Η Είσοδος εις Δυτικήν Μακεδονίαν του Ανταρτικού Σώματος Γεωργίου Τσόντου (Βάρδα)

Εν τω μεταξύ όμως το Μακεδονικόν Κομιτάτον, αποφασισμένον να ενισχύση και να επεκτείνη τον αγώνα εις την Δυτικήν Μακεδονίαν, προέβη εις την συγκρότησιν νέου σώματος, επικεφαλής τού οποίου ετέθη ό Ανθυπολοχαγός τού Πυροβολικού Γεώργιος Τσόντος (Βάρδας). Συγχρόνως ανέθεσεν εις τούτον την Γενικήν Αρχηγίαν των Ελληνικών σωμάτων εις το Βιλαέτιον Μοναστηρίου και διώρισεν ως υπαρχηγόν του τον Ανθυπολοχαγόν Κατεχάκην. Ο Ανθυπολοχαγός Τσόντος, επικεφαλής ισχυρού σώματος εκ 40 περίπου ανδρών, διέβη την Ελληνοτουρκικήν μεθόριον εις την περιοχήν τού Βελεμιστίου (Αγιοφύλλου) την 17ην Νοεμβρίου και υπό δριμύτατον ψύχος ήρχισε την πορείαν του προς Βορράν, οπότε την 24ην Νοεμβρίου έφθασεν εις την Μονήν Παναγίας Σισανίου. Εις το σώμα του υπήρχον ικανώτατοι άνδρες, ως οι Μιχαήλ Τσόντος, Ευάγγελος Φραγκιαδάκης, Γεώργιος Δικώνυμος—Μακρής, Εμμανουήλ Νικολούδης και ό ιερεύς Παπαδράκος Χρυσομαλλίδης. Κατά την πορείαν αποκοπείς από το σώμα παρά την Βρογκίσταν (Καλονέρι) ό αντάρτης Δημήτριος Ανδριανάκης συνελήφθη υπό των Τούρκων και εσφαγιάσθη. Μετά το ατυχές αυτό γεγονός το σώμα Τσόντου έφθασεν εις Λόσνιτσαν (Γέρμα), όπου εύρε στρατωνιζόμενα τα επιστρέφοντα εις Ελλάδα σώματα των Καραλιβάνου, Βισβίκη και Πύρζα. Ανεκοίνωσε προς τούς οπλαρχηγούς τούτους τας διαταγάς τής διοικήσεως τού Κομιτάτου και έπεισε τούς Καραλίβανον και Βισβίκην να τον ακολουθήσουν. Ο Πύρζας όμως επέμενεν όπως επιστρέψη εις Αθήνας, επιθυμών να μεταφέρη εις την οικογένειαν τού αειμνήστου Μελά αυτοπροσώπως τον οπλισμόν του και τα προσωπικά του αντικείμενα.
Εκ Λοσνίτσης (Γέρμας) ολόκληρος ή δύναμις Τσόντου—πλην τής ομάδος Καραλιβάνου, ή οποία μετέβη εις την περιοχήν Κωσταραζίου — έστράφη προς την περιοχήν των Καστανοχωρίων και διά Σλημνίτσης (Μηλίτσα)—Μόλασι και Τσουκαλοχωρίου (Σκαλοχωρίου) έφθασε την 2 Δεκεμβρίου εις Βιδελούστι (Δαμασκηνιά). Εντός τού χωρίου τούτου συνήντησεν ό Ανθυπολοχαγός Τσόντος τον απεσταλμένον τού Μητροπολίτου Καραβαγγέλη, Αρχιερατικόν Επίτροπον Παπαστέργιον, ό οποίος μετέδωσεν εις τον νέον αρχηγόν των Ελληνικών σωμάτων σημαντικωτάτας πληροφορίας περί τού κρησφυγέτου τού βοεβόδα των Καστανοχωρίων Κωνστάντωφ. Ο τελευταίος εκρύπτετο κατά τας πληροφορίας εις την οικίαν χήρας φίλης του εις Λεμπίσοβον (Αϊλιάς), απεφασίσθη δε η εκτέλεσις επιχειρήσεως προς εξόντωσίν του. Η επιχείρησις διεξήχθη υπό ομάδος ανταρτών με επικεφαλής τούς Γεώργιον Μακρήν, Ευάγγελον Φραγκιαδάκην ή Γαλιανόν και Παπαδράκον. Την νύκτα τής 4/5 Δεκεμβρίου, οδηγούντος τού Παπαστεργίου, μετέβη ή ομάς εις Λεμπίσοβον (Αϊλιάς) και εκύκλωσε την οικίαν εις την οποίαν εκρύπτετο ό Κωνστάντωφ, ζητήσασα να εισέλθη εις το εσωτερικόν της προς έρευναν. 0 Κωνστάντωφ όμως μετά των οπαδών του επυροβόλησαν εκ τού εσωτερικού της οικίας και ετραυμάτισαν τον Γαλιανόν, με αποτέλεσμα την έναρξιν πεισματώδους συμπλοκής. 0ι εντός τής οικίας κομιτατζήδες ημύνοντο σθεναρώς και ή ώρα παρήρχετο άνευ αποτελέσματος. Τελικώς ό αποφασιστικός ιερεύς Παπαδράκος Χρυσομαλλίδης, συγκεντρώσας εύφλεκτα υλικά, επέτυχε να ανέλθη επί τής στέγης τής οικίας και να θέση πυρ εις αυτήν. 0ι κομιτατζήδες διά να αποφύγουν την πυρπόλησιν κατήλθον εις την υπάρχουσαν κάτωθεν της εστίας «κρυψάναν» και εντός αυτής εύρον οικτρόν θάνατον εξ ασφυξίας.
Μετά την εξόντωσιν του Κωνστάντωφ, το σώμα Τσόντου ήρχισε να περιοδεύη την περιοχήν των Καστανοχωρίων, ως και την νοτίως Κωσταραζίου τοιαύτην, μέχρι Παλαιοκάστρου, ασχολούμενον με την οργάνωσιν των περιοχών τούτων και την μύησιν των πληθυσμών εις την οργάνωσιν του Ελληνικού Μακεδονικού Κομιτάτου. Συνεστήθη δε επιτοπίως ολόκληρον δίκτυον επιτροπών εξυπηρετήσεως και συνδρομής των σωμάτων των Ελλήνων ανταρτών. Εκ παραλλήλου επεζητήθη και επετεύχθη από τον Ανθυπολοχαγόν Τσόντον ή διακοπή τής ως τότε ελευθέρας επικοινωνίας των βουλγαριζόντων μετά τής ελευθέρας Ελλάδος, εις την οποίαν προηγουμένως εισήρχοντο ελευθέρως και ενήργουν κατά πολλάς μεθόδους εναντίον τής ασφαλείας του Ελληνικού Κράτους και των εθνικών συμφερόντων. Προς τούτο εξεδόθη διαταγή και εφηρμόσθη έκτοτε αυστηρότατα, συμφώνως προς την οποίαν απηγορεύθη ή κάθοδος εις θεσσαλίαν παντός κατοίκου σχισματικού χωρίου, άνευ ειδικού πιστοποιητικού Μητροπόλεως ή Έλληνος οπλαρχηγού. Επίσης εξωντώθη κάθε Βουλγαρόφρων μυλωθρός, ανθρακεύς ή οικοδόμος εκ των εγκατεστημένων ή περιφερομένων εις τας γειτνιαζούσας με την Ελληνοτουρκικήν μεθόριον περιοχάς. Διά του τρόπου τούτου επετεύχθη ή εξάρθρωσις του δικτύου πληροφοριών των Βουλγαρικών κομιτάτων. 0λα τα μέτρα αυτά απέβησαν λίαν αποτελεσματικά διά την απρόσκοπτον κίνησιν των εξ ελευθέρας Ελλάδος εισερχομένων εις Μακεδονίαν Ελληνικών σωμάτων, καθ’ όσον εξέλιπον οι καταδόται.
Περί τα μέσα Δεκεμβρίου αι καιρικαί συνθήκαι επεδεινώθησαν. Ολόκληρος ή Δυτική Μακεδονία εκαλύφθη από παχέος στρώματος χιόνος, αι δε λίμναι Μικρά Πρέσπα και Καστορίας είχον παγώσει εκ του δριμυτάτου ψύχους. Η ασθένεια κήλης του Ανθυπολοχαγού Κατεχάκη είχεν επιδεινωθή και ως εκ τούτου κατέστη επιτακτική ή μεταφορά του εις Αθήνας. Τα σώματα Κατεχάκη και Καούδη, απρακτούντα εις Ζέλοβον (Ανταρτικόν) λόγω των καιρικών συνθηκών, απεφάσισαν να κατέλθουν νοτιώτερον, αφ’ ενός μεν διά να συναντήσουν τον νέον Γενικόν Αρχηγόν του Βιλαετίου Μοναστηρίου, αφ’ ετέρου δε διά να προωθηθή ό Ανθυπολοχαγός Κατεχάκης εις την Ελευθέραν Ελλάδα. Την 18ην Δεκεμβρίου αφού εγκατέστησαν εις Ζέλοβον μικράν φρουράν υπό τον Παύλον Κύρου, αναχώρησαν υπό δριμύτατον ψύχος και διά τής Μονής τής Σλίβενης κατήλθον προς την περιοχήν του Βογατσικού. Εις την κωμόπολιν αυτήν προσήλθε περί τας αρχάς Ιανουαρίου και ό Ανθυπολοχαγός Τσόντος και επετεύχθη συνάντησις των δύο αξιωματικών διά μιαν από κοινού εξέτασιν των υφισταμένων συνθηκών.
Την εποχήν εκείνην ή κατάστασις των Ελληνικών σωμάτων δεν ήτο απολύτως ρόδινος. Αι συνεχείς πορείαι και το δριμύτατον ψύχος είχον δυσμενώς επιδράσει επί τής υγείας πολλών ανταρτών, οι οποίοι παρέμενον κλινήρεις ή ανίκανοι διά κάθε δράσιν. 0ι οπλαρχηγοί Καραλίβανος και Βισβίκης μετά δύο οπαδών των, επιθυμούντες να διέλθουν τας εορτάς των Χριστουγέννων μετά των οικογενειών των, αι οποίαι διέμενον εις Κοζάνην, συνελήφθησαν μόλις εισήλθον άοπλοι εις την πόλιν αυτήν και εφυλακίσθησαν. 0λα τα σώματα είχον υποστή μιαν σοβαράν μείωσιν εις άνδρας και ως εκ τούτου καθίστατο επιβεβλημένη η αναδιοργάνωσις και η ανασύνταξίς των, πριν επέλθη η άνοιξις και επαναρχίσουν αι επιχειρήσεις. Απεφασίσθη, ως ήτο επόμενον, η επιστροφή εις ελευθέραν Ελλάδα τού σοβαρώς ασθενούντος Ανθυπολοχαγού Κατεχάκη μεθ’ όλων των πασχόντων ανδρών, ως και η μετάβασις εις Αθήνας τού Παύλου Γύπαρη, Ιωάννου Καραβίτη και Γεωργίου Δικωνύμου—Μακρή, προς στρατολογίαν νέων ανδρών και συγκρότησιν σωμάτων. Η επάνοδος τούτων εις Ελλάδα επραγματοποιήθη περί τας αρχάς Φεβρουαρίου. Περί τα τέλη δε τού 1904 και τας αρχάς τού 1905 η διάταξις των Ελληνικών σωμάτων εις Δυτικήν Μακεδονίαν είχεν ως εξής:
—0 Ανθυπολοχαγός Τσόντος μετά τού σώματός του εις περιοχήν Λοσνίτσης (Γέρμας)—Βογατσικού.
—0 οπλαρχηγός Μιχαήλ Τσόντος μετά τού σώματός τον εις περιοχήν
Καστανοχωρίων.
—0 Ιωάννης Πούλακας εις Νεγκοβάνην (Φλάμπουρον).
—Ο Ευθύμιος Καούδης εις περιοχήν Καστορίας.
—0 Λαμπρινός Βρανάς εις Μπελκαμένην (Δροσοπηγή).
—0 Παύλος Κύρου εις Ζέλοβον (Ανταρτικόν).
—0 Ανδρέας Δικώνυμος εις Λέχοβον.

Παραλλήλως προς τας ανωτέρω Ελληνικάς ανταρτικάς ομάδας, εις την περιοχήν τού Μοριχόβου και ιδιαιτέρως εις τας περιοχάς των χωρίων Γκορνίτσοβον (Κέλλη), Σετίνα (Σκοπός), Τσέγανο (Άγιος Αθανάσιος), Πετάλινον, Βουδιμέρτσι, Γρούνιστα, Γραδέσνιτσα, Σταραβίνα, Ζόβικ, Μάκοβον, Σκότσιβιρ
και Μπρόντ, οι κάτοικοι των οποίων διεκρίνοντο διά την πίστιν των εις τον Ελληνισμόν και το Πατριαρχείον, ανταρτική ομάς του εκ Μοναστηρίου Αντωνίου Ζώη. Είχε συγκροτηθή αυτή διά πρωτοβουλίας του ιδίου του Ζώη, από τον Σεπτέμβριον του 19Ο4, με την βοήθειαν τής οργανώσεως του Μοναστηρίου και του Ελληνοδιδασκάλου του Γκορνιτσόβου (Κέλλης) Παπανεκταρίου απετελείτο δε εξ εντοπίων κατοίκων.

Πηγή: Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, ΓΕΣ, 1979.



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com