Η Ελληνική Οργάνωση στή Μακεδονία

0ι Έλληνες στή Μακεδονία είχαν συνειδητοποιήσει αρκετά νωρίς τον κίνδυνο από την Εξαρχία. Στά διάφορα κέντρα άνθρωποι με μόρφωση και πατριωτισμό άρχισαν να σχηματίζουν μικρούς ή μεγαλύτερους κύκλους και να συζητούν με ανησυχία γιά τις νεώτερες εξελίξεις στή Μακεδονία. •0 Βατικιώτης, γενικός πρόξενος τής Ελλάδος στή Θεσσαλονίκη (1866 — 1881), βλέποντας εγκαίρως πόσο δύσκολο θα ήταν γιά την ελληνική κυβέρνηση να υπερασπίσει τα συμφέροντα τού Ελληνισμού στή Μακεδονία, είδε την ανάγκη να κινητοποιηθούν και να οργανωθούν οι ίδιοι οι ντόπιοι γιά να αμυνθούν στόν κίνδυνο πού τούς απειλούσε. Γιατροί, δάσκαλοι, επιθεωρητές σχολείων, έμποροι, φαρμακοποιοί, κτηματίες, πρόκριτοι και ιερείς σχημάτισαν επιτροπές σε διάφορα κέντρα. Τις αρχές τής κινήσεως αυτής βοήθησε πολύ με την παρουσία του στή μητρόπολη Θεσσαλονίκης (1874 — 1878) ό Ιωακείμ, πού το 1878 έγινε πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη. Η προσπάθεια αυτή συνεχίστηκε ως τον πόλεμο τού 1897 πού την ανέκοψε. Χρειάστηκε τότε κάποιος χρόνος γιά να συνέλθει ό Ελληνισμός και να ξαναρχίσει ή κίνηση γιά την άμυνα τής Μακεδονίας. 0ι τοπικές επιτροπές άρχισαν να αναβιώνουν γύρω από ανθρώπους, όπως οι Μόδης, Καπετανόπουλος και Δούμας στο Μοναστήρι, ό Παπαμάρκος, στή Στρώμνιτσα, ό Κυβερνίδης στή Γευγελή, ό Στάης στις Σέρρες, ό Περδικάρης στή Νάουσα. Στή Θεσσαλονίκη οι Ζάννας, Χρυσάφης, Αγγελάκης, Θεοδωρίδης, Χαρισιάδης (μετέπειτα δήμαρχος Κορυτσάς), Χατζηλάζαρος, Γ. Χαρίσης, Αυγερινός και άλλοι. Δε θα πρέπει να παραλειφθούν εδώ οι επιθεωρητές σχολείων Χατζόπουλος, Χατζηκυριακού, Παπαζαχαρίου και Σάρος πού τόσα πρόσφεραν.
Όλες αυτές οι επιτροπές βρίσκονταν βέβαια σε επαφή με τα ελληνικά Προξενεία αλλά από τα μέσα τού 1904, με την τοποθέτηση νέων προξένων στή Μακεδονία, Κίνηση πήρε μια πιο συγκεκριμένη μορφή και απέκτησε συνοχή και έκταση. Στο Μοναστήρι αξιόλογη ήταν ήδη ή παρουσία τού Κουζέ-Πεζά, προξένου από το 1901. Τον διαδέχτηκε ό Δημ. Καλλέργης με βοηθό τον Ίωνα Δραγούμη από το 1903 και αργότερα, από τον Αύγουστο 1905, ό Ν. Ξυδάκης ως το τέλος σχεδόν τού αγώνα. Στις Σέρρες πρόξενος ήταν ό Σαχτούρης με βοηθό τον Τσαμαδό και στην Καβάλα ό Μαυρουδής. Στή Θεσσαλονίκη ήταν ήδη υποπρόξενος ό Φιλ. Κοντογούρης, ως τον Οκτώβριο 1904, όταν τοποθετήθηκε γενικός πρόξενος ό Λάμπρος Κορομηλάς. Ο Κοντογούρης αργότερα πάλι, από το 1906, θα τον αντικαταστήσει πολλές φορές ως το τέλος τού αγώνα.
Ο Λάμπρος Κορομηλάς, με ισχυρή προσωπικότητα και επιβλητικό παρουσιαστικό, διακρινόταν γιά θάρρος, προθυμία γιά ανάληψη ευθυνών και πρωτοβουλία. Συνδύαζε την υψηλή μόρφωση και κρίση με μεγάλη ικανότητα πολιτική, διπλωματική και διοικητική. Τον Ιανουάριο 1904 τοποθετήθηκε αρχικά γενικός πρόξενος στή Φιλιππούπολη, όπου μελέτησε τα ζητήματα τής Μακεδονίας και γνώρισε από κοντά όλη τη βουλγαρική προσπάθεια. Το Μάιο τού 1904, όταν μεταφέρθηκε στή Θεσσαλονίκη, είχε πια σχηματίσει μια πολύ καθαρή εικόνα τού κινδύνου πού διέτρεχε ό ελληνισμός στη Μακεδονία. Είχε φτάσει στο συμπέρασμα πώς έπρεπε με κάθε μέσο να παρεμποδιστεί ή βουλγαρική προπαγάνδα και δράση. Έπρεπε να σχηματισθούν ένοπλα ελληνικά τμήματα και να οργανωθεί ή άμυνα τού ελληνισμού στη Μακεδονία με συστηματική εργασία για την τόνωση τού εθνικού αισθήματος. Έβλεπε, ακόμη, ότι, εκεί πού είχαν φτάσει τα πράγματα, έπρεπε οι Έλληνες να βοηθήσουν ενδεχόμενα τούς Τούρκους στην προσπάθειά τους να σταματήσουν τη βουλγαρική επέκταση, χωρίς αυτό να σημαίνει ανοικτή συνεργασία με αυτούς. Πολύ σύντομα με αναφορές προς την κυβέρνηση παρουσίαζε καθαρά την κατάσταση και πρότεινε συγκεκριμένα μέτρα γιά την ανάληψη τού αγώνα. Η κυβέρνηση Θεοτόκη, πού, ήδη υπό την πίεση τής κοινής γνώμης στην Ελλάδα, είχε αρχίσει να προσανατολίζεται σε μια πιο ενεργό στάση στη Μακεδονία, δεν μπορούσε παρά να λάβει σοβαρά υπόψη της τις αναφορές τού Κορομηλά. Αποτέλεσμα ήταν να τού ανατεθεί ή γενική διεύθυνση και ό συντονισμός τής ένοπλης δράσεως στο βιλαέτι Θεσσαλονίκης, ενώ για το βιλαέτι Μοναστηρίου ή κυβέρνηση είχε επιφυλάξεις, κυρίως λόγω τής ισχυρής παρουσίας των μακεδονικών οργανώσεων τής Αθήνας.
Μόλις έφτασε ό Κορομηλάς στή Θεσσαλονίκη, το Γενικό Προξενείο έγινε κέντρο τού αγώνα στη Μακεδονία. Για να εκπληρώσει καλύτερα την αποστολή του σκέφτηκε να ζητήσει βοηθούς νέους αξιωματικούς, πού θα χρησίμευαν για την οργάνωση τού τόπου με πληροφοριοδότες, οδηγούς, τροφοδότες και επιτροπές σε κάθε χωριό, καθώς και στην κατάρτιση ομάδων για τον ένοπλο αγώνα. Πρώτοι επιλέγηκαν και έφυγαν με ψευδώνυμο για τη Μακεδονία Οι αξιωματικοί Εξαδάκτυλος (Αντωνίου)
Κ. Μαζαράκης (Στεργιάκης), Σπυρομίλιος (Μπούας), Μωραΐτης (Κόδρος), Κάκαβος (Ζώης) και ως το τέλος τού έτους έφτασαν στή Θεσσαλονίκη και οι Αλέξ. Μαζαράκης (Ιωαννίδης) και Αβράσογλου (Αμβρακιώτης). 0ι αξιωματικοί αυτοί τοποθετήθηκαν στο Γενικό Προξενείο σαν γραμματείς, αλλά στην πραγματικότητα άρχισαν τη μελέτη τού τόπου κατά διαμερίσματα, την αναζήτηση καταλλήλων πρακτόρων, την επιλογή αρχηγών για την οργάνωση τού ένοπλου αγώνα και την εξεύρεση μεθόδων ανεφοδιασμού και σημείων αποθηκεύσεως όπλων και πυρομαχικών.
Πολύ σύντομα φάνηκαν τα καλά αποτελέσματα αυτού τού τρόπου εργασίας και άλλοι αξιωματικοί άρχισαν να τοποθετούνται και στα άλλα Προξενεία. Ο Κωνσταντινόπουλος, ό Ν. Κοντογούρης (Σίνης), ό Σαριγιάννης και ό Σπηλιάδης στο Μοναστήρι, ό Κουρέβελης και ό Φλωριάς στις Σέρρες, ό Μαυρομιχάλης στην Καβάλα, ό Γονατάς στην Αδριανούπολη, ό Οθωναίος (Παλμίδης), ό Ταβουλάρης και ό Κουρούκλης στή Θεσσαλονίκη αργότερα. Ακόμα, άλλοι αξιωματικοί θα υπηρετήσουν στη Μακεδονία σαν επιθεωρητές σχολείων, δάσκαλοι, έμποροι, αντιπρόσωποι επιχειρήσεων, μαγαζάτορες ή και παπάδες όπως ό Τσιρογιάννης (Ντάλης) σαν διευθυντής σχολείου στή Στρώμνιτσα, ό Κακουλίδης (Χρηστίδης) σαν ζωέμπορος στην περιοχή Σερρών, ό Κλείτος σαν έμπορος στη Γευγελή, ό Παπατζανετέας σαν κάπελας στα Γενιτσά και ό Αναγνωστάκος (Ματαπάς) σαν ηγούμενος στη Μονή τής Όσσιανης. Με αυτούς άρχισε μια συστηματική εργασία, μαζί με όλους εκείνους πού ως τότε κρατούσαν μόνοι απέναντι στο βουλγαρισμό στη Μακεδονία. Η κατάσταση ήταν απελπιστική για τον ελληνισμό. Τα χωριά εξαναγκάζονταν με τη λόγχη να αποσκιρτήσουν από το Πατριαρχείο, δάσκαλοι και ιερείς κατέφευγαν στις πόλεις γιά να μη δολοφονηθούν. Τα σχολεία παρέμεναν κλειστά και οι εκκλησιές περιέρχονταν στούς εξαρχικούς, ενώ τα παιδιά με τη βία φοιτούσαν σε σχολεία και νηπιαγωγεία πού άνοιγαν οι Βούλγαροι.
Στο βιλαέτι Θεσσαλονίκης υπήρχαν την εποχή εκείνη (1904) αρκετά βουλγαρικό σώματα. Το πιο σημαντικό ήταν τού Αποστόλη, πού κυριαρχούσε στην περιοχή Νάουσας - Βοέμιτσας - Όσσιανης με βάση τα χωριά τής λίμνης των Γενιτσών. Η σφραγίδα του χρησίμευε γιά φόβητρο σε μια ευρύτερη περιοχή και οι απεσταλμένοι του κυκλοφορούσαν ελεύθερα. Στην ίδια περιοχή, βορειότερα, υπήρχε το σώμα τού Ιβάν Καρασούλη, ακόμα το σώμα τού Καρατάσου στο ‘Οστροβο, άλλο στή Γευγελή, ένα μικρότερο στή Δοϊράνη, καθώς και ένα ισχυρότερο στη Στρώμνιτσα με δύο σώματα συνεργαζόμενα. Προσπάθεια τού Κορομηλά ήταν να έρθει σε επαφή με τον Αποστόλη, πού δεν ήταν ούτε εξαρχικός, ούτε πατριαρχικός, ούτε Βούλγαρος, ούτε Έλληνας, αλλά ληστής φιλοχρήματος με υποχρεώσεις στη Βουλγαρία. Παράλληλα επεδίωκε να σχηματισθούν με τη βοήθεια τού Προξενείου σώματα εντοπίων, ιδίως στην περιοχή Βερμίου, από το Μήτσο Μπακιρτζή στο Βλάδοβο, ομάδα στο Σέλι με τον Κουτσογεώργο και τον Καπούλα και άλλη μεταξύ Όστρόβου και Βοδενών από Τουρκαλβανούς. Πρότεινε στο Χιλμή τον εξοπλισμό των μεγαλύτερων χωριών για την ασφάλειά τους από τα βουλγαρικά σώματα, ενώ συγχρόνως οργάνωσε μυστικά με τούς αξιωματικούς του τοπικές πολιτοφυλακές από ορθόδοξους (12 στη Δοϊράνη, 15 στή Μπογδάντσα, 10 στή Γουμέντσα, 14 στή Στρώμνιστα). 0 Χιλμή όμως προτιμούσε το μεταβατικό αποσπάσματα και την κατάδοση και δε δεχόταν το μέτρο τού οπλισμού των κατοίκων.
Πολύ σύντομα αποφασίστηκε να οργανωθούν αντάρτικα σώματα από ντόπιους για να κρατήσουν τον αγώνα. Ένα από τα πρώτα πού σχηματίστηκε ήταν τού καπετάν Γιωργάκη. Η συγκρότηση έγινε από τον Κ. Μαζαράκη στο τσιφλίκι τού Ραχμή μπέη (Τούρκου από σημαίνουσα οικογένεια πού συνδεόταν με το Θεοδωρίδη και βοήθησε τούς Έλληνες) κοντά στη λίμνη των Γενιτσών. Το σώμα αυτό από 80 άνδρες κινήθηκε προς βορρά για την περιοχή του, αλλά στη Γουμέντσα περικυκλώθηκε από τουρκικό στρατό και διαλύθηκε. Το βιλαέτι τής Θεσσαλονίκης, απομονωμένο όπως ήταν από την Ελλάδα, με την παρεμβολή τής κοιλάδας των Γενιτσών πού την κατείχαν Τούρκοι γαιοκτήμονες αλλά και ή συμμορία τού Αποστόλη, παρουσίαζε δυσκολίες γιά την κίνηση και τον ανεφοδιασμό ελληνικών σωμάτων. Τα όπλα από την Αθήνα και τα σύνορα βράδυναν ή δεν έφταναν ποτέ. Με την έντεχνη μάλιστα χρησιμοποίηση των ρουμανιζόντων βλάχων τού Βερμίου, οι Βούλγαροι επιδιώκαν την αποκοπή και αυτής τής οδού ανεφοδιασμού.
Η εργασία στο Προξενείο συνδυαζόταν με περιοδείες στην ύπαιθρο γιά οργάνωση και πληροφορίες. Οι αξιωματικοί έβλεπαν εκείνους πού έρχονταν από το χωριά, ενημερώνονταν γιά την κατάσταση και έδιναν θάρρος και οδηγίες γιά την άμυνα. Η είσοδος στο Προξενείο γινόταν από ένα μικρό πορτάκι στην αυλή πού συγκοινωνούσε με τη Μητρόπολη. Έτσι, οι επισκέπτες διέφευγαν την προσοχή των Τούρκων φρουρών. 0ι άνθρωποι όμως πού έρχονταν στο Προξενείο ζητούσαν επίμονα τα μέσα για να αμυνθούν στή βουλγαρική πίεση. Σε λίγο άρχισε ή διανομή όπλων, περιστρόφων και μαχαιριών. 0ί αξιωματικοί τού Προξενείου δεν περιορίζονταν σε δουλειά γραφείου μόνο. Έκαναν συχνές περιοδείες, ό καθένας στην περιοχή ευθύνης του, γιά να γνωρίσουν τον τόπο και να έρθουν σε επαφή με τούς ντόπιους, να καταρτίσουν επιτροπές και κέντρα άμυνας, να επιθεωρήσουν σχολεία, να οργανώσουν και να φροντίσουν αντάρτικα σώματα και να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις σε νέες περιοχές πού είχαν σημασία γιά τον αγώνα.
Ιδιαίτερα ό Κ. Μαζαράκης περιόδευε συχνά και σε αρκετά εκτεταμένη περιοχή, συνήθως με την ιδιότητα τού εμπόρου και άλλοτε σαν επιθεωρητής σχολείων, φωτογράφος ή κυνηγός. Στή Νάουσα, όπου υπήρχε ανεπτυγμένη ελληνική κοινωνία, είχε συχνές συνεννοήσεις με εκείνους πού αποτελούσαν την τοπική επιτροπή. Διακρίνονταν ό ιατρός Περδικάρης με το Συνδίκα και το Θεοδωρίδη. Σε συνεργασία μαζί τους, ό Μαζαράκης όριζε πράκτορες και τροφοδότες για το σώματα και κανόνιζε τη μισθοδοσία τους, άλλοτε πάλι προσπάθησε να επιβάλει πειθαρχία στα σώματα, να συμβιβάσει και να λύσει διαφορές μεταξύ των αρχηγών (Λεωνίδα Τσώρη και Επαμεινώνδα). Στα Βοδενά μαζί με τον Φράγκο, διευθυντή σχολείων, το Χατζη-Νίκο και τον Παπασαβένα αναδιοργάνωσε την τοπική επιτροπή, επιθεώρησε στην περιοχή το σώμα τού Γιοβάνη από τη Σλήμνιτσα, φρόντισε γιά καταλύματα και στρατολόγησε συνδέσμους. Άλλη φορά πάλι πήγε στα Βοδενά να εγκαταστήσει το Μανώλη Κατσίγαρη, πού μόλις είχε φτάσει γιά αρχηγός σώματος. Χρειάστηκε να τον παρουσιάσει στο Δεσπότη, αλλά ό Κατσίγαρης δίσταζε• φοβόταν πώς θα τού δώσει χριστιανικές συμβουλές πού δε θα μπορούσε να κρατήσει. Όμως ό Βοδενών Στέφανος δέχτηκε το Μανώλη με καλωσύνη και τον παρότρυνε μάλιστα να συνεχίσει με μεγαλύτερη ορμή τον αγώνα. Την εποχή εκείνη ό Μαζαράκης γνωρίστηκε και με τον Νουρή μπέη, αστυνόμο τής περιοχής, πού μπήκε στή μισθοδοσία τού προξενείου και πολύ βοήθησε τον αγώνα. Στο Βλάδοβο και το Μεσημέρι, δύο μικτά (πατριαρχικά - εξαρχικά) χωριά με μεγάλη σημασία γιά την περιοχή πάνω στη διάβαση από το Βέρμιο στην Καρατζόβα, οργάνωσε τα εκεί κέντρα με το Δήμο Μπακιρτζή, το Μήτση., το Μπάπκα, τον Τάση Κάρτα, τον Κίτσο Μπούδα, τον Παπαχρήστο και τον Παπαστογιάννη και συντόνισε τις ενέργειες των διαφόρων ομάδων από τις γύρω περιοχές. 0 Μαζαράκης περιόδευσε ως το Μοναστήρι, Μεγάροβο, Πισοδέρι και Φλώρινα. Στο Μοναστήρι τον Οκτώβριο και πάλι στο τέλος Νοεμβρίου, με τη βοήθεια των μελών τής τοπικής επιτροπής, Νάλλη, Δημητριάδη, Ματσάλη και Δούμα, εξέτασε τη δυνατότητα για την επέκταση τού αγώνα στο Μορίχοβο, βορειοανατολικά από το Μοναστήρι, περιοχή σλαβόφωνη πού διακρινόταν όμως γιά την ελληνικότητα των φρονημάτων της με κέντρο τη Γραδέσνιτσα. Στή Φλώρινα, όταν επέστρεφε, ένας Τούρκος αξιωματικός, πού τον είδε με τη φωτογραφική μηχανή, παρέταξε το τάγμα του έξω από το στρατώνα, παρουσίασε όπλα και φωτογραφήθηκε. Μία άλλη περιοδεία έκανε τις τελευταίες μέρες τού Δεκεμβρίου, με χιόνια, σαν κυνηγός μαζί με το Βαγγέλη Παπαζαχαρία από το Σωχό, στή Μονή Σφηνίτσας κοντά στις εκβολές τού Αλιάκμονα, για να εγκαταστήσει εκεί αποθήκη όπλων και πολεμοφοδίων.
Με τον καιρό είχαν αρχίσει να φτάνουν ή να οργανώνονται ένοπλα σώματα στην περιοχή. Ένα με το Λεωνίδα Τσώρη, παλιό αντάρτη τού 1897, από 18 άνδρες, και τον Επαμεινώνδα με 20, εγκαταστάθηκε στην περιοχή Νάουσα - Βοδενά. Άλλο σώμα με το Γιοβάνη (Ιωάννη Φιστόπουλο) από τη Σλήμνιτσα με 3Ο άνδρες στην περιοχή Βλάδοβο - Τέχοβο - Μπάχοβο και άλλο με το Μανώλη Κατσίγαρη και τον Παπαμαλέκο από 10 Κρητικού ς στην Μπογδάντσα. Ακόμη, συγκροτήθηκαν τότε και μικρά σώματα εντοπίων με τον Αυγέρο στην Όσσιανη - Γουμέντσα, το Γιοβάνη στη Λιούμνιτσα - Ράδινα και το Μιχάλη στην περιοχή Λαγκαδά - Κιλκίς - Δοϊράνη. Η κατάσταση όμως στη Μακεδονία δεν ήταν δυνατό να μεταβληθεί μόνο με τα σώματα, ντόπια και από την Ελλάδα. • Η βουλγαρική οργάνωση έπρεπε να εξαρθρωθεί μέσα σε κάθε χωριό και έπρεπε να κατακτηθεί «το των ψυχών έδαφος», όπως έγραφε ό Κορομηλάς σε μία αναφορά του προς το Υπουργείο Εξωτερικών.
Επιβάλλεται να τονισθεί ιδιαίτερα ή συμβολή στόν αγώνα των εντοπίων σε όλη τη Μακεδονία, εκτός από εκείνους πού ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω, πρέπει να σημειωθούν κατηγορίες ατόμων ή ομάδων πού πολλά πρόσφεραν στόν αγώνα. Οι σιδηροδρομικοί μυήθηκαν από πολύ νωρίς και σ’ αυτούς οφείλεται ή μεταφορά μεγάλου αριθμού όπλων και πολεμοφοδίων για το σώματα. Αρκεί να σημειώσουμε τον Παρίσση, σταθμάρχη Βοδενών, και το Θεοδωρίδη στο Βερτεκόπ. Επίσης τα περισσότερα μοναστήρια χρησίμευσαν για κρυσφύγετα σωμάτων, περίθαλψη τραυματιών και αποθήκευση οπλισμού και πυρομαχικών, πολλά κτήματα, όπως τού Ζάννα στην Παλατίτσα με τον Παπαγεωργίου και το Μάλτο, τού Χαρίση στο Κιλινδίρ, αλλά και τσιφλίκια, όπως τού Ραχμή μπέη στα Γενιτσά, τού Χαλίλ μπέη στά Καβάσιλα και άλλων Τούρκων πού συνδέονταν στενό με Έλληνες, έγιναν πέρασμα σωμάτων, εξάλλου οι σχέσεις τού Ζάννα, τού Θεοδωρίδη τού Περδικάρη και άλλων Ελλήνων με σημαίνοντες Τούρκους, αλλά και ή δωροδοκία πολλών αστυνομικών διευκόλυνε τις μετακινήσεις ανδρών και σωμάτων. Ακόμα το σύστημα τού ταχυδρομείου με κέντρο το σπίτι τού Ζάννα, το σιδηροδρομικό σταθμό και τα ατμόπλοια, εξασφάλιζε τη μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων από πράκτορες στην ύπαιθρο, όπως ό γιατρός Αντωνάκης στο Ρουμλούκι.
Η οργάνωση μέσα στην πόλη τής Θεσσαλονίκης οφείλεται κυρίως σε έναν αξιωματικό, τον Αθ. Σουλιώτη (Νικολαϊδη). Από το 1905 είχε ζητήσει από τον Κορομηλά να υπηρετήσει στο Προξενείο, αλλά ήδη είχαν καλυφθεί οι ανάγκες. Το 1906 όμως παρουσιάστηκε μια νέα μορφή εργασίας πληροφοριών και δράσεως μέσα στή Θεσσαλονίκη, ανεξάρτητα από το Προξενείο φαινομενικά, αλλά με τη βοήθεια και τις οδηγίες του στην πραγματικότητα. Ό Σουλιώτης έφτασε στή Θεσσαλονίκη το Μάρτιο τού 1906, ως αντιπρόσωπος γερμανικού οίκου ραπτομηχανών, και άνοιξε κατάστημα, μένοντας σε συνοικία εξαρχικών. Είχε ήδη μάθει μερικά τούρκικα, λίγα βουλγάρικα και λίγα βλάχικα. Μία πυρκαγιά όμως κατάστρεψε το μαγαζί του. Τότε πέτυχε να γίνει αντιπρόσωπος μιας ασφαλιστικής εταιρίας και άρχισε τη συγκρότηση μιας μυστικής οργανώσεως.
Οι βάσεις τής οργανώσεως τέθηκαν το καλοκαίρι τού 1906. 0 Σουλιώτης εργαζόταν με το όνομα Νικολαΐδης ως διευθυντής τής ασφαλιστικής εταιρίας «Αμοιβαίας». Η οργάνωση περιλάμβανε νέους και δραστήριους ανθρώπους πού ήταν διαρθρωμένοι αρχικά κατά περιοχές στην πόλη και αργότερα κατά κλάδους. Με το Νικολαΐδη έρχονταν σε επαφή και τον γνώριζαν μόνο οι επικεφαλής των τομέων, όπως ό Μαργαρόπουλος, ιατρός, ό Εμίρης, πράκτορας ατμοπλοίων, ό Μάλτος, ιατρός, ό Παπαγεωργίου, ό Τουρνιβούκας και ό Ζάχος. Είχε αρχίσει ένας οικονομικός πόλεμος. Σε κάθε εργασία απαγορευόταν ή πρόσληψη εξαρχικών, πού ως τότε τούς προτιμούσαν γιά το φθηνότερο ημερομίσθιο, και άρχισαν να υποστηρίζονται οι ελληνικές επιχειρήσεις με δάνεια και παροχές. Οι Έλληνες έφτασαν να μην πουλάνε ασβέστη σε κτίστες εξαρχικούς και γενικότερα μποϋκοτάριζαν κάθε επιχείρηση βουλγαρική. Παράλληλα, οργανώθηκε υπηρεσία πληροφοριών πού παρακολουθούσε τις βουλγαρικές ενέργειες και εισέπραπε μηνιαίες εισφορές. Ακόμα, καταρτίστηκε σώμα εκτελεστικό για την επιβολή των αποφάσεων τής Οργανώσεως και την τιμωρία εκείνων πού διέπρατταν κακουργήματα κατά των Ελλήνων. Όλα αυτά ανύψωναν το φρόνημα των Ελλήνων, ενώ μείωναν εκείνο των Βουλγάρων. Ο σκοπός τής Οργανώσεως ήταν ή ενίσχυση των πάσης φύσεως εθνικών δυνάμεων, ώστε να γίνει δύσκολη ή ζωή γιά τούς εξαρχικούς και να σταματήσει ό βουλγαρικός εποικισμός τής Θεσσαλονίκης. Η οργάνωση τον περισσότερο καιρό ασκούσε την προπαγάνδα της με ειρηνικά μέσα. Τύπωνε και μοίραζε φυλλάδια, όπως οι «Προφητείες τού Μεγάλου Αλεξάνδρου», προσαρμοσμένο για την περίσταση και σε βουλγαρική γλώσσα• αργότερα, το 1908, τη «Μεγάλη Ιδέα» και άλλα. Αποτέλεσμα αυτού τού οικονομικού πολέμου ήταν ή επιστροφή πολλών εξαρχικών στο Πατριαρχείο, και πολλοί περισσότεροι θα γύριζαν αν δεν φοβόνταν αντίποινα των Βουλγάρων.
Γιά πολιτικούς κυρίως λόγους αλλά και για πρακτικούς λόγους ή ελληνική κυβέρνηση είχε αφήσει τη διεύθυνση τού αγώνα τής δυτικής Μακεδονίας στο χέρια τής Μακεδονικής Οργανώσεως των Αθηνών, πού είχε ιδρύσει ό Καλαποθάκης (διευθυντής τού «Εμπρός»), με τη βοήθεια τού Καρτάλη (βουλευτή Λάρισας). Όπως φαίνεται από το προξενικά έγγραφα με το Υπουργείο Εξωτερικών, ή ελληνική κυβέρνηση αν και δεν ήταν ικανοποιημένη από τον τρόπο ενεργείας, όμως υποστήριζε με σημαντικά χρηματικά ποσά και οπλισμό την προσπάθεια. Υπήρχε κάποια μορφή προστριβής, αλλά συγχρόνως αναγνωριζόταν όπως ή πρωτοβουλία τής οργανώσεως και αποστολής σωμάτων στη Μακεδονία είχε προηγηθεί από την απόφαση τής κυβερνήσεως. Εξάλλου συνέφερε πάντα την κυβέρνηση, το κίνημα στη Μακεδονία να παρουσιάζεται στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις ως ενέργεια πού δεν προερχόταν από αυτή την ίδια.
Με το διαχωρισμό τού ελέγχου των επιχειρήσεων στις δύο περιοχές τής Μακεδονίας (βιλαέτι Θεσσαλονίκης και βιλαέτι Μοναστηρίου), ό Κορομηλάς δεν ήταν διόλου ικανοποιημένος, γιατί έλειπε ό συντονισμός• Θα ήθελε να έχει τη γενική διεύθυνση και τον έλεγχο σε όλη τη Μακεδονία. Πίστευε ακόμη πώς έπρεπε να επεκταθεί και στή δυτική Μακεδονία ή οργάνωση τού αγώνα με αξιωματικούς τού Προξενείου, όπως είχε ήδη γίνει στή Θεσσαλονίκη. Γιά το σκοπό αυτό μάλιστα έστειλε τον Κ. Μαζαράκη στο Μοναστήρι. Στις αρχές τού 1905 ό Μαζαράκης με οδηγίες τού Κορομηλά έφτασε στην Αθήνα να συζητήσει το θέμα. Το Υπουργείο Εξωτερικών και ό Διάδοχος ευνοούσαν την πρόταση, αν και ό Θεοτόκης δίσταζε. Ο Καλαποθάκης όμως επέμενε να διευθύνει τον αγώνα από την Αθήνα. Τέλος ό Μαζαράκης κατόρθωσε να επιτύχει μια μέση λύση. Η Μακεδονική Οργάνωση τής Αθήνας θα εξακολουθούσε να στέλνει σώματα στις περιοχές Καστοριάς και Μοναστηρίου, οι επιχειρήσεις όμως θα κατευθύνονταν από το Προξενείο Μοναστηρίου, όπου τότε τοποθετήθηκαν αξιωματικοί. Συντονισμός θα γινόταν με τη Θεσσαλονίκη, κάθε φορά πού θα παρουσιαζόταν ανάγκη. Η συμφωνία αυτή εφαρμόσθηκε αρκετά καλά, αλλά τον επόμενο χρόνο ό Κορομηλάς πέτυχε σταδιακά καλύτερο έλεγχο και τέλος, όταν το 1906 αποσύρθηκε ό Καλαποθάκης, ό συντονισμός ολοκληρώθηκε οριστικά. Αργότερα, με τις παραστάσεις των Τούρκων ό Κορομηλάς ανακλήθηκε από τη Θεσσαλονίκη, αλλά διορίστηκε επιθεωρητής όλων των Προξενείων τής Μακεδονίας και με τον τρόπο αυτό διατήρησε την επαφή ως το Σεπτέμβριο τού 1907, πού τοποθετήθηκε Πρεσβευτής στην Αμερική. Αυτή ή χειρονομία τής ελληνικής κυβερνήσεως προς την Τουρκία δεν κόστιζε τίποτα πια. Στην πραγματικότητα ό Κορομηλάς είχε ολοκληρώσει το έργο του και ή ελληνική οργάνωση δε χρειαζόταν απαραίτητα τη δική του παρουσία.

Πηγή: Ι. Κ. Μαζαράκης, ‘’Ο Μακεδονικός Αγώνας’’, Εκδόσεις Δωδώνη.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com