ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΜΕΤΡOΥ ΣΤΟ
ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΦΟΛΚΛΟΡ

Αποσπάσματα από τη μελέτη και ανακοίνωση τού Βουλγάρου μουσικολόγου κ. Στογιάν Μπούντζεφ.
—«Η προφορική παράδοση, από πατέρα σε γυιό, είναι δυναμικός παράγων μεταφοράς ανάμεσα στους αιώνες. Έτσι μέσα στα λαϊκά μας τραγούδια και χορούς βρίσκομε ίχνη από αρχαίες κλίμακες, αρχαία μέτρα ποιητικά και μουσικά, πού μεταδόθηκαν ανάμεσα στους αιώνες, παρόλες τις αλλαγές και παραλλαγές και διαφοροποιήσεις, φυσικές ανάλογα με τις διάφορες καταστάσεις και περιπτώσεις πού διεμόρφωσαν τούς λαούς…».
—«Υπάρχουν, στη λαϊκή μας μουσική, ίχνη από πολλές κλίμακες τής αρχαιότητας: αιολική, δωρική, ιωνική. λυδική κλπ. Το ίδιο και ρυθμοί»… «Στις αρχαίες γλώσσες — ελληνικά, ρωμαϊκά, σανσκριτικά — το μουσικό μέτρο είχε τη βάση στο ποιητικό μέτρο».
—«Βλέπει κανείς σαφώς, στα έργα των αρχαίων θεωρητικών και συγγραφέων, ότι το ποιητικό μέτρο, στις αρχές του, δεν διέφερε καθόλου από το μουσικό μέτρο και ό ρυθμός τής μουσικής των αρχαίων μελωδιών ήτανε καθωρισμένος από τα μέτρα τού ποιητικού κειμένου: στην ποιητική προφορά υπήρχαν οι μακρές συλλαβές και οι βραχείες, και οι μακρές είχαν τη διπλή αξία και διάρκεια των βραχειών...».
«...Βεβαίως οι γλώσσες αλλοιώνονται, αλλά το ρυθμικό μέτρο παραμένει στον οργανοπαίκτη ή και στον χορευτή, και γίνεται πια ένα στερεότυπο πάνω στο οποίο δημιουργεί άλλες μελωδίες, και ό τραγουδιστής άλλα τραγούδια, τα οποία ακολουθεί ό χορευτής. Και έτσι ή παράδοση τα μεταφέρει από μέρος σε μέρος, από τόπο σε τόπο, όπου ανάλογα με τη γλώσσα πού μιλούνε, προσαρμόζονται στο ρυθμικό μέτρο. Και είναι φυσικό, γιατί ή μουσική δεν χρειάζεται γλώσσα για να μείνει στο μνημονικό τού καθενός».
—«...Βλέπομε ότι οι μελωδίες τής αρχαιότητος δανειζόντουσαν τον ρυθμό τους από το ποιητικό μέτρο και ότι, π.χ. ένα παιωνικό τετράμετρο, όπως αυτό των Ευμενίδων τού Αισχύλου: «Καταφέρω ποδός άκμαν σφαλερά γάρ ταχυδρόμοις» (5/8 ή 5/4, αναλόγως με την ταχύτητα τής εκτελέσεως) θα γεννούσε ένα «μουσικό ρυθμό» τού ιδίου είδους, πού θα μπορούσε να υπάρξει ανεξάρτητα από τα λόγια και τις συγκεκριμένες μελωδίες. Ένας ρυθμός πού θα γινότανε πια αυτοτελής και πάνω στον οποίο χιλιάδες άλλα τραγούδια θα μπορούσαν να προσαρμοσθούν...».
—«…Το παιωνικό μέτρο δεν υπήρξε ποτέ μέσα στη λαϊκή ποίηση των σλαβικών χωρών...».
—«...Πιο επιβλητικές ακόμη είναι οι μελωδίες οι λαϊκές σε ρυθμό 7/8 και 8/8. Στο μουσικό φολκλόρ των Βαλκανίων βρίσκει κανείς αρκετά μεγάλο αριθμό μελωδιών 7/8. Ιδιαιτέρως δε τις βρίσκουμε στην Ελλάδα, Μακεδονία(sic) και στη Βουλγαρία, αλλά υπάρχουν επίσης, εν μέρει, στην Τουρκία, Αλβανία, Ρουμανία, ως και την Σερβία, Βοσνία και Μαυροβούνιο, σε πολύ μικρότερη ποσότητα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Βουλγαρικό τραγούδι «Στάπγια Νέντ»... Δεν μπορούμε ν’ αποφύγομε τον συσχετισμό αυτού τού ρυθμού με τον επίτριτο τού αισχυλιανού τριμέρου («Πέρσαι, 1056): «και μοί γενείου περθελεύκηρη τρίχα», τού οποίου κάθε «πόδι» συμπίπτει, αξία προς αξίαν, με τα 7/4 τού μουσικού μέτρου τού λαϊκού μας τραγουδιού...».
—«…Ο «επίτριτος» ήταν γνωστός δε διάφορες φόρμες, μιά από τις οποίες, ονομαζομένη ό «τρίτος», υπάρχει ακόμα βασικά στο ελληνικό μουσικό φολκλόρ και αποτελεί τη ρυθμική βάση πολλών τραγουδιών και χορών, πού βρίσκονται στις συλλογές λαϊκής μουσικής πού εξέδωσαν οι Γ. Παχτίκος, Μέλπω Μερλιέ κτλ. (Ως παράδειγμα αναφέρει το «Λελούδι τής Μονεμβασίας»).
—«…Ο διάσημος μουσικολόγος-ελληνιστής Μωρίς Εμμανουέλ παραθέτει ως παράδειγμα τού μέτρου τούτου (9/8 — τού δοχμιακού — τον στίχο τού Αισχύλου 781 από τις «Ευμενίδες»: «εν γα τάδε φευ», το οποίο έχει κερδίσει πολύ έδαφος στο φολκλόρ των Βαλκανίων και ιδίως στην Τουρκίαν και την Βουλγαρία...».
—«...Τα λείψανα τής αρχαίας ελληνικής μετρικής μέσα στο Βουλγαρικό φολκλόρ δεν θίγουν καθόλου την ιδιορρυθμία την αισθητική και τον χαρακτήρα, τον βασικά εθνικό, τής λαϊκής μας τέχνης — όπως έξαφνα ή ύπαρξη τόσων ελληνικών λέξεων μέσα στη γαλλική γλώσσα τη σύγχρονη, ιδίως στην ορολογία την επιστημονική, δεν μπορούν να μειώσουν την εθνική αξία και την ιδιορρυθμία τής γλώσσας και τού πολιτισμού τού γαλλικού, οι λέξεις αυτές είναι ένα αναγκαίο στοιχείο γλωσσικό όπως τ’ απομεινάρια τής αρχαίας μουσικής καλλιεργείας είναι ή απαρχή τού μουσικού μας φολκλόρ, χωρίς να μειώσει την αισθητική και εθνική του αξία…».

Πηγή: Ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί, Δώρα Ν. Στράτου, εκδ. Ο Ε Δ Β, παρούσα εκδ. 2002, εκτύπωση Κλάδης Χαρ. Βιβλιοδεσία Κανόπουλος Γεώργ.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com