Η άνοδος της ελληνικής επιθετικής δράσης στη διάρκεια τον 1906

Από τα ελληνικά σώματα Πολλά είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα κατά τους χειμερινούς μήνες, αρκετά, όμως, κατάφεραν να παραμείνουν στο πεδίο της μάχης. Καθώς η εξαρχική δραστηριότητα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη, η Προσοχή των Τούρκων στράφηκε στα ελληνικά σώματα. Σε όλη τη διάρκεια του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου του 1906 σημειώθηκε σποραδική δραστηριότητα στους συνηθισμένους τόπους δράσης τους, με φόνους μεμονωμένων εξαρχικών και ρουμανιζόντων Βλάχων στους δρόμους, επιθέσεις σε βλάχικα αγροκτήματα και σε καλυβοχώρια στην Κατερίνη, τη Βέροια και τη Γευγελή, και περιστασιακές επιδρομές σε κάποια χωριά με σκοπό την εξόντωση πρακτόρων της Εξαρχίας. Πολλά χωριά δέχτηκαν απειλές και ένας μικρός αριθμός από αυτά μεταστράφηκε στο Πατριαρχείο. Η πιο παράτολμη επίθεση επιχειρήθηκε στο Ίβεν (Περλεπέ) στις 31 Ιανουαρίου 1906, όταν ένα σώμα με αρχηγό τον Παναγιώτη μπήκε στο χωριό με τουρκικές στολές, σκότωσε δεκαέξι εξαρχικούς και έκαψε τα λειτουργικά βιβλία.
Την ίδια Περίπου εποχή τα σερβικά σώματα ενεργοποιήθηκαν ξαφνικά στα Σκόπια και στα βόρεια του Μοναστηρίου. Τα σώματα αυτά είχαν Περάσει τα σύνορα με μεγάλη δύναμη στα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου και, πριν περάσει πολύς καιρός, σι εξαρχικοί υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν σημαντικό έδαφος. Αυτή η επιχείρηση των Σέρβων κράτησε μέχρι τον Απρίλιο, η δράση τους, όμως, συνεχίστηκε (αν και με μειωμένη ένταση) όλο το υπόλοιπο έτος, με αποτέλεσμα πολυάριθμα χωριά να επιστρέψουν στους κόλπους του Πατριαρχείου. Παρόλο που σποραδικά οι Σέρβοι δέχονταν επιθέσεις από τους Τούρκους, οι οποίοι πιθανώς δεν κατάφερναν να τους ξεχωρίσουν από τους εξαρχικούς ενόπλους, ωστόσο οι τουρκικές αρχές τους άφηναν κατά βάση ανενόχλητους ή και διευκόλυναν ακόμη τις επιχειρήσεις τους. Παρομοίως, οι Τούρκοι δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να ανακόψουν τους Έλληνες, εκτός από τις περιοχές εκείνες όπου ο στόχος ήταν οι ρουμανίζοντες Βλάχοι.
Με τον ερχομό της άνοιξης η ελληνική δραστηριότητα παρουσίασε αξιοσημείωτη αύξηση, ειδικά στη Δυτική Μακεδονία. Πολυάριθμα σώματα, που απαρτίζονταν κυρίως από Κρητικούς, έφταναν από την Ελλάδα. Τα περισσότερα από αυτά έφταναν σε μικρές ομάδες στο Βόλο και έπειτα είτε ακολουθούσαν τις συνήθεις χερσαίες οδούς, είτε αποβιβάζονταν με πλοιάρια στην ακτή κοντά στην Κασσάνδρα ή την Κατερίνη. Όσοι μετακινούνταν από τη στεριά δέχονταν συνήθως τη συνδρομή των αξιωματικών των ελληνικών αρχών ασφαλείας: του Οικονομίδη στα Τρίκαλα, του Αναγνωστόπουλου στη Λάρισα, του Βλαχώνη στο Βόλο και του Μαντσώκη στην Καλαμπάκα. Οι Τούρκοι ελάχιστα προσπάθησαν να εμποδίσουν τα σώματα να φτάσουν και να διασχίσουν τον Αλιάκμονα. Όσοι ακολουθούσαν τη θαλάσσια οδό αντιμετώπιζαν ελάχιστες παρενοχλήσεις. Παρόλο που οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν περιπολικά πλοία για να εμποδίζουν την αποβίβαση των Ελλήνων στην περιοχή ανάμεσα στις εκβολές των ποταμών Πηνειού και Αξιού, δεν ήταν σε Θέση να επιτηρούν την περιοχή συστηματικά• μερικά από τα περιπολικά πλοία ήταν σε Κακή κατάσταση και, εν πάση περιπτώσει, τους έλειπε το κάρβουνο.
Αρχικά οι Έλληνες κατέβαλαν πολύ μικρή προσπάθεια για να αποκρύψουν την κίνηση αντρών, προμηθειών και πυρομαχικών προς τη Μακεδονία. Τόσο ο Βρετανός όσο και ο Τούρκος πρόξενος στο Βόλο ήταν αρκετά ενήμεροι για ό,τι συνέβαινε• για ένα διάστημα, ο Merlin, ο Βρετανός προξενικός πράκτορας (ο Τούρκος ομόλογός του έτεινε προς την υπερβολή), ήταν σε Θέση να δίνει αριθμούς πιθανώς πολύ κοντά στην πραγματικότητα. Οι εκθέσεις του, συνδυασμένες με στοιχεία για τις ελληνικές επιχειρήσεις στη Μακεδονία, δίνουν για το Καλοκαίρι του 1906 στη Μακεδονία έναν αριθμό 1.500 περίπου Ελλήνων ανταρτών, που κατανέμονταν σε 70 με 80 σώματα, μαζί με τις μικρές τοπικές ομάδες, με μέση δύναμη είκοσι αντρών.
Λόγω της κάμψης που παρουσίασε η εξαρχική δραστηριότητα σε σχέση με την Προηγούμενη χρονιά, τα ελληνικά σώματα συνέχισα” όλο το καλοκαίρι να ελκύουν κάπου-κάπου την προσοχή των Τούρκων, οι οποίοι, καθώς διατηρούσαν αποσπάσματα σε πολλά χωριά, έβγαιναν συχνά σε περιπολία. Οι Τούρκοι δέχονταν επίμονες παραινέσεις από τους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών Δυνάμεων να αναλάβουν δράση εναντίον των ανταρτικών σωμάτων, κάτι που έκαναν με μάλλον επιπόλαιο τρόπο. Σπάνια έμπαιναν στον κόπο να επιτεθούν στους Έλληνες. Κατά καιρούς ο επικεφαλής κάποιου αποσπάσματος μπορεί να αναλάμβανε κάποια πρωτοβουλία, συχνά, όμως, γίνονταν σε τοπικό επίπεδο διακανονισμοί, οι οποίοι εξασφάλιζαν στους Έλληνες ένα βαθμό ασυλίας. Όλες σι μαρτυρίες τείνουν να δείξουν ότι η Κύρια προσπάθεια των Τούρκων εξακολούθησε να στρέφεται εναντίον των εξαρχικών ενόπλων, με αποτέλεσμα σε όλη τη διάρκεια του έτους τα εξαρχικά σώματα, μολονότι πολύ λιγότερο δραστήρια από τα ελληνικά, να υποστούν μεγαλύτερες απώλειες στα χέρια των Τούρκων. Σε τριάντα πέντε Περίπου καταγραμμένες συμπλοκές είναι γνωστό ότι εξοντώθηκαν τουλάχιστον 180 κομιτατζήδες. Αρκετά σώματα κυριολεκτικά αφανίστηκαν: το μικρό βλάχικο σώμα του Βάνε Σόμι κοντά στα Λιβάδια (Γευγελή) στις 9 Απριλίου• στις 5 Απριλίου το 24μελές σώμα του Σουγκάροφ στο Παράλοβο (Μορίχοβο)• στις 16 Απριλίου το σώμα του Γιαγκόφ από 26 άντρες στην περιοχή του Μελενίκου στις 4 Μαΐου η ομάδα του Μπόμπεφ στη Λούγκουντσα (Κιοπρουλού) στις 14 και 17 Μαΐου δύο μικρές ομάδες στην περιοχή της Καστοριάς ένα οκταμελές σώμα στη Ρέσνα στις 15 Μαΐου άλλο με δέκα άντρες στο Λισολάι (Μοναστήρι) στις 18 Μαΐου ένα εννεαμελές στο Κλέπατς (Περλεπέ) στις 29 Μαΐου το σώμα του Χρίστοφ από 16 άντρες στις 19 Ιουνίου στο Λεποπέλτσι το σώμα του Τσερνοπέεφ στο Κούκλις κοντά στη Στρώμνιτσα στις 9 Αυγούστου και η ομάδα του Κόλε στη Ντομπρόλιστα (Καστοριά) στις 17 Νοεμβρίου. Στη διάρκεια του ίδιου έτους Οι συμπλοκές των Τούρκων με τα ελληνικά σώματα ήταν μόλις είκοσι τρεις και σι ελληνικές απώλειες δεν ξεπέρασαν κατά πάσα πιθανότητα τους εκατόν πενήντα άντρες.
Από την άνοιξη, ο αυξανόμενος αριθμός των ελληνικών σωμάτων άρχισε να ασκεί σημαντικές πιέσεις στα χωριά, με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων της εξαρχικής παράταξης να ξεπεράσει τον αντίστοιχο των πατριαρχικών. Στη Δυτική Μακεδονία ο Κρητικός Σκαλίδης ήταν ιδιαίτερα δραστήριος, μέχρι που έχασε τη ζωή του μετά από μια επίθεση στο χωριό Τσέγκελ του Μοριχόβου στις 25 Μαρτίου. Ο Μακρής είχε επιστρέψει από την Αθήνα στις αρχές του νέου έτους και λίγο αργότερα επανέλαβε την επιθετική του δραστηριότητα στα Κορέστια. Τον Ιούνιο γύρισε στη Δυτική Μακεδονία ο Βάρδας για να αναλάβει και πάλι τη γενική διεύθυνση των επιχειρήσεων. Μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις του ήταν η επίθεση τον Απρίλιο στη βάση των κομιτατζήδων στο Εγρί, χωριό στην πεδιάδα του Μοναστηρίου. Στην ίδια περιοχή δρούσε και το ισχυρό ελληνικό σώμα του Κρητικού Νικολούδη. Το σώμα αυτό επιτέθηκε στις 28-29 Ιουλίου σε μια άλλη βάση των κομιτατζήδων, το Γκορνίτσοβο (Φλώρινα), γενέτειρα του Τάνε, ο οποίος βρισκόταν μέσα στο χωριό. Την επίθεση αυτή διέκοψε η επέμβαση τουρκικών δυνάμεων και ο Νικολούδης και δεκατέσσερις από τους άντρες του σκοτώθηκαν, ενώ και οι Τούρκοι υπέστησαν πολύ βαριές απώλειες. Ακόμη μια σφοδρή επίθεση, στο Σμίλεβο (Μοναστήρι), εξαπέλυσαν οι Έλληνες τη νύχτα της 9-10 Σεπτεμβρίου. Δώδεκα άνθρωποι σκοτώθηκαν και πολλά σπίτια υπέστησαν ζημίες.
Στην Κεντρική Μακεδονία τα ελληνικά σώματα σημείωσαν αξιόλογη επιτυχία. Για άλλη μια φορά σι ρουμανίζοντες Βλάχοι υπέστησαν δεινή μεταχείριση και αρκετά από τα χωριά τους δέχτηκα’ επιθέσεις, όπως το Πατότσιν (Πάτημα Έδεσσας) στις 8 Αυγούστου και η Σόλλιανη (Βέροια) στις 30 Αυγούστου. Πριν από την τελευταία αυτή επίθεση, οι Έλληνες δωροδόκησαν τη χωροφυλακή της Βέροιας για να αναφέρει ότι ο πλησιέστερος αστυνομικός σταθμός στο Κοβαρτζίκ ήταν περιττός, με συνέπεια να καταργηθεί. Η πιο σημαντική εξέλιξη, πάντως, στην Κεντρική Μακεδονία υπήρξε η αποφασιστική προσπάθεια να εξασφαλιστεί η κυριαρχία στη λίμνη των Γιαννιτσών. Στην περιοχή αυτή τοποθετήθηκε ο Παπατζανετέας. Στην Ανατολική

Μακεδονία οι ‘Ελληνες είχαν λιγότερα σώματα και ως ένα βαθμό βρίσκονταν ακόμη στην άμυνα. Είχαν αρχίσει, ωστόσο, να περνούν στην αντεπίθεση, ό- πως δείχνει ένας κατάλογος των επιθέσεών τους σε χωριά.
Σε όλες τους τις επιδρομές στα χωριά σι ‘Έλληνες προξενούσαν περιορισμένες υλικές καταστροφές. Εδώ κι εκεί μπορούσαν να καταστραφούν δύο ή τρία σπίτια. Τις περισσότερες φορές τα σώματα έπιαναν καταδότες και εξαρχικούς οργανωτές, τους απήγαν και τους σκότωναν. Όταν αυτό ήταν δυνατόν, «οργάνωναν» το χωριό, αποκαθιστούσαν, δηλαδή, την κυριαρχία της πατριαρχικής μερίδας, της απέδιδαν την εκκλησία, και έκαιγαν τα εξαρχικά λειτουργικά βιβλία. Ο μακρύς κατάλογος των επιδρομών δεν είναι σε καμία περίπτωση πλήρης, γιατί οι αρχές δεν ήταν σε θέση να ανακαλύψουν όλα όσα συνέβαιναν. Επιπλέον, οι προξενικές εκθέσεις παραθέτουν συχνά μόνον αριθμούς ανθρώπων που δολοφονούνταν έξω από τα χωριά. Ορισμένους από αυτούς (καρβουνιάρηδες, βοσκούς, μυλωνάδες, περιηγητές) τους δολοφονούσαν από φόβο μήπως προδώσουν τη Θέση των σωμάτων. Πολλοί, όμως, από αυτούς που σκοτώνονταν έξω από τα χωριά είχαν συλληφθεί σε επιδρομές που δεν αναφέρονται σε προξενικές εκθέσεις.
Είναι αδύνατον να εκτιμηθούν ακριβώς τα αποτελέσματα της ελληνικής δραστηριότητας. Είναι, όμως, αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα περισσότερα από τα χωριά του Μοριχόβου επανήλθαν στο Πατριαρχείο. Εκατοντάδες άλλα χωριά πείστηκαν με παρόμοιο τρόπο. Ίσως ακόμη μεγαλύτερη σημασία να είχε το γεγονός ότι τα εξαρχικά σώματα δεν είχαν πια τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ως βάσεις πολύ μεγάλο αριθμό χωριών. Τα σώματα αυτά, ήδη αρκετά εξασθενημένα, δεν διέθεταν πια ελευθερία κινήσεων. Αντίθετα, τα ελληνικά σώματα, παρόλο που ασφαλώς συναντούσαν εμπόδια από την τουρκική στρατιωτική παρουσία, κινούνταν με σχετική ευκολία και συνέχισαν να καταφέρουν περαιτέρω κτυπήματα (ταυτόχρονα με τους Τούρκους) στην εξαρχική οργάνωση. Είχαν πια επιβάλει την κυριαρχία τους σε εκτεταμένες περιοχές. Είχαν εγκαθιδρύσει σε πολλά μέρη της Μακεδονίας, σύμφωνα με τη μέθοδο της Εσωτερικής Οργάνωσης, το δικό τους σύστημα απονομής δικαιοσύνης σε διαφορές τοπικού χαρακτήρα, και κατάφεραν ακόμη να επιβάλουν σε σημαντικό βαθμό οικονομικό αποκλεισμό στους εξαρχικούς, εξαναγκάζοντας σημαντικό αριθμό από τους περισσότερο τολμηρούς να μεταναστεύσουν. Δεν πρέπει, ωστόσο, να υπερεκτιμούνται τα ελληνικά επιτεύγματα, όσο σημαντικά και αν είναι. Αυτό που πέτυχαν ήταν να αποδείξουν πόσο μάταιη θα ήταν η εφαρμογή του τρίτου σημείου του Προγράμματος του Μ1ΊΖ81ε, σύμφωνα με τις βουλγαρικές βλέψεις. Ταυτόχρονα, Έλληνες και Σέρβοι είχαν αποδείξει ότι και οι δύο διεκδικούσαν με αξιώσεις ένα μεγάλο μερίδιο στη Μακεδονία.


Πηγή: Douglas Dakin, Ο Ελληνικός Αγώνας στη Μακεδονία, εκδ. οίκος αδελφών Κυριακίδη, 1996.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com