Η ελληνική επίθεση το 1907

Η ελληνική επίθεση στη Μακεδονία το 1907 άρχισε για τα καλά στα τέλη Απριλίου. Παρά τις προσπάθειες των Δυνάμεων να επιβάλουν στην ελληνική κυβέρνηση να περιορίσει τη ροή των ανταρτών που διέσχιζαν τα σύνορα, σημειώθηκε μια σταθερή αύξηση των δυνάμεων στις περιοχές που είχαν ζωτική σημασία: στην Καστοριά, τη Φλώρινα και το Μορίχοβο προς τα δυτικά. στην κεντρική περιοχή που απλωνόταν από τη λίμνη του Οστρόβου προς τη Γευγελή• και στις ανατολικές επαρχίες της Καβάλας, των Σερρών και της Δράμας. Τα σώματα δεν ήταν ίσως τόσο ισχυρά όσο το 1906, επαρκούσαν, για να αναχαιτίσουν τη δράση Των κομιτατζήδων και να στη ρίξουν τις πατριαρχικές μερίδες στα χωριά.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις ακολούθησαν σε γενικές γραμμές το ίδιο σχέδιο όπως και τα προηγούμενα χρόνια: τις συνεχείς περιπολίες στα χωριά, τις περιστασιακές ακούσιες συμπλοκές με τους Τούρκους, τις δολοφονίες των πρακτόρων εχθρού, κακοποιών στοιχείων, καταδοτών ή ακόμη και αθώων — ατόμων που δούλευαν στα χωράφια, καρβουνιάρηδων, εποχιακών εργατών
κ.ά. Συνολικά, κατά τη διάρκεια του έτους, οι Έλληνες ευθύνονταν για το φόνο περίπου 334 ατόμων, μεταξύ των οποίων και αρκετοί ρουμανίζοντες Βλάχοι. Έγιναν οι συνηθισμένες επιθέσεις στα χωριά. Το Μάιο το δραστήριο σώμα του Φούφα επιτέθηκε στο Εμπόριο και το Παλαιοχώρι (Πτολεμαΐδα). Τον ίδιο μήνα ένα μεγάλο ελληνικό σώμα απήγαγε 100 χωρικούς από το Σμπόρσκο (Πευκωτό Έδεσσας) και κράτησε από αυτούς έξι προεστούς ως ομήρους, απαιτώντας την επιστροφή του χωριού στο Πατριαρχείο. Στις 6 και 14 Ιουνίου οι Έλληνες πραγματοποίησαν άγριες επιθέσεις στο Σέρπτσι (Μοναστήρι), σκοτώνοντας έντεκα άτομα και καταστρέφοντας 30 σπίτια. Στις 16 Ιουνίου το σώμα του Βάρδα μπήκε στην Όστιμα (Καστοριά) και σκότωσε τον ιερέα και πέντε προκρίτους. Τον ίδιο μήνα ελληνικό σώμα επιτέθηκε στο Τριβόντι (Στρώμνιτσα), ένα Κάπως απομονωμένο προπύργιο του Ελληνισμού, όπου ο αγώνας είχε γίνει πιο σκληρός. Στις 17 Ιουλίου ένα μεγάλο ελληνικό σώμα επιτέθηκε στο Γκράτσι (δεκαεννιά Περίπου χιλιόμετρα δυτικά της Καστοριάς) και σκότωσε το μουχτάρη, τον ιερέα και πέντε ακόμη χωρικούς. Στις 25 Ιουλίου ελληνικό σώμα επιτέθηκε στο Κοστενέτσι (Καστοριά) και σκότωσε τον κομιτατζή οπλαρχηγό Καρσάκοφ, τον ιερέα και έναν πρόκριτο. Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Γύπαρης, που είχε ενώσει τις δυνάμεις του με τον Στέφο, χτύπησε εχθρικό σώμα στο Σμάρδεσι αλλά εκδιώχθηκε από τουρκική δύναμη. Την εποχή εκείνη είχαν ήδη μειωθεί οι επιθέσεις στα χωριά, ενώ αυξήθηκαν οι επιθέσεις εναντίον προσώπων έξω από κατοικημένα μέρη. Το Σεπτέμβριο δολοφονήθηκαν δέκα εργάτες σε κεραμοποιείο στο Ντουντουλάρ (Διαβατά Θεσσαλονίκης), όπως επίσης και πέντε ξυλοκόποι σε χωριό κοντά στη Φλώρινα. Τον ίδιο μήνα οι Έλληνες σκότωσαν οκτώ μέλη του σώματος του Ντίμκο στο Ίβεν του Μοριχόβου. Τον Οκτώβριο οι Έλληνες δολοφόνησαν πέντε χωρικούς στο Μπουφ (Φλώρινα), εννέα στο Εξί Σου (Φλώρινα), και έξι στην Κλέπουσνα (Αγριανή Ζίχνης). Το Νοέμβριο, το σώμα του Παναγιώτη πραγματοποίησε επιδρομή στο Αετόσι (Φλώρινα), όπου έκαψε είκοσι σπίτια, σκότωσε οκτώ χωρικούς και απήγαγε ζώα. Ένα άλλο σώμα έκαψε το σχολείο και αρκετά σπίτια στο φιλορουμανικό χωριό Ξερολίβαδο (Βέροια). Η πιο διαβόητη, όμως, πράξη τρομοκρατίας τη χρονιά αυτή σημειώθηκε στις 26 Νοεμβρίου με τη δολοφονία είκοσι πέντε εργατών στο Ίσβορ (Στρατονίκη Χαλκιδικής). Η επίθεση αυτή, όπως και πολλές άλλες παρόμοιες, έγινε πάλι με βάση την ελληνική τακτική που απέβλεπε στην οικονομική καταστροφή των εχθρών. Τα εξαρχικά χωριά εξαρτώνταν σημαντικά από τα κέρδη των εποχιακών εργατών και στόχος των Ελλήνων (στον οποίο και σημείωσαν επιτυχία) ήταν να διακόψουν τη ροή των εμβασμάτων αυτών.
Παρόλη αυτή τη δραστηριότητα οι ελληνικές απώλειες ήταν σχετικά ελαφρές, πολύ λιγότερες απ’ ό,τι την Προηγούμενη χρονιά. Οι συνολικές τους απώλειες σε έμψυχο υλικό (ο αριθμός αυτός μπορεί, μάλιστα, να είναι κάπως διογκωμένος, εφόσον στηρίζεται εν μέρει σε τουρκικές πηγές) ήταν 89 νεκροί, ενώ οι αντίστοιχες σερβικές απώλειες ήταν 87 νεκροί και οι απώλειες των κομιτατζήδων 236 νεκροί. Πάνω από τις μισές ελληνικές απώλειες (συγκεκριμένα πενήντα ένας νεκροί) σημειώθηκαν τον Ιούλιο, όταν οι Τούρκοι πραγματοποίησαν μια ευρεία επιχείρηση εναντίον όλων των ανταρτών. Τον ίδιο μήνα οι Σέρβοι έχασαν 74 άντρες και οι κομιτατζήδες 80. Οι σαράντα από τους 51 Έλληνες νεκρούς του Ιουλίου σκοτώθηκαν σε συμπλοκή με Τουρκική δύναμη κοντά στη Λόσνιτσα (Καστοριά), όπου στις 29 Ιουλίου περικυκλώθηκε ένα σώμα με επικεφαλής τον Ζάκα και τον Κρώμα.

Πηγή: Douglas Dakin, Ο Ελληνικός αγώνας στη Μακεδονία 1897 - 1913, Εκδοτικός οίκος αδελφών Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1996.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com