ΗΜΙΘΕΟΙ



ΟΙ ΜΑΙΝΑΔΕΣ
Τον Διόνυσο σ' όλα τα ταξίδια του τον ακολουθούσε μια μεγάλη πολύβουη παρέα. Γύρω από το θεό του κεφιού συγκεντρωνόταν μια παράξενη συντροφιά που "χαλούσε τον κόσμο" με τις φωνές και τα τραγούδια της.
Το κρασί έρεε άφθονο και το γλέντι έφτανε στο αποκορύφωμα. Η κεφάτη συντροφιά ταξίδευε από χώρα σε χώρα για να μάθουν όλοι οι άνθρωποι την καλλιέργεια του αμπελιού και την παραγωγή του οίνου. Τα ταξίδια τους ήταν ένα αδιάκοπο γλέντι. Τον ενθουσιασμό και τη χαρά τους μετέδιδαν σ' όσους συναντούσαν. Ενώ όσοι τους πολεμούσαν, υποτιμώντας τις δυνάμεις τους, είχαν άσχημο τέλος. Οικτρά μετάνιωσαν οι Ινδοί που τους επιτέθηκαν. Μετά από μάχες τριών ετών αναγκάστηκαν να δεχτούν τον Διόνυσο και τη συνοδεία του. Στο πλήθος που συνόδευε το θεό έβλεπες παράξενα πλάσματα: τις Μαινάδες, τους Σάτυρους, τους Σιληνούς και πολλές φορές το θεό Πάνα.
Οι Μαινάδες αντιπροσωπεύουν το θηλυκό στοιχείο της συντροφιάς και κρατούν στο χέρι τους το θύρσο όπως και ο θεός. Ο θύρσος ήταν ένα καλάμι τυλιγμένο με φύλλα κισσού ή κλήματος. Μερικές φορές κρατούν φίδια ή και άλλα ζώα. Τα ρούχα τους είναι ελαφρά για να μπορούν να χορεύουν χωρίς δυσκολία.
Όταν καταλαμβάνονται από το πνεύμα του θεού, επιδίδονται σ' έναν ασταμάτητο, ξέφρενο χορό. Εκείνη τη στιγμή είναι σαν να έχουν βγει από τον εαυτό τους• η μέθη και η έκσταση οδηγεί τα βήματά τους. Ο χορός τους πολλές φορές γίνεται άγριος και τρομαχτικός στους απλούς ανθρώπους. Όταν καταλαμβάνονται από μανία -γι' αυτό λέγονται Μαινάδες- δεν γνωρίζουν τι κάνουν• η παραφροσύνη τις οδηγεί σε πράξεις εξωφρενικές. Έτσι η μητέρα του Πενθέα κομμάτιασε μαζί με άλλες Μαινάδες τον ίδιο το γιο της. Οι Μαινάδες της Θράκης κομμάτιασαν το κορμί του δύστυχου Ορφέα που απογοητευμένος από την εξέλιξη του έρωτά του, άρχισε να μισεί τις γυναίκες.


ΟΙ ΣΑΤΥΡΟΙ

Μαζί με το Διόνυσο διασκεδάζουν επίσης οι Σάτυροι Πρόκειται για κάτι περίεργα όντα που η μορφή τους συνδυάζει χαρακτηριστικά ανθρώπου και ζώου. Μέχρι τη μέση είναι άνθρωποι και στο κάτω μέρος του σώματός τους ζώα. Ήταν φαλακροί, με μυτερά αυτιά και ουρά. Οι Σάτυροι είχαν πόδια και ουρά τράγου, ενώ οι Σιληνοί που επίσης ήταν παρέα του Διόνυσου και των Σάτυρων, αλόγου. Πολλές φορές όμως, οι αρχαίοι Έλληνες τους φαντάζονταν ως λυγερούς νέους άνδρες. Τα μόνα στοιχεία που έδειχναν ότι είναι σύντροφοι του Διόνυσου ήταν τα μυτερά αυτιά και η ουρά. Μ' αυτόν τον τρόπο δείχνουν το χαριτωμένο χαρακτήρα τους, ενώ άλλες φορές τους φαντάζονται οργισμένους, με άγρια ζωώδη χαρακτηριστικά.
Πάντα συνόδευαν τον Διόνυσο στο γλέντι, χορεύοντας ασταμάτητα με τη συνοδεία μουσικών οργάνων ή παίζουν οι ίδιοι τον αυλό και την κιθάρα.
Ήταν όμως και πιστοί υπηρέτες του Διόνυσου. Πρόθυμοι έτρεχαν να βοηθήσουν όταν τους καλούσε στον τρύγο και στο πατητήρι. Άλλωστε κι αυτή η δουλειά για τους εύθυμους συντρόφους του θεού γινόταν διασκέδαση. Επίσης, με προθυμία βοήθησαν το θεό, όταν προσπαθούσε να ξαναφέρει τον Ήφαιστο στον Όλυμπο. Όλοι μαζί κερνούσαν το θεϊκό σιδηρουργό άφθονο κρασί και μεθυσμένο πια τον συνόδευσαν με τα γαϊδουράκια τους στην κατοικία των θεών.
Τα γαϊδούρια ήταν το αγαπημένο τους ζώο. Χάρη στα δυνατά τους γκαρίσματα τρόμαξαν τους Γίγαντες όταν πολεμούσαν ενάντια στους Ολύμπιους θεούς. Ως πιστοί βοηθοί του Διόνυσου δεν μπορούσαν ν' αρνηθούν στο κάλεσμα του θεού τους. Όλοι μαζί, οι Σάτυροι, οι Σιληνοί και τα ζώα τους ήταν ο πιο παράξενος στρατός που είχαν σύμμαχό τους οι θεοί, αλλά και πολύτιμος.
Ζωηροί και παιχνιδιάρηδες οι Σάτυροι και οι Σιληνοί σκορπούσαν κέφι. Μερικές φορές όμως τα παιχνίδια τους δεν είχαν όρια και γίνονταν ενοχλητικοί. Όλους τους πείραζαν. Ξαφνικά μπορεί να κυνηγούσαν τις Μαινάδες και να διασκεδάζουν καθώς τις έβλεπαν να προσπαθούν να ξεφύγουν. Όποιον ήρωα συναντούσαν στο δρόμο τους τον πείραζαν.
Μια μέρα τους συνάντησε ο Περσέας καθώς γυρνούσε από τις Γοργόνες. Όταν όμως τους έδειξε απειλητικά το κεφάλι της Γοργώς, τρομοκρατημένοι τράπηκαν σε φυγή. Κατά βάθος ήταν δειλοί και άτολμοι. Όσο κι αν ενοχλούσαν το μεγάλο ήρωα, τον Ηρακλή, δεν τολμούσαν ποτέ να τον αντιμετωπίσουν. Πάντα έτρεχαν να γλιτώσουν όταν τους έπαιρνε είδηση. Ο γιος του Δία ήταν καλός φίλος με το θεό του κρασιού, αλλά ήταν ο φόβος κι ο τρόμος στους ζωηρούς συντρόφους του. Κάποια μέρα βρήκαν τον ήρωα να κοιμάται και προσπάθησαν κρυφά να του αρπάξουν τα όπλα. Ο Ηρακλής όμως τους έβλεπε με την άκρη του ματιού του, και τους πήρε στο κυνήγι.
Ακόμη και με τους θεούς τσακώνονταν. Μια φορά τρεις Σιληνοί μάλωναν με την Ίριδα. Η θεά ήταν οργισμένη επειδή οι Σιληνοί ήθελαν να της αρπάξουν από το βωμό της το σφάγιο που θυσίασαν γι' αυτήν οι άνθρωποι.
Ήταν τόση η ασέβειά τους που κάποτε προσπάθησαν να βιάσουν τη σύζυγο του πατέρα των θεών, την Ήρα. Τρομοκρατημένοι την άφησαν όταν είδαν από μακριά να έρχεται ο Ηρακλής. Πονηροί κι ασυγκράτητοι οι τραγοπόδαροι σύντροφοι του Διόνυσου. Άλλοτε βίαιοι, ενοχλούσαν τους θεούς και ανθρώπους. Άλλοτε χαριτωμένοι επιδίδονταν στο χορό και στη μουσική.
Ένας μάλιστα από τους Σάτυρους, ο Μαρσύας, ήταν ξακουστός για τις ικανότητές του στο παίξιμο του αυλού. Ήταν όμως τόση η υπεροψία του που τόλμησε να προκαλέσει τον ίδιο το θεό της μουσικής, τον Απόλλωνα. Η μουσική και των δυο σκόρπισε στη φύση υπέροχες μελωδίες. Ο ένας από τους δυο κριτές, ο Μίδας, πρότεινε τον Μαρσύα ως νικητή. Ο θεός του θύμωσε και τον τιμώρησε για την ασέβειά του μεταμορφώνοντας τ' αυτιά του σ' αυτιά γαϊδάρου. Το τέλος του Μαρσύα ήταν ακόμη τραγικότερο, καθώς ο θεός τον έγδαρε ζωντανό.
Εκτός από τον Μαρσύα και ο μεγαλύτερος σε ηλικία Σιληνός, ο γερο Σιληνός, ξεχώριζε από την ανωνυμία της θορυβώδους παρέας. Πατέρας του λένε ότι ήταν ο Απόλλωνας, ενώ άλλοι υποστηρίζουν πως ήταν ο Πάνας. Επίσης ξακουστά ήταν και τα παιδιά του, όπως ο Κένταυρος Φόλος και ο Στάφυλος, ο τσομπάνης του Οινέα.
Σ' αυτόν παρέδωσαν οι Νύμφες το μικρό Διόνυσο για ν' αναλάβει τη μόρφωσή του. Και όταν αργότερα ο θεός άρχισε τα μακρινά του ταξίδια, τον ακολούθησε και ο πιστός δάσκαλός του. Όλοι στη συντροφιά τον σέβονταν και τον αγαπούσαν. Θαύμαζαν τη σοφία του και τις πολλές γνώσεις που είχε. Δε χόρταιναν να τον ακούνε να τους λέει τραγουδιστά ιστορίες από τα παλιά χρόνια. Πιο πολύ απ' όλους βέβαια τον αγαπούσε ο Διόνυσος. Γι' αυτό και δέχτηκε ν' ανταμείψει τον Μίδα μ' ό,τι του ζητήσει, όταν του παρέδωσε το γέρο παιδαγωγό του που είχε χαθεί.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ
O Αχιλλέας, γιος του Πηλέα και της Νηρηίδας Θέτιδας, ήταν ο πιο ικανός και άξιος πολεμιστής από τους Αχαιούς ήρωες. Η προσπάθεια της μητέρας του να τον κρατήσει μακριά από τον πόλεμο, στέλνοντάς τον στη Σκύρο, αποδείχτηκε άκαρπη. Αν και δεν είχε δεσμευτεί με όρκο, ο Αχιλλέας αποφασίζει να ακολουθήσει τους Αχαιούς στον πόλεμο, έχοντας επίγνωση των ικανοτήτων του, του ιδιαίτερου ρόλου που θα παίξει ο ίδιος στη διεξαγωγή του πολέμου, καθώς και του γεγονότος ότι, εξαιτίας της απόφασης αυτής, θα βρει κατά πάσα πιθανότητα πρόωρο θάνατο.
Όταν ήταν να φύγει για την Τροία, ο Πηλέας του χάρισε τα όπλα του, γαμήλιο δώρο των θεών, όταν παντρεύτηκε με τη Θέτιδα. Του έδωσε ακόμη το δώρο του Κένταυρου Χείρωνα, ένα κοντάρι από ξύλο μελιάς, τόσο βαρύ, ώστε να μην μπορεί κανείς θνητός να το σηκώσει.
Δεν παρέλειψε να του δώσει και το γαμήλιο δώρο του Ποσειδώνα, τον Ξάνθο και τον Βαλίο, τα αθάνατα άλογα, που είχαν και ανθρώπινη λαλιά και που τα είχε γεννήσει η Άρπυια Ποδάργη. Γερασμένος καθώς ήταν ο Πηλέας, δεν μπορούσε να συνοδέψει ο ίδιος το γιο του στον πόλεμο.
Επειδή όμως ο Αχιλλέας ήταν ακόμη άμαθο παιδί, περίπου δεκαπέντε χρονών, έκρινε ο Πηλέας σκόπιμο να ζητήσει από τον Φοίνικα, το γιο του Αμύντορα, να τον συνοδέψει στην εκστρατεία ως συμβουλάτορας και καθοδηγητής του. Πριν αποχαιρετήσει τον Αχιλλέα, έκανε ο Πηλέας τάμα στον ποταμό Σπερχειό να του θυσιάσει πενήντα κριάρια και να του προσφέρει τα μαλλιά του γιου του, αν γύριζε ζωντανός. Και έτσι, όταν πια είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του, τον αποχαιρέτησε.
Ο Αχιλλέας ήταν αρχηγός πενήντα καραβιών επανδρωμένων με Μυρμιδόνες. Κυριαρχεί με τη δράση του από την πρώτη κιόλας στιγμή που πατούν το πόδι τους οι Αχαιοί στο ακρογιάλι της Τροίας. Λίγο μετά την απόβαση σκοτώνει τον Κύκνο, το γιο του Ποσειδώνα, και αναγκάζει τους Τρώες να αποσυρθούν μέσα στην πόλη. Στα πρώτα εννιά χρόνια του πολέμου λεηλατεί έντεκα πολιτείες γύρω από την Τροία και δώδεκα σε γειτονικά νησιά. Τα λάφυρα από αυτές τις εκστρατείες τα παρέδιδε πάντα στον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα, ο οποίος, αφού κρατούσε για τον εαυτό του τη μερίδα του λέοντος, μοίραζε τα υπόλοιπα με επιλογή ή με κλήρο.
Για τη συμπεριφορά αυτή του Αγαμέμνονα φαίνεται ότι ο Αχιλλέας παραπονέθηκε αρκετές φορές. Οι εκστρατείες αυτές πρέπει να ήταν πάντως αρκετά αποδοτικές και για τον Αχιλλέα, μια που η σκηνή του ήταν γεμάτη από κάθε είδους λάφυρα (σκλάβες, άλογα, όπλα, τρίποδες, κούπες, χρυσάφι κλπ.). Άλλοτε πάλι πιάνει αιχμαλώτους και τους πουλάει σε γειτονικά νησιά, όπως τον Λυκάονα, το γιο του Πρίαμου. Κάποτε μάλιστα θα έπιανε και τον Αινεία, το γιο της Αφροδίτης και του Αγχίση, που έβοσκε ανυποψίαστος τα κοπάδια του στα βοσκοτόπια της Τροίας. Ο Αινείας τον είδε έγκαιρα και τράπηκε σε φυγή. Ο Αχιλλέας τον κυνήγησε μέχρι τη Λυρνησσό, την οποία τελικά κυρίευσε, ο Αινείας όμως διέφυγε με την παρέμβαση της θεάς μητέρας του .
Αλλά και στις συγκρούσεις των Αχαιών με τους Τρώες στο πεδίο της μάχης η παρουσία του Αχιλλέα είναι καταλυτική. Προκαλεί αναρίθμητες απώλειες στο αντίπαλο στρατόπεδο και γίνεται ο φόβος και ο τρόμος των Τρώων. Στο τέλος όμως του ένατου χρόνου ή στις αρχές του δέκατου και καθώς οι πολεμικές επιχειρήσεις γύρω από την Τροία βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη, οργίστηκε με τη δεσποτική απόφαση του Αγαμέμνονα να του πάρει τη Βρισηίδα. Η πληγωμένη περηφάνια του Αχιλλέα τον οδήγησε στο να αποτραβηχτεί από κάθε πολεμική σύγκρουση. Ταυτόχρονα ζήτησε από τη θεά μητέρα του να πείσει τους θεούς να δώσουν τη νίκη στους Τρώες.
Και πράγματι η κατάσταση γίνεται απελπιστική για τους Αχαιούς. Αμέτρητο πλήθος ηρώων χάνεται και η παρουσία του Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης γίνεται τώρα περισσότερο απαραίτητη από ποτέ. Η πρεσβεία που έρχεται στη σκηνή του Αχιλλέα, για να του προσφέρει πλήρη ικανοποίηση των αιτημάτων του, φεύγει άπρακτη. Αρχικά δηλώνει ο ήρωας πως θα επιστρέψει στη Φθία το συντομότερο δυνατό, μετά υποχωρεί κάπως δηλώνοντας ότι θα πάρει τα όπλα του, για να προστατέψει το δικό του μόνο καράβι από πυρπόληση. Του κόστιζε, είναι η αλήθεια, η αποχή του από τη μάχη. Κάθε φορά που έβλεπε από τη σκηνή του κάποιον Αχαιό να γυρίζει πληγωμένος, έστελνε να μάθει για την ταυτότητά του.
Τελικά, όταν φτάνει η κατάσταση στο απροχώρητο, δίνει την πανοπλία του στον αγαπημένο του φίλο, τον Πάτροκλο, για να υποστηρίξει τους Αχαιούς.
Και πράγματι, ο Πάτροκλος κατάφερε να τρέψει σε φυγή τους Τρώες, σκοτώθηκε ωστόσο από τον Έκτορα, ο οποίος πήρε τα όπλα του Αχιλλέα. Η Θέτιδα του έφερε τότε καινούρια όπλα φτιαγμένα από τον Ήφαιστο και ο Αχιλλέας, αφού συμφιλιώθηκε με τον Αγαμέμνονα, ρίχτηκε στη μάχη, για να εκδικηθεί το χαμό του φίλου του. Έσπειρε τότε τον πανικό στις τάξεις των Τρώων σκοτώνοντας πάρα πολλούς από αυτούς και αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να κλειστούν στο κάστρο της Τροίας. Μετά από δραματική μονομαχία σκότωσε και τον Έκτορα. Στη συνέχεια έθαψε με τιμές τον Πάτροκλο και διοργάνωσε προς τιμή του επιτύμβιους αγώνες. Το πτώμα του Έκτορα το κράτησε άταφο έξω από τη σκηνή του, για να το παραδώσει τελικά στον πατέρα του, τον Πρίαμο.
Τα αποτελέσματα του θυμού του Αχιλλέα ήταν ολέθρια για τους Αχαιούς. Το θυμό του αυτόν θα τον καταραστεί στη συνέχεια. Η μετάνοιά του όμως θα έρθει πολύ αργά για τον Πάτροκλο και για όσους άλλους είχαν σκοτωθεί.
Ο Όμηρος αφιέρωσε σχεδόν όλο το Σ κεφάλαιο στην ασπίδα του Αχιλλέα. Η περιγραφή είναι καταπληκτική και αξίζει να τη διαβάσουμε απο το προτότυπο.

ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ΣΤΟ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ
Για την κατασκευή της ασπίδας του Αχιλλέα επιστράτευσαν και ο Ήφαιστος και ο Όμηρος όλη τους την τέχνη. Η ασπίδα του Αχιλλέα είναι ένας ύμνος στην τεχνολογία, μια ποιητική παρουσίαση του πλέον περίφημου σε τέχνη έργου της ομηρικής εποχής. Για το λόγο αυτό αξίζει να παραθέσουμε ατόφια τη μακροσκελή περιγραφή του έργου.













































Και φτιάχνει πρώτα μια τρανή και στιβαρή ασπίδα παντού στολίζοντάς τη.
Και βάζει γύρω της λαμπρό τρίφυλλο μεταλλικό στεφάνι , όπου δένει το λουρί το ασημένιο.
Πέντε μετάλλου στρώματα έχει η ασπίδα. Σκάλιζει πάνω της πολλά στολίδια , με τη σοφή των δυο χεριών του τέχνη.
Στη μια μεριά φτιάχνει τη γη , τον ουρανό στην άλλη , αλλού τη θάλασσα και τον ακούραστο ήλιο και τη σελήνη ολόγεμη .
Σ` άλλη μεριά τα ζώδια όλα φτιάχνει , τ` άστρα που στεφανώνουν τον ουρανό.
Τις Πλειάδες και τις Υάδες και το δυνατό Ωρίωνα και την Άρκτο, που Άμαξα μερικοί την ονομάζουν ,
γιατί γύρω από τον εαυτό της στρέφεται και τον Ωρίωνα παραφυλάει και μόνο αυτή μες στα νερά του Ωκεανού δε λούζεται.
Φτιάχνει και δυο όμορφες πόλεις θνητών ανθρώπων. Στη μία γάμοι γίνονται , συμπόσια μεγάλα , νύφες προβάλλουν από τα σπίτια τους και οι λαμπαδηφόροι από την πόλη περνούν κι αντιλαλούν τραγούδια , γαμήλια , πολλά.
Νέοι χορευτές στριφογυρνούν κι ανάμεσα τους κιθάρες και αυλοί παίζουν . Οι γυναίκες μπροστά στην πόρτα στέκονται και θαυμάζουν
Κόσμος συρρέει στην αγορά , όπου καβγάς θεριεύει. Δυο άντρες εκεί μαλώνουνε για την εξαγωρά ενός άντρα σκοτωμένου.
Ο ένας λέει πως τα έχει όλα ξεπληρώσει και βεβαιώνει το λαό , ενώ ο άλλος ισχυρίζεται πως τίποτα δεν πήρε.
Και οι δύο τέλος θέλουν στο δικαστή να πάνε , απόφαση να βγάλει. Οι άνθρωποι γύρω και τους δύο τους επιδοκιμάζουν και τους υποστηρίζουν.
Οι κήρυκες τον κόσμο συγκρατούσαν και οι γέροντες κάθονται πάνω σε λαξεμένους λίθους , μέσα στον κύκλο τον ιερό , στα χέρια τους κρατώντας τα ραβδιά των μεγαλόφωνων κηρύκων .
Σε αυτά έπειτα στηρίζονται και δικάζουν , καθείς με τη σειρά του . Και είναι στη μέση καταγής δύο τάλαντα χρυσά , για να δοθούν μετά τη δίκη σε όποιον πιο δίκαια μιλήσει .
Γύρω από την άλλη πόλη στρατοπεδεύουν δύο στρατοί πολυπληθείς με αστραφτερά τα όπλα . Δύο γνώμες έχουν κατά νου , ή να την καταστρέψουνε ή να μοιράσουνε στα δύο όσα πολύτιμα αγαθά η πόλη μέσα κρύβει .
Μα οι άλλοι (μέσα) δεν υποχωρούν και οπλισμένοι κρυφά παραμονεύουν . Στο τείχος πάνω στέκονται και το φρουρούν γυναίκες παντρεμένες , μικρά παιδιά και άντρες γερασμένοι .
Οι άλλοι (έξω) ξεκινούν . Ο Άρης και η Αθηνά η Παλλάδα είναι μπροστά , χρυσοί και οι δύο , χρυσά φορώντας ρούχα , όμορφοι , μεγαλόσωμοι , όπλα κρατώντας . Έτσι , θεοί αυτοί , απ` όλους ξεχωρίζουν . Οι άνθρωποι είναι μικρότεροι .
Φτάνουν σε τόπο που μπορούν να στήσουνε καρτέρι , σε ποταμό που πήγαιναν και πότιζαν τα ζώα , και καλυμμένοι κάθονται πίσω από τα λαμπερά , χάλκινά τους όπλα .
Πέρα , ψηλά , στέκονται δύο σκοποί στρατιώτες , που αγναντεύουν πρόβατα και βόδια με γυριστά τα κέρατα .
Γρήγορα περπατούν αυτά , με δυο βοσκούς κατόπι , που χαρούμενοι παίζουν τη φλογέρα . Το δόλο δε μυρίζονται .
Οι άλλοι (από την πόλη) σαν τους βλέπουν τρέχουν επάνω τους , γοργά τα κοπάδια των βοδιών και των αρνιών των άσπρων ξεχωρίζουν , σκοτώνουν και τους δυο βοσκούς .
Οι άλλοι (έξω) ακούν φωνή πολλή κοντά στα βόδια , εκεί που κάθονται στην ιερή συναγωγή συναθροισμένοι , αμέσως στα άλογα τα γοργοπόδαρα ανεβαίνουν και τους φτάνουν .
Σε μάχη παρατάσσονται και πολεμούν στου ποταμού τις όχθες . Με χάλκινα κοντάρια αλληλοχτυπιούνται .
Ανάμεσά τους η Έριδα , η Ταραχή της μάχης , του θανάτου η ολέθρια Μοίρα , άλλον κρατώντας ζωντανό μα μόλις πληγωμένο , άλλον απλήγωτο και άλλο νεκρό , στη μάχη σέρνοντάς τον από τα πόδια , ρούχο φοράει κόκκινο στους ώμους , βαμμένο από των ανθρώπων το αίμα .
Στριφογυρνούν και πολεμούν σαν ζωντανοί ανθρώποι και σέρνουν των νεκρών τα πτώματα ο ένας του άλλου. Ακόμα φτιάχνει (πάνω στην ασπίδα) χωράφι με χώμα μαλακό και εύφορο , τρεις φορές οργωμένο .Αγρότες πάνω του πολλοί στρέφουνε τα ζευγάρια και πάνω κάτω τα οδηγούν .
Κάθε φορά που στρίβουν στην άκρη του αγρού τους , κάποιος γλυκόπιοτο κρασί τους δίνει χέρι χέρι κι όταν γυρίζουν τη στροφή , ακολουθούν το αυλάκι , μέχρι να φτάσουνε βαθιά στου χωραφιού την άκρη .
Κι αυτό μαυρίζει πίσω τους , μοιάζει σαν οργωμένο κι ας είναι από χρυσό . Με θαυμαστή τη χύτευση , σαν θαύμα μοιάζει . Φτιάχνει ακόμα πάνω της κτήμα βασιλικό που το θερίζουνε εργάτες κρατώντας στα χέρια τους κοφτερά δρεπάνια .
Κι άλλα δεμάτια πέφτουνε στη γη μέσα στ` αυλάκια κι άλλα με καλαμόσχοινα δένουν οι δεματάδες . Τρεις από αυτούς εκεί στέκονται και δένουν . Πίσω μαζεύουν τα παιδιά , τα κουβαλούν στις αγκαλιές και βιαστικά τα δένουν .
Ανάμεσά τους στέκει σιωπηλός ο βασιλιάς τους , σκήπτρο κρατώντας επάνω στο αυλάκι , χαρά γεμάτος . Κήρυκες λίγο πιο μακριά τραπέζι ετοιμάζουν κάτω από βελανιδιά .
Βόδι μεγάλο σφάζουν και ετοιμάζουν , ενώ οι γυναίκες κοσκινίζουνε πολύ λευκό αλεύρι , οι εργάτες για να φάνε . Κι επάνω της βάζει μεγάλο αμπέλι , σταφύλια γεμάτο , όμορφο , χρυσό .
Μαύρα έχει εκείνο τα τσαμπιά και μ` ασημένια δίχαλα στηρίζονται τα κλήματα ως την άκρη . Στις δυο πλευρές χαράζει αυλάκι από κύανο και φράχτη σηκώνει τριγύρω από κασσίτερο.
Ένα δρομάκι μοναχό φτάνει μέχρι τ` αμπέλι και το περνούν κουβαλητές , σαν γίνεται ο τρύγος . Κορίτσια και αγόρια νεαρά και χαρούμενα το μελιστάλακτο καρπό μέσα σε πλεχτά κοφίνια κουβαλάνε .
Κι ανάμεσά τους ένα παιδί παίζει γλυκιά κι οξύφωνη κιθάρα , και τραγουδάει όμορφα , με τη λεπτή φωνή του . Άλλοι το συνοδεύουνε στο όμορφο τραγούδι , βγάζουν κραυγές , χτυπούν τα πόδια τους στη γη κι ακολουθούν .
Φτιάχνει ακόμα πάνω της κοπάδι βόδια με κέρατα όρθα , από χρυσό φτιαγμένα και κασσίτερο . Τα βόδια μουγκρίζουνε κι από το σταύλο τρέχουν για βοσκή στο βουερό ποτάμι , πλάι στο λυγερό καλαμιώνα .
Τέσσερις χρυσοί βοσκοί τα βόδια ακολουθούνε κι εννέα γοργοπόδαρα σκυλιά τους συνοδεύουν . Δύο λιοντάρια τρομερά στα πρώτα βόδια ανάμεσα έχουν αρπάξει ταύρο που μουγκρίζει .
Μουγκρίζει γοερά καθώς μακριά τον σέρνουν . Πίσω του τρέχουνε σκυλιά και άντρες γεροδεμένοι . Μα τα λιοντάρια σκίζουνε του μεγαλόσωμου βοδιού το δέρμα , σπαράσοντας τα σωθικά και πίνοντας το μαύρο του αίμα .
Οι βοσκοί μάταια σπρώχνουν τα γρήγορα σκυλιά τους να ορμήξουν . Τα σκυλιά δεν το τολμούν , λιοντάρια να δαγκώσουν . Κοντά τους μόνο στέκονται , γαβγίζουν , ξαναφεύγουν .
Φτιάχνει ακόμα πάνω της ο φημισμένος θεός με τα γερά τα χέρια , βοσκοτόπι σε όμορφο λιβάδι , με πρόβατα άσπρα και πολλά και στάνες και σκεπαστά καλύβια και μαντριά .
Κι ο ξακουστός θεός , ο δυνατός στα μπράτσα , τη στολίζει με χοροστάσι, όμοιο με εκείνο που κάποτε μες στη παλιά Κνωσσό ο Δαίδαλος για την ωριοπλέξουδη Αριάδνη με τέχνη είχε φτιάξει.
Νέοι ελεύθεροι και νεαρές παρθένες ,που προίκα δίνουν οι γαμπροί βόδια για να τις πάρουν , εκεί χορεύουν , πιασμένοι μεταξύ τους από τους καρπούς.
Λεπτά υφάσματα φορούν οι κοπελιές για ρούχα και οι νιοί χιτώνες έχουνε, λινούς καλοπλεγμένους , που αμυδρά γυαλίζουνε φτιαγμένοι από λάδι. Αυτές φοράνε όμορφα στεφάνια κι αυτοί μαχαίρια έχουνε χρυσά κι απ` τα ασημένια τα λουριά τους κρεμασμένα .
Κι άλλοτε τρέχουν ελαφριά με γυμνασμένα πόδια , τόσο ελαφριά , όσο το εργαλείο του τροχού με τα χέρια του δοκιμάζει καθιστός ο κεραμοποιός αν θα γυρίσει .
Άλλοτε πάλι τρέχουν σε σειρές , αντίκρυ η μια στην άλλη . Κόσμος πολύς στέκει εκεί , γύρω από τον ερωτικό χορό κι ευχαριστιέται . Ανάμεσά τους ψάλλει θείος τραγουδιστής και παίζει την κιθάρα .
Από την αρχή του τραγουδιού δύο ακροβάτες στροβιλίζονται στη μέση . Βάζει ακόμα πάνω της ποτάμι , δυνατό και μεγάλο , τον Ωκεανό , στο ακριανό στεφάνι ολόγυρα της στεριοωτης ασπκάμίδας. (Σ 478-608)


ΗΡΑΚΛΗΣ
O Ηρακλής είναι ο ήρωας της ελληνικής μυθολογίας που έγινε παγκόσμια γνωστός για την παλικαριά και τη ρώμη του, που τον βοήθησαν να πετύχει σημαντικούς, αλλά συνάμα και απίστευτους άθλους. Ο ήρωας και τα κατορθώματά του συνδέονται κατεξοχήν με τους τόπους όπου αναπτύχθηκε ο μυκηναϊκός πολιτισμός, που θεωρείται ως ο πρώτος ελληνικός πολιτισμός.
Ονομάστηκε Ηρακλής, δηλαδή αυτός που θα αποκτήσει κλέος (=δόξα) εξαιτίας της Ήρας. Παρόλο που καταγόταν από έναν άλλο σημαντικό μυθικό ήρωα, το βασιλιά της Αργολίδας, τον Περσέα, γεννήθηκε στη Θήβα, όπου και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Στη Θήβα κατέφυγαν η μητέρα του Αλκμήνη και ο σύζυγός της Αμφιτρύονας, για να καθαρθεί ο τελευταίος από το μίασμα της κατά λάθος δολοφονίας του πεθερού του Ηλεκτρύωνα, γιου του Περσέα και βασιλιά των Μυκηνών.Στη διάρκεια μιας απουσίας του Αμφιτρύονα από τη Θήβα σε εκστρατεία, ο Δίας θαμπωμένος από την ομορφιά της Αλκμήνης αποφάσισε να την πλανέψει. Πήρε λοιπόν τη μορφή του Αμφιτρύονα και προσποιήθηκε ότι γύρισε νικητής από την εκστρατεία.
Η νύχτα εκείνη ήταν πολύ μεγάλη, τριπλάσια της κανονικής, και συνευρέθηκαν με την Αλκμήνη και ο Δίας και ο Αμφιτρύονας, που στο μεταξύ είχε επιστρέψει από την εκστρατεία. Καρπός αυτής της νύχτας ήταν δίδυμα αγόρια, ο Ηρακλής από τον Δία και ο Ιφικλής από τον Αμφιτρύονα. Ο Δίας, όμως, ήταν αλαζονικός και καυχησιάρης. Έτσι, όταν πλησίαζε η μέρα της γέννησης του Ηρακλή, ανακοίνωσε μπροστά σ' όλους τους θεούς ότι θα γεννηθεί κάποιος απόγονος του Περσέα που θα γίνει βασιλιάς των Μυκηνών.
Στις απιστίες όμως του Δία καραδοκούσε η γυναίκα του, η Ήρα, που φρόντιζε να αποκαθιστά τις ισορροπίες αλλά και να κυνηγάει ανελέητα τις αγαπημένες του Δία και τους καρπούς τους. Σκέφτηκε λοιπόν μια τιμωρία για τον Δία, που τον έφερε μπροστά σ' ένα τετελεσμένο γεγονός. Καθυστέρησε τη γέννηση του Ηρακλή, ενώ παράλληλα επιτάχυνε τη γέννηση του γιου του Σθένελου, βασιλιά της Αργολίδας και γιου του Περσέα, του Ευρυσθέα. Ο Ηρακλής ήταν δεκαμηνίτικο μωρό, ενώ ο Ευρυσθέας επταμηνίτικο. Σύμφωνα λοιπόν με τα λόγια του Δία, μπροστά σ' όλους τους θεούς, ο Ευρυσθέας αναγνωρίστηκε βασιλιάς της Αργολίδας και ο Ηρακλής έπρεπε να τον υπηρετεί.
Η Ήρα όμως δε σταμάτησε μόνο στη ματαίωση των σχεδίων του Δία. Έβαλε σκοπό να ξεκάνει τον Ηρακλή από την κούνια του. Έτσι, ενώ ήταν μόλις οκτώ μηνών, έστειλε εναντίον του δυο μεγάλα φίδια. Ο Ηρακλής κοιμόταν αμέριμνος στην κούνια του μαζί με τον αδερφό του Ιφικλή. Ξύπνησε, όμως, και όχι μόνο απέφυγε τα φίδια, αλλά και τα έπνιξε με τα χέρια του.
Ο σοφιστής Πρόδικος από την Κέα είχε επινοήσει και αφηγούνταν μια ιστορία που αφορούσε τα εφηβικά χρόνια του Ηρακλή. Ο ήρωας καθόταν σ' ένα σταυροδρόμι, όταν τον πλησίασαν δυο γυναίκες.
Η μια με φανταχτερά ρούχα και προκλητική, του υποσχέθηκε ένα δρόμο ίσιο και ευκολοδιάβατο, στον οποίο θα τον συνόδευε πάντοτε η ανεμελιά και η διασκέδαση, ο εύκολος πλουτισμός και όλες οι χαρές της ζωής. Αυτήν, κατά τα λεγόμενά της, οι φίλοι της τη φώναζαν "Ευδαιμονία" και οι εχθροί της "Κακία".
Η άλλη, λευκοντυμένη και σεμνή, του υποσχέθηκε τον κακοτράχαλο δρόμο, γεμάτο εμπόδια και ανηφοριές αλλά και χαρές της ζωής κατακτημένες με κόπους και θυσίες μέσα από την προσφορά στο συνάνθρωπο, την αδιάκοπη εργασία και τη διαβίωση με βάση το γερό σώμα που υπηρετεί το πνεύμα.
Τη γυναίκα αυτή την έλεγαν "Αρετή". Ο μυθικός ήρωας προτίμησε το δύσκολο δρόμο της Αρετής από τον εύκολο της Κακίας.
Όταν ήταν ακόμη νέος ο Ηρακλής, σκότωσε ένα λιοντάρι στον Κιθαιρώνα. Η παράδοση λέει ότι το δέρμα αυτού του λιονταριού φορούσε αργότερα ο Ηρακλής και αποτελούσε το σύμβολό του. Άλλοι, βέβαια, υποστηρίζουν ότι η λεοντή που φορούσε ο Ηρακλής προερχόταν από το λιοντάρι της Νεμέας. Παράλληλα προκάλεσε και έναν πόλεμο μεταξύ της Θήβας και του γειτονικού της Ορχομενού. Η Θήβα πλήρωνε ετήσιο φόρο εκατό βοδιών στον Ορχομενό ύστερα από μια οδυνηρή ήττα της σε κάποια διαμάχη τους. Για κακή τους τύχη, όμως, οι απεσταλμένοι του Ορχομενού για την είσπραξη του φόρου, έπεσαν πάνω στον Ηρακλή. Εκείνος τους περιποιήθηκε! Έκοψε τη μύτη και τα αυτιά τους και τους έστειλε δεμένους πισθάγκωνα πίσω στον Ορχομενό. Άμεσο αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να ξεσπάσει άγριος πόλεμος μεταξύ Θήβας και Ορχομενού, στον οποίο σκοτώθηκαν ο θνητός πατέρας του Ηρακλή, ο Αμφιτρύονας, και ο βασιλιάς του Ορχομενού Εργίνος. Ο Ηρακλής πήρε ως δώρο από το βασιλιά της Θήβας την κόρη του Μεγάρα για γυναίκα του. Η Ήρα, όμως, δεν είχε ησυχάσει. Ζήλεψε την ευτυχία του ήρωα και του προκάλεσε καταστροφική μανία. Αυτή η μανία οδήγησε τον Ηρακλή στο να σκοτώσει τη Μεγάρα και τα τρία παιδιά του. Για να εξαγνιστεί, κατέφυγε στο μαντείο των Δελφών. Ο χρησμός έλεγε πως ο εξαγνισμός θα συντελούνταν αν ο Ηρακλής υπηρετούσε για δώδεκα χρόνια το βασιλιά Ευρυσθέα. Όταν πραγματοποιούσε τους άθλους που θα του επέβαλε ο Ευρυσθέας, θα γινόταν αθάνατος.



ΟΙ ΑΘΛΟΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ
Στην Οιχαλία, αρχαία περιοχή που άλλοι τοποθετούν στη Θεσσαλία, άλλοι στην Εύβοια και οι περισσότεροι στη Μεσσηνία, ζούσε ένας πλούσιος βασιλιάς, ο Εύρυτος, που είχε μια πανέμορφη κόρη, την Ιόλη. Κάποτε έφτασε η ώρα η Ιόλη να παντρευτεί. Επειδή έπρεπε να πάρει σύζυγο το δυνατότερο άνδρα της εποχής, ο Εύρυτος διακήρυξε πως θα δώσει την κόρη του σ' αυτόν που θα νικήσει το βασιλιά και τους γιους του στη χρήση του τόξου. Ο Ηρακλής ήταν ο νικητής αλλά η οικογένεια αρνήθηκε να του δώσει την Ιόλη φοβούμενη μήπως έχει την τύχη της Μεγάρας και των παιδιών της σε καμιά άλλη κρίση μανίας του ήρωα. Με τον Ηρακλή τάχτηκε μόνο ο μεγαλύτερος γιος του Εύρυτου, ο Ίφιτος. Ο Ηρακλής κατέφυγε στην Τίρυνθα, όπου πήγε να τον συναντήσει ο Ίφιτος. Χολωμένος ο ήρωας, καταλήφθηκε και πάλι από μανία και γκρέμισε τον Ίφιτο από έναν πύργο του οχυρωματικού περίβολου της Τίρυνθας. Έτσι εξόντωσε ένα φίλο του.
Η πράξη του αποτελούσε και πάλι μίασμα που έπρεπε να καθαρθεί. Κανείς δεν ήταν πρόθυμος να βοηθήσει τον ήρωα σ' αυτή την κάθαρση, ενώ παράλληλα ο Ηρακλής είχε περιπέσει σε κατάθλιψη και αρρώστια. Ακόμα και στο μαντείο των Δελφών, όπου πήγε για ν' αναζητήσει τη λύτρωση, η Πυθία αρνήθηκε να του δώσει χρησμό. Θυμωμένος ο Ηρακλής άρπαξε τότε το μαντικό τρίποδα και διακήρυξε πως θα ίδρυε δικό του μαντείο. Στο δρόμο τον πρόλαβε ο Απόλλωνας και άρχισαν να φιλονικούν ζωηρά. Επειδή η φιλονικία δεν είχε τελειωμό παρενέβη ο ίδιος ο Δίας που με κεραυνό χώρισε τους αντιμαχόμενους. Τελικά, ο ήρωας πήρε τον πολυπόθητο χρησμό ότι ο ήρωας έπρεπε να πουληθεί για τρία χρόνια σαν δούλος και το ποσό που θα προέκυπτε να δινόταν στον Εύρυτο σαν αποζημίωση.
Ο Ηρακλής πουλήθηκε στη βασίλισσα των Λυδών Ομφάλη, αλλά ο Εύρυτος δε δέχτηκε τα ανταλλάγματα. Έτσι ο ήρωας αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει νέους άθλους που αφορούσαν την κατατρόπωση διάφορων κακοποιών.
Πρώτα εξόντωσε τους Κέκροπες στην περιοχή της Εφέσου, τους οποίους έδεσε ανάποδα σε μια μακριά ράβδο που κρατούσε στους ώμους του. Κατόπιν σκότωσε τον αμπελουργό Συλέα που αιχμαλώτιζε τους διαβάτες, τους έβαζε με το ζόρι να σκάβουν στο αμπέλι του και μετά τους εξόντωνε.Μετά την Ομφάλη ο Ηρακλής ανέλαβε κάποιες εκστρατείες εναντίον ανθρώπων που τον είχαν κοροϊδέψει. Έτσι επικεφαλής ομάδας άλλων ηρώων εκστράτευσε πρώτα εναντίον του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα.
Ο Ηρακλής επιστρέφοντας από την Κολχίδα όπου είχε λάβει μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, περνώντας από την Τροία την απάλλαξε από ένα φοβερό κήτος που είχε στείλει ο Ποσειδώνας εναντίον της. Ο βασιλιάς Λαομέδοντας, ενώ είχε υποσχεθεί κάποια περίφημα άλογα στον Ηρακλή, αρνήθηκε να του τα δώσει. Η εκστρατεία εναντίον της Τροίας στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία, ο Ηρακλής θανάτωσε τον Λαομέδοντα, αιχμαλώτισε την κόρη του Ησιόνη και το γιο του Ποδάρκη, ενώ όλη η υπόλοιπη οικογένεια ακολούθησε το βασιλιά στο θάνατο. Η Ησιόνη δόθηκε σαν βραβείο στο σύντροφο του Ηρακλή Τελαμώνα και τον ακολούθησε στην πατρίδα του Σαλαμίνα κάνοντάς του ένα γιο, τον Τεύκρο. Επειδή ο Ποδάρκης ήταν ο μόνος που υποστήριξε την απόδοση των αλόγων στον Ηρακλή από τον πατέρα του, ο ήρωας του χάρισε τη ζωή και τον προόριζε για δούλο. Τον εξαγόρασε η αδερφή του Ησιόνη και από τότε ονομάστηκε Πρίαμος (από το ρήμα πρίαμαι = εξαγοράζω) και έγινε νόμιμος βασιλιάς της Τροίας. Ακολούθησαν οι εκστρατείες εναντίον του Αυγεία, του βασιλιά της Πύλου Νηλέα και εναντίον του βασιλιά της Σπάρτης Ιπποκόοντα.

Για να καταλάβει το βασίλειο της Ήλιδας του Αυγεία μονομάχησε και σκότωσε μετά από ενέδρα τους σιαμαίους Ακτορίονες. Στην Πύλο σκότωσε τον Νηλέα και τους έντεκα γιους του επειδή αρνήθηκαν να τον καθάρουν από το φόνο του Ίφιτου. Σώθηκε μόνο ο Νέστορας, που βασίλεψε κατόπιν στην Πύλο. Εναντίον της Σπάρτης ο Ηρακλής εκστράτευσε για να τιμωρήσει τους φονιάδες του εξαδέλφου του Οιωνού. Όταν ο Οιωνός είχε επισκεφθεί κάποτε τη Σπάρτη σκότωσε ένα σκύλο του Ιπποκόοντα που του είχε επιτεθεί. Τότε οι γιοι του Ιπποκόοντα τον θανάτωσαν για τιμωρία. Ο Ηρακλής τιμώρησε τους Ιπποκοοντίδες σκοτώνοντάς τους όλους, αλλά οι απώλειες των συντρόφων του ήταν σοβαρές. Χάθηκαν ο αδερφός του Ιφικλής και ο βασιλιάς της Τεγέας Κηφέας μαζί με τους είκοσι γιους του.Μετά τις εκστρατείες του ο Ηρακλής αποφάσισε πως έπρεπε να νοικοκυρευτεί. Έτσι πήγε στο βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα, πατέρα του Μελέαγρου, που, όπως είδαμε, είχε συναντήσει στον Άδη και όπως υποσχέθηκε στο νεκρό, ζήτησε για γυναίκα του την κόρη του Δηιάνειρα.
Την όμορφη κόρη διεκδικούσε για λογαριασμό του και ο ποτάμιος θεός Αχελώος. Αυτός μεταμορφωμένος σε ταύρο κάλεσε τον Ηρακλή σε μονομαχία. Ο ήρωας δεν ήταν από αυτούς που απέφευγαν τις προκλήσεις. Πάλεψε με τον ποτάμιο θεό και πάνω στην πάλη του άρπαξε ένα από τα κέρατά του. Το κέρατο αυτό το αντάλλαξε με το κέρας της Αμάλθειας που κατείχε ο Αχελώος. Όπως είναι γνωστό, η Αμάλθεια ήταν η κατσίκα που ανάθρεψε τον Δία όταν ήταν μωρό ακόμη στο όρος Ίδη της Κρήτης. Το κέρας της έδινε πλούσια ελέη σε τροφή και ποτό σε όποιον το κατείχε. Ο Ηρακλής δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα νεύρα του και τη δύναμή του. Έτσι, στη λίστα των αθώων ανθρώπων που σκότωσε προστέθηκε και ένας συγγενής του Οινέα, που τον έστειλε στον άλλο κόσμο ύστερα από παρεξήγηση σε κάποιο γλέντι. Ο Ηρακλής πήρε τη Δηιάνειρα και ξεκίνησε για τη χώρα των Τραχίνων όπου αποφάσισε να αυτοεξοριστεί. Καθοδόν έπρεπε να περάσει από τον ποταμό Εύηνο στην Αιτωλία.
Εκεί είχε καταφύγει ο Κένταυρος Νέσσος μετά από την εξόντωση των υπόλοιπων Κενταύρων από τον Ηρακλή στο επεισόδιο στη Φολόη της Αρκαδίας. Ο Νέσσος εκτελούσε χρέη πορθμέα του ποταμού, δηλαδή περνούσε απέναντι όποιον ήθελε να διαβεί το ποτάμι. Ο Ηρακλής βέβαια δεν είχε ανάγκη από κάτι τέτοια και πέρασε μόνος του το ποτάμι. Υπήρχε όμως και η Δηιάνειρα. Αυτήν πήρε στη ράχη του ο Νέσσος και την πέρασε απέναντι. Μόλις τελείωσε το έργο του απαίτησε αμοιβή. Επιτέθηκε με ανήθικους σκοπούς στη Δηιάνειρα, οι δυνατές φωνές της οποίας κινητοποίησαν τον Ηρακλή, ο οποίος με μια σαϊτιά έκοψε το νήμα της ζωής του Νέσσου.
Πεθαίνοντας ο Νέσσος συμβούλεψε τη Δηιάνειρα να αναμίξει το σπέρμα του με το αίμα που έρεε από την πληγή του για να φτιάξει ένα φίλτρο που θα έδενε τον Ηρακλή για πάντα κοντά της. Στο αίμα του όμως είχε εισχωρήσει το δηλητήριο της Λερναίας ύδρας από το βέλος του Ηρακλή. Ο Ηρακλής θυμόταν ακόμα την ασυνέπεια του βασιλιά της Οιχαλίας Εύρυτου και από την Τραχίνα με πολλούς άλλους εκστράτευσε εναντίον του. Τον κατανίκησε σκοτώνοντας αυτόν και τους γιους του και απαγάγοντας την Ιόλη. Ακούγοντας η Δηιάνειρα την απαγωγή της Ιόλης ζήλεψε τόσο πολύ που θυμήθηκε το φίλτρο του Νέσσου και εμπότισε μ' αυτό το χιτώνα του Ηρακλή. Όταν ο ήρωας φόρεσε το ρούχο, το ένιωσε να κολλά επάνω του και επιχειρώντας να το βγάλει έσκιζε μαζί και τις σάρκες του. Η Δηιάνειρα αυτοκτόνησε και ο Ηρακλής, αφού όρκισε το γιο του Ύλλο να παντρευτεί την Ιόλη, άναψε μεγάλη πυρά και μπήκε μέσα για να καεί. Ένα σύννεφο όμως τον άρπαξε και τον μετέφερε κοντά στους θεούς όπου έγινε αθάνατος, συμφιλιώθηκε με την Ήρα και παντρεύτηκε την κόρη της από τον Δία, την Ήβη.


ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΤΗΣ ΝΕΜΕΑΣ
Ο πρώτος άθλος του Ηρακλή αφορά την εξόντωση του τρομερού λιονταριού της Νεμέας, περιοχής κοντά στην Κόρινθο. Το λιοντάρι αυτό κατοικούσε σε μια σπηλιά που είχε δυο ανοίγματα και επιπλέον δεν το έπιαναν τα βέλη και τα ακόντια.
Ο Ηρακλής ακολούθησε μια έξυπνη όσο και τολμηρή στρατηγική που ταίριαζε στον ηρωισμό του. Έκλεισε το ένα άνοιγμα της σπηλιάς μ' ένα σωρό από πέτρες, αφού πρώτα μπήκε μέσα στη σπηλιά. Κατόπιν ήρθε αντιμέτωπος με το λιοντάρι. Πολύ γρήγορα τα όπλα του αποδείχτηκαν ανώφελα και έτσι αποφάσισε να το αντιμετωπίσει με τα ίδια του τα χέρια. Το 'πιασε, λοιπόν, στα μπράτσα του και το έπνιξε. Κατόπιν το έγδαρε χρησιμοποιώντας τα δόντια του λιονταριού, μια και τα εργαλεία δεν το έπιαναν, το πήρε στους ώμους του και το έφερε στις Μυκήνες και στον Ευρυσθέα, όπως, άλλωστε, ήταν και η αποστολή του.
Ο μύθος, λέει, πως ο Ευρυσθέας, τρόμαξε τόσο πολύ μόλις είδε το σώμα του λιονταριού, που κρύφτηκε σ' ένα μεγάλο χάλκινο πιθάρι. Ύστερα απ' αυτό ο Ηρακλής υποχρεώθηκε να μη φέρνει τα λάφυρα των άθλων του μέσα στην πόλη.
ΛΕΡΝΑΙΑ ΥΔΡΑ
Η Λερναία ύδρα ήταν ένα τέρας με εννιά κεφάλια που ζούσε στους βάλτους μιας παραθαλάσσιας περιοχής κοντά στο Άργος, της Λέρνας, απ' όπου πήρε και το όνομά της.
Το τέρας τρομοκρατούσε όλη την περιοχή, κατέστρεφε τις καλλιέργειες και προτιμούσε για φαγητό τα πρόβατα. Ο Ηρακλής έπρεπε να την αντιμετωπίσει. Πήρε για βοηθό του τον αγαπημένο του ανιψιό Ιόλαο και κίνησε για τη Λέρνα.
Γρήγορα διαπίστωσε ότι η αποστολή του δε θα ήταν καθόλου εύκολη. Μόλις έκοβε ένα κεφάλι της ύδρας στη θέση του φύτρωναν δύο. Παράλληλα η Ήρα δεν είχε καθήσει με σταυρωμένα τα χέρια. Έστειλε βοηθό του τέρατος έναν κάβουρα, ο οποίος παρενοχλούσε τον Ηρακλή, δαγκώνοντάς του το πόδι, κάθε φορά που ο ήρωας επιχειρούσε να κόψει ένα κεφάλι της ύδρας.
Για να αντιμετωπίσει τον πολλαπλασιασμό των κεφαλιών της Λερναίας ύδρας, ο Ηρακλής ενέργησε έξυπνα. Έδωσε έναν αναμμένο δαυλό στον Ιόλαο και του είπε να καίει τις καινούριες κεφαλές και το σημείο όπου έκοβε το κεφάλι. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Ηρακλής έκοψε εκτός από τα οχτώ κεφάλια του τέρατος και το τελευταίο κεφάλι, που ήταν το κέντρο της ζωής του και σύμφωνα με το μύθο αθάνατο. Μόλις έκοψε το αθάνατο κεφάλι ο Ηρακλής, το έθαψε και το σκέπασε μ' ένα μεγάλο βράχο για να μην υπάρχει καμιά δυνατότητα ξαναζωντανέματός του. Με τη χολή του τέρατος ο Ηρακλής εμπότισε τα βέλη του κάνοντάς τα δηλητηριώδη.
Παρά το μεγάλο άθλο ο Ευρυσθέας αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ισχυριζόμενος ότι η συμβολή του Ιόλαου ήταν καθοριστική. Ο χρησμός έλεγε ότι έπρεπε μόνος του ο Ηρακλής να επιτελέσει όλους τους άθλους του. Ο ήρωας δικαιολόγησε την παρουσία του ανιψιού του με την εμφάνιση του κάβουρα. Ήταν μια μάχη δύο προς δύο.
ΚΑΠΡΟΣ ΤΟΥ ΕΡΥΜΑΝΘΟΥ
Ο Ευρυσθέας διέταξε τον Ηρακλή να του φέρει ζωντανό το αγριογούρουνο που ζούσε στο γεμάτο δάση βουνό του Ερύμανθου στα σύνορα Αρκαδίας και Ηλείας. Το αγριογούρουνο ήταν πολύ αιμοβόρο και τρομοκρατούσε τους κατοίκους της αρκαδικής πόλης Ψωφίδας, που βρισκόταν στα ριζά του Ερύμανθου, καταστρέφοντας καλλιέργειες και ζώα.

Στο δρόμο για τον Ερύμανθο, στο βουνό Φολόη της Αρκαδίας, ο Ηρακλής συνάντησε τον Κένταυρο Φόλο, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να τον φιλοξενήσει και να τον περιποιηθεί. Τον κάλεσε, λοιπόν, σε φαγοπότι. Ο Ηρακλής έτρωγε ψημένο κρέας και ο Φόλος ωμό. Μετά όμως από λίγο ο ήρωας δίψασε και ζήτησε από τον Φόλο κρασί. Ο Κένταυρος του είπε ότι έχει θαμμένο σ' ένα πιθάρι κρασί που χάρισε στους Κένταυρους ο θεός Διόνυσος, αλλά φοβόταν να το ανοίξει, μήπως και προκαλέσει την οργή των υπόλοιπων Κενταύρων. Ο Ηρακλής επέμεινε, το πιθάρι ξεθάφτηκε και ανοίχτηκε, αλλά η μυρωδιά του παλιού κρασιού μάζεψε τους άλλους Κένταυρους, που με άγριες διαθέσεις κίνησαν για τη σπηλιά όπου γινόταν το φαγοπότι.

Κάποιοι κρατούσαν ρόπαλα, άλλοι πέτρες και άλλοι αναμμένες δάδες. Ο Φόλος μόλις τους είδε κρύφτηκε, αλλά κάτι τέτοιο δεν ταίριαζε στον Ηρακλή. Τους αντιμετώπισε και σαΐτεψε πολλούς απ' αυτούς, ενώ τους υπόλοιπους τους καταδίωξε μέχρι τον Μαλέα, όπου ζούσε ο Κένταυρος Χείρωνας, διωγμένος από το Πήλιο, ο δάσκαλος του Ιάσονα.

Ο Ηρακλής χτύπησε κατά λάθος τον Χείρωνα με δηλητηριασμένο βέλος. Ο Κένταυρος, βέβαια, δεν μπορούσε να πεθάνει μια και ήταν αθάνατος, υπέφερε, όμως, από φρικτούς πόνους. Γι' αυτό αντάλλαξε τη ζωή του με την ελευθερία του Προμηθέα και έτσι πέθανε.

Το τέλος του Φόλου ήταν ανάλογο. Πήρε ένα δηλητηριασμένο βέλος και άρχισε να το περιεργάζεται. Του έπεσε όμως και τον τραυμάτισε στο πόδι κάνοντάς του πληγή από την οποία και πέθανε.
Η αποστολή του Ηρακλή στη σύλληψη του κάπρου ήταν δύσκολη. Έπρεπε να τον πιάσει ζωντανό, πράγμα που δεν ήταν και εύκολο. Χρησιμοποίησε, λοιπόν, το μυαλό του και την πονηριά του. Φτάνοντας στον Ερύμανθο βρήκε το καταφύγιο του ζώου και το ανάγκασε να βγει από την κρυψώνα του, μια πυκνή συστάδα θάμνων. Ύστερα το πήρε στο κατόπι. Μπροστά ο κάπρος, πίσω ο Ηρακλής ξεκίνησε ένα κυνηγητό το οποίο ο ήρωας κατεύθυνε προς τις χιονισμένες κορυφές του βουνού. Εκεί το αγριογούρουνο χάθηκε μέσα στα χιόνια και, όπως ήταν φυσικό, ταλαιπωρήθηκε και κουράστηκε. Μόλις απόκαμε, ο Ηρακλής το πλησίασε, το έπιασε με μια θηλιά που είχε φτιάξει από πριν και το ακινητοποίησε δένοντάς του τα πόδια. Μετά το πήρε στους ώμους του και κίνησε για τις Μυκήνες. Στη θέα του τρομερού Ερυμάνθιου κάπρου ο Ευρυσθέας κατατρόμαξε και κρύφτηκε και πάλι στο χάλκινο πιθάρι όπως τότε με το λιοντάρι της Νεμέας.
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΛΑΦΙ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΣ
Μετά τη θανάτωση της Λερναίας ύδρας ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να του φέρει το ιερό ελάφι της θεάς Αρτέμιδος που ζούσε αμέριμνο στο βουνό Κερύνεια στα σύνορα Αχαΐας και Αρκαδίας. Η πρόθεση του Ευρυσθέα δεν ήταν να θανατωθεί το ελάφι. Απλά ήθελε να φέρει αντιμέτωπο τον Ηρακλή με την Άρτεμη, τη θεά του κυνηγιού, στην οποία δεν πολυάρεσε να ενοχλούν τα ιερά της ζώα.
Ο Ηρακλής ταλαιπωρήθηκε πολύ. Το ελάφι είχε χρυσά κέρατα και χάλκινες οπλές, αλλά το κυριότερο απ' όλα έτρεχε γρηγορότερα από τον άνεμο. Έτσι το κυνήγησε σε βουνά και λαγκάδια για έναν ολόκληρο χρόνο σ' όλη την Αρκαδία. Τελικά, κατάφερε να το συλλάβει. Άλλοι λένε ότι το έπιασε στον ύπνο, άλλοι ότι το τραυμάτισε ενώ εκείνο προσπαθούσε να ξεδιψάσει στον ποταμό Λάδωνα. Μόλις το έπιασε του έδεσε τα πόδια και το πήρε στον ώμο για να το κουβαλήσει στις Μυκήνες.
Στο δρόμο, όμως, έπεσε πάνω στην Άρτεμη και τον αδερφό της Απόλλωνα. Η θεά μόλις είδε το αγαπημένο της ζώο αιχμάλωτο και τραυματισμένο άρχιζε να φωνάζει και να απειλεί τον ήρωα με σκληρότατη τιμωρία. Ο Ηρακλής, όμως, κατάφερε να την καταπραΰνει. Της είπε ότι δεν είναι αυτός ο φταίχτης αλλά η κακή του μοίρα που τον ανάγκασε να υπακούει τις εντολές και να πραγματοποιεί τις επιθυμίες του Ευρυσθέα. Τη διαβεβαίωσε επίσης ότι κανείς δεν είχε την πρόθεση να το σκοτώσει. ΄Ολα αυτά συντέλεσαν στο να δεχτεί η θεά να πάρει ο Ηρακλής το ζώο μαζί του και να το δείξει στον Ευρυσθέα.
ΟΙ ΣΤΥΜΦΑΛΙΔΕΣ ΟΡΝΙΘΕΣ
Οι Στυμφαλίδες όρνιθες ήταν σαρκοβόρα πουλιά, που δεν έλεγαν όχι για ανθρώπινο κρέας, με ψηλά πόδια και σιδερένιες φτερούγες, ενώ μπορούσαν να εκτοξεύουν τα φτερά τους σαν βέλη, αστοχώντας σπάνια. Ζούσαν στη λίμνη που βρισκόταν κοντά στην πόλη Στύμφαλο στη βόρεια Αρκαδία, στους πρόποδες ενός ομώνυμου βουνού και πολλαπλασιάζονταν ραγδαία. Είχαν γίνει τόσο πολλά, που λένε ότι όταν πετούσαν όλα μαζί, έκρυβαν τον ήλιο, και με τα κρωξίματά τους τρομοκρατούσαν τους πάντες. Αυτά τα πουλιά έπρεπε να αφανίσει ο Ηρακλής.

Αφού πέρασε την πυκνή βλάστηση, σωστή ζούγκλα, ο Ηρακλής έφτασε στη λίμνη που ήταν το καταφύγιο των πουλιών. Για να τα αντιμετωπίσει, όμως, έπρεπε να τα ξετρυπώσει από την κρυψώνα τους. Στο δύσκολο έργο του συμπαραστάθηκε η θεά Αθηνά. Έδωσε στον ήρωά μας ένα ζευγάρι μπρούντζινα κρόταλα που είχε κατασκευάσει ο Ήφαιστος. Ο Ηρακλής άρχισε να χτυπά τα κρόταλα μεταξύ τους τόσο δυνατά που δημιουργούσαν έναν τρομερό θόρυβο. Τα πουλιά τρομαγμένα, βγαίνοντας κατά χιλιάδες από τη βλάστηση, πετούσαν στον ουρανό. Οι σαϊτιές του ημίθεου τα αποδεκάτισαν. Τα λίγα που σώθηκαν κατέφυγαν σ' ένα νησί του Εύξεινου Πόντου που λέγεται ότι ανήκε στο θεό του πολέμου Άρη. Μερικά από τα σκοτωμένα πουλιά αφιέρωσε ο Ηρακλής ως τρόπαια στην Αθηνά για να την ευχαριστήσει για τη βοήθειά της.
ΟΙ ΣΤΑΒΛΟΙ ΤΟΥ ΑΥΓΕΙΑ

Ο Αυγείας, γιος του Ήλιου, ήταν βασιλιάς της Ήλιδας, ενώ κατ' άλλους ήταν κυρίαρχος όλης της βορειοδυτικής Πελοποννήσου. Στην περιουσία του περιλαμβάνονταν αμέτρητα κοπάδια βοδιών που η κοπριά τους είχε συσσωρευτεί στους στάβλους του και είχε δημιουργήσει μια αφόρητη κατάσταση, καταστρέφοντας ακόμη και αυτές τις καλλιέργειες.
Ο Ηρακλής παρουσιάστηκε στον Αυγεία και του είπε ότι μπορεί να καθαρίσει τους στάβλους του αν του έδινε το ένα δέκατο των κοπαδιών του.
Φυσικά δεν ανέφερε ότι ενεργούσε κατ' εντολή του Ευρυσθέα, ο οποίος του ανέθεσε την αποστολή για να την πραγματοποιήσει με τα ίδια του τα χέρια μέσα σε μια μέρα. Ο Αυγείας μη πολυπιστεύοντας ότι μπορεί να καθαριστεί η κοπριά του, δέχτηκε την πρόκληση του Ηρακλή και του υποσχέθηκε την αμοιβή που ζητούσε.
Οι υπερφυσικές δυνάμεις του Ηρακλή τον έβγαλαν και πάλι ασπροπρόσωπο. Κατάφερε να εκτρέψει από την πορεία τους τους δύο μεγάλους ποταμούς της Πελοποννήσου, τον Αλφειό και τον Πηνειό, και με τα νερά τους να καθαρίσει την κόπρο του Αυγεία.
Μαθαίνοντας, όμως, ο Αυγείας ότι ο Ηρακλής ενεργεί στα πλαίσια των υπηρεσιών του προς τον Ευρυσθέα, αρνήθηκε να του δώσει τη συμφωνημένη αμοιβή, ακόμα και όταν διαιτητής έδωσε δίκιο στον Ηρακλή. Παράλληλα και ο Ευρυσθέας αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον άθλο υποστηρίζοντας ότι ο Ηρακλής τον πραγματοποίησε έναντι πληρωμής και χρησιμοποιώντας το τέχνασμα των ποταμών και όχι με τα ίδια του τα χέρια. Ο Ηρακλής δεν ξέχασε τη συμπεριφορά του Αυγεία. Αργότερα συγκέντρωσε στρατό και εκστράτευσε εναντίον του για να τον τιμωρήσει. Πράγματι, ο Αυγείας σκοτώθηκε πληρώνοντας την έπαρσή του και την υπαναχώρησή του.

Ο ΑΓΡΙΟΣ ΤΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Ο έβδομος άθλος του Ηρακλή ήταν η σύλληψη και η μεταφορά στις Μυκήνες, μπροστά στον Ευρυσθέα, ενός άγριου ταύρου στην Κρήτη που είχε καταληφθεί από μανία. Έλεγαν ότι ο ταύρος αυτός ήταν ο ίδιος που μετέφερε για λογαριασμό του Δία την αδερφή του Κάδμου, την Ευρώπη, στην Κρήτη ή ο ταύρος που είχε στείλει ο Ποσειδώνας στον Μίνωα και τον οποίο είχε ερωτευτεί η Πασιφάη, ο πατέρας δηλαδή του Μινώταυρου. Ο Ποσειδώνας εξοργισμένος από τη συμπεριφορά του Μίνωα είχε στείλει μανία στον ταύρο, με αποτέλεσμα το ζώο να τρομοκρατεί τους ανθρώπους.
Ο Ηρακλής αφού πήρε και την άδεια του Μίνωα, ξεκίνησε με το ρόπαλό του και ένα σκοινί για να αιχμαλωτίσει τον ταύρο. Παλεύοντας μαζί του κατάφερε να τον πιάσει από τα κέρατα και να δέσει μαζί το ρύγχος με τα πόδια του έτσι ώστε να τον ακινητοποιήσει. Κατόπιν ανέβηκε στη ράχη του ζώου και μέσω της θάλασσας έφτασαν στην Αργολίδα.
Εκεί ο Ευρυσθέας θέλησε να θυσιάσει τον ταύρο στην Ήρα, αλλά η θεά αρνήθηκε την προσφορά, μια και δεν ήθελε να δεχθεί έμμεσα δώρο από τον Ηρακλή. Έτσι ο ταύρος αφέθηκε ελεύθερος και αφού περιπλανήθηκε στην Πελοπόννησο πέρασε στην Αττική και τον Μαραθώνα. Είναι ο ίδιος ταύρος που εξόντωσε ο ήρωας της Αττικής, ο Θησέας
ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΔΙΟΜΗΔΗ
Ο Διομήδης, γιος του θεού Άρη, βασίλευε σ' έναν πολεμικό λαό της Θράκης, τους Βίστονες. Είχε στην κατοχή του τέσσερα άγρια και ανθρωποφάγα άλογα που από τα ρουθούνια τους πετούσαν φωτιές και η πάχνη τους ήταν χάλκινη. Οποιοσδήποτε ξένος έφτανε στην περιοχή των Βιστόνων, ο Διομήδης τον έριχνε για τροφή στα άλογά του. Την ίδια τύχη είχαν και οι υπήκοοί του που ήταν ανυπότακτοι. Για να μπορεί ο Διομήδης να συγκρατεί τα άλογά του μέσα στο στάβλο τους, τα είχε δέσει με χοντρές σιδερένιες αλυσίδες, ενώ παράλληλα είχε τοποθετήσει ισχυρή φρουρά να τα προσέχει.

Ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να του φέρει ζωντανά τα άγρια άλογα του Διομήδη. Επειδή επρόκειτο για ολόκληρη επιχείρηση από τις Μυκήνες ως τη Θράκη, ο Ηρακλής αρμάτωσε ένα καράβι και κάλεσε πολλούς φίλους του ήρωες να τον βοηθήσουν. Ανάμεσά τους και ένας από τους καλύτερους φίλους του, ο Άβδηρος από τη Λοκρίδα. Μόλις το καράβι έφτασε στη χώρα των Βιστόνων, οι ήρωες αποβιβάστηκαν και κατευθύνθηκαν προς το στάβλο του Διομήδη. Ο Ηρακλής εξουδετέρωσε τη φρουρά, πήρε τα άλογα και τα οδήγησε στην παραλία όπου ήταν το πλοίο τους και άφησε τον Άδμητο να τα φυλάει. Ο Διομήδης μόλις πληροφορήθηκε την επίθεση και την κλοπή των αλόγων του δε χρονοτρίβησε διόλου. Μάζεψε τους Βίστονες και αντιπαρατάχθηκαν στους εισβολείς. Η μάχη ήταν φοβερή. Ο Ηρακλής σκότωσε πολλούς Βίστονες, καθώς και τον ίδιο τον Διομήδη, με το ρόπαλό του.
Επιστρέφοντας, όμως, στην παραλία για να φύγουν βρήκαν καταφαγωμένο τον Άβδηρο από τα άγρια άλογα. Ο Ηρακλής τον έθαψε με τιμές και προς τιμή του ίδρυσε πόλη, τα Άβδηρα, στην οποία αργότερα γεννήθηκε ο μεγάλος φιλόσοφος Δημόκριτος. Ο Ηρακλής οδήγησε τα άλογα στις Μυκήνες, όπου ο Ευρυσθέας τα άφησε ελεύθερα. Αυτά μετά από περιπλάνηση έφτασαν μέχρι τον Όλυμπο, όπου κατασπαράχτηκαν από άγρια θηρία. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, τα άλογα τα αφιέρωσαν στην Ήρα. Αυτή τη φορά η θεά αποδέχτηκε την προσφορά του Ηρακλή. Από τα άλογα αυτά, λέει ο ίδιος μύθος προέρχονταν τα άλογα του Μ. Αλεξάνδρου.

Η ίδια ιστορία εξιστορεί διαφορετικά τα γεγονότα που αφορούν τα όσα συνέβησαν στη χώρα των Βιστόνων: Ο Ηρακλής πήγε μόνος του και από την ξηρά στη Θράκη. Εκεί συνέλαβε τον Διομήδη και τον έριξε στο στάβλο των αλόγων του. Τα άγρια άλογα τον κατασπάραξαν και αμέσως τότε ημέρεψαν. Έτσι ήμερα ο Ηρακλής τα μετέφερε στις Μυκήνες. Καθώς ο Ηρακλής κατευθυνόταν προς τη Θράκη, πέρασε από τις Φέρες της Θεσσαλίας, όπου βασίλευε ο φίλος του ΄Αδμητος. Εκεί συνάντησε μεγάλο πένθος, αφού ο φίλος του κήδευε τη γυναίκα του Άλκηστη, την πανέμορφη κόρη του Πελία.

Η ιστορία της ήταν μια πράξη αγάπης και αυτοθυσίας. Ο Άδμητος στη διάρκεια του γάμου τους παρέλειψε να θυσιάσει στη θεά Άρτεμη. Η τιμωρία του ήταν να πεθάνει νέος. Μπορούσε όμως να πεθάνει κάποιος άλλος στη θέση του. Ο πατέρας του και η μητέρα του αρνήθηκαν. Παρουσιάστηκε όμως η Άλκηστη, που πρόσφερε εθελοντικά τη ζωή της για τη ζωή του άντρα της. Ο Ηρακλής συγκινήθηκε από την ιστορία και αποφάσισε να σώσει την όμορφη βασίλισσα. Προτίμησε να προλάβει την Άλκηστη προτού ο Χάροντας την κατεβάσει στον Κάτω Κόσμο, παρότι ήταν αποφασισμένος να κατέβει και εκεί αν χρειαζόταν. Πρόλαβε τον Χάροντα, πάλεψε μαζί του, τον νίκησε και έσωσε την Άλκηστη.
Η ΖΩΝΗ ΤΗΣ ΙΠΠΟΛΥΤΗΣ
Οι Αμαζόνες ήταν ένας πολεμόχαρος λαός που κατοικούσε στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου. Στο λαό αυτόν τον κύριο ρόλο έπαιζαν οι γυναίκες, που ήταν φοβερές πολεμίστριες. Μάλιστα για να τεντώνουν καλά το τόξο και να φέρουν τη φαρέτρα με τα βέλη, έκοβαν το δεξί τους στήθος, ενώ το άλλο το διατηρούσαν για να θηλάζουν τα μωρά τους. Από τα παιδιά τους κρατούσαν τα κορίτσια τα οποία ανατρέφονταν ανάλογα.
Στις Αμαζόνες βασίλευε μια όμορφη και πολεμόχαρη γυναίκα, κόρη του θεού Άρη, η Ιππολύτη. Αυτή κατείχε μια θαυμάσια ζώνη, δώρο του πατέρα της. Τη ζώνη αυτή έβαλε στο μάτι ο Ευρυσθέας και ζήτησε από τον Ηρακλή να του τη φέρει, για λογαριασμό της κόρης του Αδμήτης.
O Ηρακλής εξόπλισε ένα πλοίο, μάζεψε αρκετούς ήρωες και κίνησαν για τον Εύξεινο Πόντο. Το ταξίδι ήταν μακρινό και επίπονο και στο δρόμο ο Ηρακλής και οι σύντροφοι του αντιμετώπισαν κινδύνους και περιπέτειες. Στο νησί της Πάρου, όπου προσάραξαν, οι ντόπιοι επιτέθηκαν και σκότωσαν δυο συντρόφους του Ηρακλή. Ο ήρωας θύμωσε πάρα πολύ, σκότωσε τα τέσσερα παιδιά του Μίνωα που κατοικούσαν στο νησί και κατόπιν έκλεισε τους Πάριους στα τείχη τους και τους πολιόρκησε. Οι πολιορκημένοι φυσικά δεν άντεξαν και πρότειναν ειρήνη στον Ηρακλή προθυμοποιούμενοι να αντικαταστήσουν τους δυο συντρόφους του με άλλους. Έτσι οι εγγονοί του Μίνωα, Σθένελος και Αλκαίος, ακολούθησαν τον Ηρακλή στην εκστρατεία του.
Κατόπιν το πλοίο προσάραξε στην περιοχή της Μυσίας, στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου ο βασιλιάς τους Λύκος είχε πόλεμο με μια γειτονική φυλή. Ο Ηρακλής τον βοήθησε να κατατροπώσει τους εχθρούς του και προς τιμή του ήρωα, ο Λύκος, ονόμασε την κατακτημένη χώρα Ηράκλεια.
Μετά από όλες αυτές τις περιπέτειες, το καράβι του Ηρακλή προσορμίστηκε στο λιμάνι της Θεμίσκυρας, της πρωτεύουσας των Αμαζόνων.
Η Ιππολύτη μαθαίνοντας την άφιξη των ξένων κατέβηκε στο λιμάνι μαζί με τις ακολούθους της για να μάθει τι έφερνε τους ξένους στα μέρη τους. Ο Ηρακλής, χωρίς να διστάσει, ζήτησε την περίφημη ζώνη. Η Ιππολύτη δεν είχε αντίρρηση.
Η Ήρα όμως δε θα άφηνε ήσυχο τον ήρωα. Μεταμορφωμένη σε Αμαζόνα αναμίχθηκε με τις άλλες και "λέγε-λέγε" τις έπεισε ότι οι ξένοι ήρθαν με δόλο να κυριεύσουν το βασίλειό τους. Έτσι επιτέθηκαν με αγριότητα στον Ηρακλή και τους συντρόφους του. Στη σφοδρή μάχη ο Ηρακλής σκότωσε πολλές περιώνυμες αμαζόνες και στο τέλος μονομάχησε με την ίδια την Ιππολύτη, την οποία μετά από σκληρό αγώνα σκότωσε και της πήρε την πολυπόθητη ζώνη. Ο Ηρακλής, όμως, δε σταμάτησε εδώ και εξόντωσε σχεδόν όλο το στρατό των Αμαζόνων.
Άλλοι λένε ότι ο Ηρακλής κατάφερε να πάρει τη ζώνη αφού πρώτα συνέλαβε την αρχηγό του στρατού των Αμαζόνων, τη Μελανίππη, την οποία και αντάλλαξε με τη ζώνη.
Άλλη εκδοχή, μεταγενέστερη, εμπλέκει και τον Θησέα στην εκστρατεία, ο οποίος παίρνει τη ζώνη και την παραδίδει στον Ηρακλή, ενώ κρατάει για τον εαυτό του και νυμφεύεται στην Αθήνα την αμαζόνα Αντιόπη.
ΤΑ ΒΟΔΙΑ ΤΟΥ ΓΗΡΥΟΝΗ
Για δέκατο άθλο, ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή τα κοκκινότριχα βόδια του Γηρυόνη, του τέρατος που ζούσε στη Δύση, στο νησί Ερύθεια. Ο Γηρυόνης ήταν ένα τέρας, εγγονός του Ωκεανού. Είχε τρία κεφάλια και τρία σώματα ενωμένα μεταξύ τους, όπως στα σιαμαία. Στη φύλαξη των βοδιών βοηθούσαν τον Γηρυόνη ο γιος του Άρη Ευρυτίωνας και ένα φοβερό σκυλί με δυο κεφάλια και φιδίσια ουρά, ο Όρθος, που ήταν και αδερφός του φύλακα του Κάτω Κόσμου, του Κέρβερου, που επίσης εξόντωσε ο Ηρακλής.

Στο δρόμο για τη χώρα του Γηρυόνη, πέρασε τη γνωστή τότε Ευρώπη ώσπου έφτασε στην Ιβηρική χερσόνησο στον πορθμό που χωρίζει την Ευρώπη με την Αφρική. Εκεί σε ανάμνηση ταξιδιού του έστησε δυο κολόνες, μια στην Αφρική και μια στην Ευρώπη, τις γνωστές "Ηράκλειες στήλες".
Φτάνοντας στην άκρη του μέχρι τότε γνωστού κόσμου, ο Ηρακλής έπρεπε να περάσει τον ωκεανό για να φτάσει στην Ερύθεια. Σ' αυτό τον βοήθησε το άρμα του Ήλιου, ένα κύπελλο, που μ' αυτό ταξίδευε στον ωκεανό ο θεός. Ο Ήλιος του το έδωσε μόνο για μια μέρα.

Ο Ηρακλής ξεκίνησε το ταξίδι του έχοντας μαζί του το δώρο του Ερμή, το Κέρας της Αμάλθειας, γεμάτο τρόφιμα για το ταξίδι, αλλά στα μισά του δρόμου εμφανίστηκε ο Ωκεανός, που προκάλεσε σφοδρή θαλασσοταραχή, η οποία δεν πτόησε τον ήρωα που απείλησε μάλιστα και τρόμαξε τον Ωκεανό με το τόξο του.
Μόλις έφτασε στο νησί του Γηρυόνη, τον αντιλήφθηκε το σκυλί-τέρας, ο Όρθος. Ο Ηρακλής του 'σπασε και τα δυο κεφάλια με το ρόπαλό του και το σκότωσε. Μετά εξόντωσε και τον Ευρυτίωνα, ο οποίος ακούγοντας τα γαβγίσματα του Όρθου έτρεξε να τον βοηθήσει. Ο Ηρακλής πήρε τα βόδια και κίνησε να φύγει. Ένας βοσκός όμως, που στην ίδια περιοχή έβοσκε τα κοπάδια του Άδη, ειδοποίησε τον Γηρυόνη, που έτρεξε να σταματήσει τον Ηρακλή. Ο Ηρακλής όμως με μια σαϊτιά του έκοψε το νήμα της ζωής.
Λένε ότι στην περιοχή που σκοτώθηκε ο Γηρυόνης φύτρωσε από το αίμα του ένα δέντρο με κόκκινους καρπούς.
Στο δρόμο της επιστροφής, αφού παρέδωσε το κύπελλο στον Ήλιο, αντιμετώπισε πολλούς ληστές και λαούς που όλοι ήθελαν να του κλέψουν τα βόδια. Τελικά, στη Θράκη η Ήρα του σκόρπισε τα βόδια. Με όσα κατάφερε να μαζέψει γύρισε στις Μυκήνες και παρέδωσε τα βόδια στον Ευρυσθέα, ο οποίος τα θυσίασε προς τιμή της Ήρας.

Ένας αρχαίος συγγραφέας, ο Απολλόδωρος, λέει ότι οι άθλοι που έπρεπε να επιτελέσει ο Ηρακλής ήταν αρχικά δέκα και έτσι με τα βόδια του Γηρυόνη τελείωνε η οφειλή του προς τον Ευρυσθέα.
ΚΕΡΒΕΡΟΣ
Ο Ευρυσθέας πρόσταξε τον Ηρακλή να του φέρει το φοβερό τέρας που φύλαγε την πύλη του Κάτω Κόσμου, τον Κέρβερο. Το τέρας είχε γεννήτορες τον Τυφώνα και την Έχιδνα, και αδέρφια του ήταν ο Όρθος του Γηρυόνη, η Λερναία ύδρα και η Χίμαιρα. Είχε πενήντα κεφάλια, από τα οποία τα τρία μπροστινά είχαν τη μορφή σκύλου, ενώ τα άλλα ήταν άλλων ζώων και μια ουρά που κατέληγε σε κεφάλι θανατηφόρου φιδιού.
Πριν ξεκινήσει το ταξίδι του ο Ηρακλής πήγε στην Ελευσίνα και μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια, τα οποία είχαν σχέση με τις χθόνιες λατρείες. Παράλληλα ο Δίας διέταξε τον Ερμή και την Αθηνά να τον ακολουθήσουν για να τον συμβουλεύουν στις δύσκολες στιγμές.
Ο Ηρακλής κίνησε για τον Κάτω Κόσμο και πέρασε σ' αυτόν από την είσοδό του, από το ακρωτήριο Ταίναρο στη Λακωνία. Άλλοι τοποθετούν την είσοδο αυτή σε διαφορετικά μέρη, όπως στη λίμνη Αχερουσία στη Θεσπρωτία και αλλού. Στο Ταίναρο υπήρχε ναός του Ποσειδώνα και από πίσω μια σπηλιά που οδηγούσε κάτω από τη θάλασσα, όπου ήταν το βασίλειο του Πλούτωνα και της γυναίκας του, της κόρης της Δήμητρας, Περσεφόνης. Για να περάσει στον Κάτω Κόσμο έπρεπε να χρησιμοποιήσει τη βάρκα του Χάρωνα. Ο τελευταίος έφερνε δυσκολίες στον Ηρακλή, αλλά υπέκυψε μόλις ο ήρωας έχασε την ψυχραιμία του και απείλησε να του σπάσει το κεφάλι με το κουπί της βάρκας που μετέφερε τους νεκρούς στον άλλο κόσμο.
Μόλις οι ψυχές των νεκρών αντίκρισαν τον Ηρακλή σκόρπισαν τρομαγμένες, εκτός από αυτή του Μελέαγρου, τον οποίο ο Ηρακλής συμπόνεσε και του υποσχέθηκε να παντρευτεί την αδερφή του Δηιάνειρα. Κατόπιν συνάντησε τον Θησέα και τον Πειρίθου, που αποπειράθηκαν να αρπάξουν την Περσεφόνη. Ελευθέρωσε τον Θησέα, όχι όμως και τον Πειρίθου, που ήταν δεμένος σ' ένα βράχο υπό την απειλή φιδιών. Κάθε φορά που ο Ηρακλής επιχειρούσε να τον τραβήξει κουνιόταν η γη συθέμελα. Έτσι εγκατέλειψε την προσπάθεια.
Ύστερα από όλες αυτές τις περιπέτειες, ο Ηρακλής παρουσιάστηκε στον Πλούτωνα και του ζήτησε την άδεια να πάρει μαζί του στον επάνω κόσμο τον Κέρβερο. Ο Πλούτωνας συγκατένευσε, αλλά με τον όρο να μη χρησιμοποιήσει ο ήρωας κανένα όπλο, ούτε ασπίδα, ούτε ρόπαλο, παρά μόνο τα χέρια του. Έτσι κι έγινε. Ο Ηρακλής φόρεσε μόνο τη λεοντή του και διαμόρφωσε κάποιες πέτρες κοφτερές στο ένα τους άκρο. Στην πύλη του Αχέροντα συνάντησε τον Κέρβερο και τον κατέβαλε με την τεράστια μυϊκή του δύναμη, πιάνοντας τα τρία σκυλίσια κεφάλια του ανάμεσα στα μπράτσα του. Ο Κέρβερος αντέδρασε στην αρχή χτυπώντας και δαγκώνοντας τον ήρωα με τη φιδίσια ουρά του, αλλά στο τέλος παραδόθηκε.
Ο Πλούτωνας δεν πίστευε ότι ο Ηρακλής θα τα κατάφερνε. Έτσι μόλις αντιλήφθηκε την επιτυχία του, άρχισε να μασάει τα λόγια του και να αρνιέται να τηρήσει την υπόσχεσή του. Θυμωμένος ο Ηρακλής δε δίστασε να τον πείσει τραυματίζοντάς τον μ' ένα βέλος. Με τη βοήθεια της Αθηνάς πέρασε το ποτάμι του Κάτω Κόσμου, τη Στύγα, και έφτασε στην έξοδό του στην περιοχή της Τροιζήνας. Ο Κέρβερος ζαλισμένος από τον πολύ ήλιο δεν μπορούσε ν' αντιδράσει. Ο Ηρακλής τον έφερε στις Μυκήνες και μπροστά στη θέα του φριχτού τέρατος ο Ευρυσθέας βρήκε για μια ακόμα φορά καταφύγιο στο αγαπημένο του χάλκινο πιθάρι.
ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ
Εκτός από τα ταξίδια για το νησί του Γηρυόνη και τον Κάτω Κόσμο, ο Ηρακλής έκανε ένα ακόμη σπουδαίο ταξίδι γεμάτο περιπέτειες. Τράβηξε κατά τη Δύση πέρα από τον Ωκεανό για να φέρει στον Ευρυσθέα τα περίφημα χρυσά μήλα των Εσπερίδων.
Τα δέντρα με τα χρυσά μήλα φύτρωναν στον κήπο των θεών και προέρχονταν από το πολύτιμο δώρο της θεάς Γης προς την Ήρα όταν γίνονταν οι γάμοι της με τον Δία. Ο κήπος των θεών ήταν κοντά στο μέρος όπου ο γίγαντας Άτλαντας σήκωνε στους ώμους του τον ουρανό. Στον κήπο των θεών έμεναν και οι τρεις Εσπερίδες, κόρες της Νύχτας, οι οποίες μη αντέχοντας τον πειρασμό έκοβαν τα χρυσά μήλα της θεάς. Η Ήρα για να τα προστατέψει έβαλε να φυλάει τα δέντρα της ένα εκατοντακέφαλο φοβερό φίδι, ο Λάδωνας, το οποίο δεν κοιμόταν ποτέ. Ο Ηρακλής ξεκίνησε για τη νέα του αποστολή κινούμενος στην αρχή βόρεια και ύστερα έφτασε μέσω Ιλλυρίας στον Ηριδανό ποταμό. Εκεί οι Νύμφες του ποταμού τον προέτρεψαν να ρωτήσει το γερο Νηρέα, θαλασσινό θεό, ποιο δρόμο έπρεπε να ακολουθήσει για να βρει τον κήπο των θεών. Ο Νηρέας δεν ήταν και τόσο πρόθυμος να βοηθήσει τον Ηρακλή και ο ήρωας έπρεπε να τον ζορίσει. Στην αρχή προσπάθησε να τον συλλάβει ενώ κοιμόταν, αλλά ο Νηρέας ξύπνησε και μεταμορφωμένος πότε σε νερό, πότε σε φωτιά επιχείρησε να ξεφύγει. Ο Ηρακλής, όμως, τον έπιασε και αφού ο Νηρέας πήρε την αρχική του μορφή του έδειξε το δρόμο.
Ο ήρωας πέρασε απέναντι στην Αφρική και μετά από περιπέτειες, αφού σκότωσε στη Λιβύη το γίγαντα Ανταίο και στην Αίγυπτο το βασιλιά της Βούσιρη και το γιο του, πέρασε την Αραβία και πηγαίνοντας συνεχώς βόρεια έφτασε στον Καύκασο. Ο γίγαντας Ανταίος καλούσε όποιον ξένο περνούσε από τον τόπο του σε μονομαχία. Είχε όμως ανεξάντλητες δυνάμεις, οι οποίες πήγαζαν από την ίδια τη Γη, τη μητέρα του, όσο πατούσε σ' αυτή. Φυσικά εξόντωνε τους αντιπάλους του και τα κρανία τους τα χρησιμοποιούσε για να χτίσει ένα ναό προς τιμή του πατέρα του Ποσειδώνα. Ο Ηρακλής κλήθηκε να τον αντιμετωπίσει. Τον σήκωσε ψηλά ώστε να τον αποκόψει από την πηγή των δυνάμεών του και τον συνέθλιψε ανάμεσα στα φοβερά του μπράτσα.
Στον Καύκασο ο Ηρακλής συνάντησε τον Προμηθέα, που ήταν δεμένος σ' ένα βράχο του βουνού και ένας αετός ερχόταν και του έτρωγε το συκώτι. Τον είχε τιμωρήσει ο πατέρας των θεών, ο Δίας, επειδή δεν πειθάρχησε και έδωσε τη φωτιά τους ανθρώπους, ένα πολύτιμο δώρο που άλλαξε τη ζωή τους. Ο Ηρακλής σκότωσε τον αετό και απελευθέρωσε τον Προμηθέα. Ο τελευταίος σε αντάλλαγμα του υπέδειξε έναν τρόπο για να πάρει τα μήλα των Εσπερίδων. Του είπε πως το καταλληλότερο πρόσωπο για μια τέτοια δουλειά ήταν ο αδερφός του, ο Άτλαντας, που βαστούσε στους ώμους του τον ουρανό. Τον συμβούλεψε να προσέχει γιατί ο Άτλας ήταν πονηρός και θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον ξεγελάσει.
Έτσι κι έγινε. Ο Ηρακλής βρήκε τον Άτλαντα να κρατάει στους ώμους του τις κολόνες του ουρανού και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει να κόψει τα μήλα των Εσπερίδων. Ο Τιτάνας δέχτηκε με προθυμία, αλλά παρακάλεσε τον Ηρακλή να τον απαλλάξει για λίγο από το βάρος του μέχρι να κόψει τα μήλα και να τα φέρει. Ο Ηρακλής, αν και πονηρεύτηκε, μη μπορώντας να κάνει κι αλλιώς πήρε τις κολόνες του ουρανού στους ώμους του.
Ο Άτλας πήγε κατευθείαν στις Εσπερίδες και τους είπε να του δώσουν τα τρία χρυσά μήλα. Πρώτα, όμως, έπρεπε να εξουδετερωθεί ο Λάδωνας, το ακοίμητο φίδι-φύλακας των δέντρων. Οι Εσπερίδες κατασκεύασαν τότε ένα γλυκό ποτό στο οποίο έριξαν υπνωτικά βότανα. Μόλις ο Λάδωνας το ήπιε, έπεσε σε βαθύ ύπνο. Έτσι ο Άτλαντας πήρε τα μήλα. Ο Τιτάνας σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να φορτώσει σε άλλον τα βάρη του ουρανού. Είπε, λοιπόν, στον Ηρακλή να κρατήσει ακόμα λίγο τα βάρη του μέχρις ότου εκείνος πάει τα μήλα στον Ευρυσθέα και επιστρέψει. Ο Ηρακλής συγκράτησε το θυμό του και επιστράτευσε την πονηριά του. Έκανε πως δέχεται, αλλά παρακάλεσε τον Άτλαντα, επειδή το βάρος του είχε κόψει τις πλάτες, να τον βοηθήσει να βάλει μια κουλούρα στις κολόνες του ουρανού, ώστε να μην ενοχλείται. Πράγματι, ο Άτλας άφησε κάτω τα μήλα και κράτησε τον ουρανό για να διευκολυνθεί ο Ηρακλής. Ο ήρωας όμως του έδωσε μια και τον έσπρωξε κάτω από τον ουρανό και αυτός ξεγλίστρησε και έφυγε.
Έτσι τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων έφτασαν στον Ευρυσθέα, ο οποίος τα χάρισε στον Ηρακλή. Ο τελευταίος δεν ήθελε να τα κρατήσει και τα δώρισε στη θεά Αθηνά. Η θεά τα επέστρεψε πίσω στον κήπο των θεών, μια και η κλοπή τους ήταν ανίερο πράγμα.




ΘΗΣΕΑΣ
Οι μύθοι για το Θησέα ήταν η απάντηση της "ιωνικής" Αθήνας στον άλλο σπουδαίο ήρωα του αρχαίου κόσμου, τον Ηρακλή, Ο Θησέας θεωρούνταν ιδρυτής της πόλης των Αθηνών, μια και ο ίδιος συνοίκισε τους δήμους της Αττικής σε ενιαία πόλη που ονομάστηκε Αθήνα προς τιμή της προστάτιδάς του θεάς Αθηνάς. Ήταν γιος του Αιγέα και της Αίθρας και γεννήθηκε στην Τροιζήνα απ' όπου καταγόταν η μητέρα του. Ο Αιγέας έφυγε από την Τροιζήνα πριν γεννηθεί ο Θησέας, αλλά άφησε παραγγελία, αν το παιδί που θα γεννιόταν ήταν αγόρι, μόλις μεγάλωνε να πήγαινε στην Αθήνα. Η μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη. Σε ηλικία δεκάξι ετών ξεκίνησαν οι άθλοι του, που πιστοποιούσαν ότι ήταν ένας εξαιρετικός και διαλεχτός ήρωας. ΄Εμαθε από τη μητέρα του ότι έπρεπε να κυλήσει ένα βράχο όπου ήταν κρυμμένα τα σανδάλια και το μαχαίρι του πατέρα του που θα τον συντρόφευαν στην πορεία του προς την Αθήνα και θα βοηθούσαν στην αναγνώρισή του από τον Αιγέα. Η πορεία αυτή αφορούσε το δρόμο από την Τροιζήνα προς την Αθήνα μέσω της επικίνδυνης στεριάς, αφού εκεί παραμόνευαν διάφοροι διαβόητοι ληστές. ΄Ολα αυτά, όμως, ήταν στα πλαίσια των απαραίτητων δοκιμασιών του νεαρού Θησέα που επρόκειτο να παίξει τόσο σημαντικό ρόλο.
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Κοντά στην Επίδαυρο είχε το λημέρι του ο ληστής Περιφήτης, γιος του Ήφαιστου. Αυτός ήταν ονομαστός γιατί σκότωνε τα θύματά του μ' ένα ορειχάλκινο (μπρούντζινο) ή σιδερένιο ρόπαλο. Γι' αυτό λεγόταν και Κορυνήτης από τη λέξη "κορύνη", αρχαία ονομασία για το ρόπαλο. Ο Θησέας τιμώρησε τον Περιφήτη με το ίδιο του το όπλο. ΄Υστερα από μονομαχία του πήρε το ρόπαλο και τον σκότωσε μ' αυτό.
Ο δεύτερος άθλος του πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του Ισθμού της Κορίνθου. Εκεί ενέδρευε ο Σίνης ο πιτυοκάμπτης. Ο Σίνης εφάρμοζε μια ανατριχιαστική τακτική για να εξοντώνει τους διαβάτες. Λύγιζε δυο ψηλά δέντρα, "πίτυς", γι' αυτό ονομαζόταν πιτυοκάμπτης, είτε πεύκα, είτε κουκουναριές, και στο σημείο όπου οι κορυφές τους πλησίαζαν, έδενε το πάνω μέρος του σώματος του θύματός του στη μια κορυφή και το κάτω μέρος στην άλλη. Κατόπιν άφηνε ελεύθερα τα δέντρα, με φυσικό επακόλουθο το φριχτό διαμελισμό του διαβάτη. Άλλοι μύθοι διαφοροποιούν κάπως τον τρόπο θανάτωσης των θυμάτων του Σίνη. Αναφέρουν ότι ο Σίνης κατόρθωνε να λυγίζει ένα δέντρο ως το έδαφος, να δένει τα θύματά του σ' αυτό και κατόπιν να το αφήνει ελεύθερο, με αποτέλεσμα να εκσφενδονίζονται μακριά. Ο Θησέας, όπως και στην περίπτωση του Περιφήτη, πλήρωσε τον Σίνη με το ίδιο νόμισμα. Ο ληστής γνώρισε τον τρόμο των θυμάτων του.
Στην ίδια περιοχή, στον Κρομμυώνα, ο Θησέας εξοντώνει τη Φαιά, που ήταν ένας θηλυκός αγριόχοιρος, και κατόπιν το διαβόητο Σκίρωνα, που αποτελούσε μάστιγα των διαβατών. Ο ληστής δρούσε στους βράχους που ονομάστηκαν Σκιρωνίδες πέτρες κοντά στα Μέγαρα. Εκεί ο Σκίρωνας υποχρέωνε τους περαστικούς να του πλένουν τα πόδια και καθώς εκείνοι έσκυβαν, τους πετούσε με μια κλοτσιά στη θάλασσα, όπου καραδοκούσε μια πελώρια χελώνα που τους κατασπάραζε. Ο Θησέας άρπαξε τον Σκίρωνα από τα πόδια και τον έστειλε να συναντήσει τα θύματά του.
Οι δοκιμασίες όμως του Θησέα συνεχίστηκαν. Περνώντας από την Πελοπόννησο στη Στερεά μέσω του Ισθμού, αντιμετώπισε στην Ελευσίνα τον Κερκυόνα. Ο Κερκυόνας ήταν παντοδύναμος και προκαλούσε τους διαβάτες να παλέψουν μαζί του, με τη συμφωνία, αν τον νικούσαν, να συνέχιζαν το δρόμο τους. Φυσικά κανείς δεν τα κατάφερνε, ο ληστής τους συνέθλιβε όλους στα μπράτσα του, εκτός του Θησέα που σήκωσε με άνεση τον Κερκυόνα ψηλά και τον έστειλε να "σκάσει" στο έδαφος. ΄
Υστερα ήρθε η σειρά του Προκρούστη. Ο τρομερός ληστής και φονιάς ήταν γνωστός και με άλλα ονόματα, όπως όλοι οι εγκληματίες άλλωστε. Τον ονόμαζαν και Δαμάστη ή Πολυπήμονα. Ο Προκρούστης υποδυόταν το ξενοδόχο. Είχε στήσει δυο κρεβάτια στο δρόμο που οδηγούσε για την Αθήνα και όποιον ταλαιπωρημένο οδοιπόρο έβλεπε να περνά τον προσκαλούσε να ξεκουραστεί. Τα κρεβάτια αυτά όμως, είχαν μια ιδιομορφία. Το ένα ήταν μακρύ και το άλλο κοντό. Ο "φιλόξενος" Προκρούστης πρόσφερε στους κοντούς το μακρύ κρεβάτι και στους ψηλούς το κοντό. Όπως ήταν επόμενο οι άνθρωποι δε χωρούσαν σε κανένα κρεβάτι. Ο Προκρούστης τότε αποκαθιστούσε τις "ισορροπίες". Τραβούσε ή χτυπούσε με σφυρί τους κοντούς για να προσαρμοστούν στο μήκος του κρεβατιού και ακρωτηρίαζε τα επάνω ή κάτω άκρα του σώματος των ψηλών με τον ίδιο σκοπό. Όπως και οι προηγούμενοι ληστές, ο Προκρούστης γνώρισε το θάνατο από τον Θησέα, επάνω σ' ένα από τα κρεβάτια του.
ΜΗΔΕΙΑ
Μετά απ' όλα αυτά τα κατορθώματα η φήμη του Θησέα ταξίδευε πολύ γρήγορα. Φτάνοντας στην Αθήνα τον ήξεραν πολλοί. Ο Αιγέας είχε ξαναπαντρευτεί τη Μήδεια, τη κόρη του Αιήτη του βασιλιά της Κολχίδας, η οποία ακολούθησε τον Ιάσονα αφού πήρε το χρυσόμαλλο δέρας, και δε γνώριζε ότι ο ήρωας ήταν γιος του. Έτσι υπέκυψε στις παραινέσεις της Μήδειας, που ήθελε να εξασφαλίσει το μέλλον του γιου της Μήδου, τον οποίο είχε αποκτήσει από τον Αιγέα, να φοβάται το νεαρό και προσπάθησε να τον ξεφορτωθεί. Του ανέθεσε να απαλλάξει την Αθήνα από τον ταύρο του Μαραθώνα, που ήταν πάρα πολύ άγριος, με την ελπίδα ότι ο ταύρος θα τον κατασπαράξει. Ο Θησέας όμως, θανάτωσε τον ταύρο και γύρισε θριαμβευτής στον Αιγέα. Ο βασιλιάς τον κάλεσε σε γεύμα για να γιορτάσουν, δήθεν, τα επινίκια, αλλά με απώτερο στόχο να τον δηλητηριάσει με δηλητήριο που παρασκεύασε η προικισμένη με μαγικές ικανότητες Μήδεια. Μόλις ο Θησέας αντιλήφθηκε το τι συμβαίνει, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το μεγάλο του όπλο: να δείξει στον πατέρα του τα σημάδια που αποδείκνυαν ότι ήταν γιος του. Έτσι έβγαλε, δήθεν τυχαία, το μαχαίρι που είχε αποσπάσει κάτω από το βράχο στην Τροιζηνία για να το χρησιμοποιήσει στο τραπέζι. Ο Αιγέας το αναγνώρισε, συνειδητοποίησε ότι προσπαθούσε να δηλητηριάσει το γιο του και αφού πέταξε μακριά το δηλητήριο, αγκάλιασε τον Θησέα και τον κάλεσε να συμβασιλεύσει μαζί του. Παράλληλα έδιωξε τη Μήδεια, η οποία πήρε το γιο της Μήδο και κατέφυγαν στη Φοινίκη.
Μετά τη δραματική αναγνώριση ο Θησέας κλήθηκε να πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο από τους άθλους του, που τον έκανε γνωστό σ' όλο τον αρχαίο, αλλά και το σύγχρονο κόσμο. Έπρεπε να απαλλάξει την Αθήνα από το δυσβάσταχτο φόρο απέναντι στην Κρήτη και τον Μινώταυρο.
Ο ΜΙΝΩΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ
Στον καιρό του Αιγέα και πριν ακόμα γεννηθεί ο Θησέας, ο Ανδρόγεος, γιος του ονομαστού βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, νίκησε στους ιερούς αγώνες της Αθήνας, τα Παναθήναια. Τότε ζηλόφθονοι ανταγωνιστές του τον σκότωσαν για να μην προλάβει να πρωτεύσει και σ' άλλα αγωνίσματα. Άλλη εκδοχή του μύθου αναφέρει ότι ο Ανδρόγεος σκοτώθηκε αντιμετωπίζοντας τον ταύρο του Μαραθώνα, τον οποίο εξόντωσε αργότερα ο Θησέας. Ο Μίνωας, σίγουρος για τη δολοφονία του γιου του, εκστράτευσε με το ναυτικό του, που θεωρούνταν πάρα πολύ ισχυρό, εναντίον των Αθηνών. Κατέλαβε τα Μέγαρα, δεν μπόρεσε, όμως, να κυριεύσει την Αθήνα. ΄Ηταν, όμως, γιος του Δία. Ο θεός για να τον ευχαριστήσει έστειλε επιδημίες και πείνα στην Αθήνα. Η πόλη για να γλιτώσει έπρεπε να στέλνει κάθε εννιά χρόνια επτά νέους και νέες ως βορά στον Μινώταυρο, το τέρας με τη μορφή ταύρου που ζούσε στο βάθος του πολύπλοκου Λαβύρινθου, κατασκευή του τεχνίτη Δαίδαλου, στον οποίο όποιος έμπαινε δεν έβρισκε την έξοδο.
Ο ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ
Ο Μινώταυρος ήταν καρπός της ένωσης της γυναίκας του Μίνωα Πασιφάης μ' έναν ταύρο! Τον ταύρο αυτόν είχε στείλει από τη θάλασσα σαν σημάδι ο Ποσειδώνας στον Μίνωα, που ήθελε να αποδείξει την κυριαρχία του σ' όλη την Κρήτη. Ζήτησε, όμως, από τον Μίνωα να θυσιάσει τον ταύρο προς τιμή του. Ο Μίνωας όμως δεν το έπραξε και έτσι η οργή του Ποσειδώνα πήρε πρωτότυπη μορφή. Προκάλεσε τον έρωτα της Πασιφάης για τον ωραίο ταύρο και τη σφοδρή επιθυμία της για ένωση μαζί του. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν ήταν διόλου εύκολο. Ο πολυτεχνίτης, όμως, Δαίδαλος βρήκε τη λύση. Έφτιαξε μια ξύλινη αγελάδα, κούφια εσωτερικά για να χωράει η Πασιφάη, την οποία έντυσε εξωτερικά με δέρμα από αληθινή αγελάδα και με τροχούς την έσυρε ως το λιβάδι όπου έβοσκε ο ταύρος.
Προϊόν αυτού του αφύσικου ζευγαρώματος ήταν ο Μινώταυρος, τέρας με κεφάλι ταύρου και σώμα ανθρώπου. Το ταυρόμορφο τέρας ο Μίνωας έκλεισε στο βάθος του Λαβύρινθου και το έτρεφε με ανθρώπινο αίμα. Όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου η Αθήνα να πληρώσει για τρίτη φορά τον αιματηρό της φόρο στον Μίνωα, ο Θησέας ζήτησε από τον πατέρα του να περιληφθεί στην ομάδα των θυμάτων. Οι νέοι και οι νέες που θα πήγαιναν στην Κρήτη επιλέγονταν με κλήρο. Ο Θησέας ήταν εθελοντής.
Ξεκίνησε, λοιπόν, μ' ένα καράβι με μαύρα πανιά και υποσχέθηκε ότι θα σήκωνε άσπρα πανιά κατά την επιστροφή, όταν θα είχε απαλλάξει την Αθήνα από το βαρύ της φόρο. Ακολουθεί μια έντονη λογομαχία μεταξύ του Μίνωα και του Θησέα όπου ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι κι αυτός είναι γιος θεού, του Ποσειδώνα. Για να το αποδείξει αποδέχεται την πρόκληση του Μίνωα και πέφτει να πιάσει το δαχτυλίδι που πέταξε στη θάλασσα. Εκεί τον υποδέχεται η Αμφιτρίτη που του χαρίζει έναν πορφυρό μανδύα και ένα στεφάνι από ρόδα οδηγώντας τον στο παλάτι του θεού. Ο Θησέας επιστρέφει από το βυθό με το δαχτυλίδι και αποδεικνύει τη θεϊκή του καταγωγή.
Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΙΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ
Στην Κρήτη ο Θησέας βρίσκει σύμμαχο την κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης, την Αριάδνη, η οποία ερωτεύεται το νεαρό και όμορφο βασιλόπουλο από την Αθήνα. Η Αριάδνη συναντάει τον Θησέα και του προσφέρει τη βοήθειά της με την προοπτική, όμως, φεύγοντας να την πάρει μαζί του και να την κάνει γυναίκα του. Ο Θησέας, βέβαια, δεν έπρεπε μόνο να σκοτώσει τον Μινώταυρο, αλλά και να βγει από τον Λαβύρινθο. Ποιος άλλος μπορούσε να δώσει τη λύση σ' αυτόν το γρίφο εκτός από τον κατασκευαστή του;
Η Αριάδνη κατέφυγε στον Δαίδαλο και αυτός της συνέστησε ένα έξυπνο κόλπο. Όποιος έμπαινε στον Λαβύρινθο έπρεπε να πάρει μαζί του ένα κουβάρι κλωστή. Δένοντας τη μια άκρη της κλωστής στην άκρη του Λαβύρινθου θα προχωρούσε προς το βάθος του ξετυλίγματος το νήμα. Έτσι η επιστροφή θα γινόταν εύκολη. Τυλίγοντας το νήμα και ακολουθώντας την πορεία του θα έβρισκε την έξοδο του Λαβύρινθου.
Ο Θησέας μπαίνοντας στον πολύπλοκο Λαβύρινθο ακολούθησε τη συμβουλή του Δαίδαλου. Μάλιστα λέγεται ότι η ίδια η Αριάδνη καθόταν στην άκρη του Λαβύρινθου βαστώντας το σωτήριο νήμα. Έτσι έμεινε παροιμιώδης ο "μίτος της Αριάδνης".
Ο Θησέας μέσα στον Λαβύρινθο συνάντησε το τέρας, πάλεψε μαζί του και με το σπαθί του του 'κοψε το λαιμό προσφέροντάς το ως θυσία στον Ποσειδώνα, κάτι που θα 'πρεπε να κάνει, όπως είπαμε, ο Μίνωας με τον ταύρο, πατέρα του τέρατος. Με το μύθο του Μινώταυρου συμπλέκεται και ο μύθος του κατασκευαστή του Λαβύρινθου Δαίδαλου.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Μετά την εξόντωση του Μινώταυρου ο Θησέας, μαζί με την Αριάδνη πλέον, φεύγει από την Κρήτη με το ίδιο πλοίο που είχε φτάσει εκεί. Πρώτος σταθμός το νησί της Νάξου, όπου Θησέας και Αριάδνη συνευρέθηκαν. Καρπός του έρωτά τους ήταν δυο παιδιά, ο Δημοφώντας και ο Ακάμαντας, οι οποίοι έλαβαν μέρος και στον Τρωικό πόλεμο, ή σύμφωνα με άλλους ο Στάφυλος και ο Οινοπίωνας. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που συναντήθηκαν Θησέας και Αριάδνη. Ενώ το ζευγάρι κοιμόταν εμφανίστηκε στον Θησέα η θεά Αθηνά και του είπε να εγκαταλείψει την Αριάδνη. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Θησέας είχε το νου του σε μια άλλη κοπέλα στην Αθήνα, την όμορφη Αίγλη. Τέλος μια άλλη εκδοχή μιλάει για τον έρωτα ενός θεού για την Αριάδνη, του Διόνυσου, που μη αντέχοντας να τη βλέπει στο πλευρό του Θησέα, την άρπαξε και αφού την καλόπιασε, προσφέροντάς της και ένα χρυσό στεφάνι, την έπεισε να μείνει μαζί του.
Ο μεγαλύτερος άθλος του Θησέα, όμως, τελείωσε τραγικά. Κατά την επιστροφή του στην Αθήνα ο Θησέας ξέχασε ν' αλλάξει τη μαύρη σημαία του καραβιού του. Στη θέα της ο Αιγέας, που περίμενε με αγωνία στα βράχια του Σουνίου, πιστεύοντας ότι ο γιος του έγινε τροφή του Μινώταυρου, έπεσε απελπισμένος στη θάλασσα. Από τότε η θάλασσα αυτή ονομάστηκε "Αιγαίο" πέλαγος.
Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ
Μετά το τέλος του Αιγέα ο Θησέας έγινε βασιλιάς της Αθήνας, αφού πρώτα εξουδετέρωσε τα πενήντα ξαδέλφια του, παιδιά του αδερφού του Αιγέα, Πάλλαντα, που δεν τον θεωρούσαν νόμιμο διάδοχο του θρόνου. Η βασιλεία του Θησέα σημαδεύτηκε από τη συνένωση των δήμων της Αττικής και τη θεμελίωση των πρώτων θεσμών της Αθηναϊκής πολιτείας. Σύμφωνα με κάποιους μύθους ο Θησέας είχε εμπλακεί και στην εκστρατεία των επτά εναντίον των Θηβών. Η εμπλοκή αυτή, βέβαια, ήταν έμμεση και είχε σχέση με τη διαφυγή του Αργείου βασιλιά Άδραστου και την ταφή των υπόλοιπων Αργείων. Ο Θησέας μόλις έμαθε την ανεπιτυχή έκβαση της εκστρατείας, τέθηκε επικεφαλής των πιο διαλεχτών παλικαριών της Αθήνας και έφτασε έξω από τα τείχη της Θήβας. Εκεί απαίτησε τους νεκρούς, κάτι το οποίο αρνήθηκαν οι υπερασπιστές της Θήβας.
Έτσι άρχισε μια φοβερή σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις του Θησέα από τη μια μεριά και του Κρέοντα και τους "σπαρτούς" από την άλλη. Η μάχη ήταν σκληρή, αλλά ο Θησέας ανέβασε το φρόνημα των αντρών του, πείθοντάς τους ότι μάχονται για την ίδια την υπόσταση της Αθήνας. Η νίκη έστεψε τον Θησέα και οι Αθηναίοι πήραν τα πτώματα των Αργείων, τα οποία έθαψαν ή έκαψαν είτε στην περιοχή της Θήβας, είτε στην Αθήνα.
Ο μύθος θέλει στην εκστρατεία εναντίον των Αμαζόνων, των θρυλικών πολεμόχαρων γυναικών, να συνεργάζονται οι δυο κορυφαίοι ήρωες της ελληνικής μυθολογίας, ο Ηρακλής και ο Θησέας. Βέβαια, ο Θησέας φαίνεται πως έπαιξε κάπως υποδεέστερο ρόλο σ' αυτή την ιστορία η οποία είχε πρωταγωνιστή τον Ηρακλή. Παρόλα αυτά ο Θησέας βγήκε κερδισμένος απ' αυτή την εκστρατεία. Ο Ηρακλής του έδωσε, κατ' άλλους την πήρε μόνος του, την περίφημη "ζώνη" της Αμαζόνας Ιππολύτης. Απ' αυτή την εκστρατεία κέρδισε για γυναίκα του και την αμαζόνα Αντιόπη, που σύμφωνα με κάποιες παραλλαγές του μύθου ήταν η ίδια η Ιππολύτη. Οι Αμαζόνες για να εκδικηθούν τον Θησέα οργάνωσαν εκστρατεία εναντίον της Αθήνας, η οποία, όμως, δεν πέτυχε. Σ' αυτή την αναμέτρηση σκοτώθηκε η Αντιόπη πολεμώντας στο πλευρό του άντρα της.
Μετά το θάνατο της Αντιόπης ο Θησέας παντρεύτηκε μια άλλη κόρη του Μίνωα, τη Φαίδρα. Η Φαίδρα, όμως, ερωτεύτηκε το γιο του Θησέα από την Αντιόπη, τον Ιππόλυτο. Ο Ιππόλυτος ήταν ένας όμορφος νέος και επιδέξιος κυνηγός, γι' αυτό και τον προστάτευε η Άρτεμη. Απέκρουσε τον παράφορο έρωτα της μητριάς του Φαίδρας, η οποία απελπισμένη αυτοκτόνησε αφήνοντας ένα γράμμα στο οποίο περιέγραφε τους λόγους της πράξης της. Ο Θησέας επιστρέφοντας από μακρινό ταξίδι βρήκε το γράμμα και κατηγορώντας τον Ιππόλυτο ως συνυπεύθυνο τον καταράστηκε. Ο Ιππόλυτος προσπάθησε να φύγει μακριά, αλλά στο δρόμο του συνάντησε έναν ταύρο που έστειλε ο Ποσειδώνας και ο οποίος αφηνίασε τα άλογα του άρματος του νέου. Έτσι ο Ιππόλυτος βρήκε τραγικό θάνατο.
Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ ΣΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ ΚΑΙ ΛΑΠΗΘΩΝ
Ο Θησέας είχε έναν πολύ καλό φίλο, τον Πειρίθου, βασιλιά μιας μυθικής θεσσαλικής φυλής, των Λαπιθών. Ο θρύλος αναφέρει ότι η βαθιά αυτή φιλία ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Πειρίθου, που ήθελε πάση θυσία να γνωρίσει τον Θησέα. Έκλεψε, λοιπόν, ένα κοπάδι αγελάδες του Θησέα από τον Μαραθώνα και περίμενε τον ήρωα να τον κυνηγήσει. Η συνάντησή τους ήταν συγκλονιστική. Ο Πειρίθους τον περίμενε ήσυχα και όταν ήρθαν αντιμέτωποι, άρχισαν να θαυμάζουν ο ένας τον άλλον. Στο τέλος, έγιναν φίλοι μια και ο Πειρίθους αναγνώρισε το λάθος του και δήλωσε έτοιμος να δεχτεί οποιαδήποτε ποινή, πράγμα το οποίο εκτίμησε ο Θησέας. ΄Οπως συνηθιζόταν ανάμεσα στους ήρωες εκείνη την εποχή, η φιλία τους σφραγίστηκε από όρκους για μελλοντική βοήθεια σε οποιοδήποτε πρόβλημα αντιμετώπιζαν είτε ο ένας είτε ο άλλος. Έτσι ο Θησέας έτρεξε να βοηθήσει το φίλο του όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ των Λαπιθών και των Κενταύρων -μισών ανθρώπων, μισών αλόγων- που κατοικούσαν στο Πήλιο.
Ο μύθος λέει ότι οι Κένταυροι, καλεσμένοι στους γάμους του Πειρίθου με την Ιπποδάμεια, επιχείρησαν να κλέψουν τις γυναίκες των Λαπιθών. Η προσβολή ήταν μεγάλη και έπρεπε να ξεπλυθεί μόνο με αίμα. Πράγματι, ο Πειρίθους με τη βοήθεια του Θησέα εξόντωσε πολλούς Κένταυρους. Η φιλία των δυο ηρώων συνδέεται και με την προσπάθεια ν' αρπάξουν δυο από τις ωραιότερες γυναίκες της εποχής, τις κόρες του Δία, Ελένη και Περσεφόνη. Την Ελένη, τη γνωστή "ωραία Ελένη", που έγινε αιτία για τον Τρωικό πόλεμο, άρπαξαν όταν ήταν μόλις δώδεκα χρονών και την έφεραν στην Αττική, στην περιοχή των Αφιδνών. Ο Θησέας είχε θαμπωθεί από την ομορφιά της και σκόπευε να την παντρευτεί. Έπρεπε, όμως, να "νοικοκυρευτεί" και ο Πειρίθους. Αυτός είχε βάλει στο μάτι την Περσεφόνη, την κόρη της Δήμητρας που είχε αρπάξει ο Πλούτωνας και την είχε πάει στον Κάτω Κόσμο. Έτσι, λοιπόν, οργάνωσαν μια κάθοδο στον Άδη για να πάρουν την όμορφη κόρη.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ
Όμως οι περιπέτειές τους δεν είχαν τέλος. Οι αδελφοί της Ελένης, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, οι γνωστοί Διόσκουροι, βρήκαν την ευκαιρία και άρπαξαν την Ελένη από την Αττική, ενώ παράλληλα ο Θησέας με τον Πειρίθου πιάστηκαν αιχμάλωτοι στον Κάτω Κόσμο. Ο Θησέας κατάφερε να γλιτώσει με τη βοήθεια του Ηρακλή, ο οποίος στην κάθοδό του στον Άδη τον απελευθέρωσε. Στην Αθήνα, στο μεταξύ, οι Διόσκουροι είχαν εγκαταστήσει στο θρόνο τον Μενεσθέα, ο οποίος, όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκε να τον εγκαταλείψει για τον Θησέα. Έτσι ο ήρωας κατέφυγε στο νησί της Σκύρου με την ελπίδα να πείσει το βασιλιά Λυκομήδη να τον βοηθήσει να ξαναπάρει το θρόνο του. Ο Λυκομήδης φέρθηκε πονηρά. Με την πρόφαση της ξενάγησης του σπουδαίου καλεσμένου του, τον οδήγησε σε μια απόκρημνη περιοχή του νησιού, απ' όπου τον γκρέμισε στη θάλασσα. Αυτό ήταν και το τέλος του μυθικού ήρωα.



ΤΑ ΑΙΤΙΑ
Η Τυρώ, κόρη του Σαλμονέα και εγγονή του θεού των ανέμων Αιόλου, γέννησε από τον Ποσειδώνα (το θεό της θάλασσας) τους δίδυμους γιους Νηλέα και Πελία. Αργότερα όμως γέννησε κι άλλους γιους από το θείο της Κρηθέα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Αίσονας. Ο Αίσονας ίδρυσε στη Θεσσαλία μια πόλη, που πήρε το όνομά του: την Αίσονα. Στη Θεσσαλία υπήρχε ακόμα μια μεγάλη πόλη, η Ιωλκός και την είχε ιδρύσει ο Κρηθέας. Ήταν φημισμένες πόλεις, που έσφυζαν από ζωή. Κυρίως όμως η Ιωλκός, μια παραθαλλάσια πόλη στον Παγασητικό κόλπο, κοντά στο σημερινό Βόλο, ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ναυτικά και εμπορικά κέντρα. Σ' αυτή την πόλη βασίλευε ο Πελίας, που άρπαξε με αυθαίρετο τρόπο από τον ετεροθαλή αδερφό του Αίσονα το θρόνο.
Ο Αίσονας ήταν άνθρωπος ήπιος, συνετός, ευαίσθητος. Είχε στενοχωρηθεί πολύ από την απρεπή συμπεριφορά του αδερφού του, αλλά προτίμησε να μη διχάσει το λαό για να διεκδικήσει με τη βία των όπλων τα νόμιμα δικαιώματά του. Αντίθετα, ο Πελίας, παρόλο που βρισκόταν σε θέση εξουσίας, ένιωθε πάντα μέσα του ένα κενό: φόβο και ανασφάλεια για το μέλλον, καχυποψία για τους γύρω του ανθρώπους. Αυτό, άλλωστε, που χαρακτηρίζει πάντα όλους τους παράνομους σφετεριστές της εξουσίας, οι οποίοι ξέρουν ότι κατέχουν κάτι που δεν τους ανήκει και νιώθουν την ανάγκη να μένουν πάντα άγρυπνοι και πανέτοιμοι, για να το περιφρουρήσουν. Μα η Δικαιοσύνη πάντοτε, στο τέλος, τους τιμωρεί από μόνη της.
Ο σκληροτράχηλος βασιλιάς, για να είναι ήσυχος για το θρόνο του, σκέφτηκε πολλές φορές να βγάλει από τη μέση τον αδερφό του, αλλά φοβόταν την αντίδραση του λαού, που εκτιμούσε τις αρετές του Αίσονα. Άλλωστε, η διακριτική παρουσία του, με τον άψογο χαρακτήρα που είχε, δεν εγκυμονούσε κινδύνους για την εξουσία του Πελία.
Μα όταν ο Αίσονας απέκτησε ένα όμορφο, χαριτωμένο αγόρι, που το ονόμασε Ιάσονα, το μίσος του Πελία προς τον αδερφό του μεταφέρθηκε στο παιδί, που ίσως κάποτε, όταν ενηλικιωνόταν, θα μπορούσε να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματα του πατέρα του. Πήρε λοιπόν την παράτολμη απόφαση να το σκοτώσει και μέσα στο σκοτεινό του μυαλό τριγύριζαν χίλιες σκέψεις πώς θα έκανε την αποτρόπαιη αυτή πράξη ξεγελώντας το λαό, του οποίου την αντίδραση φοβόταν πιο πολύ από εκείνη των θεών. Γιατί είναι αλήθεια πως οι σκληροί και άδικοι άνθρωποι αδιαφορούν για τη θεία τιμωρία καθώς, τυφλωμένοι από τα πάθη τους και τις μικρότητές τους, δεν αντιλαμβάνονται ότι, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, υπάρχει της δικαιοσύνης το μάτι που βλέπει τα πάντα.
Τις προθέσεις και επιδιώξεις του Πελία είχαν καταλάβει οι γονείς του μικρού Ιάσονα και άρχισαν κι εκείνοι να σκέφτονται τρόπους για να μην πληρώσει ένα αθώο παιδί με τη ζωή του τον ανόητο πόθο για εξουσία ενός αδίστακτου, ηθικά πορωμένου, ανθρώπου.
Πάνω από τις δύο πόλεις, Αίσονα και Ιωλκό, ζούσε τότε στους δασοσκέπαστους πρόποδες του Πηλίου, ο Κένταυρος Χείρωνας, γιος του Κρόνου και της κόρης του Ωκεανού Φιλύρας.
Οι Κένταυροι, που, σύμφωνα με την παράδοση, κατάγονταν από θεϊκή γενιά, ήταν παράξενα όντα, από τη μέση και πάνω ήταν άνθρωποι και από τη μέση και κάτω άλογα. Δε διακρίνονταν για το ήθος και τις αρετές τους. Απεναντίας, ήταν φιλόνικοι, άρπαγες, εκδικητικοί, δημιουργούσαν πολλά προβλήματα στις σχέσεις τους με τους ανθρώπους -και πολλές φορές με τους θεούς-.
Η ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΚΑΙ Ο ΧΡΗΣΜΟΣ
Είναι χαρακτηριστική η προσπάθειά τους ν' αρπάξουν, με έφοδο, τις γυναίκες των γειτόνων τους Λαπιθών, που θεωρούνταν οι πρώτοι κάτοικοι της Θεσσαλίας. Ωστόσο ο Χείρωνας δεν έμοιαζε καθόλου με τους ομόφυλούς του. Είχε μια ξεχωριστή ευγένεια ψυχής και σπάνιες αρετές: Από τους θεούς είχε πάρει το χάρισμα της ιατρικής επιστήμης και υπήρξε δάσκαλος του Ασκληπιού μαθαίνοντάς του πώς να θεραπεύει και δύσκολες ασθένειες και να σώζει τη ζωή ακόμα και ετοιμοθάνατων ανθρώπων. Ο ίδιος, άλλωστε, υπήρξε ο πρώτος δάσκαλος του Αχιλλέα, στον οποίο έμαθε τα μυστικά της ιατρικής, της μουσικής, την αυτοπειθαρχία και τον αυτοσεβασμό.
Σ' αυτόν λοιπόν παραδόθηκε ο μικρός Ιάσονας, για να σωθεί από τη μανία του θείου του. Ταυτόχρονα όμως οι γονείς του επινόησαν ένα υπέροχο σχέδιο για να ξεγελάσουν τον Πελία: Διέδωσαν αρχικά πως το παιδί είναι άρρωστο βαριά και σε λίγο πως πέθανε και στον οικογενειακό τους κύκλο όλοι μαυροφόρεσαν, άρχισαν να θρηνούν και να υποκρίνονται τους περίλυπους. Η χαρά και η ικανοποίηση του Πελία ήταν τότε απερίγραπτες. Ο -υποτιθέμενος- θάνατος του Ιάσονα τον είχε βγάλει από τον κόπο να διαπράξει μια ακόμη ανόσια πράξη. Έτσι ο Ιάσονας έμεινε κοντά στο θετό του πατέρα, που τον μεγάλωσε με ιδιαίτερη στοργή και αγάπη και του έδωσε όλα τα απαραίτητα για τη ζωή, πνευματικά και ηθικά εφόδια: του έμαθε το σεβασμό προς τους θεούς, τη δικαιοσύνη, τη στρατιωτική ανδρεία, την ιατρική επιστήμη και τη μουσική.
Στο έργο του τον βοήθησαν η γυναίκα του και η μάνα του, που ονομάζονταν Χαρικλώ και Φιλύρα αντίστοιχα. Ήταν δυο γυναίκες, θαρρείς, γεννημένες για το έργο της εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης. Διέθεταν υπομονή ατέλειωτη, μα, προπάντων, στοργή και αγάπη άμετρη.
Το κυνήγι, με το αλάνθαστο σημάδεμα στο στόχο που απαιτείται, ήταν μία από τις πιο αγαπημένες ενασχολήσεις των υπέροχων εκείνων γυναικών. Ο Ιάσονας, μαθαίνοντας να σημαδεύει και να βρίσκει μ' επιτυχία το στόχο του, έμαθε συνάμα την αυτοσυγκέντρωση και αυτοπειθαρχία, αρετές που έμελλε να του χρησιμεύσουν αργότερα στην περιπετειώδη ζωή του.
Φυσικά, οι πραγματικοί γονείς του παιδιού δε διέκοψαν κάθε επαφή μαζί του. Όποτε έβρισκαν την ευκαιρία, μακριά από το άγρυπνο βλέμμα του Πελία, ανηφόριζαν τους πρόποδες του Πηλίου, ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα και τους πυκνόφυτους θάμνους, όπου μόνο πουλιά κι αγρίμια ζούσαν, και έβλεπαν με χαρά και ικανοποίηση το επιμελημένο έργο του σοφού παιδαγωγού, το συνταίριασμα της σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης του παιδιού.
Στο μεταξύ ο σκληρός τύραννος άρχισε να νιώθει φοβερές τύψεις συνείδησης για τις κακές του πράξεις και η ανησυχία του για το μέλλον του έγινε σωστός εφιάλτης. Πήγε λοιπόν να ρωτήσει το μαντείο για την τύχη του και για την τύχη του θρόνου του.
Κι ο Απόλλωνας με το στόμα του μάντη του είπε τα εξής παράξενα: "Θα χάσεις τη ζωή σου από κάποιον απόγονο του Αιόλου. Προπάντων όμως θα πρέπει να δώσεις προσοχή στον μονοσάνδαλο, που θα κατέβει στην Ιωλκό από ψηλές τοποθεσίες". Ο Πελίας κράτησε στο μυαλό του αυτά τα λόγια κι αναρωτιόταν ποιος να είναι ο απόγονος του Αιόλου που θα τον σκότωνε. Θα έχανε λοιπόν τη ζωή του όχι από φυσιολογικό θάνατο, αλλά από το χέρι κάποιου ανθρώπου και μάλιστα συγγενή του! Κι ο μονοσάνδαλος; Ποιος θα τολμούσε να παρουσιαστεί μπροστά στο βασιλιά με μια τέτοια αταίριαστη περιβολή; Γιατί ακόμα και θεός να ήταν, θα έδινε τη φριχτή εντύπωση ότι ερχόταν από έναν άλλο κόσμο και ίσως από τον αραχνιασμένο Άδη. Αυτό θα ήταν σημάδι ότι ανήκει με το ένα πόδι σ' εκείνον τον κόσμο, γι' αυτό και άφησε το ένα σαντάλι του εκεί, σαν ενέχυρο. Καθετί όμως που προερχόταν από τον Άδη προκαλούσε τη φρίκη και την αποστροφή στους ζωντανούς.
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΛΙΑ
Πέρασαν από τότε αρκετά χρόνια. Μια μέρα ο Πελίας διοργάνωσε στην Ιωλκό, κοντά στην ακρογιαλιά, μια γιορτή, ένα λαϊκό πανηγύρι, προς τιμή κυρίως του Ποσειδώνα και των άλλων θεών πλην της Ήρας. Κι αυτό γιατί κάποτε ο Πελίας κυνήγησε και σκότωσε τη μητριά της μάνας του Τυρώς, την κακόψυχη και μανιακή Σιδηρώ. Η σκληρή μητριά, που βασάνιζε απάνθρωπα την Τυρώ, βλέποντας τον κίνδυνο της καταδίωξής της, κατέφυγε ικέτης στο ναό της Ήρας. Ο Πελίας όμως, μη λογαριάζοντας τους άγραφους νόμους των θεών, που απαγόρευαν να γίνονται ανόσιες πράξεις φόνου μέσα σε ναούς θεών, τη σκότωσε και από τότε επέσυρε την οργή της Ήρας πάνω του. Κι αυτός, φυσικά, δεν είχε κανένα λόγο να συμπαθεί τη θεά και να της προσφέρει θυσίες.
Έστειλε λοιπόν ο Πελίας να προσκαλέσουν όλους τους επώνυμους της περιοχής, ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο Χείρωνας. Ο τελευταίος όμως απέφευγε συστηματικά τέτοιου είδους εμφανίσεις, για ευνόητους λόγους, γι' αυτό κι έστειλε στη θέση του τον Ιάσονα, που ήταν τότε ένα ωραίο και δυνατό παλικάρι είκοσι χρονών. Ο Ιάσονας αποδέχτηκε μ' ευχαρίστηση την πρόσκληση και ξεκίνησε να πάει στον τόπο της συγκέντρωσης. Έπρεπε όμως να περάσει ένα ποτάμι, τον Άναυρο, που δεν είχε γέφυρα και, για να μη βρέξει τα σαντάλια του, τα έβγαλε και τα κράτησε στο χέρι του. Αλλά, μόλις έφτασε στην απέναντι μεριά του ποταμού, αντιλήφθηκε, με απογοήτευση, ότι το ένα σαντάλι του είχε ξεφύγει και το παρέσυρε τ' ορμητικό νερό του ποταμού. Για μια στιγμή σκέφτηκε να γυρίσει πίσω για να πάρει και να φορέσει άλλα σαντάλια, μα η απόσταση ήταν αρκετή κι ο χρόνος ήταν περιορισμένος. Έτσι, αποφάσισε -μια που δεν υπήρχε άλλη λύση- να πάει στη γιορτή της θυσίας μ' ένα μονάχα σαντάλι.
Μόλις έφτασε στον τόπο της συγκέντρωσης, έκθαμβο το πλήθος κι εντυπωσιασμένο, τον παρακολουθούσε. Κανένας δεν ήξερε ποιος ήταν εκείνος ο ψηλός, γεροδεμένος, όμορφος νέος, με δυο κοντάρια στα χέρια, με μακριά ξανθά μαλλιά που πέφτανε αστραφτερά στην πλάτη του και μ' ένα δέρμα πάνθηρα που σκέπαζε τους ώμους του, για να τον προστατεύει απ' τη βροχή. Ήρεμος κι επιβλητικός, με μάτια που άστραφταν από εξυπνάδα, στάθηκε και κοίταζε το πλήθος.
Όλοι συζητούσαν μεταξύ τους και διερωτούνταν αν είναι θνητός ή θεός μεταμορφωμένος σε άνθρωπο. Στην αρχή σκέφτηκαν τον Απόλλωνα, τον Άρη, τους Αλωάδες και τον Τιτυό. Αλλά ύστερα απέρριψαν όλες αυτές τις σκέψεις.
Κι ενώ όλοι συζητούσαν για τον Ιάσονα, πέρασε με το αμάξι του, που το έσερναν μουλάρια, κι ο βασιλιάς Πελίας. Είδε το νέο που ήταν στο επίκεντρο του γενικού ενδιαφέροντος και σταμάτησε. Μα ξαφνικά, σαν ένας μαγνήτης να το τράβηξε, το βλέμμα του καρφώθηκε στο σανδάλι που κάλυπτε εντυπωσιακά μονάχα το δεξί του πόδι. Στην αρχή ένιωσε έκπληξη. Ύστερα η καρδιά του χτύπησε δυνατά• ένα σύγκρυο ένιωσε να διαπερνά, σαν σπαθί, το κορμί του. Κρύος ιδρώτας περιέλουσε το κορμί του. Στ' αλήθεια, ο νέος που είχε πει το μαντείο, με το ένα σαντάλι και το ντύσιμο που πρόδινε την καταγωγή του απ' τα ορεινά, στεκόταν τώρα μπροστά του. Όλα έγιναν καταπώς τα είπε ο θεός. Μα ο θεός είπε πως το τέλος της ζωής του θα ερχόταν απ' τα χέρια εκείνου του ξένου. Ο μελλοντικός φονιάς του λοιπόν στεκόταν μπροστά του. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, να προσγειωθεί στην πραγματικότητα, να ξεχάσει για μια στιγμή το χρησμό. Έκρυψε τον τρόμο του και ρώτησε το νέο ποια ήταν η ιδιαίτερή του πατρίδα και ποια η καταγωγή του. Με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και ηρεμία απάντησε εκείνος:
"Φέρνω μαζί μου τη διδασκαλία του Χείρωνα. Έρχομαι από τη σπηλιά όπου κατοικούσα με τη Χαρικλώ, τη σύζυγο, και τη Φιλύρα, τη μάνα του Κένταυρου. Οι αγνές κόρες του Κένταυρου μ' ανέθρεψαν. Έγινα είκοσι χρονών χωρίς να κάνω καμιά ανάρμοστη πράξη ή να πω εναντίον τους κάποιο λόγο που δεν έπρεπε. Τώρα ξαναγυρίζω στην πατρίδα, για ν' αποχτήσω την παλιά δόξα του πατέρα μου, που κάποτε την είχε δωρίσει ο Δίας στον πρίγκιπα Αίολο και που τώρα την κατέχει παράνομα κάποιος άλλος".
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΠΕΛΙΑ
Ο ανυποψίαστος νέος δεν ήξερε ποιον είχε μπροστά του και σε ποιον αποκάλυπτε το σκοπό του ερχομού του. Μα ο Πελίας σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να δείξει ότι φοβάται. Ψύχραιμος, έπρεπε ν' αντιμετωπίσει την κατάσταση. Να βρει κάποια αποτελεσματική λύση. Χαμογέλασε με κόπο στο νέο, σαν να ήθελε να του δείξει την κατανόησή του.
Ξαφνικά το πλήθος κινήθηκε προς τα πίσω, άνοιξε δρόμο. Στάθηκε και παρακολουθούσε με αγωνία τη σκηνή. Ένας άντρας μεσήλικας έκανε την εμφάνισή του. Έτρεξε κι αγκάλιασε τον Ιάσονα. Τον έσφιξε δυνατά κι άρχισε να τον φιλά, ενώ τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα μάτια του. Ήταν ο πατέρας του, ο Αίσονας, που είχε έρθει κι αυτός για τη θυσία. Ακολούθησαν οι θείοι του Ιάσονα και τα ξαδέρφια του. Ένα τρελό, ξέφρενο πανηγύρι χαράς για κείνη την ανέλπιστη συνάντηση έστησαν όλοι.
Ο Ιάσονας τους φιλοξένησε όλους στο σπίτι του πατέρα του πέντε μερόνυχτα (γιατί είχαν έρθει από μακρινά μέρη: ο Φέρης και ο Άδμητος, από τις θεσσαλικές Φερρές, ο Αμυθάονας και ο Μελάμποδας, από τη Μεσσηνία). Την έκτη μέρα τους αποκάλυψε το σχέδιό του: τη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του πατέρα του, την αφαίρεση της εξουσίας από τον Πελία. Όλοι συμφώνησαν μαζί του και αποφάσισαν να τον συνοδέψουν στο παλάτι. Όταν έφτασαν, παρουσιάστηκαν στο βασιλιά, που τους δέχτηκε με προσποιητή εγκαρδιότητα. Ο Ιάσονας μίλησε με θάρρος, αλλά και με διάθεση συγκαταβατικότητας. Η σωφροσύνη που τον δίδαξε ο σοφός του δάσκαλος Χείρωνας, κυριάρχησε στα πάθη της οργής και της αγανάκτησης για την αδικία, που είναι φυσικό να τα εξάπτει ακόμα περισσότερο η ορμητικότητα και ο ενθουσιασμός της νεανικής φύσης.
"Έχουμε κοινή καταγωγή", είπε, "από μια γυναίκα. Γι' αυτό δεν είναι σωστό να μαλώνουμε. Ας ξεχάσουμε ό,τι έγινε μέχρι τώρα. Ας πρυτανεύσει η λογική. Προτείνω ένα σχέδιο ειρηνικής μοιρασιάς. Κράτησε τα κοπάδια και τα χωράφια, που πήρες από τον πατέρα μου, αλλά δώσε μου το σκήπτρο και το θρόνο που μου ανήκουν". Ήρεμα, τότε, του απάντησε κι ο Πελίας: "Ευχαρίστως θα σου παράδινα ό,τι ζήτησες. Υπάρχει όμως κάτι που με κάνει ν' ανησυχώ: μια απαίτηση των υποχθόνιων θεών. Η ψυχή του Φρίξου παρουσιάστηκε στ' όνειρό μου και με παρακάλεσε να πάει κάποιος στο παλάτι του Αιήτη, απ' όπου θα φέρει πίσω την ψυχή του και το χρυσόμαλλο δέρας.
Ρώτησα ύστερα το μαντείο των Δελφών κι εκείνο μου έδωσε εντολή να στείλω γι' αυτόν το σκοπό ένα καράβι. Μα είμαι ήδη πολύ γέρος κι ανήμπορος για τέτοιες κουτουράδες. Εσύ όμως είσαι στο άνθος της νεανικής σου δύναμης και μπορείς να το κάνεις. Σου δίνω λοιπόν όρκο και μάρτυρές μου ας είναι οι θεοί ότι, μόλις επιστρέψεις από το ταξίδι και φέρεις το χρυσόμαλλο δέρας, θα σου παραδώσω το σκήπτρο και το θρόνο που ζητάς".
Φυσικά, ούτε όνειρο τέτοιο είχε δει ποτέ ο Πελίας, ούτε σκόπευε να παραδώσει την εξουσία στον ανιψιό του. Μα όλα αυτά τα είπε, γιατί ήταν σίγουρος ότι το έργο που του ανέθετε ήταν τόσο δύσκολο κι επικίνδυνο, που δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να στεφθεί μ' επιτυχία. Θα έφευγε λοιπόν εκείνος σ' ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή και οι όρκοι θα ήταν πλέον άκυροι, εφόσον δε θα εκπληρώνονταν προηγουμένως οι όροι για τη δέσμευσή του.
ΤΟ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟ ΔΕΡΑΣ
Τι ήταν όμως αυτό το χρυσόμαλλο δέρας και ποια σχέση είχαν μ' αυτό ο Φρίξος και ο Αιήτης; Ναι! Ήταν μια πρωτότυπη, παράξενη ιστορία, ένα ανθρώπινο δράμα, με πολλές συναισθηματικές μεταπτώσεις, που ήρωές της είναι δυο παιδιά βασανισμένα απ' την απονιά της μητριάς τους.
Κάποτε ο βασιλιάς της Βοιωτίας Αθάμας παντρεύτηκε τη θεά Νεφέλη, από την οποία απέκτησε δυο χαριτωμένα παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη. Αλλά αργότερα ο άπιστος σύζυγος εγκατέλειψε τη Νεφέλη και παντρεύτηκε την κόρη του Κάδμου Ινώ, μια δύστροπη και κακιά γυναίκα. Κοντά στη μητριά τους η ζωή των παιδιών έγινε ανυπόφορη. Τη βαθιά αποστροφή της σ' αυτά την έδειχνε καθημερινά, καταπιέζοντας και βασανίζοντάς τα με τον πιο σκληρό και απάνθρωπο τρόπο.
Η πέτρινη καρδιά της δε συγκινούνταν ποτέ ούτε από τα παρακάλια ούτε από τα δάκρυα των αθώων εκείνων παιδιών. Η παρουσία τους πίστευε ότι στεκόταν εμπόδιο στην οικογενειακή της ευτυχία. Γι' αυτό πήρε την απόφαση να τα βγάλει από τη μέση. Περίμενε λοιπόν την κατάλληλη ευκαιρία, που δεν άργησε να έρθει.
Κάποτε έπεσε πείνα (λιμός) στη Βοιωτία. Κι αυτό γιατί η Ινώ διέταξε κρυφά να βάλουν σε φούρνο και να ψήσουν όλους τους σπόρους των δημητριακών που σκόπευαν να σπείρουν εκείνη τη χρονιά. Αποτέλεσμα ήταν να μη φυτρώσουν τα σπαρτά. Ο Αθάμας έστειλε απεσταλμένους στο μαντείο των Δελφών, για να ρωτήσουν τι έπρεπε να κάνει για ν' αποσοβηθεί το κακό. Αλλά η Ινώ δωροδόκησε τους απεσταλμένους, παραγγέλλοντάς τους να πουν ότι τάχα το μαντείο έδωσε εντολή να θυσιαστούν τα παιδιά της Νεφέλης.
Η σατανική γυναίκα κατάφερε, τελικά, να πείσει τον Αθάμα ότι, αν τα θυσίαζε, το κακό θα σταματούσε και οι θεοί θα ξανάφερναν στη χώρα του την προηγούμενη ευφορία της γης κι ευτυχία. Κι εκείνος, ανόητος κι ευκολόπιστος καθώς ήταν, έπεσε εύκολα στα δίχτυα της παμπόνηρης γυναίκας, την πίστεψε και δέχτηκε να θυσιαστούν τα παιδιά του. Μα ο Δίας, άγρυπνος, παρακολουθούσε τα γεγονότα στο παλάτι του άστοργου πατέρα, που έγινε ένα άβουλο παιχνίδι στα χέρια της γυναίκας του, ενώ, σαν βασιλιάς που ήταν, έπρεπε να έχει το σθένος και τη βούληση για να κυβερνά με σύνεση το λαό του.
Ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων δεν μπορούσε να βλέπει κατάφορες αδικίες σε βάρος ανήμπορων υπάρξεων, όπως εκείνα τ' αθώα παιδιά. Έστειλε λοιπόν αμέσως την πραγματική μάνα των παιδιών, τη Νεφέλη, με το φτερωτό του κριάρι, που είχε χρυσόμαλλη προβιά. Τη στιγμή που η σκληρή μητριά ήταν έτοιμη να πνίξει τα παιδιά, η μάνα τους τ' άρπαξε, τα έβαλε πάνω στο ιερό κριάρι του Δία, που είχε ανθρώπινη λαλιά, και τα γλίτωσε. Πέταξαν ψηλά διασχίζοντας το Αιγαίο πέλαγος.
Καθώς περνούσαν πάνω από το στενό της θάλασσας, που ενώνει την Προποντίδα με το Αιγαίο, τα παιδιά χαίρονταν, απολαμβάνοντας τα ωραία τοπία που έβλεπαν. Από τη φυλακή τους ξαφνικά βρέθηκαν στον ελεύθερο κόσμο, από τα βασανιστήρια στην ξεγνοιασιά που προσφέρει πάντα η μητρική αγάπη και η στοργή και από την αδικία των ανθρώπων στη δικαιοσύνη του θεού. Το κριάρι πετούσε εκεί που αυτό ήθελε• ήξερε το δρόμο του. Τα παιδιά αφήνονταν σ' αυτό το υπέροχο ταξίδι χωρίς να σκέφτονται τίποτα, με ανοιχτές όλες τους τις αισθήσεις, για ν' απολαμβάνουν το σοφό συνταίριασμα των καταπράσινων αυλών, της ολογάλανης θάλασσας και του ολόχρυσου ήλιου, που τρεμόπαιζε καθώς βουτούσε από ψηλά στον ακύμαντο καθρέφτη της θάλασσας.
Μα -είναι αλήθεια- όλα τ' ανθρώπινα έχουν όρια• έχουν τοπική και χρονική διάρκεια. Έτσι και η χαρά των παιδιών δεν κράτησε πολύ. Γιατί το κορίτσι σε μια στιγμή έχασε την ισορροπία του, έπεσε στη θάλασσα και εκεί άφησε την τελευταία του πνοή. Η θάλασσα, που πριν από λίγο απολάμβανε με πάθος, έγινε ο υγρός τάφος του. Γι' αυτό το στενό αυτό της θάλασσας, όπου έπεσε η Έλλη, ονομάστηκε Ελλήσποντος, δηλαδή πόντος, θάλασσα της Έλλης. Ο Φρίξος ένιωσε βαθιά θλίψη για τον άτυχο χαμό της αδερφής του.
Μα ποιος μπορούσε να πάει ενάντια στις θεές Μοίρες, που ρυθμίζουν και καθορίζουν όλα τ' ανθρώπινα; Η διάρκεια της ζωής του κοριτσιού ήταν προκαθορισμένη, καθώς επίσης και οι συνθήκες και ο τρόπος του θανάτου του. Θα γλίτωνε απ' τα χέρια της άπονης μητριάς, αλλά θα έφτανε στο τέλος η ζωή της μέσα στα βαθιά νερά της θάλασσας. Ωστόσο, οι θνητοί άνθρωποι εύκολα δεν μπορούν ν' αποχωριστούν τ' αγαπημένα τους πρόσωπο, εύκολα δε συνηθίζουν στ' ανελέητα χτυπήματα της Μοίρας. Έτσι κι ο Φρίξος, στα κατάβαθα της ψυχής του, ένιωσε μια μεγάλη απογοήτευση, μοναξιά απέραντη. Όλα γι' αυτόν ξαφνικά έγιναν ανούσια, δίχως νόημα. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό του η ιδέα ν' αφήσει τον εαυτό του να πέσει κι αυτός στα βαθιά νερά της θάλασσας, ακολουθώντας στο ταξίδι για τον Κάτω Κόσμο την αγαπημένη και μονάκριβή του αδερφή.
Μα το κριάρι, που κατάλαβε τις σκέψεις του και διαισθάνθηκε τις προθέσεις του, μίλησε μ' ανθρώπινη λαλιά. Τo θεϊκό ζώο έδωσε θάρρος και κουράγιο στο παλικάρι, αισιοδοξία για τη ζωή. "Οι θεοί τα κανονίζουν όλα", του είπε. "Όλοι έχουμε μια αποστολή στη γη• αυτή την αποστολή πρέπει να εκπληρώσουμε".
Έτσι, συνεχίζοντας το ταξίδι ο Φρίξος, έφτασε στην Κολχίδα, στην απόμακρη χώρα του Καύκασου, όπου βασίλευε ο γιος του Ήλιου Αιήτης, αδερφός της Πασιφάης (βασίλισσας της Κρήτης) και της μάγισσας Κίρκης. Στη χώρα εκείνη του Αιήτη οι ακτίνες του ήλιου αναπαύονταν και ξανά ξυπνούσαν, στο αδιάκοπο κυνήγι της μέρας και της νύχτας. Ο Αιήτης υποδέχτηκε εγκάρδια τον Φρίξο και τον φιλοξένησε. Αργότερα του έδωσε την κόρη του Χαλκιόπη για γυναίκα. Έτσι την έλεγαν, γιατί είχε "χάλκινο πρόσωπο". Το κριάρι όμως προοριζόταν απ' την αρχή για θυσία. Γι' αυτό ο Φρίξος το πρόσφερε στον Φύξιο Δία, που ήταν προστάτης των δραπετών και το χρυσόμαλλο δέρας (προβιά) το παρέδωσε στον πεθερό του, για να το φυλάξει. Ο Αιήτης το κρέμασε σε μια βελανιδιά στο ιερό του Άρη κι έβαλε για φύλακά του ένα δράκοντα, πελώριο φίδι, που πάντα έμεινε άγρυπνο και δεν επέτρεπε σε κανέναν να περάσει. Ήταν ικανό να περιτυλίξει ένα μεγάλο καράβι μαζί με όλο του το πλήρωμα.
ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ "ΑΡΓΩ" ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΑ ΤΟΥ
Ο Ιάσονας λοιπόν καταγόταν, όπως προαναφέρθηκε, από την ίδια γενιά του Φρίξου. Ο πατέρας του Αθάμας ήταν αδερφός του Σαλμονέα, παππού του Ιάσονα. Κοινός γενάρχης: ο Αίολος. Γι' αυτό ο Πελίας επινόησε το σατανικό εκείνο σχέδιο, για την αποστολή του Ιάσονα στην Κολχίδα και, παράλληλα, για την εξόντωσή του. Θέλησε να τον παρουσιάσει σαν ηθικά υπεύθυνο για την ικανοποίηση της ψυχής του Φρίξου, που ζητούσε, τάχα, να επιστρέψει το χρυσόμαλλο δέρας στην οικογένεια των απόγονων του Αιόλου, αφού ο ίδιος, λόγω ηλικίας, ήταν αδύνατο να αναλάβει μια τέτοια αποστολή.
Ο Ιάσονας, καθώς ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος χαρακτήρας και η πείρα της ζωής του έλειπε, που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να δει και να σταθμίσει τους κινδύνους, δέχτηκε με προθυμία την πρόταση του θείου του και άρχισε τις σχετικές προετοιμασίες. Μια τέτοια μακρινή και επικίνδυνη αποστολή, για να έχει επιτυχία, χρειαζόταν ένα γοργό και ανθεκτικό καράβι και πλήρωμα με παλικαριά που θα αψηφούσαν τους κινδύνους και θα ήταν έτοιμα ακόμα και τη ζωή τους να θυσιάσουν γι' αυτόν το σκοπό.
Πώς όμως ένας άπειρος νέος, χωρίς τεχνικές και ναυτικές γνώσεις, θα μπορούσε να κατασκευάσει ένα τέτοιο καράβι; Και με ποια κίνητρα θα ήταν δυνατό να πείσει και έτσι να συγκεντρώσει τους συντρόφους του πληρώματος;
Η Αθηνά, η θεά της σοφίας, προστάτιδα της γενιάς των απόγονων του Αιόλου, προσφέρθηκε αμέσως να βοηθήσει. Με τις αλάνθαστες υποδείξεις της και την άγρυπνη επιστασία της έγινε το έργο. Η ίδια, άλλωστε, έκοψε ξύλο από την περίφημη "Δωδωνέα δρυ", ιερή βελανιδιά, που είχε την ιδιότητα να μιλά, και το έδωσε στον Ιάσονα, για να το χρησιμοποιήσει, μαζί με ξύλα κουκουναριών από το Πήλιο, για την κατασκευή του καραβιού. Μ' αυτόν τον τρόπο θα ήταν δυνατό να γνωρίζουν από πριν τους επικείμενους κινδύνους της θάλασσας, αφού το θαυματουργό ξύλο θα τους προειδοποιούσε σχετικά. Η ίδια θεά ύφανε επίσης από μόνη της τα πανιά του καραβιού και μύησε με προθυμία στη ναυτική τέχνη τα παλικαριά του πληρώματος. Υποσχέθηκε, τέλος, ότι θα συνοδεύσει η ίδια την αποστολή, για να δείχνει το δρόμο που έπρεπε ν' ακολουθηθεί.
Το καράβι κατασκευάστηκε, σύμφωνα με την παράδοση που τότε επικρατούσε, για πενήντα κωπηλάτες. Πρωτομάστορας ήταν ο ξυλουργός Άργος, γι' αυτό και ονομάστηκε "ΑΡΓΩ". Άλλωστε, στην αρχαία ελληνική γλώσσα η λέξη "αργός" έχει τελείως διαφορετική σημασία απ' ό,τι στη σημερινή της χρήση. Σημαίνει "ταχύς, γρήγορος". Και πραγματικά. Η "Αργώ" είχε όλες τις αρετές: Ήταν ανθεκτική στα κύματα, εύστροφη και γρήγορη.
Ο Ιάσονας μετά έστειλε κήρυκες σ' όλη την Ελλάδα για να ζητήσει παλικάρια ικανά για να στελεχώσουν το καράβι. Για μια τέτοια αποστολή τα κίνητρα, φυσικά, δεν ήταν μονάχα ηθικά, δηλαδή η ενεργός συμπαράσταση στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης και η αλληλεγγύη σε κάποιον ομόφυλο για την επιτυχία ενός απώτερου στόχου του. Μπορούσαν να είναι πολλά και διάφορα, ανάλογα με τις πεποιθήσεις, την ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα και τις επιδιώξεις του καθενός. Ωστόσο, υπήρχε κάτι κοινό στους ανθρώπους της εποχής εκείνης. Η λαχτάρα για την περιπέτεια. Η περιπέτεια για την περιπέτεια. Η γνώση για τη γνώση. Το καινούριο, το άγνωστο, το απόμακρο, το πρωτόγνωρο, με την πηγαία ομορφιά και την ακαταμάχητη μαγεία που ασκούν στην ψυχή του ανθρώπου, τραβούσαν, σαν μαγνήτης, τους Έλληνες εκείνης της εποχής, που πιθανότατα, μπορεί να χρονολογηθεί γύρω στο 13ο αιώνα π.Χ., έναν αιώνα δηλαδή πριν από την περίφημη τρωική εκστρατεία.
Οι αντιλήψεις, άλλωστε, που επικρατούσαν τότε, καλλιεργούσαν τις φιλοδοξίες του λαού για υπερπόντιες αναζητήσεις, για μια καλύτερη τύχη. Καθώς τέτοια ταξίδια, με τα πενιχρά τεχνολογικά δεδομένα που διέθεταν και την πειρατεία που οργίαζε, ήταν επικίνδυνα και επίπονα, όσοι είχαν την απαραίτητη τόλμη και το κουράγιο ν' αναλάβουν και να φέρουν σε αίσιο πέρας μια τέτοια αποστολή, εκτός των υλικών οφελών που είχαν, συγκέντρωναν την εκτίμηση, το σεβασμό και την αναγνώριση όλων, μικρών και μεγάλων. Τους αποδίδονταν τιμές ηρώων και η δόξα τους δεν είχε πρόσκαιρο χαρακτήρα. Τους ακολουθούσε και μετά το θάνατό τους. Αλλά η δόξα εκείνη της επιτυχίας δε θα έμενε μονάχα σ' αυτόν το θνητό κόσμο. Θ' ακολουθούσε τους ήρωες και στον Άδη, όπου η ζωή ήταν αιώνια.
Αυτά λοιπόν τα κίνητρα πυροδότησαν τον ενθουσιασμό πολλών εκλεκτών νέων απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας, που έσπευσαν να καταταγούν στο πλήρωμα της Αργώς. Τελικά επιλέχτηκαν 50 απ' αυτούς, οι ικανότεροι, μερικοί από τους οποίους ήταν ημίθεοι, δηλαδή είχαν θεϊκή καταγωγή. Ενδεικτικά μπορούν ν' αναφερθούν οι γιοι του Δία Ηρακλής και Διόσκουροι (Κάστορας και Πολυδεύκης), οι γιοι του Ποσειδώνα Εύμαινος από το Ταίναρο και Περικλύμενος από την Πύλο και οι δίδυμοι από τη Μεσσηνία Ίδας και Λυγκέας, οι γιοι του Ερμή Εχίονας και Έρυτος, ο Αιθαλίδης, κήρυκας των Αργοναυτών, οι γιοι του Απόλλωνα Φιλάμμονας (που ήταν αοιδός) και Ίδμονας (που ήταν μάντης). Επίσης πήραν μέρος ο Ορφέας, ο θεσπέσιος μουσικός από τη γενιά του Απόλλωνα ο μάντης Μόψος, που τον είχε διδάξει ο Απόλλωνας, ο Πηλέας και ο Τελαμώνας, γιοι του Αιακού και εγγονοί του Δία, ο Άδμητος, που ήταν ξάδερφος του Ιάσονα και μάλιστα και ο γιος του Πελία Άκαστος, που ήρθε χωρίς τη θέληση του πατέρα του.
Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ
Μόλις τελείωσε η κατασκευή του καραβιού και ο εφοδιασμός του με τ' αναγκαία τρόφιμα και το νερό, καθώς και ο εξοπλισμός του, ο Ιάσονας πρότεινε στους συντρόφους του να εκλέξουν έναν αρχηγό της αποστολής. Ανεπιφύλακτα όλοι τους τότε πρότειναν τον ίδιο κι εκείνος, ικανοποιημένος για την τιμή που του έκαναν, αλλά και με υψηλό αίσθημα ευθύνης για την τύχη των συντρόφων του, προσευχήθηκε στους θεούς, για να έχουν την εύνοια και συμπαράστασή τους. Ύστερα πάνω σ' έναν πρόσφατα χτισμένο βωμό πρόσφεραν θυσίες στο θεό της επιβίβασης, τον Εμβάσιο Απόλλωνα και ο Ορφέας, που γνώριζε καλύτερα απ' όλους τους θνητούς το δρόμο προς τον Κάτω Κόσμο και τον επάνω, έψαλε, σαν προανάκρουσμα, ένα θεσπέσιο ύμνο για τη Νύχτα. Αυτό δήλωνε πως θ' άρχιζε ένα ταξίδι ιδιαίτερα ιερό, με άμεση επαφή με πνεύματα και υπερκόσμιες δυνάμεις.
Μόλις τέλειωσε αυτή η επιβλητική ιεροτελεστία, οι Αργοναύτες επιβιβάστηκαν στο γερό σκαρί, σήκωσαν την άγκυρα, άνοιξαν τα πανιά και άρχισαν ν' ανοίγονται στο πέλαγος, σκίζοντας τα νερά, κάτω από τις επευφημίες και τις ευχές των συγγενών και φίλων τους κι ολόκληρου λαού, που συγκεντρώθηκε για να δει το μοναδικό και ανεπανάληπτο θαύμα της τεχνολογίας εκείνης της εποχής.
Στην αρχή το ταξίδι ήταν ωραίο. Η "Αργώ" γλιστρούσε πάνω στον καθρέφτη της θάλασσας, ανάμεσα σ' ένα σμήνος από γλάρους, με χίλιους σχηματισμούς στο πέταγμά τους και τις τσιριχτές τους φωνές που δημιουργούσαν σωστό πανδαιμόνιο. Τα δελφίνια προσπαθούσαν να ξεπεράσουν το υπέροχο καράβι, αλλά, μαγεμένα από τη θεσπέσια μουσική του Ορφέα, του Θρακιώτη ποιητή και αξεπέραστου τεχνίτη της λύρας, έμειναν ξοπίσω ξεχασμένα. Το δροσερό αγεράκι της θάλασσας φούσκωνε γλυκά τα πανιά και χάιδευε απαλά τα μαλλιά και τα πρόσωπα των παλικαριών, γεμίζοντας τις καρδιές τους μ' ελπίδες και όνειρα πολλά. Οι πανέμορφες κόρες του γερο Νηρέα, οι γλυκόθωρες Νηρηίδες, έφυγαν απ' τα παλάτια του πατέρα τους, που βρίσκονταν στο βυθό της θάλασσας, και βγήκαν στην επιφάνεια, για ν' απλώσουν πάνω τους τη γλυκάδα της ηρεμίας και την ομορφιά του ξέγνοιαστου ταξιδιού. Και ο άλλος θαλασσινός θεός, ο γερο Πρωτέας, πιστός όπως πάντα στο έργο του, σαλαγούσε τα κοπάδια των κυμάτων του Ποσειδώνα μέσα στις σκοτεινές κοιλάδες και χαράδρες της θάλασσας, για να μην ενοχλούν το θεϊκό καράβι. Πότε πότε τα έβγαζε στις ακρογιαλιές για να ξαποστάσουν κι εκεί ήξερε πολύ καλά τον τρόπο να τ' αποκοιμίζει.
ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΟΥ
Μα ξαφνικά πήρε εντολή απ' το μεγάλο αφεντικό της θάλασσας να ξαμολήσει τα κοπάδια των κυμάτων στο πέλαγος. Ο γερο Πρωτέας -όπως πάντα- και τώρα υπάκουσε. Οι Νηρηίδες, τρομαγμένες, βιάστηκαν να γυρίσουν στο παλάτι τους. Οι άνεμοι όρμησαν σαν θεριά έτοιμα να κατασπαράξουν τ' ανύποπτα θύματά τους και η "Αργώ" μια ανέβαινε -θαρρείς- στα ουράνια και μια κατέβαινε στα βαθιά πηγάδια της θάλασσας. Οι ναύτες έκαναν υπεράνθρωπο αγώνα για τη σωτηρία του καραβιού, που ίσως να μην μπορούσε να πραγματοποιήσει την αποστολή του, εάν δεν επέμβαιναν η Αθηνά και η Ήρα, για να καταλαγιάσουν λίγο τους ορμητικούς ανέμους και να οδηγήσουν το μαγικό σκαρί με όλο του το πλήρωμα στο νησί του Ήφαιστου, στη Λήμνο. Εκεί ο τεχνίτης θεός είχε το περίφημο εργαστήρι του.
Μα, μόλις οι Αργοναύτες πάτησαν το πόδι τους στη στεριά, αντίκρισαν ένα πολύ παράξενο και εντυπωσιακό θέαμα: Ένα πλήθος από νέες και όμορφες γυναίκες έτρεχαν, οπλισμένες να τους αντιμετωπίσουν. Μπροστά πήγαινε η βασίλισσά τους, που ξεχώριζε για την ομορφιά και το παράστημά της. Ο Ιάσονας τη συμπάθησε, το ίδιο και αυτόν εκείνη. Έκαναν λοιπόν μια συμφωνία να μη γίνει χρήση όπλων και από τις δυο μεριές• απεναντίας το γεγονός του ερχομού των παλικαριών να γιορταζόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Λίγο αργότερα πληροφορήθηκαν ότι ο πληθυσμός του νησιού αποτελούνταν μονάχα από γυναίκες. Κάποτε όλες αυτές οι γυναίκες ξεσηκώθηκαν εναντίον των αντρών τους, που τις παραμελούσαν και γλεντούσαν με τις παλλακίδες και τους σκότωσαν όλους. Την ίδια τύχη είχαν και οι παλλακίδες. Κι αυτό γιατί η Αφροδίτη, θυμωμένη που έδειχναν ψυχρότητα και αποστροφή προς τους άνδρες τους και δεν τιμούσαν όπως έπρεπε τη θεά, τις τιμώρησε δίνοντάς τους μια απαίσια μυρωδιά, που προκαλούσε την αποστροφή των ανδρών τους.
Ο εξολοθρεμός λοιπόν όλου του αρσενικού πληθυσμού του νησιού θεωρήθηκε ως μεγάλο ανοσιούργημα και από τότε το νησί έδερνε μια κατάρα και ένα κακό, ίσως το πιο μεγάλο απ' όσα ήταν μέχρι τότε γνωστά, πλανιόταν πάνω του. Η Υψιπύλη, που έγινε τότε η βασίλισσα του νησιού, έσωσε μονάχα ένα ανδρικό πλάσμα: τον πατέρα της Θόαντα, που τον έβαλε μέσα σ' ένα κιβώτιο και τον έριξε στη θάλασσα. Μαζί μ' αυτόν εγκατέλειψαν το νησί και οι αρσενικοί τοπικοί θεοί, οι Κάβειροι. Από τότε κυριάρχησαν οι γυναίκες και άντρας δεν πάτησε το πόδι του ποτέ εκεί.
Οι γυναίκες λοιπόν αυτές, πυρωμένες από τη μακροχρόνια στέρηση του άνδρα, μόλις είδαν τα παλικάρια, θεώρησαν ότι ήταν η ευκαιρία της ζωής τους να σβήσουν το πάθος του κορμιού τους. Μάλωναν, μάλιστα, μεταξύ τους για το ποια ποιον θα πάρει. Ο Ιάσονας έπεσε θύμα της όμορφης Υψιπύλης και έγινε σκλάβος της. Στην ερωτική αγκαλιά της ξέχασε το χρυσόμαλλο δέρας, το θρόνο, τη δόξα, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό. Δυο ολόκληρα χρόνια οι Αργοναύτες δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να τρώνε, να πίνουν και να ερωτοτροπούν κάτω από τη σκιά των πεύκων με τις αχόρταγες Λημνιάδες.
Μόνο ο Ηρακλής αρνήθηκε από την αρχή να πάρει μέρος σ' αυτό το πανηγύρι της ξεγνοιασιάς και της κραιπάλης. Έμεινε μόνος του στο καράβι και προσπαθούσε διαρκώς να συνετίσει τους συντρόφους του, και ιδιαίτερα τον Ιάσονα, υπενθυμίζοντάς τους την αποστολή τους και τονίζοντας το ξεστράτισμά τους και την ηθική αναλγησία που τους χαρακτήριζε. Μπροστά όμως στα θέλγητρα του έρωτα, κανένας τους δεν ήθελε ν' ακούσει.
Μια μέρα ο Ηρακλής, νιώθοντας να εξαντλείται πια η υπομονή του, αποφασισμένος να εγκαταλείψει τους συντρόφους του και να γυρίσει πίσω στην πατρίδα, είπε σε έντονο ύφος στον Ιάσονα ότι έπρεπε επιτέλους να σταματήσει αυτή η αμεριμνησία και η απραγία, που είχε παραλύσει το κορμί και την ψυχή τους. "Άλλος είναι ο στόχος μας", είπε ο γιος της Αλκμήνης, "για τον οποίο έχουμε εγκαταλείψει την πατρίδα μας, την οικογένειά μας, τους συγγενείς και φίλους μας και όχι για να κάνουμε απιστίες στις γυναίκες μας". Ο Ιάσονας τον άκουσε με προσοχή.
Σκέφτηκε ότι είχε δίκιο με τα λεγόμενά του. Και οι θεές Ήρα και Αθηνά του επισήμαναν την ξεχασμένη αποστολή. Συνήλθε. Συγκέντρωσε τους συντρόφους του και τους ζήτησε να εγκαταλείψουν πια τη Λήμνο. Αν και η πρότασή του δεν άρεσε σε κανέναν, αναγκάστηκαν όλοι να εγκαταλείψουν την ξέγνοιαστη ζωή του νησιού και να μπαρκάρουν στο καράβι. Η Αφροδίτη ήταν όμως πια πολύ ικανοποιημένη που την τίμησαν ομαδικά και η κατάρα που έδερνε το νησί μέχρι τότε έφυγε, με την παρέμβαση της θεάς. Ο τόπος ξαναβρήκε τη δημογραφική του ισορροπία, αφού από τους Αργοναύτες γεννήθηκαν και αρσενικά παιδιά. Ο ίδιος μάλιστα ο Ιάσονας απέκτησε από την Υψιπύλη δυο γιους: τον Εύηνο και τον Θόαντα το νεότερο. Από τη Λήμνο η "Αργώ" έφτασε στη γειτονική Σαμοθράκη.
Το νησί αυτό φημιζόταν για τις μυστηριακές θρησκευτικές τελετές του και, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής εκείνης, όσοι κατάφερναν να μυηθούν στα μυστήρια αυτά, είχαν καλή τύχη στη ζωή τους και ιδιαίτερα καλό ταξίδι στη θάλασσα και στις εκστρατείες. Ήθελαν λοιπόν ο Ιάσονας, ο Ηρακλής, οι Διόσκουροι και ο Ορφέας να μυηθούν, από τους εκεί ιερείς, στα μυστήρια και να πάρουν μέρος στην αποκάλυψη των μεγάλων θεών. Ήταν, άλλωστε, αυτό και συμβουλή της Ήρας και Αθηνάς. Κατά τη λιγόχρονη παραμονή της "Αργώς" στο νησί, έγινε η επιθυμητή μύηση. Τα παλικάρια για να ευχαριστήσουν τους ιερείς για το ανεκτίμητο έργο τους, τους χάρισαν πιθάρια γεμάτα τρόφιμα.
Ο ΜΑΝΤΗΣ ΦΙΝΕΑΣ
Μετά οι άνεμοι άρχισαν να φυσούν ευνοϊκοί και η "Αργώ" συνέχισε το ταξίδι της. Ο επόμενος σταθμός ήταν η χώρα της Μυσίας. Εκεί οι Αργοναύτες έχασαν τον Ύλα, ένα ωραίο παλικάρι, που πήγε για να κουβαλήσει νερό από τις πηγές των Νυμφών και δεν ξαναγύρισε. Ήταν όλοι σίγουροι ότι οι Νύμφες, θαμπωμένες από την ομορφιά του, τον άρπαξαν και τον έκρυψαν σε κάποια κρησφύγετό τους. Μα δεν μπορούσαν έτσι να σηκωθούν να φύγουν, χωρίς να εξαντληθούν όλες τους οι ελπίδες.
Γι' αυτό ο Ηρακλής και ο Πολύφημος πήγαν να τον ψάξουν. Μάταια όμως. Δεν τον βρήκαν πουθενά και αναγκάστηκαν να γυρίσουν άπρακτοι στο καράβι.
Ο επόμενος σταθμός των Αργοναυτών ήταν η χώρα των Βεβρύκων, η μεταγενέστερη Βιθυνία, στην ακτή του Μαρμαρά. Εκεί ο Πολυδεύκης, ένα από τα παλικάρια της "Αργώς", νίκησε στις γροθιές τον Άμυκο, τον κυρίαρχο της περιοχής και κάτοχο της πηγής από την οποία τα παλικάρια θέλησαν να πάρουν νερό. Ο Πολυδεύκης τον ανάγκασε τότε να ορκιστεί στον Ποσειδώνα ότι στο εξής δε θα ενοχλήσει κανένα ξένο, που θα τύχαινε να έρθει για να πάρει νερό. Οι κάτοικοι της χώρας εκείνης δεν έδειξαν καμιά διάθεση να φιλοξενήσουν τους ήρωες, γι' αυτό και εκείνοι αναγκάστηκαν, αφού έκαναν τον απαραίτητο ανεφοδιασμό νερού, ν' ανοίξουν πανιά γι' άλλο σταθμό.
Απέναντι ακριβώς από τη χώρα των Βεβρύκων, στην ευρωπαϊκή ακτή της Προποντίδας, κοντά στους Θυνίους της Θράκης, υπήρχε μια αρχαία πόλη: η Σαλμυδησσός. Εκεί ζούσε ένας γέρος μάντης, ο Φινέας. Μια τραγική φιγούρα, θύμα αθώο της οργής των θεών. Είχε το χάρισμα από τον Απόλλωνα να γνωρίζει πώς είναι δυνατό να τρυπώσει κανείς στον Άδη και να έχει τη δυνατότητα επιστροφής. Το μυστικό όμως αυτό κάποτε το ανακοίνωσε στον Φρίξο, όταν ο τελευταίος, πάνω στο φτερωτό κριάρι, πέρασε και από εκεί. Παράλληλα, φανέρωνε στους θνητούς το μέλλον μέχρι το έσχατό του τέλος. Γι' αυτό ο Δίας τον τιμώρησε με τον πιο φριχτό και απάνθρωπο τρόπο. Αφού τον τύφλωσε εντελώς, τον υπέβαλλε καθημερινά σε μια φοβερή και ατέλειωτη δοκιμασία. Έστειλε κάτι τέρατα με μορφή γυναίκας και σώμα γύπα, τις Άρπυιες, που έρχονταν κι άρπαζαν από τα χέρια και το στόμα του τις τροφές, όποτε αυτός καθόταν να γευματίσει, και όσες δεν μπορούσαν ν' αρπάξουν, τις κόπριζαν και τις έκαναν ν' αναδίνουν μια τόσο απαίσια μυρωδιά, που ήταν αδύνατο ο τυφλός μάντης ν' αντέξει να τις φάει.
Σ' αυτόν λοιπόν το χαρισματικό μάντη ήθελαν να πάνε τα παλικάρια, για να τον ρωτήσουν με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να πετύχουν το στόχο τους. Μόλις έφτασαν εκεί, βρήκαν τον Φινέα ξαπλωμένο στο στρώμα και τη γυναίκα του Εριχθώ (που ήταν θεότητα του Άδη) να του παραστέκεται. Εξαντλημένο από την πείνα, ένα σώμα λιπόσαρκο, ίδιο με νεκρού, προσπαθούσε, ακουμπώντας σ' ένα ραβδί, να σηκωθεί, στο άκουσμα της φωνής των παλικαριών. Ήξερε πολύ καλά το μέλλον τους, αλλά και το μέλλον το δικό του, που εξαρτιόταν άμεσα από την εκεί παρουσία τους. Σύμφωνα με της Μοίρας τα γραμμένα, οι γιοι του θεού Βορέα Κάλαης και Ζήτης, που ήταν κουνιάδοι του μάντη και ανήκαν στην αποστολή της "Αργώς", θα τον απάλλασσαν οριστικά από την παρουσία των Αρπυιών και θα μπορούσε έτσι στο εξής ν' απολαμβάνει, όπως όλοι οι ζωντανοί, την τροφή του.
Και πραγματικά. Οι δίδυμοι αδερφοί, αφού πήραν τον όρκο του Φινέα ότι με την πράξη τους αυτή δε θα εξόργιζαν κανένα θεό, στάθηκαν με τεντωμένα σπαθιά κοντά στο τραπέζι του μάντη, ενώ παράλληλα οι νεότεροι από τους Αργοναύτες πρόσφεραν στο γέρο φαγητά. Οι Άρπυιες, όπως συνήθιζαν να κάνουν πάντα, όρμησαν στα φαγητά. Τη στιγμή που τα είχαν καταπιεί όλα και δεν άφησαν τίποτα πίσω τους, παρά μονάχα τη χαρακτηριστική τους δυσοσμία, οι άντρες έβαλαν τις φωνές και οι φτερωτοί γιοι του Βορέα τις καταδίωξαν μέχρι τα νησιά που από τότε ονομάστηκαν "Στροφάδες", δηλαδή νησιά της στροφής. Πραγματικά: Τόσο τ' αρπαχτικά πουλιά όσο και οι διώκτες τους εκεί έστρεψαν προς τα πίσω. Γιατί κατέφτασε αμέσως η Ίριδα, η φτερωτή αγγελιοφόρος του Δία και συγκράτησε τους δυο αδερφούς, δίνοντάς τους όρκο ότι δε θα ενοχλούσαν πια τον Φινέα, οι Άρπυιες. Έτσι, μια που δεν μπορούσαν αυτές να θανατωθούν, διάλεξαν για διαμονή τους τα κατάβαθα της γης, κάτω από τη μινωική Κρήτη.
ΟΙ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΠΕΤΡΕΣ
Όλη τη νύχτα μέχρι να γυρίσουν ο Κάλαης και ο Ζήτης, τα παλικάρια γιόρταζαν τη σωτηρία του Φινέα, μ' ένα τρελό ξεφάντωμα. Κι ο συμπαθητικός γερο μάντης, γεμάτος ευγνωμοσύνη, προσφέρθηκε να βοηθήσει τους ευεργέτες του στην αποστολή τους, απακαλύπτοντάς τους το μυστικό δρόμο από τον οποίο θα έφταναν από τον έναν κόσμο στον άλλο.
Τους είπε ότι έπρεπε, για να πάνε στην Κολχίδα, να περάσουν προηγουμένως από ένα επικίνδυνο στενό, το οποίο δεν είχε ποτέ κανένας άνθρωπος περάσει. Και από τις δυο μεριές εκείνου του στενού, που δε βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τη χώρα του, ορθώνονται θεόρατοι γαλάζιοι βράχοι κι η γύρω περιοχή σκεπάζεται πάντα μ' ομίχλη. Εκεί οι αγέρηδες είναι τόσο δυνατοί, τόσο άγριοι, που, όταν αρχίσουν να φυσάνε, οι βράχοι, που βρίσκονται και από τις δυο μεριές της στενής θάλασσας, δεν αντέχουν στην ορμή τους και ολοένα πλησιάζουν ο ένας στον άλλο, μέχρι που χτυπιούνται μεταξύ τους. Τότε είν' αδύνατο να περάσει κανένα καράβι από εκεί. Όταν λοιπόν ξεσπάνε οι αγέρηδες και τ' αφρισμένα κύματα χτυπάνε με μανία στους βράχους, θα έπρεπε να μιμηθούν τα περιστέρια του Δία, που έφερναν την τροφή των θεών, την αμβροσία, από τον Κάτω Κόσμο στον Όλυμπο του δικού μας κόσμου.
Ανάμεσα σ' εκείνες τις γαλάζιες πέτρες, που, επειδή χτυπάνε μεταξύ τους, ονομάζονται "Συμπληγάδες", έπρεπε ν' αφήσουν να πετάξει ένα περιστέρι. Όπως θα πέρναγε αυτό, έτσι θα μπορούσε να περάσει και η "Αργώ".
Τα παλικάρια άκουσαν με ιδιαίτερη προσοχή τις σοφές συμβουλές του θεϊκού μάντη. Δεν τα τρόμαζε πλέον το άγνωστο και το αβέβαιο, γιατί ήξεραν τι θέλουν και, προπάντων, κάτεχαν τον τρόπο για να το πετύχουν. Ευχαρίστησαν το σοφό γέρο και ανέβηκαν στο καράβι. Η Αθηνά, σ' αυτή την πιο κρίσιμη φάση του ταξιδιού τους, έκανε την εμφάνισή της και, με λόγια ενθαρρυντικά, προσπάθησε να τους εγκαρδιώσει. Αλλά και η Ήρα, που απεχθανόταν τον Πελία και συμπαθούσε τον Ιάσονα, για τους λόγους που ξέρουμε, τους έστειλε με τη γαλανομάτα θεά το μαντάτο ότι θα έχουν τη συμπαράστασή της.
Η "Αργώ" άρχισε πάλι να γλιστρά στα γαλανά νερά της Προποντίδας, καθώς ούριος άνεμος την έσπρωχνε, φουσκώνοντας τα πανιά, που ύφανε τ' αλάνθαστο χέρι της σοφής θεάς.
Μόλις έφτασαν στο φοβερό, αιματόβρεχτο στενό -του Βοσπόρου, όπως ονομάζεται σήμερα-, άφησαν να πετάξει -καταπώς τους συμβούλεψε ο Φινέας- ένα περιστέρι. Το πουλί πέταξε κατά μήκος του στενού και όρμησε ανάμεσα από τους βράχους. Τότε οι βράχοι που σμίξανε, άρπαξαν και μάδησαν λίγα φτερά από την ουρά του, που οι ήρωες, όπως τους συμβούλεψε ο μάντης, κράτησαν και πήραν μαζί τους. Βρίσκοντας κατάλληλη την ευκαιρία, όταν οι βράχοι άρχισαν να ξαναπομακρύνονται, έπεσαν μ' όλη τους τη δύναμη στα κουπιά, για να προλάβουν να περάσουν, προτού αυτοί αρχίσουν να ξανασμίγουν. Η "Αργώ" πέταξε σαν ορμητικό βέλος και κατάφερε να περάσει σχεδόν σώα και αβλαβής. Όπως είχανε μαδήσει λίγα φτερά της ουράς του περιστεριού, έτσι και του θεϊκού καραβιού αποκόπηκε μονάχα η τελευταία άκρη από το ξύλο του καταστρώματος.
Η χαρά των ατρόμητων παλικαριών ήταν απερίγραπτη. Πέτυχαν τ' ακατόρθωτο. Με το θάρρος και την αυτοπεποίθησή τους νίκησαν την ανίκητη φύση. Οι κινητοί βράχοι -τα σύνορα, τότε, ανάμεσα στο δυνατό και αδύνατο, στην πραγματικότητα και τ' όνειρο -αποτελούσαν συνάμα και το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, ανάμεσα στον επάνω κόσμο των ζωντανών και τον Κάτω Κόσμο των νεκρών. Περνώντας λοιπόν οι ήρωες τις "Συμπληγάδες", ήταν σαν να περνούσαν από το χώρο της πραγματικότητας στο χώρο του υπερπέραν. Κάτι πρωτοφανές και πρωτάκουστο! Άνοιγαν μια καινούρια σελίδα στην ανθρώπινη ιστορία. Έδιναν ένα καινούριο νόημα στα πράγματα του κόσμου. Τίποτα πια δεν ήταν ακατόρθωτο μπροστά στο ενεργό ηφαίστειο που λέγεται "ανθρώπινη ψυχή". Όλα τα παρασέρνει στο διάβα του και τα οδηγεί όπου αυτό θέλει. Ακόμα και οι άψυχοι βράχοι, ο φόβος και ο τρόμος όλων των ναυτικών εκείνης της εποχής, δείχνοντας το σεβασμό τους μπροστά στην ανίκητη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης, αφού απομακρύνθηκαν λιγάκι, έμειναν για πάντα χωρισμένοι και ακινητοποιημένοι.
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Μα το ταξίδι των Αργοναυτών δεν τέλειωνε εδώ. Το πέρασμα του στενού ήταν ένας βασικός -ίσος ο βασικότερος- σταθμός της περιπέτειάς τους. Μα ο Φινέας τους είπε ότι μετά από τους γαλάζιους βράχους έπρεπε να περάσουν μια μαύρη πέτρα κι έπειτα να φτάσουν στα βουνά του Αχέροντα ("Αχερόντια όρη"). Ένα ανώμαλο μονοπάτι οδηγούσε, από τα βουνά αυτά, στον Άδη. Όπως είναι γνωστό, ο Αχέροντας ποταμός είχε τις εκβολές του στον Άδη.
Συνεχίζοντας το ταξίδι βγήκαν από το στενό. Ένα απέραντο πέλαγος ξανοιγόταν μπροστά τους. Μια θάλασσα βαθιά, που η επιφάνειά της έφτανε ως τον απόμακρο ορίζοντα. Ωστόσο αρμένιζαν σ' αυτήν ακίνδυνα τα καράβια. Δεν έμοιαζε καθόλου με το τρομερό στενό. Γι' αυτό οι άνθρωποι την ονόμαζαν "Εύξεινο Πόντο", δηλαδή "φιλόξενη θάλασσα".
Παραπλέοντας στις ακτές αυτής της θάλασσας, με κατεύθυνση προς τ' ανατολικά, έφτασαν στη χώρα των Μαριανδινών, όπου βασίλευε ο Λύκος, που τους υποδέχτηκε φιλόξενα. Δυστυχώς όμως εκεί το πλήρωμα λιγόστεψε κατά δυο άνδρες. Έχασαν το μάντη Ίδμονα, που τον τραυμάτισε θανάσιμα ένα αγριογούρουνο, και τον κυβερνήτη του πλοίου Τύφη, που πέθανε φυσιολογικά.
Ύστερα ήρθαν κατά τα ξημερώματα στο εγκαταλειμμένο νησί "Θηνιάς" που βρίσκεται εκεί όπου συνορεύει η Βιθυνία με τη χώρα των Μαριανδινών. Στο νησί αυτό συνάντησαν τον Απόλλωνα, που στο αριστερό του χέρι κρατούσε το ασημένιο του τόξο και στην πλάτη του κρεμόταν από το δεξή του ώμο η φαρέτρα. Τα ξανθά του μαλλιά ανέμιζαν στον αέρα, καθώς έτρεχε, κάνοντας ολόκληρο το νησί να σειέται συθέμελα. Όλοι τους δοκίμασαν μια αμήχανη έκπληξη και κανένας δεν τολμούσε να κοιτάξει το θεό στα μάτια. Έσκυψαν κοιτάζοντας το έδαφος και δεν μπορούσαν να μιλήσουν.
Και μόνο όταν ο θεός πέρασε, πάνω από τη θάλασσα, ψηλά στον αέρα, ο Ορφέας ξαναβρήκε τη μιλιά του και είπε στους συντρόφους του: "Ας αφιερώσουμε τούτο το νησί, σαν ιερό, στον Ηώο Απόλλωνα, αφού φανερώθηκε σ' όλους μας την αυγή. Ας θυσιάσουμε σ' αυτόν ό,τι υπάρχει εδώ και ας χτίσουμε ένα βωμό σε κάποια προέκταση της ακτής. Κι αν μας χαρίσει ευτυχισμένη επιστροφή, θα του προσφέρουμε πλούσιες θυσίες με κατσίκια. Τώρα ας του προσφέρουμε λίπος και ποτά. Κι ας είσαι ευσπλαχνικός, θεέ, ας είσαι ευσπλαχνικός σ' όσους φανερώθηκες!".
Αφού λοιπόν ο Απόλλωνας τους ευνόησε στο κυνήγι, του πρόσφεραν πλούσιες θυσίες, ψάλλοντας παιάνες, στους οποίους πρωτοστατούσε ο Ορφέας, και χορεύοντας κυκλικά, ενώ έκαναν ευχές επικαλούμενοι τον Ηώο Απόλλωνα. Η επιβλητική γιορτή τελείωσε με όρκο που έδωσαν μεταξύ τους ότι θα είναι πάντα μονιασμένοι και αγαπημένοι και, για να επισφραγίσουν αυτόν τον όρκο, αφιέρωσαν ένα ιερό στην Ομόνοια.
ΟΙ ΤΥΒΑΡΙΝΟΙ, ΟΙ ΜΟΣΥΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΥΜΦΑΛΙΔΕΣ ΟΡΝΙΘΕΣ
Την τρίτη μέρα τα παλικάρια εγκατέλειψαν το νησί. Ο Φινέας τους είχε ορμηνέψει ποιες ακτές και ποια έθνη έπρεπε να επισκεφτούν μέχρι να φτάσουν στον ποταμό Φάση, στη χώρα της Κολχίδας, κι από κει στην Αία, όπου κατοικούσε ο βασιλιάς Αιήτης. Κοντά στους ποταμούς Αχέροντα και Καλλίχορο βρισκόταν ο τάφος του Σθένελου, που σκοτώθηκε καθώς πολεμούσε, μαζί με τον Ηρακλή, εναντίον των Αμαζόνων.
Εκεί σταμάτησαν για να προσφέρουν θυσίες και να τιμήσουν τον ήρωα. Έπειτα έφτασαν στη χώρα των Αμαζόνων και ο Ιάσονας έστησε το στρατόπεδό τους στις εκβολές του Θερμόδοντα ποταμού. Εκεί κοντά κατοικούσαν οι Χάλυβες, ένας παράξενος λαός, τυλιγμένος στους καπνούς του σίδερου που επεξεργάζονταν.
Ο Δίας, για να εμποδίσει ενδεχόμενη σύγκρουση ανάμεσά τους και στους Αργοναύτες, έστειλε στους τελευταίους άνεμο ευνοϊκό. Έτσι, έφυγαν κι από εκεί και παρέπλευσαν τη χώρα των Τιβαρηνών και των Μοσύνων, δυο λαών που ζούσαν ανάποδα. Οι συνήθειες των Τιβαρηνών επέβαλαν στους άνδρες να κάθονται στο κρεβάτι, όταν γεννούσαν οι γυναίκες. Στους Μοσύνους, πάλι, όλα γίνονταν φανερά -ακόμα και η ερωτική πράξη. Με άλλα λόγια ό,τι γινόταν στους πρώτους κρυφά, γινόταν στους άλλους φανερά και αντίστροφα.
Σύμφωνα με τη συμβουλή του Φινέα, έπρεπε να πάνε μετά στο νησί του Άρη, όπου όμως είχαν καταφύγει οι Στυμφαλίδες όρνιθες, όταν ο Ηρακλής, εκτελώντας έναν από τους δώδεκα άθλους του τις έδιωξε από την Ελλάδα. Τα τρομερά αυτά πουλιά, με τα κοφτερά φτερά τους, ορμούσαν να ξεσκίσουν τα πρόσωπα των παλικαριών, να βγάλουν τα μάτια τους. Γι' αυτό χρειάστηκε να εφαρμοστεί ένα έξυπνο σχέδιο.
Οι ήρωες χωρίστηκαν σε δυο ομάδες: οι μισοί απ' αυτούς τραβούσαν κουπί και οι άλλοι μισοί σχημάτιζαν με τις ασπίδες τους σκεπή πάνω από το πλοίο. Παράλληλα με τα όπλα τους δημιουργούσαν τρομερό πάταγο. Έτσι, έδιωξαν τα θανατηφόρα πουλιά. Μετά, κρατημένοι πάνω σε ξύλα, μπόρεσαν ν' αποβιβαστούν στο νησί του Άρη, όπου ζούσαν οι τέσσερις γιοι του Φρίξου: ο Άργος, ο Φρόντης, ο Μέλας και ο Κυτίσσωρος, που είχαν σωθεί από ένα ναυάγιο. Ο νεκρός ήδη πατέρας τους τους είχε αφήσει μια παραγγελία: Να ταξιδέψουν στον Βοιωτικό Ορχομενό, για να κουβαλήσουν τους θησαυρούς του παππού τους Αθάμαντα.
Επειδή όμως ο Αθάμαντας και ο παππούς του Ιάσονα Κρηθέας ήταν αδέρφια, προσφέρθηκαν τώρα να βοηθήσουν τον ξάδερφό τους, γυρίζοντας με τους Αργοναύτες στην Αία, για να τους οδηγήσουν στο βασιλιά της Αιήτη, που ήταν παππούς τους από μητρική καταγωγή.
Η "Αργώ", μετά απ' αυτή την περιπέτεια, έφτασε σ' ένα άλλο νησί, που λεγόταν το "νησί της Φιλύρας". Η Φιλύρα ήταν κόρη του Ωκεανού, που την ερωτεύτηκε παράφορα ο Κρόνος. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Κένταυρος Χείρωνας, ο πιο ενάρετος και σοφός απ' όλους τους Κενταύρους. Σ' αυτό το νησί λοιπόν βρέθηκε το παράνομο ερωτικό ζευγάρι, όταν αιφνιδιαστικά παρουσιάστηκε η Ρέα, η νόμιμη γυναίκα του θεού, ο οποίος, σαν αλαφιασμένος έτρεξε τότε να εξαφανιστεί, ενώ η Νύμφη, ντροπιασμένη, έφυγε στη Θεσσαλία και κρύφτηκε μέσα στα δάση του Πηλίου με την οργιαστική βλάστηση, όπου αργότερα γέννησε τον Χείρωνα
ΑΦΙΞΗ ΣΤΗ ΚΟΛΧΙΔΑ
Οι Αργοναύτες μετά απ' αυτόν το σταθμό, πλησίασαν τόσο πολύ τον Καύκασο, που ήταν δυνατό να βλέπουν και ν' ακούνε όσα γίνονταν εκεί. Έβλεπαν το μεγαλόπρεπο αετό του Δία να κατευθύνεται προς την ψηλότερη κορφή και άκουγαν το θρήνο του δύστυχου Τιτάνα, που καθημερινά του έτρωγε το συκώτι ο αετός, για να ικανοποιηθεί η ακόρεστη εκδικητική μανία του πατέρα των θεών για την ευεργεσία του προς τους ανθρώπους, για τ' ανεκτίμητο δώρο της φωτιάς που τους χάρισε.
Γιατί δεν είχε κάνει ακόμη την εμφάνισή του ο λυτρωτής του Προμηθέα, όταν η Αργώ μπήκε στο ρεύμα του ποταμού Φάση, που κυλούσε τα νερά του στους πρόποδες του Καύκασου.
Μετά από λίγο τα παλικάρια διέκριναν μια χώρα δυσπρόσιτη στους ναυτικούς και αφιλόξενη. Ήταν η Κολχίδα, όπου βασίλευε ο Αιήτης, ο γιος του Ήλιου. Έφτασαν λοιπόν στην πρωτεύουσα, την Αία και έκρυψαν την "Αργώ" ανάμεσα στους πυκνούς καλαμιώνες του ποταμού, μαζί με όλο το πλήρωμά της. Ο Ιάσονας, μονάχα, καθοδηγούμενος από τα ξαδέρφια του, τους γιους δηλαδή του Φρίξου, έφτασε στο παλάτι του Αιήτη. Η χλιδή και η μεγαλοπρέπειά του εντυπωσίαζαν με την πρώτη ματιά. Περιστοιχιζόταν από μπρούντζινες κολόνες και τα κιγκλιδώματα των μπαλκονιών του, που τα σκέπαζαν καταπράσινοι κισσοί, ήταν φτιαγμένα από πολύτιμα πετράδια. Στον εσωτερικό χώρο του παλατιού δέσποζαν τέσσερις βρύσες. Από την πρώτη έτρεχε ασταμάτητα κρασί, από τη δεύτερη γάλα, από την τρίτη λάδι με ωραία μεθυστική μυρωδιά και από την τελευταία, παγωμένο το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα, νερό, με μαγικές και ιαματικές ιδιότητες. Ο Ιάσονας έμεινε κατάπληκτος από τον πλούτο και τη μεγαλοπρέπεια του παλατιού, κάτι που ήταν ασυνήθιστο στα παλάτια των βασιλιάδων της Ελλάδας.
Ζήτησε να δει το βασιλιά, ο οποίος τον δέχτηκε όχι και με ιδιαίτερη εγκαρδιότητα. Το βλέμμα του, γεμάτο πονηριά, μοχθηρία και καχυποψία, έμεινε καρφωμένο πάνω στο παλικάρι μέχρι αυτό ν' αναγγείλει την αιτία του ερχομού του. Μόλις όμως άκουσε ότι ήρθε να διεκδικήσει νόμιμα κληρονομικά του δικαιώματα, προσπάθησε να τον στείλει πίσω άπρακτο. Ο βασιλιάς δεν ήθελε με κανένα τρόπο ν' αφήσει να φύγει μακριά αυτή η ανεκτίμητης αξίας παρακαταθήκη με τις μαγικές ιδιότητες, που φύλαγε και προστάτευε τη χώρα του.
Η ΜΗΔΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΤΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΟΥ
Στο μεταξύ η βασιλοπούλα Μήδεια, μόλις κοίταξε μέσα από το πέπλο της τ' όμορφο παλικάρι, "που έλαμπε σαν τον Σείριο", το υπέρλαμπρο άστρο τ' ουρανού, θαμπώθηκε. Ένιωσε ξαφνικά τα βέλη του φτερωτού θεού του Έρωτα να μπήγονται βαθιά στην καρδιά της. Ένιωσε μικρή και αδύναμη μπροστά του, παρόλο που κάτεχε την τέχνη της μαγείας η οποία της έδινε υπερκόσμια δύναμη, καθώς μπορούσε να πετύχει ό,τι έβαζε στο μυαλό της, καλό ή κακό.
Ο Αιήτης, ελπίζοντας ότι το παλικάρι δε θα μπορούσε ν' ανταποκριθεί θετικά, του ανέθεσε να πετύχει ορισμένους άθλους. Μόνο τότε -του είπε- θα του έδινε το χρυσόμαλλο δέρας. Ο ήρωας δε δείλιασε και αμέσως δέχτηκε την πρόταση του βασιλιά.
Ο πρώτος άθλος, η πρώτη δοκιμασία του ήρωα, ήταν η εξής: Ο Ήφαιστος είχε κάποτε χαρίσει στον Αιήτη δυο ταύρους με χάλκινα πόδια και χάλκινο στόμα, από το οποίο πετούσαν φωτιά. Επίσης ένα αλέτρι, φτιαγμένο από ένα και μοναδικό κομμάτι μετάλλου. Μ' αυτό ο Αιήτης μπόρεσε να χαράξει ένα βαθύ αυλάκι. Έπρεπε λοιπόν και ο Ιάσονας να κάνει το ίδιο, να χαράξει δηλαδή ένα τέτοιο, εξίσου βαθύ, αυλάκι.
Μα πώς να ζέψει στ' αλέτρι τους ταύρους, πώς να τους συγκρατήσει; Θα έπαιρναν φωτιά τα ρούχα του, θα καιγόταν ολόκληρος.Απ' αυτή τη δύσκολη θέση προθυμοποιήθηκε να τον βγάλει η Μήδεια. Η νεαρή βασιλοπούλα, ερωτοχτυπημένη καθώς ήταν με το παλικάρι, δε δίστασε να θέσει σε άμεσο κίνδυνο και την ίδια της τη ζωή. Γιατί θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή, για τη συμπάθειά της αυτή, από τους αυλικούς του πατέρα της και να πέσει θύμα της οργής του, αφού ήθελε με κάθε τρόπο την εξόντωση του παλικαριού. Μα είναι αλήθεια πως, όταν κανείς αγαπά, αψηφά όλους τους κινδύνους.
Έτσι, η Μήδεια, ως ιέρεια της θεάς της νύχτας Εκάτης, που εξουσίαζε την είσοδο του Κάτω Κόσμου, πήρε από το ναό της θεάς μια μαγική αλοιφή, που είχε την ιδιότητα να κάνει το σώμα του ανθρώπου άτρωτο από τη φωτιά. Όποιος αλειβόταν μ' αυτή την αλοιφή, δεν κινδύνευε να πάθει τίποτα, ακόμα και αν έμπαινε μέσα σε φωτιά με φλόγες τεράστιων διαστάσεων. Ήταν φτιαγμένη από το χυμό ενός λουλουδιού που φύτρωνε στις ρεματιές του Καύκασου. Το λουλούδι αυτό είχε ύψος μια πήχη, χρώμα όμοιο με του κρόκου και ρίζα κοκκινωπή και σαρκώδη. Τη στιγμή που το ξερίζωναν, η γη σειόταν και μούγκριζε, σαν να πονούσε. Η βασιλοπούλα ζήτησε την άδεια της θεάς να πάρει το παράξενο αυτό "προμηθεϊκό φίλτρο" και το έκρυψε στο στηθόδεσμό της. Ύστερα έτρεξε στον αγαπημένο της, τον συμβούλεψε ν' αλείψει μ' αυτό όλο του το σώμα και εκείνος υπάκουσε.
Το συγκεντρωμένο πλήθος παρακολουθούσε με αγωνία τη σκηνή. Ο Αιήτης, με ολοφάνερη ικανοποίηση περίμενε να δει τον φιλόδοξο, μα παράτολμο νέο, να λαμπαδιάζει ολόκληρος και να καίγεται ζωντανός από τη φωτιά που θα ξερνούσαν τα θεϊκά ζώα. Μα η ικανοποίησή του σε λίγο έγινε απογοήτευση, όταν είδε τον Ιάσονα να βγάζει τα ρούχα του (για να μην πάρουν φωτιά) και να μπαίνει στον αγώνα χωρίς να πάθει τίποτα. Αφού κατάφερε να ζέψει τους ταύρους στο αλέτρι, άνοιξε μ' επιτυχία το αυλάκι που του ζήτησε ο πονηρός βασιλιάς, που τα είχε κυριολεκτικά χαμένα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του και να εξηγήσει πώς ήταν δυνατό να έρχεται κανείς σ' άμεση επαφή με τη φωτιά, μα να μην καίγεται απ' αυτή.
ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ
Έλπιζε όμως πως στη δεύτερη δοκιμασία, που ήταν σαφώς δυσκολότερη από την πρώτη, θ' αποτύγχανε. Έπρεπε λοιπόν ο Ιάσονας να σπείρει στ' αυλάκι που πριν από λίγο άνοιξε, αντί για σπόρους, δόντια δράκοντα που του έδωσε ο Αιήτης. Από τα δόντια αυτά σε λίγο θα φύτρωναν γίγαντες, άγριοι πολεμιστές, που θα έπρεπε το παλικάρι να τους σκοτώσει όλους.
Και πάλι όμως η Μήδεια τον βοήθησε να βγει νικητής και από αυτόν τον επικίνδυνο αγώνα. Τον συμβούλεψε να κάνει ακριβώς ό,τι έκανε κάποτε ο Κάδμος, ο ιδρυτής της Θήβας. Ο Κάδμος, όταν είχε ν' αντιμετωπίσει ένα παρόμοιο περιστατικό, να σπείρει δηλαδή δόντια δράκου απ' τα οποία θα ξεπηδούσαν τεράστιοι γίγαντες, φοβεροί πολεμιστές που έπρεπε να τους εξοντώσει, χρησιμοποίησε ένα μεγαλοφυές τέχνασμα: Έριξε πέτρες ανάμεσά τους και εκείνοι, νομίζοντας πως δέχονται επίθεση από τους ομοφύλους τους, άρχισαν ένα φοβερό αγώνα, που είχε σαν αποτέλεσμα να αλληλοεξοντωθούν.
Έτσι, η δύναμη του μυαλού υπερίσχυσε -για πολλοστή φορά- της τυφλής σωματικής δύναμης. Το ίδιο, λοιπόν, έκανε και ο Ιάσονας. Μόλις έσπειρε τα δόντια του δράκου απ' τα οποία ξεφύτρωσαν οι γίγαντες, έριξε πέτρες, που προξένησαν αναταραχή ανάμεσά τους. Όσοι χτυπήθηκαν απ' αυτές τις πέτρες νόμισαν ότι δέχτηκαν επίθεση από τους άλλους όμοιούς τους, γι' αυτό όρμησαν καταπάνω τους. Αποτέλεσμα της φοβερής γιγαντομαχίας ήταν η αλληλοεξόντωσή τους. Τον τελευταίο που έμεινε από τη συμπλοκή τον σκότωσαν ο Ιάσονας με τους Αργοναύτες του, που είχαν έρθει στην πόλη από την "Αργώ".
Βλέποντας ο Αιήτης πως και αυτό το παιχνίδι το έχασε και πως το τολμηρό παλικάρι κατάφερνε να βγαίνει νικητής πάντα από τις επικίνδυνες δοκιμασίες που το υπέβαλλε, δεν τήρησε τη συμφωνία του. Δεν περίμενε να εκτελέσει και τον τρίτο και τελευταίο άθλο που του ζήτησε, δηλαδή την εξόντωση του δράκοντα που φύλαγε νύχτα μέρα άγρυπνος το χρυσόμαλλο δέρας.
ΤΟ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟ ΔΕΡΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ
Κάλεσε αμέσως τους συμβούλους του σε σύσκεψη, για να βρουν τις λύσεις τις πιο κατάλληλες στο πρόβλημά του. Έπρεπε με κάθε τρόπο να βγει από τη μέση αυτός ο ενοχλητικός και επικίνδυνος νέος, που απειλούσε ν' αρπάξει την πιο ιερή παρακαταθήκη του Φρίξου, το θεϊκό δέρας, που προστάτευε με τη μαγική του δύναμη τη χώρα του και τον ίδιο το βασιλιά.
Ενώ όμως εκείνοι συσκέπτονταν, ο Ιάσονας με τη Μήδεια γλίστρησαν κρυφά και έφτασαν στον τόπο όπου το τεράστιο φίδι φύλαγε το δέρας. Μα ήταν αδύνατο να περάσουν από εκεί για να πετύχουν το στόχο τους. Το φοβερό θεριό απειλούσε να καταπιεί όποιον τολμούσε να πλησιάσει. Ο Ιάσονας ένιωσε αμήχανος. Είχε ακούσει για το φοβερό δράκο, μα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ήταν τόσο μεγάλος, τόσο παχύς, τόσο δυνατός. Κείτονταν κουλουριασμένος και σήκωνε ψηλά το φοβερό κεφάλι του με τα δυο κιτρινοκόκκινα μάτια, που έβγαζαν σπίθες και το τεράστιο στόμα του, που, καθώς τ' άνοιγε διάπλατα, θαρρούσε κανείς πως μέσα του έβλεπε την άβυσσο, με τ' απέραντο σκοτάδι να βασιλεύει πάνω της.
Μα είχε εμπιστοσύνη στην αγαπημένη του βασιλοπούλα, που κάτεχε τόσες τέχνες και γνώριζε τόσο καλά τα μυστικά της μαγείας. Δε θα τον άφηνε αβοήθητο σ' αυτή την πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του. Και πραγματικά. Η Μήδεια βρήκε λύση και σ' αυτό το πρόβλημα. Έκοψε ένα κλαδί κέδρου και το βούτηξε σ' ένα μαγικό φίλτρο, ένα παράξενο υγρό που είχε την ιδιότητα, αν ερχόταν σ' επαφή με τα μάτια, να τ' αποκοιμίζει. Κι αφού πλησίασε σιγά, ψέλνοντας διάφορους ύμνους, που ασκούσαν πάνω στο θεριό υπερφυσική επίδραση και το ακινητοποιούσαν, το ράντισε με το κλαδί στα μάτια.
Ο Ιάσονας σε λίγο είδε κατάπληκτος να κλείνουν τα φοβερά μάτια και το τεράστιο κορμί του φιδιού να καταλαγιάζει και να πέφτει μουδιασμένο σ' έναν ύπνο βαθύ. Ήταν η πιο κατάλληλη ευκαιρία για ν' αρπάξουν το δέρας, η πιο ανέλπιστη στιγμή για να στεφθεί μ' επιτυχία ένα όνειρο, που στοίχισε τόσους αγώνες, τόσους κινδύνους, τόσες περιπέτειες. Το παλικάρι προχώρησε γοργά, πέρασε δίπλα από το κοιμισμένο τέρας και ξεκρέμασε τη θεϊκή προβιά από τη βελανιδιά. Ύστερα απομακρύνθηκε κοιτάζοντας πίσω του, μέχρις ότου ήρθε πάλι κοντά του η κοπέλα, που, όσο εκείνος προσπαθούσε να ξεκρεμάσει το δέρας, δεν έπαψε να μουρμουρίζει ψαλμωδίες, που κρατούσαν, με τη μυστηριακή τους επίδραση, μουδιασμένο και ακινητοποιημένο το φίδι.
Κρατούσε πια το ατρόμητο παλικάρι το θησαυρό που ονειρευόταν. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη. Κρατούσε τον κόσμο ολάκερο, την ευτυχία της ζωής του, τον καρπό των μόχθων του και των γενναίων συντρόφων του. Το χρυσόμαλλο δέρας έβγαζε μια παράξενη ανταύγεια που περιέλουζε το παλικάρι και το έκανε να μοιάζει με θεό. Η καρδιά του σκίρτησε από ευγνωμοσύνη προς το κορίτσι που στάθηκε η σωτηρία του, γιατί ήξερε πολύ καλά πως, χωρίς τη βοήθειά του, όχι μονάχα το θείο εκείνο δώρο δε θ' αποχτούσε, αλλά θα έχανε και τη ζωή του, προσπαθώντας μόνο με την ανδρεία και τη σωματική του δύναμη να πετύχει τους άθλους στους οποίους ο Αιήτης τον υπέβαλε.
Η ΚΙΡΚΗ
Οι Αργοναύτες διέσχισαν, παραπλέοντας τα νότια παράλιά του, όλο τον Εύξεινο Πόντο. Ύστερα παραπλέοντας πάλι την ακτή, κινήθηκαν βορειοδυτικά και μπήκαν σ' έναν παραπόταμο του Ίστρου -του Δούναβη-, για τον οποίο πίστευαν ότι είχε και μια άλλη εκβολή στην Αδριατική θάλασσα. Μετά βγήκαν στην Αδριατική και μπήκαν σε μια θάλασσα ελληνική, το Ιόνιο πέλαγος. Παρέπλευσαν τη "Μέλαινα Κέρκυρα", το σημερινό νησί Κόρτσουλα, αλλά σ' αυτό το σημείο συνέβη ένα παράδοξο γεγονός.
Ακούστηκε να μιλάει δυνατά το ίδιο το πλοίο, που παρότρυνε τα παλικάρια να πάρουν το δρόμο που οδηγεί προς τον τόπο όπου έμενε η μάγισσα Κίρκη, που θα μπορούσε να εξαγνίσει τη Μήδεια και τον Ιάσονα από το φόνο του Άψυρτου.
Η Κίρκη ήταν κόρη της Εκάτης (της θεάς του Κάτω Κόσμου) και αδερφή του Αιήτη, θεία επομένως της Μήδειας. Ήταν φημισμένη μάγισσα, που μας είναι γνωστή και από την "Οδύσσεια", σύμφωνα με τη διήγηση της οποίας είχε μεταμορφώσει τους συντρόφους του Οδυσσέα σε χοίρους. Κατοικούσε δυτικά, εκεί όπου υψώνεται το "Κιρκαίο όρος", σε μια χερσόνησο της τυρρηνικής ακτής.
Γι' αυτό οι Αργοναύτες διάλεξαν μια πορεία προς το Βορρά γύρω από τη χερσόνησο των Απεννίνων, για την οποία πίστευαν ότι ήταν ένα νησί που συνόρευε στα βόρεια με δυο μεγάλους ποταμούς: τον Ηριδανό, δηλαδή τον Πάδο και τον Ροδανό. Οι ήρωες ανάπλευσαν τον ένα, μέχρις ότου έφτασαν στον άλλο, για τον οποίο έλεγαν ότι είχε, εκτός από την κοίτη του Ηριδανού, και άλλους δυο ακόμα παραπόταμους, ο ένας από τους οποίους χυνόταν στον Ωκεανό και ο άλλος στο Τυρρηνικό πέλαγος. Λίγο έλειψε να κάνουν λάθος και ν' αφήσουν τον τυρρηνικό παραπόταμο. Τους απέτρεψε η Ήρα που, φανερή ή αθέατη, τους συνόδευε πάντα και τους ενθάρρυνε, υποδεικνύοντάς τους τι έπρεπε να κάνουν. Το ίδιο έκανε και η Αθηνά και ποτέ οι δυο θεές δεν τους εγκατέλειψαν εντελώς μόνους.
Μόλις το καράβι έφτασε στο νησί Αία, όπου έμενε η μάγισσα, πήγαν στο παλάτι της μόνο η Μήδεια και ο Ιάσονας, ενώ τα άλλα παλικάρια έμειναν στο καράβι, για λόγους ασφαλείας. Μόλις η μάγισσα είδε την ανιψιά της, την αναγνώρισε από τη χρυσή ανταύγεια των ματιών της. Αυτή τη χαρακτηριστική ανταύγεια είχαν όλα τα παιδιά και τα εγγόνια του θεού Ήλιου. Γιατί - όπως είναι γνωστό- ο πατέρας της Μήδειας ο Αιήτης, ήταν γιος του Ήλιου. Η Κίρκη εξάγνισε το ζευγάρι μετά από μια απλή ιεροτελεστία. Αφού έσφαξε ένα νεογέννητο γουρουνάκι, το κράτησε πάνω από τα κεφάλια τους και άρχισε να κάνει προσευχή στον Δία. Καθώς έσταζε το αίμα ζεστό πάνω στους "μιασμένους" νέους, ήταν σαν να θυσιάζονταν οι ίδιοι και μ' αυτόν τον τρόπο έκτιαν την ποινή τους. Διότι το αίμα με το αίμα μόνο θα μπορούσε να ξεπληρωθεί. Έτσι ο Ιάσονας και η Μήδεια εξαγνίστηκαν.
Αλλά η μάγισσα θεά ήταν πάρα πολύ δυσαρεστημένη με την ανιψιά της, που φέρθηκε τόσο άσχημα στον πατέρα της. Για έναν ξένο πρόδωσε τον πατέρα της και τον πότισε με το πιο πικρό ποτήρι, στερώντας τον από τον αγαπημένο του γιο Άψυρτο και από το χρυσόμαλλο δέρας, που ήταν η πιο πολύτιμη οικογενειακή παρακαταθήκη. Μάταια η Μήδεια προσπάθησε να δικαιολογήσει τον εαυτό της. Η Κίρκη την έδιωξε αμέσως από το παλάτι της.
ΣΕΙΡΗΝΕΣ, ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ, ΠΛΑΓΚΤΕΣ ΠΕΤΡΕΣ
Ύστερα οι Αργοναύτες έφτασαν στο βράχο των Σειρήνων. Οι Σειρήνες ήταν τέρατα με μορφή κοριτσιών, που με τη γλυκιά τους φωνή και με το τραγούδι τους καταγοήτευαν όσους περνούσαν από τα μέρη τους, τους μάγευαν και τους παράσερναν κοντά τους.
Από μακριά ο αγέρας έφερνε στ' αυτιά των παλικαριών το γλυκό τραγούδι των τεράτων, που ήταν αδύνατο να μη σταματήσει κανείς και, με κομμένη ανάσα, να τ' ακούσει. Την ίδια όμως στιγμή ο Ορφέας θυμήθηκε τα μάγια και της δικής του φωνής. Με τ' αέρινά του δάχτυλα που κινούνταν με αξεπέραστη άνεση πάνω στις χορδές της λύρας του, άρχισε να παίζει μια θεσπέσια, υπερκόσμια μουσική, που σκέπασε το τραγούδι των Σειρήνων. Τα τέρατα, αντί να γοητεύσουν, γοητεύτηκαν από τη θεϊκή τέχνη του Ορφέα. Κι ενώ άπλωναν πριν τα χέρια και καλούσαν κοντά τους τα παλικάρια της Αργώς, με την επίδραση της μουσικής του Ορφέα έφυγαν άπρακτες.
Έπειτα έφτασαν στον τόπο όπου κατοικούσαν η Σκύλλα και η Χάρυβδη, τα δυο φοβερά τέρατα που κατασπάραζαν τους περαστικούς, από τον τόπο τους, ναυτικούς. Η Σκύλλα ήταν κόρη της Εκάτης και ζούσε σε μια σπηλιά ενός απότομου βράχου. Η Χάρυβδη ήταν κόρη του Ποσειδώνα και της Γης. Ζούσε και αυτή ανάμεσα στ' απόκρημνα βράχια της θάλασσας και κατασπάραζε όποιον την πλησίαζε. Με τη βοήθεια όμως της θεάς Θέτιδας, της μάνας του ήρωα Αχιλλέα και των υπόλοιπων σαράντα εννιά αδερφάδων της, των Νηρηίδων, η "Αργώ" κατάφερε να περάσει σώα και αβλαβής ανάμεσα από τα δύο εκείνα τέρατα.
Στη συνέχεια πέρασε ανάμεσα από τα νησιά "Πλαγκτές Πέτρες", που έχουν ένα επικίνδυνο στενό. Κι εδώ η Θέτιδα με τις Νηρηίδες βοήθησαν στο πέρασμα. Έπειτα έφθασαν στην Τρινακρία, όπου υπήρχαν τα βόδια του Ήλιου, που αργότερα οι σύντροφοι του Οδυσσέα, χωρίς αυτός να το γνωρίζει, θα τα έτρωγαν, με αποτέλεσμα να δεχτούν σκληρή τιμωρία: να χαθούν όλοι από τρικυμία, εκτός από τον ίδιο τον Οδυσσέα, που, θαλασσοδαρμένος, έφτασε στο νησί της Καλυψώς, την Ωγυγία. Οι Αργοναύτες άκουγαν τα μουγκανητά των βοδιών του θεού, μα δεν τους ενδιέφερε ν' αποβιβαστούν στο νησί του Ήλιου.
ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ ΣΤΗ ΛΙΒΥΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ
Η "Αργώ" εγκατέλειψε το φιλόξενο νησί Δρεπάνη (τη σημερινή Κέρκυρα) και άνοιξε πανιά με κατεύθυνση την Ιωλκό. Αλλά δυστυχώς τα βάσανα των Αργοναυτών δεν είχαν τελειωμό. Γιατί οι θύελλες έσπρωξαν το καράβι μέσα σε εννιά μέρες και εννιά νύχτες προς άλλη κατεύθυνση. Βρέθηκαν στη Λιβύη, στην άβαθη και επικίνδυνη Σύρτη.
Εκεί τα παλικάρια ένιωσαν έντονο τον κίνδυνο της λειψυδρίας και έπρεπε να βγουν σε αναζήτηση νερού. Περιπλανήθηκαν πολύ μέσα στην έρημο, στο ξερό, μονότονο τοπίο, όπου ο ήλιος έκαιγε την άμμο την ημέρα και την έκανε ανυπόφορη, μα τη νύχτα μια έντονη ψύχρα έφερνε ο αέρας, που νόμιζαν πως βρίσκονταν στο πέλαγος. Ήταν καταμεσήμερο, τα πόδια των παλικαριών δε βάδιζαν• κυριολεκτικά σέρνονταν. Η άμμος δυσκόλευε ακόμα πιο πολύ το περπάτημα. Τα χείλη τους ξεράθηκαν και έσκασαν, όπως η γη από την ξηρασία και την ανομβρία. Το στόμα τους στέγνωσε, η αναπνοή τους βαριά και το μυαλό τους θολό, τα μάτια τους ξέφωτα, ξεψυχισμένα.
Και τότε έγινε το θαύμα. Στον Ιάσονα παρουσιάστηκαν τρεις πανέμορφες θεές, σαν φαντάσματα μέσα στην έρημο. Ήταν οι κόρες του Ποσειδώνα και της Λιβύης. Τον συμβούλεψαν να κάνουν και αυτοί το ίδιο που έκανε η Μητέρα, η οποία τους κουβαλούσε πάνω της. Ήταν μια συμβουλή με προφητικό χαρακτήρα, που έπρεπε, με κόπο, να γίνει αντιληπτό το νόημά της. Μετά από πολλή σκέψη τα παλικάρια κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: Όπως η μάνα τους τους σήκωσε πάνω της μέχρι να τους γεννήσει, έτσι και η "Αργώ" τους σήκωσε μέχρι τώρα. Άρα ήταν, κατά κάποιο τρόπο, η δεύτερη μάνα τους. Πήραν λοιπόν και εκείνοι το καράβι τους στους ώμους και το κουβάλησαν μέσα στην έρημο δώδεκα μερόνυχτα, ενώ η δίψα τους έγινε ακόμα πιο πολύ ανυπόφορη. Τελικά έφτασαν στη λίμνη Τριτωνίδα, στην επιφάνεια της οποίας απίθωσαν το φορτίο τους. Ύστερα έτρεξαν με λαχτάρα για να βρουν κάποια πηγή.
Ψάχνοντας, έφτασαν στον ιερό χώρο όπου βρίσκονταν τα μήλα των Εσπερίδων. Εκεί υπήρχε ένα παράξενο δέντρο, που έκανε χρυσά μήλα. Ένα φοβερό φίδι, ο Λάδωνας, είχε τοποθετηθεί φύλακας του δέντρου. Κατοικούσε στο κοίλωμα της μαύρης γης, που βρίσκεται στα δυτικά της Μεσογείου, πέρα στον Ωκεανό. Εκεί είχαν την κατοικία τους και οι προστάτριες του δέντρου, οι Εσπερίδες, θυγατέρες της Νύχτας. Πριν μια μέρα όμως εκεί είχε φτάσει ο Ηρακλής. Ο ήρωας, εκτελώντας έναν από τους δώδεκα άθλους του, σκότωσε το φίδι και πήρε τα μήλα των Εσπερίδων. Στη θέα των Αργοναυτών οι Εσπερίδες μεταμορφώθηκαν σε τρία δέντρα. Ξαναπήραν όμως την προηγούμενη κανονική μορφή τους και έδειξαν σ' αυτούς την πηγή που είχε ανοίξει ο Ηρακλής μ' ένα χτύπημα του ποδιού του στο βράχο. Δροσερό καθάριο νερό ανάβρυζε από τα σπλάχνα της γης.
Τα ξεψυχισμένα κορμιά των παλικαριών ξαναβρήκαν τη ζωή πίνοντας το θείο εκείνο δώρο. Αφού λοιπόν ήπιαν άφθονο νερό και γέμισαν τ' ασκιά τους για να έχουν απόθεμα, έπρεπε να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Έπρεπε να βρουν το δρόμο από τη λίμνη, όπου βρισκόταν η "Αργώ", προς τη θάλασσα. Σ' αυτή την κρίσιμη στιγμή τους βοήθησε ο θεός Τρίτωνας ο γιος του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης. Με την ανθρώπινη λοιπόν μορφή του παρουσιάστηκε στους Αργοναύτες και τους έδωσε ένα όστρακο, που αργότερα, όπως είπε, θα τους χρησίμευε. Το πήρε ο Εύφημος, γιος του Ποσειδώνα, με ευγνωμοσύνη και το κράτησε με περισσή έγνοια. Ύστερα ο Τρίτωνας, στην κανονική του μορφή (δηλαδή μισός άνθρωπος μισός ψάρι) έσπρωξε την "Αργώ" προς τη θάλασσα, δείχνοντας συνάμα και το δρόμο που οι Αργοναύτες δεν ήξεραν.
Αφού ευχαρίστησαν για τις ευεργεσίες του το θεό, τα παλικάρια άνοιξαν πανιά για τις ελληνικές θάλασσες.
Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΚΑ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΕΥΦΗΜΟΥ
Μετά από ήρεμο ταξίδι έφτασαν στην Κρήτη. Εκεί όμως υπήρχε ένας Γίγαντας, ο χάλκινος Τάλως, που τρεις φορές την ημέρα γύριζε το νησί και δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει. Ο Γίγαντας αυτός είχε όμως μια τρωτή αρτηρία. Η Μήδεια με τ' ακαταμάχητα μάγια της παγίδεψε το τέρας και με ματιές σπινθηροβόλες, γεμάτες εχθρικότητα και μίσος, το γήτεψε και το υπνώτισε, με αποτέλεσμα να πέσει και να σκιστεί ξαφνικά από μια μυτερή πέτρα ο αστράγαλός του, όπου κρυβόταν η τρωτή του αρτηρία. Το αίμα τότε άρχισε να τρέχει σαν ποτάμι και σε λίγο το τέρας σωριαζόταν με μεγάλο γδούπο.
Έτσι, αφού αποβιβάστηκαν στο νησί, έχτισαν, ευγνωμονώντας τους θεούς, βωμούς στον Ποσειδώνα και στον Τρίτωνα και ένα ναό στη μινωική Αθηνά, που ήταν η προστάτιδα θεά της περιοχής. Και αφού συνέχισαν το ταξίδι τους έφτασαν σ' ένα σύμπλεγμα ελληνικών νησιών. Μα ήταν τότε τόσο πυκνό το σκοτάδι και ο ουρανός τόσο άναστρος, που δεν ήξεραν αν ταξίδευαν στον επάνω κόσμο ή στο σκοτεινό βασίλειο του Άδη. Μέσα στην άγρια εκείνη νύχτα νόμισαν πως θα χαθούν, φόβος μεγάλος τους κυρίεψε. Τότε ο Ιάσονας σήκωσε ψηλά τα χέρια του και, με δυνατή φωνή, επικαλέστηκε το θεό του φωτός, τον Απόλλωνα, που τον έλεγαν και Φοίβο, γιατί διαφέντευε τις ακτίνες του Ήλιου, τις ζωοδότρες.
Και ο θεός, που εισάκουσε τη θερμή του δέηση, έκανε την εμφάνισή του σ' ένα ερημονήσι, όπως ακριβώς άλλοτε στο εγκαταλειμμένο νησάκι Θυνιάδα, μετά από την περιπέτεια των παλικαριών στις "γαλάζιες πέτρες". Τότε, σ' εκείνο το ερημονήσι, ο θεός κρατούσε τ' ασημένιο τόξο του στο αριστερό του χέρι. Τώρα κρατούσε το τόξο του με το δεξί του χέρι και έστεκε σ' έναν από τους δυο μαύρους βράχους, που λέγονταν Μελάντιοι, γιατί εκεί είχε σταθεί κάποιος άνθρωπος με μαύρη μορφή.
Καθώς ο θεός έλαμπε από ένα υπερκόσμιο, αχνόφεγγο φως, τα παλικάρια αντίκρισαν ένα πολύ μικρό νησί, όπου αποβιβάστηκαν. Την ίδια στιγμή ο ουρανός φωτίστηκε από το γλυκό φως της αυγής, που έσταξε βάλσαμο ελπίδας στις τρομοκρατημένες ψυχές τους και τους έδωσε τη βεβαιότητα πως ταξιδεύουν στον απάνω κόσμο, της χαράς, του αγώνα και της προσδοκίας, σ' αντίθεση με τον Κάτω Κόσμο της λύπης, της απραγίας και της απελπισίας. Στο θεό λοιπόν που διέλυσε τα σκοτάδια της νύχτας από τη γη και τα σκοτάδια της αμφιβολίας και του φόβου από την ψυχή τους, έφτιαξαν τα παλικάρια ένα βωμό σ' ένα σκιερό άλσος και ονόμασαν τον Απόλλωνα "Αιγλήτη", δηλαδή φωτοβόλο, γιατί σκόρπισε την αίγλη του φωτός του γύρω του.
Επίσης ονόμασαν το νησί, όπου ο θεός έκανε την εμφάνισή του, "Ανάφη", δηλαδή φωτεινό. Έπειτα έκαναν εκεί ένα πανηγύρι προς τιμή του "Αιγλήτη Απόλλωνα", όπου διασκέδασαν, ξεχνώντας για λίγο τις πίκρες και τα βάσανά τους.
Το ίδιο βράδυ που πλάγιασαν να κοιμηθούν, ο Εύφημος είδε ένα παράξενο όνειρο, που τον εντυπωσίασε πολύ. Είδε τάχα ότι πήρε στο στήθος του το όστρακο που του χάρισε ο Τρίτωνας και ότι χόρτασε απ' αυτό γάλα. Έπειτα το όστρακο αυτό, τάχα, έγινε μια παρθένα με την οποία ο Εύφημος έσμιξε ερωτικά, αλλά ντράπηκε με τον εαυτό του για την πράξη του αυτή, γιατί βυζαίνοντας ο ίδιος πριν από λίγο το όστρακο, ήταν σαν να είχε βυζάξει τη σύντροφό του, ταυτίζοντας έτσι το ρόλο της μάνας και της συζύγου, πράγμα που θεωρούνταν ανόσιο, σύμφωνα με τους νόμους των θεών. Μα η νεαρή γυναίκα τον παρηγόρησε λέγοντάς του ότι αυτή η πράξη δεν έπρεπε να τον στενοχωρεί.
Του φανερώθηκε σαν κόρη του Τρίτωνα και της θεάς Λιβύης και τον παρακάλεσε να της δώσει για συντροφιά τις Νηρηίδες, για να κατοικήσει στη θάλασσα κοντά στην Ανάφη. Του είπε επίσης ότι σύντομα πάλι η ίδια θ' αναδυθεί στο φως του ήλιου, που θα είναι τόπος διαμονής των απογόνων του Εύφημου.
Αφού η "Αργώ" εγκατέλειψε την Ανάφη, ο Εύφημος διηγήθηκε τ' όνειρό του στον Ιάσονα και εκείνος τον συμβούλεψε να ρίξει στη θάλασσα το όστρακο. Ο Εύφημος έκανε καταπώς του είπε ο Ιάσονας. Και τότε από τα βάθη της θάλασσας ξεπρόβαλε ένα όμορφο νησί, που ονομάστηκε "Καλλίστη". Αργότερα το νησί αυτό πήρε την ονομασία "Θήρα", δηλαδή "κυνήγι", λόγω των άφθονων θηραμάτων που είχε. Σήμερα ονομάζεται Σαντορίνη. Οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού κατάγονταν από τη γέννα του Εύφημου.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
Στη διαδρομή της προς την Ιωλκό η "Αργώ" σταμάτησε στην Αίγινα, για ανεφοδιασμό νερού. Επειδή όμως φυσούσε τότε πολύ ευνοϊκός άνεμος και τα παλικάρια δεν ήθελαν να χάσουν την κατάλληλη ευκαιρία, άρχισαν αγώνα δρόμου, για να κουβαλήσουν την απαραίτητη ποσότητα νερού από το νησί στο καράβι. Από τότε καθιερώθηκαν στην Αίγινα αγώνες δρόμου για κουβάλημα νερού, οι περίφημες "Υδροφορίες".
Με τον ούριο άνεμο το θεϊκό καράβι έφτασε επιτέλους στο πολυπόθητο λιμάνι απ' όπου κάποτε είχε ξεκινήσει για τη μεγάλη περιπέτεια προς την Κολχίδα. Τ' όνειρο έγινε πια πραγματικότητα, ο ασίγαστος πόθος τους, που είχε γίνει καμίνι στα στήθια τους και τους βασάνιζε τρομερά, τώρα πια θα γινόταν πράξη ζωής. Σε λίγο πατούσαν τα άγια χώματα της Ιωλκού και όλοι νόμιζαν πως τους ξεγελούσε ο πόθος τους για την επιστροφή στην πατρική γη και το μυαλό τους παράδερνε ανάμεσα στην αμφιβολία του όνειρου και στη βεβαιότητα της πραγματικότητας. Έβλεπαν τα γνωστά σε όλους τοπία, το γνωστό σκηνικό και δεν πίστευαν στα μάτια τους.
Έβλεπαν γνωστούς, συγγενείς και φίλους, που έτρεχαν με χαρά να τους υποδεχτούν και διερωτώνταν αν υπάρχουν όλα αυτά στ' αλήθεια ή αν ο θεός "Όνειρος", θέλοντας να τους ξεγελάσει, τους έστελνε στον ύπνο τους τέτοιες γλυκιές, μα απατηλές οπτασίες. Άκουγαν τις γνωστές φωνές, το κάλεσμα των αγαπημένων τους προσώπων και τα ξεφαντώματα της ξέφρενης χαράς τους και δεν πίστευαν στ' αυτιά τους. Γιατί στ' αυτιά τους ακόμα ηχούσε ο παφλασμός των κυμάτων και τ' άγριο μουγκρητό τους, καθώς μανιασμένα χτυπούσαν πάνω στα βράχια. Ακόμα ηχούσαν τα πλάνα τραγούδια των Σειρήνων, που τους καλούσαν στη συμφορά και το θάνατο. Ακόμα ηχούσαν στ' αυτιά τους τα μουγκανητά των βοδιών στο νησί του Ήλιου, που προκαλούσαν τον πόθο για την απόλαυση του κρέατός τους, ο οποίος συνάμα θα οδηγούσε στον αφανισμό των επίδοξων "θυτών".
Οι περιπέτειες, οι δοκιμασίες, οι κίνδυνοι, η μακροχρόνια παραμονή τους μακριά από την πατρίδα, είχαν δημιουργήσει μέσα τους έναν άλλο χαρακτήρα. Έμαθαν να ζουν με τον κίνδυνο, ν' αδερφώνονται με τ' αναπάντεχο, ν' απολαμβάνουν το εφήμερο και φευγαλέο, αφού δεν ήξεραν αν το αύριο θα ξημέρωνε γι' αυτούς. Έμαθαν, τέλος, να αγωνίζονται σκληρά για να πετύχουν τους ευγενικούς στόχους και οραματισμούς και κατανόησαν πως οι Μοίρες και οι θεοί βοηθούν και συμπαραστέκονται στους τολμηρούς, αν διαγνώσουν σ' αυτούς προθυμία και αποφασιστικότητα.
Ένας λαός ολόκληρος, άνδρες, γυναίκες, γέροι, παιδιά είχαν ξεχυθεί στους δρόμους για να δουν το απίστευτο θαύμα. Τη θριαμβευτική επιστροφή του θεϊκού καραβιού με τους αθάνατους ήρωες, τα παλικάρια που, αψηφώντας το θάνατο, κατάφεραν το πιο απίστευτο, κάνοντας πράξη ό,τι άλλοι ούτε να σκεφτούν μπορούσαν. Αλλά δεν ήταν μονάχα η επιστροφή τους. Ήταν και η επιτυχία της επιστροφής του χρυσόμαλλου δέρατος στον τόπο όπου δικαιωματικά ανήκε. Η χαρά όλων ήταν απερίγραπτη. Αγκαλιάζονταν, φιλιούνταν οι συγγενείς, οι φίλοι, οι συντοπίτες, ενώ δάκρυα συγκίνησης έτρεχαν από τα μάτια τους.
Η χαρά αυτή, βέβαια, μετριάστηκε από το θλιβερό μαντάτο του χαμού δυο παλικαριών του πληρώματος, του κυβερνήτη της Αργώς Τίφη, που πέθανε κατά το ταξίδι προς την Κολχίδα, μετά το πέρασμα από τις Συμπληγάδες, και του Ύλα, που τον κράτησαν οι Νύμφες στις σπηλιές τους, όταν αυτός πήγε να πάρει νερό και, παρά τις επίμονες αναζητήσεις του Ηρακλή, τελικά δε βρέθηκε πουθενά.
Ένα τρελό, ξέφρενο, παλλαϊκό πανηγύρι ήταν όλη η πόλη της Ιωλκού. Θυσίες, φαγοπότι, χορός, μουσική, γέλια και ξεφαντώματα... Ακόμα και οι θεοί πήραν μέρος σ' αυτό το ξέσπασμα της χαράς και ιδιαίτερα η Αθηνά και η Ήρα, συμπαραστάτριες θεές. Έπρεπε όμως τα παλικάρια να μην ξεχάσουν και τον κύρη της θάλασσας, τον Ποσειδώνα, που δεν τους καραβοτσάκισε, όπως θα μπορούσε. Γι' αυτό αποφασίστηκε να του προσφερθεί το πιο πολύτιμο δώρο. Η "Αργώ", το καράβι που φιλοξένησε στο βασίλειό του. Τότε υπήρχε ένας φημισμένος ναός του θεού στον Ισθμό. Εκεί ομόφωνα αποφάσισαν τα παλικάρια ν' αφιερώσουν το γοργό σκαρί.
Ο Αίσονας όμως, ο πατέρας του Ιάσονα, απουσίαζε απ' αυτή την παλλαϊκή εκδήλωση. Ήταν κατάκοιτος, γέρος και ανήμπορος, σαν να περίμενε ν' ακούσει για την τύχη του γιου του και μετά να πεθάνει. Σαν να τον κρατούσε στη ζωή εκείνη η προσμονή. Ο Ιάσονας λυπήθηκε πολύ για τον πατέρα του και η αφοσιωμένη του Μήδεια, για μια ακόμη φορά, θέλησε να του συμπαρασταθεί. Επιστρατεύοντας όλες τις γνώσεις της γύρω από την τέχνη της μαγείας, η αθάνατη εγγονή του Ήλιου, κατάφερε να κάνει τον Αίσονα να ξανανιώσει. Τα τρεμάμενά του πόδια πάτησαν γερά στο χώμα, τα ξεθωριασμένα μάτια του ξανά σπινθηροβόλησαν γεμάτα δίψα για ζωή, τα χέρια του, που είχαν σχεδόν παραλύσει, κρατούσαν γερά το στήριγμά του, τον αγαπημένο του Ιάσονα και τη γυναίκα εκείνη, που άλλη όμοιά της δεν υπήρξε ποτέ στον κόσμο. Τη γυναίκα στην οποία χρωστούσε τη ζωή του και την επιτυχία του ο γιος του και οι σύντροφοί του, αλλά και ο ίδιος, που, ενώ ήταν έτοιμος για το αιώνιο ταξίδι το χωρίς επιστροφή, τώρα ατένιζε με αισιοδοξία τη ζωή.
Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΕΛΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΗΔΕΙΑ
Αλλά και ο Πελίας είχε, στο μεταξύ, γεράσει πολύ. Η Μήδεια πέρασε μπροστά από τα μάτια της όλα τα κακά, που αυτός διέπραξε στην οικογένειά του αγαπημένου της. Άρπαξε το θρόνο από το νόμιμο κάτοχό του, τον αδερφό του τον Αίσονα, έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του Ιάσονα και έσπρωξε στο θάνατο το μικρότερο αδερφό του τελευταίου. Επιπλέον θα έπρεπε τώρα -σύμφωνα με την αρχική συμφωνία ανάμεσα στον Πελία και τον Ιάσονα- να πάρει ο πρώτος το χρυσόμαλλο δέρας, για να παραχωρήσει, σαν αντάλλαγμα, το θρόνο.
Μα η Μήδεια το θεωρούσε άδικο αυτό. Να καρπωθεί κάποιος που δε συμμετείχε σε κανέναν από τους κινδύνους, ένα αγαθό που κάποιος άλλος, για να τ' αποχτήσει, έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα τόσο τη δική του, όσο και των συντρόφων του. Μέσα στα στήθια της φούντωσε ξαφνικά η οργή και ο πόθος της για εκδίκηση.
Ήθελε να πληρώσει με τη ζωή του ένας άδικος και σκληρός άνθρωπος, που, για να ικανοποιήσει το πάθος της αρχομανίας του, δε λογάριασε ούτε τους νόμους των θεών, ούτε το δίκιο των ανθρώπων, ούτε το δεσμό αίματος που τον συνέδεε με τους ανθρώπους που θέλησε ν' αδικήσει. Προσποιήθηκε λοιπόν ότι προσφέρεται να βοηθήσει και τον Πελία -όπως έγινε με τον Αίσονα- να αποχτήσει το σφρίγος, τη δύναμη και την αντοχή της νεότητάς του. Πλησίασε λοιπόν τις τέσσερις κόρες του γερο βασιλιά και προσπάθησε να τις πείσει ότι έπρεπε να του κάνουν τα μάγια του ξανανιώματός του, που αυτή θα τους υποδείκνυε. Αλλά, επειδή αυτές ήταν δύσπιστες και αναποφάσιστες, για να τις πείσει, έσφαξε ένα γέρικο κριάρι, το έκανε μικρά μικρά κομμάτια και το έβαλε μέσα σε μια χύτρα για να βράσει. Με τα τεχνάσματα όμως που αυτή κάτεχε, έκανε ν' αναπηδήσει μέσα από τη χύτρα ένα νέο, ζωντανό πρόβατο.
Τότε οι τρεις από τις τέσσερις κόρες του Πελία, μένοντας έκθαμβες από τις ικανότητες της μάγισσας, πείστηκαν να κάνουν στον πατέρα τους ό,τι έκανε η Μήδεια με το γέρικο πρόβατο. Μόνο η Άλκηστη είχε τις επιφυλάξεις της και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να εφαρμόσει στον πατέρα της τέτοια τεχνάσματα. Φοβόταν το σκοτεινό πρόσωπο της ξενόφερτης μάγισσας. Διαισθανόταν πως η γυναίκα εκείνη, όχι μόνο δεν είχε την πρόθεση να βοηθήσει τον πατέρα της, αλλ' απεναντίας ότι επιδίωκε την καταστροφή του.
Μάταια όμως η Άλκηστη προσπάθησε ν' αποτρέψει τις αδερφές της ν' αφεθούν στα παραπλανητικά τεχνάσματα της Μήδειας. Εκείνες, απτόητες, έσφαξαν και κομμάτιασαν τον πατέρα τους και έριξαν τα κομμάτια του στη χύτρα, για να βράσουν. Μάταια όμως περίμεναν να ξεπηδήσει από τη χύτρα ένας νέος, ξανανιωμένος Πελίας.
Τα μάγια δεν έπιασαν. Η Μήδεια δεν έδωσε στις τρεις αδερφές το τελετουργικό (μαγικά λόγια και μαγικές κινήσεις) που έπρεπε να εφαρμοστεί παράλληλα με την ίδια την πράξη του βρασίματος των κομματιών του σώματος. Έτσι η μάγισσα έδειξε το άλλο της πρόσωπο, της εκδικητικότητας, παράλληλα όμως ένας άδικος βασιλιάς πλήρωνε με τη ζωή του τις άνομες πράξεις του.
ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ ΣΤΗ ΚΟΡΙΝΘΟ
Μετά απ' αυτή την πράξη της εκδίκησης ο Ιάσονας δεν ήθελε να μείνει στο θρόνο της Ιωλκού. Ένιωθε ντροπή για την ύπουλη, σατανική πράξη της γυναίκας του. Ντρεπόταν το λαό της Ιωλκού, γιατί δεν περίμενε να πάρει από τον Πελία το θρόνο με ειρηνικό τρόπο, σύμφωνα με τη συμφωνία που είχε γίνει από την αρχή ανάμεσά τους, αλλά με τον πιο σκληρό και απάνθρωπο τρόπο, που έκανε να νιώθουν φρίκη ακόμα και οι ίδιοι οι θεοί. Γιατί τέτοιες φρικιαστικές πράξεις δεν τις ανέχονταν ούτε ακόμα και οι θεοί, που ήταν, κατά κάποιο τρόπο, συνηθισμένοι να βλέπουν διαχρονικά την αγριότητα, τη σκληρότητα και βαναυσότητα των ανθρώπων σ' όλη τους την ένταση.
Είναι γνωστή η τιμωρία των θεών που επέβαλαν στον Τάνταλο (που τον καταδίκασαν στον Άδη να πεινά, αλλά να μην μπορεί να κόψει τους καρπούς του δέντρου που ήταν πάνω από το κεφάλι του, γιατί τα κλαδιά απομακρύνονταν, και να διψά, αλλά να μην μπορεί να πιεί, γιατί επίσης η πηγή ξεμάκραινε από κοντά του). Κι αυτό γιατί τόλμησε να σφάξει το γιο του Πέλοπα και να τον μαγειρέψει, για να καταλάβει, σε δείπνο που παρέθεσε στους θεούς, αν αυτοί μπορούσαν να αντιληφθούν τι τους προσφερόταν για φαγητό.
Αλλά οι θεοί -εκτός της Δήμητρας, που ήταν στενοχωρημένη για την αρπαγή από τον Πλούτωνα της κόρης της Περσεφόνης- κατάλαβαν τι είχε κάνει ο Τάνταλος και δεν έφαγαν το βρασμένο παιδί του, που το ανάστησαν.Ο Ιάσονας ντρεπόταν ακόμα και το γιο του Πελία Άκαστο, που, αν και ο πατέρας του είχε αντιταχθεί στη συμμετοχή του στην Αργοναυτική εκστρατεία, εκείνος πήρε μέρος σ' αυτή, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στον αγώνα. Γι' αυτό ο Ιάσονας προτίμησε ν' αφήσει το θρόνο της Ιωλκού στον Άκαστο και ν' αποσυρθεί με τη Μήδεια στην Κόρινθο.
Γιατί από όλες τις πόλεις της στερεάς Ελλάδας μόνο αυτή ανήκει στη δικαιοδοσία του θεού Ήλιου, πράγμα που σήμαινε ότι αποτελούσε νόμιμη κληρονομιά της Μήδειας, αφού ήταν εγγονή του. Πράγματι, οι Κορίνθιοι ανέκαθεν τιμούσαν το θεό Ήλιο ως το μεγαλύτερο απ' όλους τους άλλους θεούς. Ιερή περιοχή, αφιερωμένη στον Ήλιο ήταν η κορυφή του Ακροκόρινθου, που ορθωνόταν επιβλητική πάνω από την πόλη. Όμως ο θεός παραχώρησε αργότερα τον Ακροκόρινθο στην Αφροδίτη.
Η γυναίκα του Ήλιου Αντιόπη είχε γεννήσει στον Ακροκόρινθο τα δυο της παιδιά: τον Αιήτη, τον πατέρα της Μήδειας, και τον Αλωέα. Ο τελευταίος πήρε από τον Ήλιο, σαν δώρο, τη χώρα που βρίσκεται κάτω από τον Ασωπό ποταμό, ενώ ο πρώτος την Κόρινθο. Τον τοποτηρητή του Αιήτη στην Κόρινθο τον ονόμαζαν Βούνο. Πάνω στο ύψωμα, που είχε την ονομασία "Βούνος", ήταν χτισμένος ένας επιβλητικός ναός, αφιερωμένος στην Ήρα, της Βουνίας Ήρας, όπως την ονόμαζαν οι Κορίνθιοι.
Εκεί έστελναν οι ντόπιοι κάτοικοι για υπηρεσία στο ναό εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια, όσα έστελναν και οι Αθηναίοι στο Μινώταυρο της Κνωσού, στην Κρήτη. Αυτά τα παιδιά, αφού έμεναν όλο το χρόνο στο ναό, σαν σ' εξορία, απομονωμένα από τον υπόλοιπο κόσμο, τα μοιρολογούσαν και τα θυσίαζαν στο τέλος, για να εξευμενίσουν τάχα τους εξοργισμένους υποχθόνιους θεούς.
Στην πιο ψηλή, λοιπόν, κορφή του Ακροκορίνθου η Μήδεια ίδρυσε ένα ναό και τον αφιέρωσε στην Αφροδίτη. Η ίδια όμως πρόσφερε υπηρεσίες στο ναό της Ήρας, όπως στην πατρίδα της την Αία υπηρετούσε στο ναό της Εκάτης.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ
Κάποτε ο Δίας επιθύμησε να σμίξει ερωτικά μαζί της, όπως έκανε, άλλωστε, με τόσες άλλες γυναίκες, που αυτός ερωτευόταν. Μα η Μήδεια αρνήθηκε, σαν ιέρεια της Ήρας. Γι' αυτό η θεά της υποσχέθηκε ότι θα έκανε αθάνατα τα παιδιά που θα γεννούσε από τον Ιάσονα. Εφτά γιους και εφτά κορίτσια απέκτησε λοιπόν η Μήδεια και, θέλοντας, κατά την υπόσχεση της Ήρας, να τα κάνει αθάνατα, τα πήρε στο ναό, όπου τα υπέβαλε σε ορισμένες δοκιμασίες.
Μα ο Ιάσονας, που κάτι υποψιαζόταν για τις ακατονόμαστες τελετουργίες της, την έπιασε "επ' αυτοφώρω". Ήταν μια παρόμοια προσπάθεια με εκείνες της Δήμητρας στην Ελευσίνα που ήθελε να κάνει αθάνατο τον Δημοφώντα ή της Θέτιδας, που προσπάθησε να κάνει το ίδιο στο μικρό Αχιλλέα. Όπως λοιπόν ο Πηλέας, που έπιασε "επ' αυτοφώρω" τη Θέτιδα να προσπαθεί να βουτήξει σε ζεματιστό νερό τον Αχιλλέα για να τον κάνει τάχα αθάνατο, ψυχράθηκε μαζί της τόσο πολύ, ώστε αργότερα οι δυο σύζυγοι να χωρίσουν, έτσι και ο Ιάσονας, μετά από την αποκάλυψη των δοκιμασιών στις οποίες υπέβαλλε τα παιδιά τους, αποστράφηκε τόσο πολύ τη Μήδεια, που ήθελε να την εγκαταλείψει.
Μάταια του δικαιολογήθηκε εκείνη. Παρόλο που λίγο αργότερα η πιστή και αφοσιωμένη σύζυγος έδειξε για μιαν ακόμη φορά την αγάπη της, κάνοντάς τον ξανά νέο, εκείνος ξέχασε όλες τις ευεργεσίες της και την εγκατέλειψε για την καρδιά μιας άλλης. Ίσως οι τελετουργικές πράξεις μαγείας που υπέβαλλε τα παιδιά της η Μήδεια και οι οποίες έγιναν αντιληπτές τυχαία από τον Ιάσονα, ν' απετέλεσαν γι' αυτόν το πρόσχημα και την ευτελή δικαιολογία για να παντρευτεί τη Γλαύκη, την όμορφη κόρη του βασιλιά της περιοχής Κρέοντα.
Ο Κρέοντας, μάλιστα, γνωρίζοντας τις ιδιαίτερες επιδόσεις της Μήδειας στη μαγεία και φοβούμενος μήπως αυτή δημιουργήσει προβλήματα στο ζευγάρι, έδωσε εντολή να εξοριστεί αμέσως.
Οι εξευτελισμοί λοιπόν και οι ταπεινώσεις της ξεχείλισαν το ποτήρι. Η αχαριστία, που φτάνει στα όρια της αναλγησίας, από το σύζυγό της στον οποίο πολλές φορές χάρισε τη ζωή, τραυμάτισε ανεπανόρθωτα την περηφάνια της. Έτσι, ο έρωτάς της προς αυτόν έγινε αποστροφή, η αφοσίωσή της μετατράπηκε σε αγανάκτηση, που ήθελε ικανοποίηση. Όπως η ίδια υπέφερε εξαιτίας του, έτσι κι εκείνος έπρεπε να υποφέρει εξαιτίας της. Συνέλαβε λοιπόν ένα ασύγκριτο για την πρωτοτυπία του σατανικό σχέδιο.
Για να πονέσει διπλά ο άπιστος σύζυγος, έπρεπε να μη χάσει ο ίδιος τη ζωή του, αλλά να μείνει στη ζωή για να υποφέρει βλέποντας να χάνονται τα πρόσωπα που αυτός περισσότερο αγαπούσε και στην προκειμένη περίπτωση τα πρόσωπα αυτά ήταν η καινούρια του σύζυγος και τα παιδιά του από τον πρώτο γάμο. Προσποιούμενη λοιπόν τη μεγαλόψυχη, έστειλε να παρακαλέσει τον Ιάσονα να της επιτρέψει να στείλει με τα παιδιά της δώρα στη νύφη. Ανυποψίαστη εκείνη, δέχτηκε.
Ετοίμασε λοιπόν ένα ωραίο φόρεμα για τη νύφη κι έριξε διάφορα φάρμακα, φτιαγμένα από μαγικά βότανα, στην επιφάνεια που θα ερχόταν σ' επαφή με το σώμα. Ετοίμασε επίσης και ένα στεφάνι για το βασιλιά Κρέοντα, που το άλειψε με τα ίδια μαγικά φάρμακα. Τα καταστροφικά δώρα έστειλε στους αποδέκτες τους με δυο από τα αγόρια της, τον Μέρμερο και τον Φέρη.
Μόλις ο βασιλιάς και η κόρη του φόρεσαν "τα γαμήλια δώρα" της πανούργας μάγισσας, άρχισαν να σφαδάζουν από τον πόνο. Τα μαγικά φάρμακα κόλλησαν το φόρεμα και το στεφάνι με το δέρμα, με αποτέλεσμα, εάν τα θύματα επιχειρούσαν να βγάλουν από πάνω τους τα εργαλεία εκείν, του θανάτου, να νιώθουν αφόρητους πόνους, αφού έπρεπε μαζί μ' αυτά να βγει και το δέρμα τους. Η δύστυχη Γλαύκη, για να βρει κάποια ανακούφιση από το κάψιμο της σάρκας της, μπήκε στο νερό μιας πηγής και από τότε η πηγή αυτή, που βρίσκεται κοντά στην αγορά της Κορίνθου, ονομάζεται πηγή της Γλαύκης.
Σιγά σιγά, μαρτυρικά, πεθαίνοντας τα πρόσωπα που άμεσα σχετίζονταν με την καινούρια ζωή που επιχείρησε να κάνει ο Ιάσονας, ήταν επόμενο αυτός να πονέσει, πράγμα που, άλλωστε, επιζητούσε η Μήδεια. Μα δεν αρκέστηκε σ' αυτή την τιμωρία ο πληγωμένος εγωισμός της. Έφτασε σε τέτοιο βαθμό εκδικητικότητας, που αποφάσισε να θυσιάσει και τα παιδιά της, για να κάνει τον Ιάσονα να πονέσει. Τα έπνιξε όλα με τα ίδια της τα χέρια!
Αφού λοιπόν σκότωσε τα παιδιά της η Μήδεια, φόρτωσε τα πτώματά τους σ' ένα αμάξι, που το έσερναν δυο μεγάλα δυνατά φίδια -δώρο του θεού Ήλιου- και ηνίοχός του ήταν ένας υποχθόνιος "δαίμονας", ο "Οίστρος", δηλαδή η "μανία" που έχει σαν μαλλιά φίδια. Στη συνέχεια τα έφερε στην ιερή περιοχή της Βουνίας Ήρας (όπου ήταν ιέρεια) και εκεί τα έθαψε με τα ίδια της τα χέρια, για να μπορέσουν, έτσι, μελλοντικά να συμμετέχουν και αυτά στη μυστική λατρεία της θεάς.
Έπειτα προφήτεψε το τέλος της ζωής του Ιάσονα. Θα ερχόταν εκεί όπου αυτός είχε αφιερώσει στο θεό την "Αργώ". Και πραγματικά. Πικραμένος από τη συμπεριφορά της Μήδειας, μετανιωμένος για την επιπολαιότητά του και την αγνωμοσύνη του, κατάκοπος από τα βάσανά του, πήγε κάποια μέρα να δει ό,τι πια του έμεινε ζωντανό που αγαπούσε. Οι γονείς του είχαν ήδη πεθάνει, ο μικρότερός του αδερφός ήταν ήδη σκοτωμένος από το θείο του Πελία, όταν αυτός επέστρεψε από την Κολχίδα, η γυναίκα του Γλαύκη και ο πεθερός του πέθαναν με τον πιο φριχτό θάνατο, όπως επίσης και τα παιδιά του, από το χέρι της προηγούμενης γυναίκας του, η οποία, για να τον εκδικηθεί, έφτασε στα όρια της παραφροσύνης.
Τώρα πια δεν του έμεινε κανένα αποκούμπι, παρά μονάχα η "Αργώ". Το καράβι, που το ένιωθε αναπόσπαστο κομμάτι από τη ζωή του, συνέχεια του εαυτού του. Μέσα στην άγρια μοναξιά του, η μόνη του παρηγοριά ήταν αυτό. Μιλούσε μαζί του, του διηγούνταν τα βάσανά του, την αβάσταχτη ζωή του, που χωρίς νόημα κουβαλούσε, σαν ένα σακί με άχρηστα αντικείμενα. Ήταν ένας ξεπεσμένος ήρωας, αποδιωγμένος από τον ίδιο του τον εαυτό, από τ' ανεπανόρθωτα λάθη του, που τον εξόρισαν οριστικά από τ' όμορφο βασίλειο της ευτυχίας. Πώς έμοιαζε η μοίρα του με εκείνη του καραβιού! Το ασύγκριτο θαύμα της τεχνολογίας, το πιο ελαφρύ, στέρεο και γρήγορο σκαρί, που πρώτο πέρασε τις Συμπληγάδες, το φόβο και τον τρόμο των ναυτικών, και έφερε στην Ελλάδα το χρυσόμαλλο δέρας, κείτονταν παροπλισμένο, άχρηστο, μακριά από το φυσικό του χώρο, και σάπιζε.
Έτσι και ο ίδιος ένιωθε, άχρηστος, να σαπίζει. Τι και αν η Μήδεια τον ξανάνιωσε; Με τις πράξεις της τον ξαναγέρασε. Κάτω από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού, ένιωσε τόσο κουρασμένος, που δεν άντεξε• ξάπλωσε στον ίσκιο του καραβιού. Εκεί λοιπόν, στο ναό του Ποσειδώνα, στον Ισθμό, όπου αφιέρωσε την αγάπη της ζωής του που ποτέ δεν τον πρόδωσε μ' όσα λάθη και αν αυτός έκανε, τον βρήκε ο θάνατος, καθώς ένα δοκάρι του καραβιού τον χτύπησε στο κεφά
Η Μήδεια, ωστόσο, δεν άργησε στη θέση ενός πεθαμένου της έρωτα ν' αφήσει ν' αναστηθεί ένας καινούριος. Ο Αιγέας, βασιλιάς της Αθήνας, στο δρόμο του από το μαντείο των Δελφών προς τον Πιτθέα της Τροιζήνας, συνάντησε τη Μήδεια και τη ζήτησε σε γάμο. Από το γάμο της με τον Αιγέα απέκτησε ένα γιο, τον Μήδο.
Η Μήδεια έζησε με τον Αιγέα γαλήνια και ευτυχισμένα μέχρι που ήρθε στην Αθήνα ο Θησέας και πήρε την εξουσία. Δεν προσπάθησε, παρόλο που μπορούσε, να εμποδίσει το φιλόδοξο νέο να πάρει το θρόνο. Πήρε το γιο της και έφυγε στην Ασία, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα και έζησε για πάντα, αφού ήταν αθάνατη. Από τη γενιά της γεννήθηκε το έθνος των Μήδων.



ΗΡΩΕΣ

ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑΣ
Ο Αγαμέμνονας, απόγονος του Πέλοπα και γιος του Ατρέα και της Αερόπης, ήταν βασιλιάς της πλούσιας πολιτείας των Μυκηνών. Γυναίκα του ήταν η μεγαλύτερη αδερφή της Ελένης, η Κλυταιμνήστρα, κόρη του Τυνδάρεου και της Λήδας, που του χάρισε τέσσερις κόρες κι ένα γιο, τον Ορέστη. Θεώρησε ότι η προσβολή που έγινε στον αδερφό του, τον Μενέλαο, έθιγε και τον ίδιο, γιατί τον είχε βοηθήσει να παντρευτεί την Ελένη. Από την άλλη ήταν αρκετά φιλόδοξος και πίστευε ότι μια οργανωμένη πανελλήνια εκστρατεία θα χάριζε στους Αχαιούς μεγάλη δόξα και πολλά πλούτη, καθώς η Τροία ήταν γνωστή για τους θησαυρούς της. Επειδή ήταν ο βασικός εμπνευστής και διοργανωτής της εκστρατείας αυτής, αλλά και γιατί διέθετε την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη μέσα στους Αχαιούς, ορίστηκε αρχιστράτηγος από τους υπόλοιπους ηγεμόνες στην Αυλίδα. Διέθετε εκατόν εξήντα πλοία, από τα οποία τα εκατό επάνδρωσε ο ίδιος και τα υπόλοιπα εξήντα τα διέθεσε στους Αρκάδες, που δεν είχαν οι ίδιοι στόλο.
Η μορφή του Αγαμέμνονα παρουσίαζε, καθώς φαίνεται, αρκετές αρνητικές πλευρές. Ο Αχιλλέας δε διστάζει να τον αποκαλέσει λιγόψυχο, υστερόβουλο αλλά και πλεονέκτη, κατηγορώντας τον ότι ο ρόλος του ως αρχιστράτηγου περιορίζεται στο να κάθεται στη σκηνή του και να περιμένει το μερτικό του από τα λάφυρα, αφήνοντας τους άλλους να πολεμούν και να σκοτώνονται. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι στα λόγια του Αχιλλέα διακρίνεται κάποια εμπάθεια, ίσως εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας του, ίσως πάλι εξαιτίας της διένεξής του με τον Αγαμέμνονα. Ο αλαζονικός και προσβλητικός τρόπος με τον οποίο φέρθηκε ο Αγαμέμνονας τόσο στον Χρύση, τον ιερέα του Απόλλωνα, όσο και στον Αχιλλέα, ήταν ωστόσο η αιτία για το χαμό πολλών Αχαιών καθώς και για την παρά λίγο πυρπόληση των πλοίων από τους Τρώες. Η υπέρμετρη αλαζονεία του υποχωρεί, μόνο όταν η κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο. Όταν πια οι Τρώες στρατοπεδεύουν στον κάμπο της Τροίας, τότε μόνο στέλνει προτάσεις συμφιλίωσης στον Αχιλλέα. Τρεις φορές πρότεινε ο Αγαμέμνονας στους Αχαιούς να λύσουν την πολιορκία, να τα μαζέψουν και να φύγουν.
Την πρώτη φορά η πρότασή του αποτελεί προσποίηση για να δοκιμάσει το ψυχικό σθένος των συντρόφων του μετά από εννιά χρόνια αγώνα. Τις άλλες δυο φορές όμως λιποψύχησε πραγματικά, οπότε ο Διομήδης στη μια και ο Οδυσσέας στην άλλη περίπτωση τον βάζουν στη θέση του. Δε λείπουν ωστόσο και τα κολακευτικά σχόλια για το άτομό του. Όταν ο Πρίαμος ρωτά την Ελένη για τον Αγαμέμνονα, εκείνη τον χαρακτηρίζει καλό βασιλιά και άξιο πολεμιστή. Ο Όμηρος μιλά για την αρχοντική ομορφιά του και παρομοιάζει τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά μ' αυτά των θεών. Πριν από τις μάχες επιθεωρεί το στρατό του και επιδιώκει να πλησιάζει τους συντρόφους του, για να εμψυχώσει εκείνους που προς στιγμή δειλιάζουν. Οι Αχαιοί έχουν εμπιστοσύνη στις πολεμικές αρετές του Αγαμέμνονα και παρακαλούν να πέσει σ' αυτόν ή στον Αίαντα ή στον Διομήδη ο κλήρος να τους εκπροσωπήσει, όταν ο Έκτορας προκαλεί έναν οποιονδήποτε Αχαιό σε μονομαχία. Σκοτώνει πολλούς Τρώες και ακόμη και πληγωμένος παραμένει στο πεδίο της μάχης, για να εμψυχώσει εκείνους που πολεμούν. Συμφιλιώνεται με τον Αχιλλέα μόνο μετά το θάνατο του Πάτροκλου κι ο νεαρός ήρωας, για να τον τιμήσει στους αγώνες γύρω από τον τάφο του νεκρού φίλου του, του δίνει χωρίς αγώνα το πρώτο βραβείο της κονταρομαχίας.


ΑΙΑΣ
Ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα και της Περίβοιας (ή Ερίβοιας), ήταν ο δεύτερος Αχαιός σε δύναμη και κουράγιο μετά τον Αχιλλέα. Ήταν αρχηγός δώδεκα πλοίων από τη Σαλαμίνα. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει μεγάλο και πελώριο. Ανάλογη σε μέγεθος με τη σωματική του διάπλαση ήταν και η ασπίδα του, που μόνο ο ίδιος μπορούσε να τη σηκώσει. Και η Ελένη, όταν ο Πρίαμος τη ρώτησε γι' αυτόν, τον χαρακτηρίζει προπύργιο των Αχαιών. Στη διάρκεια της αποχής του Αχιλλέα από τις μάχες είναι ο μόνος από τους Αχαιούς που μπορεί να αποκρούσει τον Έκτορα. Όταν μάλιστα ο τελευταίος προκαλεί έναν από τους Αχαιούς ηγεμόνες σε μονομαχία, ο κλήρος πέφτει στον Αίαντα. Οι δυο αντίπαλοι χωρίζουν, χωρίς να αναδειχτεί νικητής. Κι όταν οι Τρώες απειλούν να γκρεμίσουν το τείχος των Αχαιών και να πυρπολήσουν τα πλοία τους, ο Αίας πρωτοστατεί, δίνοντας κουράγιο σε όλους και πολεμώντας ακόμη και μόνος, όταν χρειάζεται. Μόνο ο Δίας μπορεί να σπείρει τον πανικό στην καρδιά του. Τέλος, καθοριστικής σημασίας ήταν η συμμετοχή του Αίαντα στην προσπάθεια να μεταφερθεί το πτώμα του Πάτροκλου στο αχαϊκό στρατόπεδο.
Ο Αίας, ο γιος του Οϊλέα (ή Ιλέα), καταγόταν από την ανατολική Λοκρίδα. Ήταν αρχηγός σαράντα πλοίων. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει πολύ πιο μικρόσωμο από τον Τελαμώνιο, γοργοπόδαρο και καλό κονταρομάχο. Δεν πολεμούσε μαζί με τους συντρόφους του, γιατί προτιμούσε τη μάχη σώμα με σώμα, ενώ οι σύντροφοί του ήταν εξοπλισμένοι με σφεντόνες και τόξα, όπλα προορισμένα για μάχη από απόσταση.
Χωρίς να τους συνδέει συγγενική σχέση, οι δύο Αίαντες παρατάσσουν τους στρατούς τους πλάι πλάι και αγωνίζονται ο ένας δίπλα στον άλλον γύρω από το πτώμα του Σαρπηδόνα και αργότερα του Πάτροκλου.
Όταν πάλι οι Τρώες οπισθοχωρούν πανικόβλητοι, ο Λοκρός Αίας, χάρη στα γρήγορα πόδια του, τους προλαβαίνει και σκοτώνει πολλούς από αυτούς. Στους επιτύμβιους αγώνες προς τιμή του Πάτροκλου συμμετέχει στον αγώνα δρόμου. Με την παρέμβαση της Αθηνάς, που ήθελε να ευνοήσει τον Οδυσσέα, έρχεται δεύτερος.
ΤΕΥΚΡΟΣ
Ο Τεύκρος, γιος του Τελαμώνα και της Ησιόνης, ήταν νόθος αδερφός του Αίαντα του Τελαμώνιου. Ήταν ο καλύτερος από τους Αχαιούς στην τέχνη του τόξου. Πολλοί Τρώες σκοτώθηκαν από τα βέλη του. Γενικά προτιμούσε τη μάχη από απόσταση, όσες φορές όμως του δόθηκε η ευκαιρία, απέδειξε ότι ήξερε να αγωνίζεται και σώμα με σώμα με το κοντάρι. Όταν ο Δίας του σπάζει τη νευρά του τόξου του, για να μην πετύχει τον Έκτορα με τα βέλη του, δε δίστασε ο Τεύκρος να πάρει ασπίδα και κοντάρι και να συνεχίσει τη μάχη σώμα με σώμα κοντά στον αδερφό του. Στους επιτύμβιους αγώνες προς τιμή του Πάτροκλου ηττήθηκε από τον Μηριόνη στη σκοποβολή, γιατί δεν είχε τάξει θυσία στον Απόλλωνα.
ΝΕΣΤΟΡΑΣ
Ο Νέστορας, ο γιος του Νηλέα, ήταν βασιλιάς της Πύλου και είχε ακολουθήσει τους Αχαιούς στον πόλεμο, αν και ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία. Ο δικός του ρόλος στη διεξαγωγή του πολέμου δεν είναι να πολεμά με το σώμα αλλά με το μυαλό, με την πολύχρονη πείρα του. Είναι ο συμβουλάτορας, ο καθοδηγητής, ο άνθρωπος που προσπαθεί να αμβλύνει τις διαφορές μεταξύ των Αχαιών ηγεμόνων. Έφερε μαζί του στην Τροία ενενήντα πλοία, αλλά πιο πολύ υπολογίζουν οι Αχαιοί σ' αυτόν τον ίδιο, στην προσωπικότητά του.
Όταν ξέσπασε η κρίση ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και στον Αχιλλέα, ο Νέστορας ρίχνει το φταίξιμο και στους δύο και τονίζει πως η στάση τους αυτή μόνο τους Τρώες ωφελεί και κανέναν άλλο. Όταν αργότερα οι Τρώες εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Αχιλλέα περνούν στην αντεπίθεση και στριμώχνουν τους Αχαιούς, ο Νέστορας έπεισε τον Αγαμέμνονα να στείλει πρεσβεία στον Αχιλλέα προσφέροντάς του απόλυτη ικανοποίηση για την προσβολή που του έγινε. Όταν ο Έκτορας προκάλεσε έναν από τους Αχαιούς ηγεμόνες να μονομαχήσει μαζί του και κανένας δεν τολμούσε, ο Νέστορας με τα εύστοχα λόγια του κατάφερε να ξεσηκώσει εννιά από αυτούς να τον αντιμετωπίσουν. Ο Νέστορας πρότεινε ακόμη να κάνουν ανακωχή με τους Τρώες για να θάψουν τους νεκρούς, αλλά και για να προλάβουν οι Αχαιοί να χτίσουν τείχος γύρω από τα καράβια τους.
Όταν πάλι οι Αχαιοί κινδύνεψαν πολύ σοβαρά, ο Νέστορας ζήτησε από τον Πάτροκλο να πείσει τον Αχιλλέα να πολεμήσει ή τουλάχιστον να πολεμήσει ο ίδιος ο Πάτροκλος με τα όπλα του Αχιλλέα και το στρατό των Μυρμιδόνων, για να ανακόψουν την ορμή των Τρώων.
Αλλά και στους επιτύμβιους αγώνες για τον Πάτροκλο έδωσε ακριβείς οδηγίες στον Αντίλοχο, το γιο του, για να προβάλει σοβαρές αξιώσεις για νίκη στην αρματοδρομία. Ο ίδιος δεν μπορεί βέβαια να λάβει μέρος στους αγώνες λόγω της ηλικίας του. Ο Αχιλλέας του χαρίζει ωστόσο τιμητικά μια κούπα.
Αν και ο ίδιος ο Νέστορας δεν μπορούσε να πολεμήσει, είχε φέρει μαζί του το γιο του, τον Αντίλοχο, που συμμετέχει στις μάχες και σκοτώνει αρκετούς Τρώες. Ο Αντίλοχος ανακοινώνει στον Αχιλλέα το χαμό του Πάτροκλου. Στους επιτάφιους αγώνες που ακολουθούν καταφέρνει να ξεπεράσει με δόλο τον Μενέλαο στην αρματοδρομία. Με τους εξαίρετους τρόπους του όμως καταφέρνει να τον εξευμενίσει. Μετά το θάνατο του Πάτροκλου ο Αντίλοχος γίνεται ο πιο στενός φίλος του Αχιλλέα.
ΙΔΟΜΕΝΕΑΣ
Ο Ιδομενέας, γιος του Δευκαλίωνα και εγγονός του Μίνωα, είχε έρθει από την Κρήτη. Ήταν αρχηγός ογδόντα πλοίων επανδρωμένων από τις εκατό πολιτείες της Κρήτης. Αν και ήταν ήδη μεσήλικας, συνέβαλε σημαντικά στην απόκρουση της επίθεσης κατά του στόλου των Αχαιών σκοτώνοντας πολλούς Τρώες.
Συναρχηγός του κρητικού στόλου ήταν ο ανιψιός του Ιδομενέα, ο Μηριόνης. Σκότωσε κι αυτός πολλούς Τρώες. Ιδιαίτερα όμως ξεχώρισε, όταν σήκωσε το νεκρό Πάτροκλο μαζί με τον Μενέλαο, για να τον μεταφέρει στο στρατόπεδο. Στους επιτάφιους αγώνες που ακολούθησαν, ήρθε πρώτος στην τοξοβολία και τέταρτος στην αρματοδρομία.
Ο Μαχάονας και ο Ποδαλείριος ήταν γιοι του Ασκληπιού. Είχαν αναλάβει την ιατρική περίθαλψη των Αχαιών πολεμιστών. Φαίνεται ότι η ειδικότητα του Μαχάονα ήταν η τραυματολογία, ενώ ο Ποδαλείριος είχε ειδικευτεί στη γενική παθολογία. Όταν λοιπόν πληγώθηκε ο Μενέλαος από τα βέλη του Πάνδαρου, έστειλε αμέσως ο Αγαμέμνονας τον κήρυκα Ταλθύβιο να φέρει τον Μαχάονα για να περιποιηθεί το τραύμα. Κι εκείνος έβγαλε το βέλος από την πληγή, ρούφηξε το αίμα κι έβαλε καταπραϋντικά βότανα στο τραύμα.Τα δυο αδέρφια ωστόσο δεν περιορίζονταν μόνο στα ιατρικά τους καθήκοντα. Είχαν άλλωστε έρθει στην Τροία ως αρχηγοί τριάντα πλοίων. Η θέση τους όμως στο αχαϊκό στρατόπεδο ήταν ξεχωριστή και οι Αχαιοί έτρεμαν στη σκέψη ότι θα μπορούσαν να χάσουν τον έναν από τους δυο γιατρούς τους. Έτσι, όταν ο Πάρης πλήγωσε τον Μαχάονα στον ώμο με βέλος, τον φορτώνει αμέσως ο Ιδομενέας στο άρμα του Νέστορα για να μεταφερθεί γρήγορα σε ασφαλές μέρος και να περιποιηθούν το τραύμα του.

ΑΙΝΕΙΑΣ
Ο Αινείας, γιος του Αγχίση και της Αφροδίτης, ήταν συναρχηγός των Δαρδάνων μαζί με τους δυο γιους του Αντήνορα, τον Αρχέλοχο και τον Ακάμαντα. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει να μονομαχεί με τον Διομήδη και τον Αχιλλέα. Ο Αινείας θέλησε να επιτεθεί μαζί με τον Πάνδαρο στον πληγωμένο από τον Πάνδαρο Διομήδη, πιστεύοντας ότι εύκολα θα μπορούσαν να τον καταβάλουν. Δεν είχαν όμως υπολογίσει την ανανεωμένη από την Αθηνά ορμή του Διομήδη, που σκότωσε πρώτα τον Πάνδαρο και στη συνέχεια με μια πέτρα τραυμάτισε κι έριξε κάτω τον Αινεία. Και ενώ ετοιμάζεται να τον σκοτώσει, παρεμβαίνει η Αφροδίτη και σώζει προς στιγμή το γιο της. Οργισμένος ο Διομήδης την τραυμάτισε στο χέρι. Η πληγωμένη θεά αποσύρθηκε, παρακαλώντας τον Απόλλωνα να σώσει το γιο της. Τρεις φορές προσπάθησε ο Διομήδης να τον σκοτώσει και τις τρεις όμως αποκρούστηκε από τη φωτεινή ασπίδα του Απόλλωνα. Τελικά ο θεός πήγε τον Αινεία στην Τροία, όπου με τις φροντίδες των θεών ξαναβρήκε τις αισθήσεις του και γύρισε στη μάχη.
Κατά τη συνάντηση του Αινεία με τον Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης, πριν από τη σύγκρουση οι δυο ήρωες μιλούν. Ο Αχιλλέας τον ρωτά ειρωνικά, μήπως ελπίζει να γίνει βασιλιάς τη Τροίας, αν καταφέρει να τον σκοτώσει. Ο Αινείας απαντά με έπαρση, παραθέτοντας το γενεαλογικό του δέντρο από τον Δάρδανο ως τον ίδιο. Η απάντηση του Αινεία δε φαίνεται να εντυπωσίασε όμως ιδιαίτερα τον Αχιλλέα, που κόντευε να τον σκοτώσει, όταν ο Ποσειδώνας τον άρπαξε και τον έριξε μακριά από το πεδίο της μάχης, σκορπίζοντας παράλληλα ομίχλη μπροστά στον Αχιλλέα. Έπειτα ο θεός πήγε κοντά στον Αινεία και του σύστησε να αποφεύγει στο εξής τον Αχιλλέα.
ΑΝΤΗΝΟΡΑΣ
Ο Αντήνορας, γιος του Ικετάονα, ήταν ένας από τους λίγους Τρώες που πίστευε από την πρώτη στιγμή πως ήταν σφάλμα να αιματοκυλιστεί η Τροία για χάρη του Πάρη, πως ήταν δίκαιο το αίτημα των Αχαιών για την απόδοση της Ελένης και των αρπαγμένων θησαυρών στον Μενέλαο και δεν έχανε ευκαιρία να αντιμιλήσει στον Πάρη και να εκφράσει τις απόψεις του αυτές. Όταν πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών έστειλαν οι Αχαιοί τον Οδυσσέα και τον Μενέλαο στην Τροία σε μια προσπάθεια ν' αποφευχθεί ο πόλεμος, ο Αντήνορας ανήκε σ' εκείνους που τους καλοδέχτηκαν. Δεν είναι τυχαίο ότι ανέλαβε ο ίδιος να τους φιλοξενήσει στο σπίτι του.
Κι όταν άλλοι Τρώες θέλησαν να τους δολοφονήσουν, ο Αντήνορας τους έσωσε τη ζωή βοηθώντας τους να φύγουν κρυφά. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει ως συνετό δημογέροντα των Τρώων, σε προχωρημένη ηλικία, έντιμο και αξιόπιστο. Στη συνέλευση των Τρώων μετά τον άνανδρο και δόλιο τραυματισμό του Μενέλαου από τον Πάνδαρο, ο Αντήνορας επαναλαμβάνει την άποψή του να δώσουν στους Έλληνες την Ελένη και τα κλεμμένα αγαθά από το παλάτι του Μενέλαου.
ΣΑΡΠΗΔΟΝΑΣ
Ο Σαρπηδόνας ήταν γιος του Δία και της Λαοδάμειας και εγγονός του Βελλεροφόντη. Στις μάχες διακρινόταν πάντα στο πλευρό του ο σύντροφός του, ο Γλαύκος. Οι δυο τους έφτασαν στην Τροία με πολύ στρατό από τη Λυκία.Ο Όμηρος παρουσιάζει τον Σαρπηδόνα να μονομαχεί με το γιο του Ηρακλή, τον Τληπόλεμο, από τη Ρόδο. Τελικά ο Σαρπηδόνας νίκησε και σκότωσε τον Αχαιό ήρωα, πληγώθηκε όμως και ο ίδιος βαριά στο πόδι. Στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην επίθεση των Τρώων κατά του προστατευτικού τείχους των Αχαιών και μάλιστα κατάφερε να γκρεμίσει ένα μέρος του ανοίγοντας δίοδο προς τα ελληνικά πλοία.
Ο Σαρπηδόνας θα βρεθεί τελικά αντιμέτωπος με τον Πάτροκλο, για να δώσει την τελευταία μάχη της ζωής του. Μέχρι την τελευταία στιγμή ο πατέρας του, ο Δίας, θέλει να τον σώσει. Τον αποτρέπει όμως η Ήρα από οποιαδήποτε παρέμβαση, υπενθυμίζοντάς του ότι και άλλοι γιοι θεών πολεμούν και δεν μπορεί να γίνει εξαίρεση για τον έναν ενάντια στα γραφτά της μοίρας. Ο Δίας πείθεται να μείνει αμέτοχος και πραγματικά ο Πάτροκλος πληγώνει θανάσιμα τον Σαρπηδόνα, που παρακαλεί τον Γλαύκο να μην επιτρέψει στους εχθρούς να πάρουν τα όπλα του. Είναι όμως κι εκείνος πληγωμένος στο χέρι και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην παράκληση του φίλου του. Προσεύχεται στον Απόλλωνα, που αμέσως τον γιατρεύει. Ακολουθεί άγρια μάχη γύρω από το νεκρό και σκοτώνονται πάρα πολλοί και από τις δυο πλευρές στην προσπάθειά τους να αποσπάσουν το άψυχο κορμί. Τελικά, οι Έλληνες θα καταφέρουν να συλήσουν την πανοπλία του Σαρπηδόνα. Το σώμα του όμως θα το πάρει ο Απόλλωνας από το πεδίο της μάχης και με εντολή του Δία θα το καθαρίσει και θα το αλείψει με αμβροσία, για να παραδοθεί από τον Ύπνο και τον Θάνατο στους δικούς του, στη Λυκία

ΒΕΛΛΕΡΕΦΟΝΤΗΣ
O Βελλεροφόντης είναι ένας ήρωας της ελληνικής μυθολογίας που γνωρίζει στη ζωή του τη δόξα και την ευτυχία, υψώνεται στη σφαίρα του θεϊκού μεγαλείου, απ' όπου όμως διώκεται παρασυρμένος από τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Στον ποιητικότατο μύθο του Βελλεροφόντη αναγνωρίζουμε την αδυναμία του ανθρώπινου γένους να ορίσει τη ζωή του. Ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να παραμείνει στα όρια των δυνάμεών του, που με κανέναν τρόπο, κανείς θνητός, δεν μπορεί να ξεπεράσει. Ούτε ακόμη κι ο Βελλεροφόντης, ο ευνοούμενος και αγαπητός στους θεούς. Η αγάπη και η συμπάθειά τους γρήγορα μεταβάλλεται σε θυμό κι οργή, που οδηγεί τον ήρωα στο τραγικό τέλος.
Γεννημένος στην Κόρινθο, γιος του Γλαύκου, εγγονός επομένως του τραγικού Σίσυφου, αναγκάστηκε να παλέψει με αιμοβόρα θηρία και ανελέητους ανθρώπους. Το πρώτο του σημαντικό κατόρθωμα ήταν όταν κατάφερε να επιβληθεί στον Πήγασο. Το πανέμορφο φτερωτό άλογο, γεννημένο από τη Μέδουσα και τον Ποσειδώνα, θα συντροφεύει για πάντα τον ήρωα.
Θα του παρασταθεί σ' όλες τις δύσκολες στιγμές, θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τις δοκιμασίες, είναι όμως αυτός που θα τον "γκρεμίσει" από την ευδαιμονία στη μοναξιά και τη δυστυχία.
Μολονότι θνητός ο Βελλεροφόντης, ήταν τόσο όμορφος και γεροδεμένος που οι αρχαίοι Έλληνες δεν μπορούσαν παρά να συνδέσουν το όνομά του με τους αθάνατους θεούς του Ολύμπου. Έτσι η παράδοση τον θέλει γιο του Ποσειδώνα να γεννιέται από το λαιμό της αποκρουστικής Μέδουσας τη στιγμή που την αποκεφαλίζει ο Περσέας. Με την αστείρευτη φαντασία τους οι Έλληνες συνέδεσαν τον Βελλεροφόντη και τον Πήγασο, το περήφανο άλογο και τον πανέμορφο αναβάτη του και με συγγένεια αίματος.
Κάποιος φόνος που διέπραξε ο Βελλεροφόντης, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την πατρίδα του την Κόρινθο και να καταφύγει στο βασιλιά της κοντινής πόλης, της Τίρυνθας. Ο Προίτος τον δέχτηκε και τον εξάγνισε από το έγκλημά του. Με τον ερχομό του στον Προίτο, το κουβάρι που του έπλεξε η μοίρα του αρχίζει να ξετυλίγεται κι ο Βελλεροφόντης είναι υποχρεωμένος να το ακολουθήσει.Η θεϊκή ομορφιά του δεν άφησε ασυγκίνητη τη γυναίκα του Προίτου. Με τα κάλλη του σαγήνεψε άθελά του την Άντεια που αποφάσισε να τον κατακτήσει. Ευθύς και τίμιος, όμως, ο όμορφος Βελλεροφόντης δε δέχτηκε τον έρωτά της κι αρνήθηκε να ενδώσει. Η βασίλισσα τυφλωμένη από πάθος για εκδίκηση, με πονηριά και πανουργία που χαρακτηρίζει τη γυναίκα που δεν κατάφερε να κερδίσει τον εκλεκτό της, τον συκοφάντησε στον άνδρα της: "Πρέπει να πεθάνεις εσύ Προίτε ή να σκοτώσεις τον Βελλεροφόντη• θέλησε να με παρασύρει σ' έρωτα χωρίς τη θέληση μου". Η οργή του Προίτου μεγάλη. Στην κοινωνία των αρχαίων Ελλήνων υπήρχαν κάποιοι ιεροί και απαράβατοι νόμοι. Πώς μπορούσε ο Προίτος να παραβιάσει το θεσμό της φιλοξενίας και να φονεύσει αυτόν που ο ίδιος εξάγνισε από φόνο;
Η λύση που σοφίστηκε για να τον εξοντώσει ήταν να τον στείλει στον πεθερό του, στη Λυκία. Μαζί, του έδωσε ένα γράμμα όπου του έλεγε να σκοτώσει τον απεσταλμένο.
Ο Βελλεροφόντης ωστόσο για καλή του τύχη ξέχασε να δώσει το γράμμα στο βασιλιά από την αρχή. Έτσι έγινε δεκτός με όλες τις τιμές που αρμόζουν σ' ένα φιλοξενούμενο. Για το βασιλιά της Λυκίας, ο όμορφος νέος, που του έστειλε ο Προίτος, ήταν επίσημος προσκαλεσμένος του, που έπρεπε, όπως ορίζει ο Ξένιος Δίας, να τον σέβονται και να τον περιποιούνται• πόσο διαφορετική ήταν όμως η πραγματικότητα; Ο Βελλεροφόντης είχε έρθει όχι ως επισκέπτης αλλά ως μελλοθάνατος. Όταν τη δέκατη μέρα της παραμονής του διάβασε ο βασιλιάς την επιθυμία του γαμπρού του, βρέθηκε σε δύσκολη θέση• δεν μπορούσε ο ίδιος να σκοτώσει το φιλοξενούμενό του. Μπορούσε όμως να τον οδηγήσει στο θάνατο ζητώντας του το ακατόρθωτο: να εξοντώσει τη Χίμαιρα, ένα φοβερό τέρας με τρία κεφάλια, ένα από λιοντάρι, ένα από κατσίκα και ένα από δράκοντα, και σώμα που συνδύαζε αυτές τις τρεις φύσεις. Ο υπάκουος Βελλεροφόντης έπρεπε να παλέψει και να εξοντώσει το αιμοβόρο αυτό τέρας, σε μια δοκιμασία που από τη μια έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του, από την άλλη όμως του έδινε την ευκαιρία ν' αποδείξει τη γενναιότητά του και τη θεϊκή καταγωγή του. Κι αυτό γιατί κανείς θνητός δε θα μπορούσε να εξοντώσει το ανελέητο θηρίο μόνος του, χωρίς τη βοήθεια των θεών.
Οι παντοκράτορες θεοί γνωρίζοντας την άδικη κατηγορία της Άντειας και ξέροντας καλά τα ευγενικά συναισθήματα του συνεσταλμένου Βελλεροφόντη, του πρόσφεραν με προθυμία τη βοήθειά τους. Ο πατέρας του ο Ποσειδώνας του χάρισε ως πολύτιμο βοηθό το γιο του, τον Πήγασο. Ήταν όμως δύσκολο να ημερέψει το ατίθασο άτι και δεν τα κατάφερε παρά μόνο με τη βοήθεια της Αθηνάς που του έδωσε ένα χρυσό χαλινάρι. Μ' αυτό συγκράτησε την επιθετική ορμή του αλόγου και το εκπαίδευσε για να το οδηγεί σε νικηφόρες μάχες.
Με το φτερωτό Πήγασο δεν ήταν δύσκολο να εξοντώσει την τρομερή Χίμαιρα, στέλνοντας το θάνατο από ψηλά με τα βέλη του. Κατορθώνοντας να βγει ζωντανός απ' αυτή τη δοκιμασία, ο βασιλιάς τον έστειλε ενάντια στο φοβερό λαό των Σολύμων και έπειτα ενάντια στις πολεμοχαρείς Αμαζόνες. Γυρίζοντας δοξασμένος κι από τις δυο εκστρατείες αντιμετώπισε τους πιο άξιους πολεμιστές της Λυκίας που του είχαν στήσει ενέδρα για να τον σκοτώσουν.
Βγαίνοντας πανηγυρικά νικητής ο Βελλεροφόντης απ' όλες αυτές τις δοκιμασίες δεν μπορούσε ο βασιλιάς παρά να υποκλιθεί στο ατρόμητο παλικάρι, αναγνωρίζοντας πως είναι απόγονος θεών. Μη έχοντας τώρα το θάρρος να κοιτάξει στα μάτια το θεϊκό ήρωα, του διάβασε το γράμμα του Προίτου, που είχε σταθεί αιτία για όλες τις περιπέτειές του. Μετανιωμένος του πρόσφερε την κόρη του Φιλονόη για γυναίκα και το μισό του βασίλειο.
Αναπόφευκτη είναι όμως η μοίρα των ανθρώπων να δεσμεύονται και να μην μπορούν να ξεφύγουν από τις αδυναμίες και τα πάθη τους. Μέσα τους πάντα φωλιάζουν συναισθήματα, όπως η αγάπη, η ζήλια, το μίσος, η εκδίκηση. Θέλοντας να εκδικηθεί τον Προίτο ο τολμηρός Βελλεροφόντης, απήγαγε την Άντεια με σκοπό να τη μεταφέρει στο βασίλειό του. Της είπε πως δέχεται τον εαυτό της, την άρπαξε στην αγκαλιά του, την έβαλε πάνω στο φτερωτό άτι και το διέταξε να ξεκινήσει. Την ώρα που ταξίδευαν πάνω από τη θάλασσα η Άντεια έπεσε και βυθίστηκε στην αγκαλιά του απέραντου θαλάσσιου κόσμου. Ήταν άραγε αυτή η τιμωρία του Προίτου και της συζύγου του για τις περιπέτειες που του δημιούργησαν; Ή μήπως ήταν τιμωρία των θεών για την παράνομη πράξη των δυο ερωτευμένων νέων;
Ξαφνικά δείχνει πως αλλάζει η διάθεση των θεών απέναντι στον ήρωα. Πριν ήταν συμπαραστάτες του, τώρα εμφανίζονται ως τιμωροί του. Ακόμη και το αγαπητό του άλογο, ο αθάνατος Πήγασος, σημαδεύει τα τραγικά γεγονότα που οδηγούν τη ζωή του σ' όλο και πιο άσχημη εξέλιξη: η πτώση της Άντειας θυμίζει τη δική του πτώση.
Ίσως τα κατορθώματα του "φούσκωσαν" τον εγωισμό και την περηφάνια του και τον έκαναν να πιστέψει πως μπορεί αυτός, ένας θνητός, να πλησιάσει τη μακρινή ουράνια κατοικία των αθανάτων. Ίσως να ήταν η πίκρα και η απογοήτευση που ώθησαν τη ψυχή του σ' αυτό το τόλμημα.
Σκληρή και ανελέητη ήταν η θεϊκή τιμωρία. Παράφορη μανία, σταλμένη από τον πατέρα των θεών Δία, κατέλαβε τον Πήγασο. Το θεϊκό άλογο γκρέμισε τον τολμηρό Βελλεροφόντη την ώρα που πετούσε στ' ανεφέλωτα ουράνια.
Το φοβερό γκρέμισμα ανάγκασε τον άλλοτε πανέμορφο καβαλάρη να περιφέρεται μέχρι το τέλος της ζωής του κουτσαίνοντας, χωρίς τη συντροφιά των ανθρώπων, που άλλοτε τόσο απλόχερα του δινόταν.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ
Ο Δαίδαλος αποτελεί την προσωποποίηση της εξέλιξης της τέχνης στα αρχαιότατα χρόνια. Πρώτος αρχιτέκτονας, γλύπτης, άριστος τεχνίτης και εφευρέτης, επινόησε πολλά γνωστά εργαλεία, όπως το πριόνι, το τσεκούρι, το νήμα της στάθμης, το τρυπάνι, τον κεραμικό τροχό, αλλά και τους ιστούς και τις κεραίες των πλοίων. Κατά το μύθο, ο Δαίδαλος ήταν γιος του Ευπάλαμου ή Παλαμάονα (που δείχνει τον άνθρωπο που έχει επιτήδεια παλάμη, το δεξιοτέχνη) και της Αλκίππης ή Φρασιμήδης, που ανήκε στο γένος των Ερεχθειδών. Ήταν ξακουστός στην εποχή του για τα θαυμαστά έργα του, απαράμιλλης αρχιτεκτονικής τέχνης, και τα περίφημα γλυπτά του, που προκαλούσαν το θαυμασμό για τη μοναδική ομορφιά τους.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι πολλά απ' αυτά έμοιαζαν με ζωντανά και διηγούνταν μάλιστα ότι κάποια νύχτα ο ημίθεος Ηρακλής στην Κόρινθο, αποκεφάλισε ένα από τα αγάλματα του Δαίδαλου, νομίζοντας ότι έχει να κάνει με πραγματικό εχθρό. Στο εργαστήρι του Δαίδαλου μαθήτεψαν πολλοί γνωστοί καλλιτέχνες, γλύπτες, ζωγράφοι και τεχνίτες. Μεταξύ άλλων και ο νεαρός Τάλως, γιος της αδερφής του Δαίδαλου Πέρδικας. Ο νεαρός εξελισσόταν σε εξαιρετικό τεχνίτη και γλύπτη, ενώ είχε ήδη εφεύρει τον τόρνο και το διαβήτη. Κατ' άλλους μάλιστα, και το πριόνι ήταν δική του εφεύρεση και όχι του Δαίδαλου. Ο δάσκαλος φοβήθηκε ότι ο μαθητής του θα τον ξεπερνούσε σε φήμη και δόξα.
Η ΕΞΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Λέγεται, λοιπόν, ότι κάποτε ο Δαίδαλος, θέλοντας να ξεφορτωθεί τον επικίνδυνο αντίπαλο, γκρέμισε το δύστυχο νέο από τα βράχια της Ακρόπολης. Η τραγική μητέρα του Τάλου, όταν πληροφορήθηκε το χαμό του γιου της, κρεμάστηκε. Οι Αθηναίοι δεν άφησαν ατιμώρητο το έγκλημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο των Αθηνών, ο Άρειος Πάγος, καταδίκασε τον Δαίδαλο σε εξορία. Ο Δαίδαλος εγκατέλειψε την Αθήνα και κατέφυγε στην Κρήτη. Ο βασιλιάς της, ο Μίνωας, γιος του Δία και της Ευρώπης, δέχτηκε με μεγάλες τιμές τον ξακουστό καλλιτέχνη, του ανέθεσε, μάλιστα, να κατασκευάσει τα ανάκτορά του στην Κνωσό.
Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ
Έτσι χτίστηκε ο περίφημος Λαβύρινθος, ένα μνημειώδες έργο, μεγάλης αρχιτεκτονικής αξίας, που είδε το φως μετά τις ανασκαφές του Έβανς στην Κνωσό. Πρόκειται για ένα τεράστιο κτίριο με 1300 αίθουσες, αυλές και αποθήκες, διακοσμημένο με θαυμάσιες τοιχογραφίες, μερικές από τις οποίες σώζονται μέχρι σήμερα. Στον Δαίδαλο, επίσης, αποδίδονταν το περίφημο ανάγλυφο της Αριάδνης στην Κνωσό, καθώς και πολυάριθμα αγάλματα στις πόλεις Ελούντα, Κνωσό και στη χώρα της Καρίας. Σύντομα όμως ο Δαίδαλος έπεσε στη δυσμένεια του βασιλιά της Κρήτης. Δυο είναι οι επικρατέστερες εκδοχές για τους λόγους για τους οποίους ο Αθηναίος καλλιτέχνης προκάλεσε την οργή του Μίνωα. Σύμφωνα με την πρώτη, όταν ο Μίνωας διεκδικούσε το θρόνο της Κρήτης, μετά το θάνατο του βασιλιά της Αστερίου, συζύγου της μητέρας του Ευρώπης, παρακάλεσε τον Ποσειδώνα να τον βοηθήσει. Τότε ο θεός της θάλασσας έκανε να αναδυθεί μέσα από τα κύματα ένας πανέμορφος ταύρος, σημάδι θεϊκό για την εύνοιά του προς τον Μίνωα. Τον ταύρο αυτόν υποσχέθηκε ο Μίνωας να θυσιάσει προς τιμή του Ποσειδώνα, όταν θα γινόταν βασιλιάς.
Η ΦΥΓΗ ΑΠΟ ΤΗ ΚΝΩΣΟ
Όταν όμως κέρδισε το θρόνο, ο Μίνωας ξέχασε την υπόσχεσή του. Άφησε τον ταύρο να βόσκει στα λιβάδια του και θυσίασε κάποιον άλλο στη θέση του. Τον ωραίο αυτόν ταύρο ερωτεύτηκε η Πασιφάη, γυναίκα του Μίνωα, κόρη του Ήλιου και της Πέρσης. Τον παράφορο έρωτα ενέπνευσε στην Πασιφάη η θεά Αφροδίτη θέλοντας να την τιμωρήσει γιατί δεν της απέδιδε τις ανάλογες τιμές. Απελπισμένη η Πασιφάη παρακάλεσε τον Δαίδαλο να τη βοηθήσει για να ικανοποιήσει τον πόθο της. Ο Δαίδαλος κατασκεύασε ξύλινο ομοίωμα αγελάδας, κούφιο από μέσα (η περίφημη "Δάμαλις"), το οποίο σκέπασε με δέρμα φρεσκοσφαγμένης αγελάδας. Μέσα στο ομοίωμα μπήκε η Πασιφάη. Ο ταύρος εξαπατήθηκε. Ενώθηκε με την "αγελάδα" και από την παράδοξη αυτή ένωση γεννήθηκε ο Μινώταυρος, φοβερό τέρας με κεφάλι ταύρου και σώμα ανθρώπου, που κατοικούσε στα υπόγεια του Λαβύρινθου και τρεφόταν με ανθρώπινη σάρκα. Ο Μίνωας εξοργίστηκε τρομερά όταν πληροφορήθηκε ότι ο Δαίδαλος διευκόλυνε την Πασιφάη να ικανοποιήσει τις ερωτικές της ορέξεις.
Η άλλη εκδοχή αναφέρει ότι ο Δαίδαλος έπεσε σε δυσμένεια, επειδή εκείνος έδωσε στην Αριάδνη, κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης, τον περίφημο μίτο με τον οποίο ο βασιλιάς της Αθήνας Θησέας κατόρθωσε να βγει σώος μέσα από τον Λαβύρινθο, αφού πρώτα σκότωσε το φοβερό Μινώταυρο .Οργισμένος ο Μίνωας έκλεισε τον Δαίδαλο στον Λαβύρινθο, μαζί με το νεαρό γιο του Ίκαρο.
ΙΚΑΡΟΣ
Τον Ίκαρο είχε αποκτήσει ο Δαίδαλος με τη Ναυσικράτη, μια από τις δούλες του Μίνωα. Στη φυλακή ο Δαίδαλος άρχισε να μηχανεύεται τρόπους για την απόδρασή τους. Η φυγή από θάλασσα ήταν αδύνατη. Αρματωμένα πλοία περιπολούσαν τα κρητικά παράλια. Μόνο από αέρα θα ήταν δυνατή η απόδρασή τους. Αλλά πώς; Το εφευρετικό μυαλό του Δαίδαλου δεν άργησε να βρει τη λύση. Κατασκεύασε γιγάντια φτερά από κλαριά λυγαριάς και πανί και τα κόλλησε με κερί. Συμβούλεψε το γιο του πώς να πετάει, στερέωσε με κερί τα φτερά στους ώμους και πέταξαν μαζί πάνω από τα ψηλά βουνά της Κρήτης για την ελευθερία. Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν μοναδικό και το ταξίδι στους αιθέρες ανεπανάληπτο. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος έσχιζε το γαλάζιο ορίζοντα και κατακτούσε τους ουράνιους δρόμους. Άφηναν πίσω τους τη σκλαβιά και ταξίδευαν για τόπους μακρινούς, αγαπημένους κι ονειρεμένους.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΚΑΡΟΥ
Σαν νιόβγαλτο πουλί, πλημμυρισμένο από ευτυχία, ο Ίκαρος πετούσε πότε ψηλά καλημερίζοντας τον ολόλαμπρο Ήλιο και πότε χαμηλά, δροσίζοντας τις φτερούγες του στα γαλανά νερά της θάλασσας. Μάταια ο πατέρας του του φώναζε να μην πλησιάζει τον ολόφωτο δίσκο του Ήλιου. Το κακό ήρθε γρήγορα. Οι καυτές αχτίδες του Ήλιου μαλάκωσαν το κερί και έλιωσαν τα δεσίματα των φτερών. Ο άτυχος νέος έπεσε στα βαθιά νερά της θάλασσας και πνίγηκε. Η μοίρα στάθηκε σκληρή για τον άμυαλο και απερίσκεπτο νέο. Από τότε η θάλασσα του ανατολικού Αιγαίου ονομάζεται Ικάριο πέλαγος, ενώ το κοντινό νησάκι Ικαρία.
Απαρηγόρητος ο Δαίδαλος εγκαταστάθηκε αρχικά στην Κύμη, όπου έχτισε ναό προς τιμή του θεού Απόλλωνα, στον οποίο αφιέρωσε τα φτερά που του χάρισαν την ελευθερία. Έπειτα εγκαταστάθηκε στη Σικελία, όπου ο βασιλιάς της Καμικού Κόκκαλος του ανέθεσε την κατασκευή υδραγωγείου, αποχετευτικού συστήματος και την κατασκευή των τειχών του Ακράγαντα. Ο Μίνωας, κατά το μύθο, καταδίωξε το δραπέτη και έφτασε μέχρι τη Σικελία. Ζήτησε από τον Κόκκαλο να του παραδώσει τον Μίνωα. Εκείνος προσποιήθηκε ότι δέχεται, ζήτησε μάλιστα από τις θυγατέρες του να προσφέρουν στο φιλοξενούμενο ένα θερμό λουτρό. Το νερό όμως ήταν τόσο καυτό, ώστε ο βασιλιάς της Κρήτης πνίγηκε στο μπάνιο του.
Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι ο Δαίδαλος ζήτησε καταφύγιο στα ανάκτορα του βασιλιά των Αθηνών Θησέα, ο οποίος ήταν ξάδερφός του. Ο Μίνωας απαίτησε από τον Θησέα να του παραδώσει τον Δαίδαλο, εκείνος όμως αρνήθηκε. Μετά το θάνατο του Μίνωα ανέλαβε στο θρόνο ο γιος του Δευκαλίωνας, τον οποίο νίκησε σε μεγάλη ναυμαχία ο Θησέας. Ο βασιλιάς της Αθήνας κατέλαβε την Κνωσό, σκότωσε το Δευκαλίωνα και εγκατέστησε στην Κρήτη βασίλισσα την Αριάδνη. Την εκστρατεία αυτή των Αθηναίων λέγεται ότι ακολούθησε ο Δαίδαλος ως οδηγός. Σε σχέση με το τέλος του Δαίδαλου υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η επικρατέστερη αναφέρει ότι ο Δαίδαλος πέθανε στην Αίγυπτο. Οι Αιγύπτιοι τον έθαψαν σ' ένα νησάκι του ποταμού Νείλου, ενώ τον λάτρευαν σαν θεό.
ΓΕΝΙΚΑ
Οι Αθηναίοι προς τιμή του ονόμασαν έναν από τους μικρότερους δήμους της Αττικής, που ανήκε στην Κεκροπίδα φυλή, δήμο των Δαιδαλιδών, γιατί εκεί, κατά την παράδοση, δικάστηκε και καταδικάστηκε ο μεγάλος καλλιτέχνης από τον Άρειο Πάγο. Η ύπαρξη παρόλα αυτά του Δαίδαλου αμφισβητείται. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι τα πολυάριθμα έργα τέχνης που αποδίδονται σ' αυτόν βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Σικελίας και απέχουν μεταξύ τους πάρα πολύ, τόσο τοπικά όσο και χρονικά. Επίσης, από το γεγονός ότι το όνομά του συνδέεται με επώνυμους καλλιτέχνες μεταγενέστερων εποχών, οι οποίοι λογικά δε θα μπορούσαν να είχαν καμιά σχέση με τον Δαίδαλο.

ΔΙΟΜΗΔΗΣ
Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και σύζυγος της Αιγιάλειας, ανήκε στη γενιά των Επιγόνων μαζί με τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Οι τρεις τους έφτασαν στην Τροία με ογδόντα πλοία επανδρωμένα με άντρες από το Άργος.
Ο Διομήδης είναι από τους προστατευόμενους της θεάς Αθηνάς. Από την αρχή των συγκρούσεων η Αθηνά στέκει στο πλευρό του και του ενισχύει τις δυνάμεις, ακόμη και όταν πληγώνεται στον ώμο από τον Πάνδαρο.
Νιώθοντας τη θεϊκή υποστήριξη, ρίχνεται στις εχθρικές γραμμές σκοτώνοντας δυο γιους του Πρίαμου και πολλούς Τρώες. Στη συνέχεια δέχεται συνδυασμένη επίθεση από τον Αινεία και τον Πάνδαρο, που πιστεύουν, πληγωμένος καθώς είναι, ότι θα γίνει εύκολη λεία. Τον Πάνδαρο τον σκοτώνει με το κοντάρι του, ενώ τον Αινεία τον ρίχνει στο έδαφος χτυπώντας τον με μια πέτρα. Καθώς ετοιμάζεται να τον τραυματίσει θανάσιμα, παρεμβαίνει η Αφροδίτη να προστατέψει το γιο της. Οργισμένος ο Διομήδης, που δεν μπορεί να χτυπήσει το θύμα του, στρέφεται εναντίον της θεάς και την τραυματίζει στο χέρι.
Η πληγωμένη Αφροδίτη αποσύρεται από το πεδίο της μάχης και την υπεράσπιση του Αινεία αναλαμβάνει ο Απόλλωνας. Τρεις φορές προσπάθησε να αρπάξει τον Αινεία από τα χέρια του θεού και τρεις φορές εκείνος τον απώθησε. Τελικά υποχωρεί μετά από τις απειλές του Απόλλωνα. Ο Διομήδης όμως δεν απογοητεύτηκε και, καθώς η μάχη συνεχίζεται, δε χάνει την ευκαιρία να πληγώσει με τη βοήθεια της Αθηνάς τον ίδιο το θεό του πολέμου, τον Άρη, στην κοιλιά.
Σε κάποια στιγμή ο Διομήδης αντάμωσε στο πεδίο της μάχης με το σύντροφο του Σαρπηδόνα, τον Γλαύκο. Στη συζήτηση που προηγήθηκε της σύγκρουσης, διαπιστώνουν έκπληκτοι και οι δύο ότι ο παππούς του Διομήδη, ο Οινέας, είχε φιλοξενήσει παλιά τον παππού του Γλαύκου, τον Βελλεροφόντη. Σε ανάμνηση της φιλικής εκείνης συνάντησης των παππούδων τους, αντί να πολεμήσουν, απόθεσαν οι δυο ήρωες τον οπλισμό τους και αντάλλαξαν δώρα και χώρισαν σαν φίλοι.
Η μαχητικότητα και η υπερβολική αυτοπεποίθηση του Διομήδη δε φάνηκαν μόνο στο πεδίο της μάχης. Αντιδρά έντονα στην πρόταση των Τρώων να δώσουν πίσω τα κλεμμένα αγαθά από το παλάτι του Μενέλαου, αλλά να κρατήσουν την Ελένη. Στην πρόταση του Αγαμέμνονα να τα μαζέψουν και να γυρίσουν στα σπίτια τους, δηλώνει κατηγορηματικά πως ο ίδιος και ο σύντροφός του, ο Σθένελος, θα πολεμήσουν και μόνοι τους αν χρειαστεί, μέχρι να καταλάβουν την Τροία.Κι όταν η πρεσβεία, που έστειλαν στον Αχιλλέα, για να του προσφέρει απόλυτη ικανοποίηση από τον αρχιστράτηγο, γυρίζει άπρακτη, ο Διομήδης είναι ο μόνος που κατηγορεί τον Αγαμέμνονα πως άδικα τρέφει τον εγωισμό του πεισματωμένου Αχιλλέα και δηλώνει πως σε τελική ανάλυση δε χρειάζονται τον Αχιλλέα για να νικήσουν τους Τρώες. Δε διστάζει αργότερα να μπει στο στρατόπεδο των Τρώων με τη συνοδεία του Οδυσσέα με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών και την πρόκληση δολιοφθορών. Η ορμητικότητα του Διομήδη θα καμφθεί κάπως μετά τον τραυματισμό του στο πόδι από τον Πάρη. Στους αγώνες που διοργανώνει ο Αχιλλέας προς τιμή του Πάτροκλου, ο Διομήδης συμμετέχει στην αρματοδρομία, όπου έρχεται πρώτος, ενώ την κονταρομαχία του με τον Αίαντα τη διακόπτουν οι Αχαιοί.

ΕΚΤΟΡΑΣ
Ο Έκτορας, ο μεγαλύτερος γιος του Πρίαμου, ήταν ο αρχηγός του στρατού των Τρώων. Γυναίκα του ήταν η Ανδρομάχη, κόρη του βασιλιά των Κιλίκων Μετίωνα. Απόχτησαν μαζί ένα γιο, τον Σκαμάνδριο, τον οποίο οι Τρώες έλεγαν Αστυάνακτα για να τιμήσουν τον πατέρα του, που προστάτευε την πόλη. Και πραγματικά ο Έκτορας είναι για τους Τρώες ό,τι ο Αίας ο Σαλαμίνιος για τους Αχαιούς: το προπύργιο της άμυνάς τους. Είναι κυριολεκτικά ο φόβος και ο τρόμος των Αχαιών. Στις συγκρούσεις που γίνονται, ιδιαίτερα μετά την αποχή του Αχιλλέα από τη μάχη, σκοτώνει αναρίθμητους επώνυμους και ανώνυμους Αχαιούς. Το δέος που προκαλούσε στις τάξεις των Αχαιών φαίνεται από την αντίδρασή τους στην πρόκληση του Έκτορα να μονομαχήσει μαζί του ένας από τους Αχαιούς ήρωες, όποιος ήθελε. Κανένας δεν τολμά στην αρχή να παραβγεί μαζί του και μόνο μετά την προσπάθεια του Νέστορα να κεντρίσει τη φιλοτιμία τους, ανταποκρίνονται εννιά από τους πιο γενναίους ήρωες στην πρόκλησή του. Στην κλήρωση που ακολουθεί, ορίζεται ο Αίας ο Σαλαμίνιος να εκπροσωπήσει τους Αχαιούς. Και καθώς φαινόταν στη μονομαχία που ακολούθησε, πως κανείς δεν πρόκειται να αναδειχτεί νικητής, σταμάτησε ο αγώνας και σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής αντάλλαξαν δώρα. Ο Έκτορας χάρισε το αργυροκαρφωμένο ξίφος του και ο Αίας τη λαμπροπόρφυρη ζώνη του.
Ο Έκτορας είναι ένας γνήσιος πολεμιστής. Πιστεύει ότι οι μάχες κερδίζονται με κριτήριο τον προσωπικό δυναμισμό των μαχητών. Δεν πιστεύει σε δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις, σε καλά ή κακά σημάδια.
Το πιο καλό σημάδι γι' αυτόν είναι να υπερασπίζεται κανείς την πατρίδα του. Σέβεται και τιμά ωστόσο όλους τους θεούς. Και οι θεοί, όμως, ιδιαίτερα ο Απόλλωνας και ο Άρης, τον προστατεύουν σε κάθε του προσπάθεια. Ακόμη και ο ίδιος ο Δίας δείχνει να τον αγαπά, να τον προσέχει και να τον λυπάται για τον πρόωρο θάνατο που τον βρίσκει.
Πρέπει ακόμη να πούμε ότι ο Έκτορας, παρά τη σκληρότητα του χαρακτήρα του εξαιτίας της στρατιωτικής του ιδιότητας, ήταν ένας άνθρωπος με κατανόηση και ευαισθησία. Αυτό φαίνεται από τη λεπτότητα με την οποία φέρεται σε Τρωαδίτισσες γυναίκες, στον αδερφό του τον Πάρη, στη μητέρα του, στην Ελένη και στη γυναίκα του την Ανδρομάχη, όταν αφήνει για λίγο το πεδίο της μάχης. Ακόμη και στον Πάρη, που τον μέμφεται για τα τωρινά δεινά και τον καταριέται, δείχνει μια κάποια συμπάθεια. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο τον Έκτορα και για όλους εκείνους που τον αγαπούν, οι θεοί δεν επρόκειτο να του συμπαρασταθούν για πολύ ακόμη. Μετά το φόνο του Πάτροκλου και τη σύληση της πανοπλίας του Αχιλλέα δεν του ήταν γραφτό να ζήσει πολύ. Ο Αχιλλέας, οργισμένος για το χαμό του φίλου του, τερματίζει την αποχή του από τις συγκρούσεις και βγαίνει στο πεδίο της μάχης για να εκδικηθεί. Ψάχνοντας για τον Έκτορα, σκοτώνει τόσους Τρώες, ώστε οι επιζήσαντες κατατρομαγμένοι κλείνονται στα τείχη. Μόνο ο Έκτορας μένει να τον αντιμετωπίσει, ξεπερνώντας ένα στιγμιαίο δισταγμό που του προκαλούν οι φωνές των δικών του από τα τείχη.Μπροστά στη θέα του φοβερού αντιπάλου που τον πλησιάζει, το βάζει τελικά στα πόδια. Κυνηγημένος κάνει τρεις φορές το γύρο των τειχών της Τροίας και μετά κοντοστέκεται ξεγελασμένος από την Αθηνά που έχει πάρει τη μορφή του αγαπημένου του αδερφού Δηίφοβου.
Όταν η πλάνη αποκαλύπτεται, καταλαβαίνει πως η ώρα του θανάτου του έχει σημάνει πια και αποφασίζει να πέσει μαχόμενος. Και πράγματι, ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα. Το κακομεταχειρισμένο πτώμα του θα αποδοθεί τελικά στον πατέρα του μόνο μετά τη μεσολάβηση τη ν παρέμβαση του Δία και τη ς Θέτιδας.













































ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ο Μενέλαος ήταν ο νεότερος αδερφός του Αγαμέμνονα και μετά το γάμο του με την Ελένη έγινε βασιλιάς της Σπάρτης. Η Ελένη του χάρισε μια κόρη, την Ερμιόνη, ενώ μετά την αρπαγή της γυναίκας του από τον Πάρη απόχτησε κι ένα γιο, τον Μεγαπένθη, από μια σκλάβα. Σχεδίασε μαζί με τον αδερφό του την εκστρατεία κατά της Τροίας και ταξίδεψε σε αρκετά μέρη της Ελλάδας, για να πείσει τους Αχαιούς ηγεμόνες να τον ακολουθήσουν. Επισκέφτηκε και τους Δελφούς, για να πάρει χρησμό από το μαντείο του Απόλλωνα για την εκστρατεία. Ο ίδιος επάνδρωσε εξήντα καράβια.
Πριν αρχίσουν οι συγκρούσεις με τους Τρώες, πήγε με τη συνοδεία του Οδυσσέα στην Τροία και ζήτησε να του δοθεί πίσω η γυναίκα του με όλους τους κλεμμένους θησαυρούς, για ν' αποφύγουν τον πόλεμο. Όχι μόνο δεν εισακούστηκαν από τους Τρώες, αλλά κινδύνεψαν κιόλας να σκοτωθούν. Σώθηκαν την τελευταία στιγμή με την παρέμβαση του Αντήνορα.
Ο Όμηρος τον παρουσιάζει ξανθό και ικανό πολεμιστή, συνετό, καλόκαρδο, πονετικό αλλά και πολύ φιλότιμο. Όταν ο Έκτορας προκαλεί όποιον από τους Αχαιούς ήθελε να μονομαχήσει μαζί του και όλοι τους διστάζουν, φοβούμενοι τις ικανότητες του Έκτορα, ο Μενέλαος, αν και κατώτερος στη δύναμη, δε διστάζει να απαντήσει στην πρόκληση. Την τελευταία στιγμή τον σταματά ο Αγαμέμνονας. Ο καλός χαρακτήρας του Μενέλαου φαίνεται, όταν θέλει να χαρίσει τη ζωή σ' έναν Τρώα, τον Άδραστο, που προσπέφτει ικέτης στα πόδια του και ο οποίος τελικά εκτελείται με την παρέμβαση του Αγαμέμνονα. Στις μάχες που γίνονται γύρω από το σώμα του νεκρού Πάτροκλου φαίνεται για μια ακόμα φορά το φιλότιμο του ήρωα. Μόνος του στην αρχή και αργότερα με τη συνδρομή άλλων ηρώων κατορθώνει τελικά να το σώσει. Κι όταν αργότερα στους αγώνες προς τιμή του νεκρού τον ξεπερνά στην αρματοδρομία ο Αντίλοχος, ο γιος του Νέστορα, με δόλο, ο Μενέλαος δε διστάζει να τον συγχωρέσει βλέποντας τη μεταμέλειά του.
Αν και οι πολεμικές του ικανότητες δεν είναι ισάξιες μ' αυτές άλλων Αχαιών ηρώων, διακρίνεται ωστόσο στις μάχες και σκοτώνει πολλούς Τρώες. Τον προστατεύουν πάντα η Αθηνά και η Ήρα. Όταν μονομαχεί με τον Πάρη, καταφέρνει να τον νικήσει και μόνο χάρη στην παρέμβαση της Αφροδίτης γλιτώνει τελικά από τα χέρια του. Κι όταν αργότερα, παρά τις σπονδές που ισχύουν ακόμη, επιχειρεί ο Πάνδαρος να τον σκοτώσει, σώζεται ο Μενέλαος με την παρέμβαση της Αθηνάς.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Ο Οδυσσέας, ο γιος του Λαέρτη, ήταν ο βασιλιάς της Ιθάκης. Δεν είχε δεσμευτεί με όρκο στον Τυνδάρεο και είναι αλήθεια ότι προσπάθησε να αποφύγει τη συμμετοχή του στην εκστρατεία, γιατί υπήρχε χρησμός ότι θα γυρνούσε είκοσι χρόνια μετά ολομόναχος. Για το λόγο αυτόν προσποιήθηκε τον τρελό, το τέχνασμά του αποκαλύφτηκε από τον Παλαμήδη κι από εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στην επιτυχία της εκστρατείας.
Ο Οδυσσέας έφερε μαζί του στην Τροία δώδεκα καράβια. Οι Αχαιοί όμως υπολόγιζαν πιο πολύ σ' αυτόν τον ίδιο και στην πολύπλευρη προσωπικότητά του και όχι στη στρατιωτική του δύναμη. Συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τον άνθρωπο των λόγων και των έργων μαζί. Ο Όμηρος δεν κάνει οικονομία στους κολακευτικούς χαρακτηρισμούς για τον Οδυσσέα. Χρησιμοποιεί μάλιστα μερικά επίθετα αποκλειστικά για τον Οδυσσέα. Τον χαρακτηρίζει πολυμήχανο, καρτερικό, πολύβουλο, πολυπαινεμένο. Ο Οδυσσέας είναι ο άνθρωπος που δίνει τη σίγουρη λύση, κάθε φορά που οι Αχαιοί βρίσκονται σε αδιέξοδο ή αντιμετωπίζουν ένα δύσκολο πρόβλημα. Η εξαιρετική ευστροφία και εφευρετικότητα του Οδυσσέα ήταν γνωστή ήδη πριν ξεκινήσει ο πόλεμος. Ο Οδυσσέας έβγαλε τον Τυνδάρεο από τη δύσκολη θέση, όταν τον συμβούλεψε να δεσμευτούν οι αμέτρητοι μνηστήρες της Ελένης με όρκο ότι θα τιμωρούσαν όποιον επιχειρούσε να την αρπάξει από τον εκλεκτό της. Αυτός είναι που ξεσκέπασε τον Αχιλλέα, που κρυβόταν ντυμένος γυναικεία στην αυλή του Λυκομήδη στη Σκύρο. Και βέβαια, ο Οδυσσέας ερμήνευσε σωστά το χρησμό και γιάτρεψε τον Τήλεφο με σκουριά από το κοντάρι του Αχιλλέα.
Αλλά και στη διάρκεια του πολέμου ο Οδυσσέας είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για λεπτές αποστολές.
Αυτός ανέλαβε να δώσει πίσω στον πατέρα της τη Χρυσηίδα και με τα κατάλληλα λόγια να εξευμενίσει την οργή του κατά των Αχαιών. Ο Οδυσσέας είναι που πηγαίνει στον οργισμένο Αχιλλέα μαζί με τον Φοίνικα και τον Αίαντα, για να μετριάσουν κάπως το θυμό του.
Και φυσικά ο Οδυσσέας πήγε μαζί με τον Διομήδη στο στρατόπεδο των Τρώων για κατασκοπία και πρόκληση δολιοφθορών. Η δυσκολότερη ίσως αποστολή όμως που ανέλαβε ο Οδυσσέας ήταν, όταν, προσπαθώντας να αποφύγουν τον πόλεμο πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, πήγε μαζί με τον Μενέλαο στην Τροία, ζητώντας να τους δώσουν πίσω την Ελένη και τους κλεμμένους θησαυρούς. Μόνο χάρη στην παρέμβαση του Αντήνορα έσωσαν τότε τις ζωές τους.
Σ' όλες του τις προσπάθειες είχε φύλακα και προστάτη τη θεά Αθηνά. Ακόμη και στους επιτύμβιους αγώνες για τον Πάτροκλο τον βοηθάει να νικήσει στον αγώνα δρόμου κάνοντας τον Αίαντα το Λοκρό να γλιστρήσει και να πέσει.
Ο Οδυσσέας είναι μεταξύ των άλλων και ένας από τους πιο αντρειωμένους πολεμιστές. Στις μάχες σκοτώνει αρκετούς Τρώες, ενώ κάποια στιγμή κινδύνεψε σοβαρά να χάσει τη ζωή του, όταν τον περικύκλωσαν έξι εχθροί. Ένας μάλιστα από αυτούς τον πλήγωσε στο πλευρό, χάρη στην παρέμβαση της Αθηνάς όμως όχι πολύ σοβαρά. Τελικά σώθηκε από τον Μενέλαο και τον Αίαντα. Παρά το τραύμα του παρέμεινε στο πεδίο της μάχης, για να εμψυχώσει μαζί με τους άλλους πληγωμένους αρχηγούς, τον Αγαμέμνονα και τον Διομήδη, τους συντρόφους που εξακολουθούσαν να πολεμούν.? Μόνο ο Δία?ς κατάφερε κάποτε να σπείρει τον τρόμο στην καρδιά του, με αποτέλεσμα να αγνοήσει τις φωνές του Διομήδη να τρέξουν να βοηθήσουν τον Νέστορα που κινδύνευε άμεσα να σκοτωθεί από τον Έκτορα.
Τέλος, ο Οδυσσέας ήταν αρκετά φιλότιμος και ψυχωμένος. Έτσι, δεν ανέχεται να αμφισβητεί κανείς τη γενναιότητά του. Ακόμη και τον ίδιο τον αρχιστράτηγο τον βάζει στη θέση του, όταν εκείνος τόλμησε να τον κατηγορήσει για δειλία, επειδή δεν πρόλαβε να παρατάξει εγκαίρως το στρατό του.
Εξάλλου ο Οδυσσέας είναι ο μοναδικός από τους Αχαιούς ηγεμόνες που τολμά να αντιμιλήσει στο λυσσασμένο για εκδίκηση Αχιλλέα, που μόλις έχει μάθει για το θάνατο του Πάτροκλου. Ενώ ο Αχιλλέας θέλει να βγει με άδειο στομάχι στο πεδίο της μάχης, ο Οδυσσέας του τονίζει πως η μοίρα του πολεμιστή είναι ακριβώς αυτή: Μόλις θάψει τους συντρόφους του και τους κλάψει, να φάει και να πιει για να στυλωθεί, για να έχει δυνάμεις να συνεχίσει τον αγώνα και να εκδικηθεί για τους νεκρούς συντρόφους.
Περισσότερες πληροφορίες μας δινει ο Όμηρος στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ για τον άνθρωπο που τόσο καθαρά δείχνει το αθάνατο ελληνικό πνεύμα.
ΠΑΡΗΣ
Ο Πάρης, γιος του Πρίαμου, ήταν εκείνος που με την ασέβειά του έδωσε την αφορμή για την κήρυξη του Τρωικού πολέμου. Όταν ήταν να γεννηθεί ο Πάρης, οι θεοί αποκάλυψαν στους γονείς του με σημαδιακό όνειρο ότι θα γινόταν αιτία να καταστραφεί η Τροία. Το όνειρο ερμήνευσε έτσι ο νόθος γιος του Πρίαμου, ο Αίσακος.Έτσι ο Πρίαμος, μόλις γεννήθηκε το παιδί, το έδωσε σ' ένα δούλο με την εντολή να το σκοτώσει πάνω στην Ίδα. Φτάνοντας στο βουνό, ο δούλος το λυπήθηκε και το παράτησε εκεί, αλλά το βρήκε ένας βοσκός, ο Αρχέλαος, και το πήρε στην οικογένειά του. Το παιδί μεγάλωνε και κάποτε ήρθαν ληστές να κλέψουν τα κοπάδια. Ο Πάρης τους έδιωξε και έτσι οι άλλοι βοσκοί του έδωσαν τιμητικά το όνομα Αλέξανδρος.
Ο Πάρης είχε πια ανδρωθεί, όταν έφτασαν στο σπίτι της οικογένειάς του άνθρωποι του Πρίαμου. Έψαχναν για έναν ταύρο, που θα αποτελούσε το έπαθλο των αγώνων που διοργάνωναν κάθε χρόνο οι γονείς του Πάρη σε ανάμνηση του χαμένου τους παιδιού. Ήταν όμως ο αγαπημένος του ταύρος, γι' αυτό έλαβε μέρος στους αγώνες για να τον ξανακερδίσει, πράγμα που κατάφερε. Είχε νικήσει όμως και τα πραγματικά του αδέρφια, που προσβλήθηκαν, επειδή είχαν χάσει από έναν ταπεινό βοσκό και θέλησαν να τον σκοτώσουν. Τότε ο Πάρης κατέφυγε στο βωμό του Δία, όπου η αδερφή του η Κασσάνδρα τον αναγνώρισε. Ξέροντας τι συμφορές θα φέρει, προσπαθεί κι εκείνη να τον σκοτώσει, αλλά δεν τα καταφέρνει. Οι γονείς αγνοούν τις προειδοποιήσεις της Κασσάνδρας και καλοδέχονται το γιο τους.
Ο Πάρης πρέπει να ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς ήρωες των Τρώων παρά τα όποια ελαττώματά του. Διαθέτει το απαραίτητο κύρος, για να επιβάλει σε ολόκληρο λαό να πολεμήσει και να καταστραφεί για χάρη του. Η πρόταση του Αντήνορα να δώσουν πίσω την Ελένη απορρίπτεται, χωρίς να τολμήσει κανείς να φέρει την παραμικρή αντίρρηση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι ο Πάρης είναι αυτός που σκότωσε τον Αχιλλέα, το φόβο και τον τρόμο των Τρώων.
Στην Ιλιάδα ωστόσο, ο Πάρης, αν και σκοτώνει ή τραυματίζει πολλούς Αχαιούς με τα βέλη του, δεν είναι από εκείνους που πρωτοστατούν στις μάχες. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει φαφλατά, ανεύθυνο, ανέντιμο και δειλό. Δείχνει πραγματικά να αδιαφορεί τελείως για τους τόσους πολλούς ανθρώπους που σκοτώνονται εξαιτίας του και το μόνο που τον ενδιαφέρει, ακόμη και μετά από τη μονομαχία του με τον Μενέλαο, είναι ο έρωτας με την Ελένη.
Πρέπει να ήταν πολύ όμορφος άνδρας και φαίνεται πως είχε κι άλλες ερωτικές περιπέτειες. Όταν ήταν ακόμη βοσκός, αγάπησε με πάθος τη νύμφη Οινώνη, την κόρη του ποταμού Κεβρήνα. Ο Πάρης όμως, γοητευμένος από την υπόσχεση της Αφροδίτης, θέλησε να πάει στη Σπάρτη για να αρπάξει την Ελένη. Μάταια προσπάθησε η Οινώνη να τον αποτρέψει από αυτό το ταξίδι προειδοποιώντας για τις συμφορές που θα προκαλούσε η αρπαγή της Ελένης. Τότε του υποσχέθηκε πως εκείνη θα τον γιάτρευε, αν τύχαινε να πληγωθεί ποτέ. Όταν είκοσι χρόνια μετά ο Πάρης πληγώθηκε βαριά από τον Φιλοκτήτη, θυμήθηκε την υπόσχεση της Οινώνης. Όταν έστειλε να τη φωνάξουν, εκείνη αρνήθηκε λέγοντάς του να τον γιατρέψει η Ελένη. Ο Πάρης πέθανε και η Οινώνη μετανιωμένη αυτοκτόνησε.
Η Κασσάνδρα ήταν κόρη του Πρίαμου. Η φυσική ομορφιά της ήταν ξεχωριστή και την ερωτεύτηκε αμέσως ο Απόλλωνας, όταν την είδε. Για να ενδώσει στον έρωτά του, του ζήτησε να της διδάξει την τέχνη της μαντικής. Εκείνος δέχτηκε, αλλά η Κασσάνδρα τον ξεγέλασε. Όταν ο Απόλλωνας κατάλαβε την απάτη, την καταράστηκε -σύμφωνα μ' άλλους την έφτυσε στο στόμα, για να χάσουν τα λόγια της την πειστικότητά τους- να μην πιστέψει ποτέ κανείς τις μαντείες της. Έτσι δεν την πίστεψε κανείς, παρόλο που είχε δίκιο, όταν προειδοποιούσε για τις συμφορές που θα έβρισκαν την Τροία, αν ο Πάρης πήγαινε στην Ελλάδα, αν οι Τρώες έφερναν τον Δούρειο Ίππο μέσα στην Τροία κλπ. Άλλη εκδοχή του μύθου: Η Κασσάνδρα και ο Έλενος ήταν δίδυμα αδέρφια. Μια φορά που γιόρταζαν τα γενέθλιά τους τα δυο παιδάκια, βρέθηκαν πάνω στο παιχνίδι τους μέσα στο ναό του Θυμβραίου Απόλλωνα, κάθησαν να ξεκουραστούν εκεί και τα πήρε ο ύπνος. Καθώς κοιμούνταν, φίδια τα πλησίασαν και άρχισαν να τους γλείφουν τα αυτιά, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να αντιλαμβάνονται πράγματα που οι άλλοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν. Έτσι, τα δυο αδέρφια εξοικειώθηκαν από παιδιά με τη μαντική τέχνη.
ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ
Ο Πάτροκλος, ο γιος του Μενοίτιου, ήταν ο καλύτερος φίλος του Αχιλλέα. Όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί και ζούσε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Οπούντα της Λοκρίδας, σκότωσε πάνω στο παιχνίδι ένα συνομήλικό του αρχοντόπουλο, τον Κλεισώνυμο, το γιο του Αμφιδάμαντα. Αν και ήταν ανήλικος, ο Πάτροκλος έπρεπε να φύγει από τον τόπο του, γιατί τον βάραινε το αίμα του νεκρού. Έτσι ο πατέρας του τον έφερε στον Πηλέα, που τον ανάθρεψε μαζί με τον Αχιλλέα σαν δικό του παιδί. Όταν ο Μενοίτιος αποχαιρετούσε το γιο του, τον προέτρεψε να προσέχει και να συμβουλεύει το φίλο του, και ας ήταν η δική του καταγωγή πιο ταπεινή.
Ο Όμηρος παρουσιάζει τον Πάτροκλο αληθινό παλικάρι, γλυκομίλητο, καλοπροαίρετο με ήπιο χαρακτήρα. Όσο καιρό πολεμούσε ο Αχιλλέας, στεκόταν δίπλα του πάνω στο άρμα και το κυβερνούσε. Μετά από κάθε μάχη περιποιόταν με ιδιαίτερη αγάπη τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα. Όταν ξεσπάει η κρίση ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Αγαμέμνονα, συμπαραστέκεται στο φίλο και αρχηγό του και δεν παίρνει μέρος πια σε καμιά μάχη. Μόνο όταν ο στρατός των Αχαιών κινδυνεύει με ολοκληρωτικό αφανισμό, τον πείθει να του δώσει τα όπλα του και την αρχηγία των Μυρμιδόνων. Φορώντας την πανοπλία του φίλου του, ο Πάτροκλος ανδραγαθεί. Σκοτώνει πολλούς, ανάμεσά τους και τον Σαρπηδόνα, το γιο του Δία. Λίγο ακόμα και θα πατούσε το κάστρο της Τροίας, αν δεν τον σταματούσε ο Απόλλωνας με φοβέρες.
Τρεις φορές θα ορμήσει ο Πάτροκλος στις εχθρικές γραμμές σκοτώνοντας κάθε φορά εννιά Τρώες. Κι ενώ ετοιμαζόταν να ορμήσει και τέταρτη, τον χτύπησε ο Απόλλωνας στην πλάτη με την παλάμη και του διέλυσε την πανοπλία. Καθώς ήταν ζαλισμένος από το θεϊκό χτύπημα, τον πέτυχε με το κοντάρι ανάμεσα στους ώμους ο Εύφορβος, ο γιος του Πάνθοου, που δεν τόλμησε ωστόσο να τον πλησιάσει. Τον αποτελείωσε ο Έκτορας και του πήρε την πανοπλία.
Ακολουθεί άγρια μάχη για τη διάσωση του πτώματος, που τελικά επιτυγχάνεται με τη συμμετοχή πολλών ηρώων. Τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα έμειναν ακίνητα στην αρχή, μόλις είδαν τον Πάτροκλο να σκοτώνεται, στη συνέχεια κατέβασαν τα κεφάλια τους κι άρχισαν να χύνουν μαύρο δάκρυ. Ούτε ο Αυτομέδοντας, ο άλλος ακόλουθος του Αχιλλέα, δεν μπόρεσε να τα κουνήσει από τη θέση τους.
Ο νεκρός Πάτροκλος μεταφέρθηκε στη σκηνή του Αχιλλέα, όπου τον έπλυναν, τον νεκροστόλισαν μέσα σε απαρηγόρητους θρήνους του Αχιλλέα και των συντρόφων του. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ο θρήνος της Βρισηίδας που δεν μπορεί να ξεχάσει πόσο ευγενικά της φέρθηκε ο Πάτροκλος, όταν είχε πρωτοέρθει στη σκηνή του Αχιλλέα ως παλλακίδα. Μετά από τρεις ημέρες έγινε η καύση του νεκρού και στη συνέχεια επιτύμβιοι αγώνες προς τιμή του.
ΠΕΡΣΕΑΣ
Οι άνθρωποι που κατοικούσαν στο Άργος λάτρευαν τον τοπικό τους ήρωα, τον Περσέα, με τις μεγαλύτερες τιμές. Και ήταν πράγματι πολύ σπουδαίος ήρωας. Είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη και τρανή δόξα από τα κατορθώματά του, αλλά και από τη συνεχή πάλη του ενάντια στο κακό.
Άλλοτε τον βρίσκουμε ν' αντιμάχεται τη Μέδουσα, άλλοτε το τρομερό θαλάσσιο τέρας που είναι έτοιμο να κατασπαράξει την όμορφη Ανδρομέδα. Από μικρή ηλικία, ως βρέφος κι έπειτα ως έφηβος, γεύεται το πικρό μίσος των ανθρώπων, το οποίο προσπαθεί να ξεπεράσει είτε με την καλοσύνη του, είτε με τη δύναμή του. Με την πολύτιμη συμπαράσταση του Ερμή και της Αθηνάς ξεπερνά τις δυσκολίες που υψώνονται μπροστά του και αναδεικνύεται στις περιπέτειές του λαμπρός νικητής.
Παππούς του ήταν ο βασιλιάς του Άργους Ακρίσιος που ανυπομονώντας ν' αποκτήσει διάδοχο για το θρόνο του κατέφυγε στις γνώσεις της Πυθίας στο μαντείο των Δελφών. Εκεί με δυσαρέσκεια έμαθε πως όχι μόνο δε θ' αποκτήσει γιο, αλλά ο γιος της μονάκριβης κόρης του Δανάης κάποτε θα τον σκοτώσει. Αυτός ο φοβερός χρησμός έμελλε να καθορίσει το μέλλον του Περσέα. Ο Ακρίσιος επιστρέφοντας στο παλάτι απογοητευμένος και σκυθρωπός, αποφάσισε ν' απομονώσει τη Δανάη για να μην παντρευτεί ποτέ. Την έκλεισε σ' ένα υπόγειο δωμάτιο, όπου ούτε οι λαμπρές αχτίνες του ήλιου, ούτε το ασημένιο φως του φεγγαριού την έβλεπαν. Η μόνη επαφή της με τον έξω κόσμο ήταν η παραμάνα της.
Η ομορφιά και τα κάλλη της Δανάης όμως σαγήνεψαν το βασιλιά των θεών. Γνωστός κατακτητής των γυναικών, τίποτε δε θα εμπόδιζε τον κυρίαρχο της φύσης να εκδηλώσει την αγάπη και τον παράφορο έρωτά του στη νέα κόρη. Πήρε λοιπόν τη μορφή χρυσαφένιας βροχής και κύλησε από τη στέγη του δωματίου.
Η νεαρή Δανάη τη δέχτηκε στους παρθενικούς της κόρφους και τότε ο Δίας παρουσιάστηκε σ' όλη του τη λαμπρότητα και το μεγαλείο. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Περσέας, που, αλίμονο, αν έπεφτε στα χέρια του Ακρίσιου. Με περισσή στοργή τον φρόντιζε η Δανάη, κρυφά, στο υπόγειο δωμάτιο, με τη βοήθεια της πιστής της τροφού.
Το ζωηρό παιδί, με τις φωνές του στο παιχνίδι, έγινε κάποτε αντιληπτό από τον παππού του. Τυφλωμένος από την οργή του δεν πίστευε τη μονάκριβη κόρη του όταν του έλεγε πως πατέρας του Περσέα ήταν ο ανώτερος απ' όλους τους θεούς και τους ανθρώπους. Ο άμοιρος Ακρίσιος προσπαθούσε να ξεφύγει από τη μοίρα του με κάθε τρόπο, ξεχνώντας πως το τέλος του έχει καθοριστεί από τους παντοδύναμους θεούς. Χωρίς ίχνος στοργής κι αγάπης έκλεισε τη Δανάη και τον Περσέα σ' ένα κιβώτιο και τους έριξε στη θάλασσα με την ελπίδα πως δε θα τους ξαναδεί πια. Στιγμές φοβερής αγωνίας πέρασε η νεαρή μητέρα μέχρις ότου τα κύματα τους οδήγησαν σ' ένα μικρό νησί, τη Σέριφο. Ένας καλόκαρδος ψαράς, ο Δίκτης, είδε το κιβώτιο τη στιγμή που αμέριμνα έριχνε τα δίχτυα του στη θάλασσα. Έκπληκτος είδε να βγαίνει απ' αυτό μια πανέμορφη γυναίκα που με δάκρυα ευγνωμοσύνης ευχαριστούσε τον Δία κρατώντας στη στοργική αγκαλιά της το θεϊκό βρέφος.
Για μερικά χρόνια η ζωή τους κύλησε ήρεμα ώσπου σε νέες περιπέτειες θα τους εμπλέξει ο πόθος του Πολυδέκτη για τη γλυκιά Δανάη. Ο Πολυδέκτης ήταν ο πλούσιος αδερφός του Δίκτη κι ο άρχοντας του νησιού, που έβλεπε τον Περσέα ως εμπόδιο στην προσπάθειά του να κατακτήσει τη μητέρα του.
Το σχέδιο του Πολυδέκτη ήταν να ντροπιάσει τον ευγενικό νέο ώστε ν' αναγκαστεί να εγκαταλείψει το νησί και τη μητέρα του. Διέδωσε παντού ότι πρόκειται να παντρευτεί την Ιπποδάμεια και πως το δώρο που επιθυμούσε να πάρει από τον καθένα ήταν ένα άλογο.
Πού θα έβρισκε, όμως, ένα άλογο ο φτωχός κι άπορος Περσέας; Κοντά στον Δίκτη, όπου μεγάλωσε, έγινε κι ο ίδιος ένας απλός ψαράς. Καταλαβαίνοντας ότι ο σκοπός του βασιλιά ήταν να πληγώσει την αξιοπρέπειά του, πεισμάτωσε και σε μια στιγμή τόλμης κι απερισκεψίας του είπε με περιφρονητικό και περήφανο ύφος: "όχι ένα απλό άλογο αλλά και το κεφάλι της Γοργούς μπορώ να σου φέρω". Ο Πολυδέκτης δεν αρνήθηκε φυσικά την προσφορά, με τον όρο ότι μέχρι να γυρίσει θα κρατά τη μητέρα του όμηρο στο παλάτι του.
Ο Περσέας απομακρύνθηκε και κατέφυγε σε μια ερημική ακτή του νησιού. Κάθησε στα βράχια και ατενίζοντας την απέραντη θάλασσα σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα έφτανε στη Μέδουσα. Πώς θα πλησίαζε το αποκρουστικό αυτό τέρας με τα φιδίσια μαλλιά και τα αστραποβόλα μάτια; Πώς θα την αποκεφάλιζε αφού όποιος την αντίκριζε πέτρωνε;
Από τη δύσκολη θέση τον έβγαλε ο Ερμής ή κατ' άλλους η Αθηνά. Και οι δυο θεοί υπήρξαν πολύτιμοι βοηθοί του. Ο θεός τον συμβούλεψε πως για να βρει το δρόμο έπρεπε πρώτα να περάσει από τις Νύμφες και έπειτα από τις γερόντισσες θεές, τις Γραίες. Δίπλα στις πηγές του νησιού απ' όπου έρεε κρυστάλλινο νερό βρήκε τις καλόκαρδες Νύμφες που του έδωσαν φτερωτά πέδιλα για να τρέχει γρήγορα σαν τον άνεμο, το σκούφο του Άδη για να γίνεται αόρατος κι ένα σακίδιο για να βάλει το κεφάλι της Μέδουσας. Οι Γραίες κατοικούσαν στη δυτική άκρη του κόσμου, εκεί όπου αρχίζει το βασίλειο του Σκότους.
Η όψη τους ήταν αποκρουστική• το κωμικοτραγικό χαρακτηριστικό τους ήταν ότι μοιράζονταν με βάρδιες το μοναδικό μάτι και το μοναδικό τους δόντι. Ο Περσέας, αόρατος, τις πλησίασε και τη στιγμή που έδινε η μια στην άλλη το μάτι τους τ' άρπαξε με αφάνταστη ταχύτητα. Τυφλές οι Γραίες αναγκάστηκαν να του μαρτυρήσουν το δρόμο για τις Γοργόνες.
Από τις τρεις αδερφές θνητή ήταν μόνο η Μέδουσα. Με τα όπλα που διέθετε και με την καθοδήγηση της Αθηνάς που του κρατούσε μια ασπίδα για να βλέπει εκεί τη Μέδουσα, στο καθρέφτισμά της, έκοψε το κεφάλι της και το έριξε στο σακίδιό του. Μάταια προσπαθούσαν οι αδερφές της να τον πιάσουν, αφού ήταν αόρατος κι έτρεχε γρήγορα σαν τον Ερμή.
Ο φτεροπόδαρος ήρωας επέστρεψε στην πατρίδα του γεμάτος ενθουσιασμό για το κατόρθωμά του. Χαρούμενος σκεφτόταν πώς θα μπορούσε ν' απελευθερώσει τη μητέρα του και να αποστομώσει τον Πολυδέκτη που αμφισβήτησε τις ικανότητές του. Πετώντας πάνω από την Αιθιοπία διέκρινε σε μια απότομη βραχώδη ακτή μια νέα κόρη δεμένη σ' ένα βράχο, απελπισμένη και δυστυχισμένη. Ήταν η κόρη του βασιλιά της χώρας, του Κηφέα, που τη θυσίαζε για να σωθεί η χώρα του από ένα φοβερό θαλάσσιο τέρας. Το κήτος αυτό το έστειλε ο Ποσειδώνας από οργή για την περήφανη βασίλισσα Κασσιόπη, που καυχιόταν πως είναι ομορφότερη από τις θαλάσσιες κόρες του, τις Νηρηίδες. Ο Περσέας, σαγηνεμένος από την ομορφιά της, την ερωτεύτηκε σφοδρά. Η ζεστή καρδιά του συγκινήθηκε με τα δάκρυά της. Χωρίς δεύτερη σκέψη πάλεψε με το τέρας και μαζί με την Ανδρομέδα πια επέστρεψε στη Σέριφο. Έβγαλε από το σάκο του το κεφάλι της Μέδουσας και σε μια στιγμή πέτρωσε ο Πολυδέκτης κι όλοι όσοι το είδαν.
Ο ευγενικός ήρωας με τις δυο αγαπημένες του γυναίκες, τη μητέρα του και τη γυναίκα του, επιθυμούσε να συμφιλιωθεί και με τον παππού του. Ο Ακρίσιος όμως ούτε για μια στιγμή δεν ξέχασε το χρησμό. Απεγνωσμένα κατέφυγε στη Λάρισα για να μη συναντηθεί με τον εγγονό του.Με τα πιο αγνά και ειλικρινή συναισθήματα ο Περσέας τον ακολούθησε. Η τίμια και ευγενική του ψυχή έπεισαν τον πρόγονό του να επιστρέψει στην πατρίδα του. Είναι αδύνατον να ξεφύγει κάποιος απ' αυτό που η μοίρα του έχει "γράψει". Όταν ο Περσέας, σ' έναν αγώνα δισκοβολίας, πέταξε το δίσκο, άθελά του τραυμάτισε τον Ακρίσιο θανάσιμα. Έτσι βγήκε ο χρησμός αληθινός.
Η ψυχή του πονούσε και η καρδιά του τριβελιζόταν από τύψεις. Ο πόνος για το θάνατο του παππού του δεν τον άφησε να γίνει βασιλιάς στο Άργος. Προτίμησε ν' ανταλλάξει το βασίλειό του με αυτό του εξαδέλφου του, της Τίρυνθας. Εκεί έζησε με την αγαπημένη του Δανάη και τα επτά παιδιά τους.

ΣΙΣΥΦΟΣ
Ένας από τους πιο ιδιόμορφους μύθους της ελληνικής μυθολογίας είναι αυτός του Σίσυφου, γιου του Αίολου. Ο Σίσυφος ήταν ιδρυτής και βασιλιάς της αρχαίας Εφύρας, που έγινε κατόπιν γνωστή ως Κόρινθος. Η περιπέτεια του Σίσυφου άρχισε όταν ο Δίας αποπλάνησε την Αίγινα, κόρη του ποταμού-θεου Ασωπού. Όταν ο πατέρας του κοριτσιού πήγε στην Κόρινθο αναζητώντας την κόρη του, συμφώνησε με τον Σίσυφο, που γνώριζε πολύ καλά τι είχε συμβεί, ότι, αν του έδινε πληροφορίες, εκείνος θα έκανε να αναβλύσει στην ακρόπολη της Κορίνθου μια αστείρευτη πηγή.
Έτσι, ο Σίσυφος είπε όλα όσα γνώριζε στον Ασωπό κι εκείνος καταδίωξε άγρια τον πατέρα των θεών για να πάρει εκδίκηση. Όταν τελικά ο Δίας κατάφερε να γλιτώσει από την οργή του, πρόσταξε τον Άδη να πάρει στα Τάρταρα τον Σίσυφο και να του επιβάλει αιώνια τιμωρία. Όμως ο Σίσυφος με πονηριά κατόρθωσε να αλυσοδέσει τον ίδιο τον Άδη και να τον φυλακίσει.
Για όσο διάστημα ο Άδης βρισκόταν φυλακισμένος, κανείς δεν μπορούσε να πεθάνει. Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ήταν τόσο περίεργη, που ακόμη και φρικτά σακατεμένοι άνθρωποι και ζώα περιφέρονταν παντού σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Τότε, ο Άρης, ο θεός του πολέμου, αποφάσισε να δώσει ένα τέρμα σε αυτή την κατάσταση. Πήγε στο παλάτι του Σίσυφου κι αφού απελευθέρωσε τον Άδη, του παρέδωσε τον Κορίνθιο βασιλιά.
Ο Σίσυφος όμως δεν είχε πει ακόμη τον τελευταίο του λόγο. Προτού κατεβεί στα Τάρταρα, είχε δώσει εντολή στη σύζυγο του Μερόπη να μη θάψει το σώμα του. Έτσι, μόλις έφτασε στον Κάτω Κόσμο, αξίωσε πως, αφού ήταν άταφος, δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Με αυτό τον τρόπο εξαπάτησε την Περσεφόνη, τη γυναίκα του Άδη, που του έδωσε άδεια να επιστρέψει στη γη για τρεις ημέρες, ώστε να κανονίσει να ταφεί το σώμα του. Βέβαια, ο Σίσυφος δε σκόπευε να τηρήσει τη συμφωνία. Γι αυτό ο Ερμής ανέλαβε να τον φέρει πίσω ξανά.
Για να τον τιμωρήσουν, οι Κριτές των Νεκρών του ανέθεσαν να ανεβάζει σπρώχνοντας στην κορυφή ενός λόφου έναν τεράστιο βράχο. Κάθε φορά που πλησίαζε στην κορυφή, ο βράχος κυλούσε πίσω. Έτσι, ο Κορίνθιος βασιλιάς ακόμη σπρώχνει εκείνον τον ογκόλιθο και θα εξακολουθεί να το κάνει ακατάπαυστα στην αιωνιότητα.
Ομολογουμένως, πολύ παράξενη ιστορία... Το έγκλημα του Σίσυφου ήταν ότι κατόρθωσε να νικήσει το θάνατο και να ανατρέψει τη φυσική τάξη. Κατόρθωσε να κάνει πραγματικότητα ένα από τα πιο ουτοπικά όνειρα ολόκληρης της ανθρωπότητας.

ΤΑΝΤΑΛΟΣ
Ο Τάνταλος, γιος της Πλουτώς και του Δία (ή του Τμώλου σύμφωνα με άλλο μύθο), ήταν βασιλιάς της Παφλαγονίας, μια περιοχή στη Λυδία (ή σύμφωνα με άλλους της Κορίνθου ή του Άργους). Ο Τάνταλος ήταν πολύ αγαπητός στους θεούς και ο Δίας τον καλούσε συχνά στα συμπόσια τους!
Πολλές φορές μάλιστα του αποκάλυπτε πολλά από τα μυστικά του. Ο Τάνταλος, συνεπαρμένος από την ευνοϊκή μεταχείριση των θεών,, έκλεψε αμβροσία και νέκταρ, για να το μοιραστεί με τους φίλους του! Τους έλεγε επίσης όλα τα μυστικά τους που γνώριζε. Κάποτε ο Τάνταλος προσκάλεσε στο παλάτι του τους θεούς, οργανώνοντας ένα συμπόσιο προς τιμήν τους. Κι επειδή έκρινε ότι τα τρόφιμα που είχε στο κελάρι του δεν επαρκούσαν ή θέλοντας να βάλει σε δοκιμασία την παντογνωσία των θεών, έσφαξε το γιο του τον Πέλοπα, τον κομμάτιασε, έβρασε τα κομμάτια του σε μια χύτρα, τα ανακάτεψε με τα υπόλοιπα φαγητά και τα πρόσφερε στους θεούς. Οι θεοί κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί και αρνήθηκαν το φαγητό, εκτός από τη Δήμητρα, που έφαγε τη σάρκα της αριστερής ωμοπλάτης του Πέλοπα.
Ο Δίας φρόντισε να αναστήσει τον Πέλοπα, προστάζοντας τον Ερμή να μαζέψει τα κομμένα μέλη του και να τα βράσει στην ίδια χύτρα. Η μοίρα Κλώθω ανέλαβε να συνταιριάξει τα κομμάτια και η Δήμητρα αποκατέστησε το κομμάτι που είχε φάει μ' ένα άλλο, φτιαγμένο από ελεφαντόδοντο. Έτσι ο Πέλοπας βγήκε ξανά ζωντανός μέσα από τη μαγική χύτρα.
Όσο για τον Τάνταλο, ο Δίας τον καταδίκασε σε αιώνια τιμωρία. Αφού τον σκότωσε, όρισε τον τόπο του μαρτυρίου του δίπλα σ' εκείνον του Σίσυφου. Από τότε ο Τάνταλος είναι καταδικασμένος να λιμοκτονεί αιώνια, ενώ βρίσκεται μέσα στην αφθονία. Είναι κρεμασμένος στο κλαδί ενός δέντρου κατάφορτου με νόστιμους καρπούς, όμως όποτε απλώνει το χέρι του να πιάσει κάποιον, ένα ρεύμα αέρα κουνά τα κλαδιά, απομακρύνοντας τα από κοντά του. Ταυτόχρονα, ενώ είναι βουτηγμένος μέχρι τη μέση στο νερό μιας ελώδους λίμνης, όποτε σκύβει για να πιει το νερό, αυτό υποχωρεί.
Οι παράξενοι και μάλλον τελετουργικοί φόνοι που σχετίζονται με τις τελετές αθανασίας δεν τελειώνουν όμως με το κομμάτιασμα του Πέλοπα, αλλά φαίνεται να αποτελούν παράδοση για τη δυναστεία των Πελοπιδών. Παρά το γεγονός ότι στις μετέπειτα περιπτώσεις που καταγράφει η μυθολογία δεν υπάρχουν σαφείς αναφορές στην "ανάσταση" των "θυμάτων", ακολουθείται πιστά το μοντέλο του τεμαχισμού και του ριξίματος των κομματιών σε νερό ή σε χύτρα. Το γεγονός αυτό μας κάνει να υποθέσουμε ότι ίσως όλες αυτές οι αφηγήσεις σχετίζονται με τις πανάρχαιες τελετουργίες θανάτου-αναγέννησης. Κι εδώ, πρωταρχικό ρόλο φαίνεται να παίζει το "αθάνατο νερό". Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων περιστατικών που συνέβησαν στο γένος των Πελοπιδών, είναι αυτό του Ατρέα, γιου του Πέλοπα. Ο Ατρέας κομμάτιασε τα ανίψια του, τα παιδιά του Θυέστη και τα έβρασε μέσα σε μια χύτρα.


ΠΥΘΙΑ
Ιέρεια που έδινε χρησμούς στο μαντείο του Απόλλωνα, στους Δελφούς. Πριν από κάθε χρησμό, η Πυθία πλενόταν, έπινε νερό από την Κασταλία πηγή, μασούσε φύλλα δάφνης και ανέβαινε σ' έναν τρίποδα. Από τη βάση του τρίποδα έβγαιναν αναθυμιάσεις από κάψιμο διαφόρων ψυχοτροπικών βοτάνων . Η Πυθία. ερχόταν σε έκσταση και έβγαζε ασυνάρτητες κραυγές και λόγους. Οι ιερείς του μαντείου μετέτρεπαν τα άναρθρα αυτά λόγια σε έμμετρους χρησμούς, με διφορούμενη σημασία. Ο χρησμός π.χ. για τα ξύλινα τείχη, που θα έσωζαν στην Αθήνα από τον Ξέρξη, από άλλους ερμηνεύτηκε ως καταφυγή στην Ακρόπολη και από άλλους ως ναυμαχία, επειδή τα καράβια ήταν ξύλινα. Συνήθως η Πυθία. εκλεγόταν από τις ευγενικής καταγωγής παρθένες των Δελφών. Αργότερα όμως αποφασίστηκε να είναι ηλικίας πάνω από 50 χρόνων. Στα παλαιότερα χρόνια η Πυθία έδινε μόνο ένα χρησμό, κάθε Φεβρουάριο.






ΤΑ ΑΙΤΙΑ
Πριν από πάρα πολλά χρόνια, στα βάθη των αιώνων, οι άνθρωποι είχαν σταματήσει να σέβονται τους θεούς και είχαν γίνει τόσοι πολλοί, ώστε η θεά Γη δεν μπορούσε πια να τους σηκώσει στο στήθος της. Η θεά παραπονέθηκε στον Δία για το πρόβλημά της και εκείνος, για να την ξεκουράσει, έσπειρε διαμάχες μεταξύ των θνητών που οδήγησαν στο Θηβαϊκό πόλεμο που είναι γνωστός ως "Επτά επί Θήβας", στον οποίο πολλοί άνθρωποι έπεσαν στα πεδία των μαχών. Φαίνεται όμως πως το πρόβλημα δεν είχε λυθεί οριστικά. Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι άνθρωποι ξανάγιναν πολλοί. Αμήχανος ο Δίας μπροστά στην επανεμφάνιση του προβλήματος ζήτησε τη συνδρομή και άλλων θεών. Ο Μώμος, ο γιος της Νύχτας, -κατ' άλλους της Θέμιδας τον συμβούλεψε να συλλάβει το σχέδιο ενός μεγάλου πολέμου, που αργότερα θα γινόταν γνωστός ως Τρωικός πόλεμος.
Για την προετοιμασία του σχεδίου αυτού έπρεπε σε πρώτη φάση να γίνουν δυο πράγματα: Από τη μια να φέρει στον κόσμο ο ίδιος ο Δίας μια πανέμορφη κόρη και από την άλλη να υποχρεωθεί η Νηρηίδα Θέτιδα, την οποία έτσι κι αλλιώς ο Δίας ήθελε να εκδικηθεί, επειδή είχε αποκρούσει παλιότερα τις δικές του προτάσεις- να παντρευτεί μ' έναν κοινό θνητό, τον Πηλέα. Έτσι κι έγινε. Από τη συνεύρεση του Δία με τη Λήδα γεννήθηκε η Ελένη, που δεν άργησε να γίνει γνωστή για την υπέροχη ομορφιά της, ενώ παράλληλα άρχισαν να γίνονται οι προετοιμασίες για τους γάμους της Θέτιδας με τον Πηλέα. Τα δύο αυτά γεγονότα έδωσαν τις βασικές αφορμές για τη διεξαγωγή του θρυλικού πολέμου, που οδήγησε στην καταστροφή της Τροίας και στο χαμό αναρίθμητων ανθρώπων.
Οι γάμοι της Θέτιδας με τον Πηλέα έγιναν στο Πήλιο. Προσκεκλημένοι ήταν όλοι οι θεοί με μοναδική εξαίρεση την Έριδα, που την αγνόησαν. Τότε εκείνη, θυμωμένη πάρα πολύ για την προσβολή που της έγινε, θέλησε να εκδικηθεί. Έριξε λοιπόν στη μέση του γαμήλιου τραπεζιού ένα χρυσό μήλο, που έφερε την επιγραφή "Για την ωραιότερη", θέλοντας έτσι να προκαλέσει αναστάτωση και διχόνοια μεταξύ των θεών. Και όπως ήταν φυσικό η Ήρα, η Αθηνά και η Αφροδίτη, οι τρεις πιο μεγάλες θεές του Ολύμπου, διεκδίκησαν χωρίς καθυστέρηση καθεμιά για τον εαυτό της το χρυσό μήλο, που αποτελούσε ένα είδος βραβείου ομορφιάς. Η επιλογή ήταν δύσκολη, γι' αυτό ο Δίας διέταξε τον Ερμή να πάει μαζί με τις θεές στο όρος Ίδα και να συναντήσει το δευτερότοκο γιο του βασιλιά της Τροίας Πρίαμου, τον Πάρη, για να διαλέξει εκείνος ποια από τις θεές έπρεπε να προτιμηθεί για το βραβείο ομορφιάς. Βλέποντας ο Πάρης, που έβοσκε ανυποψίαστος τα κοπάδια του πατέρα του, να τον πλησιάζουν οι θεοί, το έβαλε στα πόδια κατατρομαγμένος. Γρήγορα όμως αναθάρρησε με την παρέμβαση του Ερμή, που του ανακοίνωσε την προσταγή του Δία και πλησίασε τις τρεις θεές θαμπωμένος από την ομορφιά τους. Κι εκείνες βέβαια, θέλοντας η καθεμιά να τον πάρει με το μέρος της, να τον πείσει πως εκείνη είναι η ομορφότερη και πιο άξια να πάρει το βραβείο, τόνιζαν τις ιδιαίτερες χάρες τους και υπόσχονταν ανάλογα δώρα η καθεμιά στον Πάρη, αν της έδινε το χρυσό μήλο. Έτσι, η Ήρα έλεγε πως ήταν η γυναίκα του θεού τον οποίο σέβονταν και υπάκουγαν όχι μόνο οι θνητοί αλλά και όλοι οι άλλοι θεοί και του υποσχόταν πως στο βασίλειό του θα ανήκε όλη η Ασία και η Ευρώπη. Η Αθηνά παινευόταν για τη σοφία της και την ικανότητά της στο ακόντιο και υποσχόταν πως θα τον έκανε ανίκητο πολεμιστή. Η Αφροδίτη μιλούσε για τον ερωτικό πόθο που μόνο εκείνη ήξερε να ξυπνάει στις καρδιές των θεών και ανθρώπων και υποσχόταν να του δώσει ως σύζυγο την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου, που κατά γενική ομολογία ήταν η Ελένη, η κόρη του Δία και της Λήδας. Ο Πάρης γοητευμένος όχι μόνο από την ξεχωριστή ομορφιά της Αφροδίτης αλλά και από το δώρο που εκείνη του υποσχέθηκε, της παρέδωσε το χρυσό μήλο, ενώ οι δυο άλλες θεές, η Ήρα και η Αθηνά, έφυγαν φανερά δυσαρεστημένες με την επιλογή του.
Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ
Την Ελένη μεγάλωνε στην αυλή του ο βασιλιάς της Σπάρτης Τυνδάρεος, που νόμιζε ότι ήταν πραγματικά δική του κόρη. Η ξεχωριστή της ομορφιά δεν άργησε να γίνει αφορμή να απαχθεί σε μικρή ηλικία από τον Θησέα, που την έφερε στην Άφιδνα της Αττικής και απέκτησε μαζί της μια κόρη, την Ιφιγένεια. Όταν όμως ο Θησέας κατέβηκε στον Άδη (άλλη ονομασία του θεού Πλούτωνα αλλά και του κάτω κόσμου) για την απαγωγή της Περσεφόνης, τα αδέλφια της, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, κατάφεραν να την ελευθερώσουν και να τη φέρουν στην αυλή του πατέρα τους. Τώρα όμως είχε γίνει πια γνωστή η ομορφιά της νέας γυναίκας σε όλη την Ελλάδα και άρχισαν να καταφθάνουν στο παλάτι του θνητού πατέρα της Ελένης μνηστήρες ή εκπρόσωποί τους, που προσπαθούσαν να την εξασφαλίσουν για λογαριασμό τους.
Μπροστά σε τόσες υποψηφιότητες, ο βασιλιάς Τυνδάρεος βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς γνώριζε καλά πως, όποιον και να διάλεγε για σύζυγο της κόρης του, θα έκανε εχθρούς όλους τους υπόλοιπους. Από τη δύσκολη αυτή θέση τον έβγαλε ο Οδυσσέας, που ζήτησε ως αντάλλαγμα για τη συνδρομή του την Πηνελόπη, την ανιψιά του βασιλιά, για σύζυγο. Συμβούλεψε λοιπόν ο Οδυσσέας τον Τυνδάρεο να πείσει τους υποψήφιους γαμπρούς να αφήσουν την Ελένη να διαλέξει μόνη της το σύζυγό της. Πριν όμως κάνει η Ελένη την επιλογή της, έπρεπε όλοι να ορκιστούν ότι θα τιμωρήσουν εκείνον που τυχόν θα επιχειρούσε να την αποσπάσει από τη συζυγική εστία. Όλοι ορκίστηκαν με προθυμία, με εξαίρεση τον ίδιο τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα, που ήταν πολύ νέος για να προβάλει αξιώσεις. Και τότε η Ελένη διάλεξε για σύζυγό της τον Μενέλαο, γεγονός που βόλευε τον Τυνδάρεο παρά πολύ, όχι μόνο γιατί ο Μενέλαος ήταν ο πιο πλούσιος από όλους τους Αχαιούς, αλλά και γιατί τον υποστήριζε ως υποψήφιο ο αδερφός του ο Αγαμέμνονας, που είχε παντρευτεί την άλλη κόρη του Τυνδάρεου, την Κλυταιμνήστρα. Και όταν σκοτώθηκαν ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, κλήθηκε ο Μενέλαος να γίνει βασιλιάς της Σπάρτης. Το σχέδιο για τον Τρωικό πόλεμο πήγαινε καλά. Οι ηγεμόνες των Αχαιών, με λιγοστές εξαιρέσεις, είχαν δεσμευθεί με όρκους να υπερασπιστούν μια γυναίκα, η οποία ήταν γραφτό να απαχθεί από τον άντρα της, γιατί αποτελούσε το "δώρο" μιας θεάς σ' έναν θνητό.
Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ
Η Αφροδίτη, είχε υποσχεθεί στον Πάρη την ομορφότερη γυναίκα. Όταν λοιπόν ανακοίνωσε στην οικογένειά του την επιθυμία του να ταξιδέψει, δεν έφερε κανένας αντιρρήσεις, αν και τα αδέρφια του, ο Έλενος και η Κασσάνδρα, που κατείχαν τη μαντική τέχνη, προφήτεψαν ότι ένα τέτοιο ταξίδι θα είχε ως συνέπεια την καταστροφή της Τροίας. Οι προφητείες αυτές δε στάθηκαν ικανές να τον σταματήσουν. Είχε άλλωστε με το μέρος του την Αφροδίτη, που του έδωσε μάλιστα το γιο της τον Αινεία ως συνοδό για το ταξίδι. Έτσι ο Φέρεκλος κατασκεύασε για λογαριασμό του Πάρη πλοία, γιατί οι Τρώες δεν ασχολούνταν ως τότε με τη θάλασσα εξαιτίας κάποιου παλιού χρησμού που έλεγε πως η καταστροφή θα ερχόταν από τη θάλασσα. Όταν τα πλοία ετοιμάστηκαν, ξεκίνησε ο Πάρης με κατεύθυνση το παλάτι του Μενέλαου στη Σπάρτη.
Φτάνοντας εκεί, ο Μενέλαος τον υποδέχτηκε θερμά και με όλες τις τιμές που προβλέπονταν από τους κανόνες της φιλοξενίας. Δέκα μέρες αργότερα όμως αναγκάστηκε ο Μενέλαος να πάει στην Κρήτη, για να κηδέψει τον παππού του, τον Κατρέα. Πριν φύγει, έδωσε την εντολή στη γυναίκα του να φροντίσει τους ξένους όσο γίνεται καλύτερα. Χωρίς να την εμποδίζει τίποτα πια, εκπλήρωσε η Αφροδίτη την υπόσχεσή της στον Πάρη. Εκμεταλλευόμενος ο Πάρης την απουσία του Μενέλαου έβαλε την Ελένη στα καράβια του, παίρνοντας μαζί του και μεγάλο μέρος των θησαυρών του παλατιού, καθώς και μερικές δούλες της Ελένης (ανάμεσά τους τη μητέρα του Θησέα Αίθρα και την αδερφή του συντρόφου του Θησέα Πειρίθου, την Κλυμένη ) κι έφυγε.
Η Ελένη εγκατέλειψε στο παλάτι την εννιάχρονη κόρη της, την Ερμιόνη. Το ταξίδι του γυρισμού στην Τροία δεν ήταν όμως τόσο εύκολο για τον Πάρη και τη συνοδεία του. Οδηγημένα τα πλοία από κακοκαιρίες, που έστειλε η Ήρα, έφτασαν στη Σιδώνα αρχικά. Κατόπιν κρύφτηκαν για αρκετό καιρό στην Κύπρο και στη Φοινίκη, γιατί δεν ήξεραν αν τους κυνηγούν. Μετά από αρκετές περιπέτειες έφτασαν ωστόσο στην Τροία, όπου ο Πάρης επισημοποίησε τη σχέση του με την Ελένη.
Γυρίζοντας ο Μενέλαος, που είχε ειδοποιηθεί από την Ίριδα, στο παλάτι του, το βρήκε άδειο όχι μόνο από γυναίκα αλλά και από τα υπάρχοντά του. Η παραβίαση των πατροπαράδοτων νόμων της φιλοξενίας και η εξύβριση του Μενέλαου από τον Πάρη προκάλεσε την οργή και την αγανάκτηση και του ίδιου του Μενέλαου και του αδερφού του του Αγαμέμνονα, στον οποίο αμέσως προσέφυγε. Μόλις ξεπέρασαν την πρώτη έκπληξη, έστειλαν πρεσβεία στην Τροία, απαιτώντας από το βασιλιά της τον Πρίαμο να τους δώσει και την κλεμμένη γυναίκα αλλά και τους θησαυρούς που είχαν αρπαχτεί από το παλάτι του Μενέλαου. Η πρεσβεία γύρισε άπραχτη, καθώς ο Πρίαμος αρνήθηκε κατηγορηματικά, θέλοντας προφανώς να κάνει το χατίρι του γιου του. Όταν η προσπάθειά τους αυτή δεν ευδοκίμησε, κατάλαβαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από τον πόλεμο.
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Άρχισε να στέλνει λοιπόν ο Αγαμέμνονας απεσταλμένους στους άλλοτε μνηστήρες της Ελένης υπενθυμίζοντάς τους τον όρκο που είχαν δώσει στον Τυνδάρεο και επιπλέον χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι κανείς από τους Έλληνες βασιλιάδες δε θα μπορούσε στο μέλλον να είναι σίγουρος για τη γυναίκα του, αν η τιμωρία του βέβηλου δεν ήταν παραδειγματική. Πάντως είναι γεγονός ότι ο Αγαμέμνονας εξανάγκασε αρκετούς να μετάσχουν στην εκστρατεία κατά της Τροίας, καθώς ήταν ο ισχυρότερος μεταξύ των Ελλήνων ηγεμόνων. Υπήρχε άλλωστε και η Ήρα, που δεν εννοούσε να ξεχάσει την προσβολή που της έγινε στον αγώνα ομορφιάς και ήθελε οπωσδήποτε να εκδικηθεί τον Πάρη για την επιλογή του. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Μενέλαος πήγε προσωπικά στην Πύλο για να εκθέσει το πρόβλημα και τις προθέσεις του στον πιο ηλικιωμένο βασιλιά, τον Νέστορα, και στο γιο του, τον Αντίλοχο. Εκείνοι δέχτηκαν αμέσως να τον ακολουθήσουν και κίνησαν όλοι μαζί, με τη συνοδεία του Παλαμήδη, για την Ιθάκη, για να πείσουν το βασιλιά της, τον Οδυσσέα, να εκστρατεύσει κι αυτός μαζί τους.
Ο Οδυσσέας, που δεν είχε δεσμευτεί με όρκο, ήθελε με κάθε τρόπο να κρατηθεί μακριά από την πρόσκληση αυτή, γιατί ο μάντης Αλιθέρσης του είχε προφητέψει ότι, αν ακολουθούσε, θα ξαναγύριζε στο σπίτι του μόνο ύστερα από είκοσι ολόκληρα χρόνια και μετά από πολλές περιπέτειες. Προσπαθώντας λοιπόν να αποφύγει τη συμμετοχή του στην εκστρατεία, προσποιήθηκε τον τρελό. Φτάνοντας οι άλλοι αρχηγοί στο σπίτι του, τον βρήκαν να έχει ζέψει στο άροτρό του ένα βόδι κι ένα άλογο, να φορά ο ίδιος ένα σκουφί στο κεφάλι, παρουσιάζοντας μια μάλλον αναξιοπρεπή εικόνα του εαυτού του. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έριχνε στο αυλάκι αλάτι αντί για σπόρο. Ο Παλαμήδης ωστόσο δεν ξεγελάστηκε από το τέχνασμα του Οδυσσέα και για να αποκαλύψει την προσποίησή του και στους άλλους, τοποθέτησε το μικρό Τηλέμαχο μπροστά στο άροτρο. Ο Οδυσσέας αναγκάστηκε να σταματήσει τα ζώα και να υποσχεθεί ότι θα τους ακολουθούσε. Τον Παλαμήδη όμως δεν τον συγχώρεσε ποτέ και τελικά το μίσος αυτό που του είχε ο Οδυσσέας το πλήρωσε ο Παλαμήδης με τη ζωή του.
Σειρά είχε τώρα ο Αχιλλέας. Η μητέρα του, η Θέτιδα, σαν θεά που ήταν, ήξερε ότι αν πάει στον πόλεμο, δε θα ξαναγυρίσει. Γι' αυτό τον έστειλε σε ηλικία εννιά χρονών στη Σκύρο, στο βασιλιά Λυκομήδη, να μεγαλώσει με τις κόρες του στο γυναικωνίτη του παλατιού. Ντυνόταν γυναικεία και ήταν γνωστός με τον όνομα Πύρρα, επειδή ήταν ξανθός. Κατά την παραμονή του εκεί ερωτεύτηκε μια βασιλοπούλα, τη Δηιδάμεια, που του χάρισε ένα γιο, τον Νεοπτόλεμο . Η παρουσία του Αχιλλέα στην αυλή του Λυκομήδη δεν ήταν εξακριβωμένη, η συμμετοχή του όμως στην εκστρατεία ήταν απαραίτητη, γιατί υπήρχε ο χρησμός πως χωρίς τον Αχιλλέα η Τροία δε θα έπεφτε στα χέρια των Αχαιών.
Έτσι, κίνησε ο Οδυσσέας για τη Σκύρο, για να διαπιστώσει αν πράγματι κρυβόταν ο Αχιλλέας εκεί. Πήρε μαζί του και γυναικεία φορέματα και κοσμήματα, κάτω από τα οποία είχε κρύψει μια ασπίδα κι ένα σπαθί. Με την πρόφαση ότι ήθελε να προσφέρει δώρα στις βασιλοπούλες, πέρασε στα διαμερίσματα των γυναικών. Κι ενώ οι κόρες του Λυκομήδη περιεργάζονταν τα δώρα τους, έβαλε να ηχήσουν σάλπιγγες σαν να ήταν να γίνει μάχη. Τότε ο Αχιλλέας έχοντας το ένστικτο του πολεμιστή, άδραξε τα όπλα που υπήρχαν μέσα στα φορέματα. Με την κίνησή του αυτή αποκαλύφθηκε και αναγκάστηκε να τους ακολουθήσει και να πάρει μέρος στην εκστρατεία επικεφαλής των Μυρμιδόνων
Δύο από τους Αχαιούς βασιλιάδες στάθηκαν ωστόσο πιο τυχεροί στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τον πόλεμο. Ο Εχέπωλος από τη Σικυώνα χάρισε στον Αγαμέμνονα μια ξακουστή φοράδα, την Αίθη. Σε αντάλλαγμα ο βασιλιάς των Μυκηνών δεν τον πίεσε να έρθει μαζί του. Ένας άλλος πάλι, ο βασιλιάς της Κύπρου Κινύρας, υποσχέθηκε στους απεσταλμένους του Αγαμέμνονα πενήντα καράβια πλήρως επανδρωμένα. Όταν όμως ήρθε η ώρα να εκπληρώσει την υπόσχεσή του, έστειλε μόνο ένα καράβι και μαζί μ' αυτό σαράντα εννιά πήλινα καραβάκια με κούκλους αντί για ναύτες. Καθώς πλησίαζε η ώρα της συγκέντρωσης του στρατού απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας, ο Αγαμέμνονας ζήτησε, όπως συνηθιζόταν, χρησμό από το μαντείο των Δελφών για τις προοπτικές της εκστρατείας. Η απάντηση που έλαβε ήταν πως, όταν οι πιο αντρειωμένοι από τους αρχηγούς των Αχαιών μαλώσουν μεταξύ τους, αυτό θα είναι καλό σημάδι για την έκβαση του πολέμου.
Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ
Η Αυλίδα της Βοιωτίας, που βρισκόταν στο στενό του Ευρίπου, ορίστηκε ως τόπος συγκέντρωσης του στρατού των Αχαιών. Η προσέλευση των 100.000 ή σύμφωνα με άλλους 135.000 ανδρών και των 1.186 πλοίων ολοκληρώθηκε περίπου δυο χρόνια μετά την απαγωγή της Ελένης. Μόλις συγκεντρώθηκαν όλοι, αποφάσισαν να προσφέρουν θυσίες στους θεούς. Καθώς όμως θυσίαζαν κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο, πετάχτηκε ένα φίδι από το βωμό, ανέβηκε σ' ένα από τα πιο ψηλά κλαδιά του πλάτανου και φτάνοντας σε μια φωλιά με οκτώ νεογέννητα σπουργίτια, άρχισε να τα τρώει. Εκείνα νιώθοντας τον επικείμενο χαμό τους, τιτίβιζαν απελπισμένα, ενώ η μητέρα τους φτερούγιζε ολόγυρα ανίκανη να σταματήσει το χαμό των παιδιών της. Αφού το φίδι κατασπάραξε τα πουλάκια το ένα μετά το άλλο, άρπαξε και τη μητέρα τους και την έφαγε κι αυτή. Αμέσως μετά το φίδι πέτρωσε. Το περιστατικό αυτό το εξέλαβαν οι Αχαιοί ως θεϊκό σημάδι και ανέλαβε να το ερμηνεύσει ο μάντης Κάλχας, λέγοντας ότι τα εννιά πουλιά που έφαγε το φίδι ήταν τα εννιά χρόνια που θα χρειαστεί να πολεμήσουν μπροστά στα τείχη της Τροίας. Στο δέκατο χρόνο η πόλη θα γινόταν δική τους.
Μετά την ολοκλήρωση των θυσιών μπήκαν οι Αχαιοί στα καράβια τους και ξεκίνησαν για την Τροία. Επειδή όμως δεν ήξεραν το δρόμο, αποβιβάστηκαν στη Μυσία βασιλιάς της οποίας ήταν ο Τήλεφος, ο γιος του Ηρακλή. Έχοντας την εντύπωση ωστόσο ότι βρίσκονταν στο σωστό μέρος, επιδόθηκαν σε λεηλασίες και καταστροφές. Ο Τήλεφος δεν αδράνησε και αντεπιτέθηκε με το στρατό του. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν πολλοί. Τραυματίστηκε μάλιστα και ο ίδιος ο Τήλεφος, όταν υποχωρώντας μπροστά στη θέα του Αχιλλέα μπλέχτηκε σ' ένα κλήμα αμπελιού κι έπεσε. Τότε τον πρόλαβε ο Αχιλλέας και τον πλήγωσε με το κοντάρι, που του είχε δώσει ο Κένταυρος Χείρωνας, στο μηρό. Αν και τραυματισμένος ο Τήλεφος, κατάφερε να απωθήσει τους Αχαιούς και τους ανάγκασε να μπουν στα καράβια τους και να φύγουν. Μόλις απομακρύνθηκαν από τη στεριά, δυνατή κακοκαιρία σκόρπισε τα πλοία τους και αναγκαστικά γύρισε ο καθένας στον τόπο του όπως μπορούσε.
Η ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Χρειάστηκαν άλλα οκτώ χρόνια, για να μπορέσουν να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους οι Αχαιοί και να ξανασυγκεντρωθούν. Το τραύμα που είχε προκαλέσει ο Αχιλλέας με το κοντάρι του στο μηρό του Τήλεφου δε γιατρευόταν. Ο Τήλεφος ζήτησε χρησμό από το μαντείο του Απόλλωνα στη Λυκία και πήρε την απάντηση πως αυτός που τον είχε πληγώσει θα τον θεράπευε. Γνωρίζοντας ότι είχε πληγωθεί από τον Αχιλλέα, ο Τήλεφος ξεκίνησε για την Ελλάδα. Για να μην τον αναγνωρίσουν όμως, ντύθηκε ζητιάνος. Και πραγματικά έφτασε στο Άργος, όπου συναντήθηκε αρχικά με τη γυναίκα του Αγαμέμνονα, την Κλυταιμνήστρα, και της ζήτησε να του δώσουν την πιο ταπεινή δουλειά στο παλάτι.
Εκείνο τον καιρό μάλιστα ήταν μαζεμένοι στο Άργος οι Έλληνες ηγεμόνες και προσπαθούσαν να αποφασίσουν, αν έπρεπε να εκστρατεύσουν ξανά κατά της Τροίας ή όχι. Ο Μενέλαος από τη μια επέμενε πως η τιμωρία των Τρώων ήταν απαραίτητη, γιατί οι Έλληνες, καθώς έλεγε, δεν έπρεπε να επιτρέψουν στους βαρβάρους να τους φέρονται όπως στους δούλους τους. Ο Αγαμέμνονας από την άλλη φοβόταν την πιθανότητα μιας δεύτερης άκαρπης προσπάθειας, καθώς εξακολουθούσαν να αγνοούν την ακριβή θέση της Τροίας. Οι γνώμες των άλλων αρχηγών μοιράζονταν ανάμεσα στις δυο αυτές απόψεις. Κανείς δεν έκρυβε ωστόσο το μίσος του για τον Τήλεφο, εξαιτίας του οποίου η πρώτη εκστρατεία είχε λήξει τόσο άδοξα.
Βλέποντας ο Τήλεφος ότι οι Αχαιοί δεν τον συμπαθούσαν ιδιαίτερα, θέλησε να προετοιμάσει το έδαφος για την επικείμενη αποκάλυψή του. Παρουσιάστηκε στους Αχαιούς ως φτωχός ζητιάνος που δε συμπαθούσε τους Μυσούς, γιατί όταν προσάραξε στη χώρα τους, του επιτέθηκαν, του άρπαξαν τη βάρκα και τον πλήγωσαν. Από την άλλη, είπε, δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς πώς ό,τι έκαναν ο Τήλεφος και οι Μυσοί, θα το έκανε κάθε λαός υπερασπιζόμενος τη χώρα του από ξένους εισβολείς. Παρά τη ρητορική του ικανότητα, η πραγματική του ταυτότητα αποκαλύφθηκε και ο κίνδυνος για τη ζωή του ήταν άμεσος. Τότε εκείνος για να σωθεί, άρπαξε το μικρό Ορέστη, το γιο του Αγαμέμνονα, και κάθισε ικέτης στο βωμό του Δία. Οι Αχαιοί εξάλλου δεν μπορούσαν να τον σκοτώσουν, γιατί υπήρχε χρησμός που έλεγε πως ο Τήλεφος θα τους οδηγούσε στην Τροία. Για το λόγο αυτόν και μετά τη μεσολάβηση της Κλυταιμνήστρας επήλθε η συμφιλίωση του Τήλεφου με τους Αχαιούς, που χάρηκαν ιδιαίτερα, όταν τους μίλησε για την ελληνική καταγωγή του.
Ο Αχιλλέας όμως εξακολουθούσε να αρνείται να του γιατρέψει την πληγή. Τότε ο Οδυσσέας έδωσε για μια ακόμη φορά τη λύση λέγοντας πως ο Τήλεφος είχε πληγωθεί από το κοντάρι του Αχιλλέα κι όχι από τον Αχιλλέα. Έξυσε λοιπόν λίγη σκουριά από το κοντάρι πάνω στο τραύμα και ο Τήλεφος θεραπεύτηκε. Για να ευχαριστήσει τους Αχαιούς που τον γιάτρεψαν, ο Τήλεφος δέχτηκε να τους δείξει το δρόμο για την Τροία. Αρνήθηκε ωστόσο κατηγορηματικά να λάβει και ο ίδιος μέρος σ' αυτήν λέγοντας πώς η σύζυγός του, η Λαοδίκη, ήταν κόρη του Πρίαμου και δεν επιθυμούσε να επιτεθεί στην πόλη από την οποία καταγόταν η γυναίκα του.
Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ
Γνωρίζωντας πια το δρόμο για την Τροία, το βασικότερο εμπόδιο για την πραγματοποίηση της εκστρατείας είχε ξεπεραστεί. Τα προβλήματα ωστόσο δεν έλειψαν ως την τελευταία στιγμή. Αν και ο στρατός είχε μαζευτεί πάλι στην Αυλίδα και οι τελευταίες προετοιμασίες για την εκστρατεία είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί, για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν παρουσιαζόταν ο κατάλληλος καιρός για ν' ανοίξουν πανιά. Γι' αυτό ο Αγαμέμνονας έκανε τάμα στη θεά Άρτεμη το πιο όμορφο γέννημα εκείνης της χρονιάς. Η Άρτεμη φάνηκε αρχικά να αποδέχεται την προσφορά του Αγαμέμνονα. Μια μέρα ωστόσο βγήκε ο βασιλιάς για κυνήγι και ανυποψίαστος μπήκε σ' ένα άλσος που ήταν αφιερωμένο στην Άρτεμη. Εκεί ξετρύπωσε ένα ελαφάκι πανέμορφο. Χωρίς να διστάσει, σκότωσε το ιερό ζώο και επιπλέον καυχήθηκε πως και η ίδια η Άρτεμη δε θα μπορούσε να σώσει το ζώο από την καταπληκτική ευστοχία του. Μετά την ανόσια αυτή πράξη επικράτησε πλήρης άπνοια και ο στρατός άρχισε να ανυπομονεί. Ο Κάλχας, ο μάντης του στρατού, αποκάλυψε ότι υπαίτιος της οργής της θεάς ήταν ο Αγαμέμνονας και ότι έπρεπε να θυσιαστεί η πρωτότοκη κόρη του στο βωμό της για να την εξευμενίσουν.
Βέβαια ο Αγαμέμνονας θα προτιμούσε να ξεχάσουν την εκστρατεία και να γυρίσουν στα σπίτια τους, αλλά η επιμονή του στρατεύματος, που ήθελε να δράσει, ήταν ισχυρότερη από τις δικές του επιθυμίες. Πώς όμως θα ξεγελούσε την κόρη του την Ιφιγένεια; Πόσο μάλλον τη γυναίκα του την Κλυταιμνήστρα; Μετά από προτροπή μάλλον του Οδυσσέα αποφάσισε να την καλέσει στην Αυλίδα για να παντρευτεί με τον Αχιλλέα τάχα. Και πράγματι ήρθε η Ιφιγένεια στην Αυλίδα μαζί με τη μητέρα της και τον αδερφό της τον Ορέστη. Γρήγορα όμως έμαθαν τον πραγματικό λόγο, για τον οποίο τους κάλεσαν. Οργισμένος ο Αχιλλέας που είχαν κάνει χρήση του ονόματός του για τέτοιο σκοπό και μάλιστα χωρίς καν να τον έχουν ρωτήσει, προσπαθεί με κίνδυνο της ζωής του να αποτρέψει τους Αχαιούς από μια τέτοια πράξη.
Η προσπάθειά του αυτή όμως δεν έφερε αποτέλεσμα. Τελικά η Ιφιγένεια αποφασίζει να προσφέρει τον εαυτό της και προχωρεί μόνη της στο βωμό με το στήθος της γυμνό, για να δεχτεί το μαχαίρι από το χέρι του θύτη Κάλχα. Όλοι γυρίζουν τα πρόσωπά τους αλλού ή τα σκεπάζουν για να μη δουν τι θα επακολουθήσει. Μόνο ο Κάλχας βλέπει το θαύμα που γίνεται τη στιγμή ακριβώς της σφαγής. Στη θέση της Ιφιγένειας είχε βάλει η θεά ένα ελάφι, λίγο πριν το μαχαίρι χτυπήσει το σώμα της νέας. Και το ελάφι αυτό είναι που τελικά θυσιάζεται για να εξασφαλιστεί η εύνοια της θεάς. Και η θυσία έχει γίνει αποδεκτή. Τώρα τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τους Αχαιούς. Ο στόλος τους μπορεί πια να αποπλεύσει από την Αυλίδα. Όσο για την Ιφιγένεια, η θεά τη μετέφερε στη χερσόνησο της Ταυρικής (στη σημερινή Κριμαία) και την έκανε ιέρεια στον εκεί ναό της.
ΠΑΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΙΑ
Ο στόλος των Αχαιών στο ταξίδι για την Τροία σταμάτησε στη Δήλο, όπου οι Αχαιοί συνάντησαν το βασιλιά του νησιού και ιερέα του πατέρα του, Απόλλωνα, τον Άνιο. Η μητέρα του, η Ροιώ, κλείστηκε για τιμωρία σε μια κασέλα και ρίχτηκε στη θάλασσα από τον πατέρα της, τον Στάφυλο, όταν εκείνος έμαθε πως ήταν έγκυος. Τελικά η Ροιώ βγήκε σ' ένα ακρογιάλι της Εύβοιας, όπου γέννησε ένα γιο. Τον ονόμασε Άνιο, για να θυμάται όσα πέρασε για χάρη του. Αφού ο θεός πατέρας του τον έφερε στη Δήλο, παντρεύτηκε τη Δωρίππη, που του χάρισε τρεις κόρες, την Οινώ, τη Σπερμώ και την Ελαΐδα. Οι κόρες αυτές, γνωστές ως Οινότροποι, είχαν πάρει από τον παππού τους, τον Διόνυσο, το χάρισμα να μετατρέπουν το χώμα που άγγιζαν η πρώτη σε κρασί, η δεύτερη σε γέννημα και η τρίτη σε λάδι. Ο Άνιος λοιπόν πρότεινε στους Αχαιούς να μείνουν στη Δήλο, γιατί, σαν μάντης που ήταν, ήξερε ότι το κάστρο της Τροίας θα έπεφτε μετά από 10 χρόνια. Τη διατροφή του στρατού θα την αναλάμβαναν οι κόρες του. Οι Αχαιοί αρνήθηκαν την ευγενική προσφορά του βασιλιά της Δήλου, απέσπασαν ωστόσο την υπόσχεσή του να τους στείλει τις κόρες του, αν τυχόν τους έλειπαν οι τροφές στη διάρκεια της πολιορκίας.
Επόμενος σταθμός στο ταξίδι τους ήταν το νησί Χρύση, πάνω στο οποίο είχε ιδρύσει ο Ιάσονας βωμό για τη θεά Χρύση. Η θεά αυτή φύλαγε τον Ελλήσποντο και έπρεπε οι Αχαιοί να την εξευμενίσουν. Την ακριβή θέση του νησιού την ήξερε μόνο ο Φιλοκτήτης, ο γιος του Ποίοντα και της Δημώνασσας, που είχε ακολουθήσει τον Ιάσονα στην Αργοναυτική εκστρατεία. Μόλις όμως έφτασαν εκεί οι Αχαιοί και άρχισαν τη θυσία, ένα φίδι δάγκωσε τον Φιλοκτήτη στο πόδι. Η πληγή κακοφόρμισε και ανέδινε τόση κακοσμία, που δεν μπορούσε κανείς να την ανεχτεί. Με προτροπή του Οδυσσέα τον έβγαλαν τελικά στη Λήμνο, ενώ κοιμόταν αποκαμωμένος, και τον άφησαν εκεί ολομόναχο. Αρχηγός των επτά πλοίων του Φιλοκτήτη έγινε τότε ο νόθος γιος του Οϊλέα, ο Μέδοντας.
Λίγο πριν φτάσουν στην Τροία, οι Αχαιοί άραξαν στο νησί Τένεδος για να ξεκουραστούν. Ο βασιλιάς του νησιού Τένης, γιος μάλλον του Απόλλωνα, είχε όμως άλλη γνώμη και άρχισε να τους ρίχνει βράχους. Τότε ο Αχιλλέας τον σκότωσε με το σπαθί του, ξεχνώντας τη συμβουλή της μητέρας του να μη σκοτώνει γιους του Απόλλωνα. Στη συνέχεια κυνήγησε την αδερφή του Τένη, την Ημιθέα, εκείνη όμως κρύφτηκε μέσα στη γη. Τελικά αποβιβάστηκαν όλοι οι Αχαιοί στο νησί και ο Αγαμέμνονας οργάνωσε μεγάλο συμπόσιο προς τιμή των Αχαιών ηγεμόνων. Δεν κάλεσε όμως τον Αχιλλέα από τους πρώτους κι εκείνος παρεξηγήθηκε και απειλούσε να τα μαζέψει και να γυρίσει στην Ελλάδα. Οι άλλοι αρχηγοί προσπάθησαν να εξομαλύνουν τα πράγματα, ενώ ο Οδυσσέας θέλησε να τον φέρει στο φιλότιμο λέγοντας ότι στην πραγματικότητα φοβόταν τον Έκτορα. Τελικά, με την παρέμβαση της Θέτιδας, συμφιλιώθηκε με τον Αγαμέμνονα.
Σύντομα όμως ξέσπασε νέα ζωηρή φιλονικία ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Οδυσσέα, για τον τρόπο με τον οποίο θα έπαιρναν την Τροία. Ο ένας μιλούσε για παλικαριά, ο άλλος για δόλο. Ο Αγαμέμνονας τους άκουγε και χαιρόταν, γιατί θυμήθηκε το δελφικό χρησμό ότι η φιλονικία μεταξύ των αντρειωμένων θα ήταν καλό σημάδι για την έκβαση του πολέμου.

ΑΦΙΞΗ ΣΤΗΝ ΤΡΟΙΑ - ΠΡΩΤΕΣ ΜΑΧΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ
Αφήνοντας πίσω τους το νησί Τένεδος οι Αχαιοί έφτασαν επιτέλους στο ακρογιάλι της Τροίας. Κανείς τους όμως δεν τολμούσε να αποβιβαστεί και να πατήσει το πόδι του στην τρωική γη, γιατί όλοι ήξεραν την προφητεία της Θέτιδας ότι ο πρώτος Αχαιός που θα πατούσε τη γη της Τροίας θα πέθαινε αμέσως. Ο Οδυσσέας, πολυμήχανος όπως πάντα, πέταξε την ασπίδα του και μετά πήδηξε πάνω της. Ξεθαρρεύοντας ο αρχηγός των Θεσσαλών, ο Πρωτεσίλαος, πήδηξε δεύτερος νομίζοντας ότι ο χρησμός θα επαληθευόταν με το θάνατο του Οδυσσέα.
Ο Πρωτεσίλαος πολέμησε γενναία και σκότωσε αρκετούς από τους Τρώες που είχαν μαζευτεί για να δυσκολέψουν τους Αχαιούς κατά την αποβίβαση.
Λίγο αργότερα όμως έπεσε νεκρός από το χέρι του Έκτορα, για να επαληθευτεί ο χρησμός που σωστά είχε ερμηνεύσει ο Οδυσσέας. Ο θάνατος του Πρωτεσίλαου λύπησε πολύ τους Αχαιούς, γιατί ήταν σ' όλους γνωστό πως ο Πρωτεσίλαος έφυγε για την Τροία την επόμενη μέρα του γάμου του. Ωστόσο οι Αχαιοί δεν πτοήθηκαν από το θλιβερό αυτό γεγονός.
Η μάχη βρισκόταν τώρα σε πλήρη εξέλιξη, καθώς οι Αχαιοί προσπαθούσαν με όλες τους τις δυνάμεις να δημιουργήσουν προγεφυρώματα στην ακρογιαλιά, για να πραγματοποιήσουν την απόβασή τους. Πρωτοστατούσε ο Αχιλλέας, που σε κάποια στιγμή θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον Κύκνο, το γιο του Ποσειδώνα και της Καλύκης, ο οποίος είχε πάρει το χάρισμα από τον πατέρα του να μην πληγώνεται από χάλκινο όπλο. Τελικά ο Αχιλλέας κατάφερε να τον σκοτώσει χτυπώντας τον με μια πέτρα στο κεφάλι. Βλέποντας οι Τρώες τον Κύκνο να πέφτει νεκρός πανικοβλήθηκαν, υποχώρησαν άτακτα και κλείστηκαν στην Τροία. Τότε οι Αχαιοί αποβιβάστηκαν με την ησυχία τους και στρατοπέδευσαν προς τη μεριά του Ελλήσποντου. Για να μη σαπίσουν τα πλοία τους, τα έβγαλαν στη στεριά.
Αφού ολοκλήρωσαν την εγκατάστασή τους και θέλοντας μέχρι την τελευταία στιγμή ν' αποφύγουν τον πόλεμο, οι Αχαιοί έστειλαν πρεσβεία στην Τροία σε μια ύστατη προσπάθεια να επιτευχθεί ειρηνική λύση του προβλήματος. Την πρεσβεία αποτελούσαν ο Μενέλαος με τον Οδυσσέα. Τους δυο Αχαιούς φιλοξένησε ο δημογέροντας της Τροίας Αντήνορας, που είχε την άποψη ότι το δίκιο ήταν με το μέρος των Αχαιών. Όταν τελικά παρουσιάστηκε η πρεσβεία των Αχαιών στη συνέλευση των Τρώων, ζήτησε από αυτούς να επιστρέψουν στο δικαιούχο την Ελένη και όλους τους θησαυρούς που είχε αρπάξει ο Πάρης από το παλάτι του Μενέλαου. Τα αιτήματα αυτά συνάντησαν την κατηγορηματική απόρριψη από τον Πάρη, ο οποίος είχε δωροδοκήσει έναν από τους σημαντικότερους δημογέροντας της Τροίας, τον Αντίμαχο, για να υποστηρίξει τις δικές του θέσεις.
Παίρνοντας λοιπόν το λόγο ο Αντίμαχος πρότεινε να μην ικανοποιήσουν τα αιτήματα των Αχαιών και να εκτελέσουν τους δυο απεσταλμένους που ήταν παρόντες.
Ο κίνδυνος για τη ζωή του Μενέλαου και του Οδυσσέα ήταν άμεσος. Από τη δύσκολη θέση τους έβγαλε ο Αντήνορας, που τους φυγάδευσε κρυφά. Και βέβαια το συμπέρασμα που έβγαλαν οι Αχαιοί από αυτή την προσπάθεια για συμβιβασμό, ήταν ότι δεν υπήρχε άλλη λύση από τον πόλεμο.
Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ
Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια για ειρήνη, οργάνωσαν οι Αχαιοί την πολιορκία της Τροίας που δεν ήταν τόσο ασφυκτική ώστε να μην μπορούν οι κάτοικοι της πόλης να πηγαίνουν στα χτήματά τους ή να ασχολούνται με τις όποιες άλλες αγροτικές ή κτηνοτροφικές εργασίες τους έξω από τα τείχη. Βέβαια έπρεπε να είναι πάντα προσεχτικοί, γιατί, αν έπεφταν στα χέρια των Αχαιών, τους περίμενε ο θάνατος ή η αιχμαλωσία. Έτσι σε κάποια ενέδρα συνέλαβε ο Αχιλλέας τον Λυκάονα, νόθο γιο του Πρίαμου, όταν εκείνος πήγε στα χτήματα του πατέρα του. Ο Αχιλλέας του χάρισε τη ζωή, τον έδωσε όμως στον Πάτροκλο για να τον πουλήσει στο σκλαβοπάζαρο της Λήμνου.
Αυτός τον πούλησε στον Εύηνο, το γιο του Ιάσονα, για ένα μεγάλο ασημένιο κρατήρα. Τελικά τον εξαγόρασε ο φίλος του ο Ηετίωνας από την Ίμβρο, πληρώνοντας πολλά λύτρα.
Σε κάποια άλλη στιγμή είχε στήσει ο Αχιλλέας ενέδρα σε μια πηγή. Εκεί πλησίασαν ο Τρωίλος, ο μικρότερος γιος του Πρίαμου, για να ποτίσει το άλογό του, και η Πολυξένη, η αδερφή του, για να πάρει νερό. Ο Αχιλλέας πετάχτηκε τότε μπροστά τους και τα δυο παιδιά τρομαγμένα το έβαλαν στα πόδια. Πήρε ο Αχιλλέας στο κυνήγι τον Τρωίλο και, παρόλο που ήταν πεζός, τον πρόλαβε και τον γκρέμισε από το άλογο. Τον πήγε στο ναό του Θυμβραίου Απόλλωνα, εκεί όπου σύμφωνα μ' ένα μύθο απέκτησαν το χάρισμα της μαντικής η Κασσάνδρα και ο Έλενος, και τον αποκεφάλισε. Την προσπάθεια του παιδιού να ξεφύγει την είχαν δει από τα τείχη ο δημογέροντας Αντήνορας και ένας από τους σκοπούς, ο Πολίτης, γιος του Αντήνορα, ο οποίος έτρεξε με άλλους Τρώες για να τον σώσουν. Ήταν όμως ήδη πολύ αργά. Όταν έφτασαν κοντά στον Αχιλλέα, εκείνος τους πέταξε το κομμένο κεφάλι. Τότε οι Τρώες θέλησαν να τον εκδικηθούν για τη βάρβαρη πράξη του, γλίτωσε όμως με την παρέμβαση των θεών.
Αναφέρεται επίσης ότι ο Αχιλλέας εξέφρασε την επιθυμία να δει από κοντά τη γυναίκα, για χάρη της οποίας πολεμούσε, δηλαδή την Ελένη. Ήταν άλλωστε ο μόνος από τους Αχαιούς ηγεμόνες που δεν την είχε δει. Μαθαίνοντας την επιθυμία του αυτή η μητέρα του η Θέτιδα ήρθε σε συνεννόηση με την Αφροδίτη και η συνάντηση πραγματοποιήθηκε χωρίς να το αντιληφθούν ούτε οι Αχαιοί ούτε οι Τρώες. Δεν είναι γνωστό τι ειπώθηκε και τι έγινε σ' αυτή τη συνάντηση, πάντως το πιο πιθανό είναι να έμεινε και ο Αχιλλέας έκθαμβος από την ομορφιά της.
Από το περιθώριο των πολεμικών επιχειρήσεων δεν έλειπαν, καθώς φαίνεται, και διάφορα παιχνίδια, για να διασκεδάζουν κάπως οι πολεμιστές. Έτσι, σε μια ανάπαυλα της μάχης, κάθισαν ο Αχιλλέας και ο Αίας για να ξεκουραστούν και άρχισαν να παίζουν πεντάγραμμα, ένα παιχνίδι που είχε επινοήσει μάλλον ο πολύ εφευρετικός Παλαμήδης για την ψυχαγωγία του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος και το οποίο παιζόταν με μετακινούμενους πεσσούς πάνω σε πέντε γραμμές. Είχαν απορροφηθεί οι δυο ήρωες τόσο πολύ από το παιχνίδι τους, ώστε δεν αντιλήφθηκαν ότι τους πλησίαζαν οι Τρώες. Τελικά κατάφεραν ν' αμυνθούν με την παρέμβαση της Αθηνάς.
ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΑΡΧΙΖΟΥΝ
Στη διάρκεια του ένατου χρόνου του πολέμου ξέσπασαν ταραχές στις τάξεις του στρατού των Αχαιών. Η αφορμή δόθηκε, όταν άρχισαν να τους λείπουν τα τρόφιμα.
Τα αίτια όμως ήταν βαθύτερα. Η νοσταλγία για την πατρίδα φούντωνε μέσα στις καρδιές τους, ενώ είχαν αρχίσει πια να κουράζονται από έναν πόλεμο χωρίς τέλος. Οι προσπάθειες του αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα να αποτρέψει το χειρότερο δεν ευδοκίμησαν και οι Αχαιοί κατέβηκαν στην παραλία να ρίξουν τα πλοία στη θάλασσα για να φύγουν. Τους σταμάτησε όμως ο Αχιλλέας.
Και για να εκλείψει η κύρια αφορμή των ταραχών, δηλαδή η έλλειψη τροφίμων, έστειλαν οι Αχαιοί μετά από ανάλογη πρόταση του Νέστορα τον Παλαμήδη στο νησί Δήλος, για να φέρει τις κόρες του βασιλιά και ιερέα του Απόλλωνα του Άνιου, τις Οινοτρόπους, που είχαν τη θαυματουργή ικανότητα να μετατρέπουν το χώμα σε τροφή όπως είδαμε και πιο πριν.
ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ
Στα προηγούμενα χρόνια εξασφάλιζαν οι Αχαιοί ηγεμόνες τα απαραίτητα εφόδια για το στρατό τους κάνοντας μικρές εκστρατείες και επιδρομές σε πόλεις που βρίσκονταν στα περίχωρα της Τροίας και στα γύρω νησιά. Στις επιχειρήσεις αυτές όμως δεν περιορίζονταν στην αρπαγή τροφίμων αλλά έκλεβαν και πολύτιμα αντικείμενα, πουλούσαν τους άντρες σε σκλαβοπάζαρα ή τους σκότωναν, έπαιρναν τις γυναίκες ως παλλακίδες στις σκηνές τους. Πρωτοστατούσε στις επιδρομές αυτές ο Αχιλλέας, που είχε στο ενεργητικό του την καταστροφή έντεκα πόλεων γύρω από την Τροία και δώδεκα άλλων στα απέναντι νησιά.
Στην επιδρομή στη Λέσβο, μας λέει η Οδύσσεια, αναμετρήθηκε ο Οδυσσέας με το Φιλομηλείδη στην πάλη και τον νίκησε προκαλώντας ενθουσιασμό στις τάξεις των Αχαιών. Από τη Λέσβο έφερε ο Αχιλλέας επτά παλλακίδες, από τις οποίες έξι πήρε ο Αγαμέμνονας και μια μόνο κράτησε ο Αχιλλέας για τον εαυτό του, την κόρη του Φόρβαντα, τη Διομήδη.
Αναφέρονται τρεις από τις πόλεις στα περίχωρα της Τροίας που κατέλαβε ο Αχιλλέας, η Πήδασος, η Υποπλάκια Θήβα και η Λυρνησσός. Η Πήδασος, που τότε ακόμα λεγόταν Μονηνία, ήταν χτισμένη σε μια πολύ καλά οχυρωμένη θέση στις όχθες του ποταμού Σατνιόη, γι' αυτό οι αλλεπάλληλες επιθέσεις του Αχιλλέα και των Αχαιών δεν έφερναν αποτέλεσμα. Όταν πια είχε αποφασιστεί να εγκαταλείψουν τις προσπάθειες, μια κοπέλα από την πόλη, η Πηδάση, που τον είχε ερωτευτεί, του έστειλε μήνυμα γραμμένο πάνω σ' ένα μήλο πως έπρεπε να συνεχίσει την πολιορκία, γιατί η πόλη βασανιζόταν από δίψα. Και πράγματι, ύστερα από λίγο η πόλη παραδόθηκε εξαιτίας της λειψυδρίας και ο Αχιλλέας σε ανάμνηση της προδοσίας μετονόμασε την πόλη σε Πήδασο.
Η Υποπλάκια Θήβα ήταν χτισμένη κάτω από το βουνό Πλάκος, γι' αυτό και λεγόταν Υποπλάκια. Ο βασιλιάς της, ο Ηετίωνας, είχε επτά γιους και μια κόρη, την Ανδρομάχη, που την είχε παντρέψει με τον Έκτορα.
Τον καιρό που ο Αχιλλέας πολιορκούσε τη Θήβα, έτυχε να βρίσκεται εκεί η Χρυσηίδα, κόρη του ιερέα του Απόλλωνα Χρύση, που τη φιλοξενούσε η αδερφή του Ηετίωνα Ιφινόη. Τελικά η Θήβα κυριεύτηκε και ο Αχιλλέας σκότωσε το βασιλιά και τους γιους του και πήρε ως σκλάβες στη σκηνή του τη γυναίκα του Ηετίωνα και τη Χρυσηίδα. Τον Ηετίωνα τον έθαψε με τιμές, τη βασίλισσα την εξαγόρασε με λύτρα ο πατέρας της από τον ίδιο και τη Χρυσηίδα την πήρε ο Αγαμέμνονας ως παλλακίδα στη σκηνή του. Ο Αχιλλέας βρήκε σε μια επιδρομή τον Αινεία να βόσκει τα κοπάδια του στο βουνό Ίδα. Τρομαγμένος εκείνος από το κακό συναπάντημα έτρεξε για να σωθεί.
Ο Αχιλλέας τον καταδίωξε αλλά ο Αινείας πρόλαβε να φτάσει στη Λυρνησσό. Τότε επιτέθηκε στην πόλη και την κυρίεψε σκοτώνοντας το βασιλιά της, τον Μύνητα, τους τρεις γιους του και τον αδερφό του τον Επίστροφο. Τη γυναίκα του τη Βρισηίδα την έφερε στο στρατόπεδο και ο Αγαμέμνονας του την παραχώρησε ως παλλακίδα. Όσο για τον Αινεία, αυτός κατάφερε για μια ακόμη φορά να ξεφύγει με την παρέμβαση φυσικά των θεών.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΗΔΗ
O Παλαμήδης ήταν γιος του Ναύπλιου και της Ησιόνης. Εξαιρετικά εύστροφος, επινοητικός και εφευρετικός ο Παλαμήδης, ξεπερνούσε κατά πολύ τον Οδυσσέα, ο οποίος τον εχθρευόταν από την πρώτη κιόλας στιγμή, όταν ο Παλαμήδης, που είχε έρθει μαζί με τον Νέστορα και τον Μενέλαο στην Ιθάκη, αποκάλυψε το πονηρό του τέχνασμα, με το οποίο ήθελε να αποφύγει τον πόλεμο.
Οι εξαιρετικές ικανότητες του Παλαμήδη φάνηκαν και αργότερα σε άλλες περιπτώσεις. Όταν στην Αυλίδα ο στρατός παραπονέθηκε για την άδικη και άτακτη διανομή των συσσιτίων, ο Παλαμήδης ανέλαβε να οργανώσει τη μοιρασιά, ώστε να γίνεται ακριβοδίκαια και σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κι όταν πάλι στη διάρκεια του ένατου χρόνου του πολέμου έλειψαν οι τροφές από το αχαϊκό στρατόπεδο, αυτός ήταν που πήγε να φέρει από τη Δήλο τις κόρες του βασιλιά Άνιου.. Φρόντισε ακόμα και για την ψυχαγωγία των ελληνικών στρατευμάτων επινοώντας ένα παιχνίδι με πεσσούς. Ο Παλαμήδης είχε έτσι κερδίσει ξεχωριστή θέση στις καρδιές των Αχαιών και ο Οδυσσέας, εκτός από την εχθρότητα, είχε κάθε λόγο να νιώθει και ζήλια, μια που η ύπαρξη του Παλαμήδη εμπόδιζε τον ίδιο να παινεύεται πως ήταν ο πιο εφευρετικός και πολυμήχανος μεταξύ των Αχαιών.
Η ευκαιρία που αναζητούσε ο Οδυσσέας για να εξολοθρεύσει τον Παλαμήδη με δολοπλοκίες δεν άργησε να του δοθεί. Κάποτε αιχμαλώτισε ο Οδυσσέας ένα δούλο που έφερνε χρυσάφι στο σύμμαχο των Τρώων, τον Σαρπηδόνα, τον αρχηγό των Λυκίων. Υποχρέωσε τότε το δούλο να γράψει στη γλώσσα του ένα γράμμα, στο οποίο ο Πρίαμος απευθυνόμενος στον Παλαμήδη έλεγε πως είχε στείλει όσα είχαν συμφωνήσει και πως τον ευχαριστούσε που είχε βοηθήσει τους Τρώες. Άφησε το δούλο να φύγει, αλλά έστειλε κάποιον που τον σκότωσε πριν προλάβει να απομακρυνθεί πολύ. Έστειλε μήνυμα κατόπιν στον Αγαμέμνονα πως είχε δει σημαδιακό όνειρο που του υποδείκνυε να μετακινηθεί όλος ο στρατός από τις μόνιμες εγκαταστάσεις του σε άλλη θέση για στρατιωτικές ασκήσεις.
Στο διάστημα που έλειπε ο στρατός, έβαλε ο Οδυσσέας κάποιον να θάψει το χρυσάφι που πήρε από το δούλο στη σκηνή του Παλαμήδη. Όταν βρέθηκε το πτώμα του δούλου και διαβάστηκε η επιστολή που ήταν γραμμένη στη γλώσσα του, κινήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, υποψίες εναντίον του Παλαμήδη
Για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, διέταξε ο Αγαμέμνονας, με υπόδειξη φυσικά του Οδυσσέα, να γίνει έρευνα στη σκηνή του Παλαμήδη. Το χρυσάφι που βρέθηκε θαμμένο εκεί αποτελούσε αδιάσειστη απόδειξη της ενοχής του ήρωα και στο δικαστήριο που ακολούθησε δεν μπόρεσε να υπερασπίσει αποτελεσματικά τον εαυτό του. Αφού κρίθηκε ένοχος προδοσίας, καταδικάστηκε σε θάνατο με λιθοβολισμό.
Όταν τα έμαθε όλα αυτά ο πατέρας του Παλαμήδη, ο Ναύπλιος, ήρθε στην Τροία για να μάθει από πρώτο χέρι τι ακριβώς έγινε και να αναζητήσει τυχόν ευθύνες, καθώς δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο γιος του ήταν προδότης. Όλοι οι Αχαιοί όμως τον αγνόησαν και κανείς δεν ασχολήθηκε με τους προβληματισμούς του. Τότε ο Ναύπλιος επέστρεψε στην Ελλάδα αποφασισμένος να τους εκδικηθεί με όποιον τρόπο μπορούσε. Έτσι, όσο καιρό έλειπαν οι Αχαιοί από τα σπίτια τους, επισκεπτόταν ο Ναύπλιος τις γυναίκες τους, την Κλυταιμνήστρα του Αγαμέμνονα, τη Μήδα του Ιδομενέα και την Αιγιάλεια του Διομήδη και τις ωθούσε σε συζυγικές απιστίες.
Το ίδιο προσπάθησε και με την Πηνελόπη, αλλά δεν τα κατάφερε. Μπόρεσε όμως να πείσει αρκετούς φιλόδοξους άντρες να μείνουν στο παλάτι του Οδυσσέα ως υποψήφιοι γαμπροί και να του τρώνε την περιουσία. Κι όταν αργότερα πληροφορήθηκε ο Ναύπλιος πως τέλειωσε ο πόλεμος και οι Αχαιοί γυρίζουν στην Ελλάδα, βρήκε την ευκαιρία να πάρει πιο άμεση εκδίκηση. Άναψε φωτιές στο βουνό Καφηρέας για να νομίζουν οι Αχαιοί πως φτάνουν σε λιμάνι και να τσακίζονται πάνω στα βράχια. Κι όσοι επιζούσαν από τα ναυάγια αυτά, τους σκότωνε ο ίδιος ο Ναύπλιος
Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ
Ο Χρύσης, ο ιερέας του Απόλλωνα, έρχεται στο στρατόπεδο των Αχαιών για να εξαγοράσει την κόρη του, τη Χρυσηίδα, που είχε πιάσει αιχμάλωτη ο Αχιλλέας κατά την άλωση της Υποπλάκιας Θήβας και είχε κρατήσει ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνονας στη σκηνή ως παλλακίδα. Σύσσωμος ο στρατός των Αχαιών φαίνεται να συμφωνεί, μόνο ο Αγαμέμνονας αρνείται κατηγορηματικά, φέρεται με ασέβεια στον ιερέα και τον ξαποστέλνει με απειλές. Ο Χρύσης φεύγει οργισμένος και προσεύχεται στον Απόλλωνα παρακαλώντας τον να κάνει κακό στους Αχαιούς που τον πρόσβαλαν. Πράγματι, ο θεός παίρνει θέση έξω από το ελληνικό στρατόπεδο και ρίχνει αλύπητα τα βέλη του για εννιά μέρες, σκοτώνοντας ζώα και ανθρώπους. Τότε ο Αχιλλέας ζητάει να γίνει συνέλευση των Αχαιών, όπου ο μάντης Κάλχας αποκαλύπτει την αιτία του κακού. Για να επανορθώσουν, λέει, πρέπει να δώσουν τη Χρυσηίδα πίσω στον πατέρα της χωρίς λύτρα και να προσφέρουν στο θεό Απόλλωνα πλούσιες θυσίες.
Ο Αγαμέμνονας δέχεται να αποχωριστεί την παλλακίδα του, ζητά όμως από τους Αχαιούς να του δώσουν άλλο δώρο. Ο Αχιλλέας του αντιγυρίζει ότι δεν υπάρχουν λάφυρα που να μην έχουν μοιραστεί και πως πρέπει να κάνει υπομονή μέχρι να πέσει η Τροία. Ο Αγαμέμνονας κάνει επίδειξη δύναμης δηλώνοντας ότι θα πάρει, και με τη βία αν χρειαστεί, το δώρο όποιου Αχαιού θέλει, ακόμα και τη Βρισηίδα από τη σκηνή του Αχιλλέα. Ο καβγάς μεταξύ τους φουντώνει διαρκώς, μέχρι που κάποια στιγμή ο Αχιλλέας πάνω στο θυμό του αναρωτιέται αν πρέπει να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα εκείνη τη στιγμή. Ενώ όμως επιχειρεί να βγάλει το σπαθί του από τη θήκη, τον σταματά η Αθηνά. Ο Αχιλλέας δέχεται τελικά να δώσει τη Βρισηίδα στον Αγαμέμνονα, δηλώνει όμως ότι θα αποσυρθεί από τη μάχη.
Ο Οδυσσέας επιστρέφει τη Χρυσηίδα στον πατέρα της, μιλώντας του γλυκά για να τον εξευμενίσει και η Βρισηίδα οδηγείται στη σκηνή του Αγαμέμνονα. Στενοχωρημένος ο Αχιλλέας για την προσβολή που του έγινε, ζητά από τη μητέρα του να πείσει τον Δία να αφήσει τους Τρώες να νικούν. Πράγματι, μόλις γυρίζουν οι θεοί στον Όλυμπο, η Θέτιδα μιλά στον Δία και αποσπά την υπόσχεση ότι θα ικανοποιηθεί το αίτημα του γιου της.
Ο Δίας στέλνει τη νύχτα στον Αγαμέμνονα, που κοιμάται, τον Όνειρο με τη μορφή του Νέστορα, για να του πει πως ήρθε τάχα η ώρα να κυριεύσει την Τροία. Ο Δίας βάζει μ' αυτόν τον τρόπο σε ενέργεια το σχέδιό του να ηττηθούν οι Αχαιοί, για να γίνει πιο έντονη η απουσία του Αχιλλέα από τη μάχη. Ο Αγαμέμνονας ξεγελιέται πράγματι, αλλά πριν ξεσηκώσει τους Αχαιούς για γενική επίθεση, θέλει να δοκιμάσει το ηθικό τους.
Στη συνέλευση που ακολουθεί λέει πως μάταια αγωνίζονται εννιά χρόνια τώρα και πως καλύτερα είναι να φύγουν αμέσως, όπως τον πρόσταξε ο Δίας. Οι Αχαιοί ξεγελιούνται και πάνε να ρίξουν τα καράβια στη θάλασσα.
Με την προτροπή της Αθηνάς τους σταματά ο Οδυσσέας και μόνο τον Θερσίτης που επιμένει, τον χτυπά με το σκήπτρο τόσο πολύ που βάζει τα κλάματα εκείνος και προκαλεί άφθονο γέλιο στους Αχαιούς. Η συνέλευση επαναλαμβάνεται, τώρα που η ένταση εκτονώθηκε. Μιλούν ο Οδυσσέας, ο Νέστορας και ο Αγαμέμνονας και φαίνεται πως όλοι θέλουν να συνεχίσουν τον πόλεμο, έστω και χωρίς τη συμμετοχή του Αχιλλέα, γιατί η νίκη είναι κοντά. Γίνεται λοιπόν γενικό προσκλητήριο, οι ηγεμόνες παρατάσσουν τα στρατεύματά τους και προετοιμάζονται για μάχη. Το ίδιο γίνεται και στο στρατόπεδο των Τρώων, καθώς έχουν ειδοποιηθεί από την Ίριδα ότι οι Αχαιοί ετοιμάζουν μεγάλη επίθεση.
Η ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ
Οι δυο στρατοί συναντιούνται και ο Πάρης προκαλεί έναν από τους Αχαιούς ήρωες, όποιον ήθελε, να μονομαχήσει μαζί του. Αμέσως προθυμοποιείται ο Μενέλαος. Μόλις τον βλέπει ο Πάρης, προσπαθεί να φύγει. Τον σταματά ο Έκτορας που τον κατηγορεί για τη δειλία του, ενώ οι συμπολίτες του αποδεκατίζονται.
Έτσι ο Πάρης δέχεται να μονομαχήσει. Προτείνει μάλιστα να σταματήσει ο πόλεμος και η έκβαση της μονομαχίας να κρίνει ποιος από τους δυο θα κρατήσει την Ελένη και τους κλεμμένους θησαυρούς. Όλοι συμφωνούν και χαίρονται που θα τελειώσει ο πόλεμος. Αποφασίζεται μάλιστα να δώσουν επίσημους όρκους οι δυο αρχηγοί, ο Αγαμέμνονας και ο Πρίαμος. Στο μεταξύ η Ίριδα παίρνει τη μορφή της Λαοδίκης και πληροφορεί την Ελένη πως ο Μενέλαος και ο Πάρης θα μονομαχήσουν για χάρη της. Αμέσως εκείνη πάει στα τείχη για να δει τον πρώην άντρα της, έστω και από μακριά. Εκεί είναι μαζεμένοι όλοι οι δημογέροντες της Τροίας, που θαυμάζουν την ξεχωριστή ομορφιά της. Εκεί είναι και ο Πρίαμος, που της μιλά με λόγια γλυκά και καλοσυνάτα και της ζητά πληροφορίες για τους διάφορους Αχαιούς που βλέπει. Η Ελένη του δείχνει τον Αγαμέμνονα, τον Οδυσσέα, τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και τον Ιδομενέα.
Εκείνη τη στιγμή ειδοποιούν τον Πρίαμο πως τον περιμένουν για να δώσει επίσημο όρκο εκ μέρους της Τροίας. Οι όρκοι δίνονται και ο Πρίαμος αποσύρεται, γιατί δεν αντέχει να δει το γιο του στο φονικό αγώνα.
Η μονομαχία αρχίζει και γρήγορα φαίνεται πως ο Μενέλαος θα νικήσει. Την ώρα όμως που έπνιγε τον Πάρη με το λουρί της περικεφαλαίας του, τον τραβά η Αφροδίτη από το πεδίο της μάχης και τον πηγαίνει στο παλάτι.
Στη συνέχεια παίρνει τη μορφή γερόντισσας και πάει στην Ελένη, για να της πει πως τη ζητά ο Πάρης. Εκείνη πηγαίνει κοντά του και τον συμβουλεύει να μην ξαναχτυπηθεί με τον Μενέλαο, γιατί είναι ανώτερός του. Ο Πάρης θέλει να τα ξεχάσουν όλα τώρα και να κοιμηθούν μαζί, ενώ ο Μενέλαος μάταια ψάχνει να βρει τον Πάρη στις τάξεις των Τρώων.
Οι θεοί κάνουν συνέλευση στον Όλυμπο και αποφασίζουν να συνεχιστεί ο πόλεμος και να παραβούν οι Τρώες τους όρκους. Για το σκοπό αυτόν πλησιάζει η Αθηνά με τη μορφή του Λαοδόκου, του γιου του Αντήνορα, τον Πάνδαρο και τον πείθει να τοξέψει τον Μενέλαο, ενώ ακόμα ισχύουν οι σπονδές. Ο Μενέλαος τραυματίζεται ελαφρά και το τραύμα του θα περιποιηθεί ο Μαχάονας. Οι ελπίδες όμως για ειρηνική επίλυση του προβλήματος αποτελούν πια όνειρο απατηλό. Γίνονται προετοιμασίες για τη μάχη και οι συγκρούσεις αρχίζουν.
Αρχίζουν σφοδρές μάχες στις οποίες πρωτοστατεί ο Διομήδης, που σκοτώνει πάρα πολλούς Τρώες και ανάμεσά τους τον Πάνδαρο. Τραυματίζει τον Αινεία και είναι τόση η ορμή και η αυτοπεποίθησή του, που δε διστάζει να τραυματίσει και δυο θεούς, την Αφροδίτη και τον Άρη.
Ο Διομήδης ανταμώνει στο πεδίο της μάχης με τον Γλαύκο, τον πιστό σύντροφο του Σαρπηδόνα. Ενώ ετοιμάζονται να χτυπηθούν, διαπιστώνουν ότι οι παππούδες τους συνδέονταν με φιλία. Γι' αυτό ανταλλάσσουν δώρα και χωρίζουν σαν φίλοι. Οι συγκρούσεις ωστόσο συνεχίζονται και η νίκη φαίνεται να γέρνει με το μέρος των Αχαιών. Γι' αυτό ο Έλενος παρακινεί τον Έκτορα να αφήσει τη μάχη και να ψάξει να βρει τη μητέρα τους την Εκάβη, για να κάνει εκείνη θυσία στη θεά Αθηνά, μήπως και πειστεί η θεά να συγκρατήσει κάπως τον Διομήδη. Πράγματι, ο Έκτορας συναντά τη μητέρα του και στη συνέχεια πηγαίνει στα διαμερίσματα του Πάρη, για να τον πείσει να γυρίσει στη μάχη. Έπειτα ψάχνει να βρει τη γυναίκα του και ενώ πια έχει απελπιστεί πως δε θα τη βρει, πέφτει τυχαία πάνω της. Είναι η τελευταία φορά που ο Έκτορας βλέπει τη γυναίκα του και το γιο του. Αποχαιρετά τη γυναίκα του και, καθώς κατευθύνεται προς το πεδίο της μάχης, συναντιέται με τον Πάρη και προχωρούν μαζί.
Η ΜΑΧΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΕ
Οι μάχες συνεχίζονται καθώς ο Έκτορας με τον Πάρη μπαίνουν στις τάξεις των Τρώων. Ο Απόλλωνας και η Αθηνά συμφωνούν να σταματήσουν οι συγκρούσεις προσωρινά και με πρόταση του Απόλλωνα αποφασίζουν να βάλουν την ιδέα στον Έκτορα να προτείνει μονομαχία με έναν από τους Αχαιούς ήρωες, όποιον ήθελε. Ο Έκτορας κάνει πραγματικά τη σχετική πρόταση, κανείς όμως από τους Αχαιούς δεν τολμά να απαντήσει στην πρόκληση. Από φιλότιμο σηκώνεται ο Μενέλαος, τον σταματά όμως ο αδερφός του Αγαμέμνονας με την παρατήρηση ότι ο Έκτορας είναι ανώτερός του. Τελικά, ο Νέστορας καταφέρνει με τα εύστοχα λόγια του να εμφυσήσει θάρρος και αυτοπεποίθηση στις καρδιές των Αχαιών κι έτσι απαντούν εννιά Αχαιοί στην πρόκληση του Έκτορα. Με κλήρο ορίζεται ο Αίας ο Τελαμώνιος να εκπροσωπήσει τους Αχαιούς. Η μονομαχία διαρκεί πολύ και τελικά οι κήρυκες τη διακόπτουν. Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής ανταλλάσσουν δώρα. Ο Έκτορας προσφέρει το αργυροκαρφωμένο σπαθί του και ο Αίας τη λαμπροπόρφυρη ζώνη του.
Το ίδιο βράδυ ο Αγαμέμνονας παραθέτει γεύμα για τους Αχαιούς ηγεμόνες. Εκεί ο Νέστορας προτείνει να σταματήσει ο πόλεμος για μια μέρα για να μαζέψουν τους νεκρούς και να χτίσουν προστατευτικό τείχος γύρω από το στρατόπεδο και τα καράβια τους. Η πρότασή του γίνεται δεκτή από όλους. Την ίδια στιγμή γίνεται συνέλευση των Τρώων, όπου ο δημογέροντας Αντήνορας υπογραμμίζει ότι οι Τρώες έγιναν επίορκοι και προτείνει να δώσουν στους Αχαιούς την Ελένη και όλα τα κλεμμένα αγαθά. Ο Πάρης δηλώνει πως είναι διατεθειμένος να επιστρέψει μόνο τους κλεμμένους θησαυρούς. Ο Πρίαμος αποφασίζει τελικά να μεταφερθεί, με τον κήρυκα Ιδαίο, στους Αχαιούς η πρόταση του Πάρη και να ζητηθεί ταυτόχρονα ανακωχή, ώσπου να μαζέψουν τους νεκρούς.
Το πρωί της άλλης μέρας ο Ιδαίος μεταφέρει τις τρωικές προτάσεις στο εχθρικό στρατόπεδο. Οι Αχαιοί συμφωνούν να γίνει σύντομη ανακωχή, αλλά απορρίπτουν την πρόταση του Πάρη. Και μόλις μάζεψαν και έκαψαν τους νεκρούς με τιμές, έχτισαν προστατευτικό τείχος και έσκαψαν ολόγυρά του τάφρο. Ο Δίας απαγορεύει ρητά οποιαδήποτε ανάμειξη των θεών στις συγκρούσεις των θνητών. Ο ίδιος πηγαίνει στο βουνό Ίδα, για να εποπτεύει προσωπικά την τήρηση των εντολών του. Οι συγκρούσεις είναι σφοδρές και οι αντίπαλοι στρατοί δεν μπορούν να κάμψουν ο ένας την αντίσταση του άλλου.
Κατά το μεσημέρι έριξε ο Δίας αστροπελέκι από την Ίδα και οι Αχαιοί πανικοβλήθηκαν και το έβαλαν στα πόδια. Μόνο ο Νέστορας μένει πίσω και αυτός από ανάγκη, γιατί το άλογό του τραυματίστηκε. Σώθηκε όμως με την παρέμβαση του Διομήδη. Γρήγορα όμως ξαναμπαίνουν οι Αχαιοί στη μάχη. Ο Τεύκρος υποστηρίζει την αντεπίθεση σκοτώνοντας πολλούς Τρώες με το τόξο, αποσύρεται όμως τραυματισμένος από τον Έκτορα.
Για δεύτερη φορά αναγκάζονται οι Έλληνες να υποχωρήσουν. Την προσπάθεια της Ήρας και της Αθηνάς να συμπαρασταθούν στους Αχαιούς τη σταματά η Ίριδα με εντολή του Δία.
Στο μεταξύ η μέρα έχει φτάσει πια στο τέλος της και ο Έκτορας προτείνει να διανυκτερεύσουν εκεί, στον κάμπο μπροστά στην Τροία, ενώ οι γέροι και τα παιδιά να φυλάξουν την πόλη από το ενδεχόμενο νυχτερινής επίθεσης των Αχαιών. Κι έτσι έκαναν. Ανάβουν μάλιστα και φωτιές, χίλιες τον αριθμό, και γύρω από κάθε φωτιά κάθονται πενήντα Τρώες.
Στο στρατόπεδο των Αχαιών γίνεται την ίδια ώρα συνέλευση των αρχηγών. Ο Αγαμέμνονας προτείνει να τα μαζέψουν και να φύγουν. Ο Διομήδης αρνείται κατηγορηματικά να φύγει και δηλώνει πως θα πάρει την Τροία, έστω και αν μείνει μόνος με το σύντροφό του τον Σθένελο. Οι υπόλοιποι Αχαιοί συμφωνούν με τον Διομήδη. Με υπόδειξη του Νέστορα ο Αγαμέμνονας παραθέτει γεύμα, όπου αποφασίζεται να στείλουν τον Φοίνικα, τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και τον Οδυσσέα στον Αχιλλέα για να του προσφέρουν κάθε δυνατή υλική και ηθική επανόρθωση από τον αρχιστράτηγο. Οι τρεις Αχαιοί ήρωες καταφθάνουν στη σκηνή του Αχιλλέα, βρίσκουν όμως το νεαρό ήρωα αμετάπειστο.
Το μόνο που καταφέρνουν είναι να αποσπάσουν την υπόσχεσή του πως δε θα φύγει την άλλη κιόλας μέρα για τη Φθία, αλλά θα περιμένει μέχρι οι Τρώες να κάψουν όλα τα καράβια των Αχαιών. Όταν προσπαθήσουν να κάψουν και το δικό του, τότε θα πάρει τα όπλα του να πολεμήσει.
Ο Οδυσσέας και ο Αίας φέρνουν την απάντηση του Αχιλλέα στο στρατόπεδο των Αχαιών αφήνοντας όλους άφωνους. Μόνο ο Διομήδης, γεμάτος αυτοπεποίθηση, δηλώνει πως ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί.
Την ίδια νύχτα αποφασίζεται να στείλουν κατασκόπους στο αντίπαλο στρατόπεδο για συλλογή πληροφοριών. Προσφέρεται εθελοντικά ο Διομήδης, που διαλέγει για σύντροφό του τον Οδυσσέα. Την ίδια σκέψη κάνει και ο Έκτορας, που στέλνει τον Δόλωνα. Αυτός συλλαμβάνεται από τους Αχαιούς ήρωες και αποκαλύπτει τις τρωικές θέσεις. Τους λέει μάλιστα ότι μόλις είχε φτάσει ο Ρήσος, βασιλιάς από τη Θράκη. Στη συνέχεια ο Διομήδης σκοτώνει τον Δόλωνα και πηγαίνουν στο εχθρικό στρατόπεδο, στο σημείο όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Θράκες. Ο Διομήδης σκοτώνει δώδεκα Θράκες και τον ίδιο τον Ρήσο, ενώ ο Οδυσσέας λύνει τα άλογά τους και φεύγουν. Γυρίζουν πίσω σώοι και αβλαβείς και διηγούνται στους συντρόφους τους τα κατορθώματά τους..
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑ - ΟΙ ΤΡΩΕΣ ΦΤΑΝΟΥΝ ΣΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ
Thν άλλη μέρα η μάχη ξαναρχίζει και είναι αυτή τη φορά είναι η σειρά του Αγαμέμνονα να δείξει τη μαχητική του ικανότητα. Πραγματικά, ο αρχιστράτηγος ορμά στη μάχη και σκοτώνει αναρίθμητους Τρώες. Στο μεταξύ ο Δίας στέλνει με την Ίριδα στον Έκτορα το μήνυμα να αποφεύγει τις συγκρούσεις μέχρι να δει τον Αγαμέμνονα να πληγώνεται. Κι όταν σε λίγο εκείνος πληγώνεται από τον Κόωνα, ο Έκτορας ξεσηκώνει τους συμπολεμιστές του να αντεπιτεθούν. Ο Οδυσσέας και ο Διομήδης αντιστέκονται προσωρινά στην ορμή του Έκτορα. Γρήγορα όμως ο Πάρης πληγώνει τον Διομήδη και ο Σώκος τον Οδυσσέα, οπότε οι δυο Αχαιοί ήρωες αναγκάζονται να υποχωρήσουν.
Ο Πάρης τραυματίζει στη συνέχεια τον Μαχάονα και ο Ιδομενέας τον ανεβάζει στο άρμα του Νέστορα, για να τον πάει στο στρατόπεδο. Ο Αίας συνεχίζει μόνος του πια, γρήγορα όμως τον κυριεύει ο τρόμος και αρχίζει να υποχωρεί. Ο Ευρύπυλος προσπαθεί να τον βοηθήσει, πληγώνεται όμως από τον Πάρη.
Ο Αχιλλέας που βλέπει πως ο Νέστορας κουβαλά κάποιον πληγωμένο στο άρμα του, στέλνει τον Πάτροκλο να μάθει ποιος είναι αυτός που πληγώθηκε. Ο Νέστορας δε χάνει την ευκαιρία να ζητήσει από τον Πάτροκλο να πολεμήσει ο ίδιος με τους Μυρμιδόνες, αν επιμένει ακόμα ο Αχιλλέας στην αποχή του. Στο γυρισμό συναντά ο Πάτροκλος τον πληγωμένο Ευρύπυλο, τον παίρνει στη σκηνή του και του περιποιείται το τραύμα.
Οι Τρώες έχουν πια πλησιάσει την τάφρο που βρίσκεται γύρω από το προστατευτικό τείχος των Αχαιών και, για να μπορέσουν να την περάσουν, κατεβαίνουν από τα άρματά τους. Φτάνουν στο τείχος και αρχίζουν να το γκρεμίζουν παρά τη λυσσαλέα αντίσταση των Αχαιών. Οι Λύκιοι με τον αρχηγό τους τον Σαρπηδόνα επιτίθενται στους προμαχώνες και γρήγορα καταφέρνουν να σκαρφαλώσουν επάνω. Ο Σαρπηδόνας γκρεμίζει μια έπαλξη από το τείχος και ανοίγει το δρόμο για τα πλοία των Ελλήνων. Διατηρείται ωστόσο ακόμα η τελευταία αμυντική ζώνη των Αχαιών μέχρι τη στιγμή που ο Έκτορας συντρίβει με μια μεγάλη πέτρα την πύλη. Ασυγκράτητοι τότε οι Τρώες κάνουν έφοδο στο στρατόπεδο των Αχαιών, ενώ οι Αχαιοί τρέχουν προς τα πλοία τους.
Ο Δίας βαρέθηκε πια να επιτηρεί τις συγκρούσεις μεταξύ Αχαιών και Τρώων και έστρεψε τη ματιά του σε άλλες χώρες. Ο Ποσειδώνας το αντιλαμβάνεται αυτό και παίρνοντας τη μορφή του μάντη Κάλχα πλησιάζει τους Αχαιούς και τους εμψυχώνει. Με ανανεωμένη ορμή και πρωτοστάτες τους δύο Αίαντες οι Αχαιοί ανασυντάσσονται και προβάλλουν σθεναρή αντίσταση. Οι απώλειες είναι πολλές και από τις δυο πλευρές. Οι γιοι του Πρίαμου Δηίφοβος και Έλενος πληγώνονται. Οι Τρώες με τη μαχητικότητα του Έκτορα, του Πάρη και του Αινεία προσπαθούν να συγκροτήσουν συμπαγές επιθετικό μέτωπο. Η άμυνα των Αχαιών όμως έχει πια σταθεροποιηθεί.
Ο Νέστορας με τους πληγωμένους Αγαμέμνονα, Οδυσσέα και Διομήδη, αν και δεν είναι σε θέση να πολεμήσουν, πηγαίνουν στο πεδίο των συγκρούσεων, για να δώσουν κουράγιο στους συντρόφους τους.
Την ίδια ώρα η Ήρα, που δεν ανεχόταν να βλέπει τους Τρώες να νικούν, ετοιμάζεται να αποπλανήσει τον Δία. Περιποιείται λοιπόν τον εαυτό της και παίρνει από την Αφροδίτη το στηθόδεσμο που ξυπνά την ερωτική επιθυμία στις καρδιές θεών και ανθρώπων, και μαζί με τον Ύπνο πάει στην Ίδα. Βρίσκει μια δικαιολογία για τον ερχομό της και ο Δίας, μόλις τη βλέπει, της ζητά έρωτα. Τότε τους σκεπάζει ένα χρυσό σύννεφο. Ο Δίας πέφτει σε βαθύ ύπνο, αφού χάρηκε τον έρωτα με τη γυναίκα του.
Αμέσως τρέχει ο Ύπνος να φέρει το μήνυμα στον Ποσειδώνα ότι ο Δίας κοιμάται και δεν επιβλέπει πια τη μάχη κι εκείνος δίνει καινούρια ορμή και θάρρος στους Αχαιούς. Με μια πέτρα ο Αίας ο Τελαμώνιος χτυπά τον Έκτορα και τον αφήνει αναίσθητο. Με δυσκολία οι Τρώες καταφέρνουν να τον σώσουν και να τον βγάλουν από το πεδίο της μάχης. Οι Αχαιοί αντεπιτίθενται και αναγκάζουν τους Τρώες να υποχωρήσουν και να γυρίσουν στο σημείο όπου είχαν αφήσει τα άρματά τους έξω από την τάφρο, εγκαταλείποντας πίσω τους πολλούς νεκρούς.
Ο Δίας ξυπνά και με μια ματιά καταλαβαίνει τι έχει συμβεί. Οργισμένος απειλεί την Ήρα ότι θα την τιμωρήσει φρικτά. Εκείνη τον βεβαιώνει με όρκο ότι ο Ποσειδώνας έδρασε με δική του πρωτοβουλία. Τότε εκείνος ηρέμησε κάπως και στέλνει με την Ίριδα στον Ποσειδώνα το μήνυμα να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης. Στέλνει στη συνέχεια τον Απόλλωνα να συνεφέρει τον Έκτορα και να του ανανεώσει τη δύναμη. Ο Έκτορας ξανανιωμένος πέφτει στη μάχη με ασυγκράτητη ορμή. Αρχηγός των Τρώων μπαίνει τώρα ο ίδιος ο Απόλλωνας κρατώντας στα χέρια του τη φρικτή πολεμική αιγίδα του Δία, που με κάθε τράνταγμά της προκαλεί τον πανικό στις τάξεις των Αχαιών. Ισοπεδώνει στη συνέχεια ο θεός την τάφρο, γκρεμίζει το τείχος των Αχαιών και δίνει έτσι στους Τρώες τη δυνατότητα να προχωρήσουν ανεμπόδιστοι.
Γρήγορα φτάνουν στα πλοία των Αχαιών. Ο μόνος που αμύνεται ακόμα είναι ο Αίας ο Τελαμώνιος που αγωνίζεται απελπισμένα να αποκρούσει τους Τρώες και να σώσει τα καράβια προσπαθώντας παράλληλα να ξεσηκώσει με φωνές τους άλλους Αχαιούς να αμυνθούν. Ο Έκτορας καταφέρνει να πιάσει από την πρύμνη το καράβι του Πρωτεσίλαου και ζητά από τους άλλους Τρώες να του δώσουν φωτιά να το κάψει. Δώδεκα Τρώες, που προσπάθησαν να του φέρουν δαυλί, έπεσαν νεκροί από το κοντάρι του Αίαντα.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΚΛΟΥ
Ο Πάτροκλος ζητά από τον Αχιλλέα να του δώσει τα όπλα του και τους Μυρμιδόνες για να πολεμήσει. Ο Αχιλλέας συμφωνεί, του ζητά όμως να γυρίσει πίσω αμέσως, μόλις διώξει τους Τρώες από τα καράβια των Αχαιών και τους τρέψει σε φυγή. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να προχωρήσει μέχρι την Τροία.
Την ώρα που ο Αχιλλέας συμβουλεύει τον Πάτροκλο, καταστρέφει ο Έκτορας το κοντάρι του Αίαντα και βάζουν φωτιά οι Τρώες στο πλοίο του Πρωτεσίλαου. Το βλέπει αυτό ο Αχιλλέας και λέει στον Πάτροκλο να βιαστεί. Μαζεύονται γρήγορα οι Μυρμιδόνες και με αρχηγό τον Πάτροκλο πέφτουν στη μάχη. Μόλις τον βλέπουν οι Τρώες, νομίζουν ότι είναι ο Αχιλλέας και πανικοβλημένοι τρέπονται σε φυγή. Τότε εκείνος πέφτει πάνω στους Λυκίους και σκοτώνει πολλούς από αυτούς.
Ο Σαρπηδόνας, για να υπερασπιστεί τους συντρόφους του, κατεβαίνει από το άρμα του και κατευθύνεται προς τον Πάτροκλο για να μονομαχήσουν. Ο Δίας σκέφτεται για μια στιγμή να σώσει το γιο του, η Ήρα όμως του συνιστά να μη δοκιμάσει να αλλάξει τα γραφτά της μοίρας, δημιουργώντας κακό προηγούμενο.
Ο Σαρπηδόνας σκοτώνεται και γίνεται άγρια μάχη γύρω από το πτώμα του. Οι Αχαιοί καταφέρνουν τελικά να του πάρουν τα όπλα, το κορμί του όμως το παίρνει ο Απόλλωνας, το πλένει και το περιποιείται, για να το μεταφέρουν στη συνέχεια ο Ύπνος και ο Θάνατος στη Λυκία. Ο Πάτροκλος, έχοντας ξεχάσει τις συμβουλές του Αχιλλέα, φτάνει ατρόμητος μέχρι τα τείχη της Τροίας σκοτώνοντας αναρίθμητους Τρώες. Τρεις φορές θα πέσει ο Πάτροκλος στις τάξεις των Τρώων και θα σκοτώσει από εννιά την κάθε φορά. Η ώρα του θανάτου του όμως έχει σημάνει πια. Από πίσω τον χτυπά ο Απόλλωνας δυνατά στις πλάτες και του πέφτουν τα όπλα. Ζαλισμένος καθώς είναι από το θεϊκό χτύπημα, τον χτυπά ο Εύφοβος με το κοντάρι του και αμέσως αποσύρεται. Το τελειωτικό χτύπημα το δέχεται ο Πάτροκλος από τον Έκτορα και πεθαίνει.
Φοβερές συγκρούσεις γίνονται τώρα γύρω από το νεκρό Πάτροκλο. Ο Έκτορας καταφέρνει να πάρει τα όπλα του Αχιλλέα και να τα χρησιμοποιήσει στη μάχη. Δεν μπορεί όμως να σύρει προς το μέρος του το νεκρό κορμί, καθώς το υπερασπίζονται μεταξύ άλλων ο Αίας και ο Μενέλαος. Στο πλευρό των Αχαιών βρίσκεται και η Αθηνά, ενώ ο Δίας σκεπάζει με σκοτάδι το χώρο γύρω από το νεκρό. Ο Αίας παρακαλεί τότε το Δία να απομακρύνει το σκοτάδι για να βλέπουν τι γίνεται. Και πραγματικά το σκοτάδι σηκώνεται, για να μπορέσουν επιτέλους ο Μενέλαος και ο Μηριόνης να σηκώσουν τον Πάτροκλο, να τον φορτωθούν και να κατευθυνθούν προς το στρατόπεδο, ενώ οι δύο Αίαντες τους καλύπτουν στην υποχώρηση. Στο μεταξύ ο Αντίλοχος πηγαίνει να πει τις άσχημες ειδήσεις στον Αχιλλέα.
Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΞΑΝΑΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΜΑΧΗ
Η υποχώρηση όμως γίνεται από δύσκολη ως αδύνατη, καθώς ο Έκτορας, ο Αινείας και πολλοί Τρώες τους κυνηγούν. Μολις μαθαίνει ο Αχιλλέας από τον Αντίλοχο τα κακά μαντάτα, ξεσπά σε θρήνο και κλάματα. Έρχεται η μητέρα του με όλες τις Νηρηίδες να μάθει τι έγινε. Ο ήρωας της μιλά για το θάνατο του Πάτροκλου και της δηλώνει πως θα σκοτώσει τον Έκτορα, ακόμα και αν αυτό σημαίνει πως πρέπει και ο ίδιος να πεθάνει.
Η Θέτιδα αναλαμβάνει να ανέβει στον Όλυμπο, για να του φέρει καινούρια όπλα. Την ίδια στιγμή ο νεκρός Πάτροκλος κινδυνεύει να πέσει σε εχθρικά χέρια. Τότε η Ήρα στέλνει την Ίριδα κρυφά από τον Δία να ειδοποιήσει τον Αχιλλέα, που από μακριά βγάζει άγρια φωνή μαζί με την Αθηνά. Οι Τρώες πανικοβάλλονται και υποχωρούν, ενώ οι Αχαιοί μεταφέρουν το νεκρό στη σκηνή του Αχιλλέα.
Γίνεται συνέλευση των Τρώων, όπου ο Έκτορας επιμένει να μείνουν στον κάμπο, παρά την αντίθετη γνώμη του Πολυδάμαντα. Στη σκηνή του Αχιλλέα οι θρήνοι και τα μοιρολόγια θα συνεχιστούν όλη τη νύχτα. Στο μεταξύ η Θέτιδα επισκέπτεται τον Ήφαιστο, που της ετοιμάζει τα όπλα όσο πιο γρήγορα μπορεί.
Η Θέτιδα φέρνει στον Αχιλλέα τα καινούρια του όπλα. Γίνεται συνέλευση των Αχαιών, όπου συμφιλιώνεται ο Αχιλλέας με τον αρχιστράτηγο, που προσφέρει στον Αχιλλέα όσα δώρα είχε υποσχεθεί. Ο Αχιλλέας δε δείχνει να ενδιαφέρεται τόσο για δώρα όσο για την επανάληψη των εχθροπραξιών. Ο Οδυσσέας ωστόσο του αντιγυρίζει πως οι πολεμιστές πρέπει να φάνε και να πιούνε, για να μπορέσουν να αγωνιστούν καλά. Ο Αγαμέμνονας δίνει τα δώρα στον Αχιλλέα μαζί με τη Βρισηίδα και ορκίζεται επίσημα πως δεν την έχει ακουμπήσει.
Ο Αχιλλέας επιστρέφει στη σκηνή του, όπου θρηνεί απαρηγόρητος για το χαμό του Πάτροκλου. Μαζί του είναι και άλλοι Αχαιοί βασιλιάδες, που προσπαθούν να τον πείσουν να φάει κάτι. Εκείνος αρνιέται, όμως η Ίριδα σταλμένη από τον Δία του ρίχνει στο στήθος αμβροσία και νέκταρ για να στυλωθεί. Σε λίγο ο Αχιλλέας αρχίζει να ετοιμάζεται για τη μάχη.
Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ
Ο Δίας συγκεντρώνει όλους τους θεούς και τους ανακοινώνει ότι μπορούν ελεύθερα πια να παρεμβαίνουν στον πόλεμο. Έτσι πηγαίνουν στην Τροία οι προστάτες των Αχαιών, η Ήρα, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας, ο Ερμής και ο Ήφαιστος και οι προστάτες των Τρώων, ο Άρης, η Άρτεμη, ο Απόλλωνας, η Λητώ και η Αφροδίτη.
Ο Αινείας είναι ο πρώτος που θα χτυπηθεί με τον Αχιλλέα. Καθώς ετοιμάζεται όμως ο Αχιλλέας να τον σκοτώσει, τον αρπάζει ο Ποσειδώνας και τον πετά έξω από τη μάχη.
Ο Αχιλλέας ασυγκράτητος και διψασμένος για εκδίκηση χύνεται στη μάχη σκοτώνοντας τους Τρώες κυριολεκτικά τον ένα μετά τον άλλο. Όταν σκοτώνει τον Πολύδωρο, ένα γιο του Πρίαμου, ο Έκτορας επιδιώκει να τον αντιμετωπίσει.
Ο Αχιλλέας ορμά πάνω του να τον σκοτώσει, αλλά την τελευταία στιγμή τον αρπάζει ο Απόλλωνας μέσα σε ένα σύννεφο ομίχλης. Ο Αχιλλέας πέφτει τώρα πάνω στους άλλους Τρώες, που υποχωρούν άτακτα και πολλοί από αυτούς ρίχνονται στον ποταμό Σκάμανδρο. Ορμά κι εκείνος μέσα στα νερά και σκοτώνει όποιον βρει μπροστά του.
Όταν κουράστηκε να σκοτώνει μέσα στο ποτάμι, πιάνει δώδεκα αιχμαλώτους, που θα τους σκοτώσει αργότερα στον τάφο του Πάτροκλου. Καθώς πάει να ξαναμπεί στο ποτάμι, συναντά τον Λυκάονα που τον είχε πιάσει παλιότερα αιχμάλωτο. Παρά τα παρακάλια του τον σκοτώνει και τον πετά στο ποτάμι. Ο Σκάμανδρος παραπονιέται στον Αχιλλέα πως τα νερά του δεν μπορούν να φτάσουν στη θάλασσα εξαιτίας των πολλών πτωμάτων που πετά μέσα σ' αυτόν. Ο Αχιλλέας όμως ξαναμπαίνει μέσα στο ποτάμι και ο θεός οργισμένος χύνεται πάνω του. Κόντευε να πνιγεί, όταν τον σώζουν ο Ποσειδώνας και η Αθηνά. Στη συνέχεια ο Ήφαιστος σταλμένος από την Ήρα καίει τον ποταμό με τις φλόγες του κι αρχίζουν να στεγνώνουν τα νερά του μέχρι που τελικά ο Σκάμανδρος υποχωρεί.
Τώρα όμως έχει δοθεί η αφορμή να αγωνιστούν οι θεοί μεταξύ τους. Η Αθηνά ρίχνει με μια πέτρα κάτω τον Άρη. Πάει να τον σηκώσει η Αφροδίτη, δέχεται όμως και αυτή χτύπημα και πέφτει κάτω. Ο Ποσειδώνας προκαλεί τον Απόλλωνα να χτυπηθούν, εκείνος όμως δε δέχεται. Η Ήρα δέρνει την Άρτεμη και πάνω στην αναταραχή σκορπίζονται τα βέλη της Άρτεμης κάτω. Τελικά ο Απόλλωνας πηγαίνει στην Τροία, ενώ οι υπόλοιποι θεοί επιστρέφουν στον Όλυμπο.
Στο μεταξύ ανοίγουν οι πύλες της Τροίας με διαταγή του Πρίαμου, για να μπουν μέσα οι κυνηγημένοι Τρώες. Μόνο ο Αγήνορας τολμά να αντισταθεί. Και πάνω που θα τον σκότωνε ο Αχιλλέας, τον τράβηξε από τη μάχη ο Απόλλωνας τυλιγμένο σε σύννεφο. Τότε πήρε ο θεός τη μορφή του Αγήνορα για να ξεγελάσει τον Αχιλλέα και να τον παρασύρει μακριά από τις πύλες της πόλης, ώστε να προλάβουν να μπουν μέσα όλοι οι κυνηγημένοι Τρώες. Ο Έκτορας είναι πια ο μοναδικός Τρώας έξω από τα τείχη. Οι δικοί του του φωνάζουν να μπει στην πόλη και να γλιτώσει αλλά δεν τους ακούει
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΟΡΑ
Tώρα καταλαβαίνει πόσο δίκιο είχε ο Πολυδάμας, όταν έλεγε πως έπρεπε να γυρίσουν στην πόλη την προηγούμενη νύχτα. Νιώθει το βάρος της ευθύνης για το χαμό τόσων Τρώων να τον πλακώνει και αποφασίζει να μείνει και να αντιμετωπίσει το φοβερό αντίπαλό του. Πάνω στην ώρα έρχεται και ο Αχιλλέας. Μόλις τον βλέπει ο Έκτορας, χάνει το κουράγιο του και φεύγει.
Τρεις φορές κάνουν το γύρο των τειχών της πόλης και την τέταρτη κοντοστέκεται, καθώς βλέπει την Αθηνά με τη μορφή του αγαπημένου του αδερφού Δηίφοβου να έρχεται τάχα να του συμπαρασταθεί. Η μονομαχία ξεκινά. Ο Αχιλλέας ρίχνει το κοντάρι του χωρίς επιτυχία, η Αθηνά όμως του το ξαναφέρνει. Την ίδια τύχη έχει και ο Έκτορας, όταν ρίχνει το δικό του κοντάρι. Τώρα όμως που χρειάζεται και δεύτερο κοντάρι ο Έκτορας, καταλαβαίνει πως έχει ξεγελαστεί, πως οι θεοί τον έχουν εγκαταλείψει.
Και πραγματικά, ο Αχιλλέας τον πληγώνει θανάσιμα. Με τη λίγη ζωή που του μένει, τον ικετεύει να δώσει το κορμί του στους δικούς του. Ο Αχιλλέας όμως αρνιέται, τον γυμνώνει από τα όπλα του, τον δένει από τα πόδια στο άρμα και τον σέρνει γύρω από τα τείχη της πόλης. Με θρήνους και κλάματα τα βλέπουν όλα αυτά οι δικοί του από τα τείχη.
Ο Αχιλλέας επιστρέφει στη σκηνή του, όπου κακομεταχειρίζεται αρκετά το νεκρό Έκτορα. Δίνει εντολή σ' όλους να φάνε και ύστερα αποκαμωμένος πέφτει σε βαθύ ύπνο, όπου τον επισκέπτεται η ψυχή του Πάτροκλου και του ζητά να τον κάψει γρήγορα. Το άλλο πρωί παραδίδεται ο νεκρός στην πυρά με όλες τις τιμές, ενώ ο Αχιλλέας αποκεφαλίζει και τους δώδεκα Τρώες αιχμαλώτους που είχε πιάσει στον ποταμό Σκάμανδρο. Όταν η φωτιά σβήνει, μαζεύουν τα οστά του νεκρού και τα κλείνουν σε μια υδρία. Στη συνέχεια ο Αχιλλέας διοργανώνει αθλητικούς αγώνες προς τιμή του νεκρού φίλου γύρω από τον τύμβο του.
Η κακομεταχείριση του νεκρού Έκτορα συνεχίζεται για δώδεκα μέρες. Οι θεοί όμως λυπούνται τον Τρώα ήρωα και γι' αυτό στέλνουν τη Θέτιδα στον Αχιλλέα με το μήνυμα να δεχτεί τα λύτρα για την εξαγορά του νεκρού. Εκείνος συμφωνεί.
Στον Πρίαμο πηγαίνει η Ίριδα φέρνοντας τη θεϊκή εντολή να πάει στο στρατόπεδο των Αχαιών με ένα μόνο κήρυκα και να εξαγοράσει το γιο του με λύτρα. Παρά τις αντιρρήσεις της γυναίκας του Εκάβης, φορτώνει σε ένα αμάξι τα λύτρα και ξεκινά με τον κήρυκα Ιδαίο για τη σκηνή του Αχιλλέα. Στο δρόμο συναντούν τον Ερμή, που έχει πάρει τη μορφή ενός Μυρμιδόνα και που τους οδηγεί στον Αχιλλέα, χωρίς να τους πάρει είδηση κανένας από τους Αχαιούς. Ο Αχιλλέας τον υποδέχεται με θαυμασμό και καλοσύνη. Τρώνε και πίνουν μαζί και συμφωνούν να γίνει δωδεκαήμερη ανακωχή για την ταφή του νεκρού. Ο Πρίαμος κοιμάται στη σκηνή του Αχιλλέα και το άλλο πρωί φέρνει το νεκρό Έκτορα στην Τροία, όπου παραδίδεται στην πυρά μέσα σε θρήνους και μοιρολόγια και στη συνέχεια τα λείψανά του τοποθετούνται σε χρυσή λάρνακα η οποία κλείνεται μέσα σε τύμβο.
ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΙΑ
Μετά το θάνατο του Έκτορα έφτασαν στην Τροία οι Αμαζόνες με τη βασίλισσά τους την Πενθεσίλεια, την κόρη του Άρη. Οι Αμαζόνες είχαν το έθιμο να μην παντρεύεται μια γυναίκα, αν δε σκοτώσει προηγουμένως πολλούς άντρες.
Ο πόλεμος στην Τροία ήταν λοιπόν μια καλή ευκαιρία για την Πενθεσίλεια και για άλλες συμπολεμίστριές της.
Και πραγματικά, με την επανάληψη των εχθροπραξιών, η Πενθεσίλεια σκοτώνει πάρα πολλούς Αχαιούς, ανάμεσά τους και τον έναν από τους δυο γιατρούς του αχαϊκού στρατοπέδου, τον Μαχάονα, το γιο του Ασκληπιού. Τελικά μονομαχεί με τον Αχιλλέα και στη φοβερή σύγκρουση που ακολουθεί η Πενθεσίλεια σκοτώνεται. Ο Αχιλλέας, θαυμάζοντας την ορμή και το θάρρος της, ίσως και την ομορφιά της, δεν κακομεταχειρίζεται το σώμα της αλλά το δίνει στους Τρώες να το θάψουν όπως πρέπει. Για τη χειρονομία του αυτή κατηγορείται ο Αχιλλέας μπροστά στους Αχαιούς από τον Θερσίτη πως τελικά δεν είναι και τόσο σκληρός όσο έλεγε. Τότε ο Αχιλλέας τον χτυπά με το χέρι και τον αφήνει στον τόπο. Η πράξη αυτή του Αχιλλέα ξεσηκώνει την οργή αρκετών Αχαιών, ιδιαίτερα του Διομήδη που είναι θείος του νεκρού. Για να κατευνάσει τα πνεύματα, ο Αχιλλέας κάνει πλούσιες θυσίες στους θεούς και ο Οδυσσέας τον καθαρίζει από το αίμα που τον βαραίνει.
Ο Μέμνονας, γιος του Τιθωνού και της Ηούς, ήταν βασιλιάς των Αιθιόπων. Ήρθε στην Τροία για να βοηθήσει το θείο του, τον Πρίαμο, στις δύσκολες στιγμές. Τον οπλισμό του τον είχε φτιάξει ο Ήφαιστος, όπως και του Αχιλλέα. Με τον ερχομό του Μέμνονα στην Τροία η Θέτιδα προειδοποιεί τον Αχιλλέα πως, αν σκοτώσει τον Μέμνονα, θα σκοτωθεί και ο ίδιος αμέσως μετά.
Ο βασιλιάς των Αιθιόπων διακρίνεται στις συγκρούσεις που ακολουθούν και σκοτώνει πολλούς αντιπάλους. Κάποια στιγμή μάλιστα είναι έτοιμος να σκοτώσει τον Νέστορα, που είναι καθηλωμένος με το άρμα του στο κέντρο της μάχης, καθώς ο Πάρης του είχε σκοτώσει το ένα άλογο με τα βέλη του. Τον σώζει όμως ο γιος του ο Αντίλοχος που έτρεξε να τον βοηθήσει. Στη μονομαχία που ακολουθεί ανάμεσα στον Μέμνονα και τον Αντίλοχο, ο τελευταίος πέφτει νεκρός.
Μαθαίνοντας ο Αχιλλέας τα κακά μαντάτα στενοχωρέθηκε πάρα πολύ, γιατί υπεραγαπούσε το γιο του Νέστορα. Ξεχνά τη συμβουλή της μητέρας του και στη στιγμή ορμά στη μάχη για να πάρει εκδίκηση. Δεν αργεί να βρει τον Μέμνονα και η μονομαχία αρχίζει. Την ίδια ώρα οι θεές Θέτιδα και Ηώ παρακαλούν τον Δία, καθεμιά για τη ζωή του δικού της γιου. Τότε με εντολή του Δία ο Ερμής σηκώνει τη ζυγαριά που έχει στις δυο τις άκρες τους κλήρους του θανάτου των δυο ηρώων.
Η ζυγαριά γέρνει προς το μέρος του Μέμνονα, που σημαίνει ότι ο θάνατός του έχει αποφασιστεί. Για να παρηγορήσει ο Δίας την Ηώ, χαρίζει στο γιο της την αθανασία. Και πραγματικά ο Αχιλλέας καταφέρνει να σκοτώσει τον αντίπαλό του. Αμέσως η Ηώ αρπάζει το νεκρό Μέμνονα, τον καθαρίζει και τον περιποιείται και στη συνέχεια ο Ύπνος και ο Θάνατος, τα δυο αδέρφια της, τον μεταφέρουν στην Αιθιοπία για να ταφεί.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ
Όταν είδαν οι Τρώες τον Μέμνονα να πέφτει νεκρός από το χέρι του Αχιλλέα, πανικοβλήθηκαν και άρχισαν να υποχωρούν άτακτα. Ασυγκράτητος ο Αχιλλέας κατευθύνεται τώρα ίσια στην Τροία χωρίς να τολμά κανείς να προβάλει αντίσταση. Οι Τρώες έχουν όμως ακόμα έναν ισχυρό σύμμαχο με το μέρος τους, το θεό Απόλλωνα, που στέκεται στις Σκαιές Πύλες. Καθώς ο Αχιλλέας πλησιάζει, δίνει την εντολή ο θεός στον Πάρη να του ρίξει με το τόξο. Και πραγματικά το βέλος του Πάρη τραυματίζει τον Αχιλλέα θανάσιμα στη φτέρνα που ήταν το μοναδικό μέρος του σώματος του που ήταν θνητό όπως είπαμε πριν. Από εκεί εμεινε και η έκφραση ""ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΦΤΕΡΝΑ"" που λεμε όταν θέλουμε να μιλήσουμε για το αδύναμο σημείο κάποιου
Ο πιο γενναίος από τους Αχαιούς ήρωες είναι πια νεκρός και γύρω του διεξάγονται πρωτόγνωρες σε αγριότητα μάχες, στην προσπάθεια Αχαιών και Τρώων να τραβήξουν το πτώμα ο καθένας προς το μέρος του. Από τη μεριά των Αχαιών πρωτοστατεί ο Αίας ο Τελαμώνιος και από τη μεριά των Τρώων ο Αινείας. Κάποια στιγμή καταφέρνει ο Γλαύκος, πιστός σύντροφος του Σαρπηδόνα, να δέσει με λουρί το πόδι του νεκρού. Ο Αίας τον σταματά σκοτώνοντάς τον με το κοντάρι του. Σε λίγο στέλνει ο Δίας ανεμοθύελλα στο πεδίο της μάχης και πάνω στην αναταραχή και τον πανικό που ακολούθησε καταφέρνει ο Αίας να απομακρύνει το νεκρό από τη μάχη με την κάλυψη που του παρέχει ο Οδυσσέας.
Οι Αχαιοί πλένουν και καθαρίζουν το νεκρό Αχιλλέα από τις σκόνες και τα αίματα με θρήνους και μοιρολόγια, όταν ακούγεται δυνατή βοή από τη θάλασσα. Όλοι τρέχουν να κρυφτούν όπου μπορεί ο καθένας. Τους καθησυχάζει ο Νέστορας, που τους λέει πως έρχονται οι Νηρηίδες με τη μητέρα του νεκρού τη Θέτιδα, για να θρηνήσουν το νεκρό. Σε λίγο καταφθάνουν και οι Μούσες και για δεκαεφτά μέρες και νύχτες μοιρολογούν όλοι μαζί το νεκρό. Τη δέκατη όγδοη μέρα παραδίδεται το σώμα του νεκρού Αχιλλέα στην πυρά. Τα λείψανά του τα τοποθετούν μαζί μ' αυτά του Πάτροκλου σε χρυσό αμφορέα που έχει φέρει η Θέτιδα, φτιαγμένο από τα χέρια του Ήφαιστου. Στη συνέχεια, υψώνουν τύμβο στο Σίγειο και διοργανώνουν επιτύμβιους αγώνες προς τιμή του Αχιλλέα, στους οποίους νικούν ο Εύμηλος στις ιπποδρομίες, ο Διομήδης στους αγώνες δρόμου, ο Αίας στη δισκοβολία και ο Τεύκρος στην τοξοβολία. Μόλις ολοκληρώθηκαν οι επιτύμβιοι αγώνες, η Θέτιδα δηλώνει πως θα χαρίσει την πανοπλία του Αχιλλέα στον καλύτερο από τους Αχαιούς ήρωες.
Τότε σηκώνεται ο Αίας ο Τελαμώνιος και υποβάλλει υποψηφιότητα για το νέο αυτό έπαθλο, γιατί πιστεύει πως είναι και ο πιο αντρειωμένος και ο πιο δυνατός απ' όλους. Ως υποψήφιος όμως σηκώνεται και ο Οδυσσέας, γιατί θεωρεί ότι οι Αχαιοί βγήκαν αρκετές φορές από πολύ δύσκολη θέση χάρη στη δική του ευστροφία και επινοητικότητα.
Γρήγορα τα αίματα ανάβουν και για να αποφευχθεί ένοπλη σύγκρουση των δύο ηρώων, προτείνει ο Νέστορας να γίνει η επιλογή όχι από τους Αχαιούς, που μπορεί να επηρεαστεί η κρίση τους από προσωπικά αισθήματα, αλλά από τους Τρώες, που με την κρίση ανεπηρέαστη θα εξέφραζαν αμερόληπτη γνώμη. Πηγαίνουν λοιπόν Αχαιοί κατάσκοποι κοντά στα τείχη της Τροίας, μήπως και πετύχουν κάποια σχετική συζήτηση. Και πράγματι, ακούνε δυο γυναίκες να συζητούν για τη μεταφορά του νεκρού Αχιλλέα έξω από το πεδίο της μάχης από τον Αίαντα και τον Οδυσσέα.
Η μια λέει ότι πιο άξιος είναι ο Αίας που κουβάλησε το νεκρό, ο οποίος ήταν αρκετά μεγαλόσωμος και βαρύς, ενώ ο Οδυσσέας δεν τόλμησε κάτι τέτοιο. Η απάντηση της άλλης είναι αποστομωτική. Οποιοσδήποτε, λέει, θα μπορούσε να μεταφέρει ένα μεγάλο βάρος, όχι όμως και να πολεμήσει με τόσους ανθρώπους μαζί, όπως ο Οδυσσέας. Άρα, κατά την άποψή της, ο Οδυσσέας είναι πιο γενναίος από τον Αίαντα.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΑΝΤΑ
Η παρατήρηση αυτή, που την είχε εμπνεύσει η Αθηνά στην Τρωαδίτισσα, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για συζήτηση. Νικητής είναι ο Οδυσσέας και οι Αχαιοί του παραδίνουν την πανοπλία του Αχιλλέα. Η επιλογή των Αχαιών γέμισε την ψυχή του Αίαντα με οργή. Νιώθει πως οι Αχαιοί θέλησαν να τον αδικήσουν, να τον ταπεινώσουν. Αρχίζει να χάνει τον αυτοέλεγχό του θέλοντας λυσσασμένα να πάρει εκδίκηση για την προσβολή που του έγινε. Αποφασίζει να σκοτώσει τους Αχαιούς αρχηγούς την ίδια κιόλας νύχτα.
Καθώς κατευθύνεται προς τις σκηνές τους, χάνει τα λογικά του με την παρέμβαση της Αθηνάς και πάει στο χώρο όπου έχουν συγκεντρώσει οι Αχαιοί τα κοπάδια τους. Εκεί ο Αίας αρχίζει να σφάζει ανελέητα τα ζώα πιστεύοντας ότι είναι οι Αχαιοί βασιλιάδες. Νομίζει μάλιστα ότι ένα κριάρι είναι ο μισητός Οδυσσέας και το σέρνει στη σκηνή του για να το βασανίσει. Όταν την άλλη μέρα βρίσκει τα λογικά του και βλέπει τι έχει κάνει, αποφασίζει να αυτοκτονήσει για ν' αποφύγει τον εξευτελισμό και την ατίμωση. Έτσι, στερεώνει το σπαθί του σε μια ερημιά και πέφτει πάνω του.
Αργότερα βρίσκουν ο Διομήδης και ο Οδυσσέας το νεκρό Αίαντα και τον πηγαίνουν στον αρχιστράτηγο των Αχαιών, τον Αγαμέμνονα. Μόλις καταλαβαίνουν τι έγινε, αρκετοί από τους Αχαιούς βασιλιάδες θύμωσαν πολύ, ενώ ο Αγαμέμνονας εξοργισμένος διέταξε να μην τον κάψουν με τιμές όπως ταιριάζει σε ήρωα, αλλά να τον παραχώσουν όπως όπως στο ακρωτήριο Ροίτειο.
Κάποια στιγμή ο Κάλχας, ο μάντης των Αχαιών σ' όλη τη διάρκεια της εκστρατείας, δηλώνει στον Οδυσσέα πως οι μαντικές του ικανότητες δεν είναι αρκετές για την άλωση της Τροίας και πως τους σχετικούς χρησμούς μπορούσαν να τους εκμαιεύσουν μόνο από τον Έλενο, το γιο του Πρίαμου, που κατέχει τη μαντική τέχνη.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ
Έτσι ο Οδυσσέας αναλαμβάνει να αιχμαλωτίσει τον Έλενο, πράγμα που τελικά καταφέρνει μετά από πολλές ενέδρες ένα βράδυ που τον πέτυχε ανυποψίαστο έξω από την πόλη. Τον φέρνει στη συνέλευση των Αχαιών, όπου ο Έλενος αναγκάζεται να τους αποκαλύψει πως θα έπαιρναν την Τροία, μόνο αν είχαν με το μέρος τους το τόξο και τα βέλη του Ηρακλή και αν ερχόταν στην Τροία ο γιος του Αχιλλέα, ο Νεοπτόλεμος. Τα όπλα του Ηρακλή τα είχε ο Φιλοκτήτης, που είχε ακολουθήσει τους Αχαιούς στην εκστρατεία κατά της Τροίας. Όταν θυσίαζαν όμως στη Χρύση, τον δάγκωσε ένα φίδι, η πληγή κακοφόρμισε και μύριζε τόσο άσχημα, που οι Αχαιοί τον άφησαν στη Λήμνο, μη μπορώντας να ανεχτούν την κακοσμία. Παρατημένος σχεδόν δέκα χρόνια τώρα σ' ένα ερημονήσι χωρίς να ενδιαφερθεί κανείς από τους Αχαιούς γι' αυτόν, μάλλον δε θα ήθελε να τους βοηθήσει τώρα που τον χρειάζονται. Πηγαίνουν ωστόσο ο Οδυσσέας και ο Διομήδης στη Λήμνο και καταφέρνουν με ύπουλο τρόπο να του πάρουν τα όπλα του Ηρακλή. Χρησιμοποιώντας τα ως διαπραγματευτικό μέσο τον πείθουν να τους ακολουθήσει στην Τροία, όπου γιατρεύεται.
Καθώς ο Φιλοκτήτης ήταν άριστος τοξότης, σκοτώνει πολλούς Τρώες. Μονομαχεί και με τον Πάρη, τον οποίο σκοτώνει με τα βέλη του. Στο νεκρό κορμί του Πάρη ορμά ο Μενέλαος και το κακομεταχειρίζεται αλύπητα, βγάζοντας το άχτι του για την αρπαγή της γυναίκας του και για όσα ακολούθησαν. Το νεκρό Πάρη καταφέρνουν τελικά να πάρουν οι Τρώες μετά από σφοδρές συγκρούσεις και τον μεταφέρουν στην Τροία. Την Ελένη την παντρεύεται τώρα ο αδερφός του Πάρη, ο Δηίφοβος. Σύμφωνα με τους χρησμούς που είχαν αποσπάσει από τον Έλενο, για να πάρουν την Τροία, έπρεπε να φέρουν το γιο του Αχιλλέα, τον Νεοπτόλεμο.
Όταν κρυβόταν ο Αχιλλέας στην αυλή του Λυκομήδη στη Σκύρο, απόχτησε ένα γιο με μια από τις βασιλοπούλες, τη Δηιδάμεια. Όσο καιρό ζούσε ο Αχιλλέας εκεί ντυμένος με γυναικεία ρούχα, τον φώναζαν Πύρρα. Έτσι, ο γιος του ονομάστηκε Πύρρος. Αργότερα ο Φοίνικας, ο συμβουλάτορας και καθοδηγητής του Αχιλλέα στον Τρωικό πόλεμο, τον ονόμασε Νεοπτόλεμο, γιατί ο πατέρας του πήγε στον πόλεμο νέος .Οι Αχαιοί αναθέτουν στον Οδυσσέα να φέρει τον Νεοπτόλεμο, που τους είναι απαραίτητος, από τη Σκύρο.
Ο Οδυσσέας πείθει με ευκολία τον Λυκομήδη να δώσει τη συγκατάθεσή του να πάει ο εγγονός του στην Τροία, επειδή και ο ίδιος ο Νεοπτόλεμος επιθυμεί να πολεμήσει. Μόλις έφτασαν στο στρατόπεδο των Αχαιών, ο Οδυσσέας δίνει στον Νεοπτόλεμο τα όπλα του πατέρα του. Οι Αχαιοί υποδέχονται με χαρά τον Νεοπτόλεμο στις τάξεις τους, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του τον πατέρα του, τον Αχιλλέα. Και γρήγορα διαπιστώνουν πως ο Νεοπτόλεμος ορμά σαν εκείνον στη μάχη ασυγκράτητος σκοτώνοντας πολλούς Τρώες.
Ο Ευρύπυλος, γιος του Τήλεφου και της αδερφής του Πρίαμου Αστυόχης, ήταν βασιλιάς της Μυσίας. Σ' όλη τη διάρκεια του πολέμου η Αστυόχη δεν επέτρεπε στο γιο της να πάει να πολεμήσει, εκμεταλλευόμενη το λόγο που έδωσε ο σύζυγός της Τήλεφος στους Αχαιούς ότι δε θα πολεμήσει στο πλευρό των Τρώων σε αντάλλαγμα για τη γιατρειά του ποδιού του από τον Οδυσσέα. Ο Πρίαμος αποφασίζει τελικά να εξαγοράσει τη συγκατάθεσή της, δωροδοκώντας την με ένα κλήμα με σταφύλια και φύλλα από χρυσάφι, φτιαγμένο από τα χέρια του Ήφαιστου. Έτσι έρχεται στην Τροία ο Ευρύπυλος με πολύ στρατό. Διακρίνεται στις μάχες με τους Αχαιούς σκοτώνοντας πολλούς από αυτούς. Τελικά μονομαχεί με τον Νεοπτόλεμο, ο οποίος τον σκοτώνει με το κοντάρι του ύστερα από σφοδρή σύγκρουση.
ΤΟ ΠΑΛΛΑΔΙΟ
Μαζί με τους χρησμούς για την άλωση της Τροίας ο Έλενος είχε αποκαλύψει στους Αχαιούς ότι η Τροία δε θα έπεφτε στα χέρια τους, αν δεν απομάκρυναν από την πόλη το Παλλάδιο, το ξύλινο άγαλμα που βρισκόταν στο ναό της Παλλάδας Αθηνάς και προστάτευε την πόλη. Η κλοπή του Παλλάδιου ανατίθεται στον Οδυσσέα, που θεώρησε σκόπιμο να μπει πρώτα στην Τροία ως κατάσκοπος για κατόπτευση και συλλογή πληροφοριών. Για το σκοπό αυτόν βάζει να τον κακοποιήσουν, ντύνεται με κουρέλια και μπαίνει στην Τροία. Εμφανίζεται μπροστά στους Τρώες ρακένδυτος και ελεεινός, ζητώντας προστασία από τους Αχαιούς που τον είχαν καταντήσει έτσι. Κανείς δε φαίνεται να τον αναγνωρίζει, εκτός ίσως από την Ελένη, που με σειρά έξυπνων ερωτήσεων προσπαθεί να ανιχνεύσει στοιχεία για την πραγματική του ταυτότητα ή ιδιότητα.
Ο Οδυσσέας με έξυπνες απαντήσεις καταφέρνει να μην προδοθεί. Τότε η Ελένη ζητά από τους Τρώες να πάρει στο σπίτι της τον κακόμοιρο αυτόν άνθρωπο για να τον φροντίσει. Εκεί μαθαίνει η Ελένη τα σχέδια των Αχαιών για την άλωση της Τροίας, αφού πρώτα ορκίστηκε ότι δε θα τον προδώσει. Στη συνέχεια, τον βοηθά να μάθει όσα ήθελε και ο Οδυσσέας, αφού σκοτώνει τους σκοπούς που φρουρούσαν τις πύλες, γυρίζει στο στρατόπεδο των Αχαιών σώος και αβλαβής.
Τώρα που έχει κατατοπιστεί στους δρόμους της πόλης ο Οδυσσέας, ξαναμπαίνει στην πόλη από έναν υπόνομο μαζί με τον Διομήδη, φτάνουν στο ναό, σκοτώνουν τους φρουρούς, αρπάζουν το Παλλάδιο και παίρνουν το δρόμο του γυρισμού. Καθώς περπατάνε, ζητά ο Οδυσσέας από τον Διομήδη το Παλλάδιο, για να το μεταφέρει εκείνος στο στρατόπεδο και να δοξαστεί από τους Αχαιούς. Ο Διομήδης αρνείται, κάνοντας προφανώς την ίδια σκέψη. Τότε ο Οδυσσέας, που βρίσκεται πίσω από τον Διομήδη, σηκώνει το σπαθί του για τον σκοτώσει. Ο Διομήδης αντιλαμβάνεται το σπαθί και γυρίζει να τον αντιμετωπίσει. Καθώς είναι πιο δυνατός, τον νικά και συνεχίζουν το δρόμο τους, ο Οδυσσέας μπροστά και ο Διομήδης πίσω με το σπαθί στο ένα χέρι και το Παλλάδιο στο άλλο. Το περιστατικό φαίνεται πως το αποσιώπησαν και οι δυο ήρωες, γιατί δε γίνεται περισσότερος λόγος γι' αυτό.
ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ
Προτού αρπάξουν οι Αχαιοί το Παλλάδιο από την Τροία, συμβούλεψε η Αθηνά τον Οδυσσέα να αναθέσει στον Επειό την κατασκευή ενός τεράστιου ξύλινου αλόγου. Το άλογο αυτό έμεινε στην ιστορία γνωστό ως Δούρειος Ίππος. Και πράγματι, ο Επειός, χρησιμοποιώντας ξυλεία από το γειτονικό βουνό Ίδα, κατάφερε να κατασκευάσει ένα ξύλινο άλογο τεράστιων διαστάσεων με κρυφά ανοίγματα δεξιά και αριστερά, στο εσωτερικό του οποίου χωρούσαν περίπου τρεις χιλιάδες ένοπλοι.
Τώρα που οι Αχαιοί έχουν το Παλλάδιο στην κατοχή τους και η Τροία είναι απροστάτευτη, μπορούν επιτέλους να βάλουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους. Σκαλίζουν αρχικά πάνω στον Δούρειο Ίππο την επιγραφή "Έλληνες Αθηνά χαριστήριον" και στη συνέχεια μπαίνουν μέσα του οι πιο αντρειωμένοι από τους Αχαιούς ήρωες, ο Οδυσσέας, ο Διομήδης, ο Μενέλαος, ο Αίας ο Λοκρός, ο Νεοπτόλεμος, ο Τεύκρος, ο Ιδομενέας, ο Μηριόνης και φυσικά ο Επειός, που ξέρει να ανοίγει τα κρυφά ανοίγματα. Για όλους αυτούς που κλείνονται μέσα στο ξύλινο κατασκεύασμα ο κίνδυνος είναι εξαιρετικά μεγάλος. Αν οι Τρώες τους ανακαλύψουν, δε θα υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα σωτηρίας. Το διακινδυνεύουν όμως για να επιτευχθεί ο κοινός σκοπός. Μόλις ολοκληρώνεται η επιβίβασή τους στον Δούρειο Ίππο, βάζουν φωτιά στις σκηνές τους οι υπόλοιποι, σέρνουν τα καράβια τους στη θάλασσα, ανεβαίνουν επάνω σ' αυτά και εγκαταλείπουν το ακρογιάλι της Τροίας. Καταπλέουν στην Τένεδο, σ' ένα σημείο της που δε φαίνεται από την Τροία. Πίσω τους αφήνουν μόνο ένα συγγενή του Οδυσσέα, τον Σίνωνα, που θα προσπαθήσει την επόμενη μέρα να παραπλανήσει τους Τρώες.
Όταν έρχεται το άλλο πρωί, οι Τρώες δεν πιστεύουν στα μάτια τους.
Από τα τείχη βλέπουν τις ρημαγμένες σκηνές, το άδειο στρατόπεδο και δεν μπορούν να καταλάβουν τι γίνεται. Προσεκτικά βγαίνουν από την πόλη, αλλά μένουν στην αρχή κοντά στα τείχη, φοβούμενοι ότι οι Αχαιοί θα ξεφυτρώσουν μπροστά τους από στιγμή σε στιγμή. Δε συμβαίνει όμως αυτό, ξεπερνούν τους δισταγμούς τους, ξεθαρρεύουν και μπαίνουν στο πυρπολημένο στρατόπεδο των Αχαιών. Δεν αργούν να ανακαλύψουν και τον Δούρειο Ίππο, που φαίνεται να είναι το μοναδικό πράγμα που έχουν αφήσει οι Αχαιοί πίσω τους. Η ανάγνωση της επιγραφής που βρίσκεται πάνω του οδηγεί αρκετούς στο συμπέρασμα πως πρέπει να μεταφέρουν το ξύλινο αυτό αφιέρωμα μέσα στην πόλη. Μερικοί όμως δε φαίνεται να πείθονται και διαφωνούν, ζητώντας να ελέγξουν το περιεχόμενο του κατασκευάσματος, ενώ άλλοι πιο δύσπιστοι θέλουν να το πετάξουν κατευθείαν στον γκρεμό.
Εκείνη τη στιγμή καταφθάνουν μερικοί Τρώες σέρνοντας μαζί τους έναν αιχμάλωτο, που δεν είναι άλλος από τον Σίνωνα. Εκείνος, προετοιμασμένος καλά για την ανάκριση που ακολουθεί, αρχίζει να διηγείται την πλαστή ιστορία του, με σκοπό να ξεγελάσει τους Τρώες.
Ο ίδιος είναι, λέει, συγγενής του Παλαμήδη, του πιο τιμημένου ήρωα ανάμεσα στους Αχαιούς, που με την επινοητικότητα και την παλικαριά του είχε βγάλει τους Αχαιούς από δύσκολη θέση σε πολλές περιπτώσεις. Εκείνοι όμως οι αχάριστοι τον σκότωσαν μετά από την πλεκτάνη που του έστησε ο Οδυσσέας. Και ο ίδιος έπεσε σε δυσμένεια, γιατί δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά του για το φόνο του συγγενή του και την επιθυμία του να εκδικηθεί τους Αχαιούς για την άδικη απόφασή τους. Ιδιαίτερα ο Οδυσσέας δεν τον άφηνε σε ησυχία. Ευτυχώς όμως για τον ίδιο τον Σίνωνα, οι Αχαιοί είχαν να αντιμετωπίσουν σοβαρότερα προβλήματα, καθώς ο Οδυσσέας και ο Διομήδης είχαν εξοργίσει την Αθηνά με την ανόσια πράξη τους να πιάσουν το Παλλάδιο με χέρια μολυσμένα από το φόνο των φρουρών του ναού της στην Τροία. Μόλις το έφεραν στο στρατόπεδο των Αχαιών, εκείνο αναπήδησε τρεις φορές βγάζοντας φλόγες από τα μάτια.
Οι χρησμοί του μάντη Κάλχα για την εξήγηση του φαινομένου αυτού ήταν σαφείς. Η Αθηνά δεν προστάτευε πια τους Αχαιούς, έπρεπε να διακόψουν την πολιορκία και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Πριν όμως από την αναχώρησή τους κατασκεύασαν ένα ξύλινο αφιέρωμα προς τιμή της θεάς για να την εξευμενίσουν. Ήταν επίτηδες τεράστιο, για να μην το πάρουν οι Τρώες μέσα στην πόλη στη θέση του Παλλάδιου. Αν όμως το κατέστρεφαν, θα προκαλούσαν εκείνοι την οργή της θεάς.
Έκαναν οι Αχαιοί τις απαραίτητες προετοιμασίες για τον απόπλου, συνέχισε ο Σίνωνας, η κακοκαιρία όμως δεν τους επέτρεπε να φύγουν. Έστειλαν τότε τον Ευρύπυλο στο μαντείο των Δελφών, ο οποίος γύρισε με την απάντηση πως έπρεπε να κάνουν ανθρωποθυσία, όπως στην Αυλίδα, για να εξασφαλίσουν ευνοϊκούς ανέμους, χωρίς όμως να καθορίζει το μαντείο ποιος έπρεπε να είναι το θύμα. Μπροστά στο νέο αυτό αδιέξοδο όλοι στράφηκαν προς τον Κάλχα, που αρχικά δήλωσε πως ούτε κι αυτός ήξερε.
Αργότερα όμως, σε συνεννόηση προφανώς με τον Οδυσσέα, που ήθελε να εξοντώσει τον εχθρό του, υπέδειξε τον Σίνωνα. Εκείνος όμως κατάφερε να ξεφύγει και να κρυφτεί ως τη στιγμή που οι Τρώες τον ανακάλυψαν και τον έφεραν εκεί, όπου τώρα τους διηγείται την πονεμένη ιστορία του. Και ο Σίνωνας τελειώνει την αφήγηση της ψεύτικης ιστορίας του, εκφράζοντας την ελπίδα πως θα τον λυπηθούν οι εχθροί μετά από όσα πέρασε από τους φίλους.
Οι Τρώες δεν μπορούν να κρύψουν τη χαρά τους για όσα ακούνε, πεπεισμένοι απόλυτα ότι ο Σίνωνας λέει την αλήθεια. Κατευχαριστημένοι λοιπόν τον αφήνουν ελεύθερο και με ό,τι μέσο διαθέτουν αρχίζουν να σέρνουν τον Δούρειο Ίππο προς την Τροία, θέλοντας να βρεθούν υπό την προστασία της Αθηνάς όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Όταν διαπιστώνουν ότι είναι πολύ μεγάλος για να περάσει από τις Σκαιές Πύλες, γκρεμίζουν ένα κομμάτι από το τείχος και τον βάζουν μέσα στην πόλη. Καθώς προσπαθούν ν' αποφασίσουν ποια είναι η καλύτερη θέση για το αφιέρωμα, μάταια προσπαθεί η κόρη του Πρίαμου Κασσάνδρα να τους προειδοποιήσει για τους κινδύνους, που κυριολεκτικά εγκυμονεί το κατασκεύασμα αυτό, δηλαδή για τους Αχαιούς που βρίσκονται μέσα. Οι Τρώες όμως μένουν αμετάπειστοι και τοποθετούν τελικά τον Δούρειο Ίππο στην ακρόπολή τους, τα Πέργαμα.
Μια τελευταία προσπάθεια να προειδοποιήσει τους Τρώες κάνει ο θείος του Αινεία και ιερέας του Απόλλωνα στη Θύμβρα, ο Λαοκόοντας, που χτυπά τον Δούρειο Ίππο με το κοντάρι του στην κοιλιά ξεσηκώνοντας νέους δισταγμούς. Οι περισσότεροι Τρώες όμως έχουν πια πειστεί για την ορθότητα της απόφασής τους και οι επιφυλάξεις του Λαοκόοντα πέφτουν στο κενό. Τότε ο ιερέας πηγαίνει με τους δυο γιους του στην παραλία για να θυσιάσει έναν ταύρο στον Ποσειδώνα. Εκεί βρίσκει όμως φριχτό θάνατο μαζί με τον ένα γιο του από δυο πελώρια φίδια, που βγαίνουν από τη θάλασσα και τους κατασπαράζουν. Ο θάνατος του Λαοκόοντα παραμερίζει και τους τελευταίους δισταγμούς, καθώς οι Τρώες τον ερμηνεύουν ως τιμωρία για την ασέβειά του να χτυπήσει με το κοντάρι το αφιέρωμα στην Αθηνά. Έτσι ρίχνονται όλοι στα γλέντια για τη λήξη του πολέμου.
Τα γλέντια συνεχίζονται όλη τη μέρα και, καθώς φτάνει η νύχτα, αρχίζουν να αποσύρονται σιγά σιγά οι Τρώες στα σπίτια τους ζαλισμένοι από το κρασί και κατάκοποι από τις διασκεδάσεις και τις συγκινήσεις της ημέρας. Σε λίγο όλοι κοιμούνται βαθιά, εκτός από την Ελένη και τον καινούριο της σύζυγο, τον Δηίφοβο. Οι δυο αυτοί έχουν βάσιμες υποψίες πως στο εσωτερικό του ξύλινου κατασκευάσματος βρίσκονται Αχαιοί. Για να διαπιστωθεί αν αυτό είναι αλήθεια ή όχι, αποφασίζει η Ελένη να χρησιμοποιήσει τη μαγική τέχνη που κατέχει και το χάρισμα να μιμείται τη φωνή όποιας γυναίκας ήθελε, το οποίο της έδωσε ως γαμήλιο δώρο η Αφροδίτη τη μέρα του γάμου της με τον Μενέλαο.
Συνοδευόμενη λοιπόν από τον άντρα της, φτάνει η Ελένη στην ακρόπολη και πλησιάζει τον Δούρειο Ίππο. Κάνει τρεις φορές το γύρο του ακουμπώντας τον με μαγικό τρόπο, για να αδρανήσουν οι ψυχικές δυνάμεις των κρυμμένων Αχαιών και να επιβάλει εκείνη τη δική της θέληση.
Στη συνέχεια αρχίζει να μιλάει διαδοχικά με τον κάθε ήρωα ξεχωριστά, σαν να ήταν μπροστά της, μιμούμενη τη φωνή της γυναίκας του καθενός. Στο εσωτερικό του Δούρειου Ίππου η κατάσταση είναι φοβερή. Οι γυναίκες τους, που χρόνια τώρα νοσταλγούν να δουν και ν' αγκαλιάσουν, είναι εκεί. Πρέπει να είναι εκεί, αφού ακούγονται οι φωνές. Το μόνο που έχουν να κάνουν, είναι να βγουν έξω, να τις πάρουν στην αγκαλιά τους και να πάνε στα σπίτια τους, να ξεχάσουν πια αυτόν τον αιματηρό και άθλιο πόλεμο.
Αρκετοί από τους Αχαιούς ήρωες κοντεύουν να ξεγελαστούν, σηκώνονται να ανταποκριθούν στο κάλεσμα, ο Οδυσσέας όμως με μια χειρονομία, με ένα σκούντημα με τον αγκώνα τους επαναφέρει στην πραγματικότητα. Και όταν ένας Αχαιός, ο Άντικλος, θέλει οπωσδήποτε να βγει έξω, τον αρπάζει ο Οδυσσέας, του φιμώνει το στόμα και τον ακινητοποιεί μέχρι να απομακρυνθούν επιτέλους η Ελένη και ο Δηίφοβος με την παρέμβαση της Αθηνάς.
Ο Σίνωνας, που έχει μείνει έξω από την Τροία, παρακολουθούσε από μακριά τις κινήσεις των Τρώων σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, τα γλέντια και τις διασκεδάσεις τους. Αφού βεβαιώνεται ότι όλα πήγαν καλά και ότι οι Τρώες δεν ανακάλυψαν τελικά το τέχνασμα των Αχαιών, ανεβαίνει στον τύμβο του Αχιλλέα και του Πάτροκλου, στο Σίγειο, και μ' έναν αναμμένο πυρσό δίνει το σύνθημα στους Αχαιούς, που κρύβονται στην Τένεδο, να ξεκινήσουν.
Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ
Και πράγματι, ο στόλος των Αχαιών, που ήταν σε ετοιμότητα, αρχίζει να αρμενίζει αμέσως και γρήγορα προσαράζει στο ακρογιάλι της Τροίας. Και ενώ οι Αχαιοί αποβιβάζονται στη στεριά, ο Οδυσσέας δίνει το σύνθημα να ανοίξουν τα κρυφά ανοίγματα του Δούρειου Ίππου.
Αρχίζουν τότε οι κρυμμένοι Αχαιοί να κατεβαίνουν με σκοινιά, με εξαίρεση τον άτυχο Εχίονα, που δεν πρόλαβε να πιαστεί από σκοινί, με αποτέλεσμα να πέσει από ψηλά και να σκοτωθεί. Μόλις πατούν οι υπόλοιποι το πόδι τους στο έδαφος, μοιράζονται σε ομάδες και ανοίγουν όλες τις πύλες του κάστρου της πόλης, ενώ τα πρώτα τμήματα του κύριου σώματος του στρατού των Αχαιών ήδη καταφτάνουν από την ακρογιαλιά.
Έτσι αρχίζει η σφαγή. Η αντίσταση των Τρώων είναι μηδαμινή, καθώς οι Αχαιοί τους πιάνουν κυριολεκτικά στον ύπνο και τους σφάζουν ανελέητα. Μεταξύ άλλων ο Διομήδης σκοτώνει έναν από τους σημαντικούς συμμάχους των Τρώων, τον Κόροιβο, που θα παντρευόταν την Κασσάνδρα. Ο Φιλοκτήτης σκοτώνει τον Άδμητο, γιο του Αυγεία.
Ο Νεοπτόλεμος μπαίνει στο παλάτι του Πρίαμου και μονομαχεί με τον Αγήνορα, το γιο του Αντήνορα, τον οποίο σκοτώνει. Στη συνέχεια αναζητά τον Πρίαμο, που έχει καταφύγει ικέτης στο βωμό του Έρκειου Δία. Τον βρίσκει εκεί μαζί με τη Λαοδίκη, τη γυναίκα του Ελικάονα. Τον αρπάζει και τον βγάζει έξω από το παλάτι, όπου τον σφάζει. Η Λαοδίκη χάνεται μέσα στη γη, πριν προλάβει ο Νεοπτόλεμος ν' αντιδράσει. Βρίσκει όμως και αιχμαλωτίζει τη γυναίκα του Έκτορα, την Ανδρομάχη, και το γιο τους, τον Αστυάνακτα. Και καθώς τους οδηγεί αιχμάλωτους στα πλοία, αρπάζει το παιδί και το πετά από τα τείχη στους βράχους. Έτσι, όλοι οι αρσενικοί απόγονοι του Πρίαμου είναι νεκροί, με εξαίρεση τον Έλενο. Η κόρη του Πρίαμου, η Κασσάνδρα, καταφεύγει στο βωμό της Αθηνάς. Εκεί τη βρίσκει ο Αίας ο Λοκρός, την αρπάζει και τη βιάζει μέσα στο ναό.
Για την ιερόσυλη αυτή πράξη του θα κινδυνέψει ο Αίας να σκοτωθεί με λιθοβολισμό από τους Αχαιούς αργότερα. Την ασέβεια του ήρωά τους προς τη θεά Αθηνά θα πληρώνουν όμως για χίλια χρόνια οι κάτοικοι των Λοκρών με φόρο αίματος. Στο μεταξύ ο Μενέλαος και ο Οδυσσέας επιχειρούν επίθεση στο σπίτι του Δηίφοβου και της Ελένης. Γίνονται φοβερές συγκρούσεις, τελικά όμως επικρατούν οι Αχαιοί, καταλαμβάνουν το σπίτι και ο Μενέλαος σκοτώνει με τα ίδια του τα χέρια τον Δηίφοβο. Και ενώ είναι έτοιμος να σκοτώσει και την Ελένη, εκείνη γυμνώνει το στήθος της και του αποκαλύπτει τα θέλγητρά της για να τον ηρεμήσει. Τότε εκείνος υποκύπτει στην ξεχωριστή ομορφιά της, συμφιλιώνονται και την παίρνει μαζί του στα καράβια μαζί με τις σκλάβες της.
Μια από αυτές, η μητέρα του Θησέα, η Αίθρα, αναγνωρίζεται από τους εγγονούς της, τον Ακάμαντα και τον Δημοφώντα, που έχουν ακολουθήσει τους Αχαιούς στην τρωική εκστρατεία. Αργότερα οι δυο νέοι θα ζητήσουν την απελευθέρωση της γιαγιάς τους, πράγμα που θα γίνει με την παρέμβαση του Αγαμέμνονα. Απ' όλους τους Τρώες οι Αχαιοί δεν πειράζουν μόνο το δημογέροντα Αντήνορα και την οικογένειά του. Ο ίδιος ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνονας έχει διατάξει να βάλουν ένα κομμάτι δέρμα στην πόρτα του σπιτιού του για σημάδι, ώστε κανείς από τους Αχαιούς να μην επιτεθεί εκεί. Και όταν ο Οδυσσέας βρίσκει τραυματισμένο έναν από τους γιους του, τον Ελικάονα, τον μεταφέρει σε ασφαλές μέρος, ενώ, όταν αργότερα ο Οδυσσέας και ο Μενέλαος αναγνωρίζουν μέσα στη μάχη έναν άλλο γιο του, τον Γλαύκο, τον αφήνουν να διαφύγει.
Ο μόνος άτυχος από την οικογένεια του Αντήνορα ήταν ο γιος του ο Αγήνορας, που σκοτώθηκε από τον Νεοπτόλεμο στο παλάτι του Πρίαμου. Σώθηκε επίσης και ο Αινείας που είχε καταφύγει με την οικογένειά του στην Ίδα πριν από την άλωση της Τροίας, επειδή θεώρησε κακό σημάδι το φριχτό θάνατο του θείου του Λαοκόοντα. Όταν πια οι σκοτωμοί τελείωσαν και οι λεηλασίες ολοκληρώθηκαν, βάζουν φωτιά οι Αχαιοί στην πόλη και την καταστρέφουν πέρα για πέρα. Στη συνέχεια μαζεύονται στον κάμπο μπροστά στα χαλάσματα της Τροίας και σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής αρχίζει η μοιρασιά των λαφύρων.
ΤΑ ΛΑΦΥΡΑ
Πρώτα ξεδιαλέγουν οι Αχαιοί ηγεμόνες τα πιο εκλεκτά λάφυρα και τα μοιράζονται μεταξύ τους. Οι νικητές Αχαιοί παίρνουν και τις γυναίκες των νικημένων Τρώων. Μεταξύ άλλων ο Αγαμέμνονας παίρνει την κόρη του Πρίαμου Κασσάνδρα και ο Νεοπτόλεμος τη γυναίκα του Έκτορα Ανδρομάχη.
Λέγεται πως ο Οδυσσέας πήρε τη γυναίκα του Πρίαμου Εκάβη, ενώ σύμφωνα με άλλους η Εκάβη δεν μπόρεσε ν' αντέξει τις συμφορές που τη βρήκαν και μεταμορφώθηκε σε σκύλα και αμέσως μετά πέθανε. Ενταφιάστηκε σ' ένα σημείο απέναντι από την Τροία, που έγινε γνωστό με το όνομα "Κυνός σήμα" (τάφος της σκύλας).
Τα υπόλοιπα λάφυρα (οπλισμός, υφάσματα, τιμαλφή, σκεύη, γυναίκες, ζώα κλπ.) μοιράζονται στους απλούς στρατιώτες με κλήρο. Μόλις ολοκληρώνεται η διαδικασία αυτή της μοιρασιάς, έρχεται η σειρά του πιο αντρειωμένου Αχαιού, του νεκρού Αχιλλέα, να πάρει το μερτικό του από τα λάφυρα.
Η προσφορά του Αχιλλέα στον πόλεμο ήταν πολύ μεγάλη, γι' αυτό ο Οδυσσέας λέει πως πρέπει να του προσφέρουν ένα από τα πιο εκλεκτά λάφυρα. Προτείνει λοιπόν να θυσιάσουν στον τάφο του την κόρη του Πρίαμου Πολυξένη. Οι Αχαιοί συμφωνούν με την πρότασή του και αρχίζουν οι προετοιμασίες για τη θυσία, που θα γίνει στον τύμβο του Αχιλλέα και του Πάτροκλου από τον Νεοπτόλεμο μπροστά σ' όλους τους Αχαιούς.
Και πραγματικά η Πολυξένη πλησιάζει με αληθινή βασιλική αξιοπρέπεια στο χώρο της θυσίας, αρνείται κατηγορηματικά να την κρατήσουν, γονατίζει και δέχεται το θανάσιμο χτύπημα στο λαιμό από το σπαθί του γιου του Αχιλλέα Νεοπτόλεμου. Οι Αχαιοί μένουν άφωνοι από συγκίνηση για τη γενναία στάση της κοπέλας και αποφασίζουν να κάψουν το νεκρό κορμί της με τιμές.
Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΠΑΤΡΙΔΑ
Έτσι, οι Αχαιοί κυρίεψαν, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν την Τροία μετά από δεκάχρονη πολιορκία. Οι νικητές όμως του Τρωικού πολέμου δεν είχαν τελικά καλύτερη τύχη από τους ηττημένους. Στη διάρκεια του πολέμου και στην άλωση της Τροίας είχαν διαπράξει οι Αχαιοί πολλές ασέβειες, όπως βιασμούς παρθένων, πυρπολήσεις ναών και βωμών, συλήσεις τάφων κλπ. Με τα ανοσιουργήματα αυτά είχαν προκαλέσει την οργή των θεών, οι οποίοι θα τιμωρήσουν τους βλάσφημους Αχαιούς στο ταξίδι του γυρισμού ή και μετά την επάνοδό τους στην πατρίδα.
Ο Οδυσσέας θα περιπλανηθεί για δέκα χρόνια σε αφιλόξενες και άγνωστες περιοχές, για να φτάσει τελικά στην πατρίδα του μόνος και αγνώριστος, όπου θα βρει τη γυναίκα του, την Πηνελόπη, περιστοιχισμένη από μνηστήρες που κατέτρωγαν το βιος του. Το δεύτερο μεγάλο αριστούργημα του Όμηρου ΟΔΥΣΣΕΙΑ μας περιγράφει τις περιπέτειες του Και άλλοι όμως από τους Αχαιούς θα περιπλανηθούν για πολλά χρόνια, πριν τελικά φτάσουν στην πατρίδα, όπως ο Μενέλαος, ενώ άλλοι δε θα μπορέσουν να γυρίσουν στην πατρίδα τους, επειδή βρήκαν οικτρό θάνατο στις περιπλανήσεις τους, όπως ο Αίας ο Λοκρός. Άλλοι πάλι, ενώ καταφέρνουν να γυρίσουν στα σπίτια τους, συναντούν την εχθρότητα των δικών τους, όπως ο Αγαμέμνονας, που σκοτώνεται από τη σύζυγό του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της τον Αίγισθο, και ο Τεύκρος ο Τελαμώνιος, που αναγκάζεται να καταφύγει σε ξένες χώρες και να γίνει ο οικιστής της Σαλαμίνας στην Κύπρο. Λίγοι ήταν εκείνοι που κατάφεραν να γυρίσουν στα σπίτια τους χωρίς πολλές δυσκολίες, όπως ο Νέστορας και ο Νεοπτόλεμος.
Αυτός ήταν ο Τρωικός πόλεμος που τόσο ταλαιπώρησε Αχαιούς και Τρώες. Θα πρέπει να αναφέρουμε πως μετά τις ανασκαφές του ΕΒΑΝΣ που ανακάλυψε τα ερείπια της Τροίας το έπος αυτό έφυγε πλέων από τη μυθολογική του μορφή και πέρασε στην ιστορική.









ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ: http://www.mythologia.8m.com/grmenu.htm













 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com