ΑΘΗΝΑ

Ο μύθος
Το αρχικό όνομα της Αθήνας ήταν Ακτή ή Ακτική και το είχε πάρει από τον πρώτο της βασιλιά, Ακταίο. Το δεύτερο όνομά της, Κεκροπία, είχε προέλθει από τον βασιλιά Κέκροπα, ο οποίος διαδέχθηκε τον Ακταίο, αφού παντρεύτηκε την κόρη του. Σύμφωνα με τον μύθο, το κάτω μέρος του σώματος του ήταν το ίδιο, με αυτό του δράκοντα. Κατά την διάρκεια των χρόνων της βασιλείας του, η θεά Αθηνά και ο Ποσειδών συναγωνίσθηκαν για την προστασία της πόλεως, προσφέροντας δώρα. Ο Ποσειδών κτύπησε με την τρίαινα του πάνω στον βράχο της Ακροπόλεως και ανέβλυσε μια πηγή με αλμυρό νερό. Από το χτύπημα (τα τρία σημάδια μπορεί να τα δει κανείς πίσω από το Ερέχθειον..) ξεπήδησε και το πρώτο άλογο έτοιμο να υπηρετήσει τον άνθρωπο, ενώ η Αθηνά πρόσφερε ένα δένδρο ελιάς. Ο μύθος αναφέρει, ότι όλοι οι άνδρες της Αθήνας ψήφισαν για το δώρο του Ποσειδώνα και όλες οι γυναίκες για το δώρο της Αθηνάς και επειδή ήταν μια γυναίκα παραπάνω από τους άνδρες, η θεά Αθηνά προτιμήθηκε και από αυτήν, η πόλη πήρε το όνομα της.
Για να προστατεύσει την πόλη από τους πειρατές της Καρίας από την θάλασσα και τους Βοιωτούς από την ξηρά, ο Κέκρωψ διένειμε την Αττική σε δώδεκα περιοχές, για να διαχειρίζεται καλύτερα τον πληθυσμό: Αφίδναι, Βραυρώνα, Δεκέλεια, Επάκρια, Ελευσίνα, Κεκροπία, Κηφισία, Κυθαιρός, Φάληρο, Σφαιττός, Τετράπολις, Θορικός.
Έδωσε επίσης εντολή, ο καθένας να ρίξει από μία πέτρα και μετρώντας αργότερα όλες τις πέτρες, βρέθηκαν είκοσι χιλιάδες κάτοικοι.
Ο Κέκρωψ εισήγαγε την λατρεία του Διός και τις προσφορές εδεσμάτων (πελανοί) στις τελετές, αντί για ανθρωποθυσίες. Ο τάφος του στην Ακρόπολη διετηρείτο μέχρι και τον τέταρτο αιώνα π.Χ.
Όταν ένας εχθρικός στρατός πολιόρκησε την Αθήνα, οι Αθηναίοι ζήτησαν την συμβουλή του μαντείου των Δελφών, το οποίο τους έδωσε τον χρησμό, ότι για να σωθεί η πόλη, ένας Αθηναίος έπρεπε να θυσιαστεί με την θέληση του. Όταν η κόρη του Κέκρωπος, Άγραυλος, έμαθε για τον χρησμό, ανέβηκε στην Ακρόπολη και πέφτοντας σκοτώθηκε. Οι Αθηναίοι για να την τιμήσουν, έκτισαν ένα ναό στην Ακρόπολη και κάθε χρόνο εόρταζαν τα Αγραύλεια.
Σύμφωνα με έναν άλλο μύθο, η θεά Αθηνά εμπιστεύθηκε ένα κουτί στην Άγραυλο ή Άγλαυρο, την ίδια κόρη του βασιλιά Κέκροπα, και στις δύο αδελφές της, Έρση και Πάνδροσο, με την οδηγία να μην το ανοίξουν. Η Πάνδροσος, η μικρότερη, υπάκουσε, αλλά η Άγραυλος και η Έρση το άνοιξαν και είδαν ένα ερπετό με την μορφή παιδιού ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ένα φίδι περιτυλιγμένο γύρω από το μωρό Εριχθόνιο, το οποίο βγήκε έξω και αναρριχήθηκε στην ασπίδα της Αθηνάς. Οι κοπέλες τρομαγμένες από αυτό που είδαν, έπεσαν από την Ακρόπολη και σκοτώθηκαν.
Τον Κέκροπα διαδέχθηκε ο γιος του, Ερυσίχθων, ο οποίος δεν είχε παιδιά και αυτόν ο Κραναός. Μια από τις θυγατέρες του Κραναού, ονομαζόταν Ατθίς και από το όνομα της, ολόκληρη η περιοχή ονομάσθηκε Αττική.
Ο Κραναός εκθρονίσθηκε από τον Αμφικτύωνα, ο οποίος εν συνεχεία εξορίστηκε από τον Εριχθόνιο, γιο του Ήφαιστου και της Γης.
Ο μύθος τον παριστάνει σαν μισό άνθρωπο και μισό ερπετό. Ανέβηκε στον θρόνο γύρω στα 1500 π.Χ. και εδραίωσε μια ισχυρή δυναστεία, από την οποία προήλθαν οι ήρωες Πανδίων, Ερεχθεύς, Αιγέας, Θησέας. Ο Εριχθόνιος τοποθέτησε στην Ακρόπολη το ξύλινο άγαλμα της Αθηνάς και εισήγαγε την εορτή, τα Αθήναια. Ήταν ο εφευρέτης των αρμάτων με τις τέσσαρες ρόδες και ο πρώτος που χρησιμοποίησε την εκτροφή αλόγων. Παντρεύτηκε την νύμφη Πασιθέα και απέκτησε ένα γιο, τον Πανδίονα. Ο Πανδίων παντρεύτηκε την νύμφη Ζευξίππη και απέκτησε δίδυμους γιους, τον Ερεχθέα και Βάτη και δύο κόρες, την Πρόκνη και την Φιλομήλα.
Τον Πανδίονα διαδέχθηκε ο Ερεχθεύς. Όταν ο Ερεχθεύς ήταν σε πόλεμο με τους Ελευσίνιους και Θράκες, υπό την αρχηγία του Εύμολπου, έλαβε χρησμό από τους Δελφούς, ότι για να νικήσει θα έπρεπε να θυσιάσει τις τρεις από τις έξι θυγατέρες του. Όταν οι κοπέλες με την θέληση τους συναίνεσαν, ο Ερεχθεύς τις θυσίασε. Μετά την θυσία, πήγε στην μάχη με αυτοπεποίθηση και εξολόθρευσε τον εχθρό του. Όταν οι Ελευσίνιοι νικήθηκαν, ο Ποσειδών στον θυμό του κατέστρεψε το σπίτι του Ερεχθέως, ο οποίος πιθανόν σκοτώθηκε στην μάχη.
Τον Ερεχθέα διαδέχθηκε ο γιος του, Κέκρωψ ΙΙ και αυτόν, ο γιος του Πανδίων ΙΙ, ο οποίος είχε τέσσαρες γιους, τον Αιγέα, Πάλλαδα, Νίσο και Λύκο.
Ο Θησέας
? 1300 π.Χ.
Ο Θησέας ήταν γιος του βασιλιά της Αθήνας, Αιγέα και της Αίθρας. Ανετράφη από τον παππού του, τον Πιτθέα της Τροιζηνίας, και σε ηλικία δεκαέξι ετών, αφιέρωσε τους βοστρύχους των μαλλιών του στον Δήλιο Απόλλωνα. Ο ηλικιωμένος πατέρας του δεν είχε αποκτήσει παιδιά και όταν συμβουλεύτηκε το μαντείο των Δελφών, έλαβε ένα ακατανόητο χρησμό και για να το εξηγήσει, επισκέφθηκε τον Πιτθέα, βασιλιά της Τροιζηνίας, φημισμένο για την σοφία του. Ο Πιτθέας, αφού τον μέθυσε τον έβαλε να κοιμηθεί με την κόρη του Αίθρα, η οποία έμεινε έγκυος. Όταν ο Αιγέας έφυγε, άφησε πίσω το ξίφος του και ένα ζευγάρι σανδάλια, κάτω από ένα βράχο και είπε στην Αίθρα, αν το παιδί είναι αγόρι και γίνει έφηβος, να σηκώσει τον βράχο και αφού πάρει το ξίφος και τα σανδάλια, να έλθει στην Αθήνα.
Όταν ο Θησέας έγινε δεκαέξι χρόνων, η μητέρα του τον οδήγησε στον βράχο, τον οποίο σήκωσε με ευκολία και αφού πήρε τα δώρα του πατέρα του, ξεκίνησε για να τον βρει. Στο ταξίδι του για την Αθήνα, είχε μια σειρά από περιπέτειες, οι οποίες ήταν όλες νικηφόρες. Όταν ο Θησέας έφθασε στην Αθήνα, η Μήδεια, η γυναίκα του Αιγέα, υποψιαζόμενη ποιος ήταν, έπεισε τον Αιγέα να τον προσκαλέσει σε δείπνο, με σκοπό να τον δηλητηριάσει. Ο πατέρας του όμως τον αναγνώρισε εγκαίρως, από το ξίφος που είχε μαζί του και εξόρισε την Μήδεια και τον γιο της, στην Ασία.
Ο Θησέας ήταν ο πρώτος κοινωνικός μεταρρυθμιστής της Αθήνας. Στα χρόνια του, η Αττική αποτελείτο από δώδεκα πόλεις, που η κάθε μία είχε τον δικό της κυβερνήτη, και οι οποίες συχνά βρισκόταν σε διαμάχη μεταξύ τους. Ο Θησέας ένωσε τις πόλεις (συνοικισμός) και μετ' ονόμασε την πόλη της Αθήνας, Αθήναι, για να σημαίνει την ένωση των δώδεκα πόλεων. Για να εορτάσει αυτό το γεγονός, καθιέρωσε την εορτή της ενώσεως των φυλών (συνοικία ή μετοίκια) και τα Αθήναια, την εορτή που είχε καθιερώσει ο Εριχθόνιος, την μετ' ονόμασε Παναθήναια, ένας εορτασμός για την καινούργια Αθήνα.
Διένειμε τον πληθυσμό σε τρεις τάξεις: τους Ευπατρίδες, Γεώμορους και Δημιουργούς. Οι Ευπατρίδες ήταν οι πλούσιοι και μορφωμένοι άνθρωποι, οι κυβερνήτες, στρατηγοί, ιερείς, κλπ. Οι Γεώμοροι ήταν οι αγρότες και οι Δημιουργοί, οι τεχνίτες. Και οι τρεις τάξεις είχαν τα ίδια δικαιώματα. Έκοψε νομίσματα, με την εικόνα ενός ταύρου χαραγμένη πάνω τους, τα ονομαζόμενα δεκάβοια ή εκατόβοια, έχοντας την αξία δέκα ή εκατό βοδιών.
Ο Θησέας πήρε επίσης μέρος και στην Αργοναυτική εκστρατεία και πολέμησε με τον Ηρακλή εναντίον των Αμαζόνων. Μεγάλωσε την περιοχή της Αθήνας, καταλαμβάνοντας τα Μέγαρα και έφθασε μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου, όπου και καθιέρωσε τις γιορτές, τα Ίσθμια.
Ο Μενεσθέας, ο αντίπαλος του Θησέα, βρήκε την ευκαιρία να καταστρέψει την δημοτικότητα του με τον λαό, όταν ο Θησέας έλλειπε από την Αττική, για να βοηθήσει τον φίλο του Πειρίθο. Τον ίδιο καιρό, ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης εισέβαλλαν στην Αττική, με σκοπό να ελευθερώσουν την αδελφή τους Ελένη, την οποία ο Θησέας είχε απαγάγει από την Σπάρτη. Ένας φίλος του Μενεσθέα, ο Ακάδημος, ο οποίος είχε κήπους εκεί που αργότερα δημιουργήθηκε η Ακαδημία, είχε φανερώσει στους Διόσκουρους, το μέρος που ο Θησέας την είχε κρύψει, στις Αφιδνές. Μαζί με τους Διόσκουρους πολέμησε εναντίον των Αθηναίων και ο στρατηγός Μάραθος, από την Αρκαδία. Η τοποθεσία που σκοτώθηκε σε μάχη, ονομάσθηκε Μαραθών. Όταν ο Θησέας επέστρεψε, κατάλαβε ότι ο λαός δεν ήταν διατεθειμένος πλέον να τον ακούσει και να τον τιμήσει και έτσι, άφησε τους γιους του υπό την προστασία του Ελεφένωρα στην Εύβοια και έφυγε για το νησί της Σκύρου.
Ο Θησέας δολοφονήθηκε ύπουλα από τον φίλο του, βασιλιά της Σκύρου, Λυκομήδη, ο οποίος τον έριξε από ένα απόκρημνο βράχο. Τα λείψανα του μεταφέρθηκαν από τον Κίμωνα το 475 π.Χ., από την Σκύρο στην Αθήνα και ετάφησαν στο νότιο δυτικό τμήμα της Αγοράς. Πλησίον του, δύο θάλαμοι διακοσμημένοι από τους ζωγράφους Μήκωνα και Πολύγνωτο, χρησιμοποιούντο για να δειπνούν προς τιμήν του. Ο Δωρικός ρυθμός ναός του Ηφαίστου και της Αθηνάς Εργάνης ή Θησείο, το οποίο ευρίσκεται στο δυτικό μέρος της Αγοράς, στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού, κτισμένο από τον αρχιτέκτονα Ικτίνο πριν από τον Παρθενώνα (449-440 π.Χ.), απεικονίζει τα κατορθώματα του Θησέα, στις μετόπες και το διάζωμα.
Ο Μενεσθέας αργότερα έγινε διοικητής των Αθηναϊκών στρατευμάτων, στην Τροία. Αν και γύρισε σώος από τον πόλεμο, ο Μενεσθέας δεν επέστρεψε στην Αθήνα και οι Αθηναίοι έφεραν πίσω τους γιους του Θησέα, Δημοφόωνα, Οξυνία, Αφείδα και Θυμαέτη, οι οποίοι κυβέρνησαν την Αθήνα διαδοχικά για τα επόμενα εξήντα χρόνια.
Όταν οι Δωριείς εισέβαλλαν στην Πελοπόννησο, εξανάγκασαν τον Μέλανθο και την οικογένεια των Νηλείδων από την Πύλο, να εγκαταλείψουν το βασίλειο τους και να βρουν καταφύγιο στην Αθήνα. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος ανάμεσα στην Αθήνα και την Εύβοια, για τα σύνορα της Οινόης, ο βασιλιάς της Βοιωτίας, Ξάνθος, προκάλεσε τον Θυμαέτη σε μονομαχία. Όταν ο Θυμαέτης αρνήθηκε να δεχθεί, ο Μέλανθος πήρε την θέση του και πολεμώντας με δεξιοτεχνία, σκότωσε τον αντίπαλο του. Μετά από αυτό το συμβάν ο Θυμαέτης παραιτήθηκε και ο Μέλανθος έγινε βασιλιάς.
Ο Κόδρος
? 1100 π.Χ.
Ο Μέλανθος και ο γιος του Κόδρος, βασίλευσαν σχεδόν επί εξήντα χρόνια. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Κόδρου, μια ισχυρή Δωρική δύναμη υπό την αρχηγία του Αλήτη από την Κόρινθο και του Αλθαιμένη από το Άργος, εισέβαλλε στην Αττική. Το μαντείο των Δελφών τους είχε προφητεύσει επιτυχία στην εκστρατεία τους, με την προϋπόθεση ότι δεν θα πλήγωναν θανάσιμα τον βασιλιά Κόδρο. Όταν αυτό έγινε γνωστό από τον Κόδρο, μεταμφιέσθηκε σε χωρικό ξυλοκόπο και πηγαίνοντας στο εχθρικό στρατόπεδο, δημιούργησε επεισόδιο με τους Δωριείς και σκοτώθηκε. Όταν οι Δωριείς έμαθαν, ότι ο σκοτωμένος ήταν ο βασιλιάς Κόδρος, έφυγαν από την Αθήνα και κατέλαβαν τα Μέγαρα. Σύμφωνα όμως με παλαιότερη εκδοχή, ο Κόδρος σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης.
Ο Κόδρος ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Αθήνας. Μετά από την ηρωική θυσία του, οι Αθηναίοι δεν επέτρεψαν σε κανένα άλλο, να φέρει τον τίτλο του βασιλιά. Οι απόγονοι του ονομάζονταν Άρχοντες. Μετά τον θάνατο του, οι γιοι του Μέδων και Νηλεύς, μάλωσαν για την διαδοχή, η οποία αποφασίσθηκε με χρησμό του μαντείου των Δελφών. Ο Μέδων έγινε Άρχων και ο Νηλεύς έφυγε, οδηγώντας τους Ίωνες στον αποικισμό των παραλίων της Μικράς Ασίας.
Μετά τον Μέδονα, ακολούθησαν δώδεκα ισόβιοι Άρχοντες: Άκαστος, Άρχιππος, Θέρσιππος, Φορβάς, Μεγακλής, Διόγνετος, Φερεκλής, Αρίφρων, Θεσπιέος, Αγαμήστωρ, Αισχύλος και Αλκμέων.
Στον δεύτερο χρόνο της θητείας του Αλκμέωνα (752 π.Χ.), η διάρκεια της θητείας του Άρχοντος άλλαξε στα δέκα χρόνια. Ακολούθησαν επτά Άρχοντες, οι οποίοι διοίκησαν δέκα χρόνια ο καθένας τους: Χάρωπος, Αισιμίδης, Κλειδικός, Ιππομένης, Λεοκράτης, Άψανδρος, Ερυξίας.
Μετά τον Ερυξία, ο τίτλος του Άρχοντος δίδονταν σε εννέα διακεκριμένους άνδρες, απόγονους του Κόδρου και του Μέδονα, οι οποίοι άλλαζαν κάθε χρόνο, αλλά μετά το 714 π.Χ., συμπεριλάμβαναν και διακεκριμένους Ευπατρίδες.
Από τους εννέα Άρχοντες, οι οποίοι κυβέρνησαν από το 683 π.Χ., έως το τέλος της δημοκρατίας, τρεις είχαν ξεχωριστούς τίτλους: ο άρχων Επώνυμος, από το όνομα του οποίου το έτος έπαιρνε το όνομα, ο άρχων Βασιλεύς και ο άρχων Πολέμαρχος. Οι άλλοι έξι είχαν το τίτλο του Θεσμοθέτη (νομοθέται).
Το Κυλώνιον Άγος
632 π.Χ.
Ο Κύλων, ένας Ευπατρίδης και Ολυμπιονίκης του διαύλου το 640 π.Χ., προσπάθησε να καταλάβει την πόλη των Αθηνών και να γίνει τύραννος. Ο Κύλων είχε ζητήσει χρησμό από το μαντείο των Δελφών και έλαβε την απάντηση, ότι θα έπρεπε να καταλάβει την Ακρόπολη των Αθηνών κατά την διάρκεια των εορτασμών του Διός. Παίρνοντας ένα απόσπασμα στρατού από τον πεθερό του, Θεαγένη τύραννο των Μεγάρων και βοηθούμενος από Αθηναίους φίλους του, κατέλαβε την Ακρόπολη, κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Όταν οι Αθηναίοι έμαθαν τα γεγονότα, περικύκλωσαν την Ακρόπολη. Ο Κύλων και ο αδελφός του κατόρθωσαν να δραπετεύσουν, αλλά οι υπόλοιποι εξουθενωμένοι από την πείνα, ζήτησαν άσυλο στο ιερό της Αθηνάς, στην Ακρόπολη. Οι Αθηναίοι τους υποσχέθηκαν μια δίκαιη δίκη, εάν παρεδίδοντο. Οι πολιορκημένοι δύσπιστοι, έδεσαν ένα σχοινί στο ιερό για να ευρίσκονται σε επαφή και βγήκαν έξω κρατώντας το. Όταν το σχοινί κόπηκε, σχεδόν όλοι σφαγιάστηκαν, στην περιφέρεια του Ευμενίδη, κοντά στην είσοδο της Ακροπόλεως. Αυτό το ανίερο γεγονός ονομάσθηκε "Κυλώνειον Άγος" .
Τον Άρχοντα των Αθηναίων, Μεγακλή, από την οικογένεια των Αλκμεωνίδων και τους βοηθούς του, που πήραν μέρος στην σφαγή, οι Αθηναίοι τους καταράστηκαν και τους απέφευγαν. Όταν έπεσαν επιδημίες στην Αθήνα, ο Μεγακλής και οι προσωπικοί του βοηθοί, αυτοί που ζούσαν ακόμη εκείνο τον καιρό, μετά από υποκίνηση του Σόλωνα (597 π.Χ.), πέρασαν από δίκη, κρίθηκαν ένοχοι και εξορίστηκαν ισόβια από την Αττική.
Η εξορία όμως των Αλκμεωνίδων δεν απολύτρωσε τους Αθηναίους από τις συμφορές και τους φόβους και έτσι προσκάλεσαν τον σοφό Επιμενίδη από την Κρήτη, να εξαγνίσει την πόλη από την ενοχή της. Ο Επιμενίδης επισκέφθηκε την Αθήνα το 596 π.Χ., και αφού έκανε θυσίες και ιεροτελεστίες, κατόρθωσε να εξαγνίσει την πόλη, βάζοντας τέλος στον λοιμό. Οι Αθηναίοι σε ανταπόδοση του πρόσφεραν ένα τάλαντο, αλλά ο Επιμενίδης δέχθηκε μόνο ένα κλωνάρι από το ιερό δένδρο της ελιάς, στην Ακρόπολη.
Ο Δράκων
624 π.Χ.
Ο Δράκων θεωρείται ο πρώτος νομοθέτης της Αθήνας, αν και οι έξι άρχοντες, οι επονομαζόμενοι Θεσμοθέται, νομοθετούσαν άγραφους νόμους από το 683 π.Χ.
Στην αρχή του έκτου αιώνος, ήταν φανερό ότι η Αθήνα είχε ανάγκη από καινούργιους γραπτούς νόμους, γιατί η αριστοκρατία ερμήνευε τους νόμους σύμφωνα με τα συμφέροντα της. Έτσι οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον Δράκοντα το 624 π.Χ., να νομοθετήσει γραπτούς νόμους.
Ο Δράκων δεν άλλαξε το πολιτικό σύστημα. Οι νόμοι του γράφτηκαν πάνω σε μαρμάρινες πλάκες (621 π.Χ.), που ονομάζονταν Θεσμοί ή Διατάξεις και τοποθετήθηκαν στην Αγορά, όπου ο καθένας μπορούσε να τις διαβάσει. Οι νόμοι ήταν υπερβολικά αυστηροί σε μερικές περιπτώσεις, τιμωρώντας ελαφρά και σοβαρά αδικήματα με την ίδια ποινή. Ο Δράκων όμως έκανε διαχωρισμό μεταξύ του εκ προμελέτης φόνου και του εξ αμελείας. Άφησε στην δικαιοδοσία του Αρείου Πάγου την δίκη του εκ προμελέτης φόνου, και διόρισε πενήντα ένα δικαστές (εφέτες), οι οποίοι δίκαζαν τους εξ αμελείας φόνους. Επειδή οι νόμοι ήταν αυστηροί, αργότερα ο κόσμος έλεγε, ότι γράφτηκαν με αίμα. Σήμερα η λέξη "Δρακόντειος" σημαίνει μεγάλη αυστηρότητα.
Αλλά οι γραπτοί νόμοι, αντί να βοηθήσουν τους φτωχούς, έγιναν όργανα στα χέρια των πλουσίων, να παίρνουν την περιουσία τους, να τους εκφοβίζουν και να τους καταπιέζουν. Ολόκληρη η Αττική έπεσε στα χέρια της αριστοκρατίας και οι άνθρωποι, εκείνοι που δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα χρέη τους, πωλούντο σαν δούλοι. Υπήρχε τόση μεγάλη δυσαρέσκεια, ώστε πολλοί έφυγαν από την Αττική εκείνα τα χρόνια και μετανάστευσαν.
Αργότερα οι Αθηναίοι αναφέρονταν στον Δράκοντα με σεβασμό, πιστεύοντας ότι ο δημιουργός των νόμων αυτών ήταν σοφός και δεν καταπίεσε τους κατατρεγμένους, ανακουφίζοντας την αθλιότητα των ανθρώπων, όσον ήταν δυνατόν περισσότερο.
Ο Σόλων
638 - 559 π.Χ.
Ο Σόλων, κοινωνικός μεταρρυθμιστής και νομοθέτης, γιος του Εξεκεστίδη από την Σαλαμίνα, απόγονος της οικογένειας του Κόδρου και των Νηλείδων, γεννήθηκε στην Αθήνα το 638 π.Χ. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και ο Σόλων, που ακολούθησε το επάγγελμα του, ταξίδευσε σε πολλές χώρες. Ήταν σχεδόν σαράντα χρονών, φημισμένος για την ποίηση του και την σοφία του, όταν έλαβε μέρος στην πολιτική ζωή της Αθήνας.
Οι Μεγαρείς, μετά από το Κυλώνιον άγος, είχαν καταλάβει το νησί της Σαλαμίνας, το οποίο ανήκε στην Αθήνα και ο Σόλων ήταν πικραμένος που η Αθήνα το είχε χάσει. Τα Μέγαρα, εκείνον τον καιρό, ήταν μια ισχυρή πόλη, η οποία ήταν σε θέση να συναγωνισθεί με την Αθήνα. Οι Αθηναίοι, μετά από ένα πολύχρονο πόλεμο με τα Μέγαρα, προσπάθησαν να επανακτήσουν το νησί και υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Για τον λόγο αυτό ψήφισαν νόμο, να μην επιχειρήσουν ξανά πόλεμο για το νησί της Σαλαμίνος και να τιμωρούν με θάνατο αυτούς που θα τους παρότρυναν.
Ο Σόλων προσπάθησε και έπεισε του Αθηναίους να επανακτήσουν το νησί, απαγγέλλοντας το ποίημα του Σαλαμίς στην Αγορά, και σαν στρατηγός έφθασε στο ακρωτήριο της Κολιάδας, όπου οι Αθηναίες γυναίκες πρόσφεραν θυσία στην Δήμητρα. Από εκεί, έστειλε έναν έμπιστο άνθρωπο του στην Σαλαμίνα, ο οποίος προσποιούμενος ότι ήταν εξόριστος, πληροφόρησε τους Μεγαρείς ότι οι Αθηναίες γυναίκες ήταν απροστάτευτες. Οι Μεγαρείς έπεσαν στην παγίδα και όταν αποβιβάστηκαν από τα πλοία τους χωρίς τα όπλα τους, για να τις πιάσουν, τότε μόνο κατάλαβαν ότι οι γυναίκες ήταν άνδρες μεταμφιεσμένοι, με κρυμμένα μαχαίρια. Οι Αθηναίοι τους σκότωσαν όλους και ο Σόλων με τα πλοία τους, έπλευσε αμέσως στην απροστάτευτη Σαλαμίνα και την κατέλαβε. Οι Μεγαρείς προσπάθησαν να ξαναπάρουν πάλι πίσω την Σαλαμίνα και ο πόλεμος μεταξύ των Αθηναίων και Μεγαρέων αποδείχθηκε καταστρεπτικός και για τις δύο πλευρές. Έτσι αποφάσισαν τελικά να αναθέσουν την διαιτησία στην Σπάρτη, για το ποιος θα είναι ο κάτοχος του νησιού. Η διαιτησία της Σπάρτης αποφάσισε ότι η Σαλαμίς ανήκε στους Αθηναίους.
Ο Σόλων αύξησε την δημοτικότητα του υποστηρίζοντας τους κατοίκους των Δελφών εναντίον των κατοίκων της πόλεως Κίρρας. Με δυσκολία έπεισε το συμβούλιο των Αμφικτιόνων, να ανοίξουν πόλεμο εναντίον της Κίρρας (πρώτος Ιερός πόλεμος 595-585 π.Χ.).
Όταν ο Σόλων έγινε άρχων της Αθήνας το 594 π.Χ., πλούτος και δύναμη ανήκαν σε λίγα χέρια. Οι φτωχοί (η τάξις των Θετών) ήταν βουτηγμένοι στο χρέος, πολλοί από αυτούς είχαν γίνει δούλοι, γιατί δεν είχαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους και είχαν πουλήσει ακόμα και τα παιδιά τους.
Ο Σόλων, άνθρωπος που αγαπούσε την δικαιοσύνη, προσπάθησε να αλλάξει την σκληρή ζωή των φτωχών ανθρώπων της Αθήνας. Απέρριψε προτάσεις να γίνει τύραννος, αντί αυτού έκανε τον αξιομνημόνευτο νόμο Σεισάχθεια, μια λέξη που σημαίνει, ότι αποτίναξε από τους ώμους των φτωχών το φορτίο, που τους προκαλούσε τόσο πόνο και οδύνη.
Ο νόμος Σεισάχθεια απάλειψε όλα τα συμβόλαια των φτωχών ανθρώπων, που είχαν βάλει ενέχυρο τον ίδιο τον εαυτό τους ή την περιουσία τους. Απαγορεύθηκαν όλα τα μελλοντικά δάνεια τέτοιου είδους και κατήργησε την δύναμη του πιστωτή, να υποδουλώνει ή να φυλακίζει. Ο νόμος, με την κατάργηση των πολυαρίθμων υποθηκών στις κτηματικές περιουσίες της Αττικής, απελευθέρωσε την γη από τα παλαιά χρέη.
Με άλλους νόμους, βοήθησε τους πλουσίους οφειλέτες, οι οποίοι μπορούσαν να πληρώσουν τα χρέη τους. Ο Σόλων γι αυτό αύξησε την αξία της μνας, έως είκοσι επτά τοις εκατό, αλλάζοντας το νόμισμα από το Αιγινίτικο στο Ευβοιακό, κάτι το οποίο αποδείχθηκε ευνοϊκό και για το Αθηναϊκό εμπόριο, διευκολύνοντας τις συναλλαγές με την Κόρινθο, Χαλκίδα και Ερέτρια και άλλες αποικίες. Ο Σόλων δεν απαγόρευσε μόνο την υποθήκη ανθρώπων, αλλά περιόρισε τον αριθμό στρεμμάτων γης, τα οποία ένα άτομο μπορούσε να κατέχει. Απαγόρευσε στους μεγάλους κατόχους γης να εξάγουν σιτηρά από την Αθήνα, βάζοντας τους μεγάλο πρόστιμο. Επίσης απαγόρευσε την εξαγωγή όλων των δημητριακών προϊόντων, εκτός από το λάδι της ελιάς.
Ο Σόλων ακύρωσε τους νόμους του Δράκου, εκτός από εκείνον της ανθρωποκτονίας και κατήργησε την θανατική καταδίκη, από όλα τα μικρά εγκλήματα.
Πολλοί που είχαν τιμωρηθεί με τους παλαιούς νόμους αποκαταστήθηκαν, λαμβάνοντας πλήρη δικαιώματα του πολίτη. Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο η εξόριστη οικογένεια των Αλκμεωνίδων, επέστρεψε στην Αθήνα.
Οι νόμοι του νομοθέτη Σόλωνα ήταν γραμμένοι σε ξύλινα τριγωνικά πινάκια, τα ονομαζόμενα κύρβεις και εφυλάσσοντο πρώτα στην Ακρόπολη και αργότερα στο Πρυτανείο.
Επίσης άλλαξε το πολιτικό σύστημα, από Ολιγαρχία σε Τιμοκρατία, με άλλα λόγια, μείωσε την δύναμη των ευγενών και έδωσε σπουδαιότητα στην οικονομική δύναμη. Αναδιοργάνωσε το συμβούλιο ή την γερουσία (Βουλή) από 401 μέλη, τα οποία είχαν συνταχθεί από τον Δράκο (621 π.Χ.), και τα οποία εκλέγονταν από τους πολίτες. Μείωσε τα μέλη κατά ένα, στα 400, 100 από την κάθε μια φυλή (υπήρχαν τέσσαρες φυλές).
Όταν ο Σόλων έγινε άρχων, ο πληθυσμός της Αττικής ήταν χωρισμένος σε τρεις τάξεις, που συχνά έρχονταν σε διαμάχες μεταξύ τους. Οι τρεις τάξεις ήταν: οι Πεδιείς, οι Διάκριοι και οι Παράλιοι. Ο Σόλων μεσολάβησε επιτυχώς, φέρνοντας σε τέλος τις βίαιες διαμάχες τους. Κατήργησε τα αποκλειστικά δικαιώματα των Ευπατρίδων και διένειμε τον πληθυσμό σε τέσσαρες κλάσεις, σύμφωνα με το εισόδημα τους.
Η πρώτη τάξη, οι Πεντακοσιομέδιμνοι, είχε το λιγότερο πεντακόσιους μεδίμνους από σιτηρά ή κρασί ή λάδι, ως ετήσιο εισόδημα. Οι Ιππείς, με εισόδημα από τριακοσίους μεδίμνους και πάνω, οι οποίοι ήταν ικανοί να διατηρούν ένα πολεμικό άλογο. Η τρίτη τάξη, οι Ζευγίται (κάτοχοι ενός ζεύγους βοδιών), με εκατόν πενήντα μεδίμνους και πάνω, και τέλος οι Θήτες (μισθωτοί εργάτες), με εισόδημα λιγότερο από εκατόν πενήντα μεδίμνους. Μόνο οι τρεις πρώτες τάξεις είχαν το δικαίωμα ψήφου και μόνο από την πρώτη τάξη μπορούσαν να κατέχουν τα ανώτατα δημόσια αξιώματα. Η τάξη των Θετών αποκλείονταν από όλες τις δημόσιες θέσεις, αλλά μπορούσαν να ψηφίσουν στην γενική συνέλευση του λαού και είχαν επίσης το δικαίωμα να πάρουν μέρος, ως ένορκοι, σε δίκες. Δεν μπορούσαν να υπηρετήσουν στον στρατό σαν οπλίτες, αλλά μόνο σαν ελαφρά οπλισμένος στρατός.
Οι Ιππείς μπορούσαν να εκλεχθούν μόνο από τις δύο ανώτερες τάξεις και οι οπλίτες από τις τρεις πρώτες. Μόνον οι Θήτες ελάμβαναν μισθό για δημόσιες υπηρεσίες, όλες οι άλλες κλάσεις υπηρετούσαν το δημόσιο χωρίς αποδοχές.
Σε ελαφρά αδικήματα, ο Σόλων έβαλε μικρό πρόστιμο. Εν αντιθέσει, έδωσε μεγάλα ποσά στους Ολυμπιονίκες (500 δραχμές, μια ολόκληρη περιουσία για εκείνα τα χρόνια) και στους νικητές των Ίσθμιων αγώνων, εκατό δραχμές. Στους νικητές των Παναθηναϊκών αγώνων, τους απένειμε εκατό ζωγραφισμένους αμφορείς, γεμάτους λάδι.
Αν και ο Σόλων ήταν δίκαιος στις νομοθεσίες του, δεν έκανε ριζικές αλλαγές, πιστεύοντας σύμφωνα με τα δικά του λόγια ότι οι θεοί δίνουν στον άνθρωπο ότι είναι δίκαιο γι' αυτόν. Κανένας δεν ήταν ικανοποιημένος με τις νομοθεσίες του, οι φτωχοί, οι οποίοι προσδοκούσαν ανακατανομή της γης, απογοητεύθηκαν και οι πλούσιοι ήταν δυσαρεστημένοι για τα δικαιώματα που προσχώρησε στους φτωχούς.
Διατήρησε και επέκτεινε την δύναμη του αρχαίου συμβουλίου του Αρείου Πάγου, το οποίο είχε την δικαιοδοσία σε θρησκευτικά αδικήματα και φόνο εκ προμελέτης.
Οι μετέπειτα γενεές θεωρούσαν τον Σόλωνα πατέρα της δημοκρατίας, γιατί απελευθέρωσε το άτομο από την πολιτική κυριαρχία της ολιγαρχίας και από τα οικονομικά βάρη, δίνοντας πολιτικά δικαιώματα στους Θήτες, για να πάρουν μέρος στο συμβούλιο της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα έδωσε στο άτομο καινούργιες υπευθυνότητες ως πολίτη, θεωρώντας ατιμία, να μην πάρει τα όπλα ενάντια σε τυράννους και σε επαναστάσεις.
Πριν από αυτόν, οι διαθήκες ήταν άγνωστες στην Αθήνα, την περιουσία του αποθανόντος την κληρονομούσαν οι συγγενείς. Ο Σόλων έδωσε ελευθερία στο άτομο, επιτρέποντας να διαχειρίζεται την περιουσία του όπως ήθελε, σε περίπτωση που δεν είχε παιδί.
Ο Σόλων έβαλε τα θεμέλια της βιομηχανίας. Κάθε πατέρας έπρεπε να μάθει στο παιδί του μια τέχνη, διαφορετικά τα παιδιά του δεν θα ήταν υπεύθυνα να τον κοιτάξουν στα γεράματα του. Με τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις ανέπτυξε την Αθηναϊκή βιομηχανία, φέρνοντας τεχνίτες από την Κόρινθο και άλλες πόλεις, υποσχόμενος να τους δώσει την Αθηναϊκή υπηκοότητα.
Ο Σόλων ήταν επίσης έξοχος λυρικός και ελεγειακός ποιητής. Ήταν ο πρώτος Αττικός ποιητής και έγραψε ιαμβικά και ελεγειακά σε ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Οι ελεγείες του αριθμούσαν πάνω από πέντε χιλιάδες γραμμές. Στις πολιτικές ελεγείες, έγραψε για το νησί της Σαλαμίνας και για το πως διέγειρε τους πολίτες της Αθήνας να επανακτήσουν το νησί.
Σαν χαρακτήρας ο Σόλωνας ήταν ειλικρινής, με καλοσύνη και γενναιόδωρος. Χαρακτηρίζονταν από μετριοπάθεια και το σύνηθες ρητό του ήταν "Μηδέν άγαν" (τίποτα με υπερβολή). Ήταν ένας από τους επτά σοφούς. Η σοφία του και ο ευγενής πατριωτισμός του σημάδεψαν την Αθηναϊκή πολιτεία, ως το πρώτο αληθινό παράδειγμα ανθρωπισμού.
Στις ηθικές ελεγείες ανήκει και το ποίημα του, "οι παροτρύνσεις στον εαυτόν μου", καθώς επίσης και το συχνά αναφερόμενο απόφθεγμα:
"Γηράσκω δ' αιεί πολλά διδασκόμενος".
Όταν τελείωσε το έργο του, ο Σόλων έφυγε από την Αθήνα, λέγοντας στους Αθηναίους να μην αλλάξουν τίποτα επί δέκα χρόνια, ή σύμφωνα με άλλη μαρτυρία για εκατό χρόνια. Δυστυχώς έζησε για να δει το σύνταγμα του να ανατρέπεται από τον τύραννο Πεισίστρατο.
Ο Σόλων πρώτα επισκέφθηκε την Αίγυπτο, ερχόμενος σε επαφή με βασιλείς και ιερείς, μαθαίνοντας την ιστορία τους. Οι ιερείς του είπαν για το νησί της Ατλαντίδος και τον πόλεμο που οι Αθηναίοι έκαναν εναντίον του νησιού, εννέα χιλιάδες χρόνια πριν. Από τις πληροφορίες που του έδωσαν οι ιερείς, άρχισε να γράφει ένα ποίημα, αλλά πέθανε πριν να το τελειώσει. Μετά από την Αίγυπτο, πήγε στην Κύπρο και αργότερα στην Λυδία, όπου και συνάντησε τον βασιλιά Κροίσο, στις Σάρδεις. Σύμφωνα με την ιστορία του Ηρόδοτου, ο Κροίσος, αφού του έδειξε τους αμύθητους θησαυρούς του, τον ερώτησε ποιος ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος που είχε γνωρίσει, περιμένοντας από τον Σόλωνα ότι θα ανέφερε αυτόν. Ο Σόλων αποφεύγοντας να κολακεύσει τον βασιλιά, ονόμασε δυο κοινούς Έλληνες, τον Αθηναίο Τελαμόνα και τους Αργείους αδελφούς Κλεόβη και Βίτωνα. Όταν ο Κροίσος απάντησε, ότι δεν είχε λάβει υπ΄ όψιν του τα πλούτη του και την δόξα του, ο Σόλωνας του απάντησε να μην θεωρεί έναν άνθρωπο ευτυχή, αν δεν γνωρίζει πως τελείωσε η ζωή του: "Μηδένα προ του τέλους μακάριζε" (Μην θεωρήσεις κανένα ευτυχή, πριν γνωρίσεις το τέλος του).
Ο Κροίσος τότε περιφρόνησε τον Σόλωνα, αλλά όταν ανετράπη από τον Κύρο και ήταν έτοιμος να καεί στην πυρά, τα λόγια του Σόλωνα ήλθαν στο μυαλό του και φώναξε με δυνατή φωνή, τρεις φορές: "Σόλων, Σόλων, Σόλων". Όταν ο Κύρος ερώτησε να μάθει την παράξενη έννοια των λόγων του και έμαθε, διέταξε τους ανθρώπους του να σβήσουν αμέσως την φωτιά, αλλά αυτό αποδείχθηκε αδύνατο. Ο Κροίσος όμως στάθηκε τυχερός και σώθηκε από μιαν απότομη καταρρακτώδη βροχή. Ο Κύρος μετά από αυτό το γεγονός, επανέφερε τον Κροίσο στην βασιλεία του και τον έκανε έμπιστο φίλο και σύμβουλο του.
Κατά την διάρκεια της απουσίας του Σόλωνα από την Αθήνα, οι τρεις τάξεις είχαν ξαναρχίσει τις εχθροπραξίες μεταξύ τους. Οι Πεδειείς (κάτοικοι των πεδιάδων) είχαν αρχηγό τους τον Λυκούργο, οι Παράλιοι (κάτοικοι των ακτών ) τον Μεγακλή, από το γένος των Αλκμεωνίδων και οι Διάκριοι (ορεινοί) τον Πεισίστρατο, εξάδελφο του Σόλωνα. Όταν ο Σόλων επέστρεψε στην Αθήνα, γύρω στο 562 π.Χ., προσπάθησε ανεπιτυχώς να δώσει τέλος στις φιλοδοξίες του εξάδελφου του Πεισίστρατου. Πέθανε στην Κύπρο και σύμφωνα με την διαθήκη του, οι στάχτες του σκορπίστηκαν γύρω από το αγαπημένο του νησί της Σαλαμίνος.
Ο Πεισίστρατος
605 - 527 π.Χ.
Ο Πεισίστρατος, γιος του Ιπποκράτη, αρχηγός των Διακρίων και εξάδελφος του Σόλωνα, γεννήθηκε στην Αθήνα. Ήταν χαρισματικός ρήτορας, ενεργητικός και επινοητικός. Κατά την διάρκεια του πολέμου των Αθηνών με τα Μέγαρα, το 570 π.Χ., κατέλαβε το λιμάνι τους, την Νίσαιαν. Μετά από αυτό το γεγονός έγινε πολύ δημοφιλής με τον λαό. Προσπάθησε δύο φορές με στρατηγήματα να γίνει τύραννος, αλλά και τις δύο φορές τον εξόρισαν.
Στην πρώτη του προσπάθεια, εμφανίσθηκε στην αγορά με ένα ζευγάρι πληγωμένα μουλάρια, τα οποία είχε ο ίδιος τραυματίσει, καθώς επίσης και τον εαυτόν του. Εξήγησε στους παρευρισκομένους, ότι μόλις και μετά βίας σώθηκε από δολοφονία, υπερασπίζοντας τα δικαιώματα τους. Οι Αθηναίοι, ειδικά εκείνοι οι οποίοι ήταν δυσαρεστημένοι με τους νόμους του Σόλωνα, κάλεσαν συμβούλιο, στο οποίο αποφασίστηκε να του δώσουν πενήντα άνδρες για την προσωπική του ασφάλεια. Ο Πεισίστρατος με τον καιρό, αύξησε τον αριθμό των σωματοφυλάκων του, και το 560 π.Χ. κατέλαβε την Ακρόπολη. Αλλά οι αρχηγοί των άλλων δύο τάξεων, ο Λυκούργος και ο Μεγακλής, ενώνοντας τις δυνάμεις τους, τον εξόρισαν. Επέστρεψε στην Αθήνα, όταν οι δύο εχθροί του διαμάχησαν, προσκαλεσμένος από τον Μεγακλή, ο οποίος του πρόσφερε την κόρη του σε γάμο και τον βοήθησε να ξαναπάρει την εξουσία της Αθήνας. Ο Πεισίστρατος παντρεύτηκε την κόρη του Μεγακλή, αλλά απέφυγε να ενώσει το αίμα του με την οικογένεια των Αλκμεωνίδων. Ο προσβεβλημένος Μεγακλής τότε, ενώνοντας ξανά τις δυνάμεις του με τον Λυκούργο, κατάφερε να τον εκδιώξει από την Αθήνα και ο Μεγακλής αποσύρθηκε στην Ερέτρια της Εύβοιας, όπου και παρέμεινε για δέκα χρόνια. Στην εξορία, ο Πεισίστρατος δεν έμεινε απαθής. Με τον πολύ ενεργητικό και επινοητικό χαρακτήρα του κατόρθωσε να αποκτήσει αρκετή επιρροή σε πολλές Ελληνικές πόλεις, οι οποίες του πρόσφεραν οικονομική βοήθεια.
Με μισθοφόρους από το Άργος και στρατό από το νησί της Νάξου, ο Πεισίστρατος έπλευσε από την Ερέτρια στον Μαραθώνα. Από εκεί βάδισε προς την πόλη, και νικώντας σε μια μικρή μάχη τις δυνάμεις του Λυκούργου και Μεγακλή, έγινε κυρίαρχος των Αθηνών, το 545 π.Χ. Οι αντίπαλοι του, ο αρχηγός των Παραλίων, Μεγακλής και η οικογένεια των Αλκμεωνίδων αναγκάσθηκαν να αυτοεξορισθούν, ο δε Σόλων προσπάθησε ανεπιτυχώς με ποιήματα να απευθυνθεί στον λαό, να αντισταθεί στην τυραννία.
Ο Πεισίστρατος αποδείχθηκε μεγάλος ηγέτης. Οργάνωσε την οικονομία της Αθήνας και με τα χρήματα του, προερχόμενα από τα ορυχεία της Θράκης και από τα κτήματα του στην Εύβοια, εδημιούργησε νέους μεγάλους δρόμους και μετέφερε νερό στην πόλη από τον άνω Ιλισό.
Επίσης ομόρφυνε την πόλη με ναούς και υποστήριξε τις τέχνες και την λογοτεχνία. Στον Πεισίστρατο αποδίδεται η συλλογή και το γράψιμο των Ομηρικών ποιημάτων. Η βιβλιοθήκη του, η μεγαλύτερη σε όλη την Ελλάδα, ήταν ανοικτή σε όλους στους Αθηναίους πολίτες. Ένα από τα ωραιότερα έργα του ήταν η Εννεάκρουνος (εννέα κρουνοί). Κάλυψε με κτίριο την παλαιά πηγή της Καλλιρρόης, η οποία προμήθευε την Αθήνα με νερό. Αναδιοργάνωσε τα μεγάλα Παναθήναια με έξοχο τρόπο, κάνοντας τις Ομηρικές απαγγελίες αναπόσπαστο κομμάτι των εορτών. Έλυσε το αγροτικό πρόβλημα, διανέμοντας την Αττική, σε μικρά αγροτεμάχια.
Ο Πεισίστρατος διατήρησε την νομοθεσία του Σόλωνα, αλλά έκανε βέβαιο ότι, οι καίριες δημόσιες θέσεις των Αθηνών βρισκόταν στα χέρια των οπαδών του. Υποστηρικτής των φτωχών, διένειμε την γη, κάτι το οποίο ο Σόλωνας είχε αποφύγει να κάνει και έδωσε αγροτικά δάνεια, με πολύ μικρό επιτόκιο (5%). Ήταν ο πρώτος τύραννος των Αθηνών που έβαλε φόρο πωλήσεων σε κάθε προϊόν και καλυτέρευσε κατά πολύ την οικονομία της Αθήνας. Αυτά τα χρόνια, ένας μεγάλος αριθμός από Αττικά βάζα εξήχθησαν στην Ετρουρία και Αίγυπτο, Μικρά Ασία και πόλεις της Μαύρης Θάλασσας, γεμάτα με κρασί, λάδι και αρώματα.
Ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε εξωτερική πολιτική στην Αθήνα. Κατασκεύασε ναυτικό στόλο και ανακατέλαβε την στρατηγική πόλη του Σίγειου στον Ελλήσποντο, εξασφαλίζοντας την εισαγωγή σιτηρών από την Μαύρη Θάλασσα. Είχε φιλικές σχέσεις με την Σπάρτη και το Άργος, έχοντας παντρευτεί μια Αργεία. Οι φιλικές σχέσεις του με το λιμάνι της Δήλου (το θρησκευτικό κέντρο των Ιόνων), είχε ως αποτέλεσμα η Αθήνα να γίνει ο ηγέτης της Ιωνικής φυλής. Ο Πεισίστρατος πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 527 π.Χ., μετά από τριάντα χρόνια στην εξουσία.
Ο Πεισίστρατος άφησε στην αρχή, τους δύο γιους του, τον Ιππία και Ίππαρχο, οι οποίοι κυβέρνησαν την Αθήνα συνετά, σύμφωνα με τις επιθυμίες του πατέρα τους, και ο κόσμος τους αγαπούσε. Έφεραν από την εξορία την οικογένεια των Αλκμεωνίδων, την οποία είχε εξορίσει ο πατέρας τους. Ο Ίππαρχος, ο οποίος είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του την αγάπη για τα γράμματα, προσκάλεσε τους ποιητές Σιμωνίδη και Ανακρέωνα και τοποθέτησε στους μεγάλους δρόμους τις στήλες των Ερμών, οι οποίες σημάδευαν τα σύνορα στις δημόσιες και ιερές περιοχές.
Άρχισαν την κατασκευή του ναού του Ολυμπίου Διός. Ήταν μια κολοσσιαία κατασκευή σε Δωρικό ρυθμό (στα μετέπειτα χρόνια άλλαξε στον Κορινθιακό ρυθμό), 110 μέτρα σε μήκος επί 53 μέτρα σε πλάτος (515 π.Χ.).
Όλα άλλαξαν, όταν ο Αρμόδιος και Αριστογείτων, για προσωπικούς λόγους, συνωμότησαν και σκότωσαν τον Ίππαρχο, το 514 π.Χ. Ο Αριστογείτων, ένα Αθηναίος από εύπορη οικογένεια, είχε φιλικά συναισθήματα για τον πολύ όμορφο Αρμόδιο. Ο Ίππαρχος έκανε επανειλημμένως προτάσεις φιλίας στον Αρμόδιο, οι οποίες δεν είχαν ανταπόκριση. Ο Ίππαρχος τότε πήρε εκδίκηση, προσβάλλοντας την αδελφή του Αρμόδιου, απαγορεύοντας της να πάρει μέρος στην θρησκευτική πομπή, κρατώντας ένα καλάθι με προσφορές. Μετά από αυτό το γεγονός, οι δύο φίλοι συνωμότησαν να σκοτώσουν τους τυράννους, κατά την διάρκεια της εορτής των Παναθηναίων. Όταν έφθασε η μέρα, πλησίασαν τον Ιππία στον Κεραμικό, που εκείνη την στιγμή συζητούσε με ένα συνωμότη φίλο τους και νομίζοντας ότι το σχέδιο τους είχε αποκαλυφθεί, πήραν την απόφαση να σκοτώσουν τον Ίππαρχο, ο οποίος ήταν στην πόλη. Τον βρήκαν κοντά στο ναϊσκο Λεοκόριον και τον φόνευσαν. Ο Αρμόδιος σκοτώθηκε επί τόπου από την φρουρά και ο Αριστογείτων σώθηκε προσωρινά από τον λαό, αλλά συνελήφθη αργότερα, τον βασάνισαν και τον εκτέλεσαν. Στα μετέπειτα χρόνια, ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων έγιναν σύμβολα της δημοκρατίας.
Όταν ο Ιππίας έμαθε για την δολοφονία του αδελφού του, αμέσως κάλεσε τους Αθηναίους να παραδώσουν τα όπλα τους και τους συγκέντρωσε σε ένα άλλο μέρος, όπου τους έψαξε και βρήκε τους συνενόχους, από τα κρυμμένα τους μαχαίρια. Μετά την δολοφονία του αδελφού του, ο Ιππίας έγινε αδίσταχτος, εκτελώντας πολλούς Αθηναίους και συγκεντρώνοντας μεγάλα ποσά χρημάτων από βαρείς φόρους. Αισθανόμενος ανασφαλής και φοβούμενος τους Αθηναίους, έδωσε την κόρη του σε γάμο με τον Αιαντίδη, γιο του δεσπότη της Λαμψάκου.
Κατά την διάρκεια των χρόνων των Πεισιστρατίδων, η εξορισμένη οικογένεια των Αλκμεωνίδων, είχε αναλάβει την επανακατασκευή του ναού του Απόλλωνος, στους Δελφούς, ο οποίος είχε καεί από ατύχημα (548-547 π.Χ.). Οι Αλκμεωνίδες, από γενναιοδωρία τους, έκτισαν τον ναό από μάρμαρο της Πάρου. Υποχρεωμένοι στους Αλκμεωνίδες οι ιθύνοντες των Δελφών, οποτεδήποτε οι Σπαρτιάτες έρχονταν να συμβουλευθούν το μαντείο, η απάντηση της Πυθίας ήταν: "η Αθήνα πρέπει να ελευθερωθεί". Με την βοήθεια των Σπαρτιατών, ο Ιππίας αναγκάσθηκε, τέσσαρα χρόνια μετά από τον θάνατο του αδελφού του, να φύγει από την πόλη (510 π.Χ.) και η οικογένεια των Αλκμεωνίδων επέστρεψε στην Αθήνα.
Ο Κλεισθένης
570 - 507 π.Χ.
Ο Κλεισθένης, γιος του Μεγακλή της οικογένειας των Αλκμεωνίδων και της Αγαρίστης, της κόρης του Κλεισθένη της Σικυώνος, γεννήθηκε στην Αθήνα, το 570 π.Χ. Ο προπάππος του, Μεγακλής των Αλκμεωνίδων, ήταν ο Άρχων της Αθήνας, όταν ο Κύλων έκανε την ανεπιτυχή προσπάθεια να καταλάβει την Ακρόπολη των Αθηνών, και να γίνει τύραννος (632 π.Χ.).
Ο Κλεισθένης ήταν είκοσι τεσσάρων χρονών, όταν ο Πεισίστρατος εξόρισε την οικογένεια των Αλκμεωνίδων, το 546 π.Χ.
Μετά από την πτώση του Ιππία, έγινε διαμάχη για την εξουσία, ανάμεσα στον Κλεισθένη, τον ηγέτη των Αλκμεωνίδων και ελευθερωτή της Αθήνας και τον Ισαγόρα, τον αρχηγό των ευγενών. Όταν ο Ισαγόρας ανέλαβε την αρχηγία και έγινε Άρχων το 508 π.Χ., ο Κλεισθένης αρνήθηκε να υποταχθεί και έκανε έκκληση στον λαό δίνοντας τους υπόσχεση να επαναφέρει τα πολιτικά δικαιώματα τους, εάν τον βοηθούσαν να ανατρέψουν τον Ισαγόρα από την εξουσία.
Ο Ισαγόρας τότε κάλεσε τον Κλεομένη, βασιλιά της Σπάρτης και φίλο του, ο οποίος έστειλε αμέσως έναν πρέσβη απαιτώντας από τους Αθηναίους να εξορίσουν "τους μιασμένους" Αλκμεωνίδες και έτσι ο Κλεισθένης αναγκάστηκε να φύγει στην εξορία. Όταν ο Κλεομένης ήλθε στην Αθήνα, εξόρισε επτακόσιες Αθηναϊκές οικογένειες, τις οποίες ο Ισαγόρας θεωρούσε επικίνδυνες, διέλυσε την βουλή και έβαλε δικούς του ανθρώπους στις δημόσιες θέσεις. Όταν έγινε αυτό, ο λαός ξεσηκώθηκε και ο Κλεομένης, ο Ισαγόρας και οι οπαδοί τους προσπάθησαν να βρουν καταφύγιο στην Ακρόπολη. Οι Αθηναίοι πολιόρκησαν την Ακρόπολη και μετά από δύο μέρες επέτρεψαν στον Κλεομένη και τον Ισαγόρα να φύγουν, αλλά όλους τους άλλους τους σκότωσαν. Μετά από αυτό το γεγονός οι Αθηναίοι ανακάλεσαν τον Κλεισθένη και τις άλλες εφτακόσιες οικογένειες από την εξορία.
Όταν ο Κλεομένης έφθασε στην Σπάρτη, αμέσως ετοίμασε στρατό και βάδισε στην Αττική, με σκοπό να επαναφέρει τον Ισαγόρα στην εξουσία. Με την βοήθεια των Κορινθίων και άλλων Πελοποννησιακών πόλεων, ο Κλεομένης στρατοπέδευσε στην πεδιάδα της Ελευσίνας. Εν τω μεταξύ, οι Αθηναίοι ετοίμασαν στρατό και ξεκίνησαν να εμπλακούν μαζί τους, αλλά στο μεταξύ οι Κορίνθιοι έμαθαν τον πραγματικό σκοπό της εκστρατείας και αποσύρθηκαν. Ο δεύτερος βασιλιάς της Σπάρτης Δημάρατος, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην εκστρατεία, εναντιώθηκε και αυτός και η εκστρατεία αναβλήθηκε.
Όταν οι Σπαρτιάτες απεχώρησαν, οι Αθηναίοι εστράφησαν εναντίον των Χαλκιδαίων. Στα στενά του Ευρίπου, συνάντησαν και νίκησαν τους Θηβαίους, οι οποίοι έρχονταν προς βοήθεια τους. Την ίδια μέρα, οι Αθηναίοι πέρασαν στην Εύβοια και κατατρόπωσαν τους Χαλκιδείς. Οι κτηματικές περιουσίες των ευγενών κατασχέθηκαν και εδόθηκαν με κλήρο σε 4000 Αθηναίους (κληρούχοι).
Ο Κλεισθένης έχοντας τώρα την εξουσία, άρχισε τις μεταρρυθμίσεις, που οδήγησαν την Αθήνα σε εδραιωμένη δημοκρατία.
Έπεισε τον λαό να αλλάξουν την πολιτική οργάνωση από την οικογένεια και γένος σε τοπικές ομάδες. Κατήργησε την δύναμη των τεσσάρων παλαιών Ιωνικών φυλών (Αιγικορείς, Οπλίτες, Γελέοντες, Αργαδείς), επιτρέποντας στις φιλές να επιζούν μόνο για τις τελετουργικές τελετές.
Ο πληθυσμός της Αθήνας στα χρόνια του Κλεισθένη, περιελάμβανε ένα μεγάλο αριθμό κατοίκων, οι οποίοι δεν ήταν υπήκοοι και φυσικά δεν έπαιρναν μέρος στις πολιτικές αποφάσεις. Ο Κλεισθένης διαίρεσε την Αττική σε εκατόν σαράντα Δήμους.
Όλοι οι κάτοικοι που έμεναν στους δήμους έγιναν πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των αλλοδαπών και των ελεύθερων σκλάβων. Οι δήμοι είχαν υπευθυνότητες και δημόσια καθήκοντα, όπως την αναγραφή των πολιτών, την συλλογή φόρων και την εκλογή δημοσίων υπαλλήλων. Ο δήμος ήταν ένα αυτόνομο τοπικό όργανο, το οποίο είχε τον δικό του Δήμαρχο, δική του οικονομική διαχείριση, κοινή περιουσία, δικούς του ιερείς και ιέρειες. Οι δήμοι ήταν οργανωμένοι σε τριάντα τριττύες, με ισάριθμο πληθυσμό. Κάθε τριττύς αποτελείτο από ένα αριθμό δήμων, αν και μερικές από αυτές είχαν μόνο έναν μεγάλο δήμο. Οι τριττύες δεν είχαν κοινοτική ζωή και λειτουργούσαν σαν συνδετικός κρίκος μεταξύ των δήμων και της φυλής. Από τις τριάντα τριττύες, συνέθεσε δέκα φυλές, κληρώνοντας μία τριττύα από τους Παράλιους, μία από τους Διάκριους και μία από τους Πεδιείς, και έτσι οι τρεις αυτές τάξεις που είχαν προκαλέσει ταραχές στην Αθήνα επί αιώνες, άλλαξαν ριζικά.
Οι καινούργιες περιοχές τώρα ήταν: το Άστυ (η πόλη), η οποία περιελάμβανε την Αθήνα, τον Πειραιά και το Φάληρο; η Ακτή, η οποία περιελάμβανε καινούργιες περιοχές και το Εσωτερικό, αποτελείτο από περιοχές του άστεως και της ακτής. Η ανακατανομή αυτών των τοπικών λειτουργιών ανάμεσα στις φυλές, είχε σαν σκοπό να χωρίσει τους οργανισμούς, δίνοντας ένα τέλος στις ατελείωτες διαμάχες του παρελθόντος.
Οι άνθρωποι δεν ήταν μόνο γνωστοί από το όνομα του πατέρα τους αλλά και από το όνομα του δήμου. Ο Κλεισθένης διευθέτησε τους δήμους με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν ήταν ο ένας δίπλα στον άλλον, αλλά ήταν διασπαρμένοι σε διαφορετικά τμήματα της Αθήνας. Ο λόγος ήταν να παρεμποδίσει τις φυλές να αποκτούν ανεξάρτητα τοπικά συμφέροντα, καθώς επίσης να εμποδίσει τους δήμους να γίνουν πολιτικές οντότητες.
Τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη είχαν σαν αποτέλεσμα, την ισονομία και ο λαός συμμετείχε περισσότερο ενεργά στην δημόσια ζωή.
Ο Κλεισθένης αύξησε επίσης τον αριθμό των πρυτάνεων. Η Βουλή αυξήθηκε από 400 σε 500 μέλη, 50 μέλη από κάθε φυλή.
Ο αττικός χρόνος αποτελείτο από 12 σεληνιακούς μήνες, 354 ημέρες. Ο Κλεισθένης διαίρεσε τον χρόνο, για λειτουργικούς σκοπούς, σε δέκα περιόδους και οι 50 πρυτάνεις τις κάθε φυλής υπηρετούσαν για 35-36 ημέρες. Επί πλέον για μεγαλύτερη ευκολία διακυβερνήσεως, οι πενήντα γερουσιαστές ήταν χωρισμένοι σε πέντε σώματα, από δέκα άτομα το καθένα και ονομάζονταν Πρόεδροι. Οι Πρόεδροι κυβερνούσαν επί 7 ημέρες και διέμεναν στο κτίριο Θόλος, όπου και δειπνούσαν με δημόσια έξοδα. Από τους προέδρους εκλέγετο δια κλήρου κάθε μέρα, ένας Επιστάτης, ο οποίος υπηρετούσε την Βουλή και την Εκκλησία και ήταν υπεύθυνος και φύλακας των κλειδιών της Ακροπόλεως και του θησαυροφυλακίου.


Ο Κλεισθένης εισήγαγε επίσης τον οστρακισμό (εξορία από την πόλη). Η λέξης οστρακισμός προέρχεται από την λέξη όστρακο, ένα κομμάτι αγγείου, το οποίο χρησιμοποιείτο σαν ψήφος. Το άτομο, του οποίου το όνομα ήταν γραμμένο πάνω σε όστρακα και ο αριθμός τους υπερέβαινε τις 6000, εξορίζονταν για δέκα χρόνια. Αυτό το μέτρο το εισήγαγε ο Κλεισθένης για να διασφαλίσει την πόλη από μελλοντικούς τυράννους.
Ο Κλεισθένης υπήρξε ο μεγαλύτερος μεταρρυθμιστής των Αθηνών και ο ιδρυτής της Αθηναϊκής δημοκρατίας.
Οι Περσικοί Πόλεμοι
Οι Ελληνικές πόλεις της Μικρά Ασίας δεν ήταν ενωμένες και συχνά, όπως και οι πόλεις στην κυρίως Ελλάδα, φιλονικούσαν μεταξύ τους. Ο Θαλής ο Μιλήσιος προείδε τον κίνδυνο στην αδυναμία αυτή των Ιωνικών πόλεων και πρότεινε μια ομοσπονδία, αποτελούμενη από όλες τις πόλεις με πρωτεύουσα την Τέω, αλλά κανένας δεν τον άκουσε.
Στα τέλη του έκτου αιώνος, ο βασιλιάς Γύγης της Λυδίας κατέλαβε την Κολοφώνα. Ανταποκρινόμενες στην επιθετικότητα της Λυδίας, δώδεκα Ιωνικές πόλεις δημιούργησαν μια συμμαχία, το κέντρο της οποίας ήταν το Πανιώνιο, ένας ναός του Ποσειδώνος στο ακρωτήριο της Μυκάλης. Η αδύναμη συμμαχία ήταν ανήμπορη να σταματήσει την κατάληψη των πόλεων, από τον επόμενο βασιλιά της Λυδίας, τον Κροίσο (560-546 π.Χ.). Μόνο η Μίλητος, η οποία δεν είχε αντισταθεί, παρέμεινε σύμμαχος, σύμφωνα με την συνθήκη.
Μετά την ήττα του Κροίσου από τον βασιλιά της Περσίας, Κύρο, οι Ιωνικές πόλεις οι οποίες είχαν πολεμήσει εναντίον του στον πόλεμο, ζήτησαν να κυβερνούνται με του ίδιους όρους, όπως ήταν πριν υπό την κηδεμονία του ευεργέτη βασιλιά Κροίσου. Ο Κύρος αρνήθηκε και η συμμαχία συναντήθηκε στο Πανιώνιο και αποφάσισαν να ζητήσουν την βοήθεια της Σπάρτης.
Αν και οι Λακεδαιμόνιοι αρνήθηκαν να τους βοηθήσουν, έστειλαν μήνυμα στον Κύρο, λέγοντας του να μην προξενήσει κακό σε καμία Ελληνική πόλη. Αντί αυτού, ο Κύρος έστειλε τον σατράπη της Λυδίας, Άρπαγο, ο οποίος είχε σώσει τον Κύρο σε νηπιακή ηλικία, να πολιορκήσει τις Ιωνικές πόλεις. Οι κάτοικοι της Τέω, μη θέλοντας να παραδοθούν, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και πήγαν στα Άβδηρα, στην Θράκη. Επίσης έφυγαν και οι Φωκαείς, οι οποίοι πήγαν στην Κορσική. Κατατρεγμένοι από τους Καρθαγένειους και τους κατοίκους της Τύρρας, πήγαν στο Ρήγιο και αργότερα ίδρυσαν την πόλη της Μασσαλίας. Η μία μετά την άλλη, οι Ιωνικές πόλεις κατελήφθησαν και αναγκάστηκαν να πληρώνουν φόρους στο βασιλιά της Περσίας, δίνοντας επίσης πλοία και στρατό. Αν και οι Πέρσες δεν αναμειγνύονταν με την θρησκεία τους, την κοινωνική ζωή και τις Ελληνικές παραδόσεις, οι πόλεις δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένες.
Η Ιωνική επανάσταση
499 - 494 π.Χ.
Η εξέγερση των Ιωνικών πόλεων ήταν αποτέλεσμα των ενεργειών του τυράννου της Μιλήτου, Αρισταγόρα, ο οποίος με την βοήθεια του σατράπη Αρταφέρνη προσπάθησε να καταλάβει το νησί της Νάξου. Όταν η αποστολή απέτυχε, ο Αρισταγόρας για να αποφύγει την τιμωρία για τις υποσχέσεις που είχε δώσει στον σατράπη, ξεκίνησε την επανάσταση στις δυσαρεστημένες Ιωνικές πόλεις. Ολόκληρη η Ιωνία επαναστάτησε και πολύ σύντομα απελευθερώθηκε από την τυραννία. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Αρισταγόρας πήγε στην Σπάρτη και ζήτησε την βοήθεια τους. Ο βασιλιάς Κλεομένης προσωπικά στην αρχή ήθελε να βοηθήσει τους Ίωνες, αλλά οι Λακεδαιμόνιοι πήραν την απόφαση να μην αναμειχθούν σε μια τόσο μακρινή εκστρατεία. Λέγεται δε ότι, όταν ο Αρισταγόρας πρόσφερε στον Κλεομένη όλο και περισσότερα χρήματα, η οκτάχρονη κόρη του, Γοργό, είπε στον πατέρα της "Φύγε μακριά πατέρα, διαφορετικά αυτός ο άνθρωπος θα σε διαφθείρει".
Μετά από την άρνηση της Σπάρτης, ο Αριστάγορας πήγε στην Αθήνα και τους έπεισε να βοηθήσουν την εξέγερση. Οι Αθηναίοι και οι Ερετριείς έστειλαν στόλο (20 τριήρεις οι Αθηναίοι και 5 οι Ερετριείς) και ενώνοντας τις δυνάμεις τους με τις Ιωνικές, βάδισαν και επετέθησαν στην πόλη των Σάρδεων, η οποία κάηκε από ατύχημα (498 π.Χ.). Οι Έλληνες όμως απέτυχαν να καταλάβουν την Ακρόπολη και στην επιστροφή τους προς τα παράλια, ο Περσικός στρατός τους επιτέθηκε πλησίον της Εφέσου και τους κατεδίωξε. Μετά από αυτό το συμβάν, οι Αθηναίοι γύρισαν πίσω και δεν αναμείχθηκαν ξανά στις Ιωνικές υποθέσεις.
Όταν ο Δαρείος έμαθε για το κάψιμο των Σάρδεων, με μεγάλη οργή ζήτησε να μάθει ποιος το έκανε. Όταν του είπαν "οι Αθηναίοι", ξαναρώτησε "και ποιοι είναι?" Όταν τον πληροφόρησαν, έριξε ένα βέλος προς τον ουρανό και είπε: "επέτρεψε μου Δία να πάρω εκδίκηση εναντίον των Αθηναίων" και έδωσε διαταγή σε έναν από τους υπηρέτες του να του θυμίζει τρεις φορές την ημέρα, κατά την διάρκεια του δείπνου: "Δέσποτα, μέμνησον τοις Αθηναίοις".
Μετά την εκστρατεία εναντίον των Σάρδεων, πολλές άλλες πόλεις επαναστάτησαν στην Μικρά Ασία, Θράκη και Κύπρο. Το 494 π.Χ., ο Περσικός και ο Ιωνικός στόλος έδωσαν μάχη έξω από την νήσο Λάδη, πλησίον του λιμανιού της Μιλήτου. Ο Περσικός στόλος αποτελείτο από 600 Φοινικικά πλοία, ο δε Ελληνικός από 353 πλοία. Τα πλοία της Χίου κατατρόπωσαν τον εχθρό και η ναυμαχία θα είχε κερδισθεί από τους κατά πολύ ανώτερους ναυτικούς των Ιωνικών πόλεων, αλλά όταν 50 πλοία από την Σάμο και άλλα 70 από την Λέσβο απεχώρησαν με δόλο, η μάχη χάθηκε. Ο Φοινικικός στόλος, ο οποίος είχε μεγάλη υπεροχή σε αριθμό πλοίων, κέρδισε την μάχη. Η Μίλητος που πολιορκήθηκε τώρα από στεριά και θάλασσα, κατελήφθη και κατεστράφη ολοσχερώς. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους σφαγιάστηκαν και οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν στην Άμπη, μια πόλη κοντά στην κοίτη του ποταμού Τίγρη. Η Μίλητος έπεσε τον έκτο χρόνο, μετά την εξέγερση της (494 π.Χ.). Ο ναός του Απόλλωνος στα Δίδυμα, ένα από τα πιο σπουδαία μαντεία της Ελλάδος κάηκε, όπως είχαν προφητεύσει οι ιερείς του, οι Βραγχίδες.
Έναν χρόνο μετά την πτώση της Μιλήτου, ο ποιητής Φρύνιχος χρησιμοποίησε την άλωση της ως θέμα, στο έργο του, "Μιλήτου άλωσις", το οποίο παίχθηκε στην Αθήνα. Ολόκληρο το θέατρο έκλαιγε και οι Αθηναίοι έπαθαν τέτοια κατάθλιψη, ώστε υποχρέωσαν τον Φρύνιχο να πληρώσει πρόστιμο χιλίων δραχμών, γιατί τους έκανε να θυμηθούν δικές τους συμφορές, την δε τραγωδία του την απαγόρευσαν να ξαναπαιχθεί.
Η μάχη του Μαραθώνος
490 π.Χ.
Το 492 π.Χ., ο Δαρείος έστειλε τον γαμπρό του Μαρδόνιο, με ένα μεγάλο στρατό και στόλο σε εκστρατεία στην Θράκη, για να αποκαταστήσει την εξουσία του και με απώτερο σκοπό αργότερα να καταλάβει την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο στόλος, ο οποίος ακολουθούσε τον στρατό της ξηράς από κοντά, καταστράφηκε σε μια θαλασσοταραχή, στην χερσόνησο του όρους Άθω. Τριακόσια πλοία χάθηκαν στην καταιγίδα και 20,000 άνδρες πνίγηκαν. Αμέσως μετά, ο Μαρδόνιος πληγώθηκε, όταν μια Θρακική φυλή, οι Βρυγοί, επιτέθηκαν στον στρατό του κατά την διάρκεια μια νύχτας. Με τις δυνάμεις του εξασθενημένες, ο Μαρδόνιος επέστρεψε στην Περσία.
Η αποτυχία της εκστρατείας δεν αποθάρρυνε τον Δαρείο και αμέσως ξεκίνησε τις προετοιμασίες για μια μεγαλύτερη. Έστειλε πρέσβεις σε όλες τις Ελληνικές πόλεις, ζητώντας να δώσουν "Γην και ύδωρ", το σύμβολο της υποταγής. Όλα τα Ελληνικά νησιά και πολλές από τις Ελληνικές πόλεις υποτάχθηκαν. Η Αθήνα και η Σπάρτη ένοιωσαν τόσο μεγάλη ταπείνωση, ώστε η πρώτη πέταξε τους πρέσβεις στο Βάραθρο, μια βαθιά σχισμή στα τείχη της Ακροπόλεως και η δεύτερη σε ένα πηγάδι, για να βρουν εκεί την γη και το ύδωρ.
Την άνοιξη του 490 π.Χ., ο Δαρείος συγκέντρωσε στην Κιλικία ένα μεγάλο στρατό, και συγχρόνως ετοίμασε ένα στόλο με εξακόσια πλοία. Ο στρατηγοί του, Δάτις και Αρταφέρνης, είχαν πάρει οδηγίες να υποτάξουν τις πόλεις που είχαν αρνηθεί να δώσουν γη και ύδωρ, ιδιαιτέρως την Αθήνα και την Ερέτρια. Αρχικά έπλευσαν στην Σάμο και από εκεί στην Νάξο, το νησί που είχε απωθήσει ένα μεγάλο Περσικό στόλο, δέκα χρόνια πριν. Οι κάτοικοι της Νάξου έφυγαν από τις πόλεις, οι οποίες κάηκαν από τους Πέρσες. Όλα τα άλλα νησιά υποτάχθηκαν και ο στόλος έπλευσε στη Ερέτρια, όπου και συνάντησαν μεγάλη αντίσταση. Επί έξι μέρες οι κάτοικοι της Ερέτριας πολέμησαν ηρωικά, αλλά την εβδόμη ημέρα, οι πύλες άνοιξαν από δύο Ερετριείς προδότες και οι δύο εξέχοντες πολίτες. Η πόλη λεηλατήθηκε και κάηκε ολοσχερώς, οι δε κάτοικοι της αλυσοδέθηκαν.
Μετά από μερικές ημέρες, ο Δάτις πέρασε στην Αττική, στρατοπεδεύοντας στην πεδιάδα του Μαραθώνα. Η τοποθεσία είχε διαλεχτεί από τον Ιππία, τον γιο του Πεισίστρατου, ο οποίος ακολουθούσε τους Πέρσες. Στο μεταξύ, οι Αθηναίοι μαθαίνοντας τα νέα για την πτώση της Ερέτριας, έστειλαν το Φειδιππίδη στην Σπάρτη, για να ζητήσει βοήθεια. Ο Φειδιππίδης, ταχυδρόμος εξ' επαγγέλματος, έκανε την απόσταση των 240 χιλιομέτρων με τα πόδια, μόνο σε 48 ώρες. Οι Σπαρτιάτες υποσχέθηκαν να στείλουν βοήθεια, αλλά ζήτησαν χρόνο, επειδή δεν είχε γίνει ακόμη πανσέληνος (χρειαζόταν ακόμα μια βδομάδα), ένας νόμος της Σπάρτης, ο οποίος τους απαγόρευε να εκστρατεύουν κατά την διάρκεια αυτών των ημερών.
Οι Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν αποφασίσει να αντιμετωπίσουν τον Περσικό στρατό στον Μαραθώνα, είχαν στρατοπεδεύσει στην πεδιάδα της Αυλώνος, πλησίον του ναού του Ηρακλή και παρακολουθούσαν από κοντά τις κινήσεις του εχθρού. Όταν έλαβαν τα νέα από τον Φειδιππίδη, οι Αθηναίοι στρατηγοί ήταν διχασμένοι, ως προς το σχέδιο που έπρεπε να ακολουθήσουν. Πέντε από τους στρατηγούς ήθελαν να εμπλακούν αμέσως με τον Περσικό στρατό, μεταξύ αυτών ο Μιλτιάδης, Θεμιστοκλής και Αριστείδης, ενώ οι άλλοι πέντε αρνούντο να δώσουν μάχη μέχρις ότου θα έφθανε ο στρατός των Σπαρτιατών. Ο στρατηγός Μιλτιάδης, ο οποίος ανήκε στην ομάδα των στρατηγών οι οποίοι ήθελαν να δώσουν αμέσως μάχη, έπεισε τον πολέμαρχο Καλλίμαχο, να ψηφίσει για μάχη. Ο Αθηναϊκός στρατός αριθμούσε σε 10,000 βαριά οπλισμένους στρατιώτες, χωρίς να έχει σημαντική δύναμη ελαφρά οπλισμένων ανδρών, ιππικό ή τοξότες. Χωρίς να το περιμένουν, η πόλη των Πλαταιών υποχρεωμένοι για την βοήθεια που τους είχαν δώσει οι Αθηναίοι στον πόλεμο εναντίον της Θήβας, έστειλε προς βοήθεια όλο τον στρατό της, που αποτελείτο από 1000 οπλίτες. Ο Περσικός στρατός ο οποίος αριθμούσε περισσότερο από 120,000 στρατιώτες (σύμφωνα με άλλους 50,000), είχε στρατοπεδεύσει στην πεδιάδα περίπου ενάμισι χιλιόμετρο από την ακτή. Αποφασίστηκε ότι, εάν οι Πέρσες βάδιζαν εναντίον της Αθήνας ή επιβίβαζαν στρατό στα πλοία, θα τους επιτίθεντο αμέσως.
Αφού περίμεναν οκτώ ολόκληρες ημέρες, την 17η ημέρα του Σεπτεμβρίου, το 490 π.Χ., οι Πέρσες άρχισαν να επιβιβάζουν στρατιώτες στα πλοία για να πλεύσουν στην απροστάτευτη πόλη των Αθηναίων. Ο Μιλτιάδης αμέσως διέταξε να ετοιμασθούν για μάχη. Επειδή δεν υπήρχαν αρκετοί άνδρες για να καλύψουν το μήκος του Περσικού στρατού αποφάσισε να ενισχύσει τις πτέρυγες και άφησε το κέντρο ασθενές, με μόνο λίγες γραμμές. Η δεξιά πτέρυγα ήταν υπό την αρχηγία του πολέμαρχου Καλλίμαχου και στην αριστερή πτέρυγα είχαν πάρει θέση οι Πλαταιείς. Για να αποφύγουν οι Έλληνες τα αμέτρητα βέλη των Περσών, αποφασίστηκε η φάλαγγα των Ελλήνων, λίγο πριν από την απόσταση των διακοσίων μέτρων από τον εχθρό, να τρέξει ταχέως για να μην εκτεθεί στα βέλη τους για μεγάλο χρονικό διάστημα και να πέσουν στον εχθρό με την μεγαλύτερη δυνατή ορμή. Όταν ο Μιλτιάδης έδωσε το σύνθημα της άμεσης επιθέσεως, οι Αθηναίοι όρμησαν προς τον εχθρό τρέχοντας. Με την πολεμική τους κραυγή, "Αλαλά! Αλαλά!", έπεσαν πάνω στους ξαφνιασμένους Πέρσες, οι οποίοι δεν ήταν συνηθισμένοι στην σώμα με σώμα μάχη. Μετά από μακρά και σκληρή μάχη, οι Πέρσες νίκησαν στο κέντρο, όπου είχαν τοποθετήσει τον καλύτερο στρατό τους. Αλλά οι Αθηναίοι, στην δεξιά και αριστερή πτέρυγα κατατρόπωσαν τον εχθρό και ενώνοντας το δεξιό και αριστερό τμήμα, επιτέθηκαν στο κέντρο. Η επίθεση των Αθηναίων είχε τέτοιο ολέθριο για τον εχθρό αποτέλεσμα, ώστε μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα οι Πέρσες οπισθοχώρησαν στα πλοία τους με μεγάλες απώλειες, αφήνοντας πίσω τις σκηνές τους. Στην παραλία, μια λυσσώδης και πολύωρη μάχη πήρε μέρος, κατά την οποία οι Έλληνες προσπάθησαν να εμποδίσουν την Περσική φυγή προς τα πλοία. Οι Πέρσες που κατέφυγαν στους βάλτους, σφαγιάστηκαν όλοι.

Αμέσως μετά την μάχη, ένα Αθηναίος οπλίτης με τα άρματα του, έτρεξε στην Αθήνα (την απόσταση των 35 χιλιομέτρων) να φέρει τα ευχάριστα νέα στους κατοίκους. Πέρασε από το βουνό του Υμηττού και μετά από τον λόφο του Λυκαβηττού και δια μέσου της Ακροπόλεως, έφθασε στην Αγορά. Υψώνοντας την ασπίδα του, φώναξε "Νενικήκαμε" και πέφτοντας κάτω, ξεψύχησε.
Στην μάχη, οι Πέρσες έχασαν 6,400 άνδρες και επτά από τα πλοία τους κατελήφθησαν και από την πλευρά των Αθηναίων 192 άνδρες σκοτώθηκαν, ανάμεσα τους ο πολέμαρχος Καλλίμαχος και ο Στησίλαος, ένας από τους δέκα στρατηγούς. Την δεύτερη μέρα μετά την μάχη, 2,000 Σπαρτιάτες ήλθαν στην Αθήνα, βαδίζοντας 240 χιλιόμετρα σε μόνο τρεις μέρες. Μαθαίνοντας ότι η μάχη είχε γίνει, επισκέφθηκαν τον Μαραθώνα και αφού επιθεώρησαν το πεδίο της μάχης, όπου χιλιάδες νεκροί Πέρσες κείτονταν στο έδαφος, επέστρεψαν στην Σπάρτη, επαινώντας την ανδρεία των Αθηναίων.
Οι 192 Αθηναίοι που έχασαν την ζωή τους, ετάφησαν στο πεδίο της μάχης και ένα τύμβος δώδεκα μέτρων υψώθηκε από πάνω τους. Τα ονόματα τους ανεγράφησαν επάνω σε δέκα κολώνες, μία για την κάθε φυλή. Σε πέτρα από άσπρο μάρμαρο, τοποθετημένη επάνω στον τύμβο, ήταν χαραγμένη η επιγραφή του ποιητή Σιμωνίδη:
"Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι,
χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν".
Δύο άλλοι τύμβοι υψώθηκαν, ένας για τους πεσόντες των Πλαταιών και ένας άλλος για τους δούλους. Από την λεία του Περσικού στρατοπέδου, οι Αθηναίοι πρόσφεραν το ένα δέκατο στην θεά Αθηνά, τον Απόλλωνα και την Άρτεμη και έκτισαν το θησαυροφυλάκιο των Αθηναίων στους Δελφούς. Ένα μέρος της λείας εδόθη στην πόλη των Πλαταιών και από αυτήν αργότερα ο Φειδίας κατασκεύασε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς.
Στην μάχη του Μαραθώνος πολέμησε ο τραγικός ποιητής Αισχύλος και ο αδελφός του Κυνέγειρος, ο οποίος σκοτώθηκε στην μάχη δείχνοντας μεγάλο ηρωισμό. Προσπαθώντας να κρατήσει ένα Περσικό πλοίο από την πρύμνη, του έκοψαν το χέρι με ένα τσεκούρι. Ο Αισχύλος που πληγώθηκε βαριά, θεώρησε την συμμετοχή του στην μάχη του Μαραθώνος, ως την μεγαλύτερη τιμή της ζωής του, όπως και ήταν γραμμένο στην επιτάφιο στήλη του.
Κατά την διάρκεια της μάχης του Μαραθώνος, ένα παράξενο γεγονός συνέβη στον Αθηναίο οπλίτη Επίζηλο, γιο του Κουφαγόρα, ο οποίος έχασε το φως του και δεν το ξαναβρήκε ποτέ, αν και δεν έλαβε κανένα χτύπημα ή τραύμα. Όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος, ένα πελώριος στρατιώτης εμφανίσθηκε μπροστά του, του οποίου τα γένια έκρυβαν όλη την ασπίδα του και αυτό το φάντασμα σκότωνε τους εχθρούς γύρω του. Εκείνη την στιγμή πέρασε από το μυαλό του, ότι ίσως ήταν θεός, το δε λαμπερό φως της αρματωσιάς του, ήταν αυτό που τον τύφλωσε.
Οι Αθηναίοι οι οποίοι είχαν παρατηρήσει προς το τέλος της μάχης, ότι κάποιος έδινε σήματα με την ασπίδα του από την κορυφή του βουνού της Πεντέλης, φοβούμενοι ότι ένας προδότης έστελνε μήνυμα στον εχθρό για να καταλάβουν την πόλη, έφυγαν ταχέως για να υπερασπίσουν την απροστάτευτη Αθήνα αφήνοντας πίσω τις φυλές του Θεμιστοκλή και Αριστείδη, που είχαν δοκιμασθεί στην μάχη, πολεμώντας στο κέντρο της παρατάξεως. Κουρασμένοι από την μάχη στην ζεστή μέρα του Σεπτεμβρίου, έφθασαν σε επτά ώρες στο νότιο μέρος του τείχους και στρατοπέδευσαν στον ναό του Ηρακλή, στις Κυνοσάργες. Οι Πέρσες, οι οποίοι είχαν εισέλθει στο Φαληρικό κόλπο, όταν τους είδαν να έρχονται, έπλευσαν για την Ασία.
490 - 480 π.Χ.
Η αποτυχημένη Περσική εκστρατεία, έκανε τον Δαρείο περισσότερο αποφασισμένο να καταλάβει την Ελλάδα. Επί τρία χρόνια, μετά την μάχη του Μαραθώνος, προετοίμαζε ένα μεγάλο στρατό, αλλά η εξέγερση που ξέσπασε στην Αίγυπτο ανέβαλε τις προετοιμασίες και το 485 π.Χ. πέθανε. Ο γιος του, Ξέρξης, από την μεγαλύτερη κόρη του Κύρου, την Αττόσα, τον διαδέχθηκε στον θρόνο.
Μέσα σε ένα χρόνο, κατέπνιξε την επανάσταση στην Αίγυπτο και αμέσως άρχισε τις προετοιμασίες για εκστρατεία εναντίον της Ελλάδος, σε μεγάλη κλίμακα. Επί τέσσαρα χρόνια, συγκέντρωνε προμήθειες όλων των ειδών και στρατό στις πεδιάδες της Καππαδοκίας και έχτιζε αποθήκες τροφίμων κατά μήκος της παραλίας στην Θράκη.
Για να αποφύγει τους επικίνδυνους ανέμους της χερσονήσου, που κατέστρεψαν τον στόλο του το 492 π.Χ., άνοιξε ένα κανάλι στην Χαλκιδική, βορείως του όρους Άθως, αρκετά μεγάλο για να περάσουν δύο τριήρεις. Έκτισε επίσης μια γέφυρα στον ποταμό Στρυμόνα. Στο μεταξύ, Αιγύπτιοι και Φοίνικες μηχανικοί κατασκεύασαν μια γέφυρα στον Ελλήσποντο, κοντά στην Άβυδο, όπου η απόσταση των ακτών είναι περίπου ενάμισι χιλιόμετρο. Η γέφυρα κατασκευάσθηκε από παλιά πλοία και κρατιόταν με πελώρια σχοινιά. Αργότερα καταστράφηκε από μια μεγάλη τρικυμία και ο Ξέρξης διέταξε να κοπούν τα κεφάλια εκείνων που ήταν υπεύθυνοι για την κατασκευή της και να μαστιγώσουν τον ανυπότακτο Ελλήσποντο τριακόσιες φορές. Δύο καινούργιες γέφυρες κατασκευάσθηκαν από Έλληνες μηχανικούς χρησιμοποιώντας 674 πλοία, η μία δίπλα στην άλλη, μία για τον στρατό και η άλλη για τα ζώα και τις αποσκευές. Οι γέφυρες ακουμπούσαν πάνω σε μια σειρά από αγκυροβολημένα πλοία, που ήταν δεμένα με πελώρια παλαμάρια, κατασκευασμένα από λινάρι και πάπυρο.
Στην Ελλάδα, η Αθήνα και η Αίγινα μετά την μάχη του Μαραθώνος άνοιξαν καινούργιο πόλεμο, ο οποίος κράτησε εννέα περίπου χρόνια. Η Αίγινα ήταν μια από τις ισχυρότερες ναυτικές δυνάμεις τον καιρό εκείνο και τα πλοία της λεηλατούσαν τα Αττικά παράλια. Όταν ένα πλούσιο στρώμα από ασήμι ανακαλύφθηκε στην Μαρώνεια, στο Λαύριο, έγινε πρόταση για τα χρήματα που περίσσεψαν (πάνω από εκατό τάλαντα), να διανεμηθούν στους Αθηναίους πολίτες. Ο Θεμιστοκλής προσπάθησε και έπεισε τους Αθηναίους να χρησιμοποιήσουν το πλεόνασμα για να φτιάξουν στόλο που θα βοηθούσε κυρίως στον ακήρυκτο πόλεμο με την Αίγινα (498 π.Χ.), αλλά χωρίς καμία αμφιβολία από φόβο, για την επερχόμενη Περσική εκστρατεία. Μέσα σε δύο χρόνια, η Αθήνα είχε ένα στόλο με περισσότερες από 200 τριήρεις.
Όταν η Αίγινα έδωσε "γην και ύδωρ", οι Αθηναίοι ζήτησαν την μεσολάβηση της Σπάρτης, κατηγορώντας τους Αιγινήτες, ότι είχαν προδώσει την Ελλάδα. Ο βασιλιάς Κλεομένης έπιασε δέκα διακεκριμένους Αιγινίτες πολίτες και τους έστειλε στην Αθήνα, ως όμηρους. Μετά το επεισόδιο αυτό, η Αίγινα έβαλε τέλος στις εχθροπραξίες με την Αθήνα, η οποία άρχιζε να προετοιμάζεται για την αναμενόμενη Περσική εκστρατεία.
Στην Ελλάδα, τα νέα για την επερχόμενη Περσική εκστρατεία ήταν γνωστά από καιρό. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδος οι πόλεις ενώθηκαν υπό την αρχηγία της Σπάρτης και ενώ ο Ξέρξης περνούσε τον χειμώνα στις Σάρδεις, οι Ελληνικές πόλεις κάλεσαν συμβούλιο και συναντήθηκαν στην Κόρινθο (481 π.Χ.). Μπροστά στον μεγάλο κίνδυνο, έκαναν προσπάθεια να ενώσουν όλες τις πόλεις κάτω από μια συμμαχία για την υπεράσπιση της πατρίδος. Αλλά ήταν τόσο μεγάλος ο φόβος που ο Ξέρξης είχε εμπνεύσει σε πολλές από αυτές, που η προσπάθεια απέτυχε. Όπως και να έχει, το συμβούλιο αποδείχθηκε προσοδοφόρο συμφιλιώνοντας τις πόλεις, κυρίως την Αθήνα και Αίγινα. Το στρατηγικό σχέδιο των Ελλήνων, το οποίο χωρίς καμία αμφιβολία ήταν έργο του Θεμιστοκλή, ήταν να νικήσουν τον Περσικό στόλο σε ναυμαχία, με την ελπίδα ότι ο στρατός της ξηράς θα απεσύρετο χωρίς ανεφοδιασμό και υποστήριξη. Η πρόταση της Σπάρτης να πολεμήσουν τους Πέρσες στον Ισθμό της Κορίνθου, δεν έγινε δεκτή, γιατί όλες οι βόρειες Ελληνικές πόλεις θα Μηδούσαν, και έτσι αποφασίσθηκε ότι το μόνο μέρος που θα μπορούσαν να αμυνθούν ήταν οι Θερμοπύλες. Ο Ελληνικός στόλος, ο οποίος αποτελείτο από 300 τριήρεις, ήταν αγκυροβολημένος στο Αρτεμίσιο, στα βόρεια της Εύβοιας, όπου η θεά Άρτεμης είχε το ιερό της, απέναντι από τον Παγασητικό κόλπο, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τον Περσικό στόλο.
Στην Αθήνα οι ηγήτορες Αριστείδης και Θεμιστοκλής μάλωναν από καιρό για την πορεία που θα έπρεπε η πόλη τους να ακολουθήσει. Ο Αριστείδης, ένας άνδρας ικανός αλλά χωρίς μεγάλη διορατικότητα, φημισμένος για την τιμιότητα και δικαιοσύνη του, πίστευε ότι η Αθήνα έπρεπε να κρατήσει τα αρχαία Αθηναϊκά ήθη και έθιμα, αποφεύγοντας να γίνει ναυτική δύναμη. Ο Θεμιστοκλής, ο οποίος ήταν μεγαλοφυΐα, ήταν της γνώμης ότι η Αθήνα έπρεπε να κατασκευάσει στόλο και να γίνει ναυτική δύναμη. Ο Θεμιστοκλής με την πάροδο του χρόνου κατάφερε να εξορίσει τους αντιπάλους του, τον ένα μετά τον άλλο. Ο Ίππαρχος εξορίστηκε το 487 π.Χ., ο Ξάνθιππος το 484 π.Χ. και ο Αριστείδης το 482 π.Χ. Για να έχει στα χέρια του την δύναμη της εξουσίας και επειδή απαγορευόταν να εκλεγεί επώνυμος άρχων για δεύτερη φορά, έπεισε τους Αθηναίους να αλλάξουν το πολίτευμα, αφαιρώντας την εκτελεστική δύναμη από τον επώνυμο άρχοντα. Την εξουσία ανέλαβαν οι δέκα στρατηγοί των φυλών, οι οποίοι μπορούσαν να επανεκλεγούν.
Η μάχη των Θερμοπυλών
480 π.Χ.
Στο τέλος του χρόνου 481 π.Χ., όλες οι Περσικές προετοιμασίες για την εκστρατεία εναντίον της Ελλάδος είχαν τελειώσει και τον επόμενο χρόνο 480 π.Χ., μετά τις ανοιξιάτικες βροχές, ο τεράστιος στρατός βάδισε προς τον Ελλήσποντο. Επί εφτά ημέρες και νύχτες, ο στρατός περνούσε στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, η στρατιωτική δύναμη με τους ακολούθους ξεπερνούσε 5,000,000 άνδρες, ο δε ναυτικός στόλος αριθμούσε 1207 πλοία. Ο στρατός αποτελείτο από 1,700,000 στρατιώτες, 80,000 ιππείς και 20,000 Λιβύους και Άραβες, με άρματα και καμήλες. Επί πλέον, οι Θρακικές και Μακεδονικές πόλεις της βόρειας Ελλάδος διέθεσαν περισσότερο από 300,000 άνδρες. Οι Περσικές δυνάμεις έφθασαν στη Θεσσαλία 480 π.Χ., χωρίς καμία αντίσταση. Στο μεταξύ, μια μικρή δύναμη που έστειλαν οι Ελληνικές πόλεις υπό την αρχηγία του βασιλιά Λεωνίδα, στρατοπέδευσε στις Θερμοπύλες.
Η Αθήνα και η Σπάρτη συμβουλεύθηκαν το μαντείο των Δελφών και έλαβαν τρομακτικές απαντήσεις. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι δεν μπορούσαν να δεχθούν τον χρησμό "φύγετε στα πέρατα του κόσμου", είπαν στο μαντείο ότι θα παραμείνουν εκεί μέχρι να πεθάνουν, περιμένοντας ένα καλύτερο χρησμό. Το μαντείο τότε τους έδωσε έναν καινούργιο χρησμό, ο οποίος έλεγε ότι "ένα ξύλινο τείχος θα επιζήσει από την καταστροφή της Αττικής" και "η θεϊκή Σαλαμίνα θα καταστρέψει τα παιδιά των γυναικών". Στο συμβούλιο των Αθηναίων, ο Θεμιστοκλής αργότερα χρησιμοποιώντας επιχειρήματα είπε ότι τα ξύλινα τείχη ήταν ο στόλος τους και ότι αν ο θεός προφήτευε κακό για την Ελλάδα, δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ την λέξη "θεϊκή", αλλά την λέξη "ολέθρια" (σχετλίη). Στους Σπαρτιάτες ο χρησμός ήταν το ίδιο ζοφερός, λέγοντας τους ότι "ή η Σπάρτη θα έπρεπε να χαθεί, ή ένας βασιλιάς της".
Όταν ο Ξέρξης έφθασε στις Θερμοπύλες, βρήκε να υπερασπίζεται από ένα σώμα 300 Σπαρτιατών και από 7,000 οπλίτες άλλων πόλεων, υπό την αρχηγία του Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα.
Ο Ξέρξης μαθαίνοντας για τον μικρό αριθμό των Ελληνικών δυνάμεων και ότι αρκετοί Σπαρτιάτες έξω από τα τείχη γυμνάζονταν και χτένιζαν τα μαλλιά τους, στην αμηχανία του, κάλεσε τον Δημάρατο να του εξηγήσει την έννοια όλων αυτών. Ο Δημάρατος του είπε, ότι οι Σπαρτιάτες θα υπερασπισθούν το μέρος μέχρι θανάτου και ότι υπήρχε παράδοση να πλένουν και να χτενίζουν τα μαλλιά τους με ιδιαίτερη προσοχή, όταν επρόκειτο να θέσουν την ζωή τους σε κίνδυνο. Ο Ξέρξης που δεν πίστεψε τον Δημάρατο, καθυστέρησε την επίθεση επί τέσσαρες μέρες, νομίζοντας ότι οι Έλληνες θα διασκορπίζονταν, όταν θα αντιλαμβάνονταν τις μεγάλες δυνάμεις του.
Έστειλε επίσης αγγελιοφόρους, ζητώντας να παραδώσουν τα όπλα τους. Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν "Μολών λαβέ" (έλα να τα πάρεις).
Όταν είπαν σε ένα Σπαρτιάτη για τον μεγάλο αριθμό των Περσικών δυνάμεων, οι οποίοι με τα βέλη τους θα έκρυβαν τον ήλιο, απάντησε
"τόσο το καλύτερο, θα πολεμήσουμε στην σκιά".
Την πέμπτη ημέρα ο Ξέρξης επιτέθηκε χωρίς καμία επιτυχία και με μεγάλες απώλειες, αν και οι Μήδες πολέμησαν γενναία. Τότε έδωσε διαταγή στην προσωπική του φρουρά, τους "Αθανάτους" υπό την αρχηγία του Υρδάνη, ένα σώμα δέκα χιλιάδων ανδρών από τους καλύτερους Πέρσες στρατιώτες, να επιτεθούν, αλλά και αυτοί απέτυχαν και παρατηρήθηκε ότι ο Ξέρξης πήδησε από τον θρόνο του τρεις φορές, από θυμό και αγωνία. Την επόμενη μέρα επετέθησαν και πάλι, δεν υπήρξε όμως καμία πρόοδος. Ο Ξέρξης ήταν απελπισμένος, αλλά η τύχη του άλλαξε, όταν ο Εφιάλτης, γιος του Ευρίδημου από την Μαλίδα, του είπε για ένα κρυφό μονοπάτι μέσα στο βουνό. Αμέσως εστάλη η ισχυρή Περσική δύναμης των Αθανάτων, με τον αρχηγό τους Υρδάνη, οδηγούμενη από τον προδότη. Τα ξημερώματα έφθασαν στην κορυφή, όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Φωκείς, οι οποίοι μόλις είδαν τον Περσικό στρατό ετράπησαν σε φυγή.
Όταν ο Λεωνίδας έμαθε τα γεγονότα, διέταξε να συγκληθεί το συμβούλιο του πολέμου. Πολλοί είχαν την γνώμη, ότι έπρεπε να αποσυρθούν και να βρουν μία καλύτερη τοποθεσία για να αμυνθούν, αλλά ο Λεωνίδας, ο οποίος εδεσμεύετο από τους νόμους της Σπάρτης και από τον χρησμό, που είχε προφητεύσει, ότι είτε η Σπάρτη ή ένας βασιλιάς της Σπάρτης θα έπρεπε να θυσιαστεί, αρνήθηκε. Τριακόσιοι Σπαρτιάτες και επτακόσιοι Θεσπιείς πήραν την απόφαση να μείνουν και να μαχηθούν. Στους υπόλοιπους επετράπη να φύγουν, με εξαίρεση τετρακοσίων Βοιωτών οι οποίοι κρατήθηκαν ως όμηροι.
Ο Λεωνίδας δεν περίμενε την Περσική επίθεση, η οποία καθυστερούσε από τον Ξέρξη και βάδισε εναντίον τους. Στην μάχη που επακολούθησε χιλιάδες Πέρσες σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι υποχώρησαν προς την θάλασσα, αλλά όταν τα Σπαρτιάτικα δόρατα έσπασαν, οι Σπαρτιάτες άρχισαν να έχουν απώλειες και ένας από τους πρώτους που έπεσαν, ήταν ο Λεωνίδας. Γύρω από το σώμα του μία από τις πιο σκληρές μάχες έλαβε μέρος. Τέσσερις φορές οι Πέρσες επιτέθηκαν να το πάρουν και τις τέσσερις απωθήθηκαν. Στο τέλος, οι Σπαρτιάτες εξαντλημένοι και πληγωμένοι, μεταφέροντας το σώμα του Λεωνίδα, αποσύρθηκαν πίσω από το τείχος, αλλά περικυκλώθηκαν από τον εχθρό, που τους σκότωσε με βέλη.
Σε αυτό το σημείο, ένα μαρμάρινο λιοντάρι τοποθετήθηκε από τους Έλληνες προς τιμήν του Λεωνίδα και των ανδρών του, καθώς και δύο άλλα μνημεία πλησίον του.
Σε ένα από αυτά, έχουν γραφεί οι αθάνατες λέξεις:
"Ω ξείν αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα,
τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι".
Η μάχη της Σαλαμίνας
480 π.Χ.
Ο Ελληνικός στόλος στο Αρτεμίσιο, όταν έλαβε πληροφορίες για τον μεγάλο αριθμό του Περσικού στόλου, άφησε το πόστο του και έπλευσε στα στενά του Ευρίπου, ανάμεσα στην Εύβοια και Βοιωτία.
Ο Περσικός στόλος, αφού έπλευσε νότια στον Θερμαϊκό κόλπο, έφθασε στο νησί της Σκιάθου και αγκυροβόλησε στις Σέπιας, κατά μήκος της ακτής της Μαγνησίας. Ο τεράστιος αυτός στόλος αποτελείτο από 200 Αιγυπτιακές τριήρεις, 150 Κυπριακές, 300 από την Φοινίκη και Παλαιστίνη, 100 πλοία είχαν προσφέρει οι Ιωνικές πόλεις, 100 η Κυλικεία, 100 από τον Ελλήσποντο και τα υπόλοιπα από πολλές άλλες πόλεις. Το σύνολο του Περσικού στόλου ήταν 1207 πλοία, υποστηριζόμενος από άλλα 3000 μικρότερα πλοιάρια. Οι μάχιμοι άνδρες στις τριήρεις ήταν περίπου 36,000 και με τους κωπηλάτες 240,000. Οι Έλληνες, κατά μήκος των ακτών της Θράκης και των νήσων, συνεισέφεραν 120 πλοία.
Όταν ο Περσικός στόλος αγκυροβόλησε στα παράλια της Μαγνησίας, μια τρομερή θύελλα, η οποία κράτησε για τρεις μέρες, κατέστρεψε 400 πλοία και σχεδόν όλα από τα μικρότερα πλοιάρια. Αυτό το συμβάν έδωσε θάρρος στον Ελληνικό στόλο και επέστρεψε στον Αρτεμίσιο. Όταν η καταιγίδα πέρασε, ο Περσικός στόλος έπλευσε γύρω από τον Παγασητικό κόλπο και αγκυροβόλησε στην Αφέτη. Δεκαπέντε πλοία, τα οποία είχαν παραμείνει πίσω και είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους, νομίζοντας ότι ο Ελληνικός στόλος στο Αρτεμίσιο ήταν δικός τους, όταν πλησίασαν αιχμαλωτίσθηκαν. Αλλά όταν ο Περσικός στόλος τους πλησίασε, οι Έλληνες βλέποντας τον μεγάλο αριθμό των Περσικών πλοίων ήθελαν να φύγουν από την περιοχή. Με δυσκολία οι Ευβοιείς, οι οποίοι μετέφεραν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, τους έπεισαν να παραμείνουν και να αντιμετωπίσουν τον εχθρό εκεί.
Οι Πέρσες απέστειλαν αμέσως 200 πλοία, τα οποία έπλευσαν γύρω από την Εύβοια, για να καταλάβουν τον Εύριπο, ακριβώς πίσω από τον Ελληνικό στόλο και να εμποδίσουν την διαφυγή τους. Οι Έλληνες, οι οποίοι ειδοποιήθηκαν για την Περσική κίνηση από τον έξοχο δύτη Σκυλλία της Σκιώνος, αποφάσισαν να αποπλεύσουν κατά την διάρκεια της νύχτας στον Εύριπο, για να τα αντιμετωπίσουν. Αλλά το απόγευμα έγινε αλλαγή στο σχέδιο και επετέθησαν στο κύριο σώμα του Περσικού στόλου. Η μάχη κράτησε αρκετές ώρες και οι Έλληνες συνέλαβαν 30 Περσικά πλοία, ενώ οι Πέρσες κατέλαβαν μόνο ένα Λιμναίο. Κατά την διάρκεια της νύχτας, οι Πέρσες είχαν άλλη μια κακοτυχία. Μια σφοδρή θύελλα κατέστρεψε τα 200 πλοία που είχαν σταλεί στον Εύριπο και έπλεαν στα επικίνδυνα παράλια, της περιοχής Τρύπες. Πολλά πλοία από το κύριο σώμα του στόλου επίσης καταστράφηκαν, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τους Πέρσες να δώσουν και άλλη μάχη, δύο μέρες αργότερα. Μια μέρα πριν από την μάχη, 53 Αθηναϊκές τριήρεις ήλθαν και ενώθηκαν με τον Ελληνικό στόλο. Η ναυμαχία ήταν σκληρή και κράτησε ολόκληρη την ημέρα, με απώλειες μεγάλες και από τις δύο πλευρές. Όταν ήλθαν τα νέα, ότι οι Θερμοπύλες έπεσαν στους Πέρσες, τα Ελληνικά πλοία έπλευσαν για την Σαλαμίνα.
Αν και οι ναυμαχίες στο Αρτεμίσιο δεν ήταν νικηφόρες, έδωσαν θάρρος και ελπίδα στους Έλληνες, οι οποίοι πίστεψαν, ότι κάτω από καλύτερες συνθήκες, θα μπορούσαν να νικήσουν τους Πέρσες στην θάλασσα. Ο κόλπος της Σαλαμίνας, όπου ο Ελληνικός στόλος έπλευσε, ήταν μια καλά διαλεγμένη τοποθεσία για να πολεμήσουν τον εχθρό, γιατί στα στενά του κόλπου, το πλεονέκτημα που είχαν οι Πέρσες σε αριθμό πλοίων, εκμηδενίζονταν. Ο στόλος προστάτευε επίσης την μεταφορά των πολιτών από την Αττική, οι οποίοι έφευγαν από τα σπίτια τους για την Αίγινα, την Τροιζηνία και την Σαλαμίνα. Εν όψει του άμεσου κινδύνου επετράπη η επιστροφή των εξόριστων Αθηναίων, που μεταξύ αυτών ήταν ο Αριστείδης και ο Ξάνθιππος.
Στο μεταξύ, ο Ξέρξης είχε φθάσει στην Αθήνα και περικύκλωσε την Ακρόπολη. Ένα μέρος του στρατού στρατοπέδευσε στον Άρειο Πάγο, από όπου έριχναν αναμμένα βέλη, καίγοντας τις ξύλινες οχυρώσεις της Ακροπόλεως. Οι λιγοστοί υπερασπιστές του θείου βράχου δεν παραδόθηκαν και όταν οι Πέρσες προσπαθούσαν να αναρριχηθούν στα τείχη, έριχναν πελώριους βράχους πάνω τους. Οι Πέρσες κατέλαβαν την Ακρόπολη, όταν βρήκαν ένα απροστάτευτο σημείο, κοντά στον ναό της Αγλαύρου. Ένα μικρό σώμα ανέβηκε στον βράχο, μπήκε στην Ακρόπολη και άνοιξε τις πύλες στον Περσικό στρατό. Οι Αθηναίοι υπερασπιστές σφαγιάστηκαν ή έπεσαν από τα τείχη. Όλα τα κτίρια και οι ναοί της Ακροπόλεως λεηλατήθηκαν και κάηκαν. Οι Αθηναίοι εξόριστοι, που πήγαν στην Ακρόπολη την επόμενη ημέρα για να προσφέρουν θυσία, είδαν με έκπληξη το ιερό δένδρο της ελιάς, το οποίο είχε καεί ολοσχερώς, να έχει πετάξει ένα καινούργιο βλαστάρι, περίπου τριάντα εκατοστά.
Από τα πλοία και από το νησί της Σαλαμίνας, οι Αθηναίοι και οι υπόλοιποι Έλληνες έβλεπαν την πόλη της Αθήνας τυλιγμένη στις φλόγες. Πολλοί έχασαν το κουράγιο τους από το θέαμα και ήθελαν να οπισθοχωρήσουν στον Ισθμό.

Ο Ελληνικός στόλος αποτελείτο από 180 Αθηναϊκά πλοία, 40 Κορινθιακά, 30 Αιγινίτικα, 20 των Μεγαρέων, 20 των Χαλκιδέων, 16 των Λακεδαιμονίων, 15 των Σικυωνίων, 10 της Επιδαύρου, 7 της Ερέτριας, 7 της Keos, 5 των Τροιζηνίων, 4 της Νάξου, 3 της Ερμιόνης, 2 της Στυρέας, 1 της Κύνθου, 1 του Κρότωνα και μερικά πλοία με πενήντα κωπηλάτες. (Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το σύνολο ήταν 366 πλοία, ενώ ο Αισχύλος αναφέρει μόνο 310).
Ο Περσικός στόλος τώρα δεν είχε λιγότερα από 900 πλοία. Τα πλοία που είχαν καταστραφεί στην καταιγίδα και στις ναυμαχίες στο Αρτεμίσιο, είχαν αναπληρωθεί μερικώς από τις παράλιες πόλεις της βορείου Ελλάδος και τα νησιά.
Στο Περσικό συμβούλιο, ο Ξέρξης ρώτησε τους στρατηγούς του, εάν θα έπρεπε να δώσουν μάχη. Όλοι απάντησαν καταφατικά, εκτός από την Αρτεμισία, την βασίλισσα της Αλικαρνασσού, της Καρίας, η οποία είπε στον Ξέρξη, ότι εάν δεν έδιναν μάχη, οι Έλληνες θα διέλυαν τον στόλο τους και γι αυτό δεν θα έπρεπε να επιτεθούν, διακινδυνεύοντας όχι μόνο τον στόλο, αλλά και το στρατό της ξηράς. Πρότεινε αντί για ναυμαχία, να εισβάλλουν με τον στρατό και να καταλάβουν την Πελοπόννησο. Αν και ο Ξέρξης επευφήμησε την γνώμη της, προτίμησε την πλειοψηφία των στρατηγών του και έδωσε διαταγή για επίθεση την επόμενη ημέρα.
Στο πρώτο Ελληνικό πολεμικό συμβούλιο, οι Πελοποννήσιοι στρατηγοί, ιδιαιτέρως ο Κορίνθιος ναύαρχος, Αδείμαντος, είχαν αντίθετη γνώμη με τις προτάσεις του Θεμιστοκλή, να μείνουν κα να δώσουν μάχη στα στενά, φοβούμενοι ότι κινδύνευαν να αιχμαλωτισθούν. Τα επιχειρήματα τους ήταν ότι, αν ο στόλος έπλεε στον Ισθμό της Κορίνθου, θα επικοινωνούσαν καλύτερα με τις χερσαίες δυνάμεις και θα μπορούσαν να προστατεύσουν τις πόλεις της Πελοποννήσου που δεν είχαν καταληφθεί. Μάταια ο Θεμιστοκλής προσπαθούσε να τους πείσει και στην ψηφοφορία η πλειοψηφία διάλεξε να οπισθοχωρήσουν, αλλά ήταν νύχτα και αποφάσισαν να περιμένουν μέχρι το πρωί.
Όταν ο Θεμιστοκλής γύρισε από το συμβούλιο στο πλοίο του, ο φίλος του Μνησίφιλος μαθαίνοντας τις αποφάσεις που πήρε το συμβούλιο, του είπε: "Τότε Θεμιστοκλή, όλα έχουν χαθεί. Θα διαλυθούν και ο Ευρυβιάδης θα είναι ανήμπορος να τους συγκρατήσει. Πήγαινε και προσπάθησε να τον πείσεις, να δώσει μάχη εδώ." Ο Θεμιστοκλής αμέσως, μετά από τα λόγια αυτά, πήγε και βρήκε τον Ευρυβιάδη στο πλοίο του και τον έπεισε να καλέσει επείγον νυχτερινό συμβούλιο. Στην συγκέντρωση, δεν περίμενε τον Ευρυβιάδη να μιλήσει για τους λόγους της ξαφνικής συναντήσεως και πήρε τον λόγο. Ήταν τότε που ο Κορίνθιος ναύαρχος πρόσβαλε τον Θεμιστοκλή, λέγοντας του με δυνατή φωνή: "Θεμιστοκλή, αυτοί που ξεκινούν στα δημόσια αγωνίσματα πρώτοι, πριν να δοθεί η εκκίνησης, μαστιγώνονται". Ο Θεμιστοκλής προσβεβλημένος του απάντησε: "Πολύ σωστά, αλλά εκείνοι που μένουν πίσω, δεν φορούν το στεφάνι της νίκης". Ο Θεμιστοκλής τότε άρχισε να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να μείνουν κα να δώσουν μάχη στην Σαλαμίνα. Ο Πλούταρχος αναφέρει, ότι σε αυτήν την συνάντηση ο Ευρυβιάδης που θύμωσε με τα λόγια του Θεμιστοκλή, σήκωσε την ράβδο του να τον χτυπήσει. Ο Θεμιστοκλής τότε του είπε: "Άκουσον μεν, πάταξον δε" και συνέχισε να εξηγεί τους κινδύνους που θα αντιμετώπιζαν, εάν δεν μάχονταν στα στενά και έπλεαν στον Ισθμό. Πρώτον, θα έχαναν την Σαλαμίνα, την Αίγινα και τα Μέγαρα και έτσι θα έφερναν τους Πέρσες στην Πελοπόννησο. Δεύτερον, θα ήταν υποχρεωμένοι να πολεμήσουν στην ανοιχτή θάλασσα, χωρίς να έχουν καμία ελπίδα να κερδίσουν την μάχη. Τους υπενθύμισε επίσης, ότι πολλές Αθηναϊκές οικογένειες στην Σαλαμίνα θα έμεναν απροστάτευτες. Όταν τελείωσε, ο ναύαρχος Αδείμαντος είπε στον Ευρυβιάδη να σταματήσει να ακούει έναν άνδρα, ο οποίος δεν έχει πατρίδα. Ο Θεμιστοκλής, με μεγάλη οργή του είπε τότε, ότι οι Αθηναίοι είχαν 200 τριήρεις, με τις οποίες θα μπορούσαν να μεταφέρουν τις Αθηναϊκές οικογένειες και να εγκατασταθούν στην Σίρι της Ιταλίας. Αυτά τα λόγια είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα και ο Ευρυβιάδης αποφάσισε να παραμείνουν και να πολεμήσουν στην Σαλαμίνα, χωρίς να γίνει καμία ψηφοφορία. Μια τριήρης εστάλη στην Αίγινα για να εμψυχώσει το ηθικό του στόλου, φέρνοντας τα αγάλματα και τις εικόνες του Αιακού και των απογόνων του, τους ήρωες Τελαμώνα και Αίαντα.
Την επόμενη ημέρα, υπακούοντας στις διαταγές του Ευρυβιάδη, οι τριηραρχείς άρχισαν να ετοιμάζουν τα πλοία για επίθεση. Αλλά ήταν τέτοια η δυσαρέσκεια μεταξύ τους ώστε ζήτησαν να συγκαλέσει και τρίτο συμβούλιο. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, στις οποίες ο Θεμιστοκλής προσπάθησε να τους πείσει, έστειλε τον έμπιστο υπηρέτη του, τον Σίκινο, τον δάσκαλο των παιδιών του, ο οποίος μιλούσε την Περσική γλώσσα, στον Ξέρξη, να τον πληροφορήσει, ότι οι Έλληνες διαφωνούσαν και ήταν έτοιμοι να φύγουν με τα πλοία τους από την Σαλαμίνα και ότι μπορούσε να τους αποκλείσει και να κερδίσει μια εύκολη νίκη. Το συμβούλιο κράτησε μέχρι αργά την νύχτα, όταν ο Θεμιστοκλής έλαβε ένα μήνυμα, ότι κάποιος τον ζητούσε. Ήταν ο Αριστείδης, ο οποίος είχε επιστρέψει από την Αίγινα. Αφού χαιρετήθηκαν, ο Αριστείδης είπε του Θεμιστοκλή ότι οι Πέρσες είχαν περικυκλώσει την Σαλαμίνα και ήταν αδύνατο για τον στόλο να οπισθοχωρήσει. Ο Θεμιστοκλής τότε του είπε να το κρατήσει μυστικό και ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για τον αποκλεισμό του Ελληνικού στόλου και του ζήτησε να ανακοινώσει τα νέα στο συμβούλιο. Ο Αριστείδης εξήγησε στο συμβούλιο, ότι ολόκληρο το νησί ήταν περικυκλωμένο από τον Περσικό στόλο και ότι ήταν χάρις στο σκοτάδι της νύχτας, που το μικρό πλοίο του κατόρθωσε να περάσει απαρατήρητο ανάμεσα από τις εχθρικές γραμμές.
Στο μεταξύ, ο Περσικός στόλος που είχε αγκυροβολήσει προηγουμένως στο Φάληρο, με διαταγή του Ξέρξη, είχε περικυκλώσει την Σαλαμίνα. Ολόκληρη η Αιγυπτιακή ναυτική δύναμη των 200 πλοίων έπλευσε και έκλεισε τα στενά μεταξύ της Σαλαμίνας και των Μεγάρων. Ο υπόλοιπος στόλος απέκλεισε τα στενά της Σαλαμίνας και της Αττικής. Οι Πέρσες επίσης αποβίβασαν δυνάμεις στο μικρό νησί της Ψυτάλλειας, η οποία ευρίσκεται στο στόμιο των στενών, απέναντι της Κυνόσουρας, της Σαλαμίνας.
Ένας θρόνος είχε ετοιμασθεί στις παρυφές του όρους Αιγάλεω για τον Ξέρξη, απέναντι στο νησί της Σαλαμίνας, για να παρακολουθήσει την ναυμαχία.
Τα χαράματα της 29ης Σεπτεμβρίου, του 480 π.Χ., τα Περσικά πλοία, με τα Φοινικικά να προπορεύονται και τα Ιωνικά να ακολουθούν από πίσω, κινήθηκαν σε τρεις γραμμές μέσα στα στενά, προς την μεριά της Αττικής και σχηματίζοντας μια μακρά σειρά από τρία πλοία, πήραν θέση για μάχη. Τα Ελληνικά πλοία, τα οποία είχαν αγκυροβολήσει στην Σαλαμίνα το βράδυ, ήταν επίσης έτοιμα με ξεκούραστα πληρώματα, που είχαν κοιμηθεί στην στεριά. Οι Αθηναίοι πήραν μέρος στην αριστερή πτέρυγα, απέναντι από τους Φοίνικες, οι Αιγινίτες και οι Ευβοιείς ήταν στο κέντρο και οι Λακεδαιμόνιοι και οι άλλοι Πελοποννήσιοι στα δεξιά, απέναντι από τους Ίωνες. Λίγα λεπτά πριν να αρχίσει η μάχη, η τριήρης που είχε σταλεί στην Αίγινα, επέστρεψε και πήρε θέση. Υπήρχε ένας μικρός κυματισμός στα στενά εκείνη την ώρα και οι Έλληνες ναυτικοί, που ήξεραν το ρεύμα και είχαν πιο βαριά πλοία, αν και το ίδιο ευέλικτα όπως τα Περσικά, είχαν καθαρό πλεονέκτημα.
Όταν με το πρώτο φως της ημέρας δόθηκε το σύνθημα από τις σάλπιγγες, οι Έλληνες άρχισαν να τραγουδούν δυνατά τον πολεμικό τους παιάνα "Απόλλων, σωτήρα θεέ" και κινήθηκαν να εμπλακούν με τον εχθρό. Αλλά μετά από λίγο, σταμάτησαν και άρχισαν να κωπηλατούν προς τα πίσω. Εκείνη την στιγμή, μια γιγαντιαία υπερφυσική γυναικεία φιγούρα λέγεται ότι εμφανίσθηκε από επάνω τους, φωνάζοντας με μια δυνατή φωνή, που ακούστηκε από όλον το στόλο: "κακόμοιροι άνθρωποι, έως πότε θα οπισθοχωρείτε?". Όταν τα Περσικά πλοία άρχισαν να πλησιάζουν σε ημικυκλικό σχηματισμό, οι ενθουσιασμένοι Έλληνες κινήθηκαν ξανά προς τα εμπρός.
Το πρώτο έναυσμα της μάχης έγινε όταν μια Ελληνική τριήρης όρμησε μπροστά και εμβόλισε ένα Φοινικικό πλοίο. Αυτό έγινε αιτία για άλλες Ελληνικές τριήρεις να έλθουν προς βοήθεια της και έτσι ξεκίνησε η μάχη. Οι Αιγινήτες αργότερα διεκδίκησαν, ότι ήταν η δική τους τριήρης, την οποία είχαν στείλει να φέρει τις εικόνες του Αιακού και των απογόνων του, που άρχισε την μάχη. Στα στενά της Σαλαμίνας, τα Ελληνικά πλοία είχαν μεγαλύτερη ευελιξία και ήταν γρηγορότερα στην επίθεση. Οι Έλληνες μάχονταν με τάξη, χωρίς καμία σύγχυση, ενώ οι Πέρσες, αν και πολεμούσαν γενναία, κάτω από την εποπτεία του Ξέρξη, δεν είχαν κανένα τακτικό σχέδιο. Όταν οι Φοίνικες πλησίασαν, οι Αθηναίοι κινήθηκαν και επετέθησαν στα πλευρά τους, αποκόπτοντας τους από τον υπόλοιπο στόλο και οδηγώντας τους στις ακτές της Αττικής. Μετά από σκληρή μάχη, τα Περσικά πλοία πανικοβλήθηκαν και γύρισαν πίσω, πέφτοντας επάνω στα δικά τους, εμβολίζοντας τα, με τα χάλκινα έμβολα τους.
Ο Θεμιστοκλής άρπαξε την ευκαιρία και έδωσε διαταγή στην τριήρη του να επιτεθεί στην Περσική ναυαρχίδα, η οποία ήταν υπό τις διαταγές του στρατηγού Αραβίγνη, αδελφού του Ξέρξη. Άλλα όμως πλοία που προστάτευαν την ναυαρχίδα, προσπάθησαν να τον περικυκλώσουν. Ο τριήραρχος Αμεινίας, αδελφός του τραγικού ποιητή Αισχύλου και του ήρωα του Μαραθώνος Κυναίγειρου, που είδε τον κίνδυνο της τριήρεως του Θεμιστοκλή, όρμησε να βοηθήσει και με την πρύμνη του πλοίου του κτύπησε τα πλευρά της Περσικής ναυαρχίδας και την εμβόλισε. Ο Αραβίγνης τότε έδωσε εντολή να αποβιβασθούν στο πλοίο του Αμεινία και πήδησε πρώτος μέσα, αλλά σκοτώθηκε από τα βέλη. Το σώμα του αργότερα το πήρε η Αρτεμισία και το έδωσε στον Ξέρξη.
Το πλοίο της βασίλισσας Αρτεμισίας, η οποία ήταν επικηρυγμένη από τους Έλληνες για δέκα χιλιάδες δραχμές, κυνηγημένο από μια Αθηναϊκή τριήρη, υπό την αρχηγία του Αμεινία, βλέποντας ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος να διαφύγει, έπεσε πάνω σε ένα συμμαχικό πλοίο από την Καρία και το βύθισε. Οι Αθηναίοι μετά από αυτό το γεγονός, σταμάτησαν την καταδίωξη, νομίζοντας ότι το πλοίο ήταν με το μέρος τους. Ο Ξέρξης που παρατήρησε το συμβάν, πληροφορούμενος ότι το πλοίο που βυθίστηκε ήταν Ελληνικό, είπε για την Αρτεμισία: "Οι άνδρες μου έχουν γίνει γυναίκες και οι γυναίκες άνδρες".
Όταν οι Αθηναϊκές τριήρεις καταδίωκαν τα Περσικά πλοία, προκαλώντας μεγάλη καταστροφή, οι Αιγινίτες, οι οποίοι μετά την μάχη πήραν το πρώτο έπαθλο σε γενναιότητα (οι Αθηναίοι πήραν το δεύτερο), βγήκαν έξω στην ανοικτή θάλασσα καταστρέφοντας εκείνα τα πλοία που ξέφευγαν από τους Αθηναίους. Με το ηλιοβασίλεμα τα στενά της Σαλαμίνος είχαν γεμίσει από συντρίμμια, όταν ο Αριστείδης με ένα σώμα οπλιτών, αποβιβάστηκε στη Ψυτάλλεια σκοτώνοντας όλους του Πέρσες στρατιώτες που ήταν εκεί. Είχε βραδιάσει όταν η μάχη τελείωσε, με τον Περσικό στόλο μερικώς καταστρεμμένο ή αχρηστεμένο. Οι Έλληνες έχασαν 40 τριήρεις, οι δε Πέρσες 200 πλοία και γύρω στους 50,000 στρατιώτες.
Αν και οι Πέρσες ηττήθηκαν, οι χερσαίες τους δυνάμεις ήταν στην Αττική και ο στόλος τους ήταν ακόμη ισχυρός. Ο Πέρσης μονάρχης μέσα στην οργή του, μετά την μάχη αποκεφάλισε μερικούς Φοίνικες, τους οποίους θεώρησε υπεύθυνους για το χάσιμο της μάχης. Ο Φοινικικός στόλος μετά από αυτό το επεισόδιο, φοβούμενος την οργή του Ξέρξη απεχώρησε την νύχτα από το Φάληρο και έπλευσε για την χώρα του. Ο Ξέρξης πλέον, ο οποίος δεν μπορούσε να εμπιστευθεί στην ικανότητα του στόλου του να προστατεύσει την επιστροφή του στην Ασία και φοβούμενος ότι οι Έλληνες θα προσπαθούσαν να καταστρέψουν την γέφυρα του Ελλησπόντου, διέταξε τα καλύτερα τμήματα του στρατού του να αποβιβασθούν από τα πλοία και να βαδίσουν γρήγορα στον Ελλήσποντο, για να προστατεύσουν την γέφυρα. Συγχρόνως διέταξε τον στόλο να αποπλεύσει από το Φάληρο για την Ασία. Όταν οι Έλληνες είδαν τον Περσικό στόλο να φεύγει από τον Φάληρο, τους ακολούθησαν μέχρι το νησί της Άνδρου. Ο Θεμιστοκλής, ο οποίος ανυπομονούσε να δει τον Περσικό στρατό να εγκαταλείπει την Αττική, έστειλε και δεύτερο μήνυμα με τον Σίκινο στον Ξέρξη, λέγοντας του ότι ο Θεμιστοκλής από προσωπική φιλία γι αυτόν εμπόδισε τους Έλληνες, που ήθελαν να καταστρέψουν την γέφυρα του Ελλησπόντου.
Ο Μαρδόνιος στο μεταξύ, είχε καταπραΰνει τον θυμό του Ξέρξη, λέγοντας του ότι παρόλα αυτά, είχε κατορθώσει να κατακτήσει την Ελλάδα, να κάψει την Αθήνα και την Ερέτρια και να νικήσει τον καλύτερο στρατό της Ελλάδος, στις Θερμοπύλες. Αυτά είπε στον Ξέρξη ο Μαρδόνιος, προτείνοντας να τον αφήσει να μείνει στην Ελλάδα με 300,000 στρατό, για να ολοκληρώσει την κατάκτηση της. Ο Ξέρξης αφού συμβουλεύτηκε την Αρτεμισία, αποδέχθηκε το σχέδιο του Μαρδόνιου και έφυγε για τον Ελλήσποντο, φθάνοντας στην Ασία σε 45 ημέρες. Ο στρατός του, ο οποίος υπέφερε από πείνα, είχε μειωθεί κατά πολύ. Ο Μαρδόνιος ξεχειμώνιασε στην Θεσσαλία, ετοιμάζοντας τον στρατό του για καινούργια εκστρατεία.
Η μάχη των Πλαταιών
479 π.Χ.
Η απροθυμία, την οποία έδειξε η Σπάρτη μετά την μάχη των Θερμοπυλών και λίγο πριν την μάχη των Πλαταιών, δεν βοήθησε τους Έλληνες. Αλλά όταν τελικά πήρε την απόφαση να λάβει μέρος σοβαρά στον πόλεμο, το έκανε μεγαλειωδώς.
Πέντε χιλιάδες Σπαρτιάτες, ο καθένας τους ακολουθούμενος από επτά είλωτες, μαζί με πέντε χιλιάδες Λακεδαιμόνιους περίοικους (ο καθένας ακολουθούμενος από ένα είλωτα ελαφρά οπλισμένο) βάδισαν προς τον Ισθμό. Αυτός ήταν ένας αρκετά μεγάλος στρατός και ποτέ στο παρελθόν η Σπάρτη δεν είχε στείλει τόσο μεγάλη δύναμη στο πεδίο της μάχης. Στον Ισθμό, συναντήθηκαν με άλλους συμμάχους της Πελοποννήσου και προχώρησαν με κατεύθυνση τα Μέγαρα. Εκεί ενώθηκαν με τρεις χιλιάδες Μεγαρείς και τελικά στις Πλαταιές με οκτώ χιλιάδες Αθηναίους οπλίτες. Η πόλη των Πλαταιών συνείσφερε εξακόσιους οπλίτες, οι οποίοι ήλθαν από την Σαλαμίνα υπό την αρχηγία του Αριστείδη. Ο αριθμός των Ελληνικών δυνάμεων έφθανε τώρα τις τριάντα οκτώ χιλιάδες οπλίτες, οι οποίοι μαζί με τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες και τους είλωτες πλησίαζε τις εκατό δέκα χιλιάδες άνδρες. Ο αριθμός αυτός συμπεριλάμβανε τους χιλίους οκτακοσίους σχεδόν άοπλους Θεσπιείς. Δεν υπήρχε ιππικό και οι τοξότες ήταν πολλοί λίγοι.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε για την άφιξη των Λακεδαιμονίων, έφυγε από την Αττική δια μέσου της Δεκέλειας, πέρασε το βουνό Πάρνων και μπήκε στην Βοιωτία. Βαδίζοντας επί δύο μέρες κατά μήκος του Ασωπού ποταμού, στρατοπέδευσε κοντά την πόλη των Πλαταιών.
Οι Έλληνες, αφού συμβουλεύτηκαν τους Θεούς με θυσίες στην Ελευσίνα, βάδισαν πάνω από τις κορυφές του Κιθαιρώνα και κατεβαίνοντας από το βόρειο τμήμα είδαν το στρατόπεδο του Περσικού στρατού στην πεδιάδα του Ασωπού. Ο βασιλιάς Παυσανίας, που περίμενε καλούς οιωνούς από τις θυσίες, κρατούσε τις δυνάμεις του μακριά από τις επιθέσεις του Περσικού ιππικού, κοντά στις Ερυθρές, όπου το έδαφος ήταν ανόμοιο και τραχύ, αλλά ακόμα και αυτό δεν εμπόδισε τον στρατηγό Μασίστιο να επιτεθεί στους Έλληνες. Όταν οι Μεγαρείς βρέθηκαν σε μεγάλο κίνδυνο και είχαν μεγάλες απώλειες, τριακόσιοι Αθηναίοι οπλίτες επέτυχαν να αναχαιτίσουν τους Πέρσες, σκοτώνοντας τον μεγαλόσωμο και γενναίο Μασίστιο. Το σώμα του, το παρέλασαν θριαμβευτικά επάνω σε άρμα. Το γεγονός αυτό ενθουσίασε τον Παυσανία, ο οποίος έφερε τον στρατό στην πεδιάδα, σε παράταξη στην δεξιά πλευρά του Ασωπού.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε την αλλαγή της θέσεως των Ελληνικών δυνάμεων, διέταξε τον στρατό του να πάρει θέση απέναντι τους, στην άλλη όχθη του Ασωπού. Ο ίδιος πήρε το πόστο της αριστεράς πτέρυγας, αντιμέτωπος των Λακεδαιμονίων. Ο υπόλοιπος στρατός του, αποτελούμενος από τους Έλληνες που είχαν προσχωρήσει στους Πέρσες, πενήντα χιλιάδες τον αριθμό, ήταν αντιμέτωπος των Αθηναίων. Το κέντρο του Μαρδόνιου αποτελείτο από Βακτριείς και Ινδούς. Ολόκληρος ο στρατός ανήρχετο στις τριακόσιες χιλιάδες άνδρες.
Επί οκτώ μέρες η επίθεσης αναβλήθηκε και από τις δύο πλευρές, λόγω κακών οιωνών. Την όγδοη ημέρα ο Μαρδόνιος με την συμβουλή του Θηβαίου αργηγού Τιμαγενίδα, έκοψε τις γραμμές ανεφοδιασμού των Ελλήνων και κατέλαβε μία μεγάλη αποστολή με εφόδια, σε μια πλαγιά του Κιθαιρώνα. Ο Αρτάβαζος επίσης τον συμβούλευσε να συνεχίσει αυτήν την τακτική ενοχλήσεων, αλλά ο Μαρδόνιος ήταν ανυπόμονος και διέταξε το ιππικό του να επιτεθεί, καταλαμβάνοντας την πηγή των Γαργαπαθείων.
Ο Παυσανίας συγκάλεσε το πολεμικό συμβούλιο και πήραν την απόφαση να οπισθοχωρήσουν σε μια τοποθεσία ονομαζόμενη Νησί, η οποία βρισκόταν δυο χιλιόμετρα μακρύτερα και στη μισή απόσταση από την πόλη των Πλαταιών. Όταν ο Παυσανίας έδωσε το βράδυ την διαταγή για οπισθοχώρηση, μερικοί από τους Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να ακολουθήσουν. Οι απειλές δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα να πεισθεί ο Σπαρτιάτης λοχαγός Αμομφεράτος, ο οποίος παίρνοντας μία μεγάλη πέτρα, την πέταξε στα πόδια του Παυσανία, με την εξής φράση:
"με αυτή την πέτρα δίνω την ψήφο μου να μην οπισθοχωρήσω".
Ο Παυσανίας, που δεν είχε καιρό να χάσει γιατί το ξημέρωμα έφτανε, άφησε τον Αμομφεράτο και τον λόχο του πίσω και βιάστηκε να πάει στο Νησί. Αργότερα ο Αμομφεράτος τους ακολούθησε.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε ότι οι Έλληνες είχαν οπισθοχωρήσει, διέταξε επίθεση. Ο στρατός περνώντας το ποτάμι του Ασωπού, άρχισε να ρίχνει βέλη στους Έλληνες, οι οποίοι όμως δεν ανταπέδωσαν, περιμένοντας ακόμη τους καλούς οιωνούς από τις θυσίες. Όταν τελικά οι θυσίες καρποφόρησαν και άρχισε η μάχη ο Μαρδόνιος, επικεφαλής της σωματικής του φρουράς των χιλίων ανδρών, ήταν στην πρώτη γραμμή και πολεμούσε γενναία μέχρις ότου έπεσε, χτυπημένος από τον Σπαρτιάτη Αείμνηστο. Όταν ο Μαρδόνιος σκοτώθηκε, ο Περσικός στρατός οπισθοχώρησε στο οχυρωμένο στρατόπεδο τους. Αλλά αυτό δεν τους έσωσε, γιατί οι Έλληνες τους ακολούθησαν κατορθώνοντας να μπούνε μέσα. Έγινε μεγάλη σφαγή και μόνον τρεις χιλιάδες Πέρσες από τις τριακόσιες χιλιάδες κατόρθωσαν να σωθούν, δραπετεύοντας. Οι Έλληνες έχασαν μόνον χιλίους τριακοσίους άνδρες.

Τα Χρόνια του Περικλή
Όταν ο Περσικός στρατός έφυγε από την Ελλάδα, οι κάτοικοι των Ελληνικών πόλεων γύρισαν στα σπίτια τους. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι βρισκόταν στην Τροιζηνία, Αίγινα και Σαλαμίνα, μετά την μάχη των Πλαταιών γύρισαν και βρήκαν την πόλη τους τελείως κατεστραμμένη και την ύπαιθρο ερημωμένη. Άρχισαν αμέσως να ξαναχτίζουν την πόλη και να υψώνουν τείχη (478 π.Χ.). Οι Αιγινήτες αμέσως ειδοποίησαν τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι με το πρόσχημα ότι οι οχυρώσεις θα βοηθούσαν τους Πέρσες σε μια άλλη εκστρατεία τους, πρότειναν στους Αθηναίους να γκρεμίσουν τα τείχη. Φυσικά η Σπάρτη φοβόταν μόνο την ανερχόμενη δύναμη της Αθήνας.
Ο Θεμιστοκλής τότε επινόησε ένα σχέδιο και ως πρέσβης μαζί με τον Αριστείδη και τον Αμβρωνίχο, πήγε στην Σπάρτη, αφήνοντας εντολή στους Αθηναίους να χτίσουν τα τείχη κατά την διάρκεια της απουσίας του, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Στην Σπάρτη, χρησιμοποίησε όλη την διπλωματία του για να κερδίσει χρόνο και όταν οι Αθηναίοι, οι οποίοι εργάζονταν στα τείχη, νύχτα και μέρα, άνδρες και γυναίκες, τον ειδοποίησαν ότι η δουλειά είχε σχεδόν τελειώσει, το ανακοίνωσε στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα πλέον, παρά να το δεχθούν. Αν και τα τείχη κτίσθηκαν μόνο στο μισό ύψος από αυτό που προβλεπόταν (υψώθηκαν μόνο 18 μέτρα), προστάτευαν την πόλη και ο Θεμιστοκλής ξεκίνησε το μακρόχρονο και μεγαλεπήβολο σχέδιο του να κάνει την Αθήνα την μεγαλύτερη ναυτική και εμπορική δύναμη της Ελλάδος. Το σχέδιο του ήταν να κατασκευάζει 20 τριήρεις κάθε χρόνο και να δημιουργήσει αποικία στην Ιταλία, αλλά δεν πρόλαβε να το τελειώσει.
Ο Κίμων
466 - 449 π.Χ.
Οι ολιγαρχικοί και οι αρχηγοί τους, ο Αλκμέων, Κίμων και Ξάνθιππος, με την βοήθεια της Σπάρτης κατόρθωσαν να εξοστρακίσουν τον Θεμιστοκλή, το 461 π.Χ. Οι καινούργιοι ηγέτες στην Αθήνα, ο Αριστείδης και ο Κίμων, συνέχισαν τα σχέδια του μεγαλοφυούς Θεμιστοκλή. Ο Αριστείδης ήταν υπεύθυνος για την διοίκηση των Ελληνικών νησιών, τα οποία είχαν συμφωνήσει να προσχωρήσουν στην κηδεμονία της Αθήνας. Το θησαυροφυλάκιο της συμμαχίας βρισκόταν στο ιερό νησί της Δήλου. Ο Αριστείδης αποφάσισε ότι μερικοί από τους συμμάχους όφειλαν να διατηρούν έναν ορισμένο αριθμό πλοίων στην θάλασσα και τα νησιά που δεν είχαν την δυνατότητα, να πληρώνουν μια εισφορά στο θησαυροφυλάκιο, ξεκινώντας έτσι την ίδρυση της Αθηναϊκής ναυτικής κυριαρχίας.
Ο πόλεμος με την Περσία συνεχίζονταν και ο Κίμων με ένα μεγάλο στόλο έπλευσε στην Θράκη και πολιόρκησε το Ίον, στον ποταμό Στρυμόνα (476 π.Χ.). Οι πολιορκημένοι, ο Πέρσης κυβερνήτης με την φρουρά του, μετά από σκληρή μάχη αντί να παραδοθεί έριξε το χρυσό και το ασήμι της πόλης στο ποταμό και αφού άναψε μια πυρά, έκαψε την γυναίκα του, τα παιδιά του και τους δούλους του, πέφτοντας και ο ίδιος στην φωτιά στο τέλος. Σύντομα όλες οι άλλες Ελληνικές πόλεις, εκτός από τον Δορίσκο, οι οποίες είχαν Περσική φρουρά, παραδόθηκαν. Ο Κίμων αργότερα έπλευσε εναντίον της νήσου Σκύρου (476 π.Χ.) και σαν διοικητής της Αμφικτιονικής συμμαχίας, εκδίωξε τους Δόλοπες πειρατές και έφερε Αθηναίους να κατοικήσουν στο νησί. Μαζί του, έφερε πίσω τα οστά του Θησέα ο οποίος είχε δολοφονηθεί στο νησί οχτακόσια χρόνια πριν. Όταν το νησί της Νάξου το 466 π.Χ., μέλος της συμμαχίας, αρνήθηκε να συνεισφέρει στη συμμαχία, ο Κίμων έπλευσε με μεγάλο στόλο και αφού ανάγκασε τους κατοίκους να παραδοθούν, τους υποδούλωσε.
Από την Νάξο, ο Κίμων έπλευσε στην Ασία και αφού συγκέντρωσε ένα στόλο από 200 τριήρεις, πολιόρκησε την Ελληνική πόλη της Φασελής. Αμέσως μετά την κατάληψη της, έπλευσε στον ποταμό Ευρυμέδωνα το 466 π.Χ., για να επιτεθεί στον Περσικό στόλο. Μετά από ολοκληρωτική νίκη, όπου 200 πλοία κατελήφθησαν, ο Κίμων κατεδίωξε τους Πέρσες, οι οποίοι είχαν στο μεταξύ αποβιβασθεί στην ξηρά και τους νίκησε. Όταν έλαβε μήνυμα, ότι 80 Φοινικικά πλοία βρισκόταν στην Ίδρο της Κύπρου, έπλευσε όσο το γρηγορότερο μπορούσε, νικώντας τους και καταστρέφοντας αρκετά πλοία. Αυτή ήταν η τρίτη νίκη μέσα σε μια μέρα του γενναίου και ένδοξου στρατηγού Κίμωνα, ανεβάζοντας την Αθήνα στο απόγειο της δύναμης της.
Ποτέ δεν ήταν η επιρροή του Κίμωνα στις αποφάσεις της Αθήνας μεγαλύτερη. Από την τεράστια περιουσία του έκτισε με δικά του έξοδα το νότιο τείχος της Ακροπόλεως. Άρχισε επίσης να κτίσει τα τείχη, τα οποία συνέδεαν την Αθήνα με τα λιμάνια της (Πειραιά, Φάληρο). Εφύτευσε τον κήπο της Ακαδημίας, καθώς και την αγορά με πλατάνια. Όταν το νησί της Θάσου ζήτησε δικαιώματα στα λιμάνια και στα ορυχεία της Θρακικής χερσονήσου, τα οποία κατείχαν οι Αθηναίοι, ο Κίμων έπλευσε με μεγάλο στόλο στο νησί και νίκησε τον στρατό της Θάσου, πρώτα στην θάλασσα και μετά στην στεριά, πολιορκώντας την πόλη, η οποία τελικά παρεδόθη μετά από δύο χρόνια, το 463 π.Χ. Οι Αθηναίοι γκρέμισαν τα τείχη, πήραν τα πλοία τους και τους ανάγκασαν να πληρώσουν ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Συγχρόνως, ο Κίμων έφερε 10,000 Αθηναίους να κατοικήσουν την περιοχή, ονομαζόμενη "Εννέα δρόμοι" (μετέπειτα ονομάσθηκε Αμφίπολη), απέναντι από την Θάσο. Στο μεταξύ οι κάτοικοι της Θάσου ζήτησαν την βοήθεια της Σπάρτης, η οποία ήταν έτοιμη να τους βοηθήσει στέλνοντας στρατό για να εισβάλει στην Αττική, αλλά οι ετοιμασίες σταμάτησαν όταν ένα ισχυρός σεισμός κατέστρεψε ολόκληρη την πόλη της Σπάρτης, το 464 π.Χ.
Αυτή ήταν η ευκαιρία που περίμεναν οι Μεσσήνιοι για να επαναστατήσουν (3ος Μεσσηνιακός Πόλεμος 464 π.Χ.). Η Σπάρτη με την βοήθεια των Πελοποννησίων, μη μπορώντας να καταλάβει το φρούριο των Μεσσηνίων, την Ιθώμη, ζήτησε την βοήθεια των Αθηναίων. Οι δημοκρατικοί με αρχηγό τους τον Περικλή, αρνήθηκαν να βοηθήσουν την Σπάρτη, αλλά ο Κίμων τους έπεισε και επικεφαλής στρατού έφθασε στην Ιθώμη. Μετά από ανεπιτυχή επίθεση στο οχυρό, στην οποία έλαβαν μέρος και οι Αθηναίοι, οι Σπαρτιάτες τους έδιωξαν. Μετά από αυτό το γεγονός, οι προσβεβλημένοι Αθηναίοι υπό την αρχηγία του Περικλή, κατάφεραν να εξορίσουν τον Κίμωνα.
Οι κάτοικοι των Μεγάρων δυσαρεστημένοι με τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι άφηναν τους Κορινθίους να τους επιτείθονται, έκαναν συμμαχία με τους Αθηναίους (459 π.Χ.). Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν ο πόλεμος που άνοιξε η Κόρινθος εναντίον της Αθήνας. Ένα μικρό τμήμα Αθηναϊκού στρατού που αποβιβάστηκε στους Αλιείς στην Ακτή (459-458 π.Χ.), νικήθηκε από τους Κορινθίους, αλλά σε ναυμαχία μεταξύ των Αθηναίων και Κορινθίων, η οποία έλαβε μέρος κοντά στο νησάκι Κεκρυφάλια, στον Σαρωνικό κόλπο ανάμεσα στην Αίγινα και τις Αργολικές ακτές, οι Αθηναίοι νίκησαν τους Κορινθίους. Οι Αθηναίοι νίκησαν επίσης και τους Αιγινήτες μαζί με τους συμμάχους τους, σε μεγάλη ναυμαχία κοντά στην Αίγινα, καταστρέφοντας και καταλαμβάνοντας εβδομήντα πλοία. Μετά από την μάχη, οι Αθηναίοι αποβιβάστηκαν στην Αίγινα και πολιόρκησαν την πόλη, η οποία έπεσε μετά από δύο χρόνια (457-456 π.Χ.). Η Αίγινα αναγκάσθηκε να εισέλθει στην συμμαχία, σαν η πιο πλούσια υποτελής πόλη.
Όταν οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι τους εισέβαλλαν στα Μέγαρα το 458 π.Χ., γνωρίζοντας ότι οι Αθηναϊκές δυνάμεις βρισκόταν στην Αίγινα, ο έξοχος Αθηναίος στρατηγός Μυρωνίδης, συγκέντρωσε ένα στρατό από γέροντες και παιδιά και πήγε να βοηθήσει τους Μεγαρείς. Σε μια αμφίρροπη μάχη εναντίων των Κορινθίων, οι οποίοι αργότερα έφυγαν, οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιο. Κατακρινόμενοι από τους κατοίκους της Κορίνθου, ο Κορινθιακός στρατός μετά από δώδεκα μέρες επέστρεψε πίσω και άρχισε να στήνει δικό του τρόπαιο. Όταν οι Αθηναίοι τους είδαν, βγήκαν έξω από τα τείχη των Μεγάρων και μετά από μάχη τους σκότωσαν, καθώς και άλλες δυνάμεις που ήλθαν προς βοήθεια τους.
Την ίδια περίοδο που η Αθήνα κέρδιζε αυτές τις απίστευτες μάχες, ένα μέρος της ναυτικής της δυνάμεως βρισκόταν στην Αίγυπτο, όπου 200 Αθηναϊκά και συμμαχικά πλοία έπλεαν στις ακτές της Κύπρου και της Φοινικίας. Εκεί, προσκαλέστηκαν από τον Λίβυο πρίγκιπα Ίναρο, γιο του Ψαμμέτιχου, ο οποίος είχε επαναστατήσει εναντίον της Περσίας. Ο Αθηναϊκός στόλος έπλευσε κατά μήκος του Νείλου προς τα πάνω, και διαπίστωσε ότι ο Ίναρος είχε καταφέρει να νικήσει τον Περσικό στόλο. Ο στόλος τότε έπλευσε στην Μέμφιδα, όπου κατόρθωσε να απομακρύνει τις Περσικές δυνάμεις, αλλά απέτυχε να καταλάβει την οχυρωμένη Ακρόπολη (459 π.Χ.). Η πολιορκία του οχυρού κράτησε μερικά χρόνια, κατά την διάρκεια της οποίας ο Αρταξέρξης ετοίμασε ένα μεγάλο στρατό και Φοινικικό στόλο υπό την αρχηγία του Μεγαβύζου. Οι Αθηναίοι ήταν αναγκασμένοι να οπισθοχωρήσουν στο νησί Φωσφορίτης, στο Νείλο, όπου αντιστάθηκαν γενναία, έως ότου ο Μεγαβύζος με τον στόλο του άλλαξε την πορεία του καναλιού που σχημάτιζε το νησί και τους επιτέθηκαν στην ξηρά. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν κάψει τα πλοία τους, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Οι Πέρσες τους σκότωσαν όλους εκτός από μερικούς στρατιώτες που κατάφεραν να δραπετεύσουν στην Κυρήνη. Χωρίς να έχουν γνώση των γεγονότων αυτών,50 Αθηναϊκά πλοία που ήλθαν να βοηθήσουν, ηττήθηκαν και σχεδόν όλα καταστράφηκαν.
Η Σπάρτη ζηλότυπη για τις επιτυχίες της Αθήνας, με το πρόσχημα ότι βοηθάει τους Δωρείς, των οποίων την περιοχή είχαν καταλάβει οι Φωκείς, έστειλαν 1500 οπλίτες και μαζί με 10,000 συμμάχους βάδισαν στην Δωρία, αναγκάζοντας τους Φωκείς να οπισθοχωρήσουν. Από την Φωκίδα οι Σπαρτιάτες προχώρησαν στην Βοιωτία σύμφωνα με το σχέδιο τους, όπου αναστήλωσαν τις οχυρώσεις στην Θήβα και υπέταξαν τις άλλες γύρω πόλεις, με εντολή να υπακούουν στην Θήβα. Εκεί οι Σπαρτιάτες δέχθηκαν πρόταση από το ολιγαρχικό κόμμα των Αθηνών, με την υπόσχεση να τους βοηθήσουν να ανατρέψουν την δημοκρατία. Όταν οι Λακεδαιμόνιοι πήραν θέση στην Τανάγρα, στα σύνορα της Αττικής, οι Αθηναίοι αμέσως συγκέντρωσαν στρατό, 14,000 ανδρών, συμπεριλαμβανομένων 1000 Αργείων και του Θεσσαλικού ιππικού και βάδισαν να εμπλακούν μαζί τους. Πριν από την μάχη, ο εξόριστος Κίμων, ζήτησε να λάβει μέρος στην μάχη, σαν απλός πολίτης. Οι Αθηναίοι όμως, υποψιαζόμενοι ότι είχε λάβει μέρος στην ολιγαρχική προδοσία, αρνήθηκαν. Ο Κίμων τότε έδωσε τα άρματα του σε φίλους, λέγοντας τους να πολεμήσουν για την τιμή του. Εκατό από τους φίλους του Κίμωνα έπεσαν στην μάχη, πολεμώντας με αυτοθυσία και ηρωισμό. Η αιματηρή και αμφίρροπη μάχη έλαβε μέρος το 457 π.Χ., στην οποία οι Λακεδαιμόνιοι απέκτησαν το πλεονέκτημα, όταν το Θεσσαλικό ιππικό με δόλο εγκατέλειψε τους Αθηναίους. Οι Σπαρτιάτες μετά την μάχη, αν και νίκησαν, δεν ήταν σε θέση να εισβάλλουν στην Αττική και αφού λεηλάτησαν περιοχές των Μεγάρων, αποσύρθηκαν. Ο εξόριστος Κίμων, μετά από εισήγηση του Περικλή, επέστρεψε από την εξορία.
Στην αρχή του έτους 456 π.Χ. και δύο μήνες μετά από την μάχη της Τανάγρας, οι Αθηναίοι εισέβαλλαν στην Βοιωτία. Οι Βοιωτοί συγκέντρωσαν μεγάλο στρατό και ήλθαν στα Οινόφυτα, όπου η μάχη έλαβε μέρος. Ο γενναίος στρατηγός Μυρωνίδης κέρδισε μια ολοκληρωτική και αποφασιστική νίκη. Οι Αθηναίοι αφού κατέλαβαν τις Βοιωτικές πόλεις, εξόρισαν τους συνεργάτες των Λακεδαιμονίων και εγκαθίδρυσαν δημοκρατική κυβέρνηση.
Ένα χρόνο μετά την μάχη στα Οινόφυτα, η Αθήνα τελείωσε τα μακρά τείχη. Ο στρατηγός Τολμήδης με στόλο έπλευσε στην Πελοπόννησο και έκαψε τα λιμάνια των Λακεδαιμονίων, την Μεθώνη και το Γύθειο, κατέλαβε επίσης την Ναύπακτο στην Λοκρίδα, εγκαθιστώντας τους Μεσσηνίους και τους Είλωτες.
Το 452 π.Χ., η Αθήνα και η Σπάρτη έκαναν ανακωχή, κατόπιν εισήγησης του Κίμωνα, για μια περίοδο πέντε χρόνων. Μετά την ανακωχή, ο Κίμων βρήκε την ευκαιρία να συνεχίσει τον πόλεμο με τους Πέρσες. Έπλευσε στην Κύπρο με 200 τριήρεις της συμμαχίας. Από εκεί, έστειλε 60 πλοία στην Αίγυπτο να βοηθήσει τον πρίγκιπα Αμυρταίο, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες στο Δέλτα. Ο Κίμων με τον υπόλοιπο στόλο πολιόρκησε το Κίτιο στην Κύπρο. Κατά την διάρκεια της πολιορκίας ο Κίμων πέθανε και την αρχηγία του στόλου ανέλαβε ο Αναξικράτης, ο οποίος έφυγε από το Κίτιο για να αντιμετωπίσει τον Φοινικικό και Σικελικό στόλο στην Σαλαμίνα της Κύπρου. Ο Ελληνικός στόλος κέρδισε μια ολοκληρωτική νίκη στην ξηρά και στην θάλασσα και αφού ενώθηκε με τα εξήντα πλοία στην Αίγυπτο, έπλευσε για την Αθήνα.
Το έτος 448 π.Χ., η Αθήνα έφθασε στο απώτερο σημείο της δυνάμεως της, στην ξηρά και στην θάλασσα. Στην διάρκεια των προηγουμένων χρόνων, η Αθήνα είχε αποκτήσει την συμμαχία των Μεγάρων, της Βοιωτίας, Φωκίδος, Λοκρίδας, Τροιζηνίας και Αχαΐας και είχε καταλάβει επίσης το νησί της Αίγινας. Τα νησιά που ανήκαν στην συμμαχία της Δήλου είχαν γίνει υποτελείς και το θησαυροφυλάκιο της Δήλου είχε μεταφερθεί στην Αθήνα. Αλλά μετά το 448 π.Χ., άρχισε μια προοδευτική πτώση της Αθήνας.
Το 447 π.Χ., μια επανάσταση έγινε στην Βοιωτία και ένα Αθηναϊκό σώμα από χιλίους οπλίτες, κυρίως από νέους αριστοκράτες εθελοντές, υπό την αρχηγία του στρατηγού Τολμήδη, εκστράτευσε στην Βοιωτία, αντιθέτως της συμβουλής του Περικλή, ο οποίος τους είπε να είναι υπομονετικοί και να περιμένουν, έως ότου συγκέντρωναν μεγαλύτερο στρατό. Ο Τολμήδης και οι άνδρες του ανακατέλαβαν την Χαιρώνεια, αλλά όταν έφευγαν, μετά από ξαφνική επίθεση εξόριστων από τον Ορχομενό και από άλλες πόλεις, ηττήθηκαν. Πολλοί από τους Αθηναίους σκοτώθηκαν, συμπεριλαμβανομένου και του στρατηγού Τολμήδη, ενώ οι υπόλοιποι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Για να ελευθερώσουν τους αιχμαλώτους, οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν να επαναφέρουν τους εξόριστους και να επιτρέψουν την εγκατάσταση της ολιγαρχίας στις πόλεις. Η πτώση της Αθήνας συνεχίστηκε με τον αποδιωγμό των φίλων της Αθήνας, από την κυβέρνηση της Φωκίδας και Λοκρίδας. Τα πράγματα χειροτέρεψαν, όταν τα Μέγαρα και η Εύβοια επαναστάτησαν και ο νέος βασιλιάς της Σπάρτης Πλειστοάναξ εισέβαλλε στην Αττική, φθάνοντας μέχρι την Ελευσίνα. Ο Πλειστοάναξ, ο οποίος είχε πιθανότατα δωροδοκηθεί από τον Περικλή, εγκατέλειψε την Αττική και αργότερα βρέθηκε ένοχος δωροδοκίας και εξορίστηκε. Ο Περικλής, που κατά την διάρκεια της εισβολής του Πλειστοάνακτος ήταν στην Εύβοια, επέστρεψε στην Αθήνα. Όταν ο εχθρός απεχώρησε, ο Περικλής επέστρεψε στην Εύβοια, με 5000 οπλίτες και 50 τριήρεις. Μετά από λίγο χρόνο, το νησί της Εύβοιας παραδόθηκε, οι γαιοκτήμονες εξορίστηκαν και οι περιουσίες των δόθηκαν σε Αθηναίους μετανάστες. Αν και η δύναμη της Αθήνας στην ξηρά ελαττώθηκε, στην θάλασσα παρέμεινε ισχυρή και το 445 π.Χ. υπέγραψε συνθήκη με την Σπάρτη, για τριάντα χρόνια.
Ο Περικλής
444 - 429 π.Χ.
Ενώ ο Περικλής επεδίωκε με το έργο του να κάνει την Αθήνα αυτοκρατορία, οι ολιγαρχικοί με αρχηγό τον Θουκυδίδη (όχι τον ιστορικό) τον κατηγορούσαν, ότι η Αθήνα δεν είχε το δικαίωμα να ξοδεύει τις εισφορές των συμμάχων για να κτίζει ναούς και να χρηματοδοτεί εκστρατείες, κλπ. Ο Θουκυδίδης εξορίστηκε το 442 π.Χ., και ο Περικλής έγινε ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός της Αθήνας, έως τον θάνατο του, το 429 π.Χ. Ο Περικλής σε ένα διάστημα είκοσι ετών άλλαξε την όψη της Αθήνας, κτίζοντας μεταξύ άλλων στην Ακρόπολη τον αριστουργηματικό Παρθενώνα. Δεν καλλώπισε μόνο την Αθήνα, αλλά και το λιμάνι του Πειραιά, το οποίο είχε μεγαλώσει, από τότε που οχυρώθηκε με τα τείχη του Θεμιστοκλή. Διόρισε τον αρχιτέκτονα Ιππόδαμο, ο οποίος ρυμοτόμησε τον Πειραιά, χρησιμοποιώντας ένα παραλληλόγραμμο σύστημα, όπου οι κύριοι δρόμοι ήταν παράλληλοι των δρόμων στις όρθιες γωνίες. Ήταν η πρώτη πόλη που χτίσθηκε με αυτόν τον τρόπο στην Ευρώπη και το σχέδιο του έχει υιοθετηθεί σε πολλές από τις σημερινές πόλεις.
Ανάμεσα στα μέτρα που έλαβε για να ισχυροποιήσει την Αθηναϊκή αυτοκρατορία, ήταν οι κληρουχίες. Η πιο σημαντική εγκατάσταση των κληρούχων έλαβε μέρος στην Θρακική χερσόνησο, κάτω από την προσωπική του επίβλεψη. Άλλες εγκαταστάσεις στην Νάξο, Άνδρο, βοήθησαν τους άνεργους Αθηναίους πολίτες, στους οποίους παρεχώρησαν κτήματα.
Η Αθήνα ευημερούσε, το εμπόριο της είχε αυξηθεί, κυρίως λόγω της πτώσεως των εμπορικών πόλεων της Ιωνίας και της ελλείψεως του Φοινικικού εμπορίου μετά την νίκη της Ελλάδος κατά της Περσίας. Τα Αθηναϊκά πλοία έφεραν από την Καρθαγένη καλαμπόκι, τυρί και από την Σικελία χοιρινό, από την Τουσκάνη επεξεργασμένα μέταλλα, χαλιά και μαξιλάρια, από τον Πόντο σιτηρά, ψάρια και ξυλεία. Η Αθήνα όμως δεν είχε αποικίες στην δύση, όπως η αντίπαλος της, Κόρινθος. Ο Θεμιστοκλής είχε προσπαθήσει να πείσει τους Αθηναίους να δημιουργήσουν μια αποικία, αλλά η Αθήνα έπρεπε να περιμένει μέχρι τον Περικλή, για να εφαρμοσθεί η ιδέα του. Όταν οι εξόριστοι από την Σύβαρη ζήτησαν την βοήθεια των Αθηναίων να επιστρέψουν στην πόλη τους, ο Περικλής άρπαξε την ευκαιρία και έβαλε τα θεμέλια της νέας πόλεως της Σύβαρης, από εξόριστους και Αθηναίους.
Το 443 π.Χ., υπό την καθοδήγηση του μάντη Λαμπώνα, έμπιστο φίλο του Περικλή, η αποικία των Θουρίων εδραιώθηκε, όχι πολύ μακριά από την Σύβαρη. Την καινούργια πόλη σχεδίασε ο Ιππόδαμος, κατά τον ίδιο τρόπο με αυτόν του Πειραιά.
Στην Θράκη μια καινούργια πόλη εδραιώθηκε στην χερσόνησο και ονομάσθηκε Αμφίπολη. Σύντομα άνθισε και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στο Αθηναϊκό εμπόριο. Ο Περικλής ήταν επίσης επιτυχημένος στρατιωτικός ηγέτης. Το 440 π.Χ., η Σάμος επαναστάτησε και ο Περικλής με σαράντα τέσσαρες τριήρεις έπλευσε στην Σάμο και ανέτρεψε την αριστοκρατία. Όταν ο Αθηναϊκός στόλος έφυγε, οι ευγενείς επέστρεψαν και κατέλαβαν την πόλη. Αμέσως ο Περικλής επέστρεψε πίσω στην Σάμο με 200 τριήρεις, πολιόρκησε το νησί και τους ανάγκασε να παραδοθούν μετά από εννέα μήνες. Οι όροι της υποταγής ήταν να παραδώσουν τα πλοία τους, να γκρεμίσουν τα τείχη και να πληρώσουν το ποσό των 1500 ταλάντων.
Στο χώρο του πνεύματος, η Αθήνα αυτά τα χρόνια βρισκόταν σε μεγάλη άνθηση και πολλοί φιλόσοφοι από όλη την Ελλάδα την επισκέφθηκαν.

Ι Πελοποννησιακός πόλεμος
431 - 421 π.Χ.
Η αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ της Σπάρτης και της Αθήνας ήλθε με ένα συμβάν στην φιλική προς την Αθήνα πόλη των Πλαταιών, τον Μάρτιο του 431 π.Χ. Μια σκοτεινή νύχτα χωρίς φεγγάρι, μια μικρή Θηβαϊκή δύναμη από 300 άτομα μπήκαν στην πόλη των Πλαταιών, με την βοήθεια μιας ομάδος ολιγαρχικών. Αμέσως πήγαν στην αγορά, όπου προέτρεψαν τους Πλαταιείς, να ενωθούν με την Βοιωτική συμμαχία. Λόγω του σκοταδιού, οι Πλαταιείς, οι οποίοι που δεν γνώριζαν τον αριθμό των Θηβαίων, δέχθηκαν, αλλά όταν ξημέρωσε και είδαν τον μικρό αριθμό τους, τους επετέθησαν και έπιασαν πολλούς από αυτούς. Όταν οι Αθηναίοι έμαθαν το περιστατικό, έστειλαν αγγελιοφόρο με οδηγίες να μην κάνουν κακό στους αιχμαλώτους, αλλά ήταν ήδη αργά. Οι αιχμάλωτοι, 180 τον αριθμό, είχαν εκτελεσθεί. Οι Αθηναίοι καταλαβαίνοντας τα επακόλουθα αυτού του γεγονότος, μια καθαρή παραβίαση της συνθήκης των τριάντα χρόνων, μετέφεραν τα παιδιά, τις γυναίκες και τους γέροντες από τις Πλαταιές και έστειλαν προμήθειες, με μια Αθηναϊκή δύναμη ογδόντα ανδρών.
Ο Αρχίδαμος εισέβαλλε στην Αττική την άνοιξη του 431 π.Χ. χωρίς καμία αντίσταση, εφ' όσον η Αθήνα είχε πάρει την απόφαση να μην εμπλακεί σε χερσαία μάχη με την Σπάρτη και έτσι άρχισε ο Πελοποννησιακός πόλεμος, ο οποίος διήρκησε 28 χρόνια. Τα πρώτα δέκα χρόνια του πολέμου (431 - 421 π.Χ.) ονομάσθηκαν "Αρχιδάμιος πόλεμος", από το όνομα του βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαμου.
Με το μέρος των Λακεδαιμονίων ήταν όλες οι Πελοποννησιακές πόλεις, εκτός του Άργους και της Αχαΐας που πήραν μέρος στον πόλεμο αργότερα, ακολουθώντας την Σπάρτη. Ήταν επίσης οι Βοιωτοί, Μεγαρείς, Φωκείς, Λευκαδίτες, Αμβρακιότες και Ανακτόριοι. Οι παράλιες πόλεις προμήθευσαν στόλο και οι Βοιωτοί, Λοκρείς και Φωκείς ιππικό.
Με το μέρος των Αθηναίων ήταν οι Πλαταιείς, Χιώτες, Λέσβιοι, Μεσσήνιοι, Κερκυραίοι, Ζακυνθινοί, Ακαρνανοί καθώς και οι πόλεις των παραλίων της Ασίας και Θράκης και όλα τα νησιά του Αιγαίου, εκτός της Μήλου και Θήρας. Οι Αθηναϊκές δυνάμεις ανέρχονταν στους 29,000 οπλίτες, 1200 ιππικό και 1600 τοξότες, ο δε στόλος της είχε 300 τριήρεις, χωρίς να υπολογίζονται τα πλοία των συμμάχων της. Οι Χιώτες, Κερκυραίοι και Λέσβιοι συνεισέφεραν στόλο.
Οι δυνάμεις του Αρχίδαμου που μπήκαν στην Αττική αποτελούντο από 60,000 έως 100,000 άνδρες. Στην αρχή επεχείρησε επιδρομές στο οχυρό της Οινόης, αλλά χωρίς επιτυχία. Κατόπιν βάδισε προς την Ελευσίνα, στην οποία έφθασε στα μέσα του Ιουνίου το 431 π.Χ. Αφού λεηλάτησε την Θρασεία πεδιάδα, στρατοπέδευσε στις Αχαρνές, επτά μίλια έξω από την Αθήνα.
Στο μεταξύ οι Αθηναίοι είχαν συγκεντρωθεί μέσα στα τείχη και είχαν στείλει όλα τα ζώα στην Εύβοια. Ο στόλος τους, 100 τριήρεις και 50 Κερκυραϊκά πλοία, επετέθη στην πόλη της Μεθώνης, στις ακτές της Μεσσηνίας. Ήταν χάρις στον νεαρό και ηρωικό Σπαρτιάτη Βρασίδα, ο οποίος με 100 οπλίτες διέσπασε τις Αθηναϊκές γραμμές, που η πόλη σώθηκε. Μετά από αυτό, οι Αθηναίοι έπλευσαν στις ακτές της Ηλείας, τις οποίες λεηλάτησαν. Οι Αθηναίοι πήραν επίσης εκδίκηση εναντίον των Αιγινητών, τους οποίους θεωρούσαν ως τον κύριο υπαίτιο του πολέμου. Έδιωξαν τον πληθυσμό και έφεραν Αθηναίους κληρούχους στο νησί. Ο Αρχίδαμος εγκατέλειψε την Αττική στο τέλος του Ιουλίου και ο στρατός του διαλύθηκε αμέσως. Με την αναχώρηση του, οι Αθηναίοι υπό την αρχηγία του Περικλή στο τέλος του Σεπτεμβρίου επετέθησαν στα Μέγαρα και τα κατέστρεψαν ολοκληρωτικά.
Οι Αθηναίοι, μετά τις επιτυχείς εκστρατείες, πήραν τα οστά των πεσόντων στρατιωτών στις εκστρατείες και τα έθαψαν με μεγάλες τιμές στο νεκροταφείο του Κεραμικού, έξω ακριβώς από τα τείχη. Ένα άδειο κρεβάτι σκεπασμένο με ένα σεντόνι αντιπροσώπευε τους στρατιώτες των οποίων τα σώματα δεν είχαν βρεθεί. Μετά την ταφή, ο Περικλής έβγαλε τον περίφημο λόγο του, τον Επιτάφιο, στον λόφο της Πνύκας, απέναντι από την Ακρόπολη. Την άνοιξη του 430 π.Χ., ο Αρχίδαμος εισέβαλε ξανά στην Αττική, αλλά στο μεταξύ ο λοιμός είχε ξεσπάσει στην Αττική. Ο Θουκυδίδης, ο οποίος προσβλήθηκε και ο ίδιος από τον λοιμό, δίνει γλαφυρή περιγραφή της αρρώστιας και λεπτομερή απολογισμό των αποτελεσμάτων που είχε πάνω στους Αθηναίους, σωματικά καθώς και ψυχολογικά. Ο λοιμός εμφανίσθηκε πρώτα στο λιμάνι του Πειραιά και σύντομα εξαπλώθηκε στην πόλη αφήνοντας αμέτρητους νεκρούς, οι οποίοι έμειναν άταφοι. Όλοι οι ναοί ήταν γεμάτοι από πτώματα και οι δημόσιες υπηρεσίες δεν λειτουργούσαν. Η επιδημία αποδεκάτισε το ένα τρίτο του Αττικού πληθυσμού και οι Αθηναίοι μάταια ζητούσαν από τους Σπαρτιάτες για ανακωχή.
Στο μεταξύ, ο Αθηναϊκός στόλος υπό την αρχηγία του Περικλή, με 100 τριήρεις και 50 από την Χίο και Λέσβο, λεηλατούσε τις ακτές της Επιδαύρου, Τροιζηνίας και Ερμιόνης, καταστρέφοντας την πόλη της Πρασίας, στην ακτή της Λακωνίας. Αλλά η ισχυρή δύναμη που ήταν στα πλοία, αποτελούμενη από 4000 οπλίτες και 300 ιππείς απέτυχε να καταλάβει τον στόχο της εκστρατείας, την Επίδαυρο. Παρά το πλήγμα του λοιμού, η Αθήνα είχε επιτυχίες. Η Ποτίδαια, η οποία είχε πολιορκηθεί, έπεσε τον χειμώνα του 430 π.Χ. και στοίχισε στην Αθηναϊκή πολιτεία το απίστευτο ποσό των 2000 ταλάντων.
Οι Λακεδαιμόνιοι με μεγαλύτερο μένος κατέστρεψαν τα περίχωρα της Αθήνας, βαδίζοντας μέχρι και τα ορυχεία του Λαυρίου, αλλά έμειναν στην Αττική μόνο 40 μέρες, εξ αιτίας του φόβου του λοιμού. Με την σειρά τους οι Αθηναίοι έστειλαν 100 τριήρεις υπό την αρχηγία του Κνέμου, και κατέστρεψαν το νησί της Ζακύνθου. Όταν ο Περικλής επέστρεψε, οι Σπαρτιατικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί.
Στον τρίτο χρόνο του πολέμου (429 π.Χ.), κατά την διάρκεια του φθινοπώρου, ο Περικλής πέθανε από τον λοιμό και η πολιτική δύναμη της Αθήνας έπεσε στα χέρια των δημαγωγών, οι οποίοι συχνά αδυνατώντας να πείσουν την μεσαία τάξη και τους αριστοκράτες της Αθήνας, χρησιμοποιούσαν φθηνή πολιτική να ξεσηκώνουν τον πληθυσμό, με καταστρεπτικά αποτελέσματα. Ο Αρχίδαμος βάδισε εναντίον των Πλαταιών και απαίτησε να του παραδώσουν την πόλη και όλη την περιουσία τους, υποσχόμενος ότι μετά τον πόλεμο θα τους επιστρέφονταν όλα. Η πλειοψηφία των Πλαταιών ήθελαν να γίνει δεκτή η πρότασης, αλλά οι Αθηναίοι τους παρότρυναν να μην την δεχθούν και τους υποσχέθηκαν βοήθεια. Μετά την άρνηση τους, ο Αρχίδαμος περικύκλωσε την πόλη των Πλαταιών και έτσι ξεκίνησε η φημισμένη πολιορκία της πόλης. Επί τρεις μήνες οι Σπαρτιάτες προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς καμία επιτυχία, γι' αυτό αποφάσισαν να αποκλείσουν την πόλη και να λιμοκτονήσουν τον πληθυσμό. Έτσι έχτισαν γύρω από την πόλη διπλό τείχος, αλλά ούτε και αυτά τα μέτρα έφεραν αμέσως επιτυχία. Μετά από δύο χρόνια, όταν οι προμήθειες τελείωσαν, σε μία θυελλώδη νύχτα του Δεκεμβρίου, απέδρασαν 212 άτομα. Ο υπόλοιπος πληθυσμός παραδόθηκε το 427 π.Χ. και αφού πέρασαν από δίκη, από πέντε Σπαρτιάτες δικαστές, τους εκτέλεσαν. Την πόλη των Πλαταιών οι Σπαρτιάτες την παρέδωσαν στην Θήβα, οι οποίοι μετά από λίγους μήνες κατέστρεψαν όλα τα σπίτια της.
Το 429 π.Χ., ο Αθηναϊκός στόλος υπό την αρχηγία του στρατηγού Φορμίωνα, είχε μεγάλες επιτυχίες. Ο Φορμίων με μόνο 27 πλοία, χρησιμοποιώντας άριστη στρατηγική, νίκησε τον Πελοποννησιακό στόλο που αποτελείτο από 47 πλοία. Τον ίδιο χρόνο ο Φορμίων είχε και άλλη ναυτική νίκη, η οποία έλαβε μέρος στη Ναύπακτο.
Όταν ο Αρχίδαμος αποχώρησε από την Αττική στην τρίτη του εκστρατεία, η Μυτιλήνη και ολόκληρο το νησί της Λέσβου με εξαίρεση τα Μέθυμνα, επαναστάτησε (428 π.Χ.). Οι Αθηναίοι απέκλεισαν τότε τα λιμάνια της Μυτιλήνης και των Παχών και μετά ένα χρόνο η Μυτιλήνη παραδόθηκε (427 π.Χ.). Αποφασίστηκε τότε και μια τριήρεις εστάλη στις Παχές με διαταγή οι άνδρες να εκτελεσθούν και οι γυναίκες και τα παιδιά να πουληθούν σκλάβοι. Ήταν χάρις στον λόγο του Αθηναίου Διόδωτου, που οι Μυτιληναίοι σώθηκαν, πείθοντας τους Αθηναίους, ότι η απάνθρωπη πολιτική δεν ήταν προς το συμφέρον τους.
Ο λόγος του άλλαξε την γνώμη του κόσμου και μια άλλη τριήρης εστάλη, την οποία οι Μυτιληναίοι απεσταλμένοι εφοδίασαν με πλήρωμα προσφέροντας πλούσιες ανταμοιβές, εάν θα έφθαναν νωρίτερα από την τριήρη που είχε σταλθεί την προηγούμενη ημέρα. Ευτυχώς για τους Μυτιληναίους, η τριήρης έφθασε εγκαίρως και ο πληθυσμός σώθηκε.
Κατά την διάρκεια του τετάρτου και πέμπτου έτους του πολέμου, οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν ξανά στην Αττική, ενώ τον έκτο χρόνο (426 π.Χ.) δεν μπήκαν. Μία σειρά από ισχυρούς σεισμούς και πλημμύρες συνέβησαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και στην Αθήνα ο λοιμός ξαναπαρουσιάστηκε.
Στον έβδομο χρόνο του πολέμου ο Σπαρτιατικός στρατός υπό την αρχηγία του βασιλιά Άγη εισήλθε στην Αττική, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε ημερών. Ο Άγης ανακλήθηκε και βάδισε εναντίον της Πύλου, λόγω ότι οι Αθηναίοι είχαν εγκαταστήσει στρατιωτικό σταθμό στην Πύλο της Μεσσηνίας. Ο Πελοποννησιακός στόλος που ήταν στην Κέρκυρα υπό την αρχηγία του Θρασυμελίδα, πήρε εντολή επίσης να πλεύσει στην Πύλο. Όταν ο Θρασυμελίδας έφθασε στην Πύλο με τον στόλο, κατέλαβε το μικρό και δασώδες νησί της Σφακτηρίας, με τετρακοσίους άνδρες και είκοσι οπλίτες με τους είλωτες. Ένα μέρος αυτών, διακόσιοι ενενήντα δύο, που πολλοί από αυτούς ανήκαν σε ηγετικές οικογένειες, συνελήφθηκαν από τον Αθηναίο Κλέοντα και αλυσοδεμένοι μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, οι δε υπόλοιποι σκοτώθηκαν σε μία σοβαρή εμπλοκή στο νησάκι. Το γεγονός αυτό εξέπληξε τον Ελληνικό κόσμο που γνώριζε καλά, ότι οι Σπαρτιάτες δεν παρεδίδοντο. Η Σπάρτη ήταν τώρα σε πάρα πολύ άσχημη θέση. Οι Μεσσήνιοι της Πύλου μαζί με είλωτες που είχαν δραπετεύσει θα μπορούσαν να λεηλατήσουν την περιοχή και επίσης δεν θα μπορούσε πλέον να εισβάλει στην Αττική γνωρίζοντας καλά, ότι οι Αθηναίοι θα εκτελούσαν τους αιχμαλώτους.
Ο όγδοος χρόνος του πολέμου (424 π.Χ.) ήταν καταστρεπτικός για την Αθήνα. Νικήθηκαν στην μάχη του Δήλιου από τους Θηβαίους και έχασαν επίσης την Θράκη. Μετά από αυτά τα γεγονότα οι Αθηναίοι σκέφθηκαν σοβαρά τις προτάσεις της Σπάρτης για ειρήνη.
Τον ένατο χρόνο του πολέμου (423 π.Χ.) υπεγράφη ανακωχή για έναν χρόνο, κατά την διάρκεια του οποίου η μόνιμη ειρήνη θα διεπραγματεύετο. Αλλά οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν δύο μέρες μετά την υπογραφή της ανακωχής, όταν οι Αθηναίοι έμαθαν ότι η Σκιώνη επαναστάτησε και ήταν υπό την αρχηγία του Βρασίδα. Τον Αύγουστο, μια Αθηναϊκή δύναμης υπό την αρχηγία του Κλέωνος, εστάλη στην Σκιώνη. Στην μάχη που ακολούθησε, ο Κλέων και ο Βρασίδας σκοτώθηκαν, και έτσι τα εμπόδια για μόνιμη ειρήνη λιγόστεψαν.
Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Πλειστοάναξ και ο στρατηγός Νικίας των Αθηνών, την άνοιξη του 421 π.Χ., υπέγραψαν συμφωνία ειρήνης για πενήντα χρόνια, την επονομαζόμενη συνθήκη του Νικία. Οι Σπαρτιάτες αιχμάλωτοι επέστρεψαν και επετράπη στην Αθήνα να κρατήσει τις πόλεις Ανακτόριο, Σόγιο και Νήσαια. Δεν έμειναν όμως όλοι ευχαριστημένοι με την συνθήκη και οι σύμμαχοι της Σπάρτης, Κόρινθος, Θήβα, Μέγαρα και Ηλεία, αρνήθηκαν να την υπογράψουν.
Κατά την διάρκεια του χρόνου 416 π.Χ., οι Αθηναίοι με 32 τριήρεις και μετά από παρότρυνση του Αλκιβιάδη, επετέθησαν χωρίς καμία αφορμή στο νησί της Μήλου, το οποίο δεν ανήκε στην συμμαχία της Δήλου. Οι Αθηναίοι, στην αρχή προσπάθησαν να πείσουν τους κατοίκους της Μήλου να παραδοθούν, χρησιμοποιώντας σαν επιχείρημα τον "νόμο της φύσεως", ότι ο ισχυρότερος πρέπει να κυβερνάει στον πιο αδύνατο. Αλλά όταν απέρριψαν τις προτάσεις τους, πολιόρκησαν το νησί, το οποίο παραδόθηκε μετά από από μερικούς μήνες. Όλοι οι άνδρες εκτελέσθηκαν, οι γυναίκες και τα παιδιά πουλήθηκαν σκλάβοι και η Μήλος αποικήθηκε από Αθηναίους.


ΙΙ Πελοποννησιακός πόλεμος
415 - 404 π.Χ.
Στο τέλος του 416 π.Χ., απεσταλμένοι από την πόλη της Εγέστας της Σικελίας ήλθαν στην Αθήνα να ζητήσουν βοήθεια εναντίον της Δωρικής πόλεως του Σελινούς, την οποία βοηθούσε η πόλη των Συρακουσών. Ο στρατηγός Νικίας αρνήθηκε να δεχθεί μια τόσο επικίνδυνη και δαπανηρή επιχείρηση, αλλά οι Αθηναίοι επηρεασμένοι από τον Αλκιβιάδη πήραν την απόφαση να τους βοηθήσουν, εφ όσον η πόλη της Εγέστας προσφέρθηκε να αναλάβει τα έξοδα. Στην αρχή, ψήφισαν να στείλουν 60 τριήρεις υπό την αρχηγία του Νικία, με τον Αλκιβιάδη και τον Λάμαχο στρατηγούς. Ο Νικίας, που ήξερε πόσο δύσκολη ήταν μια τέτοια εκστρατεία, παρακίνησε τους Αθηναίους να στείλουν μεγαλύτερο στόλο ή να ματαιώσουν την αποστολή. Πιεζόμενος από τους Αθηναίους, άντ' αυτού πρότεινε ένα στόλο αποτελούμενο από 100 Αθηναϊκές τριήρεις καθώς και συμμαχικά πλοία και μια μεγάλη δύναμη στρατού.
Την άνοιξη του 415 π.Χ., ο στόλος ήταν έτοιμος να αναχωρήσει, μεταφέροντας περίπου 1500 Αθηναίους και 3500 οπλίτες συμμάχων και περίπου 1300 τοξότες και σφενδονιστές. Ήταν έτοιμοι να αποπλεύσουν, όταν ένα απροσδόκητο γεγονός τους καθυστέρησε. Ένα πρωινό του Μαΐου, οι Αθηναίοι ανακάλυψαν ότι οι Ερμές, οι οποίες οι οποίες βρισκόταν στις εισόδους των ναών και των ιδιωτικών κατοικιών, είχαν ακρωτηριασθεί. Το γεγονός τρόμαξε τους κατοίκους και το όνομα του Αλκιβιάδη αναφέρθηκε, αλλά οι εχθροί του αποφάσισαν να τον κατηγορήσουν στην διάρκεια της απουσίας του.
Το πρωί της αναχωρήσεως, ολόκληρη η Αθήνα κατέβηκε στο λιμάνι του Πειραιά να δει την μεγάλη αρμάδα και να τους αποχαιρετήσουν. Ο στόλος πρώτα πήγε στην Κέρκυρα, όπου ενώθηκαν με τους συμμάχους, φέρνοντας το συνολικό αριθμό των πλοίων σε 134 τριήρεις και δύο Ρόδια με πενήντα κουπιά. Τα πλοία έφεραν 5000 οπλίτες, 480 τοξότες, 700 Ρόδιους σφενδονιστές. Η μεγάλη αρμάδα συνοδεύονταν με περισσότερα από 500 μεταγωγικά πλοία, τα οποία μετέφεραν προμήθειες.
Όταν έφθασαν στην Σικελία, ο στρατηγός Λάμαχος ήθελε να επιτεθούν αμέσως στην πόλη των Συρακουσών, αλλά ο Αλκιβιάδης και ο Νικίας αρνήθηκαν. Ο Αλκιβιάδης πρότεινε διπλωματικές αποστολές, η οποία θα τους έφερνε συμμάχους και έτσι όλο το καλοκαίρι πήγε χαμένο. Στο μεταξύ, ο Αλκιβιάδης ανακαλέστηκε στην Αθήνα για να δώσει εξηγήσεις στις καταγγελίες, ειδικά την βεβήλωση των Ελευσίνιων μυστηρίων. Κατά την διάρκεια της επιστροφής του στην Αθήνα, ο Αλκιβιάδης δραπέτευσε και αργότερα πήγε στην Σπάρτη.
Την άνοιξη του επόμενου έτους (414 π.Χ.), ο Νικίας, ο οποίος είχε εξαντλήσει όλες τις δικαιολογίες για καθυστέρηση, ετοίμασε το στρατό για να επιτεθεί στις Συρακούσες. Αφού εξανάγκασε τον στρατό των Συρακουσών μέσα στα τείχη, άρχισε την κατασκευή ενός δεύτερου τείχους από την μία μεριά της θάλασσας στην άλλη, κάνοντας προετοιμασίες για επίθεση. Ο ήρωας στρατηγός Λάμαχος σκοτώθηκε σε μάχη, ενώ προσπαθούσε να καταστρέψει τις οχυρώσεις των Συρακούσιων.
Στο μεταξύ ο Αλκιβιάδης στην Σπάρτη δεν έχασε καιρό και τους συμβούλευσε να ανανεώσουν τον πόλεμο με την Αθήνα, να καταλάβουν το ισχυρό οχυρό της Δεκέλειας και να στείλουν ένα στρατηγό στην πόλη των Συρακουσών. Οι Σπαρτιάτες έστειλαν τον στρατηγό Γύλιππο με τέσσαρα πλοία, Αν και η δύναμης ήταν μικρή, βοήθησε αρκετά τους Συρακούσιους ώστε να κερδίσουν τον πόλεμο. Πρώτα κατέλαβε το οχυρό των Αθηναίων στο Λάβδαλο. Με την ενέργεια αυτή έγινε κύριος του οροπεδίου των Επιπολών. Αμέσως μετά έκτισε ένα τείχος που διέσχιζε τις Αθηναϊκές γραμμές στην βόρεια πλευρά και έτσι οι Αθηναίοι από πολιορκητές έγιναν πολιορκούμενοι. Αυτή η μικρή προσφορά της Σπάρτης στον πόλεμο είχε μεγάλη σημασία.
Ο Νικίας βρισκόμενος σε απελπιστική κατάσταση ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα, η οποία έστειλε μεγάλη δύναμη αποτελούμενη από 73 τριήρεις και 5000 στρατιώτες, υπό την αρχηγία του ικανού στρατηγού Δημοσθένη. Όταν έφθασε ο Δημοσθένης και στην διάρκεια της νύχτας προσπάθησε να καταλάβει το οροπέδιο, αλλά η επιχείρηση απέτυχε. Μετά από αυτό ο Δημοσθένης προσπάθησε να πείσει τον Νικία να οπισθοχωρήσει, αλλά ο στρατηγός αρνήθηκε. Ο Νικίας αναγκάσθηκε να οπισθοχωρήσει μόνον όταν οι Συρακούσες ενισχύθηκαν περισσότερο και οι δυνάμεις του άρχισαν να καταρρέουν. Αλλά η έκλειψη της Σελήνης, η οποία συνέβη την 27η Αυγούστου, καθυστέρησε την οπισθοχώρηση και όταν συμβουλεύτηκαν τους μάντεις, τους είπαν να περιμένουν το λιγότερο δυο τρεις μέρες, ενώ άλλοι τους είπαν να περιμένουν μέχρι την επόμενη πανσέληνο. Η καθυστέρηση αυτή έδωσε χρόνο στους Συρακούσιους, οι οποίοι μαθαίνοντας ότι οι Αθηναίοι ήταν έτοιμοι να φύγουν, τοποθέτησαν τον στόλο τους από 76 πλοία στο Μεγάλο λιμάνι, έτοιμοι για μάχη. Την 3η Σεπτεμβρίου, 86 Αθηναϊκές τριήρεις βγήκαν να τους συναντήσουν. Μετά από σκληρή μάχη οι Αθηναίοι, μειονεκτώντας γιατί δεν είχαν μέρος να κουμαντάρουν τα πλοία τους, έχασαν την μάχη και μεταξύ αυτών που σκοτώθηκαν ήταν ο στρατηγός τους Ευρυμέδων.
Όταν οι Συρακούσιοι απέκλεισαν την είσοδο του κόλπου με παλιά πλοία (Σεπτέμβριο 6η-8η), οι Αθηναίοι προσπάθησαν για άλλη μια φορά να ελευθερωθούν. Την 9η Σεπτεμβρίου, ο στρατηγός Νικίας πήρε την απόφαση να επιτεθεί στους Συρακούσιους για άλλη μια φορά και έκανε ότι δυνατόν να ενθαρρύνει τον στρατό, επισκεπτόμενος κάθε τριήρη. Οι Αθηναίοι συνέταξαν τα πλοία τους και επετέθησαν, αλλά μετά από μακρά και αμφίρροπη μάχη, αναγκάσθηκαν να βγουν στην ξηρά. Ο στρατηγός Δημοσθένης έκανε πρόταση να κάνουν άλλη μια προσπάθεια να σπάσουν τον κλοιό, αλλά οι στρατιώτες αρνήθηκαν να επιβιβασθούν. Οι Αθηναίοι με πολλούς τραυματίες μεταξύ των εγκατέλειψαν τα πλοία τους και προσπάθησαν να αποσυρθούν στο εσωτερικό. Ο στόχος τους ήταν να δραπετεύσουν δια ξηράς και να φθάσουν την πόλη της Κατάνης. Κατά την διάρκεια της πορείας τους οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν πολλές φορές τους Συρακούσιους, αλλά στο τέλος ο στρατηγός Νικίας παρέδωσε τον στρατό στον Γύλιππο, ελπίζοντας ότι θα τους μεταχειρίζονταν καλά. Τον στρατηγό Νικία και τον Δημοσθένη τους σκότωσαν, ενώ τους Αθηναίους στρατιώτες τους οδήγησαν μέσα στα λατομεία των Συρακουσών. Κάτω από τρομερές συνθήκες, μετά από οκτώ μήνες οι περισσότεροι πέθαναν και οι λίγοι που επέζησαν έγιναν δούλοι.
Η πανωλεθρία της Σικελικής εκστρατείας, ήταν ένα μεγάλο κτύπημα, αλλά η Αθήνα δεν κατέρρευσε. Το οχυρό της Δεκέλειας είχε επίσης καταλειφθεί από την Σπάρτη και τα ορυχεία ασημιού στο Λαύριο είχαν κλείσει και σχεδόν όλα τα τρόφιμα εισάγονταν. Σε αυτήν την κατάσταση, μια ειρηνική επανάσταση έλαβε μέρος στην Αθήνα (411 π.Χ.), μετά από εκατό χρόνια δημοκρατίας. Το συμβούλιο των Τετρακοσίων έγινε το καινούργιο διοικητικό σώμα, αφού υποσχέθηκαν στους Αθηναίους ότι η αλλαγή στην νομοθεσία ήταν προσωρινή, για την διάρκεια του πολέμου. Όταν ο στόλος των Λακεδαιμονίων νίκησε τους Αθηναίους κοντά στην Ερέτρια, σε μια μικρή ναυμαχία, ολόκληρη η Εύβοια επαναστάτησε και η Αθήνα έχασε τον κύριο προμηθευτή τροφίμων. Μετά από αυτό το γεγονός, ένα συμβούλιο στην Πνύκα, καθαίρεσε του Τετρακοσίους και ψήφισε μια νέα κυβέρνηση από πέντε χιλιάδες εξέχοντες πολίτες, οι οποίοι προσπάθησαν να κάνουν ειρήνη με την Σπάρτη αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Όταν ο Αθηναϊκός στόλος και στρατός που ήταν στη βάση του, στη Σάμο, πίεσε τους Αθηναίους για δημοκρατία, οι ολιγαρχικοί ήλθαν σε διαφωνία, και δύο χρόνια μετά την επανάσταση η δημοκρατία αποκαταστάθηκε.
Τον Αύγουστο του 411 π.Χ., ο Πελοποννησιακός στόλος υπό την αρχηγία του Μίνδαρου, έχασε την ναυτική μάχη στα Κυνόσημα. Ο Αθηναϊκός στόλος αν και μικρότερος, στον πορθμό της Σέστου και Αβύδου, νίκησαν ολοκληρωτικά.
Το 410 π.Χ., ο Αλκιβιάδης κατάφερε να αιχμαλωτίσει ολόκληρο τον Πελοποννησιακό στόλο στην Κύζικο. Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε και ο δεύτερος στην αρχηγία Σπαρτιάτης, έστειλε στους Εφόρους ένα γράμμα σε Λακωνικό ύφος: "Τα πλοία χάθηκαν; Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε; Οι άνδρες πεινούν; Δεν ξέρω τι να κάνω."
Οι Σπαρτιάτες ήταν τόσο αποκαρδιωμένοι που έστειλαν τον Έφορο Αίνδιο στην Αθήνα για να υπογράψει συνθήκη ειρήνης, αλλά οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήταν κάτω από την επήρεια του δημαγωγού Κλεόφωνος, απέρριψαν την πρόταση.
Οι Σπαρτιάτες τότε διόρισαν έναν νέο ναύαρχο, τον ικανό Λύσανδρο. Όταν η θητεία της αρχηγίας του τελείωσε, αντικαταστάθηκε από τον Καλλικρατίδα, ο οποίος αύξησε τον αριθμό των πλοίων του Σπαρτιατικού στόλου. Έγινε ναυτική μάχη στο λιμάνι της Μυτιλήνης με τον Αθηναϊκό στόλο υπό την αρχηγία του Κόνωνα. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήταν λιγότεροι σε αριθμό, έχασαν την μάχη και τριάντα πλοία. Σαράντα ακόμη πλοία τα έσωσαν φέρνοντας τα στην ακτή κοντά στα τείχη της πόλης.
Ο Καλλικρατίδας τότε μπλοκάρισε το νησί. Όταν τα νέα έφθασαν στην Αθήνα, έστειλαν στόλο από εκατόν δέκα τριήρεις και τις ενίσχυσαν αργότερα με άλλες σαράντα. Ο αριθμός των πλοίων του Καλλικρατίδα ήταν εκατόν είκοσι. Στο μικρό νησί των Αργηνουσσών, ο Αθηναϊκός στόλος συνάντησε τον Σπαρτιατικό και μετά από σκληρά μάχη τους νίκησαν (406 π.Χ.). Οι Λακεδαιμόνιοι έχασαν εβδομήντα επτά πλοία και τα υπόλοιπα υποχώρησαν στην Χίο και Φωκεία. Ο Καλλικρατίδας έπεσε από το πλοίο, όταν αυτό χτυπήθηκε από ένα άλλο και χάθηκε. Οι Αθηναίοι έχασαν μόνο είκοσι πέντε πλοία.
Αν και ήταν παράνομο για τον ναύαρχο της Σπάρτης να κάνει δεύτερη θητεία, ο Λύσανδρος με τον τίτλο του Επιστολέα, πήρε την αρχηγία του Σπαρτιατικού στόλου. Αμέσως έλαβε ένα μεγάλο ποσό χρημάτων από τον βασιλιά της Περσίας Κύρο, για να κατασκευάσει πλοία και έκανε πολιορκία στην Λάμψακο.
Οι Αθηναίοι που ήλθαν σε βοήθεια, έφθασαν πολύ αργά για να σώσουν την πόλη και έτσι παρέμειναν στους Αιγός-ποταμοί, κοντά στην πόλη της Λαμψάκου. Ο Λύσανδρος ο οποίος συστηματικά απέφευγε κάθε ναυτική μάχη, αφού τα πλοία του ήταν πολύ λιγότερα, κατόρθωσε να καταλάβει τον Αθηναϊκό στόλο μετά από προδοσία ή αμέλεια των Αθηναίων. Και οι 4,000 Αθηναίοι αιχμάλωτοι εκτελέσθηκαν. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά σημάδεψε το τέλος της Αθήνας.



Η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδος
Το λίκνο των τεχνών

Η Σικυών βρίσκεται 18 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Κορίνθου, στην βόρειο Πελοπόννησο. Υπήρξε στην αρχαιότητα το κέντρο των τεχνών, όπως η Αθήνα ήταν για την φιλοσοφία. Δύο από τους μεγαλύτερους γλύπτες γεννήθηκαν εδώ, οι οποίοι επηρέασαν την γλυπτική τέχνη σε μεγάλο βαθμό.
Η προσφορά της Σικυώνος είναι όμως πολύ μεγαλύτερη. Είναι λίγο γνωστό ότι η τραγωδία γεννήθηκε εδώ, γύρω στις αρχές του εβδόμου αιώνα π.Χ. και ότι η ζωγραφική, στην σημερινή της μορφή, δημιουργήθηκε και εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα, από αυτό το μικρό μέρος.
Πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες της αρχαιότητος σπούδασαν στις φημισμένες σχολές της γλυπτικής και ζωγραφικής.
Η Σικυών υπήρξε η πρώτη αποικία των Αχαιών, επομένως είναι η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδος. Σύμφωνα με την παλαιά παράδοση, εδώ έφερε ο Προμηθεύς την φωτιά στο ανθρώπινο γένος.

Ιστορία της Σικυώνος

Η Σικυών ή Σεκυών στην παλαιά διάλεκτο, σύμφωνα με την μαρτυρία του γεωγράφου Στράβωνα, υπήρξε η πρώτη αποικία των Αχαιών (Ίωνες) στην Ελλάδα. Ο Όμηρος αναφέρει την Σικυώνα ως "ευρύχωρος". Μία μεγάλη έκταση που βρίσκεται στην Κορινθιακή πεδιάδα, και η οποία εκτείνεται περισσότερο από δέκα έξι μίλια κατά το μήκος της παραλίας, από τον ποταμό της Νεμέας έως τον Σύθα ποταμό και πέραν από αυτόν, και περισσότερο από δέκα τρία μίλια προς το εσωτερικό.
Κατά την διάρκεια της μακράς ιστορίας της, το όνομα της Σικυώνος έχει αλλάξει πολλές φορές. Είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε σε αυτά, διότι αναφέρεται με διαφορετικά ονόματα στα αρχαία κείμενα.
Το πρώτο της όνομα ήταν Αιγιαλεία (Ίωνες της Αιγιαλείας) από τον Αιγίαλο (1870 π.Χ.), ο οποίος αναφέρεται ως ο ιδρυτής της πόλης.
Το δεύτερο όνομα της ήταν Τελχίς ή Τελχινία, από τον βασιλιά Τελχίνα, εγγονό του Αιγίαλου, ή από τους Τελχίνες, τους φημισμένους μεταλλουργούς, που κατά τον Στράβωνα, ήταν οι πρώτοι τεχνίτες του σιδήρου και χαλκού.
Το επόμενο όνομα της ήταν Μυκόνι (μυκόν = παπαρούνα) από την μεγάλη αφθονία της παπαρούνας στους αγρούς, την οποίαν είχαν φέρει και καλλιεργούσαν, όπως αναφέρει ο Ησίοδος, ή όπως πίστευαν οι κάτοικοι δώρισε η θεά Δήμητρα.
Η περιοχή επίσης ονομάζονταν Ασωπία, στην Αρχαϊκή περίοδο, από τον ποταμό Ασωπό.
Το όνομα "Σικυών", με το οποίο η πόλη ήταν γνωστή κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, σύμφωνα με την μαρτυρία του Παυσανία, το πήρε από τον Σικυώνα της Αττικής, ο οποίος παντρεύτηκε την Ζευξίππη κόρη του βασιλιά Λαμέδοντα, και ο οποίος αργότερα έγινε βασιλιάς της πόλης.
Μία άλλη πιθανή εκδοχή του ονόματος της είναι από το σικυός η σικύα, ένα είδος κολοκύνθης σε σχήμα αγγουριού, το οποίο καλλιεργούσαν σε μεγάλες ποσότητες τα παλαιά χρόνια.
Άλλη μία ακόμη, από τα τερακότα αγγεία τα οποία κατασκεύαζαν εδώ.
Προτιμούμε την εκδοχή του Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη στα μέσα του δευτέρου αιώνα μ.Χ., συνάντησε τους κατοίκους και έγραψε γι' αυτούς στην περιγραφή του.
Η ακριβής τοποθεσία της Αρχαϊκής πόλης δεν έχει βρεθεί ακόμη, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν κοντά στους πρόποδες του ανατολικού μέρους του οροπεδίου.
Το 303 μ.Χ., ο Δημήτριος Πολιορκητής κατέλαβε την Σικυώνα, την κατέστρεψε και έχτισε την νέα πόλη στην Ακρόπολη, επάνω σε ένα τριγωνικό οροπέδιο, 4χμ από την θάλασσα. Ονόμασε την νέα πόλη Δημητριάς, αλλά το όνομα αυτό δεν κράτησε για πολύ, αν και χρησιμοποιήθηκε για λίγο χρόνο ξανά τον μεσαίωνα.
Στους βυζαντινούς χρόνους ονομάσθηκε επίσης Ελλάς.
Γνωρίζουμε ότι η περιοχή της Σικυώνος κατοικείτο από τους Νεολιθικούς χρόνους (Πελασγοί, 5000 - 3000 π.Χ.). Γύρω στο 1900 π.Χ., οι Ίωνες Αχαιοί έκαναν εδώ την πρώτη αποικία τους. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο πρώτος βασιλιάς και ιδρυτής της πόλης ήταν ο Αιγίαλος, του οποίου η δυναστεία κράτησε χίλια περίπου χρόνια (26 βασιλείς). Από τον τέταρτο (Πέλοψ) η Πελοπόννησος (Νήσος του Πέλοπος) πήρε το όνομα της.
Κατά τον ενδέκατο αιώνα π.Χ., οι Δωριείς κατέβηκαν στην περιοχή. Η Σικυών ήταν μια από τις ελάχιστες πόλεις της Πελοποννήσου, που αντιστάθηκαν στους Δωριείς επιδρομείς. Η πόλη κατελήφθη αιφνιδίως μια νύχτα. Το Άργος, η Κόρινθος, η Φλειούς, η Επίδαυρος, η Τροιζήνη, όλες υποτάχθηκαν στους Δωριείς, χωρίς να φέρουν καμία αντίσταση.
Υπό την κηδεμονία πρώτα των Μυκηνών και αργότερα του Δωρικού Άργους, η Σικυών επανέκτησε την ανεξαρτησία της τον έβδομο αιώνα π.Χ., όταν η Αχαϊκή οικογένεια των τυράννων Ορθαγορήδων πήρε την εξουσία στα χέρια της και κυβέρνησε την πόλη για εκατό χρόνια.


Άδραστος
(Αρχές 13ου αιώνος π.Χ.)

Φημισμένος βασιλιάς της Σικυώνος και του Άργους. Ήταν εγγονός του Βία και γιος του Ταλαού και της Λυσιμάχης. Μετά από διαμάχη των τριών οικογενειών του Μέλαμπου, Βία και Προίτου, που κυβερνούσαν το Άργος, πήγε στην Σικυώνα στον παππού του από το γένος της μητέρας του, βασιλιά Πόλυβο, από τον οποίο και κληρονόμησε το βασίλειο του. Αργότερα αφού συμφιλιώθηκε με τον εχθρό του Αμφιάραο (ο οποίος είχε σκοτώσει τον πατέρα του) δίνοντας του την αδελφή του Εριφύλη για γυναίκα του, επέστρεψε στο Άργος και κυβέρνησε την πόλη.
Σύμφωνα με την παράδοση, κατά την διάρκεια μιας θυελλώδους νύχτας, άκουσε δυνατές φωνές και βγαίνοντας έξω στην αυλή του σπιτιού του, είδε δύο άνδρες να διαπληκτίζονται, ο ένας έχοντας ζωγραφισμένη στην ασπίδα του ένα λιοντάρι και ο άλλος αγριογούρουνο. Αμέσως θυμήθηκε τον παράξενο χρησμό που του είχε δοθεί, ότι θα παντρέψει τις κόρες του με λιοντάρι και αγριογούρουνο.
Οι δύο άνδρες ήταν ο Πολυνείκης, γιος του Οιδίποδος βασιλιά των Θηβών, και ο Τυδέας, γιος του Αινεία της Καλυδώνος. Ο Άδραστος χώρισε τους δύο άνδρες και αφού τους συμφιλίωσε, τους πάντρεψε με τις κόρες του Αργεία και Δείπυλη. Αργότερα, για να βοηθήσει τον Πολυνείκη να επανέλθει στον πατρικό του θρόνο, έκανε εκστρατεία εναντίον των Θηβών.
Έτσι άρχισε ο φημισμένος και οδυνηρός πόλεμος "οι Επτά εναντίον των Θηβών", από τον οποίον μόνο ο Άδραστος επέζησε και διέφυγε τον θάνατο, με την βοήθεια του αγαπημένου του αλόγου, Αρίων.
Μετά από χρόνια, όταν πλέον μεγάλωσαν οι γιοι των σκοτωμένων συντρόφων του, ξεκίνησε καινούργια εκστρατεία εναντίον των Θηβών, και με την βοήθεια του γιου του Αιγιαλέα και των Επιγόνων, κατέλαβε και κατέστρεψε την πόλη. Έχασε όμως τον αγαπημένο γιο του στην μάχη και πέθανε από μαρασμό και θλίψη στον δρόμο της επιστροφής.
Αργότερα οι Σικυώνιοι και οι Αργείοι τον λάτρεψαν σαν ήρωα με μεγάλες τιμές, ειδικά στην Σικυώνα όπου έκτισαν το Ηρώο του στην Αγορά, το οποίο ο Ηρόδοτος είδε, και εξυμνούσαν τους ηρωισμούς του, αλλά και τα παθήματα του με λυρικές τραγωδίες.
(Ηροδότου Ιστορία)

Ορθαγόρας
(676 π.Χ.)

Υπήρχε μία παράδοση, ότι η Πυθία είχε δώσει προφητεία στους Σικυωνίους, η οποία έλεγε ότι η πόλη χρειάζονταν και θα ελάμβανε εκατό χρόνια εξαγνισμού, και πράγματι τόσα ήταν τα χρόνια που η δυναστεία των Ορθαγορίδων διήρκησε.
Με τον τύραννο Ορθαγόρα (σύγχρονος του Κύψελου και Περίανδρου της Κορίνθου) κατέρρευσε ο Δωρικός δεσμός στον οποίο η Σικυών ήταν υποχείριο του Άργους. Ήταν ο πρώτος τύραννος της Σικυώνος. Κυβέρνησε την πόλη δημοκρατικά και την έκανε να προοδεύσει.
Ο Ορθαγόρας, άνθρωπος με μεγάλες ικανότητες, ανέβηκε στην εξουσία όταν τον ανέδειξαν στρατηγό, αφού έπεισε με λογικά επιχειρήματα τους κατοίκους, ότι ήταν απόγονοι των Αχαιών και τους κυβερνούσαν αδίκως μέχρι τώρα οι Δωριείς Αργείοι. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει επανάσταση και να αναδειχθεί τύραννος.
Από τον διασωθέντα πάπυρο Οχύρινγχο, μαθαίνουμε τα γεγονότα της ανόδου του ως τυράννου. Ήταν γιος του Ανδρέα (μάγειρα).
Την εποχή εκείνη η Σικυών είχε διαμάχες με την Πελλήνη για τα σύνορα τους και για να τα ασφαλίσουν, δημιούργησαν ένα σώμα φρουρών (Περίπολοι). Ο Ορθαγόρας διακρίθηκε στο σώμα αυτό και έγινε αρχηγός τους (Περιπόλαρχος). Συνέχισε την άνοδο του και τελικά έγινε αρχηγός του στρατού και άρχοντας (τύραννος) της πολιτείας.
Περίπου αυτόν τον καιρό, η Σικυών νίκησε και κατέστρεψε την μετά την Πελλήνη και κοντά στην παραλία Δονούσα, και βάδισε εναντίον της Αίγειρας, η οποία σώθηκε από τους κατοίκους της με ένα τέχνασμα. Τοποθέτησαν δαυλούς στα κέρατα των κατσικών και τις οδήγησαν μέσα στην νύχτα εναντίον του Σικυωνικού στρατού. Οι Σικυώνιοι βλέποντας τον μεγάλο αριθμό τους, ανέβαλαν την επίθεση. Από αυτό το γεγονός η πόλη Αίγειρα, πήρε το όνομα της.
Ο γιος του Μύρων ο δεύτερος τον διαδέχθηκε στην αρχηγία, αλλά δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Ισόδημο.
Ο αδελφός του Ορθαγόρα Μύρων, αφιέρωσε το πρώτο θησαυροφυλάκιο της Σικυώνος στην Ολυμπία, έχοντας κερδίσει το αγώνισμα της αρματοδρομίας εκεί το 648 π.Χ., στην 33η Ολυμπιάδα.


Κλεισθένης
(600 - 560 π.Χ.)

Ήταν ο πιο δυναμικός από τους Ορθαγορίδες. Κατά την διάρκεια της εξουσίας του, η Σικυών έγινε μεγαλύτερη βιομηχανική και εμπορική πόλη. Τα τριάντα χρόνια που κυβέρνησε ο Κλεισθένης την Σικυώνα, ήταν τα πιο σπουδαία για το μέλλον και την ιστορία της. Η εξύψωση που έφερε στον Ιωνικό πληθυσμό, είχε σαν αποτέλεσμα την αναγέννηση των τεχνών.
Οι Σικυώνιοι πρωτοπόρησαν σε όλες τις τέχνες, κυρίως στην ζωγραφική και γλυπτική. Καλλιτέχνες από όλη την Ελλάδα ήλθαν εδώ για να εργασθούν και να διδαχθούν.
Ο Κλεισθένης ακολούθησε σκληρή γραμμή σε ότι είχε να κάνει με το δωρικό στοιχείο. Καθαίρεσε την λατρεία του ήρωα Άδραστου, η οποία είχε πάρει θρησκευτικό χαρακτήρα, αποτελούμενη από χορωδίες και θεατρικό δράμα, και επανέφερε την παλαιά Διονυσιακή λατρεία, η οποία περιείχε διθύραμβο και χορούς, κλπ. Έδωσε στους πτωχούς και στην μεσαία τάξη καινούργιες ελευθερίες. Η αριστοκρατία εξαλείφθηκε τελείως. Έδωσε καινούργια ονόματα στις φυλές που κατοικούσαν στην Σικυώνα. Την δική του φυλή Αιγιαλείς, η οποία είχε πάρει το όνομα από τον Αιγίαλο, ονόμασε Αρχέλαοι (Άρχοντες του λαού), και τις άλλες τρεις φυλές ονόμασε Υάται (Γουρουνάκια), Χοιρεάται (Γουρούνια), Ονεάται (Γαϊδούρια), οι οποίες αντιπροσώπευαν τις τρεις δωρικές αριστοκρατικές τάξεις, Υλλείς, Δυμανείς και Πάμφυλοι. Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του, οι Σικυώνιοι επανέφεραν πίσω τα παλαιά ονόματα.
Καινούργια πνοή και ενεργητικότητα έπνευσε στην πόλη, με όλες αυτές τις αλλαγές. Η μεταλλουργία αναπτύχθηκε σημαντικά, και άλλες βιομηχανίες όπως η κατασκευή μπρούτζινων και ασημένιων αγγείων(δημιούργησαν αριστουργήματα), βιομηχανία υποδημάτων(τα πιο φημισμένα παπούτσια), ενδύματα και η ήδη αναπτυγμένη γεωργία, έφεραν οικονομική ευημερία. Η Σικυών έγινε η χώρα της επαγγελίας.
Ο Δίποινος και Σκυλλίς, οι μαθητές(ή γιοι) του Κρητικού γλύπτη Δαίδαλου, μετανάστευσαν στην Σικυώνα (580-577 π.Χ.) και άνοιξαν σχολή Γλυπτικής. Η παράδοση αναφέρει ότι όταν πρωτοήλθαν στην Σικυώνα, άφησαν την δουλειά τους στην μέση και έφυγαν για την Αιτωλία (το έργο τους παρουσίαζε ένα σύμπλεγμα της φημισμένης Δελφικής ιστορίας του Ηρακλή, προστατευόμενος από την Αθηνά, η οποία προσπαθούσε να πάρει το τρίποδο από τον Απόλλωνα, προστατευόμενος από την Άρτεμη). Πανώλη έπεσε στην Σικυώνα, αμέσως μετά την αναχώρηση τους και οι Σικυώνιοι ζητώντας βοήθεια από το Μαντείο των Δελφών, πήραν τον χρησμό της Πυθίας, η οποία τους είπε ότι η πανώλη θα συνεχισθεί μέχρις ότου επιστρέψουν οι καλλιτέχνες και τελειώσουν το έργο τους στον ναό. Ο Πλίνιος αναφέρει, ότι αυτό πραγματοποιήθηκε με μεγάλες αμοιβές και προσευχές.
Ο Κλεισθένης ήταν άνθρωπος με πολλά ταλέντα, πολεμιστής και αθλητής, ο οποίος είχε κερδίσει στις αρματοδρομίες της Πυθίας(582 π.Χ.) και Ολυμπίας(572 π.Χ.). Γενναίος και εύγλωττος αρχηγός, γενναιόδωρος και αγαπητός, ένας άνθρωπος τον οποίο μπορούσες να εμπιστευθείς και πολιτική ιδιοφυΐα. Ήταν με το μέρος των φτωχών και υπό την κηδεμονία του η πόλη επανέκτησε την παλιά Ομηρική λάμψη, αν και είχε καταργήσει την απαγγελία των Ομηρικών ποιημάτων, τα οποία εκθείαζαν την τιμή των Αργείων.
Μετά την νίκη του στην αρματοδρομία της Ολυμπίας, διακήρυξε στους ευγενείς νέους, ότι όποιος ήθελε το χέρι της κόρης του Αγαρίστη, να έλθει στην Σικυώνα σε εξήντα μέρες, όπου και θα φιλοξενούνταν για ένα χρόνο, μέχρις ότου θα έκανε την διαλογή του πιο άξιου. Άρχισαν να έρχονται στην αυλή του μνηστήρες, από όλη την Ελλάδα. Ο Σμυνδρίδης από την Σύβαρη, έφερε μαζί του χίλιους δούλους. Ο Κλεισθένης δοκίμασε τις ικανότητες τους στην γυμναστική, στον χαρακτήρα, στην ευφυΐα και κοινωνική συμπεριφορά. Όταν τελείωσε ο χρόνος, κατέληξε σε δύο Αθηναίους υποψήφιους μνηστήρες, τον Ιπποκλείδη και τον Μεγακλή. Την καθορισμένη ημέρα της διαλογής, έκανε θυσία εκατό μοσχάρια. Κατά την διάρκεια της τελετής, ο Ιπποκλείδης άρχισε να χορεύει με παροξυσμό. Ο Κλεισθένης φανερά ενοχλημένος από την συμπεριφορά του, του είπε:
"Ω γιε του Τυσάνδρου, με τον χορό σου έδιωξες την νύφη".
Έτσι διάλεξε τον Μεγακλή για το χέρι της Αγαρίστης. Από τον γάμο τους γεννήθηκε ο Κλεισθένης των Αθηνών. Από τον άλλον γιο τους, απέκτησαν τον εγγονό τους, Περικλή των Αθηνών.
(Ηροδότου Ιστορία)

Μία από τις μεγαλύτερες επιτεύξεις του Κλεισθένη ήταν η απελευθέρωση του Μαντείου των Δελφών από την πόλη της Κρίσσας (585 π.Χ.) και την κωμόπολη Κίρρα, η οποία φορολογούσε και λήστευε τους προσκυνητές που ερχόντουσαν στο λιμάνι της για να προσκυνήσουν το μαντείο. Με την βοήθεια της Αμφικτιονικής Συμμαχίας(Αθηναίων, Θεσσαλών), απέκλεισε με τον Σικυωνικό στόλο το λιμάνι και μετά από σθεναρή αντίσταση δέκα ετών, κατέλαβε την πόλη Κίρρα και την εξολόθρευσε(πρώτος Ιερός πόλεμος 595-585 π.Χ.).
Ο Κλεισθένης αναδιοργάνωσε τους Αγώνες στην Πυθία με μεγάλη λαμπρότητα, να γίνονται κάθε τέσσαρα χρόνια όπως και στην Ολυμπία, πρόσθεσε νέα αγωνίσματα (από ένας μουσικός διαγωνισμός που ήταν παλαιότερα, προστέθηκαν αρματοδρομίες, πάλη, τρέξιμο, κλπ.). Το μαντείο των Δελφών το πήρε υπό την προστασία της η Αμφικτιονική Συμμαχία, η οποία μετονομάσθηκε Δελφική Αμφικτιονία. Εδραίωσε επίσης αγώνες στην Σικυώνα, σύμφωνα με τους αγώνες στην Πυθία, και έχτισε καινούργιο Θησαυροφυλάκιο της Σικυώνος στους Δελφούς.
Δύο από τις πέντε Μετόπες στους Δελφούς
Τρίτη Μετόπη στους Δελφούς
Τέταρτη Μετόπη στους Δελφούς
Θησαυροφυλάκιο στην Ολυμπία

Ένα πράγμα που μπορεί να λεχθεί κατά του Κλεισθένη, είναι η σκληρή στάση που πήρε εναντίον της αριστοκρατίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, την απότομη διακοπή της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς που είχαν δημιουργήσει και την οποία πολύ σωστά ο Ορθαγόρας και ο γιος του Μύρων είχαν αφήσει άθικτη. Παίρνοντας ως πηγή τον Ηρόδοτο, είναι φανερό ότι η τραγωδία είχε ήδη δημιουργηθεί επί Ορθαγόρα. (Τι άλλο παρά τραγωδία είναι, αδιάφορο σε πιο στάδιο εξέλιξης, οι παραστάσεις για τα παθήματα, κακοτυχίες και ηρωικά κατορθώματα του Άδραστου, με χορωδίες, κλπ., ?).
(Ηροδότου Ιστορία)
Το επιχείρημα, ότι η τραγωδία γεννήθηκε στην Σικυώνα, συμφωνεί με τις πηγές που αναφέρουν τον ποιητή Επιγένη της Σικυώνος, ως τον πρώτο άνθρωπο που έγραψε τραγωδία, και τους ισχυρισμούς των Δωριέων ότι ανακάλυψαν την τραγωδία και την κωμωδία. (Πηγές)
(560 - 368 π.Χ.)
Ο Αισχίνης, διάδοχος του Κλεισθένη, εξορίστηκε από τους Λακεδαιμονίους το 556 π.Χ. και η Σικυών προσχώρησε στην Πελοποννησιακή συμμαχία, παραμένοντας πιστός σύμμαχος της Σπάρτης για τα επόμενα εκατόν πενήντα χρόνια. Κατά την διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, η Σικυών ευημερούσε όπως δείχνει η αύξηση στην κοπή νομισμάτων.
Οι Σικυώνιοι πολέμησαν κατά των εισβολέων Περσών με μεγάλη γενναιότητα στην μάχη της Μυκάλης της Μιλήτου (Σεπτέμβριο 479 π.Χ., η οποία έγινε την ίδια μέρα με την μάχη των Πλαταιών) και έπεσαν σαν ήρωες μαζί με τον στρατηγό τους Περίλαο. Μαζί με τους Αθηναίους, Κορίνθιους και Τροιζήνιους έκαναν ομαδική έφοδο που τους έδωσε την νίκη. Έχασαν στην μάχη περισσότερους άνδρες από κάθε άλλη πόλη.
Πολέμησαν επίσης γενναία δύο φορές εναντίον των Αθηναίων, την πρώτη εναντίον του ναυάρχου Τολμίδη (455 π.Χ.) και την δεύτερη εναντίον του ίδιου του Περικλή, με χίλιους οπλίτες (453 π.Χ.), σε ανοιχτή μάχη, όπου οι Αθηναίοι προσπάθησαν να καταλάβουν τον Κορινθιακό κόλπο. Και τις δύο φορές οι Αθηναίοι, αν και νίκησαν, απέτυχαν να καταλάβουν την Σικυώνα.


Εύφρων
(368 - 366 π.Χ.)
Η εισβολή της Πελοποννήσου από τους Θηβαίους, για να καταστείλουν και να αποδυναμώσουν την Σπάρτη, έφερε αναστάτωση σε όλες τις πολιτείες. Σε αυτήν την άστατη χρονική περίοδο ένας πολίτης της Σικυώνος με επιρροή, ονομαζόμενος Εύφρων, άρπαξε την ευκαιρία να εγκαθιδρύσει την δημοκρατία και να γίνει τύραννος της πόλης (368 π.Χ.).
Τα ιστορικά συμβάντα της ανόδου του στην εξουσία, έχουν ως εξής:
Οι Θηβαίοι καθαίρεσαν την ολιγαρχία στις πόλεις των Αχαιών, εξόρισαν τους αργηγούς της ολιγαρχίας και τοποθέτησαν δικό τους αρμοστή σε κάθε μία πόλη. Η Σικυών που ήταν σύμμαχος των Θηβών την εποχή εκείνη, έχοντας ήδη αρμοστή και φρουρά, είχε παραμείνει ολιγαρχική. Αυτή ήταν η γενική κατάστασης, όταν ο Εύφρων άρπαξε την ευκαιρία και κατέλαβε την εξουσία. Προειδοποίησε τους Αρκάδες και Αργείους, ότι αν η ολιγαρχία παρέμενε στην εξουσία, αργά η γρήγορα θα υπέκυπταν στην Σπάρτη, και γι' αυτόν τον λόγο ήταν απαραίτητο η Σικυών να γίνει δημοκρατική. (Ένας μεγάλος αριθμός από εξόριστους ολιγαρχικούς αφού ένωσαν τις δυνάμεις τους, κατόρθωσαν να ανατρέψουν αρκετές από τις καινούργιες δημοκρατίες, εξορίζοντας τον Θηβαίο αρμοστή και τοποθετώντας επιτηρητές υπό την προστασία της Σπάρτης).
Οι Αρκάδιοι και Αργείοι έστειλαν μια μεγάλη δύναμη και υπό την προστασία τους, ο Εύφρων έκανε γενική συγκέντρωση στην Αγορά και πρότεινε ότι η ολιγαρχία έπρεπε να καθαιρεθεί και η Σικυών να εκδημοκρατιστεί.
Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή και τον επέλεξαν μαζί με πέντε άλλους ως γενικό διοικητή. Αμέσως ελευθέρωσε όλους τους δούλους και τους έκανε πολίτες. Αργότερα αφού δολοφόνησε τους πέντε συντρόφους του στρατηγούς, έγινε ο μοναδικός άρχων της πόλης. Με το πρόσχημα ότι Λακωνίζουν, εξόρισε και κατέσχεσε την περιουσία των πλουσίων πολιτών, κατέκλεψε το δημόσιο ταμείο και πήρε από τους ναούς ότι πολύτιμο είχαν, από χρυσό και ασήμι. Με τα χρήματα αυτά, έγινε δυνατό να αυξήσει και να αναδιοργανώσει το προηγούμενο σώμα ξένων μισθοφόρων, τους οποίους χρησιμοποιούσαν οι ολιγαρχικοί, δίνοντας την αρχηγία τους στον γιο του Αντέα. Επίσης εξαγόρασε πολλούς από τους Αρκάδες και Αργείους, που κατείχαν ανώτατα αξιώματα.
Αλλά ήταν τέτοιος ο βαθμός των δολοπλοκιών του και τόσο ανυπόφορη η τυραννία του (επιτέθηκε στην γειτονική Φλειασία, εξαγόρασε, διέφθειρε και δολοφόνησε πολλούς) ώστε οι Αρκάδιοι, που τον είχαν βοηθήσει να πάρει την εξουσία, στράφηκαν εναντίον του. Μία Αρκαδική δύναμης υπό τον στρατηγό Αινέα της Στυμφαλίας, έφθασε στην Σικυώνα και τον ανάγκασαν να συμφωνήσει και να επαναφέρει πίσω όλους τους εξόριστους. Ο Εύφρων τρέμοντας την εκδίκηση τους, μετέφερε την δύναμη των μισθοφόρων στο λιμάνι (το λιμάνι ήταν ξεχωριστή πόλη οχυρωμένη με τείχη, όχι μακριά από την πόλη, στο σημερινό Κιάτο). Αμέσως ανακήρυξε τον εαυτό του φίλο της Σπάρτης και κάλεσε τους Λακεδαιμονίους να πάρουν το λιμάνι υπό την κυριαρχία τους, αλλά όλα αυτά δεν έφεραν αποτέλεσμα. Τελικά με την βοήθεια των Αθηναίων, επέστρεψε πάλι πίσω στην πόλη.
Αργότερα επισκέφθηκε τις Θήβες, για να ζητήσει την βοήθεια τους να εξορίσει ξανά τους αντιπάλους του και να πάρει απόλυτη κυριαρχία στην πόλη. Δολοφονήθηκε εκεί, μπροστά στα Καδμεία, στην είσοδο του βουλευτηρίου από ολιγαρχικούς, οι οποίοι παρακολουθούσαν τις κινήσεις του. Οι δικαστές πρότειναν την θανατική ποινή στους ενόχους, αλλά τελικά αθωώθηκαν. Στην Σικυώνα η μνήμη του Εύφρωνα ήταν αγαπητή και λατρευότανε σαν δεύτερος ιδρυτής της πόλεως. Αυτό δείχνει, ότι κάτω από την αρχηγία του, ο φτωχός λαός ήταν πιο ευχαριστημένος από τους πολιτικούς αντιπάλους του, τους οποίους μεταχειρίσθηκε χωρίς οίκτο. Ο γιος του Αντέας, τον διαδέχθηκε στην εξουσία και μετά από αυτόν η πόλη κατελήφθη από τους Μακεδόνες.
Η Κρατεσίπολις, μετά την δολοφονία του άνδρα της Αλέξανδρου στην Σικυώνα το 314 π.Χ., κατέστειλε την εξέγερση και αφού ανέλαβε την εξουσία εκτέλεσε τους τριάντα ηγήτορες. Αφού επανέφερε την τάξη, διοίκησε την Σικυώνα και την Κόρινθο επί έξι χρόνια, μέχρι την άφιξη του Πτολεμαίου της Αιγύπτου, στον οποίο παρέδωσε την ηγεμονία της.
Το 303 μ.Χ., ο Δημήτριος Πολιορκητής κατέλαβε την Σικυώνα, κατέστρεψε την πόλη και έχτισε την νέα πόλη στην Ακρόπολη, επάνω σε ένα τριγωνικό οροπέδιο, 4χμ στο εσωτερικό. Ονόμασε την νέα πόλη Δημητριάς, αλλά το όνομα αυτό δεν κράτησε για πολύ, αν και χρησιμοποιήθηκε ξανά τον μεσαίωνα για λίγο διάστημα


Τύραννοι
(303 - 251 π.Χ.)

Η Σικυών, μετά τα χρόνια του Κλεισθένη, ο οποίος είχε δώσει τέλος στην κυριαρχία της Δωρικής αριστοκρατίας, ήταν ο τόπος όπου διαρκείς αναστατώσεις και συνεχείς διαμάχες ελάμβαναν μέρος, υπέφερε δε από σειρά τυράννων και δημαγωγών.
Αυτή ήταν η κατάσταση όταν ο Κλέων έγινε τύραννος στην Νέα Πόλη. Ο Κλέων δολοφονήθηκε και ο Ευθύδημος μαζί με τον Τιμοκλείδη έγιναν συγχρόνως τύραννοι. Οι κάτοικοι όμως της Σικυώνος τους απέλασαν και διάλεξαν τον Κλεινία να κυβερνήσει την πόλη. Ένα από τα έργα του ήταν το κτίσιμο του Γυμνασίου.
Μερικά χρόνια αργότερα ο Κλεινίας δολοφονήθηκε από τον Αμπαντίδα, ο οποίος σκότωσε όλους τους στενούς φίλους του και εξόρισε άλλους που ήταν με το μέρος του. Προσπάθησε να σκοτώσει επίσης και τον γιο του, Άρατο, ο οποίος ήταν μόλις επτά χρονών. Ευτυχώς γι' αυτόν, η αδελφή του τυράννου Σωσώ, η οποία ήταν παντρεμένη με τον αδελφό του Κλεινία, τον λυπήθηκε, τον έκρυψε στο σπίτι της, και την νύχτα τον φυγάδευσε στο Άργος, σε φίλους της οικογένειας. Ο Αμπαντίδας θανατώθηκε από τον λαό και ο πατέρας του Πασέας ανέλαβε τύραννος, αλλά όχι για πολύ. Δολοφονήθηκε από τον Νικοκλή, ο οποίος έγινε ο νέος τύραννος.
Από τα γεγονότα αυτά ο Άρατος ένοιωσε μίσος για την τυραννία και όταν μεγάλωσε άρχισε να σκέπτεται πώς θα ελευθερώσει την πατρίδα του από τον τύραννο Νικοκλή. Μάταια προσπάθησε να πάρει βοήθεια από τους βασιλείς της Μακεδονίας και Αιγύπτου, και έτσι αποφάσισε να ελευθερώσει την Σικυώνα οργανώνοντας τους εξόριστους και να πάρει την πόλη με την βία.


Άρατος
(271 - 213 π.Χ.)

Μεγάλος πολιτικός άνδρας της Ελληνιστικής περιόδου. Ήταν άριστος διπλωμάτης και αρχηγός της Αχαϊκής Συμμαχίας για περισσότερο από 25 χρόνια. Σε ηλικία είκοσι χρονών, το 251 π.Χ., με λίγους άνδρες χρησιμοποιώντας κομάντο τακτική, ελευθέρωσε την Σικυώνα από τον τύραννο Νικοκλή, ο οποίος ήταν προστατευόμενος του βασιλέως Αντιγόνου της Μακεδονίας, και εγκαθίδρυσε δημοκρατία.
Kατά την διάρκεια μιας νύχτας, με μία μικρή δύναμη από Σικυώνιους εξόριστους και από Αργείους μισθοφόρους, αποφεύγοντας την παρατήρηση των φρουρών κατάφερε να εισβάλει μέσα στα τείχη. Με το ξημέρωμα υποστηριζόμενος από τον λαό, έγινε κυρίαρχος της πόλης. (σ1)
Ο Άρατος έδωσε αμέσως ίσα πολιτικά δικαιώματα σε όλους, επανέφερε πίσω όλους τους εξόριστους και επέστρεψε την περιουσία τους.
Οκτώ χρόνια αργότερα (243 π.Χ.) χρησιμοποιώντας την ίδια τακτική, κατέλαβε την Ακροκόρινθο και ελευθέρωσε την Κόρινθο από την Μακεδονική ηγεμονία. Το 241 π.Χ. νίκησε την γειτονική πόλη της Πελλήνης. Με την Αιτωλία ως σύμμαχο του (239 π.Χ.), επιτέθηκε στο Άργος, το οποίο δέκα χρόνια αργότερα (229 π.Χ.) κατάφερε να το φέρει στην Αχαϊκή συμμαχία. Τον ίδιο χρόνο ελευθέρωσε την Αθήνα εξαγοράζοντας την Μακεδονική φρουρά του Πειραιώς.
Ο Άρατος ένωσε όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου, εκτός της Σπάρτης και Ηλείας, και εγκαθίδρυσε δημοκρατίες. Νικήθηκε δύο φορές από τον βασιλιά Κλεομένη της Σπάρτης, αλλά τελικά κατάφερε να τον νικήσει και να τον καθαιρέσει από τον θρόνο του το 222 π.Χ., ενώνοντας τις δυνάμεις του με τον Αντίγονο Δώσον βασιλιά της Μακεδονίας. Επίσης πολέμησε τους πρώην συμμάχους του Αιτωλούς και ο πόλεμος τελείωσε το 217 π.Χ.
Σαν χαρακτήρας και στρατηγός, ο Άρατος επικρίθηκε και κατηγορήθηκε(και επαινέθηκε από περισσότερους) για την αρχηγία του από πολλούς, οι οποίοι αμφισβήτησαν και την αξία του ως πολιτικού, δίνοντας κυρίως το επιχείρημα ότι ήταν ο υπεύθυνος για την κυριαρχία της Πελοποννήσου από τους Μακεδόνες, αν και ο αρχικός σκοπός του ήταν να την απελευθερώσει από αυτούς.
Επιχειρήματα σαν αυτά είναι επιφανειακά. Η αλήθεια είναι ότι απέδειξε την τολμηρότητα και το κουράγιο του χαρακτήρα του πολλές φορές και η επιτυχία ή αποτυχία του σαν στρατηγός δεν είναι καθόλου εύκολο να αποδειχθεί. Ο Άρατος έδειξε την πολιτική ικανότητα του όταν ένωσε ολόκληρη την Πελοπόννησο κάτω από δημοκρατικό πολίτευμα και παραμένοντας αρχηγός της Αχαϊκής Συμμαχίας επί είκοσι πέντε χρόνια.
Ο Άρατος δολοφονήθηκε το 213 π.Χ. από τον βασιλιά Φίλιππο της Μακεδονίας.
Έγραψε απομνημονεύματα (τα οποία χάθηκαν), και τα οποία ο Πολύβιος χρησιμοποίησε στην ιστορία του.
Plutarch: Aratus

(212 π.Χ. - 500 μ.Χ.)
Μετά τον Άρατο η Σικυών ουδέποτε ξαναβρήκε την παλαιά αίγλη της, αλλά η πόλη επέζησε μέχρι σήμερα. Κατά την διάρκεια των Ρωμαϊκών χρόνων η Σικυών ήταν δημοφιλές θέρετρο.
Μετά την καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους (146 π.Χ.), η Σικυών κατάφερε να επιζεί, αν και επλήγη από δύο καταστρεπτικούς σεισμούς (153 π.Χ. και 141 π.Χ.). Ο Αντωνίνους Πίους πιθανότατα βοήθησε για την ανοικοδόμηση της πόλης, η οποία ξαναβρήκε καινούργια πνοή, μέχρις ότου ο στρατηγός Σύλλας λεηλάτησε την πόλη (87 π.Χ.).
Η σύζυγος του Αντώνιου, Φουλβία πέθανε στην Σικυώνα το 40 π.Χ.
Κατά την διάρκεια του τρίτου αιώνα μ.Χ., η Σικυών ξανάκτισε το επάνω επίπεδο στο Γυμνάσιο του Κλεινία και μετέτρεψε το Βουλευτήριο σε λουτρά. Αυτήν την περίοδο οι κάτοικοι μετακινήθηκαν από το οροπέδιο στο λιμάνι, όπου μία καινούργια πόλη "Νέα Σικυών" (σημερινό Κιάτο) άρχιζε να παίρνει ζωή.
Η Σικυών έπαιξε ρόλο στην εξάπλωση του Χριστιανισμού. Τον τέταρτο αιώνα μ.Χ., δύο εκκλησίες κτίσθηκαν στο οροπέδιο. Η μία ήταν κοντά στην σημερινή εκκλησία της Αγίας Τριάδος στο Βασιλικό και η άλλη επάνω σε αρχαίο ναό στην Αγορά.





Η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδος
Το λίκνο των τεχνών

Η Σικυών βρίσκεται 18 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Κορίνθου, στην βόρειο Πελοπόννησο. Υπήρξε στην αρχαιότητα το κέντρο των τεχνών, όπως η Αθήνα ήταν για την φιλοσοφία. Δύο από τους μεγαλύτερους γλύπτες γεννήθηκαν εδώ, οι οποίοι επηρέασαν την γλυπτική τέχνη σε μεγάλο βαθμό.
Η προσφορά της Σικυώνος είναι όμως πολύ μεγαλύτερη. Είναι λίγο γνωστό ότι η τραγωδία γεννήθηκε εδώ, γύρω στις αρχές του εβδόμου αιώνα π.Χ. και ότι η ζωγραφική, στην σημερινή της μορφή, δημιουργήθηκε και εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα, από αυτό το μικρό μέρος.
Πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες της αρχαιότητος σπούδασαν στις φημισμένες σχολές της γλυπτικής και ζωγραφικής.
Η Σικυών υπήρξε η πρώτη αποικία των Αχαιών, επομένως είναι η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδος. Σύμφωνα με την παλαιά παράδοση, εδώ έφερε ο Προμηθεύς την φωτιά στο ανθρώπινο γένος.

Ιστορία της Σικυώνος

Η Σικυών ή Σεκυών στην παλαιά διάλεκτο, σύμφωνα με την μαρτυρία του γεωγράφου Στράβωνα, υπήρξε η πρώτη αποικία των Αχαιών (Ίωνες) στην Ελλάδα. Ο Όμηρος αναφέρει την Σικυώνα ως "ευρύχωρος". Μία μεγάλη έκταση που βρίσκεται στην Κορινθιακή πεδιάδα, και η οποία εκτείνεται περισσότερο από δέκα έξι μίλια κατά το μήκος της παραλίας, από τον ποταμό της Νεμέας έως τον Σύθα ποταμό και πέραν από αυτόν, και περισσότερο από δέκα τρία μίλια προς το εσωτερικό.
Κατά την διάρκεια της μακράς ιστορίας της, το όνομα της Σικυώνος έχει αλλάξει πολλές φορές. Είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε σε αυτά, διότι αναφέρεται με διαφορετικά ονόματα στα αρχαία κείμενα.
Το πρώτο της όνομα ήταν Αιγιαλεία (Ίωνες της Αιγιαλείας) από τον Αιγίαλο (1870 π.Χ.), ο οποίος αναφέρεται ως ο ιδρυτής της πόλης.
Το δεύτερο όνομα της ήταν Τελχίς ή Τελχινία, από τον βασιλιά Τελχίνα, εγγονό του Αιγίαλου, ή από τους Τελχίνες, τους φημισμένους μεταλλουργούς, που κατά τον Στράβωνα, ήταν οι πρώτοι τεχνίτες του σιδήρου και χαλκού.
Το επόμενο όνομα της ήταν Μυκόνι (μυκόν = παπαρούνα) από την μεγάλη αφθονία της παπαρούνας στους αγρούς, την οποίαν είχαν φέρει και καλλιεργούσαν, όπως αναφέρει ο Ησίοδος, ή όπως πίστευαν οι κάτοικοι δώρισε η θεά Δήμητρα.
Η περιοχή επίσης ονομάζονταν Ασωπία, στην Αρχαϊκή περίοδο, από τον ποταμό Ασωπό.
Το όνομα "Σικυών", με το οποίο η πόλη ήταν γνωστή κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, σύμφωνα με την μαρτυρία του Παυσανία, το πήρε από τον Σικυώνα της Αττικής, ο οποίος παντρεύτηκε την Ζευξίππη κόρη του βασιλιά Λαμέδοντα, και ο οποίος αργότερα έγινε βασιλιάς της πόλης.
Μία άλλη πιθανή εκδοχή του ονόματος της είναι από το σικυός η σικύα, ένα είδος κολοκύνθης σε σχήμα αγγουριού, το οποίο καλλιεργούσαν σε μεγάλες ποσότητες τα παλαιά χρόνια.
Άλλη μία ακόμη, από τα τερακότα αγγεία τα οποία κατασκεύαζαν εδώ.
Προτιμούμε την εκδοχή του Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη στα μέσα του δευτέρου αιώνα μ.Χ., συνάντησε τους κατοίκους και έγραψε γι' αυτούς στην περιγραφή του.
Η ακριβής τοποθεσία της Αρχαϊκής πόλης δεν έχει βρεθεί ακόμη, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν κοντά στους πρόποδες του ανατολικού μέρους του οροπεδίου.
Το 303 μ.Χ., ο Δημήτριος Πολιορκητής κατέλαβε την Σικυώνα, την κατέστρεψε και έχτισε την νέα πόλη στην Ακρόπολη, επάνω σε ένα τριγωνικό οροπέδιο, 4χμ από την θάλασσα. Ονόμασε την νέα πόλη Δημητριάς, αλλά το όνομα αυτό δεν κράτησε για πολύ, αν και χρησιμοποιήθηκε για λίγο χρόνο ξανά τον μεσαίωνα.
Στους βυζαντινούς χρόνους ονομάσθηκε επίσης Ελλάς.
Γνωρίζουμε ότι η περιοχή της Σικυώνος κατοικείτο από τους Νεολιθικούς χρόνους (Πελασγοί, 5000 - 3000 π.Χ.). Γύρω στο 1900 π.Χ., οι Ίωνες Αχαιοί έκαναν εδώ την πρώτη αποικία τους. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο πρώτος βασιλιάς και ιδρυτής της πόλης ήταν ο Αιγίαλος, του οποίου η δυναστεία κράτησε χίλια περίπου χρόνια (26 βασιλείς). Από τον τέταρτο (Πέλοψ) η Πελοπόννησος (Νήσος του Πέλοπος) πήρε το όνομα της.
Κατά τον ενδέκατο αιώνα π.Χ., οι Δωριείς κατέβηκαν στην περιοχή. Η Σικυών ήταν μια από τις ελάχιστες πόλεις της Πελοποννήσου, που αντιστάθηκαν στους Δωριείς επιδρομείς. Η πόλη κατελήφθη αιφνιδίως μια νύχτα. Το Άργος, η Κόρινθος, η Φλειούς, η Επίδαυρος, η Τροιζήνη, όλες υποτάχθηκαν στους Δωριείς, χωρίς να φέρουν καμία αντίσταση.
Υπό την κηδεμονία πρώτα των Μυκηνών και αργότερα του Δωρικού Άργους, η Σικυών επανέκτησε την ανεξαρτησία της τον έβδομο αιώνα π.Χ., όταν η Αχαϊκή οικογένεια των τυράννων Ορθαγορήδων πήρε την εξουσία στα χέρια της και κυβέρνησε την πόλη για εκατό χρόνια.


Άδραστος
(Αρχές 13ου αιώνος π.Χ.)

Φημισμένος βασιλιάς της Σικυώνος και του Άργους. Ήταν εγγονός του Βία και γιος του Ταλαού και της Λυσιμάχης. Μετά από διαμάχη των τριών οικογενειών του Μέλαμπου, Βία και Προίτου, που κυβερνούσαν το Άργος, πήγε στην Σικυώνα στον παππού του από το γένος της μητέρας του, βασιλιά Πόλυβο, από τον οποίο και κληρονόμησε το βασίλειο του. Αργότερα αφού συμφιλιώθηκε με τον εχθρό του Αμφιάραο (ο οποίος είχε σκοτώσει τον πατέρα του) δίνοντας του την αδελφή του Εριφύλη για γυναίκα του, επέστρεψε στο Άργος και κυβέρνησε την πόλη.
Σύμφωνα με την παράδοση, κατά την διάρκεια μιας θυελλώδους νύχτας, άκουσε δυνατές φωνές και βγαίνοντας έξω στην αυλή του σπιτιού του, είδε δύο άνδρες να διαπληκτίζονται, ο ένας έχοντας ζωγραφισμένη στην ασπίδα του ένα λιοντάρι και ο άλλος αγριογούρουνο. Αμέσως θυμήθηκε τον παράξενο χρησμό που του είχε δοθεί, ότι θα παντρέψει τις κόρες του με λιοντάρι και αγριογούρουνο.
Οι δύο άνδρες ήταν ο Πολυνείκης, γιος του Οιδίποδος βασιλιά των Θηβών, και ο Τυδέας, γιος του Αινεία της Καλυδώνος. Ο Άδραστος χώρισε τους δύο άνδρες και αφού τους συμφιλίωσε, τους πάντρεψε με τις κόρες του Αργεία και Δείπυλη. Αργότερα, για να βοηθήσει τον Πολυνείκη να επανέλθει στον πατρικό του θρόνο, έκανε εκστρατεία εναντίον των Θηβών.
Έτσι άρχισε ο φημισμένος και οδυνηρός πόλεμος "οι Επτά εναντίον των Θηβών", από τον οποίον μόνο ο Άδραστος επέζησε και διέφυγε τον θάνατο, με την βοήθεια του αγαπημένου του αλόγου, Αρίων.
Μετά από χρόνια, όταν πλέον μεγάλωσαν οι γιοι των σκοτωμένων συντρόφων του, ξεκίνησε καινούργια εκστρατεία εναντίον των Θηβών, και με την βοήθεια του γιου του Αιγιαλέα και των Επιγόνων, κατέλαβε και κατέστρεψε την πόλη. Έχασε όμως τον αγαπημένο γιο του στην μάχη και πέθανε από μαρασμό και θλίψη στον δρόμο της επιστροφής.
Αργότερα οι Σικυώνιοι και οι Αργείοι τον λάτρεψαν σαν ήρωα με μεγάλες τιμές, ειδικά στην Σικυώνα όπου έκτισαν το Ηρώο του στην Αγορά, το οποίο ο Ηρόδοτος είδε, και εξυμνούσαν τους ηρωισμούς του, αλλά και τα παθήματα του με λυρικές τραγωδίες.
(Ηροδότου Ιστορία)

Ορθαγόρας
(676 π.Χ.)

Υπήρχε μία παράδοση, ότι η Πυθία είχε δώσει προφητεία στους Σικυωνίους, η οποία έλεγε ότι η πόλη χρειάζονταν και θα ελάμβανε εκατό χρόνια εξαγνισμού, και πράγματι τόσα ήταν τα χρόνια που η δυναστεία των Ορθαγορίδων διήρκησε.
Με τον τύραννο Ορθαγόρα (σύγχρονος του Κύψελου και Περίανδρου της Κορίνθου) κατέρρευσε ο Δωρικός δεσμός στον οποίο η Σικυών ήταν υποχείριο του Άργους. Ήταν ο πρώτος τύραννος της Σικυώνος. Κυβέρνησε την πόλη δημοκρατικά και την έκανε να προοδεύσει.
Ο Ορθαγόρας, άνθρωπος με μεγάλες ικανότητες, ανέβηκε στην εξουσία όταν τον ανέδειξαν στρατηγό, αφού έπεισε με λογικά επιχειρήματα τους κατοίκους, ότι ήταν απόγονοι των Αχαιών και τους κυβερνούσαν αδίκως μέχρι τώρα οι Δωριείς Αργείοι. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει επανάσταση και να αναδειχθεί τύραννος.
Από τον διασωθέντα πάπυρο Οχύρινγχο, μαθαίνουμε τα γεγονότα της ανόδου του ως τυράννου. Ήταν γιος του Ανδρέα (μάγειρα).
Την εποχή εκείνη η Σικυών είχε διαμάχες με την Πελλήνη για τα σύνορα τους και για να τα ασφαλίσουν, δημιούργησαν ένα σώμα φρουρών (Περίπολοι). Ο Ορθαγόρας διακρίθηκε στο σώμα αυτό και έγινε αρχηγός τους (Περιπόλαρχος). Συνέχισε την άνοδο του και τελικά έγινε αρχηγός του στρατού και άρχοντας (τύραννος) της πολιτείας.
Περίπου αυτόν τον καιρό, η Σικυών νίκησε και κατέστρεψε την μετά την Πελλήνη και κοντά στην παραλία Δονούσα, και βάδισε εναντίον της Αίγειρας, η οποία σώθηκε από τους κατοίκους της με ένα τέχνασμα. Τοποθέτησαν δαυλούς στα κέρατα των κατσικών και τις οδήγησαν μέσα στην νύχτα εναντίον του Σικυωνικού στρατού. Οι Σικυώνιοι βλέποντας τον μεγάλο αριθμό τους, ανέβαλαν την επίθεση. Από αυτό το γεγονός η πόλη Αίγειρα, πήρε το όνομα της.
Ο γιος του Μύρων ο δεύτερος τον διαδέχθηκε στην αρχηγία, αλλά δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Ισόδημο.
Ο αδελφός του Ορθαγόρα Μύρων, αφιέρωσε το πρώτο θησαυροφυλάκιο της Σικυώνος στην Ολυμπία, έχοντας κερδίσει το αγώνισμα της αρματοδρομίας εκεί το 648 π.Χ., στην 33η Ολυμπιάδα.


Κλεισθένης
(600 - 560 π.Χ.)

Ήταν ο πιο δυναμικός από τους Ορθαγορίδες. Κατά την διάρκεια της εξουσίας του, η Σικυών έγινε μεγαλύτερη βιομηχανική και εμπορική πόλη. Τα τριάντα χρόνια που κυβέρνησε ο Κλεισθένης την Σικυώνα, ήταν τα πιο σπουδαία για το μέλλον και την ιστορία της. Η εξύψωση που έφερε στον Ιωνικό πληθυσμό, είχε σαν αποτέλεσμα την αναγέννηση των τεχνών.
Οι Σικυώνιοι πρωτοπόρησαν σε όλες τις τέχνες, κυρίως στην ζωγραφική και γλυπτική. Καλλιτέχνες από όλη την Ελλάδα ήλθαν εδώ για να εργασθούν και να διδαχθούν.
Ο Κλεισθένης ακολούθησε σκληρή γραμμή σε ότι είχε να κάνει με το δωρικό στοιχείο. Καθαίρεσε την λατρεία του ήρωα Άδραστου, η οποία είχε πάρει θρησκευτικό χαρακτήρα, αποτελούμενη από χορωδίες και θεατρικό δράμα, και επανέφερε την παλαιά Διονυσιακή λατρεία, η οποία περιείχε διθύραμβο και χορούς, κλπ. Έδωσε στους πτωχούς και στην μεσαία τάξη καινούργιες ελευθερίες. Η αριστοκρατία εξαλείφθηκε τελείως. Έδωσε καινούργια ονόματα στις φυλές που κατοικούσαν στην Σικυώνα. Την δική του φυλή Αιγιαλείς, η οποία είχε πάρει το όνομα από τον Αιγίαλο, ονόμασε Αρχέλαοι (Άρχοντες του λαού), και τις άλλες τρεις φυλές ονόμασε Υάται (Γουρουνάκια), Χοιρεάται (Γουρούνια), Ονεάται (Γαϊδούρια), οι οποίες αντιπροσώπευαν τις τρεις δωρικές αριστοκρατικές τάξεις, Υλλείς, Δυμανείς και Πάμφυλοι. Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του, οι Σικυώνιοι επανέφεραν πίσω τα παλαιά ονόματα.
Καινούργια πνοή και ενεργητικότητα έπνευσε στην πόλη, με όλες αυτές τις αλλαγές. Η μεταλλουργία αναπτύχθηκε σημαντικά, και άλλες βιομηχανίες όπως η κατασκευή μπρούτζινων και ασημένιων αγγείων(δημιούργησαν αριστουργήματα), βιομηχανία υποδημάτων(τα πιο φημισμένα παπούτσια), ενδύματα και η ήδη αναπτυγμένη γεωργία, έφεραν οικονομική ευημερία. Η Σικυών έγινε η χώρα της επαγγελίας.
Ο Δίποινος και Σκυλλίς, οι μαθητές(ή γιοι) του Κρητικού γλύπτη Δαίδαλου, μετανάστευσαν στην Σικυώνα (580-577 π.Χ.) και άνοιξαν σχολή Γλυπτικής. Η παράδοση αναφέρει ότι όταν πρωτοήλθαν στην Σικυώνα, άφησαν την δουλειά τους στην μέση και έφυγαν για την Αιτωλία (το έργο τους παρουσίαζε ένα σύμπλεγμα της φημισμένης Δελφικής ιστορίας του Ηρακλή, προστατευόμενος από την Αθηνά, η οποία προσπαθούσε να πάρει το τρίποδο από τον Απόλλωνα, προστατευόμενος από την Άρτεμη). Πανώλη έπεσε στην Σικυώνα, αμέσως μετά την αναχώρηση τους και οι Σικυώνιοι ζητώντας βοήθεια από το Μαντείο των Δελφών, πήραν τον χρησμό της Πυθίας, η οποία τους είπε ότι η πανώλη θα συνεχισθεί μέχρις ότου επιστρέψουν οι καλλιτέχνες και τελειώσουν το έργο τους στον ναό. Ο Πλίνιος αναφέρει, ότι αυτό πραγματοποιήθηκε με μεγάλες αμοιβές και προσευχές.
Ο Κλεισθένης ήταν άνθρωπος με πολλά ταλέντα, πολεμιστής και αθλητής, ο οποίος είχε κερδίσει στις αρματοδρομίες της Πυθίας(582 π.Χ.) και Ολυμπίας(572 π.Χ.). Γενναίος και εύγλωττος αρχηγός, γενναιόδωρος και αγαπητός, ένας άνθρωπος τον οποίο μπορούσες να εμπιστευθείς και πολιτική ιδιοφυΐα. Ήταν με το μέρος των φτωχών και υπό την κηδεμονία του η πόλη επανέκτησε την παλιά Ομηρική λάμψη, αν και είχε καταργήσει την απαγγελία των Ομηρικών ποιημάτων, τα οποία εκθείαζαν την τιμή των Αργείων.
Μετά την νίκη του στην αρματοδρομία της Ολυμπίας, διακήρυξε στους ευγενείς νέους, ότι όποιος ήθελε το χέρι της κόρης του Αγαρίστη, να έλθει στην Σικυώνα σε εξήντα μέρες, όπου και θα φιλοξενούνταν για ένα χρόνο, μέχρις ότου θα έκανε την διαλογή του πιο άξιου. Άρχισαν να έρχονται στην αυλή του μνηστήρες, από όλη την Ελλάδα. Ο Σμυνδρίδης από την Σύβαρη, έφερε μαζί του χίλιους δούλους. Ο Κλεισθένης δοκίμασε τις ικανότητες τους στην γυμναστική, στον χαρακτήρα, στην ευφυΐα και κοινωνική συμπεριφορά. Όταν τελείωσε ο χρόνος, κατέληξε σε δύο Αθηναίους υποψήφιους μνηστήρες, τον Ιπποκλείδη και τον Μεγακλή. Την καθορισμένη ημέρα της διαλογής, έκανε θυσία εκατό μοσχάρια. Κατά την διάρκεια της τελετής, ο Ιπποκλείδης άρχισε να χορεύει με παροξυσμό. Ο Κλεισθένης φανερά ενοχλημένος από την συμπεριφορά του, του είπε:
"Ω γιε του Τυσάνδρου, με τον χορό σου έδιωξες την νύφη".
Έτσι διάλεξε τον Μεγακλή για το χέρι της Αγαρίστης. Από τον γάμο τους γεννήθηκε ο Κλεισθένης των Αθηνών. Από τον άλλον γιο τους, απέκτησαν τον εγγονό τους, Περικλή των Αθηνών.
(Ηροδότου Ιστορία)

Μία από τις μεγαλύτερες επιτεύξεις του Κλεισθένη ήταν η απελευθέρωση του Μαντείου των Δελφών από την πόλη της Κρίσσας (585 π.Χ.) και την κωμόπολη Κίρρα, η οποία φορολογούσε και λήστευε τους προσκυνητές που ερχόντουσαν στο λιμάνι της για να προσκυνήσουν το μαντείο. Με την βοήθεια της Αμφικτιονικής Συμμαχίας(Αθηναίων, Θεσσαλών), απέκλεισε με τον Σικυωνικό στόλο το λιμάνι και μετά από σθεναρή αντίσταση δέκα ετών, κατέλαβε την πόλη Κίρρα και την εξολόθρευσε(πρώτος Ιερός πόλεμος 595-585 π.Χ.).
Ο Κλεισθένης αναδιοργάνωσε τους Αγώνες στην Πυθία με μεγάλη λαμπρότητα, να γίνονται κάθε τέσσαρα χρόνια όπως και στην Ολυμπία, πρόσθεσε νέα αγωνίσματα (από ένας μουσικός διαγωνισμός που ήταν παλαιότερα, προστέθηκαν αρματοδρομίες, πάλη, τρέξιμο, κλπ.). Το μαντείο των Δελφών το πήρε υπό την προστασία της η Αμφικτιονική Συμμαχία, η οποία μετονομάσθηκε Δελφική Αμφικτιονία. Εδραίωσε επίσης αγώνες στην Σικυώνα, σύμφωνα με τους αγώνες στην Πυθία, και έχτισε καινούργιο Θησαυροφυλάκιο της Σικυώνος στους Δελφούς.
Δύο από τις πέντε Μετόπες στους Δελφούς
Τρίτη Μετόπη στους Δελφούς
Τέταρτη Μετόπη στους Δελφούς
Θησαυροφυλάκιο στην Ολυμπία

Ένα πράγμα που μπορεί να λεχθεί κατά του Κλεισθένη, είναι η σκληρή στάση που πήρε εναντίον της αριστοκρατίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, την απότομη διακοπή της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς που είχαν δημιουργήσει και την οποία πολύ σωστά ο Ορθαγόρας και ο γιος του Μύρων είχαν αφήσει άθικτη. Παίρνοντας ως πηγή τον Ηρόδοτο, είναι φανερό ότι η τραγωδία είχε ήδη δημιουργηθεί επί Ορθαγόρα. (Τι άλλο παρά τραγωδία είναι, αδιάφορο σε πιο στάδιο εξέλιξης, οι παραστάσεις για τα παθήματα, κακοτυχίες και ηρωικά κατορθώματα του Άδραστου, με χορωδίες, κλπ., ?).
(Ηροδότου Ιστορία)
Το επιχείρημα, ότι η τραγωδία γεννήθηκε στην Σικυώνα, συμφωνεί με τις πηγές που αναφέρουν τον ποιητή Επιγένη της Σικυώνος, ως τον πρώτο άνθρωπο που έγραψε τραγωδία, και τους ισχυρισμούς των Δωριέων ότι ανακάλυψαν την τραγωδία και την κωμωδία. (Πηγές)
(560 - 368 π.Χ.)
Ο Αισχίνης, διάδοχος του Κλεισθένη, εξορίστηκε από τους Λακεδαιμονίους το 556 π.Χ. και η Σικυών προσχώρησε στην Πελοποννησιακή συμμαχία, παραμένοντας πιστός σύμμαχος της Σπάρτης για τα επόμενα εκατόν πενήντα χρόνια. Κατά την διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, η Σικυών ευημερούσε όπως δείχνει η αύξηση στην κοπή νομισμάτων.
Οι Σικυώνιοι πολέμησαν κατά των εισβολέων Περσών με μεγάλη γενναιότητα στην μάχη της Μυκάλης της Μιλήτου (Σεπτέμβριο 479 π.Χ., η οποία έγινε την ίδια μέρα με την μάχη των Πλαταιών) και έπεσαν σαν ήρωες μαζί με τον στρατηγό τους Περίλαο. Μαζί με τους Αθηναίους, Κορίνθιους και Τροιζήνιους έκαναν ομαδική έφοδο που τους έδωσε την νίκη. Έχασαν στην μάχη περισσότερους άνδρες από κάθε άλλη πόλη.
Πολέμησαν επίσης γενναία δύο φορές εναντίον των Αθηναίων, την πρώτη εναντίον του ναυάρχου Τολμίδη (455 π.Χ.) και την δεύτερη εναντίον του ίδιου του Περικλή, με χίλιους οπλίτες (453 π.Χ.), σε ανοιχτή μάχη, όπου οι Αθηναίοι προσπάθησαν να καταλάβουν τον Κορινθιακό κόλπο. Και τις δύο φορές οι Αθηναίοι, αν και νίκησαν, απέτυχαν να καταλάβουν την Σικυώνα.


Εύφρων
(368 - 366 π.Χ.)
Η εισβολή της Πελοποννήσου από τους Θηβαίους, για να καταστείλουν και να αποδυναμώσουν την Σπάρτη, έφερε αναστάτωση σε όλες τις πολιτείες. Σε αυτήν την άστατη χρονική περίοδο ένας πολίτης της Σικυώνος με επιρροή, ονομαζόμενος Εύφρων, άρπαξε την ευκαιρία να εγκαθιδρύσει την δημοκρατία και να γίνει τύραννος της πόλης (368 π.Χ.).
Τα ιστορικά συμβάντα της ανόδου του στην εξουσία, έχουν ως εξής:
Οι Θηβαίοι καθαίρεσαν την ολιγαρχία στις πόλεις των Αχαιών, εξόρισαν τους αργηγούς της ολιγαρχίας και τοποθέτησαν δικό τους αρμοστή σε κάθε μία πόλη. Η Σικυών που ήταν σύμμαχος των Θηβών την εποχή εκείνη, έχοντας ήδη αρμοστή και φρουρά, είχε παραμείνει ολιγαρχική. Αυτή ήταν η γενική κατάστασης, όταν ο Εύφρων άρπαξε την ευκαιρία και κατέλαβε την εξουσία. Προειδοποίησε τους Αρκάδες και Αργείους, ότι αν η ολιγαρχία παρέμενε στην εξουσία, αργά η γρήγορα θα υπέκυπταν στην Σπάρτη, και γι' αυτόν τον λόγο ήταν απαραίτητο η Σικυών να γίνει δημοκρατική. (Ένας μεγάλος αριθμός από εξόριστους ολιγαρχικούς αφού ένωσαν τις δυνάμεις τους, κατόρθωσαν να ανατρέψουν αρκετές από τις καινούργιες δημοκρατίες, εξορίζοντας τον Θηβαίο αρμοστή και τοποθετώντας επιτηρητές υπό την προστασία της Σπάρτης).
Οι Αρκάδιοι και Αργείοι έστειλαν μια μεγάλη δύναμη και υπό την προστασία τους, ο Εύφρων έκανε γενική συγκέντρωση στην Αγορά και πρότεινε ότι η ολιγαρχία έπρεπε να καθαιρεθεί και η Σικυών να εκδημοκρατιστεί.
Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή και τον επέλεξαν μαζί με πέντε άλλους ως γενικό διοικητή. Αμέσως ελευθέρωσε όλους τους δούλους και τους έκανε πολίτες. Αργότερα αφού δολοφόνησε τους πέντε συντρόφους του στρατηγούς, έγινε ο μοναδικός άρχων της πόλης. Με το πρόσχημα ότι Λακωνίζουν, εξόρισε και κατέσχεσε την περιουσία των πλουσίων πολιτών, κατέκλεψε το δημόσιο ταμείο και πήρε από τους ναούς ότι πολύτιμο είχαν, από χρυσό και ασήμι. Με τα χρήματα αυτά, έγινε δυνατό να αυξήσει και να αναδιοργανώσει το προηγούμενο σώμα ξένων μισθοφόρων, τους οποίους χρησιμοποιούσαν οι ολιγαρχικοί, δίνοντας την αρχηγία τους στον γιο του Αντέα. Επίσης εξαγόρασε πολλούς από τους Αρκάδες και Αργείους, που κατείχαν ανώτατα αξιώματα.
Αλλά ήταν τέτοιος ο βαθμός των δολοπλοκιών του και τόσο ανυπόφορη η τυραννία του (επιτέθηκε στην γειτονική Φλειασία, εξαγόρασε, διέφθειρε και δολοφόνησε πολλούς) ώστε οι Αρκάδιοι, που τον είχαν βοηθήσει να πάρει την εξουσία, στράφηκαν εναντίον του. Μία Αρκαδική δύναμης υπό τον στρατηγό Αινέα της Στυμφαλίας, έφθασε στην Σικυώνα και τον ανάγκασαν να συμφωνήσει και να επαναφέρει πίσω όλους τους εξόριστους. Ο Εύφρων τρέμοντας την εκδίκηση τους, μετέφερε την δύναμη των μισθοφόρων στο λιμάνι (το λιμάνι ήταν ξεχωριστή πόλη οχυρωμένη με τείχη, όχι μακριά από την πόλη, στο σημερινό Κιάτο). Αμέσως ανακήρυξε τον εαυτό του φίλο της Σπάρτης και κάλεσε τους Λακεδαιμονίους να πάρουν το λιμάνι υπό την κυριαρχία τους, αλλά όλα αυτά δεν έφεραν αποτέλεσμα. Τελικά με την βοήθεια των Αθηναίων, επέστρεψε πάλι πίσω στην πόλη.
Αργότερα επισκέφθηκε τις Θήβες, για να ζητήσει την βοήθεια τους να εξορίσει ξανά τους αντιπάλους του και να πάρει απόλυτη κυριαρχία στην πόλη. Δολοφονήθηκε εκεί, μπροστά στα Καδμεία, στην είσοδο του βουλευτηρίου από ολιγαρχικούς, οι οποίοι παρακολουθούσαν τις κινήσεις του. Οι δικαστές πρότειναν την θανατική ποινή στους ενόχους, αλλά τελικά αθωώθηκαν. Στην Σικυώνα η μνήμη του Εύφρωνα ήταν αγαπητή και λατρευότανε σαν δεύτερος ιδρυτής της πόλεως. Αυτό δείχνει, ότι κάτω από την αρχηγία του, ο φτωχός λαός ήταν πιο ευχαριστημένος από τους πολιτικούς αντιπάλους του, τους οποίους μεταχειρίσθηκε χωρίς οίκτο. Ο γιος του Αντέας, τον διαδέχθηκε στην εξουσία και μετά από αυτόν η πόλη κατελήφθη από τους Μακεδόνες.
Η Κρατεσίπολις, μετά την δολοφονία του άνδρα της Αλέξανδρου στην Σικυώνα το 314 π.Χ., κατέστειλε την εξέγερση και αφού ανέλαβε την εξουσία εκτέλεσε τους τριάντα ηγήτορες. Αφού επανέφερε την τάξη, διοίκησε την Σικυώνα και την Κόρινθο επί έξι χρόνια, μέχρι την άφιξη του Πτολεμαίου της Αιγύπτου, στον οποίο παρέδωσε την ηγεμονία της.
Το 303 μ.Χ., ο Δημήτριος Πολιορκητής κατέλαβε την Σικυώνα, κατέστρεψε την πόλη και έχτισε την νέα πόλη στην Ακρόπολη, επάνω σε ένα τριγωνικό οροπέδιο, 4χμ στο εσωτερικό. Ονόμασε την νέα πόλη Δημητριάς, αλλά το όνομα αυτό δεν κράτησε για πολύ, αν και χρησιμοποιήθηκε ξανά τον μεσαίωνα για λίγο διάστημα


Τύραννοι
(303 - 251 π.Χ.)

Η Σικυών, μετά τα χρόνια του Κλεισθένη, ο οποίος είχε δώσει τέλος στην κυριαρχία της Δωρικής αριστοκρατίας, ήταν ο τόπος όπου διαρκείς αναστατώσεις και συνεχείς διαμάχες ελάμβαναν μέρος, υπέφερε δε από σειρά τυράννων και δημαγωγών.
Αυτή ήταν η κατάσταση όταν ο Κλέων έγινε τύραννος στην Νέα Πόλη. Ο Κλέων δολοφονήθηκε και ο Ευθύδημος μαζί με τον Τιμοκλείδη έγιναν συγχρόνως τύραννοι. Οι κάτοικοι όμως της Σικυώνος τους απέλασαν και διάλεξαν τον Κλεινία να κυβερνήσει την πόλη. Ένα από τα έργα του ήταν το κτίσιμο του Γυμνασίου.
Μερικά χρόνια αργότερα ο Κλεινίας δολοφονήθηκε από τον Αμπαντίδα, ο οποίος σκότωσε όλους τους στενούς φίλους του και εξόρισε άλλους που ήταν με το μέρος του. Προσπάθησε να σκοτώσει επίσης και τον γιο του, Άρατο, ο οποίος ήταν μόλις επτά χρονών. Ευτυχώς γι' αυτόν, η αδελφή του τυράννου Σωσώ, η οποία ήταν παντρεμένη με τον αδελφό του Κλεινία, τον λυπήθηκε, τον έκρυψε στο σπίτι της, και την νύχτα τον φυγάδευσε στο Άργος, σε φίλους της οικογένειας. Ο Αμπαντίδας θανατώθηκε από τον λαό και ο πατέρας του Πασέας ανέλαβε τύραννος, αλλά όχι για πολύ. Δολοφονήθηκε από τον Νικοκλή, ο οποίος έγινε ο νέος τύραννος.
Από τα γεγονότα αυτά ο Άρατος ένοιωσε μίσος για την τυραννία και όταν μεγάλωσε άρχισε να σκέπτεται πώς θα ελευθερώσει την πατρίδα του από τον τύραννο Νικοκλή. Μάταια προσπάθησε να πάρει βοήθεια από τους βασιλείς της Μακεδονίας και Αιγύπτου, και έτσι αποφάσισε να ελευθερώσει την Σικυώνα οργανώνοντας τους εξόριστους και να πάρει την πόλη με την βία.


Άρατος
(271 - 213 π.Χ.)

Μεγάλος πολιτικός άνδρας της Ελληνιστικής περιόδου. Ήταν άριστος διπλωμάτης και αρχηγός της Αχαϊκής Συμμαχίας για περισσότερο από 25 χρόνια. Σε ηλικία είκοσι χρονών, το 251 π.Χ., με λίγους άνδρες χρησιμοποιώντας κομάντο τακτική, ελευθέρωσε την Σικυώνα από τον τύραννο Νικοκλή, ο οποίος ήταν προστατευόμενος του βασιλέως Αντιγόνου της Μακεδονίας, και εγκαθίδρυσε δημοκρατία.
Kατά την διάρκεια μιας νύχτας, με μία μικρή δύναμη από Σικυώνιους εξόριστους και από Αργείους μισθοφόρους, αποφεύγοντας την παρατήρηση των φρουρών κατάφερε να εισβάλει μέσα στα τείχη. Με το ξημέρωμα υποστηριζόμενος από τον λαό, έγινε κυρίαρχος της πόλης. (σ1)
Ο Άρατος έδωσε αμέσως ίσα πολιτικά δικαιώματα σε όλους, επανέφερε πίσω όλους τους εξόριστους και επέστρεψε την περιουσία τους.
Οκτώ χρόνια αργότερα (243 π.Χ.) χρησιμοποιώντας την ίδια τακτική, κατέλαβε την Ακροκόρινθο και ελευθέρωσε την Κόρινθο από την Μακεδονική ηγεμονία. Το 241 π.Χ. νίκησε την γειτονική πόλη της Πελλήνης. Με την Αιτωλία ως σύμμαχο του (239 π.Χ.), επιτέθηκε στο Άργος, το οποίο δέκα χρόνια αργότερα (229 π.Χ.) κατάφερε να το φέρει στην Αχαϊκή συμμαχία. Τον ίδιο χρόνο ελευθέρωσε την Αθήνα εξαγοράζοντας την Μακεδονική φρουρά του Πειραιώς.
Ο Άρατος ένωσε όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου, εκτός της Σπάρτης και Ηλείας, και εγκαθίδρυσε δημοκρατίες. Νικήθηκε δύο φορές από τον βασιλιά Κλεομένη της Σπάρτης, αλλά τελικά κατάφερε να τον νικήσει και να τον καθαιρέσει από τον θρόνο του το 222 π.Χ., ενώνοντας τις δυνάμεις του με τον Αντίγονο Δώσον βασιλιά της Μακεδονίας. Επίσης πολέμησε τους πρώην συμμάχους του Αιτωλούς και ο πόλεμος τελείωσε το 217 π.Χ.
Σαν χαρακτήρας και στρατηγός, ο Άρατος επικρίθηκε και κατηγορήθηκε(και επαινέθηκε από περισσότερους) για την αρχηγία του από πολλούς, οι οποίοι αμφισβήτησαν και την αξία του ως πολιτικού, δίνοντας κυρίως το επιχείρημα ότι ήταν ο υπεύθυνος για την κυριαρχία της Πελοποννήσου από τους Μακεδόνες, αν και ο αρχικός σκοπός του ήταν να την απελευθερώσει από αυτούς.
Επιχειρήματα σαν αυτά είναι επιφανειακά. Η αλήθεια είναι ότι απέδειξε την τολμηρότητα και το κουράγιο του χαρακτήρα του πολλές φορές και η επιτυχία ή αποτυχία του σαν στρατηγός δεν είναι καθόλου εύκολο να αποδειχθεί. Ο Άρατος έδειξε την πολιτική ικανότητα του όταν ένωσε ολόκληρη την Πελοπόννησο κάτω από δημοκρατικό πολίτευμα και παραμένοντας αρχηγός της Αχαϊκής Συμμαχίας επί είκοσι πέντε χρόνια.
Ο Άρατος δολοφονήθηκε το 213 π.Χ. από τον βασιλιά Φίλιππο της Μακεδονίας.
Έγραψε απομνημονεύματα (τα οποία χάθηκαν), και τα οποία ο Πολύβιος χρησιμοποίησε στην ιστορία του.
Plutarch: Aratus

(212 π.Χ. - 500 μ.Χ.)
Μετά τον Άρατο η Σικυών ουδέποτε ξαναβρήκε την παλαιά αίγλη της, αλλά η πόλη επέζησε μέχρι σήμερα. Κατά την διάρκεια των Ρωμαϊκών χρόνων η Σικυών ήταν δημοφιλές θέρετρο.
Μετά την καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους (146 π.Χ.), η Σικυών κατάφερε να επιζεί, αν και επλήγη από δύο καταστρεπτικούς σεισμούς (153 π.Χ. και 141 π.Χ.). Ο Αντωνίνους Πίους πιθανότατα βοήθησε για την ανοικοδόμηση της πόλης, η οποία ξαναβρήκε καινούργια πνοή, μέχρις ότου ο στρατηγός Σύλλας λεηλάτησε την πόλη (87 π.Χ.).
Η σύζυγος του Αντώνιου, Φουλβία πέθανε στην Σικυώνα το 40 π.Χ.
Κατά την διάρκεια του τρίτου αιώνα μ.Χ., η Σικυών ξανάκτισε το επάνω επίπεδο στο Γυμνάσιο του Κλεινία και μετέτρεψε το Βουλευτήριο σε λουτρά. Αυτήν την περίοδο οι κάτοικοι μετακινήθηκαν από το οροπέδιο στο λιμάνι, όπου μία καινούργια πόλη "Νέα Σικυών" (σημερινό Κιάτο) άρχιζε να παίρνει ζωή.
Η Σικυών έπαιξε ρόλο στην εξάπλωση του Χριστιανισμού. Τον τέταρτο αιώνα μ.Χ., δύο εκκλησίες κτίσθηκαν στο οροπέδιο. Η μία ήταν κοντά στην σημερινή εκκλησία της Αγίας Τριάδος στο Βασιλικό και η άλλη επάνω σε αρχαίο ναό στην Αγορά.



Εφευρέσεις


Η Σικυών ήταν ο τόπος μεγάλων (και μικρών) εφευρέσεων και καινοτομιών. Ανάμεσα στις μεγάλες η Τραγωδία και η Ζωγραφική ξεχωρίζουν. Αρχαίες πηγές αναφέρουν και για την Κωμωδία, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν μαρτυρίες για να το επιβεβαιώνουν.
Πολλές καινοτομίες στην μεταλλουργία έκαναν δυνατή την δημιουργία αριστουργημάτων σε αγάλματα και μεταλλικά αγγεία. Ήδη από τον έβδομο αιώνα π.Χ. κατασκεύασαν τους "θαλάμους", δωμάτια από μπρούντζο τα οποία αφιέρωσαν στους Δελφούς.
Καίριες εφευρέσεις στην γλυπτική έκαναν δυνατή την δημιουργία μπρούντζινων αγαλμάτων.
Ο Μπουτάδης, Σικυώνιος αγγειοπλάστης ήταν ο πρώτος που δημιούργησε μοντέλα από πηλό σύμφωνα με την μαρτυρία του Πλινίου, εφεύρεση η οποία συνέβαλε στην δημιουργία της γλυπτικής σε μπρούντζο.
Ο Λυσίστρατος της Σικυώνος, γλύπτης και αδελφός του Λύσιππου, επιδιώκοντας μεγαλύτερο ρεαλισμό ήταν ο πρώτος που έκανε ένα προκαταρκτικό εκμαγείο τοποθετώντας γύψο επάνω σε ανθρώπινο πρόσωπο (4ος αιώνας π.Χ.).
Στην ζωγραφική, ο Πλίνιος αναφέρει ότι ο Τελεφάνης ήταν ο πρώτος που εφεύρε ή βελτίωσε το σχέδιο και ο Κράτων της Σικυώνος σύμφωνα με τον Αθηναγόρα εφεύρε την "γραφική", σχέδιο με την χρίση χρώματος πάνω σε πίνακα.
Ο Παυσίας της Σικυώνος ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε επαγγελματικά την εγκαυστική μέθοδο στην ζωγραφική την οποία και τελειοποίησε, αν και χρησιμοποιείτο ήδη στην κατασκευή αγαλμάτων.
Η Σικυών είχε την πρώτη Δημόσια Πινακοθήκη στην Ελλάδα με πλούσια συλλογή πινάκων, οι οποίοι πουλήθηκαν κυρίως στην Αίγυπτο. Πολλοί άλλοι μεταφέρθηκαν στην Ρώμη.
Πολλές εφευρέσεις και καινοτομίες έλαβαν χώρα στην Mουσική και Xορό.
Ο Αμφίων της Σικυώνος συνδύασε το τραγούδι με την κιθάρα και ο Λύσανδρος την σόλο κιθάρα καθώς και την αλλαγή των οργάνων κατά την διάρκεια της μουσικής παραστάσεως.
Η πρώτη παράσταση με ορχήστρα (έναυλος κιθαρισμός) έλαβε μέρος εδώ από τους μαθητές του Επιγόνου, οι οποίοι έκαναν χρήση της εφεύρεσης του Λύσανδρου.
Ο Επίγονος ήταν ο εφευρέτης του Επιγονίου (επί του γόνατος), ένα είδος κιθάρας με σαράντα χορδές την οποίαν κρατούσαν και έπαιζαν στα γόνατα. Ένας άλλος εφευρέτης, ο Ίβυκος, κατασκεύασε το μουσικό όργανο Σαμβυκή.
Οι μεγάλες εφευρέσεις στην μουσική ήταν παράλληλες με αυτές του χορού. Ο τοπικός χορός γνωστός με το όνομα Αλητήρ, ήταν ένα είδος σοβαρού χορού. Ένας άλλος χορός, αυτόν που ο Ιπποκλείδης χόρεψε στην τελετή που έδωσε ο Κλεισθένης και εξ' αιτίας του έχασε το χέρι της κόρης του Αγαρίστης, ήταν ο ασυγκράτητος και κωμικός, Κόρδαξ.
Οι χοροί οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το πέταγμα μπάλας, όπως αυτός που αναφέρει ο Όμηρος στην Οδύσσεια, τον οποίο η Ναυσικά χόρευε με τις άλλες κοπέλες, ήταν Σικυωνική εφεύρεση.
Η Σικυών είχε σχολεία διδασκαλίας χορού (χοροδιδασκαλεία).
Η Σικυών από τα πανάρχαια χρόνια είχε επίσης μουσείο στον Ναό του Απόλλωνος, όπου φυλάγονταν μερικά από τα πιο γνωστά αρχαία αντικείμενα και αφιερώματα, μεταξύ άλλων:
• Το ξίφος και η ασπίδα του Αγαμέμνονος.
• Ένα σεντούκι το οποίο ανήκε στον Άδραστο που κανένας δεν είχε ανοίξει.
• Το ξίφος που χρησιμοποίησε ο Μελέαγρος για να σκοτώσει την Καλυδώνια αρκούδα.
• Ο μανδύας και ο θώρακας του Οδυσσέα και ένα κομμάτι από το πλεκτό της Πηνελόπης.
• Ο κάδος στον οποίο έβρασε τον Πελία, η Μήδεια.
• Τα κουπιά των Αργοναυτών που πήραν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία.
• Οι αυλοί του Μαρσύα (ο σάτυρος τον οποίο έγδαρε ζωντανό ο Απόλλωνας γιατί τόλμησε να συναγωνισθεί μαζί του σε μουσικό αγώνα).
• Ο ψήφος που η Αθηνά είχε δώσει για να αθωωθεί ο Ορέστης από την κατηγορία της μητροκτονίας.
Όλα αυτά!
Σικυώνιοι Ολυμπιονίκες
Νικητής Αγώνισμα Έτος
Τέλλις Στάδιον 708 BC
Μύρων Τέθριππον 648 BC
Κλεισθένης Τέθριππον 572 BC
Βύκελος Πυγμαχία παίδων 396 BC
Σώστρατος
Παγκράτιον 364 BC
Σώστρατος
Παγκράτιον 360 BC
Σώστρατος
Παγκράτιον 356 BC
Πυθοκλής Στάδιον 236 BC
Άρατος Τέθριππον 232 BC
Διόδωρος Στάδιον 140 BC
Βοιωτός Στάδιον 124 BC
Σφοδρίας Παγκράτιον 72 AD
Υψικλής Δόλιχος (5000 μ.) 72 AD
Αίλιος Γρανιανός Στάδιον παίδων 133 AD
Αίλιος Γρανιανός Δίαυλος 137 AD
Αίλιος Γρανιανός Οπλίτης δρόμος 137 AD
Αίλιος Γρανιανός Πένταθλον 137 AD
Αίλιος Γρανιανός Πένταθλον 141 AD
Κραναός (ή Γρανιανός) Στάδιον 145 AD


Βύκελος
396 π.Χ.
Ο Βύκελος ήταν ο πρώτος Σικυώνιος που νίκησε στην πυγμαχία των εφήβων στην Ολυμπία. Το άγαλμα του φιλοτέχνησε ο Κάναχος ο νεώτερος της Σικυώνος, μαθητής του Πολύκλειτου.


Σώστρατος
380 π.Χ.
Σώστρατος ο παγκρατιαστής, ο επονομαζόμενος Ακροχερσίτης (ακραίε χείρες), από το ανορθόδοξο στυλ που χρησιμοποιούσε. Έπιανε τον αντίπαλο του από τα δάκτυλα και τα λύγιζε και δεν τα άφηνε, μέχρις ότου ο αντίπαλος του παραδοθεί.
Κέρδισε σε τρεις συνεχείς Ολυμπιακούς αγώνες (364, 360, 356 π.Χ.), καθώς η επιγραφή στο άγαλμα του στην Ολυμπία ανέφερε. Εκτός της Ολυμπίας, κέρδισε δώδεκα νίκες συνολικά στην Νεμέα και τα Ίσθμια και δύο στα Πύθια. Υπήρχε επίσης άγαλμα του στους Δελφούς.
Νομίσματα της Σικυώνος από το 320 π.Χ., τον απεικονίζουν.

Θρησκεία


Η αρχαιότερη και κυριότερη θεότης των Σικυωνίων ήταν ο Απόλλων για τον οποίον ο Παυσανίας αναφέρει την ακόλουθη ιστορία:
Στα παλιά τα χρόνια, σύμφωνα με την παράδοση, όταν η Σικυών ονομαζότανε Αιγιαλεία, ο Απόλλων και η αδελφή του Άρτεμις ήλθαν εδώ να εξιλεωθούν για τον φόνο του Πύθωνα, που διέπραξαν στους Δελφούς. Σε ένα μέρος της μετέπειτα Ελληνιστικής πόλης (στο οροπέδιο το οποίο ήταν η Ακρόπολη τους εκείνη την εποχή) κοντά στην Αγορά, το οποίο ονομάσθηκε αργότερα "Φόβος" από το συμβάν, κυριεύθηκαν από φόβο και κατέφυγαν στην Κρήτη. Από το γεγονός αυτό, έπεσε πανώλη στην Αιγιαλεία και οι ιερείς προσπάθησαν να εξευμενίσουν τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Για αυτόν τον λόγο έστειλαν επτά αγόρια και επτά κορίτσια να τους ικετεύσουν στον ποταμό Σύθα (κοντά στο σημερινό Ξυλόκαστρο). Ο Απόλλων και η Άρτεμις πείσθηκαν από όλα αυτά, επέστρεψαν στην Ακρόπολη και η πανώλη εξαλείφθηκε.
Μία τελετουργία αναλλοίωτη από εκείνες τις ημέρες ελάμβανε χώρα στην εποχή του Παυσανία (150 μ.Χ.). Επτά αγόρια και επτά κορίτσια πήγαιναν με πανηγυρική πομπή στον ποταμό Σύθα και από εκεί μετέφεραν τους θεούς στο ιερό της Πειθούς, το οποίο είχαν κτίσει στο μέρος που οι θεοί είχαν κυριευθεί από φόβο, και τα τοποθετούσαν στον κτισμένο εκεί ναό του Απόλλωνος.
Η αμέσως επόμενη σε κυριότητα θεότης ήταν η θεά Αθηνά, καθώς οι δύο πολύ παλαιοί ναοί, ο πελώριος και μεγαλοπρεπής ναός τον οποίον έκτισε ο Εποπέος στην Αρχαία Ακρόπολη και ο ναός στην Τιτάνη, υποδεικνύουν.
Στα χρόνια του Κλεισθένη, ο Διόνυσος έγινε η επόμενη σε κυριότητα θεότης στην πόλη. Οι τελετές του, οι οποίες είχαν απαγορευθεί από την αριστοκρατία, επανήλθαν με μεγαλύτερη ισχύ και οι Ολύμπιοι παραμελήθηκαν.
Ο ίδιος ο Κλεισθένης για αυτές τις αλλαγές επιπλήχθηκε αυστηρότατα από το Μαντείο των Δελφών, καθώς επίσης και για την αλλαγή της λατρείας του Άδραστου.
Το Μαντείο του είπε "ο Άδραστος ήταν βασιλιάς, αλλά εσύ είσαι ένας μηδαμινός". Πρέπει να έχουμε υπ' όψιν μας, ότι αυτή η προσβολή έγινε στον άνθρωπο ο οποίος είχε σώσει και ευεργετήσει το μαντείο. Τόσο μεγάλη ήταν η σοβαρότης που έδωσε το μαντείο σε όλες αυτές τις αλλαγές.
Οι εορταστικοί παροξυσμοί του Διονύσου κόπασαν λίγο αργότερα (με την βοήθεια του Μαντείου των Δελφών) και η τελετή που ο Παυσανίας περιγράφει, ο ετήσιος εορτασμός του Διονύσου Βάκχειου και Λυσίου, ήταν ιεροπρεπής.
Τα αγάλματα και των δύο τα οποία φυλάγονταν καθ' όλη την διάρκεια του χρόνου, μεταφέρονταν με ύμνους και αναμμένους δαυλούς με πομπή από το κοσμητήριο στον ναό. Το κοσμητήριο ήταν ένα κτίριο στο οποίο όχι μόνο η πομπή διοργανώνονταν, αλλά και το μέρος όπου οι θεοί στολίζονταν και καλλωπίζονταν με λουλούδια, κλπ.
Τον Βάκχειο Διόνυσο είχε φέρει στη Σικυώνα ο Ανδροδάμας, ο γιος του Φλειού και εορταζότανε με παροξυσμό, μέχρις ότου ο Φάνης έφερε από τις Θήβες με την εντολή της Πυθίας τον Διόνυσο Λύσιο (Λυτρωτή), ο οποίος λεγότανε ότι απελευθέρωνε τον άνθρωπο από τους παροξυσμούς και αγριότητες, τις έγνοιες και τα βάσανα και ταυτόχρονα του έδινε γαλήνη και ευτυχία.


Σικυωνία

Η Σικυωνία ήταν μία μεγάλη περιοχή, εκτεινόμενη περισσότερο από δέκα έξι μίλια κατά μήκος της παραλίας, από τον ποταμό της Νεμέας έως τον Σύθα, και περισσότερο από δέκα τρία μίλια στο εσωτερικό. Ανατολικά συνόρευε με την Κορινθία, δυτικά με την Πελλήνη και προς τον νότο με την Φλειασία και τις Κλεονές.
Η Σικυωνία είχε αρκετές μεγάλες κωμοπόλεις, η σπουδαιότερη των οποίων ήταν η Τιτάνη, ένα θρησκευτικό κέντρο, η οποία βρισκότανε μεταξύ των συνόρων της Συκυωνίας και της Φλειασίας. Υπήρχε κεντρικός δρόμος ο οποίος συνέδεε την Σικυώνα με την Τιτάνη, και τον οποίον ο Παυσανίας ακολούθησε φεύγοντας από την Σικυώνα, ένας ευθύς δρόμος παράλληλος του Ασωπού ποταμού, ξεκινώντας από την Ιερά Πύλη, η οποία ήταν στην δεξιά γωνία της ανατολικής πλευράς του οροπεδίου.
Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση η Τιτάνη ιδρύθηκε από τον Τιτάνα, τον αδελφό του Ηλίου. Εκεί ήταν το περίφημο Ασκληπιείο, το οποίο κτίσθηκε από τον Αλεξάνορα, γιο του Μαχάου, γιο του Ασκληπιού. Επιγραφή προς τον Ασκληπιό έχει βρεθεί στον λόφο του κοιμητηρίου, αλλά το ποιο πιθανόν είναι το Ιερόν να βρισκότανε πιο κάτω, δυτικά του λόφου.
Επάνω στον λόφο, σε δάσος από κυπαρίσσια (η Ακρόπολις της Τιτάνης), υπήρχε ο ναός της Αθηνάς, και στον βωμό του τοποθετημένα δύο ξύλινα αγάλματα, του Ασκληπιού και της Υγείας. Ο βωμός είχε καταστραφεί από κεραυνό, κατά την εποχή του Παυσανία. Αυτό το γεγονός συμπίπτει με την γνωστή καταστροφή που συνέβη τον έκτο αιώνα π.Χ., όταν το άγαλμα της Αθηνάς, το οποίο κατασκεύασαν ο Διποίνος και Σκυλλίς, καταστράφηκε από κεραυνό.
Στην πλευρά του λόφου, ήταν ο βωμός των Ανέμων. Κάθε χρόνο γίνονταν τελετές και εξορκισμοί, συμπεριλαμβανομένων και των εξορκισμών της Μήδειας, για να καθησυχάσουν τους ανέμους.
Η Τιτάνη δείχνει να είναι τόσο αρχαία, όσο και η Σικυών. Υπάρχει μαρτυρία ότι κατοικείτο κατά την Αρχαϊκή περίοδο και την περίοδο του Χαλκού.
Πολλές άλλες πόλεις και περιοχές αναφέρονται από τον Παυσανία, τον Ξενοφώντα και άλλους συγγραφείς, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει γίνει καμία σοβαρή εργασία για να αναγνωρισθούν. Θα αναφέρουμε μερικές από τις εξηγήσεις που έχουν δοθεί.
Ο Παυσανίας αναφέρει μία πόλη στην περιοχή της Σικυωνίας, την Φοιβία, η οποία είχε καταληφθεί από τον Επαμεινώνδα της Σπάρτης. Η πόλη έχει αναγνωρισθεί σήμερα σε περιοχή κοντά στο Καστράκι και Χανιά, στα σύνορα με την Φλειασία.
Ο Ξενοφών αναφέρει την περιοχή Δηραί, η οποία είχε καταληφθεί από τον Διονύσιο των Συρακουσών το 369 π.Χ., μετά από μάχη με τους Σικυώνιους στην πεδιάδα. Οι Δηραί έχουν αναγνωρισθεί σήμερα με την Στιμάγκα, στα νότια ανατολικά της Σικυώνος.
Η Επιοικεία ήταν μία άλλη περιοχή κοντά στην Κορινθία, για την οποία ο Ξενοφών αναφέρει στα Ελληνικά του, ότι Σπαρτιατική δύναμης υπήρχε εκεί κατά την διάρκεια του Κορινθιακού πολέμου. Έχει ταυτισθεί σήμερα με την περιοχή δίπλα στο σημερινό Πουρνάρι.
Οι Πλαταιαί, μία πόλη της Σικυωνίας αναφερόμενη από τον Στράβωνα, έχει ταυτισθεί με την Τσαγρίτζα.
Μία άλλη σπουδαία πόλη της Σικυωνίας ήταν η Γονούσα, από την οποία η φημισμένη οικογένεια των Κυψελίδων κατήγετο.




Ιστορία της Κορίνθου

Ο μύθος. Όπως συμβαίνει και με τις άλλες αρχαίες Ελληνικές πόλεις, δεν έχουμε πληροφορίες για τα ιστορικά γεγονότα της αρχαίας Κορίνθου. Ότι γνωρίζουμε είναι από μύθους και αυτοί ακόμη διαφέρουν.
Στην πραγματικότητα η Κόρινθος οικειοποιήθηκε τους μύθους της πλησίον αυτής πόλης Εφύρας, για την οποία ο Όμηρος αναφέρει ότι βρισκόταν στο εσωτερικό της πεδιάδας του Άργους. Από τον Όμηρο γνωρίζουμε επίσης ότι ο Σίσυφος ήταν βασιλιάς της Εφύρας, και μαθαίνουμε επίσης για τον γιο του Γλαύκο και τον γιο αυτού, Βελλεροφόντη, ο οποίος είχε στενές σχέσεις με τον βασιλιά της Τίρυνθας Προίτο. Όλες αυτές οι ιστορίες έγιναν τοπικές, όταν η περιοχή γύρω από την Νεμέα κατελήφθη από την Κόρινθο, καθώς και η Θεσσαλική ιστορία της Μήδειας και του Ιάσονα, σε αυτό συνέβαλε και ο αρχαίος Κορίνθιος ποιητής Εύμελος, ο οποίος ανήκε στην Δωρική οικογένεια των Βακχιάδων.
Η τραγωδία του Ευριπίδη Μήδεια, αναφέρεται σε μία ξένη γυναίκα, την οποία ο Ιάσονας φέρνει στην Κόρινθο, και η οποία αργότερα δολοφονεί την Γλαύκα, την κόρη του βασιλιά, που ο Ιάσων επρόκειτο να παντρευτεί, και αργότερα σκοτώνει τα δύο παιδιά της που είχε κάνει με τον Ιάσονα για να τον εκδικηθεί, είναι τελείως διαφορετική ιστορία από τον Κορινθιακό μύθο, ο δε τάφος της υπήρχε και τον επισκέπτονταν οι ξένοι μέχρι τον 2ο αιώνα μ.Χ.
Ίδια είναι και η περίπτωση για τον φημισμένο Σίσυφο, τον οποίο γνωρίζουμε από την Οδύσσεια του Ομήρου ότι είχε καταδικασθεί στον Άδη να ανεβάζει μία μεγάλη πέτρα στην κορυφή ενός βουνού και να ξεκινάει από την αρχή, όταν η πέτρα έπεφτε κάτω.
Ο Κορινθιακός μύθος διέφερε ξανά, γι' αυτούς ο Σίσυφος ήταν ένας φημισμένος και πανούργος βασιλιάς, που στην βασιλεία του, η Κόρινθος ευημερούσε.
Οι Έλληνες αποδέχθηκαν την ιστορία της Οδύσσειας.
Ο φημισμένος μύθος της Κορίνθου, ήταν αυτός του Βελλεροφόντη, του εγγονού του Σίσυφου, του μεγάλου ήρωα που σκότωσε την Χίμαιρα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Βελλοροφόντης κοιμόταν στον Ναό της Αθηνάς και είδε ένα όνειρο, στο οποίο η Θεά του έδωσε ένα καπίστρι και ένα χαλινάρι για να πιάσει το αθάνατο φτερωτό άλογο Πήγασος. Έτσι και έγινε, το έπιασε την στιγμή που ο Πήγασος έπινε νερό στην πηγή της Πειρήνης, κάτω από την Ακροκόρινθο.
Το πρώτο όνομα του ήταν Ιππόνους και όταν σκότωσε ένα τέρας, ή όπως οι Κορίνθιοι έλεγαν, έναν άνδρα με το όνομα Βελλέρος, εξορίστηκε στην Τίρυνθα (ο Όμηρος αναφέρει στην Κόρινθο) και επήρε το όνομα Βελλεροφόντης.
Εκεί η Άντεια (Στενοβεία), η γυναίκα του Προίτου, τον ερωτεύθηκε και επειδή αυτός την απεδίωξε, τον κατηγόρησε στον άνδρα της, ο οποίος φοβούμενος να κάνει κακό σε φιλοξενούμενο, τον έστειλε στον πεθερό του Ιοβάτη στην Λυκία, με μία γραφή η οποία ανέφερε, να δολοφονηθεί ο φέρων. Ο Ιοβάτης, ο οποίος δεν διάβασε αμέσως την γραφή και τον δέχθηκε σαν φιλοξενούμενο, δεν μπορούσε να εκτελέσει τα γραφόμενα και γι' αυτό τον λόγο τον έστειλε να σκοτώσει το τέρας Χίμαιρα, σίγουρος ότι δεν θα επιζήσει, αλλά ο Βελλεροφόντης με την βοήθεια του Πήγασου κατόρθωσε να φέρει σε πέρας την αποστολή του.
Το 747 π.Χ., η βασιλεία έλαβε τέλος στην Κόρινθο και πάνω από διακόσιοι αριστοκράτες, από την ονομαστή Δωρική οικογένεια των Βακχιάδων, απόγονοι του Ηρακλή όπως έλεγαν οι ίδιοι, ανέλαβαν την ηγεμονία της πόλης και την κυβέρνησαν περίπου διακόσια χρόνια, εκλέγοντας κάθε χρόνο έναν Πρύτανη, το Συμβούλιο και τον Πολέμαρχο.

Κύψελος
(657 - 627 π.Χ.)

Το 657 π.Χ., η ηγεμονία των Βακχιάδων τελείωσε.
Ο Πολέμαρχος Κύψελος, βοηθούμενος από ένα χρησμό των Δελφών, ανέλαβε την ηγεμονία και κυβέρνησε την πόλη επί τριάντα χρόνια. Οι εξόριστοι Βακχιάδες έφυγαν άλλοι στην Κέρκυρα και άλλοι στην Σπάρτη και Ετρουρία.
Ως φόρο τιμής προς στους Δελφούς, έκτισε ένα θησαυροφυλάκιο εκεί.
Ο Κύψελος ήταν γιος της Λάβδα και του Αιτίωνα από την Γονούσα, μία κόμη της Σικυώνας Η μητέρα του ανήκε στη οικογένεια των Βακχιάδων, αλλά επειδή ήταν κουτσή από το ένα πόδι, κανένας από αυτούς δεν την ήθελε. Τελικά παντρεύτηκε έναν απλό πολίτη, αν και αυτό απαγορευόταν στους Βακχιάδες.
Όταν το γεγονός έγινε γνωστό, το μαντείο των Δελφών με αρκετούς χρησμούς προειδοποίησε την πτώση των Βακχιάδων και την εξορία τους από τα παιδιά της Λάβδας. Αργότερα οι Βακχιάδες φοβούμενοι τους χρησμούς προσπάθησαν να σκοτώσουν το νεογέννητο παιδί της, αλλά η μητέρα του το έκρυψε σε μία κυψέλη (σεντούκι). Από αυτό το γεγονός πήρε το όνομα, Κύψελος.
Οι απόγονοι του έκαναν δωρεά στην Ολυμπία, μία κυψέλη από ξύλο βελανιδιάς, διακοσμημένη με εικόνες και παραστάσεις μυθολογικές και σκαλισμένες με χρυσό και ελεφαντοστούν.

Ο Κύψελος, ήταν ο πρώτος τύραννος της Κορίνθου και κυβέρνησε την πόλη ευνοώντας τις κατώτερες τάξεις και φερόμενος σκληρά προς τους αριστοκράτες. Κατά την διάρκεια της ηγεμονίας του, η πόλη ανέπτυξε το εμπόριο και ίδρυσε νέες αποικίες.

Περίανδρος
(627 - 585 π.Χ.)
Ο γιος του Κύψελου, Περίανδρος που τον διαδέχθηκε, αύξησε ακόμη περισσότερο την δύναμη της Κορίνθου. Κυβέρνησε αυταρχικά, περισσότερο από σαράντα χρόνια.
Επινόησε τρόπους (μείωσε τον αριθμό των δούλων, κλπ.) έτσι ώστε οι κάτοικοι να είναι πάντα απασχολημένοι, όπως ο Αριστοτέλης αναφέρει, ώστε να
μη τους μένει χρόνος για να συνωμοτούν εναντίον του. Ταυτόχρονα υποστήριξε τις τέχνες, κατασκεύασε διάφορα κτίρια και προσκάλεσε ποιητές, και γνωστούς συγγραφείς όπως ο Αρίων, Αίσωπος και πολλούς από τους ονομαζόμενους σοφούς άνδρες. Για όλα αυτά και για τα λεγόμενα του, τον ονόμασαν έναν από τους Επτά Σοφούς.
Ο Περίανδρος ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να ανοίξει το κανάλι του Ισθμού, αλλά το μαντείο των Δελφών με χρησμό του τον ειδοποίησε να μην προχωρήσει. Η πραγματική αιτία όμως ίσως ήταν ότι εκείνη την εποχή δεν είχαν τις τεχνικές δυνατότητες για ένα τέτοιο έργο.
Άντ' αυτού, ο Περίανδρος κατασκεύασε την Δίολκο, ένα πλακόστρωτο δρόμο, στον οποίο τα πλοία διέλκονταν με τροχοφόρο όχημα από το ανατολικό λιμάνι των Κεχριών του Σαρωνικού κόλπου, στο δυτικό λιμάνι Λεχαίον, του Κορινθιακού κόλπου.
Ο Περίανδρος σκότωσε την γυναίκα του Μελίσσα, κόρη του τυράννου της Επιδαύρου Πρόκλη, ακούγοντας τις συκοφαντίες των παλλακίδων του, τις οποίες αργότερα έκαψε ζωντανές όταν ανακάλυψε την αλήθεια. Είχε δύο γιους από την γυναίκα του και ο θάνατος της έκανε τον νεώτερο γιο του, Λυκόφρωνα, να απομακρυνθεί από τον πατέρα του, και έφυγε για την Κέρκυρα. Προς το τέλος της ζωής του ο Περίανδρος προσπάθησε να φέρει πίσω τον γιο του, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Λυκόφρων δέχθηκε να επιστρέψει στην Κόρινθο, μόνον όταν ο πατέρας του υποσχέθηκε ότι θα έπαιρνε την θέση του στην Κέρκυρα. Όταν όμως αυτό έγινε γνωστό, οι Κερκυραίοι σκότωσαν τον Λυκόφρωνα. Ο Περίανδρος για να εκδικηθεί τον θάνατο του γιου του, θανάτωσε 50 Κερκυραίους και έστειλε 300 νέους στην Λυδία για να γίνουν ευνούχοι, αλλά στο νησί της Σάμου οι κάτοικοι τους έδωσαν άσυλο στο ναό της Αρτέμιδος.
Θανάτωσε επίσης πολλούς εξέχοντες πολίτες όταν δεν συμφώνησαν μαζί του στο πόλεμο εναντίον της Σικυώνος, στον οποίο είχε ως σύμμαχο τον Θρασύβουλο της Μιλήτου. Από όλα αυτά βλέπουμε ότι αν και ο Περίανδρος ήταν πολύ ευφυής, δεν ήταν καθόλου σοφός και ο Πλάτων πολύ σωστά δεν το συμπεριλάμβανε ανάμεσα τους.
Ο Περίανδρος διηύθυνε τις υποθέσεις της Κορίνθου πολύ καλά και ίδρυσε νέες αποικίες ανάμεσα στις οποίες την Ναυκρατίδα της Αιγύπτου.
Ο επιθετικός του χαρακτήρας έφερε οικονομική άνθηση στην Κόρινθο και οι τέχνες αναπτύχθηκαν.
Ο ανιψιός του Ψαμμήτιχος που τον διαδέχθηκε, του οποίου το όνομα είχε δοθεί προς τιμήν του δεύτερου Φαραώ της Αιγύπτου με το ίδιο όνομα, δολοφονήθηκε από τους αριστοκράτες τρία χρόνια αργότερα, με την βοήθεια της Σπάρτης. Στα λίγα χρόνια της ηγεμονίας του ίδρυσε νέες αποικίες, στην Ποτίδαια της Χαλκιδικής και την Επίδαμνο και Απολλώνια, βορείως της Κέρκυρας.

582 π.Χ. - 52 μ.Χ.
Η Κόρινθος, μετά την τυραννία κυβερνήθηκε από αριστοκράτες που εξέλεγαν Συμβούλιο αποτελούμενο από ογδόντα μέλη. Ανέπτυξαν δε καλές σχέσεις με όλες τις άλλες πόλεις και έγιναν μέλος της Πελοποννησιακής συμμαχίας. Επί εκατό χρόνια η Κόρινθος ευημερούσε και είχε φιλικές σχέσεις με την ανταγωνίστρια της Αθήνα.
Κατά την διάρκεια της Περσικής εισβολής στην Ελλάδα, η Κόρινθος εξελέγη ως το κέντρο της Ελληνικής Συμμαχίας και πήρε μέρος στην μάχη της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) με σαράντα πλοία υπό την αρχηγία του Αδείμαντου. Έλαβε επίσης μέρος στην μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) με πέντε χιλιάδες βαριά οπλισμένους άνδρες, καθώς επίσης και στην ναυμαχία της Μυκάλης, όπου πολέμησαν γενναία και ήλθαν δεύτερη στο βραβείο τιμής μετά τους Αθηναίους.
Όταν οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι τους εισέβαλλαν στα Μέγαρα το 458 π.Χ., ξέροντας ότι οι Αθηναϊκές δυνάμεις βρισκόταν στην Αίγινα, ο έξοχος Αθηναίος στρατηγός, Μυρωνίδης, συγκέντρωσε ένα στρατό από παιδιά και ηλικιωμένους άνδρες και ξεκίνησε να βοηθήσει τους Μεγαρείς. Στην αναποφάσιστη μάχη εναντίον των Κορινθίων, οι οποίοι αργότερα έφυγαν, οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιο. Αποδοκιμασμένος, από τον λαό της Κορίνθου, ο Κορινθιακός στρατός επέστρεψε στα Μέγαρα μετά από δώδεκα μέρες και άρχισαν να στήνουν ένα τρόπαιο. Όταν οι Αθηναίοι τους αντιλήφθηκαν, βγήκαν έξω από τα τείχη των Μεγάρων και τους σκότωσαν, καθώς και άλλες δυνάμεις που ήλθαν να τους βοηθήσουν.
Μετά τους Περσικούς πολέμους η Κόρινθος ευημερούσε περισσότερο από κάθε άλλη πόλη, αλλά η επέκταση της Αθήνας υπό την αρχηγία του Περικλή, διέκοψε τις καλές σχέσεις μεταξύ τους. Τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν οι Αθηναίοι απαίτησαν από την αποικία της Κορίνθου Ποτίδαια να διαλύσει τα οχυρά της και να διώξει τους Κορίνθιους κυβερνήτες. Η Κόρινθος έστειλε εσπευσμένα δύο χιλιάδες στρατό υπό την αρχηγία του Αρισταίου, ο οποίος συνελήφθη από τους Αθηναίους, εστάλη στην Αθήνα και εκτελέσθηκε. Αυτό το γεγονός ήταν η αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου, στον οποίο η Κόρινθος δεν είχε και μεγάλη επιτυχία.
Το 429 π.Χ., η Κόρινθος ηττήθηκε από τους Αθηναίους. Ο ναύαρχος Φόρμιος των Αθηνών με ανώτερη στρατηγική και με 20 μόνο πλοία, κατέστρεψε 47 Κορινθιακά πλοία.
Το 421 π.Χ., η Σπάρτη και η Αθήνα υπέγραψαν συμφωνία αλλά η Κόρινθος αρνήθηκε γιατί δεν υπήρχε αναφορά για την επιστροφή των αποικιών της Ανακτόριου και Σόλλιου, οι οποίες είχαν καταληφθεί από τους Αθηναίους.
Το 415 π.Χ., οι Αθηναίοι έστειλαν μεγάλη δύναμη εναντίον της Κορινθιακής αποικίας των Συρακουσών. Η Κόρινθος έστειλε σχεδόν όλη την ναυτική και στρατιωτική δύναμη για να τους βοηθήσουν. Ο Αρίστων, ένας Κορίνθιος ναυτικός, ο καλύτερος καπετάνιος μεταξύ τους, πρότεινε το τέχνασμα που έπεισε τους Αθηναίους ότι η μάχη τελείωσε και έτσι έδωσε την ευκαιρία στον Συρακούσιο στόλο να επιτεθεί και να νικήσουν.
Όταν ο Πελοποννησιακός πόλεμος τελείωσε, οι δημοκρατικοί πήραν την εξουσία στην Κόρινθο και έκαναν συμμαχία με το Άργος, τις Θήβες και με τον πρώην εχθρό τους Αθήνα, εναντίον της Σπάρτης. Οι ολιγαρχικοί προσπάθησαν να ανατρέψουν τους δημοκρατικούς, αλλά η συνωμοσία αποκαλύφθηκε. Οι δημοκρατικοί αποφάσισαν έτσι να σκοτώσουν τους ολιγαρχικούς σε μία πανήγυρη η οποία λάμβανε μέρος τον μήνα Φεβρουάριο, πιθανόν προς τιμήν της Αρτέμιδος, το έτος 393 π.Χ. Όταν η Αγορά ήταν ασφυκτικά γεμάτη, δολοφόνησαν τα καθορισμένα άτομα. Οι γιοι των ολιγαρχικών σώθηκαν επειδή βρίσκονταν έξω από τα τείχη της πόλης. Οι ολιγαρχικοί ζήτησαν την βοήθεια του Σπαρτιατικού στρατού, ο οποίος ήταν στην Σικυώνα, μια πόλη 15 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Κορίνθου. Οι Σπαρτιάτες και οι Σικυώνιοι μπήκαν μέσα στα μακρά τείχη του λιμανιού στο Λέχαιον και έσκαψαν χαρακώματα. Η μάχη εναντίον των δημοκρατικών Κορινθίων, Αργείων και Αθηναίων υπό την αρχηγία του Ιφικράτη ακολούθησε και τελείωσε με την σφαγή των δημοκρατικών, αν και οι Σπαρτιάτες δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την πόλη.
Αργότερα οι Κορίνθιοι συμμάχησαν και πάλι με τους Σπαρτιάτες, κάτω από ολιγαρχική εξουσία και ευημέρησαν.
Η Κόρινθος δεν έλαβε μέρος στον πόλεμο εναντίον του Φιλίππου της Μακεδονίας. Ήταν εδώ όπου ο Μέγας Αλέξανδρος συνάντησε τον κυνικό φιλόσοφο Διογένη.
Το 197 π.Χ., οι Μακεδόνες νικήθηκαν στο Κυνοκέφαλο της Θεσσαλίας από τους Ρωμαίους.
Το 146 π.Χ., μετά από μακρά διαφωνία με τους Ρωμαίους, ο Μούμιος λεηλάτησε και κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη, δίνοντας στην Σικυώνα το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της. Όλοι οι άνδρες σκοτώθηκαν και οι γυναίκες με τα παιδιά πουλήθηκαν ως δούλοι. Επί εκατό και πλέον χρόνια η πόλη δεν υπήρχε.
Το 44 π.Χ., ο Ιούλιος Καίσαρας επανέκτησε την πόλη και έφερε Ιταλούς για να την κατοικήσουν.
Το 51 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος επισκέφθηκε την Κόρινθο, παραμένοντας για δύο σχεδόν χρόνια και η Χριστιανική Εκκλησία ήκμασε εκεί λίγο αργότερα.


Κορίνθιοι Ολυμπιονίκες
Νικητής Αγώνισμα Έτος
Διοκλής Στάδιον 728 π.Χ.
Δάσμων (ή Δέσμων) Στάδιον 724 π.Χ.
Φειδώλας
Ιπποδρομία 512 π.Χ.
Υιοι του Φειδώλα Ιπποδρομία 508 π.Χ.
Θεσσαλός Δίαυλος 504 π.Χ.
[...]τανδρίδας Στάδιον παίδων 472 π.Χ.
Ξενοφών Πένταθλον 464 π.Χ.
Ξενοφών Στάδιον 464 π.Χ.
[...]ος Πάλη 396 π.Χ.
Ανδρομένης Στάδιον 304 π.Χ.
Πούπλιος Ασκληπιάδης Πένταθλον 241 μ.Χ.



Φείδωλας
512 BC
Ο Φείδωλας ίππευε μία φοράδα, ονομαζόμενη Αύρα, αλλά στο ξεκίνημα της ιπποδρομίας έπεσε κάτω. Η φοράδα συνέχισε να τρέχει, και όταν άκουσε την σάλπιγγα που ανήγγειλε τον τελευταίο γύρο, αύξησε την ταχύτητα της, φθάνοντας πρώτη στην τελική γραμμή και σταμάτησε να τρέχει, όταν αντιλήφθηκε ότι κέρδισε!
Ο Φείδωλας ανακηρύχθηκε νικητής της ιπποδρομίας από τους Ηλείους και αφιέρωσε άγαλμα για την φοράδα του.







Πόλεμος και ανδρεία

Η Σπάρτη, η πόλη που κατείχε τον κεντρικό δάκτυλο της Πελοποννήσου, υπήρξε η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Ελλάδος και έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ιστορία της.
Η μεταγενέστερη Σπάρτη δεν δημιούργησε τέχνη, ούτε φιλοσοφία, ούτε μας άφησε γραπτά έργα, αλλά οι πολίτες της θαυμάζονταν για την γενναιότητα τους και για το ότι κρατούσαν ζωντανές τις Ελληνικές αξίες.

Ιστορία της Σπάρτης

Για την αρχαία ιστορία της Σπάρτης βασιζόμαστε σε μερικούς μύθους. Η παράδοση αναφέρει ότι ιδρύθηκε από τον Λακεδαίμονα, τον γιο του Δία και της Ταϋγέτης, ο οποίος παντρεύτηκε την Σπάρτη, την κόρη του Ευρώτα.
Από τον Όμηρο γνωρίζουμε επίσης ότι η "κοίλη Λακεδαίμων", η περιοχή μεταξύ του όρους Ταΰγετος και Πάρνωνα, που διασχίζεται από τον Ευρώτα ποταμό, είχε βασιλιά τον Μενέλαο, τον μικρότερο αδελφό του Αγαμέμνονα και σύζυγο της ωραίας Ελένης, την οποία απήγαγε ο Πάρις στην Τροία αρχίζοντας έτσι τον μακροχρόνιο ,οδυνηρό και φημισμένο πόλεμο.
Γύρω στα 1200 π.Χ., με τον γάμο της κόρης του Μενέλαου Ερμιόνης και με τον γιο του Αγαμέμνονα Ορέστη, τα βασίλεια του Άργους και της Σπάρτης ενώθηκαν. Τα ευρήματα από τις ανασκαφές πιστοποιούν, ότι σε αυτά τα χρόνια, αντίθετα με την μετέπειτα Σπάρτη, ένας πλούσιος πολιτισμός είχε αναπτυχθεί εδώ.
Γύρω στα 1100 π.Χ., οι Δωριείς ήλθαν και κατέλαβαν την περιοχή (η Αρχαιολογία αντίθετα πιστεύει ότι οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν το 950 π.Χ.).
Η παράδοση αναφέρει, ότι 80 χρόνια μετά την πτώση της Τροίας, οι Ηρακλήδες αδελφοί, απόγονοι του ήρωα Ηρακλή, Κρεσφόντης, Τέμενος και Αριστόδημος προσπάθησαν να καταλάβουν την Πελοπόννησο.
Ο Αριστόδημος πέθανε στην Ναύπακτο, χτυπημένος από κεραυνό, αφήνοντας πίσω του τα δίδυμα παιδιά του, Ευρυσθένη και Πρόκλη. Τα αδέλφια του, πέρασαν τον κόλπο και αποβιβάστηκαν στην Αχαΐα, όπου και πολέμησαν νικώντας τον άρχοντα της Πελοποννήσου, Τισαμένη . Όταν η Δωρική φάλαγγα έφθασε στην περιοχή της Λακωνίας και Μεσσηνίας, επικεφαλής ήταν ο Κρεσφόντης, ο οποίος κατοίκησε την εύφορη πεδιάδα της Πάμεσου. Υπήρχε όμως μία συνεχής διαφωνία μεταξύ των αρχηγών Κρεσφόντη και Θήρα, για την μοιρασιά της περιοχής.
Ο Θήρας, αδελφός της γυναίκας του Αριστόδημου και κηδεμόνας στα δίδυμα παιδιά της, μετά τον θάνατο του άνδρα της, ήθελε να πάρει την εύφορη Μεσσηνία, αλλά ο Κρεσφόντης και αδελφός του Τέμενος τον ξεγέλασαν. Κανόνισαν να ρίξουν στο νερό δύο μικρά κεραμίδια, με τα ονόματα του Κρεσφόντη και του Θήρα γραμμένα στο καθένα από αυτά και εκείνου που θα επέπλεε στην επιφάνεια, θα έπαιρνε την Μεσσηνία, ο δε άλλος την Λακωνία.
Το κεραμίδι του Κρεσφόντη είχε ψηθεί στην φωτιά, ενώ του Θήρα στον ήλιο και όταν τα έριξαν στο νερό, το κεραμίδι του Θήρα βυθίσθηκε και του Κρεσφόντη επέπλευσε, παίρνοντας έτσι την Μεσσηνία.
Κατά την διάρκεια της ιστορίας της Σπάρτης, το οικιστικό κέντρο στην πλούσια πεδιάδα του Ευρώτα άλλαξε πολλές φορές, αλλά η Δωρική πόλη η οποία αποτελείτο από πέντε χωριά, ήταν στην περιοχή της σημερινής Σπάρτης. Γνωρίζουμε μόνο τα ονόματα των τεσσάρων χωριών, Πιτάνη, Λίμναι, Μεσόα, Κινόσουρα. Το πέμπτο ήταν πιθανόν η συγχώνευση των χωριών Πιλάνη, Σελάσια, Αιγίτιδα, Φάροι, Αμίκλαι, τα οποία η Σπάρτη κατέκτησε αργότερα.
Η Σπάρτη κατά την διάρκεια του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. ήταν ανοιχτή στους ξένους. Είχε καλές σχέσεις με την Σάμο, η οποία την βοήθησε στον πόλεμο με την Μεσσηνία και επίσης με την Κύπρο, Ρόδο, Κυρήνη, κλπ. Ήταν μία ιδιαίτερα πολιτισμένη πόλη, με τους δικούς της αρχιτέκτονες, οι οποίοι έκτισαν το φημισμένο ορειχάλκινο ναό της Αθηνάς. Οι τέχνες είχαν αναπτυχθεί και ήταν πολλοί οι φημισμένοι γλύπτες σε ξύλο, αγγειοπλάστες, τεχνίτες μετάλλων, υφαντοποιοί, δερματοποιοί, μεταξύ αυτών ξένοι. Οι Σπαρτιάτες μουσικοί, χορευτές και τραγουδιστές ήταν ξακουστοί. Ήταν επίσης φημισμένη για την πορφυρή βαφή των υφασμάτων.
Από το 720 π.Χ. έως το 576 π.Χ., είχε 46 ολυμπιονίκες από σύνολο 81 νικητών. Αλλά κατά τον 6ον αιώνα π.Χ., οι τέχνες άρχισαν να παρακμάζουν. Οι νόμοι του Λυκούργου σταδιακά αποστράγγισαν την Σπάρτη.
Ο Λυκούργος
776 π.Χ.
Ο Λυκούργος ήταν γιος του βασιλιά Εύμενου. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο μεγαλύτερος αδελφός του, Πολυδέκτης, ανέβηκε στον θρόνο. Λίγο αργότερα πέθανε και αυτός, και ο Λυκούργος έγινε βασιλιάς. Η χήρα του αδελφού του, μία φιλόδοξη και αδίστακτη γυναίκα, του πρότεινε να την παντρευτεί και να σκοτώσει το αγέννητο παιδί της. Ο Λυκούργος ξέροντας τον χαρακτήρα της και φοβούμενος για την ζωή του παιδιού, προσποιήθηκε ότι δέχεται την προσφορά. Της είπε να φέρει στον κόσμο το παιδί και θα το εξαφάνιζε μόλις θα γεννιόταν. Αλλά όταν ήλθε ο τοκετός, πήρε το νεογέννητο στην Αγορά, και τον ανέδειξε βασιλιά της Σπάρτης, δίνοντας του το όνομα Χαρίλαος (χαρά του λαού). Όταν η χήρα έμαθε τι έγινε, άρχισε να δολοπλοκεί εναντίον του Λυκούργου, ο οποίος αναγκάστηκε να φύγει από την Σπάρτη για να αποφύγει την αιματοχυσία.
Πήγε πρώτα στην Κρήτη και από εκεί στην Ασία, την Αίγυπτο και αργότερα στην Λιβύη, Ισπανία και Ινδία. Στην κάθε χώρα που επισκέφθηκε, σπούδασε τον πολιτισμό της, την ιστορία της και το σύνταγμα της.
Μετά από πολλά χρόνια, ο Λυκούργος επέστρεψε στην Ελλάδα και επισκέφθηκε τους Δελφούς για να ρωτήσει το μαντείο, εάν οι νόμοι που είχε σχεδιάσει να εφαρμόσει στην Σπάρτη ήταν σωστοί και έλαβε την συγκατάθεση του με την απάντηση, ότι "ήταν περισσότερο Θεός παρά άνθρωπος". Τότε γύρισε πίσω στο σπίτι του και βρήκε τον ανιψιό του Χαρίλαο, έφηβο πλέον και βασιλιά της Σπάρτης.
Για να πείσει τους Σπαρτιάτες να δεχθούν τους νόμους του, οι οποίοι απαιτούσαν μεγάλες θυσίες, ανέθρεψε δύο μικρά σκυλάκια, το ένα μέσα στο σπίτι με διάφορες τροφές και το άλλο έξω στο κυνήγι. Τότε κάλεσε τον λαό και τους έδειξε ότι το αγύμναστο σκυλί ήταν τελείως ανίκανο.
Αλλά εάν ο Λυκούργος επέτυχε να πείσει τους πτωχούς, δεν τα κατάφερε και με τους πλούσιους, οι οποίοι έκαναν τα πάντα για να τον εμποδίσουν. Ένας νεαρός, ονόματι Άλκανδρος, προσπάθησε να τον χτυπήσει με την ράβδο του στην αγορά, αλλά όταν ο Λυκούργος γύρισε το κεφάλι του, το ραβδί τον χτύπησε στο μάτι και του το έβγαλε. Ο Λυκούργος δεν τον πέρασε από δίκη, αλλά τον πήρε σαν ακόλουθο, δίνοντας του την ευκαιρία να γνωρίσει τον χαρακτήρα του. Πράγματι ο Άλκανδρος έγινε αργότερα αφοσιωμένος μαθητής του.
Όταν οι νόμοι του έγιναν δεκτοί, έβαλε τους Σπαρτιάτες να ορκισθούν, ότι δεν θα τους αλλάξουν μέχρις ότου γυρίσει και έφυγε.
Δεν επέστρεψε ξανά, κάνοντας σίγουρο ότι οι νόμοι του δεν θα αλλάξουν. Πέθανε στους Δελφούς και σύμφωνα με άλλους στην Κρήτη και λέγεται ότι πριν πεθάνει ζήτησε να καεί το σώμα του και οι στάχτη του να σκορπιστεί στον άνεμο. Ο Λυκούργος έτσι δεν επέτρεψε ούτε το σώμα του να γυρίσει στην Σπάρτη.
Το Πολίτευμα
Οι σκληρές μάχες των Μεσσηνιακών πολέμων δεν θα είχαν κερδισθεί χωρίς την νομοθεσία του Λυκούργου, η οποία περισσότερο από όλα στόχευε στην πειθαρχία και στην σκληραγωγία των πολιτών.
Σύμφωνα με την ρήτρα την οποία έφερε από τους Δελφούς, η Γερουσία της Σπάρτης αποτελείτο από είκοσι οκτώ άνδρες ηλικίας άνω των εξήντα ετών, εκλεγμένους εφ' όρου ζωής και από δύο βασιλείς.( Εκατό χρόνια αργότερα, όταν η Γερουσία έγινε τυραννική, διαλύθηκε και αντικαταστάθηκε από πέντε Εφόρους.)
Επίσης κανόνισε για περιοδικές συγκεντρώσεις των Σπαρτιατών (Απέλλα), που είχαν ηλικία άνω των τριάντα ετών, στην περιοχή μεταξύ του ποταμού Κνάκιον και της γέφυρας Μπάμπικα, αν και δεν ψήφιζαν ούτε τους επιτρεπόταν να συζητούν τα θέματα, αλλά μόνο να τα αποδέχονται ή να τα απορρίπτουν δια βοής.
Ο Λυκούργος, για να αποφύγει τις διαμάχες στην πόλη, κατάφερε να πείσει τους κατοίκους να δώσουν την κτηματική περιουσία τους, την οποία μοίρασε σε ίσα μερίδια. Επίσης έδωσε ίσα μερίδια γης και στους Περίοικους.
Με άλλους νόμους, απαγόρευσε την χρήση χρυσού και ασημιού και στην θέση τους χρησιμοποίησε σιδερένιο νόμισμα, πολύ βαρύ και πολύ μικρής αξίας. Επίσης απαγόρευσε στους Σπαρτιάτες να φτιάχνουν τα σπίτια τους με άλλα εργαλεία εκτός από το τσεκούρι και το πριόνι.
Οι άγραφοι νόμοι του Λυκούργου, πάνω από όλα είχαν στόχο την ευνομία, αλλά συγχρόνως είχαν και το σπέρμα της επιθετικότητας. Σε μια περίοδο ολίγων ετών μετά την εφαρμογή τους, η Σπάρτη κατέκτησε σχεδόν όλη την Λακωνία. Η εξέχουσα πόλη των Αμυκλών της οποίας ο πληθυσμός πολύ πιθανόν αποτελείτο από Αχαιούς, μετά από σθεναρά πολιορκία κατελήφθη γύρω στα 750 π.Χ., αλλά οι πολίτες της έτυχαν καλής μεταχειρίσεως.
Ι Μεσσηνιακός πόλεμος
743 - 724 π.Χ.
Οι αιτίες της έναρξης των Μεσσηνιακών πολέμων, όπως ο Παυσανίας αναφέρει, υπήρξαν δύο γεγονότα, αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πραγματική αιτία ήταν η πλούσια και εύφορη πεδιάδα της Μεσσηνίας, την οποία η Σπάρτη ήθελε να καταλάβει.
Το πρώτο γεγονός έλαβε μέρος στα σύνορα της Λακωνίας και της Μεσσηνίας, εκεί όπου υπήρχε ο ναός της Αρτέμιδος Λιμναίας, την οποία λάτρευαν οι Σπαρτιάτες καθώς και οι Μεσσήνιοι. Κατά την διάρκεια τελετής και ενώ χόρευαν οι κοπέλες της Σπάρτης, οι Μεσσήνιοι όρμησαν και τις έπιασαν. Ο βασιλιάς της Σπάρτης Τέλεκλος, ο οποίος προσπάθησε να τους εμποδίσει, σκοτώθηκε. Αργότερα έγινε γνωστό ότι οι γυναίκες αυτοκτόνησαν.
Αλλά κατά την εκδοχή των Μεσσηνίων, ο βασιλιάς Τέλεκλος είχε μεταμφιέσει άνδρες σε γυναίκες, με κρυμμένα ξίφη κάτω από τα ρούχα τους. Όταν ανακαλύφθηκε το γεγονός, οι Μεσσήνιοι κατόπιν μάχης σκότωσαν τον Τέλεκλο. Παρ' όλα αυτά, ο πόλεμος δεν άρχισε αμέσως μετά από αυτό το επεισόδιο.
Το δεύτερο γεγονός συνέβη με τον Σπαρτιάτη Εύφαινο και τον Μεσσήνιο Πολυχάρη, έναν διακεκριμένο πολίτη και Ολυμπιονίκη στο Στάδιο το 764 π.Χ. Ο Εύφαινος, που είχε αναλάβει την διατροφή των αγελάδων του Πολυχάρη, τις πούλησε και αργότερα δολοφόνησε τον γιο του, όταν του ζήτησε εξηγήσεις. Ο Πολυχάρης, που δεν μπόρεσε να βρει δικαιοσύνη στην Σπάρτη, άρχισε να σκοτώνει κάθε Λακεδαιμόνιο που περνούσε τα σύνορα.
Μετά αυτά τα συμβάντα, οι Σπαρτιάτες απαίτησαν από τους Μεσσηνίους να τους παραδώσουν τον Πολυχάρη, αλλά ματαίως και έτσι άρχισε ο πόλεμος.
Ο Αλκαμένης, γιος του βασιλιά Τέλεκλου της Σπάρτης, κατά την διάρκεια μιας σκοτεινής νύχτας, αιφνιδίασε τους Μεσσηνίους και μπαίνοντας στην πόλη της Αμφείας, σκότωσε τους κατοίκους. Από την Αμφεία οι Σπαρτιάτες έκαναν συνεχείς επιδρομές στις γειτονικές πόλεις, αλλά δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν καμία άλλη.
Ο βασιλιάς της Μεσσηνίας Ευφαές, τους πολέμησε με σθένος, αλλά μετά από τέσσερα χρόνια δεν υπήρξε καμία πρόοδος και από τις δύο πλευρές. Τον πέμπτο χρόνο έγινε μία μεγάλη μάχη, επίσης χωρίς αποτέλεσμα και έτσι οι Μεσσήνιοι μετά από αυτά αποσύρθηκαν στο οχυρωμένο βουνό της Ιθώμης. Στο μεταξύ έπεσε επιδημία στην Μεσσηνία, αποδεκατίζοντας πολλούς από τους κατοίκους και οι Μεσσήνιοι στην απελπισία τους έστειλαν τον πολίτη Τέση στους Δελφούς, για να μάθουν την πορεία των πραγμάτων. Το μαντείο τους είπε να θυσιάσουν μία κόρη από την οικογένεια των Απετιδών δια κλήρου. Ο κλήρος έπεσε στην κόρη του Λυκίσκου, ο οποίος αρνήθηκε να υπακούσει και έφυγε στην Σπάρτη. Τότε ένας εξέχων πολίτης, ονόματι Αριστόδημος, πρόσφερε την κόρη του, αλλά ο νέος που την αγαπούσε δήλωσε ότι η κοπέλα περίμενε το παιδί του. Ο Αριστόδημος σκότωσε την κόρη του, άνοιξε το σώμα της και έδειξε σε όλους ότι αυτό ήταν ψέμα. Μετά την θυσία, οι Μεσσήνιοι πήραν κουράγιο και επετέθησαν στους απογοητευμένους Σπαρτιάτες, οι οποίοι για έξη χρόνια ανέβαλαν κάθε επιδρομή.
Κατά την διάρκεια του δέκατου τρίτου χρόνου του πολέμου, ο βασιλιάς της Σπάρτης Θεόπομπος βάδισε εναντίον της Ιθώμης και άλλη μία μάχη έλαβε μέρος, αλλά ξανά χωρίς νικητή. Όταν ο βασιλιάς Ευφαές σκοτώθηκε στην μάχη, ο Αριστόδημος πήρε την αρχηγία.
Πέντε χρόνια αργότερα μία άλλη μάχη έλαβε μέρος, στην οποία η Κόρινθος ήταν σύμμαχος των Σπαρτιατών, ενώ οι Αρκάδιοι και οι Σικυώνιοι προσχώρησαν στους Μεσσηνίους. Ο βασιλιάς Αριστόδημος κέρδισε ολοκληρωτικά αυτή την μάχη και οι Σπαρτιάτες αποσύρθηκαν στις περιοχές τους.
Αργότερα όμως τα πράγματα άλλαξαν και πήραν τροπή ενάντια των Μεσσηνίων. Ο Αριστόδημος, μετά από ένα όνειρο, στο οποίο παρουσιάστηκε η κόρη του δείχνοντας του τις πληγές της, αυτοκτόνησε πάνω στον τάφο της. Λίγο μετά και κατά την διάρκεια του εικοστού χρόνου του πολέμου, οι Μεσσήνιοι εγκατέλειψαν την Ιθώμη, την οποία κατέστρεψαν ολοσχερώς οι Σπαρτιάτες. Οι ηττημένοι Μεσσήνιοι τιμωρήθηκαν αυστηρά και υποχρεώθηκαν να πάρουν όρκο, ότι δεν θα επαναστατήσουν πάλι και ότι θα δίνουν στην Σπάρτη τα μισά από τα αγροτικά τους προϊόντα. Πολλές οικογένειες έφυγαν για την Αρκαδία, οι δε ιερείς στην Ελευσίνα. Αυτοί οι οποίοι έμειναν στην χώρα έγιναν είλωτες. Αυτό ήταν το τέλος του πρώτου Μεσσηνιακού πολέμου.
Μετά την προσάρτηση της Μεσσηνίας (708 π.Χ.), η Σπάρτη ίδρυσε αποικία στο Τάρεντουμ της Νότιας Ιταλίας και φαίνεται ότι το κίνητρο ήταν πολιτικό. Μία ομάδα Σπαρτιατών, αποκαλούμενοι Παρθένιοι (παιδιά από ανύπαντρες μητέρες) και οι οποίοι δεν αναγνωρίζονταν ως πολίτες, επαναστάτησαν και η Σπάρτη θεώρησε αναγκαίο ότι η καλύτερη λύση ήταν να τους απομακρύνει.
II Μεσσηνιακός πόλεμος
685 - 668 π.Χ.
Μερικά χρόνια αργότερα οι Μεσσήνιοι επαναστάτησαν και ο αρχηγός τους Αριστομένης με τολμηρότητα μπήκε στην πόλη της Σπάρτης κατά την διάρκεια της νύχτας και αφιέρωσε μία ασπίδα στον ναό της Αθηνάς. Οι Σπαρτιάτες μετά από αυτό το γεγονός πήγαν στο μαντείο των Δελφών, το οποίο τους έδωσε την απάντηση "να πάρουν έναν Αθηναίο σύμβουλο".
Τότε οι Σπαρτιάτες ζήτησαν από τους Αθηναίους έναν στρατηγό και αυτοί τους έστειλαν τον Τυρταίο, ο οποίος ήταν ποιητής και κουτσός από το ένα πόδι. Ο Τυρταίος με τα ποιήματα του, εμψύχωσε τους Σπαρτιάτες και τους βοήθησε να κερδίσουν τον πόλεμο.
Κατά την διάρκεια του πολέμου, ο αρχηγός των Μεσσηνίων Αριστομένης έγινε μεγάλος ήρωας, και πολλές ιστορίες μιλούν γι' αυτόν. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Αριστομένης θυσίασε τρεις φορές στον Δία Ιθωμάτη, τα επονομαζόμενα Εκατοφόνια, επιφυλασσόμενα μόνο για εκείνο τον πολεμιστή, που είχε σκοτώσει με τα ίδια τα χέρια του εκατό από τους εχθρούς του. Τρεις φορές αιχμαλωτίστηκε από τους Σπαρτιάτες, αλλά και τις τρεις κατόρθωσε να δραπετεύσει. Η τελευταία του αιχμαλωσία συνέβη σε μία μάχη, με πολλούς Σπαρτιάτες στην οποία είχε πληγωθεί σε όλο του το σώμα, αλλά συνέχιζε να μάχεται, ώσπου μία πέτρα τον βρήκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού και έπεσε κάτω. Τον έπιασαν αιχμάλωτο μαζί με άλλους πενήντα και για τιμωρία, τους έριξαν στην βαθιά χαράδρα του Καιάδα, που ήταν στο βουνό Ταΰγετος. Όλοι οι άλλοι σκοτώθηκαν, αλλά ο Αριστομένης έπεσε πάνω στα φτερά ενός αετού και σώθηκε. Όταν αναλογίστηκε ότι δεν υπήρχε τρόπος να βγει από αυτήν την άβυσσο, ξάπλωσε κάτω και καλύπτοντας το σώμα με τον μανδύα του, περίμενε να πεθάνει. Τρεις μέρες αργότερα και κατά την διάρκεια της νύχτας άκουσε έναν ελαφρύ θόρυβο και στο σκοτάδι διέκρινε μία αλεπού να τρώγει στα πτώματα. Κατάφερε να πιάσει την αλεπού από την ουρά και οδηγούμενος από αυτήν σε μία μικρή τρύπα, την άνοιξε περισσότερο και πέρασε έξω από την χαράδρα.
Αμέσως πήγε στην πόλη της Ήρας, η οποία επολιορκείτο από τους Σπαρτιάτες. Περνώντας μέσα από το στρατόπεδο τους, σκότωσε πολλούς από αυτούς στον ύπνο τους και λεηλάτησε τις σκηνές των στρατηγών.
Αργότερα, κατά την διάρκεια μιας θυελλώδους νύχτας και με την βοήθεια ενός πληροφοριοδότη, οι Σπαρτιάτες μπήκαν στην Ήρα. Έγινε σκληρή μάχη, στην οποία οι Μεσσήνιοι αγωνίσθηκαν απελπισμένα, οι γυναίκες επίσης, ρίχνοντας κεραμίδια στους Σπαρτιάτες στρατιώτες, αλλά στο τέλος νικήθηκαν.
Ο Αριστομένης μαζί με πολλούς άλλους κατάφεραν να σπάσουν την Σπαρτιατική γραμμή και παίρνοντας τα γυναικόπαιδα πήγαν στην Αρκαδία. Αμέσως διάλεξε πεντακόσιους άνδρες εθελοντές και με την βοήθεια τριακοσίων Αρκάδων, αποφάσισε να καταλάβει την πόλη της Σπάρτης αιφνιδιαστικά, τώρα που ο στρατός της έλλειπε. Ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν όταν ανακάλυψαν, ότι ο βασιλιάς της Αρκαδίας Αριστοκράτης, είχε στείλει αγγελιοφόρο στους Εφόρους, πληροφορώντας τους για το σχέδιο. Ο προδότης βασιλιάς σκοτώθηκε στην πλατεία της πόλης από τον Αρκαδικό λαό με πέτρες και το πτώμα του το πέταξαν έξω από τα σύνορα της Αρκαδίας.
Μετά από αυτά οι Μεσσήνιοι έφυγαν για την Κυλλήνη και από εκεί στην Κάτω Ιταλία όπου και ίδρυσαν την νέα πόλη της Μεσσήνης. Ο Αριστομένης δεν τους ακολούθησε και πήγε στην Ρόδο στον αδελφό του, όπου και πέθανε από πίκρα. Οι Μεσσήνιοι που έμειναν, έγιναν είλωτες και έτσι τελείωσε και ο δεύτερος Μεσσηνιακός πόλεμος.

Άργος
Ο πόλεμος των εξακοσίων
Γύρω στο 720 π.Χ., ο Σπαρτιατικός στρατός υπό την αρχηγία του βασιλέως Νίκανδρου και με την βοήθεια της πόλεως Ασίνης, λεηλάτησε την Αργολίδα. Οι Αργείοι δεν το λησμόνησαν και λίγο αργότερα πήραν εκδίκηση, καταστρέφοντας ολοσχερώς την Ασίνη.
Με την σειρά τους οι Σπαρτιάτες υπέταξαν την Κυνουρία, η οποία ήταν υπό την κηδεμονία του Άργους.
Το 547 π.Χ., οι Αργείοι προσπάθησαν να επανακτήσουν την περιοχή, αλλά αντί για ολοκληρωτική μάχη συμφώνησαν με τους Λακεδαιμονίους, να κριθεί το αποτέλεσμα του πολέμου και η κατοχή της Κυνουρίας, με την αναμέτρηση τριακόσιων ανδρών από την κάθε πλευρά. Η σύγκρουσης των εξακοσίων ανδρών ήταν τόσο βίαιη, ώστε μόνο δύο Αργείοι οπλίτες επέζησαν και ένας πληγωμένος Σπαρτιάτης. Οι δύο Αργείοι οπλίτες, Αλκήνωρ και Χρόμιος, έφυγαν για να μεταφέρουν τα νέα της νίκης τους στο Άργος, αλλά ο Σπαρτιάτης Οθριάδης κατάφερε να συγκεντρώσει την λεία από τα σώματα των νεκρών του εχθρού και κατόπιν αυτοκτόνησε, μη θέλοντας να γυρίσει στην Σπάρτη μόνον αυτός. Και οι δύο πλευρές διεκδίκησαν την νίκη και γι' αυτό λίγο αργότερα μία άλλη μάχη έλαβε μέρος, στην οποία οι Αργείοι ηττήθηκαν.
Πόλεμος της Τεγέας
Οι Σπαρτιάτες επεχείρησαν αρκετές εκστρατείες εναντίον της Αρκαδίας και μετά από μακρά διαμάχη κατάφεραν να καταλάβουν το νότιο τμήμα της. Αλλά δεν είχαν την ίδια επιτυχία στον πόλεμο με την πόλη της Τεγέας. Έχαναν την μια μάχη μετά την άλλη και κατά την βασιλεία των Σπαρτιατών βασιλέων Λέοντος και Αγασικλή (580 π.Χ.), είχαν φέρει αλυσίδες για να αλυσοδέσουν τους Τεγεάτες. Αλλά απέτυχαν, χάνοντας ολοκληρωτικά την μάχη και τους στρατιώτες οι Αργείοι τους αλυσόδεσαν με τις ίδιες αλυσίδες, που είχαν οι ίδιοι φέρει.
Οι Σπαρτιάτες στην απόγνωση τους ζήτησαν την βοήθεια του μαντείου των Δελφών, το οποίο τους συμβούλευσε να πάρουν τα οστά του Ορέστη (γιου του Αγαμέμνονα). Το μαντείο ακόμη τους υπέδειξε που να βρουν τα οστά του ήρωα στην Τεγέα και οι Σπαρτιάτες με μια επιδέξια επιχείρηση κατάφεραν να τα μεταφέρουν στην Σπάρτη. Όταν συνέβη αυτό, η τύχη του πολέμου γύρισε με το μέρος τους και οι υπερήφανοι Τεγεάτες έχασαν κάθε μάχη. Τελικά παραδέχτηκαν την υπεροχή της Σπάρτης, αλλά δεν υποδουλώθηκαν και συνέχισαν να είναι κύριοι της πόλης τους, ως εξαρτώμενοι σύμμαχοι.
Κλεομένης I
Ο Κλεομένης ανέβηκε στον θρόνο της Σπάρτης, γύρω στο 520 π.Χ. Σε μία διαμάχη μεταξύ του Κλεισθένη των Αθηνών και του Ισαγόρα, προσκαλέστηκε από τον Ισαγόρα, να τον βοηθήσει. Πράγματι ο Κλεομένης, ανάγκασε τον Κλεισθένη και την οικογένεια του να φύγουν από την πόλη, αλλά όταν εξόρισε πεντακόσιες οικογένειες και προσπάθησε να αλλάξει το πολίτευμα, οι Αθηναίοι επαναστάτησαν και τον απέκλεισαν στην Ακρόπολη. Μετά από αυτό το γεγονός, ο Κλεομένης παραδόθηκε και έφυγε από την Αττική. Λίγο αργότερα συγκέντρωσε στρατό από την Σπάρτη και τους συμμάχους της και βάδισε εναντίον της Αθήνας, χωρίς όμως να φανερώσει το λόγο της εκστρατείας, ότι ήθελε να εγκαταστήσει τον Ισαγόρα τύραννο των Αθηνών. Αλλά όταν ο στρατός μπήκε στην Αττική, οι Κορίνθιοι μαθαίνοντας τον λόγο της εκστρατείας, απεχώρησαν. Ο δεύτερος βασιλιάς της Σπάρτης, Δημάρατος, ο οποίος ήταν και αυτός στην εκστρατεία αρνήθηκε να συνεχίσει και επέστρεψε πίσω και έτσι η εκστρατεία ματαιώθηκε.
Αυτό έδωσε την ευκαιρία στην Αθήνα να επιτεθεί στους Θηβαίους και Χαλκιδείς, οι οποίοι λεηλατούσαν την Αττική, κατατροπώνοντας και τους δύο.
Στην Σπάρτη, μετά την διαμάχη των βασιλέων, ψηφίσθηκε καινούργιος νόμος που ανέφερε, ότι στο μέλλον μόνον ο ένας από τους δύο βασιλείς, θα αναλάμβανε μια εκστρατεία. Επίσης έκαναν σύγκλιση της Συμμαχίας και πρότειναν να επαναφέρουν τον Ιππία στην Αθήνα, ο οποίος ήταν φίλος της Σπάρτης και είχε έλθει από την Ασία για το συμβούλιο. Αλλά και πάλι οι Κορίνθιοι και άλλοι σύμμαχοι απέρριψαν το σχέδιο.
Γύρω στο 505 π.Χ., πόλεμος μεταξύ της Σπάρτης και του Άργους έλαβε μέρος, αλλά η αιτία είναι άγνωστη.
Το 499 π.Χ., ο ηγήτορας της Ιωνίας Αριστάγορας ήλθε στην Σπάρτη και ζήτησε την βοήθεια της στην επανάσταση εναντίον των Περσών. Ο Κλεομένης αρνήθηκε και τον διέταξε να φύγει από την πόλη.
Αργότερα ο Κλεομένης βάδισε εναντίον του Άργους, αλλά απέτυχε να πάρει την πόλη. Τότε ζήτησε πλοία από την Σικυώνα και την Αίγινα, οι οποίες χωρίς την θέληση τους τα έδωσαν και αποβιβάστηκε κοντά στην Τίρυνθα. Εκεί, σε ένα μέρος ονομαζόμενο Σέπια, μεταξύ του Άργους και της θάλασσας, βρήκε τον Αργειακό στρατό. Από σοβαρή αμέλεια των Αργείων τους αιφνιδίασε και τους νίκησε. Οι Αργείοι μετά προσπάθησαν να βρουν καταφύγιο στο ιερό άλσος του ήρωα Άργους. Ο Κλεομένης τους περικύκλωσε και έβαλε φωτιά στο δάσος. Έξι χιλιάδες Αργείοι έχασαν την ζωή τους την μέρα εκείνη, σχεδόν τα δύο τρίτα ολοκλήρου του στρατού (494 π.Χ.).
Ο Κλεομένης υποκίνησε τον Λεωτυχίδη, τον διάδοχο της βασιλικής οικογένειας των Προκλειδών, να αμφισβητήσει την νομιμότητα του βασιλιά Δημάρατου. Για να επιλύσουν το πρόβλημα οι Σπαρτιάτες πήγαν στο μαντείο των Δελφών, το οποίο προκήρυξε τον Δημάρατο ως αθέμιτο βασιλιά.
Όταν αργότερα έγινε γνωστό, ότι ο Κλεομένης είχε δωροδοκήσει το μαντείο, τον διέταξαν να γυρίσει πίσω, αλλά αυτός διέφυγε πρώτα στην Θεσσαλία και μετά στην Αρκαδία, όπου και ίδρυσε την Παν-Αρκαδική συμμαχία.
Οι Σπαρτιάτες τον κάλεσαν πάλι δίνοντας του υποσχέσεις, αλλά όταν έφθασε στην πόλη, ο λαός του επιτέθηκε, χτυπώντας τον στο κεφάλι, όπως ήταν το έθιμο. Οι Έφοροι τον προκήρυξαν παράφρονα. Αυτοκτόνησε, ακρωτηριάζοντας τον εαυτό του με μαχαίρι (488 π.Χ.).

Οι Περσικοί πόλεμοι
Μετά την πάταξη της Ιωνικής επαναστάσεως, ο βασιλιάς των Περσών Δαρείος άρχισε να ετοιμάζει στρατό για εκστρατεία εναντίον της Ελλάδος.
Η Περσική εκστρατεία που ακολούθησε, υπό την αρχηγία του Μαρδόνιου κατέληξε σε πανωλεθρία, χάνοντας όλο το στόλο του σε μία ισχυρή καταιγίδα στην χερσόνησο του όρους Άθως. Ο Δαρείος δεν πτοήθηκε και έχοντας στην αυλή του τον τύραννο Ιππία, ο οποίος του κρατούσε ζωντανό το μίσος εναντίον των Αθηναίων, άρχισε να ετοιμάζει την δεύτερη εκστρατεία, πολύ μεγαλύτερη της πρώτης. Πρώτα έστειλε αγγελιοφόρους σε διάφορες Ελληνικές πόλεις για να ζητήσουν νερό και χώμα. Οι Αθηναίοι τους πέταξαν στο βάραθρο και οι Σπαρτιάτες σε ένα πηγάδι, για να βρουν εκεί το "νερό και το χώμα".
Για πρώτη φορά οι Ελληνικές πόλεις, μπροστά στον επερχόμενο κίνδυνο ενώθηκαν και ανεγνώρισαν την Σπάρτη ως ηγήτορα της Ελλάδος. Η Σπάρτη όμως αρνήθηκε να στείλει στρατό για να βοηθήσει την Αθήνα στον Μαραθώνα και έφθασε στο πεδίο της μάχης πολύ αργότερα, για να δει με έκπληξη ότι οι Αθηναίοι είχαν νικήσει (490 π.Χ.).
Η τύχη όμως ήταν με το μέρος της Ελλάδος, γιατί στην επόμενη εκστρατεία αρχηγός των Περσών ήταν ο γιος του Δαρείου, Ξέρξης, ο οποίος ήταν πολύ κατώτερος άνδρας από τον πατέρα του.
Η μάχη των Θερμοπυλών
480 π.Χ.
Όταν ο Ξέρξης έφθασε στις Θερμοπύλες, βρήκε να υπερασπίζεται από ένα σώμα τριακοσίων Σπαρτιατών και από επτά χιλιάδες οπλίτες άλλων πόλεων, υπό την αρχηγία του Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα.
Ο Ξέρξης μαθαίνοντας για τον μικρό αριθμό των Ελληνικών δυνάμεων και ότι αρκετοί Σπαρτιάτες έξω από τα τείχη γυμνάζονταν και χτένιζαν τα μαλλιά τους, στην αμηχανία του, κάλεσε τον Δημάρατο να του εξηγήσει την έννοια όλων αυτών. Ο Δημάρατος του είπε, ότι οι Σπαρτιάτες θα υπερασπισθούν το μέρος μέχρι θανάτου και ότι υπήρχε παράδοση να πλένουν και να χτενίζουν τα μαλλιά τους με ιδιαίτερη προσοχή, όταν επρόκειτο να θέσουν την ζωή τους σε κίνδυνο. Ο Ξέρξης που δεν πίστεψε τον Δημάρατο, καθυστέρησε την επίθεση επί τέσσαρες μέρες, νομίζοντας ότι οι Έλληνες θα διασκορπίζονταν, όταν θα αντιλαμβάνονταν τις μεγάλες δυνάμεις του.
Έστειλε επίσης αγγελιοφόρους, ζητώντας να παραδώσουν τα όπλα τους. Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν "Μολών λαβέ" (έλα να τα πάρεις).
Όταν είπαν σε ένα Σπαρτιάτη για τον μεγάλο αριθμό των Περσικών δυνάμεων, οι οποίοι με τα βέλη τους θα έκρυβαν τον ήλιο, απάντησε
"τόσο το καλύτερο, θα πολεμήσουμε στην σκιά".
Την πέμπτη ημέρα ο Ξέρξης επιτέθηκε χωρίς καμία επιτυχία και με μεγάλες απώλειες, αν και οι Μήδες πολέμησαν γενναία. Τότε έδωσε διαταγή στην προσωπική του φρουρά, τους "Αθανάτους" υπό την αρχηγία του Υρδάνη, ένα σώμα δέκα χιλιάδων ανδρών από τους καλύτερους Πέρσες στρατιώτες, να επιτεθούν, αλλά και αυτοί απέτυχαν και παρατηρήθηκε ότι ο Ξέρξης πήδησε από τον θρόνο του τρεις φορές, από θυμό και αγωνία. Την επόμενη μέρα επετέθησαν και πάλι, δεν υπήρξε όμως καμία πρόοδος. Ο Ξέρξης ήταν απελπισμένος, αλλά η τύχη του άλλαξε, όταν ο Εφιάλτης, γιος του Ευρίδημου από την Μαλίδα, του είπε για ένα κρυφό μονοπάτι μέσα στο βουνό. Αμέσως εστάλη μία ισχυρή Περσική δύναμης από τους "Αθανάτους" με αρχηγό τον Υρδάνη, οδηγούμενη από τον προδότη. Τα ξημερώματα έφθασαν στην κορυφή, όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Φωκείς, οι οποίοι μόλις είδαν τον Περσικό στρατό ετράπησαν σε φυγή.
Όταν ο Λεωνίδας έμαθε τα γεγονότα, διέταξε να συγκληθεί το συμβούλιο του πολέμου. Πολλοί είχαν την γνώμη, ότι έπρεπε να αποσυρθούν και να βρουν μία καλύτερη τοποθεσία για να αμυνθούν, αλλά ο Λεωνίδας, ο οποίος εδεσμεύετο από τους νόμους της Σπάρτης και από ένα χρησμό, που είχε προφητεύσει ότι είτε η Σπάρτη ή ένας βασιλιάς της Σπάρτης θα έπρεπε να θυσιαστεί, αρνήθηκε. Τριακόσιοι Σπαρτιάτες και επτακόσιοι Θεσπιείς πήραν την απόφαση να μείνουν και να μαχηθούν. Στους υπόλοιπους επετράπη να φύγουν, με εξαίρεση τετρακοσίων Βοιωτών οι οποίοι κρατήθηκαν ως όμηροι.
Ο Λεωνίδας δεν περίμενε την Περσική επίθεση, η οποία καθυστερούσε από τον Ξέρξη και βάδισε εναντίον τους. Στην μάχη που επακολούθησε χιλιάδες Πέρσες σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι υποχώρησαν προς την θάλασσα, αλλά όταν τα Σπαρτιάτικα δόρατα έσπασαν, οι Σπαρτιάτες άρχισαν να έχουν απώλειες και ένας από τους πρώτους που έπεσαν, ήταν ο Λεωνίδας. Γύρω από το σώμα του μία από τις πιο σκληρές μάχες έλαβε μέρος. Τέσσερις φορές οι Πέρσες επιτέθηκαν να το πάρουν και τις τέσσερις απωθήθηκαν. Στο τέλος, οι Σπαρτιάτες εξαντλημένοι και πληγωμένοι, μεταφέροντας το σώμα του Λεωνίδα, αποσύρθηκαν πίσω από το τείχος, αλλά περικυκλώθηκαν από τον εχθρό, που τους σκότωσε με βέλη.
Σε αυτό το σημείο, ένα μαρμάρινο λιοντάρι τοποθετήθηκε από τους Έλληνες προς τιμήν του Λεωνίδα και των ανδρών του, καθώς και δύο άλλα μνημεία πλησίον του.
Σε ένα από αυτά, έχουν γραφεί οι αθάνατες λέξεις:
"Ω ξείν αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα,
τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι".
Η μάχη των Πλαταιών
479 π.Χ.
Η απροθυμία, την οποία έδειξε η Σπάρτη μετά την μάχη των Θερμοπυλών και λίγο πριν την μάχη των Πλαταιών, δεν βοήθησε τους Έλληνες. Αλλά όταν τελικά πήρε την απόφαση να λάβει μέρος σοβαρά στον πόλεμο, το έκανε μεγαλειωδώς.
Πέντε χιλιάδες Σπαρτιάτες, ο καθένας τους ακολουθούμενος από επτά είλωτες, μαζί με πέντε χιλιάδες Λακεδαιμόνιους περίοικους (ο καθένας ακολουθούμενος από ένα είλωτα ελαφρά οπλισμένο) βάδισαν προς τον Ισθμό. Αυτός ήταν ένας αρκετά μεγάλος στρατός και ποτέ στο παρελθόν η Σπάρτη δεν είχε στείλει τόσο μεγάλη δύναμη στο πεδίο της μάχης. Στον Ισθμό, συναντήθηκαν με άλλους συμμάχους της Πελοποννήσου και προχώρησαν με κατεύθυνση τα Μέγαρα. Εκεί ενώθηκαν με τρεις χιλιάδες Μεγαρείς και τελικά στις Πλαταιές με οκτώ χιλιάδες Αθηναίους οπλίτες. Η πόλη των Πλαταιών συνείσφερε εξακόσιους οπλίτες, οι οποίοι ήλθαν από την Σαλαμίνα υπό την αρχηγία του Αριστείδη. Ο αριθμός των Ελληνικών δυνάμεων έφθανε τώρα τις τριάντα οκτώ χιλιάδες οπλίτες, οι οποίοι μαζί με τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες και τους είλωτες πλησίαζε τις εκατό δέκα χιλιάδες άνδρες. Ο αριθμός αυτός συμπεριλάμβανε τους χιλίους οκτακοσίους σχεδόν άοπλους Θεσπιείς. Δεν υπήρχε ιππικό και οι τοξότες ήταν πολλοί λίγοι.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε για την άφιξη των Λακεδαιμονίων, έφυγε από την Αττική δια μέσου της Δεκέλειας, πέρασε το βουνό Πάρνων και μπήκε στην Βοιωτία. Βαδίζοντας επί δύο μέρες κατά μήκος του Ασωπού ποταμού, στρατοπέδευσε κοντά την πόλη των Πλαταιών.
Οι Έλληνες, αφού συμβουλεύτηκαν τους Θεούς με θυσίες στην Ελευσίνα, βάδισαν πάνω από τις κορυφές του Κιθαιρώνα και κατεβαίνοντας από το βόρειο τμήμα είδαν το στρατόπεδο του Περσικού στρατού στην πεδιάδα του Ασωπού. Ο βασιλιάς Παυσανίας, που περίμενε καλούς οιωνούς από τις θυσίες, κρατούσε τις δυνάμεις του μακριά από τις επιθέσεις του Περσικού ιππικού, κοντά στις Ερυθρές, όπου το έδαφος ήταν ανόμοιο και τραχύ, αλλά ακόμα και αυτό δεν εμπόδισε τον στρατηγό Μασίστιο να επιτεθεί στους Έλληνες. Όταν οι Μεγαρείς βρέθηκαν σε μεγάλο κίνδυνο και είχαν μεγάλες απώλειες, τριακόσιοι Αθηναίοι οπλίτες επέτυχαν να αναχαιτίσουν τους Πέρσες, σκοτώνοντας τον μεγαλόσωμο και γενναίο Μασίστιο. Το σώμα του, το παρέλασαν θριαμβευτικά επάνω σε άρμα. Το γεγονός αυτό ενθουσίασε τον Παυσανία, ο οποίος έφερε τον στρατό στην πεδιάδα, σε παράταξη στην δεξιά πλευρά του Ασωπού.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε την αλλαγή της θέσεως των Ελληνικών δυνάμεων, διέταξε τον στρατό του να πάρει θέση απέναντι τους, στην άλλη όχθη του Ασωπού. Ο ίδιος πήρε το πόστο της αριστεράς πτέρυγας, αντιμέτωπος των Λακεδαιμονίων. Ο υπόλοιπος στρατός του, αποτελούμενος από τους Έλληνες που είχαν προσχωρήσει στους Πέρσες, πενήντα χιλιάδες τον αριθμό, ήταν αντιμέτωπος των Αθηναίων. Το κέντρο του Μαρδόνιου αποτελείτο από Βακτριείς και Ινδούς. Ολόκληρος ο στρατός ανήρχετο στις τριακόσιες χιλιάδες άνδρες.
Επί οκτώ μέρες η επίθεσης αναβλήθηκε και από τις δύο πλευρές, λόγω κακών οιωνών. Την όγδοη ημέρα ο Μαρδόνιος με την συμβουλή του Θηβαίου αργηγού Τιμαγενίδα, έκοψε τις γραμμές ανεφοδιασμού των Ελλήνων και κατέλαβε μία μεγάλη αποστολή με εφόδια, σε μια πλαγιά του Κιθαιρώνα. Ο Αρτάβαζος επίσης τον συμβούλευσε να συνεχίσει αυτήν την τακτική ενοχλήσεων, αλλά ο Μαρδόνιος ήταν ανυπόμονος και διέταξε το ιππικό του να επιτεθεί, καταλαμβάνοντας την πηγή των Γαργαπαθείων.
Ο Παυσανίας συγκάλεσε το πολεμικό συμβούλιο και πήραν την απόφαση να οπισθοχωρήσουν σε μια τοποθεσία ονομαζόμενη Νησί, η οποία βρισκόταν δυο χιλιόμετρα μακρύτερα και στη μισή απόσταση από την πόλη των Πλαταιών. Όταν ο Παυσανίας έδωσε το βράδυ την διαταγή για οπισθοχώρηση, μερικοί από τους Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να ακολουθήσουν. Οι απειλές δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα να πεισθεί ο Σπαρτιάτης λοχαγός Αμομφεράτος, ο οποίος παίρνοντας μία μεγάλη πέτρα, την πέταξε στα πόδια του Παυσανία, με την εξής φράση:
"με αυτή την πέτρα δίνω την ψήφο μου να μην οπισθοχωρήσω".
Ο Παυσανίας, που δεν είχε καιρό να χάσει γιατί το ξημέρωμα έφτανε, άφησε τον Αμομφεράτο και τον λόχο του πίσω και βιάστηκε να πάει στο Νησί. Αργότερα ο Αμομφεράτος τους ακολούθησε.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε ότι οι Έλληνες είχαν οπισθοχωρήσει, διέταξε επίθεση. Ο στρατός περνώντας το ποτάμι του Ασωπού, άρχισε να ρίχνει βέλη στους Έλληνες, οι οποίοι όμως δεν ανταπέδωσαν, περιμένοντας ακόμη τους καλούς οιωνούς από τις θυσίες. Όταν τελικά οι θυσίες καρποφόρησαν και άρχισε η μάχη ο Μαρδόνιος, επικεφαλής της σωματικής του φρουράς των χιλίων ανδρών, ήταν στην πρώτη γραμμή και πολεμούσε γενναία μέχρις ότου έπεσε, χτυπημένος από τον Σπαρτιάτη Αείμνηστο. Όταν ο Μαρδόνιος σκοτώθηκε, ο Περσικός στρατός οπισθοχώρησε στο οχυρωμένο στρατόπεδο τους. Αλλά αυτό δεν τους έσωσε, γιατί οι Έλληνες τους ακολούθησαν κατορθώνοντας να μπούνε μέσα. Έγινε μεγάλη σφαγή και μόνον τρεις χιλιάδες Πέρσες από τις τριακόσιες χιλιάδες κατόρθωσαν να σωθούν, δραπετεύοντας. Οι Έλληνες έχασαν μόνον χιλίους τριακοσίους άνδρες.
Το 464 π.Χ., κατά την διάρκεια της νύχτας, ένας ισχυρός σεισμός έπληξε την Σπάρτη και την υπόλοιπη Λακωνία. Η γη άνοιξε και οι κορυφές του Ταΰγετου σκίστηκαν στα δύο. Όλα τα σπίτια της Σπάρτης έπεσαν, εκτός από πέντε. Η καταστροφή συνεχίστηκε επί πέντε ημέρες. Πάνω από είκοσι πέντε χιλιάδες Λακεδαιμόνιοι έχασαν την ζωή τους.

Ι Πελοποννησιακός πόλεμος
431 - 421 π.Χ.
Η αναπόφευχτη συμπλοκή μεταξύ της Σπάρτης και της Αθήνας δεν άργησε να συμβεί. Ο Αρχίδαμος εισέβαλε στην Αττική την άνοιξη του 431 π.Χ. χωρίς κανένα εμπόδιο, εφ' όσον η Αθήνα είχε πάρει την απόφαση να μην εμπλακεί σε μάχη εκ παρατάξεως με την Σπάρτη και έτσι άρχισε ο Πελοποννησιακός πόλεμος, που κράτησε 28 χρόνια.
Με το μέρος των Λακεδαιμονίων ήταν όλες οι Πελοποννησιακές πόλεις, εκτός του Άργους και της Αχαΐας που πήραν μέρος στον πόλεμο αργότερα, ακολουθώντας την Σπάρτη. Ήταν επίσης οι Βοιωτοί, Μεγαρείς, Φωκείς, Λευκαδίτες, Αμβρακιότες και Ανακτόριοι. Οι παράλιες πόλεις προμήθευσαν τον στόλο και οι Βοιωτοί, Λοκροί και Φωκείς το ιππικό.
Με το μέρος των Αθηναίων ήταν οι Πλαταιείς, Χιώτες, Λέσβιοι, Μεσσήνιοι, Κερκυραίοι, Ζακυνθινοί, Ακαρνανοί καθώς και οι πόλεις των παραλίων της Ασίας και Θράκης και όλα τα νησιά του Αιγαίου, εκτός της Μήλου και Θήρας. Οι Αθηναϊκές δυνάμεις ανέρχονταν στους 29,000 οπλίτες, 1200 ιππικό και 1600 τοξότες, ο δε στόλος της είχε 300 τριήρεις, χωρίς να υπολογίζονται τα πλοία των συμμάχων της. Οι Χιώτες, Κερκυραίοι και Λέσβιοι συνεισέφεραν και στόλο.
Οι δυνάμεις του Αρχίδαμου που μπήκαν στην Αττική αποτελούντο από 60,000 έως 100,000 άνδρες. Στην αρχή επεχείρησε επιδρομές στο οχυρό της Οινόης, αλλά χωρίς επιτυχία. Κατόπιν βάδισε προς την Ελευσίνα, στην οποία έφθασε στα μέσα του Ιουνίου το 431 π.Χ. Αφού λεηλάτησε την Θρασεία πεδιάδα, στρατοπέδευσε στις Αχαρνές, επτά μίλια έξω από την Αθήνα. Στο μεταξύ οι Αθηναίοι είχαν συγκεντρωθεί μέσα στα τείχη και είχα στείλει όλα τα ζώα στην Εύβοια. Ο Αρχίδαμος εγκατέλειψε την Αττική στο τέλος του Ιουλίου και ο στρατός του διαλύθηκε αμέσως. Με την αναχώρηση του, οι Αθηναίοι στο τέλος του Σεπτεμβρίου επετέθησαν στα Μέγαρα και τα κατέστρεψαν.
Την άνοιξη του 430 π.Χ., ο Αρχίδαμος εισέβαλε ξανά στην Αττική, αλλά στο μεταξύ ο λοιμός είχε ξεσπάσει στην Αττική. Οι Λακεδαιμόνιοι με μεγαλύτερο μένος κατέστρεψαν τα περίχωρα της Αθήνας, βαδίζοντας μέχρι και τα ορυχεία του Λαυρίου. Με την σειρά τους οι Αθηναίοι έστειλαν 100 τριήρεις υπό την αρχηγία του Κνέμου, και κατέστρεψαν το νησί της Ζακύνθου.
Στον τρίτο χρόνο του πολέμου (429 π.Χ.), ο Αρχίδαμος βάδισε εναντίον των Πλαταιών και απαίτησε να του παραδώσουν την πόλη και όλη την περιουσία τους, υποσχόμενος ότι μετά τον πόλεμο θα τους επιστρέφονταν όλα. Η πλειοψηφία των Πλαταιών ήθελαν να γίνει δεκτή η πρότασης, αλλά οι Αθηναίοι τους παρότρυναν να μην την δεχθούν και τους υποσχέθηκαν βοήθεια. Μετά την άρνηση τους, ο Αρχίδαμος περικύκλωσε την πόλη των Πλαταιών και έτσι ξεκίνησε η φημισμένη πολιορκία της πόλης. Επί τρεις μήνες οι Σπαρτιάτες προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς καμία επιτυχία, γι' αυτό αποφάσισαν να αποκλείσουν την πόλη και να λιμοκτονήσουν τον πληθυσμό. Έτσι έχτισαν γύρω από την πόλη διπλό τείχος, αλλά ούτε και αυτά τα μέτρα έφεραν αμέσως επιτυχία. Μετά από δύο χρόνια, όταν οι προμήθειες τελείωσαν, σε μία θυελλώδη νύχτα του Δεκεμβρίου, απέδρασαν 212 άτομα. Ο υπόλοιπος πληθυσμός παραδόθηκε το 427 π.Χ. και αφού πέρασαν από δίκη, από πέντε Σπαρτιάτες δικαστές, τους εκτέλεσαν.
Την πόλη των Πλαταιών οι Σπαρτιάτες την παρέδωσαν στην Θήβα, οι οποίοι μετά από λίγους μήνες κατέστρεψαν όλα τα σπίτια της.
Κατά την διάρκεια του τετάρτου και πέμπτου έτους του πολέμου, οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν ξανά στην Αττική, ενώ τον έκτο χρόνο (426 π.Χ.) δεν μπήκαν. Μία σειρά από ισχυρούς σεισμούς και πλημμύρες συνέβησαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και στην Αθήνα ο λοιμός ξαναπαρουσιάστηκε.
Στον έβδομο χρόνο του πολέμου ο Σπαρτιατικός στρατός υπό την αρχηγία του βασιλιά Άγη εισήλθε στην Αττική, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε ημερών. Ο Άγης ανακλήθηκε και βάδισε εναντίον της Πύλου, λόγω ότι οι Αθηναίοι είχαν εγκαταστήσει στρατιωτικό σταθμό στην Πύλο της Μεσσηνίας. Ο Πελοποννησιακός στόλος που ήταν στην Κέρκυρα κάτω υπό την αρχηγία του Θρασυμελίδα, πήρε εντολή επίσης να πλεύσει στην Πύλο. Όταν ο Θρασυμελίδας έφθασε στην Πύλο με τον στόλο, κατέλαβε το μικρό και δασώδες νησί της Σφακτηρίας, με τετρακοσίους άνδρες και είκοσι οπλίτες με τους είλωτες. Ένα μέρος αυτών, διακόσιοι ενενήντα δύο, που πολλοί από αυτούς ανήκαν σε ηγετικές οικογένειες, συνελήφθηκαν από τον Αθηναίο Κλέοντα και αλυσοδεμένοι μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, οι δε υπόλοιποι σκοτώθηκαν σε μία σοβαρή εμπλοκή στο νησάκι. Το γεγονός αυτό εξέπληξε τον Ελληνικό κόσμο που γνώριζε καλά, ότι οι Σπαρτιάτες δεν παραδίδονταν. Η Σπάρτη ήταν τώρα σε πάρα πολύ άσχημη θέση. Οι Μεσσήνιοι της Πύλου μαζί με είλωτες που είχαν δραπετεύσει θα μπορούσαν να λεηλατήσουν την περιοχή και επίσης δεν θα μπορούσε πλέον να εισβάλει στην Αττική γνωρίζοντας καλά, ότι οι Αθηναίοι θα εκτελούσαν τους αιχμαλώτους.
Ο όγδοος χρόνος του πολέμου (424 π.Χ.) ήταν καταστρεπτικός για την Αθήνα. Νικήθηκαν στην μάχη του Δήλιου από τους Θηβαίους και έχασαν επίσης την Θράκη. Μετά από αυτά τα γεγονότα οι Αθηναίοι σκέφθηκαν σοβαρά τις προτάσεις της Σπάρτης για ειρήνη.
Τον ίδιο χρόνο, ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα που έγιναν στην αρχαία Ελλάδα, έλαβε μέρος. Η Σπάρτη προσποιούμενη ότι θα δώσει ελευθερία στους πιο άξιους από τους Είλωτες, οι οποίοι είχαν πολεμήσει γενναία, διάλεξε δύο χιλιάδες άνδρες από τους καλύτερους και αφού τους στεφάνωσε σε τελετή, τους σκότωσε με μυστική εντολή των Εφόρων. Η αιτία ήταν ότι η Σπάρτη ένιωθε την απειλή της αυξανομένης δύναμης τους.
Τον ένατο χρόνο του πολέμου (423 π.Χ.) υπεγράφη ανακωχή για έναν χρόνο, κατά την διάρκεια του οποίου η μόνιμη ειρήνη θα διεπραγματεύετο. Αλλά οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν δύο μέρες μετά την υπογραφή της ανακωχής, όταν οι Αθηναίοι έμαθαν ότι η Σκιώνη επαναστάτησε και ήταν υπό την αρχηγία του Βρασίδα. Τον Αύγουστο, μια Αθηναϊκή δύναμης υπό την αρχηγία του Κλέωνος, εστάλη στην Σκιώνη. Στην μάχη που ακολούθησε, ο Κλέων και ο Βρασίδας σκοτώθηκαν, και έτσι τα εμπόδια για μόνιμη ειρήνη λιγόστεψαν.
Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Πλειστοάναξ και ο στρατηγός Νικίας των Αθηνών, την άνοιξη του 421 π.Χ., υπέγραψαν συμφωνία ειρήνης για πενήντα χρόνια, την επονομαζόμενη συνθήκη του Νικία. Οι Σπαρτιάτες αιχμάλωτοι επέστρεψαν και επετράπη στην Αθήνα να κρατήσει τις πόλεις Ανακτόριο, Σόγιο και Νήσε. Δεν έμειναν όμως όλοι ευχαριστημένοι με την συνθήκη και οι σύμμαχοι της Σπάρτης, Κόρινθος, Θήβα, Μέγαρα και Ηλεία, αρνήθηκαν να την υπογράψουν.
Κατά την διάρκεια της ειρήνης, τα πράγματα μεταξύ Σπάρτης και Αθηνών δεν υπήρξαν ικανοποιητικά. Οι σύμμαχοι της, Βοιωτοί και Κορίνθιοι δεν αποδέχτηκαν την ειρήνη και η Αθήνα αρνήθηκε να εκκενώσει την Πύλο. Ο Αλκιβιάδης των Αθηνών έπεισε τους Αχαιούς και Πατρινούς να συμμαχήσουν με την Αθήνα και βοήθησε το Άργος στην επιδρομή του εναντίον της Επιδαύρου, την οποία λεηλάτησαν. Οι Σπαρτιάτες δεν μπορούσαν να τα δεχθούν όλα αυτά και αφού συγκέντρωσαν ένα μεγάλο στρατό, με πολλούς συμμάχους, εισέβαλαν στο Άργος και περικύκλωσαν τον Αργειακό στρατό. Η μάχη επρόκειτο να αρχίσει, όταν δύο ολιγαρχικοί αρχηγοί του Άργους ήλθαν στον βασιλιά της Σπάρτης Άγη και τον έπεισαν να υπογράψει ανακωχή για τέσσαρες μήνες. Λίγο αργότερα ο Αλκιβιάδης, οδηγώντας μια δύναμη χιλίων οπλιτών και τετρακοσίων ιππέων, ήλθε να βοηθήσει τους Αργείους και τους έπεισε να επιτεθούν στην πόλη του Ορχομενού στην Αρκαδία. Αφού κατέλαβαν τον Ορχομενό, βάδισαν εναντίον της Τεγέας. Στο μεταξύ ο βασιλιάς Άγης, ο οποίος κατηγορήθηκε για την συνθήκη με τους Αργείους, βάδισε με μεγάλη δύναμη στην περιοχή της Μαντινείας και στρατοπέδευσε κοντά στο ιερό του Ηρακλή. Οι Αργείοι και οι σύμμαχοι τους έφυγαν από την πόλη της Μαντινείας και σε ένα καλά διαλεγμένο σημείο έδωσαν μάχη. Ο βασιλιάς Άγης ήταν έτοιμος να επιτεθεί σε αυτήν την τοποθεσία που ήταν πλεονεκτική για τους Αργείους, αλλά όταν οι Σπαρτιάτες τους πλησίασαν, ένας παλαίμαχος οπλίτης του είπε, ότι με την πράξη του αυτή προσπαθούσε
"να διορθώσει ένα λάθος, διαπράττοντας ένα άλλο".
Αυτές οι λέξεις τον έκαναν να οπισθοχωρήσει. Μετά από αυτά οι Αργείοι επήραν θέση στην πεδιάδα και προσπάθησαν να τους αιφνιδιάσουν. Το δεξιό τμήμα του Αργειακού στρατού, το οποίο αποτελείτο από την αφρόκρεμα της αριστοκρατίας, ένα μόνιμο σώμα από χιλίους διαλεχτούς στρατιώτες, οι οποίοι εκπαιδεύοντο και συντηρούντο με δημόσιες δαπάνες από την πόλη του Άργους, έτρεψε σε φυγή τους Λακεδαιμόνιους, αλλά ο Άγης με τον υπόλοιπο στρατό έχοντας περισσότερο επιτυχία, κατόρθωσε να κερδίσει την μάχη (Ιούνιο 418 π.Χ.). Οι Αθηναίοι έχασαν διακοσίους οπλίτες συμπεριλαμβανομένων και των στρατηγών Λάχη και Νικόστρατου, ενώ οι Αργείοι και οι άλλοι σύμμαχοι έχασαν εννιακοσίους άλλους άνδρες. Από τον Λακεδαιμόνιο στρατό μόνο τριακόσιοι άνδρες χάθηκαν. Παρόλο αυτά τα γεγονότα, η ειρήνη του Νικία ίσχυε ακόμη.

ΙΙ Πελοποννησιακός πόλεμος
415 - 404 π.Χ.
Το 415 π.Χ., στην εκστρατεία των Αθηναίων εναντίον των Συρακουσών, ο Σπαρτιάτης στρατηγός Γύλλιπος με τέσσερα πλοία, ήλθε προς βοήθεια των Συρακουσών και αν και η δύναμης του ήταν μικρή, βοήθησε πολύ τους Συρακούσιους να κερδίσουν τον πόλεμο. Κατέλαβε πρώτα το Αθηναϊκό οχυρό στο Λάβδαλο, το οποίο τον έκανε κύριο της Επίπολης, όπου και έκανε οχυρώσεις. Αμέσως μετά έκτισε ένα τείχος να διασχίζει τις Αθηναϊκές γραμμές στην βόρεια πλευρά. Λίγο αργότερα ενισχύθηκε με την άφιξη τριάντα τριηρών. Αυτή η μικρή προσφορά της Σπάρτης στον πόλεμο είχε μεγάλη σημασία.
Μετά την Αθηναϊκή καταστροφή στις Συρακούσες, ο πόλεμος μεταξύ της Αθήνας και Σπάρτης έγινε θαλάσσιος. Οι Λακεδαιμόνιοι έδωσαν μεγαλύτερη προσοχή στην ναυτική δύναμη τους και ένα καινούργιο αξίωμα, αυτό του Ναύαρχου δημιουργήθηκε. Ο Ναύαρχος ήταν ακόμη ανώτερος των Εφόρων. Στην αρχή όμως η Σπάρτη δεν είχε μεγάλη επιτυχία.
Τον Αύγουστο του 411 π.Χ., ο Πελοποννησιακός στόλος υπό την αρχηγία του Μίνδαρου, έχασε την ναυτική μάχη στην Κυνόσημα. Ο Αθηναϊκός στόλος αν και μικρότερος, στον πορθμό της Σέστου και Αβύδου, νίκησαν ολοκληρωτικά.
Το 410 π.Χ., ο Αλκιβιάδης κατάφερε να αιχμαλωτίσει ολόκληρο τον Πελοποννησιακό στόλο στην Κύζικο. Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε και ο δεύτερος στην αρχηγία Σπαρτιάτης, έστειλε στους Εφόρους ένα γράμμα σε Λακωνικό ύφος
"Τα πλοία χάθηκαν; Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε; Οι άνδρες πεινούν; Δεν ξέρω τι να κάνω."
Οι Σπαρτιάτες ήταν τόσο αποκαρδιωμένοι που έστειλαν τον Έφορο Αίνδιο στην Αθήνα για να υπογράψει συνθήκη ειρήνης, αλλά οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήταν κάτω από την επήρεια του δημαγωγού Κλεόφωνος, απέρριψαν την πρόταση.
Οι Σπαρτιάτες τότε διόρισαν έναν νέο ναύαρχο, τον ικανό Λύσανδρο. Όταν η θητεία της αρχηγίας του τελείωσε, αντικαταστάθηκε από τον Καλλικρατίδα, ο οποίος αύξησε τον αριθμό των πλοίων του Σπαρτιατικού στόλου. Έγινε ναυτική μάχη στο λιμάνι της Μυτιλήνης με τον Αθηναϊκό στόλο υπό την αρχηγία του Κόνωνα. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήταν λιγότεροι σε αριθμό, έχασαν την μάχη και τριάντα πλοία. Σαράντα ακόμη πλοία τα έσωσαν φέρνοντας τα στην ακτή κοντά στα τείχη της πόλης.
Ο Καλλικρατίδας τότε μπλοκάρισε το νησί. Όταν τα νέα έφθασαν στην Αθήνα, έστειλαν στόλο από εκατόν δέκα τριήρεις και τις ενίσχυσαν αργότερα με άλλες σαράντα. Ο αριθμός των πλοίων του Καλλικρατίδα ήταν εκατόν είκοσι. Στο μικρό νησί των Αργηνουσσών, ο Αθηναϊκός στόλος συνάντησε τον Σπαρτιατικό και μετά από σκληρά μάχη τους νίκησαν (406 π.Χ.). Οι Λακεδαιμόνιοι έχασαν εβδομήντα επτά πλοία και τα υπόλοιπα υποχώρησαν στην Χίο και Φωκεία. Ο Καλλικρατίδας έπεσε από το πλοίο, όταν αυτό χτυπήθηκε από ένα άλλο και χάθηκε. Οι Αθηναίοι έχασαν μόνο είκοσι πέντε πλοία.
Αν και ήταν παράνομο για τον ναύαρχο της Σπάρτης να κάνει δεύτερη θητεία, ο Λύσανδρος με τον τίτλο του Επιστολέα, πήρε την αρχηγία του Σπαρτιατικού στόλου. Αμέσως έλαβε ένα μεγάλο ποσό χρημάτων από τον βασιλιά της Περσίας Κύρο, για να κατασκευάσει πλοία και έκανε πολιορκία στην Λάμψακο.
Οι Αθηναίοι που ήλθαν σε βοήθεια, έφθασαν πολύ αργά για να σώσουν την πόλη και έτσι παρέμειναν στους Αιγός-ποταμοί, κοντά στην πόλη της Λαμψάκου. Ο Λύσανδρος ο οποίος συστηματικά απέφευγε κάθε ναυτική μάχη, αφού τα πλοία του ήταν πολύ λιγότερα, κατόρθωσε να καταλάβει τον Αθηναϊκό στόλο μετά από προδοσία ή αμέλεια των Αθηναίων. Και οι 4,000 Αθηναίοι αιχμάλωτοι εκτελέσθηκαν. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά σημάδεψε το τέλος της Αθήνας.
Εκστρατεία στην Ασία
Μετά την πτώση των Αθηνών, η Σπάρτη υπήρξε αναμφισβήτητα ο ηγέτης της Ελλάδος, επί 34 χρόνια. Η πρώτη της ενέργεια ήταν να τιμωρήσει τους Ηλείους, οι οποίοι μαζί με τους Αργείους και Μαντινείους είχαν πάρει τα όπλα εναντίον της κατά την διάρκεια του πολέμου με την Αθήνα, καθώς και για τις προσβολές που είχαν δεχθεί όταν είχαν αποκλεισθεί από τους Ολυμπιακούς αγώνες. Απαίτησαν από τους Ηλείους να πληρώσουν τα έξοδα του πολέμου και να παραιτηθούν από τα δικαιώματα τους από τις εξαρτώμενες πόλεις της Τριφυλίας. Οι Ηλείοι φυσικά δεν δέχτηκαν αυτούς τους όρους και το 402 π.Χ. ο βασιλιάς Άγης μπήκε στην περιοχή τους, αλλά δυσμενείς συνθήκες και ένας σεισμός, τον ανάγκασαν να επιστρέψει στην Σπάρτη.
Τον επόμενο χρόνο εισέβαλαν στην Ηλεία ξανά. Αφού λεηλάτησαν και κατέστρεψαν την περιοχή, τους ανάγκασαν να υπογράψουν μία ταπεινωτική ειρήνη.
Το 400 π.Χ., ο βασιλιάς Άγης πέθανε και τον διαδέχθηκε ο Αγησίλαος, ο οποίος οδήγησε μια εκστρατεία στην Ασία. Ήταν η πρώτη φορά που Ελληνικός στρατός έμπαινε στην Ασία, μετά από την βασιλεία του Αγαμέμνονα.
Το 396 π.Χ., έφθασε στην Έφεσο και πήρε υπό την κηδεμονία του την πόλη. Όταν ο σατράπης Τισσαφέρνης του έστειλε μήνυμα να φύγει από την Ασία, ο Αγησίλαος τον ξεγέλασε και αντί να επιτεθεί στην Καριά, όπως αναμενόταν, βάδισε προς την Φρυγία, την σατραπεία του Αρνάβαζου και έφθασε στο Δασκύλιο, όπου όμως αναχαιτίσθηκε από το Περσικό ιππικό. Τότε επέστρεψε στην Έφεσο και οργάνωσε ιππικό.
Λίγο αργότερα ξεγέλασε και πάλι τον Τισσαφέρνη, κάνοντας γνωστό ότι θα βάδισε εναντίον στις Σάρδεις. Ο Τισσαφέρνης που σκέφθηκε ότι αυτό ήταν ακόμη ένα τέχνασμα, έστειλε το ιππικό του προς άλλη κατεύθυνση και ο Αγησίλαος χωρίς κανένα εμπόδιο έφθασε στον ποταμό Πακτωλό, όπου έγινε μάχη και οι Πέρσες νικήθηκαν.
Στο μεταξύ, ο Τισσαφέρνης δολοφονήθηκε και ο Τηθράστης ανέλαβε την θέση του, ο οποίος έπεισε τον Αγησίλαο να εγκαταλείψει την σατραπεία του, για το ποσό των τριάντα ταλάντων. Ο Αγησίλαος βάδισε προς την σατραπεία του Αρτάβαζου, του οποίου εκτίμησε την μεγαλοφροσύνη του και έφυγε από την περιοχή του και μπήκε στην πεδιάδα των Θηβών, κοντά στον κόλπο του Ηλείου.
Το 394 π.Χ., κατά την διάρκεια προετοιμασιών για μια μεγάλη εκστρατεία στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, τον ανακάλεσαν να επιστρέψει στην Σπάρτη, η οποία βρισκόταν σε κίνδυνο.
Ο Αγησίλαος κατά την διάρκεια της εκστρατείας του είχε διορισθεί Ναύαρχος. Ήταν ο πρώτος άνδρας της Σπάρτης που είχε αποκτήσει τόση μεγάλη δύναμη. Αμέσως άρχισε να κατασκευάσει καινούργιο στόλο από 120 τριήρεις και επικεφαλής αυτών όρισε τον γαμπρό του Πείσανδρο. Στις αρχές του Αυγούστου τον ίδιο χρόνο, ο μισός στόλος της Σπάρτης κατελήφθη ή καταστράφηκε από τον Αθηναϊκό στόλο υπό την αρχηγία του Κόνωνα, στην χερσόνησο της Καριάς. Ο Πείσανδρος που πολέμησε ηρωικά σκοτώθηκε στην μάχη.
Σχεδόν τον ίδιο καιρό με την ναυμαχία της Κνίδου, έγινε και μια άλλη μάχη της Σπάρτης με τις ενωμένες δυνάμεις των Θηβαίων, Αθηναίων, Κορινθίων και Αργείων στην περιοχή της Κορινθίας, την οποία νίκησε η Σπάρτη (μάχη της Κορίνθου 394 π.Χ.).
Μάχη της Κορώνειας
Τον Αύγουστο του 394 π.Χ., ο βασιλιάς Αγησίλαος επέστρεψε από την εκστρατεία στην Ασία και έφερε τον στρατό του στην πεδιάδα της Κορώνειας, στην Βοιωτία. Απέναντι του, οι Θηβαίοι με τους Αθηναίους και τους συμμάχους ήταν έτοιμοι για μάχη.
Οι δύο στρατοί ήλθαν κοντά ο ένας στον άλλο σιωπηλά. Όταν έφθασαν σε απόσταση διακοσίων μέτρων, οι Θηβαίοι ύψωσαν τα λάβαρα τους και άρχισαν να τρέχουν προς τον Σπαρτιατικό στρατό, ο οποίος άρχισε να κινείται μόνον όταν οι Θηβαίοι πλησίασαν στα εκατό μέτρα. Οι Θηβαίοι αμέσως υπερίσχυσαν στους απέναντι σε αυτούς άνδρες του Ορχομενού, στην αριστερά πλευρά, αλλά ο Αγησίλαος, ο οποίος είχε επιτυχία στην άλλη πλευρά, απέκοψε τους Θηβαίους από τον υπόλοιπο στρατό. Τώρα οι Θηβαίοι έπρεπε να επιτεθούν στους Σπαρτιάτες για να μπορέσουν να ενωθούν με τους συμμάχους. Ήταν τέτοια η δύναμη της σύγκρουσης των δύο στρατών, που τα δόρατα έσπασαν. Σπρώχνοντας με τις ασπίδες ο ένας τον άλλον, μπορούσαν να κάνουν χρήση μόνο τα μαχαίρια τους. Και οι δύο στρατοί μάχονταν απεγνωσμένα, αλλά οι Θηβαίοι κατόρθωσαν να σπάσουν τις Σπαρτιατικές γραμμές και να περάσουν ανάμεσα τους. Ο βασιλιάς Αγησίλαος, αν και πολλές φορές τραυματισμένος, ήταν στην πρώτη γραμμή και πολέμησε ηρωικά. Το αποτέλεσμα της μάχης αν και αμφίρροπο, τελείωσε με την νίκη της Σπάρτης.
Λίγα χρόνια αργότερα, η ταπεινωτική συνθήκη του Ανταλκίδα (387 π.Χ.) έλαβε μέρος, σύμφωνα με την οποίαν η Σπάρτη επέτρεψε στους Πέρσες να αναμιχθούν στις υποθέσεις της Ελλάδος. Στην παρατήρηση κάποιου, ο οποίος είπε ότι οι Σπαρτιάτες Μήδισαν, ο Αγησίλαος απήντησε
"πες καλύτερα ότι οι Μήδες Λακωνίζουν".
Η κατάληψη των Θηβών
Η πόλη των Θηβών, η οποία δεν είχε πάρει σοβαρό ρόλο στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ευδοκιμούσε, αλλά όπως γινόταν συνήθως με όλες τις Ελληνικές πόλεις υπέφερε από τις φιλονικίες των ολιγαρχικών και δημοκρατικών.
Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν ο Λεοντιάδης, ένας επιφανής ολιγαρχικός, ζήτησε την βοήθεια του Σπαρτιατικού στρατού που είχε στρατοπεδεύσει κοντά στην Θήβα, υπό την αρχηγία του στρατηγού Φοιβίδα, το 382 π.Χ. Ο Λεοντιάδης, για να διώξει τους δημοκρατικούς από την Θήβα, πρότεινε στον στρατηγό να πάρει τα Κάδμεια, κάτι που έγινε δεκτό με προθυμία.
Όλα αυτά συνέβησαν κατά την διάρκεια των εορτασμών των Θεσμοφορίων, όπου μόνο γυναίκες λάμβαναν μέρος στις τελετές προς τιμήν του ιδρυτού της πόλεως, Κάδμου, και δεν υπήρχαν άνδρες στην Ακρόπολη. Ο Φοιβίδας και ο στρατός του μπήκαν στα Κάδμεια, χωρίς να βρουν καμία αντίσταση.
Ο Ισμενίας, ο αρχηγός των δημοκρατικών δυνάμεων δικάστηκε και εκτελέσθηκε. Οι ολιγαρχικοί, με την βοήθεια της Σπαρτιατικής φρουράς, άρχισαν να κατάσχουν τις περιουσίες των δημοκρατικών και να τους εκτελούν. Πολλοί από αυτούς βρήκαν καταφύγιο στην Αθήνα. Από εκεί άρχισαν να σκέφτονται πώς να ελευθερώσουν την πόλη τους.
Στην αρχή, προσπάθησαν να πάρουν βοήθεια από την Αθήνα, αλλά γρήγορα απογοητεύθηκαν και άρχισαν να σχεδιάζουν διάφορα σενάρια για να ελευθερώσουν την Θήβα μόνοι τους. Ανάμεσα στους εξόριστους υπήρχαν πολλοί που ανήκαν σε πλούσιες και αριστοκρατικέ οικογένειες, όπως ο Πελοπίδας, Δαμοκλείδας, Μέλλων και άλλοι. Ήταν σε συνεχή επαφή με άλλα μέλη, οι οποίοι βρισκόταν ακόμη στην Θήβα, ο πιο σπουδαίος ήταν ο Φυλλίδας, ο γραμματέας του πολέμαρχου Αρχία, και ο Χάρων.
Όταν ο Φυλλίδας επισκέφθηκε την Αθήνα για κρατικές δουλειές, κανόνισε να δώσει την ευκαιρία στους εξόριστους να ενεργήσουν. Ο Χάρων θα προσέφερε το σπίτι του ως κρησφύγετο. Ο Φυλλίδας οργάνωσε ένα συμπόσιο για τον Αρχία και τον Φίλιππο και τους υποσχέθηκε όμορφες γυναίκες για συντροφιά.
Τον Δεκέμβριο του 379 π.Χ., ο Πελοπίδας, ο Μέλλων και πέντε άλλοι σύντροφοι έφυγαν από την Αθήνα και μεταμφιεσμένοι σαν αγρότες ή κυνηγοί, μπήκαν στην πόλη των Θηβών με την δύση του ηλίου και κρύφτηκαν στο σπίτι του Χάρονα. Μαζί με άλλους συνωμότες από την Θήβα, συγκεντρώθηκαν 48 άτομα. Ένας κατάσκοπος του Αρχία, του ανάφερε ότι ακούγονταν διαδόσεις, ότι μερικοί από τους εξόριστους ήταν στην πόλη. Ο Αρχίας κάλεσε τον Χάρονα, για να του δώσει πληροφορίες. Ο Χάρων αν και ήταν φοβισμένος, πήγε γρήγορα στον Αρχία και από τις ερωτήσεις του κατάλαβε ότι δεν ήξερε τίποτα το συγκεκριμένο, αλλά είχε μόνο υποψίες. Του υποσχέθηκε ότι θα ερευνήσει την υπόθεση και έφυγε.
Μετά από λίγο έφθασε ένα αγγελιοφόρος από την Αθήνα με ένα γράμμα, το οποίο φανέρωνε όλη την συνωμοσία. Ο Αρχίας, που ήταν ήδη μεθυσμένος, το πέταξε παράμερα και είπε το γνωστό "ες αύριον τα σπουδαία".
Αμέσως μετά οι συνωμότες μεταμφιεσμένοι ως γυναίκες μπήκαν στο δωμάτιο και σκότωσαν τον Αρχία και τον Φίλιππο και όποιον άλλο έτυχε να είναι εκεί.
Ο Φυλλίδας τότε έστειλε τον Πελοπίδα, Κηφισόδωρο και Δαμοκλείδα στο σπίτι του Λεοντιάδη. Έγινε μία σκληρή πάλη στην οποία ο Λεοντιάδης, ένας γεροδεμένος άνδρας, πλήγωσε θανάσιμα τον Κηφισόδωρο. Ο Πελοπίδας, μετά από μακρά πάλη στο στενό διάδρομο του σπιτιού, σκότωσε τον Λεοντιάδη. Με τον θάνατο και των δύο τυράννων, οι εξόριστοι από την Αθήνα επανήλθαν.
Ο Επαμεινώνδας με μερικούς νέους άνδρες άνοιξαν την αποθήκη όπλων και κάλεσαν όλους τους κατοίκους να πολεμήσουν για την ελευθερία τους. Μετά από όλα αυτά, η Σπαρτιατική φρουρά των χιλίων πεντακοσίων ανδρών, έφυγε από την Θήβα και επέστρεψε στην Σπάρτη, το 378 π.Χ.
Το 375 π.Χ., κοντά στην Τέγυρα, ο Πελοπίδας με τον Θηβαϊκό Ιερό Λόχο κατατρόπωσε τον Σπαρτιατικό στρατό, αν και οι άνδρες του ήταν οι μισοί. Όταν πληροφορήθηκε ότι η Σπαρτιατική φρουρά του Ορχομενού θα επισκεπτόταν την Λοκρίδα, προσπάθησε με τον Ιερό Λόχο και μερικούς ιππείς να καταλάβει αιφνιδιαστικά τον Ορχομενό. Φθάνοντας όμως εκεί διαπίστωσε ότι υπήρχε Σπαρτιατική φρουρά στην πόλη και έτσι ματαίωσε το σχέδιο του και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Κοντά στα Τέγυρα, κατά τύχη έπεσε πάνω στους Σπαρτιάτες που γύριζαν από την Λοκρίδα. Αν και οι άνδρες του ήταν λιγότεροι των αντιπάλων, δεν ετράπησαν σε φυγή και με την δική του εμψύχωση σε ένα στενό μονοπάτι έδωσαν μάχη και τους νίκησαν, σκοτώνοντας και του δύο Λακεδαιμόνιους αρχηγούς. Ο υπόλοιπος Σπαρτιατικός στρατός διασκορπίστηκε και ετράπη σε φυγή. Αυτό ήταν ένα ηρωικό κατόρθωμα του Πελοπίδα, λαμβάνοντας υπ' όψιν τον μικρότερο αριθμό των ανδρών του και την ανδρεία των Σπαρτιατών. Ήταν αυτή η μάχη που έδωσε πεποίθηση στους Θηβαίους να συναντήσουν τους Σπαρτιάτες με επιτυχία πάλι, τέσσερα χρόνια αργότερα στα Λεύκτρα.
Η μάχη στα Λεύκτρα
371 π.X.
Το 371 π.Χ., στην πεδιάδα της Λεύκτρας, οι Σπαρτιάτες νικήθηκαν ξανά από τον Θηβαϊκό Ιερό Λόχο, αυτήν την φορά όμως υπό την αρχηγία του Επαμεινώνδα.
Αν και οι Θηβαϊκές δυνάμεις ήταν λιγότερες ξανά από τις Λακεδαιμόνιες, ο Επαμεινώνδας με ιδιοφυή τακτική και με την βοήθεια των πολύ καλά εκπαιδευμένων ανδρών του Ιερού Λόχου, νίκησε σε πλήρη μάχη τώρα τον αήττητο Σπαρτιατικό στρατό. Σύνταξε τους καλύτερους άνδρες του στρατού του, πενήντα άνδρες σε βάθος, απέναντι στην δεξιά πτέρυγα του αντιπάλου, την οποία κατείχαν οι Σπαρτιάτες και οι οποίοι είχαν μόνο δώδεκα άνδρες βάθος, αφήνοντας το κέντρο και την αριστερά πτέρυγα ασθενή και έδωσε διαταγή να παραμείνουν για λίγο άπρακτοι. Η μάχη ξεκίνησε με την εμπλοκή του Σπαρτιατικού και Θηβαϊκού ιππικού η οποία τελείωσε γρήγορα με την ήττα των Σπαρτιατών. Αμέσως μετά ο Πελοπίδας επικεφαλής του Ιερού Λόχου έπεσε επάνω στους Σπαρτιάτες με ακαταμάχητη δύναμη αλλά οι Σπαρτιάτες αντιστάθηκαν γενναία και στην αρχή ίσως να υπερτερούσαν. Όταν όμως οι αρχηγοί των Σπαρτιατών έπεσαν, τότε οι Σπαρτιατικές γραμμές πιέστηκαν και έσπασαν παρασύροντας τον υπόλοιπο στρατό που επέστρεψε στον καταυλισμό. Ο βασιλιάς Κλεόμβροτος της Σπάρτης και πολλοί από τους αξιωματικούς σκοτώθηκαν. Ο υπόλοιπος στρατός δεν ενεπλάκη σε σοβαρή μάχη. Από τους 700 Σπαρτιάτες που έλαβαν μέρος στην μάχη, μόνο 300 επέζησαν. Ολόκληρη η Ελλάδα αιφνιδιάστηκε από το γεγονός, καταλαβαίνοντας ότι μία καινούργια δύναμη είχε ανέλθει. Στο Άργος, έγινε επανάσταση και ο λαός σκότωσε πολλούς από τους φίλο Σπαρτιάτες ολιγαρχικούς.
Μετά την μάχη οι Θηβαίοι έστειλαν απεσταλμένους στην Αθήνα για να ανακοινώσουν την νίκη κατά των Σπαρτιατών, αλλά οι Αθηναίοι δεν έμειναν καθόλου ευχαριστημένοι με την εξέλιξη των πραγμάτων γιατί τώρα είχαν μία καινούργια υπερδύναμη μερικά χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Επίσης έστειλαν αγγελιοφόρο και στον Ιάσονα των Φερών στην Θεσσαλία. Ο Ιάσων όταν άκουσε τα νέα απήντησε ότι θα έλθει γρήγορα στην Θήβα με τριήρεις, αλλά αντίθετα με μεγάλη ταχύτητα και περνώντας ανάμεσα από εχθρικές περιοχές έφθασε στην Βοιωτία. Εκεί οι Θηβαίοι αρχηγοί πρότειναν να επιτεθούν στους στρατοπεδευμένους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Ο Ιάσων και Επαμεινώνδας αρνήθηκαν και κατάφεραν να τους πείσουν να τους αφήσουν να φύγουν και έτσι οι Σπαρτιάτες σώθηκαν από μεγαλύτερη καταστροφή οι οποίοι πράγματι έφυγαν σύντομα και συναντήθηκαν στα Αιγόσθενα με τον Αρχίδαμο, ο οποίος ερχόταν για να τους βοηθήσει. Από εκεί επέστρεψαν στην Σπάρτη.
Με την μάχη της Λεύκτρας, η ηγεμονία της Ελλάδος πέρασε από την Σπάρτη στη Θήβα, αλλά για το μικρό χρονικό διάστημα, των δέκα χρόνων. Η ηγεμονία αυτή δεν επέφερε κανένα καλό όμως αποτέλεσμα και όπως αυτή της Σπάρτης έβλαψε την Ελλάδα πολύ. Η Θήβα δεν είχε πεπειραμένους άνδρες, ούτε η οικονομία της μπορούσε να το αντέξει αυτό. Απέτυχε, το ίδιο όπως και η Σπάρτη, να ενώσει τις Ελληνικές πόλεις και να σταματήσει τον αλληλοσπαραγμό μεταξύ τους. Έγιναν αναταραχές σε όλη την Πελοπόννησο. Οι κάτοικοι της Μαντινείας στην Αρκαδία, η οποία είχε χωρισθεί σε αρκετά χωριά, κατέλαβαν την πρωτεύουσα και έφτιαξαν καινούργια τείχη. Στην Τεγέα της Αρκαδίας, οι κάτοικοι σχημάτισαν την Αρκαδική ομοσπονδία. Σε δύο χρόνια μέσα, μία πανίσχυρη ομοσπονδία δημιουργήθηκε, η οποία περιελάμβανε εκτός των παλαιών συμμάχων και την Φωκίδα, Λοκρίδα, Αιτωλία και Εύβοια. Μετά την μάχη στα Λεύκτρα, οι Θηβαίοι έκαναν πάλι ειρήνη με την Αθήνα και ήθελαν να καταστρέψουν τον Ορχομενό επειδή ήταν σύμμαχοι των Σπαρτιατών. Η πόλη όμως σώθηκε χάρη στην μεγάλη προσπάθεια του Επαμεινώνδα, αλλά όχι για πολύ. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Επαμεινώνδας βρισκόταν με αποστολή στο Βυζάντιο, η πόλη καταστράφηκε και όλοι οι άνδρες εκτελέσθηκαν και οι υπόλοιποι πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Αυτό ήταν ένα άλλο μεγάλο πολιτικό σφάλμα της Θήβας.
Θηβαϊκή εισβολή στην Λακωνία
Στην Αρκαδία, σύμμαχο της Θήβας, ο βασιλιάς Αγησίλαος της Σπάρτης κατέστρεφε τις περιοχές. Σε απάντηση, η Θήβα έστειλε στρατό υπό την αρχηγία του Επαμεινώνδα. Όταν ο Αγησίλαος έμαθε τα νέα, εγκατέλειψε την Αρκαδία και επέστρεψε στην Σπάρτη, για να την προστατεύσει.
Με τον ερχομό του στην Αρκαδία, ο Επαμεινώνδας ένωσε τις δυνάμεις του με τα άλλα μέλη της συμμαχίας, από την Αρκαδία, Άργος και Ηλεία. Ο συνολικός αριθμός των στρατιωτικών δυνάμεων ήταν γύρω στις πενήντα χιλιάδες άνδρες. Η συμμαχία προσπάθησε να πείσει τον Επαμεινώνδα, να εισβάλει στην Λακωνία, εξηγώντας του ότι υπήρχε γενική δυσαρέσκεια εναντίον της Σπάρτης και ότι πολλοί από τους Περίοικους είχαν επαναστατήσει.
Τελικά πείσθηκε και το φθινόπωρο του 370 π.Χ., εισέβαλε στην Λακωνία από τέσσερα διαφορετικές σημεία βαδίζοντας προς την Σπάρτη.
Μόνο οι Αρκάδιοι συνάντησαν σοβαρή αντίσταση από τον Σπαρτιάτη Ισχόλαο στο Iον, στην περιοχή της Σκιρίτης. Ο Ισχόλαος και οι δυνάμεις του έπεσαν μέχρι τον τελευταίο άνδρα.
Όλες οι συμμαχικές δυνάμεις συναντήθηκαν στην Σελλασία, την οποία κατέστρεψαν και έκαψαν και από εκεί βάδισαν εναντίον της Σπάρτης, η οποία σώθηκε από τον βασιλιά Αγησίλαο που είχε πάρει μία σειρά προστατευτικών μέσων για να υπερασπίσει την χωρίς τείχη πόλη.
Ο Επαμεινώνδας αναλογιζόμενος το κόστος μίας επιθέσεως κατά της Σπάρτης σε ανθρώπινες ζωές, εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να την καταλάβει. Από εκεί, η συμμαχία καίγοντας και λεηλατώντας τα χωριά, κατευθύνθηκε προς το λιμάνι και οπλοστάσιο της Σπάρτης, Γύθειο, το οποίο προσπάθησε να καταλάβει επί τρεις μέρες, χωρίς επιτυχία.
Ο Επαμεινώνδας μετά επέστρεψε στην Αρκαδία και υπό την επίβλεψη του χτίσθηκε μία καινούργια πόλη στις όχθες του ποταμού Ελλισώνα, ως πρωτεύουσα της Αρκαδικής συμμαχίας και ονομάσθηκε Μεγαλόπολης. Στην Μεγαλόπολη, αντιπρόσωποι από όλες τις πόλεις της συμμαχίας θα συγκεντρώνονταν περιοδικώς για να διευθετούν τις υποθέσεις τους.
Μετά από αυτό ο Επαμεινώνδας εισέβαλε στην Μεσσηνία, για να την ελευθερώσει από τους Σπαρτιάτες. Στο μεταξύ οι Περίοικοι και Είλωτες είχαν αρχίσει ήδη να αποστατούν. Ο Επαμεινώνδας επανίδρυσε την Μεσσήνη και στους λόφους του βουνού Ιθώμη έκτισε εξαιρετικές οχυρώσεις εκτεινόμενες πέρα από έξι χιλιόμετρα, τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Όλα αυτά είχαν καταστρεπτικό αποτέλεσμα για την οικονομία της Σπάρτης, η οποία έχασε την μισή περιοχή της για πάντα και δεν είχε πλέον τους ανθρώπους για να προμηθεύουν τον στρατό της.
Στο μεταξύ η Σπάρτη ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα. Ο Ιφικράτης με Αθηναϊκό στρατό είκοσι χιλιάδων ανδρών, βάδισε προς την Αρκαδία. Ο Επαμεινώνδας μαθαίνοντας τα νέα εγκατέλειψε την Λακωνία αμέσως και βάδισε εναντίον του. Οι δύο στρατοί, αν και βρέθηκαν πολύ κοντά, δεν ενεπλάκησαν σε πλήρη μάχη. Ο Ιφικράτης, αποφασίζοντας ότι η αποστολή του για την διάσωση της Σπάρτης επέτυχε, επέστρεψε στην Αθήνα.
Ο Επαμεινώνδας γύρισε κι' αυτός πίσω στην Θήβα, όπου και πέρασε από δίκη, με την κατηγορία ότι είχε υπερβεί τον χρόνο της αποστολής του και του ότι έδειξε αδράνεια και ειρηνοφιλία. Υπερασπίσθηκε τον εαυτό του με επιτυχία, αυξάνοντας περισσότερο την δημοτικότητα του.
Οι επιτεύξεις αυτής της αποστολής ήταν μεγάλες. Εξασθένησε και ταπείνωσε την Σπάρτη και συγχρόνως αύξησε την υπόληψη του στρατού του.
Επειδή ήταν απαραίτητο να επικοινωνήσει με τους συμμάχους, την άνοιξη του 369 π.Χ., ο Επαμεινώνδας προσπάθησε ξανά να εισβάλλει στην Πελοπόννησο, αλλά αυτή την φορά οι Αθηναίοι, Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοι τους είχαν καταλάβει την γραμμή του όρους Ονεία και τις Κεγχρεές, για να τον εμποδίσουν να περάσει στην Πελοπόννησο. Ο Επαμεινώνδας όταν έφθασε προσπάθησε να τους οδηγήσει σε μάχη, αν και ο αριθμός των ανδρών του ήταν μικρότερος των αντιπάλων, αλλά δεν το πέτυχε. Στρατοπέδευσε λοιπόν και λίγες ώρες πριν να ξημερώσει τους αιφνιδίασε, επιτιθέμενος και σπάζοντας την Σπαρτιατική γραμμή και αυτή της Πελλήνης. Έτσι κατόρθωσε να εισέλθει στην Πελοπόννησο και να ενωθεί με τους συμμάχους του, τους Αρκάδες, Ηλείους και Αργείους. Η πόλη της Σικυώνος εγκατέλειψε την Σπάρτη, μετά από δημοψήφισμα των κατοίκων και δέχθηκε να εγκατασταθεί Θηβαίος αρμοστής και φρουρά στην Ακρόπολη. Το ίδιο έκανε και η Πελλήνη. Εν συνεχεία ο Θηβαϊκός στρατός και οι σύμμαχοι λεηλάτησαν τις περιοχές της Επιδαύρου και της Φλιούς και προσπάθησαν αιφνιδιαστικά να καταλάβουν την Κόρινθο, αλλά ηττήθηκαν από τον Αθηναίο στρατηγό Γαβριά, ο οποίος αντιστάθηκε με εξαιρετική επιδεξιότητα. Μετά από αυτήν την αποτυχημένη προσπάθεια, ο Θηβαϊκός στρατός επέστρεψε στην Θήβα.
Στο έτος 368 π.Χ., ο Επαμεινώνδας δεν επεχείρησε εισβολή στην Πελοπόννησο, άντ' αυτού ο Πελοπίδας με Θηβαϊκές δυνάμεις εισήλθε στην Θεσσαλία για να προασπίσει την πόλη Λάρισα που κινδύνευε από τον βασιλιά Αλέξανδρο της Μακεδονίας. Ο Πελοπίδας τον ανάγκασε να κάνει ειρήνη, και πήρε πενήντα ομήρους μαζί του για ασφάλεια, μεταξύ αυτών τον γιο του Αμύντα, Φίλιππο, τον μετέπειτα βασιλιά της Μακεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και ο οποίος έμεινε στην Θήβα για αρκετά χρόνια.
Το 366 π.Χ., η Θήβα επέκτεινε τον αριθμό των πόλεων της ομοσπονδίας, με την συμμετοχή πόλεων του Κορινθιακού κόλπου και Αχαΐας, αλλά τις έχασε πάλι όταν απαίτησε ότι οι ολιγαρχικές κυβερνήσεις τους έπρεπε να αντικατασταθούν. Αυτό ήταν μεγάλο σφάλμα που δείχνει την έλλειψη καλών πολιτικών ανδρών στην Θήβα.
Το 364 π.Χ., μετά από επίμονη εισήγηση του Επαμεινώνδα, οι Θηβαίοι κατασκεύασαν ένα μεγάλο αριθμό πολεμικών πλοίων. Ο στόλος υπό τον Επαμεινώνδα έπλευσε με κατεύθυνση τον Ελλήσποντο, όπου και κατάφερε να κερδίσει με το μέρος του το Βυζάντιο. Οικονομικές δυσκολίες και έλλειψη πείρας σε θαλάσσιες επιχειρήσεις, έβαλαν σύντομα τέλος στις φιλοδοξίες της Θήβας.
Η μάχη της Μαντινείας
362 π.Χ.
Το 363 π.Χ., με μια αιφνιδιαστική κίνηση οι Αρκάδες κατέλαβαν την Ολυμπία και κατέκλεψαν το θησαυροφυλάκιο. Πόλεμος ξέσπασε με την Ηλεία, αλλά με την επέμβαση των Θηβαίων, η Ολυμπία επεστράφη και επακολούθησε ειρήνη. Κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ο Θηβαίος αντιπρόσωπος προσπάθησε να συλλάβει ορισμένους αντί Θηβαϊκούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η Μαντινεία και η υπόλοιπη βόρεια Αρκαδία, εκτός της Τεγέας, να πάνε με το μέρος της Σπάρτης. Η Αθήνα, που παρακολουθούσε αυτές τις κινήσεις, πήρε το μέρος της Ηλείας. Η Θήβα δεν είχε άλλη εκλογή παρά να στείλει γρήγορα τον Επαμεινώνδα με μεγάλο στρατό, ο οποίος κατευθύνθηκε προς την Μαντινεία. Στην Τεγέα, περίπου δεκαέξι χιλιόμετρα απόσταση από την Μαντινεία, ένωσε τις δυνάμεις του μαζί τους, αλλά με μία απροσδόκητη κίνηση αντί για την Μαντινεία βάδισε προς την Σπάρτη. Σε αντίθεση με την πρώτη φορά αυτή η ενέργεια θα είχε αιφνιδιάσει τον Αγησίλαο, ο οποίος εκείνη την στιγμή βάδιζε με κυκλικό τρόπο να βοηθήσει την Μαντινεία αλλά ένας Κρητικός κατάσκοπος στο Θηβαϊκό στρατόπεδο, εξασκημένος σε τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων, πληροφόρησε τον Αγησίλαο, ο οποίος γύρισε πίσω στην Σπάρτη. Όταν ο Επαμεινώνδας έφθασε στην Σπάρτη και έμαθε τι έγινε, γύρισε γρήγορα πίσω στην Μαντινεία, πριν να φθάσουν οι σύμμαχοι της. Φυσικά αυτός ήταν ο πραγματικός σκοπός του και όχι να επιτεθεί στην Σπάρτη. Δεν έγιναν όμως όλα σύμφωνα με το σχέδιο του γιατί εν τω μεταξύ ο Αθηναϊκός στρατός μόλις είχε φθάσει. Έτσι ο Επαμεινώνδας δεν είχε άλλη διαλογή παρά να εμπλακεί σε πλήρη μάχη.
Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν έξω από την Μαντινεία το 362 π.Χ. Ο Θηβαϊκός στρατός, αποτελούμενος από Θηβαίους και Βοιωτούς κινήθηκε μπροστά. Ο Υπόλοιπος στρατός έμεινε πίσω σε λοξή φάλαγγα, με εξαίρεση το τμήμα του στρατού που παρέμεινε σε ψηλό έδαφος για να εμποδίσει την υπερφαλάγγιση από τον αντίπαλο. Καθώς ο στρατός κινήθηκε, ο Επαμεινώνδας γύρισε γρήγορα προς τα αριστερά κοντά στις πλαγιές του βουνού και έδωσε την διαταγή στους άνδρες του να αφήσουν τα όπλα κάτω. Οι Σπαρτιάτες και οι Μαντίνειοι νομίζοντας ότι ο Επαμεινώνδας δεν είχε σκοπό να δώσει μάχη, χαλάρωσαν τις γραμμές της διάταξης τους.
Ο Επαμεινώνδας που περίμενε ακριβώς αυτό έδωσε διαταγή για γρήγορη επίθεση. Το πελώριο Θηβαϊκό σώμα πενήντα ασπίδες σε βάθος, έπεσε πάνω στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι αγωνίστηκαν με υπέρμετρη γενναιότητα αλλά τελικά οι γραμμές τους διαλύθηκαν φέρνοντας χάος στον υπόλοιπο στρατό.
Η μάχη είχε σχεδόν κερδισθεί, όταν ο Επαμεινώνδας έπεσε πληγωμένος από δόρυ, το οποίο διαπέρασε το στήθος του. Τον μετέφεραν σε ένα λοφίσκο, περιμένοντας την έκβαση της μάχης. Αν και η μάχη κερδίσθηκε από τους Θηβαίους, ο Επαμεινώνδας πριν πεθάνει διέταξε να κάνουν ειρήνη, όταν έμαθε ότι όλοι οι έμπιστοι στρατηγοί του είχαν χαθεί στην μάχη.
Τέλος της Σπάρτης
Μετά την μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), ο Φίλιππος της Μακεδονίας πέρασε στην Πελοπόννησο, και έγινε δεκτός από όλες τις πόλεις, αλλά όταν έφθασε στην Σπάρτη του απαγόρευσαν να εισέλθει. Ο Φίλιππος δεν προσπάθησε να πάρει την πόλη δια της βίας και έφυγε. Η Σπάρτη ήταν η μόνη που δεν έλαβε μέρος στον συνασπισμό της Κορίνθου, ο οποίος έλαβε μέρος το 337 π.Χ., κάτω από Μακεδονική κυριαρχία.
Το 331 π.Χ., ο βασιλιάς Άγης, εγγονός του Αγησίλαου, ξεσήκωσε επανάσταση εναντίον της Μακεδονίας, αλλά ηττήθηκε και σκοτώθηκε.
Στο τέλος του 4ου αιώνος π.Χ., η Σπάρτη έκτισε τείχος για πρώτη φορά στην ιστορία της, το οποίο περιέκλειε τα τέσσαρα κεντρικά χωριά της και την Ακρόπολη.
Όταν το 280 π.Χ., οι Κέλτες εισέβαλαν από τον Βορρά κατατροπώνοντας τους Μακεδόνες, ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρύς, προσπάθησε να ενώσει τις Πελοποννησιακές πόλεις και οδήγησε ένα στρατό στην κεντρική Ελλάδα. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του, τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν στην Σπάρτη, τριακόσια χρόνια αργότερα από την υπόλοιπη Ελλάδα.
Το 272 π.Χ., ο βασιλιάς Πύρος της Ηπείρου, εύκολα θα μπορούσε να καταλάβει την πόλη αφού νίκησε τους Σπαρτιάτες. Η Σπάρτη έγινε εξάρτηση της Μακεδονίας, και επανέκτησε την ανεξαρτησία της υπό τους τυράννους Μαχανίδα (207 π.Χ.) και Νάμπη (195 - 192 π.Χ.).
Το 265 π.Χ. ξανά, έχοντας σχηματίσει συμμαχία με την Αθήνα, Αχαϊα και Ηλεία και μερικές Αρκαδικές πόλεις, έδωσε μάχη εναντίον της Μακεδονίας, αλλά την έχασε (Χραιμονίδιος πόλεμος).
Ο γιος του Αρύς, Ακρότατος, το 260 π.Χ. οδηγώντας τον Σπαρτιατικό στρατό εναντίον των Μεγαλοπολιτών, νικήθηκε και αυτοκτόνησε.
Το 244 π.Χ., ο Άγης ο τέταρτος ανέβηκε στον θρόνο και έκανε μια σειρά αλλαγών. Πρότεινε να καταργηθούν όλα τα χρέη και να γίνει ανακατανομή όλης της γης, σε ίσα μερίδια για 4,500 κατοίκους και 15,000 περιοίκους. Επίσης επέμεινε στην αυστηρή αγωγή του Λυκούργου για τους υπόλοιπους 700 ίσους και τους 2,000 υπομείωνες και διαλεγμένους περίοικους. Βρήκε όμως στις προτάσεις του ισχυρή αντίσταση και ο Άγης εκτελέσθηκε μετά από δίκη, το 241 π.Χ.
Ο επόμενος βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης ΙΙΙ, ανήλθε το 236 π.Χ. Παντρεύτηκε την χήρα του βασιλιά Άγη και προσπάθησε να επιβάλλει τις ιδέες του. Το 227 π.Χ., σε μια εξέγερση σκότωσε τέσσερις από τους Εφόρους και εξόρισε τους αντιπάλους του. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που το αξίωμα των Εφόρων καταργήθηκε. Κατόπιν κατένειμε την γη σε 4,000 ίσα μερίδια, συμπεριλαμβάνοντας τους περίοικους και υπομείονες. Επίσης άρχισε να εφαρμόζει την εκπαίδευση και τα έθιμα του Λυκούργου κάτω από τις οδηγίες του φίλου του και φιλοσόφου Σφαιρού. Όλες αυτέ οι αλλαγές έφεραν αποτέλεσμα και ο Κλεομένης είχε πολλές στρατιωτικέ επιτυχίες. Το Άργος και το μεγαλύτερο μέρος της Αργολίδος και της ανατολικής Αρκαδίας κατακτήθηκαν.
Η Αχαϊκή συμμαχία υπό την αρχηγία του Άρατου της Σικυώνος, με την υπόσχεση ότι θα του έδινε πίσω την Κόρινθο, συμμάχησε με τον Αντίγονο της Μακεδονίας και επανέκτησε το Άργος και αρκετές από τις Αρκαδικές πόλεις. Με την σειρά του ο Κλεομένης κατέλαβε και κατέστρεψε την Μεγαλόπολη το 223 π.Χ.
Το 222 π.Χ., στην Σελλασία, μεταξύ Σπάρτης και Τεγέας, έλαβε μέρος μια μάχη. Ο Σπαρτιατικός στρατός ανερχόμενος σε 10,000 και αυτός του Αντιγόνου και των συμμάχων του σε 30,000. Σ' αυτήν την μακρά και φρικτή μάχη, οι Σπαρτιάτες πολέμησαν γενναία. Όλος ο Σπαρτιατικός στρατός έπεσε, εκτός από 200 άνδρες. Ο βασιλιάς Κλεομένης έφυγε για την Αίγυπτο.
Τα επόμενα χρόνια μια σειρά από εξεγέρσεις άρχισαν στην Σπάρτη, κατά τις οποίες βασιλιάδες και Έφοροι σκοτώθηκαν ή εξορίστηκαν.
Το 206 π.Χ., ο τύραννος Νάβης, απόγονος του Δημάρατου, ο οποίος είχε αυτοεξορισθεί στην Περσία το 490 π.Χ., ανήλθε στον θρόνο. Ένας ικανός αλλά αδίσταχτος και αισχρός άνδρας, δήμευσε τις περιουσίες όλων των πλουσίων πολιτών και τις μοίρασε στους φτωχούς. Απελευθερώνοντας τους δούλους, κατάφερε να αποκτήσει ένα στρατό 10,000 ανδρών και επίσης επέκτεινε τις κοινωνικές αλλαγές στο Άργος. Ήταν ο Νάβης που προβλέποντας τον επερχόμενο κίνδυνο, οχύρωσε την Σπάρτη για πρώτη φορά στην ιστορία της.
Όταν ο Ρωμαίος διοικητής Φλαμινίνος εισέβαλε στην Λακωνία και πολιόρκησε την Σπάρτη, μετά από μερικές ημέρες μάχης, μια όχι τιμητική συμφωνία έγινε δεκτή , στην οποία Σπάρτη έχανε όλες τις πόλεις των περιοίκων και τον στόλο της.
Αργότερα με την πρόφαση ότι ήθελαν να βοηθήσουν την Σπάρτη, οι Αιτωλοί έστειλαν χιλίους άνδρες να σκοτώσουν τον Νάβη και να την καταλάβουν. Κατόρθωσαν να τον δολοφονήσουν, αλλά τελικά τους κατάσφαξαν όλους οι Σπαρτιάτες. Μετά την δολοφονία του Νάμπη, η Σπάρτη αναγκάστηκε από τον Φιλοποίμενα να γίνει μέλος της Αχαϊκής συμμαχίας. Γκρέμισαν τα τείχη της και οι νόμοι του Λυκούργου ανακαλέστηκαν.
Υπό τους Ρωμαίους τον 2ον αιώνα μ.Χ., η Λακωνία σαν επαρχία της Αχαϊας, της επετράπη να επαναφέρει τους νόμους του Λυκούργου.
Το 396 μ.Χ., η πόλη καταστράφηκε από τον Αλάριχο.
Τον 9ον αιώνα μ.Χ., εισέβαλαν οι Σλάβοι και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Μάνη.
Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν μια πόλη και την ονόμασαν Λακεδαιμόνια, αλλά η σπουδαιότητα της χάθηκε γύρω στο 1248 μ.Χ. και εξαφανίστηκε από την ιστορία ολικά το 1834 μ.Χ.
Σήμερα η πόλη της μοντέρνας Σπάρτης κατέχει την ίδια θέση της αρχαίας πόλης.

Η Αγωγή των Νέων

Μέχρι την ηλικία των επτά ετών, το παιδί μεγάλωνε με την μητέρα του, η οποία δεν χρησιμοποιούσε φασκιά, για να μη παραμορφωθεί το σώμα του, γίνει νευρικό ή πεισματάρικο. Απομάκρυναν δε κάθε τι από κοντά του, το οποίο θα έκανε το παιδί να νιώσει φόβο, να κλάψει ή να αισθανθεί άσχημα.
Οι Σπαρτιάτισσες ήταν τόσο φημισμένες, ώστε πολλές πλούσιες οικογένειες τις προσλάμβαναν για την ανατροφή των παιδιών τους, όπως την Σπαρτιάτισσα Αμέλια που ανέθρεψε τον Αθηναίο Αλκιβιάδη.
Όταν το παιδί συμπλήρωνε τα επτά του χρόνια, η πολιτεία το έπαιρνε από την μητέρα. Μια αυστηρή σε πειθαρχία και στρατιωτικού τύπου κυρίως εκπαίδευση, η ονομαζόμενη Αγωγή, άρχιζε και τελείωνε μετά από δώδεκα χρόνια. Τα αγόρια τα έβαζαν σε μια από τις πολλές ομάδες τις Αγέλες, οι οποίες ήταν υπό την επίβλεψη ενός ηλικιωμένου Σπαρτιάτη.
Στα δεκατρία τους χρόνια συμπλήρωναν την εκπαίδευση τους κάτω από την αρχηγία ενός συνετού και γενναίου νέου, τον επονομαζόμενο Είρενα, όλοι υπό την επίβλεψη του Παιδονόμου και εκπαιδεύονταν στην γυμναστική, το τρέξιμο, το πήδημα, το πέταγμα ακοντίου και δίσκου και επίσης μάθαιναν να υποφέρουν στον πόνο και στις κακουχίες, στην πείνα, δίψα, το κρύο, την κούραση και την έλλειψη ύπνου. Περπατούσαν ξυπόλυτα, πλένονταν στα κρύα νερά του Ευρώτα και ντύνονταν με το ίδιο ένδυμα καλοκαίρι και χειμώνα, που τους έδινε η πολιτεία μια φορά τον χρόνο. Δεν χρησιμοποιούσαν κλινοσκεπάσματα και κοιμόντουσαν πάνω σε καλαμιές και άχυρα, που τα έκοβαν χωρίς μαχαίρια, από τις όχθες του ποταμού Ευρώτα.
Το κύριο φαγητό τους ήταν ο μέλανας ζωμός, αλλά τα ενθάρρυναν να κλέβουν τροφή, για να συμπληρώνουν την ελάχιστη που ελάμβαναν, αν όμως συλλαμβάνονταν επ΄ αυτοφώρω τα τιμωρούσαν. Επίσης έτρωγαν πολύ μέλι. Επί ένα ολόκληρο μήνα, πριν να τελειώσουν τα γυμνάσια, επροπονούντο και έτρωγαν αποκλειστικά μέλι (εξ' ου και μήνας του μέλιτος).
Γράμματα μάθαιναν λίγα, ίσα να διαβάζουν και να γράφουν. Τα συμβούλευαν να μη σπαταλούν τις λέξεις, αλλά να μιλάνε επί της ουσίας (Λακωνίζειν). Μάθαιναν επίσης στρατιωτικά ποιήματα και τραγούδια πολεμικά, πώς να χορεύουν, και να απαγγέλλουν αποσπάσματα από τον Όμηρο.
Ο κύριος σκοπός της Αγωγής ήταν να πειθαρχήσουν τους νέους. Μια φορά τον χρόνο τα δοκίμαζαν για την αντοχή τους μπροστά στον βωμό της Ορθίας Αρτέμιδος, στο παιχνίδι που έκλεβαν τυριά και τα μαστίγωναν αλύπητα. Ήταν όμως τόσο σκληρή η δοκιμασία του εθίμου, που πολλά πέθαναν στην προσπάθεια τους να αποδειχτούν άξια. Αυτά τα οποία υπέφεραν χωρίς γογγυσμούς και κλάματα, τα στεφάνωναν.
Όσον αφορά τα κορίτσια, τα εκπαίδευαν σε ομάδες όπως και τα αγόρια, αλλά όχι με τόση σκληρότητα και αυστηρότητα. Έπαιρναν μέρος σε δημόσιους συναγωνισμούς, όπως αυτά, αλλά η εκπαίδευσή τους τελείωνε μόλις παντρεύονταν.
Στην ηλικία των είκοσι ετών, όταν η Αγωγή τελείωνε, άρχιζε η στρατιωτική θητεία του νέου. Υποχρεωτικά γινότανε μέλος στα κοινά γεύματα (συσσίτια), σε μια ομάδα από δεκαπέντε άτομα περίπου, που ζούσαν και δειπνούσαν μαζί σε δημόσιους καταυλισμούς, μέχρι τα εξήντα τους χρόνια (ένας από τους νόμους του Λυκούργου). Σ' αυτήν την ηλικία των είκοσι ετών, οι περισσότεροι άνδρες και οι γυναίκες, παντρεύονταν.
Στην ηλικία των τριάντα ετών, ώριμοι πια άνδρες, οι Σπαρτιάτες γίνονταν πολίτες με πλήρη δικαιώματα και υποχρεώσεις. Είχαν δικαίωμα να παίρνουν μέρος στην συνέλευση του λαού (Απέλλα) και να ασκούν δημόσια αξιώματα.



Σπαρτιάται Ολυμπιονίκες
Νικητής Αγώνισμα Έτος
Άκανθος Δόλιχος (5000 μ.) 720 π.Χ.
Πυθαγόρας Στάδιον 716 π.Χ.
Ευρύβατος Πάλη 708 π.Χ.
Λάμπις Πένταθλον 708 π.Χ.
Αθηράδας Στάδιον 700 π.Χ.
Κλεοπτόλεμος Στάδιον 684 π.Χ.
Θάλπις Στάδιον 680 π.Χ.
Καλλισθένης Στάδιον 676 π.Χ.
Φιλόμβροτος Πένταθλον 676 π.Χ.
Φιλόμβροτος Πένταθλον 672 π.Χ.
Φιλόμβροτος Πένταθλον 668 π.Χ.
Χάρμις Στάδιον 668 π.Χ.
Χίονις Δίαυλος 664 π.Χ.
Χίονις Στάδιον 664 π.Χ.
Χίονις Δίαυλος 660 π.Χ.
Χίονις Στάδιον 660 π.Χ.
Χίονις Δίαυλος 656 π.Χ.
Χίονις Στάδιον 656 π.Χ.
Γύλις (ή Γύγις) Στάδιον 648 π.Χ.
Σφαίρος Στάδιον 640 π.Χ.
Αρυτάμας Στάδιον 636 π.Χ.
Ευρυκλείδας Στάδιον 632 π.Χ.
Ιπποσθένης Πάλη παίδων 632 π.Χ.
Ευτελίδας Πένταθλον παίδων 628 π.Χ.
Ολυνθεύς Στάδιον 628 π.Χ.
Ιπποσθένης Πάλη 624 π.Χ.
Ριψόλαος Στάδιον 624 π.Χ.
Ιπποσθένης Πάλη 620 π.Χ.
Ολυνθεύς Στάδιον 620 π.Χ.
Ιπποσθένης Πάλη 616 π.Χ.
Ιπποσθένης Πάλη 612 π.Χ.
Λυκώτας Στάδιον 612 π.Χ.
Ιπποσθένης Πάλη 608 π.Χ.
Γέλων Στάδιον 604 π.Χ.
Ετοιμοκλής Πάλη παίδων 604 π.Χ.
Ετοιμοκλής Πάλη 600 π.Χ.
Ετοιμοκλής Πάλη 596 π.Χ.
Χρυσόμαξος Στάδιον 596 π.Χ.
Ετοιμοκλής Πάλη 592 π.Χ.
Ευρυκλής Στάδιον 592 π.Χ.
Ετοιμοκλής Πάλη 588 π.Χ.
Επιτελίδας Στάδιον 580 π.Χ.
Λάδρομος Στάδιον 552 π.Χ.
Ευαγόρας Τέθριππον 548 π.Χ.
Ευαγόρας Τέθριππον 544 π.Χ.
Ευαγόρας Τέθριππον 540 π.Χ.
Καλλιτέλης Πάλη 508 π.Χ.
Δαμάρατος Τέθριππον 504 π.Χ.
Ακματίδας Πένταθλον 500 π.Χ.
Πολυπείθης Τέθριππον 484 π.Χ.
Άγνωστο όνομα Στάδιον παίδων 476 π.Χ.
Άγνωστο όνομα Δόλιχος (5000 μ.) 476 π.Χ.
[...]μήδης Δόλιχος (5000 μ.) 468 π.Χ.
Αρκεσίλαος Τέθριππον 448 π.Χ.
Αρκεσίλαος Τέθριππον 444 π.Χ.
Πολυκλέας Τέθριππον 440 π.Χ.
Λυκίνος Τέθριππον 432 π.Χ.
Ανάξανδρος Τέθριππον 428 π.Χ.
Λέων Τέθριππον 424 π.Χ.
Λίχας Τέθριππον 420 π.Χ.
Λακράτης Άγνωστον 416 π.Χ.
Κυνίσκα Τέθριππον 396 π.Χ.
Κυνίσκα Τέθριππον 392 π.Χ.
Ξέναρχος Τέθριππον 388 π.Χ.
Ευρυβιάδης (ή Συβαριάδης ή Ευρύβατος) Τέθριππον 384 π.Χ.
Ευρυλεονίς Συνωρίς 368 π.Χ.
Δεινοσθένης Στάδιον 316 π.Χ.
Σελεάδας (ή Σελείδας) Πάλη 308 π.Χ.
Ευβάλκης Άγνωστον 300 π.Χ.
Αμφιάρης Πάλη 296 π.Χ.
Αλκίδας Στάδιον 244 π.Χ.
Νικόδαμος Στάδιον 104 π.Χ.
Ανδρέας Στάδιον 64 π.Χ.
[Πρατο]μελίδας Άγνωστον 81 μ.Χ.
Πούπλιος Αίλιος Αλκανδρίδας Στάδιον 221 μ.Χ.
Πούπλιος Αίλιος Αλκανδρίδας Στάδιον 225 μ.Χ.


Κυνίσκα
396 - 392 π.Χ.
Η Κυνίσκα, κόρη του βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαμου, ήταν η πρώτη γυναίκα που είχε εκτροφείο αλόγων και η πρώτη που κέρδισε δύο Ολυμπιακές νίκες. Μετά από αυτήν, πολλές άλλες γυναίκες κυρίως Σπαρτιάτισσες, κέρδισαν Ολυμπιακές νίκες.



Πόλη των μύθων
Η πόλη που κατέβαλε την Σπάρτη


Η Θήβα, η γενέτειρα του μυθικού ήρωα Ηρακλή και έξοχων ανδρών, όπως ο Πίνδαρος και Επαμεινώνδας, έπαιξε σπουδαίο ρόλο στις υποθέσεις της Ελλάδος, από την αρχή της ιστορίας της, καθώς μαρτυρούν οι πολλοί μύθοι της πόλεως.
Αν και δεν υπήρξε μεγάλη δύναμη, για ένα μικρό χρονικό διάστημα, χάρη στην μεγαλοφυΐα του Επαμεινώνδα και τον άριστα εκπαιδευμένο στρατό της, οδηγούμενο από τον Ιερό Λόχο, πήρε την ηγεμονία της Ελλάδος, νικώντας την αήττητη Σπάρτη.
Ανάμεσα σε άλλες επιτεύξεις, ήταν και η δημιουργία συμμαχίας υπό την ηγεμονία της, η οποία ένωνε σχεδόν όλες της πόλεις της Βοιωτίας.


Ιστορία της Θήβας

Οι πόλεις στην αρχαία Ελλάδα ήταν χτισμένες σε εύφορες πεδιάδες και κοντά σε υψίπεδο (Ακρόπολη) για προστασία και όλες περικλείονταν με τείχη( εκτός της Σπάρτης). Στη μεγάλη και εύφορη Βοιωτική πεδιάδα υπήρχαν πολλές και ανάμεσα τους ο Ορχομενός και η Θήβα, πανάρχαιες πόλεις οι οποίες απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Εδώ ζούσαν άνθρωποι από τους Νεολιθικούς χρόνους και πέραν αυτών. Ήταν η χώρα των αυτοχθόνων Εκτήνων, οι οποίοι και θεωρούνται οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Βοιωτίας που γνωρίζουμε, και του ξακουστού βασιλιά τους Ώγυγου.
Γύρω στα 2000 π.Χ., η περιοχή, ειδικά τα βόρεια της Βοιωτίας, κατοικείτο από τους ονομαζόμενους Μινύες, η καταγωγή των οποίων ήταν η Κολχίς. Οι Μινύες έκτισαν την πόλη του Ορχομενού, η οποία έγινε αργότερα ξακουστή για τον πλούτο και τoν πολιτισμό της. Ο Ορχομενός, στην αρχαϊκή εποχή, είχε υπό την κυριαρχία του μία μεγάλη περιοχή και ήταν μία από τις πρώτες πόλεις που έκοψε νομίσματα στην Ελλάδα. Οι Μινύες επίσης ανέλαβαν την κατασκευή ενός κολοσσιαίου έργου, να αποξηράνουν και να αρδεύσουν την πεδιάδα της Κωπαϊδος, η οποία πλημμύριζε από τους ποταμούς Κηφισό και Μέλανα και φαίνεται ότι το κατόρθωσαν. Για το έργο αυτό έκτισαν ένα κανάλι 40 μέτρα πλάτος και 5 μέτρα βάθος και μήκος γύρω στα 42 χιλιόμετρα. Με το πέρασμα του χρόνου όμως έχασαν την δύναμη τους και η πολιτική κυριαρχία πέρασε στην Θήβα.
Γύρω στα 1500 π.Χ., ο φημισμένος ήρωας Κάδμος, με ένα άγνωστο αριθμό Φοινίκων, ήλθε και ίδρυσε την Θήβα. Σε ένα υψίπεδο, το επονομαζόμενο αργότερα Καδμεία, έκτισε παλάτι και εισήγαγε πιθανώς την Φοινικική αλφαβητική γραφή, αν και αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε αμέσως, αλλά αιώνες αργότερα.
Στο τέλος του 13ου αιώνα π.Χ., η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς και αυτό επιβεβαιώνει τον μύθο "οι Επτά εναντίον των Θηβών", στον οποίο ο Άδραστος με τους Επιγόνους κατέλαβαν και κατέστρεψαν την Θήβα.
Γύρω στα 1200 π.Χ., διάφορες φυλές κατεβαίνοντας από την Άρνη της Θεσσαλίας και από περιοχές γύρω από το βουνό Βόειον της Ηπείρου, κατέλαβαν την περιοχή. Αυτό το σύμπλεγμα των φυλών και πολιτισμών ήλθε σε διασταύρωση με το τοπικό πληθυσμό, δημιουργώντας τους μελλοντικούς κατοίκους της Βοιωτίας.
Σε αυτήν την αρχαϊκή εποχή ανήκουν οι μύθοι και από αυτήν την περίοδο άντλησαν τα θέματα τους οι τραγικοί Αττικοί ποιητές.
Κάδμος
Από την Οδύσσεια του Ομήρου μαθαίνουμε ότι τα δύο αδέλφια Αμφίων και Ζήθος, ήταν οι ιδρυτές της Θήβας και αυτοί έκτισαν τα μεγάλα τείχη στην πόλη, αλλά σύμφωνα με τον Απολλόδωρο και άλλους, ήταν ο Κάδμος, του οποίου την αδελφή Ευρώπη απήγαγε ο Δίας, μεταμφιεσμένος ως ταύρος, από την Αίγυπτο στην Κρήτη, όπου και γέννησε τα τρία παιδιά της, Μίνωα, Ραδάμανθο και Σαρπέδων.
Όπως ο μύθος λέει ο Κάδμος αναζητώντας την αδελφή του έφθασε στους Δελφούς, και εκεί το μαντείο του είπε να ακολουθήσει μία αγελάδα και να χτίση μία πόλη, όταν το ζώο θα σταματήσει να ξεκουραστεί. Σύμφωνα με την παράδοση, η αγελάδα σταμάτησε στο σημείο όπου κτίσθηκε αργότερα η Ακρόπολη, τα Καδμεία.
Υπάρχουν αρκετοί μύθοι γύρω από τα κατορθώματα του Κάδμου. Σκότωσε τον Δράκο (απόγονο του Άρη), ο οποίος φύλαγε την πηγή Αρεία. Η θεά Αθηνά του είπε να σπείρει τα δόντια του δράκου στην γη και από εκεί ξεφύτρωσαν αρματωμένοι άνδρες, οι Σπαρτοί, οι οποίοι σκότωσαν ο ένας τον άλλο και επέζησαν μόνο πέντε (Χθόνιος, Εχίων, Υπερήνωρ, Πηλωρός, Ουδαίος). Από αυτούς τους πέντε προήλθαν οι αριστοκρατικές οικογένειες των Θηβών, οι οποίες ονομάζονταν Σπαρτοί.
Υπάρχουν επίσης μύθοι που αναφέρονται γύρω από τις τέσσαρες κόρες του Κάδμου. Μία από αυτές, η Αγκάβη, παντρεύτηκε τον Εχίωνα και κατά την διάρκεια της βασιλείας του ο Θεός Διόνυσος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και καθιερώθηκαν οι λατρείες προς τιμήν του. Ο Κάδμος και ο φημισμένος μάντης Τειρεσίας τον αποδέχτηκαν, αλλά όχι ο Πενθέας, ο γιος της Αγκάβης, ο οποίος αντιτάχθηκε στις άγριες τελετουργίες. Ο Διόνυσος πήρε εκδίκηση γι' αυτό με την βοήθεια της μητέρας του Αγκάβης, που μέσα σε ένα Βακχικό παροξυσμό, τον έκοψε κομμάτια και έφερε το κεφάλι του στις Θήβες.
Ο Κάδμος με την γυναίκα του αποσύρθηκαν στην Ιλλυρία. Μετά τον θάνατο του οι θεοί επέτρεψαν να εισέλθει στα απρόσιτα για τους πολλούς, Ηλύσια.
Αμφίων - Ζήθος
Ακολούθησε η διαδοχή των βασιλέων, Πολύδωρου, Λάβδακου και του Λάϊου, τον οποίον εκθρόνισε ο Λύκος. Ο Νυκτέας, αδελφός του Λύκου, είχε μία κόρη, την Αντιόπη, της οποίας η ομορφιά ήταν ξακουστή ανάμεσα στους Έλληνες. Ο Επωπεύς, βασιλιάς της Σικυώνος, απήγαγε την Αντιόπη και ο πατέρας της Νυκτέας συγκέντρωσε στρατό και επιτέθηκε στην Σικυώνα. Κατά την διάρκεια της μάχης, την οποίαν κέρδισαν οι Σικυώνιοι, ο Επωπεύς και Νυκτέας τραυματίσθηκαν σοβαρά, ο τελευταίος μεταφέρθηκε στις Θήβες, όπου πέθανε. Πριν τον θάνατον του, ανέθεσε ως αρχιστράτηγο των Θηβών τον αδελφό του Λύκο, και τον έκανε να υποσχεθεί ότι θα συγκεντρώσει ακόμη μεγαλύτερο στρατό για να πάρει εκδίκηση και να τιμωρήσει την κόρη του, σε περίπτωση που θα την συλλάμβαναν. Ο Λύκος επιτέθηκε στην Σικυώνα, νίκησε και σκότωσε τον Επωπέα και πήρε πίσω την Αντιόπη, αλλά στον γυρισμό τους προς την Θήβα, σε ένα σπήλαιο κοντά στην πόλη Ελευθέρα, γέννησε δύο δίδυμα αγόρια, τον Αμφίονα και Ζήθο, τα οποία εγκατέλειψε εκεί. Ένας βοσκός τα βρήκε και τα μεγάλωσε σαν τσοπάνους, χωρίς να ξέρει τίποτα για την αριστοκρατική καταγωγή τους.
Όταν η Αντιόπη επέστρεψε στην Θήβα, δεν μπόρεσε να υποφέρει τις κατηγορίες του Λύκου και την κακομεταχείριση από την σκληρή γυναίκα του, Δίρκη. Έτσι διέφυγε και βρήκε καταφύγιο στο μέρος όπου οι γιοι της ζούσαν και οι οποίοι τώρα είχαν μεγαλώσει. Η Δίρκη προσπάθησε να την φέρει πίσω, αλλά ο Αμφίων και ο Ζήθος, αναγνώρισαν ότι η Αντιόπη ήταν η μητέρα τους, και πήραν εκδίκηση για όλα αυτά που είχε υποφέρει. Σκότωσαν τον Λύκο και έδεσαν την Δίρκη στα κέρατα ενός ταύρου, που την έσερνε έως ότου πέθανε. Τα δύο αδέλφια επέστρεψαν στη Θήβα, εξόρισαν τον Λάιο και πήραν τον θρόνο. Χρησιμοποιώντας την λύρα τους, την οποία είχαν διδαχθεί από τον θεό Ερμή, άρχισαν να χτίζουν τα τείχη της Θήβας, οι δε πέτρες εκινούντο από μόνες τους, υπακούοντας στον ρυθμό του σκοπού.
Οιδίπους
Όταν ο Λάιος, βασιλιάς της Θήβας, παντρεύτηκε την Ιοκάστη, το μαντείο των Δελφών με ένα χρησμό έκανε γνωστό, ότι αν η Ιοκάστη γεννούσε παιδί αυτό θα σκότωνε τον πατέρα του. Γι' αυτό τον λόγο, όταν ο Οιδίπους γεννήθηκε, εγκαταλείφθηκε στο βουνό Κιθαιρών, όπου και βρέθηκε από βοσκούς του βασιλιά Πόλυβου της Σικυώνος, ο οποίος τον μεγάλωσε σαν δικό του παιδί. O Οιδίπους πηγαίνοντας στους Δελφούς για να μάθη το όνομα του πραγματικού πατέρα του, έλαβε τον χρησμό, ότι ήταν πεπρωμένο να σκοτώσει τον πατέρα του και θα ήταν καλύτερο να μην επιστρέψει στην πατρίδα του.
Φεύγοντας από τους Δελφούς, ακολούθησε τον δρόμο προς την Βοιωτία και Φωκίδα, και στο σημείο όπου διασταυρώνονταν οι δύο δρόμοι, συνάντησε τον πραγματικό του πατέρα Λάιο και μετά από φιλονικία, τον σκότωσε.
Ο Οιδίπους αργότερα έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας, η οποία ήταν ένα τέρας με πρόσωπο γυναίκας, πόδια και ουρά λιονταριού και φτερά, που τρομοκρατούσε την χώρα και καταβρόχθιζε όποιον δεν μπορούσε να απαντήσει σωστά. Μετά την σωστή απάντηση του Οιδίποδα, η Σφίγγα αυτοκτόνησε. Για ανταμοιβή, ο Οιδίπους έγινε βασιλιάς της Θήβας και χωρίς να το ξέρει, παντρεύτηκε την μητέρα του, βασίλισσα Ιοκάστη, η οποία αργότερα κρεμάστηκε, όταν οι θεοί της έκαναν γνωστό, ότι παντρεύτηκε τον γιο της.
Ο Οιδίπους παντρεύτηκε πάλι, με την Ευρυγανεία και απέκτησε τέσσαρα παιδιά μαζί της, τον Ετεοκλή, Πολυνείκη, την Αντιγόνη και Ισμήνη. Αργότερα τυφλώθηκε και πήγε εξορία, συνοδευόμενος από την Αντιγόνη και Ισμήνη. Πέθανε στην Αθήνα, στον Κολωνό.
Ετεοκλής - Πολυνείκης
Μετά τον θάνατο του Οιδίποδα, οι δύο αδελφοί συμφώνησαν να κυβερνήσουν την Θήβα για ένα χρόνο ο καθένας, εναλλάξ. Στο τέλος του πρώτου χρόνου και ενώ ήλθε η σειρά του Πολυνείκη να πάρει τον θρόνο, ο Ετεοκλής αρνήθηκε να τον παραδώσει. Ο Πολυνείκης υποχρεώθηκε να φύγει εξόριστος και πήγε στον βασιλιά Άδραστο του Άργους. Κατά την άφιξη του εκεί, διαφιλονίκησε με τον Τυδέα της Αιτωλίας, έναν άλλο εξόριστο. Ο Άδραστος αφού τους συμφιλίωσε, τους πάντρεψε με τις κόρες του, εκπληρώνοντας έτσι τον χρησμό που του είχε δοθεί, ότι θα παντρέψει τις κόρες του με ένα λιοντάρι και ένα αγριογούρουνο. Και πραγματικά οι ασπίδες των δύο εξόριστων έφεραν το έμβλημα του λιονταριού και αγριογούρουνου.
Για να αποκαταστήσει τον Πολυνείκη στον θρόνο του, ο Άδραστος άνοιξε πόλεμο εναντίον της Θήβας. Οι επτά ηγεμόνες που έλαβαν μέρος ήταν, ο Άδραστος, Αμφιάραος, Καπανεύς, Ιππομέδων, Παρθενοπαίος, Τυδεύς και Πολυνείκης.

Με μισθοφόρους από την Αρκαδία, Μεσσηνία και άλλες πόλεις της Πελοποννήσου έκαναν εκστρατεία εναντίον των Θηβών. Έγινε μάχη κοντά στον Ισμήνιον λόφο με τους Θηβαίους, οι οποίοι είχαν την βοήθεια των Φωκαίων και Πληγαίων. Ο Άδραστος νίκησε και οι Θηβαίοι αναγκάστηκαν να κλειστούν μέσα στα τείχη. Ο Άδραστος μετά επιτέθηκε στην πόλη, και ο κάθε ένας από τους στρατηγούς του διάλεξε μία πύλη από τις επτά πύλες της πόλης, για να πολεμήσει.
Η Θήβα ήταν σε μεγάλο κίνδυνο και πολύ πιθανόν σώθηκε από τον μάντη Τειρεσία, ο οποίος προφήτευσε στους Θηβαίους "ότι η πόλη θα σωθεί, αν ο Μενοικέος, γιος του Κρέοντος, θυσιάσει την ζωή του στον θεό Άρη". Όταν έμαθε τον χρησμό ο νέος, βγήκε έξω από τα τείχη και αυτοκτόνησε, δίνοντας την ζωή του χωρίς κανένα δισταγμό. Αυτό το γεγονός έδωσε θάρρος στους Θηβαίους και πολέμησαν με μεγάλο ενθουσιασμό.
Όταν ο Παρθενόπαιος σκοτώθηκε από τον Περικλυμένο με μία πέτρα, ο Άδραστος διέταξε τα στρατεύματα να οπισθοχωρήσουν. Ήταν η σειρά των Θηβαίων τώρα να επιτεθούν, όταν ο Ετεοκλής κάλεσε τον αδελφό του Πολυνείκη, σε μονομαχία, από το αποτέλεσμα της οποίας θα αποφασίζονταν η έκβαση του πολέμου. Δυστυχώς για τις δύο στρατιές, ο ένας σκότωσε τον άλλο και ο πόλεμος άρχισε ξανά.
Οι γιοι του Αστακού των Θηβών πολέμησαν γενναία, ο Μελάνιππος σκότωσε τον Τυδέα, ο άλλος γιος του Λήδας σκότωσε τον Ετέοκλο και ο Αμφίδικος τον Ιππόδημο.
Ο Αμφιάραος με την σειρά του, για να εκδικηθεί τον θάνατο του Τυδέα, σκότωσε τον Μελάνιππο. Ήταν πολύ κοντά να χτυπηθεί από το δόρυ του Περικλυμένου, όταν το έδαφος άνοιξε κάτω από τα πόδια του και τον πήρε μαζί με το άρμα του και τα άλογα.
Το σημείο, όπου συνέβη το γεγονός, το έδειχναν μέχρι τις ημέρες του Παυσανία. Ο Αμφιάραος λατρευόταν σαν θεός στην Θήβα, τον Ωρωπό και Άργος και για πολλούς αιώνες έδινε προφητικές απαντήσεις σε ερωτήματα των ανθρώπων.
Όταν ο Άδραστος έχασε τον Αμφιάραο, "τα μάτια του στρατού του", και όλοι οι άλλοι στρατηγοί είχαν ήδη σκοτωθεί, υποχρεώθηκε να φύγει και σώθηκε χάρις στην ταχύτητα του αλόγου Αρίων, απόγονο του Ποσειδώνος.
Οι Επίγονοι
Δέκα χρόνια αργότερα, ο Άδραστος επέστρεψε στην Θήβα με τους γιους των σκοτωμένων στρατηγών του. Αυτοί ήταν, ο Αιγιαλεύς, γιος του Άδραστου, ο Θέρσανδρος, γιος του Πολυνείκη, Αλκμέων και Αμφίλοχος, γιοι του Αμφιάραου, Διομήδης γιος του Τυδέως, Σθένελος γιος του Καπανέως, Πρόμαχος γιος του Παρθενοπαίου και Ευρύαλος γιος του Μεκιστέου.
Η Αρκαδία, Μεσσηνία, Κόρινθος και Μέγαρα, βοήθησαν όλοι τους Επιγόνους. Συνάντησαν τους Θηβαίους στον ποταμό Γλίτσα και εκεί έγινε μάχη, όπου ο Θηβαϊκός στρατός έπαθε πανωλεθρία, αν και ο γιος του Ετεοκλή, Λαοδάμας, σκότωσε τον γιο του Άδραστου, Αιγιάλεο. Οι ηττημένοι Θηβαίοι οδηγήθηκαν μέσα στα τείχη, από τον Αλκμαίωνα.
Οι Θηβαίοι τότε συμβουλεύτηκαν τον μάντη Τειρεσία, ο οποίος τους είπε ότι όλα είχαν χαθεί και οι Θεοί είχαν αποφασίσει. Τα λόγια του Τειρεσία εισακούσθηκαν και οι Θηβαίοι δέχθηκαν να παραδώσουν την πόλη. Έφυγαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους υπό την αρχηγία του Λαοδάμα, για την Ιλλυρία. Οι Επίγονοι μπήκαν στην πόλη και ανέβασαν στον θρόνο τον Θέρσανδρο, γιο του Πολυνείκη.
Ο Άδραστος, ο οποίος επαινείτο για την απαλή φωνή του και για την πειστική του ευφράδεια, χάνοντας τον γιο του, πέθανε από θλίψη, στον δρόμο της επιστροφής. Τον λάτρευαν σαν ήρωα στην Σικυώνα και στο Άργος.
Οι Σικυώνιοι έκτισαν ένα Ηρώο προς τιμή του στην Δημόσια Αγορά και εξυμνούσαν τους ηρωισμούς και τα παθήματα του σε λυρικές τραγωδίες.
Η Βοιωτική Συμμαχία
Η αρχαϊκή Θήβα πάντα είχε καλές σχέσεις με την Αθήνα. Αυτή ήταν η κατάσταση μέχρις ότου η Πλαταιά, μία από τις κυριότερες πόλεις της Βοιωτίας, η οποία ήταν δυσαρεστημένη με την συμμαχία, ζήτησε την προστασία από τον βασιλιά της Σπάρτης, Κλεομένη, ο οποίος αρνήθηκε και τους συμβούλευσε με πανουργία να ζητήσουν την βοήθεια των Αθηναίων. Οι Πλαταιείς, για να επιβάλλουν το αίτημα τους, διάλεξαν μία μέρα όπου δημόσιες θυσίες λάμβαναν μέρος στην Αθήνα και παρέδωσαν την πόλη σ' αυτούς. Δεν πέρασε πολύς καιρός μετά αυτό το γεγονός και η Θήβα επετέθη στην Πλαταιά.
Μία Αθηναϊκή δύναμη ξεκίνησε εναντίον της Θήβας και θα είχε αρχίσει γρήγορα η μάχη, αν η Κόρινθος δεν είχε επέμβει. Όπως και να είναι, οι όροι των διαπραγματεύσεων δεν έγιναν δεκτοί από τους Θηβαίους, οι οποίοι επιτέθηκαν στους Αθηναίους, αλλά το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό γι' αυτούς, χάνοντας τελείως την μάχη. Η Θήβα μετά από αυτή την ταπείνωση, προσπάθησε να συγκεντρώσει συμμάχους από όλα τα μέρη της Πελοποννήσου για να επιτεθεί ξανά, αλλά χωρίς να τους αναφέρει για πιο σκοπό. Όταν όλα είχαν ετοιμασθεί και ο σκοπός της αποστολής έγινε γνωστός, πολλοί από τους συμμάχους αρνήθηκαν να πάρουν μέρος, ειδικότερα οι Κορίνθιοι που είχαν φιλικές σχέσεις τον καιρό εκείνο με την Αθήνα, απέσυραν τις δυνάμεις τους. Οι Βοιωτοί και Χαλκιδείς εισέβαλαν στην Αττική από τρία σημεία, αλλά οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στους Βοιωτούς στα στενά του Ευρίπου, κερδίζοντας ολοκληρωτικά την μάχη. Χιλιάδες ήταν οι σκοτωμένοι και 700 Βοιωτοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
Την ίδια μέρα οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στους Χαλκιδαίους στην Εύβοια και είχαν μία ακόμη μεγαλύτερη νίκη. Βοιωτοί και Χαλκιδαίοι μεταφέρθηκαν με αλυσίδες στην Αθήνα και έτσι τελείωσε ο πόλεμος.
Η μάχη της Κορώνειας
Οι Θηβαίοι ήταν πάντοτε καλοί μαχητές, αλλά στην μάχη της Κορώνειας, η οποία έλαβε μέρος τον Αύγουστο του 394 π.Χ., απέδειξαν ότι μπορούσαν να νικήσουν ακόμη και την Σπάρτη. Ο βασιλιάς Αγησίλαος, ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει από εκστρατεία στην Ασία, έφερε τον στρατό του στην πεδιάδα της Κορώνειας στην Βοιωτία. Από την άλλη πλευρά οι Θηβαίοι, Αθηναίοι και οι σύμμαχοι τους ήταν έτοιμοι για μάχη. Το τι επακολούθησε εκείνη την δραματική μέρα, μόνο δύο μήνες μετά την μάχη της Κορίνθου (τον Ιούλιο του 394 π.Χ.), είναι δύσκολο να περιγραφεί.
Οι δύο στρατοί ήλθαν πολύ κοντά βυθισμένοι σε απόλυτη σιωπή. Όταν πλησίασαν σε απόσταση διακοσίων μέτρων, οι Θηβαίοι επιτέθηκαν τρέχοντας με ορμή εναντίον των Σπαρτιατών, οι οποίοι άρχισαν να κινούνται όταν οι Θηβαίοι έφθασαν σε απόσταση περίπου εκατό μέτρα κοντά. Ήταν τόσο μεγάλη η δύναμη της σύγκρουσης που τα δόρατα έσπασαν. Σπρώχνοντας με τις ασπίδες ο ένας τον άλλον δεν μπορούσαν να κάνουν χρήση άλλου όπλου παρά μόνο τα μαχαίρια τους. Και οι δύο στρατοί πολέμησαν απελπισμένα, ο βασιλιά Αγησίλαος, αν και πολλές φορές τραυματισμένος, πολεμούσε στις πρώτες γραμμές. Η μάχη τελείωσε με την νίκη των Σπαρτιατών, αν και οι Θηβαίοι επέτυχαν να σπάσουν τις Σπαρτιάτικες γραμμές και πολέμησαν ισάξια με αυτούς.
Οι Περσικοί πόλεμοι
Κατά την διάρκεια της Περσικής εισβολής, η Θήβα η οποία εκυβερνείτο από ομάδα ολιγαρχικών, Μήδισε. Μετά την ήττα των Περσών, η πόλη θα είχε καταστραφεί από τους Έλληνες, αλλά σώθηκε χάρη στην επιείκεια της Σπάρτης. Όπως και να είχαν τα πράγματα, η Θήβα τιμωρήθηκε και έχασε την ηγεμονία και ισχύ που είχε στις άλλες Βοιωτικές πόλεις.
Μερικά χρόνια αργότερα οι Σπαρτιάτες βοήθησαν και πάλι τους Θηβαίους να πάρουν την ηγεμονία της Συμμαχίας και μία καλύτερη Θήβα άρχισε να διαμορφώνεται. Μέσα σε τρεις γενναίες θα δημιουργήσει άνδρες σαν τον Επαμεινώνδα και τον Πελοπίδα.
Σπαρτιατικός ζυγός
Η πόλη των Θηβών, η οποία δεν είχε πάρει σοβαρό ρόλο στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ευδοκιμούσε, αλλά όπως γινόταν συνήθως με όλες τις Ελληνικές πόλεις υπέφερε από τις φιλονικίες των ολιγαρχικών και δημοκρατικών.
Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν ο Λεοντιάδης, ένας επιφανής ολιγαρχικός, ζήτησε την βοήθεια του Σπαρτιατικού στρατού που είχε στρατοπεδεύσει κοντά στην Θήβα, υπό την αρχηγία του στρατηγού Φοιβίδα, το 382 π.Χ. Ο Λεοντιάδης, για να διώξει τους δημοκρατικούς από την Θήβα, πρότεινε στον στρατηγό να πάρει τα Κάδμεια, κάτι που έγινε δεκτό με προθυμία.
Όλα αυτά συνέβησαν κατά την διάρκεια των εορτασμών των Θεσμοφορίων, όπου μόνο γυναίκες λάμβαναν μέρος στις τελετές προς τιμήν του ιδρυτού της πόλεως, Κάδμου, και δεν υπήρχαν άνδρες στην Ακρόπολη. Ο Φοιβίδας και ο στρατός του μπήκαν στα Κάδμεια, χωρίς να βρουν καμία αντίσταση.
Ο Ισμενίας, ο αρχηγός των δημοκρατικών δυνάμεων δικάστηκε και εκτελέσθηκε. Οι ολιγαρχικοί, με την βοήθεια της Σπαρτιατικής φρουράς, άρχισαν να κατάσχουν τις περιουσίες των δημοκρατικών και να τους εκτελούν. Πολλοί από αυτούς βρήκαν καταφύγιο στην Αθήνα. Από εκεί άρχισαν να σκέφτονται πώς να ελευθερώσουν την πόλη τους.
Στην αρχή, προσπάθησαν να πάρουν βοήθεια από την Αθήνα, αλλά γρήγορα απογοητεύθηκαν και άρχισαν να σχεδιάζουν διάφορα σενάρια για να ελευθερώσουν την Θήβα μόνοι τους. Ανάμεσα στους εξόριστους υπήρχαν πολλοί που ανήκαν σε πλούσιες και αριστοκρατικέ οικογένειες, όπως ο Πελοπίδας, Δαμοκλείδας, Μέλλων και άλλοι. Ήταν σε συνεχή επαφή με άλλα μέλη, οι οποίοι βρισκόταν ακόμη στην Θήβα, ο πιο σπουδαίος ήταν ο Φυλλίδας, ο γραμματέας του πολέμαρχου Αρχία, και ο Χάρων.
Όταν ο Φυλλίδας επισκέφθηκε την Αθήνα για κρατικές δουλειές, κανόνισε να δώσει την ευκαιρία στους εξόριστους να ενεργήσουν. Ο Χάρων θα προσέφερε το σπίτι του ως κρησφύγετο. Ο Φυλλίδας οργάνωσε ένα συμπόσιο για τον Αρχία και τον Φίλιππο και τους υποσχέθηκε όμορφες γυναίκες για συντροφιά.
Τον Δεκέμβριο του 379 π.Χ., ο Πελοπίδας, ο Μέλλων και πέντε άλλοι σύντροφοι έφυγαν από την Αθήνα και μεταμφιεσμένοι σαν αγρότες ή κυνηγοί, μπήκαν στην πόλη των Θηβών με την δύση του ηλίου και κρύφτηκαν στο σπίτι του Χάρονα. Μαζί με άλλους συνωμότες από την Θήβα, συγκεντρώθηκαν 48 άτομα. Ένας κατάσκοπος του Αρχία, του ανάφερε ότι ακούγονταν διαδόσεις, ότι μερικοί από τους εξόριστους ήταν στην πόλη. Ο Αρχίας κάλεσε τον Χάρονα, για να του δώσει πληροφορίες. Ο Χάρων αν και ήταν φοβισμένος, πήγε γρήγορα στον Αρχία και από τις ερωτήσεις του κατάλαβε ότι δεν ήξερε τίποτα το συγκεκριμένο, αλλά είχε μόνο υποψίες. Του υποσχέθηκε ότι θα ερευνήσει την υπόθεση και έφυγε.
Μετά από λίγο έφθασε ένα αγγελιοφόρος από την Αθήνα με ένα γράμμα, το οποίο φανέρωνε όλη την συνωμοσία. Ο Αρχίας, που ήταν ήδη μεθυσμένος, το πέταξε παράμερα και είπε το γνωστό "ες αύριον τα σπουδαία". Αμέσως μετά οι συνωμότες μεταμφιεσμένοι ως γυναίκες μπήκαν στο δωμάτιο και σκότωσαν τον Αρχία και τον Φίλιππο και όποιον άλλο έτυχε να είναι εκεί.
Ο Φυλλίδας τότε έστειλε τον Πελοπίδα, Κηφισόδωρο και Δαμοκλείδα στο σπίτι του Λεοντιάδη. Έγινε μία σκληρή πάλη στην οποία ο Λεοντιάδης, ένας γεροδεμένος άνδρας, πλήγωσε θανάσιμα τον Κηφισόδωρο. Ο Πελοπίδας, μετά από μακρά πάλη στο στενό διάδρομο του σπιτιού, σκότωσε τον Λεοντιάδη. Με τον θάνατο και των δύο τυράννων, οι εξόριστοι από την Αθήνα επανήλθαν.
Ο Επαμεινώνδας με μερικούς νέους άνδρες άνοιξαν την αποθήκη όπλων και κάλεσαν όλους τους κατοίκους να πολεμήσουν για την ελευθερία τους. Μετά από όλα αυτά, η Σπαρτιατική φρουρά των χιλίων πεντακοσίων ανδρών, έφυγε από την Θήβα και επέστρεψε στην Σπάρτη, το 378 π.Χ.
Το 375 π.Χ., κοντά στην Τέγυρα, ο Πελοπίδας με τον Θηβαϊκό Ιερό Λόχο κατατρόπωσε τον Σπαρτιατικό στρατό, αν και οι άνδρες του ήταν οι μισοί. Όταν πληροφορήθηκε ότι η Σπαρτιατική φρουρά του Ορχομενού θα επισκεπτόταν την Λοκρίδα, προσπάθησε με τον Ιερό Λόχο και μερικούς ιππείς να καταλάβει αιφνιδιαστικά τον Ορχομενό. Φθάνοντας όμως εκεί διαπίστωσε ότι υπήρχε Σπαρτιατική φρουρά στην πόλη και έτσι ματαίωσε το σχέδιο του και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Κοντά στα Τέγυρα, κατά τύχη έπεσε πάνω στους Σπαρτιάτες που γύριζαν από την Λοκρίδα. Αν και οι άνδρες του ήταν λιγότεροι των αντιπάλων, δεν ετράπησαν σε φυγή και με την δική του εμψύχωση σε ένα στενό μονοπάτι έδωσαν μάχη και τους νίκησαν, σκοτώνοντας και του δύο Λακεδαιμόνιους αρχηγούς. Ο υπόλοιπος Σπαρτιατικός στρατός διασκορπίστηκε και ετράπη σε φυγή. Αυτό ήταν ένα ηρωικό κατόρθωμα του Πελοπίδα, λαμβάνοντας υπ' όψιν τον μικρότερο αριθμό των ανδρών του και την ανδρεία των Σπαρτιατών. Ήταν αυτή η μάχη που έδωσε πεποίθηση στους Θηβαίους να συναντήσουν τους Σπαρτιάτες με επιτυχία πάλι, τέσσερα χρόνια αργότερα στα Λεύκτρα.
Η μάχη στα Λεύκτρα
371 π.X.
Ο Ιερός Λόχος, 300 άνδρες τον αριθμό, αποτελείτο από τους πιο εξέχοντες νέους στα αθλητικά και ειδικά στην πάλη. Ήταν όλοι από αριστοκρατικές οικογένειες και ήταν διαλεγμένοι σε ζευγάρια επιστήθιων φίλων, για να κρατούν τις γραμμές του Λόχου αδιάσπαστες. Ήταν συνεχώς κάτω από εντατική εκπαίδευση και μονίμως υπό τα όπλα, με δημόσια δαπάνη.
Το 371 π.Χ., στην πεδιάδα της Λεύκτρας, οι Σπαρτιάτες νικήθηκαν ξανά από τον Θηβαϊκό Ιερό Λόχο, αυτήν την φορά όμως υπό την αρχηγία του Επαμεινώνδα.
Αν και οι Θηβαϊκές δυνάμεις ήταν λιγότερες ξανά από τις Λακεδαιμόνιες, ο Επαμεινώνδας με ιδιοφυή τακτική και με την βοήθεια των πολύ καλά εκπαιδευμένων ανδρών του Ιερού Λόχου, νίκησε σε πλήρη μάχη τώρα τον αήττητο Σπαρτιατικό στρατό. Σύνταξε τους καλύτερους άνδρες του στρατού του, πενήντα άνδρες σε βάθος, απέναντι στην δεξιά πτέρυγα του αντιπάλου, την οποία κατείχαν οι Σπαρτιάτες και οι οποίοι είχαν μόνο δώδεκα άνδρες βάθος, αφήνοντας το κέντρο και την αριστερά πτέρυγα ασθενή και έδωσε διαταγή να παραμείνουν για λίγο άπρακτοι. Η μάχη ξεκίνησε με την εμπλοκή του Σπαρτιατικού και Θηβαϊκού ιππικού η οποία τελείωσε γρήγορα με την ήττα των Σπαρτιατών. Αμέσως μετά ο Πελοπίδας, επικεφαλής του Ιερού Λόχου, έπεσε επάνω στους Σπαρτιάτες με ακαταμάχητη δύναμη, αλλά οι Σπαρτιάτες αντιστάθηκαν γενναία και στην αρχή ίσως να υπερτερούσαν. Όταν όμως οι αρχηγοί των Σπαρτιατών έπεσαν, τότε οι Σπαρτιατικές γραμμές πιέστηκαν και έσπασαν παρασύροντας τον υπόλοιπο στρατό που επέστρεψε στον καταυλισμό. Ο βασιλιάς Κλεόμβροτος της Σπάρτης και πολλοί από τους αξιωματικούς σκοτώθηκαν. Ο υπόλοιπος στρατός δεν ενεπλάκη σε σοβαρή μάχη. Από τους 700 Σπαρτιάτες που έλαβαν μέρος στην μάχη, μόνο 300 επέζησαν. Ολόκληρη η Ελλάδα αιφνιδιάστηκε από το γεγονός, καταλαβαίνοντας ότι μία καινούργια δύναμη είχε ανέλθει. Στο Άργος, έγινε επανάσταση και ο λαός σκότωσε πολλούς από τους φίλο Σπαρτιάτες ολιγαρχικούς.
Μετά την μάχη οι Θηβαίοι έστειλαν απεσταλμένους στην Αθήνα για να ανακοινώσουν την νίκη κατά των Σπαρτιατών, αλλά οι Αθηναίοι δεν έμειναν καθόλου ευχαριστημένοι με την εξέλιξη των πραγμάτων γιατί τώρα είχαν μία καινούργια υπερδύναμη μερικά χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Επίσης έστειλαν αγγελιοφόρο και στον Ιάσονα των Φερών στην Θεσσαλία. Ο Ιάσων όταν άκουσε τα νέα απήντησε ότι θα έλθει γρήγορα στην Θήβα με τριήρεις, αλλά αντίθετα με μεγάλη ταχύτητα και περνώντας ανάμεσα από εχθρικές περιοχές έφθασε στην Βοιωτία. Εκεί οι Θηβαίοι αρχηγοί πρότειναν να επιτεθούν στους στρατοπεδευμένους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Ο Ιάσων και Επαμεινώνδας αρνήθηκαν και κατάφεραν να τους πείσουν να τους αφήσουν να φύγουν και έτσι οι Σπαρτιάτες σώθηκαν από μεγαλύτερη καταστροφή οι οποίοι πράγματι έφυγαν σύντομα και συναντήθηκαν στα Αιγόσθενα με τον Αρχίδαμο, ο οποίος ερχόταν για να τους βοηθήσει. Από εκεί επέστρεψαν στην Σπάρτη.
Με την μάχη της Λεύκτρας, η ηγεμονία της Ελλάδος πέρασε από την Σπάρτη στη Θήβα, αλλά για το μικρό χρονικό διάστημα, των δέκα χρόνων. Η ηγεμονία αυτή δεν επέφερε κανένα καλό όμως αποτέλεσμα και όπως αυτή της Σπάρτης έβλαψε την Ελλάδα πολύ. Η Θήβα δεν είχε πεπειραμένους άνδρες, ούτε η οικονομία της μπορούσε να το αντέξει αυτό. Απέτυχε, το ίδιο όπως και η Σπάρτη, να ενώσει τις Ελληνικές πόλεις και να σταματήσει τον αλληλοσπαραγμό μεταξύ τους. Έγιναν αναταραχές σε όλη την Πελοπόννησο. Οι κάτοικοι της Μαντινείας στην Αρκαδία, η οποία είχε χωρισθεί σε αρκετά χωριά, κατέλαβαν την πρωτεύουσα και έφτιαξαν καινούργια τείχη. Στην Τεγέα της Αρκαδίας, οι κάτοικοι σχημάτισαν την Αρκαδική ομοσπονδία. Σε δύο χρόνια μέσα, μία πανίσχυρη ομοσπονδία δημιουργήθηκε, η οποία περιελάμβανε εκτός των παλαιών συμμάχων και την Φωκίδα, Λοκρίδα, Αιτωλία και Εύβοια. Μετά την μάχη στα Λεύκτρα, οι Θηβαίοι έκαναν πάλι ειρήνη με την Αθήνα και ήθελαν να καταστρέψουν τον Ορχομενό επειδή ήταν σύμμαχοι των Σπαρτιατών. Η πόλη όμως σώθηκε χάρη στην μεγάλη προσπάθεια του Επαμεινώνδα, αλλά όχι για πολύ. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Επαμεινώνδας βρισκόταν με αποστολή στο Βυζάντιο, η πόλη καταστράφηκε και όλοι οι άνδρες εκτελέσθηκαν και οι υπόλοιποι πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Αυτό ήταν ένα άλλο μεγάλο πολιτικό σφάλμα της Θήβας.
Εισβολή στην Λακωνία
Στην Αρκαδία, σύμμαχο της Θήβας, ο βασιλιάς Αγησίλαος της Σπάρτης κατέστρεφε τις περιοχές. Σε απάντηση, η Θήβα έστειλε στρατό υπό την αρχηγία του Επαμεινώνδα. Όταν ο Αγησίλαος έμαθε τα νέα, εγκατέλειψε την Αρκαδία και επέστρεψε στην Σπάρτη, για να την προστατεύσει.
Με τον ερχομό του στην Αρκαδία, ο Επαμεινώνδας ένωσε τις δυνάμεις του με τα άλλα μέλη της συμμαχίας, από την Αρκαδία, Άργος και Ηλεία. Ο συνολικός αριθμός των στρατιωτικών δυνάμεων ήταν γύρω στις πενήντα χιλιάδες άνδρες. Η συμμαχία προσπάθησε να πείσει τον Επαμεινώνδα, να εισβάλει στην Λακωνία, εξηγώντας του ότι υπήρχε γενική δυσαρέσκεια εναντίον της Σπάρτης και ότι πολλοί από τους Περίοικους είχαν επαναστατήσει.
Τελικά πείσθηκε και το φθινόπωρο του 370 π.Χ., εισέβαλε στην Λακωνία από τέσσερα διαφορετικές σημεία βαδίζοντας προς την Σπάρτη.
Μόνο οι Αρκάδιοι συνάντησαν σοβαρή αντίσταση από τον Σπαρτιάτη Ισχόλαο στο Iον, στην περιοχή της Σκιρίτης. Ο Ισχόλαος και οι δυνάμεις του έπεσαν μέχρι τον τελευταίο άνδρα.
Όλες οι συμμαχικές δυνάμεις συναντήθηκαν στην Σελλασία, την οποία κατέστρεψαν και έκαψαν και από εκεί βάδισαν εναντίον της Σπάρτης, η οποία σώθηκε από τον βασιλιά Αγησίλαο που είχε πάρει μία σειρά προστατευτικών μέσων για να υπερασπίσει την χωρίς τείχη πόλη.
Ο Επαμεινώνδας αναλογιζόμενος το κόστος μίας επιθέσεως κατά της Σπάρτης σε ανθρώπινες ζωές, εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να την καταλάβει. Από εκεί, η συμμαχία καίγοντας και λεηλατώντας τα χωριά, κατευθύνθηκε προς το λιμάνι και οπλοστάσιο της Σπάρτης, Γύθειο, το οποίο προσπάθησε να καταλάβει επί τρεις μέρες, χωρίς επιτυχία.
Ο Επαμεινώνδας μετά επέστρεψε στην Αρκαδία και υπό την επίβλεψη του χτίσθηκε μία καινούργια πόλη στις όχθες του ποταμού Ελλισώνα, ως πρωτεύουσα της Αρκαδικής συμμαχίας και ονομάσθηκε Μεγαλόπολης. Στην Μεγαλόπολη, αντιπρόσωποι από όλες τις πόλεις της συμμαχίας θα συγκεντρώνονταν περιοδικώς για να διευθετούν τις υποθέσεις τους.
Μετά από αυτό ο Επαμεινώνδας εισέβαλε στην Μεσσηνία, για να την ελευθερώσει από τους Σπαρτιάτες. Στο μεταξύ οι Περίοικοι και Είλωτες είχαν αρχίσει ήδη να αποστατούν. Ο Επαμεινώνδας επανίδρυσε την Μεσσήνη και στους λόφους του βουνού Ιθώμη έκτισε εξαιρετικές οχυρώσεις εκτεινόμενες πέρα από έξι χιλιόμετρα, τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Όλα αυτά είχαν καταστρεπτικό αποτέλεσμα για την οικονομία της Σπάρτης, η οποία έχασε την μισή περιοχή της για πάντα και δεν είχε πλέον τους ανθρώπους για να προμηθεύουν τον στρατό της.
Στο μεταξύ η Σπάρτη ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα. Ο Ιφικράτης με Αθηναϊκό στρατό είκοσι χιλιάδων ανδρών, βάδισε προς την Αρκαδία. Ο Επαμεινώνδας μαθαίνοντας τα νέα εγκατέλειψε την Λακωνία αμέσως και βάδισε εναντίον του. Οι δύο στρατοί, αν και βρέθηκαν πολύ κοντά, δεν ενεπλάκησαν σε πλήρη μάχη. Ο Ιφικράτης, αποφασίζοντας ότι η αποστολή του για την διάσωση της Σπάρτης επέτυχε, επέστρεψε στην Αθήνα.
Ο Επαμεινώνδας γύρισε κι' αυτός πίσω στην Θήβα, όπου και πέρασε από δίκη, με την κατηγορία ότι είχε υπερβεί τον χρόνο της αποστολής του και του ότι έδειξε αδράνεια και ειρηνοφιλία. Υπερασπίσθηκε τον εαυτό του με επιτυχία, αυξάνοντας περισσότερο την δημοτικότητα του.
Οι επιτεύξεις αυτής της αποστολής ήταν μεγάλες. Εξασθένησε και ταπείνωσε την Σπάρτη και συγχρόνως αύξησε την υπόληψη του στρατού του.
Επειδή ήταν απαραίτητο να επικοινωνήσει με τους συμμάχους, την άνοιξη του 369 π.Χ., ο Επαμεινώνδας προσπάθησε ξανά να εισβάλλει στην Πελοπόννησο, αλλά αυτή την φορά οι Αθηναίοι, Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοι τους είχαν καταλάβει την γραμμή του όρους Ονεία και τις Κεγχρεές, για να τον εμποδίσουν να περάσει στην Πελοπόννησο. Ο Επαμεινώνδας όταν έφθασε προσπάθησε να τους οδηγήσει σε μάχη, αν και ο αριθμός των ανδρών του ήταν μικρότερος των αντιπάλων, αλλά δεν το πέτυχε. Στρατοπέδευσε λοιπόν και λίγες ώρες πριν να ξημερώσει τους αιφνιδίασε, επιτιθέμενος και σπάζοντας την Σπαρτιατική γραμμή και αυτή της Πελλήνης. Έτσι κατόρθωσε να εισέλθει στην Πελοπόννησο και να ενωθεί με τους συμμάχους του, τους Αρκάδες, Ηλείους και Αργείους. Η πόλη της Σικυώνος εγκατέλειψε την Σπάρτη, μετά από δημοψήφισμα των κατοίκων και δέχθηκε να εγκατασταθεί Θηβαίος αρμοστής και φρουρά στην Ακρόπολη. Το ίδιο έκανε και η Πελλήνη. Εν συνεχεία ο Θηβαϊκός στρατός και οι σύμμαχοι λεηλάτησαν τις περιοχές της Επιδαύρου και της Φλιούς και προσπάθησαν αιφνιδιαστικά να καταλάβουν την Κόρινθο, αλλά ηττήθηκαν από τον Αθηναίο στρατηγό Γαβριά, ο οποίος αντιστάθηκε με εξαιρετική επιδεξιότητα. Μετά από αυτήν την αποτυχημένη προσπάθεια, ο Θηβαϊκός στρατός επέστρεψε στην Θήβα.
Στο έτος 368 π.Χ., ο Επαμεινώνδας δεν επεχείρησε εισβολή στην Πελοπόννησο, άντ' αυτού ο Πελοπίδας με Θηβαϊκές δυνάμεις εισήλθε στην Θεσσαλία για να προασπίσει την πόλη Λάρισα που κινδύνευε από τον βασιλιά Αλέξανδρο της Μακεδονίας. Ο Πελοπίδας τον ανάγκασε να κάνει ειρήνη, και πήρε πενήντα ομήρους μαζί του για ασφάλεια, μεταξύ αυτών τον γιο του Αμύντα, Φίλιππο, τον μετέπειτα βασιλιά της Μακεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και ο οποίος έμεινε στην Θήβα για αρκετά χρόνια.
Το 366 π.Χ., η Θήβα επέκτεινε τον αριθμό των πόλεων της ομοσπονδίας, με την συμμετοχή πόλεων του Κορινθιακού κόλπου και Αχαϊας, αλλά τις έχασε πάλι όταν απαίτησε ότι οι ολιγαρχικές κυβερνήσεις τους έπρεπε να αντικατασταθούν. Αυτό ήταν μεγάλο σφάλμα που δείχνει την έλλειψη καλών πολιτικών ανδρών στην Θήβα.
Το 364 π.Χ., μετά από επίμονη εισήγηση του Επαμεινώνδα, οι Θηβαίοι κατασκεύασαν ένα μεγάλο αριθμό πολεμικών πλοίων. Ο στόλος υπό τον Επαμεινώνδα έπλευσε με κατεύθυνση τον Ελλήσποντο, όπου και κατάφερε να κερδίσει με το μέρος του το Βυζάντιο. Οικονομικές δυσκολίες και έλλειψη πείρας σε θαλάσσιες επιχειρήσεις, έβαλαν σύντομα τέλος στις φιλοδοξίες της Θήβας.
Η μάχη της Μαντινείας
362 π.Χ.
Το 363 π.Χ., με μια αιφνιδιαστική κίνηση οι Αρκάδες κατέλαβαν την Ολυμπία και κατέκλεψαν το θησαυροφυλάκιο. Πόλεμος ξέσπασε με την Ηλεία, αλλά με την επέμβαση των Θηβαίων, η Ολυμπία επεστράφη και επακολούθησε ειρήνη. Κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ο Θηβαίος αντιπρόσωπος προσπάθησε να συλλάβει ορισμένους αντί Θηβαϊκούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η Μαντινεία και η υπόλοιπη βόρεια Αρκαδία, εκτός της Τεγέας, να πάνε με το μέρος της Σπάρτης. Η Αθήνα, που παρακολουθούσε αυτές τις κινήσεις, πήρε το μέρος της Ηλείας. Η Θήβα δεν είχε άλλη εκλογή παρά να στείλει γρήγορα τον Επαμεινώνδα με μεγάλο στρατό, ο οποίος κατευθύνθηκε προς την Μαντινεία. Στην Τεγέα, περίπου δεκαέξι χιλιόμετρα απόσταση από την Μαντινεία, ένωσε τις δυνάμεις του μαζί τους, αλλά με μία απροσδόκητη κίνηση αντί για την Μαντινεία βάδισε προς την Σπάρτη. Σε αντίθεση με την πρώτη φορά αυτή η ενέργεια θα είχε αιφνιδιάσει τον Αγησίλαο, ο οποίος εκείνη την στιγμή βάδιζε με κυκλικό τρόπο να βοηθήσει την Μαντινεία αλλά ένας Κρητικός κατάσκοπος στο Θηβαϊκό στρατόπεδο, εξασκημένος σε τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων, πληροφόρησε τον Αγησίλαο, ο οποίος γύρισε πίσω στην Σπάρτη. Όταν ο Επαμεινώνδας έφθασε στην Σπάρτη και έμαθε τι έγινε, γύρισε γρήγορα πίσω στην Μαντινεία, πριν να φθάσουν οι σύμμαχοι της. Φυσικά αυτός ήταν ο πραγματικός σκοπός του και όχι να επιτεθεί στην Σπάρτη. Δεν έγιναν όμως όλα σύμφωνα με το σχέδιο του γιατί εν τω μεταξύ ο Αθηναϊκός στρατός μόλις είχε φθάσει. Έτσι ο Επαμεινώνδας δεν είχε άλλη διαλογή παρά να εμπλακεί σε πλήρη μάχη.
Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν έξω από την Μαντινεία το 362 π.Χ. Ο Θηβαϊκός στρατός, αποτελούμενος από Θηβαίους και Βοιωτούς κινήθηκε μπροστά. Ο Υπόλοιπος στρατός έμεινε πίσω σε λοξή φάλαγγα, με εξαίρεση το τμήμα του στρατού που παρέμεινε σε ψηλό έδαφος για να εμποδίσει την υπερφαλάγγιση από τον αντίπαλο. Καθώς ο στρατός κινήθηκε, ο Επαμεινώνδας γύρισε γρήγορα προς τα αριστερά και κοντά στις πλαγιές του βουνού και έδωσε την διαταγή στους άνδρες του να αφήσουν τα όπλα κάτω. Οι Σπαρτιάτες και οι Μαντίνειοι νομίζοντας ότι ο Επαμεινώνδας δεν είχε σκοπό να δώσει μάχη, χαλάρωσαν τις γραμμές της διάταξης τους.
Ο Επαμεινώνδας που περίμενε ακριβώς αυτό έδωσε διαταγή για γρήγορη επίθεση. Το πελώριο Θηβαϊκό σώμα πενήντα ασπίδες σε βάθος, έπεσε πάνω στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι αγωνίστηκαν με υπέρμετρη γενναιότητα αλλά τελικά οι γραμμές τους διαλύθηκαν φέρνοντας χάος στον υπόλοιπο στρατό.
Η μάχη είχε σχεδόν κερδισθεί, όταν ο Επαμεινώνδας έπεσε πληγωμένος από δόρυ, το οποίο διαπέρασε το στήθος του. Τον μετέφεραν σε ένα λοφίσκο, περιμένοντας την έκβαση της μάχης. Αν και η μάχη κερδίσθηκε από τους Θηβαίους, ο Επαμεινώνδας πριν πεθάνει διέταξε να κάνουν ειρήνη, όταν έμαθε ότι όλοι οι έμπιστοι στρατηγοί του είχαν χαθεί στην μάχη.
Η μάχη της Χαιρώνειας
338 π.Χ.
Την 7η Αυγούστου, του έτους 338 π.Χ., οι Θηβαίοι με την σύμμαχο τους Αθήνα, συνάντησαν τον στρατό του Φιλίππου, βασιλιά της Μακεδονίας, στην Χαιρώνεια. Μετά από μακρά και σκληρή μάχη, ο Μακεδονικός στρατός βγήκε νικητής. Όλοι οι άνδρες του Ιερού Λόχου που δεν είχαν ηττηθεί μέχρι τότε σκοτώθηκαν. Όλοι ετάφησαν στο σημείο που έπεσαν και προς τιμήν τους οι Θηβαίοι έστησαν ένα πέτρινο λιοντάρι.
Το 336 π.Χ., μετά από συνεχείς διαδόσεις για τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Θηβαίοι βοηθούμενοι από την Αθήνα με χρήματα και όπλα, μπήκαν στην πόλη, αλλά δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τα Κάδμεια. Αμέσως συγκάλεσαν γενικό συμβούλιο και μίλησαν να ελευθερώσουν την πόλη, όπως το είχε επιτύχει ο Πελοπίδας πενήντα χρόνια πριν. Οι κάτοικοι δέχθηκαν και έκαναν ψήφισμα στο οποίο απεφάσισαν την ανεξαρτησία της Θήβας. Προσπάθειες όμως για να εκδιώξουν την φρουρά απέτυχαν. Έστειλαν επίσης πρέσβεις στην Αρκαδία και άλλες πόλεις και τους κάλεσαν να ενωθούν μαζί τους. Δυστυχώς όμως γι' αυτούς, καμία άλλη δεν δέχθηκε.
Κατά την διάρκεια όλων αυτών, Ο Αλέξανδρος ήταν στην Ιλλυρία. Με αστραπιαία ταχύτητα, έφθασε στην Θήβα , αλλά δεν επιτέθηκε στην πόλη αμέσως, ελπίζοντας ότι θα παραδοθούν. Έκανε προκήρυξη στους Θηβαίους να παραδώσουν τους δύο αρχηγούς τους και αυτός θα έδινε χάρη στους υπόλοιπους. Οι Θηβαίοι με την σειρά τους, απαίτησαν να τους παραδώσει τους στρατηγούς Αντίπατρο και Φιλώτα, για εγγύηση. Μετά από αυτά, ο Αλέξανδρος περικύκλωσε την πόλη με λιθοβολητικές μηχανές και ήταν έτοιμος να επιτεθεί , αλλά ακόμη περίμενε μήπως και αλλάξουν γνώμη. Μετά όμως από λογομαχίες Θηβαίων, οι οποίοι βρισκόταν έξω από τα τείχη μπροστά στην πύλη έτοιμοι να υπερασπισθούν την πόλη τους, και των ανδρών του στρατηγού Πέρδικα, η μάχη άναψε. Οι Θηβαίοι πολέμησαν γενναία, αλλά αναγκάστηκαν τελικά να επιστρέψουν μέσα στα τείχη. Οι Μακεδόνες όρμησαν θυελλωδώς στην πόλη, σκοτώνοντας περισσότερους από έξη χιλιάδες. Τριάντα χιλιάδες πουλήθηκαν δούλοι. Η Μακεδονική απώλεια ήταν πεντακόσιοι άνδρες. Η πόλη λεηλατήθηκε και κάηκε, εκτός από τους ναούς και το σπίτι του Πίνδαρου.
Είκοσι χρόνια αργότερα, το 316 π.Χ., ο Κάσσανδρος ξανάχτισε την πόλη, η οποία όμως δεν έπαιξε μεγάλο ρόλο αυτή την φορά στις υποθέσεις της Ελλάδος.
Ελληνιστικοί χρόνοι
Το 290 π.Χ., η Θήβα κατελήφθη όπως και πολλές άλλες πόλεις από τον Δημήτριο Πολιορκητή της Μακεδονίας.
Για άλλη μία φορά η Θήβα καταστράφηκε από τον Σούλα, το 86 μ.Χ., επειδή πήγε με το μέρος του Μιθριδάτη στον πόλεμο εναντίον της Ρώμης. Η μισή από την περιοχή της δόθηκε στους Δελφούς ως αποζημίωση για την λεηλασία του μαντείου.
Το 248 μ.Χ., καθώς και το 396 μ.Χ., η Θήβα κατελήφθη από τους Γότθους και ήλθε σε νέα ακμή κατά την διάρκεια του μεσαίωνα.
Τον 9ον αιώνα μ.Χ., η Θήβα έγινε η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Ελλάδος και κέντρο παραγωγής μεταξιού, το οποίο λίγο αργότερα εισήγαγαν στην Ευρώπη.
Το 1040 μ.Χ., οι Βούλγαροι μετά από σκληρή μάχη κατέλαβαν την πόλη και το 1146 μ.Χ. λεηλατήθηκε από τους Νορμανδούς της Σικελίας.
Ξανά το 1205 μ.Χ. η πόλη κατελήφθη από τον Μπονιφάση του Μονφεράτ, ο οποίος την παρέδωσε στον Όττο ντε λα Ρότσε.
Τελικά, κατά την διάρκεια της Τουρκικής κατοχής, η Θήβα μετατράπηκε σε χωριό.
Ξαναβρίσκοντας τον εαυτό της μετά από δύο σεισμούς, το 1853 and 1893 μ.Χ., η Θήβα σήμερα είναι μία μοντέρνα πόλη.



Θηβαίοι Ολυμπιονίκες
Νικητής Αγώνισμα Έτος
Παγώνδα (ή Πάγωνος) Τέθριππον 680 π.Χ.
Κλεώνδας (ή Κλεωνίδας) Στάδιον 616 π.Χ.
Άγνωστο όνομα Τέθριππον 520 π.Χ.
Δαίτωνδας και Αρσίλοχος Τέθριππον 480 π.Χ.
Δαίτωνδας και Αρσίλοχος Τέθριππον 480 π.Χ.
Λασθένης Δόλιχος (5000 μ.) 404 π.Χ.
Αγήνωρ Πάλη παίδων 360 π.Χ.
Διονυσόδωρος Άγνωστον 352 π.Χ.
Κλειτόμαχος Παγκράτιον 216 π.Χ.
Κλειτόμαχος Πυγμαχία 212 π.Χ.



Καλλιτέχνες και ικανοί πολεμιστές
"Ο οίκος της Ήρας"..."κατορθώματα και ανδρεία"
Πίνδαρος

Έξι μίλια απόσταση από την πόλη των Μυκηνών, ήταν η αρχαία πόλη του Άργους. Ιδρυμένη από τον Φορωνέα και παίρνοντας το όνομα από τον γιο του, το Άργος είναι η δεύτερη αρχαιότερη πόλη της Ελλάδος. Στα πολύ αρχαία χρόνια, η πόλη είχε τέτοια μεγάλη σπουδαιότητα, που ο Όμηρος ονομάζει τους Πελοποννήσιους και πολλές φορές τους υπόλοιπους Έλληνες, Αργείους.
Κατά τον 7ον αιώνα π.Χ., στα χρόνια του τυράννου Φείδωνος, ο οποίος εισήγαγε μέτρα και σταθμά στην Πελοπόννησο και σύμφωνα με τον Αριστοτέλη εφεύρε τα νομίσματα, το Άργος έφθασε στο απόγειο της δύναμης του.
Αντίθετα με την Σπάρτη, η πολιτιστική του κληρονομιά επέζησε και μετά τον ερχομό των Δωριέων.
Αν και οι Αργείοι ήταν ικανοί πολεμιστές, νικώντας τους Σπαρτιάτες στις Ισίες και στην μάχη της Θυρέας, συγχρόνως καλλιέργησαν τις τέχνες, δημιουργώντας αριστουργήματα, φθάνοντας στο υψηλότερο σημείο της τέχνης στην εποχή του Αγελάδα και του Πολύκλειτου.


Ιστορία του Άργους

Το Άργος βρίσκεται επτά χιλιόμετρα απόσταση από τον Αργολικό κόλπο, στο βόρειο ανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου. Είναι η δεύτερη σε αρχαιότητα πόλη της Ελλάδος μετά την Σικυώνα και για μεγάλο χρονικό διάστημα η πιο σπουδαία. Το Άργος επί αιώνες ήταν κάτω από την επιρροή της γειτονικής πόλης των Μυκηνών (δέκα χιλιόμετρα απόσταση).
Τον 12ον αιώνα π.Χ. κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ορέστη, γιου του Αγαμέμνoνα, το Άργος έγινε ξανά η πρωτεύουσα της Αργολίδος.
Τον 11ον αιώνα π.Χ., το Άργος κατελήφθη από τους Δωριείς και ο αρχηγός τους Τέμενος, το έκανε έδρα των επιχειρήσεων του.
Το 750 π.Χ. υπό την κηδεμονία του τυράννου Φείδωνος, το Άργος ήταν η πιο σπουδαία πόλη της Πελοποννήσου.
Ο μύθος
Ο πρώτος βασιλιάς του Άργους ήταν ο Ίναχος, γιος του Ωκεανού και της Τέθητος, που έδωσε το όνομα του, στον ποταμό Ίναχο ο οποίος περνούσε μπροστά από τα τείχη της πόλεως. Η βασιλεία του χρονολογείται το 1986 π.Χ.
Σύμφωνα με τον μύθο, μετά τις πλημμύρες του Δευκαλίωνος, ο Ίναχος οδήγησε αυτούς που επέζησαν, από τα βουνά στις πεδιάδες. Όταν η Ήρα και ο Ποσειδών διαμάχησαν για την κυριαρχία του τόπου, ο Ίναχος έλαβε το μέρος της Ήρας και γι' αυτό ο Ποσειδώνας τον τιμώρησε, στερεύοντας όλους τους ποταμούς του Άργους. Από το όνομα του, οι Αργείοι ονομάζονταν επίσης Ιναχίδες.
Οι γιοι του ήταν ο Φορωνεύς και ο Αιγίαλος. Ο Φορωνεύς, υπήρξε ο Προμηθεύς των Αργείων, ο ήρωας που τους έδωσε την φωτιά και τις κοινωνικές αξίες. Ο τάφος του στο Άργος, καθώς και ολόκληρη η περιοχή, ονομάζονταν Φορωνικό άστυ. Ο Φορωνεύς έκανε δύο παιδιά με την νύμφη Τελεδίκη, τον Άπη και την Νιόβη.
Το πρώτο όνομα της Πελοποννήσου ήταν Απία, και το πήρε από τον Άπη, ο οποίος υπήρξε ένας σκληρός βασιλιάς. Τον Άπη σκότωσαν ο Τελχίνος και Θελξίων και ο Άργος, γιος της αδελφής του Νιόβης, από τον Δία, τον διαδέχθηκε στον θρόνο.
Η γυναίκα του Ευάνδη, κόρη του Στρυμόνα, του έδωσε τέσσαρες γιους, τον Έκβασο, Πείρα, Επίδαυρο και Κριατό.
Ο γιος του Έκβασου, Αγήνωρ, τον διαδέχθηκε στον θρόνο και ο γιος του, Άργος Πανόπτης, σύμφωνα με τον μύθο, είχε εκατό μάτια σε όλο του το σώμα. Ο Άργος απελευθέρωσε την Πελοπόννησο από πολλά άγρια θηρία και τέρατα.
Ο Ίναχος, γενάρχης των Αργείων, είχε μία κόρη, την Ιώ. Από τις περιπλανήσεις της, οι αρχαίοι τραγικοί ποιητές αντλούσαν τα θέματα τους. Η Ιώ ήταν η πρώτη ιέρεια της θεάς Ήρας, στο αρχαίο Ηραίον, το οποίον βρίσκονταν μεταξύ των Μυκηνών και της Τίρυνθας.
Ο Δίας ερωτεύθηκε την Ιώ παράφορα και όταν το έμαθε η Ήρα, την μεταμόρφωσε σε άσπρη αγελάδα. Αργότερα η Ήρα απαίτησε από τον Δία να της φέρει την αγελάδα, την οποία έδωσε στον Άργο Πανόπτη, τον πατέρα της, να την φυλάει. Ο Ερμής όμως, με υπόδειξη του Δία, έπαιξε την λύρα του και με τους σκοπούς του έκλεισε όλα τα μάτια του Άργου Πανόπτη και τον σκότωσε. Η Ήρα τότε οδήγησε την αγελάδα μακριά, αφού της έστειλε την μύγα που την τσιμπούσε αδιάκοπα, αναγκάζοντας την να περιπλανείται σε ξένες χώρες. Η περιπλανώμενη Ιώ, (από την οποία πήρε το όνομα του και το Ιόνιο Πέλαγος), πήγε στη Ήπειρο και μετά στην Ιλλυρία και περνώντας από τα βουνά του Καυκάσου, έφθασε στην Θράκη και Βόσπορο. Μετά πέρασε στην Σκυθία, Χειμέρια και άλλες Ασιατικές χώρες και έφθασε στην Αίγυπτο, όπου επιτέλους ο Δίας την επανέφερε στην πραγματική της μορφή και έκανε ένα μαύρο παιδί μαζί της, τον Έπαφο.
Τον Ίασο διαδέχθηκε ο Κρότωπος και αυτόν ο Σθενέλας, ακολουθούμενος από τον Γελάνωρα. Κατά την βασιλεία του, ο Δαναός και οι πενήντα κόρες του ήλθαν στο Άργος από την Αίγυπτο, για να αποφύγουν τους γάμους με τους πενήντα γιους του αδελφού του, Αίγυπτου. Ο αδελφός του όμως, με τους πενήντα γιους, τους ακολούθησαν και τους υποχρέωσαν να κάνουν τους γάμους. Την νύχτα του γάμου, ο Δαναός έδωσε σε όλες τις κόρες του μαχαίρια και τους είπε να σκοτώσουν τους άντρες τους όταν θα κοιμηθούν, το οποίο και έκαναν όλες, εκτός της Υπερμνήστρας, η οποία τον αγαπούσε. Ο άνδρας της, Λυγκεύς, έγινε αργότερα βασιλιάς του Άργους.
Οι άλλες κόρες του Δαναού αφού εξαγνίσθηκαν από τους φόνους, παντρεύτηκαν τους νικητές των γυμνικών αγώνων. Από το όνομα του Δαναού προέρχεται η ονομασία Δαναοί, με την οποία ονόμαζαν οι Έλληνες τους κατοίκους του Άργους, καθώς και ο Όμηρος. Ο Δαναός πρώτος εφεύρε τις γεωτρήσεις πηγαδιών, και με το νερό που ανέβασε από τις υπόγειες πηγές ύδρευσε την πεδιάδα της Αργολίδος.
Ο γιος του Λυγκέως, Άβας, έκανε δίδυμους γιους και χώρισε το βασίλειο του Άργους σε δύο μέρη, δίνοντας το Άργος στον Ακρίσιο και την Τίρυνθα στον Προίτο. Υπήρξε διαφωνία μεταξύ των για τον θρόνο και κατέληξαν σε μάχη, στην οποία κανείς δεν νίκησε και έτσι συμφιλιώθηκαν στο τέλος. Ο μύθος αναφέρει ότι όσοι έλαβαν μέρος στην μάχη ήταν οπλισμένοι με ασπίδες και ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκαν σε πόλεμο.
Πολλές είναι οι ιστορίες γύρω από τον Προίτο, του οποίου η γυναίκα, Άντεια (Στενοβεία), ερωτεύθηκε τον Βελλερεφόντη και οι τρεις όμορφες κόρες του, Λυσίππη, Ιφιανάσσα και Ιφινόη βασανισμένες από τρέλα και λέπρα, περιπλανιόνταν σε όλη την Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τον Ησίοδο, η αιτία για τις αρρώστιες τους ήταν η άρνηση τους να λάβουν μέρος στις Βακχικές τελετουργίες, ενώ κατά τους Αργείους Ακουσίλαο και Φερεκύδη, επειδή κορόιδευαν τα ξύλινα αγάλματα και άλλα ιερά σκεύη της θεάς Ήρας ή γιατί έκλεψαν χρυσό από το άγαλμα της.
Ο Προίτος για να θεραπεύσει τις κόρες του, ζήτησε την βοήθεια του προφήτη Μέλαμπου από την Πύλο, ο οποίος του ζήτησε σαν αντάλλαγμα το ένα τρίτο του βασιλείου του. Ο Προίτος δεν δέχθηκε, αλλά όταν τρέλα κυρίευσε πολλές άλλες Αργείες γυναίκες, ζήτησε ξανά την βοήθεια του, αλλά την φορά αυτή ο Μέλαμπος απαίτησε ένα τρίτο επιπλέον, για τον αδελφό του, Βία. Αυτή την φορά ο Προίτος δέχθηκε και ο Μέλαμπος με θυσίες και προσευχές εξευμενίζοντας την οργή της Ήρας και επικεφαλής μιας ομάδας νέων, μετά από ένα εκστατικό χορό και αλαλαγμούς, σύμφωνα με τα Βακχικά έθιμα του Διόνυσου, οδήγησε τις γυναίκες κάτω, από τα βουνά στην πόλη της Σικυώνος, και αφού τις εξάγνισε στην ιερά πηγή, θεραπεύθηκαν.
Οι κόρες του Προίτου όμως δεν ήταν ανάμεσα στις άλλες γυναίκες και ο Μέλαμπος επέστρεψε στα βουνά και τις βρήκε στο Λουσσοί της Αρκαδίας. Μέσα στο Σπήλαιο των Λιμνών, το οποίο κοιτούσε τον ποταμό Στύγκα, οι δύο κόρες του Προίτου, η Λυσίππη και η Ιφιανάσσα θεραπεύτηκαν, (η τρίτη, η Ιφινόη, είχε πεθάνει στον δρόμο). Ο Μέλαμπος παντρεύτηκε την Λυσίππη και ο αδελφός του Βίας την Ιφιάνασσα, και έζησαν ως βασιλείς, ο καθένας στο μερίδιο του, από το βασίλειο του Άργους.
Η κόρη του Ακρίσιου, Δανάη, είχε φυλακισθεί από τον πατέρα της σε μία υπόγειο κατακόμβη, κλειδωμένη με βαριά μπρούτζινη πόρτα, γιατί του είχε δοθεί ο χρησμός, ότι θα πεθάνει από το χέρι του παιδιού της. Ο Δίας, μπαίνοντας στην φυλακή της, με την μορφή χρυσής βροχής από τον φεγγίτη, έκανε ένα γιο μαζί της, τον Περσέα.
Όταν ο Ακρίσιος το έμαθε, δεν την πίστεψε και έβαλε την μητέρα και το παιδί μέσα σε μια κιβωτό και τους έριξε στην θάλασσα. Στο νησί της Σέριφου, ο αδελφός του βασιλιά Πολυδέκτη, βρήκε την κιβωτό και τους έσωσε.
Μετά από πολλά κατορθώματα, ο Περσέας γύρισε στο Άργος και χωρίς καμία προμελέτη, από ατύχημα, σκότωσε τον παππού του στην Θεσσαλία, όπου είχε αποσυρθεί, για να αποφύγει τον εγγονό του.

Άδραστος
(Αρχές 13ου αιώνος π.Χ.)
Φημισμένος βασιλιάς της Σικυώνος και του Άργους. Ήταν εγγονός του Βία και γιος του Ταλαού και της Λυσιμάχης. Μετά από διαμάχη των τριών οικογενειών του Μέλαμπου, Βία και Προίτου, που κυβερνούσαν το Άργος, πήγε στην Σικυώνα στον παππού του, από το γένος της μητέρας του, βασιλιά Πόλυβο, από τον οποίο και κληρονόμησε το βασίλειο του. Αργότερα αφού συμφιλιώθηκε με τον εχθρό του Αμφιάραο (ο οποίος είχε σκοτώσει τον πατέρα του) δίνοντας του την αδελφή του Εριφύλη για γυναίκα του, επέστρεψε στο Άργος και κυβέρνησε την πόλη.
Σύμφωνα με την παράδοση, κατά την διάρκεια μιας θυελλώδους νύχτας, άκουσε δυνατές φωνές και βγαίνοντας έξω στην αυλή του σπιτιού του, είδε δύο άνδρες να διαπληκτίζονται, ο ένας έχοντας ως έμβλημα στην ασπίδα του ένα λιοντάρι και ο άλλος ένα αγριογούρουνο. Αμέσως θυμήθηκε τον παράξενο χρησμό που του είχε δοθεί, ότι θα παντρέψει τις κόρες του με λιοντάρι και αγριογούρουνο.
Οι δύο άνδρες ήταν ο Πολυνείκης, γιος του Οιδίποδος βασιλιά των Θηβών, και ο Τυδέας, γιος του Αινεία της Καλυδώνος.
Ο Άδραστος χώρισε τους δύο άνδρες και αφού τους συμφιλίωσε, τους πάντρεψε με τις κόρες του Αργεία και Δείπυλη. Αργότερα, για να βοηθήσει τον Πολυνείκη να επανέλθει στον πατρικό του θρόνο, έκανε εκστρατεία εναντίον των Θηβών.
Έτσι άρχισε ο φημισμένος και οδυνηρός πόλεμος "οι Επτά εναντίον των Θηβών", από τον οποίον μόνο ο Άδραστος επέζησε και διέφυγε τον θάνατο, με την βοήθεια του αγαπημένου του αλόγου, Αρίωνα.
Μετά από χρόνια, όταν πλέον μεγάλωσαν οι γιοι των σκοτωμένων συντρόφων του, ξεκίνησε καινούργια εκστρατεία εναντίον των Θηβών, και με την βοήθεια του γιου του Αιγιαλέα και των Επιγόνων, κατέλαβε και κατέστρεψε την πόλη. Έχασε όμως τον αγαπημένο γιο του στην μάχη και πέθανε από μαρασμό και θλίψη στον δρόμο της επιστροφής.
Αργότερα οι Σικυώνιοι και οι Αργείοι τον λάτρεψαν σαν ήρωα με μεγάλες τιμές, ειδικά στην Σικυώνα όπου έκτισαν το Ηρώο του στην Αγορά, το οποίο ο Ηρόδοτος είδε, και εξυμνούσαν τους ηρωισμούς του, αλλά και τα παθήματα του με λυρικές τραγωδίες. (Ηροδότου Ιστορία)
Ο εγγονός του Άδραστου, Διομήδης, γιος του Τυδέως και της Δείπυλης, βασιλιάς του Άργους, οδήγησε 80 πλοία εναντίον της Τροίας, συνοδευόμενος από τους πιστούς του φίλους, τον Σθέναλο και τον Ευρύαλο. Τα ηρωικά του κατορθώματα στην Τροία ήταν πολλά. Δίπλα στον Αχιλλέα, ο Διομήδης υπήρξε ο πιο γενναίος ήρωας του Ελληνικού στρατεύματος. Επιστρέφοντας από την Τροία στο Άργος, έφυγε από το σπίτι του και εγκαταστάθηκε για πολλά χρόνια στην Ιταλία. Τον λάτρευαν σαν μεγάλο ήρωα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στα Ιταλικά παράλια της Αδριατικής.
Η πόλη του Άργους, η οποία είχε χάσει την δύναμη της κατά την Μυκηναϊκή περίοδο, υπό την ηγεμονία του Ορέστη, γιου του Αγαμέμνονος, έγινε πάλι η πρωτεύουσα της Αργολίδος. Ο Ορέστης με την βοήθεια του φίλου του Πυλάδη και της αδελφής του Ηλέκτρας, σκότωσε την μητέρα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της, Αίγισθο, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα του. Βασίλευσε το Άργος, έως την ηλικία των ενενήντα ετών.
Οι Δωριείς
(1100 π.Χ.)
Γύρω στα 1100 π.Χ., οι Δωριείς ήλθαν και κατέλαβαν την περιοχή. Μετά την καταστροφή των Μυκηνών και της Τίρυνθας από τους εισβολείς, το Άργος έγινε η βάση των εξορμήσεων του μυθικού Δωρικού ήρωα Τέμενου, απόγονου του Ηρακλή, και ο μεγαλύτερος των τριών αδελφών, του Κρεσφόντη και Αριστόδημου, οι οποίοι κυρίευσαν την Πελοπόννησο.
Οι γιοι και οι γαμπροί του διαδοχικά (Δειφόντης, Φαλκής, και Κεισός) κατέλαβαν την Τροιζήνη, Επίδαυρο, Αίγινα, Σικυών και Φλιούντα, οι οποίες έγιναν Δωρικές αποικίες.
Μία από τις πιο φημισμένες Δωρικές μεταναστεύσεις, ήταν αυτή υπό την αρχηγία του Αργείου Αλθαιμήνη, απογόνου του Τέμενου, ο οποίος αφού άφησε μερικούς από την ακολουθία του στην Κρήτη, συνέχισε με τους υπόλοιπους στο νησί της Ρόδου, όπου και ίδρυσε τρεις πόλεις, την Λίνδο, Λάλυσο και Κάμιρο.
Η πόλη του Άργους ήκμασε υπό την κηδεμονία του Τέμενου.
Οι Αργείοι, από πολύ νωρίς διακρίθηκαν στην μεταλλουργία και κατά τον δέκατον αιώνα π.Χ. απέκτησαν το δικό τους διυλιστήριο ασημιού. Το Άργος ήταν η πρώτη πόλη που έμαθε το πρωτογεωμετρικό στυλ από την Αθήνα, δημιουργώντας αργότερα δική της σχολή γεωμετρικής αγγειοπλαστικής, εφάμιλλη της Αθήνας.
Μετά το 800 π.Χ., δημιούργησαν το δικό τους χαρακτηριστικό στυλ, φιγούρες ζωγραφισμένες σε αγροτικές πλάκες.
Γύρω στο 720 π.Χ., ο Σπαρτιατικός στρατός υπό την αρχηγία του βασιλέως Νίκανδρου και με την βοήθεια της πόλεως Ασίνης, λεηλάτησε την Αργολίδα. Οι Αργείοι δεν το λησμόνησαν και λίγο αργότερα πήραν εκδίκηση, καταστρέφοντας ολοσχερώς την Ασίνη.
Με την σειρά τους οι Σπαρτιάτες υπέταξαν την Κυνουρία, η οποία ήταν υπό την κηδεμονία του Άργους.
Ο Φείδων
(7ος αιώνας π.Χ.)
Ο Φείδων υπήρξε κληρονομικός βασιλιάς του Άργους και απόγονος του Τέμενου, και επειδή συγκέντρωσε στα χέρια του όλες τις εξουσίες, ονομάσθηκε τύραννος. Ένωσε και επέκτεινε την περιοχή του Άργους κατά πολύ.
Το 669 π.Χ., νίκησε τους Λακεδαιμόνιους στην Ισία, η οποία ευρίσκεται στην πεδιάδα της Θυρέας, στα σύνορα ανάμεσα της Λακωνίας και του Άργους, και έγινε κυρίαρχος της πεδιάδος, ανακαταλαμβάνοντας έτσι το μερίδιο του Τέμενου.
Το επόμενο έτος, 668 π.Χ., επενέβη στην Ολυμπία και έλαβε το μέρος των κατοίκων της Πίζας, για να πάρουν υπό την κηδεμονία των, τους Ολυμπιακούς Αγώνες από τους Ηλιείς.
Ο Φείδων είχε μεγάλη επιρροή όχι μόνο στην Πελοπόννησο, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Εισήγαγε μέτρα χωρητικότητας και σταθμά βάρους, τα οποία πολλές πόλεις υιοθέτησαν, ανάμεσα αυτών και η Αθήνα, τα επονομαζόμενα Φειδόνια μέτρα.
Τον ίδιο χρόνο, όταν καθόρισε το τάλαντο, την μήνα και την δραχμή, όρισε επίσης τα σταθμά για τους ξηρούς καρπούς και τα υγρά, την μέδιμνο και μετρέτη, με τις υποδιαιρέσεις τους και τα πολλαπλάσια.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, εφεύρε επίσης τα νομίσματα και έκοψε το πρώτο νόμισμα στο νησί της Αίγινας, που ήταν υπό την κυριαρχία του.
Ο Μέλτας, εγγονός του Φείδωνα, διώχθηκε από την πόλη, γιατί έδωσε στους Αρκάδες περιοχές που ανήκαν στους Αργείους. Ήταν ο τελευταίος βασιλιάς, απόγονος του Τέμενου, που βασίλευσε στο Άργος.
Η μάχη της Θυρέας
547 π.Χ.
Το 547 π.Χ., οι Αργείοι προσπάθησαν να επανακτήσουν την περιοχή, αλλά αντί για ολοκληρωτική μάχη συμφώνησαν με τους Λακεδαιμονίους, να κριθεί το αποτέλεσμα του πολέμου και η κατοχή της Κυνουρίας, με την αναμέτρηση τριακόσιων ανδρών από την κάθε πλευρά. Η σύγκρουσης των εξακοσίων ανδρών ήταν τόσο βίαιη, ώστε μόνο δύο Αργείοι οπλίτες επέζησαν και ένας σοβαρά πληγωμένος Σπαρτιάτης. Οι δύο Αργείοι οπλίτες, Αλκήνωρ και Χρόμιος, έφυγαν για να μεταφέρουν τα νέα της νίκης τους στο Άργος, αλλά ο Σπαρτιάτης Οθριάδης κατάφερε να συγκεντρώσει την λεία από τα σώματα των νεκρών του εχθρού και κατόπιν αυτοκτόνησε, μη θέλοντας να γυρίσει στην Σπάρτη μόνον αυτός. Και οι δύο πλευρές διεκδίκησαν την νίκη και γι' αυτό λίγο αργότερα μία άλλη μάχη έλαβε μέρος, στην οποία οι Αργείοι ηττήθηκαν.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Αργείοι ως ένδειγμα πένθους, έκοψαν τα μαλλιά τους κοντά και απαγόρευσαν στις γυναίκες να φορούν κοσμήματα, ενώ οι Σπαρτιάτες από τότε άφησαν τα μαλλιά τους μακριά.
Γύρω στο 505 π.Χ., ένας πόλεμος ξέσπασε μεταξύ της Σπάρτης και Άργους, αλλά η αιτία παραμένει άγνωστη.
Το 494 π.Χ., ο Κλεομένης βάδισε εναντίον του Άργους, αλλά απέτυχε να πάρει την πόλη. Τότε ζήτησε πλοία από την Σικυώνα και την Αίγινα, οι οποίες αθελώς τα έδωσαν και αποβιβάστηκε κοντά στην Τίρυνθα. Εκεί, σε ένα μέρος ονομαζόμενο Σηπεία, μεταξύ του Άργους και της θάλασσας, βρήκε τον Αργειακό στρατό. Από σοβαρή αμέλεια των Αργείων τους αιφνιδίασε και τους νίκησε. Οι Αργείοι μετά προσπάθησαν να βρουν καταφύγιο στο ιερό άλσος του ήρωα Άργους.
Ο Κλεομένης τους περικύκλωσε και έβαλε φωτιά στο δάσος. Έξι χιλιάδες Αργείοι έχασαν την ζωή τους την μέρα εκείνη, σχεδόν τα δύο τρίτα ολοκλήρου του στρατού.
Μετά την μάχη, ο Κλεομένης με χιλίους άνδρες από τον στρατό του, πήγε στο ιερό της Ήρας, το Ηραίον, να προσφέρει θυσία. Ο ιερέας εκεί δεν τον άφησε, με την δικαιολογία ότι οι ξένοι δεν επιτρέπονταν να κάνουν θυσίες. Τότε ο Κλεομένης διέταξε τους είλωτες του να τον βγάλουν από το ιερό και αφού έκανε ο ίδιος την θυσία, επέστρεψε στην Σπάρτη.
Μετά την καταστροφή στο ιερό άλσος του Άργους, η Τελέσιλλα, φημισμένη ποιήτρια του Άργους, μάζεψε τα γυναικόπαιδα και τους γέροντες της πόλης και αφού τους έδωσε όπλα που μάζεψε από τους ναούς, τους τοποθέτησε σε σημεία όπου οι Σπαρτιάτες θα επετείθεντο. Οι Σπαρτιάτες όμως, σκεφτόμενοι ότι θα ήταν ανανδρία να επιτεθούν σε γυναίκες και παιδιά, οπισθοχώρησαν.
Χίλιοι Αργείοι εθελοντές υπό την αρχηγία του Ευρυβιάδη, διακεκριμένου νικητή στο πένταθλο, βοήθησαν τον Νικόδρομο, κάτοικου της Αίγινας, να ανατρέψει την κυβέρνηση, κατά την διάρκεια του μακροχρόνιου πολέμου (488 - 481 π.Χ.) της νήσου με την Αθήνα, αλλά απέτυχαν. Πολλοί λίγοι από τους Αργείους επέζησαν.
Ο ίδιος ο Ευρυβιάδης προκάλεσε τους καλύτερους από τους Αθηναίους πολεμιστές σε μονομαχία. Σκότωσε τρεις από αυτούς διαδοχικά, αλλά στο τέλος τον σκότωσε ο Σοφάνης από την Δεκέλεια.
Μετά το 460 π.Χ., οι Αργείοι στέρησαν από τους κατοίκους των Κλεονών την διοίκηση των Αγώνων της Νεμέας και ανέλαβαν οι ίδιοι την διαχείριση τους (οι Αγώνες της Νεμέας ξανάρχισαν πάλι γύρω στο 572 - 568 π.Χ.).
Κατά την διάρκεια της Ειρήνης του Νικία, τα πράγματα μεταξύ Σπάρτης και Αθηνών δεν υπήρξαν ικανοποιητικά. Οι σύμμαχοι της, Βοιωτοί και Κορίνθιοι δεν αποδέχτηκαν την ειρήνη και η Αθήνα αρνήθηκε να εκκενώσει την Πύλο. Ο Αλκιβιάδης των Αθηνών έπεισε τους Αχαιούς και Πατρινούς να συμμαχήσουν με την Αθήνα και βοήθησε το Άργος στην επιδρομή του εναντίον της Επιδαύρου, την οποία λεηλάτησαν. Οι Σπαρτιάτες δεν μπορούσαν να τα δεχθούν όλα αυτά και αφού συγκέντρωσαν ένα μεγάλο στρατό, με πολλούς συμμάχους, εισέβαλαν στο Άργος και περικύκλωσαν τον Αργειακό στρατό. Η μάχη επρόκειτο να αρχίσει, όταν δύο ολιγαρχικοί αρχηγοί του Άργους ήλθαν στον βασιλιά της Σπάρτης Άγη και τον έπεισαν να υπογράψει ανακωχή για τέσσαρες μήνες. Λίγο αργότερα ο Αλκιβιάδης, οδηγώντας μια δύναμη χιλίων οπλιτών και τετρακοσίων ιππέων, ήλθε να βοηθήσει τους Αργείους και τους έπεισε να επιτεθούν στην πόλη του Ορχομενού στην Αρκαδία. Αφού κατέλαβαν τον Ορχομενό, βάδισαν εναντίον της Τεγέας. Στο μεταξύ ο βασιλιάς Άγης, ο οποίος κατηγορήθηκε για την συνθήκη με τους Αργείους, βάδισε με μεγάλη δύναμη στην περιοχή της Μαντινείας και στρατοπέδευσε κοντά στο ιερό του Ηρακλή. Οι Αργείοι και οι σύμμαχοι τους έφυγαν από την πόλη της Μαντινείας και σε ένα καλά διαλεγμένο σημείο έδωσαν μάχη. Ο βασιλιάς Άγης ήταν έτοιμος να επιτεθεί σε αυτήν την τοποθεσία που ήταν πλεονεκτική για τους Αργείους, αλλά όταν οι Σπαρτιάτες τους πλησίασαν, ένας παλαίμαχος οπλίτης του είπε, ότι με την πράξη του αυτή προσπαθούσε
"να διορθώσει ένα λάθος, διαπράττοντας ένα άλλο".
Αυτές οι λέξεις τον έκαναν να οπισθοχωρήσει. Μετά από αυτά οι Αργείοι επήραν θέση στην πεδιάδα και προσπάθησαν να τους αιφνιδιάσουν. Το δεξιό τμήμα του Αργειακού στρατού, το οποίο αποτελείτο από την αφρόκρεμα της αριστοκρατίας, ένα μόνιμο σώμα από χιλίους διαλεχτούς στρατιώτες, οι οποίοι εκπαιδεύοντο και συντηρούντο με δημόσιες δαπάνες από την πόλη του Άργους, έτρεψε σε φυγή τους Λακεδαιμόνιους, αλλά ο Άγης με τον υπόλοιπο στρατό έχοντας περισσότερο επιτυχία, κατόρθωσε να κερδίσει την μάχη (Ιούνιο 418 π.Χ.). Οι Αθηναίοι έχασαν διακοσίους οπλίτες συμπεριλαμβανομένων και των στρατηγών Λάχη και Νικόστρατου, ενώ οι Αργείοι και οι άλλοι σύμμαχοι έχασαν εννιακοσίους άλλους άνδρες. Από τον Λακεδαιμόνιο στρατό μόνο τριακόσιοι άνδρες χάθηκαν. Παρόλο αυτά τα γεγονότα, η ειρήνη του Νικία ίσχυε ακόμη.
Μετά την ήττα της Αθηναϊκής Συμμαχίας το 418 π.Χ., οι ολιγαρχικοί που ανέλαβαν την εξουσία στο Άργος, έκαναν ανακωχή για πρώτη φορά με την Σπάρτη. Αλλά η ειρήνη δεν κράτησε για πολύ. Οι δημοκρατικοί ανέβηκαν πάλι στην εξουσία και ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους Αθηναίους, το 392 π.Χ.
Το Άργος ήταν σύμμαχος της Κορίνθου κατά την περίοδο του Κορινθιακού πολέμου, 395 - 386 π.Χ.
Στον πόλεμο της Κορώνειας, το 394 π.Χ., ηττήθηκαν αλλά στην μάχη της Λεύκτρας το 371 π.Χ. και της Μαντινείας το 362 π.Χ., το Άργος βοήθησε την Θήβα, να νικήσουν την Σπάρτη.
Όταν η Θήβα έχασε την δύναμη της και η Σπαρτιατική επιθετικότητα ξανάρχισε, το Άργος επικαλέσθει την βοήθεια του βασιλιά Φίλιππου της Μακεδονίας, και τους βοήθησε να ανακτήσουν την χαμένη επαρχία της Κυνουρίας.
Αργότερα το Άργος επήλθε στην κυριαρχία του Κάσσανδρου, του Δημητρίου Πολιορκητή, του Αντίγονου και αντιστάθηκε στην εισβολή του βασιλιά Πύρρου της Ηπείρου, ο οποίος σκοτώθηκε εδώ το 272 π.Χ., από ένα κεραμίδι που έριξε μια γριούλα.
Το 229 π.Χ., το Άργος ενώθηκε με την Αχαϊκή Συμμαχία και παρέμεινε ενεργό μέλος της μέχρι το 146 π.Χ., εκτός μιας μικρής κατοχής της πόλεως από την Σπάρτη το 225 π.Χ. και 196 π.Χ.
Μετά την καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ., το Άργος συμπεριλήφθη στην Ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας και έγινε το κέντρο της Αχαϊκής Συμμαχίας.
Το 267 μ.Χ. και 305 μ.Χ., το Άργος υπέφερε πολύ από τους Γότθους.
Στους Βυζαντινούς χρόνους, η πόλη ήκμασε και έγινε Μητρόπολης το 1088 μ.Χ.
Η πόλη αναχαίτισε τους Φράγκους επί επτά συνεχή χρόνια, πριν να παραδοθεί το 1212 μ.Χ.
Από το 1246 μέχρι το 1261 μ.Χ. ανήκε στον Δούκα των Αθηνών.
Το Άργος κατελήφθη από τους Τούρκους, το 1397 μ.Χ. και λεηλατήθηκε.
Το 1500 μ.Χ., κατελήφθη και πάλι και οι κάτοικοι σφαγιάστηκαν και αντικαταστήθηκαν από Αλβανούς.
Το 1821 έως το 1829 μ.Χ., η πρώτη ελεύθερη Ελληνική Βουλή εγκαταστάθηκε στο Άργος.


Ολυμπιονίκες του Άργους
Νικητής Αγώνισμα Έτος
[...]κων Πάλη παίδων 480 π.Χ.
[...]κων Πάλη παίδων 480 π.Χ.
νίκη πόλης Κέλης 480 π.Χ.
νίκη πόλης Κέλης 480 π.Χ.
Δάνδις Δίαυλος 476 π.Χ.
Δάνδις Στάδιον 472 π.Χ.
νίκη πόλης Τέθριππον 472 π.Χ.
[Ε]πιτιμάδας Παγκράτιον 468 π.Χ.
Λάδας Δόλιχος 460 π.Χ.
Χείμων Πάλη 448 π.Χ.
Αριστεύς Δόλιχος 420 π.Χ.
Αγεύς Δόλιχος 328 π.Χ.
Κεράς Πάλη 300 π.Χ.
Ιολαΐδας Στάδιον 224 π.Χ.
Άγνωστο όνομα Δίαυλος 208 π.Χ.
Άγνωστο όνομα Δίαυλος 204 π.Χ.
Άγνωστο όνομα Δίαυλος 200 π.Χ.
Άγνωστο όνομα Δίαυλος 196 π.Χ.
Επαίνετος Στάδιον παίδων 082 π.Χ.
Ανθεστίων Στάδιον 052 π.Χ.
Σώπατρος Στάδιον 028 π.Χ.


Η εποχή των ηρώων

Έξι μίλια βόρειο-ανατολικά από την πόλη του Άργους, πάνω σε ένα λόφο, ήταν "η άφθονη σε χρυσό" αρχαία πόλη των Μυκηνών. Ιδρυμένη από τον ήρωα Περσέα, έγινε η προτιμητέα κατοικία του Πέλοπος και των απογόνων του, και στα χρόνια του βασιλιά Αγαμέμνονα, η πιο σπουδαία πόλη της Ελλάδος.
Επιδέξιοι θαλασσινοί, έκαναν εμπόριο σε όλη την Μεσόγειο, μέχρι τον 12ον αιώνα π.Χ.
Το 1375 π.Χ., εισέβαλαν στην Κρήτη και κατέκτησαν του Μινωίτες, οι οποίοι τους είχαν επηρεάσει στην τέχνη, από τον 16ον αιώνα π.Χ. Οι κάτοικοι των Μυκηνών έκτισαν κυκλώπεια τείχη, και συγχρόνως δημιούργησαν τα λεπτότερα έργα τέχνης.
Αυτοί ήταν οι ηρωικοί και ρομαντικοί πολεμιστές της Ιλιάδος,
οι κάλλιστοι των Ελλήνων.



Ιστορία των Μυκηνών

Ο πολιτισμός που άνθισε στην Ελλάδα κατά την περίοδο του χαλκού, τον ονομάζομε Μυκηναϊκό.
Κατά την περίοδο (1660 - 1400 π.Χ.), οι Μυκήνες είχαν αποκτήσει μεγάλη οικονομική ευχέρεια και έγιναν η πιο ισχυρή δύναμη στο Αιγαίο. Ριψοκίνδυνοι, τολμηροί, άριστοι θαλασσοπόροι, οι κάτοικοι των Μυκηνών έκαναν αποικίες στην Κρήτη, Κυκλάδες, Κύπρο και Δωδεκάνησα, Σικελία και Βόρειο Ελλάδα. Τα προϊόντα τους αντικατέστησαν τα Μινωικά και μπορούσε να τα βρει κανείς στις αγορές της Αιγύπτου και Συρίας.

Σύμφωνα με την παράδοση, η πόλη των Μυκηνών, η πιο αντιπροσωπευτική πόλη αυτού του πολιτισμού, ιδρύθηκε από τον Περσέα (1400 - 1350 π.Χ.), τον γιο του Δία και της Δανάης, κόρη του βασιλιά του Άργους, Ακρίσιου. Οι Μυκήνες κτίσθηκαν από τους μυθικούς Κύκλωπες, οι οποίοι είχαν κτίσει επίσης και τα γιγάντια τείχη της κοντινής πόλεως Τύρινθος, την οποία κυβερνούσε ο αδελφός του Ακρίσιου, Προίτος.
Τον Περσέα διαδέχθηκε ο γιος του, Σθένελος, πατέρας του Ευρυσθέα, ο οποίος κατέλαβε το Άργος και σύμφωνα με τον μύθο, ανέθεσε στον Ηρακλή να εκτελέσει τους δώδεκα άθλους.
Μετά τον θάνατο του Ευρυσθέα, την πόλη κυβέρνησε ο Ατρέας της Ηλείας (1250 π.Χ.), αδελφός της γυναίκας του Ευρυσθέα και γιος του Πέλοπος και της Ιπποδάμειας.

Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί μύθοι γύρω από την τραγική τύχη της οικογένειας των Ατρειδών. Η διαμάχη μεταξύ του Ατρέα και του αδελφού του Θυέστη, για τον θρόνο των Μυκηνών και η παράνομη αγάπη του Θυέστη με την γυναίκα του αδελφού του, Αιρόπη, κατέληξε στον τραγικό δείπνο, στον οποίο ο Θυέστης έφαγε τους γιους του, που του πρόσφερε ο αδελφός του. Από αυτή την απαίσια πράξη του Ατρέα, η οικογένεια του ήταν καταραμένη. Η πόλη υπό την κηδεμονία του Ατρέα επέκτεινε τα σύνορα της και απέκτησε μεγάλο πλούτο.
Υπό την ηγεμονία του γιου του, Αγαμέμνονα (1200 π.Χ.), ο οποίος ηγήθηκε της φημισμένης εκστρατείας εναντίον της Τροίας, η πόλη έφθασε στο απόγειο της δυνάμεως της.



Δεν γνωρίζουμε τους λόγους για τον πόλεμο, εάν δεν δεχθούμε ως αξιόπιστη, την απαγωγή της Ελένης από τον Πάρι. Πολλές εξηγήσεις έχουν δοθεί, από τα δικαιώματα αλιείας μέχρι το εμπόριο υφαντουργίας. Δεν ξέρουμε επίσης την ακριβή ημερομηνία του πολέμου. Μερικοί αναφέρουν το 1270 π.Χ., αν και η Ελληνική παράδοση αναφέρει το 1184 π.Χ.

Όταν ο Αγαμέμνων, ο "βασιλιάς ανδρών", επέστρεψε νικητής από τον Τρωικό πόλεμο, δολοφονήθηκε από τον Αίγισθο, γιο του Θυέστη και εραστή της γυναίκας του, Κλυταιμνήστρας. Μετά από αυτό, ο γιος του Αγαμέμνονα, Ορέστης, πήρε εκδίκηση και τους σκότωσε και τους δύο.

Ογδόντα χρόνια μετά την πτώση της Τροίας και κατά την διάρκεια της βασιλείας του γιου του Ορέστη, Τισαμένη, η πόλη των Μυκηνών κατελήφθη και κατεστράφη από τους Δωριείς. Η πόλη με τα τείχη ανέπαφα, αν και έχασε την δύναμη της, συνέχισε να υπάρχει επί πολλούς αιώνες.
Η εξωτερική πόλη δεν εγκατελείφθη, καθώς οι πολλοί ανευρεθέντες τάφοι μαρτυρούν. Ένα αξιόλογο ανάγλυφο έχει ανεβρεθεί από ναό, ο οποίος κτίσθηκε στις αρχές του έκτου αιώνος. Όταν ο Περσικός στρατός εισέβαλε στην Ελλάδα, οι Μυκήνες έστειλαν στρατό στις Θερμοπύλες και Πλαταιά.
Η πόλη καταστράφηκε άλλη μια φορά από το Άργος (468 π.Χ.), μετά από μακρά πολιορκία.
Στους Ελληνιστικούς χρόνους, οι Μυκήνες ανανεώθηκαν, τα τείχη ξαναχτίστηκαν και ένας ναός κτίσθηκε στην ακρόπολη, όπου σκοτώθηκε ο Αργείος τύραννος Αρίστιππος (235 π.Χ.).



Τα μάτια της Ελλάδος και ο σωτήρας της

Ψηλά, πάνω από τον Κορινθιακό κόλπο, στο ιερό βουνό του Παρνασσού, περικυκλωμένο από έλατα, βρίσκονταν το ιερό του θεού Απόλλωνα, Δελφοί.
Για πολλούς αιώνες η φωνή των Δελφών, του πιο σπουδαίου ιερού, ήταν η απόλυτη οδηγήτρια δύναμη στους Έλληνες. Απλοί άνθρωποι καθώς και απεσταλμένοι πόλεων το επισκέπτονταν, για να λάβουν απάντηση και οδηγίες για το μέλλον και πεπρωμένο τους. Οι χρησμοί υπακούονταν και η πειστική δύναμη τους ήταν τέτοια, που πόλεμοι κερδίθηκαν ή χάθηκαν, από λίγες λέξεις της Πυθίας.
Κατά την διάρκεια του 7ου αιώνος π.Χ., όταν η βαρβαρική λατρεία του Διονύσου είχε εισέλθει στην Ελλάδα, κινδυνεύοντας να εξαλείψει τις αξίες και παραδόσεις και να στείλει τους Έλληνες σε βαρβαρικά στάδια, οι Δελφοί έσωσαν την Ελλάδα εισάγοντας ευφυώς τον Διόνυσο, με τις αρετές του Απόλλωνα.
Το μαντείο των Δελφών, ένα θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο, επέβαλε για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία διεθνή νόμο, απαγορεύοντας την εκτέλεση αιχμαλώτων πολέμου ή την μόλυνση των νερών των πηγαδιών και την καταστροφή υδραγωγείων.
Οι Δελφοί επηρέασαν την Ελλάδα, όχι μόνο θρησκευτικά, αλλά στην εκπαίδευση και λογοτεχνία, στην τέχνη και το εμπόριο και κυρίως στον αποικισμό. Οι προσφορές ατόμων και πόλεων στο μαντείο του Πυθίου Απόλλωνα ήταν μεγάλες. Περισσότερα από πέντε χιλιάδες έργα τέχνης υπήρχαν στους Δελφούς, πριν την καταστροφή του.



Ιστορία των Δελφών

Σύμφωνα με τον μύθο, οι Δελφοί, το πιο σημαντικό ιερό της Ελλάδος, ήταν το κέντρο του κόσμου, γιατί σ' αυτό εδώ το μέρος συναντήθηκαν οι δύο αετοί, όταν ο Δίας τους άφησε ελεύθερους, τον έναν από την ανατολή και τον άλλον από την δύση.
Το μαντείο αρχικά ανήκε στην θεά Γαία, και μόνο όταν ο Απόλλων σκότωσε το παιδί της, το ερπετό Πύθων, έγινε ο δικός του οίκος λατρείας.
Ένας άλλος μύθος μας λέει, ότι ο Απόλλων μεταμορφώθηκε σε δελφίνι και οδήγησε ένα Κρητικό πλοίο στο μέρος αυτό, καθοδηγώντας τους ναυτικούς να χτίσουν εκεί το ιερό του (οι Δελφοί πήραν το όνομα τους από την αρχαϊκή λέξη δελφίς = δελφίνι ή όπως υποστηρίζουν άλλοι από την ξενική λέξη delf, που σημαίνει κοίλος και η οποία χαρακτηρίζει την τοποθεσία).
Οι Δελφοί αναδείχθηκαν κατά τον έβδομο αιώνα π.Χ., όταν έγινε το κέντρο της Αμφικτιονικής Συμμαχίας.
Το 585 π.Χ., ο τύραννος Κλεισθένης της Σικυώνος απελευθέρωσε τους Δελφούς από την πόλη της Κρίσσας και την κώμη της Κίρρας, οι οποίες επέβαλαν υπέρογκα ποσά στους επισκέπτες που έφθαναν στο λιμάνι τους, για να ζητήσουν την βοήθεια του μαντείου και πολλές φορές τους λήστευαν.
Με την βοήθεια της Αμφικτιονικής Συμμαχίας (Αθηναίων, Θεσσαλών κτλ.), ο Κλεισθένης απέκλεισε το λιμάνι της με τον στόλο των Σικυωνίων και μετά από μακρά πολιορκία, η οποία κράτησε δέκα χρόνια, κατέλαβε και κατέστρεψε ολοσχερώς την Κίρρα (πρώτος ιερός πόλεμος 595-585 π.Χ.).
Ο Κλεισθένης έχτισε καινούργιο θησαυροφυλάκιο και διοργάνωσε τους Πυθικούς Αγώνες μεγαλειωδώς, κάθε τέσσαρα χρόνια, σαν τους αγώνες της Ολυμπίας (από ένα μόνο μουσικό άθλημα, πρόσθεσε αρματοδρομίες, πυγμαχία, τρέξιμο, κλπ.). Το ιερό ανατέθηκε στην προστασία της Συμμαχίας, η οποία τώρα ονομάσθηκε και Δελφική Αμφικτιονία.
Όταν οι Πέρσες εισέβαλαν στην Ελλάδα, ο Ξέρξης έστειλε μεγάλη δύναμη στους Δελφούς (Σεπτέμβριος του 480 π.Χ.), με σκοπό να τους λεηλατήσουν. Όταν το έμαθαν οι κάτοικοι των Δελφών, προσπάθησαν να απομακρύνουν τους θησαυρούς του ιερού, αλλά αυτό απαγορεύτηκε από τον θεό.
Τα ιερά όπλα, τα οποία ήταν κρεμασμένα σε ένα κελί μέσα στο εσωτερικό του ναού και ήταν μεγάλη ιεροσυλία να τα αγγίξεις, βρέθηκαν έξω από την πόρτα του κελιού, σαν ο θεός να επενέβη, για να δώσει τα όπλα στους υπερασπιστές.
Όταν όμως οι Πέρσες ανέβηκαν την πλαγιά του Παρνασσού και έφθασαν στον ναό της Προνοίας Αθηνάς, ξέσπασε ραγδαία βροχή και μια θύελλα τρομακτική, με δυνατές βροντές και κεραυνούς και ένας τρομερός θόρυβος ακούστηκε από δύο πελώριους βράχους, που ξεκόλλησαν από τις Φαιδριάδες. Πελώρια κομμάτια βράχων κατρακύλησαν από τον Παρνασσό και δυνατές κραυγές ακούστηκαν από το ιερό της Αθηνάς. Οι βράχοι πέφτοντας επάνω στους Πέρσες, προκάλεσαν μεγάλη καταστροφή και οι επιζώντες έφυγαν με πανικό, κυνηγημένοι όπως είπαν αργότερα από δύο υπερφυσικούς πολεμιστές. Οι ιερείς αργότερα βεβαίωσαν ότι οι δύο πολεμιστές ήταν οι ήρωες Φύλακος και Αυτόνους, των οποίων τα ιερά ήταν πλησίον. Ολόκληρη η Ελλάδα έμαθε ότι ο Απόλλων επενέβη και έσωσε το ιερό.
Το 356 π.Χ., οι Φωκείς κατέλαβαν την περιοχή και έκλεψαν τα κειμήλια του, μέχρις ότου ο Φίλιππος, βασιλιάς της Μακεδονίας, δέκα χρόνια αργότερα το 346 π.Χ., το απελευθέρωσε.
Τα γεγονότα αυτά λεπτομερώς έχουν ως εξής: οι Θηβαίοι κατηγόρησαν τους Φωκείς στην Αμφικτιονική Συμμαχία, ότι κατέλαβαν μια μεγάλη περιοχή από το μαντείο. Η Συμμαχία τους βρήκε ένοχους και τους διέταξε να πληρώσουν ένα μεγάλο πρόστιμο.
Οι Φωκείς οι οποίοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν το πρόστιμο, πήραν τα όπλα και διάλεξαν ως αρχηγό τους τον ληστή Φιλόμηλο, ο οποίος κατέλαβε τους Δελφούς και σκότωσε πολλούς από τους ιερείς. Για να δικαιολογήσει τις πράξεις του, διέταξε την Πυθία να βγάλει ένα χρησμό που να λέει, ότι όλα αυτά που έγιναν, ήταν πεπρωμένο να γίνουν.
Όταν η Πυθία αρνήθηκε, την ανέβασαν με την βία στο τρίποδο και όπως ήταν τρομοκρατημένη από τις λόγχες των στρατιωτών, είπε:
"είσθε ελεύθεροι να κάνετε ότι θέλετε".
Μετά από αυτό, ο Φιλόμηλος λεηλάτησε το θησαυροφυλάκιο των Δελφών. Με τα χρήματα που πήρε (αξίας εξήντα εκατομμυρίων Αττικών δραχμών της εποχής), δημιούργησε ένα στρατό με μισθοφόρους και δωροδόκησε πολλούς αρχηγούς Ελληνικών πόλεων. Η Αμφικτιονική Συμμαχία τους πολέμησε όλους αυτούς, σε ένα πόλεμο που κράτησε δέκα χρόνια. Τον δεύτερο χρόνο του πολέμου, ο Φιλόμηλος αυτοκτόνησε, πέφτοντας σε μια χαράδρα για να αποφύγει την σύλληψη του.
Την θέση του πήρε ο αδελφός του Ονόμαρχος, ο οποίος πολέμησε τον βασιλιά Φίλιππο σε πολλές σκληρές μάχες και τον νίκησε, αλλά στο τέλος νικήθηκε από τον Φίλιππο στον Ορχομενό και ξανά στην μεγάλη μάχη του Παγασητικού κόλπου. Έξι χιλιάδες Φωκείς σκοτώθηκαν στην μάχη και άλλους τρεις χιλιάδες αιχμάλωτους, τους πέταξαν στην θάλασσα για να πνιγούν, τιμωρία για την ιεροσυλία.
Άλλες χρήσιμες πληροφορίες για την ιστορία των Δελφών είναι:
Ο Μέγας Αλέξανδρος παραβίασε την ιερότητα των Δελφών και ανάγκασε την Πυθία να δώσει τον χρησμό που αυτός ήθελε.
Το 279 π.Χ., οι Γαλάτες εισέβαλαν στην Ελλάδα και έφθασαν μέχρι τις πύλες των Δελφών, το οποίο σώθηκε από τις πέτρες και τους βράχους που έριξαν οι κάτοικοι, από την τοποθεσία Φαιδριάδες αναγκάζοντας τους να αποσυρθούν.
Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής κατοχής, το ιερό υπέστη ζημιές αλλά και ευεργετήθηκε από διάφορους αυτοκράτορες.
Ο στρατηγός Σούλα λεηλάτησε την περιοχή, για να πληρώσει τα έξοδα που έκανε για την κατάληψη των Αθηνών.
Ο Αύγουστος και Αδριανός το ευεργέτησαν και ο Ηρώδης ο Αττικός ξανάκτισε το στάδιο.
Ο Νέρων πήρε μαζί του στην Ρώμη, 500 αγάλματα από τους Δελφούς.
Ο Μεγάλος Κωνσταντίνος μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη τα καλύτερα έργα.
Ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος έκλεισε το μαντείο και απαγόρευσε την αρχαία λατρεία.
Όταν ο Ιουλιανός ο Αποστάτης προσπάθησε να επαναφέρει πίσω την Ελληνική θρησκεία και ζήτησε την συμβουλή του μαντείου, η Πυθία του έδωσε τον ακόλουθο χρησμό:
"Πες στον βασιλιά ότι οι τοίχοι έχουν πέσει σε σήψη;
Ο Απόλλων δεν έχει πλέον ναό, ούτε προφητείες,
ούτε Κασταλία πηγή. Το ρυάκι, που είχε τόσα να πει,
έχει στερέψει."
Οι Γότθοι και Σλάβοι εισβολείς λεηλάτησαν τους Δελφούς, που είχαν επίσης την ατυχία να το χτυπήσουν και πολλοί καταστρεπτικοί σεισμοί.
Το 1891 έως 1893μ.Χ., έγιναν ανασκαφές στους Δελφούς και επαναφέρθηκαν στο φως το Θέατρο, το Στάδιο, το ιερό του Απόλλωνα, τα θησαυροφυλάκια και άλλα κτίρια, μαζί με 6000 επιγραφές από αγάλματα και άλλα έργα.

Ολυμπιονίκες των Δελφών
Νικητής Αγώνισμα Έτος
Τιμασίθεος Παγκράτιον 516 π.Χ.
Τιμασίθεος Παγκράτιον 512 π.Χ.
Δάμων Στάδιον 132 π.Χ.

Το Μαντείο

Στα πρώτα χρόνια του μαντείου, η Πυθία ήταν κοπέλα νέα και παρθένος, αλλά αργότερα το μαντείο νομοθέτησε, ότι έπρεπε να είναι άνω των πενήντα ετών και άμεμπτος. Στα χρόνια της ακμής του μαντείου, υπήρχαν τρεις Πυθίες.
Στην αρχή, οι απαντήσεις δίνονταν μια φορά τον χρόνο, την έβδομη μέρα του μηνός Βίτσιου (τέλη Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου), επέτειος της γεννήσεως του Απόλλωνος, αλλά αργότερα στην ακμή του μαντείου, οι απαντήσεις δίνονταν την έβδομη μέρα κάθε μηνός, με εξαίρεση τους τρεις χειμερινούς μήνες, κατά τους οποίους ο Απόλλων πήγαινε στην χώρα των Υπερβορείων. Κατά την διάρκεια της απουσίας του Απόλλωνος, είχε κανονισθεί να εορτάζετε ο θεός Διόνυσος, με γλέντια στο όρος του Παρνασσού και στον ναό.
Για να δώσει η Πυθία απάντηση, μία ακριβής ιεροτελεστία ακολουθείτο. Πρώτον, οι θεόπροποι (η Πυθία και οι ιερείς) καθαρίζονταν στην Κασταλία πηγή, πλήρωναν μια αμοιβή (τον πέλανο) και κατόπιν θυσίαζαν ένα ζώο, στον ναό του Απόλλωνος. Το ζώο έπρεπε να ήταν μικρό και υγιές και πριν την θυσία έριχναν κρύο νερό επάνω του, και αν το ζώο άρχιζε να τρέμει, αυτό ήταν σημάδι ότι ο θεός ήταν παρών και θα έδινε απάντηση.
Η Πυθία τότε προχωρούσε στο κάψιμο ανθών δάφνης και βρώμης, εκεί που υπήρχε η αιώνια φλόγα και μετά κατέβαινε στα υπόγεια άδυτα (Άνδρο), κάτω από το κέντρο του ναού. Οι ιερείς και οι επισκέπτες έμεναν στο επάνω μέρος, σε ένα δωμάτιο, από όπου ο επισκέπτης έκανε την ερώτηση, με δυνατή φωνή.
Η Πυθία αφού έπινε νερό από την πηγή της Κασσοτίδος, μασούσε φύλλα δάφνης και καθισμένη επάνω στο ιερό τρίποδο, το οποίο ήταν πλησίον του ομφαλού, εισέπνεε από την σχισμή. Όταν έπεφτε σε νάρκη, άρχιζε να μιλάει και οι ιερείς έγραφαν και εξηγούσαν τα λεγόμενα της.
Οι απαντήσεις που έδινε το μαντείο ήταν ή κρυπτικές ή διφορούμενες. Ήταν τα σημάδια του θεού.





Τιμή και εορτασμός του πολιτισμού

Κάθε τέσσερα χρόνια μία πανελλαδική εκεχειρία αναγγέλλονταν και άνθρωποι από όλη την Ελλάδα έρχονταν στην Ολυμπία για να λάβουν μέρος και να παρακολουθήσουν τους αγώνες. Το έπαθλο του νικητή ήταν ο κότινος, ένα στεφάνι από αγριελιά.
Η Ολυμπία ήταν ιερό μέρος, όσο και οι Δελφοί. Η ιερή περιοχή ήταν στην πεδιάδα του ποταμού Αλφειού, στην περιοχή Πισάτις και στον περίβολο του Άλτη, "το ωραιότερο μέρος της Ελλάδος", στην βόρειο-δυτική Πελοπόννησο.
Αν και οι αγώνες ιστορικά αρχίζουν από το 776 π.Χ., ημερομηνία που θεωρείται ως η πρώτη Oλυμπιάδα, ελάμβαναν μέρος εδώ από τους πανάρχαιους χρόνους και σύμφωνα με την παράδοση ένας από τους ανακαινιστές τους ήταν ο ήρωας Ηρακλής.
Σ' αυτό το ενοποιητικό γεγονός, μόνον ελεύθεροι Έλληνες επιτρέπονταν να λάβουν μέρος. Έλληνες από τις Πύλες του Ηρακλέους, την Κασπία Θάλασσα και την Αφρική έρχονταν να αγωνισθούν και να παρακολουθήσουν τους αγώνες, μεταξύ αυτών φιλόσοφοι, σοφοί, ήρωες και φημισμένοι άνδρες.
Δεν είναι τυχαίο γεγονός, ότι η Ελλάς για πρώτη φορά στην ιστορία έκανε τους αγώνες. Αυτό ήταν ένα ιδιαίτερο γεγονός, προϊόν υψηλού πολιτισμού, στο οποίο ο κόσμος τιμούσε την φυλή του και τους Θεούς, που τους είχαν ευνοήσει με αρετή, δύναμη και χάρη.



Ιστορία της Ολυμπίας

Δεκαέξι χιλιόμετρα από το Ιόνιο πέλαγος, στο εσωτερικό της δυτικής Πελοποννήσου και στο σημείο όπου οι ποταμοί Αλφειός και Κλάδιος συναντούνται, ευρίσκεται το αρχαίο τέμενος της Ολυμπίας και ο τόπος όπου γίνονταν οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες. Στα πολύ αρχαία χρόνια, η περιοχή ανήκε στην κυριαρχία της πόλης Πίσας, αλλά μετά το 570 π.Χ. περιήλθε στην κηδεμονία της Ηλείας.

Ο μύθος

Οι πιο αρχαίοι κάτοικοι της Ηλείας ήταν Αχαιοί από την Θεσσαλία, Αρκαδία, Αιτωλία, καθώς και από την Βοιωτία και Αττική. Ο Παυσανίας αναφέρει, ότι πρώτος βασιλιάς της Ηλείας ήταν ο Αίθλιος, ο οποίος ήλθε στην περιοχή από την Θεσσαλία με τους υπηκόους του. Ο γιος του, Ενδυμίων, σύμφωνα με τον μύθο, είχε αποκτήσει πενήντα θυγατέρες και τρεις γιους. Ο Ενδυμίων ήταν ο πρώτος που οργάνωσε αγώνα δρόμου στην Ολυμπία, μεταξύ των τριών γιων του, Παίονα, Επειού και Αιτωλού. Ο Επειός κέρδισε τον αγώνα και το βασίλειο και οι κάτοικοι ονομάσθηκαν Επειοί, όπως τους ονομάζει και ο Όμηρος. Ο Παίονας μετά την ήττα του έφυγε και πήγε στην περιοχή του ποταμού Αξιού, η οποία πήρε το όνομα του, Παιονία.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Επειού, ο Οινόμαος, ο γιος του Αλξίωνα (ή του Άρη, σύμφωνα με τα εγκώμια των ποιητών), κυβερνούσε την περιοχή της Πίσας. Ο Οινόμαος είχε λάβει ένα χρησμό από το μαντείο των Δελφών, ο οποίος έλεγε, ότι όταν η κόρη του παντρευτεί, αυτό θα σήμαινε και το τέλος της ζωής του. Έτσι, ανακοίνωσε ότι θα παντρέψει την κόρη του, Ιπποδάμεια, με τον μνηστήρα που θα τον νικούσε σε αρματοδρομία, με την προϋπόθεση, ότι ο μνηστήρας θα έπρεπε να έχει την κόρη του πάνω στο άρμα του. Είχε επίσης συμφωνηθεί, ότι εάν ο μνηστήρας έχανε τον αγώνα, ο Οινόμαος θα τον σκότωνε.
Ο Οινόμαος είχε σκοτώσει δεκατρείς μνηστήρες (ή σύμφωνα με άλλους δεκαοχτώ), όταν ο Πέλοψ, γιος του Τάνταλου από την Λυδία, ήλθε για να λάβει μέρος. Με την βοήθεια του Μυρτίλου, γιου του Ερμή, ο οποίος ήταν βοηθός στην άμαξα του Οινόμαου, ο Πέλοψ νίκησε. Ο Οινόμαος σκοτώθηκε κατά την διάρκεια της αρματοδρομίας (ή αυτοκτόνησε κατά άλλους). Ο Πέλοψ παντρεύτηκε την Ιπποδάμεια, έγινε βασιλιάς της Πίσας, κατέλαβε την Ολυμπία από τους Επειούς και επανέφερε τους Αγώνες με μεγάλη αίγλη, και γι' αυτό τον τιμούσαν σαν ήρωα.
Ο Αιτωλός, ο οποίος έγινε βασιλιάς μετά τον Επειό, αναγκάσθηκε να φύγει από την Πελοπόννησο, επειδή κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων σκότωσε με το άρμα του τον Άπη, τον γιο του Ιάσονα της Αρκαδίας. Εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Αχελώου ποταμού και από αυτόν η περιοχή ονομάσθηκε Αιτωλία.
Μετά τον Αιτωλό, την χώρα των Επείων κυβέρνησε ο Ηλείος, ο γιος της Ευρυκύδας, η οποία ήταν μία από τις πενήντα κόρες του Ενδυμίωνα. Από αυτόν, η περιοχή ονομάσθηκε Ηλεία και οι κάτοικοι Ηλείοι.
Ο γιος του, Αυγέας, ο οποίος αργότερα έγινε βασιλιάς, είχε τόσα πολλά βόδια και γιδοπρόβατα, που η περιοχή δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί, λόγω του μεγάλου αποθέματος της κοπριάς των ζώων. Για να επιλύσει το πρόβλημα του, κάλεσε τον Ηρακλή και του υποσχέθηκε να του δόση μερίδιο, από το βασίλειο. Όταν ο Ηρακλής κατόρθωσε να καθαρίσει την περιοχή, αλλάζοντας την ροή του ποταμού Μήνιου, ο Αυγέας αρνήθηκε να του δώσει την αμοιβή του. Ο Ηρακλής τότε με την βοήθεια του Άργους, της Θήβας και Αρκαδίας επιτέθηκε και κατέλαβε την Ηλεία, τιμώρησε τους Ηλείους και είχε πρόθεση να επιτεθεί και στους συμμάχους της, την Πίσα και την Πύλο, αλλά ένας χρησμός των Δελφών, τον σταμάτησε. Ο Ηρακλής έδωσε τον θρόνο στον μεγαλύτερο γιο του Αυγέα, Φυλέα, σε ανταπόδοση για την στάση που πήρε εναντίον της αδικίας του πατέρα του. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ηρακλής ανακαίνισε τους Αγώνες και έκτισε βωμούς.

Σύμφωνα με ένα άλλο μύθο, οι Ηρακλείδες, που ήθελαν να επιστρέψουν στην Πελοπόννησο, πήραν χρησμό από τους Δελφούς, να βρουν ένα οδηγό με τρία μάτια και να περάσουν μέσα από ένα στενό φαράγγι. Οι Ηρακλείδες τότε, συνάντησαν τον εξόριστο ευγενή από την Αιτωλία, Όξυλο, ο οποίος ακούσια είχε διαπράξει φόνο κατά την διάρκεια αγώνων στο ρίξιμο του δίσκου, και ο οποίος είχε χάσει το ένα μάτι του και ήταν καβάλα σε ημίονο, και του ζήτησαν να τους οδηγήσει στην Πελοπόννησο.
Ο Όξυλος τους συμβούλευσε να περάσουν στην Πελοπόννησο με πλοία και να μην προσπαθήσουν να περάσουν από τον Ισθμό, με στρατό. Έτσι, τους οδήγησε στο ταξίδι από την Ναύπακτο στο Μολύκριο και για ανταμοιβή του συμφώνησαν να του δώσουν την περιοχή της Ηλείας. Ο Όξυλος με πονηρία οδήγησε τους Δωριείς δια μέσου της Αρκαδίας, γιατί δεν ήθελε να δουν τις εύφορες πεδιάδες της Ηλείας, οι οποίες ήταν καλλιεργημένες.
Ο Όξυλος ήθελε να γίνει βασιλιάς της Ηλείας χωρίς να γίνει μάχη, αλλά ο αρχηγός των Επείων, Δίος, δεν συμφωνούσε και πρότεινε να γίνει μονομαχία, με ένα άνδρα από την κάθε στρατιά. Από την Ηλεία διαλέχτηκε ο τοξότης, Δέγμενος, και από τους Αιτωλούς, ο σφενδονιστής, Πυραίχμης. Ο Πυραίχμης νίκησε και ο Όξυλος έγινε βασιλιάς της Ηλείας. Ο Όξυλος απέδωσε τιμές στον Δίο, ο οποίος τιμήθηκε σαν ήρωας, και επέτρεψε στους Επειούς να κρατήσουν τα κτήματα τους, αλλά συγχρόνως έφερε Αιτωλούς να κατοικήσουν και τους έδωσε μερίδιο από την γη. Κατάφερε να πείσει τους κατοίκους των γειτονικών χωριών να έλθουν και να εγκατασταθούν μέσα από τα τείχη της Ηλείας και έτσι μεγάλωσε την περιοχή και επίσης ανακαίνισε και τους Αγώνες. Αυτούς τους χρόνους, πολλοί κάτοικοι από την Πίσα και την κοίλη Ηλεία, άφησαν τις περιουσίες τους και μετανάστευσαν στην Ήπειρο. Μεταξύ των αποικιών ήταν η Ελάτεια, Πανδοσία και Βουχέτιο.
Ίφιτος

Κατά την διάρκεια της βασιλείας του γιου του, Λάϊου, οι Αγώνες εγκαταλείφθηκαν επί πολλά χρόνια και ανακαινίσθηκαν από τον Ίφιτο, απόγονο του Όξυλου, ο οποίος ήταν σύγχρονος του βασιλιά Λυκούργου της Σπάρτης. Η παράδοση αναφέρει, ότι ο Ίφιτος επισκέφθηκε τους Δελφούς και εκεί τον συμβούλευσαν να ανακαινίσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Ίφιτος έκανε συμφωνία με τον Λυκούργο και τον βασιλιά της Πίσας, Κλεοσθένη, και προκήρυξαν την Ηλεία ιερό του Διός, επιβάλλοντας για πρώτη φορά εκεχειρία, κατά την διάρκεια των αγώνων.
Σύμφωνα με την συνθήκη, κάθε εχθροπραξία μεταξύ των Ελληνικών πόλεων έπρεπε να σταματήσει, κατά την διάρκεια των αγώνων και όποιος έμπαινε στην Ηλεία, έπρεπε να παραδίνει τα όπλα του, τα οποία μπορούσε να τα πάρει πίσω, όταν έφευγε. Η συμφωνία αυτή ήταν έγκυρη και σεβαστή επί πολλούς αιώνες, από τις Ελληνικές πόλεις. Για το κατόρθωμα αυτό, ένα άγαλμα του Ίφιτου ανεγέρθηκε στον ναό του Διός στην Ολυμπία, όπου η Εχθρότης στεφάνωνε τον ήρωα Ίφιτο. Ο Αριστοτέλης γράφει για την συμφωνία αυτή, ότι ήταν γραμμένη πάνω σε ένα χάλκινο δίσκο, ο οποίος φυλάσσονταν στο ιερό της Ήρας. Ο Ίφιτος έπεισε τους κατοίκους της Ηλείας να θυσιάζουν προς τιμήν του ήρωα Ηρακλή, ο οποίος θεωρείτο από αυτούς ως εχθρός.
Οι Αγώνες ελάμβαναν μέρος στο ιερό άλσος της Άλτης (ή το ιερό άλσος του Δία) από το 776 π.Χ. έως το τέλος του 4ου αιώνος π.Χ.
Στην αρχή οι αγώνες διαρκούσαν μόνο μια μέρα και περιλάμβαναν μόνον ένα αγώνισμα, τον αγώνα δρόμου, ο οποίος γίνονταν κατά το μήκος του σταδίου. Αργότερα, άλλα αγωνίσματα προστέθηκαν όπως οι αρματοδρομίες, η δισκοβολία, το πήδημα, το ακόντιο, η πυγμαχία, η πάλη και το πένταθλο, και η διάρκεια των αγώνων έγινε πέντε μέρες.
Οι νικητές των Αγώνων θεωρούνταν ήρωες και οι ποιητές και οι μουσικοί τραγουδούσαν την δύναμη και την ομορφιά τους και γλύπτες έφτιαχναν τα αγάλματα τους.
Τον έβδομο αιώνα π.Χ., η Πίσα με την βοήθεια του δυνατού βασιλιά του Άργους, Φείδωνα, και την συμπαράσταση των Μεσσηνίων και Αρκάδων, νίκησε τους Ηλείους σε διαφορετικούς πολέμους και πήρε υπό την ηγεμονία της, τους Αγώνες. Αλλά στις αρχές του έκτου αιώνα π.Χ., η Ηλεία ανέκτησε και πάλι την δύναμη της, ίσως με τον θάνατο του Φείδωνα.
Το 580 π.Χ., με την βοήθεια της Σπάρτης, οι Ηλείοι κατέλαβαν την Πίσα και επανέκτησαν το ιερό της Ολυμπίας και τους Αγώνες. Κατέστρεψαν επίσης τις πόλεις της Πίσας, αναγκάζοντας τους κατοίκους να μεταναστεύσουν. Αυτοί που παρέμειναν, υποχρεώθηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο. Η Ηλεία με την βοήθεια των Αρκάδων, κατέλαβε μέρος της Τριφυλίας. Από τις τέσσαρες επαρχίες που αποτελούσαν τώρα την Ηλεία, μόνο οι κάτοικοι της κοίλης Ηλείας ήταν πολίτες. Οι κάτοικοι της Πίσας, Ακρώρειας και Τριφυλίας, μόνον κατά διαστήματα κατάφεραν να γίνουν πολίτες. Αυτά ήταν και τα πιο ευημερή χρόνια στην ιστορία της Ηλείας. Η χώρας τους θεωρείτο ιερή και οι κάτοικοι ζούσαν σε ειρήνη και ευημερία. Ως αναφορά με τους Αγώνες, εμπλουτίστηκαν με την προσθήκη νέων αγωνισμάτων.
Τον πέμπτο αιώνα π.Χ., κατά την διάρκεια της Περσικής εισβολής, η Ηλεία υπό τον Κλεόμβροτο, έστειλε στρατό για να βοηθήσουν στην φρούρηση του Ισθμού, αλλά δεν έλαβαν μέρος στην μάχη της Σαλαμίνας και των Πλαταιών, γιατί ο στρατός τους έφθασε αργά, μετά την μάχη.
Τα μέσα του πέμπτου αιώνος π.Χ., το Λέπρεο, μια πόλη της Τριφυλίας, η οποία είχε καλές σχέσεις με τους Ηλείους, ζήτησε την βοήθεια τους, στον πόλεμο που έκαναν με τους Αρκάδες, με την υπόσχεση ότι θα τους δώσουν την μισή περιοχή. Με την βοήθεια της Ηλείας, το Λέπρεο νίκησε τους Αρκάδες και συμφώνησαν να δίνουν επίσης κάθε χρόνο, ένα τάλαντο στο ιερό της Ολυμπίας.
Η Ηλεία και το Λέπρεο ήλθαν σε διαμάχη και η Σπάρτη, αν και είχε καλές σχέσεις με την Ηλεία μέχρι τότε, επήρε το μέρος του Λέπρεο.
Το 435 π.Χ., οι Ηλείοι έστειλαν χρήματα και πλοία για να βοηθήσουν του Κορίνθιους εναντίον των Κερκυραίων, στην Επίδαμνο. Οι Κερκυραίοι όμως μετά την μάχη της Λευκίμνης πήραν εκδίκηση και έκαψαν το λιμάνι της Κυλλήνης.
Το 433 π.Χ., οι Ηλείοι πήραν μέρος στην ναυμαχία στα Σύβοτα, με δέκα πλοία και από το ένα δέκατο της λείας, έκτισαν την στοά των Κερκυραίων, στην αγορά της Ηλείας. Κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Ηλείοι πήραν το μέρος της Σπάρτης και την βοήθησαν με χρήματα, πλοία και στρατό.
Το 431 π.Χ., οι Αθηναίοι με τους Κερκυραίους κατέλαβαν το λιμάνι της Φειάς και λεηλάτησαν την ιερή γη της Ηλείας.
Γύρω στα 422 π.Χ., το Λέπρεο αρνήθηκε να συνεχίζει να δίνει το ένα τάλαντο, το οποίο είχαν συμφωνήσει να πληρώνουν στο ιερό της Ολυμπίας και ζήτησε την βοήθεια της Σπάρτης. Όταν οι Ηλείοι άρχισαν να λεηλατούν την περιοχή τους, η Σπάρτη πήρε το μέρος του Λέπρεο και τοποθέτησε φρουρά στην πόλη, για την προστασία της.
Το 421 π.Χ., στο Πελοποννησιακό συνέδριο, οι Ηλείοι μαζί με τους Κορινθίους, Μεγαρείς και Βοιωτούς, αρνήθηκαν να υπογράψουν την συμφωνία μεταξύ της Σπάρτης και της Αθήνας και λίγο αργότερα η Ηλεία, Κόρινθος και το Άργος πήγαν εναντίον της Σπάρτης.
Το 420 π.Χ., η Ηλεία έκανε συμμαχία με την Αθήνα. Τον ίδιο χρόνο, κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, η Σπάρτη προσπάθησε να καταλάβει το οχυρό του Φείρκου και η Ηλεία της επέβαλλε αυστηρό πρόστιμο, αλλά οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να το πληρώσουν και έτσι η Ηλεία τους απέκλεισε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Το 418 π.Χ., οι Ηλείοι, Αργείοι και Μαντίνειοι πολέμησαν τους Σπαρτιάτες στην Αρκαδία και Φλειούς και κατέλαβαν τον Ορχομενό (στην Πελοπόννησο), αλλά όταν οι Ηλείοι πρότειναν να επιτεθούν στο Λέπρεο, οι σύμμαχοι της αρνήθηκαν. Μετά από αυτό, οι Ηλείοι απομακρύνθηκαν από την συμμαχία, για μικρό διάστημα.
Μετά τον επιτυχή πόλεμο της Σπάρτης εναντίον της Αθήνας, οι Σπαρτιάτες πήραν εκδίκηση για τις πολλές ύβρεις που είχαν υποστεί από τους Ηλείους. Οι Σπαρτιάτες είχαν αποκλεισθεί από τους Αγώνες και είχε απαγορευθεί στον βασιλιά τους, Άγη, να κάνει θυσία. Οι Ηλείοι με τους Αργείους και Μαντινείους πολέμησαν εναντίον τους.
Το 401 π.Χ., οι Σπαρτιάτες υπό την αρχηγία του Άγη εισέβαλλαν στην Ηλεία, όταν οι Ηλείοι αρνήθηκαν να ελευθερώσουν τις πόλεις γύρω από την περιοχή τους. Κατέκτησαν και λεηλάτησαν μέρος της Ηλείας, η οποία σώθηκε τελικά από έναν ισχυρό σεισμό. Οι Σπαρτιάτες θεώρησαν τον σεισμό ως κακό οιωνό και αποσύρθηκαν. Τον ίδιο χρόνο όμως, ο Άγης και οι σύμμαχοι του, Βοιωτοί, Κορίνθιοι και Αθηναίοι εισέβαλλαν και κατέλαβαν ολόκληρη την Ηλεία, εκτός από την πόλη. Οι Ηλείοι αναγκάστηκαν να υποταχθούν, αποδεχόμενοι σκληρούς όρους. Έχασαν την Ακρώρεια, την Τριφυλία και το Λέπρεο και άλλες πολλές πόλεις, κρατώντας μόνο το ιερό της Ολυμπίας, στο ανατολικό μέρος της Πίσας και την κοίλη Ηλεία. Επίσης συμφώνησαν να κατεδαφίσουν τα τείχη της Ακροπόλεως και των λιμανιών της Φειάς και της Κυλλήνης και να δώσουν στους Σπαρτιάτες τον στόλο τους.
Μέχρι το 371 π.Χ., τον χρόνο που η Σπάρτη έχασε την μάχη στα Λεύκτρα, η Ηλεία είχε παραμείνει ένα αδύναμο και μικρό κράτος. Με την εξασθένηση της Σπάρτης, η Ηλεία κατάφερε να ανακτήσει μερικές από τις πόλεις, τις οποίες είχε χάσει τριάντα χρόνια πριν, μεταξύ αυτών την Πίσα, Τριφυλλία και Ακρώρεια. Όταν ο Αγησίλαος, το 370 π.Χ., βάδισε εναντίον της Μαντινείας, η Ηλεία ήλθε προς βοήθεια τους. Επίσης έλαβαν μέρος στην εκστρατεία του Επαμεινώνδα εναντίον της Σπάρτης και το ιππικό τους υπέστη μεγάλες απώλειες, κοντά στις Αμύκλες. Όταν ο Επαμεινώνδας για δεύτερη φορά, εισέβαλλε στην Πελοπόννησο, η Ηλεία πήρε μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Σικυώνος.
Το 365 π.Χ., στην τρίτη εισβολή του Επαμεινώνδα, η Ηλεία βοήθησε τους Θηβαίους. Τον ίδιο χρόνο η Ηλεία ήλθε σε διαμάχη με τους Αρκάδες, οι οποίοι είχαν εισβάλλει στην Ακρώρεια και κατέλαβαν τις πόλεις και το ιερό της Ολυμπίας. Με την βοήθεια των δημοκρατικών, οι Αρκάδιοι εισέβαλλαν στην πόλη της Ηλείας, αλλά αναγκάστηκαν να αποσυρθούν, όταν οι Σπαρτιάτες το 364 π.Χ. κατέλαβαν την πόλη Κρόμνος. Όταν οι Αρκάδες επανέκτησαν την πόλη Κρόμνος, εισέβαλλαν ξανά στην Ηλεία και οχύρωσαν την Ολυμπία. Από τα λάφυρα του ιερού, έκοψαν χρυσά νομίσματα.
Το 364 π.Χ. και κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, οι Ηλείοι με τους συμμάχους τους, Αχαιούς και Αργείους, επιτέθηκαν στην Ολυμπία και κέρδιζαν την μάχη, αλλά δυστυχώς γι' αυτούς, ο ηγέτης των τριακοσίων επίλεκτων, Στρατόλας, σκοτώθηκε και αναγκάσθηκαν να αποσυρθούν. Οι Αρκάδες αναγκάσθηκαν να φύγουν από την Ολυμπία και το 363 π.Χ. έκαναν συμφωνία με τους Ηλείους, δίνοντας πίσω τις πόλεις τους, εκτός από το Λέπρεο και το Λάσιο, οι οποίες αφιέρωσαν ένα μπρούτζινο άγαλμα του Διός στην Ολυμπία.
Το 362 π.Χ., η Ηλεία έλαβε μέρος στην μάχη της Μαντινείας με τους σύμμαχους Αθηναίους και Λακεδαιμόνιους, εναντίον της Θήβας.
Κατά την διάρκεια του τετάρτου αιώνος π.Χ., στο πολιτικό σύστημα της Ηλείας έγιναν πολλές και απότομες αλλαγές.
Το 334 π.Χ., οι ολιγαρχικοί ανέτρεψαν τους δημοκρατικούς και ζήτησαν την φιλία του βασιλιά Φιλίππου των Μακεδόνων. Οι Ηλείοι πήραν μέρος στην εκστρατεία του Φίλιππου εναντίον της Σπάρτης, αλλά μετά τον θάνατο του η Ηλεία προσπάθησε να αποδεσμευτεί από την Μακεδονική κυριαρχία.
Το 331 π.Χ., οι Ηλείοι, Σπαρτιάτες, Αρκάδες και Αχαιοί επαναστάτησαν εναντίον του Αντίπατρου και προσπάθησαν να καταλάβουν την Μεγαλόπολη, το κύριο κέντρο της Μακεδονικής κυριαρχίας. Όταν νικήθηκαν από τον Αντίπατρο, η Ηλεία τιμωρήθηκε να πληρώνει το πρόστιμο των εκατόν είκοσι ταλάντων στην Μεγαλόπολη.
Το 313 π.Χ., ο Αντίγονος έστειλε στην Ηλεία τον Τελέσφορο, για να την προστατεύσει από τον Κάσσανδρο. Όταν όμως ο Αντίγονος έστειλε τον ανιψιό του Πτολεμαίο στην Πελοπόννησο, τότε ο Τελέσφορος προσπάθησε να καταλάβει την Ηλεία για τον εαυτόν του. Πήρε από το ιερό της Ολυμπίας πενήντα τάλαντα, οργάνωσε ένα στρατό μισθοφόρων και οχύρωσε την Ακρόπολη. Αργότερα, όταν έμαθε ότι ο Πτολεμαίος κινήθηκε εναντίον του, έφυγε από την Ηλεία και πήγε στην Κυλλήνη, αλλά υποχρεώθηκε να επιστρέψει τα χρήματα στην Ολυμπία.
Από το 308 έως το 281 π.Χ., η Ηλεία βρίσκονταν κάτω από την Μακεδονική ηγεμονία του Κάσσανδρου, Δημήτριου Πολιορκητή και Αντίγονου Γονατά.
Το 271 π.Χ., ο αδίσταχτος τύραννος Αριστόδημος κυβέρνησε την Ηλεία για έξι μήνες. Εξολόθρευσε τους πολιτικούς του αντιπάλους και έκλεψε τις περιουσίες τους. Μια ευγενής γυναίκα, η Μεγιστώ, αντιτάχθηκε στην τυραννία του και όταν ο Αριστόδημος έψαξε να βρει τον γιο της για να τον σκοτώσει, αυτή τον φανέρωσε λέγοντας, ότι είναι προτιμότερο να τον δει να πεθαίνει παρά να είναι σκλάβος. Οι Ηλείοι σύντομα με συνομωσία σκότωσαν τον Αριστόδημο και ανήγειραν άγαλμα στην Ολυμπία, στον Κύλωνα, τον άνδρα που τον δολοφόνησε.
Κατά την διάρκεια του Χρεμωνιδίου πολέμου, 267-262 π.Χ., η Ηλεία και η Σπάρτη πολέμησαν εναντίον του Αντίγονου Γονατά, αλλά έχασαν τον πόλεμο.
Το 245 π.Χ., η Ηλεία πολέμησε τους Αρκάδες και Αχαιούς και κατέκτησε πολλές πόλεις μεταξύ αυτών το Λάσιο, την Ψοφίδα και πιθανώς το Λέπρεο.
Ο Άρατος, αρχηγός της Αχαϊκής Συμμαχίας, εισέβαλλε στην Ηλεία, αλλά αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω, όταν έμαθε ότι ο βασιλιάς Κλεομένης της Σπάρτης ερχόταν προς βοήθεια τους.
Η Ηλεία άλλαξε το πολιτικό της σύστημα πολλές φορές.
Το 220 π.Χ., οι Ηλείοι διάλεξαν να πάνε με το μέρος των Αιτωλών εναντίον της Σπάρτης.
Το 219 π.Χ., λεηλάτησαν την Αχαϊα και την Αρκαδία, αλλά οι Αχαιοί με την βοήθεια των Μακεδόνων νίκησαν την Ηλεία στον Στύμφαλο και πήραν υπό την κατοχή τους τις πόλεις Λάσιο και Ψοφίδα. Μεγάλη λεηλασία και καταστροφή υπέστη τότε η Ηλεία, η οποία έχασε πολλές πόλεις.
Το 218 π.Χ., ο Φίλιππος ο πέμπτος εισέβαλλε στην Ηλεία και το 217 π.Χ., οι Ηλείοι αναγκάσθηκαν να συνθηκολογήσουν.
Το 212 π.Χ., οι Ηλείοι και Ρωμαίοι πολέμησαν εναντίον των Μακεδόνων και Αχαιών.
Κατά την διάρκεια του Μακεδονικού πολέμου, 200-197 π.Χ., οι Ηλείοι έγιναν σύμμαχοι ξανά με τους Ρωμαίους, αλλά απογοητεύθηκαν όταν οι Ρωμαίοι έδωσαν την Τριφυλία και την Ηραία, στους Αχαιούς.
Το 191 π.Χ., οι Ηλείοι εντάχθηκαν στην Αχαϊκή Συμμαχία και το συνέδριο της Συμμαχίας, το 189 π.Χ., έλαβε μέρος στην Ηλεία.
Η Ηλεία είχε πάντα καλές σχέσεις με τους Ρωμαίους και όταν ο Μόμμιος κατέλαβε την Πελοπόννησο το 146 π.Χ., δεν την λεηλάτησε, αλλά αντιθέτως πρόσφερε είκοσι μία επιχρυσωμένες ασπίδες στο ναό του Διός, για την νίκη του.
Το 87 π.Χ., ο Σύλλας λεηλάτησε την Ολυμπία, για να κάνει πόλεμο εναντίον του Μιθριδάτη, αλλά μετά την επιτυχή έκβαση του πολέμου έδωσε την μισή περιοχή των Θηβαίων, στους Ηλείους. Γενικά η Ολυμπία και η υπόλοιπη Ηλεία ωφελήθηκε από τους Ρωμαίους και κατά τον δεύτερο αιώνα μ.Χ., η Ηλεία ευημερούσε.
Το 267 π.Χ., οι Γότθοι λεηλάτησαν την Ολυμπία, καθώς και άλλες πόλεις της Ελλάδος.
Το 393 μ.Χ., οι Αγώνες καταργήθηκαν από τον Θεοδόσιο Ι. Ήταν ο ίδιος χρόνος, όπου το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός, το έργο του Φειδία, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και καταστράφηκε αργότερα στην μεγάλη πυρκαγιά του Λαυσείου, το 476 μ.Χ.
Το 395 μ.Χ., η Ηλεία λεηλατήθηκε ξανά από τον βασιλιά Αλάριχο των Βησιγότθων.
Το 467 μ.Χ., οι εισβολείς έκαναν μεγάλη καταστροφή στην Ηλεία.
Στον 6ον αιώνα μ.Χ., ένας μεγάλος και καταστρεπτικός σεισμός, κατέστρεψε ότι είχε απομείνει και οι ποταμοί Αλφειός και Κλάδιος κάλυψαν με λάσπη τα χαλάσματα, τα οποία επανήλθαν στο φως τον 19ον αιώνα μ.Χ.


Ολυμπιονίκες της Ηλείας

Ήταν ο Όρσιππος από τα Μέγαρα, ο νικητής του αγώνος δρόμου το 720 π.Χ., ο οποίος διακρίθηκε σαν ο πρώτος Έλληνας που έτρεξε γυμνός στην Ολυμπία και επαινέθει για την πράξη του, γιατί έτσι άνοιξε τα σύνορα της πατρίδος του, ενώ οι εχθροί της προσπαθούσαν να τα μικρύνουν.

Νικητής Αγώνισμα Έτος
Κόροιβος Στάδιον 776 π.Χ.
Αισχίνης Στάδιον 760 π.Χ.
Πολυνείκης (ή Πολυνίκης) Στάδιον παίδων 632 π.Χ.
Άγις Στάδιον 572 π.Χ.
Απελλαίος Στάδιον 540 π.Χ.
Αγιάδας Πυγμαχία παίδων 488 π.Χ.
Πυθοκλής Πένταθλον 452 π.Χ.
Χαρμίδης Πυγμαχία παίδων 444 π.Χ.
Παντάρκης Πάλη παίδων 436 π.Χ.
Λυκίνος Πάλη παίδων 432 π.Χ.
Αμέρτας Πάλη παίδων 420 π.Χ.
Ευαγόρας Συνωρίς 408 π.Χ.
Σύμμαχος Πάλη 404 π.Χ.
Τίμων Τέθριππον 400 π.Χ.
Αρχέδαμος Πάλη παίδων 396 π.Χ.
Ευπόλεμος (ή Εύπολις) Στάδιον 396 π.Χ.
Κράτης Αγώνας κηρύκων 396 π.Χ.
Τίμαιος Αγώνας σαλπιγκτών 396 π.Χ.
Αριστόδημος Πάλη 388 π.Χ.
Κλεογένης Κέλης 388 π.Χ.
Ύσμων Πένταθλον 384 π.Χ.
Δεινόλοχος Στάδιον παίδων 380 π.Χ.
Ίππος Πυγμαχία παίδων 380 π.Χ.
Στόμιος Πένταθλον 376 π.Χ.
Τρωίλος Άρμα πωλικόν 372 π.Χ.
Τρωίλος Συνωρίς 372 π.Χ.
Ασάμων Πυγμαχία 340 π.Χ.
Σάτυρος Πυγμαχία 332 π.Χ.
Σάτυρος Πυγμαχία 328 π.Χ.
Πύτταλος Πυγμαχία παίδων 320 π.Χ.
Χοιρίλος Πυγμαχία παίδων 316 π.Χ.
Θεότιμος Πυγμαχία παίδων 308 π.Χ.
Κάλλων Πυγμαχία παίδων 304 π.Χ.
Νίκανδρος Δίαυλος 304 π.Χ.
Ιππόμαχος Πυγμαχία παίδων 300 π.Χ.
Νίκανδρος Δίαυλος 300 π.Χ.
Τιμοσθένης Στάδιον παίδων 300 π.Χ.
Αρχίδαμος Τέθριππον 296 π.Χ.
Επέραστος Οπλίτης δρόμος 292 π.Χ.
Τηλέμαχος Τέθριππον 292 π.Χ.
Παραβάλλων Δίαυλος 280 π.Χ.
Νίκαρχος Πάλη 272 π.Χ.
Αλεξίνικος Πάλη παίδων 268 π.Χ.
Άγνωστο όνομα Πένταθλον 252 π.Χ.
[...]ς Άγνωστο αγώνισμα 248 π.Χ.
Ευρυάδης Άγνωστο αγώνισμα 248 π.Χ.
Λαστρατίδας Πάλη 248 π.Χ.
Ευανορίδας Πάλη Παίδων 240 π.Χ.
Πάνταρκος Κέλης 228 π.Χ.
Θρασωνίδης Ιπποδρομία πώλων 216 π.Χ.
Παιάνιος Πάλη 216 π.Χ.
Κάπρος Πάλη 212 π.Χ.
Κάπρος παγκράτιον 212 π.Χ.
Τίμων Πένταθλον 200 π.Χ.
Λύσιππος Πάλη παίδων 164 π.Χ.
[...]ς Πάλη 148 π.Χ.
Αντιγένης Συνωρίς πωλική 096 π.Χ.
Αριστόδαμος άγνωστο αγώνισμα 096 π.Χ.
Φίλιστος Συνωρίς 084 π.Χ.
(Πραξ)αγόρας Τέθριππον 084 π.Χ.
Στρωγιανός Κέλης 084 π.Χ.
(Τ)ηλέμαχος Κέλης 084 π.Χ.
Θεοδότα Τέθριππον πωλικόν 084 π.Χ.
Τιμαρέτα Συνωρίς 084 π.Χ.
Λασθένης Κέλης 076 π.Χ.
Άγνωστο όνομα Τέθριππον 076 π.Χ.
Φιλόνικος Στάδιον 076 π.Χ.
Αριστόλοχος Τέθριππον 072 π.Χ.
Ελλάνικος Τέθριππον πωλικόν 072 π.Χ.
Ελλάνικος Συνωρίς 072 π.Χ.
Ηγήμων Κέλης 072 π.Χ.
Κάλας παγκράτιον παίδων 072 π.Χ.
Κάλλιππος Κέλης πωλικός 072 π.Χ.
Κλητίας Συνωρίς πωλική 072 π.Χ.
Σωτήριχος Πυγμαχία παίδων 072 π.Χ.
Μενέδημος Συνωρίς 060 π.Χ.
Χάρωψ Ιπποδρομία πώλων 056 π.Χ.
Αγίλοχος Ιπποδρομία πώλων 052 π.Χ.
[...]χος Αγώνας πώλων (Τέθριππον ή Σνωρίς) 048 π.Χ.
Άγνωστο όνομα άγνωστο αγώνισμα 048 π.Χ.
Θαλλίαρχος Πυγμαχία παίδων 040 π.Χ.
Λυκομήδης Κέλης 036 π.Χ.
Θαλλίαρχος Πυγμαχία 032 π.Χ.
Πολύκτωρ Πάλη παίδων 012 π.Χ.
Αρχιάδας Ιπποδρομία πώλων 001 μ.Χ.
Δαμαιθίδας Συνωρίς πωλική 001 μ.Χ.
Κάλλιππος Πεισαίος Ιπποδρομία πώλων 53 μ.Χ.
Τιβέριος Κλαύδιος Αφροδείσιος Κέλης 53 μ.Χ.
Κασίας Μ(νασιθέας) Τέθριππον πωλικόν 153 μ.Χ.




Το άνοιγμα των Ολυμπιακών αγώνων άρχιζε με αρματοδρομία τεσσάρων αλόγων.

Φημισμένοι Ολυμπιονίκες

Μίλων του Κρότωνος
Αρραχίων της Φιγαλίας
Θεαγένης της Θάσου
Πολυδάμας της Θεσσαλίας
Σώστρατος της Σικυώνος
Γλαύκος της Καρύστου
Διαγόρας της Ρόδου
Μελαγκόμας της Καρίας
Όρσιππος των Μεγάρων
Λάδας του Άργους
Λασθένης της Θήβας
Αγέας του Άργους
Λεωνίδας της Ρόδου
Κυνίσκα της Σπάρτης
Ηρόδωρος των Μεγάρων



Πάλη
Μίλων του Κρότωνος
Ο πιο φημισμένος Ολυμπιονίκης στην πάλη ήταν ο Μίλων από τον Κρότωνα της Ιταλίας, με έξι νίκες (540/532/528/524/520/516 π.Χ.). Ήταν μαθητής του φιλοσόφου Πυθαγόρα. Υπάρχουν πολλές ιστορίες που αναφέρονται στην υπερφυσική δύναμη του Μίλωνα, την οποία απέκτησε σηκώνοντας κάθε μέρα ένα μοσχάρι, μέχρις ότου έγινε ταύρος. Λέγεται ότι σήκωσε ένα ταύρο στους ώμους του, τον οποίον αφού περιέφερε δύο γύρους στο στάδιο της Ολυμπίας, αργότερα τον έσφαξε και τον έφαγε μόνος του. Ήταν τέτοια η δύναμη του, που μπορούσε να ξεριζώσει τον κορμό ενός δένδρου.
Κανένας δεν μπορούσε να λυγίσει τα δάκτυλα του τεντωμένου χεριού του. Συνήθιζε να κρατάει στην χούφτα του ένα ρόδι και ενώ οι άλλοι προσπαθούσαν να του το πάρουν, πάντα στο τέλος το ρόδι παρέμενε άθικτο. Ήταν πολύ εύκολο γι' αυτόν να λυγίσει ένα χάλκινο νόμισμα μεταξύ του δείκτη και αντίχειρα. Όταν έγινε Ολυμπιονίκης και του έκαναν το άγαλμα του στην Ολυμπία, το σήκωσε και το τοποθέτησε στην βάση του, αν και ζύγιζε γύρω στα χίλια κιλά.
Το τέλος του ήταν τραγικό. Μια μέρα που βρισκόταν στην εξοχή, πλησίον του Κρότωνα, είδε ένα κορμό δένδρου με σιδερένιες σφήνες καρφωμένες επάνω του. Όταν ο Μίλων προσπάθησε να τις βγάλει, τα χέρια του πιάστηκαν ανάμεσα τους και δεν μπορούσε να τα ελευθερώσει. Χωρίς καμία βοήθεια παρέμεινε εκεί, ώσπου τον κατασπάραξαν οι λύκοι.
Παγκράτιο
Αρραχίων της Φιγαλίας
Ένα ηρωικό και συγχρόνως τραγικό γεγονός έλαβε μέρος στην Ολυμπία το 564 π.Χ., όταν ο παγκρατιαστής Αρραχίων από την Φιγαλία πέθανε κατά την διάρκεια του αγώνος. Ο Αρραχίων βρισκόμενος σε δύσκολη θέση, όταν ο αντίπαλος του τον έπιασε με λαβή από τον λαιμό, κατόρθωσε να τον κάνει να παραιτηθεί (ο αντίπαλος ύψωσε το χέρι του), στρίβοντας το πόδι του, ενώ ο ίδιος πέθαινε. Αν και νεκρός, ο Αρραχίων ανακηρύχθηκε νικητής. Κέρδισε σε τρεις συνεχείς Ολυμπιάδες (572/568/564 π.Χ.).
Θεαγένης της Θάσου
Ο Θεαγένης της Θάσου ήταν ένας από τους πιο φημισμένους παγκρατιαστές. Ήταν γιος ιερέως και όταν ήταν εννέα ετών, έκλεψε το μπρούτζινο άγαλμα ενός θεού και το μετέφερε στο σπίτι του. Όταν οι κάτοικοι της Θάσου το έμαθαν, ήθελαν να τιμωρήσουν το παιδί με θάνατο. Ευτυχώς για τον Θεαγένη, ένας από τους γέροντες της Θάσου πήρε την απόφαση, ότι η μόνη σωστή τιμωρία για το παιδί ήταν να μεταφέρει το άγαλμα πίσω στην βάση του.
Ο Θεαγένης νίκησε δυο φορές στην Ολυμπία, στην πυγμαχία το 480 π.Χ. και στο παγκράτιο το 476 π.Χ., καθώς και πολλές άλλες νίκες στα Πύθια, κλπ. Μετά τον θάνατο του, οι κάτοικοι της Θάσου του έκαναν άγαλμα και λέγεται ότι κάποιος που δεν μπορούσε να τον νικήσει εν ζωή, κτυπούσε το άγαλμα του κάθε βράδυ. Ένα βράδυ το άγαλμα έπεσε από την βάση του και τον σκότωσε. Οι κάτοικοι της Θάσου τότε αναγκασμένοι από τον νόμο, το πήραν και το πέταξαν στην θάλασσα.
Μετά από αυτό το γεγονός έπεσε ανυδρία στην Θάσο και ζητώντας την βοήθεια του μαντείου των Δελφών, έλαβαν τον χρησμό να φέρουν πίσω όλους τους εξόριστους. Οι κάτοικοι υπάκουσαν, αλλά η ανυδρία συνεχίζονταν και ζήτησαν την βοήθεια του μαντείου για δεύτερη φορά. Οι Δελφοί τότε τους είπαν, ότι ξέχασαν τον Θεαγένη. Όταν ψαράδες έπιασαν στα δίκτυα τους το άγαλμα και το έφεραν στην Θάσο, η ανυδρία σταμάτησε. Κατά την διάρκεια της μακράς αθλητικής σταδιοδρομίας του, ο Θεαγένης κέρδισε 1300 έπαθλα.

Πολυδάμας της Θεσσαλίας
Ο Πολυδάμας, από την Σκοτούσα της Θεσσαλίας, ήταν ένας από τους πιο φημισμένους Ολυμπιονίκες (408 π.Χ.). Λέγεται ότι, σαν τον Ηρακλή, σκότωσε με τα χέρια του ένα λιοντάρι. Σύμφωνα με μια άλλη ιστορία, έπιασε τα πόδια ενός μαινόμενου ταύρου, ο οποίος στο τέλος κατάφερε να ξεφύγει, αφήνοντας την οπλή του ποδιού του στα χέρια του Πολυδάμα.
Ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος, ο οποίος έμαθε για τα ανδραγαθήματα του Πολυδάμα, έστειλε απεσταλμένους με δώρα, και τον έπεισαν να πάει στα Σούσα. Μια μέρα ο Δαρείος έφερε τρεις από τους καλύτερους παλαιστές της Περσίας, για να μαχηθούν συγχρόνως με τον Πολυδάμα. Μετά από σύντομη μάχη, ο Πολυδάμας σκότωσε δύο από αυτούς, ενώ ο τρίτος τράπηκε σε φυγή.
Ο Πολυδάμας βρήκε τραγικό τέλος, όταν προσπάθησε να συγκρατήσει την σκεπή ενός σπηλαίου, στο οποίο βρισκόταν με φίλους του.
Σώστρατος της Σικυώνος
Σώστρατος ο παγκρατιαστής, ο επονομαζόμενος Ακροχερσίτης (ακραίε χείρες), από το ανορθόδοξο στυλ που χρησιμοποιούσε. Έπιανε τον αντίπαλο του από τα δάκτυλα, τα λύγιζε και δεν τα άφηνε, μέχρις ότου ο αντίπαλος του παραδοθεί.
Κέρδισε σε τρεις συνεχείς Ολυμπιακούς αγώνες (364/360/356 π.Χ.), καθώς η επιγραφή στο άγαλμα του στην Ολυμπία αναφέρει. Εκτός της Ολυμπίας, κέρδισε δώδεκα νίκες συνολικά στην Νεμέα και τα Ίσθμια και δύο στα Πύθια. Υπήρχε επίσης άγαλμα του στους Δελφούς.
Νομίσματα της Σικυώνος από το 320 π.Χ., τον απεικονίζουν.
Πυγμαχία
Γλαύκος της Καρύστου
Ο Γλαύκος από την Κάρυστο, ο οποίος νίκησε στον αγώνα πυγμαχίας στην Ολυμπία το 520 π.Χ., ήταν γιος του γεωργού Δήμυλου, ο οποίος είχε δει τον γιο του να χρησιμοποιεί το χέρι του σαν σφυρί, για να βάλει το υνί στο αλέτρι.
Ο Γλαύκος προπονήθηκε για λίγο διάστημα πυγμάχος και πήγε στην Ολυμπία. Κατά την διάρκεια του αγώνος, χτυπήθηκε άσχημα από τον πεπειραμένο αντίπαλο του. Ο πατέρας του, ο οποίος παρακολουθούσε τον αγώνα από κοντά, βλέποντας τον γιο του σε άσχημη κατάσταση, του φώναξε: "γιε μου, δώσε την γροθιά του αρότρου". Ο Γλαύκος συγκεντρώνοντας όλη την δύναμη που του απέμενε, χρησιμοποιώντας το χέρι του σαν σφυρί, χτύπησε τον αντίπαλο του, ο οποίος έπεσε στο έδαφος αναίσθητος.
Όταν ο Γλαύκος πέθανε, τον έθαψαν σε ένα μικρό νησί κοντά στην Κάρυστο, που σήμερα έχει το όνομα, νησί του Γλαύκου.

Διαγόρας της Ρόδου
Ο πυγμάχος Διαγόρας της Ρόδου (464 π.Χ.) ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια και κατά την διάρκεια της ζωής του, ήταν γνωστός σε όλη την Ελλάδα, ως το καλύτερο παράδειγμα αθλητού.
Η τεχνική του ήταν μοναδική. Δεν προσπαθούσε να αποφύγει τα κτυπήματα του αντιπάλου του και πάντοτε τηρούσε σχολαστικά τους κανόνες της πυγμαχίας.
Οι γιοι του έγιναν επίσης Ολυμπιονίκες και ήταν τυχερός να τους δει να κερδίζουν, ο ένας στην πυγμαχία και ο άλλος στο παγκράτιο. Μετά το επίτευγμα τους, οι γεμάτοι χαρά γιοι του Διαγόρα, στεφάνωσαν τον πατέρα τους με κλαδιά ελιάς και τον περιέφεραν στο στάδιο, επάνω στους ώμους τους. Ολόκληρο το στάδιο τους χειροκροτούσε και τους επευφήμιζε και όταν κάποιος του είπε να πεθάνει εκείνη την στιγμή, ο Διαγόρας άφησε το κεφάλι του να πέσει και πέθανε ακαριαία, στους ώμους των παιδιών του. Ο νεώτερος γιος του Διαγόρα, Δωριεύς, έγινε ένας ικανός πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης και όταν συνελήφθη από τους Αθηναίους στον πόλεμο, τον άφησαν αμέσως ελεύθερο. Ο εγγονός του Διαγόρα, έγινε επίσης Ολυμπιονίκης.
Ο Διαγόρας κέρδισε επίσης τέσσαρες φορές στα Ίσθμια και δύο φορές στα Νέμεια, ο δε Πίνδαρος στις ωδές του τον περιγράφει σαν δίκαιο μαχητή και γίγαντα σαν άνθρωπο.

Μελαγκόμας της Καρίας
Ο πυγμάχος Μελαγκόμας της Καρίας, ο οποίος έγινε Ολυμπιονίκης το 49 μ.Χ., ήταν γνωστός σε όλη την Ελλάδα για τον ανορθόδοξο τρόπο της τεχνικής του στην πυγμαχία και για το εξαιρετικά ωραίο σώμα του και αρρενωπό πρόσωπο του. Είχε μεγάλη αντοχή, μπορούσε να παλεύει όλη την ημέρα χωρίς να κουράζεται. Κατά την διάρκεια της σταδιοδρομίας του, όπου είχε πολλές νίκες, ποτέ δεν πλήγωσε τον αντίπαλο του, πιστεύοντας ότι, το να πληγώνεις στους αγώνες ήταν έλλειψη γενναιότητας.
Ο Μελαγκόμας κατά την διάρκεια του αγώνος απέφευγε με επιδεξιότητα τα κτυπήματα του αντιπάλου του, ο οποίος εξουθενωμένος και απελπισμένος, παραδίδονταν. Ο Μελαγκόμας πέθανε σε νεαρά ηλικία.
Αγώνες δρόμου
Όρσιππος των Μεγάρων
O Όρσιππος από τα Μέγαρα, νικητής του αγώνος δρόμου το 720 π.Χ., διακρίθηκε σαν ο πρώτος Έλληνας που έτρεξε γυμνός στην Ολυμπία και τον επαίνεσαν για την πράξη του. Λέγεται πως έτσι άνοιξε τα σύνορα της πατρίδος του, ενώ οι εχθροί της προσπαθούσαν να τα μικρύνουν.
Λάδας του Άργους
Ο Λάδας του Άργους κέρδισε τον αγώνα του δολίχου το 460 π.Χ. Ήταν φημισμένος για το ελαφρύ του τρέξιμο. Λέγεται ότι τα πόδια του, δεν άφηναν αχνάρια στο έδαφος.

Λασθένης της Θήβας
Ο Λασθένης της Θήβας ήταν νικητής του δολίχου το 404 π.Χ. Ήταν επίσης ο νικητής του συναγωνισμού με άλογο δρόμου, τρέχοντας από την Κορώνεια έως την Θήβα.

Αγέας του Άργους
Ένας άλλος φημισμένος δρομέας ήταν ο Αγέας από το Άργος, ο οποίος κέρδισε στην Ολυμπία το 328 π.Χ. Αμέσως μετά την νίκη του, έτρεξε στο Άργος για να τους δώσει τα καλά νέα, χωρίς να σταματήσει πουθενά.

Λεωνίδας της Ρόδου
Ο Λεωνίδας της Ρόδου ήταν ο μόνος από τους αρχαίους Έλληνες αθλητές που κατόρθωσε να κερδίσει, σε τέσσαρες συνεχείς Ολυμπιάδες και στα τρία αγωνίσματα: τον δίαυλο, το στάδιο, και οπλίτη δρόμου (164/160/156/152 π.Χ.).
Άλλα αγωνίσματα
Κυνίσκα της Σπάρτης
Η Κυνίσκα, κόρη του βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαμου, ήταν η πρώτη γυναίκα που είχε εκτροφείο αλόγων και η πρώτη που κέρδισε δύο Ολυμπιακές νίκες στο Τέθριππο (396, 392 π.Χ.).
Ηρόδωρος των Μεγάρων
Ο Ηρόδωρος των Μεγάρων κέρδισε εννέα συνεχείς Ολυμπιάδες στο αγώνισμα της σάλπιγγας (328 - 296 π.Χ.). Ο Ηρόδωρος ήταν ένας άνδρας τεραστίων διαστάσεων και στην εκστρατεία του Δημήτριου Πολιορκητού εναντίον του Άργους, χρησιμοποίησε δύο σάλπιγγες συγχρόνως, εμψυχώνοντας τους στρατιώτες να νικήσουν.






 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com