Ο Μητροπολίτης Παρθένιος

Ο Μητροπολίτης Παρθένιος ήταν ο πρώτος Μητροπολίτης Κίτρους και Κατερίνης και προηγούμενα Επίσκοπος Κίτρους.

Γεννήθηκε στην Ήπειρο και το κοσμικό του όνομα ήταν Παρθένιος Βαρδάκας. Ανέπτυξε σημαντικό φιλανθρωπικό και πνευματικό έργο, ενώ οργάνωσε και το Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή της Πιερίας, σε συνεργασία με οπλαρχηγούς Μακεδονομάχους, όπως ο Καπετάν Ματαπάς.
Φρόντισε να ιδρύσει ελληνικό σχολείο στην Κατερίνη και αντιμετώπισε με επιτυχία τη ρουμανική προπαγάνδα της εποχής. Εναντίον του Παρθενίου έγιναν τρεις συνολικά δολοφονικές απόπειρες, έργα στρατευμένων Τουρκαλβανών.
Το 1904 ανέλαβε Επίσκοπος Κίτρους. Στις 16 Οκτωβρίου 1912 με την απελευθέρωση της Κατερίνης, έψαλε τη δοξολογία στο Ναό της Θείας Ανάληψης και χοροστάτησε στις κηδείες των πεσόντων στην τελευταία μάχη στο Κολοκούρι, του Σβορώνου και του Νίκα. Έγραψε έργα, από τα οποία αντλούμε πληροφορίες για την Ιστορία της Πιερίας.
Ο Παρθένιος πέθανε το 1933 και το όνομά του δόθηκε σε κεντρική οδό της Κατερίνης. Τον διαδέχθηκε στο θρόνο της Μητρόπολης Κίτρους και Κατερίνης ο Κωνσταντίνος Κοϊδάκης.



Καπετάν Ματαπάς

Ο Μιχαήλ Αναγνωστάκης, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Καπετάν Ματαπάς, ήταν ένδοξος Μακεδονομάχος, με καταγωγή από την Πελοπόννησο. Έδρασε στις αρχές του 20ου αιώνα. Επιλέχθηκε από το Εθνικό Κέντρο για την οργάνωση και το συντονισμό του Μακεδονικού Αγώνα στην Πιερία. Το έργο του ευοδώθηκε με τη μεγάλη προσφορά του ιδίου και των συνεργατών του, όπως ο Μητροπολίτης Παρθένιος Βαρδάκας. Για να προκαλέσει σύγχυση στους κατακτητές, υπηρέτησε ως ψευδομοναχός με το όνομα παπα-Χρήστος στη Γουμένισσα. Διακρίθηκε επίσης για τη γενναιότητά του στις συμπλοκές με τους Βουλγάρους κομιτατζήδες στη λίμνη των Γιαννιτσών (Βάλτος). Ο Ματαπάς ενίσχυσε τα ελληνικά σώματα από την Πιερία μέχρι τη Χαλκιδική. Το 1912 ανέλαβε αρχηγός των προσκόπων στην Πιερία, μαζί με τον Αλέξανδρο Ζάννα. Υποχρέωσε τον αρχηγό της 7ης Μεραρχίας Κλεομένη Κλεομένους να επισπεύσει την απελευθέρωση της Κατερίνης, η οποία συντελέστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1912.


Καπετάν Φούφας

Κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα σύσσωμο το χωριό (Φούφας) τάχθηκε στο πλευρό των ανταρτικών μας σωμάτων, μολονότι η Βουλγαρική προπαγάνδα προσπάθησε μάταια να κλονίσει την προσήλωση των κατοίκων του στα Εθνικά Ιδεώδη.
Στην ήδη αιματοβαμμένη γη του τότε Παλαιοχωρίου σημειώθηκε την 11η Μαΐου του 1907 σφοδρή μάχη. Από Ελληνικής πλευράς ηγέτης ήταν ο ένδοξος Μακεδονομάχος Καπετάν Ζαχαρίας Ανδρούτσος ή Παπαδάς (Καπετάν Φούφας), ανθυπολοχαγός του Στρατού ,που καταγόταν από το Πλατανάκι του νομού Αρκαδίας. Έπεσε στη μάχη ηρωικά αγωνιζόμενος κατά των Κομιτατζήδων. Μαζί με αυτόν άφησαν την τελευταία τους πνοή και τέσσερις από τους συμπολεμιστές του.
Σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης η Κοινότητα το 1932 μετονόμασε το χωριό από Παλαιοχώρι σε Φούφας.



ΚΑΠΕΤΑΝ ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΟΥΓΚΑΣ

Ο οπλαρχηγός Θεοχάρης Κούγκας του Πέτρου και της Ελισάβετ γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια ( Γιδά ) το 1870 και πέθανε το 1917. Ήταν άνδρας περήφανος, ρωμαλέος, φιλόδοξος και προπαντός γενναίος, ήταν ψηλού αναστήματος, ευθυτενής, με κεφάλι στρόγγυλο, μάτια μαύρα και σπινθηροβόλα, μέτωπο μικρό, αραιά φρύδια, ευθεία μύτη, αρρενωπό μουστάκι, στόμα και χείλη μικρά, φωνή αρρενωπή και βροντερή, χρώμα προσώπου λευκό, βήμα γρήγορο, με μεγαλοπρεπή και επιβλητική εμφάνιση, είχε τη μορφή ημίθεου, γι' αυτό και ενέπνεε σεβασμό στα παλικάρια του. Υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές φυσιογνωμίες, αν και δεν είχε φοιτήσει σε καμία Στρατιωτική Σχολή, όλοι οι καπεταναίοι τον θαύμαζαν για τις γνώσεις του, για τον τρόπο που απέκρουε τα σατανικά σχέδια των Κομιτατζήδων αλλά και τις αποκρούσεις των Τουρκικών αποσπασμάτων και την διάσωση, όταν πρόκειται για μεγάλη Τουρκική δύναμη. Ο φόβος, του ήταν άγνωστος, ήταν γεννημένος πολεμιστής διακρινόταν για το αδάμαστο θάρρος, για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία, ήταν και άριστος σκοπευτής μετώπου. Επτά φορές τραυματίστηκε αλλά ποτέ δεν κατεβλήθη, ούτε υποχώρησε και έδωσε ολόκληρη τη ζωή του για την πατρίδα.
Η στρατιωτική του δράση ξεκίνησε το 1897 σε νεαρή ηλικία. Σκοπός του και στόχος η απελευθέρωση της Μακεδονίας από την Οθωμανική κυριαρχία και την Βουλγάρικη επιβουλή. Το σώμα του ήρωα Θεοχάρη Κούγκα κοσμείται από επτά τραύματα τα οποία έλαβε στα πεδία των μαχών από το 1897 - 1913.
Ο Θεοχάρης Κούγκας εργαζόταν ως ζωέμπορος και μετέφερε ζώα από την ελεύθερη Ελλάδα στη Μακεδονία. Στην Λάρισα του ανατέθηκε υπό του τότε Μακεδονομάχου Δημάρχου Πετρωτού Νικολάου να μεταφέρει πολεμικό υλικό κρυφά μέσα σε κοφίνια με λεμόνια τα οποία τα παρέλαβε από το Δερλί Λάρισας και τα μετέφερε στο Κλειδί Ημαθίας στο σπίτι του Ράκου και από εκεί διοχετεύονταν σε ολόκληρη τη Μακεδονία για τον απελευθερωτικό αγώνα. Με την έναρξη του Μακεδονικού αγώνα πήρε πρώτος μέρος στις αιματηρές μάχες της Λίμνης των Γιαννιτσών, ο ίδιος μαζί με άλλους Μακεδονομάχους κατασκεύασε την ιστορική καλύβα Κούγκα, στα ΝΔ της λίμνης, στην οποία εγκαταστάθηκε και ο Καπετάν Νικηφόρος.
Λόγω της ηρωικής του δράσης, μετά το 1897 αναδείχτηκε σε οπλαρχηγός. Το 1903 ανέλαβε υπηρεσία στην λίμνη των Γιαννιτσών βρίσκοντας εκεί τον θρυλικό ήρωα του Βάλτου οπλαρχηγό Τζόλα Περήφανο, καταγωγής Γιδά.
Όταν το 1912 ο Ελληνικός Στρατός έφτασε στη Βέροια, ο Θεοχάρης Κούγκας, πήγε αυθόρμητα εκεί και προσφέρθηκε εθελοντικά να οδηγήσει τους ανιχνευτές προς το Γιδά. Επειδή γνώριζε καλά την περιοχή πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο τμήμα του αξιωματικού Μαυρομιχάλη και πήρε μέρος στη μάχη για την κατάληψη των γεφυρών του Λουδία ( 20-10-1912 ), όπου τραυματίστηκε για έκτη φορά. Στον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο το 1913 πάλι ως εθελοντής συμμετέχει στον πόλεμο εναντίον των Βουλγάρων και τραυματίζεται για έβδομη φορά στη μάχη Λαχανά.
Ως ελάχιστο φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης για την προσφερθείσα υπηρεσία προς την πατρίδα το Υπουργείο των Στρατιωτικών, με τον τότε Υπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, κατόπιν διαταγής της Α. Μ. του Βασιλέως Κωνσταντίνου του απενεμήθη την 25-5-1914 δίπλωμα και μετάλλιο για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία για την κατά των Τούρκων μάχη των Γιαννιτσών 1912 - 1913 όπως και για την εκστρατεία κατά των Βουλγάρων 1913 στο Κιλκίς και Λαχανά στην οποία μάχη και τραυματίστηκε.
Ο Θεοχάρης Κούγκας αφιέρωσε τη ζωή του στην απελευθέρωση της Μακεδονίας και το μεγαλείο της Πατρίδας μας. Απεβίωσε το Δεκέμβριο του 1917, ευχαριστημένος διότι αξιώθηκε να δει την μαρτυρική γη της Μακεδονίας ελεύθερη, για την οποία αγωνίστηκε κι αυτός με πάθος από πολύ μικρή ηλικία. Η Πατρίδα παρέλειψε να του απονείμει το δίπλωμα Μακεδονομάχου και το Μετάλλιο του Μακεδονικού Αγώνα. Η παράλειψη έγινε λόγω της κακής επιτελικής οργάνωσης, στην καταγραφή των καταστάσεων των ονομάτων που πήραν μέρος στην περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.


Η άγνωστη ιστορία μιας οικογένειας μακεδονομάχων

(ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ)
Στα χρόνια του μακεδονικού αγώνα σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από τα σύνορα της χώρας μας με την Αλβανία (20 χλμ ΒΔ της πόλης της Καστοριάς), υπήρχε ένα χωριό που σήμερα δεν υπάρχει πια. Τότε λεγόταν Λαμπάνιτσα, αργότερα ονομάστηκε Αϊ-Δημήτρης. Από το χωριό αυτό καταγόταν η οικογένεια Γούλιου, που ένα σωρό μέλη της έγιναν μάρτυρες του μακεδονικού αγώνα και μακεδονομάχοι. Καθώς η ιστορία της ηρωικής αυτής οικογένειας δεν είναι τόσο γνωστή σ' εμάς τους σημερινούς κατοίκους της περιοχής Καστοριάς, ας ταξιδέψουμε στον Άϊ-Δημήτρη, που σήμερα δεν υπάρχει πια, και ας τους γνωρίσουμε όσο μπορούμε καλύτερα, για να τους τιμήσουμε με τον τρόπο αυτό όσο τους αξίζει.

Όταν ο Γερμανός Καραβαγγέλης, ο ηρωικός δεσπότης της Καστοριάς που ήρθε εδώ το 1900, έμαθε ότι τον Αϊ-Δημήτρη είχαν στείλει οι Βούλγαροι δικό τους δάσκαλο και παπά, κάλεσε το Γιώργο Γούλιο, που καταγόταν από το χωριό και ήταν ήδη μυημένος στον Μακ. Αγώνα, και τον χειροτόνησε ιερέα στην Καστοριά.
Ο Γ. Γούλιος καταγόταν από την κοντινή περιοχή της Βορείου Ηπείρου. Πριν μυηθεί στον μακ. αγώνα ζούσε στην Αθήνα με την πατρική του οικογένεια, μέλη της οποίας ήταν, εκτός από τους γονείς του, 9 αδέρφια και μία αδερφή. Τα περισσότερα από τα αδέρφια ήταν χτίστες που με τη δουλειά τους είχαν καταφέρει να αποκτήσουν μεγάλη περιουσία στην Αθήνα, όμως η αγάπη για τη Μακεδονία που στέναζε από τη σκλαβιά έφερε πίσω στον τόπο καταγωγής τους το Γεώργιο, την αδερφή του και τα περισσότερα από τα αδέρφια του.

Ο Γ. Γούλιος ήταν ο πρώτος ιερέας που χειροτόνησε ο επίσκοπος Γερμανός, που τον τίμησε με το δικό του όνομα. Ο παπα-Γερμανός, λοιπόν, επέστρεψε στο χωριό του, τον Άγιο Δημήτριο κι αφοσιώθηκε στη δύσκολη αποστολή του να εξουδετερώσει την επίδραση του παπά και του δασκάλου που είχαν στείλει οι Βούλγαροι εκεί. Σαν τον επίσκοπό του και ο ίδιος κουβαλούσε κάτω από τα ράσα του τις πιστόλες του και λέγεται πως όταν λειτουργούσε στην εκκλησία του χωριού του τις είχε πάνω στην Αγία Τράπεζα. Μια Κυριακή μάλιστα, όταν στην ώρα της θ. λειτουργίας εμφανίστηκαν βούλγαροι καβαλάρηδες κι ανέβηκαν στο νάρθηκα της εκκλησίας με τ' άλογά τους, ο παπα-Γερμανός άρπαξε τις πιστόλες και φορώντας τα ιερά άμφια, βγήκε έξω και με τις πιστόλες του τους τρόμαξε και τους έδιωξε μακριά.
Ο παπα-Γερμανός δε δρούσε μονάχα στο χωριό του, αλλά λειτουργούσε συχνά και σε άλλα χωριά της ευρύτερης περιοχής της Καστοριάς, εμψύχωνε τους Έλληνες, που πιέζονταν αφόρητα από τους κομιτατζήδες, συγκέντρωνε πληροφορίες για τη δράση και τα σχέδιά τους. Είχε σταλεί μάλιστα από το δεσπότη του στο Σκλήθρο για να διώξει κι από κει το βούλγαρο παπά και δάσκαλο και τα κατάφερε. Σ' αυτόν αναφέρεται ο οπλαρχηγός Γεώργιος Δικώνυμος Μακρής στα απομνημονεύματά του και λέει ότι όταν ανέβηκε στη Μακεδονία συνάντησε στο Κωσταράζι τον πρωτοσύγκελο του δεσπότη Καστοριάς παπα-Γερμανού και του χάρισε ένα περίστροφο "μάουζερ" και 80 φυσέκια (υπήρξε και πρωτοσύγκελος της Ι. Μητρόπολης για κάποιο χρονικό διάστημα).

Στο σπίτι του παπα-Γερμανού ακόμα, ξενυχτούσε συχνά ο πολύ αγαπητός ντόπιος μακεδονομάχος καπετάν-Κώττας, ο Βάρδας, ο Λιούμπης κ.ά. αγωνιστές. Η μεγαλύτερη μάλιστα από τις 4 κόρες του ιερέα Ευτέρπη έλεγε πως ο καπετάν-Κώττας, που δεν μπορούσε να μιλήσει ελληνικά, συνήθιζε να λέει: "Το καρδιά ελληνικό, αλλά το άτιμο το γλώσσα ντεν μπορεί". Στην κατηγορία δε των ξενόφωνων Μακεδόνων που διώκονταν αγριότερα από τους Βουλγάρους, οι οποίοι πίστευαν πως θα τους έπαιρναν με το μέρος τους ευκολότερα, ανήκε και η παπαδιά του παπα-Γερμανού.

Η πίεση στον παπα-Γερμανό να εγκαταλείψει το πατριαρχείο και τον ελληνικό και να γίνει ιερέας της βουλγαρικής εξαρχίας, ήταν συνεχής και ασφυκτική. Δεν έλειπαν και οι απειλές κατά της ζωής και της οικογένειάς του. Μια φορά μάλιστα ο Τσακαλάρωφ, αρχηγός των κομιτατζήδων της περιοχής της Καστοριάς, τον επισκέφτηκε με το απόσπασμά του στην εκκλησιά του, τον ανάγκασε να τον ακολουθήσει έξω από το χωριό και άρχισε πάλι να τον πιέζει και να τον απειλεί. Ο ιερέας σώθηκε από τα χέρια τους, επειδή η κόρη του Ευτέρπη που είχε μεταφέρει κατ' εντολή του πατέρα της τη θ. κοινωνία στο σπίτι τους είχε ακολουθήσει και παρακολουθήσει αυτά που συνέβαιναν στον πατέρα της. Ντροπιασμένοι μπρος στα μάτια του μικρού κοριτσιού, μόλις το αντιλήφθηκαν, τον ελευθέρωσαν και τον άφησαν να επιστρέψει στο χωριό του.
Μετά το περιστατικό αυτό ο Καραβαγγέλης τον πήρε μαζί του στην Καστοριά. Ακριβώς τότε ήταν που το μίσος των κομιτατζήδων στράφηκε προς τα αδέρφια του. Ξέσπασαν πρώτα πάνω στην μονάκριβη αδερφή του Σταφυλιά, την οποία έπιασαν και βασάνισαν φριχτά, πιέζοντάς την να αποκηρύξει Ελλάδα και πατριαρχείο και να προσχωρήσει στο βουλγαρικό κομιτάτο. Πίστευαν πως αν άλλαζαν την πίστη της Σταφυλιάς, θα προωθούνταν η προπαγάνδα τους κατά των Ελλήνων. Η γυναίκα όμως απάντησε στα βασανιστήρια με καρδιά και συμπεριφορά απαράμιλλης ηρωίδας του ελληνικού έθνους, ξεστομίζοντας τα περήφανα και ηρωικά λόγια: "Ελληνίδα γεννήθηκα και Ελληνίδα θα πεθάνω, μη χάνετε το χρόνο σας".

Οι βούλγαροι βασανιστές της έβγαλαν πρώτα τα νύχια των χεριών της. Εκείνη τότε άρπαξε τον έναν τους από το μουστάκι και του ξερίζωσε ένα κομμάτι. Τότε αυτοί της έκοψαν το ένα χέρι από τον καρπό. Ενώ το αίμα έτρεχε ασταμάτητα, εκείνη έσκυψε, το πήρε και το έβαλε στον κόρφο της. Πριν χάσει τις αισθήσεις της, οι κομιτατζήδες την αποτελείωσαν με δεκάδες μαχαιριές και μετά έριξαν το σώμα της σε ένα πηγάδι.

Λίγο καιρό μετά ο Κραβαγγέλης πληροφορήθηκε ότι δύο αδέρφια του παπα-Γερμανού που ζούσαν στο διπλανό χωριό Ιεροπηγή και δούλευαν στα γύρω χωριά ως χτίστες κινδύνευαν επίσης από τους Βουλγάρους. Τότε ο παπα-Γερμανός κατ' εντολήν του δεσπότη του ντύθηκε Τούρκος, πήρε τούρκους στρατιώτες μαζί του και πήγε να βρει τα αδέρφια του, για να τους φέρει με τις οικογένειές τους στην Καστοριά. "Για χάρη σας έγινα Τούρκος" τους είπε όταν πλησιάζοντας στην Ιεροπηγή, τους είδε να δουλεύουν σε μία οικοδομή. Δυστυχώς, όμως, τα αδέρφια του, πιστεύοντας πως επειδή δεν έβλαψαν κανέναν δε θα τους έβλαπτε κανείς και υποτιμώντας τον κίνδυνο, δεν άκουσαν τον αδερφό τους και αρνήθηκαν να φύγουν από το χωριό. Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι Βούλγαροι έπιασαν τα δύο αδέρφια του παπα-Γερμανού και τους οδήγησαν σε μια χαράδρα έξω από το χωριό. Η γυναίκα του ενός τους ακολούθησε κρυφά και είδε τους κομιτατζήδες να τους σφάζουν με εκατοντάδες μαχαιριές. Σφίγγοντας την καρδιά της, γύρισε στο χωριό και με τη συννυφάδα της έθαψαν πρόχειρα τους άντρες τους χωρίς τιμές και ιερέα.

Ο παπα-Γερμανός με τους αδερφούς Γούλιου και το Ναούμ Δημητριάδη, αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα ελληνικής αντίστασης στον Άγιο Δημήτριο. Κι όταν ο μακ. αγώνας τελείωσε κι η Μακεδονία ελευθερώθηκε, οι Βούλγαροι δεν ξέχασαν τον παπα-Γερμανό, που είχε επιστρέψει στα ιερατικά του καθήκοντα στον Αϊ-Δημήτρη. Στα 1917 τον κατηγόρησαν μαζί με δύο φίλους τους αλβανούς μπέηδες της περιοχής και στη δίκη που ακολούθησε, χάρη στις καταθέσεις σλαβόφρονων ψευδομαρτύρων, καταδικάστηκαν αρχικά σε θάνατο και τελικά σε εξορία και καταναγκαστικά έργα στις γαλλικές αποικίες της μακρινής δυτ. Αφρικής, ποινή που συνοδευόταν και από δήμευση της κινητής τους περιουσίας.

Για 4 χρόνια έζησε εξόριστος, σαν άλλος κόμης Μοντεχρήστος, ελπίζοντας στην αθώωσή του και στην επιστροφή του στην πατρίδα. Αλλ' όταν ήρθε η στιγμή, η αγαθή του προαίρεση (δάνεισε τα χρήματα των εισιτηρίων του, που η οικογένειά του έστειλε πουλώντας την ακίνητη περιουσία τους στην Αθήνα, σε κάποιον Έλληνα μετανάστη που αρνήθηκε και ότι τα έλαβε ποτέ και δεν του τα επέστρεψε) και πέθανε στον τόπο της εξορίας του 3 μέρες πριν περάσει το πλοίο για την Ευρώπη, ένα πλοίο που περνούσε από κει κάθε 3 μήνες και που θα έφερνε πίσω τους φίλους του, μα όχι τον ίδιο.

Οι 4 κόρες του παπα-Γερμανού κι ο γιος του Σταύρος έμαθαν τα τραγικά νέα από τους αλβανούς φίλους του, που είχαν φυσικά φροντίσει για την ταφή του. Μα τα βάσανα της οικογένειας δεν έλεγαν να τελειώσουν. Ο γιος του Σταύρος που το επώνυμό του έγινε Παπαγερμανός, πολέμησε ως εθελοντής στην Μακεδονία το 1912 και παρέμεινε ως αξιωματικός στον ελληνικό στρατό. Λόγω τραυμάτων αποστρατεύτηκε μετά το τέλος των γεγονότων της μικρασιατικής καταστροφής, αλλά στον πόλεμο του '40 ξαναπολέμησε ως εθελοντής. Τότε οι σλαβόφρονες που δεν ξεχνούσαν τη δράση της οικογένειας, τον κατέδιδαν συνέχεια στους κατακτητές, οι οποίοι τον χτυπούσαν και τον έστελναν από τη μια φυλακή στην άλλη, ώσπου το 1942 τον παρέδωσαν στους κομιτατζήδες κι εκείνοι τον έδερναν επί μία εβδομάδα στο αρχηγείο τους στο Άργος Ορεστικό. Είδαν κι έπαθαν οι δικοί του να τον συνεφέρουν από τον άγριο ξυλοδαρμό.

Ο Σταύρος Παπαγερμανός πέθανε ήσυχα σε ηλικία 94 χρονών, το 1985, στην Καστοριά. Προσωπικά, όμως, δε θα ησύχαζα, αν δεν δημοσιοποιούσα την ιστορία της ηρωικής αυτής οικογένειας των μακεδονομάχων, μιαν ιστορία που θα 'πρεπε να ξέρει κάθε Καστοριανός που αγαπά αληθινά τον τόπο.

Τελειώνοντας, κοιτάζω και πάλι τα χαρτιά μου. Σε μια κατάσταση με ονόματα καστοριανών μακεδονομάχων διαβάζω μόλις δύο ονόματα της οικογένειας: καπετάν Γούλιος και Πέτρος Γούλιος. Σήμερα, χάρη στην προθυμότατη ανταπόκριση των εγγονών του παπα-Γερμανού, γνωρίζω περισσότερα πράγματα. Ο καπετάν Γούλιος (η πληροφορία προέρχεται από τον εγγονό του με το ίδιο ακριβώς ονοματεπώνυμο) είναι ο καπετάν Ανδρέας Γούλιος κι ο Πέτρος είναι το ένα από τα δύο αδέρφια του ιερέα που θανατώθηκαν από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες όπως περιγράψαμε παραπάνω. Το όνομα του ήρωα ιερέα δεν το είχα συναντήσει ως τώρα σε καταλόγους ιερέων που αγωνίστηκαν στη διάρκεια του Μακ. Αγώνα. Ούτε το όνομα της ηρωίδας Σταφυλίας Γούλιου σε καταλόγους γυναικών που αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Τους γνώρισα πρόσφατα χάρη στο βιβλίο του Ι. Μπουγγά "Η φωνή της Ειρήνης", όπου η κ. Ειρήνη Δαμοπούλου μιλά για τον ήρωα παππού της και χάρη στο σχετικό κείμενο του κ. Λαζάρου Παπαγερμανού -γιου του Σταύρου- το δημοσιευμένο στο περιοδικό "Μακεδονική Ζωή" (Ιούλιος 1989, τ.278), το οποίο μου παραχωρήθηκε ολοπρόθυμα από τον ίδιο.



ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΡΔΑΣ

[Ο Νο 2 του Μακ. Αγώνα.]
Τσόντος-Βάρδας Γεώργιος. Αντιστράτηγος, πολιτικός και Μακεδονομάχος (Σφακιά Κρήτης 1871-Αθήνα 1942).Ήταν γιος του οπλαρχηγού της Μεγάλης Κρητικής Επανάστασης Χαραλάμπου Τσόντου (1796-1833),που απαγχονίστηκε κατά διαταγή του γενικού διοικητή Κρήτης Μουσταφά πασά.
Αποφοίτησε από την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1896 και όταν κατά το επόμενο έτος αποβιβάστηκε στο νησί εκστρατευτικό σώμα υπό τον συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο εντάχθηκε σε αυτό και μετέσχε των επιχειρήσεων. Υπολοχαγός το 1905, λοχαγός το 1910,ταγματάρχης το 1913. Υπήρξε από τους πρώτους οργανωτές του Μακεδονικού Κομιτάτου, προώθησε στην Δυτική Μακεδονία Κρήτες εθελοντές και έλαβε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα ως γενικός αρχηγός των αντάρτικων σωμάτων στην περιφέρεια Κορεστίων-Καστοριάς-Φλώρινας-Μοναστηρίου (1904-1907) και υπήρξε εκ των σπουδαιώτερων οργανωτών της Ελληνικής άμυνας κατά των ενεργειών του Βουλγαρικού κομιτάτου(με το ψευδώνυμο Καπετάν Βάρδας,το οποίο αργότερα απετέλεσε και επίθετο του)
Η δράση του κατά τον Μακεδονικό Αγώνα υπήρξε πλουσιότατη και πολύ αποτελεσματική, σε σημείο ώστε να επικηρυχθεί από τις Οθωμανικές Αρχές για 1.000 τούρκικες χρυσές λίρες. Μέλος της Πανελληνίου οργανώσεως(1908) για το Τμήμα Μοναστηρίου. Μετέσχε επίσης των Πολέμων 1912-1913 με τον βαθμό του λοχαγού ως επιτελικός αξιωματικός της Ι Μεραρχίας και στην συνέχεια της ΙΙΙ Μεραρχίας ως γνώστης των πολεμικών επιχειρήσεων από την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα. Ειδικότερα κατά τον πόλεμο του 1913 ορίστηκε με υπόδειξη του Αρχιστρατήγου Βασιλέως Κωνσταντίνου ως γενικός αρχηγός των αντάρτικων σωμάτων για την αντιμετώπιση των Βουλγάρων κομιτατζήδων στην περιφέρεια Σερρών, Κιλκίς, Δράμας και Νευροκοπίου.
Μόλις άρχισε ο αγώνας της Αυτόνομης κυβέρνησης της Βορείου Ηπείρου (1914) συνέβαλε με την αποστολή Κρητών εθελοντών και από τον Απρίλιο του 1914, αφού πρώτα παραιτήθηκε από τον ΕΣ ανέλαβε την γενική αρχηγία του στρατού της Βορείου Ηπείρου στην περιοχή της Κορυτσάς την οποία και κατέλαβε εξορμώντας στις 14 Ιουνίου του 1914 από τον Γράμμο και εκδιώκοντας τα Αλβανικά στρατεύματα που τελούσαν υπό τις διαταγές Βέλγων Αξιωματικών. Μετά την κατάληψη της Κορυτσάς ξεκαθάρισε(επικεφαλής 3.000 ανδρών) την περιοχή πέρα από την Μοσχόπολη μέχρι το Πόγραδετς και τοποθετήθηκε από την Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής Κορυτσάς (δηλαδή της Ανατολικής Βορείου Ηπείρου) και διατήρησε την θέση αυτή μέχρι τον Οκτώβριο του 1914. Κατα την περίοδο του Εθνικού Διχασμού ακολούθησε τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, με συνέπεια να διωχθεί και να αποταχθεί από το στράτευμα. Αποκαταστάθηκε μετά την Μεταπολίτευση του 1920 και ως συνταγματάρχης διετέλεσε διοικητής της Ευελπίδων (1921) και φρούραρχος Αττικής (1921-22). Μετά την επικράτηση της Επανάστασης του 1922 τέθηκε σε διαθεσιμότητα και αποστρατεύθηκε το 1923. Αποκαταστάθηκε σε περιορισμένο βαθμό το 1927 και πλήρως το 1935. Από το 1925 ήταν ήδη αντιστράτηγος, αποστρατεύθηκε ωστόσο λόγω του ορίου ηλικίας. Διετέλεσε Πληρεξούσιος Φλώρινας στην Ε’ εθνοσυνέλευση (1935), βουλευτής Φλώρινας (1932-33) και Καστοριάς (1933-35). Χρημάτισε επίσης γενικός διοικητής Κρήτης. Άφησε πλούσιο ιστορικό αρχείο το οποίο χρησίμευσε σε πολλές μελέτες.



Ο Νικόλαος Δουμπιώτης

Ο Νικόλαος Δουμπιώτης γεννήθηκε στην Αταλάντη το 1866. Ο πατέρας του Ιωάννης Δουμπιώτης συμμετείχε με τον Τσάμη Καρατάσο στην επανάσταση του 1854 στη Μακεδονία. Το 1882 κατετάγη εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ως ανθυπολοχαγός του 4ου συντάγματος. Το 1907 με το βαθμό του λοχαγού και με το ψευδώνυμο καπετάν Αμύντας πέρασε στη Μακεδονία αντικαθιστώντας το σώμα του Μακεδονομάχου καπετάν Άγρα. Η περιοχή ευθύνης του ήταν η Βέροια και η Νάουσα, όπου αντιμετώπισε τις συμμορίες των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους ως ταγματάρχης. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του υποστράτηγου το 1923.
Παντρεύτηκε την κόρη του ποιητή Γιώργου Σουρή Μυρτώ. Πέθανε στην Αθήνα το 1951. Ο γιός του Ιωάννης σκοτώθηκε το 1940 στον ελληνοιταλικό πόλεμο.



Καπετάν Γαρέφης

Ο Κωνσταντίνος Γαρέφης ήταν οπλαρχηγός και αγωνιστής του Μακεδονικού Αγώνα. Γεννήθηκε το 1874 στις Μηλιές του Πηλίου και όταν άρχισε η δράση των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων στη Μακεδονία για την εκμηδένιση των βουλγαρικών σχεδίων εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας ο Γαρέφης έσπευσε και κατατάχτηκε στα αντάρτικα σώματα υπό τις διαταγές του Μαζαράκη – Ανιάν (1905). Έδρασε στο Βέρμιο και η ικανότητά και ανδρεία του τον έφεραν σε μικρό διάστημα στην υπαρχηγία. Όταν στα τέλη του 1905 το σώμα στο οποίο υπηρετούσε διαλύθηκε μετά την ανάκληση του Ακρίτα ο Γαρέφης οργάνωσε δικό του και συνέχισε τη δράση του στο Βέρμιο και στην περιοχή δυτικά των Γιαννιτσών ως το Γευγελή και το Μορίχοβο. Με τους αγώνες του πέτυχε να καθαρίσει την περιοχή από τους κομιτατζήδες. Μολονότι ήταν αγράμματος έδειξε στρατιωτική ιδιοφυία και τόλμη στις αποφάσεις του. Τον Αύγουστο του 1906 σχεδίασε την εξόντωση των αρχικομιτατζήδων Καρτάσου και Λούκα, οι οποίοι λυμαίνονταν την περιοχή του Μορίχοβου. Τη νύχτα της 6ης Αυγούστου 1906 ανακάλυψε το κρησφύγετο των εχθρών του σε μία καλύβα στο χωριό Τσερνέσοβο, μπήκε μέσα και λέγεται ότι με το ίδιο του το χέρι σκότωσε τον Καρτάσο και τραυμάτισε βαριά το Λούκα. Άνδρες όμως του Λούκα επιτέθηκαν στον Γαρέφη και τον τραυμάτισαν στην κοιλιά. Πέθανε από το τραύμα του στις 10 Αυγούστου.
Η δράση και ο θάνατος του Γαρέφη υμνήθηκαν από τη λαϊκή μακεδονίτικη μούσα και στην πατρίδα του στήθηκε μνημείο. Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας το χωριό Τσαρνέσοβο μετονομάστηκε σε Γαρέφι προς τιμή του γενναίου Μακεδονομάχου.



Γερακάρης Μποζίνος

Ο ιερέας Μποζίνος Γερακάρης ή παπα - Μανώλης από το Θεοδωράκι σπούδασε τότε στην περίφημη τότε Αθωνιάδα Σχολή και κράτησε αλώβητο το χωριό από κάθε προπαγάνδα. Φρόντισε και αγόρασε τα θρησκευτικά βιβλία της εκκλησίας από τα τυπογραφία της Βενετία. Με κίνδυνο της ζωής του υπέθαλπε τα ανταρτικά σώματα. Για την εθνική του δράση δηλητηριάστηκε ύπουλα από τους Βουλγάρους και πέθανε με φρικτούς πόνους το Μάρτιο του 1906.




Καπετάν Θάνος

Ο καπετάν Θάνος, αγωνιστικό ψευδώνυμο του Θάνου Σόρτση, γεννήθηκε στο Θεοδωράκι το 1873 και πέθανε 1953. Υπήρξε γενναίος και ηρωικός μαχητής και πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις εναντίον Βουλγάρων και Τούρκων σε συνεργασία με τον οπλαρχηγό Νίκο Παπαδάκη. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους με τους οπλαρχηγούς Νίκανδρο Παπαϊωάννου και Αργύρη Κιτάνο σε επιχειρήσεις στις περιοχές Μεγάλα Λιβάδια, Κρώμνη, Παπάσκιοϊ και Λάκκα, καθώς και στην απελευθέρωση της Αριδαίας.



Ο Νικόλαος Παναγιώτου και ο θάνατος του Καπετάν Μητρούση και των παλληκαριών του στις Σέρρες

Να πως ιστορεί τον ήρωα ο Κώστας Τριανταφυλλίδης (Ρίζα Αγρινιωτών Σεπτεμβρίου 1990):

«Ο Νικόλαος Παναγιώτου γεννήθηκε στο Αγρίνιο στα 1880. Ο πατέρας του ήταν καπνεργάτης. Κοντά στους γονείς του πέρασε τα τρυφερά παιδικά του χρόνια και μαζί τους έζησε την πικρή ζωή της εργατιάς. Στα 1897, αν και έφηβος ακόμα, έζησε σπαραχτικά την εθνική ταπείνωση. Τότε ήταν που άναψε μέσα του ο καημός της ελευθερίας. Γι' αυτό κι όταν, στην ανατολή του αιώνα μας, ακούστηκε το μήνυμα του Μακεδονικού Αγώνα, ο νεαρός Νικόλαος Παναγιώτου έγινε ένας από τους ευπαθέστερους και ενθουσιωδέστερους δέκτες του. Μέσα του οι μορφές του Μίκη Ζέζα (Παύλου Μελά) και του Ίδα (Ίωνα Δραγούμη) έγιναν ιερά εικονίσματα.
Άνοιξη του 1907 πρέπει να ήταν, όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση.
Πατέρα, είπε, θα φύγω.
Εκείνος είπε «Ναι».
Πήρε, λοιπόν, την ευχή του πατέρα και της μάνας του και τράβηξε για τα Μακεδονίτικα βουνά. Εκεί έδινε τη μάχη το Μακεδονικό Κομιτάτο. «Άγνωστος και άσημος πριν, όμως τίμιος δουλευτής γεμάτος όνειρα και ιδανικά, παράτησε τη γενέτειρά του... δρασκέλισε, πετώντας σαν σταυραετός, τα σύνορα κι ήλθε σ' εμάς σαν άγγελος εμψυχωτής» .

Στο νομό Σερρών τότε είχε σηκώσει μπαϊράκι ο Καπετάν Μητρούσης (Γκογκολάκης). Ο καπετάν Μητρούσης καταγόταν από το χωριό Χομόνδο. Μετά τη σύμπηξη της ομάδας του περιέτρεχε ασυγκράτητος τα χωριά του κάμπου των Σερρών για να τ' απαλλάξει από την Τρομοκρατία του αρχικομιτατζή Τάσκα. Ο ίδιος ο αρχικομιτατζής θαύμαζε την ηράκλεια δύναμη και την αντρειοσύνη του και τον κάλεσε να τον κάνει πρωτοπαλλήκαρό του. Η απάντηση ήταν κοφτή κι έγινε από τότε παροιμιώδης: «Εγώ Έλληνας γεννήθηκα κι Έλληνας θ' αποθάνω»! Κι εκείνος, για να τον εκδικηθεί, μπαίνει μια νύχτα στο σπίτι του, όταν ετούτος έλειπε, και του 'σφαξε γυναίκα και παιδί της κούνιας. Από τότε τίποτε πια δεν μπορούσε να παρηγορήσει τον Καπετάνιο.
Στις 13 Ιουλίου 1907 το σούρουπο μπαίνει στην τουρκοκρατούμενη πόλη των Σερρών. Μαζί του είναι ο Νίκος Παναγιώτου ή Κουμπούρας από το Αγρίνιο, ο Θεόδωρος Τουρλεντές από τη Μεγαλόπολη, ο Γιάννης Αθανασίου Ούρδας κι ο Μιχάλης Ουζούνης, Μακεδόνες αυτοί. Η ομάδα τρύπωσε στο σπίτι του Παπα-Θανάση, εφημέριου της Ευαγγελίστριας στην Καμενίκια, ακραία δυτική συνοικία της πόλης. Είχε σκοπό να δράσει την επομένη κι έτσι ν' αποδιοργανώσει τα τελευταία σχέδια των Βουλγάρων.
Ξημέρωσε η 14η Ιουλίου. Τότε όμως διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση είχε προδοθεί. Σε λίγο όλη η τουρκική φρουρά των γειτονικών στρατώνων, κάπου 3 χιλ. άντρες, περικύκλωσε την Ευαγγελίστρια.
Ο Μητρούσης και τα παλληκάρια του γλίστρησαν στην εκκλησία, ενώ το σπίτι του παπά παραδινόταν στις φλόγες. Ταυτόχρονα ο τουρκικός όχλος έσπευδε στον τόπο της θυσίας για ν' απολαύσει το θέαμα.
Παραδοθείτε, γκιαούρηδες!
Ο Μητρούσης και οι σύντροφοί του απάντησαν με ομοβροντία. Είχαν πάρει απόφαση να πουλήσουν όσο πιο ακριβά μπορούσαν τη ζωή τους.
Την ίδια στιγμή αφήνουν την πόρτα του προαυλίου ανοιχτή. Κανείς όμως δεν τολμά να πλησιάσει: κατάλαβαν την παγίδα. Το τι επακολούθησε είναι πια αληθινή εποποιία.
Πέντε ημίθεοι αντιπαλεύουν με μυριάδες τουρκικό στρατό επτά ολόκληρες ώρες. Πρώτος πέφτει ο Τουρλεντές, τρυπημένος από σφαίρες. Οι σύντροφοί του κατασπάζονται τα ψυχρά του χείλη και ρίχνουν το σώμα του στις φλόγες, που άρχισαν ήδη να τους περιζώνουν. Σε λίγο πέφτει νεκρός κι ο Μιχάλης Ουζούνης. Ο Κουμπούρας κι ο Γιάννης Ούρδας τραυματίζονται βαριά και πέφτουν, ανίκανοι πια να αμυνθούν. Τότε οι Τούρκοι εισορμούν στο προαύλιο και τους πιάνουν ζωντανούς. Ο καπετάν Μητρούσης συνεχίζει τη μάχη απ' το καμπαναριό.
-Παραδώσου, καπετάνιε, του φωνάζει ο Τούρκος αξιωματικός, κι ο καπετάνιος αποκρίνεται με βόλι.
Τέλος, αφού ξόδεψε και την τελευταία σφαίρα, τραβάει το μαχαίρι. Και μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των διωκτών του «έκαμε χαρακίρι πάνω από τη μάλλινη χακί στολή του, από το χοντρό πλατύ ζωνάρι...».

Ο Νίκος Παναγιώτου κι ο Γιάννης Ούρδας, βαριά τραυματισμένοι, πάλεψαν μήνες με το θάνατο. Τους κράτησαν στη ζωή για να τηρήσουν έπειτα όλους τους τύπους. Όταν έγιαναν, άρχισαν τις εξαντλητικές ανακρίσεις. Εκεί έλαμψε, για άλλη μια φορά, το υψηλό φρόνημα και η ηθική τους παλληκαριά. Πήραν απάνω τους όλες τις ευθύνες, κανέναν δεν πρόδωσαν, κανένα παράπονο δεν ξέφυγε από τα χείλη τους.
Τις ανακρίσεις παρακολούθησε και ξένος διπλωμάτης κι ο μισέλληνας πήρε το λόγω και ρώτησε:
- Τι ζητούσες στη Μακεδονία, την ξένη χώρα;
Η απόκριση του Κουμπούρα ήρθε κοφτή και υπερήφανη:
-«Εμείς οι Έλληνες», είπε ο Νίκος, «έχουμε δύο πατρίδες, την ελεύθερη και τη σκλαβωμένη. Και οι ελεύθεροι πρέπει να αγωνιζόμαστε για ν' αποκτήσει και η σκλαβωμένη πατρίδα τη λευτεριά της. Η Μακεδονία δεν είναι ξένη γη».
Μεγάλη υποθήκη!
Όταν έγινε η τελική κρίση, η απόφαση του δικαστηρίου ήταν η αναμενόμενη:
-Κρεμάλα!

Την αυγή της 3 Δεκεμβρίου 1907 οι δύο μελλοθάνατοι, ο Νίκος Παναγιώτου από το Αγρίνιο κι ο Γιάννης Ούρδας από τις Σέρρες, οδηγήθηκαν στην αγχόνη.
Τα δύο ικριώματα είχαν στηθεί στην πλατεία του Ατ-Παζάρ, πίσω από το Διοικητήριο. Το αγριοβόρι κατέβαινε από τα χιονισμένα βουνά και ίσια πήγαινε και πάγωνε τα σώματα και τις ψυχές.
Ο Νίκος ανέβηκε θαρρετά στο υπόβαθρο. Ήταν όμορφο παλικάρι μόλις 27 χρονών, στην ανθηρή ώρα της Νεότητας!
Κι ενώ ο βρόγχος ήταν γύρω από το λαιμό του, στράφηκε στο πλήθος και είπε:
«Έλληνες, οι εχθροί της Πίστεως και της Πατρίδος μας κρεμούν σήμερα τους μάρτυρες, ούτε κλέφτες ούτε άτιμους» Κι αφού εζητωκραύγασε για το Έθνος, τη Μακεδονία, τους Άρχοντες, είπε τις τελευταίες λέξεις:
-«Κρεμάστε με γρήγορα να ησυχάσω»!
Ένα τι και ο άγγελος Κυρίου παρέλαβε την ψυχή τους και την εναπέθεσε εν χώρα ζώντων! ...»


ΑΡΙΔΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
(Ο Μακεδονομάχος του Λιβαδερού)


Στο Λιβαδερό γεννήθηκε και έδρασε ο Αρίδας Δημήτριος του Νικολάου και της Σταματούλας, ο οποίος κατά γενική ομολογία των κατοίκων είναι ο μόνος μακεδονομάχος του Λιβαδερού.

Γεννήθηκε την 1η Μαρτίου του 1864 και πέθανε στις 11 Απριλίου του 1969.
Οι πληροφορίες που υπάρχουν γι’ αυτόν στηρίζονται αποκλειστικά σε προφορικές μαρτυρίες-διηγήσεις ανθρώπων που είτε ήταν συγγενείς του είτε γνώριζαν γι’ αυτόν. Σύμφωνα μ’ αυτές, ο Αρίδας Δημήτριος (Αρδουμήτσιους αλλά και Μήτσιους ου τσιγγέλης-επειδή είχε μεγάλο και τσιγγελωτό μουστάκι): «Πολέμησε με τον Παύλο Μελά», «πολέμησε στο Μακεδονικό Αγώνα», «σκότωσε έναν Τούρκο Μπέη ή Μπίνμπαση [τουρκικό binbasi = ταγματάρχης] στην περιοχή Σκάλα του χωριού Τριγωνικό Κοζάνης», «σκότωσε έναν Τούρκο Μπέη στης Κατερίνης το Λάκκο, περιοχή μεταξύ Τριγωνικού και Μικροβάλτου», «δικάστηκε δεκατρία χρόνια φυλακή στα Μπιτόλια (bitola, Μοναστήρι στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας). Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ο Αρίδας Δημήτριος ξεκίνησε τη δράση του από μικρή ακόμα ηλικία, ως αρχηγός μικρής αλλά οπωσδήποτε ισχυρής συμμορίας κλεφτών που συγκρούστηκε αρκετές φορές με Τούρκους αλλά και με Βουλγάρους. Στις αρχές του 20ου αιώνα στην περιοχή των Καμβουνίων έγινε πανίσχυρος. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που τον επέλεξαν ως «σύνδεσμο», όσοι από την ελεύθερη Ελλάδα στήριζαν τον αγώνα στη σκλαβωμένη Μακεδονία. Με αυτή την ιδιότητα προωθούσε βορειότερα «τα ευζωνάκια» που έρχονταν από «το Ελληνικό» και τα έφερνε σε επαφή με αρχηγούς μεγάλων ομάδων, που δρούσαν είτε αυτόνομα είτε υπό την καθοδήγηση Ελλήνων αξιωματούχων. Το ελεύθερο ελληνικό κράτος είχε επικηρύξει αρκετούς Τούρκους και Βουλγάρους εξαιτίας των πολλών αγριοτήτων που διέπρατταν σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας. Σε μία από τις εξορμήσεις με τη συμμορία του και σε συνεργασία με τον Μακρή, κλέφτη από το χωριό Ντριάνοβο (σήμερα Δρυμός) της Ελασσόνας, στήνει ενέδρα στο απόσπασμα ενός Τούρκου μπέη, ενός μπίνσμπαση, στην τοποθεσία Λάκκος Κατερίνης(γέφυρα Προσηλίου-Μικροβάλτου). Ο Αρίδας έχει ενημερωθεί ότι ο μπέης θα καβαλάει το τρίτο από το τέλος άσπρο άλογο, από τα δέκα ίδια άσπρα άλογα που προπορεύονταν ώστε να είναι άγνωστο σε ποιο είναι καβάλα ο μπέης. Επειδή ήταν άριστος σκοπευτής τον βρήκε με την πρώτη βολή και στη συνέχεια σκότωσαν και τους υπόλοιπους του αποσπάσματος. Πήρε το κεφάλι του μπέη και το πήγε στη Λάρισα όπου και εισέπραξε το μικρό ποσό της επικήρυξης. Οι Τούρκοι όμως απείλησαν πως αν δεν παραδοθεί ο υπαίτιος του θανάτου του μπέη θα προχωρήσουν σε αντίποινα, καίγοντας όλα τα χωριά της περιοχής των Καμβουνίων. Ο Αρίδας γενναίος και πονόψυχος, όπως ήταν πάντα, παρουσιάστηκε μαζί με κάποια από τα παλικάρια του ομολογώντας ότι αυτός διέπραξε το φόνο, και όταν τον ρώτησαν γιατί το έκανε, αρκέστηκε να πει: «Δε σας θέλουμε, θέλουμε τη λευτεριά μας». Δικάστηκε στο Μοναστήρι (Μπίτολα) και καταδικάστηκε σε 13-15 χρόνια φυλάκισης. Στη φυλακή τον έχτισαν σε ένα κελί όρθιο και του έβαλαν στο λαιμό πολύ βάρος(το ίδιο και τους άλλους). Οι σύντροφοί του δεν άντεξαν και πέθαναν, ο Αρίδας όμως άντεξε 24 ώρες και έτσι τον έβγαλαν από αυτό το κελί και του χάρισαν τη ζωή, κλείνοντάς τον όμως στις κανονικές φυλακές. Κάποιον από τους φίλους του, που κατάγονταν από τη Δεσκάτη Γρεβενών (κοντά στο Λιβαδερό), τον άφησαν να φύγει, λένε, επειδή έπαιζε πολύ καλό βιολί και τους έπαιξε ένα τούρκικο αμανέ.
Μέσα στη φυλακή πολλές φορές είχε ανατεθεί σε άτομα να τον σκοτώσουν αλλά αυτός φρόντιζε να έχει τους πάντες με το μέρος του. Έτσι ό,τι λεφτά του έστελναν από το «Ελληνικό», αυτός τα μοίραζε σε κρατουμένους και φύλακες, αποσπώντας κάθε φορά τις πληροφορίες που χρειάζονταν.
Σε ηλικία περίπου 45 ετών αποφυλακίζεται και επιστρέφει στο χωριό τραγουδώντας, όπως λένε.
Ο Αρίδας γνώρισε τον Παύλο Μελά και συμμετείχε σε κάποιες επιχειρήσεις του στη Δ. Μακεδονία. Τον αγαπούσε και τον θαύμαζε. Γι’ αυτό και αποφάσισε να πάρει εκδίκηση, όταν η συμμορία του Βούλγαρου Κομιτατζή Μήτρου Βλάχου, που διακήρυττε ότι «οι Γραικομάνοι να τελειώνουν», πρόδωσε τον Παύλο Μελά και τον σκότωσαν οι Τούρκοι. Συνεργάζεται με τον Στάμκο (Σταμκόπουλο), κλέφτης από το Τριγωνικό(χωριό κοντά στο Λιβαδερό), καταστρώνουν και εκτελούν το εξής σχέδιο ώστε να πάρουν το κεφάλι του Τούρκου διοικητή: Ο Στάμκος, μετά από κλήρωση, ντύνεται ζητιάνος και ζητάει ελεημοσύνη από τους Τούρκους και να του παραχωρηθεί έστω κι ο χώρος στις τουαλέτες, για να κοιμηθεί και να φύγει την επόμενη μέρα. Πρέπει να ήταν θαυμαστή η στάση το Στάμκου και η ηθοποιΐα του βέβαια, ώστε να πετύχει από τον Τούρκο διοικητή αυτή την παραχώρηση. Τη νύχτα ο Τούρκος διοικητής βγήκε στην τουαλέτα για σωματική ανάγκη και ο Στάμκος του πήρε το κεφάλι. Αν χρειάζονταν και αναμέτρηση με τους Τούρκους οι κλέφτες με τον Αρίδα φύλαγαν απ’ έξω. Αυτή η πράξη μόνο φρασεολογικά αναγνωρίστηκε από τη Μεγάλη Ελλάδα.
Όταν ο Αρίδας αποφάσισε να παντρευτεί (μετά τη φυλακή βέβαια) θεωρούνταν αρκετά μεγάλος και δεν έβρισκε γυναίκα να παντρευτεί. Τελικά παντρεύτηκε μια 17χρονη από το διπλανό χωριό Άκρη της Ελασσόνας, η οποία είχε αρραβωνιαστεί με κάποιον στρατιωτικό που σκοτώθηκε πέφτοντας με το αεροπλάνο. Με αυτή τη σύζυγο (Πανάγιω) έκανε 6 παιδιά: Τον Νικόλαο (1914), Γραμμάτη (1918), Ανδρέα (1919), Θωμά (1923), Σοφία (1927), που χάθηκε το 1949 με τον εμφύλιο και τέλος την Αικατερίνη.
Έζησε 105 χρόνια χωρίς να τον ανταμείψουν κάπως για την ανεκτίμητη προσφορά του, όπως και τόσους άλλους βέβαια. Είχε θιχτεί παλαιότερα το θέμα του να του στήσουν ανδριάντα στην πλατεία του χωριού και θα ήταν αυτό ένα δείγμα τιμής γι’ αυτόν και τους συγγενείς του. Όμως η προσπάθεια αυτή δεν καρποφόρησε.
Στη δεκαετία του ’60, αρχές του 1968, έγιναν κάποιες ενέργειες για παραχώρηση κατοικίας στην Πτολεμαΐδα, σε ένδειξη αναγνώρισης των υπηρεσιών προς την πατρίδα. Τα χαρτιά ετοιμάστηκαν, αλλά πέθανε χωρίς να υπογράψει, τον Απρίλη του 1969. Επίσης λέγεται πως του δόθηκε κλήρος στα Τρίκαλα, που σήμερα θα μπορούσε να ζήσουν άνετα όλα του τα παιδιά, αλλά και εδώ δεν έκανε χρήση του δικαιώματός του.
Τον Αρίδα τον χαρακτήριζε η πίστη στον αγώνα, η ισχυρή θέληση (δεν υπήρχε περίπτωση να βάλει κάτι στο μυαλό του και να μην το πετύχει, λένε), η μαχητικότητα, η αποφασιστικότητα και η τεχνική σε όλες τις δραστηριότητες και ασχολίες του. Από μικρός ξεκίνησε ως μάστορας και σε πολύ μικρή ηλικία έγινε κλέφτης. Ένας παππούς μου είπε: «Αυτός, γιε ΄μ, ήταν μακιδουνουμάχους, σκότουσι του μπέη κι μόνου αυτός είχι πέτρινου αλώνι στου χουριό, ν’ αγαπούσι τ’ μαστουρική κι ήταν άπιαστους σι’ όλα…». Κάποιος άλλος μου είπε: «Όποιουν τζιουμπάνου έβρισκι τον έλιγι πως αν σι ρουτήσι κανένας τίνος είνι τα πρόβατα να μη φοβηθείς κι να πεις πως είνι τ’ Μήτσιου τ’ Τσιγκέλι και τράβα στη δουλειά σου να μη βρεις το μπελιά σου», κάτι που δηλώνει την ισχύ του και το φόβο που είχαν οι άλλοι γι’ αυτόν.
Ήταν πολύ ψηλός, γεροδεμένος, γαλανομάτης, αστείος και πολύ φιλότιμος. Πάντα συμβούλευε τα παιδιά του πως αν αποφασίζουν να δώσουν ένα χαρτζιλίκι στο μικρό παιδί τους, να προσέξουν αν φτάνουν τα λεφτά ώστε να δώσουν και στα ξένα που ήταν παρέα με το δικό τους, αλλιώς να μην κάνουν καθόλου την κίνηση και πληγώσουν τα ξένα παιδιά. Ήταν πολύ λογικός, δεν αγχωνόταν για τίποτα και μάλωνε τους δικούς του αν τους έβλεπε να στενοχωριούνται (περίπτωση θανάτου συγγενούς κλπ), λέγοντάς τους πως δε μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα, έτσι είναι η ζωή, με τις πίκρες της και τις χαρές της.
Φιλοσοφώντας, έλεγε πως κάποτε θα έρθει η ώρα που οι άνθρωποι θα αποξενωθούν, κοιτάζοντάς μόνο το συμφέρον τους και πως τα παιδιά δε θα λένε τη μάνα τους «μάνα» και τον πατέρα τους «πατέρα». Νομίζω πως δεν έπεσε έξω. Ακόμα έλεγε πως « φίλος αστυνομικός δεν υπάρχει». Επίσης ήταν πολύ ευγενικός και πάντα σου έλεγε χίλια ευχαριστώ για ό,τι κι αν του έδινες.
- Παππού, πόσα χρόνια έχεις; τον ρωτούσαν τα μικρά παιδιά πριν πεθάνει κι όταν αυτός καθόταν μπροστά στο σπίτι του.
- Ε, κάναν ιώνα θα’ έχου πιδιά ΄μ.
Αυτός ήταν ο Αρίδας Δημήτριος.





Οι πληροφορίες πάρθηκαν:
1) Από τον ανηψιό του, τον Αρίδα Δημήτριο 58 χρονών
2) Από την κόρη του Γραμματική Αρίδα 87 χρονών και τον άνδρα της Αγοραστό Νικόλαο 88 χρονών
3) Από άλλους κατοίκους του χωριού. Ο γιος του Θωμάς είναι στη ζωή, αλλά δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω, λόγω σοβαρής αρρώστιας του.
4) Από το βιβλίο της Έφης Νίου-Γιωλτζόγλου : "ΛΙΒΑΔΕΡΟ( ΜΟΚΡΟ)-Η λαϊκή μας παράδοση".
Ιανουάριος 2004
Τσιόκανος Φώτης


Γκόνος Γιώτας

Ο Γκόνος Γιώτας ήταν Μακεδονομάχος που έδρασε στην περιοχή των Γιαννιτσών. Ξεκίνησε τη δράση του τον Οκτώβριο του 1904, σαν οδηγός της λίμνης και βοήθησε στην επιστροφή έξι χωριών στο Πατριαρχείο. Το Μάρτιο του 1905 πέρασε στο πρώτο συγκροτημένο ελληνικό Σώμα. Τον επόμενο χρόνο συνεργάστηκε με τον Καπετάν Άγρα, πετυχαίνοντας σημαντικές επιτυχίες. Από το 1908 άρχισε να δρα με δική του ομάδα, ενώ στο τέλος του ίδιου χρόνου κατέφυγε στην Αθήνα. Σκοτώθηκε σε συμπλοκή με τουρκικό απόσπασμα στη λίμνη των Γιαννιτσών στις 12 Φεβρουαρίου 1911, μετά από προδοσία. Ήταν 31 ετών.


Ο Καπετάν Σούλιος
Ένας από τους σπουδαιότερους και ηρωικότερους αγωνιστές του Βορειοηπειρωτικού Αγώνα, που απέβλεπε στην απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου και την ενσωμάτωσή της στην Μητέρα Ελλάδα, ήταν ο Καπετάν Σούλιος, κατά κόσμον Γεώργιος Βασιλείου. Γέννα και θρέμμα της Βορείου Ηπείρου (γεννήθηκε στο Τσιφλίκι Κορυτσάς) ο Καπετάν Σούλιος, ίδρυσε, τότε, δικό του αρματωλίκι και ανταρτικό σώμα στην περιοχή Βιγλίστης - Κορυτσάς - Μοσχοπόλεως και αγωνίστηκε για την απελευθέρωση της πατρώας γης, αναδειχθείς σε ήρωα του Βορειοηπειρωτικού Αγώνος αλλά και του Μακεδονικού. Μάλιστα φέρεται ότι πλησίον του Σκλήθρου Φλωρίνης, εξόντωσε σε συμπλοκή ολόκληρη βουλγαρική συμμορία. Ο Καπετάν Σούλιος μετείχε σε όλες τις εξεγέρσεις του Βορειοηπειρωτικού λαού, ιδίως δε σε εκείνη του 1914, οπότε η Βόρειος Ήπειρος ανεκηρύχθη Αυτόνομη. Το 1912, ο Κορυτσαίος καπετάνιος, βοήθησε για την απελευθέρωση της Κορυτσάς από τον Ελληνικό Στρατό. Οι αγώνες του, όμως, και οι θυσίες των παλικαριών του, απέβησαν, δυστυχώς, άκαρπες και το όνειρό του να δει την Πατρίδα του ελεύθερη, κάτω από τα φτερά της Ελλάδος, έμεινε ανεκπλήρωτο, αφού η μαρτυρική και σήμερα Βόρειος Ήπειρος, εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την εξουσία άλλου κράτους. Έτσι αναγκάστηκε, απογοητευμένος, να αποσυρθεί και να εγκατασταθεί στον Παπαγιάννη Φλωρίνης, όπου και απέθανε το 1927.
Η Ελληνική πολιτεία, όμως, δεν τον ξέχασε. Ανεγνώρισε τους αγώνες του και την προσφορά του για την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου και τον τίμησε δεόντως, με την φιλοτέχνηση και τοποθέτηση της προτομής του στην Φλώρινα και μάλιστα στην λεωφόρο Νίκης - νυν Κω/νου Καραμανλή, που οδηγεί προς την Κορυτσά. Την δαπάνη για την προτομή την χορήγησε ο μεγάλος Κορυτσαίος εθνικός ευεργέτης Μ. Μπάγκας. Πηγή για την συγγραφή αυτού του κειμένου, είναι άρθρο του αείμνηστου συγγραφέα Γεωργίου Σημαντήρα, με τίτλο «Καπετάν Σούλιος», που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. 103/1971 τεύχος του περιοδικού «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ».




 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com