Σε σχέση με τα τραγούδια που περιλάβαμε στην πρώτη έκδοση αρκετά παραλείψαμε και περισσότερα προσθέσαμε στην παρούσα συλλογή. Σκοπός μας είναι να παρουσιάσουμε τα ανέκδοτα δημοτικά τραγούδια που τραγουδιόνταν στο χωριό μας, άλλα που η θεματολογία τους προσδιορίζει σαφώς τη νικητιανή προέλευσή τους και δημοτικά τραγούδια άλλων περιοχών που αναφέρονται στη Νικήτη. Έτσι η συλλογή αυτή περιλαμβάνει τριάντα τραγούδια που κατέγραψα από το 1977 μέχρι σήμερα, ένα τραγούδι από τη συλλογή “Τραγούδια της Χαλκιδικής” του Β. Κυπαρίσση (1940), ένα από τη συλλογή του Τρ. Αναγνωστάρα που δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος των Χρονικών της Χαλκιδικής (1962), πέντε από ανέκδοτη εργασία του Δημητρίου Δημαρά και δύο από την επίσης ανέκδοτη συλλογή της Ελένης Προβατάρη.
Φύσα μαΐστρου (καθιστικό)
Φύσα μαΐστρου μ’, φύσα, που πάν’ απ’ τα Βραστά,
σι γέλασαν Παγώνα μ’ κι σ’ έστειλαν στη Σ’κιά.
Παγώνα στου μπαλκόνι κι Αναστάης στ’ν αυλή,
τα χέρια σταυρωμένα κι την πιρικαλεί:
-Άντι Παγώνα μ’ άντι, για να πααίνουμι,
η μάνα σ’ δε σ’ αφήνει κι τι θα γιένουμι.
Σι γέλασαν τα άσπρα κι τα πουλλά φλουριά
μα ικείνα ήταν ξένα ήταν καλουιρ’κά.
(Αννέτα Ζαφειρούδη γεν. 1909/Ιαν. 2000)
Δε στο ’πα μια (καθιστικό)
Δε στο ’πα μια, δε στο ’πα δυο, δε στο ’πα τρεις κι πέντι,
μι πιρπατείς καμαρουτά κι τρέμει του κουρμί σου,
μαραίνεις νιους μαραίνεις νιες μαραίνεις παλικαριά,
σα μάρανις κι ένα παπά, δε πα’ να λειτουργήσει,
κλουτσουπατάει τα ράσα του, πιτάει του καλιμάφι.
-Σύρ’τι σταυροί στην εκκλησιά κι αγγέλοι στα ουράνια
ιγώ θα πάου μι τους νιους κι μι τα παλληκάρια
-Μπαρμπέρη μ’ τα ξουράφια σου καλά να τ’ ακουνίσεις
να κόψου τα μαλάκια μου κι τα χρυσά μου γένια.
(Νίκη Κουκουρούμα γεν. 1910/Δεκ. 99)
Χρυσή Βαρκούλα
Χρυσή βαρκούλα έβγαινε, μέσα από τη Σμύρνη,
εχ’ όλο ελεύθιρα πιδιά κι όλ’ άξια παλικάρια,
είχαν κι ένα Μητσιόπουλο, που ξέρει τους αέρ’δις.
-Ανέβα βρε Μητσιόπουλε απάνου στου κατάρτι
να διείς τι αέρας έρχιτι, αέρας κατιβαίνει.
Πεζογελώντας ανέβινι, κλαιγόντας κατεβαίνει.
Γιατί ωρέ Μητσιόπουλε κλαις κι αναστενάζεις;
-Τι να σας πω ωρέ παιδιά να σας παρηγορήσω•
φουρτούνα έρχιτι βαριά θέλει για να μας πνίξει.
Τάξ’τι πιδιά μ’ να τάξουμι τον Αϊ-Νικόλα τάμα.
Ένας τάζει χρυσή πουδιά κι άλλους χρυσή λαμπάδα,
ταζι κι ου Ιβριός να βαφτιστεί, την πίστη του ν’ αλλάξει.
(Από την ανέκδοτη συλλογή του Δημητρίου Δημαρά)
Ο Πρωτολιχνιστής
Εδώ πέρα αντίπιρα σι μαρμαρένια αλώνια,
ικεί λιχνούσαν δώδικα, δώδικα λιχνιστάδις.
Κι η Μάρω πήρι φουρκαλί μ’ έν’ αργυρό φουρκάλι
κι η μάνα της τη μάλωνε κι η μάνα της τη λέει:
-Φεύγα κόρη μ’ π’ του κουρνιαχτό, φεύγα κι απού τουν ήλιου.
-Ιγώ τουν ήλιου αγαπώ, του κουρνιαχτό γυρεύου
κι αυτόν τουν προυτουλιχνιστή άντρα θε να τουν κάνου.
(Από την ανέκδοτη συλλογή του Δημητρίου Δημαρά)
Καραβοκύρη μ’ κι αδερφέ (καθιστικό)
Καραβοκύρη μ’ κι αδερφέ, φίλε κι αγαπημένε,
αυτό το νιο πό’ χετε αυτού κι αυτό το παλικάρι,
να μην του βάλ’τι σι κουπί, κουπί να μην τραβήξει
κι τουν μαυρισ’ η θάλασσα, τουν ασχημίν’ ου ήλιους.
Χίλια φλουριά τουν δίνου ιγώ κι πιντακόσια γρόσια,
δίνου του κουμουλόι μου του βαρυτιμημένου,
απού του βαρυτίμησαν στην πόλη οι αφεντάδες.
(Μαριγώ Σάλιαρη γεν. 1891/Δεκ. 79).
Ηρθ’ η Μεγάλ’ Παρασκευή (καθιστικό)
Ηρτ’ η Μιγάλ’ Παρασκευή, του Μέγα του Σαββάτου,
ήρτι κι η Λαμπρουκυριακή κι η λαμπρουφορεμένη.
Στολίζονται οι ευγενικιές κι αλλάζουν οι κοπέλες.
Στολίζ’ η μάνα τον υγιό κι η αδερφή τον ζώνει
κι η άλλη η μικρότερη, χτενίζει τα μαλλιά του.
Τον έλουσαν, τον χτένισαν, στην εκκλησιά τον πάνε
και σαν τον ειδ’ η εκκλησιά, τα κεραμίδια ρίχνει.
Κι η μάνα του τον έλεγε κι η μάνα του τον λέει:
-Το τι κακό γιε μου έκανες και δεν μας στέργουν τ’ άγια;
-Μάνα μ’ όταν πήγαμι να πάρουμι τη νύφη από τα ξένα,
όλ’ έδεσαν τους μαύρους τους, που δάφνις κι μιρσίνις
κι ’γω ’δεσα του μαύρου μου, ’που κορασιάς λοιμόρι.
Όλ’ έσκυψαν και φίλησαν, τ’ άγια κι τα βαγγέλια
κι ’γω ’σκυψα κι φίλησα, ματούδια ’ραχνιασμένα.
(Γερακίνα Βάσιου γεν. 1903/Απρ.1980)

Ο Γιαννακός (καθιστικό)
Σαν κίνησι η Γιαννακός στου δάσκαλου να πάει,
στόισι του καλαμάρι του κι γύρ’σι να του πάρει.
Βρίσκει τις πόρτες σφαλιστές κι τα κλειδιά παρμένα,
βρίσκει τη σκύλα μάνα του, μι Τούρκου αγκαλιασμένη.
-Θα μαρτυρήσου μάνα μου, θα μαρτυρήσου σκύλα.
-Του τι ’δις βρε κι τι θα πεις κι τι θα μαρτυρήσεις;
-Οτ’ είδαν τα ματάκια μου, αυτό θα μαρτυρήσου.
Του γέλασι, του πλάνιψι μι σύκα κι καρύδια,
απού του χερ’ του έπιρνι κι στου χασάπ’ του πάει.
-Χασάπη μ’ για χασάπιψι του τρυφιρό αρνάκι
κι δόσ’ μου του σ’κουτάκι του να πα’ του τσιγαρίσου!
Σα πάει κι του τσιγάρισι του ξιρουτσιγαρίζει,
να κι ου Κώστας πο ’φτασι, από το κυνήγι.
-Μαριώ μου πού ’νι του πιδί, πού ’νι ου Γιαννακός μας;
-Τουν ίλουσα, του χτένισα, στου δάσκαλου του πήγα.
Τ’ άλουγου καβαλίκιψι, στου δάσκαλου πηγαίνει.
-Δάσκαλι πού ’νι του πιδί, πού ’νι ου Γιαννακός μου;
-Έχου τρεις μέρις να του διω κι τρεις να του διαβάσου.
Τ’ άλουγου καβαλίκιψι κι στη γυναίκα τ’ πάει.
-Μαριώ μου, που ’νι του πιδί, πού ’νι ου Γιαννακός μας;
-Κάτσι να φας, κάτσι να πιείς κι του πιδί θα ν’ έρτει.
Του σταυρό του έκανι κι του πηρόνι παίρνει
κι του πιδί εφούναξι μέσα απού του πιάτου.
-Αν είσι Τούρκους φάι μι, Ρουμνιός κατίλισι μι
κι αν είσι ου πατέρας μου, σκύψι χιραίτησί μι
κι αυτή τη σκύλα μάνα μου σκληρά να τη πιδέψεις.
(Νίκη Κουκουρούκα γεν. 1910/Δεκ. 99)
Αϊ-Γιώργης (καθιστικό)
Σαν πήρε η κόρη το σταμνί, στη βρύση για να πάει,
παίρνει κι ο Τούρκος τ’ άλογο, πάει να το ποτίσει.
Η κόρη τον στοχάστηκε και στον Αϊ-Γιώρ’ πηγαίνει.
-Κρύψε με Αϊ-Γιώργη μ’ κρύψε με, τώρα αυτή την ώρα,
θα φέρω μια αμαξιά κηρί κι μια αμαξιά λιβάνι.
Και άνοιξε το μάρμαρο και μπαιν’ η κόρη μέσα.
Μα να κι ο Τούρκος έφτασε στο άλογο καβάλα.
-Αϊ-Γιώργη φανερέ, μεγάλο τ’ όνομά σου,
αυτήν την κόρη που ’κρυψες, να μου τη φανερώσεις,
θα φέρω δυο αμαξιές κηρί κι δυο αμαξιές λιβάνι,
θα βαπτιστώ κι στ’ όνομα σ’, να λέν’ κι μένα Γιώργη.
Κι τ’ άνοιξι του μάρμαρου κι βγαίν’ η κόρη έξω.
Από το χέρ’ την έπαιρνε, στο άλογο τη βάζει.
Στο δρόμο που επήγαιναν, στη στράτα που διαβαίνουν,
πέφτ’ Τούρκους απ’ τ’ άλογο, πέφτ’ Τούρκος πεθαίνει,
κι η κόρη από το φόβο της και την πολλή λαχτάρα,
ψιλή φωνίτσα έβγαλε, ψιλή και τρομαγμένη.
-Ακούστε σεις οι χριστιανοί και σεις οι βαφτισμένοι:
Ποτέ να μην πιστέψετε εδώ τον Αϊ-Γιώργη,
εμένα με παράδωσε στον άπιστο το Τούρκο.
(Νίκη Κουκουρούκα γεν. 1910/Δεκ. 99)
Ο Γαλάνης κι η Παγώνα
Γαλάνης67 μεθυσμένος με άλλα δύο παιδιά,
πίναν και τραγουδούσαν, μέσα στην αγορά.
Και πέρασ’ η Παγώνα, η Χοντρογιάννενα68,
στα γιορτινά ντυμένη κι αράδα τα φλουριά.
Σηκώνετ’ ο Γαλάνης και την εσταματά.
-Στάσου μαρή Παγώνα, δύο λόγια να σου πω.
-Ντροπή βρε Δημητράκη, μέσα στην αγορά
να στέκουν τα κορίτσια, να κρένουν τα παιδιά.
-Παγώνα σε λατρεύω, Παγώνα σ’ αγαπώ.
-Δημητράκ’ αν με γυρεύεις, στείλε μας προξενιά,
στείλε μας προξενήτες, να σώσουν τη δουλειά.
Δύο γέροι πιάνει στέλνει την ίδια τη βραδιά,
σαν πάν στο Χοντρογιάννη, τους διώχνει σα σκυλιά.
Την Κυριακή το βράδυ, χορεύει στο χορό
και τη Δευτέρα βράδυ, πηγαίνει για νερό,
να και ο Δημητράκης, της λέει -έλα δώ,
έλα μαρή Παγώνα, μαζί να φύγουμι.
-Λυπήσ’ βρε Δημητράκη, λυπήσ’ τα νειάτα μου,
λυπήσ’ κι τα προικιά μου, θα πάν’ παράτουπα.
Την έσπασε τη στάμνα, τη πιάν’ απ’ τα μαλλιά.
-Σι’ απού βρε Δημητράκη; -θα πα’ πλαγιάσουμε
κάτου στου Γρηγουριάτι’κου θα λημεριάσουμε.
Τον λέει ο Οικονόμος τον λέει κι ο Κουρατζής
-Γαλάν’ δε τη λυπάσαι, μόνο τη τυρρανείς;
-Κοιμούνταν στις καργιόλες και στα παπλώματα
μα εγώ θα την πλαγιάσω στα κουντουπόδαρα.
(Γεώργιος Καραθανάσης γεν. 1901/Απρ. 79)
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 67, 68
67. Ο Δημήτριος Γαλάνης υπήρξε Μακεδονομάχος και προσέφερε πολλά στον Μακεδονικό Αγώνα. Βλέπε και Αγγέλου Κ. Ανεστόπουλου, Ο Μακεδονικός Αγώνας 1903-1908, Θεσσαλονίκη 1969 σελ. 311, Ερατώ Ζέλλιου-Μαστροκώστα, Χαλκιδική: Επαναστάσεις κατά την Τουρκοκρατία - Μακεδονικός Αγώνας, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 104.
68. Η Παγώνα Χονδρογιάννη καταγόταν από την γνωστή και εύπορη οικογένεια των Χονδρογιανναίων από τη Συκιά και υπήρξε η πρώτη σύζυγος του Αγγελάκη Φιλιππίδη από τη Νικήτη.
Κατερινάκι (καθιστικό)
Απάνω στο Πιπόνι κι στο Χειμωνικό
για του Κατιρινάκι έγινι φονικό.
Κοιμάτι στου κριβάτι μι του Ζακιθιανό,
κι ου άντρας της στη πόρτα μι του σπαθί γυμνό.
-Θα σι σκουτώσου σκύλα, σκύλα Κατιρινιώ69.
-Μη μι σκουτώσεις άντρα μ’, που έχου δυο πιδιά,
το ’να κρατώ στα χέρια κι τ’ άλλου στη κοιλιά.
-Θα σι σκουτώσου σκύλα κι ας μείνουν ορφανά,
άλλη γυναίκα παίρνου κι μι τα κυβιρνάει.
-Ακούς τι λέει μάνα μ’, τι λέει ου άντρας μου
θα μι σκουτώσ’ τ’ καημένη, κρίμα τα νιάτα μου.
Τραβάει το σπαθί του, την παίρνει του κιφάλ’,
μεσ’ του ντρουβά του βάζει, στην πιθιρά του πάει.
Σαν την εκατεβάζαν από τη σκάλα της,
μικροί μεγάλοι κλάψαν, τ’ άσπρα ποδάρια της.
Κι όταν τη περνούσαν την άκρη απ’ του γιαλό
μικροί μεγάλοι κλάψαν, τον άσπρο της λαιμό.
Κι όταν τη ζυγώσαν κοντά στην εκκλησιά
τρομάξαν οι παπάδες κι σβήσαν τα κιριά.
(Νίκη Κουκουρούμα γεν. 1910/Δεκ. 99)
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ 69
69. Στη συλλογή του Β. Κυπαρίσση, Τραγούδια της Χαλκιδικής, αρ. 187, σελ. 58, οι στίχοι 5 και 6 έχουν ως εξής:
“Θα σι σκουτώσου σκύλα, σκύλα Κατιρινιώ
γιατί ήρτα κι σι βρήκα μι του Νικητιανό”.
Βιργίνα (καθιστικό)
Βιργίνα μας αρρώστησι βαριά για να πιθάνει,
στου παραθύρι κάθητι, μι τα βουνά μιλάει:
-Καλότυχα είνι μάνα μ’ τα βουνά, καλότυχοι κι οι κάμποι,
του θάνατου δεν καρτερούν, χάρου δεν περιμένουν,
μον’ καρτιρούν την άνοιξη, τ’ όμουρφου καλουκαίρι,
ν’ αριφουντώσουν τα κλαδιά, να ’σκιώσουν τα λαγκάδια,
να παν’ τ’ αηδόνια στη βουσκή κι τα πουλιά στις βίγλες,
να πάει κι ου νιος όπ’ αγαπάει κι όπου θέλει να πάει.
(Νίκη Κουκουρούμα γεν. 1910/Δεκ. 99)
Ο Νίκος (καθιστικό)
Μια συννεφιασμένη μέρα και μια σκοτεινή βραδυά,
θάλασσα κάνει φουρτούνα και πνιγήκαν δυο παιδιά.
Το ’να ήτανε ο Νίκος, τ’ Αθηνόδωρου παιδί,
τ’ άλλο ήταν Αρμενάκι, η ομορφιά του ξακουστή.
Σαν το έμαθε η μαμά του, τάζει λίρες και φλουριά,
-μόν’ το Νίκο μου να φέρτε, από τα βαθιά νερά.
Σαν το έμαθε ο μπαμπάς του, τάζει λίρες εκατό,
-μόν’ το Νίκο μου να φέρτε, για θα σκοτωθώ κι εγώ.
Τ’ Αθηνόδωρου το σπίτι είχε γέλια και χαρές
μα σαν πνίγηκε ο Νίκος, βάψαν μαύρες φορεσιές.
(Κανατά Σταμάτα γεν. 1922/Φεβρ. 79)
Κοριτσούδια του καιρού σας72 (συρτό)
Κοριτσούδια του καιρού σας, για μαζέψιτι του νου σας,
γιατ’ οι άντρες είναι πλάνοι και δε βάζουνε στεφάνι.
Όταν αρραβωνιαστούνε, σα λεβέντες περπατούνε
κι όταν βάλουνε στεφάνι τότε ντιμπιλιά τους πιάνει.
-Γ’ναίκα βγάλ’ τα σκουλαρίκια, να πληρώσουμι τα νοίκια
πούλα και το δαχτυλίδι να σε πάω ένα ταξίδι.
(Μαρία Ουζούνη γεν. 1925/Οκτ. 99)
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ 72
72. Το τραγούδι αυτό μου το πρωτοτραγούδησε η Μαρία Ουζούνη από τον Πολύγυρο, η οποία το άκουσε πριν από πολλά χρόνια σ’ ένα γάμο, να το τραγουδούν Νικητιανές κοπέλες της εποχής και της άρεσε τόσο πολύ που το θυμάται ακόμα. Εκ των υστέρων απεδείχθη ότι ήταν γνωστό τραγούδι της Νικήτης και η Άννα Κούρα μου το τραγούδησε έτσι ακριβώς, εκτός από τους δύο τελευταίους στίχους που έχουν ως εξής:
-Άντρα μου θέλω φουστάνι γύρω γύρω με γαϊτάνι,
άντρα μου θέλω παπούτσια κι συ μ’ έκανις τσαρούχια.
Η Καλούδα73 (καθιστικό)
Παν’ στον απάνω μαχαλά, στην εκκλησιά ’που πέρα,
έχει κουρίτσι έμορφο, τη ξακουσμέν’ Καλούδα
πο ’χει ασημένιο αργαλειό και φιλντισένιο χτένι
και τη σαΐτα πο ’ριχνε, αγνό μαργαριτάρι,
βαρυπατεί τον αργαλειό και τρίζουν τα καρούλια.
Πραματευτής που πέρασι απ’ όξου τη ρωτάει:
-Καλούδα δε παντρεύεσαι πραματευτή να πάρεις
να κοσκινίζεις τα φλουριά να δρομονίζεις τ’ άσπρα;
-Εγώ δεν παντρεύομαι Τούρκο άντρα να πάρω.
Κάλλιο να διω το αίμα μου τη γης να κοκκινίσει
παρά να διω τα νιάτα μου Τούρκος να τα φιλήσει.
(Δημήτριος Μιχαλούδης γεν. 1923/Δεκ. 99)
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ 73
73. Ημιτελής παραλλαγή αυτού του τραγουδιού με τίτλο “Ασημένιος αργαλειός” υπάρχει στη συλλογή του Ιωακείμ Κρικελίκου, Τα τραγούδια της Νικήτης, έκδοση της κοινότητας Νικήτης 1990, αρ. 114, σ.134.
(Άννα Κούρα γεν. 1921/Δεκ. 99)
Η Ανθούλα (καθιστικό)
Βρυσούλα μου τρικάμαρη και με το κρύο σου νερό
και με το κρυσταλλένιο σου, σα ν’ έρτ’ η Ανθούλα για νιρό
νιρό να μη τη δώσιτι, κρασί να την πουτίσιτι,
μη να κι την μιθύσιτι κι ύστιρα τη ρωτήσιτι:
-Ανθούλα μ’ τίνον αγαπάς; -Ιγώ κανεν’ δεν αγαπώ.
Ο Γιάννης έχει τα φλουριά κι ου Θόδωρους τη λιβιντιά.
(Ιωακείμ Καρακυριαζής γεν. 1904/Απρ. 79)
(Από ανέκδοτη συλλογή του Δημητρίου Δημάρα)
Απ’ όλα τα κορίτσια
Απ’ όλα τα κουρίτσια ιδώ, για πες μου πιο σ’ αρέσει.
Καμμιά δεν απλουήθηκι, καμμιά δεν απλουιέτι,
μον’ μια κουντή, μιλαχροινή, εκείνη απλουιέτι:
-Εγώ σε παίρνω σ’ αγαπώ, μόν’ ότι σου πω θα κάνεις.
Θα σπείρεις μεσ’ τη θάλασσα σιτάρι με κριθάρι
θα κάνεις και τ’ αλώνι σου στη μέση του πελάγου.
(Άννα Κούρα γεν. 1921/Δεκ. 99)
Σε καινούργια βάρκα74 μπήκα (χασάπικο)
Σε καινούρια βάρκα μπήκα και στον Αϊ-Γιώργη βγήκα,
βγήκα για να σεργιανήσω τα κορίτσια να μετρήσω
Μια γαλαζοφορεμένη, μ’ έχει την καρδιά καμένη.
Με προμήθεψε η θεια της, πως να πιάσ’ την ανηψιά της.
-Στο χορό όπου χορεύει σύρε πιάσ’ την απ’ το χέρι.
Κι αν τη δεις και κοκκινίσει, πάλι εσένα θ’ αγαπήσει.
Κι αν τη δεις και πάρει βούρλα, φέρε στο χορό μια φούρλα,
κι αν την δεις και πάρει χώμα έχε την ελπίδα ακόμα,
κι αν τη δεις και πάρει πέτρα παρ’ το δρόμο σου και φεύγα.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ 74
74. Το τραγούδι αυτό, στην πρώτη έκδοση του παρόντος βιβλίου, αντιγράφηκε από ένα παλιό βιβλίο με δημοτικά τραγούδια διαφόρων περιοχών της Μακεδονίας “και υπαγορεύθη υπό του εκ πολυγύρου καταγωμένου νέου Δημ. Βογιατζή”.
Όπως διαπίστωσα όμως εκ των υστέρων, το τραγούδι αυτό είναι γνωστό και στη Νικήτη, το βρήκα μάλιστα και στην παρακάτω ενδιαφέρουσα παραλλαγή:
-Γλώσσα μου γλυκιά μου γλώσσα έλα να μας πεις καμπόσα
όσα ξέρεις κι άλλα τόσα.
- ’Γω στα ξένα γκιζιρούσα και τις έμουρφις τηρούσα
ποια ήταν άσπρη, ποια ήταν ρούσα και ποια γαϊτανοφρυδούσα.
Μια κοκκινοφορεμένη μ’ έχει τη καρδιά καμένη.
-Σα τη διεις απου χορεύει, σύρι πιάστ’την απ’ του χέρι.
Τσίμπα την την απαλάμη για να διεις τι θα σι κάνει...
Ο Πλάτανος
-Τι έχεις καημένε πλάτανε και σκούζεις και βελάζεις;
Μ’ να ’νι για πότισμα διψάς, μ’ να ’νι για κλάδεμα;
-Δε θέλω ’γω το πότισμα σ’, μήτε το κλάδεμά σου.
Μον’ πέρασ’ ένας χίλιαρχος με χίλια παλικάρια
κι όλοι στον ίσκιο μ’ έκατσαν κι όλοι σημάδ’ με βάζουν.
Σα ρίχν’ ο πρώτος χίλιαρχος σημαδ’ κι μ’ έσπασε τους κλώνους
και το ’χω ένα παράπονο και μια μεγάλη λύπη.
(Από ανέκδοτη συλλογή της Ελένης Προβατάρη)
Αποκριάτικο (χασάπικο)
Τη Δευτέρα βάζω πλύση και την Τρίτη τα στραγγίζω,
την Τετάρτη τα απλώνω και την Πέμπτη τα μαζώνω.
Την Παρασκευή διπλώνω, το Σαββάτο σιδερώνω,
και την Κυριακή αλλάζω και στην εκκλησία πάω.
Δε δουλεύω τη Δευτέρα γιατί είν’ η πρώτη μέρα,
δε δουλεύω και την Τρίτη, γιατί μ’ ανελάει η μύτη.
Δε δουλεύω την Τετάρτη, πάει ο άνδρας μου και σκάφτει,
δε δουλεύω και την Πέμπτη, γιατί η κοιλιά μου πέφτει.
Την Παρασκευή κοιμούμι, του Σαββάτου συλλουγιούμι,
και τη Κυριακή αλλάζω, πάλι μεσ’ τη ψείρα βράζω.
(Μαρία Αποστολούδη γεν. 1907/Δεκ. 99)
Καπετάν Γιαγλής (καθιστικό)
Τάχα κι ’γω δεν ήμαν νιος, δεν ήμαν παλικάρι,
τάχα κι δεν πιρπάτησα νύχτα μι του φιγγάρι,
να ιδώ το σπίτι μου, να πάρω το σπαθί μου,
να πάρου δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
για να σφυρίξου κλέφτικα, μωρέ λίγο καπιτανάτα,
να μάσου τέσσιρα πιδιά κι όλα τα παλικάρια,
να πουλιμήσου η μαύρους του τζαμί, του πρώτου καπιτάνιου,
που πουλιμάει ιννιά χουριά κι πέντε βιλαέτια.
Κανείς δεν τον ανίκησι, μωρέ κανείς δεν τον νικάει,
μόνο ο καπετάν Γιαγλής.
(Μαριγώ Σάλιαρη γεν. 1891/Δεκ. 79)
Σαλτουγιάννης75 (επιτραπέζιο)
Πουλύ σι κακουφάνηκι, καϋμένε Σαλτουγιάννη,
που πήραν τουν ιγιόκα σου, τον γιο σου του Χρηστάκου.
Τουν πήραν κι τουν πήγανε σε μια ψηλή ραχούλα,
πώχουν οι κλέφτες σύναξη κι όλ’ οι καπιταναίοι.
Άλλ’ έτρουγαν κι άλλ’ έπιναν κι άλλοι χαρουκουπιούνταν
κι άλλοι έγραφαν τη ξαγουρά, ξαγόρασμα δεν έχει:
-Χίλια φλουριά είν’ η ξαγουρά, κι πιντακόσια γρόσια,
κι αν δεν τα φέρεις, Νάσαινα, παίρνουμι του κιφάλι.
-Πούλησι, μάνα μ’ τα πρόβατα για να μι ξαγουράσεις.
-Τα πούλησα, Χρηστάκο μου, ξαγουρασμό δεν έχεις.
-Πούλησι μάνα μ’ κι τ’ άλουγου, πως είνι μι τη σέλλα.
(Από τη συλλογή του Τρ. Αναγνωστάρα , Χρονικά της Χαλκιδικής 4 (1962),- υπαγόρευση Αστ. Βάσιος)
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ 75
75. Οι Σαλτουγιανναίοι ήταν εύποροι βλαχοποιμένες, Σαρακατσάνοι στην καταγωγή, οι οποίοι μετακινούσαν τα γιδοπρόβατά τους κατά την περίοδο του χειμώνα στα μέρη μας, όπου νοικίαζαν τον κισλά. Όσοι έζησαν γύρω στο 1900 θυμούνταν από τους Σαλτογιανναίους τον Μήτρο, τον Κώστα και τον Χρήστο να μένουν για πολλά χρόνια στο Παπαχριστέικο σπίτι, τα δε παιδιά τους να φοιτούν στο δημοτικό σχολείο Νικήτης όπως προκύπτει και από τα σχετικά μαθητολόγια των αρχών του αιώνα.
Καπετάν Γιωργάκης76
Ένας πασάς διαβαίνει κι άλλους έρχιτι,
γυρεύουν του Γιουργάκη του Νικητιανό.
Γιουργάκης τρώει κι πίνει πάνου στα βουνά,
τρώει αρνιά ψημένα, πιν’ γλυκό κρασί.
“Για τρώτι παλληκάρια μ’, κι για πίνιτι,
τα σπίτια κι αν μας κάψουν κι άλλα φκιάνουμι,
γυναίκις κι αν μας πάρουν κι άλλις παίρνουμι,
μαννούλις κι αν μας πάρουν, τι θα κάμουμι;”
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ 76
76. Από τη συλλογή Τραγούδια της Χαλκιδικής του Β. Κυπαρίσση (1940). Υπαγορεύθηκε στον συγγραφέα από το Μανώλη Παπαγεωργίου από τα Βραστά. Στο τέλος της σελ. 48 υπάρχει το εξής σχόλιο: “Ο καπετάν Γιωργάκης ήταν αντάρτης από τη Νικήτη και ήταν το φόβητρο των Τούρκων. Καταδιώχτηκε πολύ αλλά χωρίς να πιαστεί. Έδρασε στη Χαλκιδική κατά το 1888-1900”. Το τραγούδι αυτό δεν το γνωρίζουν όσους κι αν ρωτήσαμε στη Νικήτη”.
Τσιάμης Καρατάσιος77 (καθιστικό)
Πικρή ωρέ η άνοιξη, ωρέ πικρό το καλοκαίρι
πάϊσι ο Τσιάμης στη Συκιά κι στου κρυφό λιμάνι,
πάισι να κάνει Πασχαλιά κι του Χριστός Ανέστη.
Βρίσκει τους Τούρκους στη Συκιά στην εκκλησιά κλεισμένους
κι ου Καρατάσιους φώναξι ωρέ κι ου Καρατάσιος λέει:
-Κατέβ’ Αμπντούλ προυσκύνησι, ωρέ κατέβα δώσι ράι.
-Ιγώ δεν είμι νιόνυμφη να ’ρθω να προσκυνήσω.
Κι ο καπιτάνιος διάταξι, ωρέ λέει στα παλληκάρια:
-Βάλτι φουτιά πιδιά μ’ στην εκκλησιά, είν’ ο Αμπντούλης μέσα
κάψτι του σκύλου ζουντανό.
(Μιχαήλ Μάντσιος γεν. 1890/Απρ. 79)
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ 77
77. Όπως μας διηγήθηκε ο υπαγορεύσας, “το τραγούδι αυτό ήταν πολύ μεγάλο, ολόκληρη ιστορία και το είχε γραμμένο ολόκληρο ο μπαρμπα-Θανάσης Ξανθόπουλος. Εμείς όμως ξέραμε και τραγουδούσαμε μόνον αυτό”.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com