ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ

Oι αρχαίοι Έλληνες, αυτοί οι μεγάλοι ερευνητές και φιλοσοφοι, στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν κάποια φαινόμενα έπλεξαν άπειρους μύθους. Φυσικά, ασχολήθηκαν και με την αρχή του κόσμου και τη γέννηση των αμέτρητων θεών τους. Με την πλούσια φαντασία τους έφτιαξαν τεράστιες γενεαλογίες που φανέρωναν τους προγόνους των δώδεκα Ολύμπιων θεών, αλλά και όλων των μικρότερων που λάτρευαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. .
Επίσης, έπλασαν καταπληκτικούς μύθους που εξηγούσαν πώς ο Δίας και οι υπόλοιποι Ολύμπιοι κατέλαβαν την απόλυτη εξουσία στο ελληνικό πάνθεο
Σύμφωνα με την αρχαιότερη παράδοση που μας αφηγείται ο Όμηρος, πατέρας των θεών ήταν ο Ωκεανός, που περικύκλωνε ολόκληρο το σύμπαν. Από το σμίξιμό του με τη σύζυγό του Τηθύ προήλθαν όλοι οι υπόλοιποι θεοί. Ο Ωκεανός παρουσιάζεται από τον Όμηρο σαν ένας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης γέροντας, με γλυκό χαμόγελο, ήσυχος, που ποτέ δεν παίρνει μέρος στους καβγάδες των θεών και κατοικεί μακριά από τη γη και τον Όλυμπο.
Πολύ πιο ολοκληρωμένος είναι ο μύθος που μας αφηγείται ο Ησίοδος στη "Θεογονία" του για την αρχή του κόσμου και την καταγωγή των θεών. Στην αρχή λοιπόν ήταν το Χάος, η Γη και ο Έρωτας. Αυτές οι τρεις πρωταρχικές θεότητες δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, απλώς εμφανίστηκαν η μία μετά την άλλη. Το Χάος ήταν θεοσκότεινο, μαύρο και άραχνο χωρίς κανένα ίχνος ζωής. Απόλυτη σιωπή βασίλευε παντού. Αυτό το τρομακτικό, αρχικό ον ήταν απέραντο• δεν είχε αρχή μήτε τέλος. Ήταν τόσο αχανές, ώστε αν κάποιος ζούσε εκείνη την εποχή και μπορούσε να πετάξει, θα πετούσε σ' όλη του τη ζωή χωρίς να μπορέσει να φτάσει κάποτε σε κάποια κορυφή. Αλλά, και αν συνέβαινε το αντίθετο, δηλαδή αν κάποιος άρχιζε να πέφτει στο κατάμαυρο κενό, το Χάος, θα έπεφτε σ' όλη του τη ζωή χωρίς να φτάσει ποτέ του σε κάποιο τέλος.
Μέσα στην απεραντοσύνη του κοσμικού χρόνου προήλθαν κάποτε από το Χάος, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο ερωτικό σμίξιμο, δύο παράξενα όντα, το Έρεβος και η Νύχτα. Ήταν και αυτά τα όντα κατάμαυρα και σκοτεινά με τεράστιες φτερούγες. Θεόρατα και αλλοπρόσαλλα στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο ανοιγοκλείνοντας τα μαύρα μάτια τους, χωρίς να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ούτε κουβέντα. Η απόλυτη ησυχία και η μοναξιά συνέχισε να κυριεύει το σύμπαν. Η μόνη διαφορά τους από το Χάος ήταν ότι είχαν αρχή και τέλος. Ήταν βέβαια πελώρια και θα χρειάζονταν κάποιος να τρέχει μήνες ολόκληρες για να φτάσει από τη μια φτερούγα τους στην άλλη, σίγουρα όμως θα έβρισκε κάποιο τέλος. Όλο αυτό το σκοτάδι και η σιωπή βασίλευαν μέχρι τη στιγμή που ο Έρωτας, η τελευταία από τις τρεις πρωταρχικές θεότητες, μπήκε ανάμεσα στα δύο φοβερά όντα. Με την επίδραση του Έρωτα άρχισε η απόλυτη ψυχρότητα να εγκαταλείπει τις δύο μυστήριες υπάρξεις. Αντάλλαξαν τις πρώτες τους κουβέντες και κατάφεραν έτσι να διώξουν την ατέλειωτη μοναξιά που τους κυρίευε τόσους αιώνες.
Και να σε λίγο που από την παράξενη αυτή σχέση ξεπετάχτηκε ο Αιθέρας. Αστραφτερός και λαμπερός, με διάφανες φτερούγες, ακτινοβολούσε το θείο φως του προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν χαμογελαστός και πανέμορφος με τεράστιο σώμα, μα με αρμονικά μέλη και κατάλευκο δέρμα. Άπλωσε τα τεράστια σκέλη του σ' ολόκληρο το σύμπαν και σκόρπισε τη λάμψη του στο θεοσκότεινο Χάος. Αλλά να που εμφανίζεται και μια άλλη παρόμοια θηλυκή θεότητα, η Ημέρα. Λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη με κατάλευκες φτερούγες, έριξε αμέσως το αστραποβόλο βλέμμα της στον Αιθέρα και του χαμογέλασε. Αυτός μόλις αντίκρισε ένα παρόμοιο μ' αυτόν και φωτεινό πλάσμα χάρηκε πάρα πολύ. Τα δυο αδέρφια χαρούμενα και παιχνιδιάρικα έφεραν την ευτυχία μέσα στον κόσμο. Έπαιζαν και κυνηγιούνταν μέσα στο απέραντο σύμπαν και κρύβονταν πίσω από τους τεράστιους μετεωρίτες. Συχνά, νευρίαζαν με τις σκανταλιές και τις φασαρίες τους, τους γερασμένους γονείς τους, που κατά βάθος όμως καμάρωναν για τα ολόλαμπρα παιδιά τους.
Ο Αιθέρας συμβόλιζε για τους αρχαίους το πάνω μέρος της ατμόσφαιρας, που αποτελεί το πιο καθαρό μέρος του αέρα. Η Ημέρα συμβόλιζε φυσικά τη μέρα, το τμήμα του εικοσιτετραώρου που είναι λουσμένο στο φως και διαδέχεται διαρκώς τη νύχτα.
Λένε πως πολύ αργότερα προήλθαν μέσα από τα σκοτεινά σπλάχνα της Νύχτας ο Ύπνος και ο Θάνατος, δυο αδέρφια που τόσο στενή σχέση έχουν μεταξύ τους και με τους ανθρώπους, καθώς επίσης και η Απάτη με την Έριδα (Φιλονικία). Η Απάτη ήταν η δολοπλόκα θεά που κυρίευε τους ανθρώπους και τους οδηγούσε σε άνομες πράξεις και απατεωνιές. Η καβγατζού Έριδα έσπερνε τη διχόνοια ανάμεσα σε θεούς και σε ανθρώπους. Τα τρομερά παιδιά της ήταν ο Πόνος, η Λήθη (Λησμονιά), ο Λιμός (η Πείνα), οι Μάχες, οι Φόνοι, η Δυσνομία και ο Όρκος, που τόσο πολύ ταλαιπωρούν τους θνητούς στη διάρκεια της ζωής τους. Η Γη (Γαία) που κείτονταν μέσα στο απέραντο Χάος, μετά τη γέννηση του Αιθέρα και της Ημέρας, γέννησε κι αυτή, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ερωτικός πόθος, τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο .Πρώτα πρώτα η Γαία γέννησε τον Ουρανό, που ήταν μεγαλύτερος απ' αυτήν, την περιέβαλλε ολόκληρη και μέσα στον απέραντο θόλο του περιέκλειε όλο το αστρικό σύμπαν.
Ήταν πανέμορφος, θεόρατος και καταγάλανος. Τόσο πολύ γοητεύτηκε η Γαία από τον πρώτο της γιο, που τον ερωτεύτηκε και έσμιξε με το τεράστιο κορμί του. Από την ένωση αυτή προήλθαν αμέτρητοι θεοί.
Αφού πέρασε αρκετός καιρός από τη γέννηση του Ουρανού, η Γαία άρχισε πάλι να κοιλοπονάει. Σε λίγο όμως οι πόνοι έγιναν αφόρητοι• σωστός πόλεμος γινόταν στα έγκατα της Γης, που τρανταζόταν ολόκληρη. Έτσι, μετά από καιρό άρχισαν να ξεφυτρώνουν πάνω στην επιφάνειά της τεράστιοι γίγαντες, απέραντοι και αχανείς με αλλοπρόσαλλα κορμιά. Αυτοί οι γίγαντες ήταν τα τρομερά Όρη. Η Γη ποτέ σε συμπάθησε τα παιδιά της αυτά που τόσο την ταλαιπώρησαν μέχρι να γεννηθούν. Ήταν όμως αναγκασμένη να ζήσει για πάντα μαζί τους και να τα ανέχεται, μια και από τη γέννησή τους ήταν προσκολλημένα πάνω στο τεράστιο σώμα της. Κάθε φορά που προσπαθούσε να τα διώξει από πάνω της φρικτοί πόνοι τη βασάνιζαν. Τελικά η Μάνα Γη αποδέχτηκε τη μοίρα της.
Να όμως που η Γη, προτού συνέλθει από την αναστάτωση που της προκάλεσαν τα Όρη, ένιωσε πάλι κάτι να σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της. Αυτή τη φορά όμως η εγκυμοσύνη ήταν γλυκιά και χωρίς πόνους. Η Γη αισθανόταν ένα ευχάριστο γαργαλητό και ένα μουρμουρητό να ακούγεται στη διάρκεια της νύχτας και να της χαϊδεύει τα αυτιά. Ήταν βέβαια περίεργη να δει τι πλάσμα θα ήταν πάλι αυτό που θα έβγαινε από τα βαθιά της έγκατα. Είχε στ' αλήθεια όμως μια προαίσθηση ότι αυτή τη φορά το νέο της παιδί δε θα ήταν τρομερό και φοβερό όπως τα Όρη. Έτσι σε λίγο ξεπηδά από το κορμί της ο απέραντος Πόντος. Αμέσως ξεχύθηκε και περιέβαλε τη Γαία δροσίζοντάς την και κάνοντάς την ομορφότερη καθώς την κάλυπτε με το καταγάλανο σώμα του. Ο Πόντος την έκλεινε μέσα στα τεράστια μπράτσα του και η Γαία ήταν χαρούμενη και περήφανη για το νέο γιο της• ήταν πανέμορφος, ορμητικός και παντοδύναμος, άλλοτε ήρεμος και γαλήνιος και άλλοτε αφρισμένος και ταραγμένος από τα τεράστια κύματα.
Λέγεται μάλιστα ότι μετά την ήττα του Ουρανού από τον Κρόνο η Γαία έσμιξε και με το δεύτερό της γιο. Από την ένωση αυτή προήλθαν όλες οι θεότητες που προσωποποιούν τις δυνάμεις και τις μορφές της θάλασσας, τους ποταμούς, τις πηγές, τις λίμνες και γενικότερα ολόκληρο το υγρό στοιχείο.
Παιδιά του Πόντου και της Γαίας ήταν ο Νηρέας του νερού, ο Θαύμος ο θαυμάσιος, η Ευρυβία η μεγαλοδύναμη, ο Φόρκης και η Κητώ για τα κήτη της θάλασσας. Ο Νηρέας ζευγάρωσε με τη Δωρίδα, μια κόρη του Ωκεανού, και απέκτησε απ' αυτήν πενήντα κόρες, τις Νηρηίδες, που προστάτευαν τα πέλαγα και τους θαλασσινούς και ζούσαν μέσα στις θαλασσοσπηλιές. Ο Θαύμος ενώθηκε με την Ηλέκτρα, μια άλλη κόρη του Ωκεανού, και έφερε στον κόσμο την πολύχρωμη, φτερωτή Ίριδα (προσωποποίηση του ουράνιου τόξου) και τις αρπακτικές Άρπυιες, την Αελλώ, τη Θύελλα και την Ωκυπέτη (Γοργόφτερη). Ο Φόρκης με την Κητώ, τα δυο αδέρφια, έσμιξαν μεταξύ τους και έφεραν στον κόσμο τις δύο Γραίες, γριές από γεννησιμιού τους, και τις τρεις Γοργόνες. Η Γαία συμβόλιζε για τους Έλληνες την αστείρευτη δύναμη και πηγή γονιμότητας. Θεωρήθηκε η παγκόσμια Μητέρα και μητέρα των θεών. Όσο για τον Έρωτα, δεν ήταν ο γνωστός σκανταλιάρης θεός, ο γιος της Αφροδίτης που τόξευε με τα βέλη τους θεούς και ανθρώπους, αλλά μια δύναμη έλξης που οδηγούσε τα στοιχεία στις ενώσεις και τις συνθέσεις τους. Είχε απεριόριστη δύναμη, αλλά ήταν ο μόνος από τις τρεις πρώτες δυνάμεις που δεν απέκτησε δικά του παιδιά.

ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΓΑΙΑ
Η Γαία έσμιξε ερωτικά με τον πρωτότοκο γιο της τον Ουρανό που τον είχε γεννήσει χωρίς να μεσολαβήσει αρσενικό στοιχείο. Στ' αλήθεια, ο Ουρανός ήταν ο μόνος στα μέτρα της, αφού την περικύκλωνε ολόκληρη και ήταν προορισμένος να γίνει η κατοικία των θεών. Έτσι λοιπόν οι δυο τους αποτέλεσαν το πρώτο θεϊκό ζευγάρι. Και κάθε φορά που η Νύχτα διαδεχόταν την Ημέρα, ο Ουρανός έσμιγε με την ίδια του τη μάνα.
Έτσι, σε λίγο ξεχύθηκε από τα βαθιά έγκατα της Γης ο Τιτάνας Ωκεανός. Αυτή καμάρωνε το νέο της γιο καθώς τον έβλεπε να τρέχει πάνω κάτω και να διασχίζει κάμπους και βουνά. Ήταν περήφανη για το υγρό και διάφανο παιδί της. Ο Ουρανός δεν έβλεπε με καλό μάτι τον πρώτο του γιο, γιατί γνώριζε ότι κάποτε θα έχανε την εξουσία από κάποιο παιδί του.
Βλέποντας όμως τη Γη να είναι τόσο χαρούμενη, έκρυβε τη δυσαρέσκειά του. Σε λίγο άρχισαν πάλι τα κοιλοπονητά της Γαίας. Αυτή τη φορά βγήκαν από τα σπλάχνα της οι τεράστιοι Τιτάνες, Κοίος και Κρείος. Χαρούμενη η Γη έτρεξε να δείξει τα νεογέννητα παιδιά τους στον Ουρανό. Αυτός όμως μόλις αντίκρισε τους τεράστιους δίδυμους Τιτάνες τα χρειάστηκε για τα καλά.
Ο φόβος ότι μπορούσαν να του αρπάξουν την εξουσία του Κόσμου από τα χέρια, νίκησε το σεβασμό του για τη Γαία. Έτσι, άρπαξε τα νεογέννητα παιδιά του και μαζί και τον Ωκεανό, που είχε κατακλύσει ολόκληρη τη γη, τα πέταξε μέσα στα Τάρταρα. Τα Τάρταρα ήταν μέρος ζοφερό και άραχνο, παγερό και θεοσκότεινο και βρισκόταν στα Έγκατα της Γης. Εκεί ο Ουρανός έδεσε τα παιδιά του με βαριές και αόρατες αλυσίδες. Μάταια η Γαία έκλαιγε και τον θερμοπαρακαλούσε να βγάλει τους γιους της από τις αιώνιες φυλακές. Ο Ουρανός ήταν ανένδοτος και νευριασμένος είπε στη Γη: - Δε φτάνει που γεννάς το ένα παιδί πίσω από το άλλο, μα τα κάνεις και όλα αρσενικά. Κάνε μου επιτέλους μια κόρη να τη βλέπω και να την καμαρώνω, να μου λέει δυο γλυκά λόγια και να μου κρατάει συντροφιά.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και η Γη του ανήγγειλε ότι πάλι περιμένει παιδί• όμως αυτή τη φορά είχε προαίσθηση ότι είναι κορίτσι. Και πράγματι, σε λίγο καιρό γέννησε την Τιτανίδα. Θεία, ωραία κόρη και λυγερή• την αντίκρισε και ο Ουρανός και γέλασε το χείλι του. Έτσι μαλάκωσε λίγο η συμπεριφορά του, μα δεν ήθελε ν' ακούσει ούτε κουβέντα για τους γιους του που τους κρατούσε φυλακισμένους στα Τάρταρα.Σε λίγο ήρθαν στον κόσμο οι Τιτανίδες Τηθύς και Μνημοσύνη. Οι κόρες του Ουρανού και της Γης μεγάλωναν και οι σκανταλιές και οι φωνές τους γίνονταν όλο και περισσότερες. Έτρεχαν και κρύβονταν μέσα στα σύννεφα και δεν άφηναν τον Ουρανό να ησυχάσει ούτε λεπτό. Αυτός άρχισε να βρίζει πάλι τη Γαία.
- Είπαμε να κάνεις κορίτσια, όχι όμως και τρία μαζεμένα να με ζαλίζουν όλη μέρα με τις φωνές τους.
΄Αρπαξε λοιπόν τις τρεις κόρες του από τα μαλλιά και τις πέταξε και αυτές στα Τάρταρα για να κάνουν συντροφιά στα τρία αδέρφια τους. Κατά βάθος αυτό που φοβόταν ο Ουρανός ήταν μήπως οι κόρες του ζευγάρωναν και έκαναν αρσενικά παιδιά που θα διεκδικούσαν την εξουσία.
Η Γη βέβαια άρχισε να διαμαρτύρεται, να τραβάει τα μαλλιά της και να εκλιπαρεί τον Ουρανό να αφήσει ελεύθερα τα παιδιά της. Ήταν απαρηγόρητη, γιατί είχε γεννήσει έξι παιδιά και δεν μπορούσε να χαρεί κανένα. Είχε πεθυμήσει τους όμορφους και λεβέντες γιους της αλλά και τις κόρες της που της κρατούσαν συντροφιά και της έλεγαν γλυκιές κουβέντες.
Πριν περάσει πολύς καιρός η Γαία ένιωσε πάλι κάτι να κινείται μέσα στα σπλάχνα της. Απελπισμένη καθώς ήταν από τον Ουρανό δεν του είπε τίποτα. Όσο όμως περνούσε ο καιρός και φούσκωνε η κοιλιά της, άρχισε κάτι να υποπτεύεται ο Ουρανός. Περίμενε λοιπόν ξάγρυπνος να δει τι πλάσμα θα έβγαινε αυτή τη φορά. Σε λίγο γεννήθηκαν οι Τιτάνες Ιαπετός και Υπερίωνας. Πριν καλά καλά προλάβουν να δούνε το φως της Ημέρας, ο πατέρας τους τους εκσφενδόνισε στα Τάρταρα. Η Γη αμίλητη αυτή τη φορά δεν έβαλε τα κλάματα, γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να καταφέρει τίποτε με φωνές και δάκρυα.
Πέρασε έτσι αρκετός καιρός και ο Ουρανός ήταν ευχαριστημένος που η γυναίκα του δε γεννούσε άλλα παιδιά. Ξαφνικά όμως άρχισε η Γη να τραντάζεται ολόκληρη. Ακούγονταν σφυροκοπήματα και βροντές μέσα από τα σπλάχνα της. Ο Ουρανός δεν μπορούσε για πολύ καιρό να κλείσει μάτι, παρόλο που έβαζε τεράστια σύννεφα στ' αφτιά του για να μην τον ενοχλεί ο θόρυβος. Νευριασμένος είπε στη Γη:
- Ποιος ξέρει τι θα μου βγάλεις πάλι μέσα από τα σπλάχνα σου• μα έννοια σου, ό,τι και αν είναι θα πάει αμέσως μαζί με τ' αδέρφια του στα Τάρταρα.
Σε λίγο ξεπετάχτηκαν τρία γιγάντια πλάσματα μ' ένα τεράστιο ολοστρόγγυλο μάτι πάνω στο μέτωπο, κρατώντας σφυριά στα τριχωτά χέρια τους. Ήταν οι τρεις Κύκλωπες, ο Βρόντης, ο Αστερόπης και ο Άργης, φωνακλάδες, μάλωναν μεταξύ τους και ξεσήκωναν το σύμπαν ολόκληρο με τη φασαρία τους. Μόλις αντίκρισε ο Ουρανός τα νέα του παιδιά, γούρλωσε τα μάτια, άρχισε να ουρλιάζει και να καταριέται τη Γη για τα τέρατα που του γεννούσε. Τους άρπαξε και τους τρεις και τους κλείδωσε μέσα σ' ένα κελί στα σκοτεινά Τάρταρα, βάζοντας διπλές και τριπλές κλειδαριές για να μην ελευθερωθούν. Μετά από λίγο καιρό η Γη έφερε στον κόσμο και τις υπόλοιπες Τιτανίδες, τη σεμνή Θέμιδα, την πανώρια Φοίβη και τη γόνιμη Ρέα ελπίζοντας ότι θα καταλάγιαζε η οργή του Ουρανού και θα τις άφηνε να ζήσουν στο φως της Ημέρας. Του κάκου όμως, ο Ουρανός μόλις τις αντίκρισε, τις άρπαξε και τις έκλεισε όλες μαζί σ' ένα κελί στα Τάρταρα. Οι μικρές Τιτανίδες έκλαιγαν απαρηγόρητες για το κακό που τις βρήκε.
Τελευταίος από τους Τιτάνες γεννήθηκε ο Κρόνος τον οποίο όμως χωρίς δεύτερη κουβέντα ο Ουρανός τον έδεσε με αόρατες αλυσίδες και τον πέταξε στα ζοφερά Τάρταρα.
Αλλά και η τελευταία γέννα της Γης δεν είχε καλύτερη μοίρα. Αυτή τη φορά μάλιστα ο Ουρανός είχε κάποιο δίκιο. Για πολύ καιρό η Γη ένιωθε ένα παράξενο γαργαλητό στα σπλάχνα της, σαν να την άγγιζαν εκατοντάδες χέρια. Και η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό το πλάσμα που έκρυβε μέσα της. Όμως δεν έλεγε τίποτα στον άντρα της για να μην του βάλει κακές ιδέες πριν ακόμα γεννηθεί το νέο παιδί της. Σε λίγο καιρό όμως ξεπρόβαλαν τρεις γίγαντες τρομεροί που από τους ώμους τους φύτρωναν εκατό ακατανίκητα χέρια και πενήντα κεφάλια. Ακόμη και η Γη τρόμαξε όταν τους είδε. Αυτοί ήταν οι τρεις Εκατόγχειρες, ο Αιγαίωνας, ο Κόττος και ο Γύγης.
Μόλις ο Ουρανός αντίκρισε τριακόσια χέρια να κινούνται από δω και από κει, εκατόν πενήντα κεφάλια να στριφογυρίζουν και άλλα τόσα στόματα να μιλάνε, να γελάνε και να φωνάζουν, τον έκοψε κρύος ιδρώτας και άρχισε να βλαστημά τη Γη που γεννοβολούσε τέτοια σιχαμερά όντα. Παρόλη την τρομάρα και το φόβο του, άρπαξε τους Εκατόγχειρες και πριν καταλάβουν τον έξω κόσμο, τους κλείδωσε τον καθένα σε ξεχωριστό κελί στα Τάρταρα, αφού πρώτα έδεσε χωριστά με τις μαγικές αλυσίδες το κάθε ζευγάρι από τα εκατό τους χέρια. Απείλησε μετά τη Γαία ότι στο εξής θα της έκανε μεγάλο κακό αν ξανάφερνε στον κόσμο οποιοδήποτε πλάσμα.
Η Γη είχε πάρει απόφαση ότι ο Ουρανός δε θα την άφηνε να χαρεί κανένα παιδί της. Ήταν τρομερά εξοργισμένη και ήθελε να εκδικηθεί. Δεν ήταν δα και μικρός ο καημός της• κάθε λίγο και λιγάκι να τυραννιέται από τους πόνους της εγκυμοσύνης και στο τέλος να μην έχει ένα παιδί για να της πει έναν καλό λόγο.
Μια νύχτα λοιπόν έριξε ένα μαγικό βότανο στο κρασί του Ουρανού και αυτός έπεσε σε βαθύ ύπνο και άρχισε να ροχαλίζει. Η Γη γλίστρησε κρυφά μέσα στα έγκατά της• εκεί βρήκε λιωμένο σίδερο και ατσάλι και έφτιαξε ένα κοφτερό δρεπάνι. Κατόπιν πήγε στα Τάρταρα όπου ήταν φυλακισμένα τα παιδιά της. Αυτά μόλις την αντίκρισαν άρχισαν τα κλάματα και την παρακαλούσαν να τα βγάλει από τα σκοτεινά κελιά τους. Η Γαία τους έδειξε το ατσαλένιο δρεπάνι και τους είπε το σχέδιό της• θα απελευθέρωνε μόνο αυτόν που θα αποφάσιζε να κόψει τα Ουράνια μέλη του πατέρα τους. Οι Τιτάνες έμειναν άφωνοι• παρόλο που ήθελαν να ελευθερωθούν και μισούσαν το σκληρό πατέρα τους, φοβούνταν να κάνουν μια τέτοια πράξη. Η Γαία θυμωμένη από τη δειλία τους τους είπε ότι διαφορετικά δε θα απελευθερώνονταν από τα Τάρταρα. Ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια και έκρυψε το δρεπάνι πίσω από ένα σύννεφο.
Ο Κρόνος, ο νεότερος απ' όλους τους Τιτάνες, άρχισε να στριφογυρίζει στο μυαλό του όσα τους είπε η μητέρα τους. Θύμωνε όλο και περισσότερο με το σκληρόκαρδο πατέρα του και λυπόταν τα αδέρφια του που έκλαιγαν όλη μέρα και όλη νύχτα μέσα στα σκοτεινά και παγωμένα κελιά τους. Όταν λοιπόν η Γαία κατέβηκε μετά από λίγο καιρό στα Τάρταρα για να δει αν πήραν κάποια απόφαση τα παιδιά της, αμέσως ο Κρόνος της ανακοίνωσε ότι θα τιμωρούσε με τα χέρια του το θεϊκό πατέρα του. Χαρούμενη η Γαία έδωσε ένα μαγικό βότανο στον Κρόνο και αμέσως έπεσαν οι αλυσίδες με τις οποίες ήταν δεμένος. Μετά, ανέβηκαν οι δυο τους στην επιφάνεια και ο Κρόνος αντίκρισε τον κόσμο που δεν πρόλαβε να δει μόλις γεννήθηκε.
Η Γη άρπαξε το δρεπάνι που είχε κρύψει από τα σύννεφα, το έδωσε στο γιο της και του είπε να κρυφτεί πίσω από ένα ψηλό βουνό και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να εκτελέσει το σχέδιο εξόντωσης του πατέρα του.
Μόλις έφτασε η Νύχτα, ο Ουρανός γεμάτος από ερωτικό πάθος άπλωσε το τεράστιο σώμα του πάνω στο κορμί της Γης. Τότε ο Κρόνος βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία και με το ατσάλινο δρεπάνι έκοψε τα ουράνια μέλη. Ο Ουρανός βογκώντας από τους πόνους κατάλαβε την απάτη που έγινε σε βάρος του από το γιο του και τη γυναίκα του. Συνειδητοποίησε ότι έχασε την εξουσία και πληγωμένος, έχοντας χάσει τη θεϊκή του δύναμη, απομακρύνθηκε ψηλά στον ουράνιο θόλο όπου έμεινε για πάντα. Πριν φύγει όμως είπε στον Κρόνο ότι και αυτός θα πάθαινε το ίδιο από κάποιο παιδί του.
Ο Κρόνος πέταξε τα ουράνια μέλη μέσα στην ταραγμένη θάλασσα. Αυτή τα κράτησε για πολύ καιρό• μετά λευκός αφρός ξεχύθηκε και από τον αφρό γεννήθηκε πανώρια η Αφροδίτη, η θεά της ομορφιάς. Από τις σταγόνες του αίματος που χύθηκαν από τη θεϊκή πληγή γεννήθηκαν αργότερα οι Ερινύες, οι Γίγαντες και οι Νύμφες.Αμέσως μετά ο Κρόνος απελευθέρωσε όλα τα αδέρφια του από τα Τάρταρα. Οι Κύκλωπες όμως και οι Εκατόγχειρες άρχισαν σε λίγο καιρό να διεκδικούν την εξουσία από τον Κρόνο και να γίνονται επικίνδυνοι και απειλητικοί. Γι' αυτό ο Κρόνος μαζί με τους υπόλοιπους Τιτάνες τους έριξε πάλι στα Τάρταρα και έβαλε ένα φοβερό τέρας, την Κάμπη (Κάμπια), για να τους φυλάει.Έτσι περνάμε στη δεύτερη γενιά των αθανάτων θεών όπου βασιλεύει ο Κρόνος με σύζυγό του τη Ρέα.

ΓΙΓΑΝΤΕΣ
Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το σώμα της Γης όταν έσταξε πάνω του αίμα από την πληγή του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Με τον ίδιο τρόπο γεννήθηκαν και οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες. Οι Γίγαντες ήταν όντα τρομακτικά και υπερφυσικά. Είχαν μορφή ανθρώπου μα ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη. Το σώμα τους ήταν φολιδωτό και κατέληγε σε ουρά σαύρας. Είχαν πυκνά μαλλιά και μακριά γένια. Στα τριχωτά χέρια τους κρατούσαν μακριά και λαμπερά ακόντια. Μολονότι είχαν θεϊκή καταγωγή ήταν θνητοί ή τουλάχιστον για να σκοτωθούν έπρεπε να χτυπηθούν ταυτόχρονα από ένα θεό και ένα θνητό. Άλλες παραδόσεις έλεγαν ότι κάποιοι από τους Γίγαντες ήταν αθάνατοι όσο πατούσαν στο έδαφος όπου είχαν γεννηθεί. Επικρατέστερο μέρος για τη γέννησή τους είναι η Παλλήνη της Χαλκιδικής, μια περιοχή εξαιρετικά άγρια.
Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Κατοικούσαν στις δυτικές ακτές του Ωκεανού όπου συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.
Η Γη ήταν οργισμένη από την τύχη που είχαν οι Τιτάνες μετά το τέλος της Τιτανομαχίας. Μολονότι είχε βοηθήσει τον εγγονό της με κάθε τρόπο για να επικρατήσει, δεν άντεχε να βλέπει τους γιους και τις κόρες της φυλακισμένους στα Τάρταρα. Έτσι, όταν είδε την τεράστια δύναμη που είχαν οι Γίγαντες, τους ξεσήκωσε σε πόλεμο εναντίον των Ολυμπίων. Ο Δίας και τα αδέρφια του έπρεπε να περάσουν άλλη μια δοκιμασία. Ξέσπασε μια τρομερή μάχη που έμεινε γνωστή με το όνομα Γιγαντομαχία.
Η επίθεση των Γιγάντων μάλιστα έγινε χωρίς καμιά προειδοποίηση. Ξαφνικά οι θεοί του Ολύμπου δέχτηκαν βροχή από βράχους, αναμμένους δαυλούς και ολόκληρα φλεγόμενα δέντρα. Οι Γίγαντες ξερίζωναν τα βουνά και τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο για να σκαρφαλώσουν στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, εκεί όπου ήταν χτισμένα τα θεϊκά παλάτια. Η Γη και ο Ουρανός αναστατώθηκαν. Έγινε σωστή κοσμοχαλασιά: στεριές βούλιαζαν και ποτάμια άλλαζαν πορείες. Οι οροσειρές τραντάζονταν συθέμελα και σαν φύλλα δέντρων έτρεμαν ο Όλυμπος, η Όσσα, το Πήλιο, η Πίνδος, το Παγγαίο και ο Άθως.
Οι θεοί του Ολύμπου ζώστηκαν τα άρματα και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.
Πλάι του πιστή σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το τεράστιο κεφάλι του. Φορώντας την πανοπλία της και με το γοργώνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι' αυτό ο Ζευς (Δίας) ονομάστηκε γιγαντοφόνης και γιγαντολέτωρ και η Αθηνά προσονομάστηκε γιγαντολέτειρα, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες. Παραστάτες του Δία ήταν η Νίκη και η φοβερή μάνα της η Στύγα. Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και ο Ήφαιστος ,που σε κάποια στιγμή που είδε κουρασμένο τον Ήλιο τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μα και οι θεές πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους, η Ήρα, η Αφροδίτη, η Άρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, προστάτευε τους καρπούς που φύτρωναν στο ιερό της χώμα.
Καθένας θεός και καθεμιά θεά σκότωσαν έναν ή περισσότερους από τους Γίγαντες που οι πιο γνωστοί ήταν ο Πορφυρίωνας, ο Αλκυονέας, ο Εγκέλαδος, ο Εφιάλτης, ο Εύρυτος, ο Κλυτίας, ο Πολυβώτης, ο Πάλλας, ο Ιππόλυτος, ο Γρατίωνας, ο Άγριος και ο Θέωνας. Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή τον οποίο είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη και τον Διόνυσο που τον γέννησε με τη Σεμέλη. Η Γη αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε ατρόμητους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών. Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, τη Σελήνη και την Αυγή να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι η πορεία προς τη νίκη ξεκίνησε. Σε λίγο κατέφθασε ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ' αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες. Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν' ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του. Ο Διόνυσος ήρθε με τη συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Ένα άλλο όπλο του Διόνυσου ήταν και ο θύρσος, το σύμβολό του, ένα μακρύ ραβδί στολισμένο με κισσό. Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν και έγιναν αθάνατοι.
Οι αρχαίοι μυθογράφοι ασχολήθηκαν με τη Γιγαντομαχία και μέσα από τα έργα τους μας περιγράφουν πολλές σημαντικές σκηνές της.

ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ
Ο Ηρακλής χτύπησε πρώτα με το τόξο του τον Αλκυονέα. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με μια παράδοση, ο αρχηγός τους. Ο Αλκυονέας έπεσε κάτω με τρομερό κρότο. Αλλά τη στιγμή που ο ήρωας πανηγύριζε για την επιτυχία του, τον είδε να σηκώνεται πάλι υψώνοντας απειλητικά το τεράστιο κορμί του.
Ήταν μάλιστα έτοιμος να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του. Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Μετά εξήγησε στον Ηρακλή που ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του, ότι ο Αλκυονέας ήταν αθάνατος όσο πατούσε στο χώμα που τον γέννησε. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του. Οι κόρες του, οι Αλκυονίδες, απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα και μεταμορφώθηκαν σε πουλιά (τις αλκυόνες).
Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή. Και σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ' ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά. Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα εναντίον του Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της. Τη στιγμή ακριβώς που είχε συλλάβει τη θεϊκή βασίλισσα και είχε σκίσει τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Ηρακλής βρήκε την ευκαιρία να τον εξοντώσει με το βέλος του.
Ανάλογο ρόλο έπαιξε και η ίδια η Αφροδίτη στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας. Σε μια δύσκολη στιγμή που δεκαπέντε Γίγαντες είχαν περικυκλώσει απειλητικά τον Ηρακλή, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ' ένα σπήλαιο. Κατόπιν, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες. Αυτοί μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πάθος και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά. Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου είχε κρύψει τον Ηρακλή. Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας ένας. Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να τους εξοντώσει και τους δεκαπέντε. Η Αθηνά, πολεμική θεά, δεν κατέφυγε σε τέτοια γυναικεία κόλπα. χρησιμοποιώντας το δόρυ και το ακόντιό της πολέμησε αντρίκεια. Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα. Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει. Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη.
Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια. Η Αθηνά όμως τον αντιλήφθηκε και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του. Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.
Μια παρόμοια περιπέτεια με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη μέσα στη θάλασσα ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα. Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα. Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα• μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή. Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησάκι Νίσυρος.Στη Γιγαντομαχία έλαβε μέρος και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη. Τα μαγικά του βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας. Στην αρχή ο Εφιάλτης έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει. Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος. Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί. Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.
Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος του Δία τον καταδίωξε και μ' ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει το Γίγαντα. Αλλά η λύσσα του ήταν τόσο μεγάλη ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι. Ο Δίας άκουσε το γιο του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος με μορφή λιονταριού κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο. Ο Πελώρεος που είδε το τέλος του αδερφού του βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Άρπαξε λοιπόν με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες. Ευτυχώς που ο Άρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον Διόνυσο και την παρέα του από βέβαιο θάνατο. Ο Ποσειδώνας στη συνέχεια κυνήγησε τον Πελώρεο και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να γλιτώσει, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.

ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ
Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους: Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων. Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον αστραποβόλο κεραυνό και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια. Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ' όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο. Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες. Κόρη του Ευρυμέδοντα ήταν η Περίβοια, που ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και έφερε στον κόσμο τον Ναυσίθοο, πατέρα του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιάκων.
Ο Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας χρησιμοποιούσε ως όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο θεϊκό εργαστήρι του. Επάνω στη φωτιά έλιωνε διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες. Μ' αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα. Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος. Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ' ένα βουνό. Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο. Ο φτερωτός Ερμής και σ' αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Άδη και ζήτησε από το θείο του, τον μελαψό Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στη χώρα της συμπλοκής και φορώντας το μαγικό κράνος πλησίασε τον Ιππόλυτο. Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, κλοτσιές, γροθιές σ' όλο του το κορμί μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται κοντά του. Τότε νόμισε πως τρελάθηκε από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία να τον αποτελειώσει.
Αλλά και οι υπόλοιπες θεές που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία κατάφεραν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας στους βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς. Ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν' αντιδράσει. Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο. Επίσης, η Άρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα θεϊκά βέλη της σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους. Αυτές σκότωσαν τον Άγριο και τον Θέοντα. Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους. Ο Ήλιος που περνούσε εκείνη την ώρα με το άρμα του, την τελευταία στιγμή κατάφερε ν' αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα, παρά μόνον εάν ένωναν όλοι μαζί τις δυνάμεις τους. Όρμησαν λοιπόν επάνω του ο Δίας, ο Άρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος και μαζί ο Ηρακλής και ο Διόνυσος και μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.
Όλους τους υπόλοιπους Γίγαντες τους ξέκανε με τον κεραυνό του ο Δίας και με τα βέλη του ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους. Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά.
Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες. Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας• νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα• βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Άλλοι ιστορούν πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.


ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΚΕΝΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑ
Οι Κένταυροι υπήρξαν πλάσματα της φαντασίας των αρχαίων Ελλήνων. Μυθολογικά τέρατα, "μισοί άνθρωποι, μισοί άλογα, φυλή βάρβαρη, απόκοτη, που καυχιότανε για τη δύναμή της". Αυτά τα λόγια βάζει στο στόμα του θρυλικού ήρωα Ηρακλή, ο Σοφοκλής στην τραγωδία του "Τραχίνιες".
Ο Όμηρος στην Ιλιάδα τους ονομάζει "Φρήρες" και τους περιγράφει σαν τριχωτούς ανθρώπους, αποκρουστικούς στην όψη, ενώ στην Οδύσσεια τους παρομοιάζει με τους Σάτυρους.
Σε πάμπολλα θαυμάσια καλλιτεχνικά δημιουργήματα της αρχαιότητας, εμφανίζονται σαν διπλόμορφα τέρατα, με κεφάλι, χέρια και στήθος ανθρώπου και πόδια, ουρά και μισό κορμό αλόγου.
Η γέννηση των παράδοξων αυτών πλασμάτων δημιούργησε πολλούς μύθους. Ο επικρατέστερος αναφέρει ότι ο Ιξίωνας, βασιλιάς των Λαπιθών, αφού δολοφόνησε άγρια τον πατέρα της μνηστής του, κυνηγημένος και περιφρονημένος από θεούς και ανθρώπους, βρήκε καταφύγιο στο παλάτι του βασιλιά των θεών, του Δία. Αχάριστος όμως και ασεβής καθώς ήταν, επιχείρησε να βιάσει τη σύζυγο του προστάτη και ευεργέτη του, την Ήρα. Οργισμένος για το άδικο ο Δίας, τον τιμώρησε παραδειγματικά. Έδωσε τη μορφή της μεγαλόπρεπης Ήρας σε μια Νεφέλη και ο τυφλωμένος από το ερωτικό πάθος Ιξίωνας ζευγάρωσε μ' αυτήν. Έπειτα ο Δίας τον έδεσε σε πυρωμένο τροχό που γύριζε ασταμάτητα στον αέρα.
Από την ένωση του Ιξίωνα με τη Νεφέλη γεννήθηκε ο Κένταυρος, πλάσμα αποκρουστικό, που όμοιό του, λέει ο Πίνδαρος, δεν υπήρχε στην πλάση. Φρικιαστικό τέρας, που και οι Χάριτες αρνήθηκαν να παραβρεθούν στη γέννησή του. Από την ένωση του Κένταυρου με τις φοράδες της Μαγνησίας γεννήθηκαν οι Ιπποκένταυροι, με μισό σώμα ανθρώπου και μισό αλόγου. Ένας άλλος μύθος λέει ότι οι Κένταυροι είχαν πατέρα τους το μυθικό φτερωτό άτι, τον Πήγασο. Μια διαφορετική εκδοχή θέλει τους Κένταυρους να γεννιούνται από το σπέρμα του Δία που έπεσε στη Γη, όταν ο βασιλιάς των αθανάτων επιχείρησε αποτυχημένα να βιάσει τη θεά του έρωτα, την Αφροδίτη.Πιο κοντά στην ετυμολογία της λέξης Κένταυρος (από το ρήμα "κεντώ" και το όνομα "ταύρος") είναι η ακόλουθη εκδοχή. Κάποιος βασιλιάς της Θεσσαλίας είχε πολλά βόδια. Όταν ένας "οίστρος" (αλογόμυγα) άρχισε να ενοχλεί τα ζώα, η αγέλη σκόρπισε πανικόβλητη. Ο βασιλιάς τότε ανέθεσε σε άνδρες καβαλάρηδες να συγκεντρώσουν την αγέλη. Οι καβαλάρηδες, κεντώντας τα ζώα με τη βουκέντρα, επανέφεραν την αγέλη. Οι ιππείς αυτοί ονομάστηκαν Κένταυροι.
Ο μύθος των Κενταύρων ήταν διαδομένος σε πολλά μέρη της Ελλάδας, από τη Θράκη, μέχρι την Πελοπόννησο, τη Ρόδο και την Κύπρο.
Οι Έλληνες πίστευαν ότι οι Κένταυροι ήταν άγριοι, μοχθηροί, επιθετικοί, ζηλόφθονοι, πολεμοχαρείς. Η δύναμή τους ήταν τεράστια. Μετακινούσαν ογκόλιθους, βράχια και πελώριους κορμούς δέντρων, τα οποία εκσφενδόνιζαν στους εχθρούς τους. Αγαπούσαν όμως και τα γλέντια, το πιοτό και τις διασκεδάσεις. Πανέμορφες θνητές και αγνές νύμφες των ποταμών και των δασών έπεφταν θύματα του ερωτικού πόθου των Κενταύρων.
Υπήρχε όμως και μια δεύτερη φυλή Κενταύρων, οι οποίοι κατάγονταν κατευθείαν από τους Ολύμπιους θεούς. Οι Κένταυροι αυτοί ήταν πρόσχαροι, δίκαιοι, γεμάτοι γνώσεις, σοφία και αρετή. Φίλοι, σύμμαχοι, προστάτες, σύμβουλοι και δάσκαλοι των ανθρώπων. Κύριοι εκπρόσωποί τους ήταν: ο Χείρωνας, γιος του Κρόνου και της νύμφης Φιλύρας, και ο Φόλος, γιος του Σιληνού και της νύμφης Μελίας.
Σύμφωνα με το μύθο, ο Χείρωνας υπήρξε δάσκαλος του Ασκληπιού, του Ιάσονα, του Πηλέα, του Αχιλλέα και των Διόσκουρων. Από τους πιο γνωστούς μύθους που σχετίζονται με τους Κένταυρους, είναι η σύγκρουσή τους με τους Λαπίθες, η περίφημη Κενταυρομαχία. Οι Λαπίθες ήταν λαός της Θεσσαλίας. Γενάρχης τους υπήρξε ο Λαπίθης, γιος του Απόλλωνα και της νύμφης Στίλβης. Ο γιος του Φόρβος και οι εγγονοί του Αιγέας και Άκτορας βασίλεψαν στην Ηλεία. Οι Έλληνες αρχικά πίστευαν ότι οι Λαπίθες είχαν κοινή καταγωγή με τους Κένταυρους. Αργότερα όμως τους διαχώρισαν, τους έδωσαν ανθρώπινη μορφή και τους παρουσίαζαν σαν λαό πολεμικό και γενναίο, ενώ οι κάτοικοι πολλών ελληνικών πόλεων τους θεωρούσαν προγόνους τους.
Σύμφωνα με το μύθο, οι Λαπίθες εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία, κοντά στον Πηνειό, αφού έδιωξαν τους Περραιβούς. Το γεγονός αυτό δεν αποκλείεται να έχει ιστορική βάση, γιατί υπήρχε στην πραγματικότητα τέτοιος λαός, τον οποίο εξόντωσαν οι Δωριείς. Γύρω από το λαό αυτόν δημιουργήθηκαν πολλοί μύθοι. Σύμφωνα με έναν απ' αυτούς οι Λαπίθες πήραν μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Ένας άλλος αναφέρει ότι συμμετείχαν στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, ενώ παλαιότεροι μύθοι ήθελαν τους Λαπίθες θεότητες που συμβόλιζαν τις καταιγίδες.
Η Κενταυρομαχία είναι ο μύθος που συνδέει το λαό των Λαπιθών με τη φυλή των Κενταύρων. Αφορμή για την Κενταυρομαχία υπήρξε το γεγονός ότι ο Ευρυτίωνας, βασιλιάς των Κενταύρων, καλεσμένος στους γάμους του συγγενή του Πειρίθου, βασιλιά των Λαπιθών, επιχείρησε να απαγάγει τη νύφη, την πανέμορφη Ιπποδάμεια. Ο Πειρίθους τον συνέλαβε και τον τιμώρησε σκληρά, κόβοντάς του τα αυτιά και τη μύτη.
Η σύγκρουση που ακολούθησε ήταν τρομαχτική. Οι Λαπίθες κινδύνεψαν σοβαρά να ηττηθούν. Χάρη όμως στη βοήθεια και συμπαράσταση του βασιλιά των Αθηνών Θησέα, επιστήθιου φίλου του Πειρίθου, ο κίνδυνος απομακρύνθηκε, οι Κένταυροι νικήθηκαν και απωθήθηκαν στους πρόποδες του Πηνειού.
Η αρπαγή των γυναικών των Λαπιθών από τους Κένταυρους ενέπνευσε πολλούς από τους καλλιτέχνες της αρχαιότητας. Η φιλία των δύο μυθικών ηρώων, του Θησέα και του Πειρίθου, υπήρξε αγαπημένο θέμα στις διηγήσεις των αρχαίων Ελλήνων. Σύμφωνα με το μύθο οι δυο άντρες είχαν δώσει αμοιβαίο όρκο αιώνιας φιλίας και αλληλοβοήθειας. Αγαπούσαν και θαύμαζαν ο ένας τον άλλο για τη γενναιότητα, το θάρρος, την τόλμη, την εντιμότητα και το αίσθημα ευθύνης.

ΚΕΝΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑ
Ο Πειρίθους πήρε μέρος, στο πλευρό του Θησέα, στην εκστρατεία κατά των Αμαζόνων και βοήθησε τον Θησέα στην αρπαγή της ωραίας Ελένης από το ναό της Αρτέμιδας.Ο μύθος περιγράφει ως εξής το τέλος του Πειρίθου. Ο Πειρίθους ερωτεύτηκε την Περσεφόνη και θέλησε να την κάνει γυναίκα του. Με σύμμαχό του τον αδερφικό του φίλο Θησέα κατέβηκε στον Άδη για να απαγάγει την Περσεφόνη. Τα σχέδιά του όμως κατάλαβε ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου. Αλυσόδεσε, λοιπόν, τους δυο επίδοξους απαγωγείς σε ολόχρυσους θρόνους. Αργότερα ο Ηρακλής όταν κατέβηκε στον Άδη, κατάφερε να απελευθερώσει τον Θησέα από τα δεσμά. Όταν όμως προσπάθησε να λυτρώσει και τον Πειρίθου από την αιχμαλωσία, μεγάλος σεισμός συγκλόνισε τη Γη και τον Κάτω Κόσμο. Ο ήρωας τότε υπακούοντας στη θεϊκή βούληση, εγκατέλειψε για πάντα τον Πειρίθου στον Άδη.
Με τους Κένταυρους δε δίστασε να αναμετρηθεί ο ημίθεος Ηρακλής, ο οποίος αφού σκότωσε τους σπουδαιότερους απ' αυτούς, κατάφερε να διώξει τους υπόλοιπους από την Αρκαδία.
Όταν κάποτε ο Ηρακλής βρέθηκε στο δάσος της Φολόης, καταδιώκοντας τον Ερυμάνθιο κάπρο, φιλοξενήθηκε από τον Κένταυρο Φόλο, γιο του Σιληνού και της νύμφης Μελίας. Ο Φόλος πρόσφερε στον ήρωα γλυκύτατο κρασί, δώρο του θεού Διόνυσου. Ο Διόνυσος είχε χαρίσει στον Φόλο ένα πιθάρι με υπέροχο, αρωματικό κρασί, όταν ο Κένταυρος έλυσε μια διαφορά του θεού με τον Ήφαιστο, για το νησί Νάξος, υπέρ του Διόνυσου.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, το κρασί ανήκε σε όλους τους Κένταυρους της Φολόης, φανατικούς φίλους του καλού κρασιού. Γρήγορα το άρωμα του θεϊκού κρασιού απλώθηκε τριγύρω. Το μυρωμένο αέρα οσμίστηκαν και οι άλλοι Κένταυροι της Φολόης. Πλησίασαν, λοιπόν, τη σπηλιά του Φόλου με επιθετικές διαθέσεις αλλά ο ημίθεος τους απέκρουσε. Αφού σκότωσε αρκετούς, καταδίωξε τους υπόλοιπους μέχρι τον Μαλέα. Όσοι επέζησαν ζήτησαν καταφύγιο σε απόμακρα σημεία. Έτσι ο Ευρυτίωνας κρύφτηκε στη Φολόη, ενώ ο Νέσσος στον ποταμό Εύηνο. Κι αυτοί όμως εξοντώθηκαν από τα φαρμακερά βέλη του Ηρακλή.
Ο μύθος λέει ότι όταν ο Ηρακλής έφτασε στον Μαλέα, καταδιώκοντας τους άλλους Κένταυρους, συναντήθηκε με το σοφό Κένταυρο Χείρωνα.
Από τραγικό λάθος ο Χείρωνας πληγώθηκε από τα δηλητηριώδη βέλη του Ηρακλή. Η πληγή ήταν αγιάτρευτη και ο πόνος αβάσταχτος. Ο Ηρακλής τον περιποιήθηκε, αλλά τίποτε δεν μπορούσε να ανακουφίσει το δύστυχο Κένταυρο. Ο Χείρωνας προτίμησε να αρνηθεί την αθανασία του, μη μπορώντας να αντέξει τον αιώνιο πόνο και πρόσφερε τη θέση του στον Όλυμπο στον Προμηθέα.
Εξίσου άδικος, κατά το μύθο, ήταν και ο θάνατος του Φόλου. Ο άτυχος Κένταυρος, ενώ περιεργαζόταν ένα από τα φαρμακερά βέλη του Ηρακλή, τρυπήθηκε απ' αυτό και ξεψύχησε. Απαρηγόρητος ο Ηρακλής για το διπλό χαμό, τον έθαψε με τιμές.
Τον Κένταυρο Ευρυτίωνα καταδίωξε ο Ηρακλής στη Φολόη και τον σκότωσε έπειτα από παράκληση του Δεξαμενού, βασιλιά του Ολενού. Σύμφωνα με το μύθο ο Ευρυτίωνας εκβίαζε τον Δεξαμενό να του δώσει για γυναίκα του την κόρη του Μνησιμάχη. Ο Ηρακλής σκότωσε τον Ευρυτίωνα και παντρεύτηκε τη Μνησιμάχη.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Δηιάνειρα ήταν η κόρη του Δεξαμενού. Ο Ηρακλής σκότωσε τον Ευρυτίωνα κατά την τελετή του γάμου και παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα.
Η επικρατέστερη εκδοχή για το θάνατο του Κένταυρου Νέσσου είναι η ακόλουθη: Ο Νέσσος κατοικούσε κοντά στον ποταμό Εύηνο. Ερωτεύτηκε τη Δηιάνειρα και προσπάθησε να τη βιάσει. Έντρομη η άτυχη γυναίκα έβαλε τις φωνές. Ο Ηρακλής πρόλαβε και έστειλε τα φαρμακερά του βέλη στην καρδιά του Νέσσου. Ξεψυχώντας ο Νέσσος θέλησε να εκδικηθεί το φονιά του, αυτόν που αφάνισε ολόκληρη την πανίσχυρη φυλή του. Ζήτησε από τη Δηιάνειρα να αναμείξει το σπέρμα και το αίμα του, που χύθηκαν καταγής, και μ' αυτά να αλείψει ένα χιτώνα του Ηρακλή. Έτσι, της υποσχέθηκε, ο Ηρακλής θα έμενε για πάντα κοντά της, πιστός σκλάβος του έρωτά της. Η αφελής πείστηκε και ο κορυφαίος των ηρώων της Ελληνικής Μυθολογίας βρήκε φριχτό θάνατο.
Οι Κένταυροι, οι Λαπίθες και η Κενταυρομαχία, υπήρξαν από τα πιο αγαπητά θέματα των καλλιτεχνών της αρχαιότητας. Η αλλόκοτη όψη των μυθολογικών αυτών τεράτων, η αρπαγή των γυναικών, η φοβερή πολεμική σύγκρουση, ενέπνευσαν τους καλλιτέχνες, οι οποίοι δημιούργησαν έργα απαράμιλλου αισθητικού κάλλους.
Σταδιακά η άγρια, κτηνώδης, απωθητική, απόκοσμη όψη των Κενταύρων μεταβλήθηκε. Η μορφή ημέρωσε και γλύκανε. Αργότερα οι Έλληνες παρουσίασαν τους Κένταυρους με περισσότερο ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Κρατώντας κύπελλα, πυρσό, αυλό, λύρα ή ντέφι εμφανίζονταν να ξεφαντώνουν συντροφιά με τον Διόνυσο, το Πάνα, τους Σάτυρους, τους Σιληνούς, τις Βακχίδες και τις Μαινάδες. Άλλοτε πάλι με έκφραση εκστατική, που αποπνέει ερωτισμό, να παίζουν γλυκά με το μικρό φτερωτό γιο της Αφροδίτης, τον Έρωτα.

ΚΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΡΕΑ
Ο Κρόνος διαδέχτηκε στην εξουσία τον Ουρανό. Χρειαζόταν όμως και μια γυναίκα για να τον συντροφεύει και να τον βοηθάει στο δύσκολο έργο του. Ερωτεύτηκε λοιπόν την αδερφή του Ρέα, που ήταν και η πιο αγαπημένη κόρη της Γης. Είδε την ψηλή κορμοστασιά της, το κατάλευκο δέρμα της και τα μακριά μαλλιά της και μαγεύτηκε.
Η Ρέα, εκτός από την ομορφιά της, είχε καλό χαρακτήρα. Της άρεσε όμως να κάνει συντροφιά με τις αδερφές της και να περιποιείται τη μητέρα της. Γι' αυτό δεν ήθελε να παντρευτεί τον Κρόνο. Μάταια αυτός της υποσχόταν αιώνια πίστη και οι υπόλοιπες Τιτανίδες προσπαθούσαν να την πείσουν να δεχτεί. Η Ρέα δεν ήθελε να χάσει την κοριτσίστικη ευτυχία της τόσο γρήγορα• ήθελε να χαρεί το φως της Ημέρας που στερήθηκε τόσα χρόνια εξαιτίας του σκληρόκαρδου πατέρα της.
Η Γη όμως που έβλεπε πόσο λυπημένος και μόνος ήταν ο αγαπημένος της γιος, του υποσχέθηκε ότι σύντομα θα έκανε δική του τη Ρέα. Αυτός πέταξε από τη χαρά του και φίλησε με σεβασμό το χέρι της γριάς μητέρας του. Η Γαία λοιπόν κάλεσε την κόρη της και αγκαλιάζοντάς την, της είπε ότι ήτανε γραφτό να παντρευτεί τον Κρόνο και να γίνει δίπλα του η πρώτη από τις Τιτανίδες, η βασίλισσα του Κόσμου. Η Ρέα που πάντα άκουγε τις συμβουλές της, με δάκρυα στα μάτια δέχτηκε να παντρευτεί.
Ο γάμος ήταν πράγματι θεϊκός. Ο Κρόνος έλαμπε από χαρά δίπλα στην πεντάμορφη Ρέα. Οι Τιτάνες και οι Τιτανίδες τους έφεραν πολύτιμα δώρα. Η Γη ήταν συγκινημένη που έβλεπε τον πιο γενναίο και αποφασιστικό γιο της να παντρεύεται την αγαπημένη της κόρη. Ακολούθησε γλέντι που κράτησε μερόνυχτα ολόκληρα και συμμετείχε ολόκληρη η πλάση. Μονάχα ο Ουρανός κοίταζε θυμωμένος από ψηλά το νιόπαντρο ζευγάρι, αλλά και όλα τα υπόλοιπα παιδιά του που ξέφυγαν από τη φυλακή όπου τα είχε ρίξει. Στο βάθος όμως ήξερε ότι και ο Κρόνος θα πάθαινε κάποτε τα ίδια από κάποιο παιδί του.
Έτσι, ο Κρόνος και η Ρέα ζούσαν ευτυχισμένοι και αγαπημένοι περνώντας αρμονικά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους έξω από τα Τάρταρα. Κυβερνούσαν με φρόνηση ολόκληρο το σύμπαν και γιόρταζαν με μεγάλα γλέντια την επέτειο της απελευθέρωσής τους μαζί με τα υπόλοιπα αδέρφια τους. Κάποια μέρα η Ρέα ανακοίνωσε πανευτυχής στον Κρόνο ότι περίμενε το πρώτο της παιδί και έτρεξε χαρούμενη να το πει στις αδερφές της και στη μητέρα της. Μόλις άκουσε το νέο ο Κρόνος, αμέσως ήρθε στο μυαλό του η τρομερή εικόνα του πληγωμένου Ουρανού και θυμήθηκε το φοβερό χρησμό που του είπε ο πατέρας του πριν απομακρυνθεί για πάντα ψηλά στον ουράνιο θόλο: "Κάποτε θα πάθεις και εσύ το ίδιο από το παιδί σου". Μαύρες σκέψεις άρχισαν να κυριεύουν το μυαλό του. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει ούτε λεπτό και γι' αυτό έτρεξε στη σεβαστή Γαία για να επιβεβαιώσει το χρησμό. Δυστυχώς όμως κι αυτή, η οποία είχε μαντικές ικανότητες, του είπε ότι ήταν γραφτό να χάσει την κοσμική εξουσία από κάποιο παιδί του.
Από εκείνη τη στιγμή ο Κρόνος έγινε τελείως διαφορετικός. Ήταν διαρκώς νευριασμένος και σκυθρωπός. Δεν έλεγε γλυκόλογα, ούτε περιποιόταν τη Ρέα όπως άλλοτε. Μα το χειρότερο ήταν πως δεν μπορούσε να κλείσει μάτι από τη στενοχώρια του. Η Μέρα διαδεχόταν τη Νύχτα, μα έβρισκε πάντα τον Κρόνο ξύπνιο και ανήσυχο.
Η Ρέα δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτή την κατάσταση, αλλά έπλεε σε πελάγη ευτυχίας γιατί περίμενε το πρώτο της παιδί.
Και να που σε λίγο την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Βογκούσε και έσκουζε από τους πόνους και οι φωνές της ανατάραζαν ολόκληρο το σύμπαν. Ο Κρόνος ήταν πολύ ανήσυχος, μα όχι από συμπόνια για τη γυναίκα του αλλά από στενοχώρια για το μέλλον του θρόνου του. Πλάι στη Ρέα έτρεξαν οι αδερφές της και η μάνα της που είχε γεννήσει μόνη της τόσα παιδιά και ήταν η πιο έμπειρη απ' όλες. Έτσι, με τις φροντίδες της Γης, η Ρέα γέννησε την πρωτότοκη κόρης της, την Ήρα, που ήταν γραφτό να γίνει η πρώτη θεά ανάμεσα στις Ολύμπιες.
Η Ήρα ήταν όμορφη και χαριτωμένη, μεγάλωσε γρήγορα και έπαιζε όλη μέρα με τις ξαδέρφες της, τις Ωκεανίδες. Ήταν το καμάρι της Ρέας και η αδυναμία της γιαγιάς της. Ευτυχισμένη κυκλοφορούσε ανάμεσα στους τεράστιους Τιτάνες. Ο Κρόνος δεν την έβλεπε με καλό μάτι, μα για να μη βάλει σε ανησυχίες τη γυναίκα του, κάθε φορά που τον πλησίαζε η Ήρα της χαμογελούσε και έπαιζε μαζί της. Αυτό όμως που σκεφτόταν όλη μέρα και όλη νύχτα ήταν πώς θα έβρισκε έναν τρόπο να εξαφανίσει την κόρη του. Έπρεπε να φανεί προσεχτικός για να μην πάθει καμιά συμφορά όπως ο πατέρας του. Τα ζοφερά Τάρταρα επομένως δεν ήταν η καλύτερη λύση για το πρόβλημά του.
Μια μέρα είδε την Ήρα μόνη της να παίζει κρυφτό με τα σύννεφα. Γύρισε προσεκτικά το κεφάλι του για να δει μήπως ήταν κάποιος κοντά. Μόλις βεβαιώθηκε ότι δεν τον έβλεπε κανένας, άρπαξε την κόρη του και πριν καλά καλά η μικρή προλάβει ν' αντιδράσει άνοιξε το τεράστιο στόμα του και την κατάπιε. Η Ήρα χωρίς να συνειδητοποιήσει τι της είχε συμβεί, βρέθηκε φυλακισμένη στο τεράστιο στομάχι του πατέρα της. Σε λίγο άρχισε να κλαίει και να οδύρεται• του κάκου όμως, κανένας δεν μπορούσε να την ακούσει.
Μόλις έπεσε η νύχτα, η Ρέα άρχισε να ανησυχεί• ποτέ η Ήρα δεν είχε αργήσει τόσο πολύ. Άρχισε λοιπόν να ψάχνει παντού την κόρη της. Έψαξε καλά μέσα σε όλα τα σύννεφα, κοίταξε μέσα στα δάση μήπως και η μικρή θεά είχε αποκοιμηθεί κουρασμένη από το πολύωρο παιχνίδι. Ρωτούσε τις Ωκεανίδες και τους Τιτάνες μήπως την είχαν δει. Όλα μάταια, κανένας δεν ήξερε τίποτα για την Ήρα. Η Ρέα άρχισε να κλαίει, αλλά συνέχισε το ψάξιμο και μαζί της άρχισαν να φωνάζουν τη μικρή όλες οι Τιτανίδες. Πέρασαν μέρες και νύχτες, η θεϊκή μάνα γύρισε πάνω κάτω τον ουρανό και τη γη, μα χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά απογοητευμένη έτρεξε στη μητέρα της που τα γνώριζε όλα να ρωτήσει για την τύχη της κόρης της. Η Γη με πόνο πολύ της αποκάλυψε την τρομερή αλήθεια.
Όταν το άκουσε η Ρέα, έγινε έξαλλη και έτρεξε οργισμένη στον Κρόνο. Του φώναζε και τον χτυπούσε για να αφήσει ελεύθερη την Ήρα. Αυτός όμως αρκετά απαθής, της είπε πως ό,τι έγινε πια δεν μπορούσε ν' αλλάξει και κανένας δε θα έβγαζε την Ήρα μέσα από το στομάχι του. Η Ρέα έβαλε τα κλάματα, άρχισε να χτυπιέται και να τραβάει τα μαλλιά της, τον θερμοπαρακαλούσε και τον ικέτευε. Μάταια όμως, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τον μεταπείσει.
Σε λίγο καιρό η Ρέα ένιωσε πάλι κάτι να σαλεύει στα σπλάχνα της. Τη χαρά της όμως την έπνιγε ο φόβος για την τύχη του νέου της παιδιού. Έτσι, σκαρφίστηκε ένα σχέδιο. Όταν ήρθε η ώρα της γέννας μάζεψε μαύρα, πυκνά σύννεφα κι εκεί μέσα μαζί με τις δυο φρόνιμες αδερφές της, τη Μνημοσύνη και τη Θέμιδα, περίμενε να φέρει το νέο της καρπό.Πράγματι, χωρίς πολλές ταλαιπωρίες, ξεπετάχτηκε ένα ακόμη χαριτωμένο κοριτσάκι, η Εστία. Το νεογέννητο όμως άρχισε να κλαίει, όπως ήταν φυσικό. Το θεϊκό του κλάμα έφτασε στ' αυτιά του Κρόνου που πετάχτηκε αμέσως από το θρόνο του. Έτρεξε και βρήκε τη Ρέα ιδρωμένη και κατάκοπη να κρατά σφιχτά στον κόρφο της το βρέφος. Με χείλη που έτρεμαν και μάτια δακρυσμένα κοίταζε ικετευτικά τον παντοδύναμο άντρα της. Ο Κρόνος άρπαξε με θυμό τη μικρή Εστία και μονομιάς την έβαλε στο τεράστιο στόμα του και την κατάπιε. Μετά είπε απειλητικά στη Ρέα:
- Ξέρε το ότι δεν έχω σκοπό να παραδώσω τόσο εύκολα το θρόνο μου• κι εσύ σαν γυναίκα μου πρέπει να με βοηθήσεις και να μου παρασταθείς. Γι' αυτό άλλη φορά, εσύ η ίδια μόλις γεννάς τα παιδιά μου θα μου τα παραδίδεις.
Έπειτα γύρισε πάλι στο παλάτι του και κοιμήθηκε ήσυχος που για λίγο καιρό δε θα είχε την έγνοια της γέννας.
Η Ρέα απελπισμένη σχεδόν το πήρε απόφαση ότι με τέτοιο σκληρόκαρδο άντρα δεν πρόκειται να χαρεί κανένα παιδί της. Τα έβαζε μάλιστα με τις αδερφές της και με τη μάνα της που την πίεζαν, όταν ήταν κοπέλα ακόμη, να πάρει για άντρα της αυτόν τον απαίσιο παιδοφάγο. Έτσι όταν γέννησε μετά από καιρό την καρπερή Δήμητρα, παρέδωσε με τα ίδια της τα χέρια το σπαργανωμένο βρέφος στο σκληρό Κρόνο. Αυτός έκανε μια χαψιά την κόρη του και ευχαριστημένος που η Ρέα αυτή τη φορά δε σκαρφίστηκε κανένα κόλπο, χάιδεψε τα μακριά άσπρα γένια του και ήσυχος συνέχισε το έργο του. Τα παιδιά βέβαια του Κρόνου και της Ρέας ήταν αθάνατα όπως και οι γονείς τους. Έτσι συνέχιζαν να ζούνε μέσα στην ιδιόμορφη φυλακή τους, το τεράστιο στομάχι του πατέρα τους. Η Ήρα μάλιστα που ήταν μεγαλύτερη απ' όλες τις κόρες και πρόλαβε να ζήσει μερικά χρόνια έξω από το παράξενο κελί της, ανέλαβε να φροντίζει τις νεογέννητες αδερφές της και τις μεγάλωσε η ίδια. Όταν άρχισαν να καταλαβαίνουν, τους εξήγησε ποια ήταν η συμφορά που περνούσαν όλες μαζί κι άρχισαν κι αυτές να νιώθουν απεριόριστο μίσος για τον πατέρα τους.
Σε λίγο καιρό πλάι στις αδερφές προσγειώθηκε ένα ακόμη βρέφος. Ήταν ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας. Και να πώς είχαν γίνει τα πράγματα:
Η Ρέα ήταν έτοιμη να γεννήσει. Αυτή τη φορά ο Κρόνος ήταν περισσότερο ανήσυχος από ποτέ. Κάτι του έλεγε μέσα του πως μετά από τόσα θηλυκά η Ρέα θα του έκανε γιο και ο τρόμος του ήταν μεγαλύτερος.
Πράγματι, η Ρέα γέννησε τον Ποσειδώνα. Αυτή θέλοντας να ξεγελάσει τον εαυτό της πίστευε πως ο Κρόνος όταν έβλεπε τον όμορφο γιο του θα άλλαζε γνώμη και θα τον άφηνε να ζήσει.
Συνέβη όμως το αντίθετο. Μόλις ο Κρόνος είδε αρσενικό παιδί, το άρπαξε με λύσσα και το κατάπιε αμέσως, πριν προλάβει καν ν' ανοίξει τα μάτια του. Γιατί φυσικά ένας γιος ήταν πολύ πιο επικίνδυνος και είχε μεγάλες πιθανότητες να του πάρει το θρόνο. Την ίδια τύχη είχε και ο μελαμψός Πλούτωνας. Η Ρέα με τα ίδια της τα χέρια παρέδωσε απαρηγόρητη το μαυρομάτη γιο της στον τρομερό παιδοφάγο. Ο Κρόνος, ικανοποιημένος από τη γυναίκα του, κατάπιε μονομιάς κι αυτό το μαυριδερό βρέφος χωρίς πολλές κουβέντες.
Η πληγωμένη μάνα όμως δεν μπορούσε να πάρει απόφαση το φοβερό της μαρτύριο. Μόλις κατάλαβε τη νέα της εγκυμοσύνη, έτρεξε στη γερόντισσα Γαία. Εκεί ξέσπασε σε αναφιλητά και φιλώντας τα χέρια και τα πόδια της Παγκόσμιας Μητέρας ζητούσε τη βοήθειά της. Η Γη θυμήθηκε τα δικά της βάσανα όταν ο τρομερός Ουρανός φυλάκιζε το ένα πίσω από τ' άλλο τα παιδιά της στα σκοτεινά Τάρταρα. Ένιωθε καλά την αγανάκτηση και το παράπονο της κόρης της. Τη συμβούλεψε λοιπόν να ζητήσει χρησμό από τον πατέρα της. Η Ρέα ταράχτηκε μόλις το άκουσε, γιατί ήξερε ποια ήταν τα αισθήματα του Ουρανού για όλους τους Τιτάνες και τις Τιτανίδες. Καθώς όμως ένιωθε να μεγαλώνει στα σπλάχνα της το νέο βρέφος, πήρε την απόφαση.
Εννιά ολόκληρες μέρες ταξίδευε πάνω σ' ένα παχύ σύννεφο για να φτάσει στα μέρη του Αιθέρα, εκεί όπου ήταν χτισμένο το παλάτι του Ουρανού. Μόλις αντίκρισε το γέροντα πατέρα της, έπεσε στα γόνατα και του φίλησε τα πόδια και τις άκρες του γαλάζιου χιτώνα του. Με δάκρυα στα μάτια του είπε:
- Παντοδύναμε γεννήτορα, συγχώρα με για όσα δεινά σου προκαλέσαμε εγώ και τα θεϊκά αδέρφια μου. Μα τώρα ξέχασε όσα έγιναν και δώσε μου την ιερή συμβουλή σου για τη συμφορά που με βρήκε. Εσύ που όλα τα βλέπεις από τα αέρινα παλάτια σου, ξέρεις το κακό που μου κάνει τόσα χρόνια ο άντρας μου. Όμως τώρα που πάλι κάτι σαλεύει μέσα στα σπλάχνα μου, πες μου, πάνσοφε πατέρα, πώς θα το γλιτώσω από το μίσος του άκαρδου Κρόνου;
Ο Ουρανός μόλις άκουσε τα λόγια της κόρης του, τη σπλαχνίστηκε. Από την άλλη θυμήθηκε το φοβερό έγκλημα του Κρόνου πριν από πολλούς αιώνες, που έγινε αιτία να χάσει την εξουσία του κόσμου. Έτσι, για να βοηθήσει την κόρη του, αλλά κυρίως για να εκδικηθεί το γιο του, έδωσε τη θεϊκή συμβουλή. Είπε στη Ρέα ότι έπρεπε να πάει να γεννήσει στην Κρήτη και στη συνέχεια να επιστρέψει στον Κρόνο και να προσποιηθεί μια ψεύτικη γέννα. Η Ρέα χαρούμενη, ευχαρίστησε με δάκρυα τον πατέρα της και γύρισε με ήσυχο ταξίδι πίσω στη γη.
Όταν πια έφτασαν οι μέρες να γεννήσει, είπε στον Κρόνο ότι θα πήγαινε ένα ταξίδι στην Κρήτη, στις ανιψιές της, τις Νύμφες της Ίδης, γιατί τις είχε πεθυμήσει και επιπλέον ήθελε να ξεκουραστεί στον καθαρό αέρα. Ο Κρόνος προειδοποίησε τη γυναίκα του να μη σοφιστεί κάποιο καινούριο κόλπο για να σώσει το παιδί της, γιατί αυτή τη φορά η οργή του θα ήταν μεγάλη.
Η Ρέα έφτασε στην Κρήτη. Εκεί τη βοήθησαν οι Νύμφες της Ίδης να γεννήσει τον Δία, το μελλοντικό κυβερνήτη του κόσμου. Οι Κουρήτες και οι Κορύβαντες χτυπώντας δαιμονισμένα τα δόρατά τους πάνω στη γη κάλυψαν το κλάμα του μωρού για να μη φτάσει στ' αυτιά του πατέρα του. Η Ρέα εμπιστεύτηκε το νεογνό στις Νύμφες και επέστρεψε στο παλάτι του Κρόνου. Στο δρόμο βρήκε ένα λιθάρι που είχε το σχήμα μωρού και το πήρε μαζί της. Μόλις έφτασε στο παλάτι προσποιήθηκε ότι την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Βογκούσε και φώναζε για να ξεγελάσει τον Κρόνο που περίμενε να καταπιεί το νιογέννητο παιδί του. Κατόπιν, φάσκιωσε το λιθάρι που είχε βρει και κλαίγοντας σπαραχτικά με ψεύτικα δάκρυα, το έδωσε στο φοβερό σύζυγό της. Αυτός το κατάπιε ανίδεος και άρχισε πάλι ήσυχος να ασχολείται με τις υποθέσεις του κόσμου.
Πέρασαν πολλά χρόνια, ο Δίας στο μεταξύ με τις φροντίδες των Νυμφών θέριεψε και έγινε ένα δυνατό και όμορφο παλικάρι. Η Μήτιδα, η αγαπημένη του Νύμφη, του εξήγησε τίνος γιος ήταν. Τότε ο Δίας έτρεξε στο παλάτι του Κρόνου, του αποκάλυψε την ταυτότητά του και του ζήτησε το θρόνο και το σκήπτρο του. Ο Κρόνος όμως ήταν αποφασισμένος να μην παραδώσει τόσο εύκολα την εξουσία του. Έτσι άρχισε μια πάλη ανάμεσα στον πατέρα και το γιο, που κράτησε χρόνια ολόκληρα. Τελικά ο νεαρός Δίας κατάφερε να νικήσει το γέροντα πατέρα του και τον έδεσε με βαριές αλυσίδες πάνω στο θρόνο του. Μετά τον υποχρέωσε να πιει ένα μαγικό βότανο που του είχε δώσει η Μήτιδα. Αμέσως ο Κρόνος άρχισε να βγάζει από το στόμα του τα παιδιά που είχε καταπιεί. Και πρώτα πρώτα έβγαλε τη φασκιωμένη πέτρα που του είχε δώσει η Ρέα ξεγελώντας τον. Ο Δίας φύλαξε αυτή την πέτρα και αργότερα την τοποθέτησε πάνω στον Παρνασσό, στο ιερό του Πύθωνα που οι αρχαίοι πίστευαν ότι ήταν ο ομφαλός της γης.
Στη συνέχεια βγήκαν ο μελαχρινός Πλάτωνας και ο γαλανομάτης Ποσειδώνας. Κατόπιν ξεπήδησαν από το στόμα του Κρόνου η Δήμητρα, η Εστία και η Ήρα. Μόλις συνήλθαν από την παραζάλη τους και συνήθισαν τα μάτια στο φως της ημέρας, ο Δίας τους εξήγησε τι είχε γίνει. Τα έξι αδέρφια αντάλλαξαν αγκαλιές και φιλιά για πολλές ώρες. Μετά κάθησαν γύρω από τη σεμνή Ρέα, τη μάνα τους, που ξέσπασε σε δάκρυα χαράς. Όλοι μαζί υποσχέθηκαν στον Δία ότι θα τον βοηθούσαν να γίνει ο νέος άρχοντας του κόσμου.
ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΓΑΙΑ
Η Γαία έσμιξε ερωτικά με τον πρωτότοκο γιο της τον Ουρανό που τον είχε γεννήσει χωρίς να μεσολαβήσει αρσενικό στοιχείο. Στ' αλήθεια, ο Ουρανός ήταν ο μόνος στα μέτρα της, αφού την περικύκλωνε ολόκληρη και ήταν προορισμένος να γίνει η κατοικία των θεών. Έτσι λοιπόν οι δυο τους αποτέλεσαν το πρώτο θεϊκό ζευγάρι. Και κάθε φορά που η Νύχτα διαδεχόταν την Ημέρα, ο Ουρανός έσμιγε με την ίδια του τη μάνα.
Έτσι, σε λίγο ξεχύθηκε από τα βαθιά έγκατα της Γης ο Τιτάνας Ωκεανός. Αυτή καμάρωνε το νέο της γιο καθώς τον έβλεπε να τρέχει πάνω κάτω και να διασχίζει κάμπους και βουνά. Ήταν περήφανη για το υγρό και διάφανο παιδί της. Ο Ουρανός δεν έβλεπε με καλό μάτι τον πρώτο του γιο, γιατί γνώριζε ότι κάποτε θα έχανε την εξουσία από κάποιο παιδί του.
Βλέποντας όμως τη Γη να είναι τόσο χαρούμενη, έκρυβε τη δυσαρέσκειά του. Σε λίγο άρχισαν πάλι τα κοιλοπονητά της Γαίας. Αυτή τη φορά βγήκαν από τα σπλάχνα της οι τεράστιοι Τιτάνες, Κοίος και Κρείος. Χαρούμενη η Γη έτρεξε να δείξει τα νεογέννητα παιδιά τους στον Ουρανό. Αυτός όμως μόλις αντίκρισε τους τεράστιους δίδυμους Τιτάνες τα χρειάστηκε για τα καλά.
Ο φόβος ότι μπορούσαν να του αρπάξουν την εξουσία του Κόσμου από τα χέρια, νίκησε το σεβασμό του για τη Γαία. Έτσι, άρπαξε τα νεογέννητα παιδιά του και μαζί και τον Ωκεανό, που είχε κατακλύσει ολόκληρη τη γη, τα πέταξε μέσα στα Τάρταρα. Τα Τάρταρα ήταν μέρος ζοφερό και άραχνο, παγερό και θεοσκότεινο και βρισκόταν στα Έγκατα της Γης. Εκεί ο Ουρανός έδεσε τα παιδιά του με βαριές και αόρατες αλυσίδες. Μάταια η Γαία έκλαιγε και τον θερμοπαρακαλούσε να βγάλει τους γιους της από τις αιώνιες φυλακές. Ο Ουρανός ήταν ανένδοτος και νευριασμένος είπε στη Γη: - Δε φτάνει που γεννάς το ένα παιδί πίσω από το άλλο, μα τα κάνεις και όλα αρσενικά. Κάνε μου επιτέλους μια κόρη να τη βλέπω και να την καμαρώνω, να μου λέει δυο γλυκά λόγια και να μου κρατάει συντροφιά.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και η Γη του ανήγγειλε ότι πάλι περιμένει παιδί• όμως αυτή τη φορά είχε προαίσθηση ότι είναι κορίτσι. Και πράγματι, σε λίγο καιρό γέννησε την Τιτανίδα. Θεία, ωραία κόρη και λυγερή• την αντίκρισε και ο Ουρανός και γέλασε το χείλι του. Έτσι μαλάκωσε λίγο η συμπεριφορά του, μα δεν ήθελε ν' ακούσει ούτε κουβέντα για τους γιους του που τους κρατούσε φυλακισμένους στα Τάρταρα.Σε λίγο ήρθαν στον κόσμο οι Τιτανίδες Τηθύς και Μνημοσύνη. Οι κόρες του Ουρανού και της Γης μεγάλωναν και οι σκανταλιές και οι φωνές τους γίνονταν όλο και περισσότερες. Έτρεχαν και κρύβονταν μέσα στα σύννεφα και δεν άφηναν τον Ουρανό να ησυχάσει ούτε λεπτό. Αυτός άρχισε να βρίζει πάλι τη Γαία.
- Είπαμε να κάνεις κορίτσια, όχι όμως και τρία μαζεμένα να με ζαλίζουν όλη μέρα με τις φωνές τους.
΄Αρπαξε λοιπόν τις τρεις κόρες του από τα μαλλιά και τις πέταξε και αυτές στα Τάρταρα για να κάνουν συντροφιά στα τρία αδέρφια τους. Κατά βάθος αυτό που φοβόταν ο Ουρανός ήταν μήπως οι κόρες του ζευγάρωναν και έκαναν αρσενικά παιδιά που θα διεκδικούσαν την εξουσία.
Η Γη βέβαια άρχισε να διαμαρτύρεται, να τραβάει τα μαλλιά της και να εκλιπαρεί τον Ουρανό να αφήσει ελεύθερα τα παιδιά της. Ήταν απαρηγόρητη, γιατί είχε γεννήσει έξι παιδιά και δεν μπορούσε να χαρεί κανένα. Είχε πεθυμήσει τους όμορφους και λεβέντες γιους της αλλά και τις κόρες της που της κρατούσαν συντροφιά και της έλεγαν γλυκιές κουβέντες.
Πριν περάσει πολύς καιρός η Γαία ένιωσε πάλι κάτι να κινείται μέσα στα σπλάχνα της. Απελπισμένη καθώς ήταν από τον Ουρανό δεν του είπε τίποτα. Όσο όμως περνούσε ο καιρός και φούσκωνε η κοιλιά της, άρχισε κάτι να υποπτεύεται ο Ουρανός. Περίμενε λοιπόν ξάγρυπνος να δει τι πλάσμα θα έβγαινε αυτή τη φορά. Σε λίγο γεννήθηκαν οι Τιτάνες Ιαπετός και Υπερίωνας. Πριν καλά καλά προλάβουν να δούνε το φως της Ημέρας, ο πατέρας τους τους εκσφενδόνισε στα Τάρταρα. Η Γη αμίλητη αυτή τη φορά δεν έβαλε τα κλάματα, γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να καταφέρει τίποτε με φωνές και δάκρυα.
Πέρασε έτσι αρκετός καιρός και ο Ουρανός ήταν ευχαριστημένος που η γυναίκα του δε γεννούσε άλλα παιδιά. Ξαφνικά όμως άρχισε η Γη να τραντάζεται ολόκληρη. Ακούγονταν σφυροκοπήματα και βροντές μέσα από τα σπλάχνα της. Ο Ουρανός δεν μπορούσε για πολύ καιρό να κλείσει μάτι, παρόλο που έβαζε τεράστια σύννεφα στ' αφτιά του για να μην τον ενοχλεί ο θόρυβος. Νευριασμένος είπε στη Γη:
- Ποιος ξέρει τι θα μου βγάλεις πάλι μέσα από τα σπλάχνα σου• μα έννοια σου, ό,τι και αν είναι θα πάει αμέσως μαζί με τ' αδέρφια του στα Τάρταρα.
Σε λίγο ξεπετάχτηκαν τρία γιγάντια πλάσματα μ' ένα τεράστιο ολοστρόγγυλο μάτι πάνω στο μέτωπο, κρατώντας σφυριά στα τριχωτά χέρια τους. Ήταν οι τρεις Κύκλωπες, ο Βρόντης, ο Αστερόπης και ο Άργης, φωνακλάδες, μάλωναν μεταξύ τους και ξεσήκωναν το σύμπαν ολόκληρο με τη φασαρία τους. Μόλις αντίκρισε ο Ουρανός τα νέα του παιδιά, γούρλωσε τα μάτια, άρχισε να ουρλιάζει και να καταριέται τη Γη για τα τέρατα που του γεννούσε. Τους άρπαξε και τους τρεις και τους κλείδωσε μέσα σ' ένα κελί στα σκοτεινά Τάρταρα, βάζοντας διπλές και τριπλές κλειδαριές για να μην ελευθερωθούν. Μετά από λίγο καιρό η Γη έφερε στον κόσμο και τις υπόλοιπες Τιτανίδες, τη σεμνή Θέμιδα, την πανώρια Φοίβη και τη γόνιμη Ρέα ελπίζοντας ότι θα καταλάγιαζε η οργή του Ουρανού και θα τις άφηνε να ζήσουν στο φως της Ημέρας. Του κάκου όμως, ο Ουρανός μόλις τις αντίκρισε, τις άρπαξε και τις έκλεισε όλες μαζί σ' ένα κελί στα Τάρταρα. Οι μικρές Τιτανίδες έκλαιγαν απαρηγόρητες για το κακό που τις βρήκε.
Τελευταίος από τους Τιτάνες γεννήθηκε ο Κρόνος τον οποίο όμως χωρίς δεύτερη κουβέντα ο Ουρανός τον έδεσε με αόρατες αλυσίδες και τον πέταξε στα ζοφερά Τάρταρα.
Αλλά και η τελευταία γέννα της Γης δεν είχε καλύτερη μοίρα. Αυτή τη φορά μάλιστα ο Ουρανός είχε κάποιο δίκιο. Για πολύ καιρό η Γη ένιωθε ένα παράξενο γαργαλητό στα σπλάχνα της, σαν να την άγγιζαν εκατοντάδες χέρια. Και η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό το πλάσμα που έκρυβε μέσα της. Όμως δεν έλεγε τίποτα στον άντρα της για να μην του βάλει κακές ιδέες πριν ακόμα γεννηθεί το νέο παιδί της. Σε λίγο καιρό όμως ξεπρόβαλαν τρεις γίγαντες τρομεροί που από τους ώμους τους φύτρωναν εκατό ακατανίκητα χέρια και πενήντα κεφάλια. Ακόμη και η Γη τρόμαξε όταν τους είδε. Αυτοί ήταν οι τρεις Εκατόγχειρες, ο Αιγαίωνας, ο Κόττος και ο Γύγης.
Μόλις ο Ουρανός αντίκρισε τριακόσια χέρια να κινούνται από δω και από κει, εκατόν πενήντα κεφάλια να στριφογυρίζουν και άλλα τόσα στόματα να μιλάνε, να γελάνε και να φωνάζουν, τον έκοψε κρύος ιδρώτας και άρχισε να βλαστημά τη Γη που γεννοβολούσε τέτοια σιχαμερά όντα. Παρόλη την τρομάρα και το φόβο του, άρπαξε τους Εκατόγχειρες και πριν καταλάβουν τον έξω κόσμο, τους κλείδωσε τον καθένα σε ξεχωριστό κελί στα Τάρταρα, αφού πρώτα έδεσε χωριστά με τις μαγικές αλυσίδες το κάθε ζευγάρι από τα εκατό τους χέρια. Απείλησε μετά τη Γαία ότι στο εξής θα της έκανε μεγάλο κακό αν ξανάφερνε στον κόσμο οποιοδήποτε πλάσμα.
Η Γη είχε πάρει απόφαση ότι ο Ουρανός δε θα την άφηνε να χαρεί κανένα παιδί της. Ήταν τρομερά εξοργισμένη και ήθελε να εκδικηθεί. Δεν ήταν δα και μικρός ο καημός της• κάθε λίγο και λιγάκι να τυραννιέται από τους πόνους της εγκυμοσύνης και στο τέλος να μην έχει ένα παιδί για να της πει έναν καλό λόγο.
Μια νύχτα λοιπόν έριξε ένα μαγικό βότανο στο κρασί του Ουρανού και αυτός έπεσε σε βαθύ ύπνο και άρχισε να ροχαλίζει. Η Γη γλίστρησε κρυφά μέσα στα έγκατά της• εκεί βρήκε λιωμένο σίδερο και ατσάλι και έφτιαξε ένα κοφτερό δρεπάνι. Κατόπιν πήγε στα Τάρταρα όπου ήταν φυλακισμένα τα παιδιά της. Αυτά μόλις την αντίκρισαν άρχισαν τα κλάματα και την παρακαλούσαν να τα βγάλει από τα σκοτεινά κελιά τους. Η Γαία τους έδειξε το ατσαλένιο δρεπάνι και τους είπε το σχέδιό της• θα απελευθέρωνε μόνο αυτόν που θα αποφάσιζε να κόψει τα Ουράνια μέλη του πατέρα τους. Οι Τιτάνες έμειναν άφωνοι• παρόλο που ήθελαν να ελευθερωθούν και μισούσαν το σκληρό πατέρα τους, φοβούνταν να κάνουν μια τέτοια πράξη. Η Γαία θυμωμένη από τη δειλία τους τους είπε ότι διαφορετικά δε θα απελευθερώνονταν από τα Τάρταρα. Ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια και έκρυψε το δρεπάνι πίσω από ένα σύννεφο.
Ο Κρόνος, ο νεότερος απ' όλους τους Τιτάνες, άρχισε να στριφογυρίζει στο μυαλό του όσα τους είπε η μητέρα τους. Θύμωνε όλο και περισσότερο με το σκληρόκαρδο πατέρα του και λυπόταν τα αδέρφια του που έκλαιγαν όλη μέρα και όλη νύχτα μέσα στα σκοτεινά και παγωμένα κελιά τους. Όταν λοιπόν η Γαία κατέβηκε μετά από λίγο καιρό στα Τάρταρα για να δει αν πήραν κάποια απόφαση τα παιδιά της, αμέσως ο Κρόνος της ανακοίνωσε ότι θα τιμωρούσε με τα χέρια του το θεϊκό πατέρα του. Χαρούμενη η Γαία έδωσε ένα μαγικό βότανο στον Κρόνο και αμέσως έπεσαν οι αλυσίδες με τις οποίες ήταν δεμένος. Μετά, ανέβηκαν οι δυο τους στην επιφάνεια και ο Κρόνος αντίκρισε τον κόσμο που δεν πρόλαβε να δει μόλις γεννήθηκε.
Η Γη άρπαξε το δρεπάνι που είχε κρύψει από τα σύννεφα, το έδωσε στο γιο της και του είπε να κρυφτεί πίσω από ένα ψηλό βουνό και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να εκτελέσει το σχέδιο εξόντωσης του πατέρα του.
Μόλις έφτασε η Νύχτα, ο Ουρανός γεμάτος από ερωτικό πάθος άπλωσε το τεράστιο σώμα του πάνω στο κορμί της Γης. Τότε ο Κρόνος βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία και με το ατσάλινο δρεπάνι έκοψε τα ουράνια μέλη. Ο Ουρανός βογκώντας από τους πόνους κατάλαβε την απάτη που έγινε σε βάρος του από το γιο του και τη γυναίκα του. Συνειδητοποίησε ότι έχασε την εξουσία και πληγωμένος, έχοντας χάσει τη θεϊκή του δύναμη, απομακρύνθηκε ψηλά στον ουράνιο θόλο όπου έμεινε για πάντα. Πριν φύγει όμως είπε στον Κρόνο ότι και αυτός θα πάθαινε το ίδιο από κάποιο παιδί του.
Ο Κρόνος πέταξε τα ουράνια μέλη μέσα στην ταραγμένη θάλασσα. Αυτή τα κράτησε για πολύ καιρό• μετά λευκός αφρός ξεχύθηκε και από τον αφρό γεννήθηκε πανώρια η Αφροδίτη, η θεά της ομορφιάς. Από τις σταγόνες του αίματος που χύθηκαν από τη θεϊκή πληγή γεννήθηκαν αργότερα οι Ερινύες, οι Γίγαντες και οι Νύμφες.Αμέσως μετά ο Κρόνος απελευθέρωσε όλα τα αδέρφια του από τα Τάρταρα. Οι Κύκλωπες όμως και οι Εκατόγχειρες άρχισαν σε λίγο καιρό να διεκδικούν την εξουσία από τον Κρόνο και να γίνονται επικίνδυνοι και απειλητικοί. Γι' αυτό ο Κρόνος μαζί με τους υπόλοιπους Τιτάνες τους έριξε πάλι στα Τάρταρα και έβαλε ένα φοβερό τέρας, την Κάμπη (Κάμπια), για να τους φυλάει.Έτσι περνάμε στη δεύτερη γενιά των αθανάτων θεών όπου βασιλεύει ο Κρόνος με σύζυγό του τη Ρέα.


ΤΙΤΑΝΕΣ ΚΑΙ ΤΙΤΑΝΙΔΕΣ
Με την αποχώρηση του Ουρανού από την κοσμική εξουσία, αμέσως μετά την εκτέλεση του σχεδίου της Γης, ο Κρόνος ελευθέρωσε από τα σκοτεινά Τάρταρα τους αδερφούς και τις αδερφές του, τους Τιτάνες και τις Τιτανίδες. Αυτοί αμέσως τον αναγνώρισαν για νέο άρχοντα του Κόσμου στη θέση του Ουρανού και τον βοήθησαν να σταθεροποιήσει την εξουσία του. Έτσι, με τη βοήθειά τους ο Κρόνος απαλλάχτηκε από τους τρομερούς Κύκλωπες και τους γιγάντιους Εκατόγχειρες, παρά τις έντονες αντιρρήσεις της μητέρας του, που ήθελε να έχει στο πλάι της όλα τα παιδιά της. Ο Κρόνος πήρε για γυναίκα του την αδερφή του Ρέα. Έτσι, οι δυο τους έγιναν το δεύτερο θεϊκό ζευγάρι μετά τον Ουρανό και τη Γη και θα κυβερνούσαν μαζί τον κόσμο..
Ο Κρόνος, καθώς ήταν ο ανώτερος από τους Τιτάνες, ανέλαβε να ρυθμίζει το χρόνο, τις αλλαγές των εποχών και να κατευθύνει την κίνηση των πραγμάτων. Έγινε δηλαδή ο ρυθμιστής ολόκληρου του σύμπαντος, ο παντοδύναμος εξουσιαστής
Η Ρέα στο πλάι του Κρόνου, πρώτη ανάμεσα στις αδερφές της, βοηθούσε τον άντρα της καθορίζοντας κι αυτή τη ροή των πραγμάτων (Ρέα = αυτή που ρέει). Καθόριζε μέσα στο βασίλειο του Κρόνου - Χρόνου την κίνηση και τη διαδοχή. Αργότερα έγινε θεά της γονιμότητας και έβγαλε από τα σπλάχνα της τους πρώτους Ολύμπιους θεούς. Δίπλα στο πρώτο ζευγάρι κάθονταν οι υπόλοιποι Τιτάνες και Τιτανίδες σε μεγαλόπρεπους θρόνους και βοηθούσαν τον Κρόνο να ασκεί την εξουσία του. Ανέλαβαν όλοι να φροντίζουν και να προστατεύουν από ένα μικρότερο τμήμα του κόσμου. Οι περισσότεροι έσμιξαν μεταξύ τους και γέννησαν πολυάριθμες μικρότερες θεότητες.
Ο Ωκεανός, ο μεγαλύτερος γιος του Ουρανού και της Γης, βασίλεψε στο υγρό στοιχείο. Ήταν ένας τεράστιος ποταμός που κυλούσε γύρω από την ολοστρόγγυλη Γη και άπλωνε το σώμα του σ' όλα τα σημεία του ορίζοντα, στην Ανατολή, τη Δύση, το Βορρά και το Νότο. Ο Ωκεανός ήταν η προσωποποίηση του νερού και ζευγάρωσε με τη Τηθύ, τη μικρότερη από τις Τιτανίδες η οποία προστάτευε το υγρό στοιχείο και προσωποποιούσε τη γόνιμη θηλυκή θεότητα της θάλασσας. Ο Ωκεανός θαμπώθηκε από την ομορφιά της αδερφής του, τον ξετρέλαναν τα καταγάλανα μάτια της και τα κυματιστά της μαλλιά. Εξάλλου, και η ίδια ήθελε να βρίσκεται όλη μέρα και όλη νύχτα μέσα στα νερά. Από το σμίξιμό τους απέκτησαν αναρίθμητα παιδιά. Έτσι ο Ωκεανός θεωρείται ο πατέρας όλων των ποταμών.
Ο Ησίοδος αναφέρει ότι γιοι του ήταν ο Νείλος, ο Αλφειός, ο Γράκχος, ο Πηνειός, ο Σαγγάριος, ο Εύηνος, ο Ηριδανός, ο Στρυμόνας, ο Μαίανδρος, ο Αχελώος, ο Αλιάκμονας, ο Σκάμανδρος, ο Νέστος, ο Γρανικός, ο Ροδιός, ο Λάδωνας και άλλοι τουλάχιστον τρεις χιλιάδες ποταμοί. Από την Τηθύ επίσης απέκτησε πενήντα κόρες, τις Ωκεανίδες• ανάμεσά τους ήταν η Στύγα, η μεγαλύτερη απ' όλες, η Ηλέκτρα, η Δωρίδα, η Ιάνειρα, η Διώνη, η Τύχη, η Πρυμνώ, η Ιππώ, η Καλλιρρόη, η Ζευξώ, η Καλυψώ, η Ξάνθη, η Πετραία και η Ασία. Αυτές προστάτευαν τα ρυάκια και τις πηγές και ήταν γενικά θεότητες του νερού, όπως και οι σεβαστοί γονείς τους. Ο Κόττος, ο δεύτερος γιος του Ουρανού, είχε γιγαντιαίες διαστάσεις• αυτόν είδε πρώτα ο Ουρανός και άρχισε να φυλακίζει στα Τάρταρα όλα τα παιδιά του. Παρόλα αυτά ήταν αρρενωπός και με όμορφα μέλη. Αντιπροσώπευε την αντρική δύναμη και ομορφιά. Μόλις ο Κρόνος ελευθέρωσε τα αδέρφια του από τα Τάρταρα, ο Κόττος αντίκρισε τη λαμπερή Τιτανίδα Φοίβη, που προσωποποιούσε το φως, και μαγεύτηκε από την ομορφιά της. Και η Φοίβη όμως ανταποκρίθηκε στον έρωτα του αδερφού της. Από το ζευγάρωμά τους γεννήθηκαν η Λητώ και η Αστερία. Η Φοίβη δηλαδή και ο Κόττος είναι η γιαγιά και ο παππούς του Απόλλωνα ο οποίος είχε μητέρα τη Λητώ.
Ο Υπερίονας ήταν κι αυτός ένα από τα θύματα του Ουρανού. Μόλις ξέφυγε από τα Τάρταρα και βγήκε στην επιφάνεια της Γης φάνηκε ολόκληρο το μεγαλείο του. Το εκτυφλωτικό του φως άστραψε προς όλες τις κατευθύνσεις. Το όνομά του σημαίνει αυτός που πηγαίνει πάνω από τη γη. Μερικές φορές χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον ήλιο. Συμβόλιζε την αιώνια λαμπρότητα. Ερωτεύτηκε την αδερφή του, τη Τιτανίδα Θεία, τη θεϊκιά. Και αυτή γοητευμένη από τη λαμπερή του εμφάνιση του παραδόθηκε. Από ένα τέτοιο πανέμορφο ζευγάρι γεννήθηκαν τρία εξαιρετικά παιδιά: ο Ήλιος, που διέσχιζε πάνω στο άρμα του ολόκληρη τη μέρα τον Ουρανό από τη μια άκρη ως την άλλη, η Σελήνη, που άπλωνε τις ασημένιες ακτίνες της μέσα στο σκοτάδι της Νύχτας, και η Ηώ, η ροδοδάχτυλη Αυγή.
Ο Τιτάνας Ιαπετός δε ζευγάρωσε με Τιτανίδα, αλλά με την Κλυμένη, κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος, δηλαδή την ανιψιά του. Απ' αυτήν απέκτησε τον πελώριο Άτλαντα που βαστούσε στους ώμους του τον Ουρανό, τον Μενοίτιο, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα. Με τον Ιαπετό μέσω του Προμηθέα συνδέεται και ο Δευκαλίωνας, ο γενάρχης των ανθρώπων μετά το μεγάλο κατακλυσμό του Δία. Άλλοι πάλι διηγούνται ότι ο Ιαπετός παντρεύτηκε μια άλλη Ωκεανίδα, την Ασία ή την εγγονή του Ωκεανού, την Ασωπίδα ή ακόμη και τη Λιβύη. Ο Κρείος είναι ένας από τους Τιτάνες που δε γνωρίζουμε ακριβώς τα καθήκοντα τα οποία ανέλαβε στην εξουσία του Κόσμου. Πιθανώς, να ήταν κι αυτός κάποια θεότητα του Ουρανού. Ενώθηκε με τη Νύμφη Ευρυβία και έφερε στον κόσμο τρεις γιους: τον Αστραίο, που συμβολίζει τα άστρα, τον Πάλλαντα και τον Πέρση. Ο Αστραίος ζευγάρωσε με την κόρη του Υπερίονα και της Φοίβης, την ολόδροση Αυγή, και απέκτησαν τρεις γιους, τον Ζέφυρο, τον Νότο και τον Βοριά, τους φοβερούς ανέμους.
Η Θέμιδα και η Μνημοσύνη είναι οι δυο Τιτανίδες που διέφεραν από τα υπόλοιπα αδέρφια τους. Αυτές δεν έσμιξαν με τους θεϊκούς Τιτάνες, ούτε στάθηκαν στο πλευρό τους κατά το δεκάχρονο πόλεμο που έκαναν ενάντια στον Δία και στους άλλους Ολύμπιους θεούς. Η Θέμιδα προστάτευε τους Αιώνιους Νόμους. Ήταν η πιο σοβαρή και η πιο σεμνή από τις υπόλοιπες Τιτανίδες. Δε δέχτηκε να παντρευτεί ούτε τον Ιαπετό, ούτε τον Κρείο που την είχαν ερωτευτεί. Αντίθετα, η ίδια ερωτεύτηκε τον Δία και απέκτησε απ' αυτόν πολλά παιδιά. Έτσι γέννησε τις Ώρες, τις τρεις Μοίρες, την Κλωθώ, την Άτροπο και τη Λάχεση, την παρθένα Αστάρτη και τις Νύμφες του ποταμού Ηριδανού. Βοήθησε τον αγαπημένο της στη Γιγαντομαχία και τον συμβούλεψε να ντυθεί με τη φοβερή αιγίδα. Είναι η μοναδική από τους Τιτάνες που είναι καλοδεχούμενη στον Όλυμπο, ακόμη και μετά την ολοκληρωτική νίκη των Ολύμπιων θεών. Την τιμούσαν όλοι, όχι μόνο για τις σχέσεις της με τον Δία, αλλά και επειδή είχε επινοήσει τους χρησμούς (μαντείες), τις τελετουργίες και τους νόμους.
Η Μνημοσύνη ήταν γενικά η προσωποποίηση της μνήμης, της ανάμνησης. Ήταν η πιο σοφή απ' όλες τις Τιτανίδες και η αγαπημένη αδερφή της Θέμιδας. Απέκρουσε βίαια τον έρωτα του αδερφού της Κρείου και είχε καλές σχέσεις με τους Ολύμπιους. Λένε μάλιστα ότι και αυτή ερωτεύτηκε τον Δία. Αυτός ενώθηκε μαζί της στα δάση της Πιερίας για εννιά βράδια συνέχεια. Μετά από ένα χρόνο η Μνημοσύνη του έκανε εννιά κόρες, τις Μούσες, που είχαν το θρόνο τους ψηλά στον Ελικώνα.
Οι Τιτάνες αντιπροσώπευαν για τους αρχαίους τις δυνάμεις της φύσης καθώς και τις δυνάμεις των φυσικών φαινομένων. Αυτές οι δυνάμεις εξουσίαζαν τον κόσμο τον πρώτο καιρό της δημιουργίας. Μόνο η Θέμιδα και η Μνημοσύνη αντιπροσώπευαν περισσότερο νοητικές καταστάσεις, τη δικαιοσύνη και τη μνήμη, γι' αυτό συνέχισαν την πορεία τους πλάι στους Ολύμπιους θεούς.

ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ

ΔΙΑΣ
O Δίας, ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, συμβόλιζε για τους αρχαίους Έλληνες την παντοδυναμία και την απόλυτη εξουσία. Είχε τη διακυβέρνηση του σύμπαντος. Μπορούσε να ελέγχει τα πάντα, αφού όλοι οι άλλοι θεοί που κατείχαν κάποιο τομέα ευθύνης, ήταν απλώς οι βοηθοί του. Πάντα όμως του έμενε χρόνος ώστε να ξελογιάζει κάποια θεά ή κάποια όμορφη βασιλοπούλα και να προκαλεί έτσι τη ζήλια της νόμιμης γυναίκας του, της Ήρας.
Ο Δίας ήταν ο τελευταίος γιος του Κρόνου και της Ρέας. Η σεμνή Ρέα αγανακτισμένη από το σκληρόκαρδο σύζυγό της που έτρεμε για το θρόνο του και γι' αυτόν το λόγο καταβρόχθιζε τα παιδιά του, αμέσως μετά τη γέννα κατάφερε, με τη βοήθεια του Ουρανού και της Γης, να τον ξεγελάσει. Για το λόγο αυτόν ταξίδεψε στην Κρήτη• εκεί με τη βοήθεια του βασιλιά Μελισσέα και με παραστάτριες τις κόρες του, τη Μέλισσα και την Αδράστεια, γέννησε τον Δία σε μια σπηλιά του όρους Δίκτη, που ονομαζόταν Δικταίο άντρο. Στη συνέχεια εμπιστεύτηκε το βρέφος στις Νύμφες του βουνού. Κατόπιν επέστρεψε στο παλάτι του Κρόνου και του έδωσε τυλιγμένη στα σπάργανα μια πέτρα για να την καταπιεί. Ο αφελής Κρόνος την πίστεψε και καταβρόχθισε την πέτρα. Υπάρχουν διάφοροι χαριτωμένοι μύθοι σχετικά με την ανατροφή του νεογέννητου θεού. Οι Νύμφες τον τοποθέτησαν σε μια ολόχρυση κούνια, που την κρέμασαν ανάμεσα στις φυλλωσιές μιας τεράστιας βελανιδιάς, έτσι ώστε να αιωρείται ανάμεσα στη γη και τον ουρανό και ο Κρόνος να μην μπορεί να τον βρει.
Το κλάμα όμως του θεϊκού βρέφους ήταν πολύ δυνατό. Οι νεαρές κοπέλες, για να αποφύγουν κάποια ανεπιθύμητη επίσκεψη του Κρόνου εξαιτίας όλης αυτής της φασαρίας, κάλεσαν τους φίλους τους, τους Κουρήτες. Αυτοί ήταν δαιμονικά ξωτικά του δάσους με παράξενη μορφή.
Κάθε φορά που ο Δίας έκλαιγε, άρχιζαν να χορεύουν έναν άγριο πολεμικό χορό, τον πυρρίχιο, και να τραγουδούν βγάζοντας πολεμικές ιαχές και χτυπώντας τα δόρατα και τα ακόντια πάνω στη γη, που τρανταζόταν ολόκληρη. Έτσι ο Κρόνος δεν μπορούσε να ακούσει το κλάμα του μωρού. Η αγαπημένη Νύμφη του Δία, η Αμάλθεια, άρμεγε το γάλα μιας κατσίκας και τάιζε το θεϊκό βρέφος, που με μεγάλη λαιμαργία καταβρόχθιζε την τροφή του. Η κατσίκα αυτή, που την αποκαλούσαν απλά Αίγα, καταγόταν από τον Ήλιο. Ήταν τεράστια και τρομερή στη μορφή. Οι Τιτάνες δεν άντεχαν να τη βλέπουν, γι' αυτό η Γαία την έκλεισε σε μια σπηλιά της Ίδης. Ο Δίας όμως δε φοβόταν καθόλου το πλάσμα αυτό, που βοήθησε στην ανατροφή του. Έτσι, όταν μεγάλωσε λιγάκι και άρχισε να περπατάει, έπαιζε με την τεράστια κατσίκα, που την ονόμασε μάλιστα Αμάλθεια από το όνομα της αγαπημένης του Νύμφης. Πολλές φορές δεν περίμενε να τον ταΐσουν, καθόταν κάτω από την κατσίκα και αρμέγοντάς την έπινε κατευθείαν το γάλα της.
Κάποια μέρα ο Δίας από απροσεξία και επειδή δεν μπορούσε να ελέγξει τη θεϊκή του δύναμη, έσπασε ένα κέρατο της Αμάλθειας. Λυπήθηκε πάρα πολύ και για να παρηγορήσει το ευλογημένο ζώο, έδωσε το κέρατο στη Νύμφη Αμάλθεια, αφού πρώτα το προίκισε με μαγικές ιδιότητες. Αυτός που το είχε, αρκούσε μόνο να κάνει μια ευχή και αμέσως εμφανίζονταν μπροστά του όλα τα καλά του κόσμου. Από τότε έμεινε γνωστό ως "κέρας της Αμάλθειας" ή "κέρας της Αφθονίας". Όταν η κατσίκα γέρασε και πέθανε, ο Δίας λυπήθηκε πολύ. Από το δέρμα της έφτιαξε την παντοδύναμη αιγίδα του, που ήταν το πιο σημαντικό όπλο του στην Τιτανομαχία. Το θεϊκό παιδί ανατράφηκε και με μέλι. Τα αγριομελίσσια του βουνού, εξαιρετικά γι' αυτόν, μάζευαν το καλύτερο μέλι της βασίλισσάς τους. Οι Νύμφες έδιναν από αυτό στο μικρό Δία, που ξετρελαινόταν για τη γλυκιά του γεύση.
Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο, ο θεός ανατράφηκε με αμβροσία και νέκταρ, δηλαδή με το φαγητό και το ποτό των αθανάτων. Ολόλευκα ιερά περιστέρια κουβαλούσαν την αμβροσία και τάιζαν μόνα τους το βρέφος, όπως ακριβώς έκαναν με τα μικρά τους. Ένας αετός, με γυαλιστερά φτερά και γαμψά νύχια, πετούσε κάθε βράδυ με ιλιγγιώδη ταχύτητα, μέσα από τους αιθέρες, και έφτανε στην πηγή, απ' όπου αντλούσε το νέκταρ και το μετέφερε στο βουνό της Κρήτης.
Ο Δίας όταν μεγάλωσε και απέκτησε εξουσία, έδειξε την ευγνωμοσύνη του σ' όλα τα πλάσματα που βοήθησαν στην ανατροφή του. Έτσι, έκανε την Αμάλθεια και τον αετό αστερισμούς και στα χαριτωμένα περιστέρια ανέθεσε την ευχάριστη υπηρεσία να αναγγέλλουν τις εποχές.Από τις υπόλοιπες νεράιδες του δάσους που προστάτευαν το Δία, πιο γνωστές είναι η Ίδη και η Μήτιδα. Η Ίδη μάλιστα είχε χαρίσει στο μικρό θεό το πρώτο του παιχνίδι• μια κρυστάλλινη σφαίρα που όταν την πετούσε ψηλά άφηνε λαμπρές πολύχρωμες γραμμές στον αέρα, όπως τα άστρα του ουρανού. Περιτριγυρισμένος από τόση αγάπη και στοργή ο Δίας έγινε ένας πανέμορφος έφηβος, γεροδεμένος, με αρμονικά μέλη και εξαιρετική όψη.
Τότε οι Νύμφες κατάλαβαν πως ήρθε η ώρα να του αποκαλύψουν τα πάντα. Έτσι, έμαθε για το σκληρόκαρδο πατέρα του και για όλες τις περιπέτειες που πέρασε η μητέρα του και ο ίδιος μέχρι να φτάσει σ' αυτή την ηλικία. Με τις πολύτιμες συμβουλές, τις ευχές και τα μαγικά βότανα των Νυμφών και ιδιαίτερα της Μήτιδας, έφτασε μπροστά στον Κρόνο• του αποκάλυψε την ταυτότητά του και ζήτησε το θρόνο του. Αυτός αρνήθηκε, αλλά ο Δίας μετά από μακροχρόνια πάλη κατάφερε να τον ακινητοποιήσει. Στη συνέχεια του έδωσε ένα βοτάνι και αμέσως ο Κρόνος ξέρασε τα υπόλοιπα παιδιά του, την Ήρα, την Εστία, τη Δήμητρα, τον Ποσειδώνα και τον Πλούτωνα.
Ο Δίας πέρασε πάρα πολλές περιπέτειες μέχρι να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος. Δε χρειάζεται παρά να θυμίσουμε τη φοβερή Τιτανομαχία που κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια• την αναμέτρηση δηλαδή των Ολυμπίων με τα αδέρφια του Κρόνου, που δεν παραδέχονταν με κανένα τρόπο ως ανώτερό τους έναν νεότερο θεό. Τελικά, με τη συμβουλή της Γαίας, ο Δίας ελευθέρωσε τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, που οι Τιτάνες τους είχαν φυλακίσει στα Τάρταρα. Αυτοί για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους χάρισαν στα τρία αδέρφια φοβερά όπλα. Έτσι, οι Ολύμπιοι μετά από μακροχρόνιο πόλεμο κατάφεραν να συντρίψουν οριστικά τους Τιτάνες.Αμέσως μετά ο Δίας και τ' αδέρφια του έπρεπε να αντιμετωπίσουν τους φοβερούς Γίγαντες. Όμως με την Αθηνά που πολεμούσε σαν άντρας και τον Ηρακλή και τον Διόνυσο συμπαραστάτες κατάφεραν να νικήσουν και πάλι. Τελευταία και πιο οδυνηρή σύγκρουση ήταν αυτή με τον Τυφώνα, ο οποίος κατάφερε να τραυματίσει τον Δία. Όμως με την πονηριά του Ερμή και του Πάνα είχαμε πάλι αίσιο τέλος για τους Ολύμπιους και ιδιαίτερα για τον Δία. Μετά από όλες αυτές τις περιπέτειες έγινε η μοιρασιά ανάμεσα στα τρία αδέρφια. Ο Δίας ανέλαβε τη βασιλεία του Ουρανού, ο Ποσειδώνας τη θάλασσα και ο Άδης τον Κάτω Κόσμο. Όμως και τότε δε σταμάτησαν τα προβλήματα του Δία. Χρειάστηκε πολλές φορές να αντιμετωπίσει τους άλλους θεούς και να τους πείσει για την ανωτερότητά του. Αρκετά συχνά αντιμετώπιζε την έντονη δυσαρέσκεια του Ποσειδώνα, που αμφισβητούσε διαρκώς την εξουσία του και δεν εκτελούσε υπάκουα τις διαταγές του. Αναγκάστηκε να τον απειλήσει αρκετές φορές για να συνετιστεί.
Κάποτε μάλιστα οι άλλοι θεοί οργάνωσαν συνωμοσία εναντίον του βασιλιά των θεών μέσα στο ίδιο του το παλάτι. Σ' αυτή συμμετείχαν η Ήρα, ο Ποσειδώνας, η Αθηνά και ο Απόλλωνας. Και σίγουρα θα κατάφερναν να του κάνουν κακό, αν η Θέτιδα δεν έφερνε από τα βάθη του Ωκεανού συμπαραστάτη του Δία το σεβαστό σ' όλους Βριάρεο. Ο Δίας, για να εκδικηθεί, έδεσε την Ήρα χειροπόδαρα με αόρατες αλυσίδες και την κρέμασε από τον ουρανό. Επιπλέον, έστειλε τον Ποσειδώνα και τον Απόλλωνα να δουλέψουν ως δούλοι στην υπηρεσία του θνητού βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα. Όσο για την Αθηνά που ήταν η αγαπημένη του κόρη, δεν την τιμώρησε και από τότε του ήταν πιστή και υπάκουη.
Κάποιοι μύθοι διηγούνται πως όταν ανέλαβε την εξουσία, έφτιαξε τον κόσμο από την αρχή. Πήρε για γυναίκα του τη Χθονία, μια παλιά θεότητα που ταυτίζεται με τη γη και της χάρισε ένα πέπλο που είχε πάνω σχεδιασμένο τον κόσμο ολόκληρο• τις στεριές και τις θάλασσες, τα βουνά και τους κάμπους, τα ποτάμια και τις λίμνες.
Αλλά και το ανθρώπινο γένος, όταν αυτό έγινε πολύ αμαρτωλό και έπαψε να κάνει θυσίες στους θεούς, το κατέστρεψε μ' ένα φοβερό κατακλυσμό, από τον οποίο σώθηκαν μόνο ο Δευκαλίωνας και η γυναίκα του Πύρρα. Απ' αυτούς, με τη θέληση του Δία, προήλθαν νέοι άνθρωποι από τα λιθάρια που πετούσαν πάνω από την πλάτη τους. Όμως, και σ' αυτό το νέο ανθρώπινο γένος κάποτε άρχισε να βασιλεύει η κακία. Γι' αυτόν το λόγο ο Δίας προκάλεσε δυο μεγάλες πολεμικές συρράξεις, την εκστρατεία των Επτά στρατηγών εναντίον της Θήβας και τον Τρωικό πόλεμο. Ένας επιπλέον λόγος ήταν ότι ο πληθυσμός της γης είχε αυξηθεί επικίνδυνα και ο πόλεμος ήταν ένα μέσο για να μειωθεί πάλι. Στην πρώτη περίπτωση ο Δίας τιμώρησε και τους επτά στρατηγούς, γιατί ήταν ασεβείς και αλαζόνες. Ο ένας έλεγε πως θα κυρίευε τη Θήβα ανεξάρτητα από τη θέληση του παντοδύναμου θεού, ο άλλος είχε ως έμβλημά του τον Τυφώνα, το μεγαλύτερο εχθρό του Δία, και κάποιος άλλος αμφισβητούσε τη δύναμη του κεραυνού του. Όλοι τους βρήκαν φρικτό τέλος. Τους γιους τους αργότερα, που ήταν θεοσεβούμενοι και θυσίαζαν τακτικά στους θεούς, τους βοήθησε να καταλάβουν το θηβαϊκό κάστρο.
Στην περίπτωση του Τρωικού πολέμου ο Δίας φρόντισε πρώτα απ' όλα να γεννηθεί η Ελένη, έτσι ώστε η αρπαγή της από τον Πάρη να σημάνει την έναρξη του πολέμου. Στη διάρκεια της πολεμικής επιχείρησης είχε βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό του. Κράτησε για αρκετό χρονικό διάστημα τον Αχιλλέα έξω από το πεδίο της μάχης όπως είχε υποσχεθεί στη μητέρα του τη Θέτιδα. Επιπλέον, έδωσε την τελική νίκη στους Έλληνες όπως αυτός είχε αποφασίσει, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους Ολύμπιους που πολεμούσαν στο πλευρό της μιας ή της άλλης παράταξης.
Πολλοί θεοί και ακόμη περισσότεροι θνητοί γνώρισαν την οργή του Δία όταν έκαναν κάτι ενάντια στη θέλησή του ή κάτι που διασάλευε την τάξη του σύμπαντος και τους φυσικούς νόμους. Γι' αυτό κεραυνοβόλησε τον Φαέθωνα που τόλμησε να οδηγήσει το άρμα του Ήλιου και κόντεψε να κάψει τη Γη, όταν πλησίασε πολύ κοντά της.
Το ίδιο έκανε με τον Ασκληπιό που είχε τόσο πολύ προοδεύσει στην ιατρική τέχνη, ώστε κατάφερνε με τα βότανά του να ανασταίνει νεκρούς. Ο Απόλλωνας οργισμένος από το θάνατο του γιου του, για να εκδικηθεί, θέλησε να σκοτώσει με τα χρυσά βέλη του τους Κύκλωπες. Ο Δίας εξοργίστηκε τόσο ώστε ήταν έτοιμος να ρίξει το γιο του στα Τάρταρα. Μετά όμως από παράκληση της Λητώς μετρίασε την ποινή του Απόλλωνα και τον έστειλε για ένα χρόνο στην υπηρεσία του Άδμητου. Εξάλλου, ο Δίας με τον κεραυνό του σκότωσε τον Ιασίονα που είχε ερωτευτεί τη θεά Δήμητρα. Αυτή ανταποκρίθηκε στον έρωτά του και ζούσε ευτυχισμένη μαζί του στους αγρούς. Ο Δίας δεν ήθελε οι θεές να ζευγαρώνουν με θνητούς. Όλους αυτούς τους ερωτικούς πόθους που δεν ήταν σύμφωνοι με τους νόμους της φύσης τους προκαλούσε η Αφροδίτη και στη συνέχεια ειρωνευόταν τους αθάνατους.
Ο παντοδύναμος Δίας, που ήταν και το συχνότερο θύμα της, για να την τιμωρήσει, της ενέπνευσε μεγάλο ερωτικό πάθος για το θνητό Αγχίση και έτσι απόκτησε απ' αυτόν το θνητό ήρωα Αινεία. Κάποιες φορές ο ίδιος επισκεπτόταν τους θνητούς για να ελέγξει την πίστη τους. Κάποτε πήγε και στην Κέα όπου κατοικούσαν οι Τελχίνες. Αυτοί ήταν ένας άγριος λαός που δε δέχονταν το Δία ως τον ανώτερο θεό και δεν τον υποδέχτηκαν με κανένα σεβασμό. Μόνο η κόρη του βασιλιά τους η Δεξιθέα έπεσε στα γόνατα και προσφέρθηκε να τον υπηρετήσει σαν πιστή δούλη. Τότε ο Δίας κατέστρεψε όλους τους κατοίκους εκτός από τη σεβάσμια κόρη.
Μια άλλη φορά ο θεός πήγε στην Αρκαδία. Εκεί ο βασιλιάς Λυκάονας και οι γιοι του, για να δοκιμάσουν τη δύναμη και την παντογνωσία του, έσφαξαν ένα βρέφος, το έψησαν και του έδωσαν να φάει. Ο Δίας εξοργισμένος απ' αυτό το ανοσιούργημα μεταμόρφωσε το βασιλιά και τους γιους του σε λύκους.
Ο Σαλμωνέας, ο βασιλιάς της Ήλιδας, είχε γίνει τόσο αλαζονικός που σχεδόν τρελάθηκε και ισχυριζόταν ότι έμοιαζε με τον Δία. Τότε ο θεός έριξε τον κεραυνό του στο παλάτι του βασιλιά και προκλήθηκε τεράστια πυρκαγιά που κατέκαψε όλη την πόλη.
Δίκαια ο Δίας ονομάστηκε πατέρας των θεών και των ανθρώπων. Πραγματικά, πολλοί Ολύμπιοι αλλά και μικρότερες θεότητες, όπως επίσης και ένα πλήθος από επώνυμους ήρωες διαφόρων πόλεων ήταν παιδιά του.
Πρώτη σύζυγός του θεωρείται η Μήτιδα, η Νύμφη που του έδωσε το μαγικό βοτάνι για να νικήσει τον Κρόνο. Όμως δυστυχώς υπήρχε χρησμός που έλεγε ότι ο γιος που θα αποκτούσε από τη Μήτιδα θα ήταν πιο δυνατός από τον πατέρα του. Γι' αυτό αποφάσισε να καταπιεί τη γυναίκα του. Με τον τρόπο αυτόν απομάκρυνε τον κίνδυνο για εκθρόνιση και παράλληλα απέκτησε όλη τη σοφία του κόσμου. Μετά από εννιά μήνες χρειάστηκε να κάνει ο ίδιος μια ιδιόμορφη καισαρική τομή. Τον βασάνιζε ένας φοβερός πονοκέφαλος και το κεφάλι του άρχισε να μεγαλώνει. Έτσι, ο Ήφαιστος, παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, κατάφερε ένα γερό χτύπημα με το σφυρί του στο θεϊκό κεφάλι από όπου ξεπήδησε πάνοπλη η Αθηνά.
Επίσης ο Δίας, τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του, ζευγάρωσε με δυο Τιτανίδες. Πρώτα με τη Θέμιδα, την προσωποποίηση της δικαιοσύνης. Απ' αυτήν απέκτησε τις τρεις Ώρες, την Ευνομία, τη Δίκη και την Ειρήνη, και τις τρεις Μοίρες, την Κλωθώ, τη Λάχεση και την Άτροπο, που όριζαν την τύχη των ανθρώπων μα και των θεών. Από την Τιτανίδα Μνημοσύνη, την προσωποποίηση της ανάμνησης, μετά από εννιά νύχτες συνεχούς ζευγαρώματος, απέκτησε τις εννιά Μούσες, την Καλλιόπη, την Κλειώ, την Πολύμνια, την Ευτέρπη, την Τερψιχόρη, την Ερατώ, τη Μελπομένη, τη Θάλεια και την Ουρανία. Αυτές προστάτευαν τη μουσική, την ποίηση και γενικά τις καλές τέχνες.Από την Ωκεανίδα Ευρυνόμη ο Δίας απέκτησε τις τρεις Χάριτες, την Αγλαΐα, την Ευφροσύνη και τη Θάλεια. Κάποτε θέλησε να ζευγαρώσει και με τη θαλασσινή θεά Θέμιδα. Όμως η Θέμιδα προειδοποίησε ότι το παιδί της θα αποκτούσε όπλο πιο δυνατό και από τον κεραυνό. Τότε αυτός έπνιξε το ερωτικό του πάθος και φρόντισε να παντρέψει την όμορφη Νηρηίδα με το θνητό Πηλέα. Μετά τα ζευγαρώματα μ' αυτές τις παλιότερες θεές, μοναδική νόμιμη σύζυγος του Δία αναγνωρίστηκε η Ήρα, που ήταν αδερφή του. Λένε πως αυτή δεν υπέκυπτε αρχικά στον έρωτά του, γι' αυτό ο Δίας κατέφυγε σ' ένα τέχνασμα. Μια κρύα μέρα του χειμώνα εμφανίστηκε έξω από το παράθυρο της σεβαστής θεάς μεταμορφωμένος σε κούκο. Εκείνη λυπήθηκε το παγωμένο πουλί και το έβαλε στον κόρφο της για να ζεσταθεί. Τότε ο θεός πήρε την κανονική του μορφή και αφού της υποσχέθηκε ότι θα την κάνει νόμιμη σύζυγό του, ενώθηκε μαζί της. Το κυρίαρχο ζευγάρι του Ολύμπου απέκτησε τρία παιδιά, την αιώνια έφηβη Ήβη, που την έδωσαν ως σύζυγο στον Ηρακλή όταν έγινε αθάνατος, τον πολεμόχαρο Άρη και το θεϊκό σιδηρουργό Ήφαιστο. Βέβαια, ζούσαν μια πολυτάραχη συζυγική ζωή μια και η παράφορη ζήλια της Ήρας δεν μπορούσε ν' αντέξει τις συνεχείς ερωτικές περιπέτειες του άντρα της. Αρκετές φορές μάλιστα αποπειράθηκε να εγκαταλείψει τη συζυγική εστία. Ο παντοδύναμος Δίας έβρισκε πάντα τον τρόπο να τη φέρει πίσω. Πάντα τη διαβεβαίωνε πως οι εξωσυζυγικές του περιπέτειες δε σήμαιναν τίποτε γι' αυτόν και ότι η ίδια ήταν η μόνη γυναίκα που του προκαλούσε τον πραγματικό πόθο.
Γιος του Δία ήταν και ο Ερμής. Ο μεγάλος θεός αντίκρισε κάποτε την Ατλαντίδα Μαία, που κατοικούσε στο όρος Κυλλήνη της Αρκαδίας. Την ερωτεύτηκε και την κατέκτησε στη διάρκεια μιας σκοτεινής νύχτας, όταν η Ήρα κοιμόταν και κανένας άλλος αθάνατος ή θνητός δεν μπορούσε να τους δει. Από το σμίξιμο αυτό προήλθε ο Ερμής, που αναστάτωσε τον κόσμο μόλις αντίκρισε το φως του ήλιου.
Και η Λητώ, που ήταν κόρη Τιτάνων, δε γλίτωσε τα αγκαλιάσματα του Δία. Αυτή του όμως η απιστία έγινε γνωστή στην Ήρα, που καθώς δεν μπορούσε να βλάψει τον παντοδύναμο σύζυγό της, καταδίωξε μ' όλες τις δυνάμεις της την ερωμένη του. Αλλά και όταν μετά από μακροχρόνιες περιπλανήσεις η Λητώ βρήκε ένα μέρος για να γεννήσει, η Ήρα κρατούσε αιχμάλωτη την Ειλείθυια, τη θεά των αίσιων τοκετών. Μόνο μ' ένα πολύτιμο δώρο κατάφεραν οι υπόλοιπες θεές να την εξευμενίσουν. Έτσι, γεννήθηκαν δυο νέοι Ολύμπιοι θεοί, η Άρτεμη και ο Απόλλωνας. Ο Δίας πεθύμησε κάποτε και την αδερφή της Λητώς, την Αστερία. Αυτή όμως αντιστάθηκε με κάθε τρόπο και γι' αυτό τη μεταμόρφωσε σε ορτύκι και αργότερα σε ένα μικρό νησί, την Ορτυγία, που ήταν καταδικασμένη να πλέει διαρκώς στη θάλασσα. Μόνο όταν η Ορτυγία δέχτηκε την αδερφή της, για να γεννήσει, τότε έγινε σταθερό νησί και ονομάστηκε Δήλος. Άλλοι μυθογράφοι διηγούνται ότι τελικά ο θεός κατέκτησε την Αστερία, η οποία γέννησε την Εκάτη. Ο Δίας ερωτεύτηκε κάποτε και τη Δήμητρα, την άλλη αδερφή του. Αυτή τον απωθούσε για πολύ καιρό. Τελικά ο παντοδύναμος θεός ικανοποίησε κι αυτό του το πάθος, που είχε ως αποτέλεσμα τη γέννηση της Περσεφόνης. Ακόμη, ο Δίας ενώθηκε με τη Σελήνη, που γέννησε την Έρση και την Πανδία, όπως επίσης και με τη Νύμφη Θύβρη, που γέννησε τον τραγοπόδαρο Πάνα, θεό της γονιμότητας.
Πολύ γνωστός είναι ο μύθος σχετικά με τη γέννηση του Διόνυσου. Ο Δίας ερωτεύτηκε τη βασιλοπούλα της Θήβας Σεμέλη. Η θνητή κοπέλα δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί στη θεϊκή ομορφιά του και ενώθηκε μαζί του. Η Ήρα για να εκδικηθεί παρουσιάστηκε στη βασιλοπούλα με τη μορφή της τροφού της και την έπεισε να ζητήσει από τον Δία να της ορκιστεί ότι θα παρουσιαστεί μπροστά της σ' όλο του το μεγαλείο. Έτσι κι έγινε• μάταια ο Δίας προσπαθούσε να της αλλάξει γνώμη, η Σεμέλη επέμενε. Τότε, εμφανίστηκε μπροστά της πάνω στο χρυσό του άρμα, κρατώντας στα χέρια του τον κεραυνό, συνοδευόμενος από αστραπές και βροντές. Η Σεμέλη, όπως θα συνέβαινε άλλωστε σε κάθε θνητό, δεν άντεξε το μεγαλείο του και κάηκε. Ο Δίας πήρε το βρέφος που είχε συλλάβει η νεαρή κοπέλα και το έραψε στο μηρό του. Όταν πέρασαν εννιά μήνες, γεννήθηκε ο Διόνυσος, ο θεός των αμπελιών και του κρασιού. Ο μέγας θεός, επειδή δεν μπορούσε να κρατήσει το βρέφος πάνω στον Όλυμπο, το εμπιστεύτηκε στην Ινώ, την αδερφή της Σεμέλης, και στο σύζυγό της Αθάμα. Όμως η ζηλιάρα Ήρα κατέστρεψε τους δυο συζύγους στέλνοντάς τους παροδική τρέλα. Κατόπιν ο Δίας εμπιστεύτηκε το βρέφος στις Νύμφες της Βοιωτίας, όπου και ανατράφηκε.
Η Ιώ όμως υπήρξε η θνητή που ταλαιπωρήθηκε ιδιαίτερα από την Ήρα. Αυτή ήταν κόρη του Ίναχου, βασιλιά του Άργους. Η ομορφιά της ήταν εξαιρετική και ο Δίας, όπως ήταν φυσικό, την ερωτεύτηκε. Από κει και πέρα άρχισε το μαρτύριό της. Η Ήρα ετοίμασε ένα σχέδιο για να την καταστρέψει και ο Δίας για να τη σώσει τη μεταμόρφωσε σε λευκή αγελάδα. Τότε η ζηλόφθονη σύζυγος έστειλε ένα σιχαμερό και ενοχλητικό έντομο, τον οίστρο (αλογόμυγα), που κεντούσε διαρκώς την Ιώ. Αυτή για να αποφύγει τα τσιμπήματα άρχισε έξαλλη να τρέχει. Διέσχισε τη θάλασσα που πήρε το όνομά της, Ιόνιο Πέλαγος, και έφτασε μετά από πολλές περιπέτειες στην Αίγυπτο. Εκεί ο Δίας τη λυπήθηκε για τα τόσα βάσανά της και της ξαναέδωσε την ανθρώπινη μορφή της. Τότε η Ιώ γέννησε τον Έπαφο, που κυβέρνησε όσους τόπους ποτίζει ο Νείλος και που έγινε προπάτορας όλων εκείνων που ίδρυσαν τα μεγάλα βασίλεια στην Ασία, την Αφρική και την Αργολίδα. Η Ήρα ανέθεσε στους Κουρήτες να εξαφανίσουν τον Έπαφο. Ο Δίας οργισμένος τους κατακεραύνωσε, μολονότι τον είχαν βοηθήσει τόσο πολύ όταν ήταν βρέφος. Όσο για την Ιώ, πήρε τη θέση της στον ουράνιο θόλο ως αστερισμός.
Πολύ γνωστός είναι και ο έρωτας του πρώτου θεού με τη Δανάη, τη βασιλοπούλα του Άργους. Ο πατέρας της Ακρίσιος την είχε φυλακίσει σ' ένα κελί του παλατιού, γιατί είχε πάρει χρησμό πως ο γιος της Δανάης θα σκότωνε τον παππού του. Τότε παρουσιάστηκε ο Δίας που είχε ερωτευτεί τη βασιλοπούλα και μεταμορφωμένος σε χρυσή βροχή διαπέρασε τη στέγη και μπήκε στο κελί. Από το σμίξιμό τους γεννήθηκε ο ήρωας Περσέας. Η Δανάη για αρκετό καιρό κράτησε κρυφό το γεγονός. Κάποια στιγμή όμως ο πατέρας της άκουσε το κλάμα του μωρού και ανακάλυψε τα πάντα. Τότε ζήτησε να μάθει ποιος ήταν ο πατέρας. Όταν η Δανάη του ανέφερε το όνομα του Δία, δεν την πίστεψε και για τιμωρία την έκλεισε μαζί με το μωρό σ' ένα ξύλινο κιβώτιο και την έριξε στη θάλασσα. Κάποτε έφτασαν κοντά στη Σέριφο. Ένας ψαράς, ο Δίκτης, που είδε το κιβώτιο και άκουσε φωνές, το μάζεψε και το άνοιξε. Η Δανάη και ο Περσέας διηγήθηκαν την περιπέτειά τους και ο Δίκτης τους πήρε στο σπίτι του, όπου έζησαν για αρκετά χρόνια. Ο Δίας πολλές φορές επιθύμησε και γυναίκες που ήταν ήδη παντρεμένες με θνητούς. Έτσι, ερωτεύτηκε τη Λήδα, τη γυναίκα του Τυνδάρεου. Για να την πλησιάσει πήρε τη μορφή ενός κατάλευκου κύκνου. Από το σμίξιμό τους η Λήδα γέννησε την ωραία Ελένη, που έγινε αιτία να ξεσπάσει ο Τρωικός πόλεμος, καθώς επίσης και τους δίδυμους Κάστορα και Πολυδεύκη. Απ' αυτούς ο ένας προήλθε από το σπέρμα του Δία και ήταν αθάνατος, ενώ ο άλλος προήλθε από το σπέρμα του Τυνδάρεου και ήταν θνητός. Γι' αυτό όταν ο Κάστορας πέθανε, ο Πολυδεύκης ζήτησε και πέτυχε από τον πατέρα του να εναλλάσσεται στη ζωή με τον αγαπημένο του αδερφό.
Ο μεγάλος θεός ήταν πατέρας ενός από τους πιο γνωστούς ήρωες της αρχαιότητας, του Ηρακλή. Ερωτεύτηκε την Αλκμήνη, τη σύζυγο του Αμφιτρύωνα και για άλλη μια φορά χρησιμοποίησε δόλο. Πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα και μπήκε στο δωμάτιο της βασίλισσας όπου έσμιξε μαζί της. Εννιά μήνες αργότερα γεννήθηκε ο ημίθεος Ηρακλής. Με διάφορες Νύμφες αλλά και θνητές ο Δίας ζευγάρωσε και έφερε στον κόσμο τους γενάρχες πολλών λαών και τους ιδρυτές πολλών πόλεων.
Στην Κρήτη όπου πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του διηγούνταν ότι ζευγάρωσε με μια τοπική ηρωίδα, την Κρήτη, που έδωσε το όνομά της στο νησί και απέκτησε ένα γιο, τον Κόρα, το γενάρχη ενός λαού που κατοικούσε στα πολύ αρχαία χρόνια στο Αιγαίο.
Πολύ πιο γνωστός είναι ο μύθος που διηγείται τον έρωτα του Δία για την Ευρώπη. Αυτή ήταν κόρη του βασιλιά της Συρίας. Μια μέρα που έπαιζε με τις φίλες της στα λιβάδια και μάζευε λουλούδια, ο θεός την αντίκρισε και αμέσως τον χτύπησε ο έρωτας. Για να πλησιάσει την κοπέλα μεταμορφώθηκε σε ήμερο ταύρο. Αυτή άρχισε να χαϊδεύει το δυνατό ζώο και ανέβηκε στη ράχη του. Αμέσως, ο Δίας-ταύρος άρχισε να τρέχει με αστραπιαία ταχύτητα• η Ευρώπη έκλαιγε μα δεν μπορούσε να πηδήξει από τον ταύρο γιατί θα σκοτωνόταν. Ο μεταμορφωμένος θεός διέσχισε τη θάλασσα και έφτασε στην Κρήτη. Εκεί μέσα στη σπηλιά που γεννήθηκε, στο Δικταίο άντρο, έσμιξε με τη νεαρή βασιλοπούλα. Καρποί αυτού του ζευγαρώματος ήταν ο Μίνωας και ο Ραδάμανθης. Μετά από λίγο καιρό η Ευρώπη παντρεύτηκε ένα βασιλιά του νησιού, τον Αστέριο, που υιοθέτησε τα παιδιά του Δία. Κάποια άλλη φορά ο θεός μεταμορφωμένος κατάφερε να αποπλανήσει τη Νύμφη Καλλιστώ. Αυτή ήταν σύντροφος της Άρτεμης και είχε ορκιστεί αιώνια παρθενική ζωή. Όταν η Ολύμπια θεά κατάλαβε τι συνέβη, έδιωξε την Καλλιστώ από κοντά της. Ο Δίας, επειδή τη λυπήθηκε, τη μεταμόρφωσε σε αρκούδα, όμως η Άρτεμη τη σκότωσε με τα βέλη της. Ο παντοδύναμος θεός, όπως συνήθιζε με τα αγαπημένα του πρόσωπα, τη μεταμόρφωσε σε αστερισμό, τη Μεγάλη Άρκτο (Αρκούδα). Το παιδί που είχε συλλάβει το μεγάλωσε η Μαία και έγινε γενάρχης των κατοίκων της Αρκαδίας, ο Αρκάς.
Στο Άργος διηγούνταν ότι η πρώτη θνητή ερωμένη του Δία ήταν η Νιόβη, που γέννησε τον Άργο, γενάρχη των Αργείων. Επιπλέον από την Ιοδάμα γεννήθηκε ο Θήβης, αρχηγός των Θηβαίων, από την Ευρυνόμη ο Ασωπός, από τον οποίο κατάγονταν οι Βοιωτοί, από τη Μάιρα ο Λοκρός, που έδωσε το όνομά του στη Λοκρίδα, και από την Ισονόη ο Ορχομενός, που ήταν προπάτορας των Ορχομενίων. Η Σελήνη του χάρισε για γιο τον Νεμέα και η Ταϋγέτη τον Λακεδαίμονα• απ' αυτούς αντίστοιχα προήλθαν οι Νεμεάτες και οι Λακεδαιμόνιοι. Εξάλλου, από την Αίγινα γεννήθηκε ο Αιακός (Αιγινήτες) και από τη Σίθνιδα ο Μάγαρος (Μεγαρείς).Στον Δία καταλογίζεται και η αρπαγή ενός νέου άντρα, του Γανυμήδη. Ο Δίας γοητευμένος από την όψη και την κορμοστασιά του ωραιότερου θνητού, μεταμορφωμένος σε αετό τον άρπαξε και τον μετέφερε στον Όλυμπο. Εκεί τον χρησιμοποίησε ως οινοχόο, μια ιδιότητα που μέχρι τότε είχε η Ήβη, και γενικά ως σύντροφο στα συμπόσια.Ο Δίας, όπως είπαμε, ήταν ο κατεξοχήν θεός. Είχε κάτω από την επίβλεψή του ολόκληρο το σύμπαν• προστάτευε τη φύση, αλλά και διάφορες πτυχές της προσωπικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής των ανθρώπων.
Ο ίδιος ήταν αρχηγός των θεών και ο πιο δυνατός απ' όλους. Χαρακτηριστικό της παντοδυναμίας του είναι το απόσπασμα της Ιλιάδας, όπου προκαλεί τους υπόλοιπους Ολύμπιους να τον τραβήξουν από τον ουρανό στη γη μ' ένα χρυσό σκοινί• τους διαβεβαιώνει πως δε θα τα καταφέρουν. Αν αυτός όμως τραβήξει μόνος του το σκοινί προς την πλευρά του ουρανού, τότε θα παρασύρει όχι μόνο θεούς μα και τη γη ολόκληρη με τις στεριές και τις θάλασσες και θα φαίνεται σαν μια σφαίρα που κρέμεται από τον ουρανό. Γι' αυτούς τους λόγους θεωρήθηκε προστάτης της εκάστοτε εξουσίας, είτε επρόκειτο για βασιλιά, είτε για ευγενείς, είτε για το δήμο (λαό). Κατά τον ίδιο τρόπο προστάτευε και τον πατέρα κάθε σπιτιού, που ήταν αρχηγός της οικογένειας.
Επίσης, ο Δίας με την προσωνυμία Ξένιος ήταν προστάτης της φιλοξενίας, για την οποία και στις μέρες μας ακόμη φημίζονται οι Έλληνες. Ακόμη, προστάτευε τους ικέτες και τους φυγάδες (Ζευς Ικέσιος και Φύξιος). Επιπλέον, ήταν προστάτης του όρκου (Ζευς Όρκιος) και η οργή του ήταν τρομερή όταν κάποιος θεός ή θνητός τον παρέβαινε. Οι θνητοί πάντοτε στους όρκους τους επικαλούνταν ως πρώτο θεό τον Δία, ενώ οι θεοί ορκίζονταν στα ιερά ύδατα της Στύγας. Η παράβαση αυτού του όρκου ακόμη και για τους αθάνατους είχε φοβερές συνέπειες.
Για έναν ολόκληρο χρόνο έπεφταν σε νάρκη και για τα επόμενα εννιά δε συμμετείχαν στα συμβούλια και τα συμπόσια των θεών. Απόλυτη ήταν η εξουσία του στη φύση και στις καιρικές μεταβολές. Ήταν αυτός που έστελνε το ουράνιο φως και την καλοκαιρία (Ζευς Ουράνιος και Αίθριος). Επιπλέον, έστελνε τους ανέμους, τις βροχές, τα σύννεφα, το χιόνι, το χαλάζι, όπως επίσης και την αστραπή, τη βροντή και τον κεραυνό, τα δώρα των Κυκλώπων.
Συχνότατα τον λάτρευαν σε κορυφές βουνών όπου χτίζονταν ιερά και βωμοί γιατί πίστευαν ότι έτσι βρίσκονταν πιο κοντά στο θεό. Ο Δίας φανέρωνε τη θέλησή του μέσα από όνειρα μα και από χρησμούς. Υπήρχαν δυο φημισμένα μαντεία που ήταν αφιερωμένα σ' αυτόν. Το ένα ήταν το μαντείο της Δωδώνης στην Ήπειρο και το άλλο του Δία Άμμωνα στη Λιβύη.
Σημαντικότερο σύμβολο του Δία ήταν ο κεραυνός, το πιο πολύτιμο όπλο που διέθετε. Ακολουθεί το σκήπτρο, που κατέληγε σε αετό και ήταν το σύμβολο της εξουσίας του. Ακόμη, η αιγίδα ήταν το δέρμα της Αμάλθειας που τον έκανε αήττητο. Ιερό δέντρο του Δία ήταν η βελανιδιά. Πολύ συχνά εικονίζεται με δυο πιθάρια στο πλάι του που συμβόλιζαν τα καλά και τα κακά που μοίραζε στους ανθρώπους.


ΗΡΑ
H Ήρα είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές του αρχαίου ελληνικού Δωδεκάθεου. Κόρη του Κρόνου και της Ρέας, μοναδική νόμιμη σύζυγος του Δία, θεά των ουρανών, προστάτιδα του γάμου και των παντρεμένων, ιδιαίτερα, γυναικών και προσωποποίηση της συζυγικής πίστης. Η Ήρα ενσαρκώνει τις αρετές και τα ελαττώματα της παντρεμένης γυναίκας. Είναι η πιστή και αφοσιωμένη, η τρυφερή και υποταγμένη στον κύριο και αφέντη της γυναίκα, αλλά και η δυναμική και πολυμήχανη, εριστική και γκρινιάρα, καταπιεστική και ζηλόφθονη, παθιασμένη και εκδικητική σύζυγος. Η εκδίκησή της, αφρισμένη κατεβασιά, σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της.
Μάχεται, αγωνίζεται απεγνωσμένα για ό,τι δικαιωματικά της ανήκει, για το αντικείμενο του πόθου της.Λαός εύθυμος, με σκωπτική διάθεση και πηγαίο, ανεξάντλητο χιούμορ, οι αρχαίοι Έλληνες έδωσαν μια περισσότερο ανθρώπινη διάσταση στις θεότητές τους. Φαντάστηκαν το γάμο της Ήρας και του Δία ένα πεδίο διαρκούς αντιπαλότητας, αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων και το βασιλιά θνητών και αθανάτων, το νεφεληγερέτη,
αστραποβόλο και κεραυνοβόλο Δία, να κατατρέχεται ασταμάτητα από μια ζηλόφθονη και εκδικητική σύζυγο και να καταφεύγει σε τεχνάσματα και μηχανορραφίες για να αποφύγει τις θυελλώδεις εκρήξεις της οργής της.
Η γέννηση της βασίλισσας των θεών τοποθετείται στη Σάμο και κατ' άλλους στη Στυμφαλία ή στην Εύβοια. Η μοίρα της δεν ήταν διαφορετική από αυτή των αδερφών της. Ο ανελέητος Κρόνος την κατάπιε, προσπαθώντας να πολεμήσει τη μοίρα του. Μόνο όταν η πολυμήχανη Ρέα κατόρθωσε, με τέχνασμα, να ξεγελάσει τον Κρόνο, τότε η Ήρα, μαζί με τα υπόλοιπα αδέρφια της, ξαναείδε το φως. Μετά την εκθρόνιση του Κρόνου, ο Δίας τη ζήτησε σε γάμο. Εκείνη τον απέκρουσε με περηφάνια. Τρελός από έρωτα για την αδερφή του ο Δίας δεν παραιτήθηκε από τους σκοπούς του. Μια βροχερή, χειμωνιάτικη μέρα, καθώς η θεά περπατούσε στο δάσος, ο Δίας μεταμορφώθηκε σε κούκο, που έπεσε στα πόδια της ανυποψίαστης Ήρας. Η θεά λυπήθηκε το μισοπαγωμένο πλασματάκι. Έσκυψε, το πήρε στην αγκαλιά της, το χάιδεψε με τα τρυφερά της χέρια και το ζέστανε στους παρθενικούς της κόρφους. Τότε ο βασιλιάς των θεών πήρε την πραγματική του μορφή. Μεγαλόπρεπος, επιβλητικός, πανίσχυρος και ακαταμάχητος, εξουδετέρωσε και τις τελευταίες ικμάδες αντίστασης της θεάς. Η Ήρα νικήθηκε, υποτάχτηκε, έγινε για πάντα δική του, αφού πρώτα εξασφάλισε "υπόσχεση γάμου".
Ο γάμος τους έγινε με θεϊκή λαμπρότητα. Η ζωή τους όμως δεν ήταν πάντοτε ευτυχισμένη. Αντίθετα, ήταν τρικυμιώδης και πολυτάραχη, όπως, άλλωστε, θυελλώδης υπήρξε και ο έρωτάς τους. Οι αλλεπάλληλες εκρήξεις οργής και ζήλιας της θεάς και οι συχνοί καβγάδες ανάμεσα στο θεϊκό ζευγάρι, έτρεφαν τη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων και αποτελούσαν προσφιλείς διηγήσεις και αναγνώσματα.
Εκείνος, υπερόπτης, άστατος και άπιστος σύζυγος, τσάκιζε συχνά την αξιοπρέπειά της και πλήγωνε ανεπανόρθωτα τη γυναικεία περηφάνια της. Δε δίσταζε, μάλιστα, να καυχιέται, μπροστά της, για τις αμέτρητες περιπέτειές του με θεές και θνητές.
Εκείνη, αδάμαστη και αγέρωχη, επικαλούνταν την τιμημένη καταγωγή της και πρόβαλλε τα αναφαίρετα δικαιώματά της -την ιδιότητά της, της νόμιμης συζύγου.
Ο Δίας, μέσα από τους ομηρικούς στίχους, δήλωνε ότι περιφρονούσε την οργή και την γκρίνια της και της ζητούσε, επίμονα, υποταγή. Δε δίστασε, μάλιστα, να κάνει κάποτε πράξεις τις απειλές του, όταν, δεμένη χειροπόδαρα, την κρέμασε ανάμεσα στον αιθέρα και στα σύννεφα.
Η Ήρα, με καταρρακωμένη αξιοπρέπεια και τυφλωμένη από το πάθος της για εκδίκηση, περνούσε συχνά στην αντεπίθεση. Κατορθώνοντας να πάρει με το μέρος της την Αθηνά και τον Ποσειδώνα, προσπάθησε κάποτε να καθυποτάξει τον Δία, ο οποίος μόλις που κατάφερε να γλιτώσει χάρη στη μεσολάβηση της Θέτιδας και του Εκατόγχειρα Αιγαίωνα. Άλλοτε πάλι, η θεά αποφάσισε να εγκαταλείψει για πάντα τη "συζυγική κλίνη". Γύρισε στην Εύβοια, εκεί όπου για πρώτη φορά του δόθηκε. Ο Δίας όμως, που ένιωσε την επιθυμία για τη νόμιμη γυναίκα του να ξαναφουντώνει, μηχανεύτηκε ένα τέχνασμα για να τη φέρει πάλι κοντά του. Πήγε κι αυτός στην Εύβοια, όπου διέδωσε ότι θα παντρευτεί μια πανέμορφη νύμφη. Έντυσε μάλιστα ένα ξόανο με νυφιάτικα πέπλα. Η Ήρα, τυφλωμένη από τη ζήλια της, όρμησε με μίσος στη νέα αντίζηλή της και της πέταξε τα πέπλα. Στη θέα όμως του ξόανου, ξέσπασε σε γέλια. Γέλια χαράς και λύτρωσης. Η αγάπη που σιγόκαιγε μέσα της έγινε πυρκαγιά. Χύθηκε με λαχτάρα στην αγκαλιά του αγαπημένου της, νικημένη και υποταχτικιά του και πάλι.
Ο Δίας όμως της έδινε αφορμές ασταμάτητα. Μανιασμένη εκείνη και ανήμπορη να εκδικηθεί προσωπικά τον άπιστο, έστρεφε την οργή της ενάντια στις δύστυχες αντίζηλές της. Σκληρή και ανελέητη έπεφτε πάνω στα αθώα θύματα η θεϊκή τιμωρία.
Η Λητώ, κόρη του τιτάνα Κοίου και της Φοίβης, αντιμετώπισε την εκδικητική μανία της θεάς. Παρά τις προσπάθειες της Ήρας, έφερε, τελικά, στον κόσμο τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, παιδιά της παράνομης ένωσής της με τον Δία.
Η πανέμορφη Ιώ, κόρη του Ίναχου, βασιλιά τους Άργους, δεν κατόρθωσε να αποφύγει την οργή της Ήρας.
Ο Δίας προσπάθησε να τη σώσει μεταμορφώνοντάς την σε αγελάδα. Όμως η ζηλιάρα Ήρα την καταδίωξε μέχρι την Αίγυπτο, όπου ο Δίας της έδωσε την αρχική της μορφή και γέννησε τον Έπαφο.Η τραγική Σεμέλη, κόρη του βασιλιά των Θηβών Κάδμου, ήταν ένα ακόμη θύμα της οργής της θεάς. Φριχτός θάνατος, μέσα στις φλόγες, περίμενε την άμοιρη θνητή, που τόλμησε να μοιραστεί το παρθενικό της κρεβάτι με το βασιλιά των αθανάτων. Το παιδί που είχε στα σπλάχνα της σώθηκε από τον Δία, ο οποίος το έραψε στο μηρό του και, όταν συμπληρώθηκαν οι εννιά μήνες, γεννήθηκε ο θεός Διόνυσος .Η παράφορη όμως μανία της Ήρας στράφηκε και ενάντια στα παιδιά των αντίζηλών της. Ο Ηρακλής, γιος του Δία και της Αλκμήνης, βρέφος ακόμα, στην κούνια του, αντιμετώπισε τα δυο δηλητηριώδη φίδια που η ζηλόφθονη θεά έστειλε να τον σκοτώσουν, κατά τραγική, όμως τύχη, έμελλε να είναι η Ήρα εκείνη που πρόσφερε την αθανασία στο νόθο παιδί του άντρα της.
Με προτροπή του Δία, ο Ερμής ακούμπησε το βρέφος στο κρεβάτι της θεάς, ενώ αυτή κοιμόταν. Το βρέφος άρπαξε το θείο μαστό και βύζαξε το γάλα της αθανασίας. Η Ήρα ξύπνησε και αποτράβηξε με οργή τον παράνομο τρυγητή. Το γάλα που πετάχτηκε, εκείνη τη στιγμή, από τον ζωοδότη κόρφο, γέννησε τον Γαλαξία.
Πρότυπο άστατου και άπιστου συζύγου ο Δίας, ομολογεί, μέσα από τους στίχους του Ομήρου, ότι ποτέ του δεν αγάπησε, ούτε πεθύμησε άλλη γυναίκα, όσο τη μεγαλόπρεπη Ήρα. "Ποτέ θεά ή θνητή δε μου ενέπνευσε τόσο επιθυμία".
Από την ένωσή της με τον Δία η Ήρα έφερε στον κόσμο την Ήβη, τη θεά της νεότητας, και τον Άρη, τον αιμοβόρο και κοσμοχαλαστή θεό του πολέμου. Κατ' άλλους, και η Ειλείθυια, μητέρα των ωδινών, και η Έριδα, θεά της διχόνοιας και της αμάχης, ήταν παιδιά της Ήρας και του Δία.
Θέλοντας να εκδικηθεί τον άστατο Δία, για τα αμέτρητα νόθα που έσπερνε, η Ήρα θέλησε να φέρει στον κόσμο τα δικά της παιδιά, τα παιδιά που θα γεννιούνταν χωρίς τη σαρκική της ένωση με τον Δία.
Ο Ήφαιστος, κατά το μύθο, υπήρχε στα σπλάχνα της θεάς πριν την ένωσή της με τον Δία. Ήταν όμως τόσο άσχημος και περίγελος των θεών, που η Ήρα τον γκρέμισε στη θάλασσα. Το φοβερό εκείνο πέσιμο τον άφησε για πάντα "σακάτη και στραβοπόδαρο", γι' αυτό και ποτέ δε συγχώρεσε την άστοργη μητέρα του. Την έδεσε σε θρόνο ολόχρυσο, με αόρατα δεσμά και μονάχα ο Δίας κατόρθωσε να την ελευθερώσει από την ατιμωτική τιμωρία.
Ο φοβερός Τυφωέας, μάστιγα των θνητών, ήταν επίσης αποκλειστικός γιος της Ήρας. Το αποκρουστικό θηρίο κατόρθωσε τελικά να εξοντώσει ο Δίας σε τρομερή μονομαχία. Αν και άστατος σύζυγος ο Δίας, δεν ανεχόταν κανέναν να ερωτοτροπεί με την πανέμορφη Ήρα. Σκληρή και αμείλικτη τιμωρία περίμενε τους επίδοξους εραστές της βασίλισσας των θεών. Ο Ιξίονας, κάνοντας κατάχρηση της φιλοξενίας που του παρείχε ο Δίας, προσπάθησε να πλησιάσει με ερωτικές διαθέσεις την Ήρα. Η τιμωρία του Δία ήταν σκληρή. Έδωσε σε μια Νεφέλη το σχήμα της Ήρας και ο μεθυσμένος Ιξίονας ζευγάρωσε μ' αυτή. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Κένταυρος. Μη συγχωρώντας την αχαριστία ο Δίας, καταδίκασε τον Ιξίονα να δεθεί πάνω σε φλεγόμενη ρόδα που στριφογύριζε ασταμάτητα στον αέρα.Ο Ενδυμίωνας που τόλμησε να ποθήσει τη μεγαλόπρεπη βασίλισσα, γκρεμίστηκε στα Τάρταρα, ενώ ο γίγαντας Πορφυρίωνας εξοντώθηκε από τα βέλη του Ηρακλή, τη στιγμή που επιχειρούσε να βιάσει την Ήρα.
Αν και η Ήρα δεν ήταν γνωστή σαν πολεμική θεά, στάθηκε στο πλευρό των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου. Η μνησίκακη και εκδικητική θεά ποτέ δεν ξέχασε την προσβολή του Πάρη, του επιπόλαιου βασιλόπουλου που προτίμησε τον έρωτα, από την ισχύ που του πρόσφερε η Ήρα. Η Ήρα αγαπήθηκε, λατρεύτηκε και τιμήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες, στη ψυχή των οποίων, η αγέρωχη αυτή γυναικεία παρουσία, ήταν απόλυτα δικαιωμένη.
Η ίδια κατείχε μια εντελώς ξεχωριστή, ζηλευτή θέση ανάμεσα στους Ολύμπιους θεούς. Ήταν εκείνη που απομυθοποιούσε, στα μάτια των Ελλήνων, την εξουσία του άντρα αφέντη, του κύρη, του συζύγου. Εκείνη που μπροστά της ο πανίσχυρος κυρίαρχος του σύμπαντος ξεγυμνωνόταν τη δύναμή του κι ένιωθε φόβο κάθε φορά που αντιμετώπιζε τις επιθέσεις της.
Στο όνομα της Ήρας, η Γυναίκα έπαιρνε την εκδίκησή της από τον Άντρα, στα πλαίσια μιας καλά οργανωμένης ανδροκρατούμενης κοινωνίας


ΑΡΗΣ
Από τα αρχαία χρόνια οι λαοί για να λύσουν τις διαφορές τους κατέφευγαν στην πιο οδυνηρή για τον άνθρωπο πράξη, τον πόλεμο. Στην αρχαία ελληνική μυθολογία δεσπόζουν δυο μεγάλες πολεμικές επιχειρήσεις: ο δεκαετής Τρωικός πόλεμος και η Αργοναυτική εκστρατεία. Οι Έλληνες λοιπόν έπλασαν έναν θεό, τον Άρη, που προσωποποιούσε αυτή τη φρικτή μάστιγα. Ήταν πάντοτε διψασμένος για αίμα και βασικό του χαρακτηριστικό ήταν η παράλογη μανία και η έλλειψη οποιασδήποτε ευγένειας.
Ο Άρης ανήκε στη δεύτερη γενιά των Ολυμπίων. Ήταν νόμιμος γιος του Δία και της Ήρας. Η αγάπη του να προκαλεί πολέμους και καβγάδες τον έκανε αντιπαθητικό όχι μόνο στους άλλους θεούς μα και στον πατέρα του τον Δία, που δεν έχανε ευκαιρία να τον προσβάλλει και να τον αποκαλεί "αγύριστο κεφάλι". Τη μεγαλύτερη διαμάχη είχε ο Άρης με την Αθηνά, που ήταν κι αυτή πολεμική θεά. Όμως η Παλλάδα ήταν παράλληλα και θεά της σοφίας, συνδύαζε δηλαδή τη δύναμη με την εξυπνάδα. Γι' αυτό τις περισσότερες φορές νικούσε και ντρόπιαζε τον πολεμόχαρο θεό. Οι πιο σημαντικές συγκρούσεις ανάμεσά τους έγιναν κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου.
Όπως μας πληροφορεί ο Όμηρος, ο καβγατζής θεός είχε υποσχεθεί στη μητέρα του Ήρα και στην Αθηνά να βοηθήσει τους Έλληνες. Όμως, ξελογιασμένος από την ομορφιά της Αφροδίτης, πέρασε σε μια κρίσιμη στιγμή στην αντίπαλη παράταξη. Για αρκετό καιρό παραστεκόταν στο σημαντικότερο ήρωα των Τρώων, τον Έκτορα, ο οποίος θέριζε τα κεφάλια των Αχαιών, μια και έλειπε από το πεδίο της μάχης ο Αχιλλέας.
Η Ήρα αγανακτισμένη με το γιο της που από μικρός μονάχα προβλήματα της προκαλούσε, έτρεξε στον Δία και του ζήτησε την άδεια να διώξει τον Άρη από τη μάχη, πληγώνοντάς τον. Αυτός δέχτηκε, μια και δε συμπαθούσε καθόλου το γιο του. Αμέσως η Ήρα έστειλε την Αθηνά να τον κανονίσει όπως αυτή ήξερε.
Η σοφή Παλλάδα φόρεσε την κυνέα, τη σκούφια δηλαδή του θείου της του Πλούτωνα, που την έκανε αόρατη, και μεμιάς πήδηξε από τον Όλυμπο στην Τρωική πεδιάδα. Έπειτα στάθηκε πάνω στο άρμα του Διομήδη που ξεκινούσε μάχη με τον Άρη, χωρίς βέβαια να γνωρίζει ότι ήταν ο Ολύμπιος θεός. Αυτός πρώτος εκτόξευσε το χάλκινο δόρυ του εναντίον του θνητού πολεμιστή, αλλά η αθέατη Αθηνά το έσπρωξε με τα δυο της χέρια και έπεσε στο κενό.
Τότε ο Διομήδης έριξε το δικό του δόρυ και η Αθηνά το κατεύθυνε στα πλευρά του Άρη. Αυτός πληγωμένος έπεσε καταγής και έβγαλε τρομερή φωνή που πανικόβαλε Έλληνες και Τρώες, γιατί ήταν σαν να φώναζαν μαζί δέκα χιλιάδες πολεμιστές. Μετά πέταξε στον Όλυμπο τυλιγμένος σε πυκνά σύννεφα και αμέσως κατευθύνθηκε στο παλάτι του Δία. Του έδειξε κλαίγοντας την πληγή του και άρχισε να του παραπονιέται ότι δείχνει εύνοια στην Αθηνά επειδή είναι καθαρά δικό του παιδί.
Ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, έξω φρενών με το γιο του, του απάντησε με προσβλητικά λόγια. Αλλά γιος του ήταν και δεν άντεχε να τον βλέπει να πονάει και να κλαίει. Γι' αυτό έδωσε εντολή στον Παίονα, το γιατρό των θεών, να θεραπεύσει την πληγή του. Αλλά και στην τελική μάχη του Τρωικού πολέμου όλοι οι θεοί, με την άδεια μάλιστα του Δία, έτρεξαν πάνοπλοι στο πεδίο της μάχης. Στο στρατόπεδο των Ελλήνων παρατάχτηκαν η Ήρα, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας και ο θεϊκός σιδηρουργός Ήφαιστος. Πλάι στους Τρώες κατέφτασαν ο κρανοσείστης Άρης, η σαϊτεύτρα Άρτεμη, ο μακρυμάλλης Φοίβος, η Λητώ, η γελαστή Αφροδίτη και ο ποταμός Ξάνθος. Ο Άρης, που ήταν χολωμένος με την Αθηνά, γιατί πάντα τον ντρόπιαζε μπροστά στα μάτια των Ολυμπίων, όρμησε με την πρώτη ευκαιρία καταπάνω της και της μίλησε με άσχημα λόγια: - Αδιάντροπη σκύλα, που με τον εγωισμό σου και την αυθάδειά σου προκαλείς μπελάδες στους θεούς. Έπειτα έριξε το δόρυ του στην αιγίδα της Αθηνάς που ούτε ο κεραυνός του Δία δεν τη διαπερνούσε. Η θεά τραντάχτηκε και έκανε δυο τρία βήματα προς τα πίσω. Χωρίς να χάσει το θάρρος της, άρπαξε μια πελώρια κοτρόνα που οι άνθρωποι την είχαν στήσει για σύνορο και την εκσφενδόνισε στον πολεμόχαρο θεό. Η κοτρόνα χτύπησε τον Άρη στο λαιμό, λύγισαν τα γόνατά του και έπεσε φαρδύς πλατύς κάτω. Το τεράστιο κορμί του απλώθηκε και σκέπασε εφτά στρέμματα. Τα γόνατά του μάτωσαν και τα μαλλιά του γέμισαν χώματα. Όλοι οι θεοί άρχισαν να γελάνε όταν είδαν ξαπλωμένο καταγής το θεό του πολέμου, που για μια ακόμη φορά τον ρεζίλεψε η Αθηνά. Μονάχα η Αφροδίτη έτρεξε κοντά του, τον βοήθησε να σηκωθεί και πιάνοντάς τον από το χέρι τον ανέβασε στον Όλυμπο.
Αρκετές διαφορές επίσης είχε ο Άρης με το γνωστό ήρωα Ηρακλή, που απολάμβανε όμως την προστασία της Αθηνάς. Κάποτε ο Κύκνος, που ήταν γιος του πολεμόχαρου θεού και της Πελοπείας, ήθελε να χτίσει από κρανία ανδρών ένα ναό προς τιμή του πατέρα του γι' αυτό σκότωνε όλους τους περαστικούς. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και με τον Ηρακλή. Ο Άρης έσπευσε στο πλευρό του γιου του και ανάγκασε τον ήρωα να απομακρυνθεί. Στη συνέχεια όμως ο Ηρακλής επέστρεψε και σκότωσε τον Κύκνο. Γι' αυτό το περιστατικό υπάρχουν διάφορες παραλλαγές. Έτσι, διηγούνται πως ο Κύκνος συμφώνησε με τον Άρη να σκοτώσουν τον Ηρακλή. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης ο ήρωας σκότωσε τον Κύκνο και τραυμάτισε τον αθάνατο θεό στο μηρό. Κάποιος άλλος ποιητής αφηγείται πως ο Κύκνος ήταν γιος του Άρη και της Πυρήνης και προκάλεσε σε μονομαχία τον Ηρακλή. Ο θεός ήθελε να βοηθήσει το γιο του, καίγοντας τον αντίπαλο. Όμως ο Δίας, που ήταν πατέρας του ήρωα, έριξε κεραυνό ανάμεσά τους και τους χώρισε. Ένας άλλος γιος του Άρη που είχε διαφορές με τον Ηρακλή ήταν ο Διομήδης από τη Θράκη.
Η χώρα αυτή ήταν βάρβαρη και ο Άρης είχε πολλές σχέσεις μαζί της. Λέγεται μάλιστα πως εκεί είχε δεύτερο παλάτι και έμενε για μεγάλο διάστημα του χρόνου. Αυτός ο γιος του είχε φοράδες που τρέφονταν με ανθρώπινο κρέας. Ο Ηρακλής τις άρπαξε και τις οδήγησε στη θάλασσα. Ο Διομήδης καταδίωξε τον ήρωα, αλλά θανατώθηκε από τα βέλη του.
Ακόμη, λένε, πως ο Άρης είχε αναθρέψει τις Στυμφαλίδες Όρνιθες, τα αρπακτικά όρνια που τρέφονταν με ανθρώπινο κρέας. Αυτές τις εξόντωσε ο Ηρακλής, εκτελώντας έναν από τους δώδεκα άθλους που του ανέθεσε ο Ευρυσθέας. Αυτό το κατόρθωμα πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια της Αθηνάς, που του έδωσε τα κύμβαλα του Ήφαιστου. Αλλά και στη Γιγαντομαχία ο Άρης, όπου θα έπρεπε να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, δεν τα κατάφερε ιδιαίτερα καλά, σε αντίθεση με την Αθηνά και τον Ηρακλή, που μάλιστα τότε ήταν ακόμη θνητός. Απ' ό,τι μας πληροφορεί ο Ησίοδος σκότωσε μονάχα ένα Γίγαντα, τον Μίλαντα.
Από τη γενιά των Γιγάντων όμως ο Άρης γνώρισε μια ακόμη φοβερή προσβολή. Οι Αλωάδες, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, τον έπιασαν αιχμάλωτο. Αυτό συνέβη, είτε κατά την προσπάθεια των Γιγάντων να ανέβουν πάνω στον Όλυμπο, τοποθετώντας το ένα βουνό πάνω στο άλλο, είτε κατά την εκτέλεση του καθήκοντος που τους ανέθεσε η Αφροδίτη, να φυλάνε δηλαδή τον Άδωνη. Για τον έναν ή τον άλλο λόγο, οι Αλωάδες τον κράτησαν φυλακισμένο μέσα σ' ένα μεγάλο χάλκινο μπουκάλι, για δεκατρείς ολόκληρους μήνες. Και θα έμενε ακόμη περισσότερο αν δεν ξέφευγε το μυστικό από το στόμα της Ερίβοιας, της μητριάς των Γιγάντων. Το άκουσε ο Ερμής και έτρεξε να τον απελευθερώσει. Ο Άρης δεν τολμούσε να εμφανιστεί μπροστά στους αθάνατους, γιατί ήξερε πως θα αντιμετώπιζε τις αυστηρές επιπλήξεις του πατέρα του, μα και τα κοροϊδευτικά γέλια των άλλων θεών και κυρίως της Αθηνάς. Γι' αυτό έτρεξε και κρύφτηκε στα βράχια της Νάξου.
Ο θεός κάποτε ζευγάρωσε με την κόρη του Κέκροπα Αγραύη και απέκτησε την Αλκίππη. Από την ομορφιά της όμως θαμπώθηκε ο Αλιρρόθιος, που ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Νύμφης Ευρύτης. Επειδή η κόρη αντιστεκόταν στο ερωτικό του κάλεσμα, ο Αλιρρόθιος τη βίασε. Ο Άρης, για να εκδικηθεί το ατίμασμα της κόρης του, τον σκότωσε. Ο Ποσειδώνας κάλεσε έκτακτο δικαστήριο των θεών, για να κρίνει τον ένοχο φόνου. Η συνεδρίαση του δικαστηρίου έγινε πάνω σ' ένα λόφο κοντά στην Ακρόπολη. Εκεί οι θεοί αποφάσισαν την αθώωση του Άρη.
Ο λόφος ονομάστηκε Άρειος Πάγος (βράχος του Άρη) και από τότε καθιερώθηκε όλες οι ποινικές υποθέσεις να εκδικάζονται εκεί.
Άλλοι πάλι λένε πως οι Αμαζόνες, οι περίφημες πολεμίστριες, ήταν κόρες του Άρη. Κάποτε που κατέλαβαν την Αθήνα, στα χρόνια που βασιλιάς ήταν ο Θησέας, πρόσφεραν θυσία στον πατέρα τους πάνω στο λόφο, ο οποίος από τότε πήρε το όνομά του Άρη.
Σπουδαίο ρόλο κατέχει ο Άρης στο μύθο του Κάδμου, του γενάρχη των Θηβαίων. Πιο συγκεκριμένα, ο Κάδμος σκότωσε έναν δράκοντα που ήταν γιος του Ολύμπιου θεού και της Νύμφης Τέλφουσας. Γι' αυτόν το λόγο ο ήρωας υποχρεώθηκε να υπηρετήσει ως δούλος τον Άρη για ένα χρόνο. Με εντολή του θεού ο Κάδμος έσπειρε τα μισά δόντια του δράκου σε οργωμένο χωράφι και από τη γη φύτρωσαν άγριοι πολεμιστές που ονομάστηκαν Σπαρτοί. Με ένα έξυπνο σχέδιο του Κάδμου αυτοί αλληλοεξοντώθηκαν επέζησαν μόνο πέντε, που αποτέλεσαν τους πρώτους πολίτες της Θήβας. Αργότερα ο Άρης συμφιλιώθηκε με τον Κάδμο και του έδωσε για σύζυγό του την Αρμονία, κόρη του από την Αφροδίτη. Όλοι οι Ολύμπιοι παραβρέθηκαν στο γάμο της θεάς με το θνητό ήρωα. Ο Απόλλωνας με τις Μούσες τραγούδησαν όμορφους ύμνους και ο Ήφαιστος χάρισε στη νύφη ένα πανώριο πέπλο και ένα μαλαματένιο περιδέραιο.
Η πιο γνωστή ερωτική περιπέτεια του Άρη είναι η παράνομη σχέση του με την Αφροδίτη. Αυτή ήταν νόμιμη σύζυγος του Ήφαιστου. Όταν είδε το καλογυμνασμένο κορμί του Άρη και το πανώριο πρόσωπό του, δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί στο ερωτικό του κάλεσμα. Η απιστία αυτή έγινε αντιληπτή από τον Ήλιο, που τα φανέρωσε όλα στο θεϊκό σιδηρουργό. Αυτός για να τους πιάσει επ' αυτοφώρω, έβαλε στο κρεβάτι του μαγικά δίχτυα και προσποιήθηκε πως έφευγε ταξίδι στη Λήμνο. Ο θεός του πολέμου μόλις τον είδε να φεύγει, έτρεξε στο παλάτι του και συνάντησε την Αφροδίτη. Οι δυο εραστές όταν ξάπλωσαν στο κρεβάτι, πιάστηκαν στα μαγικά δίχτυα. Σε λίγο εμφανίστηκε ο Ήφαιστος και ειδοποίησε όλους τους θεούς. Αυτοί άρχισαν να γελούν, όταν είδαν τους παγιδευμένους εραστές. Μόλις ο Ήφαιστος τους ελευθέρωσε, ύστερα από παρέμβαση του Ποσειδώνα, η Αφροδίτη κατέφυγε στο ναό της στην Πάφο και ο Άρης στη Θράκη.
Εκτός από την Αρμονία, ο Άρης από τις σχέσεις του με την Αφροδίτη απέκτησε δυο γιους, τον Δείμο (Τρόμο) και τον Φόβο. Αυτοί ήταν υπηρέτες και αχώριστοι σύντροφοι του Άρη. Τον ακολουθούσαν σ' όλα τα πεδία της μάχης και οι αρχαίοι τους λάτρευαν μαζί με το θεό του πολέμου. Τους πρόσφεραν θυσίες πριν την έναρξη της μάχης, για να διώξουν το φόβο από τη δική τους παράταξη και να τον σκορπίσουν στους αντιπάλους.
Επιπλέον, από το ζευγάρωμά του με τη Νύμφη Άρπινα, ο Άρης απέκτησε τον Οινόμαο. Αυτός είχε μια πολύ όμορφη κόρη, την Ιπποδάμεια. Δεν ήθελε όμως να την παντρέψει, γιατί και ο ίδιος ήταν ερωτευμένος μαζί της. Γι' αυτόν το λόγο, καλούσε τους επίδοξους γαμπρούς σε αγώνα ταχύτητας με άρματα. Αυτός είχε στο άρμα του δυο άλογα, δώρο του πατέρα του, που έτρεχαν πιο γρήγορα κι από τον άνεμο. Έτσι νικούσε πάντα και στη συνέχεια σκότωνε τους υποψήφιους γαμπρούς του. Μονάχα ο Πέλοπας κατάφερε να τον νικήσει, με τις συμβουλές της Ιπποδάμειας, η οποία τον ερωτεύτηκε.
Επίσης ο Μελέαγρος ήταν γιος του Άρη από την Αλθέα, τη γυναίκα του Οινέα. Αυτή κατάφερε να σώσει το γιο της την τελευταία στιγμή, κρύβοντας το δαυλό της μοίρας του σ' ένα κιβώτιο. Όταν όμως ο Μελέαγρος για να υπερασπίσει την αγαπημένη του Αταλάντη σκότωσε τα αδέρφια της Αλθέας, αυτή έριξε το δαυλό στη φωτιά και ο γιος της ξεψύχησε αμέσως.
Εξάλλου, γιος του Άρη ήταν ο Αερόπης, που με παρέμβαση του θεού κατάφερε να θηλάζει από τη νεκρή μητέρα του. Ακόμη η Φιλονόμη σαγηνεύτηκε από τον πολέμαρχο θεό και γέννησε τον Λύκαστο, που έγινε βασιλιάς της Αρκαδίας. Επιπλέον, από τη Χρυσή απέκτησε τον Ιξίωνα και την Κορώνη. Τέλος, στη Λιβύη θεωρούσαν γιο του τον Λύκαστο, που συνήθιζε να θυσιάζει στον πατέρα του όλους τους ξένους που έφταναν στη χώρα του.
Οι αρχαίοι Έλληνες δε συμπαθούσαν τον πολεμόχαρο θεό, γι' αυτό δεν του αφιέρωσαν μεγαλόπρεπους ναούς και ιερά, όπως έκαναν στους άλλους Ολύμπιους. Η λατρεία του ήταν διαδομένη κυρίως στην Πελοπόννησο, στο Άργος, τη Μαντινεία και τη Σπάρτη. Θεωρούσαν πως ο Άρης παρευρισκόταν σ' όλα τα πεδία της μάχης, άλλοτε πεζός και άλλοτε πάνω στο άρμα του, που το έσερναν τέσσερα άλογα, παιδιά της Ερινύας και του Βορρά. Εκτός από τον Δείμο και τον Φόβο στη συνοδεία του συμμετείχαν η τρομερή Έριδα, που προσωποποιούσε τη διχόνοια, και οι Κήρες, που διέσχιζαν τα πεδία των μαχών και σκόρπιζαν την καταστροφή.Τα κυριότερα σύμβολα του Άρη ήταν το δόρυ και ο αναμμένος πυρσός. Από το ζωικό βασίλειο σύμβολά του ήταν οι γύπες που έτρωγαν τα πτώματα των σκοτωμένων πολεμιστών και τα σκυλιά τα οποία του θυσίαζαν στη Σπάρτη μαζί με ταύρους και πετεινούς.


ΑΡΤΕΜΙΣ
H Άρτεμη είναι μια από τις παλαιότερες, πιο περίπλοκες αλλά και πιο ενδιαφέρουσες μορφές του ελληνικού πανθέου. Κόρη του Δία και της Λητώς, δίδυμη αδερφή του Απόλλωνα, βασίλισσα των βουνών και των δασών, θεά του κυνηγιού, προστάτιδα των μικρών παιδιών και ζώων.
Η γέννηση της ιδιόρρυθμης θεάς τοποθετείται στο νησί Ορτυγία. Σ' αυτό το άγονο πετρονήσι και μετά από φοβερές ταλαιπωρίες και περιπλανήσεις είχε καταφύγει η έγκυος Λητώ προκειμένου να κρυφτεί και να προφυλαχτεί από την καταδιωκτική μανία της νόμιμης συζύγου του Δία, της Ήρας. Εκεί και με τη βοήθεια όλων των γυναικείων θεοτήτων (εκτός της Ήρας) ήρθε στο φως η Άρτεμη και λίγο αργότερα ο αδερφός της ο Απόλλωνας.
Από τις πρώτες κιόλας ώρες της γέννησής της η Άρτεμη παίρνει πρωτοβουλίες. Αν και νεογέννητο βρέφος, βοηθά την εξουθενωμένη μητέρα της να ξεγεννήσει και το δεύτερο της παιδί και ταυτίζεται με τον τρόπο αυτόν με την Ειλείθυια, τη θεά του τοκετού. Πανέμορφη και πανέξυπνη η Άρτεμη, είχε από πολύ νωρίς κερδίσει την εκτίμηση των άλλων θεών. Ήδη από τα τρία της χρόνια είχε συγκεκριμένες απαιτήσεις, που αφορούσαν την ενδυμασία της, τον εξοπλισμό της και την ακολουθία της στην πιο αγαπημένη της ενασχόληση, το κυνήγι. Ήταν παιδί που ήξερε τι ήθελε και πραγματικά σταθερό και άκαμπτο στις αποφάσεις του.
Ο Δίας τη θαύμαζε για την επιμονή της και, λόγω της ευστροφίας της, της έτρεφε πολύ μεγάλη αγάπη και ικανοποιούσε όλες της τις επιθυμίες. Ένα από τα πρώτα πράγματα που ζήτησε η Άρτεμη σαν δώρο από τον πατέρα της ήταν η αιώνια αγνότητα και παρθενία. Πιστή και σταθερή σ' ό,τι ζητούσε και τη δέσμευε, η παρθενική θεά δε σπίλωσε ποτέ ούτε το ήθος της, ούτε και το χαρακτήρα της. Σοβαρή και περήφανη, διατήρησε την αγνότητά της περιφρονώντας ερωτικές πολιορκίες κι επιθέσεις. Αφοσιωμένη στο κυνήγι και τη φύση, αδιαφόρησε για τις χαρές του γάμου και τις απολαύσεις του έρωτα. Με επιβολή και αυστηρότητα απαίτησε την αθωότητα και την παρθενικότητα όχι μόνο του εαυτού της, αλλά και των Νυμφών που την περιστοίχιζαν κι επίσης αυτών που με τις υπηρεσίες τους την τιμούσαν.
Η Άρτεμη ήταν μια θεά αμείλικτη που ποτέ σχεδόν δε συγχωρούσε. Οποιαδήποτε παρατυπία σε βάρος της, οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα πιστεύω της και τις αρχές της άξιζε την τιμωρία της. Η αδυσώπητη οργή της ήταν έτοιμη να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή απέναντι στον παραβάτη των αυστηρών της κανόνων. Τα θανατηφόρα της βέλη στόχευαν διαρκώς θνητούς, θεούς και ήρωες που παρέβλεπαν την ύπαρξή της ή αμελούσαν τις αρχές και τη λατρεία της.
Κάποτε ο Ακταίωνας, ο γιος της Αυτονόης και του Αρισταίου, έτυχε να δει την Άρτεμη γυμνή, την ώρα που έκανε το λουτρό της. Η θεά από φόβο μήπως διαδοθεί το περιστατικό, τον μεταμόρφωσε σε ελάφι κι έβαλε τα πενήντα σκυλιά που τον συνόδευαν να τον κατασπαράξουν. Σε μια άλλη περίπτωση η Καλλιστώ, η κόρη του Λυκάονα (και μια από τις συνοδούς της Άρτεμης στο κυνήγι) κόντεψε να χάσει τη ζωή της από τα βέλη της θεάς γιατί αποπλανημένη από τον Δία είχε χάσει την αγνότητά της και είχε μείνει έγκυος.Επίσης η Άρτεμη σκότωσε και την Αριάδνη, γιατί σύμφωνα με το μύθο είχε απαχθεί και αποπλανηθεί από τον Θησέα στη Νάξο.Τέλος ο Ωρίωνας, ο γιος του Ποσειδώνα, βρήκε κι αυτός τραγικό θάνατο από τα βέλη της Άρτεμης, γιατί σύμφωνα με μια παράδοση είχε σμίξει με τη θεά της αυγής Ηώ, ή γιατί σύμφωνα με κάποια άλλη παράδοση είχε καυχηθεί ότι ήταν καλύτερος απ' αυτήν στην τέχνη του τόξου.Η Άρτεμη είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα παιδιά και τους έφηβους. Νέοι και νέες που διατηρούσαν την αθωότητά τους και που ζούσαν σύμφωνα με τις αρχές της ήταν πάντοτε ευνοούμενοί της και βρίσκονταν διαρκώς κάτω από την προστασία της. Ο Ιππόλυτος, μάλιστα, που ήταν αφοσιωμένος σ' αυτήν και τη λατρεία της, αποτελεί ζωντανό παράδειγμα αυτής της τακτικής και αδυναμίας της θεάς.
Ο Ιππόλυτος, λοιπόν, δεινός κυνηγός κι αλογοδαμαστής, είχε αφιερώσει τη ζωή του στην πανέμορφη Άρτεμη και στο ιδανικό που η ίδια πρέσβευε. Καμιά πρόκληση, καμιά γυναίκα δε στάθηκε ποτέ ικανή να τον παρασύρει. Ούτε και η Φαίδρα, η γυναίκα του Θησέα, μπόρεσε με τη γοητεία της να τον αποπλανήσει. Η υποδειγματική του συμπεριφορά έκανε τη θεά να συγκινηθεί και να του χαρίσει τιμές, δόξες και αιώνια -μετά το θάνατό του- μνήμη του ονόματός του. Η Άρτεμη ήταν μια από τις ομορφότερες και κομψότερες θεές του Ολύμπου. Οι αρχαίοι Έλληνες πραγματικά τη θαύμαζαν. Τη φαντάζονταν ψηλή, με ευγενική ομορφιά, αγέρωχη κορμοστασιά και περήφανο περπάτημα.
Γενικά, η Άρτεμη ήταν θεά δραστήρια, σκληρή και αεικίνητη. Στις περισσότερες της εκδηλώσεις εμφανίζεται συνειδητοποιημένη, ώριμη κι αποφασιστική, ενώ λίγα ήταν τα περιστατικά εκείνα στα οποία παρουσίαζε μια εικόνα τελείως διαφορετική.
Κατά τη θεομαχία, η περήφανη και απαιτητική κόρη του Δία, εμφανίζεται σαν ένα μικρό ανώριμο κορίτσι που οφείλει να υπακούει, να σέβεται και να συμμορφώνεται στις επιταγές της γυναίκας του πατέρα της και του αδερφού της.
Απέναντι στη διστακτικότητα του Απόλλωνα να μονομαχήσει με τον Ποσειδώνα, η Άρτεμη κρατά στάση αρνητική και αντιμετωπίζει το δίδυμο αδερφό της με λόγια ειρωνικά, αναιδή και περιφρονητικά. Η Ήρα, παρούσα στο περιστατικό, εξοργίζεται με τη συμπεριφορά της και με μανία αρχίζει να τη χτυπά με τα ίδια της τα βέλη.
Μια από τις πιο αγαπημένες ενασχολήσεις της Άρτεμης ήταν το κυνήγι. Γυναίκα δραστήρια, ορμητική και ευκίνητη, η ελεύθερη και αεικίνητη θεά διοχέτευε το μεγαλύτερο μέρος της ενεργητικότητάς της στην αναζήτηση και καταδίωξη θηραμάτων στα βουνά. Συνοδευόμενη από δροσερές και όμορφες νύμφες και περιστοιχισμένη από άγρια κυνηγόσκυλα, έτρεχε γύρω από λίμνες, ποτάμια, λιβάδια και βουνά προκειμένου να απαντηθεί με άγρια κυρίως ζώα. Ντυμένη με λιτό ελαφρύ ρούχο και εφοδιασμένη με τον κατάλληλο για την περίσταση εξοπλισμό ριχνόταν με ενθουσιασμό και μανία σ' αυτό που κυρίως την ενδιέφερε. Αδάμαστη, σκληρή κι αγέρωχη, δεινή γνώστρια της τοξευτικής τέχνης και πολύ ικανή δρομέας και κυνηγός, επιδίδονταν με πάθος στο κυνήγι.
Ένα από τα βασικότερα γνωρίσματα της Άρτεμης ήταν η καθολική της κυριαρχία στη φύση. Ήμερα και άγρια ζώα, ψάρια στα νερά και πουλιά στον αέρα ήταν όλα τους κάτω από την προστασία της.
Ως θεά και προστάτιδα της φύσης η Άρτεμη θεωρούνταν υπεύθυνη τόσο για τη γεωργία όσο και για την κτηνοτροφία. Περιοχές που τη λάτρευαν και την τιμούσαν ανελλιπώς είχαν πάντα εύφορη γη, κατάσπαρτα χωράφια, πλούσια συγκομιδή και ζώα υγιή και γόνιμα. Αντίθετα, όσες από τις περιοχές δεν τηρούσαν σωστά τις υποχρεώσεις τους απέναντί της και επιπλέον παρέβλεπαν την ύπαρξή της, είχαν να αντιμετωπίσουν την εκδικητική οργή και μανία της, που ισοδυναμούσε με καταστροφή των σπαρτών και αποδεκατισμό των κοπαδιών.
Ο Άδμητος και ο Οινέας αντιμετώπισαν, εξαιτίας της αμέλειας και της αδιαφορίας που έδειξαν, την οργή της θεάς.Ο Άδμητος στη γαμήλια γιορτή του είχε ξεχάσει να θυσιάσει -όπως επιβαλλόταν- στην Άρτεμη. Η Άρτεμη οργισμένη από αυτή την παρατυπία του έστειλε στο νυφικό του κρεβάτι ένα κοπάδι από φίδια, ενώ ετοιμάστηκε να του αφαιρέσει τη ζωή. Μάταια ο Απόλλωνας προσπάθησε να την καλοπιάσει. Τελικά ο ίδιος πείθει τις Μοίρες να του χαρίσουν τη ζωή και σαν αντάλλαγμα να πάρουν τη ζωή κάποιου άλλου δικού του ανθρώπου. Στην απαίτηση αυτή των Μοιρών μόνο η γυναίκα του Άλκηστη προθυμοποιείται να προσφερθεί. Τελευταία όμως στιγμή η επέμβαση του Ηρακλή τη σώζει προτού ακόμη προλάβει η ψυχή της να κατέβει στον Άδη.
Ο Οινέας κάποτε είχε ξεχάσει να θυσιάσει στην προστάτιδα της πόλης του Καλυδώνας, δηλαδή στην Άρτεμη. Η αδιαφορία του αυτή κόστισε τόσο στην πόλη, όσο και στο λαό της. Ένας τεράστιος κάπρος σταλμένος από τη θεά προκάλεσε τεράστιες καταστροφές σε γη, σε ζώα και ανθρώπους. Κανείς δε τολμούσε να τον σκοτώσει. Ο Μελέαγρος μόνο, ο γιος του Οινέα, ήταν τελικά εκείνος που τον εξόντωσε αλλά στη συνέχεια σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή γύρω από τη μοιρασιά. Η γυναίκα και η μητέρα του Μελέαγρου μη αντέχοντας τη θλίψη του θανάτου του αυτοκτόνησαν από τη στεναχώρια τους. Οι αδερφές του, τέλος, που αδιάκοπα τον θρηνούσαν, μεταμορφώθηκαν από την Άρτεμη σε φραγκόκοτες.
Πέρα από τη συμμετοχή της σ' όλα τα παραπάνω περιστατικά, η θεά του κυνηγιού παίρνει ενεργό μέρος και σ' έναν από τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή. Ο Ηρακλής για μεγάλο διάστημα καταδίωκε μια πανέμορφη ελαφίνα με χρυσά κέρατα και χάλκινα πόδια, ιδιοκτησία της θεάς Άρτεμης. Η Άρτεμη, με τη συνδρομή του αδερφού της, του Απόλλωνα, τον εμποδίζει να σκοτώσει το άγριο ζώο και τον προτρέπει να το παραδώσει στην Τίρυνθα, στο βασιλιά Ευρυσθέα. Με την παραλαβή του ζώου ο Ευρυσθέας αναλαμβάνει να της το ξαναφιερώσει.Όπως στο μύθο με τον Ηρακλή, έτσι και σε πολλά άλλα περιστατικά η Άρτεμη συμπράττει με τον αδερφό της τον Απόλλωνα για την επίτευξη κάποιου σκοπού.Στην περίπτωση της Νιόβης που παινεύτηκε (συγκριτικά με τη Λητώ) για τα πολλά και όμορφα παιδιά της έχουμε τη συνεργασία των δυο δίδυμων αδερφών στην τιμωρία της. Επτά βέλη της Άρτεμης κι επτά του Απόλλωνα καρφώθηκαν στα δεκατέσσερα παιδιά της και τα σκότωσαν. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και για τον ίδιο λόγο η Άρτεμη σκότωσε κάποτε τη Χιόνη (την κόρη του Δαιδαλίωνα και ερωμένη του Απόλλωνα), γιατί είχε καυχηθεί ότι η ομορφιά της ήταν τέτοια που ξεπερνούσε ακόμα κι αυτήν της πανέμορφης θεάς.
Ο πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Τρώων δε βρίσκει την Άρτεμη αδιάφορη. Μαζί με τον αδερφό της τον Απόλλωνα, τον Άρη, την Αφροδίτη και τη Λητώ συμμετέχει ενεργά με το μέρος των Τρώων. Ένα από τα πρώτα περιστατικά που συνέβησαν προτού ακόμη ξεκινήσει ο πόλεμος οφειλόταν στο θυμό και την οργή της Άρτεμης. Ο ελληνικός στόλος, εξαιτίας της άπνοιας που είχε δημιουργήσει η θεά, δεν μπορούσε να ξεκινήσει. Ένα τυχαίο περιστατικό του αρχηγού των Αχαιών Αγαμέμνονα είχε προκαλέσει την κατάσταση αυτή. Κάποτε χωρίς ο ίδιος να το αντιληφθεί είχε εισβάλει σ' ένα άλσος αφιερωμένο στην Άρτεμη και είχε σκοτώσει ένα ιερό ελάφι. Η θεά εξοργίστηκε τόσο πολύ που απαίτησε τη θυσία της κόρης του Ιφιγένειας προκειμένου ευνοϊκοί άνεμοι να βοηθήσουν το σαλπάρισμα των ελληνικών καραβιών.
Ο πληγωμένος από τον Διομήδη, τέλος, Αινείας είχε στη διάρκεια του πολέμου δεχτεί τη βοήθεια της Άρτεμης και της Λητώς και είχε κατορθώσει χάρη σ' αυτές να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να επιστρέψει στη μάχη.
Τα σύμβολα της Άρτεμης ήταν πολλά και ποικίλα. Ξεκινούσαν από ζώα και φυτά και κατέληγαν σε όπλα: κατσίκα, τράγος, ελάφι, αρκούδα, σκύλος, φίδι, δάφνη, φοίνικας, κυπαρίσσι, σπαθί, φαρέτρα, ακόντιο και άλλα.


ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ
Μια χώρα όπως η Ελλάδα, που βρέχεται στη μεγαλύτερη έκτασή της από θάλασσα και περιλαμβάνει χίλια περίπου μικρά και μεγάλα νησιά, δεν ήταν δυνατόν να μην έχει ένα θεό κατεξοχήν θαλασσινό. Αυτός ήταν ο Ποσειδώνας, ένας από τους δώδεκα Ολύμπιους θεούς, αδερφός του Δία και του Πλούτωνα. Ο Ποσειδώνας, όπως και τ' αδέρφια του, έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέσα στο σκοτεινό στομάχι του πατέρα του Κρόνου. Μέχρι τη στιγμή που ο αδερφός τους, ο Δίας, με το μαγικό βοτάνι της Μήτιδας, κατάφερε να τους βγάλει από την ιδιόμορφη φυλακή τους.
Υπήρχαν όμως και άλλοι μύθοι σχετικά με τη γέννηση του θεού. Έτσι, οι αρχαίοι ποιητές διηγούνται ότι η Ρέα και στην περίπτωση του Ποσειδώνα κατάφερε να ξεγελάσει τον άντρα της. Αντί να του δώσει να καταπιεί το θεϊκό βρέφος, του έδωσε τυλιγμένο στα σπάργανα ένα νεογέννητο αλογάκι. Κατόπιν, για να μην ακούσει ο φοβερός παιδοκτόνος το κλάμα του μωρού, η Ρέα το έβαλε να μεγαλώσει ανάμεσα σ' ένα κοπάδι πρόβατα.Tα βελάσματά τους κάλυπταν τις φωνές του. Ανέθεσε μάλιστα την ανατροφή του στη Νύμφη Άρνη. Κάποια μέρα που ο Κρόνος πέρασε από εκεί, επειδή όλο και του φαινόταν πως άκουγε μωρουδίστικο κλάμα, ρώτησε την Άρνη αν υπήρχε κοντά κάποιο μωρό.
Μα αυτή του απάντησε περιγελαστικά: - Πώς θέλεις να βρεθεί μωρό εδώ πέρα; Ποιος θα το γεννήσει, οι κατσίκες και οι προβατίνες ή εγώ που είμαι ανύπαντρη κοπέλα;
Έτσι ο Κρόνος έφυγε ντροπιασμένος. Όμως στο εξής η Άρνη είχε συνέχεια το νου της μήπως φανεί ξαφνικά ο φοβερός Τιτάνας στα μέρη της και ανακαλύψει το παιδί. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο και ο Ποσειδώνας θα βρισκόταν αστραπιαία στο τεράστιο στομάχι του, μα και η ίδια δε θα είχε καλύτερο τέλος. Γι' αυτό κάλεσε τους Τελχίνες, θεότητες παρόμοιες με τους Κουρήτες της Κρήτης, που προστάτευαν τον Δία. Κάθε φορά που ο νεογέννητος έκλαιγε, οι άγριοι Τελχίνες άρχιζαν να χορεύουν, να βγάζουν κραυγές και να χτυπούν τα δόρατά τους πάνω στη γη. Μέσα σε τόσο μεγάλο πανικό και σε τέτοια φασαρία ο Κρόνος δεν μπορούσε ν' ακούσει τίποτα. Μαζί με τους Τελχίνες ανέλαβε τη φροντίδα του θεϊκού βρέφους και η Ωκεανίδα Καφείρα, μετά από παράκληση της θείας της Ρέας. Λένε πως οι θεϊκοί δαίμονες χάρισαν στον Ποσειδώνα το παντοδύναμο όπλο του, την τρίαινα, σύμφωνα όμως με άλλες παραδόσεις του την είχαν δωρίσει οι Κύκλωπες. Μάλιστα, ο Ποσειδώνας, όταν μεγάλωσε και ανδρώθηκε, γνώρισε την αδερφή των συντρόφων του, την Αλία και την ερωτεύτηκε. Από αυτήν απέκτησε έξι γιους.
Ανάλογα με την εκδοχή της γέννησης του θεού που ακολουθεί η κάθε παράδοση, άλλοτε θεωρείται μικρότερος και άλλοτε μεγαλύτερος από τον Δία. Πάντως, αυτό που έκανε τα πρώτα χρόνια της ζωής του ήταν να βοηθήσει τα αδέρφια του, έτσι ώστε να βγάλουν από τη μέση τον πατέρα τους και τους υπόλοιπους Τιτάνες και να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους. Μετά απ' αυτό, οι τρεις γιοι του Κρόνου αποφάσισαν να μοιράσουν τον κόσμο. Με πρόταση του Δία, χώρισαν τον κόσμο σε τρεις επικράτειες, τον Ουρανό, τη θάλασσα και τον Κάτω Κόσμο. Ο Όλυμπος και η Γη έμεναν κοινοί τόποι για να τους επισκέπτονται όποτε ήθελαν. Επειδή και οι τρεις ήθελαν τον ουρανό και κανένας φυσικά δεν ήθελε να βασιλεύει για όλη του τη ζωή στον Άδη, έκαναν κλήρωση. Ο Δίας τράβηξε πρώτος και του έλαχε η βασιλεία του ουρανού. Ο Ποσειδώνας τράβηξε δεύτερος και του έτυχε η θάλασσα. Ο Πλούτωνας αμέσως κατσούφιασε, μα γρήγορα αποδέχτηκε τη μοίρα του και αποτραβήχτηκε στο σκοτεινό του βασίλειο.
Ο Ποσειδώνας όμως δεν μπορούσε να χωνέψει εύκολα τη νίκη του Δία. Με κρύα καρδιά παραδέχτηκε το αποτέλεσμα, αλλά από τότε χρειάστηκε να κοντραριστεί και να λογομαχήσει πολλές φορές με τον αδερφό του, μέχρι να αναγνωρίσει την παντοτινή του κυριαρχία και την παντοδυναμία του. Έτσι, όταν κάποτε του ζήτησε κάποιο θέλημα και ο θαλασσινός θεός αρνήθηκε να το εκτελέσει, ο Δίας έστειλε την Ίριδα στο ωκεάνιο παλάτι του. Πριν φύγει της είπε τα ακόλουθα λόγια: - Πες στο βασιλιά Ποσειδώνα πως ο παντοδύναμος αδερφός του τον διατάζει να έρθει αμέσως στον Όλυμπο, γιατί έχει να του αναθέσει κάποια δουλειά. Διαφορετικά, η τρομερή οργή μου θα πέσει επάνω του και θα τον διαλύσει.
Μόλις πήρε το μήνυμα, εκνευρισμένος ο Ποσειδώνας ανέβηκε στον Όλυμπο και προσπαθούσε να πείσει τους άλλους θεούς για την ισοτιμία του με τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων. Όμως οι θεοί του έδωσαν να καταλάβει πως αποδέχονταν όλοι τους τον Δία ως ανώτερο. Τότε αυτός πήρε απόφαση πως δε θα είχε ποτέ τη συμπαράστασή τους.
Σε μια άλλη περίπτωση παρουσιάζεται να συμμαχεί με την Ήρα, την Αθηνά και τον Απόλλωνα για να πάρουν την εξουσία του Δία, προσπαθώντας να τον δέσουν με αόρατες αλυσίδες από τον ουρανό. Μετά την αποτυχία της προσπάθειας αυτής, ο Δίας, αποφάσισε να τιμωρήσει τον αδερφό του υποχρεώνοντάς τον να δουλέψει στην υπηρεσία του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα. Ο βασιλιάς ανέθεσε στο θεό να χτίσει τα τείχη της πόλης του. Όταν όμως πέρασε ένας χρόνος και ο Ποσειδώνας τελείωσε το έργο, αρνήθηκε να του δώσει την αμοιβή που είχαν συμφωνήσει. Τον απείλησε μάλιστα πως θα τον πουλούσε για δούλο.
Μόλις απέκτησε πάλι τη θεϊκή του δύναμη, εκδικήθηκε σκληρά το βασιλιά μα και ολόκληρη τη χώρα του. Έστειλε ένα τέρας στην τρωική ακτή, που προξενούσε ανεπανόρθωτες ζημιές και κατασπάραζε πάρα πολλούς κατοίκους. Οι Τρώες ζήτησαν χρησμό από το μαντείο, που χρησμοδότησε πως για να απαλλαγούν από το τέρας έπρεπε να θυσιάσουν σ' αυτόν την κόρη του Λαομέδοντα, την Ησιόνη. Τη στιγμή που το τέρας ήταν έτοιμο να κατασπαράξει τη βασιλοπούλα, εμφανίστηκε ο Ηρακλής και την έσωσε.
Μια άλλη διαφορά του Δία με τον Ποσειδώνα ήταν η κατάκτηση της Θέτιδας. Και οι δυο θεοί εντυπωσιάστηκαν από τα κάλλη της Νηρηίδας και ήθελαν να σμίξουν μαζί της. Όμως η Γαία ή η Θέμιδα προφήτεψε πως ο γιος της Θέτιδας θα ήταν πιο δυνατός από τον πατέρα του. Έτσι, τα δυο αδέρφια από το φόβο τους απομακρύνθηκαν από την όμορφη θαλασσινή θεά και αποφάσισαν να την παντρέψουν με το θνητό βασιλιά της Φθίας, τον Πηλέα. Με το πέρασμα του χρόνου, ο Ποσειδώνας άρχισε να συνειδητοποιεί την ανωτερότητα του Δία, να του δείχνει την υποταγή του και να του προσφέρει τη βοήθειά του όποτε τη χρειαζόταν. Στάθηκε στο πλευρό του και στην Τιτανομαχία και τη Γιγαντομαχία. Επίσης βοήθησε τον αδερφό του και σε άλλες περιπτώσεις. Γαλήνεψε τη θάλασσα για να περάσει ο Δίας με τη λεία του μετά την αρπαγή της Ευρώπης. Βοήθησε τη Λητώ να βρει το νησί Δήλος για να γεννήσει τα παιδιά του, τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Τέλος υποστήριξε την Ιώ, μια ακόμη ερωμένη του Δία, όταν την καταδίωκε η ζηλόφθονη Ήρα.
Τον πρώτο καιρό της δημιουργίας των ελληνικών πόλεων, οι θεοί αποφάσισαν να πάρουν στην προστασία τους από μία ή περισσότερες πόλεις ο καθένας. Σ' αυτές θα στήνονταν τα σημαντικότερα ιερά τους και θα γίνονταν οι πιο μεγαλόπρεπες γιορτές και θυσίες αφιερωμένες σ' αυτούς. Για την απόδοση μιας πόλης σε κάποια θεά άλλοτε αποφάσιζαν οι υπόλοιποι Ολύμπιοι, άλλοτε κάποιες μικρότερες θεότητες και άλλοτε ο βασιλιάς και οι κάτοικοί της. Ο Ποσειδώνας δυστυχώς έχανε τις δίκες κάθε φορά που διεκδικούσε κάποια πόλη. Γνωστή είναι η διαμάχη του με την Ήρα για την προστασία της Αργολίδας. Οι θεοί όρισαν ως κριτές τον Ίναχο και τους δυο ποταμούς Κηφισό και Αστερίωνα. Αυτοί αποφάσισαν υπέρ της Ήρας. Τότε ο άρχοντας των βυθών αποφάσισε να εκδικηθεί. Έκανε λοιπόν να στερέψουν όλες οι πηγές της Αργολίδας. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή τάραξε με την τρίαινά του τη θάλασσα, σήκωσε ένα τεράστιο παλιρροιακό κύμα και πλημμύρισε τη χώρα. Με τον ίδιο τρόπο ο Ποσειδώνας αναγκάστηκε να παραχωρήσει την Αίγινα στον Δία, τους Δελφούς στον Απόλλωνα, τη Νάξο στον Διόνυσο και την Αθήνα στην Αθηνά. Εξάλλου, διεκδίκησε με τον Ήλιο την περιοχή της Κορίνθου. Τότε ο Βριάρεος που είχε οριστεί κριτής έδωσε στον Ήλιο τον Ακροκόρινθο και το υπόλοιπο μέρος του Ισθμού στον Ποσειδώνα.
Ο Ποσειδώνας είχε βέβαια, όπως και οι υπόλοιποι θεοί, ένα μεγαλόπρεπο παλάτι πάνω στον Όλυμπο που το κατασκεύασε ο Ήφαιστος. Σ' αυτό έμενε όποτε χρειαζόταν να παραβρεθεί σε κάποια σημαντική σύναξη των θεών για να πάρουν κάποια σπουδαία απόφαση. Άλλοτε πάλι πήγαινε σε γλέντια που διοργανώνονταν στην ψηλότερη κορυφή της Ελλάδας, είτε με αφορμή κάποιο γάμο των αθανάτων, είτε για τη γέννηση κάποιου νέου θεού, είτε για την επέτειο κάποιας νίκης. Εφόσον όμως ήταν άρχοντας της θάλασσας και εκεί περνούσε τον περισσότερο καιρό του, είχε ένα μαλαματένιο παλάτι μέσα στον αχανή βυθό της. Κοράλλια και παράξενα κοχύλια στόλιζαν το όμορφο, υποβρύχιο κατάλυμά του. Τεράστια διαμάντια λαμποκοπούσαν και φωτιζόταν έτσι ο σκοτεινός βυθός. Χιλιάδες χρυσόψαρα τον ακολουθούσαν παντού και φρόντιζαν να είναι περιποιημένος ο γαλάζιος χιτώνας του. Στην είσοδο του παλατιού δυο τεράστιοι θαλάσσιοι ιππόκαμποι φρουρούσαν άγρυπνα μέρα νύχτα. Όταν ο σεβαστός άρχοντας των βυθών έβγαινε από το ανάκτορό του για ν' ανέβει στην επιφάνεια, όλα τα κήτη του Ωκεανού αναγνώριζαν τον αφέντη τους και παραμέριζαν για να περάσει.
Νόμιμη σύζυγος του θαλασσινού θεού είναι η Αμφιτρίτη, μια από τις κόρες του Νηρέα. Κάποτε που ο θεός περνούσε από τη Νάξο συνάντησε τις Νηρηίδες που έπαιζαν στην ακτή μ' ένα πολύχρωμο τόπι. Η Αμφιτρίτη ξεχώριζε απ' όλες τις αδερφές της για την ομορφιά και τη χάρη της. Ο Ποσειδώνας την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, την απήγαγε και την οδήγησε σε μια σπηλιά όπου την παντρεύτηκε και έσμιξε μαζί της.
Υπάρχει όμως μια διαφορετική εκδοχή που περιγράφει πιο επεισοδιακά το θεϊκό ζευγάρωμα. Η Αμφιτρίτη δεν ήθελε τον Ποσειδώνα και αντιστάθηκε. Κατάφερε να ξεφύγει, βούτηξε στα γαλανά νερά της θάλασσας και χάθηκε. Μάταια την έψαχνε σ' όλες τις ακτές και σ' όλες τις θαλάσσιες σπηλιές. Ανασήκωνε τα βράχια και ανατάραζε την άμμο της θάλασσας χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μια μέρα που καθόταν λυπημένος και σκεφτικός πάνω σ' ένα βράχο, τον πλησίασε ένα δελφίνι και τον ρώτησε γιατί ήταν στενοχωρημένος. Όταν ο Ποσειδώνας του εξήγησε, το θαλάσσιο κήτος υποσχέθηκε στον αφέντη του πως θα έβρισκε την Αμφιτρίτη. Ταξίδεψε λοιπόν μέρες ολόκληρες και τη βρήκε κοντά στην Αφρική στην περιοχή του Άτλαντα. Τότε με σκέρτσα και παιχνίδια κατάφερε να την παρασύρει και την οδήγησε μπροστά στον Ποσειδώνα. Ο κοσμοσείστης βασιλιάς, για να ευχαριστήσει το βοηθό του, τον έκανε αργότερα αστερισμό. Από την ένωση του Ποσειδώνα και της Νηρηίδας γεννήθηκαν ένας γιος, ο Τρίτωνας, και δυο κόρες, η Ρόδος και η Βενθεσικύμη.
Ο θαλασσινός θεός είχε αμέτρητες εξωσυζυγικές σχέσεις με θεές, νύμφες και θνητές και θεωρούνταν πατέρας μερικών από τους πιο γνωστούς ληστές της αρχαιότητας και πολλών από τα φοβερά τέρατα. Άφησε όμως και απογόνους που ήταν τιμημένοι ήρωες, γενάρχες σημαντικότατων οικογενειών και ιδρυτές πόλεων. Πάνω στο θέμα αυτό ήταν πολύ πιο τυχερός από τον αδερφό του τον Δία. Η Αμφιτρίτη δε ζήλευε το σύζυγό της όπως η Ήρα. Δεν υπάρχει παρά ένας μόνο μύθος για την εκδίκηση της θαλασσινής θεάς.
Όταν κάποτε ο Ποσειδώνας ερωτεύτηκε τη Νύμφη Σκύλλα, η Αμφιτρίτη έριξε στην πηγή όπου λουζόταν η Νύμφη μαγικά βότανα, με την επίδραση των οποίων η πανώρια κόρη μεταμορφώθηκε σε απαίσιο τέρας. Τον καιρό που η Δήμητρα έψαχνε τη γη ολόκληρη για να βρει την κόρη της, την Περσεφόνη, που την είχε αρπάξει ο Πλούτωνας, ο Ποσειδώνας ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της. Αυτή στην προσπάθειά της να τον αποφύγει μεταμορφώθηκε σε φοράδα και κρύφτηκε ανάμεσα στα άλογα του Όνκιου. Ο θεός κατάλαβε το τέχνασμα της αδερφής του, μεταμορφώθηκε σε άλογο και έτσι έσμιξε μαζί της, χωρίς αυτή να το καταλάβει. Η Δήμητρα οργίστηκε από το πάθημά της και για να καθαριστεί από το φοβερό αμάρτημα πλύθηκε στα νερά του ποταμού Λάδωνα. Από το παράξενο αυτό ζευγάρωμα γεννήθηκε μια κόρη που οι πιστοί, που δεν ήταν μυημένοι στα μυστήρια της Δήμητρας, έτρεμαν να πούνε το όνομά της. Γι' αυτό την αποκαλούσαν Κυρά ή Δέσποινα. Όμως γεννήθηκε κι ένα άλογο, ο Αρίωνας. Αυτό ήταν ένα θαυμάσιο ζώο που μπορούσε να σκέφτεται και να μιλάει μ' ανθρώπινη φωνή. Η μοναδική του ταχύτητα έσωσε τον Άδραστο κατά την εκστρατεία των εφτά αρχηγών εναντίον της Θήβας.
Ανάλογη ερωτική περιπέτεια αφηγούνται ότι είχε ο θεός με τη Μέδουσα. Αυτή ανήκε στη γενιά των Κενταύρων και είχε εξαιρετική ομορφιά στα ανθρώπινα μέλη της. Κάποτε που ο Ποσειδώνας βγήκε στη στεριά και γύριζε στα καταπράσινα λιβάδια της Θεσσαλίας, τη συνάντησε και μη μπορώντας ν' αντισταθεί στο ερωτικό του πάθος, μεταμορφώθηκε σε άλογο, γιατί διαφορετικά δεν υπήρχε τρόπος να σμίξει μαζί της. Εκεί κοντά βρισκόταν ένας ναός της παρθένας Αθηνάς. Η θεά εξοργίστηκε που συνέβη ένα τέτοιο αμάρτημα στον ιερό της χώρο. Δεν μπορούσε όμως να τιμωρήσει τον υπαίτιο γιατί ήταν αθάνατος θεός και μάλιστα ανήκε σε παλιότερη γενιά από την ίδια. Γι' αυτό ξέσπασε πάνω στη Μέδουσα, τη μεταμόρφωσε σε φοβερό τέρας που αντί για μαλλιά είχε δηλητηριώδη φίδια. Το τέρας αυτό εξόντωσε, πολύ αργότερα, ο Περσέας. Από την ένωσή τους γεννήθηκαν ο Χρυσάορας, πατέρας του τρισώματου γίγαντα Γηρυόνη, και το φτερωτό άλογο Πήγασος. Όμως ο ερωτιάρης θεός δεν ήταν δυνατόν να μη ζευγαρώσει με τη Γη, την κατεξοχήν γόνιμη θεά, μολονότι ήταν γιαγιά του. Από το σμίξιμο αυτό προήλθε ένας γίγαντας, ο Ανταίος, που λέγεται ότι βασίλεψε στη Λιβύη. Όποιος ξένος πατούσε το πόδι του στη χώρα του ήταν καταδικασμένος να πεθάνει. Ο φοβερός γίγαντας τον προκαλούσε σε πάλη έχοντας δεδομένη τη νίκη του. Μάλιστα, τα κρανία των θυμάτων του τ' αφιέρωνε στο ναό του πατέρα του. Ο Ανταίος ήταν άτρωτος όσο άγγιζε τη μητέρα του, τη Γη. Ο Ηρακλής τον καιρό που αποζητούσε τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων, πέρασε από τη Λιβύη, πάλεψε μαζί του και τον έπνιξε σηκώνοντάς τον στον αέρα και καθιστώντας τον έτσι αδύναμο.
Ο Ποσειδώνας θεωρούνταν πατέρας και ενός άλλου τέρατος, του Βούσιρη, που έδρασε στην Αίγυπτο και σκότωνε όλους τους επισκέπτες της χώρας του. Τελικά, όπως και ο Ανταίος, εξοντώθηκε από τον Ηρακλή. Ακόμη και ο Άμυκος θεωρούνταν γιος του θαλασσινού θεού και της Νύμφης Μελίας. Αυτός ζούσε στη Βιθυνία και σκότωνε όλους τους ταξιδιώτες που περνούσαν από εκεί. Τέλος στις αδικίες του έβαλε ο Πολυδεύκης, όταν έφτασε με τους υπόλοιπους Αργοναύτες στα μέρη εκείνα. Λένε μάλιστα πως ο πανέμορφος και γενναίος ήρωας δε σκότωσε το γίγαντα, αλλά τον υποχρέωσε να ορκιστεί στο όνομα του θεϊκού πατέρα του ότι δε θα σκότωνε ξανά κανέναν επισκέπτη. Οι περισσότεροι από τους ληστές που σκότωσε ο Θησέας πηγαίνοντας από την Τροιζήνα στην Αθήνα είχαν πατέρα τους τον Ποσειδώνα. Ο Σκίρωνας, ο Σίνης, ο Προκρούστης και ο Κερκύονας βρήκαν τρομερό θάνατο με τον ίδιο τρόπο που κι αυτοί βασάνιζαν τους περαστικούς, αφού πρώτα τους λήστευαν. Κάποιος μύθος αναφέρει πως ο κοσμοσείστης έσμιξε με την εγγονή του Αλόπη, την κόρη του Κερκύονα, και απέκτησε μαζί της ένα γιο, τον Ιπποθόοντα, που έδωσε το όνομά του στην Ιπποθοοντίδα φυλή της Αττικής.
Ο πιο γνωστός γιγαντόμορφος γιος του θεού ήταν ο Κύκλωπας Πολύφημος, από το σμίξιμό του με τη Νύμφη Θόοσσα. Αυτός δεν είχε συγγενική σχέση με τους ομώνυμους γιους της Γαίας. Προσωποποιεί την τυφλή και κτηνώδη δύναμη που στερείται οποιουδήποτε ίχνους λογικής. Ο Όμηρος μας αφηγείται το πάθημά του από τον Οδυσσέα, που τον ξεγέλασε λέγοντάς του ότι τον λένε Κανένα. Γι' αυτήν όμως την πράξη του ο Ποσειδώνας καταδίωξε το βασιλιά της Ιθάκης πάρα πολύ, κατά τη δεκάχρονη πορεία του για την πατρίδα.
Γιος του θαλασσινού άρχοντα και της Σκαμανδροδίκης θεωρείται και ο Κύκνος. Αυτός έχασε τη ζωή του μετά από πολύωρη πάλη με τον Αχιλλέα και μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο πτηνό. Επίσης, ο γίγαντας Ωρίωνας προήλθε από το ζευγάρωμα του θεού με την Ευρυάλη, την κόρη του Μίνωα. Έδωσε μάλιστα στο γιο του το χάρισμα να περπατά πάνω στα κύματα της θάλασσας. Τέλος, σύμφωνα με την παράδοση, παιδιά του θεού ήταν και οι Αλωάδες, Ώτος και Εφιάλτης, από το ζευγάρωμά του με την Ιφιμέδεια. Στον Ποσειδώνα αποδίδεται η πατρότητα πολλών τεράτων και γιγάντων. Άλλωστε συχνά για να εκδικηθεί κάποιους θνητούς στέλνει διάφορα τέρατα που προκαλούν καταστροφές. Κάποτε οι Νηρηίδες παραπονέθηκαν στον αφέντη τους ότι η Κασσιόπεια, η βασίλισσα της Αιθιοπίας, καυχήθηκε πως ήταν πιο όμορφη από αυτές. Τότε εξοργισμένος ο θεός έστειλε ένα τέρας στην ακτή της χώρας, το οποίο προξενούσε φοβερές καταστροφές. Ένας χρησμός από το μαντείο έλεγε ότι η χώρα θα απαλλασσόταν από τη συμφορά μόνο αν ο βασιλιάς Κηφέας θυσίαζε την κόρη του Ανδρομέδα. Την ώρα όμως που το τέρας ήταν έτοιμο να κατασπαράξει την όμορφη βασιλοπούλα, κατέφτασε ο Περσέας με τα φτερωτά του πέδιλα και την έσωσε.
Γνωστή είναι η περιπέτεια του θεού με τη Δαναΐδα Αμυμώνη. Αυτή, μετά την ξηρασία που έστειλε ο Ποσειδώνας για να εκδικηθεί το Άργος, έψαχνε για νερό μέσα στο δάσος.
Ένας Σάτυρος όμως όρμησε επάνω της με βίαιες διαθέσεις. Για να τη σώσει, χτύπησε με την τρίαινά του τον Σάτυρο και τον σκότωσε. Μετά χτύπησε ένα βράχο και ανέβλυσε η πηγή Λέρνη. Από τον έρωτά του με τη Δαναΐδα απέκτησε ένα γιο, τον Ναύπλιο, που έδωσε το όνομά του στη γνωστή πόλη της Πελοποννήσου. Επίσης, ένας από τους πιο σημαντικούς ήρωες της αρχαιότητας, ο Θησέας, θεωρούνταν γιος του Ποσειδώνα και της Αίθρας που τη συνάντησε στο νησί Θήρα. Από τη Μελανίππη ο θαλασσινός άρχοντας απέκτησε δυο δίδυμους γιους, τον Βοιωτό και τον Αίολο, που αργότερα έγιναν επώνυμοι ήρωες της Βοιωτίας και της Αιολίας. Σημαντική είναι και η σχέση του με την Τυρώ. Αυτή ήταν ερωτευμένη με τον ομορφότερο ποταμό, τον Ενιπέα. Ολη τη μέρα της την περνούσε στις όχθες του περιμένοντας να τον δει. Ο Ποσειδώνας, που την αγάπησε, εμφανίστηκε μπροστά της με τη μορφή του ποταμού και έσμιξε μαζί της. Απέκτησαν δυο γιους, τον Πελία και τον Νηλέα. Ο Πελίας βασίλεψε στη Θεσσαλία και ο Νηλέας εγκαταστάθηκε στη Μεσσηνία και ίδρυσε την Πύλο. Με τη γυναίκα του Νηλέα, τη Χλωρίδα, ζευγάρωσε ο Ποσειδώνας και απέκτησε ένα γιο, τον Περικλύμενο, που του έδωσε τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται σ' όποιο ζώο ήθελε. Επίσης από την Κλειτώ απέκτησε τον Άτλαντα, από τη Μελανθώ τον Δελφό, που έδωσε το όνομά του στους Δελφούς, από την Κέρκυρα τον Φαίακα και από τη Ρόδη τον Ιαλυσσό, τον Κάμειρο και τον Λίνδο, που έδωσαν τα ονόματά τους στις τρεις πιο σημαντικές πόλεις της Ρόδου.
Ο Ποσειδώνας σαν θεός της θάλασσας είναι υπεύθυνος για τις φοβερές τρικυμίες και τους κατακλυσμούς που προκαλεί μ' ένα άγγιγμα της τρίαινάς του, μα και για τη γαληνεμένη θάλασσα και τα ήρεμα ταξίδια των ναυτικών. Γι' αυτόν το λόγο οι τελευταίοι τον θεωρούσαν προστάτη τους. Άλλωστε οι Αργοναύτες αμέσως μετά την επιτυχημένη ολοκλήρωση της αποστολής τους αφιέρωσαν το πλοίο τους, τη γοργοτάξιδη Αργώ, στον Ποσειδώνα. Όμως και οι ψαράδες προσεύχονταν και έκαναν θυσίες στο θεό για να τους φέρει καλή ψαριά. Οι αρχαίοι πίστευαν πως ο Ποσειδώνας εξημέρωσε τα άλογα, γι' αυτό τον τιμούσαν και με ιπποδρομίες. Τα δώρα που συνήθως του θυσίαζαν ήταν άλογα και ταύροι. Οι ψαράδες του πρόσφεραν και ψάρια.
Ο θαλασσινός θεός λατρευόταν σ' ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Ναοί του υπήρχαν στα περισσότερα ακρωτήρια, όπως στο Σούνιο, στο Ταίναρο, στον Μαλέα και αλλού. Αγαπημένα σύμβολα του θεού μετά την τρίαινα ήταν το ψάρι και ιδιαίτερα ο τόνος, το δελφίνι και σπανιότερα ο ταύρος και το άλογο.


ΠΛΟΥΤΩΝΑΣ
Ανάμεσα στους δώδεκα θεούς του Ολύμπου συγκαταλεγόταν και ο θεός-βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο Πλούτωνας, γνωστός κυρίως ως Άδης (Αΐδης=αόρατος). Πολλές είναι οι παραδόσεις που κυριαρχούσαν στις αρχαίες ελληνικές πόλεις σχετικά με τον Κάτω Κόσμο, τους θεούς και τους δαίμονές του, μετά τον Όμηρο όμως επικράτησε ως μεγαλύτερη μορφή ο Άδης, βασιλιάς και κυρίαρχος του σιωπηλού κόσμου των νεκρών.
Ο Πλούτωνας ήταν ένας από τους τρεις γιους του Κρόνου και της Ρέας, μαζί με τον Δία και τον Ποσειδώνα. Όταν ο Δίας, βοηθούμενος απ' τη μητέρα του, κατόρθωσε με πονηριά να ξεγελάσει τον Κρόνο και να επαναφέρει στη ζωή τα δυο του αδέλφια, που είχε καταπιεί ο Κρόνος, άνοιξε μαζί του πόλεμο. Ο Κρόνος είχε συμμάχους και βοηθούς τους Τιτάνες, ενώ ο Δίας τους Κύκλωπες. Οι Κύκλωπες εφοδίασαν τα τρία αδέλφια με ακαταμάχητα όπλα. Στον Δία έδωσαν τον κεραυνό, στον Ποσειδώνα την τρίαινα, ενώ στον Άδη την κυνή (ή κυνέα), η οποία ήταν ένα κράνος (ή σκούφια σύμφωνα με άλλους) που τον έκανε αόρατο και αποτελούσε το σύμβολο της βαθιάς νύχτας.
Το τέλος του πολέμου βρήκε νικητές τα τρία αδέλφια, που αποφάσισαν να μοιράσουν με κλήρο τον Κόσμο. Ο Δίας έλαχε να είναι ο κυρίαρχος του Ουρανού, ο Ποσειδώνας της Θάλασσας, ενώ ο Πλούτωνας του Κάτω Κόσμου. Έτσι ο Πλούτωνας βασιλεύει στο σκοτάδι του Κόσμου των Νεκρών, όπως ο Δίας είναι ο εξουσιαστής του φωτός του Επάνω Κόσμου των ζωντανών.
Κύριο σύμβολο της εξουσίας του Πλούτωνα η κυνή, η οποία σηματοδοτούσε τη βαθιά νύκτα μέσα στην οποία βασιλεύει ο θεός. Η κυνή κάνει αόρατο, όχι μόνο αυτόν, αλλά και οποιονδήποτε άλλο θεό τη φορά, όπως η Αθηνά, που χάρη σ' αυτήν κατόρθωσε να βοηθήσει τον προστατευόμενό της Διομήδη ξεφεύγοντας από το βλέμμα του Άρη στην περίφημη ομηρική μάχη.
Ο Πλούτωνας έμενε πάντοτε κλεισμένος στον υπόγειο κόσμο του, τον οποίο σκέπαζαν ακίνητα νέφη και αιώνια ομίχλη. Ήταν μια αρκετά μεγάλη έκταση κάτω από τη γη, πέρα από τα σύνορα του ορατού κόσμου και ακόμη πέρα από τον ποταμό Ωκεανό. Υπάρχει βλάστηση στη σκοτεινή τούτη χώρα, αλλά τα φυτά της δεν ανθίζουν και δεν καρποφορούν. Απέραντες εκτάσεις ασφόδελων τη στολίζουν και τη φρουρεί μέρα νύχτα ο Κέρβερος, το τρομαχτικό σκυλί με τα τρία κεφάλια και τη φιδίσια ουρά. Όλοι γίνονται δεκτοί στον Κάτω Κόσμο, αλλά κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον τρομερό αυτόν φύλακα και να επιστρέψει στον Επάνω Κόσμο. Μόνο ο Ηρακλής, εκτελώντας τις διαταγές του Ευρυσθέα, κατόρθωσε, όχι μόνο να περάσει - ζωντανός αυτός - τις πύλες του Κάτω Κόσμου, αλλά και να επιστρέψει ξανά στον Επάνω Κόσμο μαζί με τον Κέρβερο και να τον παρουσιάσει στον Ευρυσθέα, πραγματοποιώντας έτσι το δωδέκατο άθλο του.
Σύμφωνα με τη μυθολογία, αρκετές τέτοιες καταβάσεις ηρώων στον Κάτω Κόσμο έχουν γίνει, όχι όμως πάντα με επιτυχία. Από τις πιο γνωστές είναι αυτή του Ορφέα, που θέλοντας να επαναφέρει την αγαπημένη του Ευρυδίκη στη ζωή, δέχτηκε τον όρο που του έθεσε ο Πλούτωνας να μη γυρίσει να τη δει στο δρόμο της επιστροφής. Ο Ορφέας όμως δεν μπόρεσε ν' αντέξει αυτή τη δοκιμασία και έτσι η αγαπημένη του ξαναγύρισε στον Κόσμο των Νεκρών. Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η κάθοδος του Θησέα και του Πειρίθου, που σκόπευαν να κλέψουν την Περσεφόνη, συντρόφισσα του Πλούτωνα και βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Στον Κάτω Κόσμο κατέβηκε και ο Οδυσσέας , όπως τον συμβούλεψε ο Ερμής, λίγο πριν αναχωρήσει από το νησί της Κίρκης, και συνομίλησε με τις ψυχές των νεκρών.
Στον Άδη οι ψυχές κατεβαίνουν από τους τρομερούς ποταμούς Αχέροντα και Κωκυτό και από τις λίμνες Αχερουσία και Στύγα. Οι ποταμοί αυτοί βρίσκονται στα σύνορα των δύο κόσμων και περιβάλλονται από ομίχλη. Ο Κωκυτός τοποθετείται στα βουνά της Αρκαδίας και ο Αχέροντας βρίσκεται στη Θεσπρωτία και σχηματίζει, λίγο πριν φτάσει στο Ιόνιο πέλαγος, τη λίμνη Αχερουσία.Στους ποταμούς αυτούς η φαντασία των αρχαίων Ελλήνων έστησε το σκηνικό για το ταξίδι της αναχώρησης για τον κόσμο των νεκρών. Ακοίμητος οδηγός περιμένει στην όχθη ο Χάροντας, τραχύς και σκυθρωπός, για να μεταφέρει με τη βάρκα του, μέσα στην ομίχλη και το βούρκο των ποταμών, τις ψυχές στην αντίπερα όχθη, παίρνοντας ως αμοιβή τον οβολό που οι ζωντανοί έβαζαν στο στόμα των νεκρών για να πληρώσουν τα πορθμεία της μετάβασης στον άλλο κόσμο.
Στον Άδη κατοικούν και οι Κήρες, μαύρες θεότητες, δαίμονες του θανάτου και κόρες της Νύχτας που συνήθως τριγυρνούν στα πεδία των μαχών και δίνουν το τελειωτικό χτύπημα στους πληγωμένους και ετοιμοθάνατους πολεμιστές.
Στον Κάτω Κόσμο οι ψυχές δικάζονται από το μεγάλο κριτή, τον Άδη, και τους τρεις δίκαιους μυθικούς ηγεμόνες, τον Μίνωα, τον Ραθάμανθη και τον Αιακός. Ανάλογα λοιπόν με την κρίση του δικαστηρίου, οι δίκαιοι οδηγούνται στα Ηλύσια Πεδία ή στα νησιά των Μακάρων και οι άδικοι στα Τάρταρα, που βρίσκονται στα βάθη της γης και αποτελούν τον τόπο του μαρτυρίου των ενόχων. Το όνομα της Περσεφόνης συνδέεται με τη μοναδική έξοδο του Πλούτωνα από το σκοτεινό του βασίλειο, όταν γοητευμένος από την ομορφιά της και με τη συγκατάθεση του Δία, αποφάσισε να την απαγάγει από τον Επάνω Κόσμο.
Η εμφάνισή του στο φως ήταν στιγμιαία, μια και δεν είχε να κάνει τίποτε πάνω στη γη στο φως του ήλιου. Η Περσεφόνη, κόρη της αδερφής του Δήμητρας, αντέδρασε, αλλά κανείς δεν άκουσε τις απεγνωσμένες κραυγές της. Έτσι ο Πλούτωνας την εγκατέστησε στο βασίλειό του και προσφέροντάς της κρυφά σπυριά ροδιού την έκανε να ξεχνά τον Επάνω Κόσμο και να μένει κοντά του. Η μητέρα της Περσεφόνης, η Δήμητρα, που δεν ήξερε την τύχη της κόρης της, περιπλανιόταν εννιά ολόκληρες μέρες και νύχτες χωρίς τροφή γυρεύοντας τα ίχνη της πάνω στη γη. Όταν έμαθε για την απαγωγή της από τον Πλούτωνα, ζήτησε από τον Δία να μεσολαβήσει και πέτυχε να παραμένει η Περσεφόνη μόνο τέσσερις μήνες στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου, ενώ τους υπόλοιπους οκτώ με τους θεούς του Επάνω Κόσμου και τους ανθρώπους.
Έτσι η Περσεφόνη φαίνεται να μοιράζει τη φροντίδα της τόσο στον κόσμο των νεκρών όσο και στον κόσμο των ζωντανών. Ακριβώς σ' αυτό το γεγονός στηρίζουν και οι αρχαίοι Έλληνες την ύπαρξη και το διαχωρισμό των εποχών του έτους, πιστεύοντας ότι η ψυχική κατάσταση της θεάς Δήμητρας, θεάς της γονιμότητας γης και ανθρώπων, επηρέαζε την καρποφορία, την ευγονία και την ευτοκία.
Ο Όμηρος χαρακτηρίζει τον Πλούτωνα "πολυώνυμο", μια και απέφευγαν γενικά οι άνθρωποι να αναφέρονται σ' αυτόν με το πραγματικό του όνομα, που ήταν Άδης. Ακόμη και αυτό το όνομα Πλούτωνας (Πλούτων=πλούσιος ή αυτός που προσφέρει πλούτη) χρησιμοποιείται κατ' ευφημισμό, επειδή όλα τα πλούτη προέρχονται από τα βάθη της γης. Άλλο επίσης γνωστό όνομα για το θεό του Κάτω Κόσμου είναι το Ζαγρεύς, που σημαίνει μεγάλος κυνηγός, και το οποίο χρησιμοποιούσαν κυρίως οι ορφικοί, γιατί τον θεωρούσαν μια άλλη υπόσταση του Διόνυσου. Αποκαλούνταν επίσης Πολυδέγμων ή Πολυδέκτης, γιατί δεχόταν στην επικράτειά του όλους τους ανθρώπους που πέθαιναν.
Με το βασίλειο του Άδη αλλά και τον ίδιο το βασιλιά του ασχολήθηκαν από την αρχαιότητα ακόμη τόσο η λογοτεχνία όσο και η ζωγραφική. Ο κλεισμένος αιωνίως στα σκοτεινά παλάτια του θεός παριστάνεται τερατώδης, άγριος, κακότροπος και αλύγιστος σε κάθε ικεσία.


ΑΘΗΝΑ
H Αθηνά ήταν η θεά που συμβόλιζε τη σοφία. Οι Έλληνες, ο πρώτος λαός που κατέκτησε τη λογική σκέψη και διατύπωσε καθολικούς νόμους για τη λειτουργία του σύμπαντος, έπλασαν μια θεά που προσωποποιούσε την εξυπνάδα και τη φρόνηση. Άλλωστε, ακόμη και ο τρόπος γέννησης της θεάς ήταν τέτοιος που μαρτυρούσε τις ιδιότητές της. Η γαλανομάτα κόρη ξεπήδησε από το κεφάλι του παντοδύναμου και πάνσοφου Δία.
Τον καιρό που ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων ανατρεφόταν στην Κρήτη, χωρίς να το γνωρίζει ο Κρόνος, από τις Νύμφες του βουνού και τις Ωκεανίδες, ερωτεύτηκε τη Μήτιδα. Αυτή ήταν η πιο συνετή από όλες τις αδερφές της. Με τις συμβουλές της βοήθησε αποφασιστικά τον Δία να πάρει την τελική νίκη. Αυτή του έδωσε το μαγικό βοτάνι με το οποίο ο φοβερός παιδοφάγος αναγκάστηκε να βγάλει από το στομάχι του τους θεούς που είχε καταπιεί. Η Μήτιδα ήταν η πρώτη σύζυγος του Δία ή σύμφωνα με άλλους η πρώτη ερωμένη του. Σε κάποιο γλέντι που έγινε στον Όλυμπο για να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, ο Ουρανός και η Γη αποκάλυψαν στον εγγονό τους πως θα του χάριζε πρώτα μια κόρη και ύστερα ένα γιο, που θα γινόταν τόσο δυνατός, ώστε θα ονομαζόταν πρώτος των θεών. Ο χρησμός αυτός των προγόνων του τον έβαλε σε σκέψεις. Έτσι, όταν είδε τη γυναίκα του έγκυο, δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Γι' αυτό ζήτησε ένα βοτάνι από τη γιαγιά του που όποιος το έτρωγε γινόταν μικρός σαν το δάχτυλο. Η Γαία του έκανε τη χάρη και αυτός έτρεξε στη Μήτιδα και της το έδωσε να το καταπιεί, λέγοντας πως θα έκανε γερά παιδιά. Έτσι κι έγινε μα σε λίγο η Μήτιδα άρχισε να μικραίνει. Τότε ο Δίας άνοιξε το τεράστιο στόμα του και την κατάπιε. Κατέφυγε δηλαδή στο κόλπο του πατέρα του, αλλά ο ίδιος εξαφάνισε και τη σύζυγό του μαζί με το παιδί που είχε στην κοιλιά της. Ο Δίας από τη στιγμή που κατάπιε τη Μήτιδα κατέκτησε ολόκληρη τη σοφία του κόσμου. Ήξερε κάθε στιγμή ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό.
Ύστερα από λίγες μέρες άρχισε να τον ενοχλεί κάτι στο κεφάλι του. Ένιωθε σαν ένα μικρό σπαθί να αγγίζει απαλά το μυαλό του. Καθώς όμως ο καιρός περνούσε οι ενοχλήσεις έγιναν πιο έντονες και ο πόνος στο κεφάλι πολύ δυνατός. Ο Δίας βογκούσε από τους πόνους! όλες οι θεές προσπαθούσαν να τον καταπραΰνουν με μαγικά βότανα, αλλά τίποτε. Ούρλιαζε και χτυπιόταν καταγής, έτσι που ολόκληρος ο Όλυμπος αντιλαλούσε και σειόταν από τις σπαρακτικές του φωνές. Μια νύχτα που δεν άντεχε άλλο, κάλεσε τον Ήφαιστο να έρθει στο παλάτι του με το τεράστιο σφυρί του. Ο γιος του έφτασε μουντζουρωμένος και ιδρωμένος.
Μόλις τον είδε ο Δίας του είπε: - Γρήγορα Ήφαιστε, δώσε μια με το σφυρί σου στο κεφάλι μου για να με γλιτώσεις μια και καλή απ' αυτό το μαρτύριο. Ο θεϊκός σιδηρουργός κοντοστάθηκε, γούρλωσε τα μάτια του και αρνήθηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Όμως ο Δίας δεν αστειευόταν. Οργισμένος απείλησε τον Ήφαιστο πως θα τον πετούσε για δεύτερη φορά από τον Όλυμπο. Τρομαγμένος ο νεαρός θεός σήκωσε το τεράστιο σφυρί και το κατέβασε μ' όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του πατέρα του. Τότε μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των Ολυμπίων ξεπετάχτηκε από το κεφάλι του Δία μια γαλανομάτα κόρη πάνοπλη. Κρατούσε ασπίδα, φορούσε περικεφαλαία και κουνούσε απειλητικά το δόρυ της. Ήταν η Αθηνά, πολεμική θεά μα και προστάτιδα της σοφίας κληρονόμησε την παντοδυναμία του πατέρα της και τη σύνεση της Μήτιδας.
Την ώρα της γέννησής της έβγαλε μια πολεμική κραυγή που έκανε τον Όλυμπο να σειστεί ολόκληρος και έφτασε ως τα πέρατα του κόσμου. Η γη τραντάχτηκε και η θάλασσα αναταράχτη,. πελώρια κύματα σηκώθηκαν απειλητικά και τη σκέπασαν. Ο Ήλιος σταμάτησε το ολόχρυσο άρμα του και παρακολουθούσε τη θεά μέχρι να βγάλει την πανοπλία της από το αδύναμο ακόμη κορμί της. Σε λίγο σταμάτησε η κοσμοχαλασιά που προκάλεσε η γέννηση της θεάς. Η φύση ολόκληρη γαλήνεψε. Ο Δίας, που απαλλάχτηκε από το φοβερό πονοκέφαλό του, ανακουφισμένος αντίκρισε τη νέα του κόρη και της χαμογέλασε. Αυτή σε λίγη ώρα μεγάλωσε και απέκτησε σ' όλη του την έκταση το θεϊκό της μεγαλείο. Οι θεοί έστησαν γλέντι για να καλωσορίσουν τη νέα τους σύντροφο. Το χορό έσυρε πρώτη η Αθηνά. Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο που έλεγαν στην Κρήτη, η θεά γεννήθηκε στο νησί από ένα σύννεφο που χτύπησε ο Δίας με τον κεραυνό του. Άλλοτε πάλι έλεγαν πως ήταν κόρη του γίγαντα Πάλλαντα ή κόρη του Ποσειδώνα και της Τριτωνίδας. Πολλές φορές την ονόμαζαν Παλλάδα. Για το όνομα αυτό υπήρχε ο ακόλουθος μύθος.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής της μεγάλωσε με μια κοπέλα που ονομαζόταν Παλλάδα. Είχαν γίνει πολύ αγαπημένες φίλες. Μάθαιναν μαζί την πολεμική τέχνη και έπαιζαν αρκετά βίαια παιχνίδια. Μια μέρα που μάλωσαν, η Παλλάδα ήταν έτοιμη να χτυπήσει την Αθηνά. Όμως ο Δίας που τα έβλεπε όλα, φοβήθηκε για τη μικρή του κόρη και την προστάτεψε με την αιγίδα του. Η κοπέλα τρόμαξε όταν είδε να προσγειώνεται μπροστά της η τρομερή ασπίδα. Η μικρή θεά εκμεταλλεύτηκε την ταραχή της και τη χτύπησε θανάσιμα. Όταν κατάλαβε πως η φιλενάδα της είχε πεθάνει, τότε ξέσπασε σε απαρηγόρητο κλάμα. Για να τιμήσει τη νεαρή της φίλη, δημιούργησε ένα άγαλμα που της έμοιαζε και το τοποθέτησε δίπλα στον πατέρα της. Το άγαλμα ήταν ξύλινο και ονομάστηκε Παλλάδιο. Κάποτε όμως ο Δίας το πέταξε από τον Όλυμπο και αυτό έπεσε στην Τροία τον καιρό που χτιζόταν η πόλη. Το άγαλμα αυτό προστάτευε από τότε την περιοχή. Επειδή είχε πέσει στο ναό της Αθηνάς, ονόμασαν τη θεά Αθηνά-Παλλάδα.
Πολλές πόλεις στην αρχαιότητα υποστήριζαν πως είχαν Παλλάδια και πως απολάμβαναν την προστασία της.
Η Αθηνά είναι το πιο αγαπημένο παιδί του Δία και πέρασε ολόκληρη τη ζωή της αφοσιωμένη στον πατέρα της που τον υπεραγαπούσε. Πολύτιμη ήταν η βοήθειά της στη Γιγαντομαχία όπου σκότωσε και έγδαρε τον Πάλλαντα και καταπλάκωσε τον Εγκέλαδο με τη Σικελία. Μόνο αυτή έμεινε πλάι στον Δία, όταν ο φοβερός Τυφώνας όρμησε στον Όλυμπο. Μονάχα μια φορά συμμετείχε στη συνωμοσία της Ήρας, του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα εναντίον του πατέρα της. Μα και τότε ήταν η μόνη που δε γνώρισε την οργή του Δία και έτσι η σχέση αγάπης και στοργής συνεχίστηκε χωρίς άλλα προβλήματα. Η Αθηνά αγαπούσε τις πολεμικές και τις καλές τέχνες και ασχολούνταν διαρκώς μ' αυτές. Δεν είχε καθόλου ερωτικές περιπέτειες και συμβόλιζε την αιώνια παρθενία. Γι' αυτό άλλωστε οι Αθηναίοι ονόμασαν το ναό της θεάς πάνω στην Ακρόπολη, Παρθενώνα. Μόνο μια φορά λένε προσπάθησε να την ενοχλήσει ερωτικά ο Ήφαιστος, μα η θεά αντιστάθηκε παλικαρίσια. Από το σπέρμα του θεού που έπεσε στη γη γεννήθηκε ο Εριχθόνιος, ένας ονομαστός ήρωας της Αθήνας, που η θεά του συμπεριφερόταν σαν να ήταν γιος της. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Εριχθόνιος ήταν γιος της Γαίας που τον εμπιστεύτηκε στην Αθηνά να τον αναθρέψει. Λένε μάλιστα πως ο ήρωας καθιέρωσε τα Παναθήναια, τη σημαντικότερη γιορτή προς τιμή της Αθηνάς. Επίσης πίστευαν πως η θεά του δίδαξε να οδηγεί το τέθριππο, το άρμα δηλαδή που έσερναν τέσσερα άλογα. Πιο αγαπημένη της πόλη ήταν η Αθήνα, που πήρε και το όνομά της. Έλεγαν πως πρώτος έφτασε στην Αττική ο Ποσειδώνας. Αυτός χτύπησε με την τρίαινά του ένα βράχο της Ακρόπολης και αμέσως ανάβλυσε μια πηγή με αλμυρό νερό. Κατόπιν η Αθηνά, που διεκδικούσε κι αυτή την κυριαρχία και την προστασία του τόπου, φύτεψε μια ελιά. Τότε οι υπόλοιποι Ολύμπιοι μπήκαν κριτές στη διαμάχη των θεών και αποφάσισαν υπέρ της Αθηνάς.
Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο κάποτε φύτρωσε στην Ακρόπολη μια ελιά και παραπέρα ανάβλυσε μια πηγή. Ο Κέκροπας που ήταν άρχοντας της περιοχής ζήτησε τη συμβουλή του μαντείου και πληροφορήθηκε πως το δέντρο αντιπροσώπευε την Αθηνά και η πηγή τον Ποσειδώνα. Τότε κάλεσε λαϊκή συνέλευση των ανδρών και των γυναικών. Όλοι οι άνδρες ψήφισαν υπέρ του Ποσειδώνα και όλες οι γυναίκες υπέρ της Αθηνάς. Όμως αυτές ήταν περισσότερες και έτσι η πόλη δόθηκε στη θεά. Ο Ποσειδώνας οργισμένος πλημμύρισε την περιοχή. Οι άνδρες, τότε, για να τιμωρήσουν τις γυναίκες, τις απαγόρευσαν να συμμετέχουν στις συνελεύσεις και να ψηφίζουν.
Αλλά η πιο κοινή εκδοχή του μύθου είναι η ακόλουθη. Οι θεοί είπαν στους αντίδικους ότι θα κέρδιζε την πόλη εκείνος που θα έκανε το πιο χρήσιμο δώρο στους κατοίκους. Τότε ο Ποσειδώνας χτύπησε την τρίαινά του στη γη και ξεπετάχτηκε ένα κατάλευκο άλογο.
Οι αθάνατοι θαύμασαν το δώρο αυτό, γιατί ήξεραν πόσο χρήσιμο ήταν στη γεωργία και στα άλλα επαγγέλματα. Αμέσως όμως η σοφή Αθηνά χτύπησε με το δόρυ της την αττική γη και φύτρωσε μια φουντωτή και αειθαλής ελιά. Τότε οι Ολύμπιοι αποφάσισαν πως ο καρπός του ευλογημένου δέντρου ήταν πιο χρήσιμος για τους ανθρώπους της περιοχής και έτσι έδωσαν τη νίκη στην Αθηνά.
Η Αθηνά, ως παρθενική θεά, δεν τα πήγαινε καλά με την Αφροδίτη, την προστάτιδα του έρωτα. Πολύ συχνά μάλωναν και λογοφέρνανε, ακόμη και μπροστά στον πατέρα τους, τον Δία. Αυτός πάντα προσπαθούσε να τις συμφιλιώσει. Φαίνεται όμως πως δεν τα κατάφερνε, όταν οι δυο θεές βρέθηκαν αντίπαλες στον Τρωικό πόλεμο, η Αθηνά δε δίστασε, μέσω του Διομήδη βέβαια, να χτυπήσει την Αφροδίτη και να την πληγώσει.
Η πολεμική θεά στάθηκε στο πλευρό πολλών γνωστών ηρώων της αρχαιότητας. Ένας από τους προστατευόμενούς της ήταν ο Ηρακλής. Από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισε η Αθηνά, τότε που ο θνητός ακόμα ήρωας έτρεξε στο πλευρό του Δία για να αντιμετωπίσει τους Γίγαντες, τον συμπάθησε. Με τις πολύτιμες συμβουλές της κατόρθωσε να εξοντώσει τον Αλκυονέα. Όμως και αργότερα, όταν ο Ευρυσθέας υπέβαλε τον Ηρακλή στη δοκιμασία των δώδεκα άθλων, τον βοήθησε. Του χάρισε τα κύμβαλα που ήταν έργο του θεϊκού τεχνίτη Ήφαιστου. Χτυπώντάς τα ο ήρωας τρόμαξε τις Στυμφαλίδες όρνιθες που πέταξαν από τις κρυμμένες φωλιές τους και έτσι τις σκότωσε με τα βέλη του. Για να την ευχαριστήσει της αφιέρωσε τα χρυσά μήλa των Εσπερίδων. Με τη βοήθεια της θεάς ο Περσέας κατάφερε να εξοντώσει τη Γοργόνα. Αυτή ήταν ένα τέρας που αντί για μαλλιά είχε φίδια και τα τρομερά της μάτια προκαλούσαν φριχτό πανικό σ' όποιον τα αντίκριζε ή τον απολίθωναν. Ο ήρωας, όταν πήγε ν' αντιμετωπίσει το φριχτό τέρας, είχε μαζί του τη γυαλιστερή ασπίδα που του έδωσε η Αθηνά. Έτσι, ενώ είχε αλλού στραμμένο το βλέμμα του, παρακολουθούσε τη Γοργόνα που καθρεφτιζόταν πάνω στην ασπίδα και την αποκεφάλισε. Πρόσφερε το φοβερό κεφάλι της, που ακόμη και κομμένο διατηρούσε τις ιδιότητές του, στην Αθηνά. Η θεά τοποθέτησε το λεγόμενο "γοργώνειο" πάνω στην αιγίδα που της είχε κάνει δώρο ο πατέρας της. Μάζεψε το αίμα που πετάχτηκε από τις φλέβες του τέρατος και το έδωσε στον Ασκληπιό, ο οποίος το χρησιμοποίησε σαν γιατρικό. Άλλοι πάλι λένε πως έδωσε δυο σταγόνες αίματος στον Εριχθόνιο. Η μια προκαλούσε το θάνατο και η άλλη είχε θεραπευτικές ιδιότητες.
Ακόμη λένε πως όταν ο Περσέας αποκεφάλισε τη Γοργόνα, οι αδερφές της, η Σθενώ και η Ευρυάλη, που ήταν αθάνατες, τη θρήνησαν γοερά. Όμως αυτός ο θρήνος προερχόταν από τα φίδια που είχαν στα μαλλιά τους και όχι από τις ίδιες. Η Αθηνά προσπάθησε να βρει έναν τρόπο για να τον μιμηθεί. Πήρε λοιπόν το κόκαλο ενός μεγάλου ελαφιού που της είχαν θυσιάσει, άνοιξε κάποιες τρύπες και φυσούσε κατά διαστήματα μέσα στο καινούριο μουσικό όργανο που το ονόμασε φλογέρα. Ενθουσιασμένη έτρεξε στον Όλυμπο και έδειξε την εφεύρεσή της στους θεούς.
Η Ήρα και η Αφροδίτη όμως ξέσπασαν σε ειρωνικά γέλια. Η Αθηνά δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά τους και θύμωσε πάρα πολύ. Τότε της εξήγησαν πως καθώς έπαιζε τη φλογέρα φούσκωναν τα κόκκινα μάγουλά της, παραμορφωνόταν το πρόσωπό της και ήταν πολύ αστεία. Η θεά έτρεξε πεισμωμένη σ' ένα ρυάκι και καθρεφτίστηκε στα νερά του παίζοντας φλογέρα. Κατάλαβε πως οι θεές είχαν δίκιο που την ειρωνεύονταν και οργισμένη πέταξε το μουσικό όργανο.
Γιος της Γοργόνας και του Ποσειδώνα ήταν το φτερωτό άλογο Πήγασος. Ένας ήρωας, ο Βελλεροφόντης, ζήτησε κάποτε τη βοήθεια της Αθηνάς για να συλλάβει και να δαμάσει το άλογο. Μια νύχτα που ο ήρωας κοιμήθηκε στο ναό της, αυτή εμφανίστηκε στον ύπνο του και του χάρισε ένα χαλινάρι με το οποίο το δάμασε. Η Αθηνά ήταν πολύ ντροπαλή με τους άντρες. Έτσι, κάποια μέρα που ο Τειρεσίας την είδε γυμνή να λούζεται στα νερά μιας λίμνης μαζί με τη Νύμφη Χαρικλώ, τον εκδικήθηκε χωρίς οίκτο. Μ' ένα απλό άγγιγμα των ματιών του τον έκανε τυφλό για όλη του τη ζωή. Η φιλενάδα της όμως την παρακαλούσε να τον ευσπλαχνιστεί. Επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω μια θεϊκή απόφαση, ευνόησε διαφορετικά τον Τειρεσία. Καθάρισε τόσο καλά τα αυτιά του, ώστε μπορούσε να καταλάβει το κελάηδημα των πουλιών και του έδωσε ένα ραβδί που τον βοηθούσε να περπατάει όπως οι άνθρωποι που έβλεπαν. Από τότε ο Τειρεσίας έγινε ο πιο ξακουστός μάντης της αρχαιότητας. Η πολεμική θεά είχε ενεργό δράση στον Τρωικό πόλεμο, όπου και προστάτευε την παράταξη των Ελλήνων κι αυτό γιατί ήταν εξοργισμένη από την κρίση του Πάρη για την ομορφότερη θεά. Αγαπημένοι της πολεμιστές ήταν ο Διομήδης, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας. Στάθηκε στο πλάι τους σ' όλες τις δύσκολες στιγμές. Όταν μάλιστα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος, κατέφευγε σε θαύματα για να τους σώσει. Έκανε θεϊκή φωτιά να βγαίνει από την περικεφαλαία του Διομήδη και σκέπασε με πύρινο σύννεφο το κεφάλι του Αχιλλέα. Μάλιστα, στις πιο δύσκολες στιγμές μεταμορφωνόταν η ίδια σε Τρώα πολεμιστή και πήγαινε στις συγκεντρώσεις των αντίπαλων στρατηγών, δίνοντάς τους λανθασμένες συμβουλές. Αλλά και όταν υπήρχαν διχόνοιες και διαφωνίες στο στρατόπεδο των Ελλήνων, πάντοτε κατάφερνε να προλάβει τα χειρότερα, αυτή δεν άφησε τον Αχιλλέα να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα αν και τον είχε προσβάλει βαρύτατα.
Βοήθησε τον πολυμήχανο Οδυσσέα τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου όσο και κατά το δεκάχρονο ταξίδι της επιστροφής του. Στην Οδύσσεια, η Αθηνά παρεμβαίνει με μεταμορφώσεις. Παίρνει τη μορφή του Μέντορα και δίνει πολύτιμες συμβουλές και οδηγίες στον Τηλέμαχο. Στέλνει επίσης όνειρα. Εμφανίζεται στον ύπνο της Ναυσικάς και τη συμβουλεύει να πάει να πλύνει τα ρούχα της στο ποτάμι, τη μέρα που ο Οδυσσέας πλησιάζει στο νησί των Φαιάκων.
Προικίζει τον προστατευόμενό της με υπερφυσική ομορφιά για να γοητεύσει τη βασιλοπούλα και να τον φιλοξενήσει στο ανάκτορο του πατέρα της.
Σ' άλλες περιπτώσεις ξεσηκώνει τον Δία να βοηθήσει τον Οδυσσέα. Με δική της παρέμβαση η Καλυψώ παίρνει εντολή ν' αφήσει ελεύθερο τον ήρωα και να του δώσει μέσο για να ξαναβγεί στο πέλαγος. Ο Ορέστης, ο γιος του Αγαμέμνονα, για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του σκότωσε τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Όμως οι Ερινύες, σκοτεινές θεότητες που τιμωρούσαν τους φονιάδες, καταδίωξαν τον Ορέστη, ο οποίος έφτασε στην Αθήνα και ζήτησε καταφύγιο στο ναό της θεάς. Τότε έγινε δικαστήριο στον Άρειο Πάγο για να κριθεί ο νεαρός μητροκτόνος, πρόεδρος ήταν η ίδια η θεά. Η ψηφοφορία έληξε με ισοπαλία, αλλά τελικά ο Ορέστης αθωώθηκε, γιατί η ψήφος της Αθηνάς, που ήταν αθωωτική, θεωρήθηκε διπλή. Από τότε θεσπίστηκε ο νόμος ότι η ισοψηφία στο δικαστήριο μετρούσε υπέρ του κατηγορουμένου.
Προστάτευε όλους γενικά τους τεχνίτες και τους βιοτέχνες. Η ίδια ήταν καταπληκτική υφάντρα. Κάποτε η Αράχνη, μια κοπέλα από τη Λυδία, που είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην τέχνη της υφαντικής, κάλεσε τη θεά σε διαγωνισμό. Αρχικά η θεά εμφανίστηκε στην κοπέλα μεταμορφωμένη σε γριά και τη συμβούλεψε να δείξει μετριοφροσύνη. Όμως η Αράχνη συνέχιζε να καυχιέται και η Αθηνά εκνευρισμένη πήρε την κανονική της μορφή και ο διαγωνισμός άρχισε. Η Παλλάδα παράστησε πάνω στο υφαντό της την καθημερινή ζωή των θεών και στις άκρες σκηνές που φανέρωναν την πανωλεθρία των θνητών, όταν δεν υπάκουαν τους αθάνατους. Η νεαρή Λυδή απεικόνισε στο ύφασμά της την ερωτική ζωή των θεών και ιδιαίτερα τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις. Η Αθηνά δε βρήκε κανένα ψεγάδι στο έργο της Αράχνης όση ώρα κι αν το εξέταζε. Από το θυμό και τη ζήλια της τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο ζωύφιο που αδιάκοπα κλώθει και υφαίνει με την άκρη της κλωστής της.
Κάποτε η θεά είχε μια διένεξη με τον Απόλλωνα σχετικά με τη μαντική τέχνη. Είχε διδαχτεί από τις φτερωτές Νύμφες του Παρνασσού, τις Θρίες, να προλέγει το μέλλον από τις πέτρες που παράσερναν οι χείμαρροι. Όμως ο Φοίβος παραπονέθηκε στον Δία και αυτός αποφάσισε υπέρ του γιου του. Τότε η Αθηνά πέταξε χολωμένη τις πέτρες στην πεδιάδα και από τότε η περιοχή ονομάστηκε Θριάσιο πεδίο.
Η Αθηνά - Παλλάδα συμβόλιζε μερικά από τα πιο σημαντικά ιδεώδη του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Συνδύαζε τη δύναμη και τη γενναιότητα με τη σύνεση και την εξυπνάδα. Αγαπημένα της σύμβολα ήταν η αιγίδα, το δόρυ, η κουκουβάγια και η ελιά.


ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Ο Απόλλωνας ανήκει στη δεύτερη γενιά των Ολύμπιων θεών. Είναι καρπός της ερωτικής σχέσης του Δία με τη Λητώ και αδερφός της Άρτεμης.
Ο Δίας, ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, θαμπώθηκε από την ομορφιά της Λητώς που προερχόταν από τη γενιά των Τιτάνων και έσμιξε ερωτικά μαζί της. Η ζηλιάρα Ήρα όμως αγανακτισμένη από τις αναρίθμητες απιστίες του άντρα της με θνητές και θεές και επειδή δεν είχε τη δύναμη να βλάψει το σύζυγό της, εναντιώθηκε στη Λητώ και βάλθηκε να μην την αφήσει με κανένα τρόπο να γεννήσει.
Μάταια η Λητώ έτρεχε κατάκοπη σ' ολόκληρη τη γη, δοκιμάζοντας κάμπους, βουνά και θάλασσες για να γεννήσει τα παιδιά της• ολόκληρη η γη αρνιόταν να τη δεχτεί γιατί φοβόταν την τρομερή εκδίκηση της Ήρας. Μονάχα ένα μικρό πλεούμενο νησί, η Ορτυγία (νησί των Ορτυκιών) ή Αστερία, δέχτηκε να δώσει άσυλο στη δυστυχισμένη Λητώ. Το νησάκι αυτό ήταν φτωχό και άγονο, δεν μπορούσαν να βοσκήσουν σ' αυτό πρόβατα ούτε βόδια, ούτε όμως και να καρπίσουν αμπέλια ή άλλα δέντρα. Γι' αυτό λοιπόν δε φοβόταν την οργή της θεάς. Ο Απόλλωνας για να ανταμείψει το φτωχό νησί, μόλις γεννήθηκε το στερέωσε για πάντα με τέσσερις στήλες στο βυθό της θάλασσας και του έδωσε το όνομα Δήλος (= Φωτεινή).
Εννιά ολόκληρες μέρες κράτησαν οι πόνοι της γέννας. Η Λητώ ξαπλωμένη στη ρίζα μιας φοινικιάς, του μοναδικού δέντρου που υπήρχε πάνω στο νησί, βογκούσε από τους πόνους και εκλιπαρούσε την Ήρα να της επιτρέψει να γεννήσει τα παιδιά της. Η Αθηνά, η Δήμητρα, η Αφροδίτη και άλλες μικρότερες θεές έτρεξαν να βοηθήσουν τη Λητώ, όμως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα χωρίς τη συγκατάθεση της Ήρας, που κρατούσε επάνω στον Όλυμπο την Ειλείθυια, τη θεά των αίσιων τοκετών. Τελικά, έστειλαν την πολύχρωμη Ίριδα, την αγγελιοφόρο των θεών, για να ζητήσει από την Ήρα να επιτρέψει τον τοκετό, προσφέροντάς της ένα περιδέραιο εξαιρετικής ομορφιάς από μάλαμα και κεχριμπάρι, εννιά πήχεις, που είχε κατασκευάσει στο εργαστήρι του ο μεγάλος τεχνίτης των θεών, ο Ήφαιστος. Αυτό το δώρο καταλάγιασε το θυμό της Ήρας, που έστειλε την Ειλείθυια στη Δήλο. Η Λητώ εξαντλημένη από τους αβάσταχτους πόνους τόσων ημερών γονάτισε στη ρίζα της φοινικιάς και έφερε στον κόσμο πρώτα την Άρτεμη και αμέσως μετά τον Απόλλωνα. Την ώρα της γέννας του θεού ιεροί κύκνοι πετούσαν πάνω από το νησί κάνοντας εφτά κύκλους, γιατί ήταν η έβδομη μέρα του μήνα.
Η Λητώ δεν πρόλαβε να βυζάξει καθόλου το νεογέννητο θεό. Μόλις γεννήθηκε, η Θέμιδα έσταξε στο στόμα του μερικές σταγόνες νέκταρ και λίγη αμβροσία και έτσι έγινε το θαύμα: το βρέφος άρχισε να μεγαλώνει απότομα, τα σπάργανα σκίστηκαν και έπεσαν από το σώμα του. Οι θεές θαμπωμένες από την ομορφιά του, τον καμάρωναν να κάνει βόλτες πάνω στο νησί. Αμέσως ο Απόλλωνας έτρεξε πάνω στον Όλυμπο για να πάρει την ευχή του παντοδύναμου πατέρα του, αλλά και για να γνωρίσει τους υπόλοιπους θεούς. Ο Δίας καλοδέχτηκε το γιο του και του πρόσφερε πάρα πολλά πλούσια και πανέμορφα δώρα. Ανάμεσα σ' αυτά ήταν μια ολόχρυση μίτρα στολισμένη με ρουμπίνια και σμαράγδια, που συμβόλιζε τη δύναμη του θεού και είχε πάνω σκαλισμένες σκηνές από τη ζωή των Ολυμπίων. Επίσης, ο Δίας του χάρισε μια λύρα που ο Απόλλωνας την αγαπούσε πολύ και κάθε φορά που έπαιζε, με τη μουσική του μάγευε θεούς και ανθρώπους• επιπλέον ένα πανώριο άρμα ζεμένο με εφτά ολόλευκους κύκνους που μετέφεραν το θεό σε όποιο σημείο της γης ή του ουρανού επιθυμούσε. Αμέσως μετά ο Δίας διέταξε τις Ώρες να στρώσουν τραπέζι με νέκταρ και αμβροσία για να καλωσορίσουν όλοι μαζί τον καινούριο θεό πάνω στον Όλυμπο. Ακολούθησε τρικούβερτο γλέντι μέχρι το πρωί. Ο Απόλλωνας έπαιζε με τη λύρα του και χόρευαν οι Χάριτες, η Αρμονία, η Ήβη, η Αφροδίτη και η Άρτεμη• σε λίγο μπήκαν στο χορό και ο Ερμής με τον Άρη.
Μια άλλη όμως παράδοση διηγείται ότι αμέσως μετά τη γέννησή του οι κύκνοι μετέφεραν τον Απόλλωνα στη χώρα τους που βρισκόταν στις όχθες του Ωκεανού, τους Υπερβόρειους• εκεί καθιέρωσαν τη λατρεία του θεού που τη γιόρταζαν αδιάκοπα. Ο Απόλλωνας έμεινε στη χώρα των Υπερβορείων ένα χρόνο και επέστρεψε στην Ελλάδα κατακαλόκαιρο. Η φύση ολόκληρη γιόρτασε με κάθε τρόπο την επιστροφή του μεγάλου θεού με γλέντια και τραγούδια• τα τζιτζίκια και τ' αηδόνια τραγουδούσαν και τα νερά των πηγών ήταν πιο καθαρά.
Οι Νύμφες και οι Νεράιδες των ποταμών και των λιμνών χόρευαν μερόνυχτα ολόκληρα στα βουνά και τα ξέφωτα. Κάθε χρόνο στους Δελφούς γιόρταζαν αυτή την επιστροφή του με εκατόμβες, δηλαδή ομαδικές θυσίες εκατό ζώων.
Στους Δελφούς ο Απόλλωνας σκότωσε ένα φοβερό δράκοντα που ονομαζόταν Πύθωνας και είχε δέκα χέρια και τέσσερα μάτια. Ο δράκοντας αυτός που έμοιαζε με τεράστια σαύρα έκανε πολλές καταστροφές στην περιοχή. Θόλωνε τα νερά αναταράζοντας τις πηγές και τα ποτάμια, κατέστρεφε τις καλλιέργειες, καταβρόχθιζε τα κοπάδια και τρόμαζε τις Νύμφες• όταν μάλιστα ήταν πολύ μανιασμένος, στραγγάλιζε και κατάπινε τους ανήμπορους κατοίκους. Εξάλλου, αυτό το τέρας είχε κυνηγήσει, με εντολή της Ήρας, τη Λητώ όταν έψαχνε τόπο για να γεννήσει τα παιδιά της. Ο Απόλλωνας με τα ολόχρυσα βέλη που του χάρισε ο Ήφαιστος εξόντωσε τον Πύθωνα και έτσι απάλλαξε τους κατοίκους της περιοχής που για να θυμούνται το κατόρθωμά του καθιέρωσαν προς τιμή του αγώνες οι οποίοι ονομάστηκαν Πυθικοί Αγώνες. Επίσης, έχτισαν ένα μαντείο, το μαντείο των Δελφών, όπου εκεί η Πυθία καθισμένη πάνω στον ιερό τρίποδα, μασώντας φύλλα δάφνης σε κατάσταση ένθεης μανίας αποκάλυπτε τους διφορούμενους χρησμούς του θεού. Από το μαντείο αυτό πέρασε κάποτε ο ημίθεος Ηρακλής για να ζητήσει χρησμό.
Η Πυθία όμως αρνήθηκε να του απαντήσει, γι' αυτό ο Ηρακλής έκλεψε τον ιερό τρίποδα και πήγε να ιδρύσει αλλού μαντείο. Ο Λοξίας (προσωνυμία του Απόλλωνα για τους διφορούμενους χρησμούς του) καταδίωκε για πολύ καιρό τον Ηρακλή• όταν τον έφτασε, πάλευαν εννιά ολόκληρες μέρες και νύχτες αδιάκοπα, ολόκληρη η γη τρανταζόταν από τα χτυπήματά τους. Τελικά, ο Δίας χώρισε τους δυο αντιπάλους ρίχνοντας ανάμεσά τους έναν κεραυνό.
Ο Απόλλωνας ήταν ένας πανέμορφος θεός, πανύψηλος, με καταπληκτική κορμοστασιά, γαλάζια μάτια και κατάξανθες μακριές μπούκλες. Γι' αυτό είχε πολυάριθμες ερωτικές περιπέτειες με Νύμφες και θνητές.
Έτσι, αγάπησε τη Νύμφη Δάφνη, την κόρη του θεού ποταμού Πηνειού της Θεσσαλίας. Αυτή ήταν πανέμορφη και τη ζητούσαν από τον πατέρα της πολλά παλικάρια και γνωστοί ήρωες. Ο Πηνειός την παρακαλούσε να παντρευτεί για να του χαρίσει εγγόνια. Αυτή όμως, αγύριστο κεφάλι, δεν άκουγε το γέροντα πατέρα της, γιατί προτιμούσε να κυνηγάει μέσα στα δάση και να συντροφεύει την παρθένα Άρτεμη. Όταν κάποτε τη συνάντησε ο Απόλλωνας, θαμπώθηκε από την ομορφιά της και θέλησε να την κάνει δική του. Η Νύμφη όμως δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτα του θεού και κατέφυγε στο βουνό. Μερόνυχτα ολόκληρα ο Φοίβος (προσωνυμία του Απόλλωνα) την κυνηγούσε ανάμεσα στους θάμνους και τα πουρνάρια, φωνάζοντάς της πως δεν ήταν ένας τυχαίος γαμπρός αλλά ο λαμπρός Απόλλωνας που τον τιμούσαν θεοί και θνητοί. Τη στιγμή όμως που κόντευε να τη φτάσει, η Νύμφη παρακάλεσε τον πατέρα της να τη σώσει από το αγκάλιασμα του θεού. Τότε ο Πηνειός που λυπήθηκε την κόρη του, τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δέντρο• τα πόδια της έγιναν οι ρίζες της δάφνης, το σώμα της ο κορμός, τα χέρια της τα κλαδιά και τα μαλλιά της τα φύλλα του γνωστού δέντρου. Ο Απόλλωνας κλαίγοντας απαρηγόρητα αγκάλιασε το δέντρο και αφού δεν κατάφερε να σμίξει με τη Νύμφη όσο ήταν ζωντανή, ορκίστηκε ότι στο εξής η δάφνη θα ήταν το ιερό δέντρο του και ο ίδιος θα φορούσε πάντα δάφνινο στεφάνι.
Από τη σχέση του με τη θεά της Θεσσαλίας, τη Νύμφη Κυρήνη, ο Απόλλωνας απέκτησε ένα γιο, τον Αρισταίο.
Η Κυρήνη ζούσε άγρια ζωή στα δάση της Πίνδου και προστάτευε τα κοπάδια του πατέρα της. Μια μέρα επιτέθηκε χωρίς όπλα σ' ένα λιοντάρι, πάλεψε μαζί του και το νίκησε. Ο Φοίβος είδε το κατόρθωμά της και την ερωτεύτηκε. Κατόπιν την απήγαγε και με το ολόχρυσο άρμα του την οδήγησε, πετώντας πάνω από στεριές και από θάλασσες, στη Λιβύη• εκεί σ' ένα ολόχρυσο παλάτι έσμιξε μαζί της.
Και με τις Μούσες ο Απόλλωνας είχε ερωτικές περιπέτειες. Λένε πως από τη Θάλεια απέκτησε τους Κορύβαντες, δαίμονες που ανήκαν στη συνοδεία του Διόνυσου, μαζί με τους Σάτυρους και τα άλλα ξωτικά του δάσους. Με την Ουρανία απέκτησε τους μουσικούς Λίνο και Ορφέα, που γαλήνευαν τη φύση ολόκληρη παίζοντας τον αυλό τους και εξημέρωναν τα άγρια θηρία. Επίσης, ο Απόλλωνας είναι ο πατέρας του Ασκληπιού, του θεού της Ιατρικής. Λένε πως ο ερωτιάρης θεός έσμιξε με τη Κορωνίδα και την άφησε έγκυο. Τον καιρό όμως που αυτή περίμενε παιδί έκανε απιστίες στο θεό πηγαίνοντας μ' έναν θνητό. Όταν το έμαθε αυτό ο Απόλλωνας, οργισμένος από την προσβολή, σκότωσε την άπιστη Κορωνίδα. Τη στιγμή όμως που το σώμα της τοποθετήθηκε πάνω στη φωτιά και ήταν έτοιμο να καεί, ο εκδικητικός θεός μεταμορφωμένος σε γύπα όρμησε και τράβηξε από τα σπλάχνα της το παιδί, ζωντανό ακόμη.
Την ίδια ατυχία είχε και με τη Μάρπησσα, τη βασιλοπούλα της Αιτωλίας. Ο θεός αγαπούσε τη νεαρή κοπέλα, αλλά την έκλεψε ο θνητός Ίδας μ' ένα φτερωτό άρμα που του δώρισε ο Ποσειδώνας και την οδήγησε στη Μεσσήνη. Εκεί, ο Ίδας και ο Απόλλωνας χτυπήθηκαν αλλά τους χώρισε ο Δίας. Η Μάρπησσα είχε δικαίωμα να διαλέξει ανάμεσα στους δυο εραστές. Μάταια ο θεός την παρακαλούσε και της έδινε υποσχέσεις αιώνιας πίστης και αφοσίωσης. Αυτή διάλεξε το θνητό Ίδα, από το φόβο της ότι ο αθάνατος και αιώνια νέος Απόλλωνας θα την παρατούσε στα γεράματά της, όταν θα την εγκατέλειπαν η ομορφιά και η φρεσκάδα της νιότης.
Αλλά και με την Κασσάνδρα, την κόρη του Πρίαμου, ο έρωτας δεν ευνόησε το θεό. Ο Απόλλωνας αγαπούσε την Κασσάνδρα και για να την κερδίσει της υποσχέθηκε να της μάθει την τέχνη της μαντικής. Η νεαρή βασιλοπούλα δέχτηκε, όταν όμως έμαθε καλά την τέχνη, εγκατέλειψε το θεό. Άλλοι πάλι λένε πως ο θεός έσμιξε τελικά με την Κασσάνδρα και απέκτησε μαζί της τον Τρωίλο.
Στην κυρίως Ελλάδα πίστευαν ότι ο Απόλλωνας ήταν εραστής της τοπικής ηρωίδας Φθίας, από την οποία απέκτησε τρεις γιους: τον Δώρο, τον Λαόδοντα και τον Πολυποίτη, που τους σκότωσε ο Αιτωλός. Στην Κολοφώνα πίστευαν πως ο Απόλλωνας ζευγάρωσε με τη Μαντώ, την κόρη του τυφλού μάντη Τειρεσία και από το σπέρμα του γεννήθηκε ο μέγας μάντης Νόμος. Στην Κρήτη ο ερωτομανής θεός αγάπησε την Ακάλλη, την κόρη του Μίνωα• καρπός της κρυφής σχέσης τους ήταν ο Μίλητος. Η Ακάλλη μόλις γέννησε, άφησε το νεογέννητο στο δάσος, γιατί φοβόταν τον πατέρα της. Ο Απόλλωνας φρόντισε να ζήσει ο γιος του στέλνοντας λύκους να τον προστατεύουν και μια λύκαινα να τον θηλάζει.
Στην Αθήνα ο σκανταλιάρης θεός βίασε την Κρέουσα, την κόρη του βασιλιά Ερεχθέα. Εκείνη μόλις γέννησε εγκατέλειψε το παιδί σε μια ερημιά. Ο Απόλλωνας φρόντισε να φέρει το μωρό στους Δελφούς, όπου το μεγάλωσε η Πυθία. Αυτός ο γιος του Απόλλωνα που με τόσο άσχημο τρόπο ήρθε στη ζωή ονομάστηκε Ίωνας. Ο Απόλλωνας λέγεται ότι αγάπησε και νέους άντρες. Πιο σημαντική είναι η ερωτική του περιπέτεια με τον Υάκινθο, έναν παρά πολύ όμορφο νέο. Μια μέρα που έπαιζαν οι δυο τους με το δίσκο ο τρομερός Ζέφυρος (άνεμος), επειδή ζήλευε το θεό, παρέσυρε το δίσκο ο οποίος χτύπησε τον Υάκινθο και τον σκότωσε ακαριαία. Ο Φοίβος απαρηγόρητος από το θάνατο του φίλου του και για να κάνει αθάνατο το όνομά του, τον μεταμόρφωσε στο γνωστό ομώνυμο λουλούδι.
Διηγούνται πως ο Απόλλωνας δυο φορές υποχρεώθηκε να μπει δούλος στην υπηρεσία θνητών. Η πρώτη φορά ήταν όταν μαζί με τον Ποσειδώνα, την Ήρα και την Αθηνά θέλησαν να πάρουν την εξουσία του Δία και γι' αυτό προσπάθησαν να τον δέσουν με τεράστιες σιδερένιες αλυσίδες και να τον κρεμάσουν στον ουράνιο θόλο. Η συνωμοσία όμως απέτυχε και η τιμωρία του Απόλλωνα ήταν να φυλάει τα κοπάδια του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα, πάνω στις βουνοπλαγιές της Ίδης. Ο Απόλλωνας έτσι κι έκανε, μια και δεν μπορούσε ν' αντιμιλήσει στον πατέρα του, τον παντοδύναμο Δία. Μόλις όμως πέρασε ο ένας χρόνος, ο Λαομέδοντας αρνήθηκε να πληρώσει το θεό για τις υπηρεσίες του και τον έδιωξε κακήν κακώς. Όταν αυτός διαμαρτυρήθηκε, τον απείλησε ότι θα του κόψει τ' αυτιά και θα τον πουλήσει σαν δούλο. Μόλις ο Απόλλωνας ξαναβρήκε τη θεϊκή του δύναμη, έστειλε φονικό λοιμό στην Τροία που ρήμαζε τη χώρα για έξι ολόκληρους μήνες. Οι γυναίκες γεννούσαν νεκρά παιδιά, τα κοπάδια αποδεκατίζονταν και τα σπαρτά ξεραίνονταν χωρίς να δίνουν καρπούς.
Ο Απόλλωνας πέρασε τη δοκιμασία του βοσκού και για δεύτερη φορά. Αυτό έγινε όταν ο Δίας κεραυνοβόλησε τον Ασκληπιό, γιατί είχε προοδεύσει τόσο πολύ στην ιατρική, ώστε κατόρθωνε να ανασταίνει νεκρούς. Ο Φοίβος πληγώθηκε από το θάνατο του γιου του και για να εκδικηθεί σημάδεψε με τα ολόχρυσα βέλη του πάνω από τον Όλυμπο τους Κύκλωπες που είχαν κατασκευάσει τον κεραυνό. Ο Δίας αγανακτισμένος πια από τη συμπεριφορά του Απόλλωνα δεν αστειευόταν καθόλου• ήθελε να φυλακίσει το γιο του στα ολοσκότεινα και αφιλόξενα Τάρταρα, στα έγκατα της μάνας Γαίας. Όμως η Λητώ τον παρακάλεσε να ελαφρύνει την ποινή του. Τότε μόνο ο Δίας υποχώρησε και διέταξε τον Απόλλωνα να μπει στην υπηρεσία του βασιλιά Άδμητου. Όταν ο Απόλλωνας έφτασε στις Φέρρες της Θεσσαλίας και παρουσιάστηκε στον Άδμητο, αυτός από τη γλυκύτητα της μορφής του και τη θεϊκή ομορφιά του κατάλαβε πως ήταν κάποιος θεός μεταμορφωμένος σε θνητό. Έπεσε στα γόνατά του και του πρόσφερε το θρόνο του. Ο Απόλλωνας όμως του εξήγησε ότι ήταν θέλημα του Δία να δουλέψει στην υπηρεσία του και συγκινημένος από την καλή συμπεριφορά και το σεβασμό του Άδμητου, έφερε την ευημερία στο παλάτι και σ' όλη τη χώρα• όλες οι αγελάδες γεννούσαν δυο μοσχάρια τη φορά, τα χωράφια κάρπιζαν δυο φορές το χρόνο και όλο και περισσότερα πλούτη συγκεντρώνονταν στα χέρια του ευγενικού Άδμητου.
Ο Απόλλωνας έλαβε μέρος στη Γιγαντομαχία στο πλευρό του πατέρα του Δία. Επίσης συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο και ήταν πάντοτε με το μέρος των Τρώων. Ακόμη συνέβαλε στην ολοκλήρωση της Αργοναυτικής εκστρατείας βοηθώντας τον Ιάσονα να φτάσει στη μαγική χώρα του Αιήτη.Δυο φορές χρειάστηκε ο Απόλλωνας να χρησιμοποιήσει τις σαΐτες του για να υπερασπίσει τη μητέρα του, τη Λητώ. Η πρώτη φορά ήταν όταν ο γίγαντας Τιτυός επιθύμησε τη Λητώ και προσπάθησε να τη βιάσει. Ο θεϊκός γιος της ενέργησε αστραπιαία• σκότωσε με τα βέλη του το γίγαντα λίγο πριν πραγματοποιήσει την άτιμη σκέψη του. Κάποια άλλη φορά μαζί με την αδερφή του Άρτεμη εξόντωσαν τα παιδιά της Νιόβης, εκτός από δύο, όταν αυτή καυχήθηκε ότι ήταν πιο ευτυχισμένη και πιο τυχερή από τη Λητώ που είχε μόνο δυο παιδιά, ενώ η ίδια είχε δεκατέσσερα. Ο Απόλλωνας σκότωσε με τα βέλη του τα αρσενικά παιδιά και η Άρτεμη τις κόρες. Ο Δίας λυπήθηκε τη Νιόβη και τη μεταμόρφωσε σε βράχο που κλαίει ακόμη για το χαμό των παιδιών της.
Ο Απόλλωνας ήταν γενικά ο θεός της μουσικής και της ποίησης. Γι' αυτό προέδρευε πάνω στον Ελικώνα, στους αγώνες των Μουσών. Επιπλέον, ήταν θεός και της μαντικής. Πίστευαν ότι εμπνέει τόσο τους μάντεις όσο και τους ποιητές. Επίσης ήταν θεός ποιμενικός που οι έρωτές του με τις Νύμφες και τους νέους που έγιναν λουλούδια τον συνέδεαν με τη βλάστηση και τη φύση. Ήταν ακόμη θεός πολεμιστής που με τα τόξα και τα ολόχρυσα βέλη του μπορούσε να στείλει από μακριά την εκδίκησή του.
Τα ιερά ζώα τα αφιερωμένα στον Απόλλωνα ήταν ο λύκος και το ελάφι. Από τα πουλιά ο κύκνος, ο γύπας και το κοράκι που από το πέταγμά τους έπαιρναν χρησμούς. Τέλος, από τα θαλάσσια ζώα το δελφίνι, που το όνομά του θύμιζε τους Δελφούς, το κυριότερο ιερό του Απόλλωνα. Η δάφνη ήταν το κατεξοχήν ιερό φυτό του θεού.
Ο Απόλλωνας ήταν η προσωποποίηση του φωτός και του ήλιου. Αντιπροσώπευε τις καλές τέχνες, τη μουσική και την ποίηση, που τόσο πολύ λάτρεψαν και καλλιέργησαν οι αρχαίοι Έλληνες.



ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Στην ελληνική μυθολογία, εκτός από τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, που θεωρούνταν οι σημαντικότεροι, υπήρχαν και άλλοι θεοί που δεν κατοικούσαν στο θεϊκό αυτό βουνό. Ένας απ' αυτούς ήταν και ο θεός Διόνυσος. Ήταν ο πιο πρόσχαρος από τους θεούς και από τους πιο αγαπητούς στους ανθρώπους. Όπως ο Προμηθέας τους έδωσε τη φωτιά ή ο Ασκληπιός τις πρώτες βάσεις της ιατρικής, έτσι και ο Διόνυσος τους πρόσφερε το αμπέλι και το κρασί
Και στους θεούς ήταν αγαπητός. Άλλωστε τους είχε βοηθήσει αρκετές φορές. Πολύτιμη υπήρξε η συμμετοχή του ίδιου και των συντρόφων του στη μάχη που έδωσαν οι θεοί εναντίον των Γιγάντων. Όλοι οι θεοί τον σέβονταν, αλλά μεγάλη ευγνωμοσύνη του όφειλε ιδιαίτερα η Ήρα, επειδή μόνος αυτός, απ' όλους τους θεούς, έπεισε το γιο της, τον Ήφαιστο, να επιστρέψει στον Όλυμπο και να την απελευθερώσει από τα δεσμά της.
Ο εύθυμος θεός ταξίδευε συνέχεια κι επισκεπτόταν πολλές χώρες και πολιτείες για να μάθει στους ανθρώπους πώς να καλλιεργούν τα κλήματα και πώς να φτιάχνουν από τους καρπούς τους το κρασί. Και βέβαια, ως θεός της χαράς και του κεφιού, δεν ταξίδευε μόνος του. Τον ακολουθούσε ένα πολύβουο πλήθος. Στο πλήθος αυτό έβλεπες γυναίκες που χόρευαν μ' έξαλλο τρόπο, τις Μαινάδες, όπως λέγονταν, και παράξενα όντα που ήταν άνθρωποι και ζώα μαζί. Αυτούς τους έλεγαν Σάτυρους και Σιληνούς.
Πιστοί ακόλουθοι του θεού πορεύονταν μαζί του στα μεγάλα ταξίδια. Μ' επικεφαλής τον Διόνυσο διέσχισαν την Αίγυπτο, τη Λιβύη κι άλλες χώρες στην Αφρική. Έπειτα πήγαν και στην Ασία, στους Άραβες, στους Λυδούς, στους Φρύγες, φτάνοντας μέχρι και την Ινδία, όπου και ο πιο τολμηρός θαλασσοπόρος δεν κατάφερε να φτάσει.
Αλλού τους υποδέχονταν φιλικά, αλλού τους κορόιδευαν ή τους αντιμετώπιζαν σαν εχθρούς. Πάντα όμως επικρατούσε η καλοσύνη του Διόνυσου και των συντρόφων του. Γρήγορα συμφιλιώνονταν με τους κατοίκους, που μάθαιναν πώς να καλλιεργούν το αμπέλι.
Το υπέροχο ποτό που κερνούσε ο θεός σκόρπιζε παντού το κέφι. Έκανε τους ανθρώπους να ξεχνούν τις στενοχώριες τους και να ζωγραφίζεται στα πρόσωπά τους το χαμόγελο. Όπου περνούσε ξεκινούσε τρικούβερτο γλέντι και δεν ακούγονταν άλλο τίποτα παρά οι εύθυμοι ήχοι των μουσικών οργάνων και τα ζωηρά τραγούδια.
Πώς λοιπόν να μη λάτρευαν οι άνθρωποι αυτοί το θεό; Κι ήταν θεός, παρόλο που η μητέρα του ήταν θνητή, η Σεμέλη, η κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου. Ο Διόνυσος ωστόσο απέκτησε την αθανασία, που ξεχωρίζει τους θεούς από τους θνητούς και επειδή πατέρας του ήταν ο Δίας, αλλά περισσότερο επειδή γεννήθηκε από θεό τη δεύτερη φορά.
Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, ο Διόνυσος δυο φορές γεννήθηκε. Όταν ο Δίας σαγηνεύτηκε από την παρθενική ομορφιά της Σεμέλης, την πλησίασε κι ενώθηκε μαζί της. Καρπός της ένωσής τους ήταν ο Διόνυσος.
Η ζηλιάρα Ήρα δεν επρόκειτο όμως ν' αφήσει ασυγχώρητη κι αυτή την απιστία του συζύγου της. Τυφλωμένη από τη ζήλια της και διψώντας για εκδίκηση, εμφανίστηκε στη Σεμέλη και με πονηρό τρόπο την έπεισε να ζητήσει από τον εραστή της να εμφανιστεί ως θεός κι όχι μ' ανθρώπινη μορφή, όπως πάντα εμφανιζόταν μπροστά της. Αυτό θ' αποδείκνυε πως την αγαπά πραγματικά.
Αφελής κι ανυποψίαστη η κόρη του Κάδμου, την επόμενη φορά που την επισκέφτηκε ο Δίας στην κάμαρά της, του ζήτησε να πάρει τη θεϊκή μορφή του. Μάταια προσπάθησε ο Δίας με λόγια αγάπης να τη μεταπείσει. Λυγίζοντας μπροστά στην επιμονή της εμφανίστηκε μεγαλοπρεπής, φωτεινός σ' όλο το θεϊκό του μεγαλείο. Ήταν αδύνατο όμως ν' αντέξει η άμοιρη θνητή τη λάμψη των κεραυνών και των αστραπών που εκτινάσσονταν από τα χέρια του. Την ώρα που οι φλόγες την τύλιγαν ο Δίας έσωσε το βρέφος που είχε στα σπλάχνα της και το έραψε στο μηρό του.
Όταν συμπληρώθηκαν εννιά μήνες, ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε από το πόδι του θεϊκού πατέρα του. Ο βασιλιάς των αθανάτων ήξερε πολύ καλά πως η ζηλόφθονη σύζυγός του θα έστρεφε γρήγορα το θυμό της στο νεογέννητο παιδί. Γι' αυτό ανέθεσε στον Ερμή τη φύλαξή του. Αυτός το παρέδωσε στην αδερφή της Σεμέλης, την Ινώ. Η πανούργα Ήρα όμως έστειλε τρέλα στην Ινώ και τον άντρα της κι άρχισαν ανελέητα να σκοτώνουν τα παιδιά τους.
Η θεά έλπιζε πως θα σκοτώσουν έτσι και τον Διόνυσο, αλλά ο φτερωτός θεός πρόφτασε και γλίτωσε το μικρό Διόνυσο και τον εμπιστεύτηκε αυτή τη φορά στις Νύμφες. Αυτές τον ανέθρεψαν με περισσή στοργή κι αγάπη, στο δάσος όπου κατοικούσαν. Πράγματι, πουθενά αλλού δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε να μεγαλώνει ο θεός του αμπελιού, παρά σ' ένα ειδυλλιακό τοπίο γεμάτο δέντρα και πολύχρωμα λουλούδια.
Εκεί ποτέ δε συναντούσε ανθρώπους. Κι όταν ο βασιλιάς Λυκούργος διατάραξε την ηρεμία της συντροφιάς κυνηγώντας τις Νύμφες, κατατρομάζοντας τον Διόνυσο, τιμωρήθηκε σκληρά από τον Δία, που τον τύφλωσε. Έτσι σκληρή ήταν πάντα η τιμωρία για όλους εκείνους τους ανθρώπους που επιβουλεύονταν το θεό Διόνυσο.
Την ίδια άσχημη τύχη είχαν και κάποιοι Τυρρηνοί πειρατές που αιχμαλώτισαν το θεό. Όταν είδαν ένα νέο τόσο όμορφο και γεροδεμένο, πίστεψαν πως πρόκειται για κάποιο αρχοντόπουλο ή ακόμα και βασιλιά. Ευχαριστημένοι με τη σκέψη πως θ' αποκομίσουν πολλά λύτρα για να τον ελευθερώσουν, προσπάθησαν να τον δέσουν με βαριές αλυσίδες, χωρίς όμως να το πετύχουν• με μια μικρή κίνηση ο θεός τις τίναζε από πάνω του. Οι άμυαλοι θνητοί ωστόσο συνέχιζαν τις προσπάθειές τους.
Μόνο ο τιμονιέρης του καραβιού προσπάθησε να τους επαναφέρει στα λογικά τους: "Δε βλέπετε άμυαλοι πως πρόκειται για θεό; Δε φοβάστε την τιμωρία; Μπορεί να είναι ακόμη και ο Ποσειδώνας, που θα μας εκδικηθεί ρίχνοντας το καράβι μας σε άγρια τρικυμία. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τον αφήσουμε ελεύθερο".
Ο καπετάνιος και οι υπόλοιποι δε συμφωνούσαν ν' αφήσουν να τους φύγει "τέτοιος θησαυρός". Εκείνη τη στιγμή άρχισε να ρέει στο καράβι κόκκινο κρασί που ζάλισε με τη θεϊκή ευωδιά του τους ναύτες. Ταυτόχρονα ένα κλήμα άρχισε να τυλίγει το κατάρτι και να απλώνει τα φορτωμένα με ζουμερά σταφύλια κλαδιά του σ' όλο το καράβι. Κι ενώ σαστισμένοι παρακολουθούσαν οι ναύτες, άλλο θαύμα γίνεται μπροστά στα μάτια τους: ο όμορφος νέος που ήθελαν να αιχμαλωτίσουν μεταμορφώνεται σ' ένα άγριο λιοντάρι που οι βρυχηθμοί του κάνουν τους ναύτες να πηδούν στη θάλασσα για να γλιτώσουν. Όλους τους μεταμόρφωσε ο Διόνυσος σε δελφίνια και μόνο τον τιμονιέρη δεν πείραξε επιβραβεύοντάς τον για τη σύνεσή του.
Όπως είδαμε, ο Διόνυσος αγαπήθηκε και λατρεύτηκε από τους ανθρώπους γιατί τους γνώρισε την υπέροχη γεύση του κρασιού. Λένε πως για πρώτη φορά το φανέρωσε στο βασιλιά της Αιτωλίας, τον Οινέα. Ο τσοπάνης του, ο Στάφυλος, είχε βρει ένα περίεργο φυτό γεμάτο καρπούς κι ενθουσιασμένος από τη νοστιμιά τους έφερε και στο βασιλιά του για να τον ευχαριστήσει. Ο Οινέας έστυψε τους ζουμερούς καρπούς και απόλαυσε τον πλούσιο χυμό τους. Από τότε ο Διόνυσος ονόμασε αυτόν το χυμό οίνο και τους καρπούς σταφύλια από το όνομα του τσοπάνη. Πάντα με το θύρσο στο ένα του χέρι και ένα δοχείο κρασιού στο άλλο περιηγούνταν τις πόλεις. Όπου έβρισκε φιλόξενους και πρόσχαρους ανθρώπους, τους μάθαινε πώς να φτιάχνουν κρασί. Έτσι έγινε και με τους κατοίκους της Ικαρίας, στην Αττική, που τον υποδέχτηκαν μ' ενθουσιασμό. Λίγο πριν φύγει από τον τόπο τους, συμβούλεψε το βασιλιά τους τον Ικάριο να φυλάξει καλά το κρασί που έφτιαξε. Αυτός όμως δεν ακολούθησε τη συμβουλή του - "τι κακό μπορεί να προέλθει από ένα τόσο ευχάριστο ποτό!" σκέφτηκε.
Οι τσοπάνηδές του, κάποια μέρα, βρήκαν τα βαρέλια και ήπιαν τόσο πολύ κρασί που μέθυσαν και άρχισαν να φέρονται μ' άγριο τρόπο. Έχοντας χάσει τα λογικά τους σκότωσαν τον Ικάριο και η κόρη του Ηριγόνη από τη στενοχώρια της αυτοκτόνησε.
Οι κάτοικοι της Ικαρίας τιμούσαν ιδιαίτερα το θεό Διόνυσο• σ' αυτή την περιοχή καλλιεργήθηκε πολύ ο διθύραμβος, ο ύμνος προς το θεό, που συνέθεσε ο μουσικός Αρίωνας. Μάλιστα, πρόσθεσαν και κάτι καινούριο. Στο μουσικό αυτό ύμνο πρόσθεσαν στίχους. Κι επειδή αυτή τη σύνθεση την τραγουδούσαν άνθρωποι μεταμφιεσμένοι σε τραγόμορφους Σατύρους, την ονόμασαν τραγωδία. Βέβαια, λατρευτικές εκδηλώσεις για το θεό του αμπελιού γίνονταν και σε πολλές άλλες περιοχές. Όσοι παρευρίσκονταν σ' αυτές τις εκδηλώσεις έπρεπε να συμμετέχουν ενεργά πίνοντας κρασί και χορεύοντας υπό την επήρεια της μέθης. Όσοι αρνούνταν, ήταν εχθροί του θεού και επέσυραν την οργή του.
Έτσι, τραγικό τέλος βρήκε τον Πενθέα που θέλησε να παρακολουθήσει κρυφά τις οργιαστικές εορτές. Οι Μαινάδες, μια από τις οποίες ήταν και η μητέρα του, μέσα στη μανία που τις είχε καταλάβει, όρμησαν επάνω του και τον κατασπάραξαν. Επίμονα αρνούνταν να λάβουν μέρος στις λατρευτικές τελετές οι κόρες του βασιλιά Μίνωα, όπως και του βασιλιά Προίτου. Προσβλημένος ο Διόνυσος τις έκανε να χάσουν τα λογικά τους. Άλλοι λένε ότι για τη μανία που κατέλαβε τις νεαρές κόρες του Προίτου αιτία ήταν η Ήρα.
Σκληρός τιμωρός εμφανίζεται ο Διόνυσος στους εχθρούς του και σ' όσους είναι αντίθετοι στον τρόπο λατρείας του. Συνάμα γενναιόδωρος ευεργέτης σ' όσους τον τιμούν και τον ευχαριστούν. Όταν ο βασιλιάς Μίδας φιλοξένησε το δάσκαλό του, το γέρο Σιληνό, που είχε χαθεί, αυτός δέχτηκε να εκπληρώσει την επιθυμία του για να τον ευχαριστήσει. Ο άπληστος Μίδας ζήτησε να μπορεί ό,τι πιάνει να το μετατρέπει σε χρυσάφι. Σύντομα ο δύστυχος διαπίστωσε πως θα γινόταν βαθύπλουτος αλλά θα πέθαινε από την πείνα και τη δίψα. Το ψωμί που άγγιζε να φάει μετατρεπόταν σε χρυσό και το νερό που ήθελε να πιει σε χρυσαφένιες σταγόνες. Μετανιωμένος ζήτησε από το θεό να τον κάνει όπως πριν και ο Διόνυσος που τον λυπήθηκε του είπε πως αν λουστεί στα νερά του Πακτωλού ποταμού θ' απαλλαχτεί από το μαρτύριό του.
Ο θεός του γλεντιού δεν είχε πολλές ερωτικές περιπέτειες, όπως οι υπόλοιποι θεοί. Οι γυναίκες στη ζωή του είχαν διαφορετική θέση: υπήρξαν παραμάνες του όταν ήταν μικρός και συντρόφισσές του στ' ασταμάτητα γλέντια του.
Κάποτε ερωτεύτηκε την όμορφη Αριάδνη, όταν την είδε να κοιμάται ήρεμα και γαλήνια, μοιάζοντας με θεά. Η κόρη του Μίνωα μαζί με τον Θησέα επέστρεφαν στην Αθήνα από την Κρήτη. Ξυπνώντας ένα πρωί στη Νάξο η Αριάδνη βλέπει πως ο σύντροφός της έφυγε και την εγκατέλειψε. Χωρίς να το ξέρει η ίδια, είχε έρθει ο Διόνυσος στ' όνειρο του Θησέα και μ' απειλές τον ανάγκασε να φύγει για να κάνει δική του την όμορφη νέα.
Ολομόναχη όπως ήταν στο έρημο νησί, σαν σωτήρας εμφανίστηκε ο θεός μπροστά της, νέος, γεροδεμένος, στεφανωμένος ως συνήθως με κισσόφυλλα. Αφού έγινε ο γάμος τους, πέταξαν με το άρμα του θεού προς τον ουρανό.
Στη γη οι άνθρωποι τον ευχαριστούσαν για το θεϊκό δώρο του και για την ξενοιασιά που απλόχερα τους μοίραζε. Οι γιορτές που γίνονταν προς τιμή του ήταν ένα αδιάκοπο γλέντι, όπου όλοι μεθούσαν και τραγουδούσαν. Μ' αυτόν τον τρόπο προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τον αγαπητό τους θεό.


ΕΣΤΙΑ
Η Εστία είναι μια από τις πιο αξιόλογες, σεβαστές και σεμνές μορφές του αρχαίου ελληνικού Δωδεκάθεου. Κόρη του Κρόνου και της Ρέας, αδερφή της Ήρας, της Δήμητρας, του Ποσειδώνα, του Δία και του Πλούτωνα, προστάτιδα της οικογενειακής ζωής, αρμονίας και ευτυχίας, προσωποποίηση της εντιμότητας και της σταθερότητας στο συζυγικό και οικογενειακό βίο. Ως πρωτότοκη κόρη του εξουσιαστή και κυρίαρχου των πάντων, η Εστία είχε από την αρχή τεθεί επικεφαλής όλων των μεγάλων θεοτήτων.
Η γέννηση της Εστίας, της αρχαιότερης των θεών, ανάγεται στα πρώτα σχεδόν χρόνια της θεογονίας και ακριβέστερα στην εποχή της εκθρόνισης του Ουρανού από το γιο του -και μετέπειτα πατέρα της Εστίας- Κρόνο. Ο Κρόνος, θέλοντας να διασφαλίσει την εξουσία του, αποφασίζει να εξολοθρεύσει τη μοναδική για το θρόνο του (και σύμφωνα με τη μοίρα) απειλή, τα παιδιά του. Παρά τις παρακλήσεις της Ρέας, τα καταπίνει όλα εκτός από τον Δία, που αργότερα με τέχνασμα της μητέρας του κατορθώνει να τον ξεγελάσει και να επαναφέρει τα αδέρφια του στη ζωή.
H Eστία γρήγορα ανταπέδωσε το καλό που της έκανε ο αδερφός της. Από τη στιγμή που ο Δίας ανέλαβε τη βασιλεία του ουρανού, τον βοήθησε ουσιαστικά στην εξολόθρευση των Γιγάντων και στην οριστική εγκαθίδρυση της εξουσίας του.
Ο Δίας εκτιμώντας την προσφορά της την ανακήρυξε θεά του Ολύμπου και της χάρισε το μοναδικό προνόμιο να μπορεί να έχει και να αποκτά οτιδήποτε θέλει και επιθυμεί με ή χωρίς τη μεσολάβησή του. Επιπλέον της παραχώρησε το δικαίωμα να τιμάται σ' όλους τους ναούς των θεών ανεξαιρέτως κι ακόμη ο κάθε της βωμός να αποτελεί "κοινή εστία" για όλους τους Έλληνες. Η Εστία ήταν η πραότερη και δικαιότερη απ' όλους τους Ολύμπιους θεούς.
Ντροπαλή και σεμνή, συνεσταλμένη και κλειστή στις επαφές της με τους άλλους θεούς, διέθετε ένα πραγματικά ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: εμφανιζόταν από την αρχή αρνητική τόσο στην ιδέα του γάμου, όσο και στην ερωτική της ένωση με οποιονδήποτε την επιθυμούσε. Πολλοί αξιόλογοι εραστές και ανάμεσά τους αντάξιοί της θεοί είχαν από πολύ νωρίς γευτεί την κατηγορηματική της άρνηση - απόρριψη. Κάθε ερωτική προσέγγιση την απομάκρυνε και οποιαδήποτε εμμονή σε παρόμοια θέματα δεν έβρισκε την παραμικρή ανταπόκριση στο πρόσωπό της. Προβάλλοντας μόνιμη αντίσταση σ' όλες τις ερωτικές προκλήσεις (όπως ακριβώς έκαναν η Άρτεμη και η Αθηνά) αρνούνταν παγερά και με επιμονή το παιχνίδι μιας τρυφερής περιπέτειας.
Πιστή και αμετάκλητη στις αποφάσεις και τις αρχές της, δε δίστασε να αποκρούσει τον Απόλλωνα και τον Ποσειδώνα που ένθερμα είχαν εκδηλώσει το θαυμασμό και το ενδιαφέρον τους γι' αυτήν. Δεσμευμένη με τον όρκο της αιώνιας παρθένας και ταγμένη στην υπηρεσία του σπιτιού και της οικογένειας, είχε συνειδητά αποβάλει κάθε ερωτική σκέψη και διάθεση που θα μπορούσε να προδώσει τον όρκο της.
Η Εστία ήταν μια θεά με σταθερές ιδέες, "πιστεύω" και ιδανικά. Καμιά ερωτική πολιορκία δεν μπορούσε να την κάνει να υποκύψει και καμιά κατάσταση δεν μπορούσε να την εξαπατήσει, να την ξεγελάσει ή και να την απομακρύνει από τον κυριότερό της στόχο: την εξολοκλήρου αφιέρωσή της στην προστασία της οικογενειακής ευημερίας και θαλπωρής, στη διαφύλαξη και προάσπιση της σταθερότητας και της ιερότητας του γάμου, της οικογένειας, του σπιτιού.
Το μοναδικό, ίσως, επεισόδιο που σώζεται με θέμα την αποπλάνηση της θεάς έχει σαν πρωταγωνιστή τον Πρίαπο. Αυτός σε κάποια γιορτή των θεών ύστερα από το πολύ φαγοπότι κι αφού όλοι τους (μαζί και η Εστία) εξαντλημένοι κοιμήθηκαν, επιχείρησε να τη βιάσει. Κανείς (ούτε και η ίδια) δεν πρόλαβε να αντιληφθεί τίποτα μέχρι που το γκάρισμα ενός γαϊδάρου την ξύπνησε και την έσωσε.Η Εστία ως θεά διέφερε σημαντικά απ' όλες τις άλλες γυναικείες θεότητες.Αφοσιωμένη στο σπίτι και στους συνοίκους της, έμενε πάντοτε στον Όλυμπο, χωρίς ποτέ να μετακινείται, ούτε καν να πηγαινοέρχεται, όπως έκαναν όλοι οι υπόλοιποι.
Εξαιτίας της γαλήνης, της πραότητας και της ηρεμίας που τη διέκρινε δε συμμετείχε ποτέ σε πολέμους ή διαμάχες.
Ήταν δίκαιη και φιλάνθρωπη και για το λόγο αυτόν αφιερωμένη σ' αυτό που πρέσβευε. Η Εστία αποτελούσε την προσωποποίηση του σπιτιού, το σύμβολο της οικίας και κατ' επέκταση της πιστής και γερά δεμένης οικογένειας.
Σ' αυτήν οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν την επινόηση της τέχνης για το χτίσιμο του πρώτου σπιτιού. Σ' αυτήν επίσης και στην ενότητα που η ίδια αντιπροσώπευε είχαν αφιερώσει το κυριότερο μέρος της οικίας: εκεί δηλαδή που έκαιγε η φωτιά και συγκεντρώνονταν όλα τα μέλη της οικογένειας τριγύρω της.
Η Εστία δεν ήταν η θεά που κλεινόταν και οριοθετούνταν μέσα στα στενά πλαίσια του σπιτιού. Η εύνοια και οι διαστάσεις της, οι δικαιοδοσίες και οι αρμοδιότητές της πολύ γρήγορα επεκτάθηκαν, με αποτέλεσμα σταδιακά ως θεά να αντιπροσωπεύει όχι μόνο το κέντρο του σπιτιού, αλλά και της γης, και ολόκληρου του σύμπαντος.



ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Θα ήταν αδύνατον για τους Έλληνες, ένα λαό που τόσο λάτρεψε τη φυσική ομορφιά και το σωματικό κάλλος, να μην εφεύρει κάποια θεότητα που θα τα προστάτευε και θα τα προσωποποιούσε. Έπλασαν γι' αυτόν το λόγο την Αφροδίτη, που συμβόλιζε την αιώνια ομορφιά και την ερωτική διάθεση. Ο επικρατέστερος μύθος για την προέλευσή της είναι ότι γεννήθηκε σε μια ακτή της Κύπρου. Από εκεί ο άνεμος Ζέφυρος μ' ένα απαλό φύσημα την έσπρωξε στη θάλασσα, μέσα στα κατάλευκα αφρισμένα κύματα. Την υποδέχτηκαν οι Ώρες (οι εποχές του χρόνου), την έντυσαν και τη στόλισαν. Της φόρεσαν πλουμιστά, λουλουδάτα φορέματα από πορφύρα, μετάξι και άλλα γυαλιστερά υφάσματα. Έπλεξαν τα πλούσια μαλλιά της και τα στερέωσαν με μια όμορφη, μαλαματένια πόρπη. Στόλισαν τον κατάλευκο λαιμό της με περιδέραια πολύτιμα. Τέλος, φόρεσαν στ' αυτιά της μαργαριταρένια σκουλαρίκια. Μετά τη μετέφεραν στον Όλυμπο και την παρουσίασαν στον Δία και τους υπόλοιπους θεούς. Όλοι τη θαύμασαν, θαμπώθηκαν από την ομορφιά της, της έλεγαν αμέτρητα κοπλιμέντα και ήθελαν να την κάνουν γυναίκα τους.
Ο Ησίοδος στη Θεογονία του μας παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή. Η Αφροδίτη γεννήθηκε από τα μέλη του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Η θάλασσα κρατούσε για πολύ καιρό τα ουράνια μέλη στο απέραντο κορμί της. Γύρω απ' αυτά σχηματίστηκε αφρός και μέσα από τον αφρό αναδύθηκε πανώρια η Αφροδίτη. Πάνω σ' ένα τεράστιο κοχύλι ο Ζέφυρος την ταξίδεψε για πολύ καιρό μέσα στον απέραντο Ωκεανό. Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, το παράξενο πλοίο της Αφροδίτης πέρασε από τα Κύθηρα και μετά κατευθύνθηκε στην Κύπρο.
Η πανέμορφη θεά κατέβηκε στη μεγαλόνησο και όπου πατούσε φύτρωναν πολύχρωμα και μυρωδάτα αγριολούλουδα. Από τα μέρη στα οποία ταξίδεψε η θεά της ομορφιάς, μόλις γεννήθηκε, ονομάστηκε Κυθήρεια και Κύπρις. Εξάλλου, το όνομα Αφροδίτη δηλώνει τη γέννησή της από τον αφρό της θάλασσας. Σχετικά με τη γέννησή της πρέπει να σημειώσουμε και την εκδοχή του Ομήρου, ο οποίος μας πληροφορεί ότι είναι κόρη του Δία και της Ωκεανίδας Διώνης.

Υπάρχουν πάρα πολλοί μύθοι όπου εμφανίζεται η πανώρια θεά έχοντας πάντοτε ως όπλα της τη σαγηνευτική ομορφιά και τον ακαταμάχητο ερωτικό πόθο. Τη συναντάμε αρχικά να πολεμά στη Γιγαντομαχία στο πλευρό των Ολυμπίων. Με τα ασύγκριτα θέλγητρά της παρέσυρε δεκαπέντε Γίγαντες σε μια σπηλιά όπου ήταν κρυμμένος ο Ηρακλής εκεί τους εξόντωσε έναν έναν με μεγάλη ευκολία. Η Αφροδίτη με το γλυκό πόθο που μπορούσε να κυριεύσει όλους τους θεούς και τους θνητούς μα και τ' αγρίμια της ξηράς και της θάλασσας, ασκούσε μεγάλη εξουσία σ' ολόκληρο το σύμπαν. Μάλιστα η μεγαλύτερη διασκέδασή της ήταν να κυριεύει τους θεούς με ερωτικό πόθο για θνητές γυναίκες και τις θεές για θνητούς άντρες.
Αφού κατάφερνε το σκοπό της, μετά κορόιδευε τους Ολύμπιους που καταδέχονταν να ξεπέφτουν και να ζευγαρώνουν με κατώτερες υπάρξεις. Οι μόνες που δεν μπόρεσε να ξεγελάσει πάνω στον Όλυμπο ήταν οι θεές της αιώνιας παρθενίας, η Αθηνά, η Άρτεμη και η Εστία. Μεγαλύτερό της θύμα ήταν φυσικά ο Δίας, τον οποίο συχνά πυκνά έριχνε στην αγκαλιά της μιας ή της άλλης θνητής προκαλώντας έτσι το ασυγκράτητο μίσος της Ήρας. Βέβαια, και η ίδια προσπαθούσε πάντα να μη φτάνουν οι αταξίες του Δία στ' αυτιά της γυναίκας του.
Η ίδια η Αφροδίτη θεωρείται νόμιμη σύζυγος του Ήφαιστου. Δυστυχώς, όμως, ο άσχημος και κουτσός θεός δεν κατάφερε να κρατήσει για πολύ καιρό δική του την πιο όμορφη θεά, η οποία άρχισε να τον απατά με τον Άρη. Άλλοι μύθοι πληροφορούν ότι ήταν νόμιμη σύζυγος του Άρη και από τη σχέση τους αυτή απέκτησαν τέσσερις γιους: ο Ίμερος (Πόθος) και ο Έρωτας ήταν οι μόνιμοι φτερωτοί συνοδοί της Αφροδίτης, ο Δείμος (Τρόμος) και ο Φόβος που ήταν οι αχώριστοι ακόλουθοι του πολεμόχαρου θεού. Στη συνοδεία της Αφροδίτης συμμετείχαν επίσης η Ήβη, η Αρμονία, οι Ώρες, η Πειθώ και οι Χάριτες. Λένε ότι η Αφροδίτη ζευγάρωσε και μ' άλλους αθάνατους. Έτσι έσμιξε με τον Ποσειδώνα και απέκτησε μαζί του ένα γιο, τον Έρυκα, τον ήρωα που έδωσε το όνομά του σε ένα βουνό της Σικελίας. Η κόρη που γεννήθηκε από το θεϊκό σμίξιμο ήταν η Ρόδος. Επίσης, η θεά της αιώνιας ομορφιάς ενώθηκε και με το σκανταλιάρη Διόνυσο. Η Ήρα για να εκδικηθεί την Αφροδίτη που συνεχώς παρέσυρε τον Δία σε εξωσυζυγικές σχέσεις, όταν ήταν έγκυος από τον Διόνυσο, ακούμπησε την κοιλιά της μ' ένα μαγικό ραβδί. Έτσι η θεά γέννησε τον άσχημο και ξεδιάντροπο θεό της γονιμότητας, τον Πρίαπο Από το σμίξιμό της με τον Ερμή γεννήθηκε ένας γιος που επειδή έμοιαζε πολύ και στους δυο θεϊκούς γονείς, ονομάστηκε Ερμαφρόδιτος. Αυτός ανατράφηκε από τις Νύμφες της Ίδης και όταν μεγάλωσε έγινε ένας πάρα πολύ όμορφος άντρας.
Κάποτε ταξίδεψε στην Καρία και έφτασε σε μια λίμνη που τα νερά της ήταν τόσο καθαρά ώστε φαινόταν ο πυθμένας. Η Νύμφη της λίμνης, η πανέμορφη Σαλμακίδα, μόλις αντίκρισε τον Ερμαφρόδιτο, τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Αφού ντύθηκε και στολίστηκε εμφανίστηκε σ' όλο της το μεγαλείο στο θεϊκό άντρα και του ζήτησε να σμίξει μαζί της. Αυτός όμως αντιστάθηκε και απέρριψε τις προτάσεις της. Όταν ο νεαρός νόμισε πως έμεινε μόνος, γδύθηκε και βούτηξε στα πεντακάθαρα νερά της λίμνης. Η Νύμφη που παραφύλαγε κρυμμένη δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί στη θέα του γυμνού κορμιού. Όρμησε στα νερά και άρχισε να αγκαλιάζει και να φιλάει το νέο. Αυτός αντιστάθηκε, μα η Νύμφη τον έσφιξε μ' όλη της τη δύναμη, προσευχήθηκε στον Δία και του ζήτησε να μη χωριστεί ποτέ από τον αγαπημένο της. Ο Δίας άκουσε την προσευχή της και ένωσε τα δυο κορμιά σ' ένα. Η Νύμφη και ο Ερμαφρόδιτος από τότε αποτελούν ένα πρόσωπο και ένα κορμί που είναι αρσενικό και θηλυκό ταυτόχρονα.
Ο Δίας ήθελε να τιμωρήσει την Αφροδίτη επειδή συνεχώς με το ερωτικό της πάθος κυρίευε τους αθάνατους και τους παρέσυρε σε ερωτικές περιπέτειες με θνητούς και μετά τους περιγελούσε και τους έκανε να κοκκινίζουν από ντροπή. Αποφάσισε λοιπόν να ρίξει και την ίδια στην αγκαλιά ενός θνητού. Κατάφερε με την παντοδυναμία του να της προκαλέσει ερωτικό πόθο για τον Αγχίση, ένα νεαρό βοσκό πάνω στην Ίδη, που η ομορφιά και η λεβεντιά του ήταν εξαιρετική. Η Αφροδίτη μόλις αισθάνθηκε την ακατανίκητη έλξη για το νεαρό βοσκό, έτρεξε στο ναό της στην Πάφο. Εκεί κάλεσε τις Χάριτες και αφού έκλεισε ερμητικά τις τεράστιες πύλες του ναού, άρχισε να στολίζεται και να καλλωπίζεται με τη βοήθειά τους
. Οι Χάριτες την έλουσαν με μύρο και με γάλα. Μετά περιποιήθηκαν το πρόσωπό της μα και το σώμα της με καλλυντικά και μαγικές κρέμες που την έκαναν να αστράφτει ακόμη περισσότερο. Την έντυσαν με αραχνοΰφαντα φορέματα και διάφορα τούλια και τη στόλισαν με κοσμήματα ψιλοδουλεμένα, καμωμένα από τα πιο σπάνια πετράδια της θάλασσας. Στο τέλος η Αφροδίτη έδεσε στη μέση της τη θεϊκή ζώνη που έκλεινε τους πόθους και τους έρωτες και πέταξε για την Ίδη. Όταν έφτασε σ' ένα ξέφωτο του βουνού, μεταμορφώθηκε σε θνητή βασιλοπούλα για να ξεγελάσει τον Αγχίση. Μετά κατευθύνθηκε προς την καλύβα του. Στο δρόμο συνάντησε άγρια θηρία που όρμησαν να την κατασπαράξουν. Αμέσως η θεά έλυσε τη μαγική της ζώνη και να που τα απειλητικά λιοντάρια και οι άγριες τίγρεις άρχισαν να κουνούν φιλικά την ουρά τους και να γλείφουν τη θεά. Μόλις αυτή τα γοήτευσε με τον ερωτικό της πόθο, άρχισαν δυο δυο να απομακρύνονται στο δάσος και να ζευγαρώνουν. Όταν έφτασε στην καλύβα του Αγχίση, ο θνητός βοσκός θαμπώθηκε από την ομορφιά της και κατάλαβε πως ήταν κάποια θεά. Η Αφροδίτη όμως τον έπεισε πως ήταν η θνητή κόρη του βασιλιά της Φρυγίας Οτρέα και πως την είχε φέρει ο γοργοπόδαρος Ερμής για να ζευγαρώσει μαζί του. Ο Αγχίσης δεν μπορούσε πια ν' αντισταθεί στο ερωτικό πάθος που τον είχε κυριέψει και έσμιξε με τη θεά στο κρεβάτι της καλύβας. Μετά αποκοιμήθηκε και η Αφροδίτη πήρε την πραγματική της μορφή. Όταν ξύπνησε ο Αγχίσης και είδε το κεφάλι της θεάς να φτάνει στη σκεπή της καλύβας, φοβήθηκε πάρα πολύ και ζητούσε το έλεός της. Η Αφροδίτη του αποκάλυψε ότι όλα όσα έγιναν ήταν θέλημα του Δία. Επίσης είπε ότι θα του χάριζε ένα γιο, τον Αινεία, που θα γινόταν ο ίδιος ένδοξος και θα άφηνε ένδοξους απογόνους. Όμως δεν έπρεπε να αποκαλύψει σε κανένα τη σχέση του μαζί της και έπρεπε να λέει πως απέκτησε το γιο του από μια Νύμφη της Ίδης διαφορετικά ο Δίας θα τον χτυπούσε με τον κεραυνό του.
Πολύ γνωστός είναι ο έρωτας της Αφροδίτης για τον Άδωνη, τον ομορφότερο νέο του κόσμου. Η ιστορία αρχίζει από πολύ παλιά. Μια βασιλοπούλα της Συρίας, η Μύρρα, καυχήθηκε ότι ήταν πιο όμορφη από την Αφροδίτη. Η θεά οργισμένη της προκάλεσε έναν ανόσιο έρωτα για τον πατέρα της, κατάφερε να τον ξεγελάσει και ενώθηκε μαζί του για δώδεκα νύχτες. Όταν συνήλθε από την παροδική τρέλα που της είχε στείλει η Αφροδίτη, κατάλαβε το θανάσιμο αμάρτημά της και έτρεξε στο δάσος να κρυφτεί. Η θεά τελικά τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε δέντρο, τη γνωστή Μυρσίνη. Αργότερα ο φλοιός του δέντρου έσκασε και βγήκε ένα παιδί που πήρε το όνομα Άδωνης. Η Αφροδίτη ενθουσιάστηκε από την ομορφιά του βρέφους και για να το προφυλάξει το έδωσε στην Περσεφόνη, τη σύζυγο του Άδη, να το μεγαλώσει στο σκοτεινό της βασίλειο. Όταν όμως ο Άδωνης μεγάλωσε και έγινε ένας πανέμορφος άντρας με πολύ ωραίο κορμί και θεϊκή όψη, η Περσεφόνη, μαγεμένη από την ομορφιά του, τον ερωτεύτηκε και αρνήθηκε να τον δώσει πίσω στην Αφροδίτη. Οι θεές άρχισαν να μαλώνουν και να χτυπιούνται αλλά καμιά δεν μπορούσε να υπερισχύσει. Έτρεξαν λοιπόν στον πάνσοφο Δία να τους λύσει τη διαφορά. Ο Δίας αποφάσισε ότι ο Άδωνης το ένα τρίτο του χρόνου θα το περνούσε δίπλα στην Αφροδίτη, το ένα τρίτο δίπλα στην Περσεφόνη και το υπόλοιπο τρίτο όπου αυτός ήθελε. Έτσι στο εξής ζούσε πάντοτε τέσσερις μήνες στον Κάτω Κόσμο και οκτώ με την Αφροδίτη. Κάθε φορά που ερχόταν η εποχή να εγκαταλείψει τον Άδη και ν' ανέβει πάνω στη γη, η φύση ολόκληρη τον υποδεχόταν με χαρά. Τα χωράφια γίνονταν καταπράσινα, τα λουλούδια και τα δέντρα άνθιζαν και ένα υπέροχο άρωμα πλημμύριζε την ατμόσφαιρα. Η Αφροδίτη εγκατέλειπε το θεϊκό της παλάτι στον Όλυμπο και ζούσε με το νεαρό αγαπημένο της μέσα στα βουνά και τα δάση.
Όμως το γεγονός αυτό προκάλεσε την οργή του Άρη, που ζήλευε τον Άδωνη. Έτσι, μια μέρα έστειλε έναν άγριο κάπρο που με τους χαυλιόδοντές του πλήγωσε θανάσιμα το νέο. Λένε μάλιστα πως μόλις η θεά έτρεξε να βοηθήσει τον τραυματισμένο φίλο της, πάτησε ένα αγκάθι και από το αίμα που κύλησε έβαψε κόκκινο ένα τριαντάφυλλο, μέχρι τότε υπήρχαν μόνο άσπρα τριαντάφυλλα. Μια άλλη εκδοχή αφηγείται πως η θεά έχυσε τόσο δάκρυα όσες σταγόνες αίμα κύλησαν από την πληγή του Άδωνη. Από κάθε δάκρυ γεννιόταν ένα τριαντάφυλλο, ενώ από κάθε ρανίδα αίματος φύτρωνε μια ανεμώνη. Οι θυμοί και οι κατάρες της θεάς ήταν ξακουστές και πάρα πολλά ήταν τα θύματά της. Έτσι, όταν η Αυγή (Ηώ) έσμιξε με τον Άρη, προκάλεσε την οργή της. Για να την εκδικηθεί της ενέπνευσε σφοδρό έρωτα για το Γίγαντα Ωρίωνα. Η Ηώ μέσα στο ερωτικό της πάθος απήγαγε τον πανέμορφο γίγαντα και τον οδήγησε στη Δήλο. Όμως η επιθυμία της δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί με κανένα τρόπο, γιατί ήταν καταδικασμένη από την Αφροδίτη να είναι αιώνια ερωτευμένη.
Επίσης, με φοβερό τρόπο εκδικήθηκε η θεά τις γυναίκες της Λήμνου που ξέχασαν να της αποδώσουν τιμές. Έστειλε σ' αυτές μια ανυπόφορη μυρωδιά, με αποτέλεσμα να μην τις πλησιάζουν οι άντρες τους, οι οποίοι ζευγάρωναν με κάποιες αιχμάλωτες από τη Θράκη. Οι Λήμνιες για να τους εκδικηθούν τους σκότωσαν όλους και ίδρυσαν μια κοινωνία γυναικών. Πολύ αργότερα έφτασαν στη Λήμνο οι Αργοναύτες, που χάρισαν στις γυναίκες γιους και άρχισε πάλι η φυσιολογική ζωή στο νησί.
Η Αφροδίτη ήθελε να εκδικηθεί με κάθε τρόπο τον Ήλιο, ο οποίος αποκάλυψε στον Ήφαιστο τις απιστίες της. Επειδή όμως δεν μπορούσε να τα βάλει με τον παντοδύναμο θεό, στράφηκε ενάντια στην κόρη του και τις εγγονές του. Πρώτο θύμα της ήταν η Πασιφάη, η γυναίκα του Μίνωα της Κρήτης. Η θεά την κυρίεψε μ' ένα ανόσιο πάθος για έναν ταύρο. Για να καταφέρει το παράλογο αυτό σμίξιμο η κόρη του Ήλιου χρησιμοποίησε το ομοίωμα μιας δαμάλας. Καρπός αυτής της ένωσης ήταν ο Μινώταυρος. Πολλά χρόνια αργότερα σειρά είχαν οι κόρες της Πασιφάης και του Μίνωα. Όταν ο Θησέας ήρθε να παλέψει με τον Μινώταυρο στο Λαβύρινθο, η Αριάδνη μετά από σφοδρό έρωτα που της ενέπνευσε η Αφροδίτη για το βασιλόπουλο της Αθήνας, τον βοήθησε με το μαγικό της μίτο (κουβάρι). Έτσι, πρόδωσε τον πατέρα της για χάρη του εραστή της, ο οποίος τελικά την εγκατέλειψε. Η καταστροφική οργή της θεάς έπληξε και τη Φαίδρα, αδερφή της Αριάδνης. Αρχικά ήταν εξοργισμένη με τον Ιππόλυτο, γιο του Θησέα και μιας αμαζόνας, επειδή την περιφρονούσε και προτιμούσε την Άρτεμη. Τότε έστειλε ακατανίκητο ερωτικό πόθο στη Φαίδρα, τη δεύτερη γυναίκα του Θησέα, για τον πρόγονό της (το παιδί του άντρα της), ο οποίος αντιστεκόταν στον έρωτα της μητριάς του. Αυτή για να τον εκδικηθεί είπε στον άντρα της ότι ο Ιππόλυτος προσπάθησε να τη βιάσει. Η ιστορία αυτή κλείνει με το θάνατο και του Ιππόλυτου και της Φαίδρας.
Η θεά τιμωρεί βέβαια τους αρνητές της, αλλά προστατεύει τους φίλους της. Πολλοί μύθοι παρουσιάζουν την Αφροδίτη να βοηθά θνητούς που είχαν πέσει θύματα ερωτικού πάθους ή με κάποια χειρονομία κέρδισαν τη συμπάθειά της.
Για παράδειγμα, ένας βοσκός, ο Σέλεμνος, με την ομορφιά και τη λεβεντιά του κατάφερε να κατακτήσει τη Νύμφη Αργυρή. Έζησαν μαζί χρόνια, όταν όμως η ομορφιά του τον εγκατέλειψε και τα γεράματα τον κυρίεψαν, η αιώνια νέα και όμορφη Νύμφη τον εγκατέλειψε. Ο Σέλεμνος πέθανε από τη λύπη του. Η Αφροδίτη συγκινημένη από το ερωτικό δράμα του τον μεταμόρφωσε σε ποταμό. Όμως ο Σέλεμνος εξακολουθούσε να είναι λυπημένος και να ταλαιπωρείται από το πάθος του. Η θεά παρενέβη για δεύτερη φορά και του έδωσε το χάρισμα της λησμονιάς. Από τότε όλοι οι νέοι που λούζονταν στα νερά του Σέλεμνου ξεχνούσαν τα ερωτικά τους βάσανα.
Επίσης υπήρχε μια παράδοση στη Λέσβο σύμφωνα με την οποία ένας βαρκάρης, ο Φάωνας, δέχτηκε μετά από παράκληση της θεάς να περάσει δωρεάν στην απέναντι ακτή μια γριά. Η ίδια η Αφροδίτη μεταμορφώθηκε σε γριά για να διαπιστώσει την υπακοή του φτωχού βαρκάρη. Για να τον ανταμείψει του χάρισε ένα μπουκαλάκι με μαγικό φίλτρο. Ο Φάωνας το χρησιμοποίησε και αμέσως έγινε ο ωραιότερος άντρας της Μυτιλήνης, προκαλώντας τον έρωτα όλων των γυναικών.
Ακόμη, η Αφροδίτη συμβούλεψε κάποτε έναν έμπορο από τη Σάμο, τον Δεξικρέοντα, να φορτώσει το πλοίο του μόνο με πόσιμο νερό και να σαλπάρει. Ο έμπορος υπάκουσε στη θεϊκή συμβουλή. Όταν βρέθηκαν στ' ανοιχτά, σταμάτησαν να φυσάνε όλοι οι άνεμοι και τα ιστιοφόρα πλοία ακινητοποιήθηκαν για πολλές μέρες. Σε λίγο άρχισε να τελειώνει το πόσιμο νερό και ο Δεξικρέοντας απόκτησε ολόκληρη περιουσία πουλώντας τα μεγάλα αποθέματα που είχε στο καράβι του. Όταν άρχισαν να φυσάνε πάλι οι άνεμοι και βγήκαν όλοι στη στεριά, αφιέρωσε ένα λαμπρό άγαλμα στην Αφροδίτη.
Κάποτε, η Αταλάντη, μια βασιλοπούλα της Βοιωτίας, επειδή δεν ήθελε να παντρευτεί, υπέβαλε σε δοκιμασία κάθε παλικάρι που τη ζητούσε σε γάμο. Πιο συγκεκριμένα, η Αταλάντη καλούσε τους επίδοξους γαμπρούς σε αγώνα δρόμου, δίνοντάς τους μάλιστα τη δυνατότητα να ξεκινήσουν πρώτοι. Στη συνέχεια ορμούσε, τους έφτανε και τους σκότωνε. Ο Μελάνιππος, ενώ γνώριζε την τακτική που ακολουθούσε η βασιλοπούλα, παρακινημένος από την Αφροδίτη, δέχτηκε να περάσει τη δοκιμασία. Η θεά του είχε δώσει πολλά χρυσά μήλα από τον κήπο των Εσπερίδων. Κάθε φορά που ο νέος έβλεπε την Αταλάντη να τον πλησιάζει, έριχνε ένα μήλο και αυτή σταματούσε για να το μαζέψει. Μ' αυτό το κόλπο κατάφερε να βγει πρώτος στον αγώνα δρόμου και να παντρευτεί την ατίθαση κοπέλα.
Όμως σημαντική είναι η συμμετοχή της Αφροδίτης και στις πιο ξακουστές και φημισμένες πολεμικές επιχειρήσεις της αρχαιότητας. Ιδιαίτερα για τον Τρωικό πόλεμο μπορούμε να πούμε ότι η θεά στάθηκε η αιτία να ξεσπάσει μια δεκάχρονη πολεμική σύρραξη. Όλα ξεκίνησαν από τη στιγμή που η Αθηνά, η Ήρα και η Αφροδίτη διεκδίκησαν τον τίτλο της ομορφότερης. Ο Δίας τότε όρισε κριτή τον Πάρη, το βασιλόπουλο της Τροίας, που έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του πάνω στην Ίδη. Σ' αυτά τα ιδιόμορφα καλλιστεία ο Πάρης έδωσε τον τίτλο στη θεά της ομορφιάς με αντάλλαγμα να του χαρίσει την πιο ωραία γυναίκα του κόσμου, την Ελένη, σύζυγο του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου. Ο Πάρης πήγε με πλοία στη Σπάρτη και φιλοξενήθηκε στο ανάκτορο. Τότε η Αφροδίτη κυρίεψε με ακατανίκητο ερωτικό πόθο την Ελένη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η πανέμορφη βασιλοπούλα να ακολουθήσει σαν υπνωτισμένη το φιλοξενούμενό της στην Τροία. Η αρπαγή της Ελένης ήταν η αιτία για να ξεσπάσει ο πόλεμος.
Η Αφροδίτη συμμετείχε στον πόλεμο υποστηρίζοντας πάντα τους Τρώες, γιατί Τρώας ήταν ο Πάρης, ο επίσημος προστατευόμενός της, μα και ο Αινείας, ο γιος που απέκτησε από το σμίξιμό της με τον Αγχίση. Η θεά επενέβη σε αποφασιστικής σημασίας στιγμές. Πιο σημαντική ήταν η ανάμειξή της στη μονομαχία του Πάρη με τον Μενέλαο. Οι δυο παρατάξεις είχαν συμφωνήσει ότι η Ελένη θα παραδινόταν στα χέρια του νικητή της μονομαχίας. Τη στιγμή που η νίκη ήταν σίγουρη για τον Μενέλαο, η Αφροδίτη μέσα σ' ένα σύννεφο άρπαξε τον Πάρη και τον μετέφερε στο τρωικό ανάκτορο. Μάλιστα, κυριεύοντας με ερωτικό πόθο πάλι την Ελένη την έριξε στην αγκαλιά του, μολονότι η ίδια στην πραγματικότητα ήθελε να επιστρέψει στο νόμιμο σύζυγό της. Εξάλλου, πάρα πολλές φορές επενέβη στη μάχη για να προστατέψει τον Αινεία, που ήταν ο πιο γενναίος Τρώας μετά τον Έκτορα.
Όταν οι Έλληνες κατάφεραν να κυριέψουν το Ίλιον (Τροία), αυτός με τη βοήθεια της θεάς μητέρας του, πήρε την οικογένειά του, αρκετούς συντρόφους του και με τα καράβια του κατευθύνθηκε στην Ιταλία και ίδρυσε τη Ρώμη.
Ο ρόλος της Αφροδίτης και στην Αργοναυτική εκστρατεία υπήρξε αποφασιστικός. Με την παρέμβασή της, η Μήδεια, η βασιλοπούλα της Κολχίδας, ερωτεύτηκε παράφορα τον Ιάσονα. Για να τον βοηθήσει να πραγματοποιήσει όλους τους δύσκολους άθλους που του έβαζε ο πατέρας της, κατασκεύασε μια μαγική αλοιφή και του τη χάρισε. Μ' αυτήν ο Ιάσονας έγινε ατρόμητος και άρπαξε το χρυσόμαλλο δέρμα. Η Μήδεια ακολούθησε τον εραστή της στην Ελλάδα.
Και σε άλλες στιγμές της εκστρατείας υπήρξε παρέμβαση της θεάς. Όταν οι Αργοναύτες πέρασαν από το νησί των Σειρήνων, τους έσωσε ο Ορφέας παίζοντας με τη λύρα του. Μόνο ο Βούτης, ένα πολύ γενναίο παλικάρι, δεν κατάφερε ν' αντισταθεί στη γοητεία των Σειρήνων και βούτηξε στη θάλασσα για να φτάσει στο νησί τους. Τη στιγμή που πλησίαζε και οι μαγεύτρες τραγουδίστριες ήταν έτοιμες να τον σκοτώσουν, η Αφροδίτη τον άρπαξε και τον μετέφερε σ' ένα ακρωτήρι της Σικελίας.
Η πανέμορφη θεά, εκτός από προστάτιδα του ηδονικού και εξωσυζυγικού έρωτα, παρουσιάζεται μερικές φορές και ως προστάτιδα των νόμιμων ενώσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμμετοχή της στην ανατροφή των ορφανών κοριτσιών του Πανδάρεου. Είχε αναλάβει να τις τρέφει με γάλα, γλυκό μέλι και εξαίσιο κρασί. Όταν οι κοπέλες έφτασαν σε ηλικία γάμου, η Αφροδίτη ανέβηκε στον Όλυμπο και ζήτησε από τον Δία τους κατάλληλους συζύγους για τις νεαρές, ώστε να κάνουν έναν ευτυχισμένο γάμο. Στη διάρκεια όμως της απουσίας της οι Άρπυιες άρπαξαν τις κοπέλες και τις έδωσαν ως συνοδούς στις Ερινύες. Εξάλλου, η ίδια η προστάτιδα του νόμιμου έγγαμου βίου, η Ήρα, όταν ήθελε να σαγηνεύσει τον άστατο σύζυγό της, ζητούσε τη βοήθεια της Αφροδίτης. Χωρίς καθόλου να ντρέπεται, ζητούσε να της δανείσει το μαγικό ζωνάρι της όπου ήταν κρυμμένοι οι έρωτες, τα τρυφερά χάδια, οι επιθυμίες και τα γλυκόλογα. Η Αφροδίτη ήταν επίσης και θαλασσινή θεά. Αυτό δηλώνουν άλλωστε οι μύθοι για τη γέννησή της και οι ατέλειωτες περιπέτειές της στα ελληνικά νησιά. Εξάλλου, οι ιστορίες του Φάωνα και του Δεξικρέοντα δείχνουν ότι προστάτευε τους ναυτικούς. Επιπλέον, το άγαλμα της Αναδυόμενης στόλιζε τα περισσότερα λιμάνια της αρχαιότητας.
Η Αφροδίτη ήταν περισσότερο θεά της ομορφιάς και του ηδονικού έρωτα και σπανιότερα προστάτευε τη συζυγική ζωή. Ιερά της σύμβολα ήταν τα λευκά περιστέρια. Μάλιστα ένα ζευγάρι από τα πουλιά αυτά έσερνε το άρμα της. Άλλα σύμβολά της ήταν το μήλο, η παπαρούνα, το άνθος της ροδιάς, το τριαντάφυλλο, η μυρτιά και η ανεμώνη.


ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Οι Ολύμπιοι θεοί, ενώ ήταν πλασμένοι από τους αρχαίους Έλληνες με ανθρώπινη μορφή και ανθρώπινο σώμα, διακρίνονταν για την εξαιρετική τους ομορφιά. Τα μαλλιά και το πρόσωπό τους ακτινοβολούσαν και η μορφή τους μπορούσε να μαγέψει και να γαληνέψει και τα πιο άγρια θηρία της φύσης. Τα σώματά τους ήταν αρμονικά πλασμένα με τις τελειότερες αναλογίες. Όμως ανάμεσά τους ζούσε και ένας θεός που εκτός από την ακατανίκητη δύναμή του και την αθανασία του, δεν έμοιαζε καθόλου με τους υπόλοιπους. Αυτός ήταν ο Ήφαιστος, ο θεός της φωτιάς και της μεταλλουργίας, που η ασχήμια του πολλές φορές προκαλούσε τα γέλια και τις κοροϊδίες των υπόλοιπων θεών, πράγμα που τον πίκραινε πάρα πολύ.
Ο Ήφαιστος παρουσιαζόταν με παχιά και μακριά γενειάδα. Ήταν πολύ μαυριδερός στο πρόσωπο, με χοντρά και άσχημα χαρακτηριστικά. Επιπλέον, ήταν κοντός και χοντρός, με αδύναμα πόδια που δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν εύκολα το βάρος του. Είχε δασύτριχο στήθος και τα μπράτσα του ήταν τεράστια από τη συνεχή δουλειά στο εργαστήρι του. Επίσης ήταν κουτσός.
Ο Ήφαιστος ήταν γιος του Δία και της Ήρας. Μάλιστα, λένε, ότι η Ήρα τον γέννησε πριν γίνει ακόμη νόμιμη σύζυγος του Δία, από τις ερωτικές σχέσεις που είχε μαζί του. Άλλοι μυθογράφοι μας διηγούνται ότι η Ήρα γέννησε τον Ήφαιστο χωρίς να μεσολαβήσει αρσενικό στοιχείο, όπως ακριβώς είχε γεννήσει τα πρωτότοκα παιδιά της η Γαία. Η θεά τον γέννησε στη Λήμνο και μετά τον εμπιστεύτηκε σ' ένα Νάξιο σιδηρουργό, τον Κηδαλίωνα, που έμαθε στο νέο θεό να σφυρηλατεί και να δουλεύει τα μέταλλα.
Σχετικά με τα πρώτα χρόνια της ζωής του και την αναπηρία που αντιμετώπιζε στο πόδι του, δίνονται πολλές και ποικίλες εξηγήσεις. Μια παράδοση μας αναφέρει ότι η Ήρα μόλις γέννησε τον Ήφαιστο πάνω στον Όλυμπο, ζήτησε να δει το μωρό της. Μόλις όμως αντίκρισε το κουτσό και μαυριδερό βρέφος που της παρουσίασαν έγινε έξω φρενών. Πώς ήταν δυνατόν να γεννήσει αυτή, μια πανέμορφη θεά, ένα τόσο άσχημο μωρό; Σκέφτηκε ότι δε θα μπορούσε με κανένα τρόπο ν' αντιμετωπίσει τις κοροϊδίες των υπόλοιπων θεών και τα ειρωνικά τους γέλια. Έτσι λοιπόν άρπαξε μανιασμένη το μωρό και το πέταξε από τον Όλυμπο. Ο Ήφαιστος κατέληξε στον Ωκεανό. Εκεί τον βρήκαν και τον περιμάζεψαν η Θέτιδα και η Ευρυνόμη. Ο Ήφαιστος πέρασε μαζί τους τα εννιά πρώτα χρόνια της ζωής του, σε μια θαλάσσια σπηλιά, το παλάτι του Νηρέα. Με τα κοράλλια και τα μαργαριτάρια ο Ήφαιστος έφτιαχνε θαυμαστά κοσμήματα στις θεές που τον προστάτευαν. Έτσι τους έδειχνε την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του.

Ένας άλλος μύθος διηγείται ότι ο Ήφαιστος έπαθε το ατυχές γεγονός σε μεγαλύτερη ηλικία. Ήταν μια μέρα, όπως πολλές άλλες, που το θεϊκό ζευγάρι ο Δίας και η Ήρα μάλωναν. Οι φωνές της πρώτης θεάς αντηχούσαν σ' ολόκληρο τον Όλυμπο και προκαλούσαν τα σχόλια των υπολοίπων. Δεν μπορούσε να διανοηθεί πώς κατάφερε ο σύζυγός της, παρόλες τις δικές της προσπάθειες να τον παρακολουθεί συνέχεια, να συνάψει ερωτικές σχέσεις με μια θνητή, την Αλκμήνη. Το χειρότερο απ' όλα ήταν ότι απέκτησε μαζί της κι ένα γιο, τον Ηρακλή. Ο Δίας άρχισε ν' αστράφτει και να βροντά από τα νεύρα του• δεν άντεχε άλλο την αρρωστημένη ζήλια της Ήρας. Ο καημένος ο Ήφαιστος σ' αυτόν τον τρικούβερτο καβγά πήρε το μέρος της μητέρας του. Ο πατέρας του τότε, θολωμένος καθώς ήταν από την οργή του, άρπαξε τον άσχημο γιο του, που ποτέ δεν τον συμπάθησε πραγματικά, και τον πέταξε μ' όλη του τη δύναμη κάτω από τον Όλυμπο. Ο Ήφαιστος μια ολόκληρη μέρα στροβιλιζόταν στην ατμόσφαιρα και τελικά κατέληξε με ορμή πάνω στη Λήμνο. Το σώμα του βρόντηξε σε κάποια βράχια του νησιού και από τότε ο Ήφαιστος κουτσάθηκε για όλη του τη ζωή.
Γενικά, τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο Ήφαιστος έζησε μακριά από τον Όλυμπο και είτε από μόνος του, είτε με τη βοήθεια κάποιου δασκάλου έγινε ο πρώτος τεχνίτης ανάμεσα στους θεούς. Οι γονείς του δεν τον αντιμετώπισαν ποτέ ως ίσο με τα υπόλοιπα παιδιά τους. Ο Ήφαιστος ήταν καλόκαρδος και υπομονετικός, όμως πάντα σκεφτόταν τη συμπεριφορά των γονιών του και εκνευριζόταν• τον έπιανε το παράπονο και πολλές φορές έπαιρνε την εκδίκησή του.
Η συμπεριφορά του προς τη μητέρα του παρουσιάζεται με δυο διαφορετικές μορφές. Στην Ιλιάδα, σε δυο διαφορετικές περιπτώσεις, παρακολουθούμε μια ιδανική σχέση αγάπης μεταξύ μητέρας και γιου. Στη μια περίπτωση η Ήρα παρακαλεί τον Ήφαιστο να βοηθήσει τον Αχιλλέα στη μονομαχία του με τον ποταμό Σκάμανδρο. Είναι μάλιστα μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου παρακολουθούμε το θεό σ' όλο του το μεγαλείο. Σκορπίζει σ' ολόκληρο το στρατόπεδο τις φλόγες του και καίγονται έτσι όλα τα νεκρά σώματα των πολεμιστών. Η πύρινη φλόγα στη συνέχεια κατατρώγει λαίμαργα τεράστιες εκτάσεις δάσους και αμέσως κάνει την τελική της επίθεση. Χυμάει ορμητικά πάνω στον ποταμό. Ο Σκάμανδρος παρόλη την υγρή του μορφή δεν μπορεί ν' αντισταθεί στην πύρινη λαίλαπα. Τα νερά του αρχίζουν να βράζουν και να εξατμίζονται, η κοίτη του να ξεραίνεται και με σπαρακτικά λόγια ζητά το έλεος του θεού.
Στη δεύτερη περίπτωση παρακολουθούμε τον Ήφαιστο να παρηγορεί τη μητέρα του με τα πιο γλυκά λόγια, μετά από έναν τρομερό καβγά της με τον Δία. Την παρακαλεί να δείξει υποταγή στο σύζυγό της, τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων, και να τον καλοπιάσει με όμορφες κουβέντες. Αντίθετα, υπάρχει ένας αστείος μύθος που δείχνει τον Ήφαιστο να εκδικείται τη μητέρα του για την αρχική της συμπεριφορά απέναντί του. Μια φορά που η Ήρα είχε τη γιορτή της και γινόταν μεγάλο γλέντι πάνω στον Όλυμπο, ο Ήφαιστος της χάρισε έναν ολόχρυσο θρόνο. Δυο ολόκληρους μήνες έβαλε όλη του την τέχνη για να πετύχει το καλύτερο αποτέλεσμα. Σκάλισε επάνω εικόνες και παραστάσεις από τα γλέντια των θεών και από την καθημερινή τους ζωή. Η Ήρα πραγματικά ενθουσιάστηκε από το δώρο του γιου της και το δοκίμασε αμέσως. Κάθισε αρκετή ώρα καμαρώνοντας και συζητώντας με τους υπόλοιπους θεούς. Όταν όμως θέλησε να σηκωθεί, ανακάλυψε με μεγάλη έκπληξη ότι αυτό της ήταν αδύνατο. Ο Ήφαιστος είχε τοποθετήσει αόρατα δεσμά που την εμπόδιζαν να απομακρυνθεί από το θρόνο. - Αυτό, γλυκιά μου μανούλα, είναι το δώρο μου για να σου ξεπληρώσω την αγάπη που μου έδειξες όταν ήμουν μικρός. Μήπως έφταιγα εγώ που γεννήθηκα άσχημος και μαυριδερός κι εσύ με πέταξες από τον Όλυμπο;
Η Ήρα ζητούσε να τη συγχωρέσει και με κλάματα τον παρακαλούσε να λύσει τα αόρατα δεσμά. Όλοι οι θεοί πήραν το μέρος της και άρχισαν να μαλώνουν τον Ήφαιστο. Ο Άρης, ο θεός του πολέμου, που ήταν και αυτός γιος της Ήρας, θύμωσε πάρα πολύ. Όρμησε στον Ήφαιστο για να τον πείσει με τη βία, όμως ο αδερφός του είχε κιόλας αρπάξει έναν αναμμένο δαυλό και τον είχε εκσφενδονίσει εναντίον του. Ο Άρης φοβήθηκε πολύ και κούρνιασε ανάμεσα στις θεές. Κατόπιν ο Ήφαιστος αποχώρησε για τη Λήμνο, που ήταν το αγαπημένο του νησί, αφήνοντας σύξυλους τους υπόλοιπους θεούς που με το ζόρι συγκρατούσαν τα γέλια τους βλέποντας την Ήρα σ' αυτή την κωμική κατάσταση.
Ο Διόνυσος, αγαπημένος φίλος του Ήφαιστου, ανέλαβε να σώσει την κατάσταση. Πήγε αμέσως στη Λήμνο, στο εργαστήρι του θεού, και τον πέτυχε την ώρα του δείπνου. Κάθισε μαζί του για φαγητό και έστειλε ένα Σάτυρο να του φέρει κρασί από τα αμπέλια του.
Έτσι κατάφερε να μεθύσει τον Ήφαιστο και τον έπεισε να γυρίσει μαζί του στον Όλυμπο και να λύσει την Ήρα από τα δεσμά της. Μετά από λίγη ώρα έφτασαν και οι δυο μπροστά στους υπόλοιπους θεούς καβάλα σ' ένα μουλάρι. Ο Δίας μόλις είδε το γιο του του είπε αγριεμένος.
-Άντε, λοιπόν, Ήφαιστε, παρατράβηξε το αστείο. Εμπρός, λύσε γρήγορα τη μητέρα του. Αυτός τραυλίζοντας από το μεθύσι είπε ότι θα έλυνε την Ήρα μόνο αν ο Δίας του υποσχόταν ότι θα πραγματοποιούσε οποιαδήποτε χάρη του ζητούσε. Ο βασιλιάς των θεών, μη μπορώντας κάνει κι αλλιώς, δέχτηκε. Ο Ήφαιστος έλυσε την Ήρα και αμέσως ζήτησε για γυναίκα του την Αφροδίτη. Όλοι οι θεοί σάστισαν• ο πιο άσχημος να παντρευτεί τη θεά της ομορφιάς! Ο Δίας όμως δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί είχε δώσει όρκο. Το πρόσωπο της Αφροδίτης σκοτείνιασε, δεν μπορούσε όμως ν' αντισταθεί στη θέληση του πατέρα της. Γι' αυτό άπλωσε το χέρι της στον Ήφαιστο. Βέβαια, η θεά της ομορφιάς δεν ήταν και η πιο πιστή σύζυγος.
Οι σχέσεις του Ήφαιστου με τον Δία ήταν σχέσεις σεβασμού και υποταγής. Εκτελούσε πάντοτε με προθυμία τις εντολές του πατέρα του, που τον φοβόταν πολύ. Τον βοήθησε στη Γιγαντομαχία και του έκανε αμέτρητα δώρα. Με εντολή του έφτιαξε από χώμα την Πανδώρα και συνέβαλε στην τιμωρία του Προμηθέα, καρφώνοντάς τον πάνω στον Καύκασο ως λεία για ένα γύπα που του κατέτρωγε το στήθος.
Ο Όμηρος μας πληροφορεί ότι ο θεϊκός σιδηρουργός είχε στημένο το εργαστήρι του πάνω στον Όλυμπο. Εκεί μέσα περνούσε όλη του τη μέρα και με τα εργαλεία του, το σφυρί, το αμόνι και το φυσερό μαστόρευε συνέχεια. Το εργαστήρι του ήταν πλήρως εξοπλισμένο. Έκαιγαν συγχρόνως είκοσι καμίνια που με τη διαταγή του θεού δυνάμωναν τις φλόγες τους και σκορπούσαν τόση θερμότητα, όση χρειαζόταν ο μάστορας για να επεξεργαστεί το χαλκό, το ασήμι και το χρυσάφι.
Ο Ήφαιστος έκανε πάρα πολλές κατασκευές για τον εαυτό του μα και πάρα πολλά δώρα στους θεούς. Πρώτα απ' όλα, το παλάτι του ήταν περίλαμπρο. Ολόκληρο από ατόφιο χρυσάφι, σκαλισμένο και δουλεμένο τόσο πολύ, όσο δε θα μπορούσαν να δουλέψουν οι καλύτεροι τεχνίτες όλου του κόσμου, αν δούλευαν σ' όλη τους τη ζωή. Ήταν γεμάτο από διάφορα στολίδια καμωμένα από ζαφείρια και διαμάντια.
Τα πιο φανταστικά απ' όλα τα δημιουργήματά του ήταν τα χρυσά αγάλματα που κατασκεύασε για να τον υπηρετούν. Αυτά είχαν τη μορφή νεαρών κοριτσιών και ο Ήφαιστος τους είχε δώσει δύναμη, σκέψη και ζωή. Ήταν οι αχώριστοι συνοδοί του παντού και πάντα. Τον ακολουθούσαν στις συνελεύσεις των θεών και τον βοηθούσαν να στέκεται όρθιος, όταν κουραζόταν.
Ο Ήφαιστος κατασκεύασε όλα τα επιβλητικά παλάτια του Ολύμπου και χάρισε στους θεούς δώρα ανεκτίμητης αξίας. Στον Δία δώρισε την αιγίδα και το σκήπτρο, στη Δήμητρα το δρεπάνι και στον Απόλλωνα και την Άρτεμη τα βέλη τους. Στον Ήλιο χάρισε το λαμπρό άρμα του με το οποίο διέσχιζε αδιάκοπα τον ουρανό και στον Διόνυσο ένα ολόχρυσο κύπελλο. Στη φιλάρεσκη Αφροδίτη, τη γυναίκα του, χάρισε εξαιρετικά περιδέραια και άλλα κοσμήματα από πολύτιμα πετράδια, όπως επίσης και ένα μαλαματένιο καθρεφτάκι που δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Δική του έμπνευση ήταν και οι μαγικοί τρίποδες που χάρισε στους θεούς. Όταν συγκεντρώνονταν για να πάρουν μια σοβαρή απόφαση, οι τρίποδες αυτομάτως έπαιρναν θέση πίσω από κάθε θεό. Μόλις τελείωνε η συνεδρίαση, αμέσως ο κάθε τρίποδας πήγαινε στο παλάτι του κατόχου του.
Ο θεϊκός σιδηρουργός χάριζε απλόχερα τα δώρα του και στους θνητούς. Έτσι έδωσε στον Ηρακλή ένα χρυσό θώρακα, στην Αριάδνη ένα στεφάνι από πολύτιμα μέταλλα και πετράδια και στον Κάδμο ένα περιδέραιο για το γάμο του με την Αρμονία. Στον Αιήτη δώρισε δυο άγριους ταύρους που έβγαζαν φωτιές από τα ρουθούνια τους και είχαν χάλκινα πόδια και στον Αλκίνοο ασημένια σκυλιά που φρουρούσαν τα ανάκτορά του.Μια από τις πιο σημαντικές κατασκευές του είναι και τα όπλα του Αχιλλέα, μετά από παράκληση της Θέτιδας. Ο Όμηρος αφιερώνει μισή ραψωδία για να περιγράψει την περίλαμπρη ασπίδα που είχε τη μορφή πέντε ομόκεντρων κυκλικών δίσκων. Ο Ήφαιστος ζωγράφισε πάνω σ' αυτό το όπλο ολόκληρη τη ζωή των θεών και των ανθρώπων. Έφτιαξε πρώτα απ' όλα τα πρωταρχικά στοιχεία της φύσης: τη Γη, τον Ουρανό, τον Ήλιο και τον Ωκεανό που περικλείει τα πάντα. Έπειτα ζωγράφισε όλα τ' αστέρια τ' ουρανού, τις Πλειάδες, τις Υάδες, τον Ωρίωνα και την Άρκτο. Αναπαράστησε σκηνές γάμου και γαμήλιου γλεντιού, δίκης στην αγορά και μάχες μπροστά στα τείχη πολιορκημένης πόλης. Αμέσως μετά ζωγράφισε σκηνές πιο ήπιες, πιο καθημερινές σε καιρό ειρήνης: το θερισμό και τον τρύγο, μα και λευκά πρόβατα να βόσκουν σε καταπράσινο λιβάδι και πλάι τους στάβλους και τις καλύβες των βοσκών. Δίπλα υπήρχε μια παράσταση χορού. Έφηβοι και νεαρές κοπέλες στεφανωμένοι με λουλούδια και ντυμένοι με αστραφτερά ρούχα και μακρείς χιτώνες. Και ο θεϊκός τραγουδιστής που έπαιζε τη λύρα του και ρύθμιζε τα βήματά τους.
Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθως φαντάζονταν τον Ήφαιστο σαν έναν απλό εργάτη μέσα στο εργαστήρι του με μουντζουρωμένο από καπνούς πρόσωπο και μουσκεμένο στον ιδρώτα. Φορούσε πάντοτε έναν κοντό αμάνικο χιτώνα για να μη δυσκολεύεται στις κινήσεις του. Όταν τέλειωνε τις δουλειές του ή έπρεπε επειγόντως να πάει στις συγκεντρώσεις των θεών, έσβηνε τις φωτιές από τα καμίνια, μάζευε σ' ένα ασημένιο κιβώτιο τα εργαλεία του, στράγγιζε μ' ένα σφουγγάρι τον ιδρώτα του και φορούσε ένα χρυσό χιτώνα.
Κάποιοι μύθοι λένε πως το εργαστήρι του ήταν όχι στον Όλυμπο, αλλά στη Λήμνο. Πίστευαν μάλιστα πως βρισκόταν μέσα στο ηφαίστειο του νησιού. Οι φλόγες και οι ατμοί που έβγαιναν από τον κρατήρα προέρχονταν από τα καμίνια του θεού και οι υπόκωφοι θόρυβοι που ακούγονταν ήταν τα χτυπήματα του σφυριού με τα οποία ο Ήφαιστος έδινε θαυμάσιες μορφές στα πολύτιμα μέταλλα που επεξεργαζόταν. Γενικά, η σύνδεση του Ήφαιστου με τη Λήμνο είναι διάχυτη σ' όλους τους σχετικούς μύθους και εκεί ήταν ιδιαίτερα διαδομένη η λατρεία του.
Οι ερωτικές περιπέτειες του θεού σε σύγκριση με των άλλων Ολύμπιων ήταν λιγοστές. Μολονότι ήταν ο πιο άσχημος θεός, η παράδοση τον θέλει να έχει τις ομορφότερες συζύγους. Η Ιλιάδα του αποδίδει ως γυναίκα τη Χάρη, που ήταν η προσωποποίηση της ομορφιάς. Ο Ησίοδος του δίνει ως γυναίκα την Αγλαΐα, την πιο νέα από τις Χάριτες. Μα η πιο γνωστή σύζυγός του ήταν η Αφροδίτη.Η Αφροδίτη βέβαια δεν άντεξε για πολύ να μείνει πιστή στον άντρα της. Πολύ σύντομα σαγηνεύτηκε από την ομορφιά και την τέλεια σωματική διάπλαση του φιλοπόλεμου Άρη και έγινε ερωμένη του. Ο Ήλιος που παρακολουθεί τα πάντα πάνω από το άρμα του, όταν είδε κάποια φορά τον Άρη και την Αφροδίτη να πλαγιάζουν πάνω στο κρεβάτι του Ήφαιστου μέσα στο ίδιο του το παλάτι, έτρεξε και του το φανέρωσε. Τότε ο θεός ζήτησε από τον Ήλιο να μη φανερώσει σε κανέναν άλλο το μυστικό και σκαρφίστηκε ένα σχέδιο. Άπλωσε πάνω στο κρεβάτι του ένα αόρατο δίχτυ. Έτσι την επόμενη φορά που συναντήθηκαν οι δυο εραστές και πλάγιασαν στο κρεβάτι, μπλέχτηκαν μέσα στο δίχτυ. Απεγνωσμένα προσπαθούσαν να ελευθερωθούν. Μάταια όμως, όσο περισσότερο προσπαθούσαν, τόσο περισσότερο μπλέκονταν. Ο Ήφαιστος μόλις γύρισε στο παλάτι του βρήκε τους παράνομους συντρόφους γυμνούς και ακινητοποιημένους πάνω στο κρεβάτι. Αυτοί ντροπιασμένοι δεν μπορούσαν να τον αντικρίσουν. Γεμάτος οργή μα και παράπονο ο Ήφαιστος τα έβαλε με τον Άρη, που αν και ήταν αδερφός του δε δίστασε να τον προδώσει, αλλά και με τη γυναίκα του, που δεν εκτιμούσε καθόλου την αγάπη και τη φροντίδα που της έδειχνε. Για να πάρει την εκδίκησή του φώναξε τον Δία και τους υπόλοιπους θεούς και τους έδειξε τους αδιάντροπους εραστές που ήταν ακόμη μπλεγμένοι στα μαγικά δίχτυα. Οι θεοί όλοι κατηγορούσαν την άπιστη σύζυγο και τον άκαρδο αδερφό και τους έβριζαν για το αμάρτημά τους. Μόνο έτσι ξεθύμανε η οργή του Ήφαιστου και τους ελευθέρωσε. Η Αφροδίτη, κατακόκκινη από την ντροπή της, το έβαλε στα πόδια και όλοι οι θεοί γελούσαν ασταμάτητα.
Μετά από αυτή την απιστία και ο Ήφαιστος στράφηκε αλλού. Ποθούσε πολύ την Αθηνά που ο ίδιος είχε βοηθήσει στη γέννησή της. Κάποια μέρα που η πολεμική θεά πήγε στο εργαστήρι του για να του παραγγείλει καινούρια πανοπλία, ο θεϊκός μάστορας όρμησε επάνω της και προσπάθησε να τη βιάσει. Η Αθηνά, που συμβόλιζε την αιώνια αγνότητα, πάλεψε μαζί του και κατάφερε στο τέλος να του ξεφύγει. Μα μετά είδε πως πάνω στα γόνατά της είχε μείνει το σπέρμα του Ήφαιστου. Η Αθηνά μ' ένα κομμάτι ύφασμα σκούπισε το σπέρμα και το πέταξε πάνω στη Γη. Έτσι γεννήθηκε ο Εριχθόνιος, που η Αθηνά τον αντιμετώπιζε σαν να ήταν πραγματικός της γιος.Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, ο Ήφαιστος έσμιξε με την Καβειρώ, την κόρη του θαλασσινού θεού Πρωτέα. Απ' αυτή τη σχέση του απέκτησε τρεις γιους, τους Καβείρους. Ήταν επίσης πατέρας ενός από τους πιο γνωστούς ληστές της αρχαιότητας, του Περιφήτη. Αυτός σκότωνε τους περαστικούς μ' ένα τεράστιο ρόπαλο, ώσπου πολύ αργότερα τον εξόντωσε ο Θησέας. Ως γιος του Ήφαιστου αναφέρεται και ο Πύλιος, που στη Λήμνο θεράπευσε τον Φιλοκτήτη. Ακόμη ο Αργοναύτης Παλαίμονας ή και ο Άρδαλος, ένας μυθικός γλύπτης, που όπως και ο Παλαίμονας είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του την επιδεξιότητα στα χέρια.
Ο Ήφαιστος ήταν ο θεός των ηφαιστείων. Γι' αυτό συνδέθηκε και μ' όλες τις ηφαιστειογενείς περιοχές της Μεσογείου. Υπήρχε μάλιστα ένας μύθος που αναφερόταν στη διαμάχη του με τη Δήμητρα για την κατοχή της Σικελίας. Η διαμάχη αυτή λύθηκε με τη μεσολάβηση της Αίτνας, της κόρης του Βριάρεου, από την οποία πήρε το όνομά του το βουνό.
Εξάλλου κάτω από το βουνό αυτό θάφτηκε ο τελευταίος αντίπαλος του Δία, ο φοβερός Τυφώνας, και για να μη δραπετεύσει, ο Ήφαιστος κάθησε πάνω στο βουνό. Άλλοι πάλι διηγούνται ότι ο θεός της φωτιάς για να ακινητοποιήσει τον Τυφώνα κρέμασε στο λαιμό του τον άκμονα (το αμόνι). Ο Ήφαιστος ήταν για τους αρχαίους Έλληνες η προσωποποίηση της φωτιάς, που τόσο βοήθησε το ανθρώπινο γένος στα πρώτα του στάδια, με τη μεσολάβηση βέβαια του Προμηθέα. Σπάνια παρουσιάζεται να χρησιμοποιεί τη φωτιά ως μέσο καταστροφικό. Συνήθως τη χρησιμοποιεί ως μέσο για την επεξεργασία πολύτιμων μετάλλων. Γι' αυτό όλοι οι τεχνίτες και ιδιαίτερα οι σιδηρουργοί τον θεωρούσαν προστάτη τους.
Ο θεϊκός σιδηρουργός ήταν ίσως λίγο παραπεταμένος πάνω στον Όλυμπο μα τιμημένος ανάμεσα στους ανθρώπους. Συμβόλιζε την εκπολιτιστική δύναμη της φωτιάς και προστάτευε τη μεταλλουργία και τους τεχνίτες της. Σύμβολά του ήταν το σφυρί, το αμόνι και η λαβίδα.


ΔΗΜΗΤΡΑ
H Δήμητρα είναι μια από τις μεγαλύτερες και παλαιότερες θεές του αρχαίου ελληνικού πανθέου. Κόρη του Κρόνου και της Ρέας, αδερφή του Δία, του Ποσειδώνα, του Πλούτωνα, της Ήρας και της Εστίας. Θεά της γονιμότητας και της βλάστησης του εδάφους, προστάτιδα της γης και των προϊόντων της, μάνα των δημητριακών (απ' όπου και το όνομά της) και κυρίως των σιτηρών. Η γέννηση της Δήμητρας -όπως και των αδελφών της- ανάγεται στα πρώτα χρόνια της θεογονίας και ακριβέστερα στην εποχή που ο Κρόνος, γιος του Ουρανού, διεκδίκησε και κατέλαβε με τη βία την εξουσία του κόσμου.
Η τύχη της ξανθιάς και όμορφης κόρης της Ρέας, με το που ήρθε στο φως, ήταν σκληρή. Η μικρή Δήμητρα -όπως και τα αδέλφια της- κατέληξε στο στομάχι του άκαρδου πατέρα της κι απελευθερώθηκε μόνο όταν ο μικρότερος αδερφός της Δίας μ' ένα του τέχνασμα κατόρθωσε να τον ξεγελάσει. Η Δήμητρα ως θεά διέφερε σημαντικά από τις άλλες γυναικείες θεότητες. Έξυπνη κι ελκυστική, είχε από την αρχή απαρνηθεί τη θεϊκή κατοικία. Δεν κατοικούσε ποτέ στον Όλυμπο, αλλά στους ειδικά γι' αυτήν αφιερωμένους ναούς, κοντά σ' αυτούς που την πίστευαν και τη λάτρευαν.
Η θεά της γεωργίας, διακριτική έως απόμακρη, σεμνή και αρκετά συνεσταλμένη, είχε από πολύ νωρίς κερδίσει τη συμπάθεια και την εύνοια των υπόλοιπων Ολυμπίων θεών. Οι δυνατότητες, τα προσόντα και η αξία της είχαν απ' όλους αναγνωριστεί, ενώ η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας της απαιτούσαν ιδιαίτερη προσέγγιση-αντιμετώπιση, ξεχωριστή διάθεση κατανόησης και σεβασμό. Η Δήμητρα, στον αισθηματικό τομέα, ήταν μια από τις κατεξοχήν σκληρές και ακατάδεκτες θεές. Αν και δεν ήταν ιδιαίτερα κλεισμένη και αυστηρή στα "πιστεύω" της, ωστόσο στις ερωτικές κρούσεις δεν υπέκυπτε με ευκολία, ακόμη κι όταν οι υποψήφιοι εραστές ήταν πολύ αξιόλογοι. Ποσειδώνας και Δίας ήταν δύο από τους ολιγάριθμους γνωστούς κι επίδοξους πολιορκητές της. Και οι δυο την καταδίωξαν επίμονα και κατόρθωσαν τελικά να την αποπλανήσουν εφαρμόζοντας διάφορα παραπλανητικά τεχνάσματα
Ο Δίας ήταν ο πρώτος από τους δυο αδερφούς που επιχείρησε να την κερδίσει. Αν και ερωτεύτηκε τη Δήμητρα ξαφνικά, δεν την πόθησε και δεν την πολιόρκησε τόσο όσο την Ήρα. Η συνειδητή και σταθερή αντίσταση της αδερφής του τον έκανε να σκεφτεί τεχνάσματα για να την εξαπατήσει. Μεταμορφωμένος σε ταύρο κατόρθωσε να την ξεγελάσει κι από την ένωσή τους προέκυψε η Περσεφόνη, η μονάκριβη και πολυαγαπημένη κόρη της Δήμητρας.
Άλλος μύθος λέει ότι η απόκρουση από πλευράς Δήμητρας τον ανάγκασε να την αρπάξει και να τη βιάσει κι έπειτα σαν δείγμα μεταμέλειας να της πετάξει στον κόρφο της τα γεννητικά όργανα ενός κριαριού που στο μεταξύ είχε ευνουχίσει. Η Δήμητρα δέχτηκε, ύστερα από την πράξη αυτή, τη μεταμέλεια του αδερφού της και μετά από δέκα μήνες έφερε στο φως την Περσεφόνη, "προϊόν" της ένωσής της με τον πατέρα των θεών.
Ο Ποσειδώνας ήταν ο δεύτερος από τους δυο αδερφούς που επιτέθηκε στη Δήμητρα με ερωτικούς σκοπούς. Η θεά προκειμένου να τον αποφύγει μεταμορφώθηκε σε φοράδα και κρύφτηκε στα κοπάδια του γιου του Απόλλωνα Όνκιου. Ο Ποσειδώνας, πανέξυπνος καθώς ήταν, δεν άργησε να αντιληφθεί το τέχνασμά της. Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο μεταμορφώθηκε σε ίππο, την κυνήγησε κι έσμιξε μαζί της. Μια κόρη (που δεν επιτρεπόταν να προφερθεί το όνομά της) κι ένα άλογο με μαύρη χαίτη (ο Αρίωνας) ήταν οι καρποί του ερωτικού τους σμιξίματος.
Η Δήμητρα ύστερα από τη συμπεριφορά του αδερφού της ένιωσε προδομένη κι εξαπατημένη. Μη μπορώντας να πνίξει την οργή της, έγινε θεά εκδικητική μέχρι που ξεπλύθηκε από το μίσος και τη μανία στα νερά του ποταμού Λάδωνα και μετονομάστηκε σε Λουσία. Η Ολύμπια θεά, πέρα από το ερωτικό σμίξιμό της με τους δύο αδερφούς της, δέχτηκε και τον έρωτα ενός νεαρού θνητού, τον οποίο και αγάπησε παράφορα.
Στο γάμο του Κάδμου και της Αρμονίας η Δήμητρα γνώρισε τον όμορφο Ιάσονα και αμέσως τον ερωτεύτηκε. Χωρίς αναστολές και ντροπές εγκατέλειψε μαζί του το γάμο και στις αυλακιές ενός τρεις φορές καλά οργωμένου χωραφιού παραδόθηκε στην αγκαλιά του. Μετά την ερωτική τους ένωση, Δήμητρα και Ιάσονας επέστρεψαν στην κοσμική συγκέντρωση με εμφανή τα σημάδια της πράξης τους. Λάσπες στα μπράτσα και στα πόδια έκαναν όλους ν' αντιληφθούν το περιστατικό και να θυμώσουν πολύ. Ιδιαίτερα ο Δίας, που δεν του άρεσε οι θεές να σμίγουν με θνητούς, αντέδρασε βίαια στην ένωση αυτή• κεραυνοβόλησε τον Ιάσονα, ενώ μετά από λίγο χρονικό διάστημα ερχόταν στο φως ο σπόρος του Ιάσονα από την ένωσή του με τη Δήμητρα, ο μικρός Πλούτος.Ο θάνατος του Ιάσονα δεν ήταν το μοναδικό κακό που γνώρισε η Δήμητρα από τον Δία. Μεγαλύτερη ακόμα συμφορά της ήρθε όταν έχασε τη μονάκριβή της κόρη, την Περσεφόνη, ύστερα από μυστική συνεννόηση μεταξύ Δία και Πλούτωνα.
Η Περσεφόνη ήταν μια κοπέλα γλυκιά, λαμπερή και προπάντων πολύ όμορφη. Τα νιάτα της, η λάμψη και η δροσιά της μάγευαν όλους όσους την αντίκριζαν και πολλοί ήταν εκείνοι που επιθυμούσαν να την κατακτήσουν. Ασυγκίνητος από τα ξεχωριστά εμφανισιακά της προσόντα δεν μπορούσε να μείνει ούτε ο θεός του Κάτω Κόσμου, ο οποίος από την πρώτη στιγμή θέλησε να την κάνει γυναίκα του. Σεβόμενος μάλιστα τους στενούς συγγενικούς δεσμούς που τον έδεναν με τη Δήμητρα, ήρθε πρώτα σε επαφή με τον Δία προκειμένου να τον συμβουλευτεί κι έπειτα αποφάσισε να την απαγάγει. Κάποτε η Περσεφόνη είχε βγει να παίξει μαζί με τις κόρες του Ουρανού σ' ένα λιβάδι γεμάτο λουλούδια.
Καθώς έτρεχε γεμάτη χαρά από εδώ και από εκεί, μαζεύοντας μενεξέδες, κρίνους και υάκινθους, ξαφνικά αντίκρισε ένα πανέμορφο λουλούδι που πραγματικά της τράβηξε την προσοχή• ήταν ένας νάρκισσος, που έφερε εκατό άνθη και που το άρωμά του απλωνόταν σ' όλο το λιβάδι. Η ύπαρξη του εκθαμβωτικού αυτού λουλουδιού δεν ήταν καθόλου τυχαία για εκείνη τη μέρα. Η παρουσία του στο συγκεκριμένο λιβάδι ήταν προϊόν της πονηριάς της θεάς Γαίας που θέλησε να βοηθήσει τον Πλούτωνα να πλανέψει την όμορφη ανιψιά του.
Η μικρή κόρη της Δήμητρας εξυπηρετώντας τους σκοπούς της Γαίας δεν έμεινε καθόλου αδιάφορη απέναντι στο ξεχωριστό αυτό θέαμα• γοητευμένη από την ιδιαίτερη λάμψη του λουλουδιού, θέλησε να το αποκτήσει και για το λόγο αυτόν κίνησε με τα δυο της χέρια να το αγγίξει προκειμένου να το ξεριζώσει. Αμέσως μετά την ενέργειά της αυτή, η γη άνοιξε κι από μέσα της ξεπετάχτηκε ο Πλούτωνας με το χρυσό του άρμα και τα αθάνατά του άλογα. Μάταια η κόρη προσπάθησε ν' αντισταθεί στην απαγωγή. Ο θεός του Κάτω Κόσμου, σκληρός καθώς ήταν, δε συγκινήθηκε μπροστά στα κλάματα και τις παρακλήσεις της. Την άρπαξε με τη βία, την επιβίβασε στο άρμα του και την οδήγησε στο απέραντο σκοτεινό του βασίλειο. Σ' όλη τη διαδρομή η Περσεφόνη έκλαιγε και με σπαρακτική φωνή προσπαθούσε να κάνει αντιληπτή την απαγωγή της, ήταν όμως πολύ δύσκολο. Η ταχύτητα των αλόγων όπως και η τεράστια απόσταση και το χάος που χώριζαν τους δυο κόσμους δε διευκόλυναν στην αποκάλυψη του περιστατικού. Μόνο στη Δήμητρα κατόρθωσε να φτάσει ο απόηχος της φωνής της κόρης της κι αυτός όχι έγκαιρα.
Η Δήμητρα ήταν μια πιστή και αφοσιωμένη στην κόρη της μητέρα. Τρυφερή και γλυκιά, έτρεφε για την Περσεφόνη μια ιδιαίτερη αδυναμία που αντικατοπτριζόταν στη μεταξύ τους σχέση. Όταν ο Πλούτωνας απήγαγε την Περσεφόνη, η Δήμητρα πραγματικά αναστατώθηκε. Η σπαρακτική φωνή της κόρης της που έφτασε στα αυτιά της την έκανε ν' ανησυχήσει, να δραστηριοποιηθεί. Ξέσκισε το κάλυμμα του κεφαλιού της, αφαίρεσε τα στολίδια της, έβαλε ένα μαύρο πέπλο σε ένδειξη πένθους και ξεχύθηκε να την ψάξει. Μέρες ολόκληρες έτρεχε σε στεριές και θάλασσες αναζητώντάς την. Για μια περίπου εβδομάδα κανείς δεν της αποκάλυψε την αλήθεια και κανένας οιωνός δεν της είχε φανερωθεί. Είχε αρχίσει να απογοητεύεται...
Βαστώντας αναμμένα δαδιά, η Δήμητρα συνέχιζε τις περιπλανήσεις της άγρυπνη, άλουστη και θεονήστικη. Αν και φανερά αποκαμωμένη, δεν εγκατέλειπε τις προσπάθειές της, αλλά αντίθετα συνέχιζε τις αναζητήσεις της αποφασισμένη.
Την ένατη μέρα συναντά στο δρόμο της την Εκάτη. Αυτή την πληροφορεί ότι και η ίδια πρόλαβε να ακούσει τις σπαρακτικές φωνές της Περσεφόνης, αλλά ότι δε γνωρίζει το λόγο ή το δράστη. Ερχόμενη σε επαφή με την απελπισμένη μητέρα η Εκάτη ευαισθητοποιείται και προθυμοποιείται να τη βοηθήσει• της προτείνει, μάλιστα, να απευθυνθούν στον Ήλιο μια και ήταν ο μόνος, που σαν κατάσκοπος των θεών και των ανθρώπων, θα μπορούσε να τους αποκαλύψει την αλήθεια.
Ο Ήλιος μπροστά στην επίσκεψη της καταβεβλημένης μάνας δε μένει ασυγκίνητος. Ερχόμενος αντιμέτωπος με την αγωνία της, τη συμπονά κι αποφασίζει να της φανερώσει το δράστη της αρπαγής. Κατονομάζει ως δράστη τον Πλούτωνα και κατηγορεί συνάμα ως υπεύθυνο τον Δία γιατί του έδωσε την άδεια και τη συγκατάθεσή του, να πάρει για γυναίκα του την όμορφη Περσεφόνη. Επιπλέον της αποκαλύπτει ότι η διευκόλυνση που παρείχε ο Δίας στο θεό του Κάτω Κόσμου πήγαζε κυρίως από τη θέση του Πλούτωνα και την υπόστασή του καθώς δεν τον θεωρούσε καθόλου αξιοκαταφρόνητο γαμπρό. Η Δήμητρα ακούγοντας τα λεγόμενα του Ήλιου αγανακτά κι αποφασίζει να μην επιστρέψει στον Όλυμπο για να ζητήσει εξηγήσεις. Τα παρηγορητικά λόγια του λαμπερού θεού την πεισμώνουν περισσότερο κι ανένδοτη ετοιμάζεται να συνεχίσει τις αναζητήσεις.
Κατά τις περιπλανήσεις της κανείς δεν μπορεί να την αναγνωρίσει. Η κούραση και η εξάντληση είχαν αλλοιώσει τη θεϊκή της υπόσταση έτσι ώστε κανείς και τίποτα να μην μπορεί να την αντιληφθεί. Κάποτε και μετά από πολύ δρόμο η πληγωμένη μητέρα φτάνει στην Ελευσίνα, κοντά στο παλάτι του έξυπνου βασιλιά της Κελεού. Η θεά κατάκοπη κάθεται δίπλα στο πηγάδι της Παρθένου, κάτω από μια ελιά, λίγο να ξεκουραστεί. Εκεί έρχεται αντιμέτωπη με τις τέσσερις κόρες του Κελεού (την Καλλιδίκη, την Κλεισιδίκη, τη Δημώ και την Καλλιθόη) που είχαν πάει στο πηγάδι με τις στάμνες τους για να πάρουν νερό. Για να μη γίνει αντιληπτή η Δήμητρα μεταμορφώνεται σε σεβάσμια γερόντισσα και ζητά τη βοήθεια των τεσσάρων κοριτσιών. Οι κοπέλες βλέποντας την άθλια κατάσταση της γριούλας τη λυπούνται και προθυμοποιούνται να τη βοηθήσουν• την καλούν στο παλάτι αλλά της ζητούν προηγουμένως κάποιες πληροφορίες για την καταγωγή της. Η Δήμητρα δεν αρνιέται την πρόταση - παράκληση των κοριτσιών, αλλά αποφασισμένη να μην αποκαλύψει τον πραγματικό της εαυτό, σκαρφίζεται ένα παραμύθι: τους λέει ότι το όνομά της είναι Διδώ κι ότι κατάγεται από την Κρήτη. Τους φανερώνει επίσης ότι κάποτε την άρπαξαν πειρατές για να την πουλήσουν αλλά δεν το κατόρθωσαν• κοντά στο Θορικό τους ξέφυγε και παίρνοντας έναν άγνωστο γι' αυτή δρόμο εξαφανίστηκε• έτσι κάπως περιπλανώμενη έφτασε στα μέρη αυτά χωρίς στον ήλιο μοίρα κι έχοντας απόλυτη ανάγκη από συμπαράσταση και βοήθεια...
Οι τέσσερις κόρες του Κελεού συγκινήθηκαν με την ιστορία της γερόντισσας κι έχοντας ήδη πάρει από την ίδια και επιπλέον πληροφορίες για τα προσόντα της γύρω από τις δουλειές του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών, αποφασίζουν να την πάρουν μαζί τους και να της συμπαρασταθούν. Κατά τη διαδρομή, η ομορφότερη κόρη του Κελεού, η Καλλιδίκη, αναλαμβάνει να κατατοπίσει την ξένη γύρω από την περιοχή. Της παρουσιάζει την πόλη, τα μεγάλα σπίτια της χώρας και τη διαβεβαιώνει για την χωρίς άλλο εύκολη ανεύρεση καταλύματος και δουλειάς σ' ένα από αυτά. Επίσης της δηλώνει ότι οι γονείς της, τώρα στα γεράματά τους, έχουν αποκτήσει ένα αγόρι που σίγουρα χρειάζεται επιπλέον φροντίδα από κάποια γυναίκα ειδική.
Φτάνοντας στο παλάτι τα τέσσερα κορίτσια αφήνουν για λίγο τη θεά και τρέχουν να ενημερώσουν τη μητέρα τους για το συμβάν. Εκείνη ακούγοντας με μεγάλη προσοχή τις ιστορίες γύρω από τον ποιόν της γερόντισσας δέχεται πρόθυμα να τη βοηθήσει και στέλνει τις κόρες της να τη φωνάξουν. Οι κόρες τρέχουν χαρούμενες έξω στη Δήμητρα, την παίρνουν και τη συνοδεύουν στο παλάτι. Η Δήμητρα σκυμμένη, με καλυμμένο το πρόσωπο και μαυροφορεμένη, περνά το κατώφλι κι έρχεται αντιμέτωπη με τη βασίλισσα και το μικρό της γιο που καθόταν απέναντι της σε θρονί. Με την είσοδό της ο χώρος γεμίζει φως ενώ το κεφάλι της ακουμπά στο ταβάνι. Η βασίλισσα αρχικά ταράζεται, τρομάζει, όμως στη συνέχεια το δέος την αναγκάζει να σηκωθεί και να προσφέρει το θρονί της στην άγνωστη εκθαμβωτική ξένη. Η Δήμητρα μη θέλοντας ακόμη να αποκαλυφθεί αλλά ούτε και να παραβεί το εθιμοτυπικό που απαιτεί ευλάβεια και σεβασμό του οποιουδήποτε απέναντι σε μια βασίλισσα, αρνείται την τιμητική θέση που της προσφέρει η βασίλισσα και κάθεται σ' ένα χαμηλό σκαμνί σκεπασμένο από προβιά που της δίνεται από την υπηρέτρια Ιάμβη. Η δύσκολη αποστολή που έχει αναλάβει και η απόγνωση στην οποία βρίσκεται δεν την αφήνουν να εκφραστεί ελεύθερα. Σιωπηλή και ήσυχη, φανερά δυστυχισμένη και απελπισμένη, στέκεται ακίνητη με τα μάτια ριγμένα στο έδαφος.
Η ατμόσφαιρα γίνεται ιδιαίτερα βαριά και η υπηρέτρια Ιάμβη προκειμένου να την ελαφρύνει και να της δώσει έναν πιο χαρούμενο τόνο αρχίζει να κάνει αστεία. Τα χαριτωμένα της πειράγματα κανένα δεν άφησαν αδιάφορο. Ακόμη και η Δήμητρα παρασύρεται από το γενικότερο διασκεδαστικό κλίμα κι αρχίζει να γελά. Η βασίλισσα Μετάνειρα χαίρεται με την έστω πρόσκαιρη αλλαγή της διάθεσης της γερόντισσας. Γεμάτη καλοσύνη και συμπάθεια της προσφέρει μια κούπα κρασί αλλά η Δήμητρα, εξαιτίας του πένθους της, δεν το δέχεται. Αντίθετα λόγω της εξάντλησης και της πολυήμερης αφαγίας της προτιμά να ζητήσει από τη βασίλισσα έναν κυκεώνα, δηλαδή χυλό από κριθάρι, νερό και δυόσμο. Η μητέρα των τεσσάρων πανέμορφων κοριτσιών δεν της το αρνείται κι αμέσως προστάζει κάποιον να της τον παρασκευάσει και να της τον φέρει.
Η Δήμητρα με βουλιμία τρώει το παρασκεύασμα και τελειώνοντάς το ανακοινώνει την πρόθεσή της να αναλάβει την ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του μικρού γιου της βασιλικής οικογένειας, του Δημοφώντα.
Με μεγάλη χαρά και αντιλαμβανόμενη την ιδιαιτερότητα της ξένης, η βασίλισσα Μετάνειρα δέχεται να εμπιστευτεί το μονάκριβο γιο της στα χέρια της. Η Δήμητρα, με τη μορφή της δυστυχισμένης γερόντισσας, παίρνει από την πλευρά της μεγάλες δεσμεύσεις γύρω από το μεγάλωμα και την περιποίηση του παιδιού. Υπόσχεται ενώπιον όλων ότι τίποτε δεν πρόκειται να λείψει από το παιδί, ότι ποτέ και σε τίποτα δε θα υστερήσει, ούτε και ποτέ θα αρρωστήσει. Οι δηλώσεις της ξένης αφήνουν τους πάντες έκπληκτους. Κανείς ως αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να φανταστεί ότι πίσω απ' αυτά τα σοβαροφανή και πολύ δεσμευτικά λόγια κρύβεται μια θεά. Όλοι τους είναι μαγεμένοι απ' αυτό το ιδιαίτερο που εκπέμπει η ξένη, κανείς όμως δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί. Το μεγάλωμα του Δημοφώντα και η ειδική μεταχείριση από μέρους της γερόντισσας θα τους ερμηνεύσει αυτό που ως τώρα θεωρούν καταπληκτικό και ανεξήγητο.
Η Δήμητρα αναλαμβάνει ευθύς αμέσως το μεγάλωμα του παιδιού με τρόπο πραγματικά ιδιαίτερο και ξεχωριστό. Χωρίς να το θηλάζει και χωρίς να το ταΐζει, το αλείφει καθημερινά με αμβροσία, το φυσά με την ανάσα της και τη νύχτα το βάζει πάνω σε μια δυνατή φωτιά για να γίνει ανθεκτικό κι αθάνατο. Η προσφορά από μέρους της ενός τέτοιου δώρου είναι γι' αυτήν η καλύτερη ένδειξη ευγνωμοσύνης και η καλύτερη ανταμοιβή προς το βασιλικό ζεύγος για τα καλά που της δόθηκαν. Η ανατροφή του Δημοφώντα συνεχιζόταν με την ίδια τακτική ώσπου κάποια μέρα, εντελώς ξαφνικά, εμφανίζεται η Μετάνειρα και αντιλαμβάνεται την περίεργη μέθοδο της ξένης. Η βασίλισσα ταράζεται από το θέαμα και διαμαρτύρεται έντονα. Μη γνωρίζοντας τη θεϊκή καταγωγή της άγνωστης γερόντισσας, θυμώνει με τη συμπεριφορά της κι αρχίζει να εκτοξεύει απειλές με πολύ άσχημο τρόπο. Η Δήμητρα μπροστά στις αντιδράσεις της βασίλισσας εξοργίζεται και αποφασίζει να αποκαλύψει την ταυτότητά της. Δε δέχεται κανέναν συμβιβασμό και φανερώνει την από εδώ και στο εξής πορεία της μοίρας του Δημοφώντα. Επιπλέον, απαιτεί την κατασκευή ενός μεγάλου ναού με βωμό προς τιμή της, που θα χτιστεί, σύμφωνα με τις επιθυμίες της, κάτω από τα τείχη της πόλης και πάνω στο λόφο που βρίσκεται κοντά στο Καλλίχορο πηγάδι. Τέλος, ανακοινώνει την παρουσία συγκεκριμένων γιορτών προς τιμή της προκειμένου μελλοντικά να καθιερωθεί και στο χώρο τους η λατρεία της. Αυτές τις δηλώσεις κάνει η Δήμητρα και παίρνοντας την πραγματική της μορφή σηκώνεται και φεύγει. Η βασίλισσα, όπως και το γύρω πλήθος, μένει έκθαμβη και σαστισμένη.
Το μικρό αγόρι καταλαβαίνοντας ίσως την ουσιαστική απώλεια της παραμάνας του απαρηγόρητα κλαίει. Η πραγματοποίηση των επιθυμιών της θεάς γίνεται τώρα πρωταρχική μέριμνα της βασιλικής οικογένειας. Το πρωί της επόμενης μέρας ενημερώνεται ο Κελεός και συγκεντρώνει όλο το λαό για να του ανακοινώσει τις προθέσεις του. Χωρίς καθυστερήσεις προστάζει το χτίσιμο του αφιερωμένου προς τη θεά Δήμητρα ναού και ζητά την όσο το δυνατόν γρηγορότερη ολοκλήρωσή του. Η Δήμητρα απογοητευμένη και απελπισμένη κλείνεται στον πανέτοιμο πια ναό της κι αρνείται να επιστρέψει στον Όλυμπο. Αγανακτισμένη από τις συμφορές που τη βρήκαν κι από τις αντίξοες καταστάσεις που μέχρι τώρα βίωσε και βιώνει στέλνει σ' ολόκληρο τον κόσμο τη μεγαλύτερη δυστυχία που θα μπορούσε ποτέ να του έρθει. Αναγκάζει τους σπόρους να μείνουν κρυμμένοι μέσα στο χώμα και καθιστά τη γη άγονη κι ανίκανη να βλαστήσει.
Ο Δίας βλέποντας την ανθρωπότητα να κινδυνεύει με αφανισμό, αναγκάζεται να ευαισθητοποιηθεί. Στέλνει πρωταρχικά τη χαριτωμένη Ίριδα στην Ελευσίνα για να πείσει τη Δήμητρα να επιστρέψει στον Όλυμπο, αλλά μάταια. Η θεά αποφασισμένη να μην αλλάξει στάση και συμπεριφορά, τη στέλνει πίσω άπραγη κι αυτήν όπως κι όλους τους υπόλοιπους μακάριους θεούς που πήγαν με τα δώρα τους για να την επισκεφτούν και να τη μεταπείσουν. Ο πατέρας των θεών βλέποντας τις προσπάθειές του να αποβαίνουν άκαρπες βρίσκεται σε πραγματικό αδιέξοδο. Μην μπορώντας να σκεφτεί τίποτε άλλο αποτελεσματικότερο αποφασίζει ο ίδιος να μεσολαβήσει• στέλνει τον Ερμή στον Πλούτωνα και καταφέρνει να τον πείσει ν' αφήσει την Περσεφόνη ελεύθερη να επιστρέψει στη μητέρα της. Ο Πλούτωνας υπακούει στα λόγια του μικρότερου αδερφού του και δέχεται να απελευθερώσει την όμορφη γυναίκα του, δεν αποκαλύπτει όμως τις ειλικρινείς του προθέσεις. Αποχαιρετώντας την Περσεφόνη ο αδίστακτος θεός του Κάτω Κόσμου της προσφέρει να φάει το γλυκό σπόρο κάποιου ροδιού έτσι ώστε να μη θελήσει ποτέ να επιστρέψει μόνιμα στη μητέρα της. Μετά τα αποχαιρετιστήρια, ο Ερμής παίρνει την όμορφη κόρη, ζεύει το άρμα του και την πηγαίνει στη μητέρα της στην Ελευσίνα. Η Δήμητρα αντικρίζοντας τη χαμένη της κόρη πέφτει στην αγκαλιά της πλημμυρισμένη από χαρά. Δεν μπορεί να πιστέψει τον ερχομό της κόρης της, όπως και δεν μπορεί να φανταστεί κάποια τίμια συναλλαγή μεταξύ των δύο αδερφών της. Γνωρίζοντας την εμμονή του Πλούτωνα κι έχοντας συναίσθηση του εγωισμού και του πείσματος που τον διακρίνει, ρωτά την κόρη της αν ο αδερφός της φεύγοντας της έδωσε τίποτα να φάει. Η Περσεφόνη, αθώα καθώς ήταν, περιγράφει στη μητέρα της με λεπτομέρειες το περιστατικό με το ρόδι.
Η Δήμητρα στενοχωρημένη καταλαβαίνει τη σημασία του γεγονότος και δηλώνει στην κόρη της ότι τώρα πια θα είναι υποχρεωμένη να μένει το ένα τρίτο του χρόνου κοντά στον άντρα της και τα υπόλοιπα δύο τρίτα κοντά της. Το αποτέλεσμα χωρίς να είναι το αναμενόμενο για μάνα και κόρη δεν τις αφήνει δυσαρεστημένες. Χαρούμενες που βρίσκουν μετά από τόση περιπέτεια και δυστυχία η μια την άλλη, δέχονται στο μεταξύ την επίσκεψη της Ρέας ύστερα από αίτημα του Δία. Η μητέρα των θεών ευχαριστημένη και ικανοποιημένη από το τελικό αντάμωμα, προτείνει ως μεσολαβητής του γιου της την επιστροφή και των δύο (Δήμητρας και Περσεφόνης) στον Όλυμπο. Κανείς τελικά δεν αρνιέται το συμβιβασμό. Η Δήμητρα δέχεται την πρόσκληση και εισακούει την παράκληση του Δία να θέσει τέρμα στις συμφορές που βρήκαν τη γη. Με την επιστροφή τους τα πάντα γίνονται όπως πριν και η φύση στο σύνολό της ανθίζει και καρποφορεί. Η Δήμητρα ευτυχισμένη πια δε στέκεται μόνο στο επίπεδο της φύσης και της ευφορίας της, αλλά επιπλέον αναλαμβάνει να διδάξει στους βασιλιάδες τις ιερές τελετές και να τους μυήσει στις μυστηριακές λατρείες.
Σύμφωνα με το μύθο, τον καιρό που η Δήμητρα έψαχνε την κόρη της Περσεφόνη ήρθε σε επαφή με ορισμένα άτομα.
Πρώτος ήταν ο Φύταλος, ο οποίος στην περιοχή του Κηφισού είχε δεχτεί να τη φιλοξενήσει όταν αυτή καταπονημένη από τις περιπέτειες έψαχνε κατάλυμα για να ξαποστάσει. Δεύτερος ήταν ο Ασκάλαβος, ο γιος μιας χωριάτισσας, της Μίσμης, που βλέποντας τη Δήμητρα να τρώει με λαιμαργία αυτό (αλεύρι με νερό) που η μητέρα του της πρόσφερε, σ' ένα διάλειμμα της κοπιαστικής της πεζοπορίας, άρχισε να γελά με ειρωνεία. Η θεά παρεξηγήθηκε με την αντίδραση του μικρού αγοριού και το μεταμόρφωσε σε σαύρα.
Τελευταίος ήταν ο Τάνταλος, ο οποίος χωρίς να έχει σχέση με τις ταλαιπωρίες που υπέστη η Δήμητρα, συνδέεται μ' αυτήν μ' ένα περιστατικό της συγκεκριμένης περιόδου. Όταν, λοιπόν, ο Τάνταλος πρόσφερε στους θεούς το κρέας του γιου του για να τους δοκιμάσει, όλοι το κατάλαβαν και το αρνήθηκαν, εκτός της Δήμητρας, που αφηρημένη καθώς ήταν για το χαμό της κόρης της έφαγε ένα κομμάτι.Πολλοί ήταν εκείνοι που απευθύνονταν στη θεά Δήμητρα για να τους βοηθήσει. Η καλοσύνη της και η ευσπλαχνία της ήταν στοιχεία που βεβαίωναν την καλοπροαίρετη επιτυχία ενός οποιουδήποτε αιτήματος - εγχειρήματος.
Ο Ηρακλής προτού κατέβει στον Άδη, για να φέρει τον Κέρβερο, ζήτησε τη βοήθεια της Δήμητρας για να τον εξαγνίσει από το φόνο των Κενταύρων. Η θεά έκανε τον καθαρμό του Ηρακλή, αφού ίδρυσε τα μικρά ελευσίνια μυστήρια προκειμένου αργότερα να μπορέσει να μυηθεί σ' αυτά. Η Μήδεια, εξάλλου, φτάνοντας στην Κόρινθο είχε σώσει τους πολίτες από το λοιμό καθιερώνοντας θυσίες στη Δήμητρα κι εξευμενίζοντας κατ' εξακολούθηση τη θεά. Η Δήμητρα ως θεά απαιτούσε κι αυτή το σεβασμό των πιστών της.
Η εκδικητική της μανία έφτανε ανελέητη σ' αυτόν που δεν την τιμούσε και δεν τη λάτρευε όπως της άξιζε. Αν και δεν υπάρχουν πολλά παραδείγματα παρόμοιας συμπεριφοράς της, ένα είναι κυρίως γνωστό και αρκετά χαρακτηριστικό.
Κάποτε ζούσε στη Θεσσαλία ο Ερυσίχθονας, ο γιος του Τριόπου, άνδρας ιδιαίτερα άξεστος και ασεβής. Στον κάμπο του Δωτίου, όπου βασίλευε, οι Πελασγοί, από τα παλιά χρόνια, είχαν αφιερώσει στη Δήμητρα ένα πυκνό δάσος από πεύκα, αχλαδιές, μηλιές κ.λ.π. Κάποια στιγμή ο νεαρός βασιλιάς θέλησε να μεγαλώσει το παλάτι του χτίζοντας μια αίθουσα για τα συμπόσιά του. Την απαραίτητη για το σκοπό αυτόν ξυλεία σκέφτηκε να την προμηθευτεί από το άλσος που ήταν αφιερωμένο στη θεά. Συγκέντρωσε λοιπόν 20 δαυλούς και ξεκίνησε για το άλσος. Φτάνοντας εκεί διάλεξε μια λεύκα και διέταξε κάποιον δούλο να την κάψει. Η Δήμητρα παίρνοντας τη μορφή μιας ηλικιωμένης γυναίκας προσπάθησε να τον αποτρέψει θυμίζοντάς του την αγιότητα των δέντρων. Ο Ερυσίχθονας δεν την άκουσε• έκοψε το δέντρο και αποκεφάλισε, μάλιστα, κι έναν από τους δούλους του που αρνήθηκε να υπακούσει στη διαταγή του. Η Δήμητρα ύστερα από την πράξη του αυτή δεν τον άφησε ατιμώρητο• τον καταδίκασε σε μια πείνα που με τίποτα δεν μπορούσε να χορτάσει.
Για μια άπρεπη πράξη του η Δήμητρα τιμώρησε και τον Ασκάλαφο, το γιο του Αχέροντα ποταμού του Κάτω Κόσμου και της Γοργύρας. Όταν αυτός είδε και διέδωσε ότι η Περσεφόνη έφαγε το ρόδι από τον Πλούτωνα, η Δήμητρα οργίστηκε• του έριξε μια τεράστια πέτρα από πάνω του, η οποία τον πλάκωνε μέχρι που τον απελευθέρωσε ο Ηρακλής. Η θεά ακόμα κι ύστερα από την ενέργεια αυτή του Ηρακλή, μην μπορώντας να συγχωρήσει ποτέ την πράξη του, τον μεταμόρφωσε σε κουκουβάγια.
Η Δήμητρα τέλος βρισκόταν σε απόλυτη σύμπνοια με τις υπόλοιπες γυναικείες θεότητες. Πάντα τις υπολόγιζε και τις σεβόταν και ποτέ δεν έκανε πράγματα αντίθετα προς τη θέλησή τους. Στην περίπτωση της Ψυχής, προκειμένου να μην έρθει σε σύγκρουση με την Αφροδίτη, αρνήθηκε (όπως και η Ήρα) να της προσφέρει τη βοήθειά της στην προσπάθεια ανεύρεσης του γιου της Αφροδίτης, Έρωτα.Τέλος η Δήμητρα ήταν μια θεότητα αγροτική που λατρευόταν κυρίως από τους Έλληνες χωρικούς. Σύμφωνα μ' αυτά που πίστευαν, με τη βοήθεια και συμπαράστασή της γινόταν το όργωμα, η σπορά, ο θερισμός, το αλώνισμα και γενικά όλες οι αγροτικές γεωργικές εργασίες.



ΕΡΜΗΣ

OΕρμής είναι ένας από τους πιο περίεργους, πιο προικισμένους, αλλά και πιο λαοφιλείς Ολύμπιους θεούς. Γιος του Δία και της Μαίας, οδηγός και συνοδηγός ζωντανών και νεκρών, κήρυκας και αγγελιοφόρος των θεών, προστάτης των νέων, των βοσκών, των αθλητών και των κλεπτών. Η γέννηση του ικανού και επινοητικότατου θεού τοποθετείται στην Αρκαδία και πιο συγκεκριμένα στο βουνό Κυλλήνη. Εκεί, μέσα σε μια σπηλιά, κατοικούσε απομονωμένη μια από τις επτά κόρες του Άτλαντα και της Πληιόνης, η ντροπαλή Πλειάδα Μαία. Σ' αυτή τη σπηλιά την εντόπισε ο ερωτιάρης Δίας και ενώθηκε μαζί της. Εκεί δέκα μήνες μετά έφερε η αθάνατη νύμφη στον κόσμο τον καρπό του έρωτά της με τον Δία, το μικρό και θαυματουργό Ερμή.
Από την πρώτη κιόλας μέρα της γέννησής του ο Ερμής άρχισε να μεγαλουργεί. Εκμεταλλευόμενος την απουσία της μητέρας του πηδά από την κούνια του και βγαίνει από τη σπηλιά για να παίξει. Στην έξοδό του σκοντάφτει σε μια χελώνα. Εντυπωσιασμένος από το μικρό ζωάκι, το παίρνει, το αναποδογυρίζει, του αδειάζει το κέλυφος και μ' ένα τεντωμένο δέρμα βοδιού του καλύπτει το επάνω κι ανοιχτό μέρος του οστράκου.
Πάνω σε δύο καλά προσαρμοσμένα στο όστρακο καλάμια στερεώνει επτά (από προβατίσια έντερα) χορδές και κατασκευάζει ένα θαυμάσιο μουσικό όργανο. Ο μικρός Ερμής δε μένει άπραγος απέναντι στην εκπληκτική του αυτή επινόηση. Παίρνει ένα ξυλάκι κι αυτοσχεδιάζοντας αρχίζει να τραγουδά τους έρωτες του πατέρα του και της μητέρας του. Η καινούρια του όμως αυτή ενασχόληση γρήγορα σταματά να τον γεμίζει. Κουρασμένος και με έντονο το αίσθημα της πείνας ο Ερμής προσπαθεί να σκαρφιστεί τρόπους που θα του γεμίσουν το άδειο του στομάχι. Αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αρκαδία και να ανηφορίσει προς το βορρά. Έχοντας καλύψει μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μια τεράστια απόσταση, ο μικρός θεός φτάνει με το ηλιοβασίλεμα κοντά στην Πιερία.
Εκεί έβοσκε το κοπάδι του Απόλλωνα, το οποίο ο Ερμής θέλησε να το κλέψει. Έχοντας γρήγορα ξεχωρίσει 50 δαμάλια, βάζει ο παμπόνηρος και πανούργος θεός το σχέδιό του σε εφαρμογή: προκειμένου να μην αποκαλυφθούν τα αχνάρια των ζώων, τα μπερδεύει με επιτηδειότητα και μεταφέρει το καινούριο του κοπάδι με ασφάλεια στην Πελοπόννησο. Τόσο το τέχνασμα με τα αναποδογυρισμένα ίχνη, όσο και το σκοτάδι της νύχτας ευνόησαν το σχέδιο του Ερμή.
Κατηφορίζοντας προς τα νότια, κοντά στη Βοιωτία, έτυχε ο μικρός θεός να γίνει αντιληπτός από ένα γέροντα την ώρα που καλλιεργούσε το αμπέλι του. Η συνάντησή του αυτή με τον ηλικιωμένο γεωργό κάθε άλλο παρά τον πτόησε. Με αυστηρότητα και στόμφο μεγάλου άντρα απαίτησε τη σιωπή του και συνέχισε ανέμελα το ταξίδι του προς τα κάτω.
Με το ξημέρωμα έφτασε στην Πύλο. Αφού διάλεξε δυο δαμάλια για να ικανοποιήσει την πείνα του, έκρυψε το υπόλοιπο κοπάδι σ' ένα στάβλο και έσφαξε τα δαμάλια που είχε ξεχωρίσει. Κόβοντας το κρέας τους σε δώδεκα κομμάτια (ένα για κάθε Ολύμπιο θεό) κι ανάβοντας με κάποιο τέχνασμα μια φωτιά (τρίβοντας συγκεκριμένα ένα κλαδί δάφνης) ετοιμάστηκε για θυσία. Γρήγορα ο ευφυής θεός ολοκλήρωσε αυτά που είχε προετοιμάσει και σχεδιάσει. Κουρασμένος από την ένταση της ημέρας, γύρισε στη σπηλιά, πέρασε σαν τον άνεμο μέσα από την κλειδαρότρυπα κι επέστρεψε στην κούνια του. Την επόμενη κιόλας μέρα ο Απόλλωνας ανακάλυψε την απώλεια και κατάλαβε την κλεψιά. Ως θεός της μαντικής μάντεψε τον κλέφτη κι αποφάσισε να τον βρει και να τον εκδικηθεί. Κατηφορίζει προς τα νότια και για καλή του τύχη συναντά στο δρόμο το γέρο που την προηγούμενη μέρα είχε απαντηθεί με τον Ερμή. Η επιβεβαίωση των υποψιών του είναι πλέον γεγονός. Εξοργισμένος φτάνει στην Κυλλήνη και αρχίζει να κατηγορεί στη μητέρα του το μικρό του αδερφό.
Ο Ερμής μπροστά στον καταιγισμό των προσβολών από τον αδερφό του δε μένει σιωπηλός. Παίρνει αρνητική θέση στις κατηγορίες και διαμαρτύρεται έντονα• προτείνει μάλιστα να ανεβούν κι οι δυο τους στον Όλυμπο και να τους λύσει τη διαφορά ο πατέρας τους ο Δίας. Στον Όλυμπο ο Δίας μένει έκπληκτος απέναντι στην πονηριά και την αναίδεια του μικρού του γιου. Θαυμάζει την ευστροφία του και διασκεδάζει με τα καμώματά του. Ακούγοντας τα παράπονα και των δυο του παιδιών, τα συμβουλεύει και κατορθώνει να τα συμφιλιώσει.
Ο ζαβολιάρης, αρχικά, Ερμής πείθεται στα λόγια του πατέρα του κι αποφασίζει να επιστρέψει τα δαμάλια στον Απόλλωνα. Επιπλέον, για να τον γαληνέψει, του παίζει με τη λύρα του αυτοσχέδια μουσική.
Ο Απόλλωνας ενθουσιάζεται με την εφεύρεση του αδερφού του και μαγεμένος του τη ζητά ως δώρο. Ο Ερμής δεν του την αρνείται. Χαρίζει στον αδερφό του τη λύρα αλλά του ζητά σαν αντάλλαγμα το κοπάδι με τα δαμάλια που του είχε ήδη κλέψει.
Ο Απόλλωνας δέχεται ευχαρίστως την πρόταση του Ερμή και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης του χαρίζει το κοπάδι, έπειτα το ραβδί του πλούτου και της ευτυχίας και τέλος το προνόμιο της "δια ψήφων" μαντείας (που μέχρι τότε το κατείχαν οι Θρίες, τρεις φτερωτές παρθένες). Η διαμάχη των δυο αδερφών καταλήγει αίσια με τη δέσμευσή τους για αιώνια υποστήριξη, αγάπη και φιλία.
Ο δόλιος και εύστροφος Ερμής γρήγορα κερδίζει την εύνοια και των υπόλοιπων θεών. Πρώτος απ' όλους ο Δίας τον ορίζει κήρυκα και διαπραγματευτή του. Εμπιστευόμενος την εξυπνάδα του και την πονηριά του, προσφέροντάς του συνάμα το κηρύκειο, τον πέτασσο και τα φτερωτά σανδάλια του αναθέτει εμπιστευτικές και καίριας σημασίας αποστολές.
Ο Ερμής, πετώντας πάνω από στεριές και θάλασσες από τη μια μεταφέρει τις βουλήσεις του κι από την άλλη του αναγγέλλει ειδήσεις και περιστατικά. Σαν ακούραστος δρομέας και σαν γρήγορος αγγελιοφόρος προθυμοποιείται πάντα να προσφέρει τις υπηρεσίες του μεταφέροντας κυρίως επιθυμίες θεών.
Ο Άδης, όπως και ο Δίας, σύντομα αντιλαμβάνεται τις ικανότητές του. Τον προσλαμβάνει στο βασίλειό του και του αναθέτει το κάλεσμα και τη μεταφορά των νεκρών στη νέα τους κατοικία. Ο Ερμής με τις δικαιοδοσίες που του προσφέρει ο Άδης γίνεται ο μοναδικός θεός που διασχίζει και δρα σε τρεις κόσμους: σ' αυτόν του ουρανού, σ' αυτόν της γης και σ' αυτόν του Κάτω Κόσμου. Στα περισσότερα μυθολογικά θέματα και περιστατικά, ο Ερμής παίρνει μέρος με τις τρεις πιο βασικές του ιδιότητες: 1) του αγγελιοφόρου, 2) του ψυχοπομπού και 3) του συνοδού και προστάτη. Πολλοί είναι οι μύθοι που πιστοποιούν την ικανότητα, την επιτηδειότητα και την τεράστια δύναμη και προσφορά του.
Κατά τη Γιγαντομαχία φορώντας τη σκούφια που τον έκανε αόρατο σκοτώνει τον Ιππόλυτο. Την ίδια περίοδο βοηθά τον πατέρα του Δία στη σύγκρουσή του με τον Τυφωέα. Αφού κατορθώνει να τον εξοντώσει, του αποσπά τα κλεμμένα νεύρα του πατέρα του και τα επανατοποθετεί στις σωστές τους, στα πόδια και στα χέρια, θέσεις.
Την πανέμορφη Ιώ, που η Ήρα την είχε μεταμορφώσει σε δαμάλα, ο Ερμής -και μετά από εντολή του πατέρα του- κατορθώνει να την κλέψει, αφού πρώτα έχει πετύχει να κοιμίσει με το παραπλανητικό παίξιμο του αυλού του το φύλακά της Άργο, στη συνέχεια έχει καταφέρει να τον τυφλώσει και τέλος να του κόψει το κεφάλι.
Τον Άρη, που για ένα περίπου χρόνο βρισκόταν φυλακισμένος από τους δίδυμους γίγαντες Αλωάδες μέσα σ' ένα χάλκινο καζάνι, ο επινοητικότατος θεός κατόρθωσε να τον απελευθερώσει και να τον επαναφέρει στον Όλυμπο. Όταν ο Δίας έκαψε τη Σεμέλη, στον Ερμή ανατέθηκε η μεταφορά του μικρού Διόνυσου από την Εύβοια στις Νύμφες του βουνού Νύσα. .
Ο Απόλλωνας στα χέρια του Ερμή εμπιστεύτηκε το μικρό Ασκληπιό, παιδί της άπιστης ερωμένης του Κορωνίδας. Ο εγκαταλειμμένος στο βράχο της Ακρόπολης (από τη μητέρα του Κρέουσα) Ίωνας, από τον Ερμή μεταφέρθηκε στο μαντείο των Δελφών για να βρίσκεται κοντά στον πατέρα του Απόλλωνα
Η μεταφορά επίσης του Φρίξου και της Έλλης πάνω στο Αιγαίο γίνεται πάλι χάρη στον Ερμή και στο χρυσό κριάρι που αυτός είχε χαρίσει στη Νεφέλη. Ο Οδυσσέας, την περίοδο που βρίσκεται στο νησί της Κίρκης, δέχεται κι αυτός τη βοήθεια του Ερμή. Ο νεαρός θεός, μεταμορφωμένος, του αποκαλύπτει τα σχέδια της μάγισσας και του χαρίζει το αντίδοτο στις μαγείες της.
Για άλλη μια φορά, στο νησί της Καλυψώς τώρα, ο Ερμής επιχειρεί να σώσει πάλι τον Οδυσσέα. Με παρακίνηση του Δία επεμβαίνει και γνωστοποιεί στην Καλυψώ τη σχετική με την τύχη του Οδυσσέα απόφαση των θεών.
Ο Περσέας, όπως κι όλοι οι υπόλοιποι ήρωες, δέχεται επίσης τη συμπαράσταση του Ερμή. Δεσμευμένος να αποκτήσει το κεφάλι της Γοργώς και απελπισμένος από τον τεράστιο άθλο που έχει να αναλάβει, απευθύνεται στον Ερμή. Ο θεός χαρίζοντάς του ένα διαμαντένιο δρεπάνι τον βοηθά να εξοντώσει τη Μέδουσα και να της κόψει το κεφάλι. Στα περιστατικά που προηγούνται, συμβαδίζουν και ακολουθούν τον τον Τρωικό πόλεμο ο Ερμής παίζει επίσης έναν πολύ σημαντικό ρόλο. Αρχικά, ο Ερμής ήταν αυτός που οδήγησε τις τρεις θεές στο όρος Ίδη, για να επιλέξει ο Πάρης την ομορφότερη.
Στη συνέχεια, ο Ερμής ήταν πάλι αυτός που έκλεψε την πραγματική Ελένη και την έκρυψε στην Αίγυπτο. Ο Ερμής επίσης ήταν εκείνος που στάλθηκε από τους θεούς στον Πάρη και τον ενημέρωσε για τις αποφάσεις τους. Κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου ο ίδιος προτάθηκε από τους θεούς να κλέψει το κακοποιημένο από τον Αχιλλέα σώμα του Έκτορα. Λίγο αργότερα αυτός πάλι, μεταμορφωμένος σε θνητό, συνόδευσε το γέρο Πρίαμο ως τη σκηνή του Αχιλλέα για να του ζητήσει το νεκρό σώμα του γιου του Έκτορα.
Τέλος, με τη λήξη του Τρωικού πολέμου ο Ερμής πάλι κατέβηκε στις Μυκήνες, για να προειδοποιήσει τον Αίγισθο γι' αυτά που έμελλε να πάθει εάν αποφάσιζε το γάμο του με την Κλυταιμνήστρα. Η δράση του Ερμή στον Κάτω Κόσμο και με την ιδιότητα του μεσάζοντα και σωτήρα δεν είναι υποδεέστερη αυτής του αγγελιοφόρου.
Τη νεκρή Αλκμήνη, τη μητέρα του Ηρακλή, ο Ερμής την έκλεψε και την οδήγησε στο νησί των Μακάρων. Τον Ηρακλή, που ήθελε να ανεβάσει τον Κέρβερο στη γη, ο Ερμής πάλι τον βοήθησε. Την Περσεφόνη, την κόρη της Δήμητρας, που ο θεός του Κάτω Κόσμου την είχε αρπάξει, ο Ερμής πάλι την ξανάφερε στον Επάνω Κόσμο, αφού πρώτα έπεισε τον Άδη να την αφήσει. Τις ψυχές των μνηστήρων της Πηνελόπης που κείτονταν στο παλάτι του Οδυσσέα, ο Ερμής τις κάλεσε με το ραβδί του έξω και τις οδήγησε στον Κάτω Κόσμο. Οι μύθοι γύρω από τη ζωή και τη δράση του Ερμή όπως και τα περιστατικά στα οποία συμμετείχε, συγκλίνουν ως προς τη σκιαγράφηση ενός ενιαίου χαρακτήρα. Το εύρος και ο πλούτος των στοιχείων που η προσωπικότητά του παρουσιάζει, πολλές φορές, τον προσγειώνει και τον υποβιβάζει• τον κάνει με άλλα λόγια να ενσαρκώνει αρετές και ελαττώματα άντρα θνητού.
Πονηρός και έξυπνος, εύστροφος και πανούργος, επινοητικός και δόλιος, ονειροπαρμένος, κλέφτης και κόλακας, ενεργητικός και αεικίνητος, είναι μερικά από τα βασικότερα χαρακτηριστικά του. Πέρα από τις υπεύθυνες και σοβαρές υπηρεσίες και αποστολές που πρόσφερε ο νόθος γιος του Δία ήταν και αδιόρθωτος φαρσέρ.
Κάποτε για να διασκεδάσει είχε αρπάξει τα ρούχα της μητέρας του και κάποιων άλλων Νυμφών την ώρα που έκαναν το λουτρό τους. Επίσης πολύ παλιά είχε κατορθώσει να ξεγελάσει την Ήρα κάνοντάς την να θηλάσει τον άλλο νόθο γιο του Δία, τον Ηρακλή.
Στον Ερμή οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αποδώσει πάρα πολλές επινοήσεις. Σ' αυτόν είχαν αποδώσει την ανακάλυψη της φωτιάς, την κατασκευή της πρώτης λύρας, του αυλού και του σουραυλιού.

Για τους Έλληνες της αρχαίας Ελλάδας ο Ερμής ήταν ο θεός του λόγου, της ευγλωττίας, ο εφευρέτης των γραμμάτων και των αριθμών. Αυτός εξάλλου ήταν εκείνος που είχε δώσει στην πρώτη γυναίκα, την Πανδώρα, ανθρώπινη φωνή και την είχε κάνει να μιλά με λόγια ψεύτικα, δόλια και κακά. Ως γιος μιας από τις Πλειάδες ο Ερμής, συνδεόταν επίσης με την αστρονομία, ενώ θεωρούνταν ο εμπνευστής των μέτρων και των σταθμών και κατ' αναλογία προστάτης του εμπορίου. Ως ιδεώδης δρομέας ο Ερμής, μαζί με τον Έρωτα και τον Ηρακλή, χαρακτηρίζονταν ως θεοί της αθλούμενης νεολαίας, των γυμνασίων και των παλαιστρών.
Από το περιστατικό αρχικά της κλοπής και στη συνέχεια της εκτροφής και περιποίησης των 50 δαμαλιών του Απόλλωνα, ο γιος του Δία συνδέθηκε με τη δολιότητα, την καπηλεία και την κτηνοτροφία και θεωρήθηκε προστάτης των κλεφτών και των βοσκών.
Ο Ερμής ήταν θεός ερωτιάρης και αρκετά ζωηρός. Πολλές γυναίκες τόσο θεές όσο και θνητές ικανοποίησαν τις ερωτικές του επιθυμίες και του χάρισαν πολλά παιδιά. Από την ένωσή του με τη νύμφη Δριόπη γεννήθηκε ο τραγοπόδαρος γιος του Πάνας, ενώ από κάποια άλλη νύμφη απέκτησε τον Δάφνη.
Επίσης είχε γιο τον Αυτόλυκο από την ένωσή του με τη Χιόνη (ή τη Φιλωνίδα) και τον Μυρτίλο από την Κλυμένη (ή τη Φαέθουσα).
Από την Ακαλλία (κόρη του Μίνωα) απόκτησε τον Κύδωνα και από την Αλκιδάμεια τον Βούνο. Ακόμη είχε γιους: τον Αρπάλυκο (στον οποίο είχε μάλιστα διδάξει την τέχνη του κλεψίματος) και τον Άβδηρο. Με την Άγλαυρο (κόρη του Κέκροπα) είχε αποκτήσει τον Κήρυκα, ενώ επίσης είχε ενωθεί και με την Απημοσύνη. Τέλος, ήταν πάντα ερωτευμένος με την Αφροδίτη (το 'χε μάλιστα εκμυστηρευτεί στον Ήφαιστο όταν την είχε πιάσει στο κρεβάτι με τον Άρη) αλλά ποτέ δεν την απέκτησε.


ΑΛΛΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ

ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ
Οι Μοίρες παριστάνονταν, συνήθως, ως τρεις γυναικείες μορφές που κλώθουν. Η κλωστή που κρατούν στα χέρια τους, είναι η ανθρώπινη ζωή• συμβολίζεται έτσι το πόσο μηδαμινή κι ασήμαντη αποδεικνύεται τελικά, αφού κόβεται με το παραμικρό, όπως μια κλωστή. Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, γνέθει το νήμα της ζωής, η δεύτερη, η Λάχεση, μοιράζει τους κλήρους, καθορίζει τι θα "λάχει" στον καθένα. Η τρίτη Μοίρα, τέλος, η Άτροπος, κόβει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, όταν έρθει η ώρα, την κλωστή της ζωής των ανθρώπων. Οι Μοίρες είναι επομένως οι δυνάμεις που ευθύνονται για τα καλά και τα κακά της ζωής του κάθε θνητού, από τη γέννηση μέχρι το θάνατό του. Σε κάποιες περιπτώσεις οι άνθρωποι πίστευαν πως δεν ήταν τρεις, αλλά μία ή δύο, όπως, για παράδειγμα, συνέβαινε στο μαντείο των Δελφών, όπου λάτρευαν μόνο τη Μοίρα της Γέννησης και τη Μοίρα του Θανάτου.
Η λέξη "μοίρα" βγαίνει από το ρήμα "μοιράζω", είναι δηλαδή το "μερίδιο" και το "μερτικό", το κομμάτι που παίρνει ο καθένας από τη μοιρασιά ενός όλου. Έτσι, μοίρα σημαίνει πάνω απ' όλα το μερίδιο που διεκδικεί ο καθένας στη ζωή και την ευτυχία. Ας φανταστούμε τη μοιρασιά του κρέατος ενός ζώου. Τυχαίνει, καθώς το τεμαχίζουν, άλλος να πάρει μικρό ή μεγάλο "κομμάτι", με πολύ ή με λίγο λίπος• έτσι γίνεται και στη ζωή. Άλλοι ζουν πολλά χρόνια, άλλοι λιγότερα, άλλοι είναι ευτυχισμένοι κι άλλοι όχι.
Πίστευαν πως το νήμα της ζωής το έγνεθαν οι Μοίρες δυο φορές κατά τη διάρκειά της: μία κατά τη γέννηση και μία κατά το γάμο, γιατί ήταν δύο γεγονότα σημαντικά για την παραπέρα πορεία της. Ο Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου, λόγου χάρη, αποτελούσε στην αρχαιότητα ένα ιδανικό ζωής, χάρη στην εύνοια της Μοίρας: έζησε πολύ και από το γάμο του απέκτησε πολλούς γιους. Η περίπτωση του Αχιλλέα αποτελεί, παράλληλα, χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντίληψης ότι τα πολλά χρόνια ζωής δε σημαίνουν απαραίτητα πως αυτά είναι γεμάτα χαρά κι ευτυχία: Ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα μιλά για τη μοίρα του, που ξέρει πως είναι διπλή από τη μητέρα του τη Θέτιδα: μπορεί να έχει μια μακρόχρονη, αλλά ασήμαντη ζωή, αν γυρίσει στην πατρίδα του, ή να επιλέξει να μείνει και να πολεμήσει στην Τροία, να διακριθεί για τα πολεμικά του κατορθώματα, αλλά και να πεθάνει νέος. Το όνομά του θα συνδεθεί με τη δόξα κι όλοι θα τον θυμούνται σαν φοβερό ήρωα στο παρόν και στο μέλλον, όπως και έγινε τελικά.
Ενδεικτικός για το ρόλο που έπαιζαν οι Μοίρες στη γέννηση του ανθρώπου είναι ο μύθος του Μελέαγρου. Όταν μια γυναίκα θέλησε να μάθει την τύχη του νεογέννητου γιου της, παραφύλαξε τις Μοίρες, τη νύχτα που θα έρχονταν να αποφασίσουν για τη ζωή του μωρού• άκουσε λοιπόν από την Κλωθώ πως θα γίνει όμορφο και από τη Λάχεση πως θα γίνει δυνατό. Η Άτροπος όμως, φώναξε πως πρόκειται το παιδί να πεθάνει σε λίγο κι έδειξε ένα πυρωμένο ξύλο που καιγόταν στο τζάκι.
Έπειτα, είπε πως αυτό θα συμβεί μόλις το δαυλί αποκαεί. Αφού έφυγαν οι Μοίρες από την κάμαρα, η μητέρα άρπαξε το μισοκαρβουνιασμένο ξύλο, το έσβησε και το έχωσε βαθιά μέσα σε μια κασέλα. Κράτησε για χρόνια κρυφό το μυστικό της ζωής του γιου της κι εκείνος μεγάλωνε κι ομόρφαινε. Όταν κάποτε πήγε για κυνήγι μαζί με τον αδερφό της μητέρας του, μάλωσε μαζί του για τη μοιρασιά και, πάνω στο θυμό του, τον σκότωσε. ΄Οταν εκείνη το έμαθε, έτρεξε αμέσως στην κασέλα, έβγαλε το δαυλί και το έριξε στη φωτιά. Μόλις κάηκε εντελώς, ο γιος της άφησε την τελευταία του πνοή.
Στον Τρωικό πόλεμο ο γιος του Δία, ο Σαρπηδόνας, μάχεται γενναία εναντίον του Πάτροκλου, ο οποίος όμως τον έχει σχεδόν νικήσει. Ο Δίας παρακολουθεί τη μονομαχία και πονάει για το γιο του• σκέφτεται λοιπόν ν' αντιταχτεί στη μοίρα και ν' αποφευχθεί ο θάνατος του Σαρπηδόνα, που πολύ τον αγαπούσε. Εμπιστεύεται στην Ήρα τη σκέψη του ν' αλλάξει τα γραμμένα, εκείνη όμως τον συνεφέρει με τα λόγια της• υπενθυμίζει τη μεγάλη δυσαρέσκεια που θα προκαλέσει στους υπόλοιπους θεούς. Εκείνος, τελικά, υποχωρεί και ρίχνει στη γη ματωμένες ψιχάλες, για να δείξει τη λύπη του. Λίγο παρακάτω, όταν ο Έκτορας μονομαχεί με τον Αχιλλέα και πρόκειται σε λίγο να σκοτωθεί, ο Δίας εκμυστηρεύεται στην Αθηνά πόσο πολύ θα ήθελε να μπορούσαν όλοι οι θεοί να συμφωνήσουν, ώστε ν' αλλάξουν τη μοίρα του και να τον γλιτώσουν. Η Αθηνά του αποκρίνεται ακριβώς όπως και η Ήρα, οπότε ο Δίας συμμορφώνεται και πάλι. Στην πιο κρίσιμη στιγμή, όμως, της αναμέτρησης, παίρνει μια χρυσή ζυγαριά, ώστε να κριθεί με αντικειμενικό τρόπο το ποιος θα επικρατήσει. Σε κάθε μεριά της βάζει από μια μοίρα του θανάτου και την ισορροπεί. Τελικά, βαραίνει η μεριά του Έκτορα που πρέπει τώρα να πεθάνει. Ο Απόλλωνας, που μέχρι τότε συνεχώς τον προστάτευε, τον εγκαταλείπει. Στα ομηρικά έπη, λοιπόν, η Μοίρα είναι κάτι το δεδομένο από την αρχή της ζωής. Οι Μοίρες όμως είναι απλώς το όργανο στην υπηρεσία των θεών, που εκτελούν τη θέλησή τους. Το νήμα της ζωής το γνέθουν ουσιαστικά εκείνοι, οι οποίοι καθορίζουν τα γεγονότα, τις περιπέτειες, τον πλούτο και το θάνατο για τον κάθε άνθρωπο. Οι θεοί μπορούν και έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τη μοίρα, αφού οι ίδιοι την ορίζουν στην αρχή της ζωής των θνητών. Μια τέτοια αλλαγή όμως θα είχε πολύ άσχημες συνέπειες, γιατί θα διατάρασσε την αρμονία και την τάξη. Ο Δίας, λοιπόν, μπορεί ν' αλλάξει τη Μοίρα, μα προτιμά να μην το κάνει, γιατί κι οι άλλοι θεοί θα ζητούσαν να κάνουν το ίδιο για τους δικούς τους προστατευόμενους.
Η Μοίρα είναι πάνω απ' όλα ιδιοκτησία του, γι' αυτό και τον ονόμαζαν "Μοιραγέτη" (ηγέτη, οδηγό, αρχηγό των Μοιρών), παρόλο που εκείνη τον περιορίζει και αναγκάζεται να τη σεβαστεί. Η σύγκρουση αυτή είναι αναπόφευκτη, γιατί αφορά την ίδια τη ζωή κι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της: ποιος είναι πιο πάνω, ο θεός ή "ό,τι είναι γραφτό να συμβεί;". Το ερώτημα απασχόλησε, όπως ήταν φυσικό, και όλους τους μεταγενέστερους ποιητές και φιλοσόφους.
Ήδη από την εποχή του Ησίοδου (7ος αι.) οι Μοίρες δεν είναι πια τα όργανα που εκτελούν τυφλά τη βούληση των θεών, μα έχουν και κάποιες δικές τους αρμοδιότητες και ρόλους. Παρόλα αυτά, ο Δίας είναι πάλι εκείνος που τους παραχώρησε την πολύ μεγάλη τους εξουσία, παραμένει δηλαδή "Μοιραγέτης". Αυτή η αντίληψη της παντοδυναμίας των θεών γενικά κυριαρχεί στην αρχαιότητα: οι θεοί υπακούν βέβαια στη Μοίρα, μόνο και μόνο όμως επειδή την έχουν οι ίδιοι ορίσει. Συναντάμε και σε μεταγενέστερες εποχές πολλές περιπτώσεις σύγκρουσης Μοίρας και θεών, όπου όμως τα γραμμένα καμιά φορά αλλάζουν• στην περίπτωση του Κροίσου, ο Απόλλωνας κατάφερε να πάρει για χάρη του από τις Μοίρες τρία χρόνια αναβολή, για την άλωση των Σάρδεων. Ο Απόλλωνας, πάλι, επενέβη στην περίπτωση του Άδμητου, που έπρεπε να πεθάνει• μέθυσε τις Μοίρες και τις ξεγέλασε, ώστε να δεχτούν να πεθάνει η γυναίκα του, η Άλκηστη, αντί για κείνον.Ας δούμε τους ρόλους που με τον καιρό απέκτησαν οι Μοίρες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω: ο ποιητής Ησίοδος μας πληροφορεί πως υπήρχαν δύο εκδοχές για την καταγωγή τους. Σύμφωνα με την πρώτη, οι Μοίρες ήταν κόρες της Νύχτας, μοιράζουν τα καλά και τα κακά, μα και καταδιώκουν τους θεούς κι ανθρώπους για τα εγκλήματά τους, μέχρι να τους εκδικηθούν και να τους τιμωρήσουν με τρόπο φοβερό.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, ήταν κόρες του Δία και της Θέμιδας. Πρόσθεταν μάλιστα και μια τέταρτη αδερφή, την Τύχη, που θεωρούνταν ότι είχε και το μεγαλύτερο κύρος. Οι δύο αυτές εκδοχές συμβολίζουν και δύο διαφορετικούς ρόλους. Ως κόρες της Νύχτας είναι κακοποιές δυνάμεις, που συγγενεύουν με το σκοτάδι, τον Άδη και τον Κάτω Κόσμο. Από την άποψη αυτή, συνδέονται με τις Ερινύες, που επίσης είναι αδίστακτες τιμωροί των ανθρώπων. Ακριβώς όμως, επειδή οι πράξεις του ενός έχουν άμεσο αντίκτυπο στο σπίτι του και στους γύρω του, η κρίση των Μοιρών, που επιβάλλεται εντελώς αυθαίρετα και ανεξάρτητα από τους θεούς, φτάνει να αφορά και ολόκληρες οικογένειες, κάποτε για πολλές γενιές.
Άλλοτε φτάνουμε να μιλάμε και για μια ολόκληρη πόλη, όπου οι Μοίρες καλούνται να διαφυλάξουν και ν' αποκαταστήσουν την κοινωνική τάξη και τη δικαιοσύνη. Πρόκειται, πλέον, για το ρόλο τους σε επίπεδο κοινωνικό. Ως κόρες του Δία και της Θέμιδας, από την άλλη πλευρά, είναι δυνάμεις καλοπροαίρετες, ουράνιες και φωτεινές, που λαμπρύνουν με την παρουσία τους σημαντικά γεγονότα, όπως η ίδρυση των Ολυμπιακών αγώνων.
Είναι θεότητες της ευτυχίας και της ευλογίας, καθώς και όργανα της βούλησης των θεών. Μιλάμε, επομένως, για τα εντελώς αντίθετα απ' αυτά που αναφέραμε παραπάνω. Ο Πίνδαρος διηγούνταν πως εκείνες οδήγησαν με χρυσά άλογα τη Θέμιδα (που δεν ήταν όμως μητέρα τους, σύμφωνα με τον ποιητή) στον Όλυμπο, για να παντρευτεί τον Δία, επιβεβαιώνοντας έτσι την παραδοσιακή σχέσή τους με το γάμο, ως θεότητες ευγονίας και ευτυχίας. Τις βρίσκουμε να τραγουδούν στους γάμους της Θέτιδας, καθώς και του Δία και της Ήρας.
Όταν μια κοπέλα στην αρχαία Αθήνα γινόταν νύφη, πρόσφερε τις κοτσίδες της στις Μοίρες και οι γυναίκες ορκίζονταν στο όνομά τους. Επίσης, έχοντας άμεση σχέση με τη γέννηση των ανθρώπων, γιατί η δύναμη τους κατά κύριο λόγο τότε φανερώνεται, είναι πολύ συχνά παρούσες στις γέννες ως βοηθοί, όπως για παράδειγμα στη γέννηση του Ασκληπιού. Γι' αυτό και συνήθιζαν να τις λατρεύουν κάποτε μαζί με θεές σχετικές με τον τοκετό, όπως η Άρτεμη και η Ειλείθυια (που έφερνε τους πόνους της γέννας). Τις Μοίρες τις συναντάμε μέχρι σήμερα διατηρημένες στη λαϊκή μας παράδοση: είναι πάντα τρεις γυναίκες, συνήθως γριές, που γνέθουν για τον καθένα το νήμα της ζωής, μέχρι να τελειώσει το μαλλί ή να κοπεί απότομα. Παρουσιάζονται συνήθως στη γέννηση του μωρού, τη νύχτα μετά την τρίτη μέρα.

ΟΙ ΜΟΥΣΕΣ
Για τις Μούσες υπήρχαν πολλές διαφορετικές εκδοχές στην αρχαιότητα, που αφορούσαν τόσο την καταγωγή τους, όσο και τον αριθμό τους. Φαίνεται, πάντως, ότι στα πολύ παλιά χρόνια ήταν Νύμφες των βουνών και των νερών, που σιγά σιγά όμως "προβιβάστηκαν" και απέκτησαν με τον καιρό συγκεκριμένες αρμοδιότητες.
Πίστευαν πως κατοικούσαν στον Όλυμπο και τραγουδούσαν με τις ακούραστες φωνές τους θείες μελωδίες και ύμνους, παίζοντας λύρα.
Το θέμα των τραγουδιών τους ήταν πάντα η αρχοντική καταγωγή των θεών, τους οποίους εγκωμιάζουν. Κυρίως όμως υμνούν τον Δία και το μεγαλείο του, καθώς ήταν εκείνος που δημιούργησε τον "κόσμο" με την έννοια ότι έβαλε σε τάξη το σύμπαν και όρισε τους κανόνες που διέπουν τη ζωή των θεών και ανθρώπων. Το πόσο στενά δεμένες ήταν μαζί του φαίνεται από το ότι τις αποκαλούσαν "Ολυμπιάδες". Σπανιότερα δόξαζαν με τα τραγούδια τους το γένος των ανθρώπων και τους φημισμένους ήρωες. Το αρμονικό τους τραγούδι μάγευε το βασιλιά των θεών και των ανθρώπων, γέμιζε με ευφορία τις ψυχές όλων των θεών και γοήτευε ολόκληρη τη φύση η οποία στεκόταν ασάλευτη κάθε φορά που οι Μούσες ακούγονταν από την κορυφή του Ολύμπου, για να τις αφουγκραστεί: ο ουρανός, τα άστρα, η θάλασσα και τα ποτάμια, όλα σιωπούσαν ευλαβικά...
Οι Μούσες τραγούδησαν για να γιορταστούν οι γάμοι της Θέτιδας με τον Πηλέα και της Αρμονίας με τον Κάδμο. Τραγούδησαν ακόμη θρηνητικά στην ταφή του Αχιλλέα. Ο Πλάτωνας αναφέρει τον εξής μύθο: όταν γεννήθηκαν οι Μούσες και μαζί τους η ποίηση και η μουσική, κάποιοι θνητοί γοητεύθηκαν τόσο πολύ, που συνεχώς τραγουδούσαν• ξεχνούσαν να φάνε και να πιούνε κι έτσι πέθαιναν σιγά σιγά, χωρίς να υποφέρουν. Απ' αυτούς κατάγονται τα τζιτζίκια, που είναι προστατευόμενα των Μουσών και που συνεχώς τραγουδούν ξεχνώντας πείνα, δίψα και κούραση, μέχρι να πεθάνουν. Τότε πηγαίνουν στις Μούσες και τους λένε τα ονόματα των πιστών τους οπαδών, που είδαν στη Γη κατά το σύντομο πέρασμά τους.
Έλεγαν πως οι Μούσες γεννήθηκαν, επειδή ο Δίας, που γιόρταζε το γάμο του, ρώτησε τους καλεσμένους του, τους άλλους θεούς, αν τους έλειπε τίποτα. Εκείνοι τότε του απάντησαν πως θα έπρεπε να φτιάξει κάποιες θεότητες που θα υμνούσαν τον Δία με στίχους και μουσική αντάξια των κατορθωμάτων και του μεγαλείου του.
Ως προς την καταγωγή τους, οι πιο πολλοί πίστευαν πως μητέρα τους ήταν η Μνημοσύνη, που κοιμήθηκε μαζί με τον Δία στην Πιερία (δηλαδή την περιοχή βόρεια του Ολύμπου), για εννιά διαδοχικές νύχτες. Ένα χρόνο μετά η Μνημοσύνη γέννησε εννιάδυμα, κοντά στην κορυφή του Ολύμπου: εννιά κόρες, που τις μάγευε όλες η μουσική και η ποίηση και που από τότε αποτέλεσαν μια λαμπρή χορωδία. Τα ονόματά τους ήταν τα εξής: Κλειώ, Ευτέρπη , Θάλεια, Μελπομένη, Ερατώ, Τερψιχόρη, Πολύμνια, Ουρανία, Καλλιόπη. Ως προς τον αριθμό και την καταγωγή τους, οι άλλες εκδοχές ήταν πως ήταν κόρες του Ουρανού και της Γαίας, ή του Απόλλωνα, ακριβώς επειδή κι ο ίδιος σχετίζεται άμεσα με τη μουσική. Ο Απόλλωνας, μάλιστα, διεύθυνε τη χορωδία τους, γι' αυτό και ονομαζόταν Μουσαγέτης - "ηγέτης", διευθυντής των Μουσών. Θεωρούσαν, επίσης, κάποιοι ότι ήταν λιγότερες από εννιά, ίσως και τρεις ή τέσσερις. Γενικά, πάντως, ήταν συνηθισμένο στην αρχαιότητα για τους ομαδικούς θεούς να υπάρχει σύγχυση σ' αυτά τα θέματα.
Η λατρεία των Μουσών ξεκίνησε από την Πιερία, δηλαδή την περιοχή στην οποία γεννήθηκαν, γι' αυτό και τις έλεγαν "Πιερίδες". Έλεγαν πως ο Πίερος, βασιλιάς της Μακεδονίας σύμφωνα με τη μυθολογία, έφερε από κει τη λατρεία τους στη Βοιωτία. Ο Πίερος, μάλιστα, απέκτησε εννιά κόρες, στις οποίες έδωσε το όνομα των Μουσών, Πιερίδες. Ήταν όμως τόσο αλαζονικές, ώστε προκάλεσαν τις Μούσες να παραβγούν μαζί τους στο τραγούδι. Οι Μούσες τις νίκησαν, όπως ήταν φυσικό, και για να τις τιμωρήσουν, τις μεταμόρφωσαν σε φλύαρες κίσσες. Όταν αυτές τραγουδούσαν, σκοτείνιαζε και κανείς δεν τις άκουγε. Στη Βοιωτία, λοιπόν, οι Μούσες κατοικούσαν στο βουνό Ελικώνας, που έγινε και το κέντρο της λατρείας τους. Γι' αυτό άλλωστε και τις ονόμαζαν "Ελικωνιάδες". Αργότερα κάποιοι συγγραφείς τις τοποθετούσαν στον Παρνασσό.
Με μεγάλο ζήλο λατρεύονταν, επίσης, οι Μούσες στους Δελφούς, λόγω της στενής σχέσης τους με το θεό Απόλλωνα, στον οποίο ανήκε το μαντείο. Εκεί η λατρεία Απόλλωνα και Μουσών έφτασε να συγχωνευτεί εντελώς. Στην Αθήνα τις τιμούσαν ιδιαίτερα: μεταξύ άλλων, ονόμαζαν μια κορυφή κοντά στην Ακρόπολη "Μουσείον" προς τιμή τους κι ο Πλάτωνας είχε χτίσει βωμό στο όνομά τους στην Ακαδημία του. Οι Μούσες έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς σ' ολόκληρη την Ελλάδα• ίχνη της λατρείας τους βρέθηκαν στην Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, όπου μάλιστα λεγόταν ότι είχε γίνει ο αγώνας τραγουδιού μεταξύ Μουσών και Σειρήνων. Επικράτησαν φυσικά οι πρώτες, που τιμώρησαν τις φαντασμένες Σειρήνες, κόβοντας τα φτερά τους• εκείνες έπεσαν στη θάλασσα και πνίγηκαν. Ακόμη τις τιμούσαν και σε πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας (ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας), ενώ στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου είχε ιδρυθεί στα χρόνια μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου το "Μουσείο", ένα φημισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα, με διευθυντή του τον αρχιερέα στην υπηρεσία των Μουσών.
Στα έργα του Ομήρου, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, οι Μούσες, ως θεές της ποίησης, κατέχουν πολύ σημαντική θέση• όταν ο ποιητής αρχίζει την αφήγηση του κάθε έπους, ζητά από τη Μούσα να τον βοηθήσει. Οι Μούσες τα ξέρουν όλα και τα έχουν δει όλα, πρέπει λοιπόν να τον βοηθήσουν να θυμηθεί γεγονότα του παρελθόντος, που ο ίδιος έχει μόνο ακουστά και που ο νους του αδυνατεί να συγκρατήσει. Στα ομηρικά έπη, λοιπόν, εμφανίζονται, πάνω απ' όλα, ως θεότητες της Μνήμης.
Στον Όμηρο επίσης αναφέρεται η περιπέτεια του αοιδού Θάμυρη από τη Θράκη, που καυχήθηκε πως θα μπορούσε να νικήσει τις Μούσες στο τραγούδι. Εκείνες, τότε, τον τύφλωσαν και του στέρησαν την ικανότητα να γράφει στίχους και να παίζει λύρα. Στην Οδύσσεια, ο φημισμένος τραγουδιστής των Φαιάκων Δημόδοκος ήταν ο αγαπημένος της Μούσας, που του έδωσε, όμως, μαζί με την τέχνη να γράφει υπέροχα τραγούδια κι ένα ολέθριο δώρο: του στέρησε το φως των ματιών του. Φαίνεται πως οι τυφλοί αοιδοί ήταν κάτι συνηθισμένο έτσι κι αλλιώς στην εποχή του Ομήρου. Είναι γνωστό ότι η απουσία της όρασης οξύνει τη μνήμη κι αυτό πρέπει να έκανε τους αοιδούς πολύ δυνατούς στο να θυμούνται και να απαγγέλλουν απέξω αναρίθμητους στίχους, όπως γινόταν τότε.
Ο ποιητής Ησίοδος, όταν ξεκινά τη "Θεογονία" του, μας διηγείται μια ιστορία που ο ίδιος έζησε: μια μέρα, όταν έβοσκε τα πρόβατά του στη Βοιωτία, την πατρίδα του, τον πλησίασαν οι Μούσες στο βουνό Ελικώνας και του έδωσαν ένα κλαδί δάφνης: του χάρισαν το δώρο της ποίησης. Για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή ποίηση ο ποιητής παρουσιάζεται να έχει συνειδητοποιήσει τη θέση του στην τέχνη• ότι δημιουργεί ως αυτόνομη οντότητα κι ότι οι Μούσες οι ίδιες παρέχουν την εγγύηση για την καλλιτεχνική αξία των όσων ο ίδιος συνθέτει. Εδώ οι Μούσες δεν ευλογούν και δε βοηθούν απλώς τον ποιητή, αλλά τον μυούν στην τέχνη.
Όπως αναφέρθηκε οι Μούσες θεωρούνταν θεές της μουσικής και της ποίησης, που εν χορώ υμνούσαν τον Δία με τις μελωδικές τους φωνές. Στον Όμηρο είδαμε και μια άλλη τους διάσταση: θεές της Μνήμης και κατ' επέκταση εκείνες που διασώζουν αξίες και ηθικές αρχές και διδάγματα από το παρελθόν. Μ' άλλα λόγια, ό,τι μια κοινωνία θεωρεί βασικό για την επιβίωσή της. Μέχρι τα τέλη της αρχαιότητας οι εννιά Μούσες ήταν μια αδιάσπαστη ομάδα, λίγο λίγο όμως και γύρω στα τέλη της ρωμαϊκής εποχής η καθεμιά τους περιορίστηκε σε μιαν ιδιαίτερη περιοχή. Οι διάφοροι συγγραφείς δε συμφωνούν πάντα μεταξύ τους, ως προς τη διάκριση αυτή• παρόλ' αυτά έγινε με τον καιρό λίγο πολύ αποδεκτή και έχει φτάσει ως τις μέρες μας.
Η Καλλιόπη, η πρώτη των Μουσών και πιο σεβαστή απ' όλες, ήταν η Μούσα του ηρωικού έπους, η Κλειώ ήταν η Μούσα της ιστορίας, η Ευτέρπη της αυλητικής τέχνης, η Τερψιχόρη της λυρικής ποίησης (ενώ πιο παλιά ήταν η Μούσα του χορού), η Ερατώ του υμέναιου και του γάμου, άρα και της ερωτικής ποίησης. Η Μελπομένη ήταν η Μούσα της τραγωδίας, η Θάλεια της κωμωδίας, η Ουρανία της αστρονομίας και τέλος η Πολύμνια της μιμικής, δηλαδή της παντομίμας. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τους επικούς ποιητές τους ενέπνεαν ακόμη η Ουρανία και η Κλειώ.
Είτε όλες μαζί, ως μια ενιαία ομάδα, είτε η καθεμιά ξεχωριστά, οι Μούσες συμβόλιζαν το μεγαλείο της τέχνης• το ωραίο όχι μόνο στη μορφή, μα και στο περιεχόμενο. Είναι φωτεινές και ήπιες μορφές που μέχρι σήμερα προσωποποιούν την παρηγοριά που φέρνει η τέχνη και η ηθική στη ζωή των ανθρώπων, καθώς και την ομορφιά που της δίνει.


ΟΙ ΝΥΜΦΕΣ
Οι Νύμφες ήταν γυναικείες μορφές θεϊκής καταγωγής, νεαρές στην ηλικία, που ζούσαν μέσα στην άγρια φύση, τριγύριζαν στα βουνά, συνοδεύοντας την Άρτεμη και παίζοντας μαζί της. Ήταν όλες τους πανέμορφες, η Άρτεμη όμως ξεχώριζε με τη θωριά της ανάμεσά τους. Τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί με τον Πάνα στα λιβάδια και στις πλαγιές, συνήθως κοντά στις πηγές. Υμνούσαν με τις γλυκιές φωνές τους τους Ολύμπιους θεούς και ιδιαίτερα τον πατέρα του Πάνα, τον Ερμή. Μαζί τους χόρευε και η Αφροδίτη, μαζί με τις Χάριτες, όπως λέει ο Όμηρος, στο βουνό Ίδα, στην Τροία. Άλλοτε το χορό τους τον οδηγεί ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας. Οι Νύμφες θεωρούνταν γενικά κάτι μεταξύ θεών και θνητών, όχι καθαυτό θεές. Δεν ήταν αθάνατες, ζούσαν όμως πάρα πολύ και τρέφονταν με αμβροσία.
Συγγένευαν με μεγάλους θεούς, ενώ ο Ερμής θεωρούνταν γιος Νύμφης, της Μαίας. Γενικά, επικρατούσε η αντίληψη πως ήταν κόρες του Δία. Άλλοι, πάλι, τις θεωρούσαν κόρες ποταμών: είτε του μεγαλύτερου ποταμού που υπήρχε, του Ωκεανού, είτε του Αχελώου, είτε κόρες των τοπικών ποταμών ενός τόπου. Έτσι, κάθε περιοχή είχε τα ποτάμια της και καθένα απ' αυτά είχε γεννήσει τις Νύμφες της περιοχής αυτής, λ.χ. ο ποταμός Πηνειός ήταν ο πατέρας των Νυμφών της Θεσσαλίας και ο ποταμός Ξάνθος ήταν ο γεννήτορας των Νυμφών της Τροίας. Πολύ συχνά εκείνες έδιναν τα ονόματά τους στις κοντινές πόλεις, όπως έγινε με τη Νύμφη Σπάρτη, που ήταν κόρη του ποταμού Ευρώτα. Υπήρχαν όμως και κάποιες Νύμφες, οι οποίες λέγονταν Μελίες και είχαν γεννηθεί από τις σταγόνες του αίματος του Ουρανού, που έπεσαν στη Γη, όταν ο Κρόνος, ο γιος του, του έκοψε τα γεννητικά του όργανα.
Ήταν κατεξοχήν πνεύματα του γλυκού νερού και βρίσκονταν στα ποτάμια, στις πηγές και μέσα στα βουνά από τα οποία πήγαζαν ποτάμια. Συνόδευαν πάντα το νερό, τονίζοντας έτσι τη μεγάλη του σημασία για την ύπαρξη ζωής. Χωρίς αυτό ούτε βλάστηση, ούτε γονιμότητα υπάρχει. Μέσω λοιπόν της ζωογόνας δύναμης του νερού οι Νύμφες εξαπλώθηκαν στα βουνά και στα δάση και συνδέθηκαν με τη βλάστηση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θεωρούνται κόρες του Ωκεανού ή άλλων ποταμών.
Έτσι οι Νύμφες κατέληξαν να είναι τριών ειδών: 1) Ναϊάδες, δηλαδή Νύμφες των ποταμών, των πηγών και των κρηνών και είναι οι πιο γνωστές, 2) Ορεστιάδες, που κατοικούσαν στα βουνά όπου υπάρχουν πηγές και 3) Δρυάδες ή Αμαδρυάδες, δηλαδή Νύμφες των μοναχικών δέντρων και των λιβαδιών και ταυτίζονταν με τις Μελίες.Οι Ναϊάδες κατοικούσαν μέσα σε σπηλιές, που βρίσκονταν κοντά σε νερό ή μέσα σ' αυτό, κάτω από την επιφάνεια των ποταμών. Μέσα στις σπηλιές τους απολάμβαναν τις χαρές του έρωτα με τον Ερμή ή τους Σιληνούς. Ζούσαν όσο και οι πηγές, κοντά στις οποίες κατοικούσαν: όταν στέρευαν εκείνες, οι Ναϊάδες έσβηναν. Το ίδιο συνέβαινε με τις Αμαδρυάδες -που το όνομά τους σημαίνει "δέντρο και γυναίκα ταυτόχρονα"- τα πεύκα, τα έλατα και οι δρυς άρχιζαν να μεγαλώνουν με το που άρχιζε η ζωή μιας Νύμφης. Ήταν δέντρα δυνατά και ζούσαν για πολλά χρόνια, ενώ οι θνητοί απαγορευόταν να τα αγγίξουν με τσεκούρι.
Ο λόγος ήταν ότι θεωρούνταν δέντρα ιερά και τα ιερά άλση που σχημάτιζαν ήταν χώροι αφιερωμένοι στους θεούς. Όταν ερχόταν η ώρα της Νύμφης να πεθάνει, μαραινόταν πρώτα το δέντρο της μέσα στη γη. Κάποτε μια Νύμφη, εκεί που χόρευε με τις όμοιές της, χλόμιασε παρατηρώντας τη βελανιδιά της να κουνιέται πέρα δώθε. Άφησε το χορό γεμάτη ανησυχία• πολύ γρήγορα χάλασε η φλούδα, έπεσαν τα κλαδιά και ταυτόχρονα η ψυχή της Νύμφης πέταξε, αποχαιρετώντας το φως του Ήλιου. Οι Νύμφες, όταν βρέχει, χαίρονται, γιατί τρέφονται τα δέντρα, ή κλαίνε, όταν οι βελανιδιές χάνουν τα φύλλα τους.
Για τις Ναϊάδες, ιδιαίτερα, υπάρχουν πολλοί μύθοι, που αφορούν τις ερωτικές τους περιπέτειες. Έλεγαν ότι κάποτε ο Ύλας, σύντροφος του Ηρακλή, πλησίασε σε μια πηγή, για να γεμίσει την υδρία του. Εκεί συνήθιζαν να μαζεύονται οι Νύμφες και να τραγουδούν ύμνους στην Άρτεμη ολονυχτίς. Ο Ύλας είχε φτάσει ακριβώς την ώρα που οι Νύμφες άρχισαν να συγκεντρώνονται και μια απ' αυτές, η Εφυδάτια, που κατοικούσε μέσα στην πηγή, σήκωσε το κεφάλι της και τον αντίκρισε. Θαμπώθηκε από τη θεϊκή του ομορφιά και τον ερωτεύτηκε. Εκείνος, σκυμμένος είχε βουτήξει την υδρία του μέσα στο νερό, χωρίς να υποπτεύεται πως κάποιος τον παρακολουθεί με προσοχή. Η Νύμφη θέλησε ν' αρπάξει την ευκαιρία και να τον φιλήσει• τον αγκάλιασε από το λαιμό και τον τράβηξε μαζί της στο βυθό. Οι σύντροφοί του έψαξαν να τον βρουν, μα δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να εξηγήσουν την εξαφάνισή του. Πολύ γνωστές επίσης ήταν οι ιστορίες των ερώτων των Νυμφών με βοσκούς, που συνήθως έβοσκαν τα πρόβατά τους στις όχθες των ποταμών. Έπειτα οι Νύμφες έφερναν στον κόσμο γιους θνητούς, αλλά σοφούς και γενναίους.
Εξίσου ονομαστές ήταν οι ιστορίες για τους έρωτες του Απόλλωνα με Νύμφες και ιδιαίτερα η ιστορία της Δάφνης. Ο θεός την πολιορκούσε με μεγάλη επιμονή, χωρίς επιτυχία. Μόλις του δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία, άρχισε να την κυνηγάει. Τη στιγμή που ήταν έτοιμος να την αρπάξει, η Δάφνη παρακάλεσε απεγνωσμένα τη μάνα της, τη Γαία, να τη βοηθήσει. Τότε, πραγματικά, άνοιξε η γη και κατάπιε τη Δάφνη, ενώ στη θέση της φύτρωσε ένα φυτό που πήρε το όνομά της.
Μια άλλη Νύμφη, η Ωκυρρόη, κόρη ενός ποταμού της Σάμου, επιχείρησε να φύγει με μια βάρκα από το νησί, για να γλιτώσει από τα χέρια του θεού. Μάταια όμως προσπαθούσε, γιατί ο Απόλλωνας μεταμόρφωσε το βαρκάρη που τη μετέφερε σε ψάρι και τη βάρκα της σε βράχο.
Σύμφωνα με την παράδοση, οι Νύμφες ήταν γνωστές τροφοί πολλών και σημαντικών θεών ή ηρώων• ήταν δηλαδή εκείνες που αναλάμβαναν την ανατροφή τους, όταν βρίσκονταν σε πολύ μικρή ηλικία. Τους θήλαζαν και αποτελούσαν τις αντικαταστάτριες των μανάδων τους. Πρώτα πρώτα, ο ίδιος ο Δίας ανατράφηκε απ' αυτές στην Κρήτη. Ακολουθούν η Ήρα, η Περσεφόνη, ο Ερμής, ο Πάνας και ο Διόνυσος. Από τότε οι Νύμφες αποτελούν μέλη του Διονυσιακού θιάσου, μαζί με τους Σατύρους. Ακόμη, η θεά Αφροδίτη είχε εμπιστευθεί τον Αινεία, το γιο της, στις Νύμφες του τρωικού βουνού Ίδη. Στις Ναϊάδες απέδιδαν διάφορες ιδιότητες: έλεγαν πως μπορούσαν να κάνουν τα νερά μιας πηγής ιαματικά, γι' αυτό και συχνά πρόσφεραν οι θνητοί θυσίες προς τιμή τους. Οι πιο ονομαστές περιπτώσεις Ναϊάδων με παρόμοιες ικανότητες βρίσκονταν στην Πελοπόννησο και τη Σικελία• εκεί, στις θερμές πηγές της Ιμέρας, έλεγαν ότι πήγαινε ο Ηρακλής για ν' ανανεωθεί η δύναμή του.
Πίστευαν ακόμη πως οι Ναϊάδες είχαν ιατρικές θεραπευτικές ικανότητες, κυρίως λόγω της σχέσης τους με τον Απόλλωνα, καθώς και το χάρισμα να προφητεύουν τα μελλούμενα. Για την ακρίβεια, επικρατούσε η αντίληψη πως ήξεραν να ερμηνεύουν τη θέληση της ανώτερης θεότητας• η Ερατώ τις επιθυμίες του Πάνα ή η Δάφνη αυτές της Γαίας. Στο σπήλαιο Σφραγίδιο του βουνού Κιθαιρώνας υπήρχε μαντείο των Νυμφών, ενώ πολλοί θνητοί, προικισμένοι με μαντικές ικανότητες, έλεγαν πως τις ικανότητές τους τις είχαν λάβει από κείνες. Επίσης, θεωρούνταν μητέρες πολλών σοφών θνητών, μάντεων και γιατρών, όπως η Χαρικλώ του Τειρεσίας, η Φιλύρα του Χείρωνα και η Κορωνίδα, μάνα του Ασκληπιού.Οι Νύμφες λατρεύονταν σε πολλά μέρη σ' όλη την Ελλάδα, δεν υπήρχαν όμως ναοί αφιερωμένοι σ' αυτές. Οι θυσίες προς τιμή τους γίνονταν κοντά σε πηγές ή μέσα σε σπηλιές. Ο Οδυσσέας και οι κάτοικοι της Ιθάκης τις τιμούσαν με εκατόμβη, δηλαδή θυσία εκατό βοδιών. Συχνή ήταν και η ύπαρξη των βωμών τους μέσα σε ιερά άλλων θεών.Όμως οι Νύμφες δεν είχαν δράση πάντοτε ευεργετική για τους θνητούς κι υπήρχαν φορές που προκαλούσαν μεγάλο κακό. Αν, για παράδειγμα, τύχαινε να δει κανείς μια Νύμφη την ώρα που έκανε το λουτρό της μέσα στην πηγή, έχανε τα λογικά του. Ήταν, όμως, και γενικότερα ικανές να προκαλέσουν σύγχυση του νου στους θνητούς και να τους κάνουν τρελούς. Οι άνθρωποι που καταλαμβάνονταν από έκσταση κι ενθουσιασμό, έφευγαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά, όπου κρύβονταν μέσα σε σπηλιές.
Οι Νύμφες έχουν επιζήσει στη λαϊκή μας παράδοση μέχρι σήμερα• είναι οι γνωστές μας νεράιδες, που ζουν στα βουνά, στις νεραϊδοσπηλιές και τις νεραϊδόβρυσες. Θεωρείται πάντοτε επικίνδυνο να τις συναντήσει κανείς, αφού υπάρχουν ακόμη οι μύθοι για τους "νεραϊδοπαρμένους", όπως ήταν ο Ύλας στην αρχαιότητα. Μόνο οι σαββατογεννημένοι και "αλαφροΐσκιωτοι" μπορούν να τις αντιλαμβάνονται και να τις βλέπουν να χορεύουν.Τελειώνοντας, αξίζει να τονίσουμε για μια φορά ακόμη το ότι οι Νύμφες λατρεύονταν ως στοιχεία των πηγών και των ποταμών, δηλαδή γενικότερα του νερού. Η σημασία του νερού ως δύναμη ζωής και γονιμότητας είναι μεγάλη και ζωτική σε μια μεσογειακή χώρα, όπως είναι η Ελλάδα. Το νερό είναι πηγή ζωής και βοηθά την ανάπτυξη και αναζωογονεί κάθε ζωντανό οργανισμό. Γι' αυτό και η αντίληψη για τις Νύμφες διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο: έφτασαν να τις θεωρούν πνεύματα της βλάστησης, θέλοντας έτσι να συμβολίσουν γενικότερα την οργιαστική δύναμη της φύσης. Κι όπως το νερό τρέφει τα πάντα, έτσι και οι Νύμφες θεωρούνταν τροφοί των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων.

ΟΙ ΧΑΡΙΤΕΣ
Οι Χάριτες στην αρχαιότητα συμβόλιζαν ό,τι πιο ευγενικό, όμορφο και αγνό υπήρξε ποτέ στη Γη. Ήταν το ιδανικό της σεμνότητας, της άψογης συμπεριφοράς και της ευπροσηγορίας. "Χάρις" σήμαινε, πρώτα πρώτα, χαρά• τη χαρά που εκπέμπει κανείς, όταν τον χαρακτηρίζουν ευγενικά συναισθήματα, μα και τη χαρά και την τέρψη που προκαλεί στους γύρω του. Η "Χάρις" ήταν ακόμη συνώνυμο της ίδιας της χάρης και της ερασμιότητας, καθώς και της ευεργεσίας και της ευγνωμοσύνης.
Ήταν κόρες του Δία και της Ωκεανίδας Ευρυνόμης. Υπήρχαν όμως και διάφορες άλλες εκδοχές για την καταγωγή τους. Μητέρα τους θεωρείται η Ήρα ή η Ευνομία ή η Λήθη ή η Αφροδίτη και πατέρας τους ο Ουρανός ή ο Διόνυσος. Υπήρχε, επίσης, ασάφεια σχετικά με το πόσες ήταν και πώς ονομάζονταν, καθώς και πολλές διαφορετικές εκδοχές από τόπο σε τόπο. Σε παλαιότερες εποχές ήταν μία ή δύο και ήταν γνωστές ως σύζυγοι μεγάλων θεών ή ως θεότητες στην υπηρεσία της Αφροδίτης. Πρώτος ο Όμηρος αναφέρει τη Χάρη, που ήταν σύζυγος του Ήφαιστου. Ακόμη διηγείται ότι μία από τις Χάριτες την παντρεύτηκε ο Ύπνος• του την είχε υποσχεθεί η Ήρα, ως αντάλλαγμα για να κοιμίσει εκείνος κρυφά τον Δία και να μπορέσουν οι θεοί να αναμιχθούν στον πόλεμο της Τροίας. Αργότερα οι Χάριτες επικράτησε να θεωρούνται ως τρεις αχώριστες αδερφές, κόρες του Δία και της Ευρυνόμης, με τα ονόματα Αγλαΐα, Ευφροσύνη και Θάλεια. Κατοικούσαν κοντά στην κορυφή του Ολύμπου κι από κει κανόνιζαν τα πάντα, υμνολογώντας ασταμάτητα τον πατέρα τους και βασιλιά των θεών. Τη ζωή τους την περνούσαν κυρίως σε γιορτές και ήταν απαραίτητες στα συμπόσια των θεών. Χωρίς αυτές οι κάτοικοι του Ολύμπου ούτε γλεντούσαν, ούτε χόρευαν. Κάθονταν συνήθως δίπλα στον Απόλλωνα και δοξολογούσαν τον Δία, ομορφαίνοντας τις συγκεντρώσεις με την παρουσία και τις μελωδικές φωνές τους. Ήταν, επίσης, μέλη της χορευτικής ομάδας του Ολύμπου, μαζί με την Ήβη, τον Γανυμήδη, τις Ώρες, την Αρμονία και την Αφροδίτη. Ήταν άλλωστε φίλες της μουσικής, των ασμάτων, της ποίησης, του χορού και της ρητορικής και τις βρίσκουμε πολύ συχνά μαζί με τις Μούσες. Όλα τα καλά των θνητών, όλα τους τα προτερήματα κι ό,τι αγαθό απολάμβαναν, οφείλονταν στις Χάριτες: η ομορφιά, η σοφία, η δόξα αλλά και η διασκέδαση, η ευχαρίστηση, η χαρά και η ευτυχία, ήταν δικό τους έργο. Πάνω απ' όλα όμως ήταν οι θεές της σωματικής χάρης και της ομορφιάς που μαγεύει. Ήταν αυτές που προίκιζαν τους ανθρώπους με θέλγητρα• με τα χαρίσματα, δηλαδή, που ωθούν τους ανθρώπους στον έρωτα και στην ηδονή, με την πιο ευγενική και σεμνή διάσταση που μπορούν αυτές οι έννοιες να πάρουν. Μ' αυτόν τον τρόπο η ανθρώπινη ζωή αποκτά νόημα και ουσία. Οι ίδιες οι Χάριτες, άλλωστε, είχαν πολλά χαρίσματα και ήταν ικανές να διεγείρουν την επιθυμία: τα μαλλιά, το πρόσωπο, τα χέρια τους είχαν λαμπερή ομορφιά και η συμπεριφορά τους ήταν αξιαγάπητη.
Οι Χάριτες μπορούν να παρομοιαστούν με μια "Τριπλή Αφροδίτη": ο "Αφροδισιακός" τους χαρακτήρας είναι εντελώς φανερός και διάχυτος. Άλλωστε, η Αφροδίτη ήταν η θεά με την οποία κυρίως σχετίζονται στη μυθολογία, καθώς πρόκειται για τη θεά της ομορφιάς και του έρωτα.
Οι Χάριτες τη συνόδευαν, μαζί με το θεό Έρωτα και την Πειθώ. Κάποτε η Αφροδίτη είχε μια δυσάρεστη περιπέτεια: βρέθηκε δεμένη στο δίχτυ του Ήφαιστου, μαζί με τον εραστή της, τον Άρη. Κατέφυγε έπειτα στην Πάφο της Κύπρου, όπου οι Χάριτες ανέλαβαν να την περιποιηθούν: τη λούζουν, την αλείφουν με αθάνατο λάδι, την ντύνουν με υπέροχα ρούχα και τη στολίζουν. Με την ίδια επιμέλεια και με τον ίδιο τρόπο αναδεικνύουν την ουράνια ομορφιά της, όταν ετοιμάζεται να πάει να ξελογιάσει τον Τρώα Αγχίση. Ο αφροδισιακός χαρακτήρας των Χαρίτων προβάλλεται έντονα και μέσα από την τέχνη τους να κατασκευάζουν αρωματικά λάδια, με τα οποία έκαναν το δέρμα να ευωδιάζει κι ενίσχυαν, έτσι, την ερωτική επιθυμία. Οι ίδιες ήταν φημισμένες αρωματοποιοί. Οι Χάριτες είχαν σχέσεις με πολλούς άλλους θεούς, που ήταν πάντοτε αγαθές και καμιά έριδα δεν τις διατάρασσε ποτέ: με τον Διόνυσο, τη Δήμητρα, τον Ερμή, τον Ήφαιστο, την Αθηνά• συνοδεύουν επίσης συχνά τον Δία και την Ήρα. Όταν ο Απόλλωνας άρχισε να κρούει τη λύρα του, πριν καλά καλά γεννηθεί, οι Χάριτες έστησαν χορό μαζί με άλλες θεές. Κι όταν η Άρτεμη μπήκε μέσα στο ναό του αδερφού της, στους Δελφούς, εκείνες άρχισαν να υμνούν μαζί της τη Λητώ, τη μητέρα τους, παρέα με τις Μούσες. Ο Όλυμπος χωρίς αυτές δε θα είχε καμιά χάρη και στα συμπόσια πάντα η πρώτη κούπα ήταν αφιερωμένη σ' αυτές, στο Διόνυσο και στις Ώρες.
Τόποι λατρείας αφιερωμένοι στις Χάριτες υπήρχαν σε πάρα πολλά μέρη της Ελλάδας - στην Αθήνα, μάλιστα, υπήρχε ναός τους στην Ακρόπολη και αγάλματά τους στημένα σε πολύ κεντρικά σημεία. Το αρχαιότερο ιερό τους βρισκόταν στον Ορχομενό της Βοιωτίας. Εκεί υπήρχαν τρεις ακατέργαστες πέτρες, που έλεγαν ότι είχαν πέσει από τον Ουρανό. Αυτές τις θεωρούσαν προσωποποίηση των τριών Χαρίτων και σ' αυτές έκαναν προσφορές• πολύ αργότερα τους αφιέρωσαν αγάλματα. Η λατρεία αυτών των "ουρανοκατέβατων" λίθων φανερώνει ότι υπήρχε η άποψη της καταγωγής των Χαρίτων από τον Ουρανό, που πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν πατέρας τους. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι σε πολλά άλλα μέρη τα ονόματα κι η λατρεία τους σχετίζονται και με τη Σελήνη.
Στη Βοιωτία τελούνταν γιορτές προς τιμή τους, που ονομάζονταν "Χαρίτεια" και που ήταν μουσικοί και ποιητικοί αγώνες. Τη νύχτα οι πιστοί χόρευαν κι έπειτα πρόσφεραν γλυκίσματα από αλεύρι και μέλι. Οι γιορτές αυτές θύμιζαν πραγματικά "μυστήρια" και οι Χάριτες λατρεύονταν εκεί ως θεότητες της φύσης, οι οποίες πρόσφεραν γονιμότητα στο φυτικό κόσμο.

ΑΤΛΑΝΤΑΣ
O Άτλας ήταν η μυθική μορφή που κρατούσε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού πάνω από τη Γη. Ήταν γιος Τιτάνα ή Τιτάνας ο ίδιος, ενώ μπορεί να ήταν και ο αρχηγός των Τιτάνων, κατά μία εκδοχή. Πατέρας του ήταν ο Ιαπετός ή ο Ουρανός ή ο Αιθέρας ή ο Ποσειδώνας. Μητέρα του ήταν η Ωκεανίδα Κλυμένη ή η Ασία ή η Ημέρα ή η Λιβύη. Αδέρφια του Άτλαντα ήταν ο Προμηθέας, ο Επιμηθέας και ο Μενοίτιος, ενώ ως σύζυγοί του αναφέρονται η Αίθρα, που ήταν κόρη του Ωκεανού, ή η Πλειόνη, επίσης Ωκεανίδα, ή ακόμη η Εσπερίδα, η κόρη του Έσπερου, που θεωρούνταν επίσης αδερφός του.
Από τα παιδιά του Άτλαντα, τα περισσότερα ήταν αστέρια του Ουρανού: ο Υάς, οι Υάδες, καθώς και οι εφτά Πλειάδες, τ' αστέρια της Πούλιας. Γιος του ήταν επίσης ο Έσπερος, γνωστός για την ευσέβεια του χαρακτήρα του. Ο Άτλαντας είχε και δύο κόρες που δεν ήταν αστέρια: την Πασιφάη, που έγινε μητέρα του Άμμωνα, και την Καλυψώ, που αγάπησε τον Οδυσσέα και προσπάθησε να τον κρατήσει για πάντα κοντά της.
Ας δούμε όμως ποιες ήταν οι Πλειάδες. Λέγονταν επίσης και Ατλαντίδες ή Εσπερίδες και ζευγάρωσαν με μεγάλους θεούς. Έφεραν στον κόσμο θεούς ή γενάρχες και μάλιστα οι τέσσερις απ' αυτές έσμιξαν με τον Δία. Οι Πλειάδες ήταν οι εξής: η Αλκυόνη, η Μερόπη, η Στερόπη, η Κελαινώ, η Ηλέκτρα, η Ταϋγέτη και η Μαία. Η Μαία ήταν η πιο ξακουστή, γιατί έγινε η μητέρα του Ερμή, του πονηρού φτερωτού θεού. Βλέποντας τη γενιά του καθώς και τους απογόνους του, είναι φανερό ότι είχε συγγένεια με πολλά ουράνια σώματα και φαινόμενα. Πρόκειται λοιπόν για ένα θεό του Ουρανού.
Μετά την Τιτανομαχία, ο Δίας τιμώρησε τον Άτλαντα. Ο πιθανότερος λόγος για τον οποίο καταδικάστηκε, ήταν μάλλον γιατί συμμάχησε με τους αντιπάλους του Δία, τους Τιτάνες, είτε γιατί μαζί με τα τρία αδέρφια του κρατούσαν γενικά περιφρονητική στάση απέναντι στον Δία ποτέ δεν τον αποδέχτηκαν ως βασιλιά των θεών.
Μια άλλη πιθανή εξήγηση είναι ότι ο Δίας τον εκδικήθηκε, γιατί κατασπάραξε τον Διόνυσο, μαζί με τους άλλους Τιτάνες.
Μετά την επικράτηση των Ολυμπίων οι τέσσερις γιοι του Ιαπετού εισέπραξαν την τιμωρία τους: ο Επιμηθέας και ο Μενοίτιος κατακεραυνώνονται και γκρεμίζονται από τον Δία στο Έρεβος. Ο Προμηθέας καρφώνεται στον Καύκασο στο ανατολικό άκρο της Γης. Ο Άτλαντας βυθίζεται στα Τάρταρα βαθιά κάτω από τη Γη στο δυτικό άκρο, κοντά στα σύνορα του Χάους, εκεί όπου οι Εσπερίδες φυλάνε τα χρυσά μήλα και στο σημείο που βρίσκονται οι ρίζες της Γης, του Πόντου, του Ουρανού και του Τάρταρου.
Στο εξής θα ήταν καταδικασμένος να στηρίζει με τη δύναμή του τον Ουρανό πάνω από τη Γη.
Οι άνθρωποι πίστευαν εκείνη την εποχή πως ο Κόσμος ήταν σαν ένα τεράστιο κτίριο με θεμέλια, κίονες και οροφή. Ο Άτλας θα κρατούσε την κολόνα ή τις κολόνες, όπου πατά ο Ουρανός στη Γη ή τον άξονα του Κόσμου.
Άλλοι πάλι φαντάζονταν πως θα σήκωνε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού ή τον Ουρανό και τη Γη μαζί.
Το καθήκον του Άτλαντα και ο ρόλος του αντικατοπτρίζεται και στο όνομά του: συγγενεύει με το επίθετο "αταλάντευτος", που σημαίνει στερεός, σταθερός, ανθεκτικός, αυτός που υπομένει να σηκώνει βάρη. Οι ποιητές τον χαρακτήριζαν πνεύμα ισχυρό και ακλόνητο.
Επιπλέον, ο Άτλαντας, λόγω της θέσης του κατείχε απέραντη σοφία και γνώση οικουμενική! Ηξερε όλα τα βάθη της θάλασσας και τα περίεργα που κρύβονται στις αβύσσους του Ωκεανού. Γνώριζε τα μυστικά του Ουρανού, όπως και το ότι ο Κόσμος είναι μια μεγάλη σφαίρα.
Κάποτε ο Ηρακλής έρχεται σ' αυτά τα μακρινά μέρη για να πάρει τα μήλα των Εσπερίδων και να πραγματοποιήσει έτσι έναν από τους δώδεκα άθλους του. Συναντά τον Άτλαντα, που πηγαίνει ο ίδιος να φέρει τα μήλα από τον κήπο των Εσπερίδων, αφήνοντας για λίγο το φορτίο του στους ώμους του Ηρακλή. Ο Άτλας όμως σκέφτηκε πονηρά, θέλησε ν' αρπάξει την ευκαιρία και ν' απαλλαγεί από τα βάσανά του, προτείνοντας στον Ηρακλή να πάει ο ίδιος τα μήλα στον Ευρυσθέα, βασιλιά του Άργους, που τα είχε ζητήσει από τον ήρωα. Εκείνος, ευτυχώς, ήταν προσεκτικός -όπως τον είχε συμβουλέψει ο Προμηθέας- τον οποίο είχε ήδη ελευθερώσει ο Ηρακλής από τα δεσμά του στον Καύκασο. Έτσι κατάλαβε το τέχνασμα του Άτλαντα και προσποιήθηκε πως δέχεται. Ζήτησε τότε από τον Τιτάνα να ξαναπάρει για μια στιγμή το φορτίο, ώστε ο ίδιος να βάλει στον ώμο του, που δήθεν πονούσε από το βάρος, ένα μαξιλαράκι. Ο Άτλας τον πίστεψε, το ξαναφορτώθηκε τάχα για λίγο και ο Ηρακλής μπόρεσε να επωφεληθεί από την αλλαγή πήρε τα μήλα κι έφυγε, αφήνοντας πίσω του τον Άτλαντα, αιώνια καταδικασμένο.
Υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή. Ληστές είχαν αρπάξει τις κόρες του Άτλαντα, τις Εσπερίδες. Ο Ηρακλής καταφέρνει να τους σκοτώσει και να ξαναφέρει τις κόρες πίσω στον πατέρα τους. Εκείνος τότε, για να τον ανταμείψει, του μεταφέρει τις απέραντες γνώσεις του, τα μυστικά του Ουρανού και την αστρονομία.
Κάποτε και ο Περσέας έφτασε στα μέρη του Άτλαντα. Αυτός όμως του φέρθηκε εχθρικά και προσπάθησε να εξοντώσει τον Περσέα. Ο Περσέας κρατούσε μαζί του τη φοβερή κεφαλή της Μέδουσας, που απολίθωνε όποιον την κοιτούσε. Μ' αυτόν τον τρόπο εξουδετερώνει τον Άτλαντα και τον μετατρέπει σε ψηλό βράχο, είναι από τότε ένα πελώριο βουνό που αλλιώς το έλεγαν κολόνα του Ουρανού και που, σύμφωνα με την παράδοση, βρισκόταν στη σημερινή Λιβύη της Αφρικής έξω από τη Μεσόγειο, προς την πλευρά του Ωκεανού, γι' αυτό και ο Ωκεανός ονομάζεται Ατλαντικός. Άλλοι τον τοποθετούσαν σε χώρα ακόμα πιο μακρινή.
Ένας άλλος μύθος μας πληροφορεί ότι ο Άτλαντας ήταν ο πρωτότοκος γιος του Ποσειδώνα. Ο ίδιος τον είχε ορίσει βασιλιά σ' ένα παραμυθένιο νησί, πέρα από τον Ωκεανό. Το νησί αυτό ονομάστηκε από τον ίδιο Ατλαντίδα.
Ο ρόλος του Άτλαντα είναι, όπως είδαμε, να κρατά τον Ουρανό, καθώς στέκεται ανάμεσα σ' αυτόν και στη Γη. Μ' αυτή την έννοια, ο Άτλαντας είναι ένας τρόπος να συμβολίζεται η πράξη της δημιουργίας του Κόσμου. Ο Κόσμος προέκυψε από το Χάος, που μέχρι τότε επικρατούσε και όπου όλα ήταν ανακατεμένα μεταξύ τους. Κάποια στιγμή τα στοιχεία του Σύμπαντος χωρίστηκαν και ο Κόσμος διακρίθηκε στα μέρη του. Έτσι και ο Άτλαντας χωρίζει τον Ουρανό από τη Γη, κάτι δηλαδή σαν αυτό που είχε πράξει ο Κρόνος για πρώτη φορά.
Φαίνεται πως για τους αρχαίους ο Άτλας και οι τέσσερις γιοί του Ιαπετού συμβόλιζαν τους ακρογωνιαίους λίθους στο οικοδόμημα του κόσμου, καθώς και τα σημεία προσανατολισμού τους. Επίσης, με τη θέση και τις απέραντες γνώσεις που είχε θεωρούνταν δικαιολογημένα ο εφευρέτης και πρώτος δάσκαλος της αστρονομίας.


ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές της ελληνικής μυθολογίας είναι ο Ασκληπιός. Το όνομά του έχει συνδεθεί με την επιστήμη της ιατρικής και θεωρείται μάλιστα ότι ήταν ο πρώτος γιατρός.
Γιος ενός θεού και μιας θνητής, ο Ασκληπιός δε συγκαταλεγόταν στους ισχυρούς θεούς που κατοικούσαν στον Όλυμπο, αλλά θεωρούνταν απλός ήρωας, που είχε θεϊκή καταγωγή. Υπήρξε όμως ιδιαίτερα αγαπητός στους ανθρώπους, που τον τιμούσαν και τον σέβονταν. Ίσως επειδή δεν ήταν απλησίαστος και δεν προκαλούσε φόβο όπως οι υπόλοιποι θεοί. Αντίθετα, η θέση του ήταν πάντα κοντά στους ανθρώπους, για το καλό των οποίων πρόσφερε τις γνώσεις του.
Η φήμη του είχε απλωθεί σ' όλο τον ελλαδικό χώρο, αλλά κι έξω απ' αυτόν. Ο ιατρός θεός φρόντιζε να εξαπλωθεί η ιατρική και να θεραπεύονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι, να χτίζει ειδικά κτίρια όπου εκεί συγκεντρώνονταν οι ασθενείς αναζητώντας θεραπεία. Τη δραστηριότητά του συνέχιζαν στα ιερά του Ασκληπιού οι ιερείς του, οι Ασκληπιάδες.
Ήταν τόσο μεγάλη η λατρεία του Ασκληπιού που αντιμετωπιζόταν ισοδύναμα με τους άλλους θεούς. Άλλωστε κι ο Ασκληπιός, όπως κι ο Ηρακλής, στο τέλος αποθεώθηκε, έγινε δηλαδή δεκτός στη θεϊκή κατοικία του Ολύμπου.
Η καταγωγή του, όπως είπαμε, ήταν θεϊκή. Υπήρξε ο καρπός ενός από τους πολλούς έρωτες του Απόλλωνα. Ο ωραίος θεός ερωτεύτηκε μια βασιλοπούλα, την όμορφη Κορωνίδα, κι απέκτησε μ' αυτήν ένα γιο. Προτού όμως γεννηθεί το βρέφος η νέα παραδόθηκε στον έρωτα ενός ξένου, που λεγόταν Ισχύς. Γρήγορα μετάνιωσε για την επιπόλαιη πράξη της, ήταν όμως πλέον αργά. Ο Απόλλωνας, που κατάλαβε την απάτη της, εξοργισμένος ζήτησε από την αγαπημένη του αδερφή, την Άρτεμη, να τιμωρήσει τη νεαρή Κορωνίδα για την ασέβειά της. Η Ολύμπια θεά τότε σκότωσε με τα βέλη της την ίδια κι άλλες γυναίκες μαζί. Ίσως μάλιστα αυτή να ήταν η αιτία μιας μεγάλης θανατηφόρας επιδημίας που έπεσε στην περιοχή. Γι' αυτό πολλές φωτιές άναβαν για να καίνε τα πτώματα.
Όταν οι ανελέητες φλόγες τύλιξαν το νεκρό σώμα της βασιλοπούλας, ο Απόλλωνας που παρακολουθούσε, δεν άντεξε να βλέπει να πεθαίνει μαζί της και το παιδί του. Αμέσως όρμησε στη φωτιά, έβγαλε από την κοιλιά της μητέρας του το ζωντανό ακόμη βρέφος και το πήγε στη Μαγνησία, στον Κένταυρο Χείρωνα.
Ο Κένταυρος γνώριζε πολύ καλά τις ιδιότητες των βοτάνων. Μεγαλώνοντας κοντά του ο Ασκληπιός έμαθε την ιατρική τέχνη. Άρχισε να γίνεται μάλιστα τόσο γνωστός για τις θεραπευτικές του ικανότητες, ώστε από κάθε γωνιά της Ελλάδας έρχονταν να τον βρουν άνθρωποι άρρωστοι ή τραυματισμένοι, απογοητευμένοι, πολλές φορές, ότι θα γίνουν μια μέρα καλά. Ο Ασκληπιός τους διέψευδε και θεράπευε κάθε είδος νοσήματος. Άλλοτε τους έδινε την υγειά τους με βότανα, άλλοτε με θαυματουργικές αλοιφές που κατασκεύαζε ο ίδιος κι άλλοτε με μαγικά και προσευχές. Άλλους θεράπευσε από τη μανία, όπως λένε ότι έκανε στις κόρες του Προίτου, όταν η Ήρα τους έστειλε τρέλα. Άλλους τους έκανε και πάλι να περπατήσουν και σ' άλλους έδινε πίσω το φως τους.
Ενδεικτικό της μεγάλης δραστηριότητας που ανέπτυξε είναι ότι βρέθηκαν πάρα πολλά ιερά του διασκορπισμένα στον ελλαδικό χώρο. Βέβαια, πολλά δημιουργήθηκαν από τους ιερείς του. Το πιο ξακουστό είναι το Ασκληπιείο της Επιδαύρου και ακολουθούν της Αθήνας, της Κως, απ' όπου κατάγεται και ο πατέρας της ιατρικής επιστήμης ο Ιπποκράτης, και της Περγάμου. Όταν οι ασθενείς προσέρχονταν στο ιερό αναζητώντας θεραπεία, δεν τους επιτρεπόταν η είσοδος, παρά μετά τον εξαγνισμό τους. Έπλεναν το σώμα τους, τελούσαν θυσία προς το θεό και έκαναν αυστηρή νηστεία. Το βράδυ γίνονταν δεκτοί στο ιερό όπου και θα περνούσαν τη νύχτα τους.
Ο Ασκληπιός, ως γιος του Απόλλωνα, είχε και μαντικές ικανότητες ή όπως πιστεύουν πολλοί φανέρωνε στους θνητούς τις αποκαλύψεις του πατέρα του σ' αυτόν, όπως παράδειγμα έκανε κι η Πυθία. Είτε αυτό ήταν αληθινό είτε όχι, ο Ασκληπιός έδινε πάντως τις ιατρικές του συνταγές με τη μορφή χρησμών. Οι ιερείς του υποστήριζαν, στους ασθενείς που διανυκτέρευαν στο ιερό του, πως ο θεός θα τους επισκεφτεί με μορφή ονείρου και θα τους φανέρωνε το φάρμακο που θα τους θεράπευε
. Ο μεγάλος ιατρός θεός όμως, όχι απλά θεράπευε κάθε ασθένεια, αλλά μπορούσε ν' αναστήσει ακόμη και νεκρούς. Έτσι όταν η θεά Άρτεμη του ζήτησε ν' αναστήσει τον αγαπημένο της Ιππόλυτο, τον επανέφερε στη ζωή.

Αυτή η θαυματουργική ικανότητά του στάθηκε αιτία του θανάτου του. Λέγεται ότι με την ανάσταση κάποιου νεκρού θύμωσε πολύ ο Δίας και τυφλωμένος από την οργή του χτύπησε τον Ασκληπιό με τον κεραυνό του.
Άλλοι λένε ότι δεν ήταν η προσωπική οργή που έσπρωξε το βασιλιά των θεών να σκοτώσει τον Ασκληπιό, αλλά η οργή του Άδη. Ο θεός του Κάτω Κόσμου διαμαρτυρήθηκε στον Δία πως ο γιος του Απόλλωνα δεν άφηνε τους ανθρώπους να πεθάνουν, κι όλο και λιγότεροι έρχονταν στο βασίλειό του.
Ο πατέρας του, ο Απόλλωνας, πληγώθηκε βαθιά για το χαμό του γιου του. Τον είχε ήδη σώσει από το θάνατο μια φορά, όταν βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρας του. Όμως, αυτή τη φορά ήταν ανήμπορος ν' αντιδράσει. Ήταν τόση η λύπη και η οργή του, που για να εκδικηθεί για το θάνατο του αγαπημένου του γιου, σκότωσε τους Κύκλωπες. Αυτοί είχαν δωρίσει στον Δία τον κεραυνό που κρατούσε πάντα στο χέρι του και που μ' αυτόν έκοψε το νήμα της ζωής του Ασκληπιού.

ΓΛΑΥΚΟΣ
O Γλαύκος ήταν δαίμονας της θάλασσας και λατρευόταν σε πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας. Τον φαντάζονταν ως κήτος ή με ανθρώπινη μορφή, που είχε γένια από φύκια και όστρακα κολλημένα σ' όλο του το σώμα. Συνόδευε το Νηρέα στις θαλάσσιες περιπλανήσεις του, μαζί με τις Αλκυόνες και τις Νηρηίδες, το φίλο του Μελικέρτη και τα άλλα πνεύματα του νερού. Οι ναυτικοί απευθύνονταν σ' αυτόν, για να τους προστατέψει από τους κινδύνους, τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν• τον αποκαλούσαν από σεβασμό "Γέροντα" ή "Γέρο θαλασσινό", όπως άλλωστε και τον Φόρκη, τον Τρίτωνα, τον Πρωτέα και τον Νηρέα. Πίστευαν πως μια φορά το χρόνο διέσχιζε τις θάλασσες και επισκεπτόταν όλα τα νησιά και τα λιμάνια, για να δείξει σ' όλους την αγάπη του. Όπως και άλλοι θεοί της θάλασσας, είχε προφητικές ικανότητες και μάλιστα έλεγαν ότι ο ίδιος ο Απόλλωνας είχε μαθητεύσει κοντά του.
Ο παλιότερος μύθος για τον Γλαύκο προέρχεται από την παραλιακή πόλη Ανθηδόνα της Βοιωτίας, απέναντι από την Εύβοια. Οι ψαράδες εκεί διηγούνταν πως ο Γλαύκος ήταν κάποτε συνάδελφός τους. Μια μέρα, εκεί που ήταν ξαπλωμένος σ' ένα λιβάδι για να ξεκουραστεί από το ψάρεμα, πρόσεξε ότι ένα από τα ψάρια που είχε πιάσει δάγκωσε το χορτάρι -το ίδιο που και ο ίδιος ήταν ξαπλωμένος- ξαναζωντάνεψε κι έπεσε στη θάλασσα. Έκπληκτος αποφάσισε να δοκιμάσει και ο ίδιος• ένιωσε τότε μια υπερκόσμια δύναμη και πήδηξε στη θάλασσα. Οι θεοί θέλησαν να τον κρατήσουν ανάμεσά τους ως αθάνατο και του αφαίρεσαν τη θνητή του υπόσταση.
Μεταγενέστεροι μύθοι έλεγαν πως πήδησε στη θάλασσα από απελπισία, επειδή οι θεοί τον έκαναν βέβαια αθάνατο, δεν του χάρισαν όμως και την αιώνια νεότητα. Μια άλλη πιθανή εκδοχή ήταν ότι λούστηκε στα νερά μιας πηγής που χάριζε την αθανασία. Επειδή οι συμπατριώτες του δεν τον πίστεψαν κι εκείνος δεν μπορούσε να τους αποδείξει τη νέα του φύση, έπεσε στη θάλασσα. Τέλος, έλεγαν ότι ο Γλαύκος ρίχτηκε στο πέλαγος από αγάπη για τον αγαπημένο του φίλο Μελικέρτη• ο Μελικέρτης ήταν θνητός, που πριν τον Γλαύκο είχε πέσει στη θάλασσα και οι θεοί τον είχαν κάνει αθάνατο. Ως θαλασσινός δαίμονας ονομαζόταν έπειτα Παλαίμονας.
Παππούς του Γλαύκου ήταν ο Λάρυμνος και ως γονείς του αναφέρονται οι ακόλουθοι: ο Ανθηδόνας και η Αλκυόνη, ο Πόλυβος και η Εύβοια, ο Κοπέας και η Εύβοια ή ο Ποσειδώνας και κάποια Ναϊάδα. Πίστευαν πως ο Γλαύκος είχε αγαπήσει την Ύδνα, κόρη ενός περίφημου δύτη, του Σκύλλου, καθώς και τη Σύμη, κόρη του Ιαλυσού και της Δωρίδας. Τη Σύμη την απήγαγε και την έφερε στην ακτή της Μικράς Ασίας, όπου και εγκαταστάθηκαν σ' ένα νησάκι. Από τότε το νησί αυτό έχει το όνομα της κόρης.
Ο Γλαύκος είχε αγαπήσει κι άλλες κοπέλες, οι έρωτές του αυτοί, όμως, ήταν άτυχοι. Είχε προσπαθήσει να κατακτήσει την όμορφη Σκύλλα, εκείνη όμως τον απέκρουσε. Εκείνος τότε, με τη βοήθεια της Κίρκης ή του Ποσειδώνα, τη μάγεψε και την έκανε τέρας φοβερό.
Επίσης πλησίασε την Αριάδνη, όταν ο Θησέας την είχε εγκαταλείψει στη Νάξο. Ο Γλαύκος ήρθε τάχα να την παρηγορήσει, τον σταμάτησε όμως έγκαιρα ο Διόνυσος και τον έδεσε.Την ικανότητά του να προλέγει το μέλλον την είχε χρησιμοποιήσει για να βοηθήσει αρκετούς ταξιδιώτες. Είχε παρουσιαστεί στον Μενέλαο, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας, για να του προφητέψει τα μελλούμενα, καθώς και στους Αργοναύτες για το ταξίδι τους. Άλλωστε, είχε ήδη λάβει μέρος ο ίδιος στη ναυπήγηση του καραβιού τους, της Αργώς.
Οι ψαράδες, γενικά, τον φαντάζονταν να κάθεται ψηλά σ' ένα βράχο και να προλέγει τις συμφορές τους, θρηνώντας ταυτόχρονα για τη δική του αθανασία. Εκείνοι, κουρνιασμένοι στη βάρκα τους, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο ν' αποτρέψουν το κακό, με προσευχές στους θεούς να τους εξευμενίσουν.


ΟΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ
Οι Διόσκουροι ήταν παιδιά του Δία και της Λήδας και αδέρφια της ωραίας Ελένης. Ήταν θεοί του φωτός και προσωποποιούσαν για τους Έλληνες την εντιμότητα, τη γενναιοψυχία, την τόλμη, την ευγένεια και την αρετή. Ήταν προστάτες των καραβιών και των ναυτικών. Οι Έλληνες τους λάτρευαν και τους τιμούσαν σαν θεούς, ενώ συχνά ζητούσαν από αυτούς συμπαράσταση και βοήθεια στις δύσκολες ώρες. Ήταν οι προστάτες και σωτήρες των θνητών.
Σύμφωνα με το μύθο, η Λήδα, από την ένωσή της με τον Δία, γέννησε δυο αβγά. Από το πρώτο γεννήθηκε η Ελένη, ενώ από το δεύτερο δύο δίδυμα αγόρια, οι Διόσκουροι, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Κάστορας ήταν γιος του νόμιμου συζύγου της Λήδας, του Τυνδάρεου, βασιλιά της Σπάρτης, και γι' αυτό ήταν θνητός, ενώ ο Πολυδεύκης ήταν γιος του Δία και επομένως αθάνατος. Ο Όμηρος τοποθετεί τη γέννησή τους στον Ταΰγετο, άλλοι κοντά στο νησί Πέφιο και τέλος μια τρίτη εκδοχή αναφέρει ότι ο Ερμής τους μετέφερε στην αχαϊκή πόλη Πελλήνη, όπου και μεγάλωσαν.Οι δυο νέοι ήταν αχώριστοι και κέρδιζαν πάντοτε το θαυμασμό και τη συμπάθεια των γύρω τους για την ευγένεια της ψυχής, το θάρρος, τη γενναιότητα και τις ικανότητές τους.
Ο Κάστορας αναδείχτηκε σε ασύγκριτο καβαλάρη και δαμαστή αλόγων, ενώ ο Πολυδεύκης σε ατρόμητο και ανίκητο πυγμάχο. Πολυάριθμοι θρύλοι γεννήθηκαν γύρω από τα πρόσωπα αυτών των μυθικών ηρώων. Από τους πιο γνωστούς είναι οι εξής:
Όταν ο βασιλιάς της Αθήνας Θησέας, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Πειρίθου, αρχηγό των Λαπήθων, έκλεψαν την πανέμορφη Ελένη, σε ηλικία εφτά και κατ' άλλους έντεκα χρόνων, μέσα από το ναό της Ορθίας Αρτέμιδας, οι Διόσκουροι ξεκίνησαν εκστρατεία για να ελευθερώσουν την αδερφή τους. Τη νεαρή Ελένη είχε κρύψει η μητέρα του Θησέα Αίθρα στις Αφίδνες. Οι Διόσκουροι, αφού νίκησαν το βασιλιά των Αφιδνών, τον Αφίδνα, ελευθέρωσαν την αιχμάλωτη Ελένη και κατέστρεψαν την πόλη του Θησέα την Αθήνα.Ένας ναός στο Άργος αφιερωμένος στην Ελευθερία θεωρείται ότι χτίστηκε από την Ελένη, σε ανάμνηση του γεγονότος της απελευθέρωσής της από τον Θησέα. Το παιδί που γεννήθηκε από τον παράνομο αυτόν έρωτα ήταν κατά την παράδοση η Ιφιγένεια, την οποία η Ελένη εμπιστεύτηκε στην αδερφή της Κλυταιμνήστρα, σύζυγο του Αγαμέμνονα.
Σύμφωνα με το μύθο, οι Διόσκουροι πήραν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία για την αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος. Η συμβολή τους στην επιτυχία της εκστρατείας ήταν μεγάλη. Ο Πολυδεύκης σκότωσε το βασιλιά των Βεβρύκων Άμυκο ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, αφού τον νίκησε, του χάρισε τη ζωή. Οι Διόσκουροι πολέμησαν, μαζί με τους υπόλοιπους Αργοναύτες, το φοβερό χάλκινο γίγαντα Τάλω, που εμπόδιζε οποιονδήποτε ξένο να πατήσει τη γη του βασιλιά Μίνωα, στην Κρήτη. Τον Τάλω, κατά το μύθο, εξόντωσε η Μήδεια. Όταν, ακόμα, η Αργώ κινδύνευε να βυθιστεί από τα μανιασμένα κύματα, κάπου κοντά στα παράλια της Θράκης, οι Διόσκουροι έσωσαν το πλοίο και τους συντρόφους τους. Δυο φωτεινά αστέρια κατέβηκαν από τον ουρανό και στάθηκαν πάνω από τα κεφάλια των θρυλικών ηρώων. Τα κύματα ημέρωσαν, η θάλασσα γαλήνεψε και η Αργώ συνέχισε το ταξίδι της. Οι Διόσκουροι φέρονται ακόμη να πολέμησαν και ενάντια στους γιους του Ιπποκόοντα, που είχαν διώξει τον Τυνδάρεο από το θρόνο της Σπάρτης.
Σχετικά με το τέλος των δυο ηρώων υπάρχουν αρκετές εκδοχές που πλέκονται γύρω από τον ίδιο βασικά μύθο. Τη σύγκρουση των Διόσκουρων με τους Λυγκέα και Ίδα, γιους του Αφαρέα, αδερφού του Τυνδάρεου. Ο Ίδας ήταν, κατά τον Όμηρο, ο δυνατότερος των θνητών, ενώ ο Λυγκέας είχε τόσο διαπεραστικά μάτια που τρυπούσαν ακόμη και μέταλλα.Τα τέσσερα ξαδέρφια μάλωσαν κάποτε στη μοιρασιά ενός κοπαδιού από βόδια. Τη μοιρασιά είχε αναλάβει ο Ίδας. Πρότεινε να κόψουν ένα βόδι στα τέσσερα και να το μοιραστούν. Όποιος θα έτρωγε γρηγορότερα το μερίδιό του, θα κέρδιζε το μισό κοπάδι, ενώ ο δεύτερος το άλλο μισό. Οι υπόλοιποι δέχτηκαν. Ο Ίδας όμως αφού έφαγε γρήγορα το δικό του κομμάτι, έφαγε και το μερίδιο του αδερφού του.
Κέρδισε λοιπόν και πήρε όλο το κοπάδι στην πατρίδα του, τη Μεσσηνία. Θυμωμένοι οι Διόσκουροι, εισέβαλαν στη Μεσσηνία, πήραν την αγέλη και έστησαν καρτέρι στα δυο αδέρφια.
Ο Πολυδεύκης σκότωσε τον Λυγκέα, αλλά ο Ίδας σκότωσε τον Κάστορα. Κατ' άλλους απλώς τον τραυμάτισε, αλλά τη στιγμή εκείνη επενέβη ο Δίας. Έριξε τον κεραυνό του και έκαψε τον Ίδα μαζί με τον άμοιρο Κάστορα που βρισκόταν δίπλα του. Απαρηγόρητος ο Πολυδεύκης παρακάλεσε τον πατέρα του, τον Δία, να λυπηθεί τον αγαπημένο του αδερφό και να του χαρίσει τη ζωή, γιατί ούτε γι' αυτόν πια θα είχε κανένα νόημα η ζωή. Ο Δίας, που εισάκουσε τις παρακλήσεις του γιου του, εμφανίστηκε μπροστά του. Η μοίρα του Κάστορα δεν μπορούσε ν' αλλάξει, γιατί των θνητών η μοίρα είναι ο θάνατος και ο Κάστορας ήταν γιος ενός θνητού, του Τυνδάρεου.
Ο Πολυδεύκης όμως είχε μπροστά του δύο επιλογές: ή να ζήσει για πάντα στον Όλυμπο, μαζί με τους αθάνατους, ή να μοιραστεί την τύχη του αδερφού του και να ζει τη μισή του ζωή στον ουρανό και την άλλη μισή κάτω από τη γη. Χωρίς άλλη σκέψη, ο Πολυδεύκης δέχτηκε τη δεύτερη επιλογή. Από τότε τα δυο αδέρφια ζουν εναλλάξ στον ουρανό. Με το μύθο αυτόν οι Έλληνες προσπαθούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο της ανατολής και της δύσης, του ήλιου και της σελήνης. Ο πανίσχυρος και αθάνατος Ήλιος, -που είναι ο Πολυδεύκης- χάνεται κάθε βράδυ κάτω από τη Γη, για το χατίρι της Σελήνης -του Κάστορα- που την ίδια στιγμή παίρνει τη θέση του στον ουρανό.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή οι Διόσκουροι συγκρούστηκαν με τους Αφαρίδες, γιατί οι πρώτοι έκλεψαν τις κόρες του Λεύκιππου, Φοίβη και Ιλάειρα, την ημέρα που γίνονταν οι γάμοι τους με τον Ίδα και τον Λυγκέα. Οι Αφαρίδες όμως τους κυνήγησαν και στη σύγκρουση σκοτώθηκαν ο Ίδας και ο Λυγκέας, καθώς και ο άμοιρος Κάστορας, κατ' άλλους από το χέρι του Ίδα και κατ' άλλους από τον κεραυνό του Δία. Τότε ο απαρηγόρητος Πολυδεύκης ζήτησε από τον Δία να μοιραστεί την τύχη του αδερφού του στη ζωή και στο θάνατο.


ΗΒΗ
H Ήβη κόρη του Δία και της Ήρας. Σύμφωνα με ένα μύθο η Ήρα δεν έσμιξε με τον Δία, αλλά έγινε μητέρα της Ήβης μ' έναν πολύ περίεργο τρόπο: όταν κάποτε ο Απόλλωνας την είχε καλέσει σ' ένα γεύμα, έφαγε άγρια μαρούλια κι έτσι έμεινε έγκυος. Η Ήβη συμβόλιζε πάνω απ' όλα τη νιότη, τη ζωντάνια, την ορμή και την ομορφιά αυτής της ηλικίας του ανθρώπου. Αυτή είχε αναλάβει να προσφέρει στους θεούς νέκταρ και αμβροσία. Η αμβροσία ήταν η τροφή που τους διατηρούσε πάντα νέους και τους προφύλασσε από τη φθορά του χρόνου.
Έτσι, οι θεοί ήταν πάντα δυνατοί και ωραίοι και η Ήβη αποτελούσε την προσωποποίηση της αιώνιας νεότητας. Ωστόσο, το ρόλο του οινοχόου, κάποια στιγμή, η Ήβη έπαψε να τον έχει, όταν γλίστρησε κι έπεσε και η θέα της γύμνιας της σοκάρισε τους θεούς. Κάτι τέτοιο ήταν ανάρμοστο για τα ήθη των κατοίκων του Ολύμπου κι από τότε τη θεώρησαν ανάξια να επιτελεί τα καθήκοντά της. Την αντικατέστησε πολύ γρήγορα ο Γανυμήδης, που είχε τη φήμη του "ωραιότερου των θνητών", καθώς και του αγαπημένου του Δία. Έλεγαν πως για την ομορφιά του τον είχε αρπάξει ένας αετός με εντολή του Δία και τον ανέβασε στον Όλυμπο ή τον είχε απαγάγει ο ίδιος ο Δίας, για να τον θέσει στην υπηρεσία του.
Συνέχισε, όπως ήταν φυσικό, η Ήβη να κατοικεί μαζί με τους θεούς και μετά την αντικατάστασή της. Ήταν μέλος της χορευτικής ομάδας του Ολύμπου, μαζί με τον Γανυμήδη, τις Χάριτες, τις Ώρες, την Αρμονία, την Αφροδίτη και ίσως και την Άρτεμη. Το χορό συνόδευαν με μουσική οι Μούσες και ο Απόλλωνας με τη λύρα του. Πολύ δυνατή ήταν και η σχέση της Ήβης με τη μητέρα της. Τη βοηθούσε σ' όλες τις δουλειές που είχε να κάνει κι ετοίμαζε το αμάξι της, όταν έπρεπε να φύγει. Ακόμη, φρόντιζε και περιποιόταν τον αδερφό της, τον πολεμόχαρο Άρη, κάθε φορά που γυρνούσε από τις μάχες του.
Η Ήβη αποτέλεσε και την επισφράγιση της συμφιλίωσης της Ήρας και του Ηρακλή, που ήταν βέβαια γιος του Δία, είχε όμως άλλη μητέρα. Όταν ο ήρωας έγινε δεκτός ως μέλος των θεών του Ολύμπου, εκείνη τον αρραβωνιάστηκε και έπειτα τον παντρεύτηκε. Από το γάμο τους γεννήθηκαν δυο παιδιά, ο Αλεξιάρης και ο Ανίκητος. Επιπλέον, με το γάμο αυτόν ο Ηρακλής θα έμενε για πάντα νέος, μακριά από κάθε κακό, χάρη στην αμβροσία που του εξασφάλιζε η γυναίκα του. Λέγεται, μάλιστα, πως ο ανιψιός του Ηρακλή, ο Ιόλαος, μπόρεσε να ξαναβρεί τα πρώτα του νιάτα, χάρη στην Ήβη, έπειτα από μεσολάβηση του Ηρακλή.

ΘΕΜΙΔΑ
Η Θέμιδα ήταν η θεά που συμβόλιζε τη δικαιοσύνη και ήταν υπεύθυνη για την τήρηση της ηθικής τάξης σε θεούς κι ανθρώπους. Ήταν κόρη του Ουρανού και της Γαίας, δηλαδή της Γης, όπως και η Ρέα, η Μνημοσύνη και ο Ωκεανός, ο Υπερίωνας, ο Κρόνος και οι υπόλοιποι Τιτάνες. Οι Τιτάνες ήταν οι άρχοντες του κόσμου, πριν κυριαρχήσουν ο Δίας και οι θεοί του Ολύμπου.
Υπήρχε ένας μύθος που έλεγε ότι στη γέννηση του Δία η Θέμιδα ήταν εκείνη που παρέλαβε το νεογέννητο και το εμπιστεύθηκε στην Αμάλθεια, στην Κρήτη, για να το μεγαλώσει. Αυτό όμως δεν εμπόδισε αργότερα τη Θέμιδα να γίνει και γυναίκα του στη συνέχεια. Πίστευαν πως η Θέμιδα ήταν η πρώτη σύζυγος του Δία και πως οδηγήθηκε μέσα σε χρυσό άρμα στις πηγές του Ουρανού και στους λαμπρούς δρόμους του Ολύμπου. Εκεί την περίμενε ο Δίας. Από το γάμο τους γεννήθηκαν οι Ώρες, που ήταν υπεύθυνες για τα έργα των ανθρώπων και τους καρπούς των προσπαθειών και των κόπων τους. Αυτές ήταν η Ειρήνη, η Δίκη και η Ευνομία.
Η Θέμιδα γέννησε ακόμη τις Εποχές, που επέβλεπαν την παραγωγή των καρπών, καθώς και τις Μοίρες, που μοίραζαν στον κάθε θνητό τα καλά ή τα κακά: την Κλωθώ, τη Λάχεση και την Άτροπο. Ο ποιητής Αισχύλος τη θεωρούσε μητέρα και του Προμηθέα, σε αντίθεση με την κοινή πίστη πως γονείς του ήταν ο Ιαπετός και η Ωκεανίδα Κλυμένη. Παρόλο που θα περίμενε κανείς πως η Θέμιδα και η Ήρα θα ήταν αντίζηλες, ως πρώτη και δεύτερη σύζυγος του ίδιου άντρα, που μάλιστα ήταν και βασιλιάς θεών κι ανθρώπων, οι ίδιες ήταν στενές φίλες.
Η Θέμιδα ήταν πιστή σύμβουλος του Δία και έθεσε η ίδια τέρμα μαζί με το βασιλιά των θεών στον Τρωικό πόλεμο, όταν είχε πλέον σημάνει η ώρα. Φρόντιζε, επίσης, για την προστασία των αδυνάτων και της φιλοξενίας, που ήταν θεωρούνταν ιερή. Η Θέμιδα ήταν πάνσοφη και προικισμένη με μαντικές ικανότητες. Σε κείνη ανήκε το μαντείο των Δελφών, που τελικά το παραχώρησε στην αδερφή της, τη Φοίβη. Εγγονός της Φοίβης ήταν ο Απόλλωνας, που θα γινόταν αργότερα και ο τελικός κάτοχος του μαντείου. Πάνω απ' όλα όμως, η Θέμιδα ήταν αρμόδια για την επικράτηση της δικαιοσύνης και την τήρηση των κανόνων του δικαίου από θεούς κι ανθρώπους. Το όνομά της σήμαινε τους νόμους της φύσης, τους νόμους της συμβίωσης θεών κι ανθρώπων και κυρίως τους νόμους της συμβίωσης των δύο φύλων, ώστε αυτή να είναι αρμονική. "Θέμις" θα πει πάνω απ' όλα άνδρες και γυναίκες να ενώνονται με την αγάπη.

ΙΡΙΔΑ
Η Ίριδα ήταν κόρη του Θάμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας. Φορούσε κοντό χιτώνα, χρυσά φτερωτά πέδιλα και κρατούσε στο χέρι κηρύκειο. Ήταν φτερωτή και ορμητική σαν θύελλα, γνωστή ως πιστή και γοργοπόδαρη αγγελιοφόρος των θεών. Μετέφερε τα μηνύματά τους, είτε σε άλλους θεούς, είτε στους ανθρώπους, ή πάλι της ανέθεταν να μεσολαβεί ανάμεσα στους θεούς, κάθε φορά που προέκυπτε κάποιο πρόβλημα.
Αδερφές της θεωρούνταν οι Άρπυιες, που ήταν κι αυτές φτερωτές, ανάλαφρες και αεικίνητες, σαν τον άνεμο και τη θύελλα και ζευγάρωνε με τον Ζέφυρο.
Βασικό της καθήκον ήταν να συμβάλλει στην απονομή δικαιοσύνης, κάθε φορά που ξεσπούσαν καβγάδες ή αντιζηλίες στον Όλυμπο μεταξύ των θεών, ή ακόμη σε περίπτωση που κάποιος θεός έλεγε ψέματα. Τότε η Ίριδα έπρεπε να πετάξει ψηλά μέχρι την κατοικία της Στύγας, εκεί όπου ο Ουρανός στηριζόταν πάνω σε ασημένιες κολόνες. Από το σημείο εκείνο έπεφτε το περίφημο ιερό νερό της Στύγας, με το οποίο γέμιζε η Ίριδα ένα χρυσό κύπελλο και το πήγαινε στον Όλυμπο. Αν κάποιος θεός ορκιζόταν στο νερό αυτό ψέματα, έπεφτε κάτω αμέσως, χωρίς πνοή και χωρίς να έχει τις αισθήσεις του κι έμενε έτσι για πολύ καιρό• δεν έτρωγε αμβροσία ούτε έπινε νέκταρ. Στη συνέχεια έμενε για εννιά χρόνια αποκλεισμένος από τα συμπόσια των θεών, καθώς και από την προστασία τους.
Η Ίριδα δεν εκτελούσε μόνο τις αποστολές που της ανέθεταν, αλλά συχνά αναλάμβανε και η ίδια πρωτοβουλία. Στην Ιλιάδα τη βλέπουμε να ορμά και να βγάζει από τη μάχη την Αφροδίτη, που είχε πληγωθεί. Επίσης μπαίνει στο δωμάτιο της Ελένης και την προτρέπει να βγει έξω και να καμαρώσει τον Πάρη και τον Μενέλαο, που πρόκειται να μονομαχήσουν. Συχνά προπορεύεται στις γαμήλιες τελετές του Ολύμπου και παραστέκει τη νύφη, όπως στους γάμους της Θέτιδας και του Πηλέα ή του Δία και της Ήρας.
Βασική αποστολή της Ίριδας -και εξαιρετικά σημαντική- ήταν να μεταφέρει τις εντολές του Δία στους άλλους θεούς, συνήθως στον Ποσειδώνα. Μπορούσε όμως να μεταφέρει και μηνύματα άλλων θεών, όπως είχε συμβεί με την περίπτωση της Λητώς• οι Ολύμπιες θεές, εκτός της Ήρας, κάλεσαν την Ίριδα να επέμβη, ώστε να μπορέσει η Λητώ να γεννήσει επιτέλους τα παιδιά της, την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Η Ήρα, όπως είναι γνωστό, την καταδίωκε και δεν την άφηνε να γεννήσει, κρατώντας στον Όλυμπο την Ειλείθυια, τη θεά που προκαλούσε τους πόνους του τοκετού. Έτσι, η γέννα δεν έλεγε ν' αρχίσει, οπότε η Ίριδα πήγε στον Όλυμπο για να τη φέρει κοντά στην ετοιμόγεννη κρυφά από την Ήρα, αφού υποσχέθηκε ότι θα της δώσει ένα περιδέραιο με εννιά χάντρες σε χρυσή κλωστή. Έτσι ακριβώς την είχαν συμβουλέψει οι θεές του Ολύμπου.
Σ' άλλες περιπτώσεις η Ίριδα μπαίνει στην υπηρεσία της ίδιας της Ήρας• στην Ιλιάδα πείθει για λογαριασμό της τον Αχιλλέα να ξαναμπεί στη μάχη, μόλις σκοτώνεται ο φίλος του Πάτροκλος κι ο Έκτορας θέλει να πάρει το πτώμα του ήρωα. Αργότερα φαίνεται πως πίστευαν πως η Ίριδα μπήκε στην αποκλειστική υπηρεσία της Ήρας• τη φαντάζονταν καθισμένη κάτω, μπροστά στο θρόνο της θεάς, σαν τον πιστό της σκύλο. Δεν έφευγε ποτέ από κοντά της και λαγοκοιμόταν εκεί. Φορώντας τη ζώνη και μη βγάζοντας ποτέ τα πέδιλά της, ήταν πάντοτε σ' επιφυλακή, μήπως τυχόν και της ανατεθεί ξαφνικά κάποια νέα επείγουσα αποστολή από τη βασίλισσα των θεών.
Κάθε φορά που η Ίριδα έπρεπε να πάει μήνυμα στους ανθρώπους από μέρους κάποιου θεού, έπαιρνε τη μορφή κάποιου θνητού. Για παράδειγμα, μεσολάβησε στους Τρώες με τη μορφή ενός γιου του Πρίαμου ή παρουσιάστηκε στην Ελένη ως κουνιάδα της. Η συμπεριφορά της προς τον Αχιλλέα υπήρξε, μάλιστα, ιδιαίτερα ευνοϊκή• όταν ο Πάτροκλος, νεκρός πια, επρόκειτο να καεί στην πυρά, ο Αχιλλέας επικαλέστηκε τους ανέμους, για να φουντώσει η φωτιά με το φύσημά τους. Η Ίριδα τότε έσπευσε να τους συναντήσει αμέσως, ώστε να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του ήρωα. Πραγματικά, τους βρίσκει συγκεντρωμένους στη σπηλιά του Βοριά, όπου ήταν καλεσμένοι σε συμπόσιο. Τους διακόπτει για να τους εξηγήσει το λόγο της άφιξής της και να τους μεταφέρει την ευχή του Αχιλλέα. Ως τόπος λατρείας της Ίριδας είναι γνωστός μόνο ένας στην αρχαιότητα, το νησί της Εκάτης, που βρισκόταν κοντά στη Δήλο.
Το όνομα της Ίριδας σήμερα χρησιμοποιείται με διάφορες σημασίες. Έτσι ονομάζουμε το τμήμα του ματιού μας που είναι έγχρωμο. Ακόμη, υπάρχει ένα φυτό που ονομάζεται ίριδα. Κυρίως όμως σημαίνει το ουράνιο τόξο. Ο Όμηρος, πρώτος, με τη λέξη "ίρις" ονόμασε το φυσικό φαινόμενο της εμφάνισής του στον ουρανό. Ποτέ όμως η θεά Ίριδα δεν αποτέλεσε προσωποποίηση του ουράνιου τόξου. Απεικονίσεις της στην αρχαιότητα υπάρχουν πολλές, παρόλα αυτά σε καμιά τους δεν παριστάνεται ως ουράνιο τόξο η ίδια, ούτε και συνοδεύεται απ' αυτό. Η ουσία είναι πάντως πως η Ίριδα ταυτίζεται με το ουράνιο τόξο στη σκέψη των ανθρώπων, αρχικά η ίδια κι αργότερα το φόρεμά της ή ο δρόμος της.
Σ' αυτήν ακριβώς την ταύτιση βασίζεται και η καθιέρωση της Ίριδας ως αγγελιοφόρου των θεών• το ουράνιο τόξο μοιάζει να συνδέει τη Γη με τον Ουρανό, τον αέρα με τη θάλασσα και η Ίριδα ως μαντατοφόρος κινείται μεταξύ θεών και ανθρώπων, καθώς και μέχρι τα βάθη της θάλασσας και τον Κάτω Κόσμο, με την ταχύτητα του ανέμου.


ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΧΕΙΡΩΝΑΣ
Ο Κένταυρος Χείρωνας είναι ο πιο γνωστός από τους Κένταυρους. Γιος του Κρόνου και της Ωκεανίδας Φιλύρας και δάσκαλος πολλών γνωστών μυθολογικών ηρώων. Είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε βότανα για τη θεραπεία ασθενειών και τραυμάτων.
Σύμφωνα με το μύθο ο Χείρωνας ανήκε στην ξεχωριστή εκείνη φυλή των Κενταύρων, οι οποίοι είχαν θεϊκή καταγωγή και, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Κένταυρους, ήταν σοφοί, δίκαιοι, καλόκαρδοι, φίλοι και συμπαραστάτες των ανθρώπων.
Οι Έλληνες διηγούνταν ότι ο Κρόνος, ο πατέρας του Δία, ερωτεύτηκε με πάθος παράφορο την πανέμορφη Ωκεανίδα Φιλύρα. Η δύστυχη, φοβούμενη την οργή της γυναίκας του Κρόνου Ρέας, προσπάθησε να αποκρούσει τον Κρόνο. Ο πανίσχυρος θεός εξακολούθησε να πολιορκεί στενά το αντικείμενο του πόθου του. Τότε ο Κρόνος μεταμορφώθηκε σε περήφανο άτι και η Νύμφη μαγεμένη από την ομορφιά του το πλησίασε να το χαϊδέψει. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Κένταυρος Χείρωνας.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η Ρέα, που είχε αντιληφθεί τις προθέσεις του συζύγου της, παρακολουθούσε με άγρυπνο μάτι τις κινήσεις του. Καταδίωξε το ζευγάρι και τους συνέλαβε την ώρα που ανέμελοι γεύονταν τον έρωτά τους. Ο Κρόνος θέλοντας να ξεγελάσει την έξαλλη Ρέα, πήρε τη μορφή αλόγου, ενώ η δυστυχισμένη Φιλύρα, κυνηγημένη από τη ζηλόφθονη Ρέα, κατέφυγε στο Πήλιο. Εκεί έφερε στον κόσμο το παιδί που έσπειρε στα σπλάχνα της ο θεός.
Ορισμένοι διηγούνταν ότι η άτυχη νύμφη, προκειμένου να γλιτώσει την εκδικητική μανία της θεάς, μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο δέντρο.
Ο Χείρωνας ανατράφηκε στο Πήλιο και σύντομα η φήμη για τη σοφία, τις γνώσεις και την αρετή του εξαπλώθηκε σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Νέοι απ' όλα τα μέρη της χώρας μαθήτευαν κοντά του και μοιράζονταν τον πλούτο της καρδιάς και του πνεύματός του. Δίδασκε την ιατρική, τη μουσική, την πολεμική και την κυνηγετική τέχνη. Χρησιμοποιούσε θεραπευτικά βότανα, με τα οποία γιάτρευε τους άρρωστους και τους τραυματίες.
Παντρεύτηκε την πανέμορφη νύμφη Χαρικλώ και απέκτησε μαζί της μια κόρη, την Ωκυρρόη, που είχε μαντικές ικανότητες.
Κοντά του ανατράφηκαν και μαθήτεψαν πολλοί γνωστοί μυθολογικοί ήρωες. Ένας απ' αυτούς υπήρξε ο θεός Ασκληπιός, γιος του Απόλλωνα και της νύμφης Κορωνίδας ή κατ' άλλους της θυγατέρας του βασιλιά της Μεσσηνίας Αρσινόης. Από τον Χείρωνα ο Ασκληπιός έμαθε την τέχνη της ιατρικής και της χρήσης των βοτάνων.
Μαθητής του υπήρξε επίσης και ο Ιάσονας, γιος του Αίσονα. Όταν ο Πελίας έκλεψε το θρόνο από τον Αίσονα, ο δεύτερος φοβούμενος για την τύχη του νεογέννητου Ιάσονα, διέδωσε ότι το παιδί γεννήθηκε νεκρό και κρυφά το μετέφερε στη σπηλιά του Χείρωνα στο Πήλιο. Εκεί ανατράφηκε ο Ιάσονας συντροφιά με τη Φιλύρα, τη Χαρικλώ και την Ωκυρρόη, μέχρι τα είκοσί του χρόνια. Διδάχτηκε από τον Χείρωνα τη στρατιωτική τέχνη και έγινε άριστος, τολμηρός και γενναίος πολεμιστής.Σύμφωνα με το μύθο, κοντά στον Χείρωνα μαθήτεψαν ακόμη οι Διόσκουροι και ο Ακταίος.
Οι Έλληνες διηγούνταν ότι ο Ακταίος διδάχτηκε από το σοφό δάσκαλο την κυνηγετική τέχνη. Έγινε άριστος κυνηγός και περνούσε τις μέρες του στα δάση. Η μοίρα όμως φύλαγε τραγικό τέλος στον ωραίο, γενναίο και ατρόμητο νέο.
Μια μέρα που ο Ακταίος κυνηγούσε στα καταπράσινα δάση του Πηλίου, κοντά στην πηγή Παρθένιο, αντίκρισε την υπέροχη θεά Αρτέμιδα να λούζεται γυμνή, συντροφιά με τις Νύμφες. Η ομορφιά θάμπωσε το νέο που παρέμεινε στη θέση του εκστατικός. Μόλις τον αντιλήφθηκε η παρθένα θεά έγινε έξαλλη από θυμό και έπεσε βαριά πάνω στον άτυχο νέο η οργή και η κατάρα της. Ο Ακταίος μεταμορφώθηκε σε ελάφι, που κατασπαράχτηκε από τα ίδια του τα σκυλιά. Έπειτα, εκείνα αλυχτώντας ξέφρενα, έφτασαν στη σπηλιά του Χείρωνα, αναζητώντας τον κύριό τους. Ο Χείρωνας, θλιμμένος για τον άδικο χαμό, έφτιαξε ομοίωμα του ωραίου Ακταίου και τότε τα σκυλιά ημέρωσαν.
Στο ποίημα του Ησίοδου "Χείρωνος υποθήκαι" αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο ο Χείρωνας ανέθρεψε το θρυλικό ήρωα Αχιλλέα, γιο του Πηλέα και της Θέτιδας.
Ο Χείρωνας συνδεόταν με παλιά φιλία με τον Πηλέα. Ήταν αυτός που τον συμβούλεψε με ποιο τρόπο θα κέρδιζε την αγάπη της περήφανης Θέτιδας. Στους γάμους τους μάλιστα του χάρισε θαυματουργό δόρυ που είχε τη δυνατότητα να θεραπεύει τα τραύματα που προκαλούσε.
Όταν η Θέτιδα εγκατέλειψε τον Πηλέα, εκείνος ανέθεσε την ανατροφή του γιου του Αχιλλέα στο σοφό Κένταυρο. Οι δυο μυθικοί ήρωες συνδέθηκαν με μια σχέση αγάπης, φιλίας και αλληλοεκτίμησης. Ο Χείρωνας έτρεφε το νέο με "εντόσθια λιονταριών και κάπρων και με μεδούλι αρκούδας", γι' αυτό ο Αχιλλέας έγινε ατρόμητος και ανίκητος. Του πρόσφερε όλη του τη σοφία και τις γνώσεις και του δίδαξε όλες του τις τέχνες.
Αλίμονο, το τέλος του πάνσοφου αυτού και ενάρετου Κένταυρου ήταν τραγικό. Κατά το μύθο, όταν οι Λαπίθες, με τη βοήθεια του Θησέα, έδιωξαν τους Κένταυρους από το Πήλιο, ο Χείρωνας έφτασε στον Μαλέα, όπου και εγκαταστάθηκε.
Όταν αργότερα ο ημίθεος Ηρακλής καταδίωξε τους Κένταυρους της Φολόης, αυτοί ζήτησαν προστασία στη σπηλιά του Χείρωνα. Κατά τη φοβερή συμπλοκή, ένα από τα φαρμ
ακερά βέλη του Ηρακλή διαπέρασε το μπράτσο του Κένταυρου Έλατου και καρφώθηκε στο γόνατο του Χείρωνα. Η πληγή ήταν βαθιά και αιμορραγούσε. Ο πόνος ήταν αβάστακτος. Μάταια προσπάθησε ο αγαθός Κένταυρος με βότανα να θεραπεύσει την πληγή, για να γλυκάνει ο πόνος. Ούτε οι προσπάθειες του Ηρακλή, ούτε τα πικρά δάκρυα του νεαρού μαθητή του Αχιλλέα, στάθηκαν ικανά να ημερώσουν τον πόνο που έσκιζε τα σωθικά του Χείρωνα και κατακτούσε τη σκέψη του.
Η αθανασία που του χάρισε ο πατέρας του, ο Κρόνος, του ήταν πια ανώφελη. Η υπόσχεση μιας ζωής απέθαντης, μ' ένα σώμα νικημένο από την αρρώστια και κατακτημένο από τους πόνους, τον τρόμαζε. Ζήτησε τότε από τους θεούς τον οίκτο τους. Προτίμησε να ανταλλάξει την αθανασία του μ' ένα λυτρωτικό θάνατο και οι θεοί εισάκουσαν την παράκλησή του και η αθανασία του Χείρωνα μεταβιβάστηκε στον Προμηθέα, ο οποίος πήρε τη θέση του τραγικού Κένταυρου στον Όλυμπο. Μετά το θάνατο του Χείρωνα, ο Δίας τον τοποθέτησε στον Ουρανό, μεταμορφώνοντάς τον στον αστερισμό του Τοξότη.


ΝΗΡΕΑΣ
Στην αρχαιότητα υπήρχαν διάφορες θεότητες που σχετίζονταν με το θαλάσσιο βασίλειο. Οι θεότητες αυτές δεν ήταν τόσο σημαντικές, όσο ο Ποσειδώνας, είχαν όμως γεννηθεί και κυριαρχούσαν πριν από εκείνον. Λατρεύονταν επίσης στον ελλαδικό χώρο προτού ακόμη εκείνος καθιερωθεί. Παρόλο που ήταν θεότητες δευτερεύουσες, γύρω απ' αυτές και τους απογόνους τους δημιουργήθηκαν πολύ ενδιαφέροντες μύθοι.
Μια απ' αυτές ήταν ο Νηρέας, ένας από τους "γέροντες της θάλασσας", ένας από τους πιο σημαντικούς θαλάσσιους δαίμονες στην ακολουθία του Ποσειδώνα. Ήταν γιος του Πόντου και της Γαίας και αδέρφια του ήταν ο Θαύμαντας, ο Φόρκης, η Κητώ και η Ευρυβία. Η καταγωγή του δείχνει ολοφάνερα ότι πρόκειται για γενιά προγενέστερη από τον Ποσειδώνα. Σύζυγός του ήταν η Δωρίδα, μια από τις Ωκεανίδες. Μαζί της απέκτησε πενήντα κόρες, τις Νηρηίδες, μία από τις οποίες, η Αμφιτρίτη, έγινε αργότερα σύζυγος του Ποσειδώνα.
Έλεγαν πως, όπως και οι περισσότεροι θαλάσσιοι δαίμονες, έτσι κι ο Νηρέας μπορούσε να μεταμορφώνεται κι επινοούσε διάφορα τεχνάσματα. Γι' αυτό και τον φαντάζονταν και τον απεικόνιζαν ως άνδρα με μορφή ψαριού, κάποτε όμως από το σώμα του ξεπροβάλλει ένας λύκος, ένας τράγος ή ένα κεφάλι φιδιού, ακριβώς για να συμβολίσουν τις μορφές που μπορούσε να πάρει. Σε φίδι είχε μεταμορφωθεί ο δαίμονας, όταν πάλευε με τον Ηρακλή, ο ήρωας όμως τον έδεσε, όπως τον είχαν συμβουλέψει οι θεές της Τύχης. Έτσι, τον ανάγκασε να του απαντήσει σε όλες του τις ερωτήσεις.
Ο Νηρέας φημιζόταν επίσης για τις προφητικές του ικανότητες. Όταν συνάντησε τον Πάρη, του προφήτευσε την πτώση της Τροίας. Επίσης, προείπε το ένδοξο πεπρωμένο του Ηρακλή στους Αργοναύτες, με τη βοήθεια του Γλαύκου, που ερμήνευσε τα λόγια του σ' αυτούς.
Ο Νηρέας, πρώτος γιος του Πόντου, ήταν καλοσυνάτος, σοφός, καλοπροαίρετος και γνωστός για τη δικαιοσύνη, την προθυμία και τη φιλαλήθειά του. Ο ρόλος του ήταν πάντα ταπεινός και αφανής, παρόλα αυτά δε δίσταζε να βοηθήσει όποιον είχε την ανάγκη του. Η Αφροδίτη ανατράφηκε στην κατοικία του και ο Πηλέας ευεργετήθηκε απ' αυτόν, γιατί του χάρισε το φάρμακο για να νικήσει την πείνα. Επίσης, βοήθησε τον Ηρακλή και τον έβγαλε από τη δύσκολη θέση, όταν του έδωσε το κύπελλο του Ήλιου για να περάσει μ' αυτόν τον Ωκεανό. Ακόμη, του έδειξε το δρόμο για να φτάσει μέχρι τον κήπο των Εσπερίδων.


ΠΑΝΑΣ
Συχνά στην εύθυμη συντροφιά του Διόνυσου συμμετέχει κι ένας άλλος παράξενος θεός, ο Πάνας. Η μορφή του είναι αλλόκοτη και τρομάζει όσους πλησιάζει. Έτσι, συνήθως ο δύστυχος Πάνας είναι μόνος του. Μόνο στην παρέα των Σάτυρων γίνεται δεκτός μ' ενθουσιασμό, αφού αγαπά κι ο ίδιος το τραγούδι και το χορό.
Ο Πάνας ήταν γιος του αγγελιοφόρου των θεών, του Ερμή. Σ' ένα υπέροχο μέρος της Αρκαδίας έβοσκε τα πρόβατα ενός θνητού ο φτερωτός θεός• ανάμεσα στις ομορφιές της φύσης διέκρινε την ομορφιά της Νύμφης Δρυόπης και την ερωτεύτηκε. Κατάφερε να την κάνει δική του και σύντομα η Νύμφη γέννησε τον καρπό του έρωτά τους.
Το παιδί που γέννησε είχε αποκρουστική όψη: τα πόδια του ήταν πόδια τράγου, το πρόσωπό του καλυπτόταν από πυκνή γενειάδα, τ' αυτιά του ήταν μυτερά και είχε δυο κέρατα στο κεφάλι ανάμεσα στ' ανακατεμένα μαλλιά του. Τρομαγμένη η Δρυόπη τράπηκε σε φυγή εγκαταλείποντας το γιο της. Ο Ερμής που τον λυπήθηκε, τον πήρε στην αγκαλιά του και τον έφερε στην κατοικία των θεών, στον Όλυμπο. Όλοι οι θεοί μόλις τον είδαν άρχισαν να γελούν γοητευμένοι από τη μορφή του και περισσότερο απ' όλους ο θεός του κεφιού, ο Διόνυσος, που με χαρά δέχτηκε να έρθει στη συντροφιά του. Κι επειδή είχαν ευχαριστηθεί οι πάντες όταν τον είδαν, τον ονόμασε Παν.
Ο Πάνας τον περισσότερο καιρό τον περνούσε στη φύση. Τριγυρνούσε ανάμεσα στα βράχια, στα βουνά και στα ρυάκια σκορπώντας στην πλάση τις μελωδίες του σουραυλιού του. Αυτός πρώτος είχε φτιάξει τη σύριγγα, δηλαδή το σουραύλι. Μια ιστορία λέει ότι το έφτιαξε μετά την αποτυχημένη προσπάθειά του να κατακτήσει την όμορφη Νύμφη Σύριγγα. Καθώς την καταδίωκε κι εκείνη προσπαθούσε να του ξεφύγει βρέθηκε μπροστά στον ποταμό Λάδωνα. Η Σύριγγα ικέτευσε το θεό ποταμό να τη γλιτώσει κι εκείνος τη λυπήθηκε• τη στιγμή που ο Πάνας άπλωνε τα χέρια του να την πιάσει, βρέθηκε να κρατά, αντί την ωραία Νύμφη, ένα καλάμι.
Απογοητευμένος ο δύστυχος Πάνας στεκόταν δίπλα στην όχθη του ποταμού κρατώντας το καλάμι• τότε άκουσε τον ήχο του αέρα που περνά μέσα απ' αυτό. Έκοψε κι άλλα καλάμια σε διαφορετικό μήκος, τα ένωσε κλιμακωτά με κερί κι έτσι έφτιαξε τη σύριγγα. Ο Πάνας ήταν πολύ καλός μουσικός• μάγευε με τις μελωδίες του τα ζώα, τα πουλιά, τις Νύμφες του δάσους. Τα τραγούδια του έδιναν ρυθμό στα βήματα κάθε χορευτή. Κάθε στιγμή ήταν έτοιμος για χορό και για γλέντι, είτε με τις Νύμφες είτε με τη συντροφιά του Διόνυσου.
Πάντα στο ένα χέρι του κρατούσε τη σύριγγα, που γι' αυτό λέγεται "αυλός του Πανός" και στο άλλο συνήθως μια γκλίτσα. Ο Πάνας ήταν θεός των τσομπάνηδων. Αυτόν θεωρούσαν ως προστάτη τους οι βοσκοί, αλλά κι όσοι μάχονταν κι αγωνίζονταν δίκαια, γιατί θεωρούσαν ότι με τη βοήθεια του Πάνα θα καταφέρουν να τρέψουν σε φυγή τους εχθρούς τους, να σπείρουν δηλαδή στους αντιπάλους τον πανικό, όπως ονομάστηκε, από το όνομα του θεού, ο φόβος που καταλαμβάνει τους ανθρώπους και που τους κάνει να βλέπουν τη φυγή ως μόνη σωτηρία.
Εκτός από τη Σύριγγα και άλλη φορά προσπάθησε ο άσχημος θεός να κατακτήσει κάποια Νύμφη. Μάταια όμως. Ούτε η Νύμφη Ηχώ, που με τη μελωδική φωνή της τον σαγήνεψε, δε θέλησε να ενωθεί με τον τραγοπόδαρο θεό. Για να την εκδικηθεί έβαλε τους προστατευόμενούς του, τους τσομπάνηδες, να επιτεθούν στην άτυχη Νύμφη. Μόνο η Νύμφη Πίτη δέχτηκε να μείνει μαζί του. Θυμωμένος όμως ο αντίζηλός του, ο Βορέας, την γκρέμισε από ένα βράχο. Η Γη τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε πεύκο. Έτσι, δυστυχώς, κι αυτός ο έρωτάς του έμεινε ανεκπλήρωτος.

ΠΡΩΤΕΑΣ
Ο Πρωτέας ήταν θαλάσσιος δαίμονας. Οι ναυτικοί τον αποκαλούσαν συχνά "Γέροντα της θάλασσας", όπως άλλωστε και τον Φόρκη, τον Νηρέα, τον Τρίτωνα και τον θεωρούσαν προστάτη στα ταξίδια τους. Όπως μας λέει ο Όμηρος, ήταν υποτακτικός του Ποσειδώνα και γνώριζε όλα τα βάθη της θάλασσας και τα μυστικά τους. Επίσης, ήταν προικισμένος με μαντικές ικανότητες και μπορούσε να μεταμορφώνεται σε ό,τι ήθελε, σε ζώο, σε φυτό, σε πουλί, ακόμη και σε φωτιά ή σε νερό.
Σύμφωνα με το μύθο, ο Πρωτέας είχε ανατολίτικη καταγωγή. Άλλοι έλεγαν πως είχε έρθει από τη Φοινίκη μαζί με τον Κάδμο όταν ο Κάδμος αναζητούσε την αδερφή του, την Ευρώπη, που την είχε απαγάγει ο Δίας. Ο Πρωτέας έφτασε τελικά μέχρι την Παλλήνη της Χαλκιδικής. Γνωρίστηκε με το βασιλιά της Σιθωνίας Κλίτο, που τον βοήθησε να ιδρύσει δικό του βασίλειο, διώχνοντας από τη Βισαλτία, μια περιοχή της Θράκης, τους παλιούς άγριους κατοίκους της. Ο Κλίτος του έδωσε επίσης την κόρη του Χρυσονόη για γυναίκα.
Ο Πρωτέας έζησε ειρηνικά στο βασίλειό του, ώσπου ένα τραγικό συμβάν τον τάραξε. Όταν κάποτε ο Ηρακλής πέρασε από εκεί, μονομάχησε με τους δυο γιους του Πρωτέα, τον Πολύγονο (ή Τμώλο) και τον Τηλέγονο, τους οποίους και σκότωσε. Ο Πρωτέας δεν άντεξε και από τη λύπη του έπεσε στη θάλασσα. Οι θεοί τον σπλαχνίστηκαν και τον έκαναν αθάνατο θεό των νερών. Έλεγαν ότι ο Πρωτέας ήταν πάντα ανέκφραστος, ούτε μιλούσε, ούτε γελούσε ποτέ.
Από άλλο μύθο μαθαίνουμε ότι πατρίδα του μπορεί εξίσου να θεωρηθεί και η Αίγυπτος. Λέγεται πως από εκεί ήρθε ο Πρωτέας στη Θράκη, παντρεύτηκε μια νύμφη, την Κορώνη, κι απέκτησε μαζί της δυο γιους. Εκείνοι, όμως, έκαναν κατάχρηση της εξουσίας που είχαν στα χέρια τους και διέπρατταν αδικήματα. Ανάγκαζαν τους ταξιδιώτες να παλεύουν μαζί τους και στο τέλος τους σκότωναν. Ο Πρωτέας αηδιασμένος και νιώθοντας ντροπή για τη συμπεριφορά τους, ζήτησε από τον Ποσειδώνα να τον γυρίσει πίσω στην Αίγυπτο. Ο θεός άκουσε την παράκλησή του και αποφάσισε να τον βοηθήσει, φτιάχνοντάς του ένα δρόμο μέχρι την Αίγυπτο. Ο δρόμος αυτός περνούσε πάνω από τη θάλασσα κι έτσι ο Πρωτέας έφτασε μέχρι εκεί δίχως καν να βραχεί.
Στην "Οδύσσεια" ο Όμήρος αναφέρει ότι ο Πρωτέας κατοικούσε στο νησάκι Φάρος στις μεσογειακές ακτές της Αιγύπτου, στις εκβολές του Νείλου. Όταν ο Μενέλαος επέστρεφε από την Τροία, έχοντας μαζί του την ωραία Ελένη, οι δυνατοί άνεμοι του Αιγαίου τους έφεραν στην Αίγυπτο. Εκεί ο Μενέλαος συνάντησε τυχαία τη σοφή και πρόθυμη κόρη του Πρωτέα, την Ειδοθέα, που του έδωσε οδηγίες για το πώς θα μπορούσε να αποσπάσει από τον πατέρα της χρήσιμες πληροφορίες για το ταξίδι της επιστροφής. Η Ειδοθέα του αποκάλυψε ακόμη ότι ο πατέρας της θα μπορούσε να του πει τι έχει συμβεί στο σπίτι του, ευχάριστο ή δυσάρεστο, όσο αυτός ήταν μακριά.
Ο Μενέλαος στη συνέχεια εφάρμοσε το εξής τέχνασμα, ακολουθώντας τις συμβουλές της: ο ίδιος και άλλοι τρεις σύντροφοί του ντύθηκαν με φρεσκογδαρμένα δέρματα φώκιας και ξάπλωσαν ανάμεσα στις φώκιες του Πρωτέα το καταμεσήμερο.
Αυτή ήταν η ώρα που, όπως όλα τα δαιμονικά της θάλασσας, ο "γέροντας" έβγαινε από το νερό. Συνήθιζε να ξαπλώνει κάτω από μια φαρδιά σπηλιά, ανάμεσα στο κοπάδι του, που κοιμόταν αναδίνοντας τη μυρωδιά του αλμυρού βυθού και της αβύσσου.
Όταν ο Πρωτέας βγήκε από το πέλαγος, μέτρησε τις φώκιες του, αλλά δεν υποψιάστηκε την παγίδα και χώθηκε ανάμεσά τους. Μόλις αποκοιμήθηκε, ο Μενέλαος τον άρπαξε μαζί με τους συντρόφους του και τον κράτησαν σφιχτά. Ο Πρωτέας προσπαθούσε να τους ξεφύγει και μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι, σε δράκο, σε τίγρη, σε κάπρο, έπειτα σε δέντρο ακόμη και σε νερό. Εκείνοι, όμως, δεν πτοήθηκαν και δε σταμάτησαν να παλεύουν μαζί του, παρά μόνο αφού άρχισε να παίρνει πάλι τη μορφή που είχε πριν αποκοιμηθεί.
Τότε ο Πρωτέας εξαντλημένος, απάντησε στις ερωτήσεις του Μενέλαου, που έτσι έμαθε πως, για να του φανερώσουν οι θεοί το δρόμο της επιστροφής, έπρεπε να ανεβεί τον Νείλο και να τους προσφέρει εκατόμβη, δηλαδή θυσία εκατό βοδιών. Επίσης, ότι δεν του ήταν γραφτό να πεθάνει, γιατί ο Δίας τον θεωρούσε γαμπρό του, λόγω της Ελένης, και θα του φερόταν πολύ ευνοϊκά• θα τον οδηγήσει μετά θάνατο στα Ηλύσια πεδία.
Τέλος, ο Πρωτέας τον πληροφόρησε και για την τύχη του αδερφού του, του Αγαμέμνονα, που είχε δολοφονηθεί, καθώς και για τους συμπολεμιστές του στην Τροία, τον Οδυσσέα και τον Αίαντα το Λοκρό.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει μια παράδοση που ο ίδιος άκουσε στην Αίγυπτο: ότι ο Πρωτέας δεν ήταν στοιχειό της θάλασσας, αλλά βασιλιάς της Αιγύπτου, την εποχή του Τρωικού πολέμου. Έδρα του ήταν η Μέμφιδα κι έργο του η προστασία των αδικημένων, ενώ δεν είχε μαντικές ικανότητες. Όταν οι άνθρωποί του του έφεραν υπόδικο τον Πάρη, μαζί με την Ελένη και τους θησαυρούς του Μενέλαου, ο Πρωτέας τον φιλοξένησε• επειδή δεν ήθελε να σκοτώνει τους ξένους που έρχονταν στη χώρα του, τον άφησε στο τέλος να πάει πίσω στην Τροία, κράτησε όμως στην Αίγυπτο την Ελένη και το θησαυρό.
Οι Έλληνες πήγαν στην Τροία για να διεκδικήσουν την κλεμμένη βασίλισσα, οι Τρώες απάντησαν πως δε βρισκόταν μαζί τους, όπως και ήταν η αλήθεια, οι Έλληνες αρνήθηκαν να τους πιστέψουν και ο πόλεμος άρχισε.
Μόνο μετά το τέλος του πολέμου και την πτώση της Τροίας οι Έλληνες διαπίστωσαν την απουσία της Ελένης και ο Μενέλαος πήγε στη χώρα του Πρωτέα, για να φέρει πίσω γυναίκα και βιος. Επέστρεψε, έτσι, πίσω στην πατρίδα του δικαιωμένος.
Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του "Ελένη" αναφέρει μια ακόμη εκδοχή του μύθου του Πρωτέα: πως η Ελένη δε βρέθηκε στην Αίγυπτο ούτε επειδή ο Πάρης την έφερε, ούτε επειδή ο Πρωτέας την κράτησε. Αυτό που συνέβη ήταν ότι οι ίδιοι οι θεοί τη μετέφεραν εδώ με τη βοήθεια του Ερμή και την εμπιστεύθηκαν στον Πρωτέα. Ο Πάρης, με ένα τέχνασμα των θεών, δε μετέφερε στην Τροία παρά ένα ομοίωμά της από σύννεφο. Κάποια στιγμή ο Πρωτέας πέθανε και στο θρόνο της Αιγύπτου τον διαδέχτηκε ο γιος του Θεοκλύμενος, που πίεζε όμως επίμονα την Ελένη να γίνει γυναίκα του. Εκείνη, απελπισμένη, κατέφυγε στον τάφο του Πρωτέα και εκεί τη βρήκε ο Μενέλαος, που είχε στο μεταξύ φτάσει καραβοτσακισμένος στην Αίγυπτο. Μετά από λίγο οι δυο σύζυγοι αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο, ο κίνδυνος όμως που διατρέχουν είναι μεγάλος, γιατί ο Θεοκλύμενος δεν ήταν φιλόξενος κι ευσπλαχνικός, όπως ο πατέρας του: συνήθιζε να σκοτώνει όλους τους ξένους. Τότε και εδώ επεμβαίνει η Ειδοθέα, η επινοητική και καλόψυχη κόρη του Πρωτέα, που καταστρώνει σχέδιο διαφυγής για το ζευγάρι.
Βλέπουμε ότι το όνομα του Πρωτέα συνδέεται κυρίως με δυο περιοχές, τη Χαλκιδική και την Αίγυπτο. Ως προς την πρώτη δικαιολογημένα τον φαντάζονταν εκεί, επειδή από τα πολύ παλιά χρόνια ήδη η Χαλκιδική φημιζόταν για τις ακτές και το θαλάσσιο πλούτο της• ήταν πολύ ταιριαστή για έναν τέτοιο θαλάσσιο θεό. Όσο για την Αίγυπτο και το νησί Φάρος, βρίσκονταν στα αφρικανικά παράλια, που αποτελούσαν τα όρια του τότε γνωστού κόσμου προς την Ανατολή. Οι αρχαίοι, λοιπόν, τοποθετούσαν τον Πρωτέα ως ορόσημο στην άκρη του κόσμου, όπως τον Άτλαντα στη δύση, στο στενό του Γιβραλτάρ.
Το όνομα "Πρωτέας" είναι μια αρχαία λέξη, που σημαίνει "πρώτος", "πρωτόγονος" και "πρωτογέννητος". Αν αυτό συνδυαστεί με την ικανότητα του Πρωτέα να παίρνει όποια μορφή θέλει, φτάνουμε ίσως στη βαθύτερη κατανόηση του μύθου.
Ο Πρωτέας είναι μια πρώτη μορφή ύλης που διαδοχικά μεταμορφώνεται και δημιουργεί όλες τις άλλες μορφές που αποτελούν τον κόσμο. Είναι η αρχική ουσία, που οι διαφορετικές εκδοχές της έφτιαξαν τα μέρη του σύμπαντος, ο "πρώτος" δαίμονας.


ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ
Η Σκύλλα και η Χάρυβδη ήταν δυο φοβερά τέρατα της θάλασσας. Οι ναυτικοί που κινδύνευαν στα ταξίδια τους από τα απειλητικά κύματα και τις θύελλες, έπλαθαν με τη φαντασία τους μυθικές μορφές, που λυσσομανούσαν και προσπαθούσαν αγριεμένες να τους καταστρέψουν. Έτσι γεννήθηκαν τα δυο τρομακτικά αυτά τέρατα. Οι θαλασσινοί έβαζαν με το νου τους πως δεν επρόκειτο απλώς για δυνατό άνεμο και για θεόρατα κύματα. Πίστευαν ότι κάτι περισσότερο κρύβεται πίσω απ' όλα αυτά, κάποιο πλάσμα κακό στην ψυχή και τρομερό στην όψη, που γύρευε το χαμό τους• αυτό προκαλούσε όλη τη φοβερή αναταραχή και η κακοκαιρία δεν ήταν τυχαία.
Έλεγαν πως η Σκύλλα και η Χάρυβδη βρίσκονταν η μια απέναντι από την άλλη, σ' ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα που, σύμφωνα με τον Όμηρο, ονομαζόταν Πλαγκτές Πέτρες. Το πέρασμα αυτό ήταν εντελώς αδύνατο να το διασχίσει κανείς, λόγω της φοβερής κατάστασης που επικρατούσε εκεί από την παρουσία των δυο τεράτων• ούτε πουλί πετούμενο δε γλίτωνε, αν τολμούσε να το περάσει. Εκεί υπήρχαν πολλά απότομα βράχια, πολύ ψηλά και το κύμα έσκαγε πάνω τους με φοβερό θόρυβο. Το στενό αυτό το τοποθετούσαν σε διάφορα σημεία. Άλλοι έλεγαν πως ήταν ο Βόσπορος, άλλοι στο ακρωτήριο Ταίναρο κι άλλοι κοντά στα Κανάρια νησιά, εκτός Μεσογείου, δηλαδή. Οι πιο πολλοί πίστευαν πως η Σκύλλα και η Χάρυβδη κατοικούσαν στο στενό της Μεσσήνης, ανάμεσα στην Ιταλία και τη Σικελία.
Τα δυο τέρατα ήταν εγκαταστημένα σε δυο σκοπέλους. Ο ένας ήταν τόσο ψηλός, που η κορυφή του χανόταν στον ουρανό και ήταν πάντα σκεπασμένη με πυκνά μαύρα σύννεφα. Τα σύννεφα δε διαλύονταν ούτε όταν ο καιρός ήταν καλός. Όλος ο βράχος ήταν πάρα πολύ λείος, τόσο ώστε έμοιαζε σαν κάποιος να τον είχε τρίψει, για να γυαλίζει. ΄Ηταν χαμένος κόπος να προσπαθήσει κάποιος να σκαρφαλώσει πάνω του. Στη μέση του υπήρχε μια βαθιά σπηλιά, τόσο βαθιά, που ούτε το βέλος ενός τοξότη δε θα έφτανε στο τέλος της, όπως λέει ο Όμηρος. Εκεί έμενε η φοβερή Σκύλλα. Προς τα δυτικά, η σπηλιά άνοιγε προς τη μεριά του αδιαπέραστου σκοταδιού, του Ερέβους. Όταν κανείς πλησίαζε, άκουγε τη Σκύλλα να ουρλιάζει συνεχώς, βγάζοντας μια κραυγή που έμοιαζε με κλαψουρίσματα νεαρού λιονταριού.
Η Σκύλλα ήταν κρυμμένη μέχρι τη μέση της μέσα στο βάραθρο της σπηλιάς. Είχε δώδεκα παραμορφωμένα ποδάρια, που υψώνονταν στον αέρα κι έξι πάρα πολύ μακρείς λαιμούς. Τα έξι κεφάλια της ήταν φριχτά, με τρία σαγόνια το καθένα• δηλαδή το κάθε στόμα της είχε τρεις σειρές δόντια, που στάζανε δηλητήριο. Από τη σπηλιά πρόβαλλαν τα κεφάλια της, που βουτούσαν ολόγυρα στο βράχο και μέσα στο νερό. Άρπαζαν τα μεγάλα κήτη της θάλασσας, δελφίνια, σκυλόψαρα, φώκιες και τα καταβρόχθιζαν με μανία. Έτρωγαν όμως και ανθρώπους, αν κάποιο καράβι τολμούσε να διασχίσει το στενό.
Η Σκύλλα άρπαζε τόσους κωπηλάτες, όσα ήταν και τα φοβερά της στόματα. Γονείς της Σκύλλας ήταν, σύμφωνα με μια παράδοση, ο Φόρκης και η Κητώ, η οποία είχε γονείς της τον Πόντο και τη Γαία. Παιδιά τους ήταν επίσης και άλλα θαλάσσια τέρατα, όπως η Έχιδνα, οι Σειρήνες και η Θόωσσα, που συμβόλιζε τη μανιασμένη θάλασσα. Άλλοι, πάλι, έλεγαν πως γονείς της Σκύλλας ήταν ο Φόρβας και η Εκάτη ή ο Φόρκης και η Εκάτη. Η Εκάτη ήταν κόρη του Δία, συνδεόταν όμως πιο πολύ με τους ανθρώπους, παρά με τους θεούς. Το βασίλειό της ήταν η θάλασσα κι όταν δεν τριγυρνούσε, έμενε στη Σπηλιά της, όπως ακριβώς η κόρη της, η Σκύλλα.
Την Εκάτη την ονόμαζαν αλλιώς και Λάμια και ήταν μια όμορφη βασίλισσα στη Λιβύη, ευνοούμενη του Δία. Η Ήρα, για να την εκδικηθεί, τη μεταμόρφωσε σε απαίσιο τέρας, κι εκείνη γέννησε αργότερα τη Σκύλλα. Τέλος, μια άλλη παράδοση θεωρεί γονείς της τον Τυφωέα και την Έχιδνα.Η Χάρυβδη κατοικούσε στην απέναντι μεριά, όπου υπήρχε ένας δεύτερος σκόπελος, αλλά με μικρότερο ύψος. Πάνω του είχε φυτρώσει μια αγριοσυκιά και κάτω από το φύλλωμά της καθόταν το τέρας, που από το στόμα του ξερνούσε μαύρο νερό. Η Χάρυβδη μπορούσε να μετατρέπει το στενό πέρασμα σε μια τεράστια ρουφήχτρα• τρεις φορές τη μέρα ρουφούσε το νερό και τρεις φορές το ξανάβγαζε με φοβερή ταχύτητα. Έτσι, αν τύχαινε και βρισκόταν κανείς κοντά τις στιγμές που το ρουφούσε, δεν είχε ελπίδες να γλιτώσει. Ούτε καν ο ίδιος ο Ποσειδώνας δεν μπορούσε να επέμβει και να βοηθήσει τους προστατευόμενούς του.
Λίγοι μόνο ήρωες είχαν καταφέρει να ξεφύγουν από τα επικίνδυνα τέρατα. Ο Ιάσονας με το καράβι του, την Αργώ, είχε διασχίσει το πέρασμα με επιτυχία, χάρη όμως στην προσωπική φροντίδα και επίβλεψη της θεάς Ήρας. Η Αργώ έπλεε στα νερά, περικυκλωμένη από Νηρηίδες, που την προστάτευαν, ενώ πλοηγός τους ήταν η ίδια η Θέτιδα. Ο άντρας της, ο Πηλέας, ήταν ανάμεσα στο πλήρωμα, τους λεγόμενους Αργοναύτες, κι εκείνη του έδινε συνεχώς οδηγίες για το τι έπρεπε να κάνει την κάθε στιγμή.Για τον Αινεία έλεγαν ότι είχε προτιμήσει να αποφύγει το στενό και να κάνει το γύρο της Σικελίας, ώστε να μην εκτεθεί καθόλου στον κίνδυνο. Τη συμβουλή αυτή του την είχε δώσει ένας Τρώας, προικισμένος με μαντικές ικανότητες, ο Έλενος. Έμελλε αργότερα, πάντως, ν' αντικρίσει την απαίσια όψη τους, όταν θα περνούσε τις πύλες του Άδη.Ο Ηρακλής, ατρόμητος όπως πάντα, δε δίστασε ούτε στιγμή ν' αναμετρηθεί μαζί τους, όταν βρέθηκε στην περιοχή. Μετέφερε τα βόδια του Γηρυόνη και η λαίμαργη Σκύλλα του άρπαξε ένα. Τότε όρμησε γεμάτος οργή και την έκανε κομμάτια. Ο Φόρκης, ο πατέρας της, έτρεξε τότε να την ξαναφέρει στη ζωή• έκαψε πρώτα το λείψανο και κατόπιν το έβρασε κι εκείνη ξαναζωντάνεψε. Γι' αυτό και η Σκύλλα δε φοβόταν τη θεά του Κάτω Κόσμου, την Περσεφόνη, αφού πέρασε από το θάνατο και τελικά γλίτωσε.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Φόρκης ξανακόλλησε τα κομμάτια της Σκύλλας με αναμμένα δαυλιά.
Ο πολυμήχανος Οδυσσέας χρειάστηκε, επίσης, να περάσει ανάμεσά τους, όταν άφησε πίσω του το νησί της Κίρκης. Εκείνη είχε φροντίσει, πριν την αναχώρησή του, να του δώσει οδηγίες και συμβουλές για να ξεπεράσει τα εμπόδια στο θαλασσινό ταξίδι του. Έτσι, ο Οδυσσέας πέρασε πρώτα από τις Σειρήνες, έπειτα από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη και τέλος έφτασε στο νησί του Ήλιου, όπου έβοσκαν τα κοπάδια του Απόλλωνα. Αφού γλίτωσε από τις Σειρήνες, έπρεπε ν' αντιμετωπίσει τα δυο φριχτά τέρατα. Η Κίρκη, έχοντας υπόψη της ότι η Χάρυβδη είναι πάρα πολύ επικίνδυνη, κυρίως όταν ρουφά το νερό, ορμήνεψε τον Οδυσσέα να περάσει πιο κοντά στη Σκύλλα, έστω κι αν θα κινδύνευε να χάσει έξι άνδρες του, που θα τους άρπαζε το τέρας. Αυτό θα ήταν προτιμότερο, παρά να χαθεί ολόκληρο το καράβι στη φοβερή ρουφήχτρα της Χάρυβδης. Ο Οδυσσέας ρώτησε μήπως θα μπορούσε να πολεμήσει ο ίδιος τη Σκύλλα, βγαίνοντας αρματωμένος στην πλώρη και να υπερασπιστεί μ' αυτόν τον τρόπο το πλήρωμά του. Η Κίρκη απάντησε πως τίποτε δε θα κατάφερνε. Έκρινε πως θα ήταν καλύτερα να επικαλεστεί ο ήρωας εκείνη την ώρα το όνομα της Κραταιίδας, που, σύμφωνα με μια παράδοση, ήταν μητέρα της Σκύλλας, οπότε το θεριό θα μέρωνε. Αυτή θα ήταν η μοναδική λύση, ώστε να μην προφτάσει ν' αρπάξει κι άλλους έξι άνδρες από το πλοίο.
Όταν ο Οδυσσέας έφτασε στις Πλαγκτές Πέτρες, είχε καλά στο μυαλό του τις οδηγίες της Κίρκης. Οι άνδρες του πανικοβλήθηκαν από την αναταραχή που επικρατούσε μπροστά τους• την αδιάκοπη κίνηση του νερού, το φοβερό θόρυβο, τα κύματα και τους καπνούς. Η Χάρυβδη ρουφούσε και ξερνούσε το νερό και η θάλασσα θύμιζε ένα μεγάλο καζάνι, που έβραζε πάνω σε δυνατή φωτιά. Αχνοί σκέπαζαν τα πάντα γύρω. Από το φοβερό θέαμα τα κουπιά τους έπεσαν από τα χέρια. Ο Οδυσσέας προσπάθησε να τους δώσει θάρρος και κουράγιο και τους φώναξε να ξεμακρύνουν όσο μπορούσαν από τη Χάρυβδη. Δεν τους αποκάλυψε, όμως, τα όσα του είχε πει η Κίρκη για τη Σκύλλα και για τις έξι ζωές που έπρεπε να θυσιαστούν ώστε να σωθεί το υπόλοιπο πλήρωμα. Αν το έκανε αυτό, όλοι θα παρέλυαν εντελώς από τον τρόμο, τα πράγματα θα ξέφευγαν από κάθε έλεγχο και το καράβι θα χανόταν άδικα. Ο ίδιος ο Οδυσσέας αποφάσισε τελικά να σταθεί αρματωμένος στην πλώρη και να μην ακούσει τα λόγια της Κίρκης. Δεν κατάφερε όμως τίποτα, γιατί μέσα στην αναταραχή δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά τι γινόταν. Το μόνο που κατόρθωσε να δει ήταν ένα φοβερό θέαμα: έξι από τους πιο αντρειωμένους άνδρες του, να τους έχει αρπάξει το θεριό. Τους κρατούσε στον αέρα, όπως ο ψαράς που τραβά με την πετονιά του έξω από το νερό τα ψάρια που τσίμπησαν το δόλωμα. Ο Οδυσσέας άκουγε τις κραυγές τους• φώναζαν το όνομά του και τον καλούσαν σε βοήθεια. Τους έβλεπε να κουνούν τα χέρια και τα πόδια τους απεγνωσμένα, ώσπου χάθηκαν, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να κάνει το παραμικρό για να τους σώσει.
Ευτυχώς, το πλοίο του Οδυσσέα πρόλαβε κι απομακρύνθηκε εγκαίρως από το επικίνδυνο πέρασμα χωρίς να χαθούν κι άλλα μέλη του πληρώματος. Κάποια στιγμή έφτασαν στο νησί του Ήλιου, όπως τους είχε ήδη πει η Κίρκη. Η μάγισσα τους είχε επίσης προειδοποιήσει πως δεν έπρεπε σε καμιά περίπτωση να πειράξουν τα βόδια που έβοσκαν εκεί, γιατί ανήκαν στον Απόλλωνα• αν ο θεός το μάθαινε, η οργή του θα ήταν μεγάλη και η τιμωρία τους φοβερή. Οι σύντροφοι του Οδυσσέα όμως, ταλαιπωρημένοι και πεινασμένοι έπειτα από τόσες περιπέτειες, δεν άντεξαν. Παρόλο που δεν είχαν ξεχάσει τις συμβουλές της Κίρκης, έσφαξαν κι έφαγαν τα ζώα του θεού. Ο Απόλλωνας δεν άργησε να το πληροφορηθεί και μανιασμένος εκδικήθηκε τους υπαίτιους• χτύπησε το πλοίο του Οδυσσέα στη μέση του πελάγους και σκότωσε όλους τους συντρόφους του για την ασέβειά τους. Ζωντανός έμεινε μόνο ο Οδυσσέας, τον οποίο η θάλασσα έσπρωξε και πάλι προς τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Εκείνη την ώρα η Χάρυβδη ρουφούσε τα νερά με φοβερή δύναμη. Μόλις που πρόλαβε ο Οδυσσέας να πιαστεί από ένα κλαδί της αγριοσυκιάς και κρεμόταν ώρες ολόκληρες απ' αυτό, σαν νυχτερίδα. Δεν μπορούσε ν' ανεβεί προς τα μέσα, προς τον κορμό του δέντρου, για να στηριχτεί καλύτερα, γιατί ήταν πιασμένος από την άκρη ενός μεγάλου κλαδιού, μακριά από τις ρίζες. Ούτε και να στηρίξει πουθενά τα πόδια του έβρισκε. Έτσι έμεινε να αιωρείται, μέχρι που η Χάρυβδη ξανάβγαλε το νερό από το φοβερό της στόμα. Μαζί με το νερό βγήκαν και τ' απομεινάρια του τσακισμένου καραβιού. Ο Οδυσσέας άφησε τότε τα χέρια του και πήδηξε πάνω σ' ένα σανίδι. Γραπώθηκε απ' αυτό και ταξιδεύοντας μ' αυτόν τον τρόπο έφτασε στο νησί της Καλυψώς, την Ωγυγία.
Ο μύθος της Σκύλλας και της Χάρυβδης δημιουργήθηκε από τη φαντασία και τις διηγήσεις των ναυτικών, που πίστευαν ότι τα φοβερά καιρικά φαινόμενα οφείλονταν στην ύπαρξη δυο φρικτών τεράτων. Με τον καιρό προέκυψαν και διάφορες ιστορίες σχετικά με την αρχική καταγωγή και τη μετέπειτα μεταμόρφωσή τους. Οι άνθρωποι, δηλαδή, όσο περνούσαν τα χρόνια προσπαθούσαν να εξηγήσουν πώς γεννήθηκαν• φαντάζονταν πως στην αρχή ήταν πλάσματα της στεριάς και κατά τη διάρκεια της ζωής τους, για κάποιο λόγο, μεταμορφώθηκαν. Έπειτα έγιναν μόνιμοι κάτοικοι του υγρού στοιχείου.
Ας δούμε τις διάφορες εκδοχές για την ιστορία των δυο τεράτων. Η Σκύλλα ήταν αρχικά μια όμορφη κόρη του πελάγους, που ο Γλαύκος ερωτεύθηκε παράφορα. Εκείνη όμως δεν ανταποκρίθηκε στην αγάπη του. Η Κίρκη, που αγαπούσε τον Γλαύκο, ζήλεψε και θέλησε να την εκδικηθεί• φαρμάκωσε με μάγια το νερό, όπου η κόρη θα έπαιρνε το μπάνιο της και τη μεταμόρφωσε σε απαίσιο τέρας. Άλλοι πίστευαν πως δεν ήταν η ζήλια της Κίρκης, αλλά της Αμφιτρίτης, που την κατέστρεψε και τη μεταμόρφωσε δηλητηριάζοντας το λουτρό της με βότανα. Αιτία ήταν ότι την όμορφη Σκύλλα την είχε ερωτευτεί ο Ποσειδώνας. Τέλος, μια τρίτη εκδοχή αφηγείται ότι την είχε ερωτευθεί και ο Τρίτωνας, ως αντίζηλος του Ποσειδώνα. Για να την ευχαριστήσει, της πήγε κοχύλια και μικρές αλκυόνες μαζί με τη μητέρα τους, ως δώρο.
Τα πουλάκια ήταν όμως τόσο μικρά σε ηλικία, που είχαν χνούδι αντί για φτερά. Έτσι η Σκύλλα, όταν τα αντίκρισε, λυπήθηκε αντί να χαρεί, γιατί ένιωσε την πίκρα της μάνας τους, που ήταν δακρυσμένη. Ο Τρίτωνας μόλις κατάλαβε ότι δε θα μπορούσε να κατακτήσει την όμορφη κόρη ο ίδιος, αποφάσισε να την κάνει τέρας και έβαλε εκείνος την Κίρκη να χρησιμοποιήσει τα μάγια της. Από τότε η Σκύλλα προσωποποιεί τον τρόμο που εμπνέουν οι καρχαρίες και οι κίνδυνοι της θάλασσας.
Πολύ συχνά τη Σκύλλα τη φαντάζονταν και με ένα δεύτερο τρόπο, εκτός από τέρας της θάλασσας. Πίστευαν ότι ήταν και θαλάσσια θεά, που είχε μορφή γυναίκας μέχρι τη μέση, σκύλας μέχρι τους γοφούς και ψαριού από κει και κάτω. Φαντάζονταν ότι περιπλανιόταν στις θάλασσες, κάποτε με τη συνοδεία αλυχτισμάτων σκυλιών. Άλλοτε πάλι την απεικόνιζαν φτερωτή, γιατί πίστευαν ότι βασίλευε όχι μόνο στη θάλασσα, αλλά και στον αέρα.
Όσο για τη Χάρυβδη, έλεγαν πως ήταν κόρη του Ποσειδώνα και της Γαίας. Ήταν πάρα πολύ λαίμαργη, τόσο που έκλεψε ένα από τα βόδια του Ηρακλή και το έφαγε. Εκείνος, αηδιασμένος από την αδηφαγία της, την κατακεραύνωσε και έπειτα την γκρέμισε στα βάθη της θάλασσας. Από τότε έγινε θαλάσσιο τέρας, που τρώει ό,τι βρίσκει μπροστά του.



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com