ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ

«Τσεκούρι στον ντόκτορ Γιάννη, μολύβι στον Έλληνα πρόξενο, μαχαίρι στον Έλληνα μητροπολίτη», έγραφε στον βοεβόδα Τάσκα της περιοχής Σερρών το περίφημο γράμμα. Και ό ντόκτορ Γιάννης, ό γιατρός δηλαδή Θεοδωρίδης, μόλις το ’μαθε, έμασε τα μπαγουλάκια του και το ’σκασε στην Αθήνα, αν και υποπρόξενος τής Μεγάλης Βρεταννίας...
Απ’ την άλλη μεριά έγραφε ό Draganof ότι στην εκκλησία των Ταξιαρχών Σερρών (8 Νοεμβρίου 1905) κήρυξε ό εφημέριος Παπαστέφανος ότι οποίος σκοτώση Βουλγάρους θ’ αγιάση. Δεν είναι βέβαιο αν έγραφε την αλήθεια. Είναι γεμάτο ανακρίβειες και ψέματα το προπαγανδιστικό βιβλίο του. Επιδίωκε ν’ αποδείξη ότι οι «Μεταρρυθμίσεις» είχαν αποτύχει και ή μόνη λύση ήταν ή αυτονομία. Παρουσιάζει για βουλγαρικά θύματα ελληνικών σωμάτων χωριά ελληνικά πού τα έκαψαν οι κομιτατζήδες! Μα κι αν είναι αληθινό το κήρυγμα του Παπαστεφάνου, αντιπροσωπεύει το πνεύμα της εποχής και εκφράζει το άγριο πάθος, πού είχαν καλλιεργήσει με τα έργα τους οι Βούλγαροι. Έσπειραν ανέμους και ήταν φυσικό να θερίσουν θύελλες.
Δεν έχουμε δυστυχώς στην ανατολική Μακεδονία απομνημονεύματα, όπως του Πάντο Κλιάσεφ ή και Ελλήνων οπλαρχηγών. Δημοσιεύτηκαν όμως στα «Σερραϊκά Χρονικά» τής Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Σερρών Μελενίκου, με γραμματέα τον κ. Π. Πένναν (τόμος Ε’), οι εκθέσεις του τότε προξένου Σερρών Σαχτούρη, πού μας δίνουν μιάν ανάγλυφη εικόνα της εποχής. Αρχίζουν όμως από τις 30 Νοεμβρίου του 1906 και τελειώνουν την 31 Δεκεμβρίου του 1907. Φαίνεται ότι κάπως αργότερα έκανε την εμφάνισή της ή ένοπλη αντίδρασή μας στην ανατολική Μακεδονία. Η αναφορά του προξένου τής 4 Ιανουαρίου του 1907 τονίζει «Δυστυχώς ή ημετέρα οργάνωσις ευρίσκεται ακόμα εν τη γενέσει της». Όπως φαίνεται απ’ την αναφορά του προξένου, πίστευαν πολλοί, πριν ένα χρόνο, αρχές δηλαδή του 1906, ότι ή διατήρηση ενόπλων σωμάτων στην ανατολική Μακεδονία ήταν αδύνατος εξ αιτίας του εδάφους και απροθυμίας των κατοίκων. Υπήρχαν όμως τον Ιανουάριο του 1907 τέσσερα σώματα και παρακαλούσαν τώρα τα χωριά να έχουν δικό τους σώμα (Σερραϊκά Χρονικά, τόμος Γ’ σελ. 24).
Αν όμως άργησαν, ή οργάνωση έγινε με καλύτερο σύστημα. Χρησιμοποιήθηκαν μικρά σώματα στρατολογημένα στον τόπο από ντόπιους. Μεγάλα, όπως εκείνα τής δυτικής και τής άλλης Μακεδονίας) από εκατόν είκοσι, ογδόντα, εξήντα, σαράντα άντρες, υπήρξαν άγνωστα στην ανατολική Μακεδονία. Υπερβασίες ή ανοησίες, όπως τις έλεγε ό πρόξενος, ομαδικές δηλαδή σφαγές και πυρπολήσεις χωριών δεν έγιναν, παρά ελάχιστες. Από την αλληλογραφία φαίνεται ότι το υπουργείο των εξωτερικών έδινε πολλές και αδιάκοπες εντολές. Ο πρόξενος έβαλε όλα τα δυνατά του για να προλαμβάνωνται και ν’ αποφεύγωνται τέτοιου είδους ενέργειες. Η ανατολική Μακεδονία είχε το μειονέκτημα ότι βρισκόταν κοντά στα βουλγαρικά σύνορα, όπου περνούσαν ελεύθερα συμμορίες και όπλα. Μεγάλος και πυκνός ήταν εκεί ό τουρκικός πληθυσμός, κυρίως στο Σαντζάκι της Δράμας. Είχαν επίσης εκεί το βασίλειό τους οι αρχικομιτατζήδες Συντάσκι και Πανίτσα, πού βρίσκονταν σε σκληρό, ακήρυχτο πόλεμο με τ’ άλλα κομιτάτα. Κοντά όμως ήταν και ή θάλασσα. Αποβιβάζονταν εύκολα σώματα και όπλα στα ατελείωτα παράλια τής Χαλκιδικής, στον κόλπο του Ορφανού και σε πολλά άλλα παραθαλάσσια σημεία, όρμους και ορμίσκους. Ο Dakin αναφέρει την ανακάλυψη και κατάσχεση στην Καβάλα απ’ τον Άγγλο αξιωματικό Χάμιλτον πολλών όπλων γκρά του ελληνικού στρατού. Αργότερα ό υποπλοίαρχος Δεμέστιχας με ειδικό μικρό πολεμικό ξεφόρτωσε πολλά τουφέκια και φυσίγγια σ’ όλην εκείνη την περιοχή.
Στην ανατολική Μακεδονία και ιδιαίτερα στις Σέρρες ξαναμπήκε σ’ ενέργεια το μαχαίρι.
Στο Μοναστήρι και τις άλλες πόλεις οι φόνοι γίνονταν με πιστολιές. Στις Σέρρες με μαχαίρια. Ήταν «σήμα κατατεθέν». Οι ξένοι, άμα έβλεπαν ένα νεκρό με μαχαιριά στην πλάτη, έλεγαν αδίσταχτα: «Δουλειά του ελληνικού Κομιτάτου».
Το φθινόπωρο του 1904 ήταν ανάστατη ή κοινωνία των Σερρών, γιατί ένας έμπορος Σερραίος για λίγα περισσότερα αργύρια είχε νοικιάσει το σπίτι του στους Βουλγάρους να το κάμουν σχολείο. Πουθενά δεν είχαν ιδιόκτητα σχολικά κτίρια. Υπήρχε τότε σε ένα μακρινό χωριό ξενόφωνο, Ράμνα, ένα αδύνατο παιδί 19-20 χρονών, ό Γιάννης, πού εξελίχτηκε στον λαμπρό και θαυμαστό οπλαρχηγό Γιάννη Ράμναλη.
Στα χωριά ξενόγλωσσοι άνθρωποι πολεμούσαν με τούς Βουλγάρους, σκοτώνονταν και καίονταν, σφάζονταν και ρημάζονταν. Ζούσαν κάτω απ’ την δαμόκλειο σπάθη των κομιτατζήδων και κάθε ώρα και στιγμή το δολοφονικό μαχαίρι, το βόλι και ή βόμβα τούς παραμόνευαν. Και μέσα στην πόλη όπου δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, ένας πλούσιος έμπορος πρόδινε ή βοηθούσε τούς Βουλγάρους και τούς έδινε το σπίτι του για σχολειό! Και χωρίς να πή σε κανένα τίποτε, βυθίζει το μαχαίρι στην πλάτη του και τον αφήνει στον τόπο. Αναγκάστηκε να φύγη στην Θεσσαλονίκη και να παρουσιασθή στον Ζώη (υπολοχαγό τότε Κάκαβο) του προξενείου. Ζήτησε να τον στείλουν σ’ ένα σώμα. Τον εύρισκαν όμως μικρό, αδύνατο. Ήξερε πολύ λίγα ελληνικά. Απ’ το φόβο μήπως τον πιάση ή αστυνομία για το φόνο των Σερρών, τον έστειλαν τέλος, την άνοιξη, στο μικρό καινούργιο σώμα τής Κιλινδρείας (Κιλιντίρ), πού είχε βάση το μεγάλο τσιφλίκι του Χρυσάφη. Παρ’ όλες όμως τις στενές σχέσεις του τσιφλικούχου με τούς Τούρκους, βρέθηκε «μιαν ωραίαν πρωϊαν» το σώμα κυκλωμένο μέσα στο τσιφλίκι από στρατιωτικόν απόσπασμα. Έπεσαν πέντε αντάρτες. Ο αρχηγός Σακελλαρόπουλος, για να γλυτώση, φόρεσε χωριάτικα γυναικεία ρούχα. Ο Γιάννης πού πολέμησε αληθινά ηρωϊκά και είχε ξοδέψει τα φυσίγγια του, φόρεσε κι’ αυτός χωριάτικα ανδρικά και ανακατώθηκε με τούς χωριάτες. Χωριάτης όπως αυτοί ήταν και ό ίδιος. Το ‘σκασε στη Θεσσαλονίκη και ξαναπαρουσιάστηκε στο προξενείο. Δεν ήξεραν τι να τον κάμουν. Τούς πρότεινε να τον αφήσουν να στρατολογήση λίγους δικούς του και να δουλέψη στην περιφέρεια Λαγκαδά και την δυτική πλευρά της περιοχής Σερρών. Τον άφησαν για να τον ξεφορτωθούν. Σε λίγο όμως άρχισαν να έρχονται ειδήσεις ότι ένας πράκτορας το κομιτάτου πίσω απ’ τον άλλο εύρισκαν το θάνατο από “αγνώστους”. Ένα σιδερένιο χέρι έβγαινε ξαφνικά απ’ το σκοτάδι, χτυπούσε, και πάλι χανόταν. Φόβος και τρόμος είχε ξαπλωθή σ’ όλη την έκταση. Αναστατώθηκαν οι Βούλγαροι, κινήθηκαν οι Ρώσοι αξιωματικοί, κινητοποιήθηκαν οι Τούρκοι. Μα δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος ούτε άλλο σημάδι από αντάρτικο σώμα, κανένας δεν είδε τίποτα, κανένας δεν άκουσε τίποτα. Οι βουλγαροκτόνοι εξαφανίζονταν σαν τιμωρά φαντάσματα. Οι άντρες του Γιάννη, χωρικοί, όπως αυτός, δούλευαν τη μέρα σαν φρόνιμοι ραγιάδες στα χωράφια και τη νύχτα έβγαζαν τα κρυμμένα όπλα. Γίνονταν αντάρτες μόνον όταν έστηναν ενέδρα.
Σιγά-σιγά άρχισε ν’ αναφέρεται από στόμα σε στόμα με τρόμο αλλά και με σεβασμό και θαυμασμό το όνομα του Γιάννη Ράμναλη. Είχε πάρει στη φαντασία των απλοϊκών ανθρώπων τις διαστάσεις μεγάλου ήρωα. Οι διαταγές, οι συστάσεις του ήταν νόμος για όλη την περιφέρεια. Ακόμα και ό Τούρκος ληστής Χαλίλ Τσαούς κάπου τρύπωσε και δεν έδινε καθόλου σημεία ζωής. Στο μεταξύ ό Γιάννης είχε ριχτή με τα μούτρα να μάθη να μιλά ελληνικά, να γράφη και να διαβάζη. Έβαλε μάλιστα πλώρη να γίνη αξιωματικός.
Με την νεοτουρκική μεταπολίτευση (10 Ιουλίου 1908) παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές. Οι νεότουρκοι αξιωματικοί φρόντιζαν, ποιος να πρωτοφωτογραφηθή μαζί του. Και ο Χαλίλ Τσαούς, γιγαντόσωμος με πελώρια μουστάκια, όταν τον αντίκρισε, μούντζωσε τον εαυτό του μπροστά σε πολύ κόσμο και είπε : «Ντροπή στο μπόϊ και στα μουστάκια σου, Χαλίλ, πού τρόμαξες απ’ αυτό το νιάνιαρο». Μόλις πέρασε ό νεοτουρκικός μήνας του μέλιτος, έστειλαν οι αρμόδιοι τον Γιάννη στην Αθήνα για ασφάλεια. Δολοφονούσαν οι νεότουρκοι τούς οπλαρχηγούς. Εξακολούθησε εκεί με την μεγαλύτερη επιμέλεια ό Γιάννης τις σπουδές του. Πήρε και Πτυχίο σχολαρχείου. Όταν συναντούσε γνωστούς του αξιωματικούς απ’ το Κέντρο Θεσσαλονίκης, τούς αράδιαζε αρχαίες ελληνικές φράσεις και λατινικές.
Δικό του παλληκάρι απ’ εκείνα πού αυτός εκπαίδευε και διαμόρφωσε ήταν ό Σταύρος Μπερέτης απ’ τη Μπαλαφάφτσα, σήμερα Κοχλικό του Λαγκαδά, πού πήγε με αποστολή στη Σάμο και σκότωσε στις 11 Μαρτίου του 1912 τον Τουρκόφιλο ηγεμόνα της, Κοπάσην. Βρήκε στο νησί και αυτός τον θάνατο πού ήξερε βέβαια ότι δεν θα μπορούσε ν’ αποφύγη. Πριν μάλιστα αναχωρήσει για τη Σάμο, έγραψε στη μνηστή του να παντρευτή τον ανηψιό του, γιατί αυτός δεν θα γύριζε ζωντανός από εκεί πού πήγαινε.
Ο πόλεμος του 1912 σταμάτησε τις ελληνολατινικές σπουδές του Γιάννη. Αποβιβάστηκε μ’ ένα σώμα στη Χαλκιδική και αιχμαλώτισε στα Ρεβενίκια ολάκερο τουρκικό απόσπασμα. Ρίχτηκε έπειτα στην ειρηνική εργασία με την απόφαση να γίνη πλούσιος. Και τα κατάφερε τόσο καλά, πού το 1923 τον σκότωσε ό λήσταρχος Τζατζάς για να τον ληστέψη.
Στη μαχαιροφιλία των Σερρών οφείλεται και ένα χαριτωμένο όσο και χαρακτηριστικό επεισόδιο. Ο πρόξενος Σαχτούρης πηγαίνοντας ένα απομεσήμερο σε μια σουλτανική γιορτή, παράγγειλε να σφάξουν το γάλο. Του τον είχε φέρει από κάποιο χωριό και θα φίλευε το βράδυ δυό φίλους. Όταν γύρισε αργά, ρώτησε τι έγινε με τον γάλο. Του απάντησαν: Τίποτε.
—Πως τίποτε; ρώτησε με απορία και θυμό.
—Ήταν πολλοί Τούρκοι, Γάλλοι στο Σαράι (Διοικητήριο), του απάντησαν.
—Και τι δουλειά είχε ό γάλος στο διοικητήριο;
—Ήταν «ντουναμάς». Μεγάλη γιορτή του Σουλτάνου. Πολύς κόσμος. Και ό δεσπότης είδε το παιδί πού στείλαμε και τού είπε να φύγη.
Τότε λύθηκε ή παρεξήγηση. Οι Σερραίοι έλεγαν το γάλο «μισίρκα». Νόμισαν ότι ή παραγγελία ήταν να ξεπαστρευτή ένας Γάλλος αξιωματικός, θερμός βουλγαρόφιλος και φανατικός μισέλληνας.
Ή αναφορά του προξένου τής 19 Μαρτίου του 1907 μας πληροφορεί κάτι το αληθινά καταπληκτικό.
Οι Τούρκοι για να παγιδεύσουν τούς χωρικούς μας, οργάνωσαν αντάρτικο σώμα από εφτά τουρκοκρητικούς. Την έμπνευση και πρωτοβουλία είχε ό ίδιος ό Τούρκος πασάς και στρατηγός τής περιοχής Σερρών-βουλγαρικών συνόρων, πού ό πρόξενος ονομάζει «στρατάρχη». Μεταμόρφωσε σε αντάρτες τουρκοκρητικούς, πού υπηρετούσαν στο στρατό του. Ήταν οπλισμένοι επίτηδες με τουφέκια και περίστροφα γκρά και φορούσαν άλλοι στολή χακί με μπότες και μαύρο μαντήλι στο κεφάλι, όπως οι Κρητικοί, και άλλοι φουστανέλα με τσαρούχια. Πρωτοεμφανίστηκαν στην περιοχή Νιγρίτας και Κρουσίων, στην ελληνόφωνη ζώνη, και ζητούσαν απ’ τούς χωρικούς να τούς συνδέσουν με τα παλιότερα σώματα, γιατί ήταν νεοφερμένοι. Έπαιρναν βέβαια και τρόφιμα. Οι χωρικοί όμως τούς υποπτεύτηκαν και κουμπώθηκαν. Ζήτησαν και πληροφορίες απ’ τις Σέρρες. Έγινε κοινό μυστικό ότι ήταν τουρκική ή παράξενη συμμορία πού ξαφνικά χάθηκε, όπως ξαφνικά είχεν εμφανιστή. Πάντως δεν είναι πολλά τα κράτη πού σοφίστηκαν να στήσουν μηχανές και παγίδες στους υπηκόους τους. Η «Υψηλή Αυτοκρατορία» (Ντοβλέτ, αλιέι) το επιχείρησε παρά τις «μεταρρυθμίσεις» και τούς ξένους αξιωματικούς...
Το μασκάρευμα αποδεικνύει και πόσο μεγάλος ήταν ό τουρκικός.. .φιλελληνισμός, πού τόση κατακραυγή μας δημιούργησε. Οι Τούρκοι είχαν πολύ περισσότερους βουλγαρόφωνους στρατιώτες, χωροφύλακες, αξιωματικούς. Και όμως δεν έστειλαν κανένα απ’ αυτούς μεταμφιεσμένο σε κομιτατζή.
Αποκαλυπτικό του.. φιλελληνισμού των Τούρκων είναι και το εμπιστευτικό αρχείο του καϊμακάμη (επάρχου) τής Έδεσσας πού δημοσιεύτηκε από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών (ΙΜΧΑ) με επιμέλεια πάντοτε του κ. Ι. Βασδραβέλη. Περιέχει 128 κρυπτογραφικά τηλεγραφήματα και έγγραφα με διαταγές, πληροφορίες, συστάσεις του βαλή Θεσσαλονίκης. Πολλά αναφέρονται στη δράση των ελληνικών σωμάτων και σε ελληνικές γενικά ενέργειες. Το έγγραφο τής 1 Νοεμβρίου του 1907 διαβιβάζει διαταγή το Χιλμή Πασά να ληφθούν σύντονα και αυστηρά μέτρα κατά των ελληνικών σωμάτων ακόμα και στη θάλασσα, γιατί οι κομιτατζήδες πυρπόλησαν το Ράκοβο (Κρατερό) τής Φλώρινας και οι Έλληνες θα ήθελαν να εκδικηθούν. Το έγγραφο τής 5 Δεκεμβρίου του 1907 πληροφορεί τον καϊμακάμη ότι στα ελληνικά σχολεία της Μακεδονίας κάνουν τα παιδιά και στρατιωτικές ασκήσεις και το τής 4 Μαρτίου του 1908, ότι ό Έλληνας πρόξενος Μοναστηρίου συνεργάζεται με τα ανταρτικά σώματα. Το έγγραφο τής 3 Απριλίου του 1908 εξ άλλου προστάζει στον καϊμακάμη να παρακολουθήση συστηματικά τον Έλληνα πρόξενο Θεσσαλονίκης Κανελλόπουλο, πού θα πήγαινε με τον διερμηνέα του στην Έδεσσα. Δεν λείπουν και τα συνηθισμένα τουρκικά τερατολογήματα. Το κρυπτογραφικό τηλεγράφημα (29 Μαΐου 1908) μιλεί για επικείμενη εισβολή σώματος από.... 300 (!) Κρητικούς με αρχηγό τον Ζιμπρακάκη. Άλλο για συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη 600 (!) ανταρτών κι’ ένα τρίτο για απαγωγή και μεταφορά στη Θεσσαλία ενός μικρού τουρκόπαιδου, Μεχμέτ, από άγνωστο μέρος και από άγνωστη οικογένεια!
Δεν λείπει απ’ τα προξενικά έγγραφα και το μαρτυρολόγιο. Στάζουν κι αυτά δάκρυα και αίμα. Η πρώτη π.χ. έκθεση (30 Νοεμβρίου 1906) με την υπογραφή Σαχτούρης λέγει: Στις 19 Νοεμβρίου δολοφονήθηκε κοντά στο Μαρικόλενο του Μελενίκου ό Κων. Σταμπούλης, μικρέμπορος και φιλήσυχος οικογενειάρχης απ’ το Σιδηρόκαστρο.
Την 24 Νοεμβρίου κομιτατζήδες σκότωσαν έναν Έλληνα βοσκό απ’ την Δοβίτσα και άρπαξαν το ποίμνιό του με τα 80 πρόβατα.
Στις 28 Νοεμβρίου βουλγαρική συμμορία επιτέθηκε στους Έλληνες αγωγιάτες από το Μελένικο, σκότωσε έναν αγωγιάτη και πολλά άλογα, πλήγωσε βαρειά άλλον. Θέλησαν να εξαναγκάσουν τούς Μελενικιώτες να παρατήσουν τα αμπέλια, ένα σημαντικότατο πόρο τής ζωής τους. Οι πυροβολισμοί ακούονταν και μέσα στο Μελένικο. Μα ό τουρκικός στρατός δεν κουνήθηκε και δεν άφησε τούς Μελενικιώτες να τρέξουν να βοηθήσουν τούς αγωγιάτες.
Στις σελίδες 32-35 δημοσιεύονται τα ονοματεπώνυμα, το επάγγελμα, ή κατοικία των θυμάτων τής βουλγαρικής θηριωδίας του 1906. Ήταν Τριάντα ένα άτομα απ’ την περιοχή τής Μητροπόλεως των Σερρών. Μεταξύ τους είναι και γυναίκες. Υπάρχουν και τρεις αδελφοί πού αδελφωμένοι πήγαν στον άλλο κόσμο.
Ή περιφέρεια τής μητροπόλεως Ζίχνης έδωσε είκοσι ένα νεκρούς, ή του Νευροκοπίου έντεκα και ή του Μελενίκου δεκατρείς. Σύνολο θυμάτων σ’ ένα χρόνο από μικρή περιοχή εβδομήντα έξι άτομα.
Οι σελίδες 16-21 είναι αφιερωμένες στη τραγωδία τής Κλεπούσνας (Αγριανής). Μεγάλη βουλγαρική συμμορία μπήκε τη νύχτα τής 12 Δεκεμβρίου στο χωριό, πού ήταν χωρισμένο σε δικούς μας και Βουλγάρους, και έβαλε κυριολεκτικά «πυρ» και «σίδηρο». Έσφαξαν τη γυναίκα του Πομελέτη, τη νύφη του και το μωρό της, ένα πρόκριτο με τη γριά συμβία του, μιαν άλλη γριά κι έναν πρόκριτο.
Ο Παπαφίλιππος γλύτωσε πληγωμένος όπως και ό δάσκαλος. Η παπαδιά όμως κάηκε μαζί με το σπίτι. Το μεγάλο και γερό σπίτι του Καραφύλη πού απουσίαζε το ανατίναξαν με βόμβες και το έκαψαν με πετρέλαιο. Ο γέρο πατέρας του, ογδόντα πέντε ετών, έβρισε τούς κομιτατζήδες, τούς είπε άνανδρους και δήλωσε ότι προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνη παρά ν’ αλλάξη και να γίνη βουλγαροσχιματικός. Έγιναν στάχτη οχτώ σπίτια μαζί με όλο το περιεχόμενο, έπιπλα, αποθήκες, σταύλους, αχυρώνες, ζώα κλπ. Δεν απόμεινε τίποτε σ’ εκείνους πού γλύτωσαν.
Ή Αγγελική Φιλιππίδου πολέμησε με δίκανο και περίστροφο τούς κομιτατζήδες. Την πλήγωσε βαρειά σφαίρα ρωσικού όπλου. Πήρε φωτιά το σπίτι της. Ωστόσο εξακολουθούσε να πολεμά και να βρίζη τούς κομιτατζήδες από γειτονικό σπίτι, όπου αποσύρθηκε. Όταν την πήγαιναν με φορείο στο νοσοκομείο των Σερρών και περνούσε από πολλά χωριά, καλούσε άντρες και γυναίκες να πάρουν όπλα, τσεκούρια, πέτρες και να χτυπήσουν τους κομιτατζήδες σαν λυσσιάρικα σκυλιά. Στις Σέρρες ό κόσμος τής φιλούσε το χέρι. Πέθανε από το τραύμα της στο κοινοτικό νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Το χαρακτηριστικό είναι ότι οι Τούρκοι, λίγες μέρες νωρίτερα, είχαν πάρει τα δεκαπέντε τουφέκια πού είχαν δώσει στους δικούς μας για να αυτοπροστατευτούν. Επίσης οι χωροφύλακες και οι στρατιώτες πού αποτελούσαν τη μικρή φρουρά τού χωριού δεν ξεμύτισαν καθόλου από το στρατηγείο τους όλην εκείνη την τρομερή νύχτα, γιατί δυό κομιτατζήδες τούς έρριξαν στους τοίχους λίγες τουφεκιές. Ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Γάλλοι αξιωματικοί συγκινήθηκαν πολύ. Οι τελευταίοι σπατάλησαν όλη τους την «ιεράν αγανάκτησιν» σε περιπτώσεις, όπως του Καρατζάκιοϊ, όπου ό Μητρούσης εκδικήθηκε τη σφαγή τής γυναίκας και του παιδιού του.
Ύστερα από λίγες μέρες πήγε ό Σαχτούρης να επισκεφτή το μαρτυρικό χωριό με άδεια των τουρκικών αρχών, πού δύσκολα του δόθηκε. Σε προϋπάντησή του βγήκαν οι πολυβασανισμένοι Έλληνες με τα παιδιά του σχολείου και είπαν τον εθνικό ύμνο. Του δήλωσαν ότι δεν δέχονται συλλυπητήρια παρά μόνο συγχαρητήρια(!), γιατί τούς αξίωσε ό Θεός να προσφέρουν τις περιουσίες τους και τούς σπιτικούς θυσία στον βωμό της πατρίδας! Και ήταν βουλγαρόφωνοι (!), υπογραμμίζει ό πρόξενος.
Με τα γεγονότα τής Κλεπούσνας οι Βούλγαροι αποθρασύνθηκαν. Άρπαξαν με το ζόρι την εκκλησία και το σχολείο του Εγρί-Ντερέ και επιχείρησαν να κάμουν το ίδιο και στη Γκόρνιτσα και τη Γκράτσανη. Αποδοκιμάζει όμως τη βαρβαρότητα τής Κλεπούσνας ή μυστική έκθεση του ανωτέρου Βουλγάρου διπλωμάτη πού δημοσιεύτηκε στη Φόσισε Τσάϊτουγκ του Βερολίνου. Σκότωσαν, λέγει, οι κομιτατζήδες πέντε γραικομάνους και δυό παιδάκια κι έκαψαν εφτά σπίτια. Αποτέλεσμα: Φυλάκισαν οι Τούρκοι είκοσι εφτά Βουλγάρους και σχημάτισαν οι Έλληνες αντάρτικο σώμα. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1906 βουλγαρική συμμορία μπήκε στο Ζίρνοβο (Νευροκόπι) και έβαλε φωτιά στον ελληνικό μαχαλά. Το χωριό είχε εκατόν ογδόντα σπίτια ελληνικά, εκατόν τριάντα βουλγαρικά και πενήντα τουρκικά. Κάηκε το μεγάλο σπίτι του πλουσιότερου νοικοκύρη Αγγέλου Ρούντσου. Την ίδια τύχη είχαν ό Δημήτρης Ρούντσος με τον γιό του Πέτρο, ό Νικόλαος Παναγή, ό Δημήτριος Ιωάννου και ό Δημήτρης Πέππου με τη γυναίκα του, βρήκαν δηλ. τον θάνατο τέσσερεις άντρες, δυό γυναίκες κι ένα παιδί.
Υπήρχε στρατιωτική φρουρά πού δεν κινήθηκε, όπως δεν κινήθηκαν και οι Τούρκοι κάτοικοι πού ήταν πάνοπλοι, όπως όλοι οι Τούρκοι. Οι κομιτατζήδες τούς φώναζαν να μη κινηθούν γιατί είχαν έρθει για τούς Ουρούμ (τούς Έλληνες) κι όχι για τούς Τούρκους. Στα άλλα μέρη όμως τής ανατολικής Μακεδονίας, όπου άρχιζε συμπλοκή στρατιωτικού αποσπάσματος με μικρό ελληνικό αντάρτικο σώμα, έτρεχαν αμέσως ένοπλοι οι Τούρκοι χωρικοί για να πάρουν μέρος. Ο πρόξενος προσθέτει: «Οι Τούρκοι όχι μόνον δεν συμπράττουσι μετά των Ελλήνων, αλλά τουναντίον υποστηρίζουσι το έργον των Βουλγάρων προς εξόντωσιν των Ελλήνων».
Η αναφορά τής 11 Απριλίου του 1907 ασχολείται με τον φόνο στο Εγρί Ντερέ (Καλλιθέα Δράμας) από βουλγάρικη συμμορία του Προκοπίου Κομπόκη. Μπήκαν μέρα μεσημέρι οι κομιτατζήδες στο χωριό. Άλλοι έξι (αριθ. 6) Κομπόκηδες είχαν νωρίτερα σφαγιασθή. Ο μόνος πού επιζούσε ήταν ό γιος του Προκοπίου, πού ήταν όμως στη φυλακή. Η μόνη θετική προστασία πού μπορούσε να προσφέρη ή Τουρκία στους προγεγραμμένους από επαναστατικό κομιτάτο φιλήσυχους επηκόους τής Υψηλής Αυτοκρατορίας, ήταν ... ή φυλακή. Κι’ αυτός ό Περικλής Κομπόκης δεν ξέφυγε τη μοίρα της οικογενείας του. Δολοφονήθηκε από Βουλγάρους το 1916 τον καιρό τής βουλγαρικής κατοχής στην ανατολική Μακεδονία.
Στα «Σερραϊκά Χρονικά» (σελ. 118-122) δημοσιεύεται αναφορά τού μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου στο Πατριαρχείο (31 Ιουλίου 1905), πού περιέγραφε τον σφαγιασμό των άλλων Κομπόκηδων και τον εμπρησμό των σπιτιών τους. Αληθινά μαρτυρικές οικογένειες. Θυσιάστηκαν άντρες και γυναίκες, γέροι και νέοι. Γράφει ό Χρυσόστομος: «Ο γηραιός Βασίλειος Κομπόκης, ή γραία σύζυγος του Αναστασία, ή νύμφη του πρεσβυτέρου υιού του Ευαγγέλου έπεσαν υπό τας σφαίρας των δολοφόνων». Και λέγει επιγραμματικά ό Χρυσόστομος: «Το παρελθόν είναι σκοτεινή άβυσσος, το παρόν κοιλάς κλαυθμώνος, το μέλλον είναι αφεγγές και ασέληνον».
Ήταν κι άλλες οικογένειες πού πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος στους “υπερμάχους του σταυρού και τής Μακεδονικής ελευθερίας”. Στην αναφορά του π.χ. τής 6 Αυγούστου του 1907 (σελ. 89) γράφει ό πρόξενος ότι στις 27 Ιουλίου κομιτατζήδες σκότωσαν σε ενέδρα τον Θεόδωρο Μανδέλα απ’ τη Φράστανη (Ορεινή) και τα ... άλογα του εφημερίου Νέστορος και δυό άλλων χωρικών πού τη γλύτωσαν... «Προ ενός έτους», γράφει ό πρόξενος, «εδολοφονήθη κατά τον ίδιον τρόπον ό πατήρ του Μανδέλα και προ επτά μηνών ό αδελφός του». Και απ’ αυτή την οικογένεια ένας μονάχα έμεινε ζωντανός. Υπεύθυνον για την δολοφονία του Θεοδώρου θεωρεί ό πρόξενος τον αστυνομικό σταθμάρχη του χωριού Χαλήλ. Αυτός ειδοποίησε και τούς κομιτατζήδες για την μέρα πού θα πήγαιναν στις Σέρρες. Δεν την ήξερε κανένας άλλος. Έκαναν το λάθος ό Μανδέλας και ό Παπανέστορας να ειδοποιήσουν τον σταθμάρχη για την αναχώρησή τους την επομένη και του ζήτησαν στρατιωτική συνοδεία. Τούς έδωσε δυό χωροφύλακες πού έφυγαν απ’ την ενέδρα ήσυχα ήσυχα χωρίς να ρίξουν ή να δεχτούν ούτε μιά τουφεκιά. Η οικογένεια επίσης Παπαϊωάννου από την Άνω Βροντού είχε έξι θύματα. Σκότωσαν οι Βούλγαροι στις 19 Αυγούστου του 1907 το νεαρό μαθητή Ιωάννη Παπαϊωάννου. Πριν εννιά μήνες είχαν δολοφονήσει άλλους. Και ήταν βουλγαρόφωνες όλες αυτές οι μαρτυρικές οικογένειες. Παράλληλα και οι Τούρκοι ενεργούσαν συστηματικά εναντίον μας διωγμό. Έρριξαν εκατοντάδες στις φυλακές. Αναγκάστηκε ό Σαχτούρης να πή στον Μουτεσαρίφη (νομάρχη) ότι «με τα μέτρα αυτά υποβοηθούσαν οι Τούρκοι την επικράτηση των Βουλγάρων και σπρώχνουν τον ελληνικό πληθυσμό στα βουνά». Ο Πρώην πρόξενος των Σερρών Τσαμαδός είχε γράψει (8 Σεπτεμβρίου 1906): «Η κατά των Ελλήνων συστηματική καταδίωξις των τουρκικών αρχών επιτείνεται από ημέρας εις ημέραν». Έφτασαν οι Τούρκοι στη θρασύτητα να καλέσουν για ανάκριση τον γραμματέα του προξενείου Βούτσον (ανθυπολοχαγό Φλωριάν) και τον Γκαβάζη, γράφοντας στα παλιά τους παπούτσια διπλωματική ασυλία και διομολογήσεις (capitulations).
Δεν μας ήταν φιλική και ή στάση των περισσοτέρων Γάλλων αξιωματικών, πού είχαν στον τομέα τους το σατζάκιον Σερρών. Η αναφορά τής 20 Φεβρουαρίου του 1907 (σελ. 35-43) ασχολείται μ’ αυτούς. Οι εχθρικότεροι ήταν ό Φελόν και ό Καμποκασώ. Παραδόξως δεν αναφέρεται ό Λαμούς πού έβγαλεν αργότερα βουλγαρικότατο βιβλίο (Δεκαπέντε χρόνια Βαλκανικής ιστορίας). Ίσως είχεν αντικατασταθή τότε. Δεν φαίνεται να ήταν φιλέλληνας και ό αρχηγός του, συνταγματάρχης Βεράν. Πώς το κατάφεραν οι Βούλγαροι, ανύπαρκτοι ουσιαστικά στις Σέρρες, είναι μυστήριο. Μόνη ή ελληνική κοινωνία μπορούσε να τούς προσφέρη φιλοξενία πού να τούς υπενθυμίζη την πατρίδα τους. Τούς είχαν ανοίξει στην αρχή σαλόνια και σπίτια. Πολλοί ήταν πού μιλούσαν τα γαλλικά. Μα έπειτα δεν ήθελαν ούτε να τούς δουν.
Ωστόσο αρχίσαμε να κερδίζουμε έδαφος. Ο πρόξενος γράφει (σελ. 21) ότι τέσσερα χωριά τής περιοχής Πετριτσίου, πού βρίσκονται σήμερα στο βουλγαρικό έδαφος (Μίντινο, Σαπάκοβο, Τοπόλνιτσα, Καλάροβο) και ήταν σχισματικά πριν καν αρχίση ή κομιτατζίδικη δράση, έγιναν δικά μας, παρουσιάστηκαν δηλαδή οι εκπρόσωποί τους στην Τουρκική αρχή και δήλωσαν ότι έπρεπε να θεωρούνται «Ουρούμ» (Έλληνες). Πήγε και ιερούργησε στις εκκλησίες τους ό Μητροπολίτης Μελενίκου. Αυτό ήταν και το αντικείμενο τής αναφοράς μας με τούς Βουλγάρους, το «πάπλωμα του καυγά». Οι Βούλγαροι άρχισαν τις δολοφονίες και τούς εκβιασμούς, για να εμφανίσουν μεγαλύτερο τον δικό τους πληθυσμό. Αναγκαστήκαμε να τούς ακολουθήσουμε και μείς.
Μεγάλη μεταβολή σημειώθηκε και στην περιοχή Ζίχνης. Μόνο από τη Ζίχνη θα μπορούσαμε να στρατολογήσουμε διακόσιους ενθουσιώδεις νέους, υποστηρίζει ό πρόξενος (σελ. 49). Αρκετά χωριά άρχισαν να προσέρχωνται ή να κλίνουν προς εμάς. Η μεταβολή ήταν έργο του αρχηγού Δούκα, πού τον εξυμνεί και τον εκθειάζει ό πρόξενος. «Εις τον νέον τούτον, ανήκοντα εις καλήν των Σερρών οκογένειαν», γράφει, «θαυμαζόμενον και λατρευόμενον καθ’ άπασαν την περιφέρειαν και εξυμνούμενον ήδη εις πατριωτικά άσματα, οφείλεται και θα οφείλεται εθνική ευγνωμοσύνη». Ήταν πραγματικά άξιος και ικανώτατος οπλαρχηγός ό Δούκας. Είχε πάρει μέρος και στην επίθεση στο γάμο του Ζέλενιτς. Είχε και μιά αίσθηση προφητική σαν να ήταν προικισμένος με κεραίες μυστικού ραδιοπομπού ή ραντάρ. Πολλές φορές άφησε θέσεις, άλλαξε καταφύγιο, όπου σε λίγο πρόβαλαν οι Τούρκοι.
Στις 20 Δεκεμβρίου του 1912 πρόσταξε να διαλυθούν και να σκορπίσουν οι τριακόσιοι άντρες του στο Παγγαϊο. Την άλλη μέρα απ’ το πρωί εμφανίστηκε ό βουλγαρικός στρατός, πού τούς αναζητούσε για να τούς χτυπήση και να βρή αφορμή να ξεκαθαρίση τον τόπο από πολλά ελληνικά αγκάθια. Πέρασε τότε τον Στρυμόνα, ορόσημο ανάμεσα στην ελληνική και βουλγαρική ζώνη, και έμεινε δυό μέρες στο Κρούσοβο των Κερδυλλίων. Έφυγε και απ’ εκεί ξαφνικά. Έπειτα από δυό ώρες πρόβαλαν Βούλγαροι στρατιώτες και κομιτατζήδες, πού τον αναζητούσαν.
Είχε και θαυμαστή ψυχραιμία. Δυό φορές ξέφυγε απ’ τα χέρια των Τούρκων, με την πρόφαση ότι είχε… επείγουσα φυσική ανάγκη. Τα είπε με τόση φυσικότητα και πειστικότητα πού δεν αρνήθηκαν τη μικρή αδειούλα.
Απ’ το Κρούσοβο των Κερδυλλίων πήγε στο σπίτι του Καραβασίλη στα Βρασνά, περιοχή κοντά στον Στρυμόνα, πού ανήκε αδιαφιλονίκητα στην ελληνική ζώνη. Είχε μαζί του μονάχα τον οπλίτη Βαγγέλη Τσορμπατζή. Την αυγή, πριν τα ξημερώματα, χτύπησαν την πόρτα πολλοί Βούλγαροι στρατιώτες και κομιτατζήδες. Μαζί τους ήταν και ό βοεβόδας Ιβάν. Κατάλαβε ότι δεν είχαν γι’ αυτόν καθόλου καλές διαθέσεις. Βγήκε ό Δούκας στο παράθυρο και με τη μεγαλύτερη ηρεμία ρώτησε βουλγάρικα:
—Τι τρέχει, βρε παιδιά; Τι ζητάτε;
—Τον Δούκα, του απάντησαν. Του εξήγησαν ότι τον ήθελε ό συνταγματάρχης για να τον ρωτήση για μερικούς μπέηδες.
—Α! Ευχαρίστως. Αμέσως έρχομαι, αποκρίθηκε. Είμαι ό Δούκας. Είσαι καλά Ιβάν; Ας έρθη ό αξιωματικός σας να συνεννοηθούμε.
Ανέβηκε χαρούμενος τη σκάλα ό υπολοχαγός Ντημιτρώφ. Το λαυράκι ερχόταν μοναχό του να πέση στα δίχτυα του. Μα ξάφνου ό Δούκας ακούμπησε στη πλάτη του το μάνλιχερ και του ψιθύρισε να μπή μέσα στο δωμάτιο χωρίς να βγάλη μιλιά. Τον παράλαβε ό Τζορμπατζής. Με τον ίδιο τρόπο αφόπλισε και τον λοχία Φιλίπ. Έβαλε έπειτα τον υπολοχαγό να προστάξη τούς στρατιώτες και τούς κομιτατζήδες να φύγουν συντεταγμένοι και τον κράτησε έπειτα, έως ότου έφτασαν μιά διμοιρία από μιά Κρητική μονάδα του Σταυρού.
Τις ικανότητές του τις έδειξε ό Δούκας στην επιχείρηση εναντίον τής Γκράτσανης (Αγιοχωρίου). Είχε Πληροφορίες απ’ τον Άγγελο Σελαμτζή ότι βρισκόταν εκεί ό περιβόητος βοεβόδας Πανίτσα με τη συμμορία του. Τη νύχτα τής 12 Ιανουαρίου του 1907 με πέντε ταχτικούς αντάρτες και σαράντα επιστρατευμένους χωρικούς του Παγγαίου κύκλωσε το χωριό, τοποθέτησε «Καραούλια» και «καρτέρια» και με λίγους μπήκε μέσα. Ο Πανίτσα απ’ τα γαυγίσματα και την αναστάτωση των σκύλων κατάλαβε ότι ξένοι, πού θα ήταν σίγουρα Τούρκοι στρατιώτες, μπήκαν στο χωριό. Πήρε ευθύς τούς περισσότερους άντρες του και ξέφυγε από μιά ρεματιά πού δεν είχε προλάβει να την κλείση ό Δούκας. Πέντε όμως κομιτατζήδες έπεσαν σ’ ένα «καρτέρι». Δυό βρέθηκαν νεκροί το πρωί. Ο ένας είχε πάρει μέρος στη δολοφονία του Κομπόκη και στη σφαγή τής Κλεπούσνας. Εθανάτωσε και δυό χωρικούς, μεγάλους πράκτορες των κομιτατζήδων, πού ήταν αντιπαθείς και μισητοί σ’ όλο το χωριό. Έκαψε και δυό σπίτια επίσης διαλεχτά.
Ανάμεσα στη Γρατσάνη και το Παγγαϊο είναι ή Ζίχνη, όπου είχαν την έδρα τους δυό λόχοι. Απ’ εκεί θα περνούσε αναγκαστικά ό Δούκας, όταν θα πήγαινε στην Γκράτσανη και όταν θα γύριζε θα βρισκόταν το σώμα σε πολύ δύσκολη και απελπιστική θέση, αν ή δύναμη αυτή έτρεχε στη Γκράτσανη με τις πρώτες τουφεκιές. Είχαν κληθή όμως εκείνο το βράδυ οι δυό λοχαγοί στο σπίτι του Νάκου Ματραπατζή για «μουχαμπέτι». Είχε καλό ούζο και μπόλικους μεζέδες και την κόρη του Νίνα, πού τραγουδούσε με την γλυκιά φωνή της ωραία το «Σαν τέτοια ώρα στο βουνό, ό Παύλος πληγωμένος», το «Αχ, του Κίτσου ή μάνα», το «Ω! λυγερό και κοφτερόν σπαθί μου» και άλλα. Οι δυό λοχαγοί μερακλώθηκαν• ό ένας είπε έναν αμανέ. Ήρθε δυό φορές ένας λοχίας να τούς πή ότι στη Γκρατσάνη φάνηκαν φωτιές και ακούονταν τουφεκιές. Μα δεν το κούνησαν. Τούς ξεσήκωσε ένας νέος ανθυπολοχαγός. Ως ότου όμως να νιφτούν, να φορέσουν τις μπότες και να συνέλθουν, Πέρασε αρκετή ώρα και ό Δούκας ήταν πια κουτά στα ριζά του Παγγαίου.
Απ’ εδώ πια άρχιζε ή κωμωδία. Οι δυό λοχαγοί οικειοποιήθηκαν τους δυό νεκρούς κομιτατζήδες. Στην αναφορά τους έγραψαν ότι μέσα στο πυκνό σκοτάδι, σε μιά δυνατή μάχη, εξόντωσε ό γενναίος και ένδοξος αυτοκρατορικός στρατός τους δυό βούλγαρους “λησταντάρτες” και κατεδίωξε κατά πόδας τούς άλλους. Οι χωρικοί εξ άλλου της Γκράτσανης δήλωσαν ότι βουλγαρική ήταν ή συμμορία πού έκαψε τα δυό σπίτια και σκότωσε τους δυό χωριανούς τους. Το παραδέχτηκαν οι Τούρκοι αστυνομικοί και δικαστικοί και το πίστεψαν ακόμη και οι Γάλλοι αξιωματικοί.
Έπειτα από ενάμιση μήνα μόνο πήγε στην Αλιστράτη και στην Γκράτσανη ό φιλοβούλγαρος Κομπικασώ, πού είχε στην δικαιοδοσία του εκείνη την περιφέρεια, και φρόντισε να στρατολογήση ψευδομάρτυρες για να ενοχοποιήση τον προϊστάμενο και τον επιστάτη του οικοτροφείου Αλιστράτης.
Σύμφωνα με μεταγενέστερη αναφορά του γενικού προξένου Θεσσαλονίκης Κοντογούρη ό μουτεσερίφης Δράμας σε νεώτερη έκθεσή του προς τον «γενικόν επιθεωρητήν» Χιλμή Πασά υποστήριζε ότι βουλγαρική ήταν ή συμμορία πού επιτέθηκε εναντίον της Γκράτσανης. Και το αποκορύφωμα τής κωμωδίας! Ο πρόξενος Σαχτούρης σε μια συνάντησή του με τον μουτεσερίφη παραπονέθηκε γιατί οι Βούλγαροι κομιτατζήδες εξακολουθούσαν να ρημάζουν τούς Έλληνες (Ουρούμ) ραγιάδες και ήταν ή Γκράτσανη το δεύτερο χωριό, αφ’ ότου τοποθετήθηκε στις Σέρρες, πού δοκίμαζε βουλγαρική επίθεση! Τα ίδια είπε και στον Γάλλο συνταγματάρχη Βεράν. Όλο το Αγιοχώρι τάχθηκε πια μαζί μας και επηρεάστηκαν και άλλα γειτονικά χωριά.
Αν ό Δούκας δεν ενεργούσε με τόση προσοχή και δεν είχε διαλέξει με τόση επιμέλεια τα λίγα θύματά του, πολύ διαφορετικό θα ήταν το αποτέλεσμα. Η γενική επίθεση στα κουτουρού θα είχε προκαλέσει την γενικήν αγανάκτηση. Η βάρβαρη βουλγαρική ενέργεια στην Κλεπούσνα μας ωφέλησε, όπως γράφει και ό πρόξενος Βουλγαρική επίθεση κατά τής Νούσιας (Δαφνούδι) και Χοροβίτσας (Αγίου Χριστοφόρου) αποκρούστηκε απ’ τους χωρικούς. Άφησαν και ένα νεκρό οι κομιτατζήδες. Οι δικοί μας βουλγαρόφωνοι, όπως ήταν επόμενο, φανατίζονταν και αγρίευαν ολοένα περισσότερο. Και πρέπει να αναγνωριστή ότι έγιναν το στερεώτερο εθνικό μας στήριγμα.
Όταν ήταν διευθυντής του σχολείου Προσωτσάνης τής Δράμας με το ψευδώνυμο ‘’Σπληναρίδης” ό τότε ανθυπολοχαγός του πυροβολικού και αργότερα στρατηγός Κωνσταντίνος Νταής, δέχτηκε μιά μέρα στο «διευθυντήριον» την επίσκεψη του Νικολάου Μαυρουδή και Άρμεν Κιούτση απ’ τον Βόλακα τής Δράμας. Δεν ήξεραν και οι δυό πολλά ελληνικά, ήταν όμως πρόθυμοι να βάλουν μαχαίρι σ’ όλους τούς Βουλγάρους, αν ήταν στο χέρι τους. Του πρόσφεραν την ταμπακέρα για να δοκιμάση ένα εξαιρετικό μυρωδάτο καπνό. Είχε όμως μέσα δυό ανθρώπινα αυτιά!
Αργότερα, εκεί πού ό Άρμεν ή Αρμενάκης πήγανε μιά μέρα μ’ ένα φίλο του στην Δράμα, συνάντησαν στο δρόμο ένα Βούλγαρο. Δεν χάνουν καιρό: του ρίχτηκαν και τον σκότωσαν. Δυό όμως σοβαρήδες (έφιπποι χωροφύλακες), πού περνούσαν, τούς είδαν, τούς κυνήγησαν και έπιασαν τον Άρμεν. Ο φίλος του ξέφυγε. Το έκτακτο δικαστήριο τής Θεσσαλονίκης τον καταδίκασε σε θάνατο και στις 14 Σεπτεμβρίου του 1906 τον κρέμασαν στον πλάτανο τής Δράμας. Ήταν ωραιότατο παλληκάρι. Ο πατέρας του, πού είχε κατεβή απ’ το χωριό για να τον δη στη φυλακή, αφού τον είδε στο σχοινί πήγε με βήματα υπνοβάτη στη Μητρόπολη, φίλησε το χέρι του Χρυσόστομου, πού τον φίλησε στο μέτωπο, έστριψε με τρεμάμενα χέρια ένα τσιγάρο, ενώ σιγότρεμε στα χείλη του σβησμένο ένα άλλο, και με ραγισμένη φωνή... συλλυπήθηκε τον Χρυσόστομο, γιατί έχασε το καλύτερό του παλληκάρι! Μιλούσε τούρκικα γιατί δεν ήξερε ελληνικά. Ο τουρκομαθής ανθυποπλοίαρχος Μαυρομιχάλης πού υπηρετούσε με ψευδώνυμο ως «γραμματεύς» στο προξενείο Καβάλας και βρέθηκε εκείνη τη μέρα στη μητρόπολη Δράμας, δεν μπόρεσε να κρατήση τα δάκρυα του, όπως είπε αργότερα του Νταή.
Ο Νταής αναγκάστηκε να βγή στα βουνά τής ανατολικής Μακεδονίας οπλαρχηγός με το ψευδώνυμο Τσάρα, γιατί ό αληθινός και άθλιος Σπληναρίδης, εργάτης στον Πειραιά, απ’ τούς Πλακάδες Μυτιλήνης, πού του είχε δανείσει το ονοματεπώνυμο και το «νουφούζι» του, πετάχτηκε κρυφά στο χωριό του, σκότωσε ένα χωριανό του και το ‘σκασε ξανά για τον Πειραιά. Οδηγήθηκε, λοιπόν, ό Νταής με χειροπέδες και αλυσίδες στη Μυτιλήνη και στους Πλακάδες, όπου διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν ό πραγματικός Σπληναρίδης. Στον γυρισμό ξέφυγε με την βοήθεια πολλών απ’ τα χέρια των Τούρκων. Θα είχε ιστορίες με το έκτακτο δικαστήριο Θεσσαλονίκης για πλαστοπροσωπεία, απάτη, συνωμοτική δράση κλπ.
Μιά βραδιά, τον Μάιο του 1908, πού είχε πάει ό Τσάρας (Νταής) στην Τσατάλτζα (Χωριστή) τής Δράμας για να συμφιλιώση τα δυό αντίπαλα κόμματα του χωριού, ήρθαν ξαφνικά δυό τάγματα, κύκλωσαν το χωριό και άρχισαν συστηματική έρευνα. Είχαν καλές πληροφορίες από κάποιον προδότη. Τράβηξαν ίσια στο σπίτι, όπου είχε κατασκευαστή υπόγεια κρύπτη από ειδικό τεχνίτη, φερμένο επίτηδες απ’ την Αθήνα. Ο Νταής όμως την είχε αχρηστεύσει, γιατί την ήξευραν πολλοί. Την βρήκαν οι Τούρκοι άδεια. Οι δεκαέξι άντρες είχαν τρυπώσει σε μιαν άλλη. Ο Νταής μ’ ένα μόνο οπλίτη, τον Τάκη Μπογιατζή, βρίσκονταν στο σπίτι του Αν. Τζαμπάση, μουχτάρη και αρχηγού του ενός κόμματος, πού είχεν ήδη συμβιβαστή με τον Βενέτη Κιμπόρη, αρχηγό του αντιθέτου.
Ο Νταής για να ελαφρύνη τη θέση του μουχτάρη, επιχείρησε να ξεγλυστρήση έξω απ’ το χωριό μαζί με τον Μπογιατζή. Βρήκαν όμως παντού στρατιώτες και τρύπωσαν στο αχούρι ενός απόμερου σπιτιού. Τούς βρήκε το πρωί εκεί ή γριά σπιτονοικοκυρά, πού πήγε να ποτίση τα ζώα. Ο Νταής τής ζήτησε καφέ, γιατί είχε στεγνώσει ή γλώσσα του. Ήρθε αργότερα μιά νεώτερη πού τούς σήκωσε σχεδόν με το στανιό και τούς πήγε πάνω στο σπίτι, «γιατί ήταν άσχημα τα πράγματα». Ο πεθερός της δηλαδή και ό άντρας της είχαν αποφασίσει να τούς προδώσουν, μόλις πλησίαζαν οι Τούρκοι, για να γλυτώσουν οι ίδιοι φτηνά. Και ή νεαρή γυναίκα ανέβασε τον Νταή πάνω για να ξέρουν ότι θ’ ακολουθούσε μάχη μέσα απ’ το σπίτι, αν πραγματοποιούσαν την προδοσία. Έβραζε κι αυτή ένα καζάνι νερό για να ζεματίση τούς στρατιώτες. Ευτυχώς οι Τούρκοι, κουρασμένοι απ’ την έρευνα των πολλών άλλων σπιτιών, δεν μπήκαν σ’ αυτό. Το μεσημέρι τα δυό τάγματα αποσύρθηκαν και βγήκαν απ’ την κρύπτη οι δεκαέξι άντρες. Ήταν όμως λιπόθυμοι. Αν είχαν μείνει μέσα άλλες δυό ή και μιά ώρα, θα είχαν αποθάνει από ασφυξία.
Το βραδάκι ήρθε στην Τσατάλτζα ό καπνέμπορος Κων. Θεοδωρίδης καβάλα. Έβαλε τον Νταή σ’ ένα άλλο περήφανο άλογο, του φόρεσε στο κεφάλι ένα κόκκινο φέσι και έφυγαν σαν δυό καλοί καπνέμποροι για τα χωριά του Παγγαίου. Προδότης ήταν ό Τάσος Πασβάκης. Όταν έγινε το «χουριέτ» και φανέρωσαν οι Τούρκοι ότι τον είχαν μυστικό πράκτορά τους, τον έβαλαν οι Τσαταλτζινοί ανάποδα σ’ ένα γαϊδούρι και τον διαπόμπευσαν σ’ όλους τούς δρόμους τής Τσατάλτζας. Είχαν κινητοποιηθή τα δυό τάγματα γιατί τότε τρεις άντρες του Νταή ντυμένοι σαν γεωργοί Τσαταλτζινοί είχαν χτυπήσει στο γεφύρι, ανάμεσα στη Δράμα και την Καβάλα, ένα μπουλούκι Βουλγάρους πού πήγαιναν στην Καβάλα απ’ τα βόρεια μέρη. Στις τουφεκιές έτρεξαν Τσερκέζοι καβαλαραίοι πού τούς πλησίασαν. Μα οι τρεις μπήκαν σ’ ένα χωράφι με ρύζι και έπειτα στον βάλτο, τα περίφημα «τενάγη των Φιλίππων», όπου τα περήφανα τσερκέζικα άλογα δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Παρατηρήθηκε τότε ομαδική κάθοδος Βουλγάρων απ’ τα γειτονικά στη Βουλγαρία μέρη πού κατέβαιναν να εργαστούν καπνεργάτες ή και άπλοί σκαφτιάδες, στην Καβάλα και στις άλλες πόλεις τής ανατολικής Μακεδονίας. Άλλοι πήγαιναν στη Χαλκιδική και το Άγιον Όρος. Δεν είναι γνωστό αν ήταν οργανωμένο αυτό το ρεύμα. Είχε πάρει όμως μεγάλες διαστάσεις. Για να το ανακόψουν, έγινε ή επίθεση στη γέφυρα του δρόμου Δράμας-Καβάλας και άλλη μιά αργότερα (17 Νοεμβρίου), κοντά στα αρχαία Στάγειρα, όπου σκοτώθηκαν πολλοί.
Δεν ήταν βέβαια όλοι οι οπλαρχηγοί οι κατάλληλοι άνθρωποι στην κατάλληλη θέση. Ο πρόξενος διατύπωσε στα έγγραφά του παράπονα και παρατηρήσεις. Ένας οπλαρχηγός αποκηρύχτηκε απ’ τούς άντρες του, αναγνώρισε ότι δεν τα κατάφερε και αποσύρθηκε. Ένας άλλος απ’ το Αδραμίτι τής Μικράς Ασίας, ό Στρατής, έστησε ενέδρα παρά τις διαταγές και σκότωσε δυό Βουλγάρους χωρικούς, πού γύριζαν απ’ το παζάρι και έτυχε να βρεθούν μπροστά του. Τις τουφεκιές άκουσαν τα γύρω στρατιωτικά τμήματα πού κινήθηκαν με ασυνήθιστη ταχύτητα για Τούρκους. Ο Στρατής τα ‘χασε και ζήτησε καταφύγιο στην εκκλησία του Χριστού (Τοπολιάνης). Δεν άργησαν να την κυκλώσουν. Οι Τούρκοι ετοιμάστηκαν να τούς βάλουν φωτιά και ό καπετάν Στρατής αναγκάστηκε να παραδοθή. Είχε απομείνει με έξι άντρες, όλους ντόπιους απ’ τα χωριά των Σερρών. Είχαν ξεφύγει δυό και ένας τρίτος είχε σκοτωθή. Ο Στρατής παραδόθηκε «άνευ όρων». Ζήτησε μόνο να μη τούς δέσουν όταν θα τούς πήγαιναν στις Σέρρες. Οι Τούρκοι αναγνώρισαν, φαίνεται, τον ηρωισμό του και τον δικό τους και το δέχτηκαν. Την άλλη μέρα όμως διαμαρτυρήθηκε ό Γάλλος συνταγματάρχης Βεράν.
Σοβαρότερη ήταν ή περίπτωση ενός άλλου σώματος από έντεκα άντρες με αρχηγό τον Ανδρέα Στενημαχίτη, πού τον εκθειάζει θερμότατα ό πρόξενος. Ήταν μορφωμένος, γενναίος, έξυπνος, δραστήριος, αγνός και ακόμα και ρήτορας. Δημηγορούσε ακούραστα για τον εθνικό αγώνα στους χωρικούς. Το σώμα βρισκόταν στις 14 Ιουλίου του 1907 έξω απ’ τη Δόβιστα. Ένας οπλίτης έκαμε κάποια αταξία και αυθαδίαζε στον αρχηγό, ό οποίος αναγκάστηκε να τον τιμωρήση. Έξαλλος εκείνος το βάζει στα πόδια και τρέχει προς το Σαρμουσακλή να παραδοθή και να προδώση. Τρέχουν οι άλλοι πίσω του με τουφεκιές για να τον σταματήσουν και να τον ξεκάμουν. Φαίνεται όμως ότι παρασύρθηκαν περισσότερο απ’ όσα έπρεπε, βγήκε σε καταδίωξή τους και ιππικό πού εμπόδισε την υποχώρησή τους προς το βουνό. Κυκλώθηκαν σε μιά χαράδρα πού έγινε ό τάφος τους. Πάλεψαν ώρες πολλές με τις δυσμενέστερες συνθήκες. Δυό μονάχα κατόρθωσαν να ξεφύγουν πληγωμένοι. Οι Τούρκοι ξέσπασαν τότε στους χωρικούς. Έπιασαν τον παπά, τον γιατρό, τούς προκρίτους και πολλούς άλλους στη Δόβιστα. Τέσσερεις σκότωσαν και ψυχορραγούσε και πέμπτος απ’ το ξυλοκόπημα. Φυλάκισαν επίσης εκατοντάδες από πολλά χωριά. Πολλοί αναγκάστηκαν να πάρουν τα βουνά. Έγιναν πολλές συλλήψεις και μέσα στις Σέρρες πού τις αναστάτωσαν. Ακολούθησε και ή μάχη του σώματος Μητρούση μέσα στην πόλη, πού προκάλεσε επίταση του κακού. Οι Τούρκοι απέδειξαν για μιά ακόμη φορά τον περιλάλητο φιλελληνισμό τους. Πρωτοστατούσε στις διώξεις ό ίδιος ό «στρατάρχης», όπως γράφει ό πρόξενος. Ξέπεσαν ως το σημείο να συμμαχήσουν και με λήσταρχους. Στην περιφέρεια π.χ. Νιγρίτας, εκτός τής τουρκοκρητικής συμμορίας, δημιούργησαν και μιάν άλλη με αρχηγό τον πρώην αρχιληστή Πάρδο. Αυτός, με την πρόφαση ότι καταδίωκε τα ανταρτικά σώματα, πλιατσικολογούσε και λήστευε τον κοσμάκη. Και είχε αναμφισβήτητη προστασία των τουρκικών αρχών. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε να σταθή πολλές μέρες αν μη και ώρες. Η Υψηλή Αυτοκρατορία είχε αγκαλιάσει ληστοσυμμορίτες για να φέρη την τάξη στην «θεοφύλακτη» χώρα.
Ξέσπασαν οι Τούρκοι και σε φοβερές παρεκτροπές στην Αμμούδια το Σιδηροκάστρου στις 7 Οκτωβρίου του 1907. Ξυλοκόπησαν, μαστίγωσαν φυλάκισαν, βασάνισαν πολλούς, χωρίς κανένα λόγο και αφορμή (Σερραϊκά Χρονικά, τόμ. Γ’, σελ. 97). Κοντά στο Λαγγένι σε μιά σπηλιά είχαν κυκλώσει οι Τούρκοι μιά συμμορία κομιτατζήδων. Έφεραν ιππικό και τέσσερα κανόνια. Ή πολιορκία βάσταξε τρία μερόνυχτα. Έπειτα οι κομιτατζήδες ξέφυγαν! Έχασαν μονάχα να δικό τους. Όταν συναντήθηκαν «στρατάρχης» και μουτεσαρίφης έμειναν από την ντροπή τους είκοσι λεπτά τής ώρας βουβοί.
Οι Βούλγαροι είχαν περισσότερα από μας βάσανα και παθήματα από δική τους μάλιστα υπαιτιότητα. Στις 23 Νοεμβρίου του 1906 π.χ. οι Τούρκοι έπιασαν κοντά στο Σιδηρόκαστρο κάποιον Στογιάνωφ. Κάτω από χωριάτικα ρούχα έκρυβε στολή Βουλγάρου στρατιώτη του πυροβολικού. Του υποσχέθηκαν χρήματα και διορισμό σε θέση και ευθύς ομολόγησε ότι είχεν έρθει απ’ τη Βουλγαρία για να γίνη αρχηγός συμμορίας. Φανέρωσε επίσης μιά αποθήκη πού είχε εβδομήντα πέντε βόμβες μικρές, άλλες τόσες μεγάλες, εξήντα όπλα μάλινχερ με χίλια πεντακόσια φυσίγγια, δεκαεφτά όπλα ρωσικά, σύρματα, ηλεκτρικές και εκσφενδονιστικές μηχανές κλπ. Προορίζονταν για την ανατίναξη τής Σιδηροδρομικής γέφυρας, κοντά στο Σιδηρόκαστρο, και ελληνικών καταστημάτων, μέσα στις Σέρρες. Υποσχέθηκε να φανερώση και άλλες παρόμοιες αποθήκες στην περιοχή Μελενίκου και Κιλκίς. Θα είχε, φαίνεται, ανώτερη θέση στην οργάνωση του κομιτάτου.
Όπως ήταν φυσικό, ακολούθησαν πολλές συλλήψεις. Άγριος και αιματηρός ήταν και ό εμφύλιος αγώνας των δυό κομιτάτων. Κοντά στο Μελένικο στις 27 Μαΐου του 1907 σκοτώθηκαν πέντε Βούλγαροι από συμμορία τής άλλης παρατάξεως και άλλοι έντεκα γύρω απ’ την Τζουμαγιά. Έγιναν πολλοί παρόμοιοι φόνοι στους βόρειους καζάδες πού δεν φανερώθηκαν στις τουρκικές αρχές.
Ο «Σαντραλίστ» αρχικομιτατζής Ντάεφ μπήκε στην Βροντού, για να εξοντώση την «βερχοβιστική» συμμορία του Κιατιπίεφ. Σκότωσε τον γαμπρό του. Αναγκάστηκε τότε ό Κιατιπίεφ μαζί με τον υπαρχηγό του Αντώνιο να παραδοθούν στους Τούρκους. Παράδωσαν επίσης όπλα, βόμβες, φυσίγγια και τα ονόματα των πρακτόρων των «Σαντραλιστών», δηλ. τής ΒΜΡΟ. Δήλωσε εξ άλλου ότι οι φορολογίες και διαρπαγές του κομιτάτου παράγιναν και οι πλουσιότεροι χωρικοί έμειναν απένταροι, πανί με πανί.
Στις 21 Ιουνίου ό Κιατιπίεφ και ό υπαρχηγός του Αντώνιος πού είχαν αμνηστευθή πήγαν στη Βροντού. Εκεί πού Αντώνιος είχε καθήσει στο τραπέζι με την οικογένειά του και έκαμνε το σταυρό του, τρεις πυροβολισμοί τον ξάπλωσαν νεκρό. Πλήγωσαν βαρειά τη γυναίκα και την κόρη του.
Οι Γάλλοι αξιωματικοί Μασνέ και Σαροϊ επιβεβαίωσαν στον πρόξενο τις τουρκικές πληροφορίες ότι στους καζάδες (επαρχίες) Ραζλόκ, Τζουμαγιά, Νευροκόπι και τούς άλλους υπήρχε σωστή εξέγερση των χωρικών εναντίον των «επαναστατικών κομιτάτων». Τούς είχαν ρημάξει με τη βαρύτατη φορολογία και τις ατελείωτες εισφορές. Ήταν στην ημερήσια διάταξη και οι ομαδικοί φόνοι, εμπρησμοί, διωγμοί Βουλγάρων από Βουλγάρους. Γράφει πολλά και ή μυστική έκθεση του Βουλγάρου διπλωμάτη πού δημοσιεύτηκε στην Φόσισε Τσάϊτουγκ του Βερολίνου για τις φοβερές υπερβασίες των κομιτάτων εις βάρος των χωρικών πού προκάλεσε την εξέγερση και τον εξοπλισμό τους με τουρκικά όπλα εναντίον των «Ελευθερωτών».
Πάνω απ’ τούς Βερχοβίστ και Σαντραλίστ ήταν ό πολύς Σαντάνσκη, πού είχε δική του μπαντιέρα και χωριστό δικό του ταμείο, λήστευε και άρπαζε περισσότερα ίσως απ’ τούς άλλους. Ήταν βλαχικής καταγωγής, όπως γράφει ή έκθεσις. Ο Dakin γράφει ότι τον Σαντάνσκη δεν κατεδίωκαν και τότε οι Τούρκοι. Αργότερα έγινε και φανερό όργανο των νεοτούρκων. Ένας Βούλγαρος από χωριό, εγκαταστημένος στις Σέρρες, πού επιχείρησε να σκοτώση έναν άλλο Βούλγαρο προδότη και πιάστηκε απ’ τον ίδιο τον Γάλλο συνταγματάρχη Βεράν, τα ξέρασε όλα στην τουρκική αστυνομία και την ανάκριση, και φανέρωσε εκείνους πού τον έβαλαν να κάμη την απόπειρα. Έτσι ή χούφτα των Βουλγάρων των Σερρών έπαθε νέο αποδεκατισμό. Βαρειές συνέπειες για τούς Βουλγάρους είχε και ό οικονομικός πόλεμος, πού αυτοί πρωτοάρχισαν και εγκαινίασαν. Ήταν μερικά ορεινά φτωχά χωριά, βουλγαρικά ορμητήρια και καταφύγια, πού ζούσαν απ’ τα πλούσια ελληνικά καπνοχώρια και καμποχώρια, καθώς και απ’ τούς ελληνικούς πληθυσμούς των πόλεων. Όλοι τώρα τούς αποκήρυξαν και τούς απομόνωσαν με οικονομική καραντίνα. Κινδύνεψαν να λιμοκτονήσουν. Και αναγκάστηκαν ν’ αρχίσουν να μας πλησιάζουν. Μερικοί Βούλγαροι απ’ τούς βόρειους καζάδες είχαν εγκατασταθή στην Καβάλα, Σέρρες, Δράμα, Παγγαίο, Νιγρίτα κλπ. ως εργάτες, κτίστες, μικροβιοτέχνες, καπνεργάτες κλπ. Ο αριθμός τους ολοένα μεγάλωνε. Υποχρεώθηκαν με τον οικονομικό αποκλεισμό κυρίως να πάρουν πόδι. Παρουσιάστηκαν μιά μέρα στον Άγγλο αξιωματικό οι ελάχιστοι ξένοι Βούλγαροι τής Καβάλας και παραπονέθηκαν γιατί είχαν ξεκαθαριστή μερικοί δικοί τους. Ο Άγγλος, αφού ρώτησε τα ονοματεπώνυμά τους και συμβουλεύτηκε το σημειωματάριό του, τούς σύστησε να φύγουν το ταχύτερο στην πατρίδα τους, αν ήθελαν να γλυτώσουν. Είχε πάρει, άγνωστο πώς, απ’ την Ελληνική Οργάνωση τον κατάλογο των προγεγραμμένων Βουλγάρων.
Είναι πολύ χαρακτηριστική και εύγλωττη ή συνάντηση στις Σέρρες του Σαχτούρη με τον Βούλγαρο πρεσβευτή στην Αθήνα. Ο Βούλγαρος διπλωμάτης του είπε πολλά και με πολλή θέρμη για την ανάγκη τής ελληνοβουλγαρικής προσεγγίσεως και συνεργασίας. Η ιδέα αυτή, τον διαβεβαίωσε, είχε κατακτήσει πολύ έδαφος στη Σόφια και σ’ αυτούς τούς κυβερνητικούς κύκλους. Όπως παρατηρεί ό Σαχτούρης, άρχισαν να μιλούν για έλληνο-βουλγαρική συνεννόηση και εκπρόσωποι του κομιτάτου τής ΒΜΡΟ και ακόμα και φυλακισμένοι Βούλγαροι στο Επταπύργιο της Θεσσαλονίκης Ωστόσο συνέχισαν οι Βούλγαροι με πείσμα, επιμονή και αυτοθυσία την εναντίον μας δράση. Απτόητοι και αλύγιστοι ήταν απέναντί τους οι Έλληνες. Την ψυχή της ανατολικής Μακεδονίας εκπροσωπούσαν μερικά πρόσωπα όπως και ή ηρωϊκή εκείνη Φιλιππίδου τής Κλεπούσνας, ό εφημέριος Παπαπασχάλης και, πάνω απ’ όλους, ό θρυλικός Μητρούσης.


Πηγή: Γεώργιος Μόδης, Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτεερη μακεδονική ιστορία, εκδ. Β’ της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com