Η Στάσις των Μεγάλων Δυνάμεων και αι Επεμβάσεις των εις το
Μακεδονικόν κατά το Έτος 1905

Αι Ελληνικαί επιτυχίαι κατά το 1905 ανησύχησαν τας Μεγάλας Εύρωπαϊκάς Δυνάμεις, επανειλημμένως δε οι πρεσβευταί των εις Κωνσταντινούπολιν
διεμαρτυρήθησαν εις την Υψηλήν Πύλην διά τήν ανικανότητα τών Τουρκικών στρατευμάτων εις την καταδίωξιν τών Ελληνικών σωμάτων. Ιδιαιτέρως ευαίσθητος εις τάς διαμαρτυρίας παρουσιάζετο ή Βρεττανική Κυβέρνησις, ή οποία εφήρμοζε τότε φιλοβουλγαρικήν πολιτικήν. Ο Βρεττανός εις θεσσαλονίκην Γενικός Πρόξενος, εν όψει τής απογραφής του Οκτωβρίου 1905, εισηγείτο την διεξαγωγήν αυτής εν συγκρίσει μέ τό υφιστάμενον καθεστώς προ τής εξεγέρσεως του 1903. 0 ίδιος επίστευεν ότι ή δράσις τών Ελληνικών σωμάτων θά επηρέαζε τό αποτέλεσμα τής απογραφής υπέρ τών Ελλήνων και παρέβλεπε τό γεγονός ότι μία δικαία ημερομηνία διά την ανεπηρρέαστον εξέτασιν τής κατανομής και τής δυνάμεως τών εθνοτήτων ευρίσκετο οπωσδήποτε προ τής ενάρξεως τής
Βουλγαρικής επιβουλής κατά τής Μακεδονίας.
Παρά τό ανωτέρω γεγονός, ουδεμία έκ τών Μεγάλων Δυνάμεων συνεφώνει διά τήν επαναφοράν εις Μακεδονίαν ενός τοιούτου καθεστώτος, καθαρώς Ελληνικού, καί ηρκέσθησαν εις από κοινού παραστάσεις πρός τάς Κυβερνήσεις Σόφιας, Αθηνών καί Βελιγραδίου, διά να παύσουν αι τελευταίαι νά υποθάλπουν την δημιουργίαν Μακεδονικών συμμοριών εις τά εδάφη των. Τήν 28ην Νοεμβρίου 1905 ή Αυστρία καί ή Ρωσία ετόνισαν εις τάς τρεις Κυβερνήσεις ότι τά πενιχρά αποτελέσματα τών μεταρρυθμίσεων ωφείλοντο κυρίως εις την δράσιν τών συμμοριών. Η σχετική δέ διακοίνωσις έλεγεν ότι «αι Μεγάλαι Δυνάμεις δεν δύνανται νά επιτρέψουν οιανδήποτε διατάραξιν τών υφισταμένον εις την
Βαλκανικήν χερσόνησον Status quo».
Από τής πλευράς των οι Τούρκοι ήρχισαν νά διαμαρτύρωνται καί να λέγουν ότι ή δράσις τών συμμοριών καί ή διατήρησις εις Μακεδονίαν μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων εχειροτέρευε την οικονομικήν κατάστασιν τών Τριών Μακεδονικών βιλαετίων καί παρημπόδιζε την πλήρη εφαρμογήν τού προγράμματος τών μεταρρυθμίσεων. Πράγματι τό μεταρρυθμιστικόν πρόγραμμα τής Μυρστέγης ουδεμίαν πρόοδον είχεν επιτελέσει. Εξαιρουμένης τής αναδιοργανώσεως τής Χωροφυλακής, ουδεμίαν άλλην βελτίωσιν επαρουσίασαν αι μεταρρυθμίσεις. Επωφελούμενος τής αποτυχίας αυτής ό Βρεττανός Υπουργός τών Εξωτερικών Λανσντόουν καί επιθυμών νά τερματισθή ή ανάμιξις τών δύο εντολοδόχων Δυνάμεων, Αυστρίας καί Ρωσίας, εις την Μακεδονίαν, τούς υπενθύμισε τό 23ον άρθρον τής Συνθήκης τού Βερολίνου, το οποίον προέβλεπε την εφαρμογήν εις Μακεδονίαν καθεστώτος παρομοίου προς τό υπάρχον εις Κρήτην, προσαρμοζομένου όμως εις τάς τοπικάς συνθήκας. Εν συνεχεία ζωηρώς υπεστήριξε την αναβίωσιν τής Ευρωπαϊκής Συνεννοήσεως καί την κατάργησιν τού Αύστρο—Ρωσικού μονοπωλίου εις τά Μακεδονικά πράγματα. Επρότεινε δέ όπως εξαναγκασθή ή Τουρκία νά περιορίση τάς στρατιωτικάς της δυνάμεις, μέ τό αντάλλαγμα μιας συλλογικής εγγυήσεως ότι ή Βουλγαρία θά παρημποδίζετο από τού νά καταλάβη Τουρκικά εδάφη. Να διορισθή μία διεθνής Επιτροπή διά την σύνταξιν καί παρακολούθησιν κατά την εφαρμογήν τών οικονομικών καί δικαστικών νομοσχεδίων. Επίσης νά επεκταθή τό βελτιωμένον αυτό μεταρρυθμιστικόν πρόγραμμα καί εις τό βιλαέτιον της Αδριανουπόλεως.
Αντιδρώσαι εις αυτήν την Βρεττανικήν ενέργειαν ή Ρωσία και ή Αυστρία, συνέταξαν από κοινού τάς ιδικάς των προτάσεις, τάς οποίας καί επαρουσίασαν εις την Ύψηλήν Πύλην την Ι7ην Ιανουαρίου 1905. Αι προτάσεις προέβλεπον πλήρη έλεγχον τών οικονομικών Μακεδονικών πραγμάτων από τάς δύο Δυνάμεις, ως εξής:
— Τα Υποκαταστήματα τής Οθωμανικής Τραπέζης εις θεσσαλονίκην, Σκόπια και Μοναστήριον θα έπρεπε να λειτουργούν ως Κέντρα Οικονομικής Πολιτικής διά τα αντίστοιχα τρία βιλαέτια.
—Επίσης τα Υποκαταστήματα αυτά θά έπρεπε νά ελέγχουν την διαχείρισιν όλων τών φόρων, πλην εκείνων οι οποίοι ήδη διαχειρίζονται υπό τού Οθωμανικού Δημοσίου Χρέους καί τών Τελωνείων τής Θεσσαλονίκης.
—0 προϋπολογισμός θά έπρεπε νά συντάσσεται υπό τής Οθωμανικής Τραπέζης εν συνεργασία μέ τούς αντιπροσώπους τών δύο εντολοδόχων Δυνάμεων καί νά υποβάλλεται πρός έγκρισιν εις τόν Γενικόν Επιθεωρητήν.
— Νά συντάσσωνται καί νά υποβάλλωνται εβδομαδιαίως εις τόν Γενικόν Επιθεωρητήν υπό τής Τραπέζης Δελτία Οικονομικής Καταστάσεως.
— Νά διορισθούν ταχέως εξ Τούρκοι Οικονομικοί Επιθεωρηταί.
Ή Τουρκία διά νά εξευμενίση τάς δύο εντολοδόχους Δυνάμεις καί διά νά αποφύγη τούς βαρυτάτους δι’ αυτήν όρους τού Βρεττανικού σχεδίου, ηύξησε τούς τελωνειακούς δασμούς από 8 % εις 11 % μέτρον τό οποίον έθιγε κυρίως τό Βρεττανικόν εμπόριον, διότι τούτο κατέβαλε τότε Περίπου τό 60 % τών Τουρκικών τελωνειακών δασμών. Συγχρόνως υπέβαλεν εις τάς δύο εντολοδόχους Δυνάμεις, την 7ην Μαρτίου, ιδικόν της αντισχέδιον, τό οποίον εβασίζετο επί μιας ευρείας αποκεντρώσεως τών οικονομικών λειτουργιών μέ βάσιν καί πάλιν τά Υποκαταστήματα τής Οθωμανικής Τραπέζης.
Τά προαναφερθέντα δύο σχέδια προέβλεπον, εις τελευταίαν ανάλυσιν, ανάθεσιν τού ελέγχου τών οικονομικών τής Μακεδονίας εις τήν Ρωσίαν καί την Αυστρίαν, πράγμα τό οποίον προεκάλεσε τήν έντονον αντίδρασιν τής Βρεττανίας. 0 Βρεττανός Υπουργός Λανσντόουν διεμαρτυρύθη πρός τάς δύο αυτάς Δυνάμεις καί ισχυρίσθη ότι, έφ’ όσον οι δύο πολιτικοί πράκτορες Μύλλερ καί Ντέμερυκ είχον διορισθή διά διετές χρονικόν διάστημα, τερματιζόμενον κατά τό φθινόπωρον τού 1905, τό δέ μεταρρυθμιστικόν πρόγραμμα εξηρτάτο εξ αυτών, τότε καί τό ίδιον τό μεταρρυθμιστικόν πρόγραμμα έπρεπε νά εκπνεύση εντός τού φθινοπώρου. Συνεπώς ή όλη κατάστασις θά έπρεπε νά επανεξετασθή εξ αρχής ύφ’ όλων τών Δυνάμεων.
Τελικώς επεκράτησαν αι Βρεττανικαί απόψεις καί τήν 8ην Μαΐου οι Πρεσβευταί εις Κωνσταντινούπολιν συνεφώνησαν επί τού υποβληθέντος την 7ην Μαρτίου Τουρκικού αντισχεδίου, υπό τούς κάτωθι όμως όρους:
—Οι τέσσαρες Οικονομικοί αντιπρόσωποι Γαλλίας, Γερμανίας, Μεγάλη Βρεττανίας καί Ιταλίας θά έπρεπε νά ενεργούν από κοινού μέ τόν Γενικόν Επιθεωρητήν καί τούς Πολιτικούς πράκτορας, τά καθήκοντα τών οποίων ήδη διευκρινίζοντο εις τό πρόγραμμα τής Μυρστέγης.
—Η κατά τά ανωτέρω συγκροτουμένη Επιτροπή θά επέβλεπε την είσπραξιν τών φόρων, περιλαμβανομένου καί τού παρακρατήματος τής Δεκάτης.
— Εις όλους τούτους θά υπεβάλοντο προϋπολογισμοί καί θά είχον τό δικαίωμα νά τροποποιούν τά Έξοδα καί τά Έσοδα, εάν αυτά δεν συνεβάδιζον μέ τούς Νόμους ή ήσαν ασύμφωνα πρός τάς οικονομικάς απαιτήσεις τής χώρας.
— Τά μέλη τής Επιτροπής θά είχον τό δικαίωμα νά διορίζουν ένα Επιθεωρητήν εις κάθε Βιλαέτιον, μέ σκοπόν την παρακολούθησιν τών οικονομικών υπαλλήλων.
0ι Τούρκοι αντέδρασαν εις τάς προτάσεις αυτάς, ισχυρισθέντες ότι δεν υφίσταντο ανάγκαι επεκτάσεως τών μεταρρυθμίσεων τής Μυρστέγης. Αι Δυνάμεις όμως απέρριψαν τούς ισχυρισμούς αυτούς καί την 27ην Αυγούστου διώρισαν τούς τέσσαρας οικονομικούς αντιπροσώπους. Ή Τουρκία ηρνήθη νά τούς δεχθή, μετά από πολλάς δέ αντιδράσεις αι Δυνάμεις προέβησαν την 26ην Νοεμβρίου από κοινού εις Ναυτικήν επίδειξιν, αποβιβάσασαι ναυτικά αγήματα εις Μυτιλήνην, εις την οποίαν κατέλαβον τό Τελωνείον καί τό Τηλεγραφείον. Μετ΄ ολίγον απεβιβάσθησαν καί εις τήν Λήμνον καί τελικώς την 5ην Δεκεμβρίου ή Τουρκία απεδέχθη τάς αποφάσεις των, αναγνωρίσασα τούς τέσσαρας οικονομικούς αντιπροσώπους καί παρατείνασα τό χρονικόν διάστημα τών επηυξημένων πλέον μεταρρυθμίσεων επί δύο ακόμη έτη.

Πηγή: Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com