό το πρόσχημα ότι μετέβαινον εις επικουρίαν των εν Σερβία κατά του Καραγεώργη πολεμούντων Τούρκων, σταλέντες υπό του Αλή πασά, διώδευσαν ανενόχλητοι δια της Πιερίας και διήλθον τον Αλιάκμονα και τον Αξιόν. Αλλά περαιτέρω, αποκαλυφθέντος του σκοπού του, ο Νικοτσάρας ηναγκάζετο να προχωρή μαχόμενος. Διελθών τον Στρυμόνα, ηδυνήθη να διασπάση την εις τας κλεισωρείας του Δεμίρ Ισάρ δύναμιν των Τούρκων και να προχωρήση εις Νευροκόπι. Οι Τούρκοι καταλαβόντες τας επικαίρους θέσεις τον ηνάγκασαν να υποχώρηση, αλλ' αναπαυθείς επ' ολίγον εις Τσέρνοβαν κατώρθωσε να διαβή τον ποταμόν του Νευροκοπίου και να διευθυνθή προς τον Αίμον. Δεν ηδυνήθη δ' όμως να προχωρήση περαιτέρω, αναγκασθείς εις υποχώρησιν υπό ισχυράς τουρκικής δυνάμεως. Κατά την κάθοδόν του εις την μακεδονικήν παραλίαν επετέθησαν κατ' αυτού τέσσαρες χιλιάδες Αλβανοί, Τούρκοι και Κονιάροι Τούρκοι, συνάψας δε προς αυτούς τριήμερον μάχην, εξαντληθέντων των πολεμοφοδίων, διέσχισε δι' εφόδου ξιφήρης τας εχθρικάς φάλαγγας και διηυθύνθη προς την γέφυραν του Πράβι, δια να διέλθη τον Στρυμόνα. Η γέφυρα είχεν αποφραχθή δι’ αλύσεων, τας οποίας διέσπασε, κατήλθεν εις τον κόλπον του Ορφανού, μη ευρών δε ως ανέμενε ρωσικά πλοία όπως έπιβιβασθή, επορεύθη οδεύων διά της παραλίας εις την Χαλκιδικήν, και κατέφυγεν εις τα μοναστήρια του Αγίου Όρους όπου εσώθη. Οι περισωθέντες ήσαν το δέκατον μόλις των εκστρατευσάντων, περί τους πεντήκοντα μόνον.]


Α'


Τρία κομμάτια σύννεφα 'ς τον Έλυμπο, 'ς τη ράχη,
τό να βαστάει τη δροσιά, τάλλο βαρύ χαλάζι,
το τρίτο το μαυρότερο τη θάλασσ’ αγναντεύει.
"Πάψε, γιαλέ μου, το θυμό, πάψε τα κύματα σου,
να βγουν τα κλεφτοκάραβα, πόχουν τους κλέφταις μέσα,
να βγή κι' ο Νίκος μια βολά ψηλά 'ς τ’ Αργυροπούλι."
Όσαις μαννούλαις τ' άκουσαν, όλαις κινούν και πάνε.
"Νίκο μ', το πού είν' οι άντρες μας, το πού ναι τα παιδιά μας;
-Οι άντρες σας δεν είν' εδώ, νουδέ και τα παιδιά σας,
πάησαν πέρα 'ς το Χάντακα 'ς το έρημο το Πράβι,
πάν να τροχίσουν τα σπαθιά, να πλύνουν τα τουφέκια."

Β’

Τι έχουν της Ζίχνας τα βουνά και στέκουν μαραμμένα;
Μήνα χαλάζι τα βαρεί, μήνα βαρύς χειμώνας;
Ουδέ χαλάζι τα βαρεί, ουδέ βαρύς χειμώνας,
ο Νικοτσάρας πολεμάει, με τρία βιλαέτια,
τη Ζίχνα και το Χάντακα, το έρημο το Πράβι.
Τρεις μέραις κάνει πόλεμο, τρεις μέραις και τρεις νύχτες,
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι.
Χιόνι έτρωγαν, χιόνι έπιναν και τη φωτιά βαστούσαν.
Τα παλληκάρια φώναξε 'ς τοις τέσσερες ο Νίκος.
"Ακούστε, παλληκάρια μου, λίγα κι’ αντρειωμένα,

βάλτε τσελίκι 'ς την καρδιά και σίδερο 'ς τα πόδια,
κι’ αφήστε τα τουφέκια σας και βγάλτε τα σπαθιά σας,
γιρούσι για να κάμωμε να φτάσωμε το Πράβι."
Το δρόμο πήραν σύνταχα κ' έφτασαν 'ς το γιοφύρι,
ο Νίκος με το δαμασκί την άλυσό του κόφτει,
φεύγουν οι Τούρκοι σαν τραγιά, πίσω το Πράβι αφήνουν.








ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΣΤΑΘΑ

[Μετά την συνομολόγησιν ανακωχής μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας (12 Αυγούστου 1807) ο εν Τενέδω ναυλοχών ρωσικός στόλος έλυσε τον αποκλεισμόν του Ελλησπόντου και ανακαλέσας τας φρουράς εκ των κατειλημμένων νήσων του Αιγαίου, αφήκε τους συναγωνισθέντας μετά των Ρώσων Έλληνας εκθέτους εις την εκδίκησιν των Τούρκων. Ο Αλή πασάς απέλυσε τότε κατά της Θεσσαλίας στίφη πολυαρίθμων Αλβανών, άτινα εδήουν την χώραν και κατέσφαζον τους χριστιανούς. Οι αρματωλοί και κλέφται του Ολύμπου μετά ματαίαν αντίστασιν υπεχώρησαν και κατέφυγον εις την Σκίαθον. Εκεί δε συνενωθέντες μετ' αυτών και εκ της άλλης Ελλάδος οπλαρχηγοί, απεφάσισαν να εξακολουθήσουν τον διακοπέντα υπό των Ρώσων αγώνα και συνεκρότησαν καταδρομικόν στολίσκον, όστις, ότε προσετέθη εις αυτούς και ο διάσημος αρματωλός του Ολύμπου Νικοτσάρας, απετελέσθη εξ 70 πλοιαρίων. Του στολίσκου γενικόν αρχηγόν έταξαν τον Σταθάν, υπηρετήσαντα πρότερον και εις τον ρωσικόν στόλον, αντιναύαρχον δε τον Νικοτσάραν. Ο στολίσκος ούτος ορμητήριον έχων την Σκίαθον, διαιρεθείς δ' εις επτά μοίρας, και αναπετάσας ελληνικήν σημαίαν, προσέβαλλε τα τουρκικά παράλια και τα πλοία και αντιπαρετάσσετο και κατά των πολεμικών σκαφών των Τούρκων. Το επόμενον άσμα περιγράφει μίαν τοιαύτην σύγκρουσιν του πλοίου του Σταθά προς τουρκικήν κορβέτταν.]

Μαύρο καράβ' αρμένιζ 'ς τα μερη της Κασάντρας.
Μαύρα παννιά το σκέπαζαν και τουρανού σημαία.
Κι’ ομπρός κορβέττα μ' άλικη σημαία του προβγαίνει.
"Μάινα, φωνάζει, τα παννιά, ρήξε τοις γάμπιαις κάτου.
-Δεν τα μαϊνάρω τα παννιά κι' ουδέ τα ρήχνω κάτω.
Μη με θαρρείτε νιόνυφη, νύφη να προσκυνήσω;
Εγώ είμαι ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκουβάλα
Τράκο, λεβένταις, δώσετε, απίστους μη φοβάστε. "
Κ' οι Τούρκοι βόλτα έρρηξαν κ' εγύρισαν την πλώρη.
Πρώτος ο Γιάννης πέταξε με το σπαθί 'ς το χέρι.
'Σ τα μπούνια τρέχουν αίματα, το πέλαο κοκκινίζει,
κι' αλλά! αλλάχ οι άπιστοι κράζοντας προσκυνούνε.








ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΩΝ ΛΑΖΑΙΩΝ

[Οι τέσσαρες υιοί του Λάζου (Λαζαίοι, ή τα Λαζόπουλα) Τόλιας, Χρήστος, Νίκος και Κώστας, αρματωλοί του Ολύμπου, είχον μετάσχη μεν της επαναστάσεως του 1807, αλλά μετά την καταστολήν ταύτης υποταχθέντες, οι μεν τρεις παρέμενον εν Ραψάνη, ο δε Κώστας εκρατείτο υπό του Αλή πασά εις τα Ιωάννινα ως όμηρος. Ότε δε κατά το 1812 ανέλαθε το πασαλίκιον της Θεσσαλίας ο υιός του Αλή Βελή πασάς, προέβη εις καταδίωξιν πάντων των παλαιών αρματωλών και των κλεφτών, εφόνευσε τους εν Ραψάνη Λαζαίους (ο εν Ιωαννίνοις Κώστας εφονεύθη μικρόν ύστερον υπό του Αλή), τας δε οικογενείας των απήγαγεν εις Τίρναβον, ήρπαοε δε δια το χαρέμι του την γυναίκα του Κώστα.]


Τρία πουλάκια κάθουνται 'ς τον Έλυμπο 'ς τη ράχη,
τό να τηράει τα Γιάννινα, τάλλο την Κατερίνα,
το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει:
Τι είν’ το κακό που πάθαμε οι μαύροι οι Λαζαίοι;
Μας χάλασε ο Βελή πασάς, μας έκαψε τα σπίτια,
μας πήρε τοις γυναίκες μας, μας πήρε τα παιδιά μας,
'ς τον Τούρναβο τοις πάησε, πεσκέσι του βεζίρη.
Μπροστά παγαίνει η Τόλιαινα, κι’ οπίσω οι συννυφάδες,
κι’ οπίσω οπίσω η Κώσταινα με το παιδί 'ς το χέρι,
σα μήλο, σα τριαντάφυλλο, σα νεραντζιά κομμένη.
Βγαίνουν κυράδες την τηρούν από τα παραθύρια.
«Ποιαις είν’ αυταίς οπόρχουνται 'ς την Πόρτα, 'ς το Σαράϊ;
-Κυράδες τί λογιάζετε, κυράδες, τί τηράτε;
Εμείς είμεστε κλέφτισαις, γυναίκες των Λαζαίων.»

Βελή πασάς αγνάντευε, στέκει και τοις ρωτάει.
"Γυναίκες, που ειν' οι άντροι σας κ' οι καπιταναραίοι;
-Είναι ψηλά 'ς τον Έλυμπο, ψηλά 'ς τα κυπαρίσσια.
-Πάρτε ταις τρεις φλακώστε ταις, βάλτε ταις 'ς το μπουντρούμι,
την Κώσταινα την όμορφη φέρτε την 'ς το χαρέμι.
-Άφες μ', αφέντη μ', άφες με, δυο λόγια να σου κρίνω,
να γράψω μια πικρή γραφή 'ς τον καπετάνιο Κώστα.
"Εσύ, Κώστα μ’, 'ς τον Έλυμπο, ψηλά 'ς τα κυπαρίσσια,
κ' η Κώσταινα 'ς τον Τούρναβο σε τούρκικο χαρέμι."





Τραγούδια της ξενιτιάς


"Η ξενιτειά κι' ο θάνατος αδέλφια λογούνται".




Η ΜΑΝΝΑ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

[Σπανιώτατα αφορμή του εκπατρισμού των νέων είναι διάστασις προς τους οικείους αυτών, τουναντίον δε προς την ξενιτείαν εξωθεί αυτούς συνήθως ή επιθυμία όπως ώφελήσωσι την οικογένειάν των δια του πλούτου, τον όποιον προσδοκώσι ν' άποκτήσωσιν εργαζόμενοι μακράν της πατρίδος των. Οι δε γονείς βαρέως φέρουν τον χωρισμόν και πολλάκις προσπαθούν ν' αποτρέψουν αυτόν. Δια τούτο και εις παραλλαγάς του κατωτέρω άσματος φέρεται η μήτηρ καταρωμένη τον υιόν, αλλά καταρωμένη αυτόν διότι απεφάσισε ν' αποδήμηση. Αλλ' ή κατάρα της μητρός είναι επουσιώδες στοιχείον του άσματος, του οποίου σκοπός είναι η διεκτραγώδησις της βαρείας μοίρας του ξενιτευομένου και της θλίψεως εις την οποίαν είναι βυθισμένη η οικογένειά του αναμένουσα μάτην επί μακρόν χρόνον την επάνοδόν του.

Το άσμα είναι τα μάλιστα διαδεδομένον εις πάσας τας ελληνικάς χώρας, φαίνεται δε πολύ παλαιόν ο κατά τον ΙΕ' ή Ις' αιώνα γράψας το Περί της ξενιτείας στιχούργημα εγίνωσκε πιθανώς αυτό και παρέλαβεν εξ αυτού την εν τέλει εικόνα της αποστολής δια πτηνών γράμματος του θνήσκοντος ξενιτεμένου προς την οικογένειάν του.]


Όλαις οι μάνναις τα παιδιά, όλαις ευκαίς τους δίνουν,
και μια μάννα, κακή μάννα το γιο της καταρειέται.
Διώξε με, μάννα, διώξε με, με ξύλα με λιθάρια,
για να με πάρη το κακό κ' η εντροπή του κόσμου,
να σφίξω τα ματάκια μου, να φύγω από μπροστά σου.
Να πάω κ' εγώ με τα πουλιά και με τα χελιδόνια,
τα χελιδόνια να γυρνούν κ' εγώ να μη γυρίζω.
Θα κάμης χρόνους να με ιδής, καιρούς να μ' απάντησης.
Θά ρθουνε, μάννα μου, οι γιορταίς, οι μεγαλοβδομάδες,
θα πάς μέσα 'ς την εκκλησιά με την καρδιά καμένη,
θα ιδής τοις νιαις, θα ιδής τους νιους, θα ιδής τα παλληκάρια,
και θα στραφής "ς τη μια μεριά, και θα στραφής 'ς την άλλη,
θα βρης τον τόπο μου αδειανό και 'ς το στασίδι μου άλλον,
θα σ' έρθη δίψα 'ς την καρδιά και κάψα μέσ' 'ς ταχείλι,
θα θολωθούν τα μάτια σου τηράγοντα τοις στράταις,
και θα στεγνώση η γλώσσα σου ρωτώντας τους διαβάταις:
"Διαβάταις, πού δαιβαίνετε, περάταις, πού περνάτε,
μην είδετε το γιούλη μου, το μοναχό παιδί μου;
-Κι' ανίσως κι' αν τον είδαμε, μαύρη ορφανή μαννοϋλα,
πούθε να τον γνωρίσουμε; για πες μας τα σημάδια.
-Ψηλό λιγνό έχει το κορμί, ίσιο σαν κυπαρίσσι,
σα δυο βουνά είναι οι πλάταις του, σαν κάστρο η κεφαλή του,
σα νερατζούλα φουντωτή φουντώνουν τα μαλλιά του.
-Εψές προψές τον είδαμε 'ς τον άμμο ξαπλωμένο,
είχε τα θύκια πάπλωμα και τους αφρούς σεντόνι,
τα χοχλιδάκια του γιαλού είχε για προσκεφάλι.
Μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι' άσπρα τον τριγυρίζαν,
κ' ένα πουλί, καλό πουλί με τα φτερά ασημένια,
σαν άνθρωπος εδάκρυζε και τον μοιρολογούσε.
"Πού είναι, ξένε μ', η μάννα σου και που είναι κ' η καλή σου,
να κλάψουνε τα νιάτα σου να σιάσουν το κορμί σου;"
Και κείνος αποκρίθηκε με τα ψημένα χείλη.
"Φάγε και συ, καλό πουλί, απ' αντρειωμένου πλάταις,
φάγε από πόδια γλήγορα και χέρια προκομμένα,
φάγε, πουλί, απ' τη νιότη μου, φάγε κι' απ' την αντρεία μου,
φάγε κι' απ' τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα,
οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κελαϊδοϋσαν.
-Δε θέλω γω απ' τη νιότη σου κι' ούτε κι' απ' την αντρεία σου,
ούτε κι' από τη γλώσσα σου την αηδονολαλούσα,
οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κελαϊδοϋσαν,
γιατί είμαι από τον τόπο σου κι' από τη γειτονιά σου.
-Μα αν είσαι από τον τόπο μου κι' από τη γειτονιά μου,
χαμπήλωσ' τοις φτερούγαις σου τρία λόγια να σου γράψω,
το να να πας της μάννας μου, τάλλο της αδερφής μου,
το τρίτο το φαρμακερό να πας της ποθητής μου.
Να το διαβάζη η μάννα μου, να κλαίη η αδερφή μου,
να το διαβάζη η αδερφή, να κλαίη η ποθητή μου,
να το διαβάζη η ποθητή, να κλαίη ο κόσμος όλος."




"Σ' αφήνω γεια, μαννούλα μου, σ' αφήνω γεια, πατέρα,
έχετε γεια, αδερφάκια μου και σεις ξαδερφοπούλαις.
Θα φύγω, θα ξενιτευτώ, θα πάω μακριά 'ς τα ξένα.
Θα φύγω, μάννα, και θα ρτώ και μην πολυλυπειέσαι.
Από τα ξένα που βρεθώ, μηνύματα σου στέλνω
με τη δροσιά της άνοιξης, την πάχνη του χειμώνα,
και με ταστέρια τουρανοϋ, τα ρόδα του Μαΐου.
Θανά σου στέλνω μάλαμα, θανά σου στέλνω ασήμι,
θανά σου στέλνω πράματα, π' ουδέ τα συλλογειέσαι.
-Παιδί μου, πάαινε 'ς το καλό κι' όλοι οι αγιοί κοντά σου,
και της μαννούλας σου η ευχή να είναι για φυλαχτό σου,
να μη σε πιάνει βάσκαμα και το κακό το μάτι.
Θυμήσου με, παιδάκι μου, κ' εμέ και τα παιδιά μου,
μη σε πλανέση η ξενιτειά και μας αλησμονήσης.
-Κάλλιο, μαννοϋλα μου γλυκεία, κάλλιο να σκάσω πρώτα,
παρά να μη σας θυμηθώ 'ς τα έρημα τα ξένα."

Δώδεκα χρόνοι απέρασαν και δεκαπέντε μήνες,
καράβια δεν τον είδανε, ναύταις δεν τόνε ξέρουν.
Πρώτο φιλί αναστέναξε, δεύτερο τον πλανάει,
τρίτο φιλί φαρμακερό τη μάννα αλησμονάει.



Την ξενιτειά, την άρφανιά, την πίκρα, την άγάπη,
τα τέσσαρα τα ζύγιασαν, βαρύτερα ειν' τα ξένα.
Ο ξένος εις την ξενιτειά πρέπει να βάνη μαύρα,
για να ταιριάζη η φορεσιά με της καρδιάς τη λάβρα.




Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο,
η ξενιτειά σε χαίρεται κ' εγώ χω τον καϊμό σου.
Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδήσω;
Μήλο αν σου στείλω σέπεται, τριαντάφυλλο μαδειέται,
σταφύλι ξερογιάζεται, κυδώνι μαραγκιάζει.
Να στείλω με τα δάκρυα μου μαντήλι μουσκεμένο,
τα δάκρυα μου είναι καυτερά, και καίνε το μαντήλι.
Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδησω;

Σηκώνομαι τη χαραυγή γιατί ύπνο δεν ευρίσκω,
ανοίγω το παράθυρο, κυττάζω τους διαβάταις,
κυττάζω τοις γειτόνισσαις και τοις καλοτυχίζω,
πώς ταχταρίζουν τα μικρά και τα γλυκοβυζαίνουν.
Με παίρνει το παράπονο, το παραθύρι αφήνω,
και μπαίνω μέσα, κάθομαι, και μαύρα δάκρυα χύνω.



"Νεραντζούλα φουντωμένη, πού είναι τάνθη σου,
πού είναι η πρώτη σου ομορφάδα και τα κάλλη σου;
-Φύσηξε βοριάς αέρας και τα τίναξε,
κ' η φουρτούνα του πελάγου τ' άποχάλασε.
Σέ παρακαλώ, βοριά μου, φύσα ταπεινά,
για ταπείνωσ' την αντάρα και τον κορνιαχτό
τη βοή σου τη μεγάλη και τον αχητό,
για ν' αράξουν τα καράβια τα σπετσιώτικα,
νά ρθουν και τα παλληκάρια τα νησιώτικα.
Όλα τα καράβια αράξαν, κι' όλα φάνηκαν,
κι' ο λεβέντης ο δικός μου δεν εφάνηκε,
και ποιος ξέρει σε τι κύμα δέρνει να πνίγη;
-Και δεν κλαις την ομορφιά σου, κόρη νόμορφη,
μόνε κλαις τον ταξιδιώτη που σ' απάριασε;
Τάχα ποιάν θενά φιλήση τα μεσάνυχτα,
τάχα ποιαν θεν' αγκαλιάση το ξημέρωμα;"



Ένα πουλί θαλασσινό κι' άλλο πουλί βουνίσιο,
τα δυο πουλιά μαλώνανε 'ς του σταυραϊτού, τον τόπο.
Γυρίζει το θαλασσινό και λέγει του βουνίσιου.
"Μη με μαλώνης, βρε πουλί, και μη με παραδιώχνης,
τι εγώ πολύ δεν κάθομαι 'ς τον τόπο το δικό σου,
Αν κάτσω Μάη και Θεριστή κι' όλον τον Αλωνάρη,
κι' αν πάρω κι' απ' τον Αύγουστο, τον Τρυγητή μισσεύω,
κι' αφήνω γεια 'ς τοις όμορφαις και γεια 'ς τοις μαυρομάταις
κ' εγώ πάγω 'ς τον τόπο μου, γυρνώ 'ς τους εδικούς μου."



Τώρα είναι Μάης κι' άνοιξη, τώρα είναι καλοκαίρι,
τώρα φουντώνουν τα κλαδιά κι' ανθίζουν τα λουλούδια.
Τώρα κι' ο ξένος βούλεται 'ς τον τόπο του να πάγη.
Νύχτα σελλώνει τάλογο, νύχτα το καλλιγώνει,
φκειάνει ασημένια πέταλα, καρφιά μαλαματένια,
βάνει τα φτερνιστήρια του, ζώνει και το σπαθί του.
Κ' η κόρη, οπού τον αγαπάει, κρατεί κερί και φέγγει,
με τό να χέρι το κερί, με τάλλο το ποτήρι,
κι' όσα ποτήρια τον κερνάει, τόσαις βολαίς του λέγει:
"Πάρε μ', αφέντη, πάρε με, πάρε κ' έμέ κοντά σου,
να μαγευρεύω να δειπνάς, να στρώνω να κοιμάσαι,
να γένω γης να με πατάς, γιοφύρι να διαβαίνης,
να γένω κι' ασημόκουπα να πίνης το κρασί σου,
εσύ να πίνης το κρασί κ' εγώ να λάμπω μέσα.
-Κει που πηγαίνω, λυγερή, γυναίκες δε διαβαίνουν,
εκεί είναι λύκοι 'ς τα βουνά και κλέφταις 'ς τα δερβάνια,
και σένα παίρνουν, κόρη μου, και μένα με σκλαβώνουν."







Η ΜΑΓΙΣΣΑ

[Το τραγούδι της μάγισσας είναι αλληγορικόν. Μόνον ανεξήγητος δύναμις, εξ υπερφυσικής ενεργείας προερχομένη, είναι ικανή να κρατήση τον ξενιτευμένον επϊ πολύν χρόνον μακράν του τόπου του και να διάρρηξη τους ισχυρούς δεσμούς της στοργής προς την οικογένειάν του. Και παρίσταται ούτος ματαίως αγωνιζόμενος να υπερνίκηση τα παρεμβαλλόμενα εις την εκπλήρωσιν του πόθου της επανόδου εμπόδια και υφιστάμενος μετά δυσφορίας την επήρειαν της δυνάμεως εκείνης. Αι γοητείαι, τας οποίας ευρίσκει εις την ξενιτειάν, τον δεσμεύουν εις αυτήν, Αλλ' όμως είναι ανίσχυροι να εμβάλουν εις αυτόν την λήθην προσφιλών υπάρξεων, και η διάνοιά του είναι πάντοτε προς ταύτας εστραμμένη. Ούτω και τον ομηρικόν Οδυσσέα, κατέχουσα εις την νήσον της έθελγεν η νύμφη Καλυψώ "μαλακοίσι και αιμυλίοισι λόγοισιν όπως Ιθάκης επιλήσεται", ενώ εκείνος επόθει "και καπνόν αποθρώσκοντα νοήσαι ης γαίης."

Αλλ' όταν μετά μακροχρόνιον εγκατάλειψιν επανέλθη ο ξενιτευμένος εις τους κόλπους της οικογενείας του, το τραγούδι διασκευάζεται άλλως. Μία παραγγελία, εις τρυφερός λόγος της έγκαταλελειμμένης καλής του, φθάνει εις τας ακοάς αυτοϋ, και έχει την δύναμιν να διαλύση τα μάγια και να τον επαναφέρη εις την πατρίδα.]


Μαύρα μου χελιδόνια απ' την έρημο,
κι' άσπρα μου περιστέρια της ακρογιαλιάς,
αυτού ψηλά που πάτε κατ' τον τόπο μου,
μηλιά χω 'ς την αυλή μου και κονέψετε,
και πητε της καλής μου, της γυναίκας μου:
Θέλει καλόγρια ας γίνη, θέλει ας παντρευτή,
θέλει τα ρούχα ας βάψη, μαύρα να ντυθή,
να μη με παντυχαίνη, μη με καρτερή.
Τι εμένα με παντρέψαν δω 'ς την Αρμενιά,

και πήρα Αρμενοπούλα, μάγισσας παιδί,
οπού μαγεύει τάστρη και τον ουρανό,
μαγεύει τα πουλάκια και δεν απετούν,
μαγεύει τα ποτάμια και δεν τρέχουνε,
τη θάλασσα μαγεύει και δεν κυματεί,
μαγεύει τα καράβια και δεν αρμενούν,
μαγεύει με κ' εμενα και δεν έρχομαι.
Όντας κινάω για νά ρθω, χιόνια και βροχαίς,
κι' όντας γυρίζω πίσω, ήλιος ξαστεριά.
Σελλώνω τάλογό μου, ξεσελλώνεται,
ζώνομαι το σπαθί μου και ξεζώνεται,
πιάνω γραφή να γράψω και ξεγράφεται.





Παραλογαίς

"Εις τα εθνικά εκείνα άσματα
των Ελλήνων, όσα ύπόθεσιν έχουν
ιδεώδη ή πεπλασμένην, η φαντασία
του λαού εκδηλώνεται μετά περισσής
ποικιλίας, ελευθερίας και δυνάμεως".
(Fauriel)








ΤΟ ΔΟΚΙΜΙΝ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
[δοκίμιν=δοκιμή]


Σαράντα δυο αρχοντόπουλα μια κόρη ναγαπούσαν,
κόρη πανώρια κι' όμορφη και 'ς τα φλωριά χωσμένη.
Κι' όλοι νεκαλεστήκανε μια μέρα για να πάνε.
Γεμίζου οι στάβλοι νάλογα, τα παραθύρια σέλλαις,
και τα πορτοπαράθυρα σκάλαις και χαλινάρια.
Στρώνει την τάβλα να γευτούν πολλώ λογιώ τραπέζι.
"Τρώτε και πίνετε, άρχοντες, κ' εγώ να σας φηγούμαι.
Μέσα 'ς το περιβόλι μου, 'ς τη μέση της αυλής μου,
μάρμαρο νέχει ο αφέντης μου, δοκίμιν της αγάπης,
κι' όποιος βρεθή και πιάση το, κι' οπίσω του το ρήξη,
εκείνος είναι ο άντρας μου κ' εγώ είμαι η ποθητή του."
Κι' ούλοι μονοσυνάγουνται, κι' ούλοι το δοκιμάζουν,
κ' ένας το παίρνει δάχτυλο, κι' άλλος μούτε καθόλου,
και της Μαριάς ο ψυχογιός, τάξιο το παλληκάρι,
μονοχεριάρι τό πιασε κι' οπίσω του το ρίχτει.
"Εγώ είμαι, κόρη, ο άντρας σου και συ είσαι η ποθητή μου".








Τ' ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΑΔΕΡΦΙΑ Κ' Η ΚΑΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ


Άλλο τι δεν εζήλεψα μέσ' 'ς τον απάνου κόσμο,
παρά το γλήγορο άλογο και το γοργό ζευγάρι,
και τη γυναίκα την καλή, νοπού τιμάει τον άντρα.
Ήταν δυο αδέρφια γκαρδιακά και πολυαγαπημένα,
κι' ο πειρασμός εβάλθηκε για να τα ξεχωρίση.
Αγάπησε ο μικρότερος του πρώτου τη γυναίκα,
και ντρέπεται να της το πη, ναν της το μολογήση.
Μα μια γιορτή, μια Κυριακή, μια πίσημη νημέρα,
που βγήκε η κόρη από λουτρό κι' ο νιος από μπαρμπέρη
και συναπαντηθήκανε σε ξέχωρο σοκάκι,
εξεδιαντράπη και της λέει και της το φανερώνει.
"Νύφη μου, σάμπως σ' αγαπώ, νύφη, σάμπως σε θέλω.
-Εσύ το θέλεις μια φορά κ' εγώ το θέλω δέκα,
μ' ά μ' αγαπάς σα σ' αγαπώ, και θες με σα σε θέλω,
τον αδερφό σου σκότωσε κ' έλα για να με πάρης.
-Και τι αφορμή να τού βρω γω, για να τόνε σκοτώσω;
-Σύρτε για να μοιράσετε το πατρικό σας χτήμα,
από τοις άκραις δώσε του κι' απ' τους παλιούς τους όχτους,
κι' όπου καλά και καρπερά 'ς το μέρος το δικό σου,
κι' όπου άκρη και περίτραφος 'ς το μέρος το δικό του,
κ' εκείνος είν' αράθυμος, ρήξε και σκότωσέ τον."

Το μαύρο καβαλλίκεψε και 'ς το χωράφι πάγει.
"Ήρτε καιρός, μπρε Κωσταντή, καιρός να χωριστούμε,
έλα για να μοιράσουμε το πατρικό μας χτήμα.
Από ταις άκραις πάρε συ κι' απ' τους παλιούς τους όχτους
κι' όπου καλά και καρπερά 'ς το μέρος το δικό μου,
κι' όπου άκρη και περίτραφος 'ς το μέρος το δικό σου.
-Γιατί, γιατί, αδερφούλη μου, να πάρω από τοις άκραις;
γιατί να μη μοιράσουμε καθώς μοιράζουν όλοι;
-Πάρ' απ' τοις άκραις, Κωσταντή, γιατί θα σκοτωθούμε.
-Χαλάλι σου, αδερφούλη μου, κι' όλα δικά σου νά ναι,
παρά να ξεχωρίσουμε, πάρε και το δικό μου."
Τον πήρε το παράπονο, είδε ταδίκημά του,
τραυειέται σε παράμερο, και κάθεται και κλαίει.
Το μαύρο καβαλλίκεψε και 'ς το χωριό γυρίζει,
τη νύφη του νεφώναξε, τη νύφη του φωνάζει.
"Γλήγορα, νύφη μου, νερό, να πλύνω το σπαθί μου.
Τον αδερφό μου σκότωσα και το χω ματωμένο."
Κι' αυτή απ' την πολλή της βία κι' άπ' την πολλή χαρά της,
το μαστραπά φτυς άρπαξε, κρασί ήτανε γιομάτος,
τη σκάλα νεκατέβηκε, νερό για να του χύση.
"Αχ τα μαλλιά την άρπαξε, λιανά λιανά την κόβει.








ΤΟΥ ΜΑΥΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΔΕΡΦΗΣ ΤΟΥ

[Το στοίχημα περί της δοκιμασίας της αρετής γυναικός και της αδίκου δυσφημήσεως αυτής έχουν υπόθεσιν παραμύθια και άσματα πολλών λαών, και πολλαί υπάρχουν λογοτεχνικαί διασκευαί αυτής, των οποίων ονομαστότεραι είναι αι του Βοκακίου εν τη Δεκαημέρω και του Σαίξπηρ. Αι πλείσται των παραλλαγών αναφέρουν δοκιμασίαν της πίστεως εγγάμου γυναικός, αλλά το άσμα του Μαυριανοΰ καθώς και σικελικά παραμύθια δοκιμασίαν αγάμου αδελφής, και εν αυταίς ο πεποιθώς εις την αγνότητα ταύτης αδελφός μέλλει να υποστή την εσχάτην ποινήν δια την απώλειαν του στοιχήματος, σώζει δ' αυτόν η αδελφή. Είς τινας δ' όμως παραλλαγάς του ελληνικού άσματος και εις εν έλληνικόν παραμύθιον της Σμύρνης πρόκειται επίσης περί δοκιμασίας της αρετής της συζύγου του στοιχηματήσαντος.
Το άσμα έχει τινά συνάφειαν προς τακριτικά. Τα ονόματα των προσώπων, όπου αναφέρονται ονόματα, είναι τα γνωστά εξ ακριτικών ασμάτων, είς τινας μάλιστα παραλλαγάς ονομαστί μνημονεύεται ο Διγενής.]

Εδά τραπέζι νόμορφο, με καμουχά στρωμένο.
Ο βασιλιάς κι' ο Μαυριανός κι' ο Μικροκωσταντϊνος
αντάμα τρώγαν κ' έπιναν 'ς του πλάτανου τη ρίζα.
Κι' αθιβολαίς δεν είχανε κι' αθιβολαίς εφέραν
απάνω για τοις όμορφαις και για τοις τιμημέναις.
Εκεϊ έφερε κι' ο Μαυριανός παίνεμα τς αδερφής του.
"Ωσάν το ρόδο τ' ανοιχτό, το μανουσάκι τάσπρο,

έχω κ' εγώ μιαν αδερφή, μ' αλήθεια δεν πλανειέται."
Κι' ο βασιλιάς σαν τάκουσε γυρίζει και του λέει:
"Αν την πλανέσω, Μαυριανέ, τι στοίχημα θα χάσης;
-Αν την πλανέσης, βασιλιά, πάρε μου το κεφάλι,
μα πάλι κι' α δεν πλανεθή τι είναι το στοίχημά σου;
-Βάνω το βασιλίκι μου με τη χρυσή κορώνα.
Εννιά μουλάρια εφόρτωσε νασήμι και λογάρι,
της Αρετής τα προβοδά με τον επιστολάρη.
"Καλό 'ς το νιο που τά φερε, να ζήση οπού τα στέλνει,
ο Μαυριανός νά ναι καλά και θα τα ξαντιμέψη.
-Ο ρήγας που σ' αγάπησε ξαντίμεμα δε θέλει,
μόν' τά στειλε για να σε ιδή, δυο λόγια να σου κρίνη.
-Άμε, χαιρέτα μού τονε, κι' όποτε θέλη ας έρθη."
Άκουσε η κόρη τους σκοπούς, την πονηριά γνωρίζει,
τα χέρια της κάνει σταυρό 'ς της βάγιας της πηγαίνει.
Εσύ είσαι βάγια η μάννα μου, εσύ είσαι κ' η αδερφή μου,
εσύ πρωταξαδέρφη μου, τώρα να με τίμησης.
Έλα, βάγια μου, συ κυρά, κ' εγώ βάγια δική σου,
έμπα, βάγια, 'ς την κάμαρη, κ' εγώ 'ς το μαγερειό σου,
τα ρούχα μου τα νυφικά εσένα να τα δώσω,
την κλίνη μου τη νυφικιά εσένα να τη στρώσω,
κι' ό,τι σου κάνει ο βασιλιάς όλα να τα πομείνης,
το χάρισμα του βασιλιά δικό σου ν' απομείνη.
-Εγώ βάγια γεννήθηκα και βάγια θα πεθάνω,
και βάγια θα τον αρνηστώ τον κόσμο τον απάνω.
" Σταυρό δένει τα χέρια της 'ς τη δούλα της πηγαίνει.
"Δούλα χρυσή, δούλα αργυρή, δούλα μ' αγαπημένη,
για βγάλε συ τα ρούχα σου και βάλε τα δικά μου,
και σύρε νύχτα πλάγιασε 'ς την ιδική μου κλίνη,
βραδύ θενά ρθη ο βασιλιάς να κοιμηθήτε αντάμα.
-Εγώ δούλα γεννήθηκα κι' ό,τι μου πής θα κάμω,
δω μου κυρά τα ρούχα σου και πάρε τα δικά μου.
" Παίρνει η κυρά τα ρούχα της και βάνει τα δικά της,
της δένει την πλεξούδα της με το μαργαριτάρι,
της βάνει και 'ς το δάχτυλο νόμορφο δαχτυλίδι,
της στρώνει το κρεβάτι της με τα χρυσά σεντόνια,
και βάνει για προσκέφαλο τάστρα με το φεγγάρι.
"Δούλα κι' αν είσαι δούλα μου κι' αν είμαι εγώ δίκη σου,
ό,τι σου κάμη ο βασιλιάς όλα να τα πομείνεις,
κι' α σου μιλήση μη μιλής κι' αν κρίνει μην του κρίνης."

Ακόμη ο λόγος έστεκε κι' ο βασιλιάς προβαίνει,
με σείσμα και με λύγισμα τη σκάλα νανεβαίνει,
κι' από το χέρι την αρπά. 'ς την κάμερα τη βάνει.
Από βραδύς επαίζανε με γέλοια με κανάκια,
και μέσα τα μεσάνυχτα και τοις γλυκαίς αυγίτσαις,
της παίρνει από το δάχτυλο τ' ώριο το δαχτυλίδι,
κόβει και την πλεξούδα της με το μαργαριτάρι,
και παίρνει τα και βάνει τα 'ς ολόχρυσο μαντήλι.

Και την αυγή χαρούμενος 'ς το φόρο κατεβαίνει.
"Γεια σας, χαρά σας, άρχοντες κι' όλο ταρχοντολόγι.
Πού είν' τονε αυτός ο Μαυριανός ο πολυπαινεσιάρης,
πόχει την τίμια ναδερφή, π' αλήθεια δεν πλανειέται;
Εδώ είναι τα σημάδια μου, εδώ κ' η απόφαση μου."
Επήρανε το Μαυριανό να παν να τον κρεμάσουν.
"Φέρτε την αδερφούλα μου για την απόφαση μου."
Μαντάτα πάνε κ' έρχουνται 'ς της Αρετής την πόρτα,
'ς το φόρο για να κατεβή, τι ο Μαυριανός χαλειέται.
Εντύθηκε, στολίστηκε 'ς το φόρο κατεβαίνει.
Χίλιοι κρατούν το φόρεμα, χίλιοι τον καμουχά της,
τριακόσιοι το μαγνάδι της, να μην την κάψη ο ήλιος.
"Γεια σας, χαρά σας, άρχοντες κι' όλο ταρχοντολόγι.
Αυτόνε με τα κόκκινα ποτέ μου δεν τον είδα.
-Δε μ' είδες, δε με γνώρισες, μια χιλιοπομπεμένη,
που ψες εβραδιαστήκαμε 'ς ένα προσκεφαλάδι;
Από βραδύς επαίζαμε με γέλοια με κανάκια,
και μέσα τα μεσάνυχτα και τοις γλυκειαίς αυγίτσαις,
της κόβω την πλεξούδα της με το μαργαριτάρι,
της παίρνω από το δάχτυλο τ' ώριο το δαχτυλίδι."
Σειέται λυγειέται η λυγερή, γεμίζει η γης λουλούδια.
"Ποιανής λείπει η πλεξούδα της με το μαργαριτάρι;"
Και πάλι ματασείστηκε, γεμίζει η γης ζαφείρια.
Για ιδέτε σεις οι άρχοντες κι' όλο ταρχοντολόγι,
λείπει το δαχτυλίδι μου και τα σγουρά μαλλιά μου,
ή λείπει από τα μάγουλα η ροδοκοκκινάδα;
ετότες να τον πνίξετε το Μαυριανό 'ς τη φούρκα,
κ' εμέ τρίδιπλη βάλετε εις το λαιμό καδένα.
Μα σένα δε σου πρέπει πιο νά χης το βασιλίκι.
Με τη δουλεύτρα μου έπεσες και δούλος μου λογάσαι,
και πάρε το μουλάρι μας να πάς να φέρης ξύλα."








ΤΗΣ ΑΠΟΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗΣ

[Εις πλήρεις παραλλαγάς του κατωτέρω άσματος η κόρη οδηγεί τον εραστήν πώς να εισχωρήση εις την οικίαν την νύκτα, χωρίς να τον εννοήσει κανείς των οικείων της. Τας υπονοίας της μητρός της, εγερθείσας εκ θορύβου εν τη κλίνη της κόρης, αποτρέπει αύτη δια διαφόρων προφάσεων. Το πρώτον δε τούτο μέρος του άσματος έχουν μόνον παραλλαγαί τινες, παραλείπουσαι τα κατά την ασθένειαν της κόρης εκ της εγκαταλείψεως του εραστού και τα της συνδιαλλαγής δια της μεσιτείας προθύμου φίλης. Είς τινας παραλλαγάς παρατηρείται συμφυρμός προς το άσμα της κουμπάρας πόγινε νύφη και προς άλλα τινά άσματα.]


Μια Λυγερή βαριαρρωστά, μια λυγερή πεθαίνει
για ενός αγούρου αγκάλιασμα, για ενός αγούρου αγάπη,
για ενός σγουρού, για ενός ξανθού, για ενός αγγελομάτη.
Και τρεις καλαίς συντρόφισσαις επήγαν να τη δούνε.
Η μιά κατσε 'ς την κλίνη της, κ' η γι άλλη 'ς το πλευρό της,
και κείνη οπού την αγαπά εις το προσκέφαλό της.
Η μια άρχισε να της μιλή, κ' η άλλη να τη βρίζη,
και κείνη που την αγαπά καλά την ξαγορεύει.
"Κ’ εμείς δεν αγαπήσαμε αγώρι σαν και σένα;
κάμαμε σιδερή καρδιά, ταυτιά μας μολιβένια,
κ' εμείς σαν αγαπήσαμε νελησμονήσαμέ τους,
και συ, κόρη μ', αγάπησες και θέλεις να πεθάνης;
-Και σεις αν αγαπήσατε, ήτανε παλληκάρια,
μα γω το νιο που αγάπησα, του κόσμου διωματάρης,
είχε του Φράγκου λύγισμα, του Βενετσάνου χάρη.
-Πε μου, κόρη, πού κάθεται να πάω να σου τον φέρω.
-Κάτω 'ς τους κάμπους που θωρείς, 'ς τα πράσινα λιβάδια,
που ναι τα δέντρα ολόχρυσα κ' οι ρίζαις ασημένιαις,
εκειδά μέσα κάθεται ο απολησμονιάρης,
όπου μ' απολησμόνησε και πιο δε με θυμάται.
-Κάμε αλουσιά και λούσε με, χτένι και χτένισε με,
και πλέξε τα μαλλάκια μου να πάγω να τον εύρω.
-Λούω σε και χτενίζω σε, φοβούμαι μην τον πάρης.
-Όχι να ζω, συντρόφισσα, δεν είμαι εγώ από κείναις,
μαλώτρα και δικάτρα μαι και πάω να τον μαλώσω."
Και παίρνει το δρομί δρομί και πήε και τον ηύρε.
Κ' εκείνος όσον κ' είδε την επροσηκώθηκέ την.
"Καλό 'ς τηνε τη λυγερή, καλό 'ς την την κυρά μου,
καλό 'ς τη βέργα τη λιγνή, αντάμα μου να μείνη.
-Δεν είμαι εγώ σαν που θαρρείς, δεν είμαι σαν που ξέρεις,
μαλώτρα και δικάτρα μαι, κ' ήρτα να σε μαλώσω,
οπ' αγαπάς αρχόντισσα κι' αρχοντοπούλας κόρη,
τη νύχτα την αλησμονείς και φήνεις τη και φεύγεις.
-Για ποια μου λες, για ποια λαλείς, για ποια μου συντυχαίνεις;
για μια ξανθή, για μια λιγνή, μια χαμηλοβλεπούσα,
οπού γελά και πέφτουνε τα ρόδα 'ς την ποδιά της;
-Σαν την παινάς, αφέντη μου, πώς την αποξεχάνεις;
-Είπα σου τα παινέματα, να πω και τα ψεγάδια;
Αν της μιλήσω κλαίει μου, κι' αν της ειπώ θυμώνει,
κϊ' αν τήνε κάνω τίποτα, της μάννας της το λέει,
-Κείνη έμωσεν, αφέντη μου, πιο της να μη το κάμη.
Σήκω να πα την εύρωμε, γιατί η ψυχή της βγαίνει."

Επήραν το δρομί δρομί να πάνε να την εύρουν.
Και πρόβαλεν η λυγερή από το παραθύρι.
"Καλό 'ς τον ήθελα να δω, τον πεθυμούσα νά ρθη,
καλό 'ς τον το βασιλικό με τα χρυσά του τάνθη.
-Επαίνεσές με, αγάπη μου, προτού να σε παινέσω,
θάλασσα με τα κάτεργα, μπαξέ με τα λουλούδια,
βρύση μου με το κρύο νερό, μ' ολόχρυσα σουλούνια."

Επήγαν κ' επαντρέψαν τους κάτω 'ς τον άη Γιάννη,
με τετρακόσους άρχοντας, με τριάντα δεσποτάδες,
με το Φουκά τον μπάρμπα του κ' έπιασε τα στεφάνια.
Τη γης εστρώσαν κόκκινη κ' έπαψαν οι καμπάναις,
όταν τον ευλογούσανε οι τριάντα δεσποτάδες,
κ' εσάστισεν η γειτονιά, εσάστισε κ" η κόρη.








ΤΗΣ ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ ΠΟΓΙΝΕ ΝΥΦΗ

[Την δύναμιν και την διάρκειαν του πρώτου έρωτος εκθειάζουν και παροιμίαι και πολλά κωμαστικά άσματα. "Καινούργια αγάπη χάνεται, παλιά δε λησμονειέται." Και εις σύγκρουσιν του πρώτου προς νέους έρωτας κατισχύει ούτος. Τοιαύτην υπόθεσιν έχει και το κοινότατον εις την Ελλάδα άσμα της εγκαταλειφθείσης ερωμένης, ήτις κληθείσα να στεφανώση τον αγαπητικόν της νυμφεύεται αυτόν, μετανοήσαντα κατά την τέλεσιν των γάμων. Παραπλησίαν δ' υπόθεσιν έχουν και άσματα άλλων ευρωπαϊκών λαών, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, αγγλικά, σκωτικά, δανικά, νορβηγικά, σουηδικά. Εκ παλαιοτάτων δε πιθανώς σκανδιναυικών ασμάτων παρέλαβε και ο χρονογράφος Σάξων ο γραμματικός τον περί της Σειγφρίδας και του βασιλόπαιδος Οθάρ μύθον.
Αι καππαδοκικαί παραλλαγαί του ελληνικού άσματος δεικνύουν ότι είναι ακριτικόν, ή ότι επήλθε συμφυρμός αυτού προς τακριτικά, διότι ο ήρως εν ταις παραλλαγαίς ταύταις είναι ο Ακρίτας.]


Έχω και μήνες και καιρούς τον αγαπώ δεν είδα,
τώρα τον βλέπω κ' έρχεται κάτω 'ς ανήλιο κάμπο,
άνθη τον τριγυρίζουνε και μόσχοι τον μυρίζουν,
και τα σγουρά του τα μαλλιά το νου μου συνεπήραν.
"Πού ήσουν, λεβέντη μ' όμορφε και πολυαγαπημένε;
-Καλή σου ημέρα, πέρδικα, χρυσής αυγής τρυγόνα.
Κόρη, κλειδιά σ' αγόρασα κι' αντίκλειδα σ' αφήνω,
κλείδωσε την καρδούλα σου κι' απόμενε τους πόνους.
Ο κύρης μου κ' η μάννα μου μου τοίμασαν το γάμο,
κι" α δεν περηφανεύεσαι έλα να μπής κουμπάρα.
-Πάω να το πω της μάννας μου κι' ότι μου ειπή θα κάμω."

Κινάει και πάει 'ς τη μάννα της σα μήλο μαραμμένο.
"Μάννα μου, με καλέσανε να πάω να στεφανώσω
το νιον οπού καρτέραγες άντρα για να τον πάρω.
-Και πώς το λες, παιδάκι μου, να πας να στεφανώσης;
Έχεις ποδάρια να σταθής και μάτια ν' αντρανίσης;
έχεις και γοργοδάχτυλα ν' αλλάξης δαχτυλίδια,
και χέρια γοργογύριστα να στεφανογυρίσης;
-Έχω ποδάρια να σταθώ και μάτια ν' αντρανίσω,
έχω και γοργοδάχτυλα ν'αλλάξω δαχτυλίδια,
και χέρια γοργογύριστα να στεφανογυρίσω.
Μάννα μου, ταποφάσιοα, θα πάω να στεφανώσω,
και θε να κάμω υπομονή, γερή καρδιά θα δείξω.
-Σύρε, παιδί μου, 'ς το καλό και 'ς την καλή την ώρα,
και να γιομίση, η στράτα σου τριαντάφυλλα και ρόδα."

Έκατσε κ' εστολίστηκε τρεις μέραις και τρεις νύχτες.
Βάζει τον ουρανό μαντί, τη θάλασσα μαγνάδι,
τον ήλιο βάζει πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
και του κοράκου το φτερό βάζει καμαροφρύδι,
την όχεντρα την πλουμιστή κορδέλλα 'ς τα μαλλιά της,
τον άμμο τον αμέτρητο ρήχνει μαργαριτάρι.
Κάνει στεφάνια ολόχρυσα, λαμπάδες άσημένιαις
και δαχτυλίδι πυργωτό της νύφης να χαρίση.
Παίρνει και πάει 'ς την εκκλησιά ν' αρραβωστεφανώση.
Βάγιαις την πάνε από μπρος και βάγιαις από πίσω
και βάγιαις απ' τα δυο πλευρά να μη την πιάση ο ήλιος.
'Σ το δρόμον όπου πήγαινε τα μονοπάτια ανθούσαν.
Κι' ωσάν την είδε η εκκλησιά απ' άκρη 'ς άκρη σείστη.
Παπάς την είδε κ' έσφαλε, διάκος κι' αποξεχάστη,
τα ψαλτικά τους έχασαν ψάλταις και καλανάρχοι.
Ωσάν την είδε ο νιόγαμπρος έπεσε κ' ελιγώθη.
"Παπά, για ματασήμανε, παπά, για ματαψάλλε,
και γύρισε τα στέφανα και βάλ' τα 'ς την κουμπάρα."
Κ' η νύφη απολογήθηκε με το καμένο χείλι,
"Σύρε να πάμε, μάννα μου, και 'ς τόνειρό μου το είδα,
χρυσόν αϊτόν εβάσταγα κι' άλλη μου τόνε πήρε.
Τα ρούχα μου 'ς την εκκλησιά, κ' εγώ 'ς το μοναστήρι,
κι' όσο τον χάρηκα κ' εγώ να τον χαρή κ' εκείνη."

Την ξαγναντεύει η μάννα της απ' ώριον παραθύρι.
"Καλό 'ς τη θυγατέρα μου, τη φωτογεννημένη,
κουμπάρα την εστόλιζα και νύφη κατεβαίνει."








Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

[Το θέμα της αναγνωρίσεως του μετά μακροχρόνιον αποδημίαν επανερχομένου ανδρός και της εν τω οίκω προσδοκώσης την επάνοδον αυτού συζύγου, είναι διεσκευασμένο εις τα άσματα του ελληνικού λαού εις τρεις κυρίους τύπους. Κατά τον πρώτον η αναγνώρισις γίνεται παρά την βρύσιν, έξω του χωρίου, κατά τον δεύτερον έξω της οικίας, της οποίας την θύραν κρούει ο σύζυγος, κατά τον τρίτον ομοίως έξω της οικίας, όπου τον προσελκύει ο κρότος του αργαλειού και ο ήχος του άσματος της υφαινούσης συζύγου. Παρεκβάσεις των τύπων τούτων παρουσιάζουν ολίγιστα άσματα κατά τα οποία η αναγνώρισις γίνεται εν τη οδώ ή εν αγρώ, όπου η σύζυγος θερίζει. Εξαιρετικώς είς τινα άσματα ο σύζυγος καταφθάνει δια πλοίου και αποβιβάζεται διά λέμβου εις την ξηράν, εις τα λοιπά έρχεται καβαλλάρης και κατά το πλείστον ως κυνηγός, ακολουθούμενος από τα λαγωνικά του. Επειδή δε πάμπολλαι είναι αι φερόμεναι παραλλαγαί δεν είναι σπάνιοι οι συμφυρμοί μετ' άλλων ασμάτων, μάλιστα μετά της Ριμάτας της εγκαταλειφθείσης κόρης και του άσματος της ξενιτειάς, εν ω ο σύζυγος ετοιμάζει την νύκτα τον ίππον του προς αναχώρησιν, συμπραττούσης και της συζύγου. Συμφυρμός δε και σύγχυσις εις πολλάς παραλλαγάς παρατηρείται και των διαφόρων τύπων του αυτού άσματος, ως λ.χ. όταν η αναγνώρισις γίνεται παρά την βρύσιν και η σύζυγος διατάσσει τας υπηρετρίας ν' ανοίξουν την θύραν και να ετοιμάσουν την κλίνην.
Το θέμα τούτο μεγάλην έχει διάδοσιν εις την ποίησιν των ευρωπαϊκών λαών, γνωστότατον δ' ότι το παλαιότατον και ανυπερβλήτου κάλλους πρότυπον της διασκευής αυτού είναι το εν τη Οδυσσεία επεισόδιον της αναγνωρίσεως του Οδυσσέως και της Πηνελόπης. Προς το ομηρικόν πρότυπον ολίγας, εξωτερικάς μάλλον, ομοιότητας παρουσιάζει το έλληνικόν άσμα, πολλώ δε πλείονας προς τάσματα των ευρωπαϊκών λαών, οπωςσδήποτε δ' όμως εγγύτερον των ασμάτων τούτων προς το ομηρικόν και τρόπον τινά εις το μεταίχμιον της αρχαίας ελληνικής και της μέσης και νεωτέρας ευρωπαϊκής δημώδους ποιήσεως φαίνεται ευρισκόμενον το άσμα του ημετέρου λαού (Πρβλ. τα σημάδια, τα ομηρικά σήματα, εκ του συζυγικού θαλάμου, την υφαίνουσαν σύζυγον, την παρασκευήν της συζυγικής κλίνης κτλ.). Εκ των ομοιοτήτων δε προς τάλλα ευρωπαϊκά άσματα μνημονεύομεν την πρότασιν γάμου του αγνώστου ξένου προς την γυναίκα του (εν τω Β' και τω Γ' ελληνικώ τύπω) και την αγγελίαν του δήθεν θανάτου του συζύγου. Αλλ' ό,τι προ πάντων διακρίνει το ημέτερον άσμα των άλλων είναι η ακραιφνής ελληνικότης αυτού, διότι τοσούτο στερεώς είναι συνυφασμένον προς τον ελληνικόν βίον, ώστε σχεδόν εις έκαστον στίχον αυτού ενωτιζόμεθα απηχήσεις ηθών, εθίμων και συναισθημάτων του ελληνικού λαού ή βλέπομεν διαγραφομένας αναπαραστάσεις ελληνικών τοπείων.]

Ερρόδισε γη ανατολή και ξημερώνει η δύση,
γλυκοχαράζουν τα βουνά κι' ο αυγερινός τραυειέται,
παν τα πουλάκια 'ς τη βοσκή κ' οι λυγεραίς 'ς τη βρύση.
Βγαίνω κ' εγώ κι' ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Βρίσκω μια κόρη πόπλενε σε μαρμαρένια γούρνα.
Τη χαιρετάω, δε μου μιλεί, της κρένω, δεν μου κρένει.
"Κόρη, για βγάλε μας νερό, την καλή μοίρα νά χης,
να πιω κ' εγώ κι' ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου."
Σαράντα σίκλους έβγαλε, 'ς τα μάτια δεν την είδα,
κι' απάνω 'ς τους σαρανταδυό τη βλέπω δακρυσμένη.
"Γιατί δακρύζεις, λυγερή, και βαριαναστενάζεις;
Μήνα πεινάς, μήνα διψάς, μην έχης κακή μάννα;"
-Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτ' έχω κακή μάννα.
Ξένε μου, κι' αν εδάκρυσα κι' α βαριαναστενάζω,
τον άντρα χω 'ς την ξενιτειά και λείπει δέκα χρόνους,
κι' ακόμη δυο τον καρτερώ, 'ς τους τρεις τον παντυχαίνω,
κι' α δεν ερθή, κι' α δε φανή, καλόγρια θενά γένω,
θα πάγω 'ς έρημα βουνά, να στήσω μοναστήρι,
και 'ς το κελλί θα σφαλιστώ, 'ς τα μαύρα θελά βάψω,
εκειόν να τρώγη η ξενιτειά κ' εμέ τα μαύρα ράσα.
-Κόρη μου, ο άντρας σου πέθανε, κόρη μου, ο άντρας σου χάθη,
τα χέρια μου τον κράτησαν, τα χέρια μου τον θάψαν,
ψωμί κερί του μοίρασα, κ' είπε να τα πλερώσης,
τον έδωκα κ' ένα φιλί, κ' είπε να μου το δώσης.
-Ψωμί κερί του μοίρασες, διπλά να σε πλερώσω,
μα γιάτ' εκείνο το φιλί, σύρε να σου το δώση.
-Κόρη μου, εγώ είμαι ο άντρας σου, εγώ είμαι κι' ό καλός σου.
-Ξένε μου, αν είσαι ο άντρας μου, αν είσαι κι' ο καλός μου.
δείξε σημάδια της αυλής και τότες να πιστέψω.
-Έχεις μηλιά 'ς την πόρτα σου και κλήμα 'ς την αυλή σου,
κάνει σταφύλι ραζακϊ και το κρασί μοσκάτο,
κι' όποιος το πιή δροσίζεται και πάλι αναζητά το.
-Αυτά είν' σημάδια της αυλής, τα ξέρει ο κόσμος όλος,
διαβάτης ήσουν, πέρασες, τα είδες και μου τα λέεις.
Πες μου σημάδια του σπιτιού και τότες να πιστέψω.
-Ανάμεσα 'ς την κάμαρα χρυσό καντήλι ανάφτει,
και φέγγει σου που γδύνεσαι και πλέκεις τα μαλλιά σου,
φέγγει σου τοις γλυκαίς αυγαίς που τα καλά σου βάζεις.
-Κάποιος κακός μου γείτονας σου τα πε και τα ξέρεις.
Πες μου σημάδια του κορμιού, σημάδια της αγάπης.
-Έχεις ελιά 'ς τα στήθη σου κ' ελιά 'ς την αμασκάλη,
κι' ανάμεσα 'ς τα δυο βυζιά τ' αντρού σου φυλαχτάρι.
-Ξένε μου εσύ είσαι ο άντρας μου, εσύ είσαι κι' ο καλός μου."








ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ ΠΟΥ ΚΑΚΟΤΥΧΗΣΕ


Η κυρά 'Ρήνη του Κριτοϋ, του Δούκα η θυγατέρα,
χρόνους της γράφουν τα προικιά, χρόνους ταπανωπροίκια,
και τα κρυφά της μάννας της λογαριασμούς δεν έχουν.
Της δίνει κι' ο πατέρας της καράβι αρματωμένο,
της δίνουν και ταδέρφια της αμάξι φορτωμένο,
της δίνει κ' η μαννούλα της τάσι μαργαριτάρι,
χρυσό θρονί να κάθεται, μήλο χρυσό να παίζη,
και μούλα χρυσοκάπουλη να περπατή καβάλλα.

Μα ήρθε ο καιρός ο δίσεχτος, χρονιά κατακαϊμένη,
πήραν τα χρέγια τα προικιά, πήρε τα πλούτη η αρρώστεια,
και μπήκε ο άντρας πιστικός κ' η νύφη ξενοϋφαίνει.
Μια Κυριακή και μια Λαμπρή, μια πίσημον ημέρα,
την πήρε το παράπονο, πίκρα πολύ μεγάλη,
σταυρόδεσε τα χέρια της 'ς ταϊταίρι της πηγαίνει.
"Θέλω να πάω 'ς τη μάννα μου, καλέ μ', 'ς τα γονικά μου.
-Αρχόντισσα σ' έφερα δω, φτωχή πού θα σε πάω;
-Συνόριασέ μου τα βουνά, και πάγω μοναχή μου."

'Ράχη σε ράχη ακκούμπησε, λιθάρι σε λιθάρι,
και πήγε κι' άπακκούμπησε 'ς της μάννας της την πόρτα.
'Σ το δρόμο νοπού πήγαινε, 'ς τα δάση οπού περνούσε,
παρακαλούσε το θεό με πικραμένα χείλη.
"Θέ μου, να βρω τοις δούλαις μου και να μη με γνωρίσουν."
Κι' ο θιος τήνε συνάκουσε κ' η δέσποινα του κόσμου,
κ' ηύρε τοις δούλαις του σπιτιού 'ς τη βρύση που λευκαίναν.
Ώρα καλή σας, λυγεραίς, ώρα καλή, κοπέλλαις.
-Καλό 'ς τη την ξενούλα μας, τι θέλεις, τι γυρεύεις;
-Να πιω νερό γιατί διψώ, κι' απέ σας συντυχαίνω.
Να πήτε της κυρούλας σας, δούλα της να με πάρη.
-Ξένη μ', κοπέλλαις έχουμε, κοπέλλαις και κοπέλλια,
και σένα τι σε θέλουμε, σαν τι δουλειά να κάνης;
-Ξέρω να υφαίνω 'ς το βλαττί, να υφαίνω 'ς το βελούδο."
Χρυσά παπούτσια φόρεσε, πάει να ιδή τη δούλα.
"Ποια ναι που υφαίνει 'ς το βλαττί, που υφαίνει 'ς το βελούδο;
Κείνη που υφαίνει 'ς το βλαττί, που υφαίνει 'ς το βελούδο,
είναι μακριά 'ς την ξενιτειά, είναι μακριά 'ς τα ξένα.
Σύρτε να τήνε βάλετε 'ς τον αργαλειό της 'Ρήνης,
για να ξυφάνη το χρυσό που είναι μισοφτειασμένο."

Την πήραν και τη βάλανε 'ς τον αργαλειό να υφάνη,
κι' ώριο τραγούδι αρχίνησε, σα να ήταν μοιρολόγι.
"Διασίδι, πολυδιάσιδο, καλού καιρού διασμένο,
διασίδι, όταν σε διάζουμουν ήρθαν οι συμπεθέροι,
διασίδι, όταν σ' ετύλιγα ήρθαν μ' αρραβωνιάσαν,
κι' όταν σε μισοκόπισα ήρθαν για να με πάρουν,
κ' η μοίρα μου το ηθέλησε να ρθω να σε ξυφάνω!"

Κυρά ψηλά ήταν τ' άκουσε και της απολογήθη.
"Δούλα, πούθ' είν' ο τόπος σου, πούθ' είν' τα γονικά σου;
-Η μάννα μου Γιαννιώτισσα κι'ο κύρης μου απ' την Πόλη,
κ' εγώ είμαι η Ρήνη η λυγερή, η Ρήνη η μαυρομάτα."
Κ' η μάννα της κατέβηκε και τη σφιχταγκαλιάζει.
Τοις σκλάβαις της εμίλησε, τοις δούλαις της φωνάζει.
"Βάλτε νερό και λούστε τη, σύρτε τη 'ς το χαμάμι,
αλλάχτε τη, στολίστε τη την πρώτη τη στολή της,
και να βαρέσουν τάργανα και τα γλυκά παιχνίδια."





[Το άσμα της αιχμαλωσίας ή αγοράς ως δούλης ωραίας γυναικός και της απελευθερώσεως αυτής υπό του κυρίου της, αναγνωρίσαντος ότι ήτο αδελφή του, είναι ευρύτατα διαδεδομένον ανά τας ελληνικάς χώρας. Υπάρχουν δε δύο τύποι αυτού. Κατά τον ένα η αιχμαλωτισθείσα υπό πειρατών κόρη αναγνωρίζεται ως αδελφή του άρπαγος, όστις την ελευθερώνει και μετά πλουσίων δώρων πέμπει προς τους γονείς. Κατά δε τον έτερον, σύζυγος αναγκάζεται να πωλήση την ωραίαν γυναίκα του, την οποίαν ο αγοραστής (εν ταις πλείσταις παραλλαγαίς πειρατής ή γενίτσαρος), αναγνωρίσας ότι είναι αδελφή του, αποδίδει εις τον άνδρα της. Τον πρώτον τύπον έχομεν εν αιγινητικώ άσματι, το οποίον εδημοσίευσεν ο Σπ. Ζαμπέλιος, πολλάς αυθαιρέτους μεταβολάς επενεγκών εις το κείμενον, προς διόρθωσιν δήθεν και καλλωπισμόν αυτού. Εις δε τον δεύτερον διακρίνονται αι εξής διαφοραί. α') Ό πωλήσας σύζυγος είναι ο γνωστός εξ άλλων ασμάτων Μαυριανός, και φαίνεται ότι η διαφορά αυτή προήλθεν εκ συμφυρμοΰ προς τάσματα εκείνα. β') Ο σύζυγος είναι κοντός (ή κόντες), γ') Ο σύζυγος είναι παπάς, όστις όπως εξαγοράση την άφεσιν λειτουργικού παραπτώματος, μη εξαρκούσης προς τούτο της άλλης περιουσίας του, πωλεί και την γυναικά του. Υπάρχουσι και παραλλαγαί μη αναφέρουσαι πώλησιν ή αρπαγήν της γυναικός αλλ' αύται παρουσιάζουν συμφυρμόν μετ' άλλων ασμάτων.
Την αυτήν υπόθεσιν έχει και αλβανικόν άσμα της Κάτω Ιταλίας, όπου και πολλά άλλα ελληνικής υποθέσεως άσματα, προπάντων ακριτικά, επιχωριάζουν, κομισθέντα εκ των εποικισάντων εις την Καλαβρίαν και την Σικελίαν Αλβανών της Πελοποννήσου. Κατά το άσμα τούτο η αιχμαλωσία της κόρης Ολυμπίας συμβαίνει εις τον κάμπον της Κορώνης, αναγνωρίζει δε αυτήν ως άδελφήν του ο πειρατής Βλαστάρης, οδηγηθείς εκ του κελαδήματος πουλιού.]


Α'

Η κυρά Ρήνη του Σκληρού, κ' η Αρετή του Δούκα,
κ' ή Χρυσοκουβουκλιώτισσα, πανέμνοστα κορίτσια,
βγήκαν να περπατήσουνε και 'ς το λουτρό να πάνε.
Η μάννα της η Σκλήραινα, "Κάτσε, 'Ρηνιώ", της λέγει,
κι' ο κύρης της αντίλεγε, "Σύρε, Ρηνιώ μου, σύρε,
σύρε κ' εγώ για χάρη σου τρεις βίγλαις θα καθίσω.
Τη μια καθίζω 'ς το βουνό, την άλλη 'ς τακρογιάλι,
την τρίτη την καλύτερη μέσ' ς του λουτρού την πόρτα."

Ακόμη ο λόγος έστεκε κ'η συντυχιά αποκράτει,
φωνάζει η βίγλα του βουνού, "Μια φούστα κατεβαίνει,
αφροκοπάει 'ς τα κύματα, τον Πλάτανο διαβαίνει."
Φωνάζει η βίγλα του γιαλού, "Δυο φούσταις αρμενίζουν,
βάνουνε πλώρη 'ς το Καστρί και 'ς του λουτρού την πόρτα"
Φωνάζει κ' η καλύτερη, "Κορίτσια, πιάκανέ σας!"
"Ώστε ν' αλλάξη η Αρετή, ν' αναζωστή η Ειρήνη,
κ' η Χρυσοκουβουκλιώτισσα το δέμα της να βάλη,
άλλοι απ' την πόρτα μπαίνουνε, κι' άλλοι απ' το παραθύρι.
Την ακριβή της Σκλήραινας ανάγερα την πάνε.

Τουρκόπουλο τη δέχεται 'ς τα ολόχρυσα ντυμένο.
'Σ τα κλάματα τήνε φιλεί, τήνε σφιχταγκαλιάζει.
Μα ένα πουλάκι κάθησε απάνω 'ς το κατάρτι,
δεν εκελάδειε σαν πουλί, ούτε σα χιλιδόνι,
μόν' εκελάδειε κ' έλεγε μ' ανθρωπινή λαλίτσα.
"Ω ουρανέ, μην το δεχτής, και γη μην το σήκωσης,
νά χη ο αδελφός την αδερφή 'ς τον κόρφο του κλεισμένη,
σα νύφη να τήνε φιλεί, σαν άντρας να τη βλέπει!
-Ακούς, ακούς, Τουρκόπουλε, τι λέει το πουλάκι;
-Πουλάκι είναι κι' ας κιλαϊδεί, πουλάκι είναι κι' ας λέη.
-Για να σου πω, Τουρκόπουλε, ποιος είσαι, πώς σε λένε;
Είχα αδερφό 'ς την ξενιτειά και πρώτο ταξιδιάρη.
"Άλλοι μας λεν που χάθηκε, κι' άλλοι μας λεν που πνίγη,
κι' άλλοι μας λεν που τούρκεψε 'ς της Αραπιάς τα μέρη.
-Για πες μου, πες μου, λυγερή, πούθε κρατεί η γενιά σου;
-Ας είν' από τανάθεμα κι' άπ' την ανεμοζάλη.
-Πες μου, να ζήσης, λυγερή, πώς λεν τα γονικά σου;
-Η μάννα μου απ' την Κόριθο, κι' ο κύρης μου απ' τ' Ανάπλι,
Σκληρό τον λένε ξακουστό κ' εμένα κυρά Ρήνη.
-Πιάσε, αδερφή μ', την τσέπη σου, πιάσε και την ποδιά σου."
'Σ την τσέπη βάζει τα φλωριά και 'ς την ποδιά τα γρόσια.
"Σύρε, Ρηνιώ, 'ς το σπίτι μας, σύρε 'ς τα γονικά μας."

Β'

'Έχει ό Κοντοθόδωρος, έχει όμορφη γυναίκα.
Τόνε ζηλεύει η γειτονιά, τόνε ζηλεύει η χώρα,
τόνε ζηλεύουν οι άρχοντες, κι' όλα τα παλληκάρια,
σαν τον ζηλεύει ο βασιλιάς, κανείς δεν τον ζηλεύει.
Να του την πάρουν δεν μπορούν, να του την κλέψουν όχι,
πιάνουν και χαρατσώνουν τον ένα βαρύ χαράτσι.

Τρέχει ο κοντός στοχάζεται, το χρέος του να βγάλη.
Πουλεί το σπίτι τόμορφο, μ' αυλαίς μαρμαρωμέναις,
πουλεί χωράφια αθέριστα, μ' όλους τους θεριστάδες,
πουλεί κι' αμπέλια ατρύγητα, μ' όλους τους τρυγητάδες,
πουλεί και τα περβόλια του, τα μήλα φορτωμένα,
επούλησεν, επούλησε, δε φτάνει να πλερώση.
Μόν' η καλή τ' απόμεινε, και πάει να την πουλήση.

Από το χέρι την κρατεί περιγιαλού την πάει.
Βλέπει καράβια πόρχουνται, καράβια π' αρμενίζουν.
"Καράβια, που είστενε ψηλά, καράβια, που είστε αντίκρυα,
ποιος παίρνει κόρην όμορφη, ξανθή και μαυρομάτα;"
Κι' ο ναύκληρος τήνε θωρεί πο μέσ' απ' το καράβι.
"Πόσα πουλείς τη λυγερή, πόσα τη μαυρομάτα;
-Χίλια φλωριά ταχείλι της, τα μάτια δυο χιλιάδες,
κι' ο γύρος του προσώπου της αμέτρητο λογάρι."
Αμέτρητα τα ξέβαλε και αψήφιτα τα δίνει,
κι' αρπά την κόρη ο ναύκληρος, βάνει την 'ς το καράβι.
'Σ την πρύμ' εμπήκε η λυγερή και τα πανιά φουσκώνουν.
Κι' αρχίνησεν ο ναύκληρος να παίζη να γελάη.
Άρχισε ο νιος να την τσιμπά, κι' άρχισε ο θιος ν' αστράφτη,
άρχισε ο νιος να τη φιλή κι' άρχισε ο θιος να βρέχη,
άρχισε ο νιος να τη ρωτά, κι' άρχισε ο θιος να λάμπη.
"Κόρη μ', 'πο πού ειν' το γένος σου, 'πο πού είν' το ριζικό σου;
-Η μάννα μου απ' το Γαλατά, κι' ο κύρης μου απ' τη Φήβα,
είχα κ' ένα μικρό αδερφό τον έλεγαν Γιαννάκη,
οι κλέφταις τον αρπάξανε κ' είναι με τους κουρσάρους."
Την κόρην εξανάστρεψε, του νέου την επήγε.
"Πάρε, γαμπρέ, την όμορφη κι' ας είν' δική σου πάλι,
και τα φλωριά που σ' έδωκα ας είναι για προικιά της,
εσένα ναι γυναίκα σου και μένα είναι αδερφή μου.





[Αντίστοιχον του της αναγνωρίσεως της αδελφής και του πειρατού αδελφού της είναι το προκείμενον άσμα της αναγνωρίσεως του εμπόρου υπό του θανασίμως πληγώσαντος αυτόν αδελφού του αρχιληστού. Εν εκείνω μεν γίνεται μετάπτωσις από δυστυχίας εις ευτυχίαν δια της αναγνωρίσεως, εν τούτω δε επέρχεται τραγικωτέρα λύσις, αυτοκτονούντος και του φονεύσαντος τον αδελφόν του. Το άσμα φαίνεται ακριτικόν, το δ' αρχέτυπον δεν διελάμβανεν ίσως περί εμπόρων και ληστών, αλλά περί αδελφών πολεμιστών, ως συνάγεται εκ της διατηρήσεως ιχνών τοιαύτης διατυπώσεως υπό τινων των παραλλαγών. Συνάπτεται δ' αμέσως μεν προς τον κύκλον των ακριτικών ασμάτων περί αγώνος δρόμου του Ηλίου και του Γιάννη, τον οποίον κονταρεύει ο αδελφός του, μη αναγνωρίσας αυτόν, εμμέσως δε προς τον κύκλον των ασμάτων περί των υιών του Ανδρόνικου.
Εις τας ελληνικάς παραλλαγάς του άσματος δύναται να καταλεχθή και εν δημοτικόν άσμα των Μακεδονοβλάχων, όπερ φαίνεται μάλλον ως μετάφρασις εκ του ελληνικού (με ελληνικόν γύρισμα κρίμα κι' άδικο), την αυτήν δ' υπόθεσιν έχουν και σερβικά άσματα.]


Ανδρούτσος ο πραματευτής, Ανδρούτσος ο στρατιώτης,
από ψηλά κατέβαινε κι' από τα κορφοβούνια.
Σέρνει πουλάρια αφόρτωτα, μουλάρια φορτωμένα,
κ' η μούλα η χρυσοσκέπαστη βαστάει το νιόν αφέντη.
Ο νιος αποκοιμήθηκε 'ς τη μούλα καβαλλάρης,
κ' η μούλα παραστράτησε και πήρεν άλλη στράτα,
πήρε τη στράτα των κλεφτώ, των καπιταναραίων.
Κι' ο νιος όταν εξύπνησε κ' ευρέθη 'ς άλλη στράτα,
στέκει και διαλογίζεται και διασκορπάει το νου του.
"Τάχα μην είναι κλέφταις δω, μην είναι χαραμήδες;"

Το λόγο δεν απόσωσε κ' η συλλογή του κράτει,
κ' η κλεφτουριά ξεφάνηκε σαράντα δυο νομάτοι.
Άλλοι του κόφτουν τοις τριχαίς, άλλοι του ξεφορτώνουν.
Στέκει και τους παρακαλεί να μην τα ξεφορτώνουν.
"Παιδιά, μην ξεφορτώνετε τα έρημα μουλάρια,
γιατ' είμαι ο μαύρος μοναχός δεν μπορώ να φορτώσω,
μου πλήγιασαν τα στήθη μου, φορτώντας ξεφορτώντας.
-Βρε ιδές του σκύλου το υγιό, της κούρβας το κοπέλλι,
δεν κλαίει το κεφάλι του, μόν' κλαίει τα μουλάρια!
Μωρ' πού είστε, παλληκάρια μου, φωνάζει ο καπετάνιος,
βαρείτε του μια χαντζαριά 'ς τον τόπο ν' απομείνη."
Ο ένας του δίνει μαχαιριά, κι' άλλος με το κοντάρι,
κι' ο τρίτος πιο κακός φονιάς τρεις χατζαριαίς του δίνει.
'Σ το χώμα νέπεσεν ο νιος αιματοκυλισμένος,
βαριά βαριά αναστέναξε, βαριά βογγά και λέει.
"Μη μου βαρήτε, βρε παιδιά, αφήτε τη ζωή μου,
γιατί έχω αδέρφι ναρχηγό, 'ς τους κλέφταις καπετάνιο."
Ως άκουσεν η κλεφτουριά, ως άκουσεν ο πρώτος,
εκείνος που του βάρεσε τρεις χαντζαριαίς, του λέει.
"Πες μας, να ζης, πραματευτή, πούθε κρατεί η γενιά σου;
-Τέτοια καρδιά σκληρόψυχη βαστάτε οι μαύροι κλέφταις,
τον άνθρωπο τον σφάζετε κ' ύστερα τον ρωτάτε!
Η μάννα μου απ' τα Γιάννενα κι ο κύρης μου απ' την Πόλη,
είχα και Γιάννην αδερφό, σηκώθη πρώτος κλέφτης.
-Πες μας, να ζης, πραματευτή, σημάδια ταδερφού σου.
-Είχεν ελιά 'ς το μάγουλο κ' ελιά 'ς την αμασκάλη,
και 'ς το μικρό του δάχτυλο τον πρώτον αρραβώνα."

'Σ την αγκαλιά τον άρπαξε και 'ς το γιατρό τον πάει.
"Γιατρέ μου, σε παρακαλώ, γιατρέ, σε παραγγέλνω,
να μου γιατρέψης γλήγορα τούτον το λαβωμένο.
Α θέλης χίλια έπαρ' με, α θέλης δυο χιλιάδες,
α θέλης και το μαύρο μου, που στέκει αρματωμένος.
-Εγώ πολλούς εγιάτρεψα μαχαιροσκοτωμένους,
αν είναι ξένη μαχαιριά, εγώ να τον γιατρέψω,
αν είναι αδερφομαχαιριά καμιά γιατρειά δεν έχει."

Το χρυσομάχαιρο έβγαλε απ' ταργυρό θηκάρι,
ψηλά ψηλά το σήκωσε και 'ς την καρδιά το μπήγει.

Τους πήραν και τους θάψανε τους δυο 'ς ένα μνημούρι.









ΤΟΥ ΚΥΡ ΒΟΡΙΑ

[Το τραγούδι του κυρ Βοριά είναι κατ' αλήθειαν μοιρολόγι και δια τούτο πολλάκις λέγεται εις τα μνημόσυνα ναυαγησάντων ναυτικών. Φέρονται τρεις τύποι αυτού. Κατά τον πρώτον, ο Βοριάς βυθίζει πλοίον αψηφίσαν την ορμήν αυτού. Κατά τον δεύτερον, βυθίζει πλοίον, του οποίου επέβαινεν Εβραίος ευχηθείς να γίνη χριστιανός, αλλά μετανοήσας και εμμείνας εις την θρησκείαν του, ότε ενόμισεν ότι απέφυγε τον κίνδυνον του ναυαγίου. Και κατά τον τρίτον, επιχωριάζοντα εν Κρήτη και Καρπάθω, τιμωρείται υπό του Βοριά βοσκός περιφρονήσας αυτόν.]


Ο κυρ Βοριάς παράγγειλε νούλω των καραβιώνε.
"Καράβια π' αρμενίζετε, κάτεργα που κινάτε,
εμπάτε 'ς τα λιμάνια σας, γιατί θε να φυσήξω,
ν' ασπρίσω κάμπους και βουνά, να κρυώσω κρυαίς βρυσούλαις,
κ' οσά βρω μεσοπέλαγος, στεργιάς θε να τα ρήξω.
" Κι' όσα καράβια τ' άκουσαν, όλα λιμάνι πιάνουν,
του κυρ Αντριά το κάτεργο μέσα βαθιά αρμενίζει.
"Δε σε φοβούμαι, κυρ Βοριά, φυσήσης δε φυσήσης,
τι έχω καράβι από καρυά και τα κουπιά πυξάρι,
έχω κι' αντέναις προύτζιναις κι' ατσάλενα κατάρτια,
έχω παννιά μεταξωτά, της Προύσας το μετάξι,
έχω και καραβόσκοινα από ξανθής μαλλάκια,
κ' έχω και ναύτες διαλεχτούς, όλο άντρες του πολέμου,
κ' έχω κ' ένα ναυτόπουλο, που τους καιρούς γνωρίζει,
κ' εκεί που στήσω μια φορά την πλώρη δε γυρίζω."

"Ανέβα, βρε ναυτόπουλο, 'ς το μεσιανό κατάρτι,
για να διαλέξης τον καιρό, να ιδής για τον αέρα."
Παιζογελώντας ανέβαινε, κλαίοντας κατεβαίνει.
"Το τι είδες, βρε ναυτόπουλο, αυτού ψηλά που πήγες;
-Είδα τον ουρανό θολό και τάστρα ματωμένα,
είδα τη μπόρα που άστραψε και το φεγγάρι εχάθη,
και 'ς της Αττάλειας τα βουνά αστραχαλάζι πέφτει."
Ώστε να ειπή, να καλοειπή, να καλοκουβεντιάση,
βαρειά φουρτούνα πλάκωσε και το τιμόνι τρίζει,
ασπρογυαλίζει η θάλασσα, σιουρίζουν τα κατάρτια,
σκώνονται κύματα βουνά, χορεύει το καράβι,
σπηλιάδα τού ρθε από τη μια, σπηλιάδα από την άλλη,
σπηλιάδα από τα πλάγια του κ' εξεσανίδωσέ το.
Γιόμισε η θάλασσα παννιά, το κύμα παλληκάρια,
και το μικρό ναυτόπουλο σαράντα μίλλια πάγει.

Όλαις οι μάνναις κλαίγανε κι' όλαις παρηγορειούνται,
μα μια μαννούλα ενού παιδιού παρηγοριά δεν έχει.
Βάνει τοις πέτραις 'ς την ποδιά, τα τρόχαλα 'ς τον κόρφο,
πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα.
"Θάλασσα πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
πόπνιξες το παιδάκι μου, π' άλλο παιδί δεν έχω.
-Δε φταίω η δόλια θάλασσα, δε φταίω εγώ το κύμα,
μόν φταίει ο πρωτομάστορας που φτειάνει τα καράβια,
και τα πελέκαγε φτενά και τα γυρίζει ο αέρας,
και χάνω τα καράβια μου που είναι δικά μ' στολίδια,
χάνω τα παλληκάρια μου, οπού με τραγουδούνε."









ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

[Παρά πλείστοις λαοίς επικρατεί η δοξασία, ότι προς στερέωσιν και προφύλαξιν από οιουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος απαιτείται να προσηλωθή εις αυτό ζώον, κατορυττόμενον εις τα θεμέλια ή εντειχιζόμενον. Όσον δ' ευγενέστερον είναι το ζώον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρείται ότι έχει δυναμιν προς προστασίαν του κτίσματος. Εις την δοξασίαν ταύτην αναφέρονται και αρχαίοι ελληνικοί μύθοι και βυζαντιναί παραδόσεις περί θυσίας ανθρώπων κατά την θεμελίωσιν μεγάλων οικοδομημάτων. Η ψυχή του θύματος υπετίθετο ότι δια των υπερφυσικών δυνάμεων, τας οποίας έχουν αι επί γης απολελυμέναι των δεσμών του σώματος ψυχαί, ηδύνατο να προσλαμβάνη κατά βούλησιν παντοίας μορφάς, και είχε ρώμην υπεράνθρωπον, προορισμένη δε να φυλάττη και περιέπη το οικοδόμημα, εις το οποίον προσηλώθη ήτο φοβερά εις τους επιχειρούντας να το παραβλάψωσι και ικανή ν' αποτρέπη τους απειλούντας αυτό κινδύνους. Το θύμα εγίνετο το στοιχειό του οικοδομήματος, διό στοιχείωσις ελέγετο υπό των βυζαντινών η διά θυσίας οικοδόμησις.
Εις τοιαύτην παράδοσιν στηρίζεται και το πανελλήνιον τραγούδι του γιοφυριού της Άρτας, του οποίου παραλλαγαί αναφέρονται και εις άλλας γέφυρας ή άλλα οικοδομήματα (οίον της γέφυρας του Σπερχειού, του Πηνειού, των Αδάνων, της βρύσης της Αράχοβας, του υδραγωγείου των Δέρκων κλπ.). Παρέλαβον δε την έλληνικήν ταύτην παράδοσιν, προσαρμόσαντες εις επιχώρια οικοδομήματα, και οι άλλοι λαοί της ελληνικής χερσονήσου (Ρωμούνοι, Αλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι).]


Σαράντα πέντε μάστοροι κ' εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι νεθεμέλιωναν 'ς της Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες.
"Αλίμονο 'ς τους κόπους μας, κρίμα 'ς τοις δούλεψαίς μας,
ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμειέται."
Πουλάκι εδιάβη κ' έκατσε αντίκρυ 'ς το ποτάμι,
δεν εκελάιδε σαν πουλί, μηδέ σα χιλιδόνι,
παρά εκελάιδε κ' έλεγε, ανθρωπινή λαλίτσα.
"Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
πόρχεται αργά τ' αποταχύ, και πάρωρα το γιόμα."

Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί ταηδόνι:
Αργά ντυθή, αργά αλλαχτή, αργά να πάη το γιόμα,
αργά να πάη και να διαβή της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλί παράκουσε, κι' αλλιώς επήγε κ' είπε:
"Γοργά ντυσου, γοργά αλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβής της Άρτας το γιοφύρι."

Νά τηνε κ' εξανάφανεν από την άσπρη στράτα.
Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι' από κοντά τους λέει.
"Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας κ' είναι βαργωμισμένος;
-Το δαχτυλίδι τόπεσε 'ς την πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπη και ποιος να βγη το δαχτυλίδι νά βρη;
-Μάστορα, μην πικραίνεσαι κ' εγώ να πα 'σ' το φέρω,
εγώ να μπω, κ' εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά βρω."

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ 'ς τη μέσ' επήγε,
"Τραύα, καλέ μ', τον άλυσο, τραύα την αλυσίδα,
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα καί τίποτες δεν ηύρα."
Ένας πιχάει με το μυστρί, κι' άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι' ο πρωτομάστορας και ρήχνει μέγα λίθο.

"Αλίμονο 'ς τη μοίρα μας, κρίμα 'ς το ριζικό μας!
Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κ' οι τρεις κακογραμμέναις,
η μιά χτισε το Δούναβη, κ' η άλλη τον Αφράτη
κ' εγώ η πιλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμη το γιοφύρι,
κι' ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάταις.

-Κόρη το λόγον άλλαξε, κι' άλλη κατάρα δώσε,
πόχεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχη και περάση".
Κι' αυτή το λόγον άλλαξε, κι' άλλη κατάρα δίνει.
"Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι' αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάταις,
τι έχω αδερφό 'ς την ξενιτειά, μη λάχη και περάση."









ΤΟΥ ΚΟΛΥΜΠΗΤΗ

[Εκ της συντόμου αφηγήσεως Ρωμαίου μυθογράφου και εκ της βραχυτάτης περιγραφής υπό του Παυσανίου ενός πίνακος του ζωγράφου Μίκωνος εν τη Θησείω των Αθηνών, προπάντων δ' εκ της λαμπράς αγγειογραφίας του Ευφρονίου και δύο η τριών άλλων αγγειογραφιών εγινώσκομεν την ύπαρξιν μύθου περί άθλου τινός του Θησέως εν Κρήτη, προ του φόνου του Μινώταυρου και της ελευθερώσεως των Αθηναίων παίδων εκ του Λαβυρίνθου. Του μύθου δε τούτου τας λεπτομερείας εδιδάχθημεν εκ της ποιητικής διασκευής αυτού εν διθυράμβω του Βακχυλίδου, του οποίου ποιήματα ανευρέθησαν εν παπύροις αιγυπτιακοίς προ εικοσαετίας περίπου. Ο βασιλεύς της Κρήτης Μίνως, οργισθείς δια την τόλμην μεθ' ης ο Θησεύς ήλεγξεν αυθαίρετον και άδικον βουλήν αυτού, εκφράσας πως και αμφιβολίαν διά την εκ του Διός γέννησίν του, όπως τον τιμωρήση εξωθών εις όλεθρον, ηυχήθη μεν εις τον Δία δια σημείου να δείξη, ότι είναι υιός αυτού γνήσιος, διέταξε δε τον Θησέα, πεσών εις την θάλασσαν, δια της βοηθείας του Ποσειδώνος, αν ήτο αληθώς πατήρ του, να ανεύρη και κομίση τον δακτύλιον, ον εξαγαγών της χειρός έρριψεν εις τα κύματα. Και ήστραψε μεν ο Ζευς, τιμών δια σημείου τον φίλον υιόν, ο δε Θησεύς δεν εδίστασε να πέση από του πλοίου εις την θάλασσαν. Δελφίνες τον έφερον εις το υποβρύχιον μέγαρον του Ποσειδώνος, όπου δεξιωθείσα αυτόν η Αμφιτρίτη τω έδωκε και στέφανον χρυσοϋν, και αβλαβή ανήγαγε πάλιν εις την επιφάνειαν. Τον δε στέφανον εδωκεν ο Θησεύς εις την θυγατέρα του Μίνωος Αριάδνην, την οποίαν κατ' άλλον μύθον απήγαγεν εκ Κρήτης. Παρόμοιος ελληνικός μύθος φαίνεται ότι εφέρετο και περί του Τάραντος, του επωνύμου ήρωος της ιταλικής πόλεως. Άλλοι τύποι του μύθου είναι ο μιλησιακός περί του Φοβίου, όστις κατελθών εις βαθύ φρέαρ όπως ανασύρη σκεύος χρυσοϋν της Κλεοβοίας εφονεύθη υπ' αυτής και ο περί
του όρμου (περιδεραίου) της Αρμονίας, ούτος ερρίφθη εις πηγήν, και αν τις επειράτο ν' ανελκύση αυτόν, ηγείρετο καταιγίς.
Το επεισόδιον της ανευρέσεως του επίτηδες εις την θάλασσαν ριφθέντος δακτυλίου υπό τολμηρού κολυμβητοϋ, λαμβάνοντος συνήθως ως γέρας την θυγατέρα του ρίψαντος ή αυτήν την ρίψασαν το δακτυλίδιον, είναι κοινότατον εις άσματα, παραδόσεις ή παραμύθια ευρωπαϊκών λαών, των οποίων πρώτη πηγή πρέπει να θεωρηθή ευλόγως ο ελληνικός μύθος. Των τοιούτων παραδόσεων ονομαστή είναι η σικελική περί του Ψαρονικόλα, δια την ποιητικήν διασκευήν αυτής. Εις το ποίημα "του Βουτηχτή", αάφού ο τολμηρός νεανίας κολυμβητής επανέφερεν εκ των βυθών της θαλάσσης το ριφθέν χρυσούν ποτήριον εις τον βασιλέα, ούτος το ρίπτει και πάλιν υποσχόμενος να δώση εις αυτόν γυναίκα την βασιλοπούλαν, αν επαναλάβη τον αθλον. Αλλά πεσών εις την θάλασσαν ο νεανίας δεν ηδυνήθη να επανέλθη. Εκ των δεκαοκτώ εν όλω γνωστών παραλλαγών, της σικελικής παραδόσεως μία μόνον αναφέρει ως έπαθλον τον γάμον μετά της θυγατρός του ρίψαντος το ποτήριον άδηλον δ' όμως αν παρέλαβεν ο ποιητής εκ της προφορικής παραδόσεως, ή αυτός έπλασε την δραματικωτάτην κατακλείδα του ποιήματος του, πιθανώτατον είναι το δεύτερον.
Την υπόθεσιν ταύτην έχει και το ελληνικόν άσμα (παράδοσις παραπλήσια καθ' όσον γινώσκομεν ουδεμία υπάρχει)• τούτου φέρονται δύο τύποι, διαφέροντες μεν αλλήλων κατά το φαινόμενον, αλλά τοσαύτας έχοντες ομοιότητας εις τας λεπτομέρειας των διαφόρων παραλλαγών, ώστε να μη μένη καμμία αμφιβολία, ότι πρόκειται περί του αυτού άσματος. Κατά τον πρώτον τύπον βασιλεύς επαγγέλλεται να δώση σύζυγον την θυγατέρα του εις δεινόν κολυμβητήν, κατά τον δεύτερον ωραία κόρη υπόσχεται να νυμφευθή εκείνον, όστις θα δυνηθή να της αποδώση το δακτυλίδιόν της, το οποίον έπεσεν εις λίμνην ή εις πηγάδι. Αλλ' η κόρη είναι ή Λάμια του γιαλού, που τρώει τα παλληκάρια ή στοιχειό ή θεριό εις γυναίκα μεταμορφωθέν, όπως στήση παγίδα εις ανύποπτον ήρωα. Συμφύρονται δ' αι παραλλαγαί των δύο τύπων πολλαχώς προς αλλήλας και προς άσματα ακριτικά. Συνήθως αποδίδεται εις το άσμα αλληγορική έννοια, ήτοι ο άωρος δια πνιγμού θάνατος ακμαίων νέων, δι' ο πολλών παραλλαγών γίνεται χρήσις εν μοιρολογίοις.]


Α'

Ο Κωσταντής, οι άρχοντες κι' ο βασιλιάς αντάμα,
κάθουνται τρων και πίνουνε και γλυκοχαιρετειοϋνται.
Κ' εκεί που τρώγαν κ' έπιναν και διπλοχαιρετειούνταν,
ο Κωσταντής καυχήστηκε μπροοτά 'ς τους αφεντάδες.
"Εσείς μικρόν με βλέπετε, μικρόν και με θαρρείτε,
κ' εγώ τη μαύρη θάλασσα να πλέξω, να περάσω."
Κι' ο βασιλιάς σαν τ' άκουσε 'ς τον Κωσταντίνο λέγει.
"Αν την περάσης, Κωσταντή, γαμπρό θενά σε κάμω,
θέλεις 'ς την πρώτη μ' αδερφή, θέλεις 'ς τη δεύτερή της,
θέλεις 'ς τη θυγατέρα μου, τη λαμπρογεννημένη,
οπού γεννήθη τη Λαμπρή κ' έλαμψ' ο κόσμος όλος."
Κι' ο Κωσταντής σαν τ' άκουσε πολύ καλό του φάνη,
ξεντύθη, ξαρματώθηκε, 'ς τη θάλασσα πηδάει.
Δώδεκα μίλλια πέρασε με γέλοια, με τραγούδια,
κι' άλλα δώδεκα πήγαινε με μαύρα μοιρολόγια.
"Θάλασσα πικροθάλασσα και πολυκυματοϋσα,
τόσαις φοραΐς σε πέρασα με γέλοια με τραγούδια,
και τώρα για το στοίχημα βουλήθης να με πνίξης."
Της θάλασσας τα κύματα αυτά μόν' τον ρωτούσαν.
"Βρε νέε μου, συ πλέχτηκες, βρε νέε μου, τρελλάθης.
-Για μια κόρη λιμπίστηκα, ταφέντη θυγατέρα."
Κ' εκεί που πνίγη ο Κωσταντής παλάτι εθεμελιώθη
με το γυαλί, με το ψηφί, με το μαργαριτάρι.
Και πάνου κόρη κάθονταν ξανθή και μαυρομάτα,
τη θάλασσα νεμάλωνε και την καταροΰσε.


Β'

"Τι θέλεις, μαύρη, 'ς το χορό κι' άσκημη 'ς το τραγούδι;
-Μα εγώ η μαύρη κι' ή άσκημη πολλούς ανθούς μαραίνω, πολλούς ανθούς, πολλούς σγουρούς, πολλούς μαλαματένιους. Κι' αυτό της χήρας τον υγιό δεν μπορώ να μαράνω,
γιατί έχει βότανα πολλά και μάγια δεν τον πιάνου,
παρά της λίμνης το θεριό να τόνε καταλύση!"

Εβρόντηξεν ο ουρανός κι' ανοίξαν τα επουράνια,
και το θεριό τ' αγροίκησε που ήτανε μέσ' 'ς τη λίμνη. Γυναίκεια φόρεια φόρεσε, γυναίκεια πασουμάκια,
γυναίκεια εβγήκε κ' έκατσε νόξω 'ς το πεζοδρόμι.
Διαβαίνου οι νιαίς το χαιρετάν, διαβαίνου οι νιοι του λένε,
μα διάβηκε κι' ο νιούτσικος που ήτανε μαγεμένος.
"Γεια και χαρά σου, λυγερή, γεια και χαρά σου, κόρη.
-Καλό 'ς τον τον πραματευτή, καλό 'ς τον το λεβέντη.
-Πες μου να ζήσης, λυγερή, ποϋθε γονοκρατειέσαι;"
Από το χέρι τον κρατεί και το βουνό του δείχνει.
"Θωρείς εκείνο το βουνό κ' εκείνον το λιμνιώνα;
το δαχτυλίδι μόπεσε 'ς τα βάθη του λιμνιώνα,
και ποιος να μπη, και ποιος να βγη, και ποιος να μου το βγάλει;
-Εγώ να μπω, κ' εγώ να βγω κ' εγώ να σου το βγάλω."

Επιάσαν το στρατί στρατί, τ' ωριό το μονοπάτι,
και το στρατί τους έβγαλε 'ς εκείνον το λιμνιώνα.
Πρώτη βουτιά νόπ' έδωσε έβγαλε αντρός κεφάλι,
δεύτερη που εδευτέρωσε τότες ο νιος εχάθη.

Γ'

Εκεί πέρα κι' αντίπερα, 'ς τα γυάλινα πηγάδια,
στοιχειό ξεφανερώθηκε, που τρώει τους αντρειωμένους. Τους έφαγε, τους έσωσε, κανείς δεν είχε μείνη,
ο γιος της χήρας έμεινε ο μόνος αντρειωμένος.

Παίρνει κοντάρι και σπαθί και πάει να κυνηγήση.
Πέρασε ράχαις και βουνά, ράχαις και κορφοβούνια,
κυνήγι δε επέτυχε, κυνήγι δεν ευρήκε,
κι' αυτού 'ς το γέρμα του γήλιου κοντά να βασιλέψη,
βρίσκει μια κόρη ροϊδινή, ξανθή και μαυρομάτα,
με τα μαλλιά της ξέπλεγα, 'ς το δάκρυ φορτωμένη.
Στέκει και τη θιαμαίνεται, στέκει και τη ρωτάει.
"Κόρη μου, ποιος σ' έγέννησε, τι μάννα σ' έχει κάμη;
-Κ' εμένα μάννα μ' έκαμε, μάννα σαν τη δική σου.
-Τι έχεις, κόρη, και θλίβεσαι, τι έχεις κι' αναστενάζεις;
-Βλέπεις εκείνη την ιτιά, την αστραποκαμένη,
οπόχει αντάρα 'ς την κορφή και καταχνιά 'ς τη μέση;
Εκεί πήγα να πιω νερό, να πιω και να γιομώσω.
Το βουλλωτήρι μόπεσε, τ' ώριο μου δαχτυλίδι,
κι' όποιος βρεθή και κατεβή, να τό βρη, να το βγάλη,
αυτόν θα τον στεφανωθώ, άντρα θενά τον πάρω.
-Εγώ να μπω, κ' εγώ να βγω, κόρη μ', να σου το βγάλω.

Ξεντύθη ο νιος, ξεζώθηκε και 'ς το πηγάδι εμπήκε.
Χαλεύει εδώ, χαλεύει εκεϊ και τίποτες δεν βρίσκει.
Βλέπει τα φίδια σταυρωτά με τοις οχιαίς πλεγμένα.
"Ρήξε μου, κόρη, τα μαλλιά, να πιάσω νά ρτω απάνω.
Εδώ είν' τα φίδια σταυρωτά με τοις οχιαίς πλεγμενα.
-Αυτού που μπήκες, νιούτσικε, πίσω δε μεταβγαίνεις".









Η ΜΑΝΝΑ Η ΦΟΝΙΣΣΑ

[Το άγριον άσμα περί του μυσαροϋ εγκλήματος της παιδοκτόνου μητρός απηρτίσθη εκ μυθολογικών στοιχείων, τα οποία ανευρίσκονται και εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και εις άσματα και παραμύθια διαφόρων λαών ευρωπαϊκών και ασιατικών. Γυναίκες, κατά τους ελληνικούς μύθους, παραθέτουν προς βρώσιν εψημένα τα κρέατα των ιδίων των τέκνων εις τους συζύγους (Πρόκνη-Τηρεύς, Αηδών- Πολύτεχνος) η αδελφή εις τον πατέρα τα του αδελφού της (Αρπαλύκη-Κλύμενος) ή αδελφός εις αδελφόν τα των τέκνων τούτου (Ατρεύς-Θυέστης) ή πάππος εις τον πατέρα τα του εγγονού (Λυκάων-Ζεύς). Λόγος δε του ανοσίου κακουργήματος φέρεται η εκδίκησις. Αλλ' εις το έλληνικόν άσμα, ενώ ο φόνος του παιδός αιτιολογείται εκ του φόβου της μητρός μήπως καταγγείλη τας ενόχους σχέσεις αυτής, ουδόλως υπεμφαίνεται ο λόγος ο εξωθήσας αυτήν να παραθέση προς βρώσιν εις τον σύζυγον το ήπαρ του τέκνου των. Τον λόγον τούτον ίσως δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του συνδυασμού προς την διατύπωσιν του επεισοδίου εν πολλοίς παραμυθίοις. Η μήτηρ ετοίμασε το ήπαρ όπως χρησιμεύση ως μαγικόν φάρμακον, ως τοιούτο δε παρέθεσε προς βρώσιν εις τον σύζυγον. Είναι δε το ήπαρ κατά τας δοξασίας πολλών λαών έδρα των σωματικών και των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου.
Παραλλαγαί τινες του άσματος αναφέρουσι και ονόματα των προσώπων, τα δ' ονόματα ταύτα είναι τα συχνάκις απαντώντα εις τακριτικά άσματα. Του πατρός το όνομα είς τινας τούτων είναι Ανδρόνικος (ή Ανδρόνιχος και κατά παραφθοράν Ανδρουλής), του παιδιού Κωσταντής (Ανδρόνικος ο πατήρ, Κωνσταντίνος ο ονομαστότερος υιός και εις το έπος του Διγενή).]


Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάη λαφοκυνήγι,
εκίνησε κι' ο Κωσταντής 'ς το δάσκαλο να πάη,
το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρη.
Βρίσκει την πόρτα νανοιχτή, την πόρτα νανοιγμένη,
βρίσκει τη μάννα του αγκαλιά με ξένο παλληκάρι.
"Ας είναι ας είναι, μάννα μου, κι' α δε σ' ομολογήσω,
κι' α δεν το πω τ'αφέντη μου, ν' αδικοθανατίσω.
-Τι είδες, μωρέ, και τι θα πης, και τι θα μολογήσης;
-Καλό είδα γω, καλό θα ειπώ, καλό θα μολογήσω,
κακό είδα γω, κακό θα ειπώ, κακό θα μολογήσω."
Και με το μόσκο το πλανά και με το λεφτοκάρυα,
και 'ς το κελλάρι τό μπασε και σαν τ' αρνί το σφάζει,
σα μακελλάρης φυσικός του βγάζει το συκώτι.
'Σ εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε,
και πάλε το ξανάπλυνε και πάλι ναίμα στάζει,
και 'ς το τηγάνι τό βαλε για να το τηγανίση.

Και να σου κι' ο Ανδρόνικος 'ς τους κάμπους καβαλλάρης,
βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τάρματά του,
φέρνει ταλάφια ζωντανά, ταγρίμια μερωμένα,
φέρνει κ' ένα αλαφόπουλο, του Κωσταντη παιχνίδι.
Κοντοκρατεϊ το μαύρο του και τήνε χαιρετάει.
"Γεια σου, χαρά σου, ποθητή, και που ναι ο Κωσταντής μας;
-Τον έλουσα, τον άλλαξα, και 'ς το σκολειό τον πήγα."
Φτερνιά δίνει ταλόγου του και 'ς το σκολειό πηγαίνει.
"Δάσκαλε, πού ναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μου;
-Δυο μέραις έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω."
Φτερνιά δίνει ταλόγου του, 'ς το σπίτι του πηγαίνει.
"Γυναίκα, που είναι ο Κωσταντής και που είναι το παιδί μας;
- 'Σ της πεθεράς μου το στειλα, κι' όπου κι' αν είναι θά ρθη."
- Φτερνιά δίνει ταλόγου του, 'ς της μάννας του πηγαίνει.
- "Μάννα μου, που είναι ό Κωσταντης και που είναι το παιδί μου;
-Έχω δυο μέραις να το ιδώ και τρεις να το φιλήσω,
κι' α δεν το ιδώ ως το βραδύ θενά παραλοήσω."
Φτερνιά δίνει ταλόγου του 'ς το σπίτι του πηγαίνει.
"Σκύλα, και πού είν' ο Κωσταντης, ο μικροκωσταντϊνος;
-Κάπου παγνίδι νεύρηκε και θελά παιγνιδίζη.
-Γυναίκα, βάλε μου να φάω, να φάω να γεματίσω,
να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,
να πάω να βρω τον Κωσταντή, το φύρτο της καρδιάς μου."

Το συκωτάκι τού βαλε 'ς ένα ασημένιο πιάτο.
Πρώτη μπουκιά νοπού βαλε το συκωτάκι πήρε,
το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει.
"Αν είσαι σκύλος, φάε με, κι' Οβριός άπέταξέ με,
κι' αν είσαι κι' ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με."
Και τη μπουκιά του απέλυσε, τριγύρω του κυττάει,
εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του,
τα δάκρυα τρέξαν ποταμός, κ' έκόντεψε να πέση.
Μα ναντρεϊώθη κ' έσυρε το δαμασκί σπαθί του,
και 'ς το λαιμό της το βαλε, της κόβει το κεφάλι,
λιανά λιανά την έκοψε, 'ς τον ήλιο την απλώνει,
κι' από τον ήλιο 'ς το σακκί, κι' απ'το σακκί 'ς το μύλο.
Κι' ο μύλος εξεράλεθε κ' η φτερωτή ετραγούδα.
"Άλεθε, μύλο μου, άλεθε κακής κούρβας κεφάλι,
κάνε ταλεύρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη,
για νά ρχουνται οι γραμματικοί να παίρνουν για μελάνι,
για νά ρχουνται κ' οι όμορφαις να παίρνουν κοκκινάδι."









ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ

[Το άσμα περί του αδελφού, όστις αποθανών εγείρεται του τάφου προς εκτέλεσιν ιεράς υποσχέσεως και φέρει εις την απορφανισθείσαν μητέρα το μόνον επιζήσαν τέκνον της, την εις τα ξένα υπανδρευμένην αδελφήν του, κοινότατον εις τας ελληνικάς χώρας, είναι επίσης διαδεδομένον εις πάντας τους λαούς της χερσονήσου του Αίμου. Εκ της ταυτότητος όχι μόνον της υποθέσεως, αλλά και των διαφόρων επεισοδίων και λεπτομερειών των ασμάτων τούτων γίνεται κατάδηλον ότι εν ήτο το πρότυπον πάντων και εξ ενός λαού μετεδόθη το άσμα εις τους λοιπούς. Και υποστήριξαν μέν τινες ότι ο λαός ούτος είναι ο σερβικός η ο βουλγαρικός, αλλ' ότι το πρότυπον ήτο έλληνικόν και εκ του ελληνικού λαού παρέλαθον οι άλλοι λαοί του Αίμου προσεπάθησα ν' αποδείξω εν πραγματεία εκδοθείση κατά το 1885. Την δε γνώμην ταύτην παρεδέχθησαν πολλοί, εν οις και ό βούλγαρος καθηγητής Ιβάν Σισμάνοβ, δημοσιεύσας εκτενή μονογραφίαν περί του θέματος τούτου.]

Μάννα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κ' ήλιος δε σου την είδε!
'Σ τα σκοτεινά την έλουζε, 'ς τάφεγγα τη χτενίζει,
'ς τάστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά 'ς τα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι' ο Κωσταντίνος θέλει.
"Μάννα μου, κι' ας τη δώσωμε την Αρετή 'ς τα ξένα,
'ς τα ξένα κει που περπατώ, 'ς τα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ' εμείς 'ς την ξενιτειά, ξένοι να μην περνούμε.
-Φρόνιμος είσαι, Κοισταντή, μ' άσκημα απιλογήθης.
Κι' α μόρτη, γιε μου, θάνατος, κι' α μόρτη, γιε μου, αρρώστια,
κι' αν τύχη πίκρα γη χαρά ποιος πάει να μου τη φέρη;
-Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχη κ' έρτη θάνατος, αν τύχη κ' έρτη αρρώστια,
αν τύχη πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω."
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή 'ς τα ξένα
κ' εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες ωργισμένοι
κ' έπεσε το θανατικό, κ' οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάννα μοναχή σαν καλαμιά 'ς τον κάμπο.
'Σ όλα τα μνήματα έκλαιγε, 'ς όλα μοιρολογειώταν,
'ς του Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
"Ανάθεμα σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξώριζες την Αρετή 'ς τα ξένα!
το τάξιμο που μού ταξες, πότε θα μου το κάμης;
Τον ουρανό βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχη πίκρα γη χαρά να πας να μου τη φέρης."
Από το μυριανάθεμα και τη βαρειά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι' ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τάστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κ' εχτενίζουνταν όξου 'ς το φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι' από κοντά της λέγει.
"Άίντε αδερφή, να φύγωμε, 'ς τη μάννα μας να πάμε.
Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
"Αν ίσως κ' είναι για χαρά, να στολιστώ και νά ρθω,
κι' αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα νά ρθω.
-Έλα, Αρετή, 'ς το σπίτι μας, κι' ας είσαι όπως και αν είσαι."
Κοντολυγίζει τάλογο και πίσω την καθίζει.

'Σ τη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαϊδούυσαν,
δεν κιλαϊδουσαν σαν πουλιά, μήτε σα χελιδόνια,
μόν' κιλαϊδουσαν κ' έλεγαν ανθρωπινή ομιλία.
"Ποιός είδε κόρη νόμορφη να σέρνη ο πεθαμένος!
-Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-Πουλάκια είναι κι' ας κιλαϊδούν, πουλάκια είναι κι' ας λένε."
Και παρεκεί που πάγαιναν κι' άλλα πουλιά τους λένε.
"Δεν είναι κρίμα κι' άδικο, παράξενο, μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
-Άκουσες, Κωσταντϊνε μου, τί λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
-Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλευουν.
-Φοβούμαι σ', αδερφάκι μου, και λιβανιαΐς μυρίζεις.
-Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα 'ς τον άη Γιάννη,
κ' εθυμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι."
Και παρεμπρός που πήγανε, κι' άλλα πουλιά τους λένε.
"Για ίδες θάμα κι' αντίθαμα που γίνεται 'ς τον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνη ο πεθαμένος!"
Τάκουσε πάλι ή Αρετή κ' ερράγισε ή καρδιά της.
"Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
-Άφησ', Αρέτω, τα πουλιά κι' ό,τι κι' α θέλ' ας λέγουν.
-Πες μου, που είναι τα κάλλη σου, και πού είν' η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τόμορφο μουστάκι;
-Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου."

Αυτού σιμά, αυτού κοντά 'ς την εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά ταλόγου του κι' απ' εμπροστά της χάθη.
Κι' ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή 'ς το σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμμένα
βλέπει τον μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαϋρο,
βλέπει μπροστά 'ς την πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
"Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι' αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι' αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κ' η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά 'ς τα ξένα.
-Σήκω, μαννούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκεία μου μάννα.
-Ποιος εϊν' αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάννα;
-Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε κ' εγώ είμαι η Αρετή σου."

Κατέβηκε, αγκαλιάστησαν κι' απέθαναν κ' οι δύο.








Λιανοτράγουδα





ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΤΙΚΗΣ

Απ' όλα τάστρα τουρανοϋ ένα είναι που σου μοιάζει,
ένα που βγαίνει το πουρνό, όταν γλυκοχαράζει.

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει,
που στέκεις πάντας δροσερό κι' ανθείς και λουλουδίζεις;

Μα συ σαι μια βασίλισσα, π' όλον τον κόσμο ορίζεις,
σα θέλης παίρνεις τη ζωή, σα θέλης τη χαρίζεις.

Όντε σ' εγέννα η μάννα σου, ο ήλιος εκατέβη
και σού δωκε την ομορφιά και πάλι μετανέβη.

Ποιος ήλιος λαμπερότατος σού δωκε την ανθάδα,
και ποια μηλιά, γλυκομηλιά, τη ροδοκοκκινάδα;

Σαν τι το θέλει η μάννα σου τη νύχτα το λυχνάρι,
οπόχει μέσ' 'ς το σπίτι της τ' Αυγούστου το φεγγάρι.







ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΤΙΚΟΥ

Θαμάζομ' όντεν πορπατής, πώς δεν ανθούν οι ρούγαις,
και πώς δε γίνεσαι αϊτός με τσοι χρουσαϊς φτερούγαις.








ΠΑΛΙΑΙΣ ΑΓΑΠΑΙΣ

Αλησμονιώνται κ' οι φιλιαίς, ξεχνιώνται κ' οι αγάπαις,
'ς το δρόμο νανταμώνονται σαν ξένοι, σα διαβάταις.

Καινούρια αγαπημένη μου, στάσου κομμάτ' οπίσω,
παλιά φιλιά μου πάντησε και θω να τη μιλήσω.

Λησμονημένη σ' είχα γω, τώρα που σ' είδα πάλι,
μού βαλες πόνο 'ς την καρδιά και ζάλη 'ς το κεφάλι.

Παλιά στράτα δε χάνεται, καινούρια δεν πατειέται,
ουδέ παλιά αγαπητικιά δεν απολησμονειέται.

Σαν ειν' η αγάπη μπιστική, παλιώνει, μηδέ λειώνει,
ανθεί και δένει 'ς την καρδιά και ξανακαινουργώνει.







ΚΑΪΜΟΙ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Αδύνατό ειναι μια καρδιά σαν πληγωθή να γιάνη,
μοιάζει δεντρί που μαραθή και πλιο καρπό δεν κάνει.

Αν αποθάνω γω για σε, ο κόσμος τι θα λέη;
Πρώτα τον εφαρμάκωσε κ' ύστερα τόνε κλαίει.

Από μικρός σ' εφύτεψα μεσ' της καρδιάς τα βάθη,
κ' είν' ο καρπός οπού τρυγώ, καϊμοί, πληγαίς και πάθη.

Απ' το δεντρί που θάρρεψες να φας απ' τον καρπό του,
μη μυριστής τα φύλλα του και πάρης τον καϊμό του.

Για ιδές εκείνο το βουνό, οπού άναψε και καίγει,
κάποιος αγάπη νέχασε και κάθεται και κλαίγει.

Δεν είν' ο έρωτας ανθός μαζί του για να παίξης,
μόν' είναι βάτος μ' αγκαθιαίς κι' αλίμονο σου αν μπλέξης.

Δεν είναι πόνος να πονή, πόνος να θανατώνη
σαν την αγάπη την κρυφή, που δεν ξεφανερώνει.

Δίχως χιόνια χιονίζουμαι, δίχως βροχαίς βροχιούμαι,
δίχως μαχαίρια σφάζουμαι, όντας σε συλλογιοϋμαι.

Εγέρασαν τα πάθη μου σαν του Χελμού το χιόνι,
π' όσο να λειώση το παλιό καινούριο το πλακώνει.

Εγώ είμ' εκείνο το πουλί που 'ς τη φωτιά σιμώνω,
καίγουμαι, στάχτη γίνουμαι και πάλι ξανανιώνω.

Εγώ λεγα κ' η μέλισσα πως είν' καλό πουλάκι,
μ' αυτή έχει μέσα το γλυκό και απόξω το φαρμάκι.

Έξαφνα μ' επλακώσανε βρονταίς κι' αστροπελέκια,
και μ' ασηκώσανε το νου τα μάτια τα γυναίκεια.

Έχασα τοις ελπίδες μου σαν του δεντρού τα φύλλα,
οπού τα παίρνει ο άνεμος και μένουνε τα ξύλα.

Η αγάπη βράχους κατελεί και τα θεριά μερώνει,
κ' εγώ την έχω 'ς την καρδιά, γι' αυτό με θανατώνει.

Η μάννα σου 'ς τον ύπνο της, 'ς ονειροφαντασιά της,
είδε να γεννηθή δαυλός να κάψη την καρδιά της.

Θάλασσα, οπ' όλα τα νερά και τα ποτάμια πίνεις,
και τα δικά μου δάκρυα πιε, πλατύτερη να γίνης.

Με της αγάπης τη φωτιά όποιος καή, δε γιαίνει,
μ' α γιάνη και καμιά φορά, πάλε σημάδι μένει.

Μ' οντέ σου θέλω θυμηθώ με τα θεριά μαλώνω,
και με τσοι δράκους πολεμώ, και σα σε δω μερώνω.

Ο ήλιος βασιλεύει, κ' η ημέρα σώνεται
κι' ο νους μου 'ς το κεφάλι δε συμμαζώνεται.

Όλα τα δέντρα την αυγή δροσιά είναι γιομισμένα,
και μένα τα ματάκια μου με δάκρυα βουρκωμένα.

Ο ύπνος περιφέρνεται 'ς την κλίνη μου ναπάνω,
κλειστά τα μάτια σε θωρώ, ανοίω τα, σε χάνω.

Πάντοτε τρέχω για να βρω βοτάνι για να γιάνω,
και το βοτάνι τό χει οχτρός, που θέλει να πεθάνω.

Σα μου τον ήπηρες το νου, πάρε με σκιας και μένα,
κ' είντα με θέλει κουζουλό η μάννα που μ' εγέννα;

Τι να σου πω; τι να μου πης; Εσύ καλά γνωρίζεις,
και την ψυχή μ' και την καρδιά μ' εσύ με την ορίζεις.

Τα βότανα, τα γιατρικά μόν' το κορμί γιατρεύουν,
μα οι πληγαίς, πού 'χ' η καρδιά, άλλο γιατρό γυρεύουν.

Τα χιόνια και τα κρούσταλλα φέρνουνε τα χαλάζια,
τα δάκρυα κ' οι αναστεναγμοί φέρνουνε τα μαράζια.

Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω,
κι' ότα σε συλλογίζωμαι τρέμω κι' αναστενάζω.

Το μήλο νείναι κόκκινο κ' έχει και τη θωριά του,
μα κείνο έχει σάρακα και τρώει την καρδιά του.

Το πληγωμένο στήθος μου πονεί, μα δεν το λέει,
ταχείλι μου κι' αν τραγουδή, μέσα η καρδιά μου κλαίει.

Ωσάν η νύχτα η σκοτεινή, π' όλα τα κάνει μαύρα,
έτσ' είναι όλα 'ς την καρδιά, σαν τη πλακώση η λαύρα.

Ως τρέμουν τ' άστρα τ' ουρανού, όντε θα ξημερώση,
τρέμει κ' έμέ η καρδούλα μου, όντε θα σ' αντάμωση.







ΠΟΘΟΙ

Α μ' αγαπάς κ' είν' όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω,
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Δεν είναι κρίμα να διψώ κ' η βρύση να είναι εμπρός μου,
νερό να μη μπορώ να πιω, μεγάλος ο καϊμός μου!

Να σου 'ς τον κάμπο λεϊμονιά, εγώ 'ς τα όρη χιόνι,
να λειώνω να ποτίζουνται οι δροσεροί σου κλώνοι.

Νά χα το σύννεφ' άλογο και τάστρι χαλινάρι,
το φεγγαράκι της αυγής νά ρχουμου κάθε βράδυ.

Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι,
χωρίς αγάπη δε βαστούν κόρη και παλληκάρι.

Τα χείλη σου είναι ζάχαρη, το μάγουλό σου μήλο,
τα στήθη σου παράδεισο και το κορμί σου κρίνο.
Να φίλουνα τη ζάχαρη, να δάγκανα το μήλο,
ν' άνοιγεν ο παράδεισος, ν' αγκάλιαζα τον κρίνο.







ΠΑΡΑΠΟΝΑ

Έχω σου παραπόνεση χιλιάδες και μυριάδες,
μα δε μπορώ να σου τσοι πω, όξω με μαντινάδες.







ΧΩΡΙΣΜΟΣ


Απ' όντε δεν εσμίξαμε, ψηλέ, λιγνέ μου κρίνε,
δεν αναντράνισα να ιδώ, είναι ντουνιάς; δεν είναι;

Εμίσσεψες και μ' άφησες σαν παραπονεμένη,
σαν εκκλησιά αλειτούργητη σε χώρα κουρσεμένη.







ΑΠΙΣΤΙΑΙΣ

Αηλίμονος τα πράγματα 'ς τον κόσμο πως περνούνε,
άλλοι μερώνουν τα πουλιά κι' άλλοι τα κυνηγούνε.

Βασιλικός 'ς τη γειτονιά, κ' εμείς τον πεθυμούμε,
κ' έρχοντ' απ' άλλη γειτονιά και τον κορφολογοϋνε.

Εγώ λεγα, βρυσούλα μου, πως τρέχεις για τ' εμένα,
μα συ έτρεχες και πότιζες όλα τα διψασμένα.

Μηλιά, που σ' εκαμάρωνα καθημερνή και σκόλη,
τωρά πλεξες τα κλωνιά σου 'σέ ξένο περιβόλι.







Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ

Αγγελοστολισμένη μου, ποιος σού δωκε τη χάρη,
να σαϊττεύης τοις καρδιαίς δίχως να χης δοξάρι;
Α θέλης να μη σ' αγαπώ, πες το των ομματιώ σου,
οπού με σαγιττεύουνε όταν περνώ απ' εμπρός σου.

Ανάμεσα 'ς τα φρύδια σου δίχτυ χρυσό ειν' πλεγμένο,
κι' όποιο πουλάκι κι' αν διαβή, πιάνεται το καϊμένο.

Γλυκά γλυκά κυττάζεις, φαρμακερά χτυπάς
με δίστομο μαχαίρι εκείνον π' άγαπάς.

Ο ποταμός σέρνει κλαδιά κ' η θάλασσα καράβια,
κ' η κόρη με τανάμπλεμα σέρνει τα παλληκάρια.

Ποιος είδε τέτοιον πόλεμο να πολεμούν τα μάτια,
χωρίς μαχαίρια και σπαθιά να γένουνται κομμάτια;







ΦΙΛΗΜΑΤΑ

Αρρωστημένος του γιατρού πάντα ζητάει βοτάνι,
κ' εγώ σου ζήτησα φιλί, πολλά σου κακοφάνη.

Μαργαριτάρι ατρύπητο, κόρη μου, 'ς το λαιμό σου,
κ' ένα μικρό, μικρόπουλο φιλί 'ς το μάγουλο σου.

Όποιος φιλάει την αυγή την αγαπητική του,
παίρνει του Μάη τη δροσιά, τη ρήχνει 'ς το κορμί του.

'Σ τη γειτονιά σου με πουλούν σκλάβο, κι' αγόρασε με,
για να φιλί με δίνουνε, δώσε το κ' έπαρέ με.







ΠΑΝΤΡΕΙΑ

Ποιο δέντρο δε μαραίνεται, δε γέρνει τα κλαριά του,
και ποιο κορίτσι ανύπαντρο δεν καίει την καρδιά του;







ΠΕΙΣΜΑΤΙΚΑ

Πύργος δε θεμελιώνεται
χωρίς μαστόρου μάτι,
κι' αγάπη δεν τελειώνεται
χωρίς κακία κ' αμάχη.

Ασφάλαχτέ μου, τι κεντάς; βάτε μου, τι αγκυλώνεις;
εκεί που δε σε θέλουνε τι πας και ξεφυτρώνεις;

Εγάπουν σου που πέθαινα και τώρα φαίνεταί μου,
ένα κερί αφτούμενο εβάστουν κ' έσβησέ μου.

Έχει ο καιρός γυρίσματα κι' ο χρόνος εβδομάδες,
και τα πουλάκια τάγρια πιάνουνται 'ς τοις βροχάδες.

Μην καμαρώνης, άνοιξη με τα πολλά λελούδια,
γιατί θελάρθη ο θεριστής να τα μαράνη ούλα.

Της κορασίδας τα μυαλά γυρίζουν σαν το μύλο,
έναν που διώχνει σήμερα, αύριο τον πιάνει φίλο.

Το δέντρ' οπού είναι 'ς το βουνό όλ' οι καιροί τ' ορίζουν,
την όμορφη την κοπελλιά όλοι την τριγυρίζουν.

Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά, και θα λυγίση ο κλώνος,
και θα σου φύγη το πουλί και θα σου μείνη ο πόνος.








Τραγούδια της αγάπης

"Ο έρως, ο υπέρ πάν άλλο
συναίσθημα παλλόμενος και αντηχών
εις τας παράλογάς, επικρατεί και πληροί
εξ ολοκλήρου τα τραγούδια της αγάπης.
Βλέπεις εις αυτά συνειλεγμένα ως εις
ευώδεις ανθοδέσμας, ως εις αρμονικούς
στεφάνους, τα ευγενέστατα άνθη
της ερωτικής ποιήσεως".
(P. Ε. PAVOLINI)




ΠΩΣ ΠΙΑΝΕΤΑΙ ΓΗ ΑΓΑΠΗ

Εβγάτε αγόρια 'ς το χορό, κοράσια 'ς τα τραγούδια,
πέστε και τραγουδήσετε πώς πιάνεται γη αγάπη.
Από τα μάτια πιάνεται, 'ς τα χείλια κατεβαίνει,
κι' από τα χείλια 'ς την καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει.




Το παλληκάρι το καλό παράκαιρα γεράζει,
γεράζει από τοις όμορφαις κι' από τοις μαυρομάταις.
Η αγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη,
θέλει λαγού περπατησιά, αϊτού γληγοροσύνη.
Όντας διαβαίνη με πολλούς, να κάνη πως δε γλέπει,
κι' όντας διαβαίνη μοναχός, γλυκό φιλί ν' αρπάζη.
Κι' όταν του λεν πώς πόρεψες, να λέη της αγάπης.
"Καλοπερνώ όντας έρχωμαι, κακοπερνώ όντας φεύγω.









ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟ ΒΟΤΑΝΙ

Της αγάπης το βοτάνι
κάθε τόπος δεν το κάνει.
Κάθε τόπος δεν το κάνει,
κάθε γης δεν το πετάει,
μόν' της Λεβαδιάς ο τόπος
και της όμορφης ο κόρφος.




'Σ τη "Ρούμελη ειν' ένα δεντρό,
πλατύφυλλο και δροσερό,
πόχει 'ς τη ρίζα κρύο νερό,
και 'ς την κορφή χρυσό σταυρό.
Πού πάνε οι ναύταις για νερό
και κάνουν όρκο 'ς το σταυρό.
Όπ' αγαπήση κι' αρνηστή,
το αίμα του να κινηθή,
κι' οπόχει δυο αγαπητικαίς,
νά χη σαράντα μαχαιριαίς,
κι' οπόχει τρεις και τέσσερες,
νά χη σαραντατέσσερες,
κι' οπόχει μια και μοναχή
'ς τον κόσμο να τηνε χαρή,
κι' όπου δεν έχει ούτε μια,
μπάλα να τού ρθη 'ς την καρδιά.




Κάποια Εμίρισσα, κάποια κυρά μεγάλη,
αραθύμησε κατ' 'ς το γιαλό να πλύνη,
με τοις δούλαις της και με τοις σκλάβαις ούλαις.
Πλέναν κι' άπλωναν και με τον άμμο παίζαν.
Κι' ακριοφύσησε γλυκός βοριάς αέρας,
κι' αντισήκωσε το γυροφούστανό της,
κι' άντιφάνηκε το ποδοστράγαλό της.
Έλαμψ' ο γιαλός, λάμψαν τα περιγιάλια.
Κάτεργο περνά, χρυσοπαλαμισμένο,
μ' άρμενα κουπιά και μ' άξια παλλιικάρια.
Σκούζει ο ναύκληρος, λέει των παλληκαριώνε.
"Λάμνετε παιδιά, λάμνετε παλλιικάρια,
να προφτάσουμε κείνο που λάμπει ομπρός μας,
κι' αν είναι παννί, να είναι του καραβιού μας,
κι' αν ειν' μάλαμα, να ειν' των παλλιικαριώνε,
κι' αν ειν' λυγερή, να είναι του καπετάνιου."

Γύρισμα: "κοντή, νεραντζούλα φουντωτή." Αι πλείσται παραλλαγαί πλην τούτου έχουν και ποικίλα άλλα γυρίσματα, εις εκαστον στίχον πολλάκις διάφορα.




Εδώ 'ς αυτή τη γειτονιά δεν πρέπει να είν' φεγγάρι,
μόν' πρέπει νά ναι συννεφιά, νά ναι βαθύ σκοτάδι,
γιατ' έχω μια άγαπητικιά κ' εκείν' είν' το φεγγάρι,
π' όντες προβάλλει να τη διώ σκορπειέται το σκοτάδι.
Και με τον ήλιο μάλωνε, και με τον ήλιο λέγει.
"Ήλιε μου, για έβγα, για να βγω, για λάμψε για να λάμψω."
Έλαμψε ο ήλιος το ταχύ, μαραίνει τα χορτάρια,
πρόβαλε η κόρη π' αγαπώ, μαραίνει παλληκάρια,
φλογίζει νιους, και καίγει οχτρούς, σκλαβώνει παλληκάρια,
καίγει κ' έμένα π' αγαπώ μέσα 'ς τα φυλλοκάρδια.









ΤΗΣ ΖΕΡΒΟΠΟΥΛΑΣ

Κάτω 'ς τον κάμπο τον πλατύ, τον όμορφο τον τόπο,
μαζεύτηκαν οι γέμορφαις να χτίσουν μοναστήρι.
Τα περιστέρια κουβαλούν, τα χελιδόνια χτίζουν.
Σαν χτίσαν κι' αποχτίσανε πιάνουν χορό χορεύουν.
Μπροστά χορεύουν οι ξανθαίς και πίσω οι μαυρομάταις,
και μεσ' 'ς τη μέση του χορού χορεύει η Ζερβοποϋλα,
και λάμπαν τα μανίκια της, κι' άστραφτ' η τραχηλιά της.
Κι' ο βασιλιάς εξέβγαινε να λαγοκυνηγήση,
με εξήντα δυο λαγωνικά, σαρανταδυό ζαγάρια.
Και τάλογο κοντοκρατεϊ και το χορό αγναντεύει.
"Να μη είχεν ήμουν βασιλιάς, να μη είχεν ήμουν ρήγας,
να πήγαινα να πιάνομουν σε Ζερβοπούλας χέρι,
πόχει ταχείλι κόκκινο σαν το ούρμο το κεράσι,
πόχει τα μάτια τα γλαρά, το γέλοιο ζαχαρένιο,
και βαλαντώνει τοις καρδιαίς, τρελλαίνει τους λεβένταις."









Η ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΑ ΜΕ ΤΑ ΜΗΛΑ

Ένα κομμάτι μάλαμα, ένα κομμάτι ασήμι,
εκόπη από τον ουρανό κ' έπεσε μεσ' 'ς τη διάβα,
κι' άλλοι το λένε σύγνεφο, κι' άλλοι το λένε αντάρα.
Κείνο δεν είναι σύγνεφο, κείνο δεν είν' αντάρα,
παρά ειν' η κόρη του παπά, πόρχετ' από ταμπέλι.
Βαστά τα μήλα 'ς την ποδιά, τα ρόιδα 'ς το μαντήλι.
Δυο μήλα της εγύρεψα, κι' αυτή μου δίνει τρία.
"Δε θέλω γω τα μήλα σου, τα τσαλοπατημένα,
θέλω τα δυο του κόρφου σου, τα μοσκομυρισμένα."




Διψάν οι κάμποι για νερά και τα βουνά για χιόνια,
και τα γεράκια για πουλιά, κ' εγώ, βλάχα μ', για σένα.
Το χέρι σου το παχουλό, το κονδυλογραμμένο
να τό χα για προσκέφαλο τρεις μέραις και τρεις νύχτες,
κ' οι μέραις νά ναι του Μαγιοϋ, κ' οι νύχτες του Γεννάρη,
να σε χορτάσω φίλημα, να σε χορτάσω αγκάλαις.




Πίσω μπροστά τ' άη Δημητριού, 'ς το έμπα του χειμώνα,
που παίρνει ο νιος τα βόϊδια του και πάει 'ς το χωράφι.
Κ' η κόρη που τον αγαπά. παίρνει ψωμί του πάει,
'ς τη ράχη βγήκε κ' έκατσε και του Γιώργου μιλάει.
"Έλα, καλέ μ', να φας ψωμί, έλα να γιοματίσης."
Έπεσε ο νιος 'ς το φίλημα, κ' η κόρη 'ς τα παιχνίδια.
Έκαναν τα βοϊδάκια τους ολημερίς ζεμένα.
Γυρίζει το Μαυρόματο και λέει του Καλούδη,
"Δεν είναι ο αφέντης πουθενά για να μας εξεζέψη;"




Του νιου γω μήλο τού στειλα και μού δώκε γαϊτάνι.
Κείνος το μήλο τό φαγε, γω το γαϊτάνι τό χω,
και 'ς τα μαλλιά μου το πλεξα και βγήκα 'ς το σιργιάνι
και 'ς το γιαλό κατέβηκα, κάτου 'ς το περιγιάλι,
εκεί γυναίκες χόρευαν, μ' επιάσανε κ' εμένα.
Κι' από το σείσμα του χορού, κι' από την ταραχή μου,
εξέγυρε η μπολίτσα μου κ' εφάνη το γαϊτάνι.
Κ' η μάννα του με ξάνοιγε από το παραθύρι.
"Κόρη, και ποιος σου τό δωκε, του γιου μου το γαϊτάνι;
-Ο γιος σου μένα τό δωκε, γυναίκα θα με πάρη,
γυναίκα κ' ευλογητική με το χρυσό στεφάνι.
-Κακή νώρα 'ς τους γάμους σου, κακή ώρα 'ς ταις χαραίς σου,
κι' αστροπελέκι και φωτιά να πέση 'ς ταις αυλαίς σου.
-Στανιό σου πεθερά μου εισαι, στανιό σου νύφη σου είμαι,
στανιό σου τον καλό σου γιο άντρα θα τόνε πάρω.
Εδώ πέρα κι' αντίπερα κάθουνται οι μαστόροι,
και κάμε αργυρολέσιδο, να δέσης τον υγιό σου,
κι' αν έρθω γω και λύσω τον, είναι ντροπή δική μου,
κι' αν έρθη εκείνος κ' εύρη με, πάλε χαρά δική μου."




'Σ το παρεθύρι κάθεται η πεθερά κ' η νύφη,
με τα μαλλάκια ξέπλεγα 'ς τοις πλάταις της ρηγμένα.
Ούλον τον κάμπο αγνάντευε, τα πράσινα λιβάδια.
"Θα σε ρωτήσω, πεθερά, θα σε ρωτήσω, η μάννα,
το τίνος είν' τα πρόβατα ταργυροκουδουνάτα,
που χίλιασαν και μύριασαν και γέμισαν οι ράχαις;
-Δικά μας είναι, νύφη μου, δικά μας, μαυρομάτα.
-Θα σε ρωτήσω, πεθερά, θα σε ρωτήσω, η μάννα,
το τίνος είναι τάλογα, που βόσκουν 'ς τα λιβάδια;
-Δικά μας είναι, νύφη μου, δικά μας, μαυρομάτα.
-Θα σε ρωτήσω, πεθερά, θα σε ρωτήσω, η μάννα,
το τίνος είναι τα σκυλιά, που ειν' άξια σα λιοντάρια;
-Δικά μας είναι, νύφη μου, δικά μας, μαυρομάτα.
-Θα σε ρωτήσω, πεθερά, θα σε ρωτήσω, η μάννα,
το τίνος ειν' οι πιστικοί, τάξια τα παλληκάρια;
-Δικοί μας είναι, νύφη μου, δικοί μας, μαυρομάτα.
-Θα σε ρωτήσω, πεθερά, θα σε ρωτήσω, η μάννα,
το τίνος ειν' εκειός ο νιος ο μαυροκιτρινιάρης;
-Άντρας δικός σου, νυφη μου, δικός σου, μαυρομάτα.
-Φωτιά να κάψη τάσπρα του και φλόγα τα φλουριά του,
λύκος να φάη τα πρόβατα κι αρκούδα τάλογό του,
μπροστά 'ς τον άντρα τον καλό, μπροστά 'ς το παλληκάρι!"









Η ΚΑΚΟΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ

Μάννα μ', μ' εκακοπάντρεψες που μ' έδωκες 'ς τους κάμπους,
κ' εγώ 'ς τους κάμπους δε βαστώ, ζεστό νερό δεν πίνω.
Θα μαραθούν τα χείλη μου, θα κιτρινοφυλλιάσουν
από το χλίο το νερό, την κάψα τη μεγάλη.
Εδώ ταηδόνι δε λαλεί κι' ο κούκος δεν το λέει.
Οι κάμποι θρέφουν άλογα και τα βουνά λεβένταις,
και οι τσούπαις μαραζιάζουνε, σαν το φλωρι γινώνται.





Βλαχούλα νερροβάλαε από ψηλή ραχούλα.
Φέρνει τη ρόκα φουντωτή, ταδράχτι της γεμάτο.
Σύρνουν τα πόδια της δροσιά και τα μαλλιά της μόσκο,
σύρνουν τα πασουμάκια της του Μάη τα λουλούδια.
Κι' ο Βλάχος την καρτέραγε 'ς ένα στενό δερβένι.
"Βλαχούλα μ', πούθεν έρχεσαι και πούθεν κατεβαίνεις;
-Από τα πρόβατα έρχομαι, 'ς το σπίτι μου πηγαίνω.
-Βλαχούλα μ', δεν παντρεύεσαι, τσοπάνη άντρα να πάρης;
-Δύνεσαι, άγουρε, δύνεσαι ό,τι σου πω να κάνης;
να φτειάσης τ' αλωνάκι σου 'ς τη μέση του πελάγου,
κι' ουδ' άχυρο να μη βραχή, μηδέ σπειρί σιτάρι;
να δεματιάσης και ταυγά μ' ένα κλωνί μετάξι;"




Σε είδα και σε λυπήθηκα οπόχεις γέρον άντρα!
Βάλε φαρμάκι 'ς το γυαλί, φαρμάκωσ' τον το γέρο,
και πάρ' εμέ το νιο παιδί, τόμορφο παλληκάρι,
να σε ταΐζω ζάχαρη, να σε ποτίζω μόσκο,
να σε χορτάσω φίλημα, να σε σφιχταγκαλιάσω.

Γύρισμα: Μωρ' Καλαματιανούλα μου.




"Νά χα νεράντζι νά ρηχνα 'ς το πέρα παραθύρι,
να τσάκιζα το μαστραπά πού χει το καρυοφύλλι.
Για σε το λέγω, αγάπη μου, που σαι 'ς το παραθύρι.
Το μαντηλάκι που κεντάς εμένα ναν το στείλης,
και μην το στείλης μοναχό, παρά με την κυρά του."
Και η κόρη το παράκουσε και μοναχό το στέλνει.
Στα γόνατά του τ' άπλωσε και το συχνορωτάει.
"Γιά πες μου, μαντηλάκι μου, αν μ' αγαπά η κυρά σου.
-Όντας σε συλλογίζεται και σε καλοθυμάται,
σα θάλασσα βουρλίζεται, σαν κύμα δέρνει ο νους της,
σαν το ψαράκι του γιαλού βροντοχτυπάει η καρδιά της.
Όντας σε γλέπη και περνάς κι' ακούη τη λαλιά σου,
πηδάει από τον τόπο της και ροδοκοκκινίζει.
Όντας αργήση να σε ιδή στέκεται μαραμμένη,
κι' όπου κι' α στέκη μοναχή κλαίει κι' αναστενάζει."




Χαίρεται ο πεύκος 'ς τοις δροσιαίς κι' ο έλατος 'ς τα χιόνια
χαίρεται ο Τούρκος 'ς τάλογο κι' ο Φράγκος 'ς το καράβι,
χαίρεται κ' ένας νιος καλός 'ς ένα χρυσό τραπέζι.
Τρείς λυγεραίς τόνε κερνούν και τρεις καλαίς κοπέλλαις.
Η μια κερνάει με το γυαλί κ' η άλλη με το ποτήρι,
κ' η τρίτη η πιο καλύτερη με τασημένιο τάσι.
Όσαις φοραίς τόνε κερνάει, τόσα λόγια του λέει.
"Μωρ' το κρασί σου είναι γλυκό, τα λόγια σου φαρμάκια."









ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΣΗ ΚΟΡΗΣ

Μάννα, λούγε με, μάννα μου, χτένιζέ με,
μάννα, 'ς το σκολειό, μάννα μου, μη με πέψης,
κι' άρχοντες περνούν, πεζοί και καβαλλάροι,
μα νας νιος καλός, καλός και διωματάρης,
μου παιζογελά και κάνει μου το νάτο.
Μάνν' αν τόνε ιδής να του ζηλέψη θέλεις.




Μάννα, 'ς το περιβόλι μας και 'ς τοις πορτοκαλιαίς μας
έγειρα ν' αποκοιμηθώ, λίγον ύπνο να πάρω,
κ' εκεί περάσαν τρεις αϊτοί και τρεις καλοί λεβένταις.
Ό ένας με μήλο με βαρεί κι' ο άλλος με δαχτυλίδι,
κι' ο τρίτος ο καλύτερος μια μαχαιριά μου δίνει.
Μάννα, το μήλο τό φαγα, το δαχτυλίδι τό χω,
τη μαχαιριά, τη χατζαριά δε μπορ' να τη βαστάξω.




Σα μήλο που είναι 'ς τη μηλιά, το παραγινωμένο,
έτσ' είναι και τ' ανύπαντρο σαν έρχεται ό καιρός του.
Λόγια λέγει της μάννας του, λόγια της αδερφής του.
"Μάννα, 'ς τη μέση δε χωρώ, 'ς την άκρη δεν κοιμούμαι.
Στρώστε μου ή έξω 'ς την αυλή, ή έξω 'ς το περιβόλι,
να πέφτουν τάνθη επάνω μου, τα μήλα 'ς την ποδιά μου,
να πέφτει της αμυγδαλιάς το πικραμύγδαλό της."




Ποιος ήταν που τραγούδαγε εχτές το βράδυ βράδυ,
που τό λεγε τόσ' όμορφα και παραπονεμένα;
Ξυπνάει τ' αηδόνια 'χ τοις φωλιαίς, τα λάφια 'χ τα λαγκάδια,
ξυπνάει και μια καλογριά πο μέσ' απ' το κελλί της.
Σκύφτει πετάει τα ράσα της, κόφτει τα κομπολόγια.
"Σύρτε, σταυροί, 'ς τοις εκκλησιαίς, ράσα 'ς τα μοναστήρια,
κ' εγώ με τον τραγουδιστή απόψε θα ξωμείνω,
που τό λεγε τόσ' όμορφα και παραπονεμένα."




Καράβι έρχεται από τη Χιο
τη μέση μέση το γιαλό,
και φέρνει μέσα Χιώτισσαις
και Βλαχομπουχτανιώτισσαις.
'Σ το μώλο τοις αράξανε
και τοις εδιαμοιράσανε,
κ' εξετιμιώσαν το φιλί
πασαμιανής με την τιμή.
Της παντρεμένης τέσσερα,
της χήρας δεκατέσσερα,
του μπυρισμένου κοριτσιού
χίλια φλωριά βενέτικα.




"Σ του παπά τα παραθύρια
(χάνομαι, σφάζομαι)
δύο μαύρα μάτια που είδα.
Να ήμουν κλέφτης να τα κλέψω,
κουρσευτής να τα κουρσέψω.
Να τα βγάλω 'ς το παζάρι,
και να βάλω τον τελάλη,
τάχατες να τα πουλήσω.
Να τα ιδούν τα παλληκάρια,
και το νου τους να τον χάσουν.
-Δεν πουλειώνται αυτά τα μάτια
και δε γίνονται πραμάτεια.
Χάρισμα θενά τα πάρη
όποιο ειν' άξιο παλληκάρι."




"Δυο λεϊμό-(μωρή Θεώνη) νια χεις 'ς τον κόρφο,
που μυρίζουν σαν το μόσκο.
Δώσε μας και μας το ένα
να το παίξουμε 'ς τα χέρια.
-Γω σκαλίζω, γω ποτίζω,
γω λεϊμόνια δεν ορίζω.
Σύρτε 'ς τον περιβολάρη,
μπέλκε μου σας κάνη χάρη."




Ο αυγερινός κ' η πούλια, τάστρα της αυγής,
και το λαμπρό φεγγάρι μ' εξεπλάνεψαν,
κι' όταν εβγήκε ο ήλιος μ' εξεγνάντεψε
εις το πλευρό της κόρης που ξενύχτησα.
Γυρνώ, την κόρη βλέπω που κοιμώντανε.
Στέκω και διαλογοΰμαι πώς να της το ειπώ,
πώς να την έξυπνήσω την πολυαγαπώ.
"Ξύπνα, σηκώσου, μήλο, τρυφερή μηλιά,
άνοιξ' τα δυο σου μάτια, άνοιξ' τα να ιδής,
που μ' έκλεισεν ο ήλιος μέσα 'ς το κλουβί.
-Εμένα δε με λένε μήλο και μηλιά,
με λένε γλυκό ρόδο και ροδοσταμιά,
κι' α σ' έκλεισεν ο ήλιος, φεύγεις το βραδύ."




Δικό μου ήταν το φταίξιμο,
να χάσω τόσο τρέξιμο.
Ήρθα και σ' ηύρα μοναχή,
και δε σ' έχόρτασα φιλί,
σ' εκύτταζα ναχόρταγα
κ' εκάθομουν κ' ερώταγα,
το πού να είν' η μάννα σου
κι' ο άγριος ο πατέρας σου!
Η μάννα σου 'ς την εκκλησιά,
κι' ο αφέντης σου 'ς τα Γιάννενα,
κ' εσύ κοντά 'ς τον μπουταλά,
με τα ματάκια χαμηλά.



Ως τα τώρα την καρδιά μου
την κρατούσα κλειδωμένη,
σιδερομανταλωμένη.
Τώρα θε να την ανοίξω,
μόσκο νά τηνε γιομίσω,
ζάχαρι να την ταΐσω
για το σκάσιμο ταντρώνε,
πείσμα των παλληκαριώνε,
πόχουν άσκημαις γυναίκες,
μαύρα κούτσουρα αγκαλιάζουν
και φιλούν κι' αναστενάζουν.









ΤΟ ΠΕΘΥΜΙΟ

Νά χεν η γης πατήματα κι' ο ουρανός κερκέλια,
να πάθιουν τα πατήματα, νά πιανα τα κερκέλια,
ν' ανέβαινα 'ς τον ουρανό, να διπλωθώ να κάτσω,
να δώσω σείσμα τ' ουρανού, να βγάλη μαύρα νέφη,
να βρέξη χιόνι και νερό κι' ατίμητο χρυσάφι,
το χιόν' να ρήξη 'ς τα βουνά και το νερό 'ς τσοι κάμπους,
'ς την πόρτα τση πολυαγαπώς τατίμητο χρυσάφι.




Από τη γης βγαίνει νερό, κι' οχ την ελιά το λάδι,
κι' από τη μάννα την καλή βγαίνει το παλληκάρι.
Στάλα τη στάλα το νερό τρουπάει το λιθάρι,
κ' η κόρη με τα νάζια της σφάζει το παλληκάρι.




Τι με τηράς οπού γελώ και λες δεν έχω ντέρτι;
το ντέρτι τό χω 'ς την καρδιά, 'ς τα χείλη το μαράζι.
Δεν έχω τίνος να το ειπώ το ντέρτι μου ο καϊμένος.
Να σας το ειπώ, ψηλά βουνά, φοβούμαι μη ραΐστε,
να σας το ειπώ, ψηλά κλαριά, το Μάη δεν θ' ανθήστε,
να σας το ειπώ, βρυσούλαις μου, φοβούμαι μη στερφέψτε,
να της το ειπώ της μάννας μου, κείνη είναι αποθαμένη,
να σας το ειπώ, αδερφούλια μου, είστε μακριά 'ς τα ξένα.
Βαρέθηκα τούτ' τη ζωή, δε θέλω πλια να ζήσω.
θα πάρω δίπλα τα βουνά, ν' αδικοθανατήσω...
Και με τα τόσα βάσανα πάλ' η ζωή γλυκειά είναι,
κι' όποιος το θάνατο ζητεί πρέπει τρελλός για να είναι.




"Διαβαίνω από την πόρτα σου, σε βλέπω χολιασμένη,
και 'ς το δεξί σου μάγουλο ήσουν ακουμπισμένη.
Μέσα η καρδιά μου λάχτισε όσο να σ' ερωτήσω,
τι πίκρα έχεις 'ς την καρδιά να σε παρηγορήσω.
-Τί μ' ερωτάεις, άπιστε, τι ήταν η αφορμή μου;
άκουσα νάλλην θαγαπάς και εχάθηκ' η ζωή μου.
-Ποιος το είπε, περιστέρα μου, ποιος το είπε, κρύα βρύση,
που να χωρίση λεμονιά να πάρη κυπαρίσσι.
Αν το είπε τάστρο να χαθή, κι' ο ήλιος να θαμπώση,
κι' αν το είπε κόρη ανύπαντρη, άντρα μην ανταμώση!"




[Το άσμα τούτο περί της αποκαλύψεως μυστικού έρωτος φέρεται εν πολλαίς παραλλαγαίς, συχνότατα και εν συμφυρμώ προς άλλα όμοια, είναι δε κοινόν και εις την δημώδη ποίησιν πολλών άλλων λαών, καθ' όσον δια παραπλησίων εικόνων και κατά τον αυτόν κλιμακωτόν τρόπον διατυπούται η έννοια, ότι όσον κρηφήν και αν προσπαθούν να τηρήσουν την αγάπην των οι ερασταί θα φανερωθή εις το τέλος.]

"Κόρη, όταν εφιλιώμαστε, νυχτά ηταν, ποιος μας είδε;
-Μας είδε τάστρο της νυχτός, μας είδε το φεγγάρι,
και το φεγγάρι νέσκυψε, της θάλασσας το λέει,
θάλασσα το είπε του κουπιού και το κουπί του ναύτη,
κι' ο ναύτης το τραγούδησε 'ς της λυγερής την πόρτα."




[Το επόμενον τραγούδι είναι ανεπτυγμένη παραλλαγή του ανωτέρω, εκ τούτου δε πάλιν φαίνεται ότι ανεπτύχθη άλλη παραλλαγή ως αυτοτελής διήγησις ερωτικού παθήματος, ήτοι της καταδίκης εις θάνατον εραστού δια την αποκάλυψιν του έρωτός του. Και προς την προκειμένην παραλλαγήν συνάπτονται συνήθως χαλαρώς και το άσμα του φιλήματος που βάφει όλα και το της μαραμμένης μηλιάς.]

Εγώ περνώ και δε μιλώ κ' η κόρη χαιρετά με.
"Που πάγεις, κλέφτη του φιλιού και κομπωτή τς αγάπης;
-Μ' αν είμαι κλέφτης του φιλιού και κομπωτής τς αγάπης,
τι μού δινες τα χείλη σου κ' εγλυκοφίλησά τα;
-Κι' α σού δωκα τα χείλη μου κ' εγλυκοφίλησές τα,
νύχτα ήτο ποιος μας έννοιωσε κι' αυγή ποιος μας εθώρει;
-Τάστρο τς αυγής το λαμπερό εκείνο μας εθώρει,
και τάστρο νεχαμήλωσε και το πε του θαλάσσου,
και το θαλάσσι του κουπιού, και το κουπί του ναύτη,
κι' ό ναύτης το διαλάλησε 'ς τη γη την οικουμένη."




[Το ολιγόστιχον τούτο άσμα ευρίσκεται πολλάκις παρεμβεβλημένον εις άλλα μακρότερα ερωτικά προπάντων άσματα, ένεκα δε του συμφυρμού εδυσκολεύθησάν τινες να διαγνώσωσι την αληθή έννοιαν αυτού. Ο Φωριέλ εξαίρει την αντίθεσιν της μυστηριώδους ασάφειας του τεμαχίου τούτου προς την ενάργειαν του άλλου άσματος, διότι εγίνωσκεν αυτό εκ του άσματος περί της κόρης που ήθελε να ταξιδεύση και λιποθυμήσασαν την έρριψεν εις την θάλασσαν ο ναύκληρος, υπολαβών ότι ήτο νεκρά. Του άσματος εκείνου φέρεται ως κατακλείς το τεμάχιον. "Παραδοξότατοι είναι, λέγει ο Φωριέλ, οι τελευταίοι του άσματος στίχοι, δυσκολώτατον δ' είναι να κατανοηθή τις ο σκοπός αυτών και τίνα ιδέαν εγκρύπτουσι. Ταύτα απόκειται εις τον αναγνώστην να μαντεύση. Το επ' εμοί δε αναζητών τον λόγον και την έννοιαν των προκειμένων στίχων, δεν διαβλέπω άλλο τι, ειμή θαυμασίαν υπερβολήν, σκοπούσαν την έξαρσιν της παρθενικής εκείνης δειλίας της ταξιδευούσης κόρης και της ευπαθούς εκείνης αιδημοσύνης, της υπολαμβανούσης θανάσιμον και την ελαχίστην ύβριν. Εκ του ουρανίου ερυθήματος της προσβληθείσης αιδούς φαίνεται ωσεί και μία μόνη σταγών αίματος της ατυχούς κόρης προσέλαβε την μαγικήν δύναμιν να βάφη τους ποταμούς και την θάλασσαν. Τοιαύτη τις μοι φαίνεται ότι θα ήτο η ιδέα του ποιητοϋ, ιδέα βεβαίως παράδοξος και εξεζητημένη, αλλ' όμως ενέχουσά πως και βαθύτητα και τόλμην και υπό την έννοιαν ταύτην τουλάχιστον θα ήτο ακραιφνώς ελληνική."

Αλλά καθ' εαυτό εξεταζόμενον το τεμάχιον, ως άσμα αυτοτελές και άνευ συναφείας προς άλλο άσμα, είναι φανερόν, ότι ουδέν άλλο είναι ειμή εικών εν σχήματι υπερβολής προς παράστασιν της θαυμασίας ερυθρότητας των χειλέων της αγαπωμένης νεάνιδος. Υπερβολής βεβαίως ήτις φαίνεται προσήκουσα μάλλον εις ασιανόν ποιητήν, και αλλοτρία προς την λιτότητα της δημώδους ελληνικής ποιήσεως. Ευκόλως δε διαφαίνεται ο συνειρμός των ιδεών, εξ ου προήλθεν ο συμφυρμός μετά του άσματος της πνιγείσης κόρης. Εν τούτω αι ευρούσαι εις τον αιγιαλόν τον νεκρόν της κόρης νεάνιδες θαυμάζουσι και το άλλο σώμα της νεκράς, προπάντων δε τα αιματωμένα χείλη, τα κατάλληλα δια φίλημα.]


Κόκκιν' αχείλι εφίλησα κ' έβαψε το δικό μου,
και 'ς το μαντήλι τό συρα κ' έβαψε το μαντήλι,
και 'ς το ποτάμι τό πλυνα κ' έβαψε το ποτάμι,
κ' έβαψε η άκρη του γιαλού κ' η μέση του πελάγου.
Κατέβη ο αϊτός να πιη νερό κ' έβαψαν τα φτερά του,
κ' έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο.




Ποτάμι νεπλημμύρισε, σε περιβόλι μπαίνει,
ποτίζει δέντρ' αρίθμητα, μηλιαίς και κυπαρίσσια
και μια μηλιά γλυκομηλιά νερό δεν τη φελάει.
Κινά η μηλιά και ψύγεται και κιτρινοφυλλιάζει.
Κι' άλλη μηλιά τήνε ρωτά, κι' άλλη μηλιά της λέει.
"Τι έχεις, μηλιά, και ψύγεσαι και κιτρινοφυλλιάζεις;
Μην είν' τα μήλα σου βαριά, μην το νερό σου λείπει,
κι' από τα κλωναράκια σου κανένα μη ραγίστη;
-Δεν είν' τα μήλα μου βαριά, μηδέ νερό μου λείπει,
κι' από τα κλωναράκια μου κανένα δε ραγίστη.
Άγουρος με ξανθή κόρη 'ς τη ρίζα μου φιλιώνταν,
κι' όρκο κάμαν 'ς τους κλώνους μου να μη ξεχωριστούνε,
τώρα ξεχωριστήκανε και κιτρινοφυλλιάζω."









Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΠΑΡΝΗΜΕΝΗΣ

[Το τραγούδι της κόρης που καταράται τον εγκαταλείψαντα αυτήν εραστήν φέρεται εις πολυάριθμους παραλλαγάς, αι οποίαι ένεκα των προς αλλήλας διαφορών δύνανται να διακριθώσιν εις δύο χωριστούς τύπους. Κατά τον ένα τούτων, "κορίτσι κρυφαγκάλιαστο και κρυφαγγαστρωμένο" υπολογίζει τον χρόνον, καθ' ον θα ιδή το φως ο καρπός των λαθραίων γάμων, και προσωποποιούν τους μήνας της εγκυμοσύνης επικαλείται την βοήθειαν αυτών και καταράται τον εγκαταλείψαντα εραστήν. Κατά δε τον έτερον τύπον ο άπιστος εραστής ευρίσκεται μακράν και η κόρη μετά ζηλοτύπου αγωνίας αναπολεί αυτόν και σκληρώς τον καταράται. Αλλ' αι βαρείαι κατάραι δυσκόλως συγκαλύπτουν το διατηρούμενον εντός της ακοίμητον πυρ του έρωτος, το οποίον εις το τέλος λαμπρόν αναθρώσκει, εις κραυγήν εκ του βάθους της καρδίας εξερχομένην εις την δήλωσιν ότι προθύμως θα υποστή τα πάνδεινα δια να μη πάθη κακόν ο αγαπητός αυτής. Αι δύο κατωτέρω παραλλαγαί ανήκουν εις τον δεύτερον τύπον.
Το άσμα φαίνεται πολύ παλαιόν, παραλλαγάς δε αυτού ευρίσκομεν και εις την μεσαιωνικήν ημών ποίησιν. Εν τω επιμέτρω δημοσιεύομεν δύο τούτων. Μέ τινας ασημάντους μεταβολάς είναι εν χρήσει και ως τραγούδι της ξενιτειάς.]


Α'

Φεγγάρι μου, πού σαι ψηλά και χαμηλά λογιάζεις,
πουλάκια, που είστε 'ς τα κλαριά και 'ς τοις κοντοραχούλαις,
και σεις περιβολάκια μου, με το πολύ το άνθι,
μην είδατε τον αρνηστή, τον ψεύτη της αγάπης;
οπού μ' εφίλειε κ' ώμονε, ποτέ δε μ' απαρνειέται,
και τώρα μ' απαράτησε σαν καλαμιά 'ς τον κάμπο.
σπέρνουν, θερίζουν τον καρπό κ' η καλαμιά απομένει,
βάνουν φωτιά 'ς την καλαμιά κι' άπομαυρίζει ο κάμπος.
Έτσι είναι κ' η καρδούλα μου μαύρη, σκοτεινιασμένη.

Θέλω να τον καταραστώ και τον πονεί η ψυχή μου,
μα πάλι ας τον καταραστώ κι' ό,τι του μέλλει ας πάθη.
Σε κυπαρίσσι ν' ανεβή, να μάση τον καρπό του,
το κυπαρίσσι να ειν' ψηλό, να λυγιστή να πέση.
Από ψηλά να γκρεμιστή και χαμηλά να πέση,
σαν το γυαλί να ραγιστή, σαν το κερί να λειώση.
Να πέση εις τούρκικα σπαθιά, εις φράγκικα μαχαίρια.
Πέντε γιατροί να τον κρατούν και δέκα μαθητάδες,
και δεκοχτώ γραμματικοί τα πάθη του να γράφουν.
Κ' εγώ διαβάτρα να γενώ και να τους χαιρετήσω.
"Καλώς τα κάνετε, γιατροί, καλώς τα πολεμάτε,
αν κόβουν τα ψαλίδια σας, κορμί μη λυπηθήτε,
έχω κ' εγώ λινό παννί σαρανταπέντε πήχαις,
όλο μουρτάρια και ξαντά 'ς του δίγνωμου τη σάρκα,
κι' α δε σας φτάσουνε κι' αυτά κόβω και την ποδιά μου,
πουλώ και τα μεταξωτά τα ρημοσκοτεινά μου,
κι' α θέλη γαίμα γιατρικό, πάρετε οχ την καρδιά μου"


Β'


Ούλοι τον ήλιο τον τηράν, που πάει να βασιλέψη,
κ' η κόρη που είχε τον καϊμό το πέλαγο αγναντεύει.
Βλέπει καράβια κ' έρχονται, βαρκούλαις κι' αρμενίζουν.
"Μάννα, καράβια τέσσερα, μάννα, βαρκούλαις πέντε,
μάννα, κατέβα ρώτα τα, κατέβα ξέταξέ τα,
ποιαις θάλασσαις και ποια νησιά χαίρονται τον καλό μου;
Σε τι τραπέζι τρώει ψωμί, και το δικό μου είν' άδειο,
τίνος χεράκια τον κερνάν, και τα δικά μου τρέμουν,
τίνος ματάκια τον κυττάν, και τα δικά μου τρέχουν,
τίνος τα χείλη τον φιλούν και τα δικά μου σκάζουν,
τίνος καρδιά τον χαίρεται, η δική μου αναστενάζει;

Κάνω να τον καταραστώ και πάλι τον λυπάμαι,
τι είν' ακριβός της μάννας του και μοναχός δικός μου,
μα γω θα τον καταραστώ κι' ας κάμη ο θιος τι θέλει...

Ποιόνε βαρούνε μαχαιριαίς και γαίμα δε σταλάζει,
τίνος αγάπη παίρνουνε και δεν αναστενάζει;





[Το συναίσθημα του πόνου, όπερ εις την ψυχήν της γυναικός παράγει η εγκατάλειψις αυτής υπό του αγαπωμένου ανδρός, είναι επίσης βαθύ και οδυνηρόν, είτε αιτία της εγκαταλείψεως είναι ο θάνατος είτε απιστία είτε και παρατεταμένη αποδημία αυτού, ολίγον απέχουσα της παντελούς αδιαφορίας και της αποσβέσεως της αγάπης. Δια τούτο και τα περί εγκαταλείψεως άσματα έχουν το είδος, οτέ μεν μοιρολογιών, οτέ δε τραγουδιών της ξενιτειάς η ερωτικών. Το κατωτέρω, του οποίου παραθέτομεν δύο τύπους, διακρίνεται δια το εμφαινόμενον ισχυρόν πάθος. Η εγκαταλελειμμένη τραγουδεί μετά τοσαύτης περιπαθείας, ώστε συγκλονεί και την άψυχον φύσιν. Γέφυραι ραγίζονται, ποταμοί ανακόπτουν τον ρουν αυτών, τα Στοιχειά των ποταμών εξέρχονται του ύδατος δια ν'ακούσουν το άσμα, τα πλοία ακινητούν εις το μέσον του πελάγους. Είναι ετοίμη να υποστή πάντα τα δεινά, όπως ανακτήση τον αγαπητόν της, όταν ούτος βαρέως ασθενή αναζητεί φάρμακα δυσπόριστα, και τα ευρίσκει μετά πολλούς αγώνας, διότι ουδέν είναι αδύνατον εις την άληθινήν αγάπην.
Το άσμα φέρεται και εν συμφυρμώ με άλλα, προ πάντων με το άσμα της κατάρας της απαρνημένης και το εγκαταλειφθείσης ερωμένης, ήτις από κουμπάρας γίνεται πάλιν νύμφη. Έχει δε και πολλήν συνάφειαν προς τακριτικά. Εν καππαδοκική παραλλαγή αυτός ο Ακρίτης είναι ο αγαπώμενος ανήρ.]


Α'

Μια κόρη πικροτραγουδάει από κρουσταλλένιον πύργο,
κι' αγέρας πήρε τη φωνη, κι' ο άνεμος το τραγούδι,
και σέρνει το και πάει το ανάμεσα πελάγου.
Κι' όσα καράβια τ' άκουσαν, όλ' άραξαν και δένουν,
κ' ένα καράβι της φιλιάς, φρεγάδα της αγάπης,
ουδέ μαζώνει τα παννιά, ούτε κι' ομπρός τραυάει.
Κι' ο καπετάνιος φώναξε νοπίσω από την πρύμη.
"Αφήστε, ναύταις, τα παννιά, ναύκληρε, το τιμόνι,
ν' ακούσουμε του κορασιοϋ πώς γλυκοτραγουδάει,
το τι τραγούδι τραγουδάει, το τι σκοπό το σέρνει.
Κοράσιο, για τραγούδησε, κοράσιο, ξαναπέ το.
-Σύρετε, ναύταις, 'ς το καλό και 'ς την καλή την ώρα,
τι εγώ δεν ετραγούδησα για μπάρκαις, για καράβια,
παρακαλώ τα κύματα, με τον αγέρα κρένω
και στέλνω χαιρετίσματα 'ς τον κλέφτη της αγάπης."


Β'

Κόρη ξανθή τραγούδαγε 'ς της Τρίχας το γεφύρι,
ψιλά τραγούδια νέλεγε και παραπονεμένα,
κι' από το χλιβερό σκοπό, το χλιβερό τραγούδι,
και το γεφύρι ερράγισε και το ποτάμι στάθη,
και το Στοιχειό του ποταμού 'ς την άκρια νεπετάχτη.
Κ' ένας διαβάτης φώναξε 'πό πέρα από τη ράχη.
"Άλλαξε, κόρη, τον ηχό, και πες άλλο τραγούδι,
για να κινήση ο ποταμός, να σμίξη το γεφύρι,
και το Στοιχειό του ποταμού 'ς το τόπο του να πάη.
-Το πώς ν' αλλάξω τον ηχό, να πάψω νο τραγούδι,
τι γαρ τραγούδι το είπα γω, για μοιρολόγι το είπα,
γιατί έχω πόνο 'ς την καρδιά, που γιατρεμό δεν έχει.
Μάννα και κύρην έχασα κ' εννιά αδερφούς στρατιώταις,
έχω και τον πολλαγαπώ άρρωστο 'ς το κρεβάτι,
κι' αρρωστικό μου γύρεψε το τι δεν είν' 'ς τον κόσμο.
Μου γύρεψε λαγού τυρί κι' απ' αγριογίδα γάλα,
κι' ώστε να πάου 'ς τάγρια βουνά, να κατεβώ 'ς τους κάμπους,
να κυνηγήσω το λαγό, να πιάσω ταγριογίδι,
να στήσω μαρμαρόμαντρα και να τυροκομήσω,
πολλαγαπώ παντρεύτηκε κι' άλλη γυναίκα πήρε.
Πήρε την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα."




"Τρανταφυλλάκι μ' κόκκινο, μήλο μου μυρωδάτο,
σα σε φιλώ μαραίνεσαι, σα σε κρατώ κλονειέσαι,
βάνω σε 'ς την αγκάλη μου και λαχταρεί η καρδιά σου.
Κορίτσι μ', άλλον αγαπάς, άλλον θέλει να πάρης.
-Σα δεν πιστεύης, άπιστε, σα δε θωρή ο νους σου,
βάνε βίγλα 'ς τα σπίτια μου, πόρταις και παραθύρια,
και σύρε φέρε τους γιατρούς, τους καρδιοδιαλεχτάδες,
να μου διαλέξουν την καρδιά κι' όλα τα φυλλοκάρδια,
κι' α βρής απ' άλλο νιο φιλί, κι' απ' άλλο νιον αγάπη,
σφάξε μ', αφέντη μ', σφάξε με πάνω 'ς τα γόνατα σου,
και μάσε και το αίμα μου 'ς ένα χρυσό μαντήλι,
και σύρ'το 'ς τα εννιά χωριά, 'ς τα δεκαπέντε κάστρα,
κι' α σε ρωτήσουν τί εϊν' αυτό; Τς αγάπης μου το αίμα."




Αυγερινός θενά γενώ, νά ρθω 'ς την κάμερή σου,
να ιδώ την τάβλ' απού δειπνάς, την κλίν' απού κοιμάσαι,
την κόρ' απ' αγκαλιάζεσαι, αν είν' καλλιά 'πο μένα.








Η ΓΙ ΑΠΑΡΝΗΜΕΝΗ


Τρεις χρόνοι πάνε σήμερο, τέσσερις περπατούνε,
καλήν καρδιά δεν έκαμα, μηδέ και θέλω κάμει,
γιατί ξένο μ' εφίλησε κ' εδιάβη κι' άφηκέ με.
Είπε. "Το Μάρτη θάρθω γω με τα χελιδονάκια."
Θωρώ το Μάρτη και περνά, Απρίλη και διαβαίνει.




Κόρη λυγερή, ξανθή και μαυρομάτα,
αναπλέκεντο εις αντρωμένου μνήμα.
Τα μαλλάκιαν τση τον τάφον εσκεπάζαν,
ταματάκιαν τση 'ς τη γη πηλόν εκάναν,
τα χεράκιαν τση τον Κύριον δόξαζαν.









ΤΟ ΘΡΗΝΟΣ ΤΣ ΑΓΑΠΗΤΙΚΗΣ

Εγώ μνωξα τς αγάπης μου, βραδειά να μην τσης λείψω.
Μα μια βραδεία τση ξώμεινα, μια νύχτα, μιαν εσπέρα.
Γεμίζουν τα βουνά φωναίς και τα λαγκάδια δάκρυα,
και τα λαγκοπεράσματα αξέπλεχταις πλεξούδαις.








Νυφιάτικα τραγούδια

"Ή ποίησις εν Ελλάδι εισχωρεί εις πάντα τα καθέκαστα των γαμήλιων εορτών, εις πάσας τάς γαμηλίους συνηθείας, υποδεικνύουσα τον σκοπόν αυτών, επεξηγούσα την συμβολικήν των έννοιαν, προσδίδουσα εις αύτάς πάθος και μεγαλεϊον".
(FAURIEL)




Εγώ περνάω κι΄'αντιπερνάω 'ς της Μαρουδής τ' αλώνι,
οπού αλωνίζουν δώδεκα, κι' οπού συμπαίζουν δέκα,
κ' η Μάρω με τη μάννα της τριγύρω λαγανίζει.
Κ' η μάννα της της έλεγε, κ' η μάννα της της λέγει.
"Φεύγα, η Μαρώ, οχ τον κουρνιαχτό, φεύγα κι' από τον ήλιο.
-Μάννα, τον ήλιο ναγαπώ, τον κουρνιαχτό τον θέλω,
το γιο του πρωτολιχνιστή άντρα θελάν τον πάρω.
-Ο γιος του πρωτολιχνιστή πολλά προικιά γυρεύει.
-Σαν τα γυρεύη, δώστε τα, καλός ειν' κι' ας τα πάρη.
-Γυρεύει βόιδα του ζυγού, φοράδα της καβάλλας,
γυρεύει κι' ανεμόπαχνο να τρώη η φοράδα μέσα,
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχυα.
-Σαν τα γυρεύη, δώστε τα, καλός ειν' κι' ας τα πάρη."








ΕΙΣ ΑΡΡΕΒΩΝΙΑΣΜΕΝΟ

Σαν κίνησεν ο νιούτσικος να πάη ν' αρραβωνίση,
ούτε το ρούχο του έβαλεν, ούτε ζωνάρι εζώστη,
Κ' η μάννα του του φώναζε, κ' η μάννα του του λέγει.
"Γύρισε, παρ' το ρούχο σου, ζώσου και το ζουνάρι,
και σύρε ν' αρραβωνιστής παπά τη θυγατέρα.
Γύρεψε βόιδια 'ς το ζυγό, γελάδια ΄ς την αγέλη,
μούλαις, φοράδαις κι' άλογα κι' ασέλινο πουλάρι.
-Εκεί που πάνω, μάννα μου, εγώ ν' αρραβωνίσω,
ούτε για ρούχο με ρωτάν, ούτε και για ζουνάρι.
εκεί τηράν τα νιάτα μου, τηράν την ομορφιά μου.
Κ' εγώ 'ς τα πλούσια τα προικιά το νου μου δεν τον έχω,
τον έχω για της λυγερής τα μάτια και τα φρύδια."



Χαρά 'ς την κόκκινη μηλιά, χαρά 'ς το παλληκάρι,
οπού το μήλο το χρυσό θ* άπλώση για να πάρη.



Καμάρι έχουν τα πρόβατα, καμάρι έχουν τα γίδια,
καμάρι έχουν και τάλογα, κι' οπού τα καβαλλάνε,
καμάρι ειν' και η πολλή σειριά, τάδέρφια τα ξαδέρφια.
Σάν το καμάρι του γαμπρού με τοις πολλαίς κουνιάδαις,
όταν πάη 'ς την πεθερά ούλαις τον καμαρώνουν.
Τον καμαρώνει η πεθερά και τον ξαναρωτάει.
"Γιούλη μου, τι είσαι κίτρινος και τί είσαι μαραμμένος;
Να μη σ' έμάλωσε κανείς από τους εδικούς σου;
-Έμέν' κι' α μ' εμαλώσανε η καρδούλα μου το ξέρει."








ΟΤΑΝ ΚΟΣΚΙΝΙΖΟΥΝ Τ' ΑΛΕΥΡΙΑ
ΓΙΑ ΤΑ ΨΩΜΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Τρισεύγενη, 'ς το γάμο σου, 'ς ταρρεβωνιάσματά σου,
τα χιόνια αλεύρια να γενούν και τα πουλιά γουβάλια,
κ' ή θάλασσα γλυκό κρασί και τα καράβια κούπαις,
τα κύματα γριβάλογα να ρθοΰν οι συμπεθέροι.








ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ, ΟΤΑΝ ΓΕΜΙΖΟΥΝ ΤΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΑ

Α'

Άσπρη κατάσπρη βαμπακιά, οπού είχα 'ς την αυλή μου,
τη σκάλιζα, την πότιζα, κ' είχα χαρά μεγάλη.
Μά ρθε ξένος κι' απόξενος, ήρθε και μου την πήρε.
Άχάριανε το σπίτι μου, άνόστισε γη αυλή μου,
ανόστισ' η δική μου αυλή, κ' εφούμισε του ξένου.

Είκοσι χρόνια πότιζα μηλίτσα 'ς την αυλή μου,
τώρα που μου την πήρανε, ας πάη με την ευχή μου.

Β'

Ούλους τους καιρούς κι' ούλους τους χρόνους,
ούλους με ήθελες, γλυκειά μου μάννα,
τούτον τον καιρό, τούτον τον χρόνο
έτρως κ' έπινες και μένα πούλειες.
Κι' ούλο μού λεγες, κι' ούλο μου λέεις.
"Σήκω διάβαινε, σήκω περβάτει,
συρ' 'ς το σπίτι σου και 'ς τοις δουλειαϊς σου."








ΟΤΑΝ ΠΑΝ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΗ ΝΥΦΗ

Αυτό ταστέρι το λαμπρό, που πάει κοντά 'ς την Πούλια,
αυτό μου φέγγει κ' έρχομαι, κόρη μ', 'ς τον οβορό σου.
Χτυπώ τη θύρα δυο φοραίς, το παραθύρι πέντε.
"Σήκω ν' άλλάξης, κόρη μου, να βάλης τάρματά σου,
γιατ' ήρθαν να σε πάρουνε πεζούρα καί καβάλλα.
Χίλιοι έρχονται καβαλλαριά, κι' άλλοι χίλιοι πεζούρα,
ξηντα μουλάρια κουβαλούν σιτάρι για το γάμο."








ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΠΡΟΤΟΥ ΠΑΡΟΥΝ ΤΗ ΝΥΦΗ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΙΤΙ

Τρεις Μοίραις πόθον έβαλαν ώστε να σε παντρέψουν,
σήμερ' άπού τσοί χάραις των στεφάνια θα σου πλέξουν.

Πρώτη σου γέννα, νύφη μου, θεός να μας τ' αξιώση,
μέσα 'ς την Κόκκινη μηλιά τσοί Τούρκους να ζυγώξη.








ΟΤΑΝ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΙΤΙ Η ΝΥΦΗ

Α'

Σειστήτ', αόρια και βουνά, λαγκάδια με τα δάση,
κ' η μάννα το παιδάτσι τση κλαίει πως θα το χάση.
Μ' από χαρά νεγρίνιασε, κι' από χαρά τση κλαίει,
κάθε γονιού ν' αξιώνη ο θιος παιδιά του να παντρεύγη.

Κλαίνε απαρηγόρητα και τα πουλιά 'ς τα δάση,
κλαίει σε κ' η φτωχολογιά γιατί θε να σε χάση.

Β'

Επήραμε την πέρδικα, την πενταπλουμισμένη,
κι' αφήκαμε τη γειτονιά σα χώρα κρουσεμένη,
σαν εκκλησιά αλειτούργητη, σα νερατζά κομμένη.








ΟΤΑΝ ΦΘΑΝΟΥΝ ΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΑΜΒΡΟΥ

Νύφη μου, ξάστερο νερό και ξέλαμπρο φεγγάρι,
το ταίρι σού ναι ζηλευτό κι' όμορφο παλληκάρι.

'Σ το σπίτι το πεθερικό, 'ς τη γειτονιά οπού ρθες,
σαν κυπαρίσσι να σταθής, σαν πρίνος να ρίζωσης,
και σα μηλιά γλυκομηλιά ν' ανθήσης, να καρπίσης,
υγιούς εννιά ν' αξιωθής και μια γλυκομηλίτσα.








ΟΤΑΝ ΡΑΒΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΑΣΤΟΝ ΒΑΤΟΝ

Εβάλλαμε το βάτο, το ριζιμιό δεντρό,
σα βάτος να δάσωση η νύφη κι' ο γαμπρός






ΟΤΑΝ ΚΙΣΣΟΝ

Σαν τον κισσόν, οπού κολλά 'ς το δέντρο και ξαπλώνει,
να σμίξη η νύφη το γαμπρό και να ριζοσκελώνη.



[Τα επόμενα άσματα, περιγράφοντα σκηνάς του ακριτικού η του στρατιωτικού βίου, προσαρμόζονται εις τας γαμηλίους τελετάς και τραγουδούνται συνήθως το μεν πρώτον αυτών κατά τας εωθινάς ώρας, το δε δεύτερον κατά τον χωρισμόν της νύμφης από των γονέων της. Συχνά συμφύρονται προς άλληλα.]

Τώρα την αυγή τώρα η αυγή χαράζει,
τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια,
τώρα οί πέρδικες γλυκολαλοϋν και λένε.
"Ξύπνα, αφέντη μου, ξύπνα, γλυκειά μου αγάπη,
ξύπνα αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο,
κάτασπρο λαιμό, βυζιά σα δυο λεμόνια,
σαν το κρυό νερό, σαν του Μαγιού το δρόσο.
-"Ας με, λυγερή, ύπνο να πάρω λίγο,
γιατί ο αφέντης μου 'ς τη βίγλα μ' είχε απόψε,
και 'ς τον πόλεμο πάντα μπροστά με βάνει,
για να σκοτωθώ ή σκλάβο να με πάρουν.
Κ' έκαμε ο Θεός κ' ή Παναγιά η παρθένα,
κ' εξεσπάθωσα και μπήκα μέσ' 'ς τασκέρι.
Πολλούς έκοψα 'ς το έμπα και 'ς το έβγα,
λίγοι μ' έφυγαν, κ' εκείνοι λαβωμένοι,
Πήρα το στρατί, κ' ηύρα το μονοπάτι,
κ' ήρθα κ' έπεσα 'ς το στρώμα που κοιμάσαι,
να ξεκουραστώ, να πάρω λίγον ύπνο."

Β'

Ένας άγουρος, κ' ένας καλός στρατιώτης,
κάστρο γύρευε, χωριό να πάη να μείνη.
Μαϊδέ κάστρο ηυρέ, μαϊδέ χωριό να μείνη,
βρίσκει ένα δεντρί, δεντρί ψιλό κι' απόσκιο.
"Δέξου με, δεντρί, καλοκαρτέρεσέ με,
για να κοιμηθώ, Λίγον ύπνο να πάρω,
γιατί απόστασα 'ς τον πόλεμο ολημέρα.
-Να κ' η ρίζα μου, και δέσε τάλογό σου,
να κ' οι κλώνοι μου και κρέμασ' τάρματά σου,
να κι' ό ήσκιος μου και πέσε να πλαγιάσης,
και σα σηκωθής το νοίκι να πληρώσης,
μια σταλιά νερό 'ς τη ρίζα μου να ρήξης."








Ναναρίσματα


"Νήπια γουν ευμελούς μινυρίσματος κατακούοντα κοιμίζεται".
(Σέξτος ο Εμπειρικός)




Ύπνε, που παίρνεις τα μικρά, έλα, πάρε και τοϋτο,
μικρό μικρό σου τό δωκα, μεγάλο φέρε μου το,
μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ίσιο σαν κυπαρίσσι,
κ' οι κλώνοι του ν' απλώνωνται 'ς Ανατολή και Δύση.




Να μου το πάρης, Ύπνε μου, τρεις βίγλαις θα του βάλω,
τρεις βίγλαις, τρεις βιγλάτοραις, κ' οι τρείς αντρειωμένοι.
Βάλλω τον Ήλιο 'ς τα βουνά, τον αετό 'ς τους κάμπους,
τον κυρ Βοριά το δροσερό ανάμεσα πελάγου.
Ο Ήλιος εβασίλεψεν, ο αϊτός αποκοιμήθη,
κι' ο κυρ Βοριάς ο δροσερός 'ς της μάννας του πηγαίνει.
"Γιε μ ', πού σουν χτες, πού σουν προχτές, πού σουν την άλλη νύχτα;
Μήνα με τάστρι μάλωνες, μήνα με το φεγγάρι,
μήνα με τον αυγερινό, πού μεστ' αγαπημένοι;
-Μήτε με τάστρι μάλωνα, μήτε με το φεγγάρι,
μήτε με τον αυγερινό, οπού 'στ' αγαπημένοι,
χρυσόν υγιόν εβίγλιζα 'ς την αργυρή του κούνια."




Ύπνε μου, κ' επαρέ μου το, κι' άμε το 'ς τα περβόλια,
και την ποδιά του γέμισε τριαντάφυλλα και ρόδα,
Τα ρόδα να 'ν 'της μάννας του, τα μήλα του κυροϋ του,
και τάσπρα τριαντάφυλλα νά ναι του σάντουλού του.
Ό ύπνος τρέφει τα μωρά, κι' ο κάμπος τα βοσκάρια,
κ' εμένα το παιδάκι μου το τρέφουνε τα χάδια.
Ο ύπνος μου 'ς τα μάτια σου κ' η γεια 'ς την κεφαλή σου,
κ' η αγρυπνιά 'ς τον κύρη σου, να κάμη το προικί σου.
Κοιμήσου, που 'ς το γάμο σου, 'ς ταάρραβωνιάσματά σου
θα ανοίξουν ρόδα και ανθοί μέσα 'ς την κάμαρά σου.
Τα χιόνια αλεύρια θα γενούν και τα βουνά δαμάλια,
κ' η θάλασσα γλυκό κρασί να πιουν τα παλληκάρια




Γιόκα μ', όταν σ' έκανα,
πώς δεν εξαπάτησα,
πώς δεν έκανα φτερά,
σαν του παγονιού χρυσά,
να πετάξω 'ς τα βουνά;




Χήνα μου, άπλωσ' τα φτερά, να πλύνω του παιδιού μου,
αϊτέ μου, τα φτερούγια σου, ν' απλώσω ταγωριού μου,
και συ, αηδόνι μου χρυσό, 'ς την κούνια να καθήσης,
με τη γλυκειά σου τη φωνή να μου το νανουρίσης,
και σαν το ιδής να κοιμηθή, τα μάτια του να κλείση,
τρέξε τον Ύπνο φώναξε να μου το σεργιανίση.
Έλα, Ύπνε, και πάρε το, πάν το 'ς τα περιβόλια,
και γέμισε τους κόρφους του τριαντάφυλλα και ρόδα,
τα ρόδα θα ειν' της μάννας του και τάνθη του κυρού του
και τα χρυσά τραντάφυλλα θανά είναι του νονού του.




[Το νανάρισμα τούτο δεικνύουν ότι είναι παλαιόν αι εν αυτώ αναμνήσεις της βυζαντινής τέχνης•τα ποικίλματα του σκεπάσματος και τα μαργαριτοκόσμητα κόκκινα τσαγγία κατασκευάζονται εις την Πόλην, αλλ'εϊς την Πόλην των Ελλήνων αυτοκρατόρων και όχι την τουρκοκρατουμένην Κωνσταντινούπολιν.]


Κοιμήσου αστρί, κοιμήσου αυγή, κοιμήσου νιο φεγγάρι,
κοιμήσου, που να σε χάρη ο νιος που θα σε πάρη.
Κοιμήσου, που παράγγειλα 'ς την Πόλη τα χρυσά σου,
'ς τη Βενετιά τα ρούχα σου και τα διαμαντικά σου.
Κοιμήσου, που σου ράβουνε το πάπλωμα 'ς την Πόλη,
και σου το τελειώνουνε σαρανταδυό μαστόροι,
'ς τη μέση βάνουν τον αετό, 'ς την άκρη το παγόνι.
Νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά ταγγόνι.
Κοιμήσου και παράγγειλα παπούτσια 'ς τον τσαγγάρη,
να σου τα κάνη κόκκινα με το μαργαριτάρι.
Κοιμήσου μέσ' 'ς την κούνια σου και 'ς τα παχιά παννιά σου,
η Παναγιά η δέσποινα να είναι συντροφιά σου.




[Το χιακόν τούτο νανάρισμα είναι του δήμου των Μαστιχοχώρων, αποτελουμένου εξ εικοσιενός χωρίων, διά τούτο η ναναρίζουσα μάννα πρωτίστην ευχήν δίδει εϊς το τέκνον της, πλουτήσαν να συστήση 21 σχολεία, εν εις έκαστον χωρίον, περί ων παραπονείται ότι δεν μεριμνώσιν οι άρχοντες του δήμου, επιλήσμονες γενόμενοι των υποχρεώσεων αυτών προς το έθνος.]


Κάμε, Χριστέ τσαι Παναγιά, τσαι θρέψε το παιδί μου,
να μεγαλώσει να θραφή, καλό παίδί να γίνη.
Τύχη χρυσή ας του δίγετε τσαι φώτιση μεγάλη,
να μάθη γράμματα πολλά τσαι φρόνιμο να γίνη,
για να τσερδίτζη χρήματα, παντού καλά να κάμνη,
ένα τσαι είκοσι σκολειά μ' αληθινούς δασκάλους,
να μάθουν γράμματα οι φτωχοί, αθρώποι να γενούνε,
να μάθουν πως ρφανέψαμεν από τους άρχοντάς μας,
να μάθουν πως ξεχάσαμεν του γένου μας τα φρένα,
πώς ο καθείς μας χρεωστεϊ βοήθειαν να δίνη
είς τα σκολειά, 'ς τοις εκκλησιαΐς τσαι 'ς τα ορφανεμένα.








Μοιρολόγια

"Τα μοιρολόγια των γυναικών μας, θαυμαστά ελεγειογραφίας αριστουργήματα, αυτόφυτα της ελληνικής ευαισθησίας προϊόντα, κινοϋσι τον θαυμασμόν των ποιητών και εφελκύουσι των γραμματολόγων την προσοχήν όσον ουδέν άλλο, έστω και το εντεχνότερον, των λοιπών έξηυγενισμένων και τετορνευμένων ημών στιχουργημάτων".
(ΣΠ. ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ)




ΟΤΑΝ ΞΕΨΥΧΗΣΗ

Τώρα, ουρανέ μου, βρόντησε, τώρα, ουρανέ μου, βρέξε,
ρήξε 'ς τους κάμπους τη βροχή και 'ς τα βουνά το χιόνι,
'ς του πικραμένου την αυλή τρία γυαλιά φαρμάκι.
Τό να να πίνη την αυγή τ' άλλο το μεσημέρι,
το τρίτο το πικρότερο 'ς το δείπνο, όταν δειπνάη.



'Σ του πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει,
μον' είναι πάντα συννεφιά και βασιλεύει αντάρα,
φυτρώνει ο πικραπήγανος, να τρων οι πικραμένοι,
να τρων οι μάνναις τοις κορφαίς, κ' οι αδερφαίς τους κλώνους,
γυναίκες των καλών αντρών να τον ξεθεμελιώνουν.



Πρέπει η γης να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνη,
πρέπει νά τηνε σπέρνουνε κλωνιά μαργαριτάρι,
πρέπει να τη σκαλίζουνε με χρυσά σκαλιστήρια,
που τρώγει αϊτούς και σταυραϊτούς, και νιαϊς με τα στολίδια,
τρώει του μαννάδων τα παιδιά, τουν αδερφιών ταδέρφια,
που τρώγει και τα αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα.



Ο Κύριος έκαμε τη γη κ' εστόλισε τον κόσμο,
μα μόνο τρία πράματα δεν έμπεψε 'ς τον κόσμο,
γιοφύριν εις τη θάλασσα και γαγερμό 'ς τον Νάδη,
και σκάλαν εις τον ουρανό να πχαίνου να γαγέρνου.



Μέσα η καρδιά μου με πονεί, μα δεν ηξεύρω τι έχει,
κάνε πουλί τήνε τσιμπά, κάνε θηριό την τρώγει,
κάνε μαχαίρι δίκοπο είναι και τήνε κόβει.



Τίνος να ειπώ το ντέρτι μου, το ντέρτι της καρδιάς μου;
Να σας το ειπώ ψηλά βουνά; ψηλά είστε δεν τ' ακούτε,
να σας το ειπώ ψηλά δεντρά; φυσάει βοριάς, το παίρνει,
να σας το ειπώ χαμόκλαρα; φυσάει νοτιά, το παίρνει.
Εγείραν τα δεντρόφυλλα κι' ακούμπησαν 'ς το χιόνι,
σε μελετάει ταχείλι μου, μέσα η καρδιά μου λειώνει.



Τα ρούχα μου και τα καλά όποιος τα βρη, ας τα πάρη,
μα της καρδιάς μου τον καϊμό κανένας να μην πάρη.



Τα μοιριολόγια τά σωσα, τα δάκρυα μου στερέψαν,
θα πάρω δάκρυα δανεικά και μοιριολόγια ξένα,
τα μοιριολόγια απ' ταρφανά, τα δάκρυα από τοις χήραις.



Εγώ για το χατίρι σου τρεις βάρδαις είχα βάλη,
Είχα τον ήλιο 'ς τα βουνά, και τον αϊτό 'ς τους κάμπους,
και το βοριά το δροσερό τον είχα 'ς τα καράβια.
Μα ο ήλιος εβασίλεψε, κι' ο αϊτός αποκοιμήθη,
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κ' έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.



Τήρα μη μοιάσης του λαγού, οπού γεννάει κι' αρνειέται.
Μοιάσε της πετροπέρδικας, της αηδονολαλούσας,
που κάνει δεκοχτώ πουλιά, κανένα δεν αρνειέται,
κι' αν πέστι αϊτός και πάρη ένα, εν' από τα πουλιά της,
κάνει καιρούς να πιη νερό, καιρούς να κελάϊδήση.
Κι' οπόβρη ξάστερο νερό, θολώνει και το πίνει,
κι' οπόβρη μαυρη καψαλιά, θα κάτστι να βοσκήση,
κι' οπόβρη μαύρο κούτσουρο, θα κάτση να λαλήση.








ΟΤΑΝ ΣΗΚΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΝΕΚΡΟΝ

Αυτού που βούλεσαι να πας, κι' όπου ξεπερατειέσαι,
αν εύρης νιους χαιρέτα τους, και νιαις κουβέντιασέ τους,
κι' αν εύρης και μικρά παιδιά γλυκά παργόρησέ τα.
Μην κάμης νιαις να κλάψουνε και νιους ν' αναστενάξουν,
μην κάμης και μικρά παιδιά και θυμηθούν τη μάννα.
Μην πης πως έρχεται Λαμπρή, πως έρχονται γιορτάδες.
Πες του Χριστού πως χιόνιζε και τη Λαμπρή θα βρέχη,
και την ημέρα τ' άη Θωμά θα σέρνουν τα ποτάμια.
Πως δε θα βγούνε τα παιδιά με ταις γλυκειάϊς μαννάδες,
ούτε θα βγουν τ' άδρόγενα να πολυαγαπημένα.



"Παράγγειλε μου, μάτια μου, το πότε θέλεις να ρθης,
να στρώσω ρόδα 'ς τα βουνά, τριαντάφυλλα 'ς τους κάμπους.
-Κι' α στρώσης ρόδα, μάζω τα, τριαντάφλα, μύρισέ τα,
κ' εγώ πίσω δεν έρχομαι και πίσω δεν γυρίζω.
Πήγα 'ς της Άρνης τα βουνά, 'ς της Άρνης τα λαγκάδια,
π' αρνειέται η μάννα το παιδί, και το παίδι τη μάννα,
π' Αρνειώνται και ταντρόγενα και πλια δεν ανταμώνουν."



"Ευτού που κίνησες να πας 'ς το μακρινό ταξίδι,
θέλω να ειπής 'ς τη μάννα σου πότε θα ρθης 'ς το σπίτι,
νά χω κ' εγώ μια παντοχή, νά χω και την ελπίδα,
λελούδια να χω 'ς την αυλή, τριαντάφυλλα στρωμένα,
να σου χω γιόμα μυστικό, και δείπνο να δειπνήσης,
να χω νερό για να λουστής, ρούχα καλά ν' άλλαξης,
να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλάγιασης.
-Λελούδια συ να τα χάρης, τριαντάφυλλα να τά χης,
κι' αν έχης γιόμα, γέψου το και δείπνο δείπνησέ το,
κι' αν έχης και νερό ζεστό, λούσου το μοναχή σου,
κι' αν εχης ρούχα φόρεσ' τα, κοιμήσου 'ς το κρεβάτι.
Το δρόμον οπού πέρασα, δεν τον ξαναδιαβαίνω.
Θα πάω 'ς της Άρνης τα βουνά, 'ς της Αρνεσιάς τη βρύση,
κ' έχω της γης για στρώματα, σεντόνια έχω το χώμα,
και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα,
και πίνω τ' ωριοστάλαχτο της πλάκας το φαρμάκι.
-Σαν αποφάσισες να πας, να μην ξαναγυρίσης,
άνοιξε τα ματάκια σου να μ' αποχαιρετήσης,
να μας αφήσης το χε γεια και το μεγάλον πόνο."



Αϊτός ξεβγαίνει από τη γη, καϊμένα εϊν' τα φτερά του,
κι' άλλος αϊτός τον ρώταγε, κι' άλλος αϊτός του λέγει.
"Για πες μας, πες μας, σταυραϊτέ, τι κάνουν οι δικοί μας;
-Είδες εμέ το σταυραϊτό πως είναι τα φτερά μου;
Έτσι ειν' της μάννας τα παιδιά, των αδερφιών ταδέρφια,
έτσι είν' των κακορίζικων τα πρώτα τους αιταίρια,
τα πρώτα τους και τα καλά, τα πολυαγαπημένα."

Για κάτσετε, σιγήσετε, να ιδούμε ποιος μας λείπει.
Μας λείπει ο κάλλιος του σπιτιού κι' ο πρωτονοικοκύρης,
που ήταν 'ς το σπίτι φλάμπουρο, 'ς την εκκλησιά φανάρι,
το φλάμπουρο τσακίστηκε, και το φανάρι εσβήστη.
Κρίμα 'ς εκείνον που έπεσε, κι' αλλιά 'ς εκειόν πόστάθη.



Είχα μηλιά 'ς την πόρτα μου και δέντρο 'ς την αυλή μου,
και τέντα κατακόκκινη το σπίτι σκεπασμένο,
και κυπαρίσσι ολόχρυσο κ' ήμουν ακουμπισμένη,
είχα κι' ασημοκάντηλο 'ς το σπίτι κρεμασμένο.
Τώρα η μηλιά μαράθηκε, το δέντρο ξερριζώθη,
και η τέντα η κατακόκκινη, και κείνη μαύρη εγίνη,
το κυπαρίσσι το χρυσό έπεσε κ' ετσακίστη,
τασημοκάντηλο έσβησε, το σπίτι δε φωτάει.



Ποιος ήταν κείνος πόβανε φωτιά 'ς το περιβόλι,
κ' εκάη η φράχτη τάμπελιοϋ κ' εκάη το περιβόλι,
κ' εκάησαν τα δυο δεντρά, που ήσαν αδερφωμένα;
Καϊ τό να κάη κ' έπεσε, και τάλλο κάη κ' έστάθη.
Κείνο που κάη κ' έπεσε, εβγήκε από τοις έννοιαις,
κείνο που κάη κ' έμεινε, πολλά χει να πέραση.
Θα το φυσήξη κι' ο βοριάς, και θα το βρέξη ο νότος,
θα ρήξη ξεροπάγουνο να κάψη την καρδιά του.



Θιαμαίνομαι, ξενίζομαι και μοναχός θιαμάζω,
πως δε ραγίζουν τα βουνά, δε πέφτει τάστρι κάτου
από τον πόνο τς αδερφής κι' απ' τον καϊμό της μάννας
κι' από το βαριοστεναμό του μαύρωνε χηράδω.








ΕΙΣ ΧΗΡΑΝ

Κυρά, που κάθεσαι ψηλά, κατέβα παρακάτω,
και κάτσε με τοις άμοιραις, και κάτσε με τοις χήραις,
και τίναχ' το κεφάλι σου, να γκρεμιστή η κορώνα,
τίναξε και το δάχτυλο, να πέση η αρραβώνα,
και βγάλ' τα κατακκόκκινα, και φόρεσε τα μαύρα.
Τα κόκκινα είναι της χαράς, τα μαϋρα είναι της λύπης.

Η χήρα μέσα κάθεται κι' όξω την κουβεντιάζουν,
αν περπατήση ταπεινά, της λεν πώς καμαρώνει,
κι' αν περπατήση ογλήγορα, της λεν πως εζουρλάθη,
κι' αν κουβεντιάση μ' άλλονε, της λεν, άντρα γυρεύει,
κι' αν νέθη και τη ρόκα της, της λεν πως προίκα φτειάνει,
κι' αν αρρωστήση και καμιά, της λεν παίδι θα κάμη.



Χήρα σπερώνει 'ς το βουνό, κανείς δεν τη μαζώνεΐ.
Ψιλή φωνίτσα νέβαλε όση κι' αν εδυνάστη.
"Πού είσαι, καλέ μου σύντροφε, καλέ μου νοικοκύρη;
αν είσαι εμπρός καρτέρα με, και πίσω μίλησέ με,
κι' αν είσαι 'ς άκρη ποταμιού, στάσου να με περάσης,
γιατί είμαι η δόλια αδύνατη και δέν μπορ' να περάσω.








ΕΙΣ ΑΓΟΥΡΟΝ

Για ιδές καιρό που διάλεξες, Χάρε μου, να τον πάρης,
'ς τα έβγα του καλοκαιριού, 'ς τα έμπα του χειμώνα,
να πάρης τάνθη οχ τα βουνά, λελούδια από τους κάμπους,
να πάρης τον αμάραντο, να τον μαράν' ή πλάκα.



Δεν είναι κρίμα κι' άδικο, παραλογιά μεγάλη,
να στέκουν τα παλιόδεντρα και τα σαρακιασμένα,
να πέφτουνε τα νιόδεντρα με τάνθη φορτωμένα;



Ήλιε μου, πώς εβιάστηκες να πας να βασίλεψης,
ν' αφήσης το σπιτάκι σου κι' αλλού να πας να φέξης;



Δε σόμοιαζε, λεβέντη μου, 'ς τη μαύρη γης για νά μπης,
μόν' σόμοιαζε να κάθεσαι 'ς ένά μορφο τραπέζι,
να τραγουδάς να χαίρεσαι, να σε κερνούν να πίνης.
Άγουρ', άγουρε δροσερέ κρουσταλλοβραχιονάτε,
χρυσά ήταν τα καλίγια σου κι' αργυρά τα σφυριά σου,
και το σφυρί που σφύριζε με το μαργαριτάρι.
Νύχτα σελλώνει τάλογο, νύχτα το καλιγώνει,
νύχτα περνάει το 'Ρουφιά, το φοβερό ποτάμι.
Πάει να πάρη το φιλί πρου βρέξη, πρου χιονίση.



Δε σόπρεπε, δε σόμοιαζε 'ς τη γη κρεβατοστρώση,
μόν' σόπρεπε, μόν' σόμοιαζε 'ς του Μάη το περιβόλι,
ανάμεσα σε δυο μηλιαίς, σε τρεις νεραντζοπούλαις,
να πέφτουν τ' άνθ' απάνου σου, τα μήλα 'ς την ποδιά σου,
τα κρεμεζογαρούφαλα τριγύρω 'ς το λαιμό σου.



Το νιο που συνεβγαίνουμε τι έχουμε να του πούμε;
πού το ψηλός σαν άγγελος, λιγνός σαν κυπαρίσσι,
πού χε το Μάη 'ς τοϊς πλάταις του, την άνοιξη 'ς τα στήθη,
τάστρα και τον αυγερινό 'ς τα μάτια και 'ς τα φρύδια,
πού τον 'ς τους κάμπους το βιολί, 'ς την εκκλησιά καντήλι,
ήτανε και 'ς το σπίτι του καράβι αρματωμένο.
Και το βιολί τσακίστηκε, και το καντήλι εσβήστη,
και το καράβι τόμορφο κ' εκείνο απικουπίστη.








ΤΗΣ ΜΑΝΝΑΣ ΕΙΣ ΠΑΙΔΙ

Α δε φουσκώση η θάλασσα, ο βράχος δεν αφρίζει,
κι' αν δε σε κλάψη η μάννα σου, ο κόσμος δε δακρύζει.



Εσύ, παιδί μου, εκίνησες να πας 'ς τον Κάτου κόσμο,
κι' αφήνεις τη μαννοϋλα σου πικρή, χαροκαμένη.
Παιδάκι μου, τον πόνο σου πού να τον απιθώσω;
που κι' αν τον ρήξω τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάταις,
κι' αν τον αφήσω 'ς τα κλαριά, τον παίρνουν τα πουλάκια.
Πού να βαλθούν τα δάκρυα μου για τον ξεχώρισμό σου;
Αν πέσουνε 'ς τη μαύρη γης, χορτάρι δε φυτρώνει,
αν πέσουνε 'ς τον ποταμό, ο ποταμός θα στύψη,
αν πέσουνε 'ς τη θάλασσα, πνίγονται τα καράβια,
κι' αν τα σφαλίσω 'ς την καρδιά, γλήγορα σ' ανταμώνω.



Οποιά χασε τον άντρα της, έχασε την τιμή της,
κι' οποιά χασε τη μάννα της, έχασε την κουβέντα,
κι' όποιά χασε τον αδερφό, έχασε τα φτερά της,
κι' όποιά χασε την αδερφή, έχασε το σιριάνι,
κι' όποιά χασε μικρά παιδιά, έχασε την καρδιά της.








ΕΙΣ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ

Πάννε και σου, παιδάκι μου, με τάλλα τα παιδάκια,
'ς του παραδείσου το πλατύ μαεύγουλ λουλουδάκια.


Εμέναν το παιδάτσιμ μου μέλιν ετάϊζέ μας,
της πικροδάφνης το ζουμίν υστέρα πότισε μας.



Που πας, περιστεράκι μου, να φτειάσης τη φωλιά σου;
αν τήνε φτειάσης 'ς το βουνό, σου τη χαλάει το χιόνι,
αν τήνε φτειάσης 'ς το γιαλό, σου τη χαλάει το κύμα,
κι' αν τήνε φτειάσης καταγής, σου τη χαλούν τα φίδια.

Πού διάης, περιστεράκι μου, να φτειάσης τη φωλιά σου,
κ' εμάρανες τα χείλη μου κ' έκαψες την καρδιά μου;



[Το μοιρολόγιον τούτο εις μικρόν παιδίον τραγουδείται ενιαχού μέ τινας παραλλαγάς και εις γάμους, αναφερόμενον εις τον χωρισμόν της νύμφης από των γονέων της.]

Πουλάκι νείχα 'ς το κλουβί και το είχα ημερωμένο,
το τάιζα τη ζάχαρη, το πότιζα το μόσκο,
κι' από το μόσκο τον περσό, κι' από τη μυρουδιά του
μου σκανταλίστη το κλουβί και μού φυγε τάηδόνι.
Πήρα τα όρη σκούζοντα και τα βουνά ρωτώντα:
"Βουνά μου και λαγκάδια μου και κάμποι με τα ρόδα,
μην είδατε ταηδόνι μου κ' έπέρασε πετώντας;
-Εχτές προχτές επέρασε και πάει 'ς τον Κάτου Κόσμο.
Τη νύχτα κλαίει για βυζί και την αυγή για μάννα
και μέσ' 'ς τα ξημερώματα ποιος να το ξετυλίξη."



Μεσ' 'ς τά μπα του καλοκαιριού και 'ς τά βγα του χειμώνα,
τήρα καιρό που διάλεξε να πάρη, να μισσέψη!
Παιδί μου, δεν απόμενες, δεν άφηνες αγάλια,
όσο ν' ανθίσουν τα βουνά, να πρασινίσου οι κάμποι,
ν' ανοίξουν τα γαρούφαλα, να γίνουν τα λουλούδια,
να φορτωθής να στολιστής, να πας 'ς τον Κάτου Κόσμο,
να βάλου οι νιοι 'ς τα φέσια τους κ' οι νιαις 'ς τοις τραχηλιαίς τους,
και τα μικρά 'ς τα χέρια τους, να λησμονούν τη μάννα.




ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΜΑΝΝΑΣ ΕΙΣ ΚΟΡΗΝ

Κόρη μου, σε κλειδώσανε κάτω 'ς την Αλησμόνη,
που 'ς τό μπα δίγουν τα κλειδιά, 'ς το έβγα δεν τα δίγουν,
και 'ς το μπαινοξανάβγαρμα σφιχτά σε μανταλώνουν,
που κόρη μάννας δε μιλεί, μηδέ 'ς την κόρη η μάννα,
μηδέ τα τέκνα 'ς τους γονιούς, μηδέ οι γονιοί 'ς τα τέκνα,
κι' ο βασιλές ακόμη κει με όλους μας ειν' ίσια.
Εκεί 'ν'τα σπίτια σκοτεινά, οι τοίχοι ραχνιασμένοι,
εκεί μεγάλοι και μικροί ειν' ανακατεμένοι.






Μοιρολόγια του Κάτω Κόσμου και του Χάρου

"Ό Χάρος των νεωτέρων Ελλήνων επιφαίνεται ως αντιπρόσωπος του θανάτου και του άδου καθόλου, αποσπών ιδίαις χερσϊ την ψυχήν των κατακυρωθέντων εις αυτόν ανθρώπων και φέρων ταυτην εις το υπό την γήν βασίλειον αυτού. Είναι αυτός ο θάνατος, η προσωποποιία του αμεταβλήτου φυσικού νόμου, εις ον υπόκεινται πάντες οι επί της γης ζώντες."
(BERNHARD SHMIDT)




Κάτου 'ς τα Τάρταρα της γης, τα κρυοπαγωμένα,
μοιρολογούν οι λυγεραίς και κλαιν τα παλληκάρια.
"Τάχα να στέκη ο ουρανός, να στέκει ο Απάνου κόσμος,
να στέκουν τα χοροστασιά, σαν που ήτανε και πάντα,
να λειτουργειώνται οι εκκλησιαίς, να ψέλνουν οι παπάδες;"



Τώρα 'ς τον αποχωρισμό τρεις ποταμούς διαβαίνω,
ο ένας χωρίζει αντρόγενα, κι' ο άλλος χωρίζει αδέρφια,
κι' ο τρίτος ο φαρμακερός τη μάνν' απ' τα παιδιά της.



Για πες μου, τι του ζήλεψες αυτού του Κάτου κόσμου;
Ευτού βιολιά δεν παίζουνε, παιγνίδια δε βαρούνε,
ευτού συδυό δεν κάθουνται, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
είναι κ' οι νιοι ξαρμάτωτοι, κ' οι νιαις ξεστολισμέναις,
και των μαννάδων τα παιδιά σα μήλα ραβδισμένα.



[Ο Αντρειόβλαχος, η ως αι άλλαι παραλλαγαί τον λέγουν, ο Τάταρης, είναι ο Χάρος, διότι το τραγούδι είναι αλληγορικόν, αναφερόμενον εις καλλίτεκνον μητέρα, την οποίαν ο θάνατος εστέρησεν όλα τα τέκνα της.]

Άσπρε σταυραϊτέ, πανώρια γερακίνα,
τι είδες, τι άκουσες εκεϊ ψηλά που τρέχεις;
-Θάλασσαις πικραίς, καράβια βουρκωμένα,
κάτου 'ς το Μοριά, κάτου 'ς το περιγιάλι,
σέρνει ο Αντρειόβλαχος εννιά αδερφούς δεμένους
σε μιαν άλυσο, σε μια μακρειά αλυσίδα.
Πάει κ' η μάννα τους, κοντά περικαλιώντα.
"Φέντη Αντρειόβλαχε, αφέντη των παιδιών μου,
χάρισε κ' εμέ κανέν' απ' τα παιδιά μου,
το μικρότερο, το μεγαλύτερο μου,
ή τον Κωσταντή, που ειν' αρρεβωνιασμένος."
Σκούζει το μικρό και λέει το μεγάλο.
"Τάχ'το, η μάννα μου, πως ήσουνα μηλίτσα,
άνθισες μικρή και κάρπισες μεγάλη,
φύσηξε βοριάς, σ' τα τίνιαξε τα μήλα."



Καλότυχα είναι τα βουνά, καλότυχοι ειν' οι κάμποι,
που Χάρο δεν ακαρτεροΰν, φονιά δεν περιμένουν,
μόν' περιμένουν άνοιξη, τόμορφο καλοκαίρι,
να πρασινίσουν τα βουνά, να λουλουδούν οι κάμποι.



[Μοιρολόγι εις νέον αποθανόντα την άνοιξιν. Τούτο λέγεται ότι τραγούδησε και ο Διάκος απαγόμενος εις τον τόπον της καταδίκης του.]

Για ιδές καιρόν που διάλεξε ο Χάρος να σε πάρη,
τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι.








ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ

Ο Χάρος έκατσε ψηλά και τραγουδεί πανώρια,
λέει τραγούδια τση χαράς και περισσοκαυκάται.
"Για ιδέ σπίθιαν τα ρήμαξα κι' αυλαίς αράχνιασά τσοι,
και αδέρφια που ξεχώρισα, πού σαν αγαπημένα,
κ' οι στράταις καμαρώναν τα κι' ο κόσμος έτρεμέν τα.
Χώρισα μάνναις 'πο παιδιά, παιδιά 'πού τσοι μαννάδες,
εχώρισα κι' αντρόϋνα που σαν αγαπημένα."








ΤΟΥ ΛΕΒΕΝΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ

[Την επιθανάτιον άγωνίαν φαντάζεται ο ελληνικός λαός ως πάλην του θνήσκοντος προς τον Χάρον, εξ ου και αι φράσεις παλεύει με το Χάρο, χαροπαλεύει, είναι 'ς το χαροπάλεμα επί του ψυχορραγούντος. Παραπλήσιαι φράσεις φέρονται και εις άλλας ευρωπαϊκάς γλώσσας, αλλ' ενώ εν ταύταις έχουν απλώς τροπικήν σημασίαν, εν τη ελληνική διατηρείται οπωςδήποτε και η μυθολογική παράστασις, συνυπονοουμένης αληθούς σωματικής πάλης. Η έκβασις του τοιούτου αγώνος δεν είναι αμφίβολος. Εν τη πάλη προς τον δαίμονα του θανάτου υποκύπτει μοιραίος και ο ανδρειότατος των θνητών. Ούτω καταπαλαισθεϊς υπό του Χάρου απέθανε και ο Διγενής, το δε περί τούτου άσμα είναι το πρότυπον προς το οποίον προσηρμόσθησαν τα λοιπά περί της πάλης άλλων ανθρώπων προς τον Χάρον.]

Λεβέντης ερροβόλαγε από τα κορφοβούνια,
με το μαντήλι 'ς το λαιμό, το βαροκεντημένο.
Είχε το φέσι του στραβά και τα μαλλιά κλωσμένα,
κ' έστριφτε το μουστάκι του και ψιλοτραγουδοϋσε.
Κι' ό Χάρος τον αγνάντεψε από ψήλη ραχούλα,
καρτέρι πάει και τόβαλε 'ς ένα στενό σοκάκι.
'Γεια σου, χαρά σου, Χάροντα. - Καλό 'ς το το λεβέντη.
Λεβέντη μ', πούθεν έρχεσαι, λεβέντη μ', πού πηγαίνεις;
-Από τη μάντρα μου έρχομαι, 'ς το σπίτι μου πηγαίνω.
Πάου να πάρω το ψωμί και πίσω να γυρίσω.
-Λεβέντη μ', μ' έστειλε ο Θεός, να πάρω την ψυχή σου.
-Χωρίς ανάγκη κι' αρρωστιά ψυχή δεν παραδίνω.
Μον' έβγα να παλέψουμε σε μαρμαρένιο αλώνι,
κι' α με νικήσης, Χάροντα, να πάρης την ψυχή μου,
κι' α σε νικήσω πάλι εγώ, πήγαινε 'ς το καλό σου."

Πιαστήκαν και παλεύανε απ' το πουρνό ως το βράδυ,
κ' εκεί 'ς το γύρισμα του ηλιού που τρέμ' να βασιλέψη
ακούν το νιο που βόγγυξε και βαριαναστενάζει.
"Άσε με, Χάρε μ', άσε με παρακαλώ να ζήσω,
τι έχω τα πρόβατα άκουρα και το τυρί 'ς το ζύγι,
τι έχω γυναίκα παρανιά και χήρα δεν της πρέπει,
τι έχω παιδί κ' είναι μικρό κι' ορφάνια δεν του μοιάζει.
-Τα πρόβατα κουρεύονται και το τυρί ζυγειέται,
και ταρφανό πορεύεται κ' η χήρα κυβερνειέται."








ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΙΟΥ

Τρώτε και πίνετ', άρχοντες, κ' εγώ να σας δηγούμαι,
κ' εγώ να σάσε δηγηθώ για έναν αντρωμένο,
για ένα νιον, τον είδα γω 'ς τσοί κάμπους κ'εκυνήγα,
κυνήγα κ' ελαγώνευγεν ο νιος κι' αγριμολόγα.
'Σ το γλάκιο πιάνει ο νιος λαγό, 'ς τον πήδο πιάνει αγρίμι,
την πέρδικα την πλουμιστή οπίσω την αφήνει.

Μα ο Χάροντας επέρασε κ' ήτονε μανισμένος.
Έβγαλε, νιε, τα ρούχα σου και θέσε τάρματά σου,
δέσε τα χέρια σου σταυρό, να πάρω τη ψυχή σου.
-Δε βγάνω γω τα ρούχα μου, δε θέτω τάρματά μου,

μηδέ τα χέρια μου σταυρό, να πάρης τη ψυχή μου.
Μ' άντρας εσύ, άντρας κ' εγώ, κ' οι δυο καλ' αντρωμένοι,
κι' άιντε να πα απαλαίψωμε 'ς το σιδερόν αλώνι,
να μη ραΐσουν τα βουνά και να χαλάση η χώρα."

Και πάνε κι' απαλεύγανε 'ς το σιδερόν αλώνι.
Κ' εννιά φοραίς τον έβαλεν ο νιος το Χάρο κάτω.
Μ' απάνω εις τς εννιά φοραίς του Χάρο βαροφάνη.
Πιάνει το νιο 'που τα μαλλιά, χάμαις τον γονατίζει.
Άφις με, Χάρο, τα μαλλιά και πιάσ' μ' απού τη μέση,
και τοτεσάς σου δείχνω γω πώς ειν' τα παλληκάρια.
-Αποκειδά τα πιάνω γω ούλα τα παλληκάρια,
πιάνω κοπέλλαις όμορφαις, κι' άντρες πολεμιστάδες,
και πιάνω και μωρά παιδιά μαζί με τσοι μαννάδες."








ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΡΑΘΙΩΤΗ

Όμορφο νιον εζύγωνεν ο Χάρος 'ς τη μαδάρα,
μά 'τον ο νιος ογλήγορος κι' ο Χάρος κουρασμένος,
και παίρν' ο νιος το ρίζωμα κι' ο Χάρος την πλαγιάδα.
Πάνω σε πλάκαν έκατσεν ο Χάρος διπλοπόδης,
κ' εσφύριζε κ' εφώναζεν ο Χάρος του στραθιώτη.
"Στραθιώτ', ανίμενε κ' εμέ, που θα σου παραγγείνω.
-Χάροντα, κ' είντα μου βαστάς κ' εγώ να σ' ανιμένω;
-Βαστώ σου ντάργα και σπαθί και κόκκινο λουρίσκο,
βαστώ και τση γυναίκας σου ολόμαυρα να βάλη."








ΤΗΣ ΛΥΓΕΡΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ

Η Ευγενούλα η μοσκονιά κ' η μικροπαντρεμένη
εβγήκε κ' επαινεύτηκε πως Χάρο δε φοβάται,
γιατί ειν' τα σπίτια της ψηλά, κι' ο άντρας της παλληκάρι,
γιατί έχει τους εννιά αδερφούς, τους καστροπολεμίταις,
π' όλα τα κάστρα πολεμούν κ' οι χώραις παραδίνουν.
Κι' ο Χάρος όπου τ' άκουσε, πολύ του βαρυφάνη.
Μαύρο πουλί νεγίνηκε, σαν άγριο χελιδόνι,
εβγήκε κ' εσαϊττεψε τη μοναχή την κόρη
μέσ' 'ς το λιανό το δάχτυλο που χε την αρραβώνα.

Κ' εμπαινοβγαίνουν οι γιατροί και γιατρεμό δε βρίσκουν,
κ' εμπαινοβγαίνει η μάννα της με τα μαλλιά λυμένα.
"Τί έχεις, μαννούλα μου, και κλαις, τι έχεις κι' αναστενάζεις;
-Πεθαίνεις, Ευγενούλα μου, και τι μου παραγγέλνεις;
-Σ' αφήνω, μάννα, το έχε γεια και ντύσε με σα νύφη,
κι' όταν θα σόρθη ο Κωνσταντής να μη μου τον πικράνης,
μόν' στρώσ' του γιόμα να γευτή και δείπνο να δειπνήση,
κι' άπλωσε μεσ' 'ς την τσέπη μου και πάρε το κλειδί μου,
και βγάλ' τον αρραβώνα του και τα χαρίσματα του,
και δώσ ' του τα του Κωσταντή, αλλού ν' αρραβωνίση,
ωσάν κ' εγώ παντρεύομαι, παίρνω το Χάρον άντρα."

Κι' ο Κωσταντής επρόβαλε 'ς τους κάμπους καβαλλάρης,
με δεκαπέντε φλάμπουρα, μ' εννιά ζυγιαίς παιχνίδια,
με τετρακόσιους άρχοντες, πεζούς καβαλλαραίους.
Βλέπει μεγάλη σύναξη, οπού ναι μαζωμένοι.
"Για χαμηλώστε, φλάμπουρα, πάψετε σεις, παιχνίδια,
γιατί σταυρός επρόβαλε απ' το πεθερικό μου,
για πεθερός μου πέθανε, για πεθερά μου χάθη,
για απ' τα γυναικαδέρφια μου κανένα νεσκοτώθη."
Και τάλογό του εβάρεσε 'ς του πεθερού να πάγη.

Αυτού σιμά, αυτού κοντά βαστούσε μοναστήρι.
Βρίσκει τον πρωτομάστορη κ' έκανε το κιβοΰρι.
'"Να ζήσης, πρωτομάστορη τίνος είν' το κιβοΰρι;
-Είναι τανέμου, του καπνού και της ανεμοζάλης.
-Για πέ μου, πρωτομάστορη, καθόλου μη μου κρύψης.
-Ποιος έχει γλώσσα να σ' το πη, στόμα να σου μιλήση.
Τούτ' η φωτιά που σ' άναψε, ποιος θε να σου τη σβήση;
Η Ευγενούλα απέθανε νη πολυαγαπημένη.
-Να ζήσης, πρωτομάστορη, κάμε το πιο μεγάλο.
Νά ναι πλατύ, νά ναι μακρύ, νά ναι για δυο νομάτους."
Βιτσιά βαρεί ταλόγου του, 'ς του πεθερού του πάει.
Βρίσκει παπάδες πόψελναν, μοιρολογίστραις κλαίουν.
"Μεριά σταθήτε, ψάλτηδες, μεριά, μοιρολογίστραις!"
Χρυσό μαντήλι σήκωσε την είδε απεθαμένη.
Σκύφτει, φιλεί γλυκά γλυκά, γλυκά την αγκαλιάζει,
χρυσό μαχαίρι νέβγαλε ναπ' αργυρό φηκάρι,
ψηλά ψηλά το σήκωσε και 'ς την καρδιά το χώνει.

Εκεί που θάψανε το νιο φύτρωσε κυπαρίσσι,
κ' εκεί που θάψανε τη νια εβήκε καλαμιώνα.
Λυγογυρίζει η καλαμιά, σκύφτει το κυπαρίσσι.
Κ' ένα πουλί κελάδαε, 'ς άλλο πουλί ξηγειώνταν.
"Για δες τα τα κακόμοιρα, τα πολυαγαπημένα!
δε φιλήθηκαν ζωντανά, φιλειούνται πεθαμένα."




Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Κι' ουδ' άνεμος τα πολεμά, κι' ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι,
τα τρυφερά παιδόπουλα 'ς τη σέλλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, κ' οι νέοι γονατίζουν,
και τα μικρά παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα.
"Χάρε μου, διάβ' από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό, κ' οι νιοι να λιθαρίσουν,
και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν.
-Ανεί διαβώ ναπό χωριό, αν από κρύα βρύση,
έρχονται οι μάνναις για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ' αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν."




Ποιος έχει πέτρινη καρδιά, θέλω να μη ραΐση,
να ειπώ τραγούδι χλιβερό και παραπονεμένο,
μηδ' από χήραις τ' άκουσα, μηδ' από παντρεμέναις,
του Χάρου η μάννα τό λεγε, τό σουρνε μοιρολόγι.

"Πόχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κι' αδέρφια, ας τα φυλάξουν,
γυναίκες των καλών αντρώ, να κρύψουνε τους άντρες,
γιατί έχω γιο κυνηγητή, γιατί έχω γιο κουρσάρο.
Ούλο τοις νύχταις περπατεϊ και τοις αυγαίς κουρσεύει,
κι' οπόβρη τρεις παίρνει τους δυο, κι' οπόβρη δυο τον ένα,
κι'οπόβρη κ' ένα μοναχό, κείνον τον ξεκληρίζει."

Μα να τον και κατέβαινε 'ς τους κάμπους καβελλάρης.
Μαύρος ήταν, μαύρα φορεί, μαύρο και τάλογό του,
σέρνει στελέττα δίκοπα, σπαθιά ξεγυμνωμένα,
στελέττα τα χει για καρδιαϊς, σπαθιά για τα κεφάλια.








ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ

[Κατά τας παλαιάς δοξασίας των γερμανικών λαών τα δάκρυα των οικείων ενοχλούν τον νεκρόν εν τω τάφω, διότι ως θρόμβοι αίματος κατασταλάζουν εις τα στήθη του. Τοιαύτη δοξασία είναι άγνωστος εις τον έλληνικόν λαόν. Αλλά εν μοιρολόγιον εκφράζει την ιδέαν ότι από τα πολλά δάκρυα, τα χυνόμενα καθ' εκάστην επϊ του τάφου, ενδεχόμενον να εξαφανισθή ο νεκρός και να γυρίση πίσω. Το δε κατωτέρω μοιρολόγιον, δια πλαστικής διασκευής της ιδέας του εξαφανισμού, σκοπεί να υποδείξη παραστατικώς την ανάγκην του περιορισμού των θρήνων δια της διακοπής αυτών από της δύσεως του ηλίου, όπως οι πενθούντες δύνανται να διέλθουν ατάραχον την νύκτα.]

Παρακαλώ σε, μάννα μου, μια χάρη να μου κάμης,
ποτέ σου γέρμα του γηλιού μην πιάνης μοιρολόγι,
γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του.
Κρατώ κερί και φέγγω τους, γυαλί και τους κερνάω,
κι' άκουσα τη φωνοϋλα σου κ' εσπάραξε η καρδιά μου,
και μου ραγίστη το γυαλί και το κερί μου σβήστη,
και στάζει η στάλα του κεριού μέσ' 'ς τους αποθαμένους,
καίει των νυφάδων τα χρυσά, του νιώνε τα στολίδια.
Θυμώνει ο Χάρος με τα με, 'ς τη μαύρη γης με ρήχνει,
το στόμα μ' αίμα γιόμισε, ταχεϊλι μου φαρμάκι.



Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
ψες έχασα μια λυγερή, μια ακριβοθυγατέρα,
να μη την είδες πουθενά, να μη την απαντήσες;
-Εψές προχτές την είδηκα 'ς του Χάρου το σαράι.
Ό Χάρος έτρωγε ψωμί, κ' η κόρη τον κερνούσε,
κ' έτρεχαν τα ματάκια της σα μαρμαρένια βρύση,
κ' έτρεμε κ' η καρδούλα της σα μήλο μαραμμένο.
Κι' από το συχνοκέρασμα της πέφτει το ποτήρι,
μάιτε σε πέτρα βάρεσε, μάιτε σε καλντιρίμι,
μέσα 'ς του Χάρου την ποδιά έπεσε κ' ερραΐστη.
Του Χάρου κακοφάνηκε, γυρίζει και της λέει.
"Τι έχεις, κόρη, που χλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα,
και τρέχουν και τα μάτια σου σα μαρμαρένια βρύση;
Μη σε πονεί οχ τη μάννα σου, να στείλω ναν τη φέρω;
-Δε με πονεί οχ τη μάννα μου, μη στέλνης νάν τη φέρης.
-Μη σε πονεϊ οχ ταδέρφια σου, να στείλω νάν τα φέρω;
-Δε με πονεϊ οχ ταδέρφια μου, μη στέλνης ναν τα φέρης,
μόν' με πονεϊ οχ το σπίτι μου κι' οχ τον Απάνω κόσμο.
-Α σε πονέ οχ το σπίτι σου, πλια δεν το μεταβλέπεις."








Η ΛΥΓΕΡΗ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Καλά τό χουνε τα βουνά, καλόμοιρ' ειν' οι κάμποι,
που Χάρο δεν παντέχουνε, Χάρο δεν καρτερούνε,
το καλοκαίρι πρόβατα και το χειμώνα χιόνια.

Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη.
Ο ένας να βγη την άνοιξη, κι' ο άλλος το καλοκαίρι,
κι' ο τρίτος το χινόπωρο, οπού είναι τα σταφύλια.
Μια κόρη τους παρακαλεί, τα χέρια σταυρωμένα.
Γϊα πάρτε με, λεβέντες μου, για τον Απάνου κόσμου.
-Δεν ημπορούμε, λυγερή, δεν ημπορούμε, κόρη.
Βροντομαχούν τα ρούχα σου κι' αστράφτουν τα μαλλιά σου,
χτυπάει το φελλοκάλιγο και μας ακούει ό Χάρος.
-Μα γω τα ρούχα βγάνω τα και δένω τα μαλλιά μου,
κι' αυτό το φελλοκάλιγο μέσ' 'ς τη φωτιά το ρηχνω.
Πάρτε με, αντρειωμένοι μου, να βγω 'ς τον Πάνω κόσμο,
να πάω να ιδώ τη μάννα μου ως χλίβεται για μένα.
-Κόρη μου, εσένα η μάννα σου 'ς τη ροϋγα κουβεντιάζει.
-Να ιδώ και τον πατέρα μου πως χλίβεται για μένα.
-Κόρη μου, κι' ο πατέρας σου 'ς το καπελειό ειν' και πίνει.
-Να πάω να ιδώ ταδέρφια μου πως χλίβονται για μένα.
-Κόρη μου, εσέν' ταδέρφια σου ριχτούνε το λιθάρι.
-Να ιδώ και τα ξαδέρφια μου πως χλίβονται για μένα.
-Κόρη μου, τα ξαδέρφια σου μέσ' 'ς το χορό χορεύουν."

Κ' η κόρη ναναστέναξε βαθιά 'ς τον Κάτω κόσμο,
κι' ανάψανε τα καπελειά, κ' εκάησαν οι ρούγαις,
εκάη και το λιθόρεμα, πόρριχταν το λιθάρι,
εκάη κ' η δίπλη του χορού, π' εχόρευε η γενιά της.








ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Γιάννης Αποστολάκης

Το κλέφτικο τραγούδι
(Το πνεύμα και η Τέχνη του)

Από το περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, έτος 1983, Νο 76 σσ. Ι71-2• και Νο 80 σσ. 543-51.


Και τώρα ας δείξω πιο είναι το έργο μου. Αν για μας τώρα το δημοτικό τραγούδι όχι μονάχα δεν ζη πια στο σύνολό του παρά και τα συστατικά του ακόμα, η λέξη και η φράση, κινδυνεύουν να νεκρωθούν, για τους πατέρες μας θυμόμαστε τα τελευταία τουλάχιστο να σπαρτάριζαν ακόμη ζωντανά, ακόμη και το σύνολο του τραγουδιού αναδευότανε τότε κάπως ζωηρότερα. Βέβαια δεν άλλαξε απ' έξω η γλώσσα, φωνητική, γραμματική, συνταχτικό μείνανε τα ίδια καθώς πριν, άλλαξε όμως κι άλλαξε αρκετά ο συμβολισμός της γλώσσας. Ο κόσμος, που θεμελίωνε πριν τις λέξεις, ολοένα χάνεται, αν δεν έχει χαθεί κιόλας, και η λέξη, μπορώ να ειπώ, τώρα αναπνέει και ζη από το άτομο μονάχα, εκεί όπου είχε και δεύτερη ρίζα ζωής, το αντικείμενο. Θολά κινήματα του ατόμου παρά ακέριο το πράμα φανερώνει τώρα η λέξη, δεν υψώνεται πια μπροστά μας ο κόσμος, παρά βλέπουμε το άτομο να σαλεύη, να σφαδάζη στη μοναξιά του. Φέρνω παράδειγμα. Η λέξη κατάρα στο συμβολισμό της από καιρό τώρα έχει καταντήσει το ερείπιο της ίδιας της λέξης που διαβάζουμε στο δημοτικό τραγούδι. Το αντικείμενο έχει ξεθωριάσει, έχει σβήσει: έλειψε ο κόσμος, που ανάσταινε η λέξη στην ψυχή των πατέρων μας. Αλλιώς, με τον κόσμο εκείνο γερό, πώς θα μπορούσαν ο Tommaseo και ο Πολίτης (Εκλογές αρ. 128 Α) να τελειώσουν το τραγούδι, την "Κατάρα της Απαρνημένης", με το στίχο:

κι α θέλη γαίμα γιατρικό, πάρετε οχ την καρδιά μου.

Θα το βρίσκανε πολύ άπρεπο να ξαναφουντώνει πάλι ο έρωτας της κόρης ύστερα από την κατάρα της(1). Ή θα έφτανε ποτέ ο Χρηστοβασίλης, με τον κόσμο εκείνο γερό, όσο πρόστυχο εσωτερικό και να είχε, να γράψηι: "γλυκειά κατάρα" μόνο και μόνο για να καμαρώση τον πατριωτισμό του;(2) Ο συμβολισμός αυτός της λέξης κατάρα δεν έχει σβήσει μονομιάς από τις ψυχές όλου του κόσμου, επειδή ακόμη θυμούμαι τον τρόμο, που είχε πάρει η παιδική ψυχή από το στόμα της μάννας στη λέξη "κατάρα" . Δεν ήταν η βαρειά αγανάχτηση του ανθρώπου, σαν καταριότανε, ή το τρομερό κακό που θα εύρισκε τον καταραμένο, που φέρνανε την ανατριχίλα στην ψυχή του παιδιού παρά η ασάλευτη πεποίθηση, πως όλα αυτά τα κακά θα γίνουνταν, πως γίνανε κιόλας --ίσα ίσα ό,τι είναι το συμβολικό νόημα της λέξης στις γνήσιες παραλλαγές του τραγουδιού.
[...]
Ο κόσμος λοιπόν αυτός που ανασταίνει η γλώσσα δεν έχει λείψει ολότελα. Ξεθώριασε, είναι αλήθεια, αλλά ζη ακόμη εδώ κι εκεί. Έτσι, όσο είναι καιρός ακόμη, ας κοιτάξουμε να τον ζωηρέψουμε στη μνήμη μας, στη συνείδησή μας. Η μελέτη του δημοτικού τραγουδιού σημαίνει φροντίδα και δυνάμωμα της ίδιας μας της ζωής. Να ζωηρέψουμε τη θύμηση των πατέρων μας, να νοιώσουμε το στήθος μας «όλο ψυχές γεμάτο» δεν θα πάρη τέλος έτσι απάνω του το ελεεινό απομεινάρι της ύπαρξής μας, που στέγνωσε και ξεράθηκε σ' άρρωστον εγωισμό. Όμως κι άλλο καλό μπορεί να βγη από το δημοτικό τραγούδι. Καθώς αυτό μαζί με το έργο του Σολωμού είναι η μόνη ποίηση, όπου υπάρχει ό,τι λέμε κόσμος, μπορεί το ξαναζωντάνεμά του στην ψυχή να μας γεννήση την υποψία για τους σφαδασμούς και τις φωνές του ποιητικού ατόμου της εποχής και του τόπου (3). Τη μελέτη όμως και το ξαναζωντάνεμα δεν θα το κάνη ο προσκυνητής του δελτίου και της βιβλιογραφίας, παρά ο άνθρωπος, που γυμνάστηκε ενωρίς στη μνήμη και τη λήθη --έχει κιόλας να ξεχάση τη λέξη της εποχής του και να θυμηθή τη λέξη των πατέρων του--, ο άνθρωπος που έμαθε να σκύβη και να σκάβη το εσωτερικό του, τέλος ο άνθρωπος, που συνήθισε να στέκεται και καμμιά φορά μονάχος με την ψυχή του χωρίς καμμιά συντροφιά, ας είναι κι από δεφτέρια και χαρτιά. Τέτοια όμως συνήθεια είναι σπάνια και δύσκολη στον καιρό μας και στον τόπο μας, όπου ο ομαδισμός δεν έμεινε στα φυσικά του όρια παρά πάτησε και την περιοχή της ψυχής, του πνεύματος. Όμως από τη συζήτηση καλύτερη είναι η πράξη.Το παράδειγμα μπορεί εύκολα ν'ανοίξη την όρεξη και σ' άλλον να πάρη τον ίδιο δρόμο μαζί μου. Σταματώ λοιπόν τον πρόλογο και μπαίνω ευθύς στο θέμα μου. Μια φορά το θεμέλιο το ψυχικό νομίζω να γίνηκε. Έγνοια ζωής και όχι μεθόδου γέννησε τη μελέτη μου. Περισσότερο λοιπόν από κάθε λογικό δεσμό, που μπορεί και πρέπει να έχουν ανάμεσό τους τα μέρη της μελέτης, τα ενώνει το όραμα πλούσιας ζωής, που γλήγορα έρχεται και γληγορώτερα ακόμη χάνεται απ' εμπρός μου με το άκουσμα δημοτικού τραγουδιού. Εκείνο κυνηγώντας άρχισα να εξετάζω τη γλώσσα, το πνεύμα, την τέχνη του τραγουδιού και να μου φανή το όραμα να βάσταξε μια στιγμή περισσότερο, αν κάνω από τον άλλον να δοκιμάση τα ίδια μαζί του. Μήπως αν ζούσε το δημοτικό τραγούδι, όλοι όσοι το τραγουδούσαμε δεν θα είχαμε γίνει ένα τη στιγμή εκείνη;
[...]
Με τον καινούργιο σκοπό, που μπαίνει τώρα στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, δεν αλλάζει στο βάθος διόλου ο τρόπος της εργασίας, αυτός μένει πάντα ο ίδιος. Όπως στο πρώτο κεφάλαιο το ξεκαθάρισμα από τα νόθα τραγούδια έγινε με τη βοήθεια, που έδινε το κάθε τραγούδι με τη σύνθεσή του, και όχι με καμμιά ειδική επιστημονικά εξέταση του θέματος του τραγουδιού ή της ιστορίας της συλλογής κτλ., κριτήριο πάλι της αξίας των τραγουδιών στάθηκε η συγκίνηση της ψυχής, και όχι η συνταγή της επιστήμης για λαϊκή τέχνη ή για πρωτόγονη ποίηση, έτσι και τώρα που μελετάω το πνεύμα δεν θα βγω παραέξω από το τραγούδι. Για βοηθό έχω μονάχα τη μνήμη, όσο και όπου μπορώ να την πλησιάσω ή να την βρω, επειδή αληθινά στις μέρες μας η μνήμη κατάντησε το σπανιώτερο πράμα του κόσμου. Αλίμονο --τι να το κρύψουμε-- η στεριά που χρειάζεται απαραίτητα ο άνθρωπος για το έργο του και που γενιές και γενιές περασμένες δούλεψαν να τη θεμελιώσουν, πάει τον τελευταίο καιρό ολότελα να λείψη κάτω από τα πόδια μας και μεις ολοένα και περισσότερο βουλιάζουμε στην ταραγμένη θάλασσα του χρόνου. Χάσαμε το γερό πάτημα, που δίνει το παρελθόν στον άνθρωπο, χάσαμε τη μνήμη και απροφύλαχτοι τρεκλίζουμε μέσα σε σκοτεινή και στοιχειωμένη περιοχή, στο μέλλον. Ποιός στην εποχή μας θέλει πια να ζήση τη ζωή του συνέχεια με τη ζωή των πατέρων του; [...]

Όσοι όμως δεν είναι πρωτοπόροι παρά μείναμε τα παλιά πλάσματα του Θεού, κοινοί άνθρωποι, αυτοί βλέπουν με τρόμο σιγά σιγά ν' αφανίζεται η στεριά και οι ίδιοι να βουλιάζουν ολοένα και παραμέσα στη γλίτσα και τη λάσπη, που έχει σωριάσει η κατεβασιά του καιρού και η ανεμελιά του ανθρώπου. Τι τους μένει τότε να κάμουν; Να κλείσουν τα μάτια στη φρίκη του πραγματικού, όπως η στρουθοκάμηλος, και να πλάθουν, από τη βιβλιοθήκη τους μέσα, μεγαλόπνοα σχέδια; να διαβάζουν λ.χ. Kant(4) και, αντί να ξεθυμαίνουν κάνοντας περήφανα βήματα στο δωμάτιό τους μέσα, να πλάθουν στη στιγμή ένα σχέδιο για την αισθητική μόρφωση του ελληνικού λαού σύμφωνα με το Καντιανό σύστημα; ή να ριχτούν, τέλος, κι εκείνοι στη δράση, για να μη μείνη πια τότε άκρη κι άκρη της ζωής καθαρή από το σιχαμερό μόλεμα της εξυπνάδας, και ύστερα αηδιασμένοι να λαχταρούνε ταξίδια Ευρώπης και Αμερικής για να ζήσουν τάχατες πια εκεί σαν άνθρωποι; Υπάρχει βέβαια και η πολιτική, αλλά εδώ πια σταματώ, επειδή αληθινά από μαγεία δεν καταλαβαίνω(5). Δεν θέλει καν ρώτημα, ο κοινός άνθρωπος δεν θα γίνη ούτε ο διανοούμενος του γραφείου ούτε ο έξυπνος του κόσμου. Ένας μονάχα είναι ο δρόμος του, να δοκιμάση με κάθε τρόπο να ξαναβρή πάλι τη στεριά, που θεμέλιωσαν στη ζωή οι πατέρες του. Ποια τότε ανάσα ψυχής! Το αντίκρυσμα της στεριάς και πολύ περισσότερο ακόμη το περπάτημα απάνω σ' αυτή δεν είναι λυτρωμός μονάχα της στιγμής παρά και άσβηστη δημιουργική φλόγα στο σκοτάδι του μέλλοντος. Λαμπαδιάζει και φέγγει το μέλλον, εκεί όπου υπάρχει ζωντανό το περασμένο, όπου όμως χάνεται , πίσσα σκοτάδι η κάθε στιγμή του χρόνου και τοίχος απέραστος. Μερικά παραδείγματα από την ίδια μου τη μελέτη θα ξεκαθαρίσουν καλύτερα το νόημα, επειδή από πουθενά αλλού δεν φαίνεται καθαρώτερα ο στερεός δρόμος των πατέρων μας, όσο και το κλέφτικο τραγούδι. Χρειάζεται βέβαια κόπος να τον βρης, φτασμένος όμως μια φορά εκεί, δε θαμπώνεις βέβαια τον κόσμο με την πράξη σου --δεν είσαι πρωτοπόρος, είσαι μονάχα συνεχιστής-- γλυτώνεις όμως από το ζωντανό θάψιμο στο πνεύμα του καιρού σου. Ποιος λοιπόν, που κατάφερε να ξεφύγη από την κατεβασιά του χρόνου και με τη βοήθεια της μνήμης πήρε τον ανήφορο προς τα περασμένα και προς το δρόμο των πατέρων του, δεν αναγαλλιάζει με τους ηρωικούς στίχους του τραγουδιού του Νικοτσάρα:

Τρεις μέρες κάνει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
χιόνι έτρωγαν, χιόνι έπιναν και τη φωτιά βαστούσαν. (Fauriel I, 192)

Τρεις μέρες κάνει πόλεμο κ.τ.λ.,
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι. (Passow 80

Πού ν΄ακουστή εκεί ψηλά το τραγούδι του λιμασμένου της ζωής καπετάνιου(6) «Παιδιά σαν θέλτε λεβεντιά κ.τ.π.»; Αυτό δεν είναι τραγούδι της κορφής παρά της γλίιτσας και του βάλτου.- Ποιος πάλι παίρνοντας το στέρεο μονοπάτι των πατέρων μας πέτυχε να βγη στ' ανοιχτά της ζωής, όπου όλα κινδυνεύουν, όλα σαλεύουν, και στη βαρειά εκείνη μοναξιά μπόρεσε ν' ακροαστή το στέρεο χτύπημα της καρδιάς του κλέφτη, και θα έχη ποτέ όρεξη να ξαναγυρίση σ' όλους τους χώρους ασφαλείας, είτε έχουν κεραμίδια είτε όχι (ιδανικά κ.τ.λ.); Ξαναδιαβάζεις τότε το "Φοβερό Κλέφτη" της "Συλλογής" του Αραβαντινού(7) και δε βλέπεις αίμα να τρέχει στις φλέβες του, μυρίζει όλος το γάλα της μάννας του. Μονάχα κλέφτης 'φοβερός' όπως του Αραβαντινού, θα ντρόπιαζε το φυσικό του άντρα --πεθαίνοντας δηλαδή θα έβαζε τα κλάματα για την κακοριζικιά της ζωής και θα έστελνε στη μάννα του το ειρωνικό εκείνο μήνυμα του γάμου του με τη 'μαύρη γης' (8). Ο γνήσιος όμως κλέφτης του δημοτικού τραγουδιού είχε αίμα στις φλέβες του και πέθαινε με ασάλευτη πίστη στη ζωή. Ό,τι φλόγιζε την καρδιά του, ζωντανός που ήτανε, τη φλόγίζει ακόμη στα τελευταία της ζωής του, ό,τι τον μόλευε ζωντανό, ο Τούρκος, δεν θέλει και πεθαμένο να τον μολεύη. Παρά να πέση ζωντανός στα χέρια του εχτρού καλύτερα να τον σκοτώσουν οι δικοί του και να του πάρουν το κεφάλι (9). Ποιος τέλος έφτασε ν' αντικρύση την απόλυτη ενότητα του κλέφτη στα λόγια και στα έργα, --γεμάτη η καρδιά, και η λέξη όπως και η πράξη ξεσπούσε το ίδιο βαρειά, το ίδιο φωτεινή η μια και η άλλη (10)-- ποιος λοιπόν έφτασε ν' αντικρύση την ακέρια και μονοκόμματη ψυχή του κλέφτη και δε θα στρίψη με αηδία το πρόσωπό του από την κομματιασμένη ψυχή του ανθρώπου της εποχής; Θάλασσα τα λόγια και πνίξανε αίσθημα και πράξη.
***
Όσο λίγο κι αν διάβασε κανείς κλέφτικα τραγούδια, θα πρόσεξε, δεν γίνεται, πως ξεχωρίζουν σε δυο: σε τραγούδια, που αναφέρονται σ' ορισμένο άτομο και μοιάζουν να ιστορίζουν τα περιστατικά του, και σε τραγούδια λυρικού πιο πολύ περιεχομένου, που έχουν ήρωα όχι ορισμένο πρόσωπο παρά γενικά τον Κλέφτη. Ο χωρισμός βέβαια αυτός, πρόχειρος στον καθένα, φαίνεται στην αρχή αδιάφορος και χωρίς σημασία, κι όμως στο τέλος αποδείχτηκε χρήσιμος για το σκοπό μου --άνοιξε από κάθε τι άλλο ευκολώτερα το δρόμο μου προς το πνεύμα του κλέφτικου τραγουδιού. Εξωτερικός μου φάνηκε, αλήθεια, στην αρχή ο χωρισμός, όσο όμως περισσότερο μελετούσα τα τραγούδια, τον έβλεπα σιγά σιγά να βαθαίνη και να γίνεται χαρακτηριστικό γνώρισμα της ουσίας και της αξίας των τραγουδιών, ως που στο τέλος υψώθηκε σε κύριο κριτήριο της αλήθειας τους. Μ' ένα λόγο ο χωρισμός αυτός, καθώς σκεφτόμουνα το νόημά του, αυτός πρώτος μου τάραξε την αθώα πίστη στην αλήθεια του κάθε τραγουδιού της συλλογής, μου κίνησε την υποψία, για να φθάσω τέλος στο συμπέρασμα πως τα δύο αυτά είδη του κλέφτικου τραγουδιού δεν είναι πνευματικά δημιουργήματα ίσης ποιητικής αξίας και όμοιας καταγωγής. Το συμπέρασμα βέβαια δεν βγήκε χωρίς δυσκολία. Η εξέταση ως τώρα, σπάνια καθώς ήτανε, στον τόπο μας, γινότανε στο υλικό μονάχα του τραγουδιού και όχι, όπως στις σχετικές μελέτες μου, στον εσωτερικό οργανισμό του, στη λέξη, στη γλώσσα,στη σύλληψη. Φυσικό λοιπόν να βρεθώ αβοήθητος και στην αρχή να δυσκολευθώ και να ξεχωρίσω πού βρισκότανε η αλήθεια, στα τραγούδια άραγε με τα περιστατικά ή στα λυρικά τραγούδια; Ο πρωτόπειρος χωρίς άλλο βέβαια τραβιέται περισσότερο από το λυρικό τραγούδι, θαρρεί πως έχει μπροστά του γυμνή την καρδιά του κλέφτη και ακούει καθαρά τους χτύπους της. Διόλου παράξενο. Ζούμε και μεγαλώνουμε όλοι με άκρο σεβασμό στη γενική έννοια και στα παράγωγά της. Σπάνια βρίσκουνται οι άνθρωποι με ανοιχτά, από νωρίς, το νου, τα μάτια και την ψυχή στο ατομικό και στο γεγονός. Μην πάμε μακρυά από την εποχή μας. Τι θόρυβος, Τι λιγομάρες για την αράχνη του μυαλού, για τον πανάνθρωπο, και ποια παγωνιά ψυχής και ποια τύφλα για το θερμότατο γεγονός, για τον διπλανό άνθρωπο! Όσο, όμως, κανείς κερδίζει τη σημαντική πνευματική νίκη και λυτρώνεται από την τυραννία της γενικής έννοιας, η σχετική αξία των τραγουδιών παρευθύς αλλάζει. Την πρώτη θέση, και σε λόγο τέχνης και σε λόγο πρωτοτυπίας, παίρνει τώρα το τραγούδι που έχει ήρωα το ορισμένο άτομο, ενώ το λυρικό τραγούδι αποδείχνεται νόθο και στη γέννηση, νόθο και στην αξία, δεν φανερώνει ούτε καρδιά ήρωα ούτε καρδιά ποιητή. Τα τραγούδια αυτά με το λυρικό περιεχόμενο, καθώς έγραφα και στη μελέτη μου για τη "Συλλογή του Αραβαντινού" (σ.11 κ.ε.) «δεν δείχνουν το κλέφτικο τραγούδι στην πρωταρχική και σημαντική μορφή του, που είναι τραγούδι σ' ορισμένο άτομο, ξακουστό απ' ό,τι έκαμε και απ' ό,τι έπαθε πολεμώντας, παρά έχουν πλαστή αργότερα, όταν πια ο 'Κλέφτης' πάει να γίνει ιδανικό ζωής και η ηρωική μορφή του αρχίζει να υποφέρη από τα όνειρα και τους πόθους ανθρώπων, που δεν είναι καθόλου ηρωικοί». Μ' ένα λόγο τα τραγούδια αυτά έχουν γεννηθή σ' εποχή, όπου έχει λείψει και από τη ζωή και από το πνεύμα η άμεση αίσθηση του ηρωισμού κι είναι κατασκευάσματα λογίων, των ανθρώπων δηλαδή με την έτοιμη φαντασία. Η φύση, κοντά στη γνώση, λείπει ολότελα. Στη θέση της μπήκε η ακροβασία της έτοιμης φαντασίας, της έτοιμης καρδιάς. 'Αφοβα λοιπόν και οι δύο αυτές ξεκλειδώνουνται. Φόβος δεν υπάρχει κανένας. Ο ήρωας δεν είναι ζωντανό πλάσμα, είναι κατασκεύασμα της γενικής έννοιας --τίποτε στον κόσμο δεν τον πιάνει εύκολα παίρνει ό,τι σχήμα θέλεις.
[...]
Ο χτύπος της ατομικής καρδιάς ζωντάνευε. το δημοτικό μοτίβο στην αρχική θέση, το φιλολογικό όμως κατασκεύασμα είχε ήρωα τη γενική έννοια του Κλέφτη κι η γενική έννοια δεν έχει καρδιά. Τα κυριώτερα τραγούδια λυρικού τύπου (βλ. Π.Ε. 20,21, 26,27,28, 30,31,32, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 42,43, 61 Β', 61 Γ') τα έχω σχεδόν όλα εξετάσει σε περασμένες μελέτες (11), όπου έχω πει καθαρά για το καθένα τους τις υποψίες μου και τους λόγους της ψευτιάς του. Έτσι δεν έχω πια εδώ να σταθώ περισσότερο (12) και πηγαίνω στο άλλο είδος του κλέφτικου τραγουδιού.

Αλλά και τα τραγούδια για ορισμένα πρόσωπα, που μένουνε πια η μοναδική πηγή της μελέτης μου, δεν τα λογάριασα όλα το ίδιο στη σύνταξή της. Έκαμα και σ' αυτά κάποιο ξεκαθάρισμα, που τα λιγόστεψε αρκετά. Δεν πήρα δηλαδή από πίσω κάθε ξυλένιο στιχούργημα, ας ήτανε και του πιο ηρωικού κλέφτη, ούτε γύρισα μια στιγμή να κοιτάξω τραγούδια με βάναυσο ή με κοινό περιεχόμενο ζωής --δε γράφω το βίο των κλεφτών-- παρά οδηγός μου και κριτής μου στάθηκε ό,τι ανώτερο σε ψυχική συγκίνηση και σ' αισθητική έκφραση βρήκα να παρουσιάζη η κλέφτικη ποίηση.

Δύο βρίσκει ο μελετητής σταθερά συστατικά του γνήσιου κλέφτικου τραγουδιού: το ορισμένο άτομο και το ορισμένο περιστατικό της ζωής του, καλό ή κακό, νίκη ή θάνατο. Το τραγούδι λ.χ. του Μπουκουβάλα ιστορίζει τη μάχη του αρματωλού στο Κεράσοβο, το τραγούδι του Σταθά τη ναυμαχία έξω από την Κασσάνδρα της Χαλκιδικής, το τραγούδι του Μηλιόνη τη μονομαχία του με τον Σουλεϊμάνη και το θάνατό του, το τραγούδι του Κίτσου τη σύλληψή του και την καταδίκη του σε θάνατο. Έλλειψη του ενός ή του άλλου συστατικού ή ελαττωματικό μεταχείρισμα δεν είδα να βγήκε ποτέ σε καλό του τραγουδιού. Μπροστά μου είχα τότε άτεχνο στιχούργημα ή νόθο κατασκεύασμα. Το τραγούδι λ.χ. του Ανδρούτσου (Passow 46), με τα πολλά περιστατικά της ζωής του αρματωλού, ξέπεσε σε πεζό βιογραφικό στιχούργημα. Το ίδιο και το τραγούδι του Νικοτσάρα Passow 82). Από το τραγούδι πάλι (Passow 37) , όπου ο κατασκευαστής δεν αποφάσισε καλά καλά ποιος νάναι ο ήρωάς του, ο Βλαχοθανάσης ή ο Ανδρούτσος, ακούεται μονάχα θόρυβος, Άλλα τέλος τραγούδια , που παρασταίνουν τα προ ή μετά από ένα περιστατικό (Passow 44, 45: του Μητρομιχάλη) κόβουν την όρεξη και το ενδιαφέρον του ανθρώπου. Τέλος τραγούδια με ήρωα γενικά τους Κλέφτες ή αόριστα τον Κλέφτη αποδείχνονται νεώτερα κατασκευάσματα (βλ. Passow 39: τραγούδι του Ντελή Αχμέτη). Ζητώντας λοιπόν σύντομον ορισμό, θα μπορούσε κανείς να ειπή πως το κλέφτικο τραγούδι είναι τραγούδι περιστατικών, επειδή αληθινά ο δημοτικός ποιητής χωρίς το περιστατικό εμπρός του δε θ' αποφάσιζε να τραγουδήση. Θα έλειπε η βεβαίωση του κόσμου για την αξία του ήρωά του. Για τους πατέρες μας ό,τι γινότανε μπροστά στον κόσμο έπαιρνε ψηλότερη σημασία: δεν το βλέπανε μονάχα τα μάτια του ανθρώπου παρά «πνεύμα Θεού επεφέρετο» ακόμη απάνω από τον κόσμο. Ο άνθρωπος ζούσε τη ζωή θαυμαστό και ανεξιχνίαστο γεγονός, η κάθε στιγμή ανοίγματα ατέλειωτα σε μάκρος και σε θέα --δε ζούσε ούτε πέθαινε κλεισμένος στην εξήγηση της ζωής, σε μια τρύπα. Οι σίχλιες πνοές της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας δεν είχαν αρχίσει να φυσούνε, να μολύνουνε τον αέρα και να στενεύουνε τη θέα και την άπλα. Ασφυξία τώρα από παντού και μονάχα ο θάνατος μένει ανοιχτός, να μπαίνη από καιρό σε καιρό η κρύα πνοή του θαυμασμού. Μας ανατριχιάζει η παγωνιά, είναι όμως και η μοναδική δροσιά της ζωής. Εδώ πια η εξήγηση δεν αξίζει και ο άνθρωπος στέκεται μια φορά πραγματικά συλλοϊσμένος.

Περισσότερη ωστόσο προσοχήσε κάνει γρήγορα να ξεχωρίσης την αφορμή της δημιουργίας του κλέφτικου τραγουδιού από την ουσία του. Το περιστατικό βέβαια γεννάει το κλέφτικο τραγούδι, δε θέλει όμως ρώτημα πως στην τελειότερη μορφή του το τραγούδι δεν είναι μια φορά η διήγηση του περιστατικού. Ούτε το τραγικό τέλος του κλέφτη, ούτε τα έργα του, όσο ξακουστά κι αν είναι, και πολύ λιγότερο τα αισθήματα και οι ιδέες του για τη φύση και για τον κόσμο κάνουν την ουσία του κλέφτικου τραγουδιού. Το κλέφτικο τραγούδι δεν είναι διήγηση υπερφυσικού ή μυθικού περιστατικού, ούτε λυρική διάχυση λεπτών ή παραδόξων αισθημάτων, ούτε περιγραφή και θεωρία της Φύσης. Το κλέφτικο τραγούδι εξωτερικά μοιάζει να είναι έκφραση του θαυμασμού για το εξαιρετικό άτομο, ο ύμνος του, στην ουσία του όμως είναι το πρώτο αδρό σχεδίασμα της καινούργιας Μορφής του Έλληνα. Αίσθημα, λοιπόν, θεωρία, δράση μπορεί να μη λείπουν και δε λείπουν, όμως όλα αυτά βρίσκουνται στο τραγούδι, επειδή ο δημοτικός ποιητής τα νομίζει απαραίτητα για να φθάση στον πόθο του, που είναι σύλληψη του ανθρώπου. Η μεγάλη αξία και πρωτοτυπία του κλέφτικου τραγουδιού βρίσκεται στον καινούργιο πόθο, που γεμίζει την ψυχή του δημοτικού ποιητή, στον πόθο για το σύνολο και όχι για το μέρος, στον πόθο για τον άνθρωπο και όχι για το μερικό φανέρωμά του είτε σε λόγο είτε σε έργο, όσο κι αν είναι αυτό εξαιρετικό. Παραβολή με τα Κρητικά και τα Μανιάτικα τραγούδια, που έχουν γεννηθεί κι εκείνα από περιστατικά ξακουστά στον κύκλο τους, θα καθαρίση περισσότερο τον χαρακτηρισμό του κλέφτικου τραγουδιού.

Η έγνοια του Κρητικού τραγουδιστή πηγαίνει όλη στο περιστατικό και όχι στον άνθρωπο. Κύριο μέλημά του είναι πώς να συνθέση ιστορία, όπου τα πρόσωπα, ο άνθρωπος, δεν ορίζει παρά έχει κι εκείνος την ορισμένη θέση του. Η αξία των τραγουδιών δεν μου φαίνεται μεγάλη. Αρχάριος της τέχνης ο Κρητικός ποιητάρης νομίζει τις περισσότερες φορές ίδιο πράμα άθροισμα και σύνολο. Αραδιάζει λοιπόν πλήθος λεπτομέρειες τόπου, χρόνου, ψυχολογίας μ' αισθηματικά διάφορα σχόλια δικά του. Σύγχρονος πάνω κάτω με τα περιστατικά ο ποιητάρης τα τραγουδάει στους συγχρόνους του, που τα έχουν κι εκείνοι το ίδιο ιδεί και δοκιμάσει, το ίδιο αισθανθή όπως κι αυτός. Τους λέει καθέκαστα και λεπτομέρειες γνωστές και άγνωστες, που συγκινούν, καθώς ξαναφέρνει στη θύμηση την αρχική συγκίνηση κι εντύπωση, που δοκίμασαν και οι ίδιοι με το περιστατικό. Ό,τι όμως πραγματικά δοκίμασαν μένει θολό κι αόριστο στη συνείδηση ποιητή και ακροατή --έλειψε ο νους να το συλλάβη και να το εκφράση. Ο Κρητικός δουλεύει εξωτερικά και κομματιαστά --μαζεύοντας δεξιά κι αριστερά το υλικό του, το πραγματικό δεν έφτασε να μετουσιωθή στην ψυχή του σε πρωταρχικόν πνευματικό σπόρο, απ' όπου να βγη φυσικά το τραγούδι. Πνευματικός πυρήνας δεν υπάρχει --ο ποιητής κολάει δίστιχα στη σειρά. Στο τέλος ενός διστίχου πλάθεται ευθύς το άλλο. Η εξωτερική συνέχεια δεν υπάρχει φόβος να λείψη ποτέ --καμιά ανησυχία μήπως σταθή στη μέση ο ποιητής, ανοίγει λίγο τα μάτια του, ξεντώνει την καρδιά του και τα αισθήματα και οι εντύπωσες τρέχουν νερό-- βοηθάει στο τέλος και η μνήμη από άλλα τραγούδια. Υπάρχουν αρκετοί κοινοί τόποι και στο Κρητικό τραγούδι. Εσωτερική όμως συνέχεια δεν υπάρχει καμιά. Το τραγούδι βέβαια μεγαλώνει αρκετά και πιάνει εξωτερικά πολύν τόπο, ο εσωτερικός του όμως χώρος είναι μια σταλιά, λείπει το ανάλογο θεμέλιο, η ανάλογη σύλληψη. Η καινούργια λεπτομέρεια δεν εμψυχώνει αρχικό χώρο, ούτε κάνει ορατόν το δικό της χώρο παρά η μια λεπτομέρεια σωριάζεται απάνω στην άλλη και μεγαλώνει τη θολούρα και την αοριστία (13).

Αν τα Μανιάτικα τραγούδια του 'γδικιωμού' αναφέρουνται στην κοινωνική ζωή και όχι σ' αγώνες με τους Τούρκους, όπως τα κλέφτικα και τα Κρητικά, όμως, γεννημένα κι εκείνα τα περιστατικά, δεν νόμισα σωστό να τ' αφήσω απ' έξω από τη συγκριτική εξέταση, που κάνω εδώ για να ορίσω τι θέση έχει το περιστατικό στη σύλληψη του τραγουδιού. Τα Μανιάτικα τραγούδια δεν μοιάζουν τα Κρητικά. Δεν πάνε, όπως αυτά, να περιγράψουν τα περιστατικά ή να συνθέσουν με τον ίδιο τρόπο ιστορία. Κάποια βέβαια ιστορία πλάθεται, όμως ποιος την προσέχει μπρος στη φλόγα, που βγαίνει από το εσωτερικό του Μανιάτη; Κάποια περιγραφή γίνεται, όμως πολύ εντονώτερα από τα εξωτερικά περιστατικά ζωντανεύει ο ψυχικός βίος του ατόμου και της κοινωνίας --η ψυχική δηλαδή σύσταση του Μανιάτη. Η επιτυχία φυσικά δεν είναι σ' όλα τα τραγούδια η ίδια, το ζωντάνεμα πετυχαίνει αλλού περισσότερο κι αλλού λιγώτερο. Σε μερικά λ.χ. το περιστατικό έρχεται σα φυσικό αποτέλεσμα από έθιμα κοινωνικά, που με τον καιρό και με την παράδοση χάσανε τον ψυχικό χαρακτήρα και ενεργούν τώρα με την τυφλή δύναμη της φυσικής αιτίας. Το κοινωνικό έθιμο της γεροντικής, 'που κάμασι'
Σαρανταπέντε σερνικοί
στο Πεταλίδι στο σταυρί (14)
προκειμένου να διαλέξουν τον εκδικητή, μοιάζει αυτονόητη και φυσική λεπτομέρεια, απαράλλαχτα όπως και το βάψιμο του προσώπου, που έκαμε να μοιάζει Αράπης ο εκδικητής, για να μην τον γνωρίση το θύμα, εκεί που δούλευε στην Αίγυπτο (Μπαβαριά). Σ' άλλα πάλι φαίνεται καθαρώτερα ο ψυχικός χαραχτήρας, όπως στο τραγούδι της Ληγορούς («Πανδώρα» Τομ. ΙΗ' σ. 438). Εδώ παρασταίνεται το σπαρτάρημα της ψυχής του ατόμου κάτω από την άκρα κυριαρχία των κοινωνικών εθίμων. Τα κοροϊδευτικά λόγια του φονιά του άντρα της(15) ερεθίζουν τη Ληγορού κι εκείνη πάλι με τα λόγια της ερεθίζει τον κουνιάδο της να σκοτώση τον φονιά(16). Υπάρχουν τέλος κι ένα δυο τραγούδια, όπου ο ποιητής πάει να υψωθή παραπάνω από την ψυχολογία και να συλλάβη Μορφή, καθώς στο περίφημο μοιρολόγι 'Το αίμα' (Πασαγιάννη σ.85, 146). Ό,τι στ' άλλα τραγούδια μένει έθιμο και κοινωνική συνήθεια, παράδοση και ιδέα τυραννική, στο τραγούδι αυτό έχει γίνει σάρκα κι αίμα της Μανιάτισας μάννας(17). Μ' όλο που λύπη και χαρά, πόνος και μίσος δεν κυλούν σα νερό από πάνω της παρά σκάβουν βαθιά μέσα την καρδιά και έχουν αυλακώσει πρόσωπο και ψυχή όμως εκείνη ζη και ανασαίνει λεύτερα. Η φωνή βγαίνει εκ βαθέων και σε βάθη πάλι πέφτει --από την ψυχή της μάννας στην ψυχή των παιδιών. Είναι η δική της φωνή που έχει ποτίσει την καρδιά των παιδιών και τώρα ξαναγυρίζει φρικιαστική με τα λόγια του στερνού της παιδιού, καθώς ρίχνει με τ' άλλα του τ' αδέρφια και σκοτώνει τον φονιά του πατέρα του:

«Πάρ' τα τα χρωστουμέϊκα,
να βγάλουμε το μπόρτζι μας»

Οι ήρωες των τραγουδιών του γδικιωμού ζουν και ανασαίνουν σε κόσμο ολότελα δικό τους θα έλεγα εσωτερικό κόσμο, αν δεν φοβόμουνα πως θάρθη στο μυαλό του ανθρώπου μαζί και ο αντίθετος κόσμος, ο εξωτερικός, πραγματικά όμως τέτοιο ξεχώρισμα δεν υπάρχει. Από Μανιάτικο τραγούδι μη ζητήσης σκέψη, αίσθημα, εντύπωση από τη φύση, δε θα βρης. Μ' όλο που ο σκοπός του Μανιάτη βρίσκεται έξω απ' αυτόν, στον εξωτερικό κόσμο, ( η εκδίκηση), η πράξη παρουσιάζεται συνέχεια του ψυχικού κόσμου. Το πάθος έχει ρίξει τα σύνορα εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου και κρατάει δεμένον το Μανιάτη, του κλείνει μάτια και αυτιά, κι αν λάχει στο δρόμο του τίποτε από τον εξωτερικό κόσμο, ούτε το αυτί ούτε το μάτι το παίρνει παρά το αδράχνει η ψυχή και βαθαίνει περισσότερο την έγνοια της. Το χάλασμα λ.χ. από τις τυρόπητες στο περίφημο τραγούδι 'Η αδελφή του Καλαπόθου' το παίρνει η ηρωίδα για κακό σημάδι, ενώ πάλι σ' άλλο μοιρολόγι το βέλασμα του κατσικιού το ξηγάει ο Μανιάγτης για τη φωνή του ίδιου του Σατανά, που έρχεται βοηθός στον εκδικητή. Το Μανιάτικο τραγούδι μοιάζει στο τέλος μονόλογο ψυχής, λες και μονάχα η πράξη δε φτάνει να τελειώση το σκοπό --δε φτάνει να ξεκαθαρίση τον κατάμαυρο ουρανό της ψυχής παρά χρειάζεται τραγούδι για ν' ανασάνη λεύτερα ο Μανιάτης. Ό,τι όμως ξεχωρίζει το Μανιάτικο μοιρολόγι και κάνει το παράξενο φυσικό του είναι η πλημμύρα από αίσθημα και η έλλειψη από φαντασία, για κείνο είναι και το βαρύτερο από τα δημοτικά μας τραγούδια. Το βάρος του πραγματικού το λυγίζει, η φαντασία δεν το ξαλαφρώνει. Όσο δυσάρεστο κι αποκρουστικό να είναι το πραγματικό, ο Μανιάτης το κοιτάζει κατάματα, το αίσθημα και το πάθος του δίνει αυτή τη δύναμη. Εκεί όπου άλλος θα δίσταζε, θα σιχαινότανε, θ' ανατρίχιαζε, θα γύρευε να ξεφύγη, ο Μανιάτης δε θα σταματήση, αν δε φτάση στην άκρη --ο Μανιάτης μιλάει και πορεύεται στη ζωή του με τα γεγονότα γυμνά και αστόλιστα και η ωμή, θα έλεγα υλιστική, έκφρασή του είναι το φυσικό ξεθύμασμα. Η χαρά και η λύπη το πάθος μ' ένα λόγο βγαίνει από κάθε όριο, καθώς όμως δεν βοηθάει η φαντασία, το τραγούδι φανερώνεται βαρύ(18) και ωμό.




--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Σχετικά με την κατάρα γράφω στον Α' τόμο των "Δημοτικών Τραγουδιών". (σελ. 329) «η κατάρα ... δεν ήτανε ένα από τα ψυχρά και άψυχα σύμβολα, που τα βρίσκει κανείς παραπεταμένα εδώ κι εκεί στην έρημη και φυλακισμένη εποχή μας παρά είχε ζωή. Δεν ήτανε λόγια μονάχα, χτυπητότερα βέβαια από τ' άλλα, πάντα όμως λόγια, παρά ήτανε επίσημη και συμβολική πράξη, που έφερνε στη μέση τη θεία δύναμη. Όποιος καταριότανε, πίστευε πως παίρνει πια ο Θεός απάνω του την τιμωρία του φταίχτη, του ανθρώπου δηλαδή που τον αδίκησε. Φυσικό λοιπόν οι άνθρωποι να μην την έχουν την κατάρα κάθε λίγο και στιγμή στο στόμα τους, να νοιώθουν κάποιο δισταγμό προτού καταραστούνε, όμως ακόμη φυσικώτερο, μια και ξεστόμισαν την κατάρα, να μη μετανοιώνουν εύκολα την άλλη στιγμή, γιατί η μετάνοιά τους θα έμοιαζε κάπως και μ' εμπαιγμό στο Θεό, που λίγο πριν τον φώναξες να σε βοηθήση στη σκληρότερη ανάγκη σου».

2. Χ. Χρηστοβασίλη, "Εθνικά 'Ασματα" 1452-1821, σ. 113, αρ. 17. "Η γλυκειά κατάρα":

Μάννα με καταράστηκες, γλυκειά κατάρα μου είπες,
κλέφτης να βγης παιδάκι μου κτλ.

Βλ. και τη μελέτη μου: "Η Συλλογή του Αραβαντινού κτλ." σ. 14 Κωμική γίνεται και η επίδειξη πατριωτισμού στο τραγούδι της Λάστας, Λασκάρη, σ. 351, 12:

Κάμποσες μάννες τα παιδιά ούλο τα καταριόνται
και μια μάννα έχει ένα παιδί, ούλο ευκές του δίνει,
του λέει κλέφτης να γενή, κλέφτης να γεραντίση κτλ.

3. Το βασίλειο των "Μορφών" είναι ο καινούργιος κόσμος, που φανερώθηκε στον Σόλωμό και τον γλύτωσε από την ασφυξία και από το θεατρισμό του ατόμου. Οι άλλοι λόγιοι όχι μονάχα δε λαχτάρησαν ποτέ για κόσμο, αλλά και δουλεύουν μ' όλη την καρδιά τους να γκρεμισθή κάθε κόσμος κληρονομημένος από τους πατέρες τους. Μόλις βρεθούνε μονάχοι --και η ποίηση τους φαίνεται η καλύτερη ερημιά-- χειρονομούν, φωνάζουν,μεθούνε με τις ίδιες τους τις φωνές. Ας παραβάλη όποιος θέλει για δείγμα το προοίμιο από το Γ' Σχεδίασμα των "Ελεύθερων Πολιορκημένων" με τον "Ασπασμό στη Μητέρα Ελλάδα του Βαλαωρίτη κι ευθύς από τη γλώσσα θα καταλάβη σε ποιο έργο υπάρχει κόσμος και σε ποιο λείπει.

4. Η φιλοσοφία δεν καρποφόρησε στον τόπο μας ούτε μπήκε στη ζωή, επειδή τάχατες έλειπε η πίστη στο φιλοσοφικό σύστημα. Αλλά, όπως παντού, δεν άργησαν κι εδώ να παρουσιαστούν οι αθλητές της καινούργιας πίστης. Συστηματικοί φιλόσοφοι φθάσανε αρκετοί τα τελευταία χρόνια από την Ευρώπη, στήσανε τα σύνεργά τους και δοκιμάζουν να ποτίσουν με πνεύμα τη φρυμένη ζωή του τόπου. Νερό βέβαια ως τώρα δε βγήκε, επιβλητικές όμως είναι οι μηχανές και ξεκουφαίνουν από το θόρυβο. Τις βλέπεις στο στείρο μεγαλείο τους και συλλογίζεσαι μήπως δεν έχει στο τέλος δίκηο το γερμανικό ρητό «Aberglaube ist besser als Systemglaube». Μας ζεσταίνει περισσότερο την παγωνιά μια σπίθα από τη χωνεμένη πια θράκα της δίκης μας ζωής παρά η φωταψία του ξένου σπιτιού.

5. Πάνε σαράντα χρόνια πάνου κάτου που βλέπω στην εσωτερική πολιτική τον θρίαμβο της μαγείας. Εδώ πια δίνει και παίρνει η μαγική λέξη. Θυμάστε την κατάντια μας τότε. δεν πρόφτασε όμως ν' ακουστή η μαγική λέξη 'Ανόρθωση' και το θαύμα έγινε, χώρισαν ευθύς τα σκεύη «εις τιμήν» από τα σκεύη «εις ατιμίαν», οι εκλεχτοί από τους φαύλους. Γίνεται ή δεν γίνεται έτσι παρευθύς αγνώριστος ο τόπος; --Μουχλιασμένος ο αγέρας του σχολείου από το πολύ κλείσιμο και το παιδί πνιγότανε εκεί μέσα. Καινούργια τότε μαγική λέξη, 'Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση', ακούστηκε από την ίδια μεριά με την 'Ανόρθωση' και το παιδί γλύτωσε από το μαρασμό. Πόρτες και παράθυρα άνοιξαν διάπλατα και καθαρός αγέρας μπήκε. Ανάσανε παιδί και δάσκαλος. Κρίμα όμως, κανείς δε θυμήθηκε να τα κλείση πάλι και τώρα όλοι οι άνεμοι δέρνουνε το κεφάλι του δασκάλου και του παιδιού. Ή πέφτει πολύ παρακάτω η άλλη μαγική λέξη, ο 'Τρίτος πολιτισμός'; Είναι βέβαια η λέξη προστυχότερη από τις άλλες δύο, αλλά τι πειράζει, το θαύμα της το έκαμε κι αυτή. Τεράστια πνευματική φλόγα άναψε και άφοβα τότε μπήκαμε στα καράβια, ταξιδέψαμε στην Αγγλία και στη Γερμανία, να μάθουμε τους Άγγλους τον Σαίξπηρ και τους Γερμανούς και αρχαίους τραγικούς.

6. Ο καπετάνιος με τη λίμα για ζεστό ψωμί και γλυκό κρασί ζωντανεύει περισσότερο το Φτωχοπρόδρομο παρά τον αγωνιστή της λευτεριάς. Ο χυδαίος αυτός πρόγονος βρυκολακιάζει συχνά γύρω μας, ακόμη κι εκεί που δεν το περιμένεις. Θυμούμαι πόσο τρόμαξα που είδα τον Πολίτη να διαλέγη στίχο του Φτωχοπρόδρομου, βλαστήμια πραγματική του πνεύματος, για την κατάλληλη έκφραση να τελειώση τον πρόλογο της 'Νεοελληνικής Μυθολογίας' , βιβλίου πίστης κι ενθουσιασμού: «Δυστυχώς όμως εισέτι διά την Ελλάδα δεν παρήλθεν η εποχή του Πτωχοπροδρόμου, και έκαστος λόγιος δύναται ευλόγως να εκφωνήση μετά του Βυζαντινού μοναχού.

Ανάθεμα τα γράμματα! Χριστέ και που τα θέλει!»

Και να σκέφτεσαι πόσο σπάνιοι γίνανε τώρα οι άνθρωποι με την ίδια του Πολίτη υπερηφάνεια ψυχής, με την ίδια τη δική του πίστη στο πνεύμα και ακόμα περισσότερο να σκέφτεσαι πόσο άλλαξε γύρω η ατμόσφαιρα από την εποχή που βγήκε το νεανικό βιβλίο του Πολίτη. Ο αγέρας της λευτεριάς, που σηκώθηκε με τον αγώνα του Εικοσιένα και ξεκαθάριζε και το μέσα και το έξω του ανθρώπου από τα μολέματα του ξεπεσμού και της σκλαβιάς, δεν έχει πια την ίδια ορμή, αν δεν έχει κι ολότελα σταματήσει εδώ κι εκεί. Πώς λοιπόν να μην έχει πέραση το τραγούδι της λίμας; Πλήθυναν οι απόγονοι του Φτωχοπρόδρομου.

7. Μάννα με καταράστηκες, μου είπες βαριά κατάρα:
«Κλέφτης να βγης, παιδάκι μου, κάμπους, βουνά να τρέχης,
ολημερίς να πολεμάς, τη νύχτα καραούλι».
Να ήσουνα πετροπέρδικα, να πέταγες ταψήλου,
ν' αγνάντευες πώς πολεμάν οι κλέφτες με τους Τούρκους,
ν' αγνάντευες το γιόκα σου μπροστά απ' τα παληκάρια.
Ομπρός ξεστρώνει την Τουρκιά με το σπαθί στο χέρι
κι απ' η φωνή του την ψιλή αχολογάει ο τόπος:
«Βαρείτε, παληκάρια μου, σκοτώνετε τους σκύλους,
ψυχή να μην αφήσουμε οπίσω να γυρίση,
τι έκαμα όρκο φοβερό, Τούρκο να μη σκλαβώσω» (Αραβαντ. 112, 136)

8. Βλ. ανωτ. σ. 36 κε.

9. «Πού είσαι καλέ μου αδερφέ και πολυαγαπημένε;
γύρισε πίσω, πάρε με, πάρε μου το κεφάλι,
να μην το παρ' η παγανιά και ο Ισούφ Αράπης
και μου το πάη στα Γιάννινα, τ' Αλή-πασά του σκύλου». (Fauriel I, 20: τραγούδι του Γυφτάκη)

10. «Χρήστο σε θέλ' ο βασιλιάς, σε θέλουν οι αγάδες.
-Όσο 'ν' ο Χρήστος ζωντανός, Τούρκους δεν προσκυνάει».
Με τα τουφέκια έτρεξαν ο ένας προς τον άλλον,
φωτιά εδόσαν στη φωτιά, κι έπεσαν εις τον τόπο. (Fauriel Ι, 4: τραγούδι του Μηλιόνη)

11. Βλ. «Δημοτικά Τραγούδια» Μέρος Α'. Οι Συλλογές, Αθήναι 1929. «Η Συλλογή του Αραβαντινού», Αθήναι 1941.

12. Υπάρχει, καταλαβαίνω, κάποια σύγχυση για το νόημα και για τη σχετική αξία δυο τραγουδιών (Π.Ε. 27):

Της νύχτας οι αρματωλοί και της αυγής οι κλέφτες
ολονυχτίς κουρσεύουνε και την αυγή κοιμώνται,
κοιμώνται στα ψηλά βουνά και στους παχιούς τους ήσκιους.
Είχαν αρνιά και ψένανε, κριάρια σουβλισμένα,
είχαν κ ένα γλυκό κρασί από το μοναστήρι,
είχαν και σκλάβα νέμορφη και τους κερνάει και πίνουν.
«Κέρνα μας, σκλάβα, κέρνα μας γεμάτα τα ποτήρια,
και κείνονε νοπού αγαπάς για διπλοκέρασέ τον,
και στο δικό μου το γυαλί, ρίξε σπειρί φαρμάκι,
για να το πίνω βράδυ αυγή, αυγή και μεσημέρι,
να κατακάτση ο σεβντάς, σεβντάς πούχω για σένα».

είναι ερωτικό και όχι κλέφτικο. Την ουσία τη δίνουν οι στίχοι 7-11, ενώ το συμπόσιο κλεφτών στη αρχή (στ. 1-6) είναι το ρωμαντικό βάθος, ο τυπικός ιδανισμός που δεν αφήνει το τραγούδι να ξεπέση στο ρεαλισμό. Οι ίδιοι στίχοι χρησιμεύουν για τον ίδιο σκοπό σ' άλλο τραγούδι (Π.Ε. 29). Ο στιχοπλόκος και ο λόγιος χρειάζεται να φορέση μάσκα για να τραγουδήση, μονάχα ο γνήσιος ποιητής γλυτώνει γρήγορα από τη φανταχτερή μεταμφίεση και βρίσκει το δρόμο προς το ΄λυρικό εγώ'. Ο ερωτικός πάλι τόνος των στίχων φανερώνει άνθρωπο ερωτόπαθο, άνθρωπο απορροφημένο μονάχα από το πάθος του. Στο τραγούδι του Σκυλοδήμου, που το νομίζω πρότυπο των συμποσιακών τραγουδιών κλεφτών με γυναίκα, υπάρχει πάθος, που δε σβήνει όμως διόλου το χαραχτήρα του κλέφτη:

Ο Σκυλοδήμος έτρωγε στα έλατ' αποκάτου
και την Ειρήνη στο πλευρό είχε να τον κεράση.
«Κέρνα μ', Ειρήνη μ' έμορφη, κέρνα μ' όσο να φέξη,
όσο να έβγη ο αυγερινός, να παγ' η πούλια γιόμα,
κι απέ σε στέλνω σπίτι σου με δέκα παληκάρια,
-Δήμο, δεν είμαι δούλα σου, κρασί να σε κεράσω,
εγώ μαι νύφη προεστών κι αρχόντων θυγατέρα κτλ. (Fauriel Ι, 150)

Αλλά και το τραγούδι 28 των «Εκλογών» έχω πολλές αμφιβολίες, αν είναι πρωταρχικό δημιούργημα και όχι νεώτερο κατασκεύασμα:

Καλώς ανταμωθήκαμε νεμείς οι ντερτιλήδες,
να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας.
Πάλε καλές αντάμωσες, πάλε ν' ανταμωθούμε
στον Άγιο Λια, στον πλάτανο, ψηλά στο κρυονέρι,
πόχουν οι κλέφτες σύνοδο κι οι καπεταναρέοι,
πόχουν αρνιά και ψένουνε, κριάρια σουγλισμένα,
όπ' έχουν και γλυκό κρασί από το μοναστήρι
κι έχουν την Γκόλφω στο πλευρό και τους κερνάει και πίνουν.
Κι ο καπετάνιος τους μιλάει κι ο καπετάνιος λέει:
«Για φάτε, πιέτε, βρε παιδιά, χαρήτε, να χαρούμε
τούτον το χρόνο τον καλό, τον άλλον ποιος το ξέρει
για ζούμε, για πεθαίνουμε, για σ' άλλον κόσμο πάμε».

Πρώτα πρώτα το τραγούδι δε μοιάζει κλέφτικο. Οι δυο πρώτοι στίχοι το δείχνουν συμποσιακό όχι κλεφτών παρά φίλων συντρόφων, που εύχουνται και την άλλη χρονιά ν' ανταμωθούνε και να διασκεδάσουνε. Η κλέφτικη διασκέδαση χρησιμεύει να ρίξη το μαγικό φως της φαντασίας στην πραγματική στιγμή, αποπκορυφώνει δηλαδή το γλέντι της φιλικής συντροφιάς και είναι συνθεμένη από θύμησες δημοτικών τραγουδιών και ξεχωριστά του τραγουδιού του Σκυλοδήμου. Το επεισόδιο της Ρήνας (Γκόλφως κτλ.) σε πολλές παραλλαγές μπαίνει ατόφιο και αποκορυφώνει το γλέντι. Έχει γίνει πια τυπική έκφραση του συμποσίου των κλεφτών με γυναίκα --αδιάφορο αν ήρωας του τραγουδιού δεν είναι πια ορισμένο άτομο, όπως στην αρχική σύλληψη του τραγουδιού του Σκυλοδήμου, παρά γενικά οι κλέφτες. Η παραλλαγή του 'Λελέκου' (Επιδόρπιο σ.29), που τη έχει ξεσηλώσει απείραχτη ο Πολίτης στο τραγούδι αυτό των «Εκλογών» δεν αποκορυφώνει τη διασκέδαση με το επεισόδιο της Γκόλφως, όπως άλλαξε το όνομα της Ρήνας, παρά με τυπικές ορμήνειες του καπετάνιου στα παλληκάρια, και αυτό νομίζω ξεμπροστίζει τον κατασκευαστή. Η γυναίκα στα κλέφτικα λημέρια δε βρισκότανε κάθε μέρα, για να παρατρέξη ή να μνημονέψη ξερά την παρουσία της ο ποιητής, παρά, σαν ασυνήθιστο πράμα, έπαιρνε την ανάλογη θέση στην εσωτερική σύσταση του τραγουδιού. Με την περίσταση αυτή μου έρχεται στο νου το τέλος της παραλλαγής του Αραβαντινού (113,137):

Κέρνα μας, κόρη, κέρνα μας για να πιούμε
κι εμείς θα σ' απολύσωμε να πας στα γονικά σου.
-Τόσες βολές σας κέρασα και λευτεριά δεν είδα».

Αυθαίρετα ο κατασκευαστής άλλαξε τους σχετικούς στίχους του τραγουδιού του Σκυλοδήμου, για να ταιριάξη η καινούργια απόκριση της σκλάβας, που έχει σχεδιασθή χοντρά και κακότεχνα απάνω στην απόκριση του σκλάβου του Ακριτικού τραγουδιού «η Αρπαγή της γυναίκας του Ακρίτη»:

Πόσες φορές τραγούδησα και λευτεριά δεν είδα. (Passow 448. Tommaseo σ.152)
Με την απόκριση του Αραβαντινού άδειασε η συγκίνηση της ψυχής και πεζότατη ομιλία αναπλήρωσε την ποίηση του επεισοδίου.

13. Βάζω εδώ ένα δείγμα του Κρητικού τραγουδιού (Κριάρη, Κρητικά τραγούδια, σ.44 κ.ε. Β' έκδοση, σ. 46 κ.ε.): Αντώνιος Γιώργακας.

Πέρδικα πού 'σαι στο βουνό, πάνω στο κορφοβούνι,
αφρουγκαστήτε να σας πω του Βέργερη τραγούδι.
Απού τη χώρα ξεκινά και βάνει δυο πατρόνες,
και φέγγανε στη μέση του σαν τσι καρνάδες βιόλες.
Βάνει το σιλακλίκιν του τ' ασημωτό μαχαίρι,
Θέ μου μεγαλοδύναμε, του σκύλου σαν του στέκει.
Σέρνει και τον φαμέγιο του, τον κακαποδομένο,
και λέργια τον εφόρτωσε το μαύρο κουρασμένο.
Εις τα σφαχτάν του πήγαινε, λέργια να τα στολίση.
Παιδιά, και να το λόγιαζε έρημα να τ' αφήση;
Στον Ομαλόν επήγαινε, στο ρημοκούραδό του.
Παιδιά, και να το λόγιαζε πως εί ν' ο θάνατός του;
Πάνω στα νερατζόπορτα πούχουνε τη μπροσκάδα,
μια μπαλωθιά του ρίξανε εις τη ζερβή κουτάλα.
Μια μπαλωθιά του ρίξανε κι έκοψε την καρδιά του
κι εφώναζε ο Βέργερης αμάνι τα παιδιάν του.
Για τα παιδιάν του φώναζε, να μην του τ' αρφανέψουν
και για το χανουμάκιν του να μην του το ρωμιέψουν.
Κι' ορτάκης τού τονε μακριά, τα λέργια φορτωμένος,
κι ώστε να πα να τόνε δη, τον είχανε σφαμμένο,
κι ώστε να πάη εκειδά, του παίρνουν το μουλάρι,
σουσούμι και δε του βρήκε παρά στο σαλιβάρι.
Κι ώστε να πάη εκειδά, του παίρνουν το τσιφτέν του,
σουσούμι και δε του βρήκε παρά 'που τον μπερτσέν του.
Κι εφώναζέν του ο φονιάς, να πάρη ίσχια κάτω
και να φωνιάζ' αδυνατά τ' αγάν του το μαντάτο.
Κι εφώναζέν του ο φονιάς, δούδει του και παράδες,
για να το λέη όπου κι αν πα κι ως τσι ψηλές μαδάρες.
Λέει του, πάρε το στρατί κι άμε στην πολιτεία
και πέ τωνε πως έσφαξα τον πρώτο στη Τουρκία.
Κι αν σε ρωτήξη και κιανείς ποιος είναι ο παιγνιώτης,
πε του απού το Σέλινο πως ειν' Αγερηνιώτης
και τ' όνομά του λένε το ο Γιώργακας Αντώνης,
το χάρο δε φοβήθηκε τσ' αλλόπιστους σκοτώνει.
Στα γλένδια, τσι ξεφάντωσες σα 'να θεριό εγροικάτο
κι είχαν κουράγιο οι χρισιανοί σα νάχανε φουσάτο.
Και παίρνει το στρατί στρατί, τσι Λάκκους κατεβαίνει.
«Αρφουγκαστήτε, χωριανοί, να σας τα πω, καημένοι,
αρφουγκαστήτε, χωριανοί, να σας επώ χαμπέρι,
το Βέργερη εσφάξανε τσης νερατζιάς τα μέρη.
Αρφουγκαστήτε, χωριανοί, να σας επώ μαντάτο,
το Βέργερη εσφάξανε τσης νερατζιάς το λάκκο.
-Ώφου κακόν το πάθαμε κι εμείς και τα παιδιά μας,
μα τούτο να το φονικό θα κάψη την καρδιά μας».
Αιφνίδιο το πήγανε στη χώρα το χαμπέρι
κι ένας 'που τσι Βεργέρηδες ήτανε σερασκέρης.
Ντύνει τσι κι αρματώνει τσι τσι γενιτσαραγάδες,
στη στρατ' απού πορίζανε, ρωτούν για τσι φονιάδες.
Παιδιά, και ποιος τον έσφαξε το τέθοιο παλληκάρι;
σ' ούλες τσι χώρες τση Τουρκιάς το νάμιν του χε πάει.
Μαχαίρια να δουλέψουνε, τουφέκια να βρουντήξου
κι οπού διαβούμε σήμερο, λούθρα να μην αφήσου.
Αν θέλετε να μάθετε και ποια ναι η γαιτία,
που σκότωσε το Βέργερη, τ' αμμάθια τση Τουρκίας,
ο Γιώργιακας τον έσφαξε και έσφαξε 'που την Αγίαν Ειρήνη,
γιατί δεν ήθελ' ανθρωπιά και μούιδε δικιοσύνη.
Ο Γιώργιακας τον σκότωσε γιατί κακά ελάλειε,
τσι χριστιανές ατίμαζε και τσ' άντρες των κατάλυε.
Ο Γιώργιακας τον έσφαξε και εμπλέκαν οι Λακκιώτες
κι οι Βέργεροι σκοτώσανε όσους εβρήσταν τότες.
Οι Βέργεροι εφτάξανε τον Γιώργιακα στο πλάι,
γύρω τον εκυκλώσανε, δεν είχε πλιο κολάι.
Εβάστα κι αντραπάλεβε ένας με σκύλους δέκα
και του πουλιού νάχε φτερά, και πάλι δεν επέτα.
Τρεις μαχαιριές του δώκανε οι Βέργεροι στον μπέτη,
ετσά του τόχε η μοίρα του γραφτό και κισιμέτι.
Δυο μπαλαθιές του ρίχνουνε πάνω σε μια την άλλη
κι ύστερις τον εσφάξανε, δεν είχε πλιο κεφάλι. (Βλ. και τραγούδια Δασκαλογιάννη, Χατζημιχάλη κτλ.)

14. Πασαγιάννη, Μανιάτικα Μοιρολόγια 95,152.

15. Μωρή καλό στη Ληγορού,
καλό στη, καλώς όρισες,
Μωρή τζ' αν πάης στ' Άλικα,
να πης των ανθρωπούνε μας,
να μάςε κάμουσι καλά
τζαι μεις τους τον πλερώνουμε
τζείνον τον ψουρο-Βέτουλα
νη έξη γρόσια νη εφτά
τζαι στην ακρίβεια του τζ' εννιά.
Βεργάτη τον εβάλαμε,
φυλάει την αρμαλακιά.

16. «... Μωρή καλό στην Ληγουρού
καλό στην την μπεΐκενα.
Μωρή τζαι τ' εν η πίκρα ζου
τζαι δε μας εχαιρέτησες;
Να μη ζ' εμίλησε κανείς,
να μηζ' εκτύπησε κανείς;
-Σα με ρωτάς, θα σε το ειπού:
Πέρασ' από τους Μπολαριούς
τζ' από τα τα Σπηλιωτιάνικα
τζαι τους εκαλημέρισα.
Κανείς δεν με εμίλησε.
Μον' ο φονιάς του Βέτουλα
με διπλοκαλαδέκτηκε:
Καλό στηνε την Ληγορού,
καλό στην την μπεΐκενα.
Μωρή τζ' αν πάης στ' Άλικα,
τζ' αν πας στων ανθρωπούνε μας
πες τους να κάμουσι καλά
τζαι μεις τους τον πλερώνουμε
τζείνον τον ψουρο-Βέτουλα
νη έξη γρόσια νη εφτά
μη στην ακρίβεια του τζ' εννιά.
Ε! Γιαννακά, συ με ρωτάς.
δεν έχ' ο Βέτουλας καφό,
δεν έχ' ο Βέτουλας γενιά
τσαι ούτε πρωτοξάδεφρους,
ήθα να ήμουν σερνικός.

17. Μία Λαμπρή πρωί πρωί,
που γύρισα απ' την εκκλησιά,
μούρθε ο Νικόλας στο μυαλό,
πόλειπ' από το σπίτι μας
χρόνους κλειστούς δεκαοχτώ
κι ήταν ακόμη αγδίκιωτος.
Γιατί ήταν τα παιδιά μικρά
κι εγώ τα χαϊδανάσταινα,
να μεγαλώσουν γλήγορα,
να πάρουνε το δίκιο τους,
το δίκιο του πατέρα τους,
όπου τον εσκοτώσασι
άδικα και παράλογα.
Είχενα πάντα την ντροπή
και δε συναναστρέφομου
μ' αθρώπους να με βλέπουσι.
Τόμου τραπέζιν έστρωσα,
έβαλα χάμου πιάτα εφτά,
και τόνα που περίσσευε,
ήτανε για τον άντρα μου.
Κάτσασι χάμου τα παιδιά
και το σταυρό τους κάμασι,
απέκει με ρωτήσασι:
«Μάννα, το πιάτο που είν' εδώ
το βλέπουμε σαν περισσό...»
Κι' εγώ τους αποκρίθηκα:
«Είχε τον τόπο μια φορά,
γιατ' ήταν του πατέρα σας,
οπ' είναι ακόμα αγδίκιωτος,
γιατ' ήσασταν εσείς μικρά...
Τώρα που μεγαλώσατε
κι ο καιρός είναι βολικός,
να πάρτε τα ντουφέκια σας,
να κυνηγήστε τους οχτρούς.
Μα σαν ξεχωριστότερα
τον Παύλο να σκοτώσετε,
τον Κουταλίδη τον τρανό,
που είναι κι ο καπετάνιος τους
και περπατεί με τ' άλογο,
στην πόρτα μας περνάει συχνά
χωρίς να συλλογίζεται.
Τι επέρασε πολύς καιρός
κι όλο περηφανεύεται.
Αλλιώς και δεν το κάμετε,
χαΐρι να μην έχετε
κι η μαύρη νη κατάρα μου
να σας ακολουθάη παντού».
Και τα παιδιά δακρύσασι
και είπασι στη μάννα τους:
«Έλα, μάννα, κάτσε κοντά,
να φάης απ' το ψητό τ' αρνί
και να μας δώσης την ευκή
από καρδιά και από ψυχή.
Κι εμείς θε να το πάρουμε
το δίκιο του πατέρα μας
γοργά γοργά και γλήγορα.
Ε! τώρα τα Λαμπρόσκολα,
που ο Παύλος με το πεσελί,
με τη χρυσή τη φέρμελη
θε νάρτη μες στου Κούμπαρη
να χαιρετίση τις γιορτές,
γιατί τον έχει συγγενή».
Ακόμη ο λόγος έστεκε,
οπού ο Παύλος μπρόβαλε
κι επήγαινε στου Κούμπαρη.
Επήραν τα τουφέκια τους
κι επήγανε στο δίστρατο
κι εκεί τον καρτερέσασι.
Όντας εκοντοζύγωσε,
του φώναξε ο μικρότερος:
«Πάρ' τα τα χρωστουμέικα,
να βγάλουμε το μπόρτζι μας»,
Τρεις τουφεκιές του ρίξασι
κι ο Παύλος εγκρεμίστηκε,
νεκρός πέφτει από τ' άλογο.
Αμέσως επιαστήκασι
και πόλεμο ανοίξασι
με τους ανθρώπους πόσερνε.
Η νύχτα τους εμπρόλαβε
κι επάψασι τον πόλεμο.
Επήγασι στο σπίτι τους,
που αγνάντευε νη μάννα τους
από την πόρτα του λιακού.
«Μάννα, τα συχαρήκια μας!
Το πήραμε το δίκιο μας
με το κεσέμι το παχύ,
τον Κουταλίδη τον τρανό,
που ήταν στον τόπο φόβητρο».
Η μάννα τους τ' αγκάλιασε
και σταυρωτά τα φίλησε.
«Δόξα στην τύχη» κι ίχι τα.
Τώρα είμαι μάννα με παιδιά
και δεν είμαι πεντάκληρη».

18. Ας παραβάλη κανείς την έκφραση του σκοτωμού στο κλέφτικο και στο Μανιάτικο τραγούδι, και βλέπεις ευθύς τη διαφορά. Το μοτίβο των τριών τουφεκιών και η σύγκριση ανάμεσό τους, εφεύρημα της φαντασίας, δίνει καιρό στον άνθρωπο να μαζέψη όλη τη δύναμή του για ν' αντικρύση τη φρίκη του πραγματικού.

Τρία τουφέκια τούδωκαν, τα τρία αράδα αράδα.
Τόνα τον παίρνει ξώπλατα και τ' άλλο μες στη μέση,
το τρίτο το φαρμακερό τον πήρε μεσ στ' αστήθι.

Ακόμη καλύτερα, με την εικόνα του σκοτωμού στο τραγούδι του Γυφτάκη, δείχνεται η δύναμη της φαντασίας ν' αλαφρώση το πραγματικό.

μόνο το Γύφτη λάβωσαν στο γόνα και στο χέρι.
Σαν δέντρο ν'εραγίστηκε, σαν κυπαρίσσι πέφτει. (Fauriel I, 20)

Αντίθετα, η σχετικιή έκφραση του μανιάτικου μοιρολογιού σε πνίγει με το ωμό πραγματικό, που το φέρνει απότομα εμπρός στα μάτια και αναγκάζει τον άνθρωπο, θέλοντας και μη να το κοιτάξη:

Τούριξε μια μπαταϊρά,
τούφαε σκότια και καϊρδά (Πετρούνια, Μαν.Μοιρ. 37,2)

Τούριξε μία ντουφεκιά
τούφαε πλάτες και νεφρά. (αυτ. 45,10)

Του ρίξανε μια μπαταϊρά,
πάει κι ο Δημαρόγγονος,
γέμισ' ο τρόχαλος μυαλά
και το λαγκάδι άντερα. (αυτ. 73,2)

Τέλος η αδελφή του Καλαπόθου, στο σχετικό τραγούδι, διηγιέται για τους φονιάδες του αδερφού της, τον άντρα της και τον κουνιάδο της, που τους φαρμάκωσε με το «σουλιμά»:

Πρώτη μπουκιά που πήρασι,
τα μάτια ξεστριλώσασι,
τα χέρια της τεντώσασι. (αυτ. 43, 8)







Δημήτριος Σ. Λουκάτος

Τα Πρώτα Τραγουδήματα του Εικοσιένα

(Κείμενα από τον Φλωριέλ)

Από περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, Αφιέρωμα στο ’21, Χριστούγεννα 1970, Νο 1043 σσ. 246-59.


Εισαγωγή

Δεν έχουμε τιμήσει αρκετά τον Claude Fauriel, δεν ξέρω να υπάρχη κάπου ο ανδριάντας ή η προτομή του, κι’από όσο ερεύνησα, μόνο σε δύο μακρινές συνοικίες των Αθηνών έχουμε δρόμο με τ’ όνομά του. Είναι ο μεγάλος πνευματικός φιλέλληνας από το Saint–Étienne της Γαλλίας (1772–1844),που με την έκδοση των «Νεολληνικών Τραγουδιών» του («Chants populaires de la Grèce moderne» I-II,à Paris 1824 –1825) έδειξε στο ευρύτερο κοινό της Ευρώπης τα αναμφισβήτητα πνευματικά δικαιώματα των Νεοελλήνων για ελευθερία, κι’εβοήθησε ηθικά τον αγώνα μας, ίσως πολύ περισσότερο από την οποιαδήποτε υλική εξωτερική βοήθεια. (1)

Με φιλελληνικό ζήλο και φιλολογική προσοχή άρχισε ο Φωριέλ να συγκεντρώνη τα τραγούδια της συλλογής του, αμέσως με τα πρώτα μηνύματα των απελευθερωτικών εκδηλώσεων στην Ελλάδα, και το σπουδαιότερο –που είναι και κατόρθωμα ψυχολογικό– μπόρεσε ν’ αξιοποιήση τον ενθουσιασμό που είχαν οι Έλληνες του εξωτερικού, λόγιοι και εμπορευόμενοι, και να τους αποσπάση τα τραγούδια που ήξεραν ή να τονώση τον ζήλο της συλλογής. (2)

Ιδιαίτερη σημασία –φιλολογική αλλά και ιστορική– έχει το γεγονός, ότι συγκροτημένη έκδοση νεοελληνικών δημοτικών τραγουδιών επραγματοποίησε πρώτος ο Φωριέλ, και μάλιστα αμέσως μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Νεοελλήνων. (3) Καμαρώνει γι’ αυτό στον πρόλογο της συλλογής του, επειδή έχει υπόψη του προηγούμενες ετοιμασίες άλλων συλλογέων (του γερμανού Haxthausen, (4) των ελλήνων Μουστοξύδη ή Σχινά κ.ά.). Εάν, γράφει, «η συλλογή που παρουσιάζω είναι η πρώτη που δημοσιεύεται, αυτό είναι μια εξαιρετική εύνοια της τύχης, που δεν επερίμενα» (Ι σελ.ΙΙ, ελλ. έκδ. σ.2) (5).

Θα το θεωρούσαμε φυσικό, αν στην κατηγορία «τραγούδια ιστορικά» της συλλογής του Φωριέλ ευρίσκαμε μόνο παλιότερα της Τουρκοκρατίας, ή κλέφτικα και αρματολικά ως τα Σουλιώτικα. Το ότι όμως πρόφτασε ο συλλογέας να περιλάβη –έστω και στον Β΄ τόμο του, τυπωμένον στα 1825– τραγούδια εμπνευσμένα από την ίδια την Επανάσταση (ένα για τα Μολδοβλαχικά γεγονότα, ένα για τον θάνατο του Αθ. Διάκου κι’ ένα τρίτο για την άλωση της Τριπολιτσάς), και μάλιστα ενώ βρισκόταν τόσο μακριά από την Ελλάδα, είναι κάτι που μας ξαφνιάζει αλλά και μας διδάσκει πολλά για την άμεση δημιουργία και τη γρήγορη σχετικά διάδοση των τραγουδιών του αγώνα μας, στον τότε Ελληνισμό. (6)

Τραγούδια επίκαιρα σημείωναν κάποτε κι’ οι απομνημονευματογράφοι του αγώνα, αλλά δεν μας τα έδωσαν αμέσως, όπως ο Φωριέλ. Στα «Απομνημονεύματα» του Φωτάκου (υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη) ανευρίσκουμε δημοτικά τραγούδια των γεγονότων 1821–28, αλλά αυτά μπήκαν από τη Β΄ έκδοση του βιβλίου του, που έγινε το 1899. (7)

Οι συλλογές που άρχισαν να δημοσιεύονται μετά τον Φωριέλ (του Γάλλου αξιωματικού Voutier, το 1826, που ήταν αυτόπτης του Εικοσιένα, άλλες τοπικές Ανθολογίες, και έπειτα οι συστηματικότερες των Kind, Tommaseo, Μανούσου, Ζαμπέλιου κ.ά., ύστερ’ από το τέλος του απελευθερωτικού πολέμου) (8) μπόρεσαν βέβαια να περιλάβουν και νέα τραγούδια του αγώνα, που μερικά έγιναν επίσης κλασσικά: του Λάλα, τ’ Αναπλιού, του Δράμαλη, του Μάρκου Μπότσαρη, του Μεσολογγιού, του Καραϊσκάκη, του Δηρού. (9)
Μας ενδιαφέρουν όμως εδώ τα πρώτα κείμενα που δημοσιεύτηκαν, τα πρώτα τραγουδήματα του Εικοσιένα, και μάλιστα της πρώτης πολεμικής χρονιάς, που έφτασαν ως τον Φωριέλ κι’ έκαμαν πλατύτερα γνωστά τα πρώτα γεγονότα και τους ήρωες. Πώς γεννήθηκαν αμέσως από τα γεγονότα αυτά, πώς ταιριάστηκαν στον στίχο τους, πως έφτασαν στα χέρια του Φωριέλ, κι’ αν είχαν άλλες παραλλαχτικές εξελίξεις ως σήμερα.

Τρία είναι τα κείμενα αυτά. Τα σημειώνω με τη σειρά που δημοσιεύτηκαν από τον Φωριέλ, και που, όπως φαίνεται, ακολουθούν έτσι τη χρονική ιστορική διαδοχή τους:
1. Ο θάνατος του Διάκου [24 Απριλίου 1821] (10).
2. Θάνατος του Γεωργάκη [Ολύμπιου] και Φαρμάκη [Σεπτέμβριος 1821] (Κατά Παπαρρηγόπουλον 23 Σεπτεμβρ.).
3. Άλωση της Τριπολιτσάς – Αιχμαλωσία του Κιαμήλμπεη [24 Σεπτ. 1821].

Πρόκειται για την εξύμνηση τριών από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα της πρώτης χρονιάς του αγώνα, που ήταν φυσικό να εντυπωσιάσουν Έλληνες και ξένους και να κάμουν αισιόδοξον τον μαχόμενο Ελληνισμό, είτε για το παράδειγμα των δύο ηρώων (του Διάκου και του Ολύμπιου), είτε από την αποφασιστική σημασία της νίκης (της Τριπολιτσάς).

Ο Αθανάσιος Διάκος, ωραίος αρματολός και συναρπαστικά γενναίος, πολύ περισσότερο που ήταν κληρικός, εσυγκλόνισε το πανελλήνιο όχι μόνο με τον ηρωϊσμό, αλλά και με το φοβερό θάνατό του, που ήρθε να μαράνη την ωραία ελπίδα για μια νεανική νίκη του στην Αλαμάνα. Ετραγουδήθηκε σαν σύμβολο.

Ο Γιωργάκης Ολύμπιος είχε, εκείνα τα χρόνια, μια φήμη, ιδιαίτερα στους Έλληνες του εξωτερικού, όση εμείς οι νεώτεροι δεν συγκρατήσαμε. Αρματολός του Ολύμπου που από παλιότερα, αναδείχτηκε βαλκανικός ήρωας από το 1800, πολεμώντας, πλάϊ στους Σέρβους, στους Ρουμάνους και στους Ρώσους, τον Τουρκικό εχθρό. Με το κίνημα του Υψηλάντη, το 1820, ο ελληνικός λαός έμαθε ή διαισθάνθηκε, ότι αυτός ήταν η ψυχή του αγώνα στη Μολδοβλαχία. Κι έμεινε έτσι πραγματικά, ως το ηρωϊκό ολοκαύτωμά του στο Μοναστήρι του Σέκου.

Η άλωση τέλος της Τριπολιτσάς ήταν για τον τότε ελληνισμό (που πρέπει να τον βλέπουμε και στην ακμαία διασπορά του) ένα πάρσιμο Πόλης, κάτι σαν προανάκρουσμα, στα εύκολα λαϊκά όνειρα, για μια αντίστροφη αλλαγή της τύχης. Ένας ελεύθερος Μοριάς, αφού πάρθηκε η οχυρή του πρωτεύουσα, θα έφερνε τη λευτεριά ως την Πόλη. («Πήραν τα κάστρα, πήραν τα…»). Αλλά και το ξάφνιασμα από την απίστευτη πτώση των ως τώρα μεγάλων και ισχυρών έφερε και τον συμπληρωματικό (όπως θα δούμε) θρήνο για τον Κιαμήλμπεη και τους Τούρκους…

Τα τραγούδια ταιριάστηκαν πάνω σ’ αυτά τα ζεστά «ιστορικά» θέματα (άλλοι κόσμοι από τους συνηθισμένους των κλέφτικων) και ταξίδεψαν γρήγορα ως την Ευρώπη, όπου η ξενιτιά, στις δύσκολες ώρες, γίνεται δρόμος εθνικός για την πιο ευαίσθητη μεταβίβαση.

Κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία στη συλλογή του Φωριέλ, είναι ότι μαζί με τα κείμενα των τραγουδιών δημοσιεύονται και περιγραφές από τα γεγονότα (ή την παράδοση) που τα εδημιούργησαν. Οι περιγραφές δόθηκαν από τους ίδιους πληροφορητές. Έτσι έχουμε, κοντά στα τραγούδια, και τις πρώτες «ιστορικές» (έστω και θρυλούμενες) μαρτυρίες, για τα γεγονότα που πραγματεύονται. Στην περίπτωση των τραγουδιών του Εικοσιένα, μπορούμε να πούμε πως ο Φωριέλ μας δίνει, με τα στοιχεία αυτά, και τα πρώτα πολεμικά «ρεπορτάζ» από τον αγώνα που τον συγκινούσε. Ήθελε πολύ να κάμη τους αναγνώστες του να ενδιαφερθούν. Και με το ίδιο αυτό πνεύμα θα του πρόσφεραν «από διάφορες προελεύσεις οι Έλληνες» (11) στοιχεία και κείμενα.

Για τον τρόπο που έφταναν στα χέρια του τα τραγούδια και που τα επεξεργαζόταν, ώσπου να τα δημοσιεύση, ο Φωριέλ μας δίνει γενικές και ειδικές πληροφορίες στους προλόγους του:Γενικά: α) Πήρε μερικά τραγούδια έτοιμα από συλλογή του Κοραή (τ. Ι σ. ΙΙ, ελλ. έκδ. σελ. 2). β) ΄Ελληνες από διαφόρους τόπους του έδιναν ή έστελναν τραγούδια (Ι σ. ΙΙ ελλ. έκδ. σ. 2). γ) Ταξίδεψε ο ίδιος στη Βενετία και στην Τεργέστη, όπου Έλληνες εργατικοί (τεχνίτες και νοικοκυρές ) του υπαγόρευαν ή του έγραφαν, ανορθόγραφα αλλά πιστά, τα τραγούδια που ήξεραν και που κάποτε τα τραγουδούσαν (ΙΙ 307, ελλ. έκδ. σελ. 296). δ) Από τις παραλλαγές του κάθε τραγουδιού που έφταναν στα χέρια του, διάλεγε την αισθητικά και γλωσσικά καλύτερη, ή έκανε συνδυασμούς, παίρνοντας όμως και τη γνώμη Ελλήνων λογίων (του εξωτερικού) για τις πρωτοβουλίες του (βλ. Ι σελ. ΙΙΙ, ν και ΙΙ σελ. 306. Ελλ. έκδ. σ. 2, 3 και 297) (12). ε) Έγραφε τις προλογικές σημειώσεις του (στο κάθε τραγούδι) παίρνοντας πληροφορίες από πρόσωπα ενημερωμένα. Κάποτε οι πληροφορητές του είχαν γνωρίσει προσωπικά τους οπλαρχηγούς. (Ι. σελ. ΙΙΙ και ΙΙ σελ. 311. Ελλ. έκδ.σ.3 και 298).
Ειδικά, ως προς τα κείμενα που θα εξετάσουμε: α΄.Το τραγούδι «του Διάκου» το πήρε ο Φωριέλ «από Έλληνα φίλο του», που το κατέγραψε στους ίδιους τόπους όπου στιχουργήθηκε. Είχε όμως, όπως σημειώνει, και δεύτερη παραλλαγή, από όπου εσυνδύασε μερικά σημεία (ΙΙ 33, ελλ. έκδ. σ. 212).
β΄. Τα ιστορικά στοιχεία του τραγουδιού των «Γεωργάκη και Φαρμάκη» του τα έδωσε «νέος Έλληνας με πνευματικότητα», που είχε ακριβείς πληροφορίες και θα μπορούσε να γράψη πλήρη βιογραφία του Ολύμπιου (βλ. ΙΙ σ. 39, ελλ. έκδ. σελ. 214).
γ΄. Τα δυο τραγούδια «της Τριπολιτσάς και του Κιαμήλμπεη» τα πήρε ενωμένα στο χειρόγραφο που του έδωσαν αλλά, «κρίνοντας το πνεύμα του ποιητή», τα χώρισε σε δύο (ΙΙ σ. 55, ελλ. έκδ. σ. 219).

Θα παραθέσω ένα – ένα τα βασικά κείμενα των τραγουδιών αυτών, όπως τα δημοσιεύει ο Φωριέλ, (13) θα τα πλαισιώσω με τα κύρια ιστορικά και πολιτιστικά τους στοιχεία, και θα δείξω κάπως τη φιλολογική μορφολογία και την ποιητική σημασία τους.



--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για τη ζωή και τη φιλολογική δράση του Φωριέλ γράφει ο αείμνηστος καθηγητής Βέης στην ελληνική έκδοση: «Claude Fauriel, Δημοτικά Τραγούδια της Συγχρόνου Ελλάδος, εισαγωγή Νίκου Α. Βέη (Bees) μετάφρασις Απ. Χατζηεμανουήλ, Αθήνα (εκδ. Νίκα) 1956, α΄– ιδ΄. Ενδιαφέρουσα διεθνώς, για το έργο του Φωριέλ και την απήχηση των συλλογών του στην Ευρώπη, είναι η εργασία του γιουγκοσλάβου καθηγητού M. Ibrovac «Claude Fauriel et la fortune européenne des poesies populaires grecque et serbe, Paris (Didier) 1966.

2. Βλ.τόμ.Ι σελ.ΙΙ και τόμ. ΙΙ σελ. 306-7 (ελλ.έκδοση, σελ. 2-3 και 295-8).

3. Βλ. και Σίμου Μενάρδου, Περί της πρώτης εκδόσεως των Δημοτικών μας τραγουδιών [διάλεξη]. Εν Αθ.1925.

4. Καταρτίσθηκε το 1814 αλλά μπόρεσε να δημοσιευθή πολύ αργά, το 1935 (Werner von Haxthausen, “Neugriechische Volkslieder”, Münster i. w. 1935)

5. Για τις πριν από τον Φωριέλ προσπάθειες ή μικροδημοσιεύσεις ελλ. τραγουδιών, βλ. Δ. Α. Πετροπούλου, «Συμβολή εις την βιβλογραφίαν των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών 1771-1850», στην «Επετηρίδα του Λαογρ. Αρχείου»,τομ. Η΄ εν. Αθ. 1953-4, σ. 58-68.

6. Για τα θέματα αυτά, δημιουργίας και διάδοσης του τραγουδιού, βασική μένει πάντα η μελέτη (διάλεξη στον «Παρνασσό») του Ν. Γ. Πολίτη «Γνωστοί ποιηταί των δημοτικών ασμάτων» (περιοδ. «Λαογραφία», τόμ. Ε΄ Αθ. 1915-16 σ. 489-521). Ακολουθεί το άρθρο του Γιάννη Βλαχογιάννη «Λαός ο ποιητής», επίσης στη «Λαογραφία» (Τομ.Ζ΄. Αθ.1923 σελ. 79-84). Από την ξένη βιβλιογραφία σημειώνουμε: A.Lord, “The Singer of Tales” Harvard Un. Press, 1960.

7. Φωτίου Χρυσανθοπούλου ή Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως (εκδοθέντα υπό Σταύρου Ανδροπούλου, Αεροπαγίτου) εν Αθήναις 1899 (τ. Α-Β). Νέα πρόσφατη έκδοση: Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι Α-Β [με συνεχή αρίθμηση] «Φιλολογικά Χρονικά» Αθήναι 1960. (Δίνονται περί τα 15 κείμενα).

8. Βλ. Δ. Α. Πετροπούλου, Συμβολή εις την βιβλιογραφίαν κλπ. ό.π. σελ. 72 – 106.

9. Πρώτη σχετική συγκέντρωση των κειμένων αυτών βρίσκουμε στη συλλογή A. Passow («Τραγούδια Ρωμαίικα», Λειψία 1860), έπειτα στις «Εκλογές» του Πολίτη (Αθ. 1914) με την πλούσια βιβλιογραφία των πηγών, και τελευταία, στην έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών («Ελληνικά δημοτικά τραγούδια», Τόμ. Α΄, εν Αθ. 1962), στην κατηγορία πάντα των «Ιστορικών Τραγουδιών».

10. Παίρνω τις χρονολογίες από το βιβλίο: Κώστα Μάγερ, Το ημερολόγιο της Επαναστάσεως του 1821, Αθήναι 1961. (Στους διαφόρους ιστοριογράφους κυμαίνονται).

11. Βλ. τόμ. Ι σελ. ΙΙ (ελλ. έκδ. σελ. 2) και κείμενα.

12. Ο Γιάννης Αποστολάκης, στο βιβλίο του «Τα Δημοτικά Τραγούδια, μέρος Α΄, οι Συλλογές» (Αθ. 1929) γράφει σχετικά: «Και η συλλογή του Φωριέλ έχει, εδώ κι’ εκεί, τραγούδια με κείμενα αλλαγμένα, ή καλύτερα, φτιασμένα από τις διάφορες παραλλαγές που είχε. Όμως τέτοια τραγούδια είναι λίγα. Ως τόσο κι’ αυτή χρειάζεται εξέταση». (σελ. 10, 1).

13. Κάνω ελάχιστες τακτοποιήσεις στο γραμματικό μέρος και στίξη, αφαιρώ τα καταληκτικά – ν –, που ο ίδιος ο Φωριέλ δηλώνει ότι του τα επέβαλαν λόγιοι Έλληνες (Ι. σ. ΙΙΙ, ελλ. έκδ. σ. 2) και δίνω ενιαία ορθογραφία, κατά το σύστημα Τριανταφυλλίδη.




Ι. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ

α) Το κείμενο
(βλ. Fauriel ΙΙ 34-36, ελλ. έκδ. σ. 212-3)

Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
-Ουδ’ ο Καλύβας έρχεται, ουδ’ ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.
Ο Διάκος σαν τ’αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη,
ψιλή φωνή ν’ εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:
- Το στράτευμά μου (1) σύναξε, μάσε τα παληκάρια,
δωσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες
γλήγορα και να πιάσωμε (2) κάτω στην Αλαμάνα,
όπου ταμπούρια δυνατά έχει (3) και μετερίζια.
Επήραν τ’ αλαφρά (4) σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάναν’ έφτασαν κι’ έπιασαν τα ταμπούρια.
-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε (5), παιδιά μη φοβηθήτε,
ανδρεία (6) ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!
Εκείνοι εφοβήθηκαν (7) κι’ εσκόρπισαν στους λόγγους.
Έμειν’ ο Διάκος στη φωτιά (8) με δεκοχτώ λεβέντες,
τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.
Σκίστηκε το τουφέκι του κι’ εγίνηκε κομμάτια,
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν’ εμπήκε,
έκοψε Τούρκους άπειρους κι’ εφτά μπουλουκμπασάδες.
Πλην το σπαθί του έσπασε ν’απάν’ από τη χούφτα (9)
κι’ έπεσ’ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι’ [ο] Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
- Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξης,
να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης,
Κι’ εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμό του λέει:
-Πάτε κι’ εσείς και’ η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,
εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ απεθάνω. (10)
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνο πέντ’ έξι ημερών (11) ζωή να μου χαρίστε,
όσο να φτάσ’ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.
Σαν τ’ άκουσ’ ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-Χίλια πουγγιά σας δίνω ’γω κι’ ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
ότι (12) θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι. (13)
Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν,
Ολόρθο τον εστήσανε, κι’ αυτός χαμογελούσε.
Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.
- Εμέν’ αν εσουβλίσετε (14), ένας Γραικός εχάθη,
ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι’ ο καπιτάν Νικήτας,
αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το Δοβλέτι.



--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο Πολίτης (Εκλογαί 11) διορθώνει σωστά: «τον ταϊφά μου».

2. Θα ήταν δημοτικότερα: «Ογλήγορα να πιάσωμε».

3. Ίσως: «Πο ’χει ταμπούρια δυνατά, έχει και μ».

4. αλαφριά

5. Ίσως: «Κάντε καρδιά, τους φώναξε».

6. ανδρείοι ωσάν Ε. (Η έκφραση συνηθιζόταν στις προκηρύξεις).

7. εφοβήθηκανε,

8. ή: μονάχος,

9. Λέγεται και φούχτα και χούφτα,

10. Απ’ αυτό και «θε να πεθάνω»,

11. Ίσως ήταν: «μόνο τριώ μερών ζωή, θέλω να μου χαρίστε» (ή: μονάχα πεντ–έξι μερών»),

12. γιατί…

13. Θα πήγαινε κι’ εδώ (όπως και στον στίχ. 42): κι’ όλο σας το Δεβλέτι (ή Δοβλέτι),

14. Άλλοι διορθώνουν: κι’ αν με σουβλίσετε.






β'. Ιστορικά στοιχεία

Αμφισβητείται κάποτε η τεκμηριωτική σημασία που μπορούν να έχουν τα ιστορικά δημοτικά τραγούδια προς τα αντίστοιχα γεγονότα. Ο Φωριέλ, προλογίζοντας το παραπάνω τραγούδι, για τον θάνατο του Διάκου, γράφει: «Να ένα κείμενο, που η ποιητική αξία του είναι ενωμένη με το ακόμα πιο σπουδαίο ενδιαφέρον του θέματος… Η Ευρώπη [από το τραγούδι αυτό] θα ξέρη [νωρίτερα από την Ιστορία] το όνομα του Διάκου θα ξέρη ότι ο Διάκος υπήρξε, κατά τον σύγχρονο αγώνα της Ελλάδος, ο πρώτος… που επολέμησε για την ανεξαρτησία της πατρικής γης. (ΙΙ σ. 31, ελλ. έκδ. σελ. 211). Και σημειώνει με λεπτομέρειες, που είναι και οι πρώτες πηγές μας, πώς άρχισε ο Διάκος από κλέφτης ή αρματολός της Λειβαδιάς, (υπαρχηγός του Ανδρούτσου), και πως εκήρυξε, το 1821, την ανεξαρτησία στη Στερεά. Ακολουθεί το ιστορικό των γεγονότων του τραγουδιού, ότι: Ο Χουρσίτ πασάς απέσπασε από την πολιορκία του Αλή-πασά στα Γιάννινα 8-10 χιλιάδες στρατό, κι’ ανέθεσε στον Ομέρ-Βριώνη, να κατέβη στη Ρούμελη και στο Μοριά να καταστείλη την Επανάσταση. Ο Διάκος με μικρό στρατό έπιασε τη γέφυρα της Αλαμάνας, θέση προνομιούχο. Αλλά οι άνδρες του, απειροπόλεμοι, φοβήθηκαν τον μεγάλο στρατό των Τούρκων και σκόρπισαν. Ο Διάκος έμεινε με 20 παλικάρια στη μάχη, και τη συνέχεια μας την αφηγείται το τραγούδι: (ΙΙ 33, ελλ. έκδ. σελ. 211-12).

Περισσότερες λεπτομέρειες για την αντίσταση και τον θάνατο του Διάκου μας δίνει επίσης, από τους συγχρόνους του, ο Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματέας του Θ. Κολοκοτρώνη, στο απομνημονευτικό έργο του «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» (α΄ έκδ. 1873) (14). Εκεί διαπιστώνει κανείς και τις μικροδιαφορές που μπορεί να έχη η ποίηση από την ιστορική καταγραφή. Σημειώνεται π.χ. ότι πραγματικά πρότειναν στον Διάκο ν’ αλλαξοπιστήση, κι’ ότι αυτός αρνήθηκε υπερήφανα, αλλά να πώς: «Ο Μεχμέτ- πασάς [συστράτηγος του Ομέρ Βριώνη, στη Λαμία πια, όπου έφεραν τραυματισμένο τον Διάκο] τω επρότεινεν, ότι ήθελε επιμεληθή προθύμως περί της θεραπείας του, εάν ήθελε να τον υπηρετήση, αρνηθέντι δε τω ηπείλησε θάνατον ο δε απήντησεν, «έχει η Ελλάς και άλλους πολλούς ως εμέ» (σ. 131). Στο ίδιο απομνημόνευμα δίνεται και το θρυλικό δίστιχο (παρμένο από λαϊκά μοιρολόγια), που φέρουν ότι είπε ο Διάκος, όταν αντίκρυζε τον θάνατο:
Για δες, καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη,
τώρα π’ ανοίγουν τα κλαριά και βγάν’ η γης χορτάρι.

Το παραθέτει έτσι και ο Κωνστ. Παπαρρηγόπουλος (μαζί με το τραγούδι του Φωριέλ) στις σελίδες που αφιερώνει στην «Ιστορία» του για τον Διάκο (Ε΄ 825), όπου σημειώνει για τα γεγονότα: «… και τότε διεπράχθη εις Δαμάσταν και Αλαμάναν έργον, το οποίον μάτην ηθέλομεν επιχειρήσει να περιγράψωμε, μετά την εξυμνήσασαν αυτό δημώδη ποίησιν». (15)
Όσο για τα ονόματα του κειμένου, ο Ν.Γ.Πολίτης τα προσδιορίζει στις υποσημειώσεις της σχετικής εκλογής του. (16) Γράφει: « Ο Δημήτριος Καλύβας ήτο οπλαρχηγός του Διάκου, ο δε Λεβεντογιάννης είναι βεβαίως ο Μπακογιάννης, έτερος οπλαρχηγός αυτού… [Αλλά κατά τον Οικονόμου, αυτοί σώθηκαν από την μάχη]». Επίσης: «Από τον Θανάση Βάγιαν, αν και στενώς συνδεδεμένον μετά του Οδυσσέως Ανδρίτσου, δεν ηδύνατο να περιμένη επικουρίαν ο Διάκος… Αλλ’ ο στίχος και δια τας χασμωδίας και δια τον αρχαϊκόν τύπον του ονόματος του Λυσέα Ανδρίτσου, φαίνεται εφθαρμένος». Για τον Χαλίλ-μπέη γράφει: «Εντόπιος Λαμιεύς εκ των τα πρώτα φερόντων Τούρκων». Και για τον καπετάν Νικήτα: «Είναι ο Νικηταράς, όστις δύο μήνας μετά την καταστροφήν της Αλαμάνας ήλθεν εις την Ανατολικήν Ελλάδα…» Και συμπεραίνει, ότι «ο στίχος ούτος [με τον Νικήτα] αν μη όλον το άσμα, εποίηθη μήνας τινας μετά τον θάνατον του Διάκου».

Σημειώνω εδώ και την αβίαστη πολιτιστική αλήθεια, που περικλείουν οι στίχοι του τραγουδιού, με την ορολογία και τις λέξεις τους, Μπαρούτη και βόλια, ταμπούρια και μετερίζια, τουφέκι και σπαθί, τα πολεμικά μέσα της εποχής. Πουγγιά, με φλουριά και μαχμουτιέδες (από την εικόνα του Σουλτάνου Μαχμούτ Α΄), τα νομίσματά της. Τουρκιά, τζαμιά και ντοβλέτι (κράτος), ο αντίπαλος, Γραικοί το όνομα το δικό μας (ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή ξενιτειά). «Γένεσαι Τούρκος;» η γνωστή αντιπροσφορά για τη σωτηρία από την αιχμαλωσία ή το θάνατο. Κλέφτης, ο περιφρονητικός χαρακτηρισμός των επαναστατημένων. Σουβλί, το φοβερό και απάνθρωπο Τουρκικό μαρτύριο του ανασκολοπισμού.



--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

14. Βλ. έκδοση «Βιβλιοθήκη» Γ. Τσουκαλά. Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21 (Επιμελητής Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης) αρ. 14, Αθήναι 1957, σ. 130 – 32.

15. Βλ. Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους [συμπλ. Π. Καρολίδου] έκδ. 8η (Ελευθερουδάκη – Νίκα), τόμ. Στ΄ σελ. 62. Για τη μορφή του Αθαν. Διάκου, βλέπε επίσης: Αναστ. Ν. Γούδα, «Βίοι Παράλληλοι», τόμ. Η΄ εν Αθ. 1876, σελ. 423 – 39. Γενικότερα για τη σχέση ιστορίας και δημοτ. Τραγουδιών, βλ. Στίλπ. Π. Κυριακίδου, Η δημώδης ελλ. ποίησις και η ιστορία του ελλ. Έθνους, στο περιοδ. «Λαογραφία», τόμ. ΙΒ΄, 1938 – 48, σ. 465 – 94.

16. Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, αριθμ. 11: Του Διάκου.


γ) Φιλολογική μορφολογία και αξιολόγηση

Την πρώτη δημοσίευση του τραγουδιού του Διάκου από τον Φωριέλ ακολούθησαν κι’ άλλες από τους έπειτα συλλογείς,(16) που είτε πήραν αυτούσιο το πρώτο κείμενο, είτε αναζήτησαν και βρήκαν παραλλαγές του σε λαϊκούς τραγουδιστές, (17) είτε το διασκεύασαν και το συμπλήρωσαν οι ίδιοι. Στις «Εκλογές» του Πολίτη, όπου με ομολογημένη παρέμβαση και ευθύνη έχουν ανασυντεθή δημοτικά κείμενα, σημειώνονται ως το 1914 περί τις 15 δημοσιεύσεις του τραγουδιού του Διάκου, από τις οποίες έχει συρραφή το κείμενο που μας δίνεται.(βλ. αρ. 11 και τις αντίστοιχες στο τέλος βιβλιογραφικές σημειώσεις). Βέβαια υπάρχουν και άλλες .(18) Καταλαβαίνουμε αμέσως, πόσο θα επέδρασαν οι δημοσιεύσεις αυτές, για να διαδοθή πλατύτερα στον ελληνισμό ένα τραγούδι από τα δημοφιλέστερα, (19) αλλά και τι «αγαθός κύκλος» θα κινήθηκε, από τη γραπτή παράδοση στην προφορική και τ’αντίστροφο! Έτσι εξηγούνται κι’ οι ποικιλίες που παρουσιάζουν στα κείμενά τους οι διάφορες παραλλαγές. (20)

Θα παραθέσω για σύγκριση την πολύ αλλαγμένη (αλλά και δημιουργικά ανανεωτική) πελοποννησιακή παραλλαγή του τραγουδιού, που καταγράφηκε το 1939 (114 χρόνια μετά τη δημοσίευση του Φωριέλ) στο Βασιλίτσι Κορώνης Μεσσηνίας, από την Γεωργία Ταρσούλη (ό.π.).

Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι,
μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι’ άλλη το Καρπενήσι,
η Τρίτη νη καλύτερη μοιρολογάει και λέει:
- Πολλή μαυρίλα ν’έρχεται στου Διάκου το ταμπούρι [sic]
5 καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
- Μήτε ο Καλύβας έρχεται μητ’ ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βριγιώνης, το σκυλί, με δεκοχτώ χιλιάδες.
Και ο σεΐζης [ιπποκόμος] του μιλάει του Διάκου και του λέει:
- Διάκο, πάμε να φύγουμε, πάμε στην Αλασσόνα,
10 π’ εκεί είν’ ο τόπος δυνατός, ταμπούρια για να πιάσ’ με
τ' ασκέρια σου κιοτέψανε και πήρανε τους λόγγους.
Κι’ έμειν’ ο Διάκος μοναχός, με δεκοχτώ νομάτους,
τρεις ημερούλες πολεμάει και τρία μερονύχτια.
Εμαύρισε κι’ αράχνιασε, σα μαύρη καλιακούδα,
15 απ’ τις μπαρούτες τις πολλές κι’ απ’τα πολλά τα σμπάρα.
Τσακίστη το ντουφέκι του απ’τα πολλά ντουφέκια,
το ’σπασε το σπαθάκι του απάν’ από τη χούφτα,
τότε τον πιάσαν ζωντανόν κειν’ τα κοντοτουρκάκια.
Κι’ ο Ομέρ-Βριγιώνης, το σκυλί, του Διάκου πάει και λέει:
20 - Διάκο, Τούρκος δε γένεσαι, πασά για να σε κάνω
- Τι λες, μωρέ βρωμόσκυλο, τι λες, μωρέ μουρτάτη
εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θέλα πεθάνω.
Τότε τον βάλαν στο σουγλί και παν να τόνε ψήσουν,
κι’ ο Διάκος ετραγούδαγε της άνοιξης τραγούδι:
25 - Για ιδές καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη,
τώρα το Μάη, την άνοιξη, π’ ανοίγουν τα λουλούδια!…

Όσο κι’ αν έκαμαν προσεκτικές αλλαγές, προσθήκες ή επανορθώσεις, το αρχικό κείμενο του Φωριέλ, νομίζω ότι και όπως δημοσιεύτηκε ήταν δημοτικά φυσιολογικό και δεν του χρειάζονταν επίμονες παρεμβάσεις. Τα εξωτερικά λόγια στοιχεία του φαίνονταν εύκολα και μπορούσαν εύκολα ν’ αποβληθούν. Είναι αλήθεια, πως οι στίχοι που κατέγραψε ο Φωριέλ, παρουσιάζουν κάποια αδεξιότητα και χασμωδία, αλλά αυτό μπορεί να το χρωστάνε στη νωπή σύνθεση ενός ζωηρά επεισοδιακού θέματος, που δεν πρόφτασε να προχωρήση σε ώριμο ταίριασμα. Ο Φωριέλ πρόφτασε και το δημοσίευσε στην πρώτη μορφή του, αλλά μπορεί έτσι και ν’ αναχαίτισε τη διαδικασία προφορικού ωριμάσματος του τραγουδιού, που οι άλλοι ίσως αιώνες (όπως συνέβηκε με τ’ ακριτικά, τις παραλογές και τα κλέφτικα) θα μας το παρέδιδαν «αριστουργηματικό». Μπορούμε ίσως να πούμε, ότι η πρώτη έκδοση των δημοτικών μας τραγουδιών (από τον Φωριέλ και τους άλλους) απετέλεσε κι’ αυτή (με την έννοια του αποκρυσταλλωμένου τυπώματος) ένα σύμπτωμα «μηχανοκρατικής» παρουσίας στη λαϊκή έμπνευση και τέχνη.

Αλλά και στην πρώτη αυτή τυπωμένη μορφή του, το τραγούδι του Διάκου (που η προφορική ηλικία του ήταν μόλις τριών ετών) μας κάνει να χαιρώμαστε την αυθόρμητη, συναισθηματική και ανακοινωτική, στιχουργία του, με τους ενθουσιασμούς του άγνωστου ποιητή, με την παραδοσιακή αφήγηση και τους πολεμικούς διαλόγους, που διαπνέονται πάντα από μια συγγνωστή εθνική καυχησιολογία. (Λίγα σκαλοπάτια χωρίζουν τον λαϊκό αυτό λόγο από τον έντεχνο αργότερα του Βαλαωρίτη).

Ας σταθούμε λίγο και σε κάποια αξιολόγηση των στοιχείων που βοήθησαν τον πρώτο λαϊκό ποιητή, τον «άγγελο» αυτόν της εθνικής τραγωδίας του Διάκου, να συνθέση το αφηγηματικό τραγούδι του. Οι πρώτοι έξι στίχοι είναι όλοι σχεδόν μοτίβα γνωστά και από παλαιότερα τραγούδια (β. π.χ. στον Passow τους αριθμούς 91, 100, 207 και 409) (21). Οι στίχοι 7–22 είναι νέοι, αποκλειστικοί του θέματος του Διάκου, και ανακοινωτικοί. Η διαδοχή τους είναι ζωηρή και τρεχούμενη, σαν τα γεγονότα. Έχουν ρητορισμό, αλλά και ειλικρίνεια. Ομολογούν ότι «εκείνοι εφοβήθηκαν κι’ εσκόρπισαν στους λόγγους», για να έρθη τραγικό το «έμειν’ ο Διάκος στη φωτιά… (ή: μονάχος)». Εξαίρεται όμως αμέσως η ηρωϊκή υπερπάλη των « 18 προς 18» (οι 18 λεβέντες του Διάκου προς τις 18 χιλιάδες των Τούρκων), που μένουν ανίκητοι επί τρεις ώρες. Πρέπει να σπάσουν τα όπλα του ήρωα (παραδοσιακό μοτίβο) για ν’ αρχίση να νικιέται.

Μετά τον στίχο 23, που είναι κι’ αυτός στερεότυπος, όλοι οι άλλοι, ως το τέλος, είναι αποκλειστικοί του τραγουδιού για τον Διάκο κι’ έχουν μάλιστα γίνει κι’ αυτοί μοτίβα δημοτικά. (28)



--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

16. Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, αριθμ. 11: Του Διάκου.

17. Ευτυχώς ο Γ. Δ. Παχτίκος, το 1905, μας έδωσε και μουσικούς τρόπους του (βλ. «260 δημώδη ελληνικά άσματα», Αθ. 1905, αριθμ. 53, 115 και 183), όπως πρόσφατα και η Ακαδημία Αθηνών: «Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, τ. Γ΄(Μουσική Εκλογή) υπό Γεωργ. Κ. Σπυριδάκη και Σπυρ. Δ. Περιστέρη. Εν Αθ. 1968, σελ. 43 – 4.

18. Σημειώνω π.χ. από τις παλαιότερες το κείμενο που μας δίνει ο Γούδας στον βίο του Διάκου (ό.π. σελ. 438 – 9) και το σπουδαιότερο, τις σχολικές αναδημοσιεύσεις, όπως π.χ. στα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» για την Γ΄τάξη του «Ελληνικά» του 1910 (υπό Δημητρίου Κακλαμάνου) σελ. 50-52.

19. Ο Παπαρρηγόπουλος σημειώνει: «Ο Διάκος είναι κτήμα του λαού μάλλον ή της επιστήμης» (ό.π. σελ. 62).

20. Σημειώνω από τις νεώτερες δημοσιεύσεις τα πολύ παραλλαγμένα κείμενα που παρουσιάζουν οι συλλογές: Γεωργίας Ταρσούλη, «Μωραΐτικα Τραγούδια –Κορώνης και Μεθώνης». Αθ. 1944 (σε.11), Θ. Παπαθανασόπουλου, «Δημοτικά τραγούδια της Ρούμελης», περιοδ. «λαογραφία, τόμ. Κ΄, 1962. (σ. 249-50) και Ακαδημίας Αθηνών, Ελληνικά Δημοτικά τραγούδια (εκλογή) τόμ. Α΄, εν Αθ.1962 (σ.156-). Σημειώνω επίσης ότι υπάρχει και άλλη μορφή τραγουδιού του Διάκου, πολύ πρόχειρη και από συμφυρμούς. (βλ. Passow, αρ.235).

21. Ο Πολίτης στις «Εκλογές» του (αρ.11) υιοθέτησε την προσθήκη και άλλων τριών εισαγωγικών στίχων-μοτίβων («Τρία πουλάκια κλπ.»), με τους οποίους και είναι συνήθως γνωστό το τραγούδι του Διάκου. (Δεν ξέρω αν χρειάζωνται στον Φωριέλ, αφού και το «Πολλή μαυρίλα» είναι εναρκτικό.)

28. «Ανθολογία ασμάτων», εν Αθήναις -εκ της τυπογρ. Α. Κορομηλά, 1835 και Άσματα διαφόρων ποιητών, εν Ναυπλίω, τυπ.Τόμπρα-Σμυρναίου, 1835.



ΙΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΑΚΗ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΗ

α) Το κείμενο
(βλ. Fauriel ΙΙ σ. 44 – 46, ελλ. έκδ. σελ. 217).

Πέντε πασάδες κίνησαν από την Ιμπραΐλα,
στράτευμα φέρνουν (1) περισσό, πεζούρα και καβάλα,
σέρνουν (1) και τόπια δώδεκα και βόλια χωρίς μέτρο.
Έρχεται κι’ ο Τσαπάνογλους από το Βουκουρέστι, (2)
έχει ανδρείο στράτευμα, όλο Γιανιτσαραίους,
στα δόντια σέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια.
Τότ’ ο Γιωργάκης φώναξε ν’ από το μοναστήρι:
- Πού είστε, παλικάρια μου, λεβέντες μ’ ανδρειωμένοι,
γλήγορα ζώστε τα σπαθιά, πάρετε τα τουφέκια,
πιάστε τον τόπο δυνατά, πιάστε τα μετερίζια,
ότι (3) Τουρκιά μας πλάκωσε και θέλει να μας φάη.
Δίχως ψωμί, δίχως νερό, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
βαριά βαρούσαν τον εχθρό (4) κάτου στο Κομπουλάκι.
Τούρκων (5) κεφάλια έκοψαν κοντά (6) τρεις χιλιάδες.
Και ο Φαρμάκης φώναξεν από το μοναστήρι:
Αφήστε τα τουφέκια σας, σύρετε τα σπαθιά σας,
γιουρούσι απάνω κάμετε, στον Άη Λιάν εβγήτε.
Οι Τούρκοι το εχάρηκαν (7), τρέχουν στο μοναστήρι.
Τότ’ (8) ο Φαρμάκης, ζωντανός, φώναξ’ από του Σέκου:
-Που είσαι, Γιώργο μ’, αδερφέ και πρώτε καπετάνιε,
Τουρκιά πολλή μας πλάκωσε και θέλει να μας φάη.
Ρίχνει (9) τα τόπια σα βροχή, τα βόλια σα χαλάζι.
Ο Γιώργης τότ’είχε χαθή, και πλέον δεν τον είδαν…



--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Στο κείμενο: φέρουν… σέρουν,

2. Στο κείμενο: Βουκορέστι,

3. Μπορεί να σκεφτή κανείς τα λαϊκότερα: γιατί ή πολλή.

4. Κάπως λόγια λέξη.

5. Τούρκων

6. δύο και τρεις.

7. «Το χαρήκανε» «τότ’ εχάρηκαν»

8. Τα τότε δεν φαίνονται ταιριαστά.

9. Δημοτικότερο θα ήταν το «ρίχνουν», ή αμετάβατα, πέφτουν,

10. κάπως λόγιο.




β) Ιστορικά στοιχεία

Ο ίδιος ο Φωριέλ μας δίνει, στον πρόλογο του τραγουδιού, τις πρώτες (και πολλές) πληροφορίες, που είχε «από ένα νέον πνευματικόν Έλληνα», για τον Γιωργάκη Ολύμπιο, για την πολεμική δράση και τον ηρωϊκό θάνατό του. Για τον Φαρμάκη, που απλώς τον αναφέρει «φίλο του Γιωργάκη», δεν γράφει τίποτε. Ενδιαφέρει και η συμπερασματική τότε κρίση του για τον Ολύμπιο: «Ο θάνατος του καπετάν Γεωργάκη… μπορεί να θεωρηθή η πραγματική καταστροφή του επαναστ. κινήματος στη Μολδαβία και τη Βλαχία, το 1821. Η ιστορία θα δικαιώση τις ηρωϊκές προσπάθειες του γενναίου αυτού καπετάνιου, για να εξασφαλίση την επιτυχία ενός κινήματος, που ό,τι έγινε μέσα σ’ αυτό αξιόλογο και αξιέπαινο, ήταν έργο δικό του». (ΙΙ σελ. 39, ελλ. έκδ. σ.214)(23).

Τα βιογραφικά που μας δίνει για τον Γιωργάκη ο Φωριέλ είναι, ότι «γεννήθηκε σ’ ένα θεσσαλικό χωριό του Ολύμπου [το Λεβίδι], ότι κυνηγημένος έφυγε στη Βλαχία, πολέμησε με τους Ρώσους στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, ενίσχυσε τους Σέρβους στο επαναστατικό κίνημά τους, έγινε οπλαρχηγός Αλβανών στη Βλαχία, και τέλος πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον Υψηλάντη. Είχε συστήσει τότε να μη αντιμετωπίσουν τους Τούρκους στην πεδιάδα [συμφορά Δραγανατσίου], αλλά να τους κάνουν κλεφτοπόλεμο από τα βουνά, όμως δεν τον άκουσαν. Επίσης δεν μπόρεσε να συγκρατήση τον Υψηλάντη μετά την ήττα του, και γι’ αυτό έφυγε μόνος του στα βουνά της Μολδαβίας, όπου οχυρώθηκε. Από προδοσία κάποιου Μολδαβού Επισκόπου, βρέθηκε πολιορκημένος στο Μοναστήρι του Σέκου, από 8 χιλιάδες Τούρκους, που τον χτυπούσαν με βαρύ πυροβολικό. Μετά πέντε ημέρες, για να μη παραδοθή, έβαλε φωτιά στην πυρίτιδα και αυτοπυρπολήθηκε». (ΙΙ σ. 43, ελλ. έκδ. σ. 214–6)

Τα γεγονότα της Μολδαβίας και της Μονής του Σέκου περιέγραψε και ο Μιχ. Οικονόμου στα « Ιστορικά της Παλιγγενεσίας» του (ό.π. σελ. 61–80). Εκεί αναφέρονται πάντα μαζί ο Γιωργάκης Ολύμπιος κι’ ο Ιωάννης Φαρμάκης, σαν δίδυμοι πολεμικοί αδελφοί. Κάτι ήξερε ο λαϊκός τραγουδιστής, που τους εναλλάσσει έτσι και στο τραγούδι του. (24)

Κατά την εξιστόρηση του Οικονόμου, οι δυο ήρωες «αντέστησαν επί τεσσαράκοντα ημέρας εις όλον εκείνο το πλήθος των τουρκικών δυνάμεων. Και ο μεν Φαρμάκης… πιστεύσας εις τας υποσχέσεις των Τούρκων, συνθηκολογήσας με αυτούς και εξελθών της Μονής παρεδόθη. Ο δε Γιωργάκης μείνας μετά ολίγων των ηρώων οπαδών του, εκλείσθη εις το κωδωνοστάσιον της Μονής, όπου είχον τα πολεμοφόδια και την πυρίτιδα… ιδών [δε] ευκαιρίαν να φονεύση όσον έστι πλείονας και ν’ αποθάνη, και δους πυρ εις την πυρίτιδα ανέτρεψε το κωδωνοστάσιον, όπερ εγένετο τάφος χιλιονέκρων εχθρών του, αυτός δε μετά των ηρώων του… απετεφρώθησαν εις τον αέρα». Για τον Φαρμάκη έπειτα γράφει, ότι «οι πασάδες Τούρκοι τον έπεμψαν προς θρίαμβον εις Κωνσταντινούπολιν, όπου εκαρατομήθη». (25) Ώστε, όχι τυχαία, η λαϊκή μούσα, με το εθνικό ένστικτό της τραγούδησε τους δυο αυτούς ήρωες, αφήνοντας τα άλλα ονόματα των Μολδαβικών γεγονότων, στους ιστορικούς.

Ειδικότερα για τα ονόματα του κειμένου, μπορούμε να διαπιστώσουμε τις εξής ιστορικές αντιστοιχίες: Για τους «πέντε πασάδες… από την Ιμπραήλα», ο Κ. Παπαρρηγόπουλος γράφει: «Τρεις πασάδες, ο της Βραΐλας, ο της Σιλιστρίας και ο του Βιδινίου εισήλασαν εν αρχή Μαΐου [1821] εις τας ηγεμονίας» (ό.π.σελ.16). Με τον Τσαπάνογλου (ή Τσοπάνογλου) ίσως είναι σχετικό το όνομα του Καρά–Αχμέτ, αρχηγού των Τούρκων του Βουκουρεστίου, που έδρασαν στο Δραγατσάνι (Παπαρρ.) ή του Κεχαγιάμπεη, που αναφέρει ο Φωτεινός. Τα μοναστήρια του κειμένου μπορεί να είναι δύο: της Κόζιας πρώτα, στην περιοχή του Ριμνίκου, που αναφέρει ο Φωριέλ, (26) και του Σέκου έπειτα, στη Μολδαβία, όπου δόθηκε το ηρωϊκό τέλος. Ο τελευταίος στίχος επιβεβαιώνει το γεγονός του ολοκαυτώματος του Ολύμπιου.

Πολιτιστικά στοιχεία, κοντά στα ιστορικά, έχουμε: τους πασσάδες–στρατηγούς των μεγάλων επικρατειών της Τουρκίας, την πεζούρα και καβάλα, μορφές των στρατών της εποχής, τα τόπια (= κανόνια) που χρησιμοποιούσαν στις πεδινές εκστρατείες, τους Γενίτσαρους, που ως το 1826 τρομοκρατούσαν Χριστιανούς και Τούρκους, σπαθιά, τουφέκια και μετερίζια, πολεμικά μέσα της εποχής, και κόψιμο κεφαλιών, συνήθεια της μάχης (τρόπαια). Τα Μοναστήρια επίσης παρουσιάζονται εδώ ως οχυρά και καταφύγια των πολέμων.



--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

23. Την ίδια σχεδόν αυτή γνώμη για τον Ολύμπιο φαίνεται να έχη και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, όταν εκθέτη τα γεγονότα της Μολδοβλαχίας (Βλ. Ιστορ. του Ελλ.Έθνους, έκδ. 8η, ό.π.τόμ. ΣΤ΄, σελ.14,15 και 19). Πρβλ. και Γεωργίου Λαΐου, Ανέκδοτες επιστολές και έγγραφα του 1821, Αθήνα 1958, σ. 18-19.

24. Ο Φωριέλ παραθέτει στη συλλογή του και άλλο τραγούδι, μεγαλύτερο, για τους δυο πολεμιστές, που είναι πιο περιγραφικό και σχεδόν αναλυτικό των γεγονότων του Σέκου. Εκεί πάλι αναφέρονται μαζί τα ονόματα Γεωργάκη και Φαρμάκη (το «Ολύμπιος» δεν ακούεται στα τραγούδια), και είναι πιο πυκνά τα μοτίβα από κλέφτικα τραγούδια αλλά το βάρος της αφήγησης πέφτει στον Φαρμάκη και στην αιχμαλωσία του.

25. Βλ.Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της Παλιγγ. ό.π. σελ. 78. Κατά τον Παπαρρηγόπουλο, ο Φαρμάκης «ζων εκλεπισθείς ερίφθη εις τας οδούς του Γαλατά». (ό.π. σελ.19). Άλλες πηγές για τα Μολδαβικά γεγονότα και για τη δράση των Γεωργάκη-Φαρμάκη, είναι οι: Ηλίας Φωτεινός «Οι άθλοι της εν Βλαχία Ελλ. Επαναστάσεως το 1821 έτος» (σειρά: Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21, ό.π. αριθμός 9 ( Αθ. 1956) σ. 126. Αναστ. Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι», τόμ. Ε΄, εν Αθ. 1872, σ. 399-438 και Κ. Παπαρρηγόπουλος (ό.π.) σελ. 13-9. Πρβλ. και Αποστ. Ε. Βακαλοπούλου, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, Θεσσαλονίκη 1969, σ. 520-21.

26. Ο Η. Φωτεινός (ό.π.) μιλεί για πρώτη οχύρωση στη Μονή «Κούρτε δε Άρτζεσι».




γ) Φιλολογική μορφολογία και αξιολόγηση

Το τραγούδι των «Γεωργάκη και Φαρμάκη» δεν γνώρισε τη Δημοτικότητα που πήρε το τραγούδι του Διάκου. Η σύνθεσή του είναι κάπως ειδικότερη (όπως και της συνδημοσιευόμενης από τον Φωριέλ παραλλαγής), αλλά και τα πρόσωπα – γεγονότα δεν ήταν τόσο γνωστά στον ελλαδικό χώρο, ώστε να ξανατραγουδηθούν. Άλλωστε τον ίδιο καιρό είχαμε στην Ελλάδα τα επίσης συγκινητικά γεγονότα του πρώτου χρόνου των μαχών με τους Τούρκους. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στις νεώτερες συστηματικές συλλογές (Πολίτη, Πετρόπουλου, Ακαδημίας) δεν περιλαμβάνεται το τραγούδι αυτό. Το βρίσκουμε, όμως μετά τον Φωριέλ, στις συλλογές: του Theodor Kind («Neugriechische Chrestomathie κλπ.» Leipzig 1835– παρμένο από τον Φωριέλ), του N. Tommaseo («Canti popolari… greci» Venezia 1842 – με κείμενο και σημειώσεις από τον Φωριέλ), του Αντ. Μανούσου («Τραγούδια εθνικά Α΄» εις Κέρκυραν 1850), του Σπυρίδωνος Ζαμπελίου («Άσματα δημοτικά της Ελλάδος», Κέρκυρα 1852), του Arnoldus Passow («Τραγούδια Ρωμαίικα» Lipsiae - Athenis, 1860 αριθ. 226), και τελευταία του Άγι Θέρου («Τα τραγούδια των Ελλήνων» Αθήνα – Αετός– 1952, αριθ. 498).

Στις δημοσιεύσεις αυτές, ελάχιστες αλλαγές παρουσιάζονται από το αρχικό κείμενο του Φωριέλ, με τολμηρότερη στον τελευταίο στίχο, όπου: «Ο Γιώργης είχε σκοτωθή, τα βόλια δεν τ’ ακούει» (Passow).

Βέβαια, το κείμενο του Φωριέλ παρουσιάζει τις στιχουργικές αδυναμίες (ή αδεξιότητες) που έχουν τα πρώτα αυτά «ανακοινωτικά» τραγούδια. Ίσως κάποιος πολεμιστής ή άμεσα ενημερωμένος να το εσύνθεσε (Δεν μας σημειώνει εδώ ο Φωριέλ, από που είχε τα χειρόγραφα). Βρίσκουμε όμως στο τραγούδι πολλές από τις καλές ιδιότητες της δημοτικής μούσας. Ιδιαίτερα: α)την ολιγόστιχη (σε 23 στίχους) «δραματική» περιγραφή ενός ηρωικού γεγονότος, β) την ενημερωτική εισαγωγή (στιχ. 1–6) για τα βαριά αίτια που θα φέρουν το μοιραίο αποτέλεσμα. (Το εισαγωγικό μοτίβο του «έρχεται και φέρνει» ή «σέρνει»… το βρίσκουμε στο γνωστό τραγούδι του «Πραματευτή» (Πολίτ. Εκλ. 87) ή και στον «Άγιο–Βασίλη των καλάντων), γ) τους λόγους και τον διάλογο των αρχηγών, (εδώ του Γεωργάκη και του Φαρμάκη), που πάνω από τον θόρυβο της μάχης φωνάζουν και συνεννοούνται, δ) την ποιητική υπερβολή των περιγραφών, με τα γνωστά μοτίβα: «στα δόντια σέρνουν τα σπαθιά…» (στιχ. 6)… «δίχως ψωμί, δίχως νερό… κεφάλια τρεις χιλιάδες» (στιχ. 12 -14) και: «ρίχνουν τα τόπια σα βροχή…» (σ.22), ε) το γνώριμο στις ελληνικές μάχες αποκορύφωμα, (όταν οι πολεμιστές «αφήνουν τα τουφέκια και πιάνουν τα σπαθιά»), που οδηγεί και σ’ ένα κοφτό τέλος του τραγουδιού.





ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ

α) Το κείμενο
(Fauriel ΙΙ σ. 58 – 60, ελλ. έκδ. σελ. 220 – 1).

Ήταν ημέρα βροχερή και νύχτα χιονισμένη,
όταν (1) για την Τριπολιτσάν εκίνησ’ ο Κιαμίλης.
Νύχτα σελώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει
και εις το δρόμο (2) το Θεό παρακαλεί και λέει:
Θεέ μ’ εκεί τους προεστούς, εκεί τους δεσποτάδες
να εύρω, στο κεφάλι τους να πάρουν τους ραγιάδες,
να μην σηκώσουν άρματα και πάνε με τους κλέφτες.
Σαν έφτασε, και (3) οι Γραικοί επλάκωσαν το κάστρο,
τους Τούρκους έκλεισαν στενά, βαριά τους πολεμούσαν.
Κολοκοτρώνης φώναξεν από το μετερίζι:
- Προσκύνησε, Κιαμίλπεη, στους Κολοκοτρωναίους,
να σου (4) χαρίσω τη ζωή εσέ και τα παιδιά σου,
εσέ και τα χαρέμια σου κι’ όλην τη γενιά σου. (5)
- Μετά χαράς σας, Έλληνες, κι’ εσείς καπεταναίοι,
ευθύς να προσκυνήσωμε στους Κολοκοτρωναίους.
Μπουλούκπασης εφώναξε ν’ απάν’ από την τάμπια:
- Δεν προσκυνούμε, ν’ άπιστοι, (6) σ’ εσάς βρωμοραγιάδες!
Έχουμε κάστρα δυνατά και βασιλιά στην Πόλη,
έχουμ’ανδρείο στράτευμα (7) και Τούρκους παλικάρια,
που τρώνε πέντε στο σπαθί και δέκα στο τουφέκι,
και δεκαπέντε στ’άλογο, διπλούς στο μετερίζι.
- Τώρα να ιδήτε, φώναξε τότ’ ο Κολοκοτρώνης,
να ιδήτ’ ελληνικά σπαθιά και κλέφτικα τουφέκια,
πώς πολεμούν οι Έλληνες και πελεκούν τους Τούρκους! (8)
Τρίτη,Τετράδη, θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,
Παρασκευή ξημέρωσε –ποτέ να μη ’χε φέξει–
έβαλαν οι Γραικοί βουλή το Κάστρο να πατήσουν.
Σαν αετοί επήδησαν, εμπήκαν σαν πετρίτες
κι’ άδειασαν τα τουφέκια τους, τη λιανομπαταρία.
Κολοκοτρώνης φώναξεν απ’ τ’ Αηγιωργιού την πόρτα:
- Μολάτε τα τουφέκια σας, σύρετε τα σπαθιά σας,
Βάλετε την Τουρκιάν εμπρός, σαν πρόβατα στη μάντρα.
Τους πήγαν και τους έκλεισαν εις τη μεγάλη τάμπια.
Απολογάτ’ο Κεχαγιάς, λέει (9) στον Κολοκοτρώνη:
Κάμε νισάφι στην Τουρκιά, κόψε πλην (10) άφ’σε κιόλας!
- Τι φλυαρείς, (11) βρωμότουρκε, Τι λες παλιομουρτάτη,
Νισάφι έκαμες εσύ εις την πικρή Βοστίτσα,
όπ’ έσφαξες τ’ αδέλφια μας και όλους τους δικούς μας.



--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Δημοτικό θα ήταν το «όντας»,

2. εις τη στράτα

3. να κι’ οι Γρ.

4. Ο Φ. γράφει να σε, ίσως από πληροφορητή Θράκα.

5. Εδώ συνεπάρθηκε ο ποιητής σε ομοιοκαταληξία.

6. Θα περιμέναμε να λέη «γκιαούρηδες»,

7. λόγιο,

8. Στίχοι–μοτίβα, που μοιάζουν να δίνουν τέλος στο τραγούδι.

9. Στο κείμενο προς τον Κ.

10. δημοτικότερο: μόν’,

11. Θα ήταν «τσαμπουνάς».







β) Ιστορικά στοιχεία

Το μεγάλο και απίθανο γεγονός από την άλωση της Τριπολιτσάς ήταν φυσικό να γίνη γνωστό γρήγορα, και να δώση το περιγραφικό τραγούδι του στον Φωριέλ. Ο συλλογέας είναι κιόλας ενημερωμένος για τα κύρια σημεία, και μας τα δίνει στο προλόγισμά του: «Ο Κιαμίλ, μπέης της Κορίνθου… εθεωρείτο ο πλουσιώτερος και πιο ισχυρός άρχοντας της οθωμανικής αυτοκρατορίας [!]. Το 1821, όταν η Ελλ. Επανάσταση απειλούσε ν’ απλωθή σ’ όλη τη χερσόνησο [του Μοριά], εκάλεσε στην Τριπολιτσά τους προεστούς και δεσποτάδες των επαρχιών, για να τους πείση να επέμβουν και να συγκρατήσουν ευπειθείς στην τουρκική διοίκηση, όσους δεν είχαν ακόμα εκδηλωθή. Οι προσκληθέντες αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, και γι’ αυτό τους συνέλαβαν. Σε λίγες μέρες οι Έλληνες άρχισαν να πολιορκούν την Τριπολιτσά, με αρχηγούς τον Κολοκοτρώνη και τον Μαυρομιχάλη. Με θαυμαστή τόλμη και θάρρος η πόλις κυριεύθηκε, με έφοδο, τον Σεπτέμβριο 1821, και ο Κιαμίλ μπέης συνελήφθη… Ο Κεχαγιάς (υπαρχηγός του Χουρσίτ–πασά [που έλειπε στα Γιάννινα] είχε αναλάβει την αρχηγία της Πελοποννήσου. Λίγο πρωτύτερα είχε βαδίσει κατά των Πατρών και έκαμε φοβερές ωμότητες στη Βοστίτσα [Αίγιο]». (ΙΙ 57, ελλ. έκδ. σελ. 219 – 20).

Οι λεπτομέρειες όμως για την πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς είναι πολύ περισσότερες στα απομνημονεύματα των συγχρόνων της αγωνιστών, και μας δίνουν σαφέστερα την ατμόσφαιρα του τραγουδιού. Σημειώνω τις περιγραφές των: Φωτάκου (ό.π.σελ.157–179, όπου καταγράφεται επίσης το τραγούδι), Γενναίου Θ. Κολοκοτρώνη (βλ. σειρά «Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21», επιμέλεια Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτη, «Βιβλιοθήκη» Γ.Τσουκαλά, αριθμός 1, Αθήναι 1965, σελ. 51–52), Παλαιών Πατρών Γερμανού (ίδια σειρά, αρ.3, σελ.128–134), Λάμπρου Κουστονίκα (αρ.4, σελ.50–51, Δ. Αινιάνος (αρ. 7 σελ.170–179), Αναγνώστη Κοντάκη (αρ.11, σ.42–45), Συνταγματάρχου Voutier (αρ.11, σ.130–136), Μιχ. Οικονόμου Α΄ (αρ.14, σ.153–163) και Κανέλλου Δεληγιάννη Α΄(αρ.16, σ.256–282).

Μπορούμε να ξεχωρίσουμε από τα ιστορικά και πολιτιστικά στοιχεία του τραγουδιού: τα ονόματα «Τριπολιτσά» (όχι Τρίπολις) και «Βοστίτσα» (όχι Αίγιο), τα «Γραικοί» και «ραγιάδες». Επίσης ότι η Τριπολιτσά (η κλεισμένη στα τείχη της) λεγόταν και Κάστρο, κι’ ότι οι «Κολοκοτρωναίοι» είχαν γόητρο και σαν γενιά. Επίσης, ότι «σελώνει, καλιγώνει» πάντα το άλογο ο καβαλάρης που θα ταξιδέψη (όπως στα μεσαιωνικά τραγούδια) κι ότι Ρωμιοί και Τούρκοι έλεγαν τον σουλτάνο και βασιλιά.




γ) Φιλολογική μορφολογική και αξιολόγηση

Το τραγούδι για την «Άλωση της Τριπολιτσάς» είναι, κατά τον Φωριέλ, το πρώτο μέρος από συνεχόμενο κείμενο που του έστειλαν, και που το νομίζει και στα δυο του μέρη ενιαίο. Το εχώρισε, γράφει, σε δύο μέρη, επειδή έκρινε το πρώτο, ιστορικό και το δεύτερο, αισθηματικό. Στο β΄ έδωσε το τίτλο «Αιχμαλωσία του Κιαμίλ μπέη» (ΙΙ 62–3, ελλ. έκδ. σ. 221) κι’ είναι αυτό που βρίσκουμε ν’ αναδημοσιεύεται συχνότερα στις συλλογές («Πήραν τα κάστρα πήραν τα» κτλ.). Φαίνεται όμως ότι το χειρόγραφο που έδωσαν τότε στον Φωριέλ ένωνε τις ήδη δύο ξεχωριστές ποιήσεις, και καλώς, με το ένστικτό του, εκείνος τις ξαναχώρισε. (27)
Από τότε οι συλλογές δημοσιεύουν συχνότερα το β' μέρος (τραγούδι), γιατί είναι λυρικότερο. Τούτο το α΄ (θα λέγαμε «της πολιορκίας»), που με τα επεισόδια και τον διάλογό του φαίνεται πιο πρωτογονικό, λίγοι το παρουσίασαν. Ο Πολίτης δεν το περιέλαβε στις «Εκλογές» του, ούτε οι άλλες έπειτα μεγάλες συλλογές (Άγις Θέρος, Πετρόπουλος, Ακαδημία). Το βρίσκουμε συχνότερο στις πριν από τον Πολίτη συλλογές, π.χ. σε δύο Ανθολογίες τραγουδιών του 1835, (28) στον N. Tommaseo, 1842, (αποσπασματικά, στα ιταλικά με τον τίτλο «il ricco»), στον Αντ. Μανούσο, 1850 (σ. 168-9), στον Σπ. Ζαμπέλιο, 1852 (σ. 636-7), στον A. Passow 1860 (αρ. 233) και στα «Απομνημονεύματα» του Φωτάκου, έκδ. Ανδροπούλου 1899 (Α΄ σ. 260 = έκδ. 1960, σελ. 175-6), (29).

Μεγάλες διαφορές δεν παρουσιάζουν οι παραλαγές. Από τον Φωριέλ ως τον Passow βρίσκουμε πολύ λίγους στίχους αλλαγμένους. Σημειώνω π.χ. τους στίχους: 2 «ξενίκησ’ ο Κ.», 6: «να βρω, μη στο κεφάλι τους», 8: «είχαν οι Γρ.το κάστρο πλακωμένο», 19: «έχομ’ ασκέρι ξακουστό», 28: «πηδήσανε και μπήκαν», 36: «τι τσαμπουνάς»…

Υπάρχουν βέβαια στίχοι στον Φωριέλ δημοτικά αδόκιμοι, όπως π.χ. οι 2, 8, 9, 22, 29, 32 αλλά βλέπει πάλι κανείς, ότι η αφήγηση κινείται σε παραδοσιακή ατμόσφαιρα και σε γνωστά μοτίβα. Το ξεκίνημα π.χ. με τον στίχο 1 (που δημοτικότερη μορφή του φαίνεται πως είναι η αναδρομική ευχή: «Να ήτανε μέρα βροχερή», όπως τη δίνει ο Φωτάκος), το βρίσκουμε και σε άλλα τραγούδια.(30) Από τον στίχο επίσης 3 και έπειτα, έχουμε μοτίβα μεσαιωνικών τραγουδιών, π.χ. «του ξενιτεμένου» («…νύχτα σελώνει κτλ.». Πολίτ. Εκλ. 171), «της γυναικός του Ακρίτη» ή «της νύφης που κακοτύχησε» («στο δρόμο οπού πήγαινε…» Πολίτ.Εκλ.αριθ. 75 και 85) κ.ά. Ο στίχος 10 (όπως και οι 16 και 30) είναι από τους «συνδετικούς» στις δημοτικές αφηγήσεις, όπου μια τρίτη φωνή δίνει την κατεύθυνση στα γεγονότα. (31).

Και κάτι άλλο. Ύστερ’ από το «Προσκύνησε, Κιαμίλμπεη» του στίχου 11, θα περιμέναμε τη συνηθισμένη άρνηση: «Δεν προσκυνάω…», αλλά έχουμε τον νικημένο Τούρκο, που απαντά. Επειδή όμως και έτσι, το τραγούδι δε θέλει να χάση το δικαίωμα της πεισματικής άρνησης, βάζει στο στόμα του Μπουλούκμπαση την αντίρρηση, (όπως στο τραγούδι του Διάκου είχαμε τη φωνή του Χαλίλμπεη). Εδώ υπάρχει και η άλλη αρετή του δημοτικού τραγουδιού, η παραχώρηση κάθε δικαιώματος στον εχθρό, να καυχηθή ή να βρίση (στίχος 17–21: «βρωμοραγιάδες», και:΄Εχουμε… βασιλιά στη Πόλη…»). Με την απάντηση του Κολοκοτρώνη (στιχ. 22–24), είναι σαν να γίνεται μονομαχία εθνών! Ακολουθούν οι στίχοι–μοτίβα των ημερών, (25-26) που συνήθως χρησιμοποιούνται σε τραγικές αφηγήσεις, (32) και θυμίζουν, μαζί με τον στίχο 27, τους θρήνους της Μεγ. Παρασκευής. Και τελειώνει το τραγούδι με τον διάλογο των δύο πολεμάρχων, πάνω από τους καπνούς της μάχης (στίχοι: 34–38, που είναι μαχητικά πεισματικός, και θυμίζει απόλυτα διαλόγους Ομηρικών αρχηγών, την ώρα του τελειωτικού κτυπήματος.

Μιλήσαμε για αναγνώριση στον εχθρό του δικαιώματός του να καυχηθή και να φωνάξη. Έχουμε επίσης ένα άριστο κείμενο -γύρω από τη μάχη της Τριπολιτσάς -που παραχωρεί στους Τούρκους το δικαίωμα να θρηνήσουν- Είναι «το Β΄ μέρος» από το ενωμένο κείμενο που έδωσαν στον Φωριέλ, και που πολύ δημοσιεύτηκε, όπως είπαμε, με τον χωριστό τίτλο «Του Κιαμίλμπεη». Να πει το πρωτόδωσε ο Φωριέλ. (ΙΙ 62, ελλ.έκδ. σ.221).


Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα δερβένια,

πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.

Κλαίνε (1) στους δρόμους Τούρκισσες, πολλές Εμιροπούλες,

κλαίει και μια χανούμισσα το δόλιο τον Κιαμίλη.

5 -Που είσαι και δε φαίνεσαι, καμαρωμέν’ αφέντη,

Ήσουν κολόνα στο Μοριά και φλάμπουρο στην Κόρθο,

ήσουν και στην Τριπολιτσά πύργος θεμελιωμένος.

Στην Κόρθο πλιά δε φαίνεσαι, ουδέ μέσ’ στα σαράγια,

ένας παπάς (2) σου τά ’καψε τα έρημα παλάτια.

10 Κλαίνε (1) τ’αχούρια γι’άλογα και τα τζαμιά (3) γι’αγάδες,

κλαίει και η Κιαμίλαινα τον δόλιο της τον άντρα,

σκλάβος ραγιάδων έπεσε και ζη (4) ραγιάς εκείνων.


Έτσι το αναδημοσιεύει και ο Πολίτης, δίνοντας και την ως το 1914 βιβλιογραφία του (33).
Κάνει εντύπωση η λυρική τελειότητα του τραγουδιού αυτού, συνθεμένου τόσο γρήγορα, ύστερ’ από το γεγονός που το ενέπνευσε. Λιγόστιχο, παραστατικό, θρηνητικό, και, το σπουδαιότερο, βαλμένο με περισσή ανθρωπιά στο στόμα του αντιπάλου. Έκαμαν καλά οι συλλογείς, να το προσέχουν και να το αναδημοσιεύουν. Δεν ξέρω αν έγραψε κανείς, ότι θυμίζει, μέσα στην ίδια ελληνική μας παράδοση, τους θρήνους των Περσίδων από τον Αισχύλο και των Τρωάδων από τον Ευριπίδη. Και θα ήταν εξαίρετη η εντύπωση που θα έκαμαν οι στίχοι αυτοί, μεταφρασμένοι από τον Φωριέλ, στην Ευρώπη.

Όσο για τα μοτίβα του κειμένου, οι δυο πρώτοι στίχοι παράλληλα με τους στίχους του τραγουδιού της Αγιά Σοφίας («Πήραν την Πόλη, πήραν τη…»), όπως κι’ οι άλλοι, του κλάματος, με γνωστούς πάλι θρήνους (βλ. Πολίτου, Εκλογ. αρ. 4).

Το πάρσιμο της Τριπολιτσάς ήταν, όπως είπαμε, για τους Έλληνες του Μοριά, μια ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, μια αντεκδίκηση, ύστερ’ από 368 χρόνια, για το παρόμοιο ανέβασμα των Τούρκων στα τείχη της και τις σφαγές. Έτσι εξηγείται η απλότητα της περιγραφής και η συνθετική προβολή της τραγικής πια θέσης των εχθρών (34). Νομίζω πως στο κείμενο αυτό βρίσκουμε ένα από τα αριστουργηματικά τραγουδήματα των πρώτων νικών του Εικοσιένα, επιγραμματικό στη σύλληψη και στη σύνθεσή του, θρηνητικό στα συναισθήματά του, όπως θα ταίριαζε και σ’ ένα, απομακρυσμένο από τα χρόνια του, ώριμο τραγούδι.



--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

_1. Στο κείμενο: κλαίουν,

_2. Ο Πολίτης σημειώνει τον Παπαφλέσα.

_3. Στο κείμενο, τσαμιά,

_4. Το τραγούδι (ή ο στίχος) διατυπώθηκαν πριν σκοτώσουν τον Κιαμίλμπεη (τον σκότωσαν αιχμάλωτο στον Ακροκόρινθο, Ιούλιο 1822).



--------------------------------------------------------------------------------
27. Υποψιάζεται κανείς, ότι και το πρώτο μέρος μπορεί να χωριστή ακόμα σε δύο: Στίχοι 1-24 και 25-38, οπότε το ενιαίο κείμενο που έδωσαν στο Φωριέλ, εκάλυπτε τρία τραγούδια.

28. «Ανθολογία ασμάτων», εν Αθήναις -εκ της τυπογρ. Α. Κορομηλά, 1835 και Άσματα διαφόρων ποιητών, εν Ναυπλίω, τυπ.Τόμπρα-Σμυρναίου, 1835.

29. Μοιάζει πολύ το κείμενο αυτό «του Φωτάκου» με εκείνο του Passow. .

30. Βλ. π.χ. Passow αρ. 268, αλλά κυρίως (για τον δημοτικότερο τύπο της ευχής): Π. Αραβαντινού, Συλλογή δημωδών ασμάτων της Ηπείρου, εν Αθ. 1880, αριθμοί 34, 40 και 64.

31. Βλ. Δημ.Σ.Λουκάτου, Το τραγούδι του Μπουκουβάλα και η παρουσία του στον Ηπειρωτικό χώρο Δελτ. Ιστορ. και Εθνολογ. Εταιρείας Ελλ.Τόμ.Η΄ εν Αθ. 1966, σελ.13-14.

32. Βλ.Γεωργία Ταρσούλη, Μωραΐτικα Τραγούδια, ό.π. αριθμοί 79 και 231, και Ακαδημίας Αθηνών, Ελλ. Δημ. Τραγούδια, ό.π. σελ. 203.

33. Βλ. αριθμ.13, με τις αντίστοιχες σημειώσεις για τις πηγές. Σημειώνω, μετά το 1914, την παρουσία του κειμένου αυτού στις συλλογές: Γεωργίας Ταρσούλη, Μωραΐτικα Τραγούδια, Αθ. 1944, αρ. 6Β΄(ενδιαφέρει και το 6Α΄), Άγι Θέρου, Τα τραγούδια των Ελλήνων, τόμ. Β΄ Αθ. 1952, σελ. 35. Δημητρίου Πετροπούλου Ελλ. Βιβλιοθήκη) 1958, σ.168 (από τον Φωτάκο) και Ακαδημίας Αθηνών, Ελλ. Δημοτικά Τραγούδια Α΄ εν Αθ. 1962, σ. 162.




Συμπεράσματα – Κύρια σημεία


Ο Φωριέλ μας είναι και για το κεφάλαιο του Εικοσιένα εθνικά πολύτιμος, αφού μας παραδίδει πρώτος, και σχεδόν σύγχρονα τυπωμένα, τα πρώτα λαϊκά τραγουδήματα των επαναστατικών αγώνων.


Διαπιστώνουμε με ικανοποίηση, ότι δημοτικά τραγούδια πάνω σε γεγονότα των πρώτων χρόνων του Αγώνα είχαν γρήγορα σχηματισθή, και μπορούσαν κιόλας να ταξιδεύουν και να καταγράφωνται στο εξωτερικό.


Τα γεγονότα που πρωτοτραγουδήθηκαν, και που έφτασαν από ποικίλα χειρόγραφα και στόματα ως τον Φωριέλ, ήταν εκείνα που συγκίνησαν το πανελλήνιο για τον αισιόδοξο ηρωϊσμό τους (Διάκος, Ολύμπιος) ή για την αποφασιστική επιτυχία τους (Τριπολιτσά).


Δεν είναι άρτια στην ποιητική επεξεργασία τους τα πρώτα αυτά τραγούδια. Με τα χρόνια κάπως άλλαξαν τα κείμενα. Μπορούμε όμως να πούμε ότι η άμεση δημοσίευση (και αναδημοσίευσή τους) τα εσταμάτησε στις έντυπες μορφές.


Και έτσι, όπως είναι καταγραμμένα από τον Φωριέλ, τα πρώτα τραγουδήματα, (με τις δικές τους αστάθειες και τους γλωσσικούς φόβους του συλλογέα), δείχνουν ζεστά το δημοτικό πνεύμα και την έξαρση, αφού μάλιστα στηρίζονται σε παραδοσιακά μοτίβα κλέφτικων και μεσαιωνικών τραγουδιών.


Δεν συμβαδίζει πάντα το λαϊκό τραγούδημα προσώπων και γεγονότων, με τη σημασία που μπορεί να τους έδωσε η επίσημη ιστορία. Ο Αθανάσιος Διάκος ξεπέρασε λαϊκά την πρόθεση των ιστορικών. Οι Γεωργάκης και Φαρμάκης εκάλυψαν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Και ο Κιαμίλμπεης της Τριπολιτσάς έγινε τραγικό πρόσωπο, όσο δεν το περίμενε η Ιστορία.


Σε συσχετισμό προς τα ακριτικά τραγούδια και τα κλέφτικα, τα τραγουδήματα αυτά του Εικοσιένα μπορούμε να πούμε ότι σημειώνουν την πρώτη παρακμή του δημοτικού τραγουδιού. Αρχίζει να τα φθείρη το ανακοινωτικό πνεύμα τους, σε μια εποχή που τα πολιτιστικά μέσα ειδήσεων (εφημερίδες, αλληλογραφία) και οι ρητορικοί λόγοι τα ανταγωνίζονταν και τα επηρέαζαν. Γι’αυτό και ζητούν να στηρίζωνται, -όπως ο κισσός στο δέντρο- πάνω στα τρωτά μοτίβα των παλιότερων τραγουδιών.


Είναι πολλά τα τραγούδια που φτιάστηκαν πάνω σε ηρωϊσμούς και γεγονότα όλων των χρόνων του Εικοσιένα. Και, μόνο στα «Απομνημονεύματα» του Φωτάκου (ό.π.), για τα χρόνια 1821 – 1828, βρίσκουμε καταγραμμένα 15 τραγουδήματα. Ξεχωρίζουν δυο έτσι, για την άνετη κλασσική σύνθεσή τους: του Κιαμίλμπεη (σ. 217) και των Δερβενακιών (σελ. 247).


Η ιστοριογραφική σημασία των τραγουδιών αυτών είναι αξιόλογη, γιατί έχουν συντεθή πολύ κοντά με τα γεγονότα. Οι στιχουργοί τους ήταν αυτόπτες (ή αυτήκοοι) μαχών και ηρωϊσμών, που άργησε να ελέγξη η ιστορία.


Η γλώσσα των τραγουδιών, που μας πρωτοδίνει ο Φωριέλ, θα πρέπει να είναι η φυσιολογική νεοελληνική, που ο ίδιος εξυμνεί στον «Εισαγωγικό Λόγο» του (Ι σελ. CXXIV ελλ. έκδ. σελ.74). Οι ανωμαλίες της οφείλονται στους λόγιους Έλληνες συμβούλους. Μπορούμε ίσως, με βάση την παραδοσιακή δημοτική στιχουργία, ν’ αποκαταστήσουμε πολλούς από τους στίχους αυτούς, όπου παρουσιάζουν λόγια διατύπωση και χασμωδίες.







Άγης Θέρος

Τα τραγούδια των Ελλήνων

Από περ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, έτος 1952, Νο 97 σσ. 205-8.


Το τραγούδι και η Εθνική Ψυχή

Η Ελληνική γη, με την αδρή και πολύβουνη και πολύγιαλη φύση, και με το δυνατό ανθρώπινο δέντρο, πού στα σπλάχνα της μέσα ριζοβολάει και στην αγκαλιά της τη στοργική απλώνει τα πολύφυλλα κλαριά του, ήταν φυσικό και ποίηση λαϊκή να γεννάει Ιδιοτυπώτατη και θαυμαστή ανάμεσα στα έθνη της Ευρώπης. Γιατί βρίσκεται πολύ αίμα και στην αισθηματική Μεσημβρία και στη ζωηροφάνταστην Ανατολή.

Και είναι η ποίηση αυτή συνέχεια αδιάπαυτη της ποιητικής ζωής του Έθνους και της πνευματικής του εξέλιξης από την Ομηρική γιγαντομαχία έως τη γιγαντομαχία του 21 κι' από τότε έως σήμερα. Κι' είναι ακόμη απόδειξη τρανή, πως είναι συγκρατητή και αδιάσπαστη στων αιώνων την αλυσίδα η αρχαία με την νέαν Ελληνική ψυχή, την κληρονομιά της αρχαίας.

Όπως στη ζωή μας όλη, έτσι και στη δημοτική μας ποίηση, και στη Λαογραφία γενικά, βαθύτατες και γερές είναι οι ρίζες που παντού απλώνει ο αρχαίος κόσμος όλος, και πρώτ' απ' όλα η αρχαία Μυθολογία, η χαρακτηριστικώτερη εκδήλωση του κόσμου εκείνου. Μη τάχα οι αρχαίοι θεοί εμίσεψαν; Κι'αυτοί ζουν παντοτινά ανάμεσά μας, στα βουνά μας, στα λαγκάδια μας, στ' ακρογιάλια μας. Άλλαξαν μονάχα μορφές κι' ονόματα. Μη τάχα την Παναγία Παρθένα δεν ελάτρεψαν οι πατέρες μας στους παλιούς ναούς της Παρθένου Αθηνάς και στον ίδιο τον Παρθενώνα μέσα; Και ο αρματοδρόμος νεανίας, ο Απόλλωνας, μη δε ζει, ενσαρκωμένος, αλλά με λευκά γένεια τώρα, στον αρματοδρόμο γέροντα, τον προφήτη Ηλία, που με φωτιές γιορτάζεται ακόμα, σαν ειδωλολατρικά, στις κορφές των βουνών μας; Στην ψηλότατη μάλιστα κορφή του γέρω-Ταΰγετου είδα προ χρόνων την εικόνα του Προφήτη, χαραγμένη σε μαρμαρένια πλάκα, με την ανέλπιστη επιγραφή: «Ο Προφήτης του Ηλίου». Και ο πολύαθλος Διγενής Ακρίτας, ο μεγάλος ήρωας του εθνικού έπους, τι άλλο είναι, παρά ημίθεος, γεννημένος από κάποιο Δία, άλλος Ηρακλής;

Οι Μοίρες ακούραστες, αιώνες τώρα, κυβερνούν και διαφεντεύουν τις τύχες των ανθρώπων της Ελλάδας. Οι Νεράιδες, τα Στοιχειά των πηγαδιών και των ποταμιών, τ'Αερικά των λαγκαδιών και των βουνών, ο δράκος, οι Βρυκόλακες, οι Μάγισες, παραστέκουν στη ζωή του λαού μας και γοητεύουν το πνεύμα του, παρόμοια ή απαράλλαχτα, όπωξ οι ίδιες ή ανάλογες υπερφυσικές δυνάμεις τον παλιόν καιρό, οι Νηρηίδες, οι Αμαδρυάδες, οι Σάτυροι.

Άλλη εκδήλωση της ενότητας της εθνικής ψυχής είναι το αίσθημα του δεσμού του ανθρώπου με τη φύση και η προσωποποίηση των φαινομένων και των δυνάμεών της. Πολλά δημοτικά τραγούδια έχουν τέτοια θέματα. Ο Ήλιος, ο αφέντης ο κυρ-Ήλιος, ο Αγέρας, «ο κυρ-Βοριάς ο δροσερός», καθώς και τ' άψυχα και τα υπανθρώπινα όντα, ενσαρκώνονται, παίρνουν αισθήματα και στοχασμό και λαλιά, και λαβαίνουν μέρος στην ανθρώπινη ζωή. «Ο Όλυμπος κι' ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν». Ο Παρνασσός συνερίζεται με τον κάμπο και καυχιέται. Τα παιδιά, στους μαύρους χρόνους της σκλαβιάς, πηγαίνοντας στο κρυφό σκολειό, μιλούν στο φεγγαράκι το λαμπρό και το παρακαλούν να τα φωτίζει. Τα λουλούδια φιλονικούν «το πιο είναι τ' ομορφήτερο και πιο μυρίζει κάλλιο». Ο ήλιος μιλεί με τη λαβωμένην ελαφίνα Τα πουλιά «λαλούν μ' ανθρώπινη λαλίτσα». Τ' αηδόνι θρηνεί τον αρματωλό, Το χελιδόνι φέρνει το προμήνυμα της άνοιξης, όπως στ' αρχαίο χελιδόνισμα. Ο αητός κι η πέρδικα μιλούν ή θρηνούν ή συμβουλεύουν ή προμαντεύουν. Κι όλος ο κόσμος της Φύσης, ενόργανος και ανόργανος, ζει και λαβαίνει μέρος στο δράμα της ζωής το καθημερινό. Και το κορύφωμα, ο παλιός Χάρων, ο πορθμέας του βασιλείου του Πλούτωνα, Χάρος τώρα αγριωπός, πάντα ανθρωποκαταλύτης και νεκροπομπός.

Έκτος όμως απ' τη μυθολογία και τη Φύση στην άγραφτη Λογοτεχνία μας, και μάλιστα στα λαϊκά τραγούδια, καθρεφτίζονται σα σε καθάριο βενετικό κρύσταλλο, οι στοχασμοί, οι πόθοι, ο ψυχικός κι' ο ηθικός κόσμος και τα αισθήματα τα ευγενικά και πλούσια της Ελληνικής Φυλής, που μένουν αμετάβλητα κι’ασάλευτα γνωρίσματα του εθνικού χαρακτήρα μέσα στους γύρους των χρόνων. (1)



--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.- Ο Ν. Γ. Πολίτης σε πολλές μελέτες του και σε κριτικές παρατηρήσεις του πάνω σε λαογραφικά κείμενα παρουσιάζει στοιχεία,που δείχνουν θετικά πως η δημοτική μας ποίηση και γενικά η παράδοση η λαϊκή, πηγή τους έχουν την Ελληνική μυθολογία και την αρχαία ζωή. Το ίδιο κι ο Στ. Κυριακίδης στη μελέτη του «Αι ιστορικαί πηγαί της δημώδους νεοελληνικής ποιήσεως» (Θεσσαλονίκη 1934) με πειστικά επιχειρήματα γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ δημ. ποιήσεως και αρχαιότητος. Κι ο Κ. Λ. Ρωμαίος με τις τελευταίες σοφές εργασίες του, απόδειξε τρανώτατα το θέμα τούτο.
Προηγούμενη Σελίδα




Ο ποιητής και οι παραλλαγές

Το τραγούδι το πρωτοπλάθει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής, εκφράζοντας μ' αυτό είτε κάποια ιδέα του στοχαστή, είτε κάτι που γέννησε η φαντασία του, στον ύπνο του ή στον ξύπνο του, είτε θέλοντας να εκφράσει το συγκαιρινό αίσθημα και τον ομαδικό στοχασμό των συντοπιτών του για κάποιο σημαντικό περιστατικό, που έγινε στον τόπο, θανή τρανού ανθρώπου ή όμορφης κόρης ή νέου η κάποια τραγική ή ερωτική ιστορία, πού είχεν αντίλαλο γύρω κι έφερεν αναταραχή.

Και λέγοντας λαϊκό τραγούδι, εννοούμε ποίημα μαζί και μελωδία. Γιατί ο ποιητής των στίχων πλάθει το τραγούδι του, ποίημα μαζί και σκοπό, συνταιριαστά και σύγκαιρα, δηλαδή ταιριάζει τους στίχους του σε γνωστή μελωδία άλλου τραγουδιού ή πλάθει καινούργιο σκοπό.

Απ' τον πρώτο που «έβγαλε το τραγούδι», και που είναι πολλές φορές στιχουργός ή μοιρολογητής του χωρίου, «το παίρνουν» οι τραγουδιστές του χωρίου και το ξανατραγουδάνε. Ύστερα το παίζουν στις γιορτές, στους γάμους και στα πανηγύρια οι βιολιτζήδες, οι κλαριτζήδες και οι λαβουτιέρηδες, κι έτσι φέρνει το γύρο σε κοντινά η μακρινότερα χωριά και σε πολιτείες.

Κάποιος τραγουδιστής ακόμη, μισεύοντας απ' το χωριό για δουλειά του, θάν το τραγουδήσει σ' άλλη περιφέρεια, με καμάρι μάλιστα συχνά. Κι ο ξενιτευτής το παίρνει μαζί του στην ξενιτιά, συντρόφι και παρηγοριά του και θυμητάρι της νιότης του, του τόπου και των εδικών του. Έτσι, αχτινωτά, ας πούμε, κυκλοφορεί και γίνεται στο τέλος τραγούδι όλου του λάου.

Τα παλιότερα χρόνια, όπως μας παραδίνουν ξένοι περιηγητές, κι o Φωριέλ, τυφλοί τραγουδιστές ή λυράρηδες γύριζαν από χωριό σε χωριό και τραγουδούσαν τραγούδια, που τα έκαναν οι ίδιοι, ή άλλα, που τα φέρναν από τα μέρη που περνούσαν. Τους τυφλούς αυτούς ραψωδούς τους δέχονταν και τους άκουαν με χαρά οι χωρικοί, τους φιλοξενούσαν και τους φίλευαν με δώρα ή χρήματα.

Έπειτα, κι ως τα τέλη του περασμένου αιώνα, και σε κάποια μέρη ως τα σήμερα, τα νέα τραγούδια πρωτόβγαιναν σε μεγάλες γιορτές και σε πανηγύρια, όπου γλεντοκοπούν οι πανηγυριώτες και χορεύουν στην πλατεία του χωριού ή στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, ή στα χοροστάσια και στις πλαγιές των βουνών, όταν γιορτάζουν τα ρημοκλήσια, και μάλιστα το καλοκαίρι, και ειδικά στις γιορτές του αγίου Κωνσταντίνου, της Παναγίας (στις 15 Αυγούστου), του Προφήτη Ηλιού, του Σωτήρος, της αγια-Παρασκευής κλπ.

Έτσι λοιπόν, το τραγούδι, βγαίνοντας απ' το σπλάχνο του λαού, παιδί του πνευματικό, ξέσπασμα της ψυχής του, με του λαού το στόμα πλάθεται και ξαναπλάθεται, και για τούτο μένει ζωντανό πάντα κι απρόσωπο. Γιατί, ο λαϊκός ποιητής που το τραγούδησε, καμιά φιλοδοξία ούτε είχε, ούτ' έχει να μαθευτεί τ' όνομά του. Ίσα-ίσα, αν το καταλάβουν οι συχωριανοί του, που ξέρουν ίσως τη δεξιοσύνη του, αρνιέται να το μολογήσει, νομίζοντας ίσως πως με το ν' ακουστεί τ’ όνομά του, αδυνατίζει το δημιούργημά του. Χαρά του κι αντίμεψη μονάχη είναι να μάθει ότι το τραγουδάν οι άλλοι έπειτ' από καιρό, ή να τ' ακούσει να τραγουδιέται μακριά κάπου.

Έτσι κι όμοια γίνεται κάθε δημιουργία του άφαντου λαϊκού συνθέτη και των άλλων μνημείων του λαϊκού Λόγου, παραμυθιών, παραδόσεων, αινιγμάτων, παροιμιών κλπ. που, από προσωπικά πλάσματα του στοχασμού, με χρόνια και καιρούς, γίνονται παράδοση για όλους.

Εξαίρεση στην παραγωγή τους παρουσιάζουν μονάχα τα κλέφτικα τραγούδια, που τα περισσότερα τα σύνθεταν και τα πρωτοτραγουδούσαν οι ίδιοι οι κλέφτες, διαλαλώντας έτσι μεγαλόστομα την κλέφιικη ζωή και τα ηρωικά κατορθώματα ή τη θανή του καπετάνιου τους ή του συντρόφου τους.(1)

Πιστεύουμε όμως, γιατί τα ίδια τα κείμενα πολλών διαλεχτών τραγουδιών το φωνάζουν, ότι ανάμεσα στους ανώνυμους ποιητές ήταν και λιγοστοί με κάποια ανώτερη ποιητική φλέβα, μ’ έμπνευση αληθινού ποιητή και με τεχνική μάλιστα ευκολία, πού κι' αυτούς, όπως και τους πολλούς τους άλλους, ποτέ δεν τους έμαθε, ούτε θα τους μάθει κανείς.

Τα τραγούδια αυτά τα διαλεχτά, με την πλαστικότητα και την τελειωμένη μορφή, ερίζωσαν στην ψυχή του λαού, κι απόμειναν καλλιτεχνικά δημιουργήματα, που τα καμαρώνουμε οι Έλληνες και τα θαυμάζουν κι όσοι ξένοι τα γνώρισαν.

Αλλά με το ξαναφύτεμα από τόπο σε τόπο, περνώντας πέλαγα και στεριές, το τραγούδι παθαίνει μεταβολές, αυξάνουν ή λιγοστεύουν, ή αλλάζουν οί στίχοι του, κι έτσι δημιουργούνται οι «παραλλαγές» των τραγουδιών.

Με το πέρασμα πάλι του καιρού και τις στοματικές μεταφορές σε μακρινότερα μερη, γίνονται σε πολλά τραγούδια ριζικώτερες αλλοιώσεις, γιατί το ξενοφερμένο τραγούδι μεταπλάθεται και προσαρμόζεται στο ψυχικό κλίμα του νέου τόπου, που βάζει τη σφραγίδα του απάνω του. Κι είναι τούτο φυσικό, γιατί, περνώντας από στόμα σε στόμα, το μνημονικό δεν το παρακολουθεί. Άλλα γίνεται και κάτι άλλο: οι συλλαβές του κι οι φθόγγοι του, και το τυπικό των λέξεων προσαρμόζονται αναγκαστικά στη φωνητική και τη φθογγολογία του νέου τόπου. Αλλά και λέξεις αλλάζουν.

Ένα παράδειγμα χτυπητό των μετασχηματισμών αυτών είναι το πανελλήνιο τραγούδι του «Κάστρου της Ωριάς», που υπάρχει σήμερα σε 150-200 παραλλαγές, από 10 - 25 στίχους καθεμιά. Συχνά όμως γίνεται και «συμφυρμός» δύο τραγουδιών. Πρέπει να προσθέσω, ότι κι άλλος τρόπος μεταβολών στο κείμενο είναι η αδέξια αντιγραφή από χειρόγραφα παλιά ή κακογραμμένα νεώτερα.

Ο Έμμερσον, γράφοντας κάπου για την «πρωτοτυπία», μιλεί για το «χρέος που έχομε υπογράψει με την παράδοση» και προσθέτει, ότι «ο θρύλος μεταβιβάζεται απ' τον πιστό στον ποιητή κι απ' τον ποιητή στον πιστό και καθένας τους προσθέτει κάτι νόστιμο, σβήνοντας κάποιο λάθεμα ή τελειοποιώντας τη μορφή, ώσπου φτάνει στην ιδανικήν αλήθεια». Έτσι γίνεται με το λαϊκό τραγούδι. Από στόμα σε στόμα περνώντας, ξελαμπικάρεται και παίρνει στο τέλος τον οριστικό του τύπο.



--------------------------------------------------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.- Πολλοί κλέφτες τραγουδούσαν κλέφτικα τραγούδια, συμπληρώνοντας παλιά η ανακακατεύοντας στίχους γνωστών τραγουδιών και προσθέτοντας περιστατικά σύγχρονα, που τα ζούσαν οι ίδιοι. Ένας απ' αυτούς κι ο Μακρυγιάννης (Άπομν. τ. Α'. σ. 285 κ.εξ.)






Η γεωγραφία του τραγουδιού

Μέσα στον ελληνικό χώρο υπάρχουν λογής-λογής κλίματα, και τοπικά και ψυχολογικά, με κύριους παράγοντες τη γεωγραφική θέση και τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους, που επιδρούν στον ανθρώπινο χαρακτήρα. Κι επειδή το λαϊκό τραγούδι είναι αποτύπωμα του χαραχτήρα των κατοίκων της περιοχής όπου πρωτοφάνηκε, συνακόλουθο είναι ότι ζωγραφίζει το χαραχτήρα της περιοχής αυτής.

Για το λόγο αυτό παρουσιάζουν διαφορές σημαντικές αναμεταξύ των τα τραγούδια της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών, Διαφορές πάλι μικρότερες ή μεγαλύτερες βρίσκουμε παραβάλλοντας τα τραγούδια της Ήπειρος με τα τραγούδια του Μοριά ή του Πόντου με της Ρούμελης. Αλλά και των βουνήσιων μιας περιοχής ο χαραχτήρας είναι διαφορετικός απ' των καμπίσιων της ίδιας περιοχής. Αντρίκια, τραχιά, πολεμόχαρη η ποίηση των βουνών, όπως είναι τα κλέφτικα της Ρούμελης και της Ήπειρος. Μαλακιά, γλυκιά, τρυφερή, ερωτιάρικη των θαλασσινών μερών, όπως είναι οι ριμάτες κι οι παραλογές των νησιών του Αιγαίου. Σύντομα, λιγόστιχα τα πρώτα, μακρόσυρτα, περισσόστιχα τα δεύτερα [Ιδές και Fauriel, Ι, σ. 113 κ.έξ.). Άλλες πάλι μορφές παρουσιάζουν τα τραγούδια της βόρειας Μικράς Ασίας. Η γεωγραφία του τραγουδιού μας είναι η ακόλουθη :

Το ηρωϊκό, το κλέφτικο, πατρίδες έχει την "Ηπειρο, τη Ρούμελη, το Μοριά και τη νότια Μακεδονία: Τα παλαιότερα που έχουμε είναι του 16 ή του 17 αιώνα : ο «Όλυμπος κι ο Κίσσαβος», το τραγούδι του Καρπενησιώτη κλέφτη Λιβίνη κι άλλα, πού δεν αναφέρουν ονόματα.

Η Λευκάδα λαογραφικά είναι Ήπειρο. Στην Αίγινα παρουσιάζεται εξαιρετική ποιητική παραγωγή από παλιούς καιρούς.

Ο τόπος που πρωτογεννήθηκαν τα τραγούδια του Ακριτικού κύκλου είναι τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας κι η βόρεια κι η βορειανατολική Μικρά Ασία, και ιδίως ο Πόντος κι ή Καπαδοκία. Από κει πέρασαν στην Κύπρο και στα Δωδεκάνησα, όπου επλάστηκαν κι άλλα πολύστιχα τραγούδια μ' επικό χαραχτήρα.

Παραλογές, κι άλλα πολύστιχα ερωτικά κι αφηγηματικά τραγούδια έχουμε απ' τη Μικρά Ασία, τη Ρόδο, την Κάρπαθο κι άλλα νησιά της Δωδεκάνησος και την Κύπρο. Αλλά πολλές παραλογές είναι πανελλήνιες, κι οι περισσότερες έχουν πηγή Ακριτική. Τέτοιες είναι το «Κάστρο της Ωριάς», «Τα δυο αδέρφια», «Μαυριανός κι ο βασιλιάς», «ο κυρ Βοριάς» κι άλλα.

Ερωτικά τραγούδια γέννησαν και γεννούν, όπως είναι φυσικό, όλοι οί ελληνικοί τόποι. Τα καλλίτερα όμως είναι της Ηπείρου και των νησιών, γιομάτα λυρισμό και αίσθημα.

Των μοιρολογιών το προνόμιο τό 'χουν η Μάνη η Ήπειρο, η Λευκάδα κι η Κρήτη.

Τα τραγούδια του γάμου και τα κάλαντα τα βρίσκομε σ' όλη την ελληνική γη, σε διάφορους τύπους και διάφορα μέτρα, συνδυασμένα με τα έθιμα κάθε τόπου, πού 'χει για τις ετοιμασίες του στεφανώματος, για την τελετή του γάμου και για τα πιστρόφια.

Τα δίστιχα, τα καλλίτερα είναι της Κρήτης (οι περίφημες μαντινάδες) των Δωδεκανήσων και μερικών νησιών του Αιγαίου. Αλλά καμιάς περιοχής τα δίστιχα δε φτάνουν στη χάρη, τη δύναμη και την περιεχτικότητα τις μαντινάδες, πού πολλές απ' αυτές είναι αληθινά αριστουργήματα στιχουργικής και νοήματος, ποιητικού.

Δίστιχα ακόμα τραγουδούν σε πολλά μέρη την παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννου, στον Κλήδονα. Προ πενήντα ετών ακόμα και στην Αθήνα, στις λαϊκές συνοικίες, στις αυλές των σπιτιών, εγιόρταζαν οι νέες και οι νέοι τον Κλήδονα,• βάζοντας στη μέση το λαγήνι με τ’ αλάλητο νερό, κι άναβαν φωτιές στο δρόμο και τις πηδούσαν,

Πρέπει να ειπωθεί και κάτι ακόμα: Δεν είναι μονάχα η παραγωγή κι η μορφή του τραγουδιού διαφορετική κατά τον τόπο και τη φύση και τις βιωτικές ασχολίες των κατοίκων. Κι η διάθεση κι η προτίμηση κι η αγάπη τούτου η εκείνου του είδους των τραγουδιών απ' τους κατοίκους της τάδε ή της δείνα περιφερείας είναι διαφορετικές. Ο Φωριέλ παρατήρησε, πολύ σωστά, ότι ο άνθρωπος του βουνού, ο απομονωμένος, τραγουδεί τραγούδια κλέφτικα ή τσοπάνικα, που ταιριάζουν στο τοπίο του, στο βίωμά του και στις ψυχικές του διαθέσεις. Δεν έχει συμπάθεια στα νησιώτικα και ερωτικά. Το ενάντιο γίνεται στα θαλασσινά μέρη. Οι παραλογές, τα φανταστικά και προπάντων τα τραγούδια της αγάπης, τραγουδιούνται σχεδόν αποκλειστικά.





Το χρέος του λαογράφου

Έχει αναγνωριστεί από καιρό, ότι η Λαογραφία είναι η κυριώτερη επιστήμη της Ιστορίας του Πολιτισμού. Γιατί κάνοντας τη συγκέντρωση, την έρευνα και την κατάταξη του υλικού των λαϊκών παραδόσεων ενός τόπου — τραγούδια, μουσική, χορό, τέχνες, δεισιδαιμονίες, έθιμα κλπ.— μελετάει τις συνθήκες και τα φαινόμενα της ζωής του, την ψυχική του ιδιοσύσταση και τις πνευματικές του εκδηλώσεις όλες, [Βλέπε σχετικά: Στ. Κυριακίδη. Τι είναι λαογραφία, 1 (1909), σ. 1 κ.ε, όπου (σ.7) γράφει: «Η Λαογραφία εξετάζει τας κατά παράδοσιν διά λόγων, ή πράξεων, ή ενεργειών εκδηλώσεις του ψοχικού και κοινωνικού βίου του λάου»]

Η ελληνική λαϊκή παράδοση έχει βαθιές ρίζες απ' άκρη σ' άκρη της γης μας, κι εκδηλώνεται, με θαυμαστήν ενότητα στους τόπους της ζωής, στις κλίσεις, στα προτερήματα και στα ελαττώματα του λαού μας. Ξεχωριστά όμως μέσα στα τραγούδια του, όπου καθρεφτίζονται τα συναισθήματα του, η αγάπη, οι πόνοι, ο πόθος της λευτεριάς, το μίσος για την τυραννία, η λαχτάρα του ξενιτευτή, τ' αντίκρυσμα του θανάτου, όπου βρίσκεται ατόφια κι αδιάσπαστη η ψυχή του.

Έτσι το έργο του λαογράφου που είναι θεματοφύλακας των παραδόσεων, είναι πολύ υπεύθυνο, έχει τρισμεγάλη σημασία, και πρέπει να το αντιμετωπίζει σε πλάτος πνευματικό και βάθος χρονικό. Τα λυρικά, τα μυθοπλαστικά, τα ιστορικά και όλα τα ψυχικά στοιχεία, που πρωτοφανερώθηκαν στην Ομηρικήν αρχαιότητα, πέρασαν σης καλές εποχές της ελληνικής ακμής, στην Αλεξανδρινή περίοδο έπειτα κι απλώνονται και πλέχονται σε μια συγκρτητήν αλυσίδα, αιώνα με τον αιώνα. Κι έτσι διατηρήθηκαν και παραδόθηκαν στη βυζαντινή και στη νέα μας λαϊκή παράδοση κι έζησαν και ζουν μέσα της. Αυτά ήταν οι σπόροι και τα φύτρα, που, άδηλα και κρύφια, έγιναν αρμοί του λαϊκού ποιητικού Λόγου σ’όλες τις ελληνικές χώρες κι εκφράζουν το συνολικό πνεύμα της ψυχής του λαού μας. Και γι' αυτό η Δημοτική Μούσα μας, έχει απάνω της τις εφτά σφραγίδες της φυλής μας, κι είναι και μένει εθνική κληρονομιά τρανή κι ακατάλυτη.

Τα τραγούδια μας είναι τα πνευματικά ριζοθέμελα της πατρίδας μας και για τούτο στέκουν μνημεία αξετίμητα της εθνικής μας λογοτεχνίας, και κλείνουν μέσα τους γενναία νοήματα, λαμπερή ανθρωπιά, ευγενικά συναισθήματα. Είναι δεμένα μαστορικά με λογάρι άδολο απ' τον υπεράξιο χρυσικό, το λαό μας, και χρωστεί να τα 'χει γκολφισταυρό η ελληνική διανόηση, και να τα ρουφάει για δρακοντοβότανο η νέα γενιά.

Αλλά, όσο ανεβαίνει και πλαταίνει το βιωτικό και πολιτιστικό επίπεδο του έθνους, το ανάβρυσμα της εξαίσιας αυτής κρυσταλλοπηγής λιγοστεύει και κατεβαίνει, και μοιραία, σε λίγον καιρό, θα στερέψει ολότελα. Για τούτο έχουμε, μέσα στη λιγοστή «πίστωση χρόνου» που απομένει, υποχρέωση ιερή, όσα ξέφυγαν το χαμόν ως τα τώρα κι όσα τυχαίνει και ξετρυπώνουμε ακόμα σε παλιά χειρόγραφα ή τ' αρπάζουμε απ' τα χείλια κανενός γέροντα τραγουδιστή ή απλοϊκού τσοπάνη σ' απόμερο βουνό, να νιαστούμε να τα περιμαζώνουμε ευλαβικά και στοργικά μ' έλεγχο αυστηρό, δίχως μεταπλασμούς αυθαίρετους, δίχως δασκαλικά διορθώματα, για να γλυτώσουν απ' το θάνατο, να τα συντηρήσουμε αθόλωτα στη ζωή και να τα παραδώσουμε στην αθανασία.

Η εξέλιξη των ιδεών κι η πορεία των Τεχνών στη γης την οικουμένη είναι ανώμαλη κι αναπάντεχη. Ρυθμοί και «σχολές» και συστήματα - στους δυο μάλιστα τελευταίους αιώνες της οργιαστικής ανθρώπινης δραστηριότητας σ'όλους τους τομείς—ακολουθούν το ένα τ' άλλο, κι αντιπαλεύουν κι ανάφτουν και σβήνουν και λαμποκοπάν και θάφτονται. Όλα τα χρόνια τούτα, τα στάδια των αναζητήσεων των δοκιμών, των εναλλαγών στις μορφές της Τέχνης ήταν πολλά, και διαφορετικά το εν' απ' τ' άλλο, όμως και λιγόζωα. Κάποιες κατευθύνσεις μάλιστα παρουσιάζονται συχνά μ' έντονη προοπτική ξαναγυρισμού στα παλιά στέρεα πρότυπα.

Και ποιος τάχα μπορεί να ξέρει, αν κάποτε - πότε ; - η αναζήτηση του καινούργιου, ο πόθος του ξανανιωμού, η ανάγκη γα ξαναγυρίσει η Ποίησή μας στην ξεκούραση απλότητα και στην ηλιόφοιτη καθαρότητα, δεν τη σπρώξει να ξαναγυρέψει και να ξαναβρεί μέσα στα τραγούδια τούτα κάποιες μορφές παλιές, ξελαγαρισμένες, γιομάτες δροσιά κι ειλικρίνεια κι αλήθεια και γοητεία !



Πηγή: http://www.myriobiblos.gr


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com