Η Έθνολογική Σύστασις της Μακεδονίας και τό Γλωσσικών ιδίωμα


Παρ’ όλας τας επιδρομάς πού εδέχθη ή Μακεδονία, ό εις αυτήν Ελληνισμός παρέμεινεν ουσιαστικώς αμετακίνητος και αρραγής. Αι επελθούσαι εκ των επιδρομών τούτων εθνολογικαί αλλοιώσεις επ΄ αυτού, μέχρι τής ενάρξεως τής Τουρκικής κατακτήσεως, ήσαν περιωρισμέναι εις έκτασιν. Μέ γνώμονα την ιστορίαν και τας σχετικάς πληροφορίας τών βυζαντινών συγγραφέων δυνάμεθα νά χαράξωμεν τό εθνολογικόν διάγραμμα τής Μακεδονίας μέ ικανοποιητικήν ακρίβειαν.
Κατ’ αρχήν υπάρχει ή μαρτυρία τού ιδίου τού Στεφάνου Δουσάν, ό οποίος κατέκτησε την χώραν ολίγας μόνον δεκαετίας προ τής τουρκικής εισβολής. Το έτος 1346, όταν ανηγορεύθη «Τσάρος των Σέρβων κα τών Γραικών», διένειμε τήν επικράτειάν του μεταξύ αυτού και τού υιού του και «εις αυτόν μεν έδωσε εξουσίαν, όπως συνηθίζουν οι Τριβαλλοί, εις την περιοχήν από του κόλπου του Ιονίου και του Ίστρου (Δουνάβεως) ποταμού μέχρι της πόλεως τών Σκοπίων.... και εις τον εαυτόν του τας άπ’ εκεί και πέραν Ρωμαϊκάς (Ελληνικάς) περιοχάς και πόλεις. συμφώνως προς το καθιερωμένον σύστημα των Ρωμαίων, μέχρι και της περιοχής των στενών τής Χριστουπόλεως (Καβάλλας)».
Παρά την ανωτέρω μαρτυρίαν δεν δύναται να υποστηριχθή ότι μόνον Έλληνας συνήντησαν οι Τούρκοι εις την Μακεδονίαν. Πληροφορίαι εκ Βυζαντινών συγγραφέων αναφέρονται εις τούς κατοικούντας εις Μακεδονίαν Σλαύους
καί Βουλγάρους. ‘Εκ τής‚ προσεκτικής μελέτης των πληροφοριών αυτών προκύπτει ότι κατά τούς τελευταίους χρόνους τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Νότιος και παράλιος Μακεδονία ήτο εξ ολοκλήρου Ελληνική, τόσον εις τας πόλεις, όσον και εις την ύπαιθρον. Εις την περιοχήν τής Στρωμνίτσης, ή ύπαιθρος παρουσίαζε πληθυσμόν ανάμικτον από Έλληνας και Σλαύους, ενώ ή πόλις ήτο καθαρώς Ελληνική. Ή μέση κοιλάς του Αξιού κατωκείτο από εξελληνισμένα ουγγρικά φύλα, ή δε‚ περιοχή τής Αρδέας από Έλληνας. Εις την υπόλοιπον Μακεδονίαν, αι μεν‚ πόλεις και αι πεδιάδες κατείχοντο κατά πλειονότητα από Έλληνας, τα δε ορεινότερα μέρη ήσαν ανάμικτα από Έλληνας (κυρίως) και Σλαύους.
Κατά την επί πέντε και πλέον αιώνας διάρκειαν τής τουρκικής κατακτήσεως, ή οποία ήρχισεν από των μέσων του Ι4ου αιώνος και συνεπληρώθη το έτος 1389 εις το Κοσσυφοπέδιον (Κόσοβον), ασφαλώς αρκετάς μεταβολάς θα
υπέστη ή εθνολογική σύστασις τής χώρας. Εγένοντο πολλαί εποικήσεις μουσουλμανικών πληθυσμών εις τας Μακεδονικάς πεδιάδας και εις πολλά μέρη παρουσιάσθησαν βίαιαι ως επί το πλείστον εξισλαμίσεις. Ο γηγενής πληθυσμός ετράπη εις ποικίλας μετακινήσεις καί εκπατρισμούς, τόσον προς αποφυγήν τής δουλείας,
όσον καί δι’ οικονομικούς λόγους. Εκ ‚παραλλήλου, καθ’ όλην την διάρκειαν της Τουρκοκρατίας κατώκησαν εις Μακεδονίαν πολλοί εξισλαμισθέντες Αλβανοί. Τον 14ον αιώνα εγκατεστάθησαν εις αυτήν εξισλαμισθέντες Αθίγγανοι, τόν δε 16ον αιώνα αρκετοί Εβραίοι. Αι τρεις αυταί φυλαί ήσαν ετερόγλωσσοι και αλλόθρησκοι
και διεβίουν κατά κλειστάς κοινωνίας, μη ερχόμεναι εις άμεσον επαφήν με τους υπολοίπους κατοίκους. Ως εκ τούτου ουδεμίαν αλλοίωσιν επέφερον εις την εθνολογικήν σύστασιν τής Μακεδονίας. Δεν δύναται όμως νά λεχθή τό ίδιο και διά τας ομοθρήσκους φυλάς των Ελλήνων και τών Σλαύων. Ή επί πέντε συνεχείς αιώνας συμβίωσις εις τα αυτά ως επί το πλείστον χωρία, αλλογλώσσων μεν, πλην όμως ομοθρήσκων ανθρώπων (ηνωμένων διά του κοινού κατά τού αλλοπίστου κατακτητού μίσους), ασφαλώς θα εξώθη τούτους εις στενήν αλληλοβοήθειαν, εις επιγαμίας και εις γλωσσικάς αφομοιώσεις.
Δύναται επομένως να λεχθή μετά βεβαιότητος, ότι περί τα τέλη τής Τουρκικής κατοχής οι Έλληνες διετηρήθησαν αμιγείς και ανόθευτοι, με ακμαίον το εθνικόν φρόνημα εις την χώραν νοτίως τής γενικής γραμμής Καστοριάς—Εδέσσης—Σερρών—Δράμας. Εις την Μακεδονικήν περιοχήν, βορείως τής γενικής γραμμής Καστοριάς•—Δράμας, εις τας πόλεις και τα μεγάλα γενικώς κέντρα, ό Ελληνισμός διετήρησε τον εθνισμόν και την γλώσσαν του. Εκτός όμως τών πόλεων, εις την ύπαιθρον χώραν, λόγω κυρίως τής ελλείψεως σχολείων εις αυτήν, οι Έλληνες αφομοιώθησαν γλωσσικώς υπό τών Σλαύων και ή Σλαυϊκή γλώσσα επεκράτησεν. Ή γλώσσα αυτή δεν ήτο ενιαία.
Ή σερβική γλώσσα τής βορειοδυτικής υπαίθρου παρουσιάζετο τελείως διαφορετική από την βουλγαρικήν γλώσσαν τών περιοχών περί την Ροδόπην. Εις την παρεμβαλομένην περιοχήν, το επικρατήσαν σλαυϊκόν ιδίωμα δεν ήτο δυνατόν να λογισθή ούτε ως Σερβική ούτε ως Βουλγαρική γλώσσα. Συνηντάτο εις αυτό τεράστιος αριθμός λέξεων καθαρώς ελληνικής προελεύσεως, καθημερινής χρήσεως, αναφερομένων εις τας γεωργικάς και οικιακάς εργασίας, ως και λέξεις τουρκικαί, κουτσοβλαχικαί, αλβανικαί και βουλγαρικαί. Τούτο κατεδείκνυε κατά τον πλέον εμφανή τρόπον, ότι οι άνθρωποι οι ομιλούντες την γλώσσαν αυτήν, πριν καταλήξουν εις αυτήν, ωμίλουν την Ελληνικήν.
Την στενωτάτην σχέσιν τού σλαυικού ιδιώματος με την ελληνικήν γλώσσαν ετόνιζε και ό Βρετανός γλωσσολόγος και γεωγράφος Στάνφορντ εις έργον του, εκδοθέν το 1877.
Οι σπουδαιότεροι λόγοι, οι συντελέσαντες εις την διαμόρφωσιν τού σλαυϊκού ιδιώματος, ανάγονται εις την Βυζαντινήν περίοδον (όταν αριθμός Βουλγάρων αιχμαλώτων εισήχθη προς εργασίαν εις τα μεγάλα αγροκτήματα τών βυζαντινών τιμαριούχων) καί κυρίως εις την επακολουθήσασαν περίοδον τής Τουρκοκρατίας. Ειδικώτερον κατά την τελευταίαν, λόγω ελλείψεως ουσιαστικών συνόρων εις την ελληνικήν χερσόνησον, ήτο εύκολος ό συγχρωτισμός μετά τών άλλων λαών, αί δε μετακινήσεις προς εργασίαν πλήθους πτωχών Σλαύων προς τας ευφόρους βορείας περιοχάς τού ελληνικού χώρου ήτο σύνηθες φαινόμενον. Είχον όμως πρόβλημα συνεννοήσεως, διότι λόγω τού χαμηλοτέρου πνευματικού επιπέδου των, δεν ηδύναντο να μάθουν την τουρκικήν ή την ελληνικήν γλώσσαν. Περιωρίζοντο μόνον εις το να χρησιμοποιούν πολλάς λέξεις εξ αυτών, εν συνδυασμώ με την ιδικήν των. Ως εκ τούτου προήλθε τό σλαυϊκόν τούτο ιδίωμα, λόγω δε τής ευκόλου εκμαθήσεώς του απετέλεσε μέσον κοινής συνεννοήσεως Τούρκων, Ελλήνων και Σλαύων εποίκων, προς εξυπηρέτησιν και άλλων σκοπών. Εις πολλάς επίσης περιπτώσεις ό ελληνικός πληθυσμός, αναγκαζόμενος εκ τών περιστάσεων, προετίμα να εκμανθάνη το ιδίωμα τούτο και να προσποιήται προσκαίρως ότι είναι σλαυϊκός, διά να αποφεύγη το παιδομάζωμα, το οποίον διενεργείτο μόνον εκ τών Ελλήνων, ως και τας σφαγάς και το μίσος τών Τούρκων, έπειτα από κάθε επανάστασιν του Ελληνισμού. 0μως εκ του τεχνάσματος αυτού ουδόλως μετεβάλλετο ή εθνική συνείδησις και το φρόνημά του. Τέλος
πρέπει να σημειωθή, ότι τό ιδίωμα τούτο απετέλεσε μετέπειτα την βάσιν της βουλγαρικής προπαγάνδας, εμπλουτισθέν καταλλήλως και διά βουλγαρικών λέξεων.
Δεν ήσαν μόνον αι ελληνικαί λέξεις τού γλωσσικού ιδιώματος εκείναι αι οποίαι απεδείκνυον την ελληνικήν καταγωγήν τών σλαυοφώνων βορείων Μακεδόνων. Η ανθρωπολογική επιστήμη, διά λεπτομερών και συστηματικών ανθρωπομετρήσεων επέδιξεν, ότι οι σλαυόφωνοι και οι βλαχόφωνοι τής Μακεδονίας,
ενώ συγγενεύουν απολύτως από ανθρωπολογικής πλευράς μετά τών ελληνοφώνων κατοίκων αυτής, παρουσιάζονται ανομοιογενείς προς τούς Σλαύους και τούς βλαχοφώνους τών λοιπών περιοχών τών Βαλκανίων και τής Μεσευρώπης. Συνεπώς τόσον η ιστορία, όσον και η Γλωσσολογία και η Ανθρωπολογία τάσσονται ανεπιφυλάκτως υπέρ τής ελληνικότητος τής Μακεδονίας ώς συνόλου, επί πλέον δε επιμαρτυρούν την ελληνικήν προέλευσιν τών σλαυοφώνων κατοίκων τών βορείων περιοχών της.


Πηγή: Ο Μακεδονικός αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, ΓΕΣ 1979.




 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com