ΘΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΦΩΝΩΝ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

Το κεφάλαιο αυτό, είναι το πιο σημαντικό γιατί παρέχει πλήρη απόδειξη για την ελληνικότητα των σλαβοφώνων της Μακεδονίας, που πρόσφεραν πάρα πολλά (όσα και όλοι οι άλλοι Έλληνες) στους αγώνες του έθνους “πάλαι τε και επ’ εσχάτων.
Λόγω τη έκτασης του κεφαλαίου, αυτό υποδιαιρείται σε τρία υποκεφάλαια, με αναφορά, στην προσφορά από το 17ο αι. μέχρι την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, στην προσφορά και τις θυσίες κατά την διάρκεια του Κυρίως Αγώνα και την προσφορά στην περίοδο 1940-49.

1. ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΑΠΟ ΤΟ 17ο αι. ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ

α: Σλαβόφωνοι αρματολοί και κλέφτες τής Μακεδονίας.

1. Ό αρματολός Μεϊντάνης
Οι πηγές δεν τον αναφέρουν ως σλαβόφωνο, αλλά έτσι τον θέλει ή παράδοση.
Σύμφωνα με τα ‘’Ενθυμήματα…’’ τού Μακεδόνα αγωνιστή Ν. Κασομούλη (πού δίνει στοιχεία από αφήγηση τού καπετάνιου τού Ασπροποτάμου Νικολού Στουρνάρη) ό Μεϊντάνης καταγόνταν από την Κοζάνη, έζησε γύρω στα 1660-1690 και έδρασε στις περιοχές Καστοριάς-Έδεσσας-Βέροιας-Σερβίων- Ελασσόνας-Τρικάλων. Είχε σημειώσει μεγάλες επιτυχίες σε βάρος των Τούρκων και ανάγκασε τον πασά των Τρικάλων να τού δώσει το αρματολίκι της περιφερείας του, στο οποίο παρέμεινε για πολλά χρόνια. Είχε την επικυριαρχία στις επαρχίες Μοναστηρίου, Φλωρίνης, Εδέσσης, Κοζάνης, Γρεβενών, Καστοριάς, Βέροιας, Τρικάλων κ.α. Στα 1695 τού αφαιρέθηκε το αρματολίκι, το οποίο δόθηκε στον τουρκαλβανό Άλιμάν. Έτσι, ό Μεϊντάνης ξαναγύρισε στην κλεφτουριά. Το Μάρτιο τού 1700, μετά από προδοσία, οι Τούρκοι τον συνέλαβαν, παρά την αντίστασή του, στο Γαρδίκι τού Άσπροποτάμου, τον μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη, όπου και τόν σκότωσαν. Η δολοφονία του είχε ώς συνέπεια να ξεσηκωθούν οι διάδοχοί του αρματολοί καί να υποχρεώσουν τό σουλτάνο νά δώσει ανεξαρτησία στα αρματολίκια Σερβίων, Γρεβενών, Βεροίας, Κοζάνης, Σερρών κ.α. Τά αρματολίκια αυτά κατείχαν οι Μπασδέκης, Βλαχάβας, Παγαίος, Φαρμάκης, Νικοτσάρας (σλαβόφωνος) κ.α.
2. Ό αρματολός Νικοτσάρας
(Σημ. Κατά τόν Ίω. Βασδραβέλη ήταν σλαβόφωνος, σύμφωνα με τόν καθ. Αχ. Λαζάρου κ.ά. βλαχόφωνος).

β: Συμμετοχή στην Επανάσταση του 1821

Τό 1796 ό Αλί-πασάς κινήθηκε προς τή Δυτ. Μακεδονία. Αφού νικήθηκε από τούς Έλληνες στον Όλυμπο καί τή Νάουσα, έκανε δεύτερη απόπειρα τό 1798, πού επίσης απέτυχε. Στην τρίτη επιχείρηση τό 1804, κατέλαβε τή Νάουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των Ελλήνων υπερασπιστών της.
Αλλά, ό έξοχος δυτικομακεδόνας, αρματολός Νικοτσάρας, συνέχισε τόν αγώνα, στη Θάλασσα, στο Βόρειο Αιγαίο. Μετά την αποχώρηση τού Αλί-πασά, με ένα σώμα από 550 άνδρες, αποβιβάσθηκε, προχώρησε στο Δεμίρ Ίσάρ (Σιδηρόκαστρο), νίκησε τούς Τούρκους καί στράφηκε προς βορρά. Οι Τούρκοι τού Μελένικου, με μισθοφόρους Βουλγάρους, επιχειρούν νά τόν σταματήσουν, αλλά νικούνται καί ό Νικοτσάρας μπήκε νικητής στο Νευροκόπι. Όταν βρέθηκε μπροστά σε πολύ μεγάλη δύναμη, υποχώρησε στη Ζίχνα, όπου κυκλώθηκε από 15.000 Τούρκους. Κατόρθωσε όμως νά διασπάσει τόν κλοιό καί από τή Ρεντίνα νά περάσει στη Χαλκιδική.
Συγχρόνως με τόν Νικοτσάρα, στο Μένοικο αγωνίζεται ηρωικά κατά των Τούρκων ό Σερραίος αρματολός Τσέλιος Ρουμελιώτης.
Ο Αλί-πασάς τό 1807 ξαναγύρισε στη Μακεδονία καί επετέθη κατά τού αρματολικίου τού Ολύμπου, τό οποίο υποχρεώθηκε νά καταφύγει στα πλοία. Σχηματίσθηκε στόλος από 70 πλοία, με συμμετοχή των Ρομφέη, Νικοτσάρα υπό την αρχηγία τού Γιάννη Σταθά. Έγιναν τόσες καταστροφές σε βάρος των Τούρκων, ώστε αυτοί συνθηκολόγησαν καί άφησαν ελευθέρα τα αρματολίκια τους.
Τό 1808 ξεσηκώθηκαν πάλι τά αρματολίκια, πού αναγκάσθηκαν ξανά νά βρουν διέξοδο στο ναυτικό αγώνα. Αρχηγοί ήταν, ό Νικοτσάρας, ό Βλαχάβας καί οι αδελφοί Λάζου. 0 Βλαχάβας συνελήφθη μετά από προδοσία Αλβανών καί θανατώθηκε από Τόν Αλί-πασά στα Γιάννινα. Ο Νικοτσάρας σκοτώθηκε κοντά στην Κατερίνη καί τάφηκε στη Σκιάθο.
Όπως γράφει ό Γ. Χ. Μόδης130: “ήλθε καί ή Επανάσταση του 1821, για νά πιστοποιήση άλλη μία φορά ότι, ελληνόφωνοι, βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι, αποτελούσαν μία καί ενιαία ολότητα στη μάχη καί στη συμφορά. Τά γιαταγάνια των βασιβοζούκων του Άμπουλαμποΰτ πασά, δεν έκαμναν καμμιά διάκριση. Η Νάουσα, ή Χαλκιδική καταστράφηκαν καί τά χωριά της Κεντρικής Μακεδονίας ερημάχθηκαν. Ο Άμπουλαμπούτ πασάς καυχήθηκε ότι σε απέραντες εκτάσεις, πετεινός δεν λαλούσε. Η Νάουσα μάλιστα είχε καταστραφεί όπως βεβαιώνεται από τά αρχεία του ιεροδικείου Βεροίας καί κατά τό 1702, όταν κατέσφαξε την επιτροπή των γενιτσάρων πού πήγε νά ενεργήσει τό παιδομάζωμα. Σλαβόφωνοι, ώς ό Γάτσος, έγιναν καί στρατηγοί Βλαχόφωνοι, όπως ό Γεωργάκης Ολύμπιος, αναδειχθήκαν ήρωες από τούς εύυγενέστερους. Εκδηλώθηκε τότε πηγαία, αυθόρμητη, ανεπηρέαστη καί ατόφια ή μακεδονική ψυχή... “.
Καί ό Φιλ. Δραγούμης131: “Πόσοι αγωνιστές του 1821 δεν ήταν αλλόγλωσσοι; Ποιος μπορεί νά ισχυρισθεί πώς οι αλβανόφωνοι Υδραίοι και Σπετσιώτες, οι Σουλιώτες καί οι δίγλωσσοι Χειμαρριώτες, οι βλαχόφωνοι αρματολοί καί κλέφτες, οι σλαβόφωνοι καπεταναΐοι (π.χ. ό Χατζηχρίστος, ό Βάσος) και τα παλληκάρια των, οι τουρκόφωνοι από τη Μικρασία πολεμιστές, δεν ήταν γνήσιοι Έλληνες πατριώτες;... “.
Θα κάνουμε Παρακάτω ξεχωριστά λόγο για τούς σλαβόφωνους Μακεδόνες ηγέτες τού 1821 πού ακολουθούνταν από πλήθος σλαβοφώνων αγωνιστών τόν Άγγ. Γάτσο, τόν Διαμαντή Νικολάου καί τόν Χατζηχρίστο.

Αγγελής Γάτσος

Υπήρξε από τούς γενναιότερους οπλαρχηγούς τής Επανάστασης. Γεννήθηκε στη Σαρακηνή τής Εδέσσης τό 1771. Από τα τέλη του 18ου αίω. ήταν αρματολός στον Όλυμπο καί αγωνίζονταν στο πριν την Επανάσταση διάστημα, αν καί διώκονταν από τόν Αλί-πασά των Ιωαννίνων.
Στη Νάουσα είχε ιδρυθεί από τις παραμονές τής Επανάστασης, επαναστατικό κέντρο με τή συμμετοχή των Ζαφειράκη Λογοθέτη από τούς προύχοντες, Αναστάσιου
Καρατάσιου αρχικλέφτη τού Βερμίου (βλαχόφωνου) και Αγγελή Γάτσου, αρχικλέφτη τής Έδεσσας.
Την οργάνωση τού αγώνα στη Νάουσα ανέλαβαν οι Καρατάσιος, Γάτσος καί Συρόπουλος.
0 Γάτσος είχε πελώριο ανάστημα, μέτωπο πλατύ, ήταν ξανθός, δασύτριχος, ρωμαλέος καί ανδρειότατος. Ήταν αφοσιωμένος στον Καρατάσιο με τόν οποίο τόν συνέδεαν κοινοί αγώνες καί φιλία.
Η κατάσταση στην περιοχή τού Βερμίου ήταν ανήσυχη κυρίως λόγω τής εξέγερσης στη Χαλκιδική.
Τό Φεβρουάριο 1822 κι αφού μάταια περίμεναν ειδήσεις από τόν Υψηλάντη, συνήλθαν οι επικεφαλής τής επανάστασης τής Νάουσας σε σύσκεψη πού έγινε στο μοναστήρι τής Παναγίας τού Δοβρά. Συμμετείχαν οι Ζαφειράκης, Καρατάσιος, Γάτσος κ.α. Κλήθηκαν καί όλοι οι αρματολοί καί διατάχθηκε συγκέντρωση όπλων, πολεμοφοδίων καί τροφίμων.
Την Κυριακή τής Ορθοδοξίας (19-2/3-3-1822) στην εκκλησία τού Αγ. Δημητρίου κηρύχθηκε, μέσα σε εκδηλώσεις ενθουσιασμού, ή επανάσταση. 0 Καρατάσιος ορίσθηκε αρχηγός τής επανάστασης κι αυτός έκαμε την κατανομή των δυνάμεων των υπερασπιστών τής Νάουσας. 450 πολεμιστές (οι πιο πολλοί δίγλωσσοι) ήρθαν από τά χωριά Δαρζίλοβο, Όσλιανη κ.α. με αρχηγούς τόν Αγγ. Γάτσο καί τούς (επίσης σλαβόφωνους) αδελφούς Σιούγκαρα.
0 Καρατάσιος διαίρεσε όλη τή δύναμη (από 4-5.000 άνδρες περίπου) σε 3 φάλαγγες. Μία ανέλαβε προσωπικά ό ίδιος με υπαρχηγό τόν δευτερότοκο γιό του Τσάμη Καρατάσιο. Τή δεύτερη ανέθεσε στον Αγγ. Γάτσο, με υπαρχηγό τόν αδερφό του Πέτρο καί την τρίτη ανέθεσε στον γιό του Γιαννάκη Καρατάσιο πού ορίσθηκε φρούραρχος τής Νάουσας.
Την επομένη ό γερο-Καρατάσιος, παίρνοντας μαζί του τούς άνδρες τού Αγ. Γάτσου, τόν Σιούγκαρα καί τόν Ραμαντάνη (δύναμη περ. 1800 πολεμιστών), εξεστράτευσε προς κατάληψη τής Βέροιας. Στον Πέτρο Γάτσο, με 200 άνδρες, ανέθεσε τή διακοπή των συγκοινωνιών μεταξύ Βέροιας καί Γιαννιτσών καί την τοποθέτηση φυλακίων. Η επίθεση εκδηλώθηκε κάτω από δυσχερείς συνθήκες, αλλά οι Τούρκοι υπέστησαν δεινή ήττα καί είχαν 1500 νεκρούς καί τραυματίες, ενώ οι ελληνικές απώλειες ήταν ασήμαντες.
Την ήττα πληροφορήθηκε στη Θεσσαλονίκη ό Μεχμέτ Έμίν Έμπού Λουμπούτ, πού συγκέντρωσε 6.000 άνδρες, ιππικό και 12 πυροβόλα και αφού πέρασε από τη Βέροια, κατευθύνθηκε στη Νάουσα. Οι Ναουσαίοι αρχηγοί ορκισθήκαν να δώσουν τον υπέρ όλων αγώνα. 0 Γάτσος κατέλαβε τό μοναστήρι τού Αγ. Προδρόμου καί τά Καραούλια. Βλέποντας από την κορυφή τού Κουκουλιού τις κινήσεις των Τούρκων, διέταξε τόν αδερφό του Πέτρο νά καταλάβει θέση ανάμεσα στον Αγ. Πρόδρομο καί στο Κουκούλι κι έτσι οι Τούρκοι τέθηκαν μεταξύ δύο πυρών. Τό τέχνασμα πέτυχε καί οι Τούρκοι υπέστησαν πανωλεθρία.
0 Έμπού Λουμπούτ από την 14-4-1822 πήρε καί νέες ενισχύσεις καί άρχισε σφοδρό βομβαρδισμό τεσσάρων ήμερών. Στις 18-4-1822, ύστερα από λυσσώδεις μάχες, Περικύκλωσε τή Νάουσα, όπου μπήκε στις 24-4-1822 καί οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε σφαγή, λεηλασίες καί εμπρησμούς. 0 γερο-Καρατάσιος με υπαρχηγό τόν Γάτσο καί άλλους αρχηγούς τούς Δουμπιώτη, Συρόπουλο, Λάζο καί Κότα καί τό γιό του Τσιάμη, με 300 άνδρες, πέρασε στη Θεσσαλία καί κατευθύνθηκε στον Ασπροπόταμο.
Στις 30-6 -1822 Ισχυρό τουρκικό σώμα υπό τόν Αχμέτ Βρυώνη, αποτελούμενο από 10.000 Αλβανούς, πρόσβαλε το ελληνικό στρατόπεδο τής Πλάκας. Εκεί έπεσε ό αδερφός τού Άγγελου Πέτρος.
Μετά την καταστροφική μάχη του Πέτα (4-7-1822) ό Καρατάσιος πήγε στην Εύβοια, ενώ ό Αγ. Γάτσος, επικεφαλής 100 παλιών του συμπολεμιστών (κατά τό πλείστο σλαβόφωνων) Μακεδόνων, ακολούθησε τόν Γενναίο Κολοκοτρώνη στην Πελοπόννησο, όπου πήρε μέρος στη μάχη των Δερβενακίων υπό τόν Θεοδ. Κολοκοτρώνη, αγωνίσθηκε με μεγάλη ανδρεία, απέσπασε τόν θαυμασμό των Πελοποννησίων μαχητών καί συνέβαλε σοβαρά στη νίκη κατά του Δράμαλη.
Ο υπασπιστής τού Κολοκοτρώνη Φωτάκος χρυσανθόπουλος στο έργο του ‘’Βίοι’’ κ.λ.π. σ. 193, χαρακτηρίζει ως εξής τούς Μακεδόνες πολεμιστές: “Ο περίφημος Καπετάν Γάτσος, εις το όπλα εκ γενετής και σύντροφος αχώριστος του Ολύμπου και οι στρατιώται του Μακεδόνες επολέμησαν εις τό Βασιλικά καί τό Δερβενάκια γενναίως καί οι Πελοποννήσιοι ευχαριστήθηκαν πολύ, διότι είδον άνδρας, έχοντας ζήλον καί εθνισμόν μέγαν”.
Τόν Γάτσο συναντούμε στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1823 στη Σκιάθο μαζί με τόν Καρατάσιο, Διαμαντή κ.α. Ο Γάτσος προτείνει ν’ αντιταχθούν σε κάθε απόπειρα απόβασης εχθρικών στρατευμάτων του Μεχρέτ Τοπάλ Χοσρέβ πασά. Η πρόταση έγινε δεκτή. Οι αρχηγοί πήραν θέσεις μάχης. 0 Γάτσος πήρε την πιο επικίνδυνη θέση, τό 0ρβιόκαστρο.
Την 9-10-1823 οι Τούρκοι άρχισαν σφοδρό βομβαρδισμό στην Πελοπόννησο οι Μακεδόνες υπό τόν Καρατάσιο καί τόν Γάτσο είναι παρόντες. Ο Γάτσος με 1400 Μακεδόνες καί Στερεοελλαδίτες, μαζί καί με τούς χατζηχρίστο καί Κοντογιάννη δέχθηκαν επίθεση από 2000 ιππείς μαμελούκους καί 1500 πεζοναύτες Αιγύπτιους καί αναγκάσθηκαν νά υποχωρήσουν αφήνοντας 45 νεκρούς καί πολλούς τραυματίες καί αιχμαλώτους. Η κατάσταση στην Πελοπόννησο χειροτέρευε. Ό Καρατάσιος ανησύχησε για την τύχη των γυναικοπαίδων πού έμειναν στη Σκιάθο κι έφυγε για τό νησί με 300 πολεμιστές, αφήνοντας στην Πελοπόννησο ώς αντικαταστάτη του τόν Γάτσο.
Στις επιχειρήσεις του Ευρίπου σημειώθηκε διάσταση απόψεων μεταξύ Καρατάσιου καί του Γάτσιου, πού γύρισε από την Πελοπόννησο (ό Γάτσος κατηγόρησε τόν Καρατάσιο ώς αποτυχόντα στον Εύριπο, στα σχέδια προσβολής των Τούρκων). 0 Γάτσος έμεινε εκεί, αλλά συγκρότησε ξεχωριστή ομάδα με συνεργάτες τόν Δουμπιώτη, τόν Μπίνο κ.α. καί ζήτησε από την κυβέρνηση ν’ ανατεθεί σ’ αυτόν ή αρχηγία. Η κυβέρνηση αρνήθηκε γιατί είχε μεγάλη εκτίμηση καί εμπιστοσύνη στον Καρατάσιο. Για συμβιβασμό ή κυβέρνηση έστειλε στις 13-9-1826 τόν Κωλέτη, μαζί με τό γιό του Εμ. Παπά, Αθανάσιο.
Στις 3-11-1826 οι Ολύμπιοι άρχιζαν νά καταφθάνουν στην Αταλάντη καί την 8-11 ό Γάτσος με τούς 500 πολεμιστές του επετέθη κατά τής πόλης καί κατέλαβε τό σταθμό ανεφοδιασμού. Ανάμεσα στην Αταλάντη καί τή Λιβαδειά έδωσε μάχη με τό στρατό του Μουστάμπαση από τή Θήβα, όπου είχε μεγάλες απώλειες. Ό Γάτσος πολέμησε ανδριότατα καί μαζί με τόν καπετάν Βελέντζα από τόν Αλμυρό καί 80 πολεμιστές οχυρώθηκε σε μία ερειπωμένη εκκλησία. Οκτώ ώρες έκανε επιθέσεις εναντίον τους ό Μουστάμπασης πού υπέστη πολλές απώλειες καί οι Μακεδόνες πολεμιστές σώθηκαν χάρη στην παρέμβαση του γερο-Καρατάσιου. Έτσι ξανασυνδέθηκαν οι δύο ηγέτες Καρατάσιος καί Γάτσος.
Τή νύχτα τής 25-11-1827 ό Καρατάσιος με συνεργάτη τόν Γάτσο καί τούς Μπίνο, Λιακόπουλο, Αποστολάρα καί Βελέντζα, αποβιβάσθηκε κρυφά στην παραλία του Τρίκερι καί μετά από αιφνιδιαστική επίθεση κατέλαβε τό λιμάνι. Οι αμυνόμενοι Τούρκοι ζήτησαν ενισχύσεις, πού έφτασαν, αλλά υπέστησαν πανωλεθρία.
0 Γάτσος συνέχισε να αγωνίζεται μέχρι την απελευθέρωση. Πέθανε το 1839 πάμπτωχος με το βαθμό του Συνταγματάρχη τής φάλαγγας και κηδεύτηκε στην Αταλάντη.
Στον Αγώνα πήραν μέρος και τα μέλη τής οικογένειάς του, επίσης σλαβόφωνοι. Ό αδερφός του Πέτρος σκοτώθηκε -όπως αναφέραμε- τον Ιούνιο του 1822 στην Πλάκα. 0 γιος του Νικόλας Γάτσος, είχε συλληφθεί ώς όμηρος από τούς Τούρκους μετά την καταστροφή τής Νάουσας. Τό 1830 απελευθερώθηκε από τόν πατέρα του καί διακρίθηκε αργότερα για την ευρεία μόρφωσή του. Ο Όθων τόν έστειλε στο Μόναχο για σπουδή τής στρατιωτικής επιστήμης. Ο Μήτσος Γάτσος, υιοθετημένος από τόν Αγγελή, προγονός του, τόν ακολούθησε σ’ όλες σχεδόν τις μάχες, στις οποίες καί διέπρεψε κι έφτασε μέχρι τό βαθμό τού αντιστρατήγου.

Καπετάν Διαμαντής Νικολάου - Ολυμπίτης.

Ήταν από τούς αρματολούς τού Ολύμπου, των Πιερίων καί των βουνών τής Έδεσσας, επικεφαλής 100 ανδρών (μαζί του ήταν καί ό Καρατάσιος με 100 άνδρες καί ό Συρόπουλος με 100 άνδρες). Ήταν σκληρός πολεμιστής, άγριος στην όψη καί ιδιόμορφος ώς χαρακτήρας.
Όταν ό αρχηγός τής Επανάστασης τής Χαλκιδικής Σερραίος μεγαλέμπορος Εμ. Παπάς (Πού ξεκίνησε στις 23-3-1821) ήρθε σε δύσκολη θέση αντιμετωπίζοντας τεράστιες εχθρικές δυνάμεις, απευθύνθηκε στον Δημ. Υψηλάντη καί τόν Ιούνιο τού 1821 έστειλε 12000 γρόσια στον αρματολό τού Ολύμπου καπετάν -Διαμαντή ζητώντας στρατιωτική ενίσχυση. Ο Διαμαντής έδωσε χρήματα καί πυρομαχικά σε μέρος των ανδρών του, περ. 400, καί υπό την ηγεσία των υπαρχηγών του Μήτρου Λιακόπουλου ή Λιάκου καί Κωνστ. Μπίνου τούς έστειλε νά βοηθήσουν τούς άλλους επαναστάτες. Πραγματικά ή άφιξή τους στη Χαλκιδική εμψύχωσε αυτούς πού αγωνίζονταν εκεί καί τέθηκαν επικεφαλής τής άμυνας τής Χερσονήσου τής Κασσάνδρας. Στις αρχές Ιουλίου έφτασε εκεί καί ό Διαμαντής. Αυτός, χρησιμοποιώντας διάφορα κλέφτικα τεχνάσματα, αιφνιδίασε τούς Τούρκους καί τούς προκάλεσε απώλειες γύρω στους 500 νεκρούς. Κατόπιν, ό Διαμαντής έφυγε για τόν Όλυμπο για νά φροντίσει για τή συγκέντρωση ανδρών.
0 Μουτεσαφίρης τής Θεσσαλονίκης Έμπού Λουμπούτ, αφού ξεκαθάρισε την κατάσταση στην Κασσάνδρα, (όπου σκοτώθηκαν τά 3/4 των Ελλήνων μαχητών) αποφάσισε νά πάρει μέτρα κατά τού Διαμαντή πού κατασκεύαζε στην Καστανιά τής Βέροιας οχυρωματικά έργα.
Εκεί ό Διαμαντής με τόν Γούλα Δράσκου ήταν επικεφαλής 300 κλεφτών.
Στις 8-3-1822 κηρύχθηκε ή Επανάσταση καί στα Πιέρια κι ό Διαμαντής με τούς 300 του επετέθη κατά τού Κολινδρού πού κατεχόταν από 1500 Τούρκους. Έγινε φονική μάχη. Ο Διαμαντής πού δεν μπόρεσε νά καταλάβει τόν Κολινδρό αποσύρθηκε στα Ν.Δ. όπου συνέχισε τόν αγώνα.
Μετά την πτώση τής Νάουσας (21-4-1822) στην περιοχή τής Κατερίνης οργανώθηκε δύναμη με τούς Διαμαντή, Κώστα Νικολάου (αδερφό του), Καραμήτσο, Σάλα καί Κασομούλη καί τό πυροβολικό τού Λεζίνσκυ. Οι Τούρκοι με 4.000 πεζούς καί 6000 ιππείς επετέθησαν κατά των ελληνικών θέσεων από τρία σημεία, αλλά απέτυχαν, καταδιώχθηκαν καί αποκλείσθηκαν στον Κολινδρό. Ο Διαμαντής τραβήχτηκε πάλι στα υψώματα τής Καστανιάς. ΟΙ Τούρκοι τού Κολινδρού με δύναμη 2000 πεζών καί ιππέων χτύπησαν τόν Διαμαντή με δύο φάλαγγες. Η θέση τού Διαμαντή έγινε δύσκολη. Αλλά, οι Τούρκοι έχασαν εκεί τό μεγαλύτερο μέρος τής δύναμής τους. Ο Διαμαντής υποχώρησε προς τή Μηλιά, όπου ενώθηκε με τά αρματολικά σώματα τού Γούλα καί τού Λάζου. Αργότερα, μαζί με τόν Κασομούλη κατέφυγαν στα Κρύα Νερά καί στη συνέχεια, με τόν Γούλα, τόν Τόλιο, τόν Λάζο κ.α. διασκορπίσθηκαν στον Όλυμπο καί στα Πιέρια.
Μετά από σύσκεψη των αρχηγών στο μοναστήρι τού Αγίου Διονυσίου τού Ολύμπου, αποφασίσθηκε ή κάθοδος των Μακεδόνων αγωνιστών στη Νότια Ελλάδα.
Ο Διαμαντής, με δικό του πάντα σώμα πολεμιστών από 250 άνδρες μαζί με τούς Γούλα Δράσκου, Μήτρο Λιακόπουλο ή Λιάκο καί Κωνστ. Μπίνο έφυγαν για Σκόπελο καί Σκιάθο.
Στο τέλος Ιουνίου τού 1822 ό ‘’Άρειος Πάγος” (τό πολιτικό Σώμα τής Ανατολικής ‘Ελλάδας) απέστειλε στις Βόρειες Σποράδες τόν αρεοπαγίτη Θεόκλητο Φαρμακίδη για νά τούς μεταφέρει στην Εύβοια. Ο Διαμαντής είχε πάει στον Όλυμπο για νά παραλάβει τις οικογένειες των αγωνιστών καί 150 πολεμιστές πού ήταν σκορπισμένοι στα μακεδονικά δάση, ώστε μόνον 600 Μακεδόνες μετέφερε ό Φαρμακίδης, με τόν Λιακόπουλο, τόν Μπίνο καί τόν σύγγαμπρο τού Διαμαντή, Καρακώστα. Η μικρή αυτή δύναμη εκτόπισε τούς Τούρκους από τά Βρυσάκια Χαλκίδας, καί εμψύχωσε τούς Ευβοείς, οι οποίοι άρχισαν να κατατάσσονται στο μακεδονικό σώμα.
0 Διαμαντής, γυρίζοντας από τον Όλυμπο, διορίσθηκε γενικός αρχηγός των επαναστατικών δυνάμεων τής περιοχής Χαλκίδας και στις αρχές Σεπτεμβρίου 1822 πέτυχε νά διαλύσει τούς Τούρκους τού στρατοπέδου τής Λιθούδας. Η κυβέρνηση προήγαγε τον Διαμαντή σε στρατηγό και τον διόρισε αρχηγό τής εκστρατείας κατά τής Χαλκίδας.
Δυστυχώς, ό Κριεζώτης, υποκινούμενος από τον Ανδρούτσο, αρνήθηκε νά δεχθεί τόν Διαμαντή ώς αρχηγό καί μετά από εμφύλια σύγκρουση, ό Κριεζώτης αποσύρθηκε στον Άγιο Λουκά. Ο Ανδρούτσος με ισχυρή δύναμη Ρουμελιωτών επετέθη κατά των ανδρών τού Διαμαντή, πού ασχολούνταν με την πολιορκία τής Χαλκίδας. Ο Διαμαντής, για νά αποτραπεί μεγαλύτερης έκτασης εμφύλια σύρραξη, έφυγε για τή Σκιάθο.
Στα τέλη τού Σεπτεμβρίου 1823, ό τουρκικός στόλος τού Χοσρέβ πασά σχεδίαζε νά αποβιβασθεί στη Σκιάθο. Οι αρχηγοί Καρατάσιος, Διαμαντής, Γάτσος, Περραιβός, Μπίνος, Λιακόπουλος, Συρόπουλος καί Βελέντζας αποφάσισαν νά προβάλουν αντίσταση. Ο Διαμαντής έπιασε τό δυτικό τμήμα τού λιμένα. Την 9-10-1823 οι Τούρκοι επιχείρησαν την απόβαση, ή οποία αποκρούσθηκε καί ό Χοσρέβ απέπλευσε για τόν Παγασητικό Κόλπο. Ο Διαμαντής με τόν Τσάμη Καρατάσιο καί τό Μήτρο Λιακόπουλο έγιναν κυρίαρχοι τού νησιού. Ακολούθησε διαφωνία του με τούς άλλους αρχηγούς καί αποχώρησή του από τή Σκιάθο. Γύρισε στον γνώριμό του Όλυμπο.
Όταν τόν Ιανουάριο 1828 έφτασε στο Ναύπλιο ό Καποδίστριας, αντιπροσωπεία των Μακεδόνων από τούς Διαμαντή, Τόλιο Λάζο καί Δ. Σύρο παραβρέθηκε στην ορκωμοσία τού κυβερνήτη. Σχηματίσθηκε μία ταξιαρχία Μακεδόνων καί Θεσσαλών προσφύγων την ηγεσία τής οποίας
ανέλαβε ό Τόλιος Λάζος, Πράγμα που δυσαρέστησε τόν (αρχαιότερο) Διαμαντή, ό οποίος μαζί με τόν αδελφό του Κώστα γύρισαν πάλι στον Όλυμπο.
Στις 8-10-1828 οι Ολύμπιοι με πρώτο τόν Διαμαντή ζήτησαν με επιστολή τους οδηγίες από τόν Καποδίστρια καί μαζί υπέβαλαν τό αίτημα νά συμπεριληφθεί ή περιοχή τού Ολύμπου μέσα στα όρια τού νέου ελληνικού κράτους. Οι απαντήσεις πού πήραν δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικές.
Στο μεταξύ οι Τούρκοι ισχυρίζονταν ότι ό Διαμαντής συγκέντρωνε στον Όλυμπο καί στο Βέρμιο ληστές καί προς τό τέλος τού 1830 έστειλαν δυνάμεις τους νά συλλάβουν αυτόν καί τόν Μιχ. Πετσιάβα.
Φήμη ότι ό Διαμαντής συνεργάσθηκε με τούς Τούρκους ελέγχεται ώς ανακριβής.

Χατζή-χρίστος

Ο Χατζή-χρίστος Δάγκοβιτς γεννήθηκε στο Βελιγράδι, τό 1783. Ο πατέρας του καί ό αδερφός του σκοτώθηκαν στη Σερβική επανάσταση τού 1806. Τό 1824 έφυγε με τή μητέρα του καί μετά από περιπλάνηση σε διάφορες χώρες κατέληξε στην Αίγυπτο, κοντά στον Μεχμέτ Αλί, ό οποίος τόν κατέταξε στα σώματα πού πολεμούσαν τούς αντιζήλους του μπέηδες μαμελούκους (κιολεμίνιδες). Λόγω τής ανδρείας του προήχθη στο βαθμό τού ‘καβιάμπαση’. Στη συνέχεια κατετάγη στο στρατό τού Χουρσίτ πασά στη Συρία. Τό 1820 ό Χουρσίτ διορίσθηκε Αλής τής Πελοποννήσου. Όταν ό Χουρσίτ διατάχθηκε νά επιτεθεί εναντίον τού Αλί-πασά, άφησε στον Χατζηχρίστο τή φύλαξη τού χαρεμιού του καί των θησαυρών του.
Την 23-9-1821 ή Τρίπολη κατελήφθη από τούς επαναστατημένους Έλληνες καί ό Χατζηχρίστος πιάσθηκε αιχμάλωτος. Τότε, σε μία κρίση συνείδησης πού ξύπνησε μέσα του τό ελληνικό εθνικό φρόνημα, ορκίσθηκε μαζί με άλλους στο Ευαγγέλιο νά αγωνισθεί για την Ανεξαρτησία. Από τότε έγινε εξαίρετος πολεμιστής καί διακρίθηκε ώς αρχηγός τού ιππικού. Στο Βαλτέτσι τραυματίστηκε καί τό φημισμένο ιππικό του διέπραξε θαύματα ανδρείας.
Στη μάχη κοντά στο Πετροχώρι, έξω από τό Ναβαρίνο κατά τού Ιμπραήμ πασά (25 έως 30-4-1825) συνελήφθη αιχμάλωτος, φυλακίσθηκε καί βασανίσθηκε από τόν Ιμπραήμ ό οποίος τόν αναγνώρισε.
Ελευθερώθηκε ύστερα από ανταλλαγή με Τούρκους. Πολέμησε με τόν Αυγουστίνο Καποδίστρια στην πολιορκία τού Αντιρίου καί τής Ναυπάκτου (12 καί 13-3-1 829) καί στις 2-5-1829 κατέλαβε τή Ναύπακτο με συνθήκη.
Μετά την απελευθέρωση παρέμεινε στο στράτευμα, προήχθη σε στρατηγό από τόν Όθωνα καί διορίσθηκε υπασπιστής του.
Πέθανε τό 1853.

Βάσος

Έλληνας σλαβόφωνος Μακεδόνας καπετάνιος τού αγώνα τής ανεξαρτησίας για τόν οποίο τά στοιχεία πού υπάρχουν είναι λίγα. Τόν αναφέρει ό Φιλ. Δραγούμης (ό.π.) καί ό Ι. Βασδραβέλης. (ό.π., σ. 172). Αυτό πού έγινε γνωστό γι’ αυτόν είναι ότι, μετά την άτυχή μάχη τού Κρομμυδιού οι Πελοποννήσιοι σκόρπισαν στα χωριά τους καί οι Ρουμελιώτες γύρισαν στη Δυτ. Ελλάδα. Στην Πελοπόννησο έμειναν 2000 πολεμιστές υπό τούς Καρατάσιο, Βάσο, Χατζηχρίστο καί Σκούρτη.

Λοιποί επώνυμοι σλαβόφωνοι Μακεδόνες αγωνιστές.

Στα σώματα, τόσο τού Γάτσου, όσο και τού Διαμαντή, αλλά και τού Καρατάσιου, υπηρετούσε μεγάλος αριθμός ανώνυμων σλαβόφωνων Μακεδόνων, πού πολέμησε με ηρωισμό για την εθνική ανεξαρτησία.
Επώνυμοι σλαβόφωνοι αγωνιστές εκτός αυτών πού αναφέρθηκαν παραπάνω, ήταν και οι εξής:
- Οι αδελφοί Σιούγκαρα. Ήταν ανάμεσα στους υπερασπιστές τής Νάουσας καί ηγούνταν μαζί με τόν Γάτσο 450 αγωνιστών από τά χωριά Δαρζίλοβο, Οσλιάνη κ.α. Επίσης, πήραν μέρος στην εκστρατεία για την κατάληψη τής Βέροιας. Στην άμυνα τής Νάουσας οι αδελφοί Σιούγκαρα κατέλαβαν τή θέση Πλακένια Δραγασιά μαζί με τόν Καρατάσιο. Τουρκική δύναμη πού παρέκαμψε τή Γάστρα καί πλευροκόπησε τό σώμα τού Καραμήτσου, έπεσε στα πυρά των Σιουγκαραίων καί αναγκάσθηκε νά υποχωρήσει. ΟΙ Σιουγκαραίοι ακολούθησαν τόν Γάτσο καί τόν Καρατάσιο στη νότια Ελλάδα όπου επίσης αγωνίσθηκαν ηρωικά.
- Ο Τσέρνυ Πέτρη. Στην κατανομή των δυνάμεων για την υπεράσπιση τής Νάουσας (Μάρτιος 1822) μία φάλαγγα 80 ανδρών με αρχηγό τόν Τσέρνυ Πέτρη στάλθηκε νά φυλάξει τά περάσματα τού Λουδία. Κατόπιν, για την άμυνα μέσα στη Νάουσα ό Τσέρνυ Πέτρη με τόν Καραμήτσο καί τόν Καραμπατάκη κατέλαβαν τις κλιτύες τής Γάστρας από τις πηγές ώς την Καραγίδα.
- Στογιάννος. Στην οργάνωση τής υπεράσπισης της Νάουσας 110 άνδρες με αρχηγό τόν Στογιάννο καί τους Δεληγιάννη καί Μιχ. Πιτσιάβα ορίσθηκαν νά φυλάγουν τις βόρειες διόδους (περάσματα) τού Λουδία, στα χωριά Αράχνιανη καί Μπάνια.

Δραστηριότητες στην περίοδο 1854 -1878

Αναφέρονται οι παρακάτω δραστηριότητες Ελλήνων σλαβοφώνων τής Μακεδονίας στην περίοδο 1854-1878:
1. Τό 1854 σημειώθηκε στον Όλυμπο επαναστατική δραστηριότητα των Ελλήνων πού μεταξύ των άλλων (Γ. Ζαχείλα, Δ. Ψαροδήμο, Ε. Καραβάγκο. Ζ. Σωτηρίου) είχε αρχηγό και τόν Ι. Διαμαντή.
2. Παρόλη την τουρκική αντίδραση ή επαναστατική δραστηριότητα των Ελλήνων στον Όλυμπο συνεχίσθηκε. Οι ντόπιοι τροφοδοτούσαν με έμψυχο υλικό την επαναστατική δραστηριότητα των περιοχών Καστοριάς καί Κλεισούρας.
3. Τό καλοκαίρι τού 1857 δρούσε στο Μορίχοβο τό σώμα τού οπλαρχηγού Γιαννούλα, ό οποίος αργότερα στράφηκε προς τις ληστείες.
4. Στα χρόνια τής Κρητικής Επανάστασης 1866-69, ή περιοχή Μοριχόβου ανακηρύχθηκε Ελεύθερη Ελλάδα. 0ι βασικοί παράγοντες στη νέα αυτή επαναστατική κίνηση ήταν Έλληνες σλαβόφωνοι Μακεδόνες, ό Ναούμ Κύρου από τό Ανταρτικό, ό Α. Κορδίστας από τή Νέβεσκα, Κόλε Πίνας από τό Φλάμπουρο τής Φλώρινας, ό Νικ. καί Στ. Νταλίπης από τή Σφήκα Κορεστίων, ό Ναούμ Ορλίνης από την Ιεροπηγή Καστοριάς καί ό υπαρχηγός του Νάειδος, ό Αρκούδας, ό Γιαρέσης κ.α. (κοντά σ’ αυτούς καί ορισμένοι βλαχόφωνοι Μακεδόνες). 0 Ν. Ορλίνης με τό Νάειδο καί τούς άνδρες τους μπήκαν κρυφά στη Φλώρινα καί απήγαγαν τόν εκεί ‘’καϊμακάμη’’
5. Στη “Νέα Φιλική Εταιρεία’’ πού οργάνωσε ό εκπαιδευτικός Αναστ. Πηχεών από την Αχρίδα μαζί με άλλους, Πήρε μέρος καί ό Κ. Τσιούλκας από την Κορησσό.
6. Στην περίοδο τής προετοιμασίας τού κινήματος τού 1878 είχαν συμμετοχή τά σώματα ορισμένων Μακεδόνων οπλαρχηγών όπως ό τρίγλωσσος Ν. Σπανός (ελληνόφωνος-βλαχόφωνος-σλαβόφωνος), ό Βελούλας κ.α.
7. Το 1875 οι Στρωμνιτσιώτες (μεταξύ των οποίων και πολλοί σλαβόφωνοι) αποφάσισαν να αντισταθούν κατά των Βουλγάρων και συγκρότησαν γι’ αυτό το σκοπό πατριωτική ομάδα.
“Το Πάσχα του έτους 1875 συνελθόντες εις την οικίαν του Δ. Παπαδιονυσίου, οι, Νικόλαος Ε. Οικονομίδης, Κωστάκης Γραικού, Κων. Δημ. Μίσσιου, Γρηγ. Παπαδιονυσίου, Ι. Παπαδιονυσίου, Δημ. Αγγειοπλάστης, Γεώργ. Κόλλιου, Γεωργ. Μούλκας, Κων. Αμπράσης, Κων. Κωνσταντινίδης καί Παντελής Γουγούσης, αντιπροσωπεύοντες δε οι ανωτέρω καί τούς παρακάτω ειλικρινείς καί ενθέρμους πατριώτας Δημ. Καλινίκην, Παντελήν Πάκον, Εμ. Πώνην, Κων. Κολιούσκαν, Γ. Κολιούσκαν, Γρηγ. Ταμανίμην, Κύρον Τοπούζην, Γρηγ. Τράϊνον, Πρωτοπαππάν (παπά Νικόλαν), Γρηγ. Δανιήλ, Ιω. Ιόφτσου, Παντ. Σαμουλαδάν καί Γεώργ. Ντουλμπέρη, απεφάσισαν καί κατήρτισαν Πατριωτικήν ομάδα αντιστάσεως, προγραμματίσαντες συνάμα την ημέραν εκείνην σχέδιον αντάξιον γνησίων Ελλήνων ηρώων, εξέλεξαν δε αρχηγόν τόν Παντελήν Γουγούσην”.

δ. Συμμετοχή στην Επανάσταση του 1878

Η συμμετοχή των Ελλήνων σλαβόφωνων τής Μακεδονίας στην Επανάσταση τού 1878 (πού ήταν ή ελληνική απάντηση στο δημιούργημα τής Συνθήκης τού Αγ. Στεφάνου, τή “μεγάλη Βουλγαρία”) ήταν μαζική, έντονη καί αποτελεσματική.
Προηγήθηκαν οι διαμαρτυρίες προς τις Μεγάλες Δυνάμεις τής εποχής, πού έστειλαν όλες οι ελληνικές (ελληνόφωνες, σλαβόφωνες, βλαχόφωνες, αλβανόφωνες) Κοινότητες τής Μακεδονίας.
Η επανάσταση εκδηλώθηκε στον Όλυμπο καί ξεκίνησε με την κατάληψη τού Λιτοχώρου (19-2-1878) από δύναμη πού είχε συγκροτηθεί στην Αθήνα με αρχηγό τόν Κ. Δουμπιώτη. Ακολούθησε ή απελευθέρωση τού Πλαταμώνα (20-2-1878) καί τού Κολινδρού (26-2-1878), πού όμως δεν κράτησε πολύ. 0ι Τούρκοι κινητοποιήθηκαν καί ξαναπήραν τό Λιτόχωρο στις 4-3-1878 πού τό έκαψαν. Η κατάληξη ήταν νά υπογραφεί στις 16-4-1878, με τή μεσολάβηση των ξένων, ανακωχή.
Αλλά ό επαναστατικός σπόρος είχε πέσει σε πολύ εύφορο έδαφος καί βλάστησε αμέσως. Οι Έλληνες σλαβόφωνοι βλαχόφωνοι καί αλβανόφωνοι κράτησαν ψηλά την επαναστατική δάδα. Τό Μοναστήρι, τό Μεγάροβο, τό Τίρνοβο, ή Νιζόπολη, τό Κρούσοβο, το Μπούκοβο, τό Μπούσι, τό Γκόπσι, ή Μηλόβυστα, ή Κορυτσά, ή Ρέσνα, ή Αχρίδα, τό Γιαγκοβέτσι, ή Άνω καί Κάτω Μπεάλα, ή Φλώρινα, ή Καστοριά, ή Βλάση, ή Κλεισούρα έσφυζαν από επαναστατικό παλμό.
Οι τρεις πιο σημαντικοί ηγέτες τής Επανάστασης ήταν σλαβόφωνοι: Βασίλης Ζούρκας, Νικόλαος Νταλίπης καί Νικόλαος Κορδίστας καί είχαν ορμητήριο τά Κορέστια. Τον Ιούνιο 1878 κατάφεραν βαριά πλήγματα κατά των Τούρκων στο Μπούφι καί στο Πισοδέρι, που τα επανέλαβαν και τόν Ιούλιο στο Πισοδέρι, στα Άλωνα (Αρμένσκι) καί Τύρσια (Τύρνοβο). Ό Ζούρκας κυνήγησε τόν
Ισμαήλ Αγά πού αποτελούσε μάστιγα για την Περιφέρεια Καστοριάς.
Ο Έλληνας Πρόξενος στο Μοναστήρι Π. Λογοθέτης σημείωνε στις 19-7-1878: Οι μαχόμενοι άνδρες είναι ιθαγενείς, ως και οι οπλαρχηγοί τυγχάνουσι μεστοί αδαμάστου τόλμης καί ρίπτονται μετ’ ακαθέκτου ορμής εις τας συμπλοκάς, καθ’ ως πάντοτε σχεδόν μέχρι τούδε την δοκίμησαν... ή τόλμη των εκτρέπεται μέχρι παραφροσύνης”.
Οι Ζούρκας, Κορδίστας μαζί με τούς Μανθόπουλο καί Καραγεώργη έφτασαν μέχρι τη Νιζόπολη κι ο Ζούρκας αιχμαλώτισε τον Αλβανό Αλώμπεη, που όμως τόν ελευθέρωσε με τον όρο να μη ξαναχτυπήσει Έλληνες.
Οι συγκρούσεις συνεχίσθηκαν και το Φθινόπωρο, με εκδηλώσεις φοβερών ωμοτήτων από τουρκικής πλευράς. Στο Μορίχοβο, στα μέσα Νοεμβρίου 1878, συνελήφθησαν 100 Έλληνες σλαβόφωνοι με την κατηγορία της ενίσχυσης των επαναστατών.
Επαναστατική δραστηριότητα παρατηρήθηκε και στις περιοχές Γευγελής, Στρώμνιτσας, Δοϊράνης, Μελενίκου, Σηράς (Λούμνιστα), Κάρπης (Τσέρνα Ράκα), Καστανερής (Μπαράβιστα) κ.α. Παντού οι Έλληνες σλαβόφωνοι (όπως καί οι βλαχόφωνοι) πρωτοστατούσαν.
Γράφει ό Ν. Μέρτζος για τούς αγωνιστές του 1878:
Όλοι αυτοί οι αρματωμένοι ξεπερνούν τις 2500 κατά τούς μετριότερους υπολογισμούς καί είναι όλοι Μακεδόνες. Δεν έχουν έλθει από την ελεύθερη Ελλάδα, αλλά ξεπήδησαν μέσα από τά χωριά τους, υπερασπίζονται τη ζωή, τή μικρή περιουσία καί τή μεγάλη τιμή των οικογενειών τους καί είναι αδύνατο νά φύγουν στο “Ελληνικό”. Δεν έχουν άλλωστε που νά πάνε. Μπορεί 2-3 καπεταναίοι με δεσμούς στην Αθήνα νά έφυγαν ακολουθώντας τό παράδειγμα του λοχαγού Κ. Δουμπιώτη πού βρέθηκε στη Θεσσαλία από τό Μάρτιο κιόλας του 1878. Αλλά, οι δεκάδες άλλοι ντόπιοι οπλαρχηγοί θα άφηναν τόν τόπο τους στο έλεος των μπασιμπουζούκων; Εξάλλου, από τό Φθινόπωρο κιόλας της ίδιας χρονιάς, μόλις τό Συνέδριο του Βερολίνου κατάργησε τή “μεγάλη Βουλγαρία’’ οι ένοπλοι Βούλγαροι άρχισαν επιδρομές στην Άνω Μακεδονία για νά διαμαρτυρηθούν... Οι Τούρκοι έκαιγαν αδιάκριτα όλα τα χριστιανικά χωριά, πού στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν ελληνικά, έστω καί σλαβόφωνα καί στο βορρά μεικτά. Έτσι ή παρουσία των ενόπλων Μακεδόνων γιό την αυτοάμυνα τους ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου...”.

ε: Δράση μετά τό 1878 καί ώς την έναρξη του Κυρίως Μακεδονικού Αγώνα

Μετά τό 1878 στη Βόρεια καί τή Δυτική Μακεδονία δρούσαν επαναστατικά σώματα με ηγέτες τούς δίγλωσσους:
- Βασίλη Ζούρκα και Νικόλαο Γκίζα ή Κορδίστα στις Πρέσπες και στο Βίτσι.
- Θανάση Μπρούφα και Τάκη Περήφανο στο Μορίχοβο και στα κεφαλοχώρια γύρω από το Μοναστήρι,
- Καραναούμ ή Ναούμη στην περιοχή τής Φλώρινας, Κορεστίων, Καστοριάς, Κορυτσάς,
- Ναούμ Σπανό από τη Χρούπιστα, στην Καστοριά, Ανασελίτσα και Γράμμο και
- Καταραχιά στο Βίτσι, στο Μουρίκι και στο Βέρμιο.
Στο μεταξύ οι Βούλγαροι, θέλοντας νά επιτύχουν εφαρμογή του άρ. 10 του σουλτανικού φιρμανιού για την ίδρυση τής Εξαρχίας (σύμφωνα με τό οποίο θα θεωρούνταν βουλγαρικές όσες κοινότητες με πλειοψηφία των 2/3 των κατοίκων τους θα δήλωναν σχετικά) έκαμαν συστηματικό αγώνα εκβουλγαρισμού των Ελλήνων και στράφηκαν σε πρώτη φάση προς τούς σλαβοφώνους, οι οποίοι όμως δεν έδειξαν αυτή τή διάθεση.
Ή αντίδραση αυτή των σλαβοφώνων τής Μακεδονίας οδήγησε τούς Βουλγάρους στην ίδρυση τής Ε.Μ.Ε.Ο. τό 1893 καί στην αποστολή ενόπλων συμμοριών στη Μακεδονία για νά επιτύχουν με τό όπλο ό,τι δεν μπόρεσαν με την πειθώ καί την προπαγάνδα.
Ή δράση των κομιτατζήδων άρχισε τό 1895 από τις περιοχές Νευροκοπίου, Πετριτσίου, Μελενίκου καί Στρώμνιτσας, όπου υπήρχε σλαβόφωνο ελληνικό στοιχείο.
Η ελληνική απάντηση δόθηκε τό καλοκαίρι τού 1896 με σώματα πού μπήκαν από τή Θεσσαλία. Αλλά “τό αντάρτικο κίνημα του 1896 βασίσθηκε κυρίως στους ενόπλους ελληνομακεδονικούς πυρήνες, οι οποίοι διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά τό τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στην εθνική κινητοποίηση του Ελληνισμού της Μακεδονίας” καί “Η ταχύτατη ελληνική διείσδυση στο γεωγραφικό αυτό χώρο του 1896 οφείλεται κυρίως στην παρουσία των έμπειρων δυτικομακεδόνων οπλαρχηγών, πολλοί από τούς οποίους είχαν πάρει μέρος στην επανάσταση του 1878 καί γνώριζαν άριστα τούς τόπους εκείνους, αλλά καί στη φιλική μεταχείριση των ελληνικών πληθυσμών, όπου έδρασαν τα ελληνικά σώματα”.
Επικεφαλής τής κίνησης τού 1896 τέθηκε ό παλαίμαχος Μακεδόνας (Γρεβενά) αγωνιστής Θανάσης Μπρούφας (1892-1897), πού είχε υπαρχηγούς τούς Μακεδόνες Τάκη Νάτσιο (Περήφανο), Δημ. Καναβό, Ιωάν. Γεωργαντά, Ιωάν. Τσάμη, Βασ. Οικονόμου καί Λάζο Βαρδή. Ο Μπρούφας σκοτώθηκε τό 1897 στο Μπέλες καί ή πρωτοβουλία τού κινήματος ανελήφθη από άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς, πού οι περισσότεροι ήταν σλαβόφωνοι.
Σ’ αυτή τή φάση διακρίθηκαν ιδιαίτερα οι εξής Έλληνες σλαβόφωνοι ηγέτες:
- Τάκης Νάτσιος ή Περήφανος. Όπως αναφέραμε ήταν υπαρχηγός τού Μπρούφα. Στις 15-8-1896, ό Τάκης, ό επίσης σλαβόφωνος υπαρχηγός από τό Μεγάροβο Κωνσταντίνος Γκούντας κ.α. μαζεύθηκαν στο Μοναστήρι τής Παναγιάς τής Στρώμνιτσας κοντά στο χωριό Λουμπόϊνο (πού σήμερα βρίσκεται στη νότια Γιουγκοσλαβία) κι από εκεί έστειλαν προκήρυξη προς τούς κατοίκους τής Μακεδονίας καί τούς ξένους προξένους εξηγώντας τούς λόγους τής ανάληψης δραστηριότητας. Το ελληνικό στοιχείο είδε με ανακούφιση τις επιτυχίες τού Τάκη στα Κορέστια, αλλά τό σώμα του διαλύθηκε σε μάχη με τούς Τούρκους στο Μπούκοβο τό Σεπτέμβριο τού 1896.
- Γούλας Γκρούτας. Ηγήθηκε αντάρτικου σώματος τό 1896, στο οποίο εντάχθηκε καί τό σώμα τού Καρβελά, πού συνεργαζόταν με τόν Π. Βερβέρα (αδερφό τού Χρίστου Βερβέρα πού ήταν υπαρχηγός ενός σώματος με αρχηγό τόν Μακεδόνα Πλατή, τό οποίο έδρασε στα μέσα Ιουλίου 1896). Ο Γκρούτας έμεινε στην ιστορία σαν τιμωρός τού Αλβανού μπέη τού χωριού Πλέσια (Μελίσσι) Γρεβενών, πού έδειχνε υπέρμετρη σκληρότητα προς τούς Έλληνες. Τό σώμα του συγκρούσθηκε με τούς Τούρκους κοντά στα Ανάβρυτα (Βρέσθενα).
- Ναούμ (ης) Κύρου. Αρνήθηκε νά προσκυνήσει τόν μπέη τού Ζέλοβου (Ανταρτικού) καί με συντρόφους τον επίσης σλαβόφωνο Ζούρκα, τον Τσολάκη κ.ά. εκτέλεσε τον μπέη μαζί με τούς πέντε τουρκαλβανούς σωματοφύλακές του. Την εποχή εκείνη έρχονταν οπλοφόροι κι από την παλιά Ελλάδα, άλλοτε “κλέφτες”, άλλοτε ληστές ή και τα δύο. 0 Ναούμης διατηρούσε στενές σχέσεις μαζί τους. Ορισμένες φορές δρούσε μαζί τους κι άλλες χωριστά. Αυτοί, τον χειμώνα έφευγαν, όπως τά χελιδόνια. Ο Ναούμης ήταν ριζωμένος στον τόπο του. Επί χρόνια γύριζε στα
βουνά πολεμώντας τούς Τούρκους. Ο Αμπεντίν μπέης για νά τόν εκδικηθεί έπιασε δύο συγγενείς του, τον Μαύρο καί τόν Βέϊνο καί τούς κάρφωσε σ’ ένα δένδρο στις Καρυές τής Πρέσπας. Σε μία συμπλοκή κοντά στο Ανταρτικό σκοτώθηκε ό σύντροφός του Τσολάκης καί σ’ ένα μοναστήρι κοντά στην Καστοριά ό Ζούρκας. Δεν άργησε νά έρθει καί ή σειρά του. Προδόθηκε καί οι αγάδες τής Λευκώνας τού έκοψαν τό κεφάλι καί τό γύριζαν καρφωμένο σ’ ένα ξύλο θριαμβευτικά στην Καστοριά καί στα γύρω χωριά.
- Ναούμης Κωνσταντινίδης. Καταγόταν από την Ιεροπηγή (Κωστενέτσι). Γενναίος οπλαρχηγός έγινε ό φόβος καί ό τρόμος των Τούρκων στην περιοχή των Κορεστίων. Μία πράξη του δημιούργησε θρύλο γύρω από τό όνομά του. Μία βραδιά ραμαζανιού τού 1880 μπήκε μέσα στη Φλώρινα καί απήγαγε τόν Τούρκο καϊμακάμη (έπαρχο). Τό δημοτικό τραγούδι πού εξυμνεί την πράξη του αυτή καί τραγουδιέται καί χορεύεται μέχρι σήμερα σ’ όλη τή Δυτική Μακεδονία είναι τό παρακάτω:

Ναούμης πάει στη Φλώρινα
-μωρέ Φλώρινα-
-άιντε- μ’ εξήντα παλληκάρια.
- Γεια σου, Ναούμη, καπετάνε

Ναούμης πάει στη Φλώρινα
-μωρέ Φλώρινα-
-άιντε- πιάνει τόν καϊμακάμη.
- Γεια σου, Ναούμη, καπετάνε.

Ήταν ημέρα Κυριακή
-μωρέ Κυριακή
-άιντε- ημέρα ραμαζάνι
- Γεια σου, Ναούμη, καπετάνε.

“Παιδιά γιατ’ είστε λέροβα,
-μωρέ λέροβα-
-άιντε- γιατ’ είστε λερωμένα;
-μέσ’ στ’ ασήμι φορτωμένα;

Είμαστ’ άπ’ την κλεφτουριά
-μωρέ κλεφτουριά-
-άιντε- κ’ είμαστε λερωμένα
-μέσ’ στο αίμα βουτηγμένα”.

- Ναούμ Σπανός- Απίκραντος. Όπως αναφέραμε και παραπάνω ήταν τρίγλωσσος (ελληνόφωνος, σλαβόφωνος, βλαχόφωνος) και έδρασε και στις παραμονές τού πολέμου τού 1897 (μετέχοντας στο σώμα των Γ. Καψαλόπουλου και Αλ. Μυλωνά μαζί με άλλους Μακεδόνες οπλαρχηγούς όπως Νταβέλης, Αλαμάνας, Βαρζής, Ι. Τσάμης κ.α.) όσο καί στον (κυρίως) Μακεδονικό Αγώνα.
Ο ίδιος αφηγήθηκε τή ζωή του στον Χαρ. Γ. Σακελλαριάδη καί ή Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών εξέδωσε την αφήγησή του αυτή ώς Απομνημονεύματα, τό 1957. Περίληψη των Αναμνήσεων του δίνει ό Χαρ. Σακελλαριάδης με τά εξής:
“Γεννήθηκε, όπως τό λέει καί στις αναμνήσεις του, στη Χρούπιστα (τώρα Άργος Ορεστικό), τή γνωστή κωμόπολη της Μακεδονίας, πού οι κάτοικοί της καί πριν από πολλά χρόνια ήσαν βλαχόφωνοι, αλλά πάντοτε με συνείδηση ελληνική. Στην επανάσταση του 1821 τό χωριό του ξεσηκώθηκε κι αυτό με αρχηγό τόν καπετάν Βαγγέλη Σπανό, αδερφό του παππού του, πού σκοτώθηκε τότε από τούς Τούρκους. Έγινε κατόπιν καπετάνιος ό δεύτερος αδερφός του, ό Σέργιος, καί μετά τό θανάτωμα κι αυτού πήρε την αργία ή αδερφή τους Μαρία, ή Σπανομαρία, καθώς τή λέγανε καί τότε. Κατόπιν μάλιστα όλη ή οικογένεια ονομάστηκε από τούτη Σπανομαρία, από το παρανόμι πού της βγάλαν. Πολύ κατόπιν ό καπετάν Ναούμ ξαναπήρε τό πρώτο οικογενειακό του όνομα, Σπανός. Τόν παππού του, οχτάχρονο παιδάκι ακόμη, στην επανάσταση του 1821 τόν πήγαν από τή Χρούπιστα σε κάτι συγγενείς τους στη Νιγρίτα, για νά τόν προφυλάξουν. Ξαναγύρισε στο χωριό με τό τέλος της επανάστασης, κι όταν μεγάλωσε, έγινε ράφτης καί τούτος, γιατί όλη τους ή οικογένεια για επάγγελμα είχε τή ραφτική. Ράφτη ς ήταν καί ό ίδιος ό καπετάν Ναούμ, καί πρώτος μάλιστα στο χωριό του άρχισε αυτός νά ράβη παντελόνια, γιατί ώς τό τότε φορούσαν εκεί αντεριά. Νέος πολύ ακόμα, επειδή σκότωσε κάποιο Τούρκο, επήρε τότε τά βουνά κι έκανε δικό του σώμα αντάρτικο. Μπορούμε νά τόν λογαριάσουμε λοιπόν από τούς πρώτους μακεδονομάχους. ό περίφημος καπετάν Κώττας, πού τά παιδιά του ό Σπανός ύστερ’ από τόσες περιπέτειες -μας τις περιγράφει στις αναμνήσεις του- κατάφερε νά τα φέρη στην Αθήνα άρχισε νά χτυπιέται με τούς Τούρκους μετά τό 1897. Ήταν άλλωστε οικογενειακή παράδοση ό ολόθερμος πόθος για τό ξελευθέρωμα της πατρίδας του. Κι ό μεγαλύτερος αδερφός του, ό αρχιμανδρίτης στη Χρούπιστα παπα-Γιαννάκης, κρατούσε μυστική αλληλογραφία με τ’ ανταρτικά σώματα καί τούς έστελνε κάπες καί κόλτσες, πού τις πλέκανε οι γυναίκες. Γι’ αυτό τό λόγο φυλακίστηκε από τούς Τούρκους στα Βιτώλια.
Οι αναμνήσεις του καπετάν Ναούμ είναι, νομίζω, ενδιαφέρουσες πολύ, γιατί τώρα μ’ αυτές έρχονται στο φως τόσες άγνωστες λεπτομέρειες από πλήθος γεγονότα του Μακεδονικού αγώνα, καί πριν αρχίσει ακόμα συστηματικά ή ένοπλη αντίσταση εναντίον των Βουλγάρων, πράμα πού έγινε μόλις τό 1902. Υστερ’ από κάθε αξιοπρόσεχτο περιστατικό, κίνδυνο, περιπέτεια ή μάχη, όπου ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία -για τούτο ακριβώς τόν ονομάσαν καπετάν Απίκραντο- κρατούσε σημειώσεις καί τις φύλαγε στης κάπας του τό μανίκι. Αυτές χρησιμοποίησε κατόπι για νά υπαγορεύση τ’ απομνημονεύματά του στον λόγιο φίλο του Νικόλαο Σαχίνη κι αυτός τάγραψε σε καθαρεύουσα. Έτυχε νά χάση μερικές, μα τά κενά τά συμπλήρωσε άπ’ όσα θυμόταν. Έχει όμως παραλείψει πολλά, καθώς μούχε πει, άπ’ όσα είχε καταφέρει τότε, όπως λ.χ. πώς θανάτωσε μέσα στα Βιτώλια τόν πρόεδρο του βουλγαρικού κομιτάτου Χρηστώφ, πώς πέτυχε κατόπι νά κρυφτή σ’ ένα βλαχόφωνο εκεί κοντά χωριό και νά γυρίση έπειτα για τό παλιά του λημέρια. Οπωσδήποτε αντίθετα με τ’ απομνημονεύματα μερικών άλλων αγωνιστών, οι αναμνήσεις αυτές μακριά από κάθε προσωπική φιλοδοξία ή τοπικιστικά συμφέροντα είναι, νομίζω, γραμμένες μ’ αυθόρμητη ειλικρίνεια, χωρίς καμμιά προσπάθεια νά σκοτιστή ή αλήθεια καί χωρίς ακόμα υπερβολές, τις τόσο πολύ συνηθισμένες σε τέτοιας λογής ενθυμίσεις. Από ένα έλεγχο τουλάχιστο, πού κάναμε, βρίσκουμε πώς σωστά είναι γραμμένα τά σχετικό με τά παιδιά του Κώττα καί την ύπαρξη βουλγαρικού κομιτάτου στην Αθήνα εκείνη την εποχή. Περιορίζονται όμως αυτές ώς τόν Ιανουάριο του 1905, την εποχή δηλ. πού αναγκάστηκε νά παρατήση τόν αγώνα, αφού ήρθε σ’ αντίθεση σοβαρή με τόν καπετάν Βάρδα. Ήρθε τότε κ’ έμεινε στον Πειραιά καί κατόπι στην Αθήνα. Ξανάπιασε την παλιά του δουλειά, τή ραφτική• μα πάντοτε, όσο τούταν βολετό, πρόσφερε τις υπηρεσίες του για τή Μακεδονία. Το 1907 έγινε πρόεδρος του “Παμμακεδονικού αγώνος Πειραιώς” καί τό 1916-1917 σύμβουλος καί ταμίας του “Παμμακεδονικού αγώνος Αθηνών’’. Αυτόν τό σύλλογο είχαν ιδρύσει Μακεδόνες διαλεχτοί, όπως ό κατόπιν υπουργός της Παιδείας Δ. Δίγκας, οι Καστοριανοί Ιω. Βαλαλάς, πολιτευτής - έγινε ύστερα υπουργός της Παιδείας καί τούτος- καί Κωνστ. Τσιμινάκης, ό γνωστός γιατρό ς νευρολόγος, καί ό Αναστ. Χρηστομάνος, που κρατούσε από παλιά βυζαντινή οικογένεια του Μελένικου. Καθώς είναι γνωστό, ό τελευταίος ίδρυσε τό 1925 τή Μακεδονική Εκπαιδευτική Εταιρεία, τή βραβευμένη από την Ακαδημία των Αθηνών, με σκοπό τή δημιουργία νυκτερινών σχολείων καθώς κι άλλων σχολών σε πολλές περιφέρειες της Μακεδονίας. Με συγκίνηση πάντοτε τούς αναθυμόταν, καθώς κι άλλους αρκετούς, πού τόσο μόχτησαν για τό ξεσκλάβωμα της πατρίδας του, όπως τούς Στέφανο καί Ίωνα Δραγούμη, τόν Κωνστ. Μελά, τόν Ίω. Ράλλη, τόν διευθυντή του “Εμπρός” Δημ. Καλαποθάκη καί τόν έμπορο !ω. Αηδονόπουλο. Οι δύο τελευταίοι μάλιστα έκαναν κι έξοδα πολλά για νά πετύχη ό σκοπός τους. Πάνω απ’ όλους όμως ξόδεψε μ’ απλοχεριά η οικογένεια Δραγούμη.
Από τό 1931 ό Ναούμ Σπανός έμενε στη Νέα Σμύρνη, όπου έκανε καί δημοτικός σύμβουλος στο 1934-1951. Όσοι τόν θυμούνται από παλιότερα χρόνια, όλοι τους μιλάνε για τον έντιμο οικογενειακό του βίο, την εμπορική του αξιοσύνη, την πονετική του φύση, μα καί για τό κουράγιο του καί τή λεβεντιά του• πρώτος όταν στους ελληνικούς χορούς καί στο κλέφτικο τραγούδι. Τά τελευταία χρόνια της τόσο μεστής ζωής του (πέθανε στις 31 Ιουλίου του 1955) τό πέρασε αποτραβηγμένος σε τούτο τό προάστειο, πού τό ακριβαγαπούσε σα δεύτερή του πατρίδα- για την ίδρυση καί προκοπή του χάρισε οικόπεδο από δέκα στρέμματα, με κάποιαν άνεση ευτυχώς οικονομική, μέσα σε ζεστασιά οικογενειακής ευλογίας. Στοχαστικά καί ολόψυχα παραδομένος πια σ’ αναθυμίσματα παλιά, έστεκε πάντα με τ’ όνειρο νά έρθουν στο φως της δημοσιότητας αυτές του οι αναμνήσεις, πού βγάζοντάς τες τώρα από την μία λήθη έχουμε την ελπίδα πώς δεν τις ξαναρίχνουμε σε μιαν άλλη”.
Χαρακτηριστική είναι ή περικοπή των Αναμνήσεων του Ν. Σπανού πού περιγράφει πώς ανακάλυψε δραστηριότητα του βουλγαρικού κομιτάτου μέσα στην ίδια την Αθήνα!!!
Εις Αθήνας ήλθαν ακριβώς 3 Οκτωβρίου 1899 καί εφρόντιζα δι’ εργασίαν. Οκτωβρίου 26 με αντάμωσεν ό Απόστολος Περόφσκης, με χαιρετά “Καλώς τόν καπετάνιο, μου λέγει. Μάς έβγαλες ασπροπρόσωπους τούς Μακεδόνας”. Αυτό ήτο κόλπο του. Μου λέγει ‘’Καπετάν Ναούμ, ελευθερία νά μην περιμένωμεν ούτε από τούς Βουλγάρους. Μόνον εμείς οι Μακεδόνες νά αγωνισθώμεν διά την Μακεδονίαν μας”. “Μάλιστα ήλθε ή ώρα” αμέσως του είπα. “Μπράβο, πολύ ώρα τά λες”. κάτι όμως είχα υποπτευθή. Έλαβε θάρρος όμως καί μου λέγει ότι “Άρχισαν οι Μακεδόνες νά ετοιμάζωνται. μάλιστα εδώ είναι κομιτάτον από Μακεδόνας καί στην Ρουμανίαν, Σερβίαν καί Βουλγαρίαν, θα ετοιμασθώμεν όλοι οι Μακεδόνες και θα δράσωμεν στην Μακεδονίαν, πρέπει νά εγγραφώμεν όλοι στο κομιτάτο”. Αμέσως εδέχθην εγώ και μου λέγει: “Συ ως καπετάνιος θα παίρνης 15 εικοσόφραγκα τον μήνα και μάλιστα να φύγης να μένης ή εις την Σερβίαν ή εις την Βάρναν της Βουλγαρίας, ώς πού νά ετοιμασθη το κομιτάτον εν έτος ή δύο καί δράσωμεν όλοι οι Μακεδόνες από όλα τα μέρη μαζί’’. Του είπα “Που θα βρούμε το κομιτάτον;” Μου λέγει πώς πρόεδρος του κομιτάτου εντός των Αθηνών είναι ένας από τον Περλεπέν της Μακεδονίας, είναι πρόεδρος του βουλγαρικού πρακτορείου. Τότε οι Βούλγαροι δεν είχον προξενείον αλλά πρακτορείο. Αμέσως του είπα “Πάμε”. Κινήσαμε, στην οδόν Αχαρνών ήτο το πρακτορείο. Μόλις φθάσαμε εκεί εμπήκαμε μέσα και με αφήνει στη σκάλα κάτω καί ανέβηκε αυτός. Μόλις παρουσιάστηκε, λέγει εις τούς συναθροισθέντας, οίτινες όλοι ήσαν χτίσται, σοβατζήδες και εργολάβοι, άπαντες εκ της επαρχίας Καστοριάς. “Έπεισα τον βλάχο τον καπετάν Ναούμ καί τόν έφερα, τόν έχω κάτω”. Τότε κάποιος Χρήστος Μαρκουλής από το χωρίον Κοναστανέτσι Καστοριάς του λέγει βουλγαρικά “βρε ζμίατα σε κλάβα να ποζούλατα” δηλ. “τό φείδι μπαίνει στον κόρφο, θα σε δαγκώση παρ’ τόν καί φύγε γλήγορα”. Εγώ τα άκουσα όλα. Κατεβαίνει κάτω καί μας λέγει πώς δεν είναι ό πράκτωρ εδώ, το απόγευμα ερχόμεθα. “Ας είναι, του λέγω, ερχόμεθα το απόγευμα”. Εμένα μου μπήκαν οι ψύλλοι στα αυτιά. Εβγήκαμε έξω 80 μέτρα μακρυά και του λέγω.• “Το απόγευμα θα ανταμωθούμε’’ λέγω δε ότι θα υπάγω στην οδόν Αχαρνών αριθμ. 92 εις τον προϊστάμενόν μου Κοντονικολάου Γεώργιον. Μόλις χωρίσαμε, έστριψα και γύρισα πίσω. Απέναντι του πρακτορείου ήταν μία ταβερνίτσα μικρή, εμπήκα μέσα, εζήτησα δύο συκωτάκια και μία πεντάρα ψωμί και πέντε κρασί εκάθησα σιγά-σιγά από το παραθυράκι και έβλεπα την πόρτα του πρακτορείου. Ακριβώς 12 και 20 μεσημέρι, ήτον ημέρα του Αγίου Δημητρίου, είδαν να βγαίνουν δέκα πέντε, τούς οποίους εγνώριζα, διότι τούς έβλεπα τακτικά στο καφενείο των κτιστάδων εις το Βαρβάκειον. Έγραψα τα ονόματά τους και μετά δέκα λεπτά βγήκαν άλλοι δέκα εννέα, των οποίων επίσης έγραψα τα ονόματά των και αυτών. Την άλλην ημέραν, του Αγίου Νέστορος, ώρα 10 επήγα εις τον κ. Στέφανον Δραγούμην, του τα είπα όλα όσα συνέβησαν και ό κ. Δραγούμης με έστειλεν εις τον κ. Πανάν γραμματέα του υπουργείου των εξωτερικών. Του είπα τα καθέκαστα. Μου λέγει να φροντίσω να ανακαλύψω και άλλα πράγματα. Τότε αμέσως εγώ ήρχισα τη δουλειά μου. Έκαμα μία παρέα από ενθουσιώδεις πατριώτας: τον Ιωάννην Κεφαλάν, Χρήστον Ζησιάδην, Θεόδωρον Θεοδωράκον εκ Μάνης και Γκάγκαν και ήρχισα μυστικά να ανακαλύπτω πολλά μυστικά των κομιτατζήδων, τα οποία έκαμα γνωστά εις τον Δραγούμην και Πανάν. Έμαθα πώς εις την Βάθην, εις την ταβέρναν των αδελφών Λεκαφτσιέφ έφθασαν κομιτατζήδες από την Μακεδονίαν. Επήρα την παρέαν μου μόλις νύκτωσε, επήγα εκεί έβγαλα το πιστόλι και επυροβόλησα και έσπασα την λάμπαν. Αρχίσαμε τις μπιστολιές και εκτυπηθήκανε εξ, οι τέσσερες ήσαν κομιτατζήδες. Από μάς κτυπήθηκεν ό Γκάγκας, με μαχαίρι εις το χέρι και εφύγαμε χωρίς να συλληφθώμεν. Μετά ολίγας ημέρας επήγαμε εις την οδόν Πινακωτών εις το μπακάλικο του Ναούμ Ρούκα, εκεί τον εσπάσαμε εις το ξύλο και το μπακάλικο το εκάμαμε σαλεπιτζήδικο, ώστε ηναγκάσθη να φύγη εις Βουλγαρίαν. Εν τέλει πολλά άλλα πράγματα εκάμαμε εντός των Αθηνών μέχρι του 1901


ΙΙ. ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΟΝ (ΚΥΡΙΩΣ) ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Στα Βοδενά, στο Σκούταρι, στα Σκόπια, στο Μπεράτι, μακεδονίτικες λογγιές, όλα τα κατατόπια, κι ό κάμπος της Πελαγονιάς κι ό δρόμος της Τριαδίτσας.

Και πήρε το Λογγόκαστρο και πήγε από το Λόγγο στην Καστοριά, πού απλώνεται χλωρή σιμά στη λίμνη και τα στερνά τα τσάκισε του Σαμουήλ Φουσάτα και πνίγει μέσ’ στον ποταμό τον βρώμιο Πετσενέγο καίει, πέρα στ’ Όστροβο σιμά, του τσάρου το παλάτι.

Και πέσαν τα Βοσόγραδα και βόγγυξε ή Βιστρίτσα.

Και στην Πρελσάβα στάθηκε κι ήρθε κι από την Πρέσπα, τον τόπο το νησόχτιστο και σα ζωγραφισμένο, στη λίμνη την αξέχαστη με τα δασά λειβάδια, με τα μεγάλα τα βουνά, τα λογγωμένα γύρω, και το Βαρδάρι πέρασε, τον είδανε τα Σκόπια.

Κι από τη Μοσυνόπολη την πόρτα της τού ανοίγει κι ή Σέρρα ή λαγκαδόκλειστη
πού πλέει μέσ’ στο Στρυμώνα...

Τ’ άπαρτο παίρνει Πέρνικο, τού κάμπου καβαλάρη ς κι αϊτός φωλιάζει τού βουνού στης Πρόνιστας τον Πύργο.

και μέσ’ στην Οχρίδα καρδιά τού Βούλγαρου πού στέκει σάμπως κρυμμένη στο ύψωμα προς τη μαγεύτρα λίμνη

και πάτησε της Οχρίδας παλάτια και χασνέδες.

(Από τη “Φλογέρα τού Βασιλιά” τού Κωστή Παλαμά, γραμμένη το 1909 για τον βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο Βουλγαροκτόνο, εμπνευσμένο από το θρυλικό “Μακεδονικό Αγώνα’- τόμος 3ος, στ. 3 και έπ).

Σημείωση τού συγγραφέα. Όπως ανέφερα και στον Πρόλογο τού παρόντος έργου, αυτό δεν είναι έργο ιστορικής πρωτοτυπίας. Σκοπός μου είναι, με βάση τα αντικειμενικά και αδιαμφισβήτητα στοιχεία πού συγκέντρωσα, να δώσω, σε μία συνθετική προσπάθεια, κατά το δυνατόν πληρέστερη εικόνα των θυσιών και τής μεγάλης προσφοράς των Ελλήνων σλαβόφωνων τής Μακεδονίας στους εθνικούς αγώνες και ειδικότερα στον κρισιμότατο για την ύπαρξη τής Μακεδονίας, θρυλικό Μακεδονικό Αγώνα.
Τα έργα πού κυρίως χρησιμοποίησα για το σκοπό αυτό (και ευγνομωνώ τούς συγγραφείς τους, νεκρούς και ζώντες) ήταν τα εξής (σε αλφαβητική σειρά των επωνύμων των συγγραφέων):

Κων. Βακαλόπουλου -Ιστορία τού Βορείου Ελληνισμού ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Θεσσαλονίκη, 1990.

Παντ. Βυσσούλη -0 Μακεδονικός Ελληνισμός. Αγώνες και θυσίες αιώνων. Αθήνα, 1980.

Γερμανού (Καραβαγγέλη) Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα. Αρχεΐον Μακεδονικού Αγώνος Πηνελόπης Δέλτα. Θεσσαλονίκη 1959.

D. Dakin, Ι. Κ. Μαζαράκη-Αινιάνος, Ε. Κωφού, Ι. Διαμαντούρου, -Μακεδονικός Αγώνας. Αθήνα 1985.
Γεωργ. Δικωνύμου-Μακρή -Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα. Θεσσαλονίκη, 1959.
Βασ. Λαούρδα -Ο Μακεδονικός ‘Αγών. Θεσσαλονίκη, 1962.
Νικ. Μέρτζου -Εμείς ο Μακεδόνες. Αθήνα, 1986.
Γεωργ. Χ. Μόδη
Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί. Θεσσαλονίκη, 1950.

3. Η θυσία αίματος των σλαβοφώνων

Στον θρυλικό Μακεδονικό Αγώνα οι απώλειες τής ελληνικής πλευράς, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία ήταν:
Νεκροί: 12 Αξιωματικοί μόνιμοι τού Στρατού ως Αρχηγοί Σωμάτων, 3 Ιδιώτες Αρχηγοί Σωμάτων, 23 Οπλαρχηγοί, 313 Ομαδάρχες, 600 οπλίτες αντάρτες, 1200 πρόκριτοι, ιερείς, δάσκαλοι, υπάλληλοι κ.λ.π. (Δεν συμπεριλαμβάνονται οι δολοφονηθέντες άμαχοι πριν και μετά το 1904-1908).
Οι D. Dakin κ.ά. (Μακεδονικός Αγώνας, ο.π., σ. 171) γράφουν: “Στην διάρκεια του Αγώνα έπεσαν στα πεδία των συγκρούσεων γύρω στους 700 αγωνιστές. Σ αυτούς πρέπει να προστεθούν 1250 ντόπιοι Μακεδόνες πού δολοφονήθηκαν από τούς κομιτατζήδες στα δύο βιλαέτια Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης. Ο αριθμός όμως των ανωνύμων είναι ασφαλώς πολύ μεγαλύτερος, αφού οι συνθήκες πού επικρατούσαν τότε στη Μακεδονία καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη την καταγραφή των αγωνιστών και των νεκρών από τον άμαχο πληθυσμό... Θα πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί το γεγονός ότι, χωρίς τις προσπάθειες του ντόπιου πληθυσμού, τα αντάρτικα σώματα πού οργανώνονταν στην Ελεύθερη Ελλάδα και περνούσαν στη Μακεδονία, δεν θα είχαν την παραμικρή δυνατότητα, όχι δράσης, αλλά ούτε επιβίωσης”
Ο απολογισμός των νεκρών ηγετών - Οπλαρχηγών, από την ελεύθερη Ελλάδα και σλαβόφωνων είναι μακρός. Ανάμεσα στα ονόματα των φονευθέντων κατά το Μακεδονικό Αγώνα, Αρχηγών Οργανωτών: Ανθ/γού Παύλου Μελά (Μίκη Ζέζα), Ανθ/γού Τέλλου Αγαπηνού (Άγρα), Ανθ/γού Αντων. Βλαχάκου (Λίτσα), Ανθ/γού Μαρίνου Λυμπερόπουλου (Κρόμπα), λοχαγού Μιχαήλ Μοραΐτη (Κόδρου), Ανθ/γού Νικολάου Τσοτάκου (Γέρμα), Ανθ/γού Ζαχαρία Παπαδά (Φούφα), Ανθ/γού Χρήστου Πραντούνα (Καψάλη), Ανθ/γού Σπύρου Φραγκοπούλου (Ζόγρα), υπολοχ. Γεωργίου Παπαδοπούλου (Νικηφόρου Β), των ιδιωτών Αρχηγών, Εμμαν. Κατσίγαρη, Εύαγγ. Νικολούδη, Γεωργ. Σκαλίδη, Κωνστ. Γαρέφη, των Οπλαρχηγών Α’ Τάξεως, Ανθ/γού Ανδρέα Μακούλη, Λεων: Πετροπουλάκη, Νικολ. Ανδριανάκη, Ιωάν. Καλογεράκη, Αθαν. Χατζηπανταζή, Παναγ. Κουκή, Χρήστου Αργυράκου (Κίτσου Μουρίκη), Παναγ. Φιωτάκη, Ευάγγ. Κοροπούλη, Ηλία Φαρμάκη -Κούντουρα, Θεόδ. Τουρλεντέ και Οπλαρχηγών Β’ Τάξεως Λαμπρινού Βρανά, Ιωάνν. Ιωάννου, Κούντα Τουρναβίτη, Ευσταθ. Λιχαδιώτη, Γεωργ. Μάπη ή Μιναδάκη, Παύλου Περδίκα Νεράντζη, Γεωργ. Σαϊμένη,
ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΔΙΠΛΑ ΤΟΥΣ ΘΕΣΗ ΣΤΟ ΠΑΝΘΕΟ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΠΟΥ ΕΠΕΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΛΑΒΟΦΩΝΟΙ:
Αρχηγός Ιδιώτης: Κωνσταντίνος Κώττας.
Οπλαρχηγοί Α Τάξεως: Βαγγέλης Νάτσης-Στρεμπενιώτης, Γεώργιος Γιώτας-Γκόνος, Δημήτριος Νταλίπης, Παύλος Κύρου, Παύλος Ρακοβίκης.
Οπλαρχηγοί Β• Τάξεως: Δημήτριος Γκογκολάκης Μητρούσης, Ιωάννης Τσίτσιας - Βλάχος, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Πέτρος Χρήστου, Λάζος Δουγιάμας.
Στο αίμα πού χύθηκε δεν γίνεται διάκριση. Ήταν όλοι Έλληνες πού αγωνίσθηκαν ηρωικά και έδωσαν τη ζωή τους για την Ελλάδα.
Τιμή και Δόξα πρέπει σε όλους ΑΥΤΟΥΣ.

4. Λίγες, πολύ χαρακτηριστικές εικόνες από την προσφορά των σλαβόφωνων στον Αγώνα.

(1) Το φοβερό μίσος των Βουλγάρων εναντίον των σλαβόφωνων Ελλήνων-γραικομάνων. Φαίνεται καθαρά από επιστολή που βρέθηκε πάνω στον αρχικομιτατζή Ιβάν Καρασούλη το Φεβρουάριο 1905:
΄΄Αδελφέ μας Ιβάν,
Είμαστε σύμφωνοι στο ζήτημα της τιμωρίας των Γραικομάνων. (Στο κεφάλαιο αυτό όλοι οι κομιτατζήδες όλων των παρατάξεων δεν είχαν ποτέ διαφωνία). Σου στέλνομε τον σχετικό κατάλογο. Απαγορέψαμε και το εμπόριο με τούς Γραικομάνους. Δώσατε και σεις ανάλογες διαταγές στο χωριά. “Αν συναντήσετε τον Άγο Ντάνε και τον Γρηγόρη Στρωμνίτσαλη ξεκάμετέ τους. Είναι Γραικομάνοι και προδότες οι άθλιοι. Αποφασίσαμε να ξεκαθαρίσουμε και τρεις Γραικομάνους της πόλεώς μας, τον Χρήστο Σεκερτζή, τον διευθυντή του σχολείου, και τον Βασίλη Σούεφ. Γνωρίσατέ μας αν πήρατε τις 40 λίρες, πού εισέπραξε ό Ιβάν Άγκωφ άπ’ το χωριό του.
Ύστερ’ Απαγορέψετε αυστηρότατα να πηγαίνουν οι χωρικοί σε χάνια Γραικομάνων, όπως ό Ραντίναλης και ό Στόϊτσες”.


(2) Η περίπτωση τού χωριού Μοριχόβου (μία από τις πάμπολλες τού Αγώνα): “Όλοι οι κάτοικοι τού χωριού ήταν σλαβόφωνοι. Λίγοι ήξεραν ελληνικά. Ωστόσο, είναι ζήτημα αν σ’ όλο τον υπόδουλο κι ελεύθερο ελληνισμό υπήρχαν τέτοιοι Έλληνες. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα χωρικών πού τούς έβαζαν το μαχαίρι στο λαιμό οι κομιτατζήδες και τούς έλεγαν: Πέστε ότι δεν είστε Έλληνες και σας χαρίζουμε τη ζωή. Κι εκείνοι απαντούσαν βουλγάρικα: ‘’Είμαστε Έλληνες’’. Και σφάζονταν.
(3) Το σλαβόφωνο Ζέλοβο (Ανταρτικό) ήταν ή ακρόπολη τού Ελληνισμού στα Κορέστια. Γράφει ό μητρ. Γερμανός Καραβαγγέλης (ό.π., σ. 32): “.. Ο Π. Μελάς βλέποντας ότι βρέθηκε μεταξύ δύο πυρών κι ότι κινδύνευε να κυκλωθή, αναγκάστηκε να υποχωρήση κι έτσι βρήκε τον καιρό ό Μήτρος Βλάχος και ξέφυγε στο Κονομπλάκ. Ο Μελάς τράβηξε για το Ζέλοβο, σλαβόφωνο χωριό, μα πού με τούς αγώνες τού δασκάλου Νικολάου, τού Ναούμ, τού Τράϊκου, τού Παύλου Κύρου και άλλων είχε γίνει ή άκρόττολη τού Ελληνισμού στα Κορέστια”.
(4) Ένας από τούς πολλούς καταλόγους σλαβόφωνων Ελλήνων πού σφαγιάσθηκαν στο Μακεδονικό Αγώνα, βρέθηκε στα χαρτιά τού σλαβόφωνοι Οπλαρχηγού Αντώνη Ζώη μετά το θάνατό του (αυτοκτονία το 1941):
“Κατάλογος των μαρτύρων: 1) Γραδέσνιτσα: Σταύρος Μήτρου, Στογιάννης Βόλτσης, Αθαν. Πέϊος, Τραϊανός Στεπάνης, Χρίστος Μήτρου, Ιωάν. Χρίστου, Πέτρος Μήτρου, Πέτρ. Πέτκου, Δημ. Ιωάννου, Στάϊκος Δημητρίου, Δημ. Γκιούρος, Λάζ. Πριονάς, Δημ. Δολεβάτσιος, Στογ. Πέτκου, Στόϊκος Μήτρου, Μήτρος Κώστα, Πέϊος Μιλαδένης, Στόϊκος Κικιρίκος, Κωνστ. Τράϊκος, Ιωάν. Μέντσης, Γεώργ. Σούντσης, Χρ. Μήτκου, Πέτρ. Χρίστου, Πρόϊοτης Χρίστου, Σταύρος Βελένκος, Τρ. Γιόσκος, Παπάς Δημήτριος, Δημ. Σουδίας, Χρ. Μήτκος. 2) Σταραβίνα: Στόϊκος Ιωάννου, Δημ. Κράϊος, Τράϊκος Μήτρου, Ιωάν. Μήτρου, Δήμος Χρίστου, Ιωάν. Πέτκου, Ιωάν. Στεφάνου. 3) Βουδιμέρτσι: Χρ. Ιωάννου, Χρ. Νεδάνου, Δημ. Πέκτου, Πέτρος Ζώλης, Χρίστ. Δημητρίου, Βέλκος Δημητρίου, Χρ. Στογιάννου, Πέτρος Μήτρου, Δημ. Στογιάννου. 4) Γράνιστα: Β. Μήτρου, Βόλτσης Βασιλείου, Πέτρ. Στογιάννου, Ιωάν. Σερβίδης, Στέφ. Μήτρου. 5) Ζώβικ: Γεώρ. Μιάκος, Πέϊος Πηλινός. 6) Μάκοβι: Χρ. Νάϊδος, Δαμιανός Γιόσης, Κόλιας Στογιάννου, Στογ. Μιάκος, Ιωάν. Μπιάρδας, Ηλ. Ρωμάνος, Γεώργ. Νάϊδος, Μαρ. Γεωργίου, Χρ. Μπέλλης, Χρ. Κουβάσιας. 7) Μπρότ: Παπαστόϊτσης και ή παπαδιά του, Κώστας Στάλης, Βελιάνης Θεοδώρου. 8) Ίβενι: Χρ. Σουγκάρης. 9) Πόλτσιστα: Χρ. Γιόρας, Βασ. Γλάμνος, Τράϊκος Μέσκος. 10) Σκοτσιβίρι: Αθαν. Γεωργίου, Γιόσκος Γεωργίου, Αθ. Κούζας, Στόϊτσος Χρίστου. 11) Τέπαφτσι: Νάϊδος Στογιάννη”.
(5) Επιστολή τού Παύλου Μελά με ημερομηνία 16-3- 1904. “Η ώρα είναι 3 το πρωί, όταν φθάνουν εις τον μύλον τον επί τού ποταμού, τού ρέοντος έξω από το Γαβρέσι και κατά μήκος της δημοσία ς οδού Μοναστηρίου. Εξυπνούμεν τον μυλωνάν και μας οδηγεί εις το χωριό. Εισερχόμεθα κατ’ αρχάς εις το σπίτι της οικογενείας ενός των παλληκαριών τού Κώτα. Μας ανοίγει την αυλόθυραν μία νέα χωρική, ή οποία μας φωτίζει με δάδα. Η αυλή είναι αρκετά μεγάλη μέσα της τρέχουν σαν τρελλά πλήθος μικρών γουρουνιών, κατσικιών και αρνιών, πού εξυπνήσαμεν και ετρόμαξαν.
Εις τον εξώστην τού χαγιατιού προβάλλουν λογιών λογιών τρομαγμένα γυναικόπαιδα, γέροντες, γριές, νέες, νέοι, παιδιά καμμιά δεκαπενταριά. Μόλις αναγνωρίζουν τον Κώταν, αμέσως γέλια και χαρά διαδέχονται την ανησυχίαν. Είναι απερίγραπτος ή ευτυχία, την οποίαν προκαλεί ή παρουσία και επάνοδος τού Κώτα. Τον λατρεύουν όλα αυτά τα χωριά, διότι πράγματι εμπόδισε διά της παρουσίας του και μόνον τούς Βουλγάρους να τα ψευδοεπαναστατήσουν και ούτω τα έσωσεν από την καταστροφήν των Τούρκων.
Είμεθα ενθουσιασμένοι με τον Κώταν και ό Κώτα ς μαζί μας. Ο οδηγός μας Μήτρος τού είπε, φαίνεται, ότι έδωκα εις την πτωχήν χήραν τού Σιστέβου μιαν λίραν και με ευχαριστεί μετά δακρύων. “Μπράβο, κύριε Παύλο, δε ξεύρεις τι καλά που έκαμες” Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι κοινός. Δεν τον κρίνω μόνον από τα κατορθώματά του, τα οποία είναι θετικά και πραγματικά, αλλά το κρίνω και από την ευγένειαν της ψυχής του, πού πολλάκις έως τώρα είχα την ευκαιρίαν να εκτιμήσω.
…Το απόγευμα περί τας 5 μ.μ., κατόπιν προσκλήσεως του Κώτα, συνεκεντρώθησαν εις το δωμάτιόν μας 12 προύχοντες. Εις αυτούς ζωηρότατα, ευγλωττότατα και πειοτικώτατα (μετέφραζεν ό Πύρζας) ωμίλησεν (σλαβο)μακεδονικά ό Κώτας. Τούς είπε Πολλά, αλλά Περιορίζομαι να σου ειπώ ότι ήσαν όλα σύμφωνα με τας ιδέας μας, ό δε τόνος της φωνής του και το ύφος του εδείκνυον ότι τα έλεγεν ειλικρινώς. Όλοι οι προύχοντες ενθουσιάσθησαν και συμφώνησαν με τον Κώταν.
...Σε βεβαιώ ότι θα ήθελα να παρευρίσκεσο εις την συνάθροισιν αυτήν. Όλοι οι προύχοντες (ομιλούν όλοι κάλλιστα τα ελληνικά) εκάθηντο Κάτω σταυροπόδι... Ο Κώτας με την φανταστικήν στολήν του γονατιστός ενώπιόν των τούς ωμιλούσε με πολύν ενθουσιασμόν και πολλήν διπλωματίαν διά τα διάφορα ζητήματά μας. Όταν δε έφθασεν εις το ζήτημα της ελευθερίας, τούς έκαμε την έξης ευφυεστάτην παραβολήν. Ημείς οι Μακεδόνες, διά ν’ αποκτήσωμεν ελευθερίαν, έχομεν δύο δρόμους ν’ ακολουθήσωμεν. Εκλέξατε σεις ποιον θέλετε. Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν. Είναι ό δρόμος πού βαστά τριάντα ημέρας και είναι γεμάτος αγκάθια, πού θα μάς γδάρουν ως πού να φθάσωμεν εκεί. Ό άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα εις τρεις ημέρας και είναι ωραίος και καθαρός.
(6) Η πίστη και ή αφοσίωση των Ελλήνων σλαβόφωνων (Ν. Μέρτζος, ο.π., σελ. 120).
‘’Στο αμιγές σλαβόφωνο χωριό Μπάχοβο (Πρόμαχοι,) της Καρατζόβας, δεν κατόρθωσε ΠΟΤΕ, σ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα να μπει Βούλγαρος, όπως και σε πολλά χωριά της Φλώρινας. Όταν ό ηρωικός και αγαθός καπετάνιος του Βάλτου Τέλλος Άγρας (Αγαπηνός) αποφάσισε να συναντηθεί στο Βέρμιο άοπλος με τούς Βουλγάρους βοεβόδες Κατσάπτσικ και Ζατάν, για να διαπραγματευθεί ειρήνη στη Μακεδονία, ό σλαβόφωνος ψυχογιός του Αντώνης Μίγγας τον προειδοποίησε πώς οδεύουν κατ’ ευθείαν στο θάνατο, αλλά τον ακολούθησε. Και όταν πράγματι, οι Βούλγαροι τούς συνέλαβαν, κάλεσαν τον Μίγγα να ενωθεί μαζί τους και να σωθεί. Αλλά, ό σλαβόφωνος Μακεδόνας, ακλόνητος και σιωπηλός αρνήθηκε. Συμμερίσθηκε τη μαρτυρική πορεία και τη διαπόμπευση, τούς βασανισμούς και τελικά την αγχόνη στην καρυδιά του Βλαδόβου, πού από τότε φέρει το όνομα Άγρας. Σλαβόφωνες γυναίκες του χωριού με κίνδυνο της Ζωής τους και των παιδιών τους, κατέβασαν τα δύο νεκρά παλικάρια του γένους και τα κήδεψαν νύχτα. Αυτή ήταν ή εθελοθυσία κι αυτήν την εθελοθυσία προτίμησαν οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες. Γιατί ήθελαν να μείνουν Έλληνες και να πεθάνουν Έλληνες”.
(7) Ακόμα και τα μικρά σλαβόφωνα Ελληνόπουλα πήραν μέρος με τον τρόπο τους στον Αγώνα. Την πραγματική ιστορία του Γιωβάν περιγράφει ό Τάκης Παπαθανασίου στο “Μακεδονικό Ημερολόγιο” (Ν. Σφενδόνη), τ. 1962, σελ. 299 και επ.

Τα “παιδιά’’ στον Μακεδονικόν Αγώνα

- Γιωβάν!...που είσαι Γιωβάν;
Το παιδί έτρεξε χαρούμενο στη φωνή της κυρίας Ηλέκτρας της δασκάλας του Ζορμπά (Μεγ. Μοναστήρι Γιαννιτσών). Στάθηκε μπρος της και σκούπισε τα κλαμμένα μάτια του.
- Πάλι έκλαιγες; τον ρώτησε. Κρίμα να κλαις ολόκληρος άντρας και μάλιστα τη στιγμή, που σου ετοιμάζω εμπιστευτική δουλειά.
Στο άκουσμα ό Γιωβάν άνοιξε διάπλατα τα μάτια. Του φάνηκε παράξενο. Πρώτη φορά θα του ανέθετε εμπιστευτική δουλειά ή κυρία Ηλέκτρα από τότε πού τον πήρε στη φροντίδα της. Πόσο θα ήθελε κι αυτός να λάβη μέρος στον αγώνα πού συνεχίζονταν εδώ και τέσσερα χρόνια άγριος στους πυκνούς καλαμώνες της λίμνης των Γιαννιτσών. Να προσφέρη κι αυτός κάτι σύμφωνα με τις δυνάμεις του. Ήταν όμως μικρός και δεν τον εμπιστεύονταν... Μα αυτό είναι νιάνιαρο! είχε πη μια μέρα στο Τσέρκι (καλύβες στη λίμνη Γιαννιτσών) ό Καπετάν Νικηφόρος (ό μετέπειτα ναύαρχος Ιωάν. Δεμέστιχας). Κι αυτουνού σαν τ’ άκουσε του κακοφάνηκε πολύ. Να που ήρθε όμως στιγμή να ζωντανέψουν τα όνειρά του. Που άραγε να τον χρησιμοποιούσε η Κυρία; Ήταν μήπως καμμιά μεγάλη δουλειά ή δανεικά άπ’ τη γειτόνισσα; Χίλια δυο σκεφτόταν. Από τότε πού ήρθε σ’ αυτό το χωριό ή ηρωική δασκάλα δεν έμεινε ούτε στιγμή μονάχα με τις έγνοιες του Σχολείου και των μαθητών της. Κι άλλοι πολλοί σήκωναν βάρη στη λίμνη των Γιαννιτσών μα και αυτή είχε τα δικά της. Κρίσιμη περίπτωση. Κορίτσι είκοσι χρονών κι αυτή δεν είχε τίποτ’ άλλο να σκεφτή άραγε; Όμως πρώτα ή Πατρίδα. Σαν ελευθερώνονταν αυτή είχε τον καιρό να σκεφτή τ’ άλλα. Τώρα έπρεπε δουλειά, αγώνα.
Κάποιος είχε φέρει λίγη ώρα πριν ένα εμπιστευτικό και επείγον γράμμα για το Κέντρο (Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης). Έρχονταν από τον Καπετάν Νικηφόρο. Το Μπόζετς λέει ήταν φωλιά Κομιτατζήδων. Σχεδίαζαν Κάποιο κακούργημα πάλι εκεί κι έπρεπε ό Δεσπότης (Λ. Κορομηλάς, γεν. πρόξενος στη Θεσ/νίκη), να λάβη τα μέτρα του, πριν είναι αργά.
-Τι λες αγόρι μου θα τα καταφέρης να περάσης χωρίς να σε υποψιαστούν;
Ο Γιωβάν έπεσε στην αγκαλιά της κι έκλαιγε τώρα από συγκίνηση και χαρά μαζί. Πιο πριν έκλαιγε από στενοχώρια πώς τάχα δεν τον έχει εμπιστοσύνη και τον διώχνει σαν έχει με κανένα ομιλίες.
Ενώ με τον σύνδεσμο τον Αποστόλη κατέστρωναν το σχέδιο της αποστολής ό Γιωβάν όλο μάτια και αυτιά στέκονταν δίπλα κι άκουγε. Δεν έπρεπε αυτή τη φορά να πάη πάλι ό Αποστόλης γιατί θα τον σημάδευαν όπως είπε ή δασκάλα. Και ό κλήρος έπεσε στο μικρό πού δεν είχε κλείσει καλά-καλά τα οχτώ του χρόνια. Αλλά μήπως ό άλλος; Κι εκείνος δεν είχε πατήσει στην εφηβική ηλικία. Δεν είχε όμως σημασία!... Για την Πατρίδα όλοι δουλεύουν μεγάλοι και μικροί.
1906. Λίγο μετά το μεσημέρι βρήκαν τα παιδιά προφυλαχτικά από το χωριό. Ο μικρός ήταν νευρικός φαίνονταν ν’ αγωνιούσε. Ό Αποστόλης τον αποθάρρυνε.
- Φοβάσαι Γιωβάν; Δεν το πιστεύω. Το άλλο πού έκανες ήταν πολύ πιο δύσκολο να πας ειδήσεις στην Κούγκα (καλύβια στη λίμνη) και στο Τσέρκι. Τούτο είναι εύκολο. Φτάνει να έχης τα μάτια σου ανοιχτά. Ο μικρός σιωπούσε. Ό άλλος τον χάιδεψε στο κεφάλι.
- Δεν απαντάς λοιπόν; Έ; Μήπως θέλεις να γυρίσουμε πίσω; Στάσου. Πάμε λοιπόν να φύγουμε πίσω και δεν πρέπει ξανά να σε στείλουμε πουθενά γιατί όπως φαίνεται φοβάσαι. Ή φέρτο να το πάω εγώ και σαν με πιάσουν, μ’ έπιασαν. Τι να γίνη; Για την Πατρίδα όλα.
Κύτταξε μια γύρω κι’ έκανε να του πάρη το γράμμα. Ό Γιωβάν αντιστάθηκε.
- Δώστο λοιπόν; - Όχι. - Μα αφού φοβάσαι. - Δεν φοβάσαι. - Θα το πας; - Ναι - Έ, Τι σκέφτεσαι λοιπόν και δεν μιλάς; - Τίποτα. - Έτσι μπράβο. Είσαι άντρας, κι έξυπνος. Και σαν τελειώσης τη δουλειά ό Καπετάν Νικηφόρος είπε θα σε δωρήση την πιστόλα πού τούδωσαν προχθές οι Κουλιακιώτες ψαράδες.
Κοντοστάθηκε με μιας ό Γιωβάν. Σταμάτησε κι ο Αποστόλης. Κυτάχτηκαν στα μάτια, ο μικρός ερωτηματικά, με απορία ο άλλος.
- Αλήθεια;
- Ναι, έτσι είπε. Αλλά... αργήσαμε. Μπορείς να τρέξης;
- Μπορώ.
Κίνησαν τρεχάτοι. Κουράζονταν όμως γιατί βούλιαζαν τα πόδια τους στη λασπερή γη. Σε λίγο σταμάτησαν το τρέξιμο και βάδιζαν ξελαχανιάζοντας. Δεν μιλούσαν καθόλου τώρα. Χίλιες δυο σκέψεις έρχονταν στο μυαλό του Αποστόλη. Τι καλά να τα κατάφερνε ό μικρός... Αν δε τα κατάφερνε! Αλλοίμονο! Τι προδοσία θα προλάβαιναν να κάμουν τα άτιμα σκυλιά πάλι. Μα και ό μικρός Γιωβάν; Αν μπέρδευε τα λόγια του και τον καταλάβαιναν; Έριξε μία ματιά λοξίς στο ξανθό αγοράκι πού, βουλιάζοντας στις λάσπες προχωρούσε δίπλα του ξυπόλυτο. Έμοιαζε σαν αγγελούδι με τα κατσαρά μαλλιά του.
Ευθύς θυμήθηκε πόσο το βασάνιζε το καϋμένο ό Βούλγαρος Άγγελ-Πέϊο ό πατρυϊός του για ένα κομμάτι ψωμί. Από που άραγε να το είχε πάρει; Ήταν όμως Ελληνόπουλο. Σίγουρα θα ορφάνεψε από καμμιά κομιτατζίδικη επιδρομή και οι κομιτατζήδες το πήραν για δουλοπαίδι. Έφυγε ύστερα εγκαταλείποντας το πρόβατο του Άγγελ-Πέϊο. Έτσι τυχαία το βρήκε ό Αποστόλης στην ερημιά. Το μίσος του για τούς Βουλγάρους ήταν φανερό και στο άκουσμα τους άστραφτε από θυμό το προσωπάκι του. Στο σπιτικό του Βουλγάρου δεν το χώνευε κανένας. Ήθελε να εκδικηθή, καθώς έλεγε συχνά, τον άτιμο κομιτατζή, μα ήταν μικρός ακόμα.
Έστρεψε ό Αποστόλης ακόμα μια φορά και είδε τον μικρό με τα Βουλγάρικα ρούχα. Ο νους του φαίνονταν να μην ήταν στα βήματά του. Πετούσε ποιος ξέρει που...
Είχαν περάσει τώρα τον Λουδία και τραβούσαν προς τα νότια.
- Άκουσε Γιωβάν, είπε ό Αποστόλης. Επειδή όπως βλέπεις φαίνεται το Πλατύ δεν θα ‘ρθώ πιο πέρα. Τράβα τώρα μόνος σου. Θα σε περιμένω κάτω από τη γέφυρα. Σφύριξέ με αν βεβαιωθής ότι δεν είναι κανένας. Άντε τώρα στο καλό. Το σύνθημα το ξέρεις καλά;
- Το ξέρω απάντησε ό Γιωβάν και έφυγε σκυφτός, σχεδόν τρεχάτος.
Το μυαλουδάκι του λειτουργούσε τώρα εντατικά. Κατέβαζε ιδέες. Είχε συνηθίσει σε κάθε είδους πονηριές για να προφυλάγεται από τη μανία του Άγγελ-Πέϊο πού συχνά τον έδερνε. Αλλά και κοντά στην κυρία Ηλέκτρα είχε μάθει πολλά τεχνάσματα για τις δύσκολες ώρες, ποιος ξέρει καμμιά φορά...
Ο Σταθμός του Πλατέος είχε τη μεγαλύτερη κίνηση κείνον τον καιρό.
Λίγο ύστερα έφτασε και ό υπάλληλος με τη σημαία στο χέρι έτοιμος να υποδεχτή το τραίνο πού από μακρυά τώρα σφύριζε.
Ήρθε το τραίνο, και μερικοί χωριάτες με τα σακκίδια στο χέρι μπήκαν μέσα. Τότε σκαρφάλωσε κι αυτός με προορισμό την σκευοφόρο όπως τον είχαν πή, αλλά με μιας τον άρπαξε κάποιος από πίσω. Ήταν Τούρκος χαμάλης.
- Που ωρέ διάβολα;
Ό Γιωβάν δεν τάχασε. Έξυσε αμέσως τα μάγουλά του και το μέτωπο.
- Έ; ανεφώνησε πάλι ό χαμάλης. Και πάλι επανέλαβε ό Γιωβάν τα ίδια συνθηματικά. Αλλά ό άλλος καμμιά απόκριση. Δίπλα περνούσε ό τροχοπεδητής.
- Ξέρεις Βουλγάρικα; τον ρώτησε ό Τούρκος.
- Ξέρω, γιατί,•
- Μου φαίνεται πώς αυτό το Βουλγαράκι για κλέψιμο σκαρφάλωσε.
Κι έφυγε.
Ο Γιωβάν, σαν έστριψε ό άλλος, έξυσε πάλι τα μάγουλά του και το μέτωπο. Τα μάτια του τροχοπεδητή μεγάλωσαν. - Τράβα πίσω γρήγορα. Έρχεται ό Χρήστος. Ήταν ένα από τα τρία ονόματα πού του ανέφερε ή Κυρία Ηλέκτρα. Σε λίγο από την άλλη μεριά ό άλλος έφθανε εξετάζοντας με τον τροχοπεδητή τις ρόδες. Κι ενώ ό ένας ήταν σκυμμένος, ό άλλος ρώτησε τον μικρό:
- Από που έρχεσαι;
- Από τον Ζορμπά.
-Κυρία Ηλέκτρα;
-Ναι
- Γράμμα;
-Ναι
- Άστο κάτω.
Αστραπιαία ο Γιωβάν είχε βγάλει τώρα το γράμμα από τον κόρφο του και τ’ άφησε να πέση δίπλα του με τρόπο. Το πάτησε αμέσως ο υπάλληλος και σκύβοντας τάχα πως βλέπει κι αυτός τις ρόδες τόχωσε στο μανίκι βαθειά.
- Προξενείο; ρωτά χαμηλόφωνα.
- Δεσπότη, απαντά ό Γιωβάν.
- Καλά. Χαιρετίσματα την κυρία. Από Χρήστο. Ξέρει.
Και σφυρίζοντας πλησίασε τον τροχοπεδητή κολλητά...
Σε λίγο το τραίνο κίνησε για τη Θεσσαλονίκη και ό Γιωβάν για τη γέφυρα.
Είχε σκοτεινιάσει σαν σφύριξε κι’ έκανε το τσακάλι. Αμέσως ξετρύπωσε ένα κεφάλι και ύστερα ολόκληρος ό Αποστόλης με το ντουφέκι στο χέρι.
Κύτταξαν μια ερευνητικά γύρω.
- Τι έγινε;
- Εντάξει.

- Σε ποιόνε;
- Στον Χρήστο. Κι’ έφυγαν βιαστικά. Σε λίγο έμπαιναν στον Βάλτο (Λίμνη Γιαννιτσών).

(8) Λάθος σκόπιμο ή σκοπιανό. Από το άρθρο “Μακεδόνα” στη “Μακεδονική Ζωή” τού Φεβρουαρίου 1991:
Είναι λάθος να συγχέει οποιοσδήποτε -προπαντός σκόπιμα ή σκοπιανά- •τη γλώσσα με την εθνική συνείδηση και να επιχειρεί να σύρει τούς ανθρώπους από τη γλώσσα κυριολεκτικά εναντίον των συνειδήσεών τους, των παραδόσεών τους, της κληρονομιάς και της Ιστορίας τους. Λάθος διπλό, γιατί αυτή ή απόπειρα έχει επιχειρηθεί και άλλοτε αλλά οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες βρεθήκαμε με το μέρος της καρδιάς μας -με τη Μητέρα ‘Ελλάδα. Γέμισαν τότε οι καρυδιές με κρεμάλες, οι αναμμένοι φούρνοι με ζωντανούς, οι πλατείες των χωριών και οι ρεματιές των βουνών με νεκρούς σλαβόφωνους Μακεδόνες. Γιατί αρνήθηκαν ν απαρνηθούν την πίστη τους, αρνήθηκαν να ενταχθούν με τους κομιτατζήδες και γι’ αυτό αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά και το ιερό σφάγιό του”.


Πηγή: Ιωάννης Χολέβας, Οι Έλληνες σλαβόφωνοι της Μακεδονίας, εκδ. Πελασγός, 1999.




 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com