Η Οργάνωσις του Ελληνισμού εις την Κεντρικήν Μακεδονίαν

Η αυτή οργανωτική κίνησις παρουσιάσθη και εις την Κεντρικήν Μακεδονίαν, την περιλαμβανομένην εις την δικαιοδοσίαν τού Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης. 0 επικεφαλής τού Προξενείου Νικόλαος Ευγενειάδης ήτο υπέρμαχος τής Ελληνοτουρκικής φιλίας και είχε την εντύπωσιν, ότι οι εντόπιοι Έλληνες Μακεδόνες δεν ήσαν εις θέσιν να οργανωθούν και να αντιτάξουν αποτελεσματικήν άμυναν κατά των βουλγαρικών κομιτάτων. Αυτός επίστευεν, ότι μόνον διά τής υποβοηθήσεως τού καταδιωκτικού έργου των Τουρκικών στρατευμάτων θα διεσώζετο ό Μακεδονικός Ελληνισμός. Ως εκ τούτου, διά των εκθέσεών του απέτρεπε την Ελληνικήν Κυβέρνησιν από την σκέψιν τής αμυντικής οργανώσεως
τού Μακεδονικού Ελληνισμού και ουδεμίαν συναφή κίνησιν των εντοπίων Μακεδόνων ενίσχυε. Παρ’ όλα αυτά οι Έλληνες τής Κεντρικής Μακεδονίας, πεισθέντες ότι μόνον διά των ιδίων των δυνάμεων θα αντιμετώπιζαν τας Βουλγαρικάς διώξεις, έσπευσαν και αυτοί να οργανωθούν. Ή τάσις προς οργάνωσιν επεξετάθη μέχρι και των βορείων περιοχών τής Γευγελής και τής Στρωμνίτσης.
Εις την περιφέρειαν τής Γευγελής, οι Έλληνες εδοκίμασαν με όλους τους τρόπους τούς κατατρεγμούς τού βουλγαρικού κομιτάτου και κατά τα έτη 1901—1904, οι δολοφονηθέντες Έλληνες υπερέβησαν τούς 140. Επικεφαλής των εθνικών αυτών μαρτύρων ευρίσκετο η διδασκάλισσα Αικατερίνη Χατζηγεωργίου, ή οποία κατόπιν τετραώρου μάχης εκάη ζώσα την 14ην Οκτωβρίου 1904. Το περιστατικόν έλαβε χώραν εις το χωρίον Γκρήτσιστα τής Γευγελής, μετ’ άλλων πέντε συγκατοίκων της, μη υπακούσασα εις τας προτροπάς τού Κομιτάτου να απομακρυνθή εκ τής θέσεώς της.
Οι Έλληνες τής Γευγελής, ευρεθέντες ενώπιον παρομοίων διώξεων και κακουργημάτων, συνεκρότησαν κατά το 1902 την «Φιλικήν Εταιρείαν» και διά να αποφύγουν την καταδίωξιν των Τουρκικών Αρχών, εκάλυψαν αυτήν από τον ψευδή τίτλον τής «Φιλοπτώχου Αδελφότητος». Δημιουργός τής Φιλικής
αυτής Εταιρείας υπήρξεν ό Χρήστος Δέλλιου ή Ζαχαροπλάστης, ό οποίος και συνεκρότησε το πρώτον διοικητικόν Συμβούλιον μετά των Αθανασίου Αρβανίτη, Γεωργίου Τσουλάκη, Χαρίτωνος Χατζηζαφειρίου και Βασιλείου Σιωνίδου, Μετά την συγκρότησιν ήρχισε διά των ιδίων των μέσων η οργάνωσις τής αμύνης, δι’ αγοράς δε περιστρόφων εξωπλίσθησαν θαρραλέοι νέοι τής Γευγελής, οι οποίοι και απετέλεσαν την πρώτην εκτελεστικήν ομάδα τής οργανώσεως.
Εις την Στρώμνιτσαν με επικεφαλής τον Μητροπολίτην Γρηγόριον, ή Ελληνική κοινότης αντιμετώπισεν επιτυχώς την προπαγανδιστικήν εκστρατείαν τής Εξαρχίας και εματαίωσε τας προσπαθείας αυτής διά την ανέγερσιν μεγαλοπρεπούς βουλγαρικής εκκλησίας. Η πρώτη δε ένοπλος Ελληνική αντίδρασις
προήλθεν από τον Βσίλειον Ζωγράφον, τον επονομασθέντα Ντελή Βασίλη, ό οποίος προέβη δημοσίως εις δολοφονικήν απόπειραν κατ’ αυτού τούτου του Βουλγάρου Επισκόπου, Γερασίμου, την 2Οην Μαρτίου 1904. Εις αντίποινα οι Βούλγαροι εδολοφόνησαν τον Έλληνα πρόκριτον Χαρίτωνα Λιώτην, την 17ην Απριλίου 1904. Οι Έλληνες όμως αντέδρασαν αμέσως και με πρωτοβουλίαν του ενθουσιώδους πατριώτου Νικολάου Αγγειοπλάστου, κατηρτίσθη ό πρώτος πυρήν εθνικής μυστικής οργανώσεως και συνεκροτήθη ομάς αντιποίνων, εξωπλισμένη διά μαχαιρών.
Εις τας νοτιωτέρας περιοχάς τής Κεντρικής Μακεδονίας παρουσιάσθη ή αυτή οργανωτική κίνησις. Εις την Γουμένισσαν εδέσποζεν ή ηρωική μορφή του Ιατρού Αγγέλου Σακελαρίου. Είχεν ως βοηθούς τούς Χρήστου Πίψον, διδάσκαλον Ιωάννην Βούζαν και τούς Δημήτριον Παπαρέντζην, Χατζηγεώργιον Σαμαράν, Δημήτριον Μαλέγκον, Γεώργιον Πέτσην, Αθανάσιον Τσιμερίκα, Χρήστον Ρασίδην, Ιωάννην Ίντζον και άλλους.
Εις τα Γιαννιτσά την επιτροπήν αμύνης απετέλουν ό ιερεύς Παπαδημήτρης Οικονόμου και οι Αντώνιος Κσσάπης και Διδασκάλου Χρήστος. Εις τα Βοδενά (Έδεσσα) ή πρώτη Ελληνική αντίδρασις παρουσιάσθη τον Φεβρουάριον 1901, όταν οι Βούλγαροι απεπειράθησαν να ανατινάξουν εργοστάσον υφαντουργίας. Αντιμετωπίσθησαν τότε ενόπλως υπό των εργατών τού υφαντουργείου, με επικεφαλής τούς εργοστασιάρχας αδελφούς Ηρακλήν και Λυσίμαχον Χατζηδημούλαν. Ακολούθως ή Ελληνική αντίδρασις εξεδηλώθη έντονος, με πυρήνα τον ηρωικόν ιερέα Παπαιωάννην Σιβένα και τους εφοροδημογέροντας Αντώνιον Βασδάρην, Βασίλειον Νόϊτσην, Γρηγόριον Νόϊτσην, Γρηγόριον Νούσκα, Γεώργιον Βακάλη, Χρήστον Πέϊον, Χρήστον Περτσεμλήν, Νικόλαον Χατζητάσκον. Εις την περιοχήν Βοδενών υπήρχον και δύο σημαντικά προπύργια τού Ελληνικού, τα χωριά Μεσημέριον και Βλάδοβον (Άγρα).
Εις την Νάουσαν την Ελληνικήν αντίδρασιν κατηύθυνον οι πρόκριτοι Τζων Περδικάρης, Ζαφειράκης Λόγγος, Συνδίκας, Δημητριάδης και θεολόγης. Εις την Βέροιαν οι Αναστάσιος Μανωλάκης, Κορεκοστής Μερκούριος, Αντώνιος Τσικριδάνος, Παπαδονιός, Φουντούκας και Αμνιώτης.
Εις την θεσσαλονίκην συνεκροτήθη την Άνοιξιν τού 1903 μυστικόν Ελληνικόν Αμυντικόν Κομιτάτον, παρά την αντίθετον γνώμην τού Προξένου Ευγενειάδου. Η ίδρυσις τού κομιτάτου ενεκρίθη και από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν. Την πρωτοβουλίαν διά την συγκρότησιν τούτου είχον μερικοί εκ των διαπρεπών Ελλήνων τής πόλεως, μεταξύ των οποίων διεκρίνοντο οι Αργύριος Ζάχος, Δημήτριος Μαργαρόπουλος, Ιωάννης Εμίρης, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Κωνσταντίνος Τουρνιβούκας, Κωνσταντίνος Μάλτος, Μιχαήλ Βέτης, Δημήτριος Μπλάτσης, Συμεών Σιμώτας, Στέφανος Τάτσης, Κωνσταντίνος Γεωργιάδης, Δημήτριος Σαχίνης, Γεώργιος Μόσχου και Γεώργιος Κόρτσης. Η οργάνωσις εκάλυπτε τας ενεργείας της υπό την Ελληνικήν Φιλόπτωχον αδελφότητα τής Θεσσαλονίκης. Μία από τας αξιοσημειώτους ενεργείας της υπήρξεν ή τεραστία διαδήλωσις τής 2Οης Ιανουαρίου 1904, με σκοπόν την διακήρυξιν των Ελληνικών δικαίων επί τής Μακεδονίας. Ή διαδήλωσις υπήρξε μεγαλειώδης, παρ’ όλην δε την τρομοκρατίαν των Τουρκικών Αρχών και τας αντιδράσεις τού Ελληνικού Προξενείου, συμμετέσχεν εις αυτήν πλήθος από εξ και πλέον χιλιάδας Έλληνας, πολλοί των οποίων είχον προσέλθει φέροντες περίστροφα προς προστασίαν τής διαδηλώσεως. Μετ’ ολίγον μέλος της οργανώσεως αυτής (ό Αλέξανδρος Άϊβαλιώτης) έρριπτε και τας πρώτας αντιδραστικάς βολάς τής οργανώσεως, φονεύσας διά περιστρόφου δημοσίως τον Βούλγαρον Εξαρχικόν αντιπρόσωπον Παπασταμάτην.

Πηγή: Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, έκδ. ΓΕΣ, 1979.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com