Η Προπαγανδιστική κατά το Ελληνισμό της Μακεδονίας Δραστηριότης
τής Βουλγαρίας—Σερβίας—Ρουμανίας

Μετά την πραξικοπηματικήν προσάρτησιν τής Ανατολικής Ρωμυλίας, την επιτυχή έκβασιν τού Βουλγαροσερβικού πολέμου και τής υποστηρίξεως τής οποίας έτυχεν εξ όλων των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, η Βουλγαρία ενισχύθη σημαντικώς τόσον ηθικώς, όσον και όολικώς. Απερίσπαστος από κάθε άλλην εξωτερικήν φροντίδα και απηλλαγμένη εκ τής Ρωσικής κηδεμονίας, έστρεψε δραστηρίως την προσοχήν και τας δυνάμεις της εις την δημιουργίαν ισχυράς στρατιωτικής οργανώσεως και εις την αύξησιν των προσηλύτων του Βουλγαρισμού εις Μακεδονίαν. Διά το τελευταίον τούτο υπήρχεν ήδη πρόσφορον έδαφος, δημιουργηθέν διά τού φιρμανίου τού 1870, διά τού οποίου είχεν ιδρυθή η Βουλγαρική Εξαρχία. Διά τού 1Οου άρθρου του ιδρυτικού φιρμανίου τής Εξαρχίας προεβλέπετο ή προσχώρησις εις την Εξαρχίαν κάθε περιοχής, εις την οποίαν τα δύο τουλάχιστον τρίτα των κατοίκων θα εζήτουν τούτο.
Η επίτευξις τής πλειοψηφίας αυτής απετέλεσεν έκτοτε τον σκοπόν των βουλγαρικών ενεργειών εις Μακεδονίαν, διότι ή προσχώρησις εις την Εξαρχίαν ισοδυνάμει με προσχώρησιν εις τον Βουλγαρισμόν. Την νέαν αυτήν βουλγαρικήν προσπάθειαν ενίσχυσεν ιδιαιτέρως ή εμφάνισις ισχυρού πολιτικού ανδρός εις Βουλγαρίαν, το Στεφάνου Σταμπούλωφ.
Από το 1888 ό Σταμπούλωφ κατηύθυνε τον Τύπον τής Σόφιας εις το να αναγράφη πύρινα άρθρα διά την κατάστασιν εις Μακεδονίαν. Ο ίδιος δε ενεκαινίασε μιαν πολιτικήν φιλίας με την Τουρκίαν, αποβλέπων εις αύξησιν των Σουλτανικών παραχωρήσεων προς την Εξαρχίαν και εις την εκδίωξιν των Ελλήνων Μητροπολιτών από την Βουλγαρίαν και την Ανατολικήν Ρωμυλίαν.
Υποστηριζόμενος υπό τής Αυστρίας, τής Γερμανίας, τής Μεγάλης Βρεττανίας και τής Ιταλίας, επέτυχε το 1890 την έκδοσιν Βερατίων(Εκκλησιαστικό προνόμιο), διά των οποίων ιδρύοντο Βουλγαρικαί επισκοπαί εις την Αχρίδα και τα Σκόπια. 0ταν δε το 1891 ό πρωθυπουργός τής Ελλάδος Χαρίλαος Τρικούπης προσεπάθει να συνεννώση εις τα Βαλκάνια την Ελλάδα, την Σερβίαν και την Βουλγαρίαν, κατά της Τουρκίας, ό Σταμπούλωφ έσπευσε να προδώση τας σχετικάς ενεργείας εις τους Τούρκους. Το αυτό έπραξεν ενωρίτερον εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις τής Σερβίας. Η πολιτική του αυτή, τής φιλίας προς την Τουρκίαν, διετηρήθη και μετά την πτώσιν του.
0 Σταμπούλωφ διεφώνησε με τον πρίγκηπα Φερδινάνδον και ως εκ τούτου παρητήθη εκ τής πρωθυπουργίας το 1894. Προηγουμένως όμως είχεν επιτύχει εκ τής Υψηλής Πύλης την έκδοσιν δύο ακόμη βερατίων, διά των οποίων εδημιουργήθησαν Αρχικαί Μητροπόλεις εις τα Βελεσσά και το Νευροκόπιον. Την Κυβέρνησιν Σταμπούλωφ διεδέχθησαν μέχρι του 1899 Κυβερνήσεις φιλο-ρωσικής χροιάς. Κατά το αυτό έτος εσχηματίσθη πανεθνική Κυβέρνησις και ό διαχωρισμός των κομμάτων εις φιλο-ρωσικά και αντί-ρωσικά έπαυσε να υφίσταται. Από τής επομένης τής πτώσεως Σταμπούλωφ οι Ρώσοι ήρχισαν να υποστηρίζουν ανεπιφυλάκτως την Βουλγαρίαν.
Ήδη διά τής υποστηρίξεως των αυτής επετεύχθη ή δημιουργία δύο ακόμη Βουλγαρικών Μητροπόλεων εις Μοναστήριον και Στρώμνιτσαν. Με την δημιουργίαν των μητροπόλεων τούτων εις την Μακεδονίαν ηυξάνετο και η βουλγαρική επίθεσις κατ’ αυτής. Βουλγαρικά σχολεία ήρχισαν να ιδρύωνται από τας μητροπόλεις, οι δε πράκτορες αυτών περιήρχοντο την Μακεδονικήν ύπαιθρον, σκορπίζοντες αφειδώς υποσχέσεις αλλά και απειλάς. Κύριος σκοπός των πρακτόρων αυτών ήτο να πείσουν τούς σλαυοφώνους Μακεδόνας, ότι ανήκον εις την Βουλγαρικήν φυλήν καί ότι ή μοναδική ελπίς των διά να αποφύγουν την Τουρκικήν καταπίεσιν ευρίσκετο μόνον εις την ένωσίν των με την μητέρα Βουλγαρίαν. 0ταν συνήντων αντίδρασιν εις την κατήχησιν αυτήν δεν υπεχώρουν, αλλ’ εχρησιμοποίουν τας διακηρύξεις τής Εξαρχιακής κινήσεως, τον διορισμόν δηλαδή σλαυοφώνων ιερέων καί την χρησιμοποίησιν τής σλαυϊκής γλώσσης εις τα εκκλησιαστικά βιβλία καί τας λειτουργίας τής εκκλησίας.
Την δραστηρίαν αυτήν προπαγάνδαν υπέρ του Βουλγαρισμού καί τής Εξαρχίας, διενήργονν επί το πλείστον σλαυόφωνοι Μακεδόνες, ευρεθέντες εις Βουλγαρίαν ως μετανάσται. Μορφωθέντες αυτοί κυρίως εις Ελληνικά σχολεία καί ευρεθέντες εις την Βουλγαρίαν κατά την απελευθέρωσίν της, κατέλαβον εις αυτήν μεγάλας θέσεις, λόγω ελλείψεως καλυτέρων εντοπίων. Έπειτα εκάλεσαν καί άλλους συγγενείς ή φίλους καί έδωσαν υποτροφίας εις πλείστους νέους. Βαθμηδόν συνεκεντρώθησαν εις Βουλγαρίαν πολλοί υπότροφοι, οι οποίοι κατέλαβον σπουδαιοτάτας θέσεις εις τον Στρατόν, την Διοίκησιν καί την Εκπαίδευσιν. Εκ των θέσεων τούτων κατηύθυνον μετά φανατισμού την προπαγάνδαν, τόσον εις Βουλγαρίαν, όσον καί εις Μακεδονίαν.
Ως κύριον όπλον της διέθετεν η Βουλγαρική προπαγάνδα την ομοιότητα του σλαυοφανούς μακεδονικού ιδιώματος προς την Βουλγαρικήν γλώσσαν. Οι πράκτορές της έλεγον προς τούς πτωχούς καί απροστατεύτους χωρικούς: «Είμεθα αδελφοί σας και μιλάμε την ίδια γλώσσα, αυτή πρέπει να ακούτε στην εκκλησία και να διδάσκεσθε στα σχολεία. Το Πατριαρχείον δεν σάς αφίνει να χρησιμοποιήτε την γλώσσα σας. Χωρισθήτε από αυτό και μείς θα σάς δώσωμε σχολεία, εκκλησίας, θα σπουδάσουμε τα παιδιά σας στη Βουλγαρία. Η γλώσσα σας αποδεικνύει την Βουλγαρική καταγωγή σας. Παύσατε λοιπόν να θεωρήτε τούς εαυτούς σας Έλληνας». Ως δευτερεύον μέσον ή Βουλγαρική προπαγάνδα εξεμεταλλεύετο μην αθλιωτάτην οικονομικήν καί κοινωνικήν κατάστασιν των σλαυοφώνων Μακεδόνων χωρικών. Υπέσχετο την απαλλοτρίωσιν των μεγάλων τσιφλικίων καί την διανομήν των κτημάτων εις αυτούς. Προέβαινε δε εις πληθώραν πολλών άλλων υποσχέσεων οικονομικής καί κοινωνικής φύσεως καί εχρησιμοποίει ως παράδειγμα τούς καταγομένους εκ Μακεδονίας Βουλγάρους μετανάστας, προς τούς οποίους είχε στρέψει απεριορίστως το ενδιαφέρον της.
Η Βουλγαρική προπαγάνδα, χρησιμοποιούσα ως κύριον μέσον της το σλαυοφανές γλωσσικόν ιδίωμα, περιωρίσθη κατ’ ανάγκην εις τας περιοχάς εις τας οποίας ελαλείτο τούτο. Ως εκ τούτου τα όρια των ενεργειών της έφθανον προς Νότον μέχρι τής γραμμής εκείνης, ή οποία διεχώριζε τούς αμιγείς ελληνοφώνους, από τούς ομιλούντας μερικώς ή εξ ολοκλήρου το σλαυοφανές ιδίωμα πληθυσμούς. Η γραμμή αυτή ήρχιζεν από την Δράμαν, διήρχετο από τας Σέρρας, κατόπιν έφθανεν εις τον Λαγκαδάν καί διά τής λίμνης Γιαννιτσών, τής Ναούσης καί τής Καστορίας, κατέληγεν εις τα Καστανοχώρια τής Πίνδου. Προς Νότον τής γραμμής αυτής, ουδείς σλαυόφωνος υπήρχεν. Όμως καί εις το αμιγώς ελληνόφωνον τούτο τμήμα τής Μακεδονίας υπήρχον πόλεις, προς τας οποίας κατηυθύνθη δραστηρίως η Βουλγαρική προπαγάνδα, όπως ακριβώς έπραξε καί προς ωρισμένας περιφερείας τής Νοτίου καί Ανατολικής Θράκης, τας Σαράντα Εκκλησίας, την Ξάνθην, την Κομοτηνήν, την Αδριανούπολιν καί την Αλεξανδρούπολιν (Δεδεαγάτς). Μη δυναμένη όμως εις αυτάς να αναζητήση ανύπαρκτους ομοφύλους, εσπρατολόγησε τούς κατερχομένους εκ τής Βορείου Μακεδονίας ή τής Ανατολικής Ρωμυλίας προς ανεύρεσιν εργασίας σλαυοφώνους βουλγαρίζοντας, συνήθως γαλακτοπώλας, κτίστας, μυλωθρούς, ανθρακείς καί λοιπούς χειρώνακτας. 0λους αυτούς ενίσχυε διά μόνιμον εγκατάστασιν εις τας Νοτίας περιοχάς τής Μακεδονίας καί τής Θράκης, διά να δημιουργήση δι’ αυτών αξιώσεις επί τμημάτων, τα οποία καίτοι αποκλειστικώς ελληνόφωνα, περιελήφθησαν εν τούτοις εις την Μεγάλην Βουλγαρίαν τού Αγίου Στεφάνου καί συνεπώς εις τας βλέψεις τής Βουλγαρικής πολιτικής.
Τα προς Βορράν όρια τής Βουλγαρικής προπαγάνδας κατά τού Ελληνισμού εις Μακεδονίαν συνέπιπτον με την γραμμήν μέχρι τής οποίας κατώκουν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί, γαλουχούμενοι με την ελληνικήν παιδίαν και έχοντες ακλόνητον την ελληνικήν σννείδησιν. Ή γραμμή αυτή συμπίπτουσα με τα όρια τής πραγματικής ιστορικής Μακεδονίας ήρχιζεν από την Ροδόπην, συμπεριελάμβανε τας περιοχάς Νευροκοπίου, Μελενίκου, Στρωμνίτσης καί Περλεπέ και έφθανεν εις το Βόρειον άκρον τής Λίμνης Αχρίδος. Πέραν τής γραμμής αυτής ελληνικαί κοινότητες μόνον εις τας πόλεις ύπηρχον, ως εις Σκόπια, Πρισρένη, Κουμάνοβον, Βελεσσά. Υπήρχεν όμως εις την ύπαιθρον χώραν, μεταξύ των ορίων τούτων και των Σερβικών και Βουλγαρικών συνόρων, συμπαγής ορθόδοξος σλαυόφωνος πληθυσμός, με Σερβικήν συνείδησιν, τον οποίον οι Βούλγαροι προσεπάθησαν να αποσπάσουν εκ τού Πατριαρχείου και να τον εκβουλγαρίσουν. Ως εκ τούτου εις τας περιοχάς βορείως τής Μακεδονίας, ή Βουλγαρική προπαγάνδα ετέθη αντιμέτωπος προς το Σερβικόν Έθνος.
Οι Σέρβοι, εξ άλλου, δεν διέθετον μικρότερα επιχειρήματα έναντι των Βουλγάρων, διά να διεκδικήσουν τούς πληθυσμούς αυτούς και να εκτείνουν τας βλέψεις των και νοτιώτερον επί των σλαυοφώνων τής Μακεδονίας. Παρ’ όλον δε ότι δεν έλλειψαν οι Σέρβοι ιδεολόγοι, οι ονειρευθέντες μεγάλην Σερβίαν μέχρις Αιγαίου και Αδριατικής, σειρά εν τούτοις πολλών παραγόντων παρημπόδισε την Σερβίαν από τού να εκδηλώση από ενωρίς μιαν τοιαύτην πολιτικήν. Κατ’ αρχήν δεν υπήρχε διά την Σερβίαν η υποστήριξις τής Ρωσικής Πανσλαυιστικής κινήσεως, όπως εξεδηλώθη αυτή προς την Βουλγαρίαν. Πέραν τούτου αι εσωτερικαί διαμάχαι τής Σερβίας, ή απόσπασις τής προσοχής της προς τας επαρχίας τής Βοσνίας, τής Ερζεγοβίνης και τού Νόβι Παζάρ, τας οποίας επωφθαλμιούσεν η Αυστρία, καθώς και ή αθρόα εγκατάστασις πολυπληθούς Αλβανικού πληθυσμού εις το Κοσσυφοπέδιον—την παλαιάν δηλαδή Σερβίαν—παρημπόδιζεν αυτήν από τού να στρέψη την προσοχήν της προς Νότον.
Ένεκα των λόγων αυτών δεν υφίσταντο την εποχήν εκείνην εθνικιστικαί αντιθέσεις μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας, ειμή μόνον ωριομένοι μικροί ανταγωνισμοί διά τούς διορισμούς των Μητροπολιτών εις τας περιοχάς των Σκοπίων, τής Πρισρένης και των Βελεσσών. Αντιθέτως ή πρόοδος τής Βουλγαρικής Εξαρχικής κινήσεως είχε προξενήσει μεγάλας ανησυχίας εις το Βελιγράδιον και τας Αθήνας. Τον Ιούνιον τού 1890, ως και τον Δεκέμβριον τού 1892, η Ελλάς και η Σερβία ήλθον εις διαπραγματεύσεις, διά την αναζωογόνησιν τής συνθήκης τού Φεσλάου τού έτους 1867. Τελικώς η Σερβική Κυβέρνησις επρότεινεν εις την Ελληνικήν αντιβουλγαρικήν συνεργασίαν, διά την επίτευξιν εκκλησιαστικής ενότητος υπό το Πατριαρχείον τής Κωνσταντινουπόλεως. 0ι Σέρβοι όμως επεθύμουν να έχουν υπό την δικαιοδοσίαν των τα εκκλησιαστικά ζητήματα εις τα βιλαέτια Κοσόβου και Μοναστηρίου και εις τα Βόρεια διαμερίσματα τού Βιλαετίου Θεσσαλονίκης, περιλαμβανομένων των κοιλάδων Στρυμόνος και Νέστου μέχρι Μελενίκου και Νευροκοπίου, ως και των περιοχών Στρωμνίτσης, κοιλάδος Αξιού, Καστοριάς, Κορυτσάς και Βερατίου. Αι Σερβικαί αυταί απαιτήσεις, έναντι του γεγονότος ότι ή εκκλησία ήτο εκείνη πού διετήρει τον Ελληνισμόν τής Μακεδονίας, ήσαν αρκετά υπερβολικαί και περιέκλειον τα σπέρματα μιας μελλοντικής επεκτατικής Σερβικής πολιτικής. Ως εκ τούτου απερρίφθησαν υπό τής Ελληνικής Κυβερνήσεως και αι σχετικαί διαπραγματεύσεις διεκόπησαν. Έκτοτε ό Ελληνισμός τής Μακεδονίας δεν αντιμετώπισεν άμεσον επίθεσιν του Σερβικού εθνικισμού ως συνέβη με τον Βουλγαρικόν. Όμως αι τφός Νότον Σερβικαί βλέψεις συνεχώς ηυξάνοντο.
Ή κατά τής Μακεδονίας απειλή δεν περιωρίζετο μόνον εις την προερχομένην εκ Βουλγαρίας και Σερβίας. Από του 1853 είδε το φως τής δημοσιότητος το βιβλίον «‘Ονειρον ενός αποκλήρου» του Ρουμάνου εθνικιστού Ραντουλέσκου, διά του οποίου επεδιώκετο να δημιουργηθή ρουμανική συνείδησις εις τούς Κουτσοβλάχους τής Μακεδονίας και τής Ηπείρου. Το 1860 ιδρύθη εις Βονκουρέστιον το «Μακεδονο- Ρομανικώ Κομιτάτον» διά τον αυτόν σκοπόν και μετά δύο έτη ενεφανίσθη εις Μακεδονίαν ή τυχοδιωκτική μορφή του Αποστόλου Μαργαρίτη. Αυτός κατήγετο από το κουτσοβλαχικόν χωρίον Αβδέλα των Γρεβενών και είχε διατελέσει διδάσκαλος εις ένα εκ των πέντε Ελληνικών Σχολείων τής Κλεισούρας. Το 1862 όμως, επηρεασθείς ίσως από τας διακηρύξεις και τα δημοσιεύματα των Ρουμάνων πατριωτών, μετέβη εις το Βουκουρέστιον και αφού ήλθεν εις επαφήν με το Ρουμανικόν Κομιτάτον, μετετράπη εις τον κυριώτερον προπαγανδιστήν του. Το έτος 1864 επέστρεψεν εις την Κλεισούραν εφωδιασμένος με άφθονα οικονομικά μέσα και ήνοιξεν εις αυτήν Ρουμανικόν σχολείον. Συγχρόνως εσκόρπιζεν αφθόνως υποσχέσεις περί χορηγήσεως εις τούς μαθητάς του υποτροφιών διά σπουδάς εις την Ρουμανίαν, την Γαλλίαν και την Ιταλίαν. Τοιουτοτρόπως ήρχισεν από τής εποχής εκείνης και η Ρουμανική κατά τής Μακεδονίας κίνησις, με αντικείμενον τής Ρουμανικής προπαγάνδας τον κουτσοβλαχικόν ελληνικόν πληθυσμόν, όπως ακριβώς υπήρξεν αντικείμενον τής Βουλγαρικής προπαγάνδας ό σλαυόφωνος ελληνικός πληθυσμός τής Μακεδονίας.
Η Ρουμανική όμως προπαγάνδα εις Μακεδονίαν ουδόλως εύρε πρόσφορον έδαφος. 0ι Κουτσόβλαχοι ανήκοντες εις την μεγάλην Ελληνικήν οικογένειαν και αφοσιωμένοι ανέκαθεν εις αυτήν, αντέδρασαν όλοι των. Η κίνησις όμως τού Μαργαρίτη, διά τής διαθέσεως αφθόνων χρημάτων, επέτυχε να δημιουργήση μέχρι τού 1880 εις Μακεδονίαν 24 Ρουμανικά σχολεία στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, ένα ημιγυμνάσιον εις το Κρούσοβον και ένα γυμνάσιον εις το Μοναστήριον. Ή Ρουμανική εκπαιδευτική προσπάθεια υπεστηρίζετο ανεπιφυλάκτως από τούς πράκτορας τού καθολικισμού και επεθάλπετο υπό τής Υψηλής Πύλης, ή οποία πάντοτε εφήρμοζε την πολιτικήν τού «διαίρει κα βασίλευε».
Παρ’ όλα αυτά ή Ρουμανική προσπάθεια, καίτοι επεξετάθη και εις την εκκλησίαν και μέχρι τού 1892 επέτυχε την λειτουργίαν 25 Ρουμανικών εκκλησιών δεις Μακεδονίαν, δεν είχεν εν τούτοις θετικά αποτελέσματα. 0ι Κουτσόβλαχοι, εκλεκτή μερίς τού Ελληνισμού από αρχαιοτάτων χρόνων, δεν επεδείκνυον προθυμίαν να τον αρνηθούν. Τα αποκλειστικώς κουτσοβλαχικά κέντρα της Κλεισούρας, τού Κρουσόβου, τού Πισοδερίου, τής Νεβέσκας (Νυμφαίου), του Πετριτσίου, απέβησαν ακολούθως ακροπόλεις τού Ελληνισμού, ή δε Ρουμανική
κίνησις περιωρίσθη εις το να πλουτίζη ευκόλως ορισμένους τυχοδιωκτικούς τύπους.


Πηγή: Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, εκδ. ΓΕΣ, 1979



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com