0 Βουλγαρικός εθνικισμός: η βουλγαρική Εξαρχία

Στις αρχές του 19ου αιώνα ένα τμήμα του σερβικού λαού, ύστερα από δύο εξεγέρσεις κατά των Τούρκων, πέτυχε την αυτονομία του μέσα στα όρια μιας ηγεμονίας με πρωτεύουσα το Βελιγράδι. Λίγο αργότερα οι Έλληνες του νότου επαναστάτησαν και ίδρυσαν το Βασίλειο της Ελλάδας, τα βόρεια σύνορα του οποίου εκτείνονταν από τον Παγασητικό ως τον Αμβρακικό κόλπο. Οι εξεγέρσεις αυτές δεν έμειναν χωρίς αντίκτυπο μεταξύ των Σλάβων και των Ελλήνων της Μακεδονίας. Γηγενείς Μακεδόνες προσήλθαν να πολεμήσουν στο πλευρό των Ελλήνων και των Σέρβων. Από την πλευρά των Βουλγάρων Σλάβων δεν είχε παρατηρηθεί καμιά εθνική κίνηση. Οι πιο εύποροι και μορφωμένοι «Βούλγαροι» θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες και αισθάνονταν υπερηφάνεια για την ελληνικότητά τους. Μιλούσαν και έγραφαν ελληνικά. Δεν δέχονταν το βουλγαρικό όνομα —όρος που είχε καταντήσει ταυτόσημο του απαίδευτου χειρώνακτα ασχέτως καταγωγής. Οι μάζες αυτές δεν παρουσίαζαν στις αρχές του 19ου αιώνα καμιά ένδειξη εθνικής αφύπνισης. Η αφύπνιση αυτή, όταν τελικά επήλθε, αποτελούσε ουσιαστικά επίτευγμα Ρώσων σλαβόφιλων• και η αντιτουρκική εξέγερση που ακολούθησε τις επαναστάσεις στη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη υποδαυλίστηκε και ενισχύθηκε από την ίδια τη Ρωσία. Ήδη από το 1830 η Ρωσική Ακαδημία είχε ζητήσει από τον Βενέλιν (1802-39), το Σλάβο μελετητή από τη Λεμβέργη, να πραγματοποιήσει έρευνες στη Βουλγαρία. Αν και δεν συνάντησε θερμή υποδοχή, εν τούτοις κατόρθωσε να συλλέξει υλικό το οποίο εξωράισε κι επαύξησε με καθαρές επινοήσεις. Το πόνημά του συνετέλεσε ώστε να καλλιεργηθεί μεταξύ των Βουλγάρων της Ρωσίας η βουλγαρική ιδέα. Άρχισαν οι συνδρομές. Το 1835 άνοιξε ένα σχολείο στο Γκάμπροβατς, και ακολούθησε η ίδρυση περισσοτέρων μέσα στις επόμενες τέσσερις δεκαετίες.

Ο Βενέλιν είχε υποστηρίξει ότι υπήρχαν Βούλγαροι στη Ρωμυλία, τη Μακεδονία, την Αλβανία, τη Θεσσαλία και τη Μικρά Ασία ακόμη. Σύμφωνα με τις θεωρίες του, οι Βούλγαροι είχαν διδάξει το αλφάβητο στους Ρώσους, στους οποίους μετέδωσαν και το χριστιανισμό. Διαβεβαίωνε, επίσης, ότι η βουλγαρική υπήρξε η πρώτη λόγια σλαβική γλώσσα. Ο μαθητής του Ρακόφσκι (1818-1868) υποστήριξε σε ένα έργο του (1859) για την καταγωγή των Βουλγάρων ότι ο Ολύμπιος Ζευς, ο Δημοσθένης, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο βασιλιάς των Φράγκων Κλόβις, ως και ο Σουλιώτης Μάρκος Μπότσαρης, ήταν όλοι Βούλγαροι. Απέδιδε ακόμη στους Βούλγαρους τους Ορφικούς Ύμνους και ισχυρίστηκε ότι σ’ αυτούς δίδαξε το χριστιανισμό ο Απόστολος Παύλος. Οι μυθοπλασίες αυτές πολλαπλασιάστηκαν και διαδόθηκαν στη Μακεδονία. Ο Βέρκοβιτς (1827-93), δάσκαλος από τη Μακεδονία, ο οποίος συνέγραψε στα ρωσικά μια Εθνογραφία της Μακεδονίας κι εμφανίστηκε στη
Ρωσία ως αυθεντία για τη Μακεδονία, «ανακάλυψε» μακεδονικές ωδές για τον Μέγα Αλέξανδρο καθώς και ύμνους στον Ορφέα. Ο Κρστόβιτς και άλλοι πρόσθεσαν τη δική τους συμβολή στη μυθολογία αυτή. Ο Αριστοτέλης, υποστήριξε ο Κρστόβιτς, μιλούσε βουλγαρικά αλλά έγραψε στα ελληνικά για χάρη των βαρβάρων του νότου. Ως Βούλγαρους εμφάνιζαν τον Μέγα Κωνσταντίνο (που είχε γεννηθεί στη Ναϊσσό), τους Κύριλλο και Μεθόδιο, τον Βέλικο και τον Καραϊσκάκη και πλήθος άλλους εθνικούς ήρωες των Ελλήνων και των Σέρβων. Όταν οι Ρώσοι άρχισαν περιηγήσεις στη Μακεδονία, συνάντησαν μόνο «Βούλγαρους», καθώς είχε πιάσει τόπο η ψευδοφιλολογία των Σλαβόφιλων. Στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού της Σερβίας και της Μακεδονίας (τραγούδια, ήθη και ιστορικές παραδόσεις) συστηματικά παρερμηνεύτηκαν ως βουλγαρικά.

Όλες αυτές οι φαντασιώσεις βρήκαν απήχηση όχι μόνο στη Ρωσία αλλά και στη Δύση, ιδίως μετά την ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 και της βουλγαρικής ηγεμονίας το 1878. Η ίδρυση της Εξαρχίας υπήρξε μακρόχρονη διαδικασία. Ήδη από το 1840 οι Βούλγαροι είχαν ζητήσει από το Πατριαρχείο να επιτραπεί η χρήση της βουλγαρικής στους ναούς. Οι Σλάβοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες αρχιερείς με έντονη εχθρότητα, καθόσον μάλιστα ο σλαβικός κλήρος, ακόμη κι όταν γνώριζε κάποια ελληνικά, σπάνια κατόρθωνε να ανέλθει πάνω από το βαθμό του ενοριακού ιερέα. Η αίτηση, ωστόσο, του 1840 απορρίφτηκε από το Πατριαρχείο. Το 1853 Βούλγαροι προσέφυγαν στον Μένσικοφ, το Ρώσο Πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, για να αναλάβει την υπόθεσή τους. Τρία χρόνια αργότερα, το Φεβρουάριο του 1856, ένα οθωμανικό διάταγμα υποσχέθηκε δικαιώματα στους χριστιανούς υπηκόους της Αυτοκρατορίας, οπότε οι Βούλγαροι, με ρωσική υποστήριξη, απαίτησαν το διορισμό Βουλγάρων επισκόπων και τη χρήση της βουλγαρικής γλώσσας στις εκκλησίες τους. Το αίτημα αυτό και πάλι δεν βρήκε ανταπόκριση, ενώ την ίδια τύχη είχε παρόμοια αίτηση προς τον Πατριάρχη το Δεκέμβριο του 1858.

Στο μεταξύ, μπροστά στην αποτυχία της προσπάθειας για εκκλησιαστική αυτονομία πολλές βουλγαρικές ενορίες είχαν προσχωρήσει στην Ουνία, με την ελπίδα ότι θα προκαλούσαν έτσι παρέμβαση της Ρωσίας προς το Πατριαρχείο. Αυτές οι βουλγαρικές συναθροίσεις, ενώ διατηρούσαν το ιδιαίτερο ανατολικό τυπικό τους, αναγνώριζαν το παπικό πρωτεία, καθώς η Ρώμη τους επέτρεπε να εκλέγουν τους επισκόπους τους, να κάνουν χρήση της βουλγαρικής γλώσσας στις ακολουθίες, ενώ ενίσχυε την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων. Εν όψει του κινδύνου που αντιπροσώπευε το κίνημα αυτό, ο Πατριάρχης πρόσφερε παραχωρήσεις, αλλά οι Βούλγαροι αξίωσαν πλήρη εκκλησιαστική αυτονομία. Κάτι τέτοιο ο Πατριάρχης ήταν διατεθειμένος να χορηγήσει σε σχέση με τις αμιγείς βουλγαρικές περιοχές από το Δούναβη ως την οροσειρά του Αίμου. Οι Βούλγαροι, με ρωσική υποστήριξη, πρόβαλαν ευρύτερες εδαφικές αξιώσεις. Τον Οκτώβριο του 1868 η Υψηλή Πύλη πρότεινε τελικά ένα σχέδιο το οποίο προέβλεπε την τοποθέτηση Βουλγάρων επισκόπων και ιερέων όπου υπήρχε βουλγαρική πλειοψηφία• ο προκαθήμενος της υπό ίδρυση βουλγαρικής Εκκλησίας θα είχε την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη και το έργο του θα συνεπικουρούσε ιδιαίτερη Ιερά Σύνοδος. Προτού ο Πατριάρχης ολοκληρώσει τη μελέτη της πρότασης αυτής, οι Βούλγαροι ανακοίνωσαν την εφαρμογή της ως τετελεσμένο γεγονός. Τότε ο Πατριάρχης συγκάλεσε όλες τις ορθόδοξες Εκκλησίες σε οικουμενική σύνοδο. Ή σύνοδος αυτή, όμως, δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί, επειδή η Πύλη, υποκύπτοντας σε ρωσικές πιέσεις, προτίμησε να ρυθμίσει το ζήτημα μόνη της: στις 28 Φεβρουαρίου/12 Μαρτίου 1870, εξέδωσε φιρμάνι με το οποίο συστάθηκε ανεξάρτητη βουλγαρική Εκκλησία με Εξαρχία στην Κωνσταντινούπολη. Ενεργώντας μ’ αυτόν τον τρόπο η Πύλη, παρ’ όλο που δεχόταν πιέσεις από τη Ρωσία και τη Μεγάλη Βρετανία, εξυπηρετούσε ως ένα βαθμό το ιδιαίτερο πολιτικό της συμφέρον. Επιθυμία της ήταν να προωθήσει τους Βούλγαρους, τους οποίους θεωρούσε πειθήνιο και νομιμόφρονα λαό, σε βάρος των Σέρβων και των Ελλήνων. Στους Σέρβους δεν ήταν δυνατό να παραχωρηθεί ποτέ ανεξάρτητη εκκλησία επειδή θεωρούνταν εν δυνάμει επαναστάτες. Με το ίδιο πνεύμα αντιμετωπίζονταν και οι Έλληνες, όχι διότι ο Πατριάρχης και ο ελληνικός κλήρος ήταν ενεργά ανατρεπτικά στοιχεία, αλλά επειδή ο αλυτρωτισμός του εθνικού ελληνικού κράτους ήταν δυνατό να υποκινήσει τους ελληνικούς πληθυσμούς της Ευρωπαϊκής Τουρκίας σε εξέγερση. Το ελληνικό βασίλειο υπό τον Όθωνα είχε να επιδείξει ένα παρελθόν πλούσιο σε ανατρεπτικές κινήσεις σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου Α’, ανέκυψε το ενδεχόμενο ελληνοσερβικής συνεργασίας με την υποστήριξη του Λουδοβίκου Ναπολέοντα και των Γαριβαλδινών, που θα μπορούσε να απειλήσει το status quo.

Στην Εξαρχία επιτράπηκε να επεκτείνει τη δραστηριότητά της και πέρα από τις περιοχές που το 1878 έμελλε να αποτελέσουν τη βουλγαρική «ηγεμονία. Οι Τούρκοι έτρεφαν την ελπίδα ότι Οι Σλάβοι των περιοχών που διεκδικούσαν οι Σέρβοι Θα στρέφονταν προς το νέο millet (ή «εθνότητα») και όχι προς Το ταραχοποιό σερβικό κράτος. Προσδοκούσαν, επίσης, ότι το νέο αυτό millet θα μείωνε την επιρροή του Ελληνισμού στη Μακεδονία, καθώς οι Τούρκοι γνώριζαν, ακόμη κι ων η Ευρώπη το αγνοούσε, ότι ο Ελληνισμός αποτελούσε ισχυρότατη δύναμη στο χώρο αυτό. Η οθωμανική πολιτική ακολουθούσε την αρχή «διαίρει και βασίλευε». Παρ’ όλο που οι Τούρκοι έτρεφαν αρκετές επιφυλάξεις απέναντι στους Βούλγαρους, εξαιτίας των δεσμών τους με τη Ρωσία, σε τελική ανάλυση η δημιουργία της Εξαρχίας φαινόταν τη στιγμή εκείνη να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό δεν αποτέλεσε έκπληξη η συγκατάθεση της Πύλης το 1872 στη δημιουργία βουλγαρικών μητροπόλεων στην Αχρίδα και τα Σκόπια. Βέβαια, οι μητροπόλεις αυτές δεν μακροημέρευσαν, καθώς οι Τούρκοι τις κατάργησαν μετά τη βουλγαρική εξέγερση που εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια του σερβοτουρκικού πολέμου του 1876. Παρ’ όλα αυτά, είχαν τεθεί τα θεμέλια για μια βουλγαρική εκκλησιαστική οργάνωση στις δύο αυτές περιοχές, η οποία επιβίωσε και αναπτύχθηκε και μετά την απομάκρυνση των δύο ιεραρχών της. Πολλοί ιερείς και δάσκαλοι είχα’ σταλεί στη Μακεδονία, όπου άνοιξαν σχολεία με πόρους που προέρχονταν κυρίως από τη Ρωσία. Με τη σύσταση της βουλγαρικής Ηγεμονίας το 1878 και την αποτυχία, εξαιτίας της παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων, του σχεδίου για τη Μεγάλη Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου, η Εξαρχία, με τη συνδρομή του βουλγαρικού κράτους, ενέτεινε τις προσπάθειές της για την εξάπλωση της βουλγαρικής Εκκλησίας στη Μακεδονία. Η προσπάθειά της βρήκε απήχηση ανάμεσα στο σλαβόφωνο στοιχείο που αισθανόταν εχθρικά απέναντι στους Έλληνες και διαπίστωνε ότι οι Σέρβοι είχαν ελάχιστα να προσφέρουν. Ωστόσο, πολλοί Σλάβοι παρέμειναν στους κόλπους του Πατριαρχείου και πλήθος από κοινότητες ζήτησαν από το Συνέδριο του Βερολίνου να μη συμπεριληφθούν στη σχεδιαζόμενη Μεγάλη Βουλγαρία. Οι Σέρβοι είχαν κιόλας αρχίσει να ανοίγουν νέα σχολεία και ανασύστησαν το σερβικό εκπαιδευτικό δίκτυο στη Μακεδονία, το οποίο είχε πληγεί λόγω του σερβοτουρκικού πολέμου του 1876. Οι Έλληνες, οι οποίοι μέχρι τότε απολάμβαναν κυρίαρχη Θέση στην εκπαίδευση, άρχισαν κι αυτοί, αν και όχι σε επαρκή βαθμό, να στρέφουν την προσοχή τους στα σχολεία.

Πηγή: Douglas Dakin, Ο Ελληνικός Αγώνας στη Μακεδονία, εκδ. οίκος αδελφών Κυριακίδη, 1996.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com