ΚΕΝΤΡΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ, ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΟΝ Ν. ΚΙΛΚΙΣ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ


Χρήστος Π. Ίντος

Γενικά στοιχεία για την περιοχή και προϋπάρχουσα κατάσταση

Ο Νομός Κιλκίς με τη σημερινή του γεωγραφική έκταση και τα διοικητικά του κέντρα είναι δημιούργημα των πρώτων είκοσι χρόνων μετά την απελευθέρωση του 1912. Κατά τη μακραίωνη περίοδο της τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια της περιόδου εκείνης οι περιοχές που συγκροτούν τον σημερινό Νομό Κιλκίς ανήκαν διοικητικά κατά κύριο λόγο στις επαρχίες (καζάδες) Αβρέτ Χισάρ (Γυναικοκάστρου) με πρωτεύουσα το Κιλκίς και Γιαννιτσών με πρωτεύουσα την ομώνυμη πόλη.
Στην πρώτη περίπτωση, του καζά του Αβρέτ Χισάρ, ανήκε το μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής επαρχίας Κιλκίς και στη δεύτερη, εκείνης των Γιαννιτσών, εκτός της ομώνυμης επαρχίας ανήκε και η σημερινή επαρχία Παιονίας με πρωτεύουσα τη Γουμένισσα. Τμήματα του σημερινού Νομού Κιλκίς ανήκαν στους καζάδες Δοϊράνης, Γευγελής, Σερρών, Λαγκαδά και Θεσσαλονίκης. Την ίδια χρονική περίοδο η περιοχή του Κιλκίς εκκλησιαστικά ανήκε στην Επισκοπή Δοϊράνης και η περιοχή της Γουμένισσας στη Μητρόπολη Βοδενών (Εδέσσης). Η υπενθύμιση αυτή θεωρείται αναγκαία, διότι γνωρίζουμε όλοι τον ρόλο που διαδραμάτιζαν οι τουρκικές αρχές στις μεταξύ των Ελλήνων και αλλοφύλων διενέξεις, τη δυναμική και τη σημασία των διοικητικών κέντρων στην ίδια υπόθεση. Η υπενθύμιση της εκκλησιαστικής υπαγωγής έχει σχέση με τον ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη στήριξη του ελληνισμού των αλυτρώτων περιοχών καθ’ όλη την περίοδο της σκλαβιάς αλλά και κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.
Όσον αφορά στην πληθυσμιακή σύνθεση των περιοχών πρέπει να επισημάνουμε πως στις επαρχίες του Κιλκίς και των Γιαννιτσών, στην ύπαιθρο και τις πόλεις, είχαμε εκτός από χριστιανούς και πολλούς Τούρκους. Στην επαρχία της Γουμένισσας διέμειναν σε τσιφλίκια και αγροτικούς οικισμούς. Η Γουμένισσα και οικισμοί του όρους Πάικο από το 1696 απολάμβαναν φορολογικών απαλλαγών και ήταν δεσμευμένοι να προσφέρουν υπηρεσίες στην Υψηλή Πύλη επεξεργαζόμενοι μάλλινα υφάσματα από τα οποία κατασκευάζονταν οι στολές του τουρκικού στρατού του σώματος Θεσσαλονίκης.
Στην επαρχία του Κιλκίς πολύ πριν ξεσπάσει η διένεξη μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων είχαμε έντονη δράση καθολικών, ουνιτών και προτεσταντών. Με ποικίλους τρόπους προσπάθησαν να προσηλυτίσουν τους κατοίκους της περιοχής στα δικά τους δόγματα. Κάτω από το θρησκευτικό ζήτημα υπόβοσκαν πλήθος διπλωματικών δραστηριοτήτων που ήταν αποτέλεσμα των βλέψεων των ξένων δυνάμεων στην περιοχή. Η δραστηριότητα αυτή και ιδιαίτερα εκείνη της Ουνίας προετοίμασε το έδαφος για την έντονη δράση αργότερα στην ίδια περιοχή της βουλγαρικής προπαγάνδας. Η δεινή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα του Κιλκίς διαφαίνεται από πολλές εκθέσεις της περιόδου εκείνης. Χαρακτηριστική είναι η έκθεση του Αρχιμανδρίτη Θ. Μαντζουρανή με ημερομηνία 30 Ιουλίου 1901 όπου όχι μόνο διεκτραγωδεί την όλη κατάσταση αλλά και προτείνει μέτρα για την αναδιοργάνωση. Αναφέρεται στον ρόλο θρησκευτικών, πολιτικών και ξένων διπλωματών, στο μέγεθος της δράσης Ουνιτών και εξαρχικών, στον αγώνα που έπρεπε να αναληφθεί για να ανακτήσει η τοπική κοινότητα τα παλαιά προνόμιά της, να επαναλειτουργήσει σχολείο και ορθόδοξη εκκλησία.
Παρόμοια με την επαρχία του Κιλκίς, δραστηριότητα ξένων δογμάτων είχαμε στην πόλη και στην επαρχία των Γιαννιτσών· το φαινόμενο όμως ήταν περιορισμένο και δεν είχε κανένα αποτέλεσμα στην επαρχία της Γουμένισσας, παρά τις έντονες κατά καιρούς πιέσεις και παρεμβάσεις. Τον περιορισμό της δράσης αυτής στη Γουμένισσα τον αποδίδουμε στην ύπαρξη εκεί δύο μοναστηριακών μετοχίων, της Μονής των Ιβήρων και της Μονής Ζωγράφου του Αγίου Όρους. Ήταν οι κύριοι πόλοι γύρω από τους οποίους συσπειρώθηκαν κάτοικοι της πόλης και της περιοχής όσο δυνάμωνε ο ανταγωνισμός Ελλήνων και Βουλγάρων.
Ένα τρίτο μετόχι, εκείνο του Παναγίου Τάφου, ήταν δημιούργημα του Αγιο-
ταφίτη Αρχιμανδρίτη Χατζηπαύλου, ο οποίος θα προσπαθήσει να υπηρετήσει τα συμφέροντα της βουλγαρικής προπαγάνδας, αλλά έχοντας έντονα τα στοιχεία του προσωπικού συμφέροντος θα αποτύχει, όπως βέβαια απέτυχε εν πολλοίς και η ανάλογη δράση του μετοχίου της Μονής Ζωγράφου.
Εκτός από τη βουλγαρική πίεση και εκτός από το πλήθος των προπαγανδών που ασκήθηκαν στην περιοχή του Κιλκίς (Μητροπολιτική περιφέρεια Πολυανής–Καζάς Αβρέτ Χισάρ), στην επαρχία της Γουμένισσας (Καζάς Γιαννιτσών) είχαμε και τη ρουμανική προπαγάνδα στα ορεινά βλαχόφωνα χωριά του Πάικου, όπως στα Λιβάδια, την Κάρπη, το Σκρα, την Κούπα και άλλα των όμορων επαρχιών. Ακόμη έγιναν προσπάθειες ίδρυσης και λειτουργίας ρουμανικών σχολείων και τοποθέτησης ρουμανιζόντων ιερέων.
Οι προσπάθειες και η δράση της Σερβικής προπαγάνδας στην ευρύτερη περιοχή στην οποία αναφερόμαστε ήταν μηδαμινές ως και ανύπαρκτες. Αναφέρεται αριθμός είκοσι οικογενειών του Κιλκίς, οι οποίες είχαν αποδεχθεί τις σερβικές προτάσεις.

Εκπαιδευτική δραστηριότητα
Η εκπαιδευτική δραστηριότητα ήταν δείγμα όχι μόνο του μορφωτικού επιπέδου των κατοίκων της περιοχής αλλά και γενικότερα της πολιτιστικής τους κατάστασης. Από το 1870 και μετέπειτα έχουμε έντονο ανταγωνισμό στη λειτουργία και την οργάνωση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Παρά τα ισχυρά ερείσματα που είχε δημιουργήσει η βουλγαρική Εξαρχία με αποτέλεσμα πολλές φορές να υφαρπάζει ναούς και σχολεία ή να κλείνει τα λειτουργούντα ελληνικά, όπως έγινε σε πολλές περιπτώσεις μεταξύ των οποίων στο Καρασούλι (Πολύκαστρο) και το Ποταρός (Δροσάτο), οι ομογενείς κοινότητες αντιστάθηκαν, όπως στο Κιλινδίρ (Καλίνδια), το Κάτω Θεοδωράκι, τη Βαρδαρόφτσα (Αξιοχώρι), το Αμάτοβο (Άσπρο), το Σαρί Παζάρ (Ανθόφυτο), το Γκιαζιλάρ (Ξυλοκερατιά), το Μίροβο (Ελληνικό). Σημαντική είναι η εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Ράμνα (Ίσωμα).
Στην επαρχία της Γουμένισσας είχαμε ιδιαίτερη εκπαιδευτική δραστηριότητα. Από πολύ νωρίς λειτούργησαν στην κωμόπολη και την ύπαιθρο ελληνικά εκπαιδευτήρια. Δόθηκε ιδιαίτερη φροντίδα στην ανέγερση νέων εκπαιδευτηρίων με πρωτοβουλία της Μητρόπολης Βοδενών (Εδέσσης) και της τοπικής Ελληνικής Κοινότητας. Λειτουργούσε «Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα» από το 1874 και οι εκάστοτε διευθυντές των σχολείων ηγούνταν εθνικών δράσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Σημαντικά σχολεία είχαμε στη Γρίβα, όπου και Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα από το 1874, στη Γοργόπη, το Πέτροβο (Άγιο Πέτρο), τη Μπαροβίτσα (Καστανερή), το Κοσίνοβο (Πολύπετρο), το Πετγς (Πεντάλοφο), την Τσερναρέκα (Κάρπη) και το Τοσίλοβο (Στάθης). Η λειτουργία βέβαια των σχολείων στα περισσότερα από τα χωριά αυτά δεν ήταν εύκολη υπόθεση ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα, όπως διαπιστώνεται και από επιστολή του Μητροπολίτη Βοδενών Στεφάνου προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αλέξανδρο.
Σημαντικό ρόλο στη δράση και την οργάνωση του Αγώνα στη Γουμένισσα είχαν οι Διευθυντές των ελληνικών σχολείων της πόλης Γεώργιος Ν. Λαδακάκος, ο Μ. Δημάδης και ο Β. Νεράντζης. Για τον πρώτο γράφει ο Λ. Κορομηλάς προς το Υπουργείο των Εξωτερικών: … τὴν γενναιότητά του ἐξαίρει ἡ νεολαία τῆς Γουμέντσης…, για τον δεύτερο σημειώνει ότι δείχνει ζωηρό ενδιαφέρον για τα σχολεία των γύρω χωριών και για τον τρίτο έχουμε την πληροφορία πως ήταν ...κατὰ πάντα ἀξιέπαινος καὶ ἀκούραστος …. Επίσης ο Λαδακάκος με επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αλέξανδρο στις 2 Ιουνίου 1904 περιγράφει την κατάσταση στην πόλη, τις απειλές των Βουλγάρων, την επικείμενη φορολογία που θα εισπραχθεί από τον κομιτατζή Αποστόλη την περίοδο των κουκουλιών, την εκπαιδευτική κατάσταση, τις επικείμενες σχολικές εξετάσεις στις οποίες τον προσκαλεί να παραβρεθεί, το αίτημα των κατοίκων για την ενίσχυσή τους με όπλα. Βέβαια οι εκπαιδευτικοί που εργάστηκαν και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εθνική υπόθεση ήταν πάρα πολλοί μεταξύ των οποίων κάποιοι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο, όπως ο Ιωάννης Πίτσουλας, θύμα της συμμορίας του Αποστόλη.


Οι λίμνες Αρτζάν και Αματόβου
Ο Νομός Κιλκίς βρισκόμενος μεταξύ των ορεινών όγκων των Κρουσίων, της Κερκίνης (Μπέλες) και του Πάικου, έχοντας τον ποταμό Αξιό και μεγάλο τμήμα της κοιλάδας αυτού, τις λίμνες Αρτζάν και Αματόβου και πολύ κοντά τις λίμνες Γιαννιτσών και Δοϊράνης αποτέλεσε σταυροδρόμι δράσης και διέλευσης ανταρτικών ομάδων καθ’ όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα κυρίως δε κατά την περίοδο της ένοπλης φάσης του. Πρέπει να σημειωθεί πως οι λίμνες Αρτζάν–Αματόβου βρισκόμενες κοντά στην ανατολική όχθη του Αξιού και μεταξύ του Κιλκίς και της Γουμένισσας ενοικιάζονταν από τους Βουλγάρους από το 1898 και εντεύθεν και είχαν καταστεί ἀπόρθητον κρησφύγετον, βάσις καὶ κέντρον τῶν ἐνεργειῶν των καὶ ὁρμητήριον για ολόκληρο το σαντζάκι της Θεσσαλονίκης. Στις λίμνες αυτές οργανώνονταν τα σώματα των κομιτατζήδων που απαρτίζονταν από 60–80 άνδρες και πέτυχαν σταδιακά τον πλήρη έλεγχο της επαρχίας του Αβρέτ-Χισάρ (Γυναικοκάστρου). Τα σώματα αυτά από εκεί προωθούνταν στην επαρχία της Δοϊράνης και έφθαναν ως τους Ευζώνους και τη Γευγελή.

Τα γεγονότα του Ίλιντεν και η περιοχή
Η κινητικότητα των κομιτατζήδων οπλαρχηγών τις παραμονές του Ίλιντεν, της εξέγεσης που προετοίμαζαν για την ημέρα του Προφήτη Ηλία, 20 Ιουλίου 1903 και που συνίστατο στη δολοφονία Πατριαρχικών προς εκφοβισμό και στην πίεση προσήλυτων να προσχωρήσουν στην Εξαρχία, εφαρμόσθηκε στα χωριά της Γουμένισσας αρχής γενομένης από εκείνα του όρους Πάικου, Όσιν (Αρχάγγελος), Κούπα και Λιούμνιτσα (Σκρα), όπως αναφέρει ο Βρετανός γενικός πρόξενος Sir Alfred Biliotti προς τον Βρετανό επιτετραμμένο J. B. Whitehead από τη Θεσσαλονίκη στις 26 Ιανουαρίου 1903. Δολοφονία εξέχοντα Πατριαρχικού είχαμε στο χωριό Γερακάρτσι (Γερακώνα) καθώς και απειλές κατά του ιερέα των Λιβαδίων παπα-Νικόλα. …Τα χωριά στη νοτιοδυτική περιοχή της Γευγελής, Γοργόπ, Μποιέμιτσα, Μπογδάντσα, Μπόρες (ή Μπόγρος), Στογιάκοβο, Ματσούκοβο κ.λπ., (κάποια από αυτά ανήκαν και ανήκουν και σήμερα στην επαρχία της Γουμένισσας), είναι μόνο εν μέρει Εξαρχικά, αλλά τα χωριά του Γιανιτσέ Bαρδάρ, Kρίβα (Γρίβα), Μπαρόβιτσα (Καστανερή), Τσερναρέκα (Κάρπη), Πέτγες (Πεντάλοφο), Ράμνα (Ομαλό), Πέτροβο (Άγιος Πέτρος) (όλα της επαρχίας Γουμένισσας), μαζί με τα Κοφάλια (ή Κορφάλια) στη Θεσσαλονίκη είναι εξ ολοκλήρου Ορθόδοξα. Κανένα από αυτά ωστόσο δεν δέχεται αυτή τη στιγμή πιέσεις από τις συμμορίες για να προσχωρήσει στην Εξαρχία ή να αποπέμψει τους Έλληνας δασκάλους του, αλλά έχουν δεχθεί την προειδοποίηση να βρίσκονται σε ετοιμότητα, ώστε να πάρουν όπλα, όταν τους δοθεί η ανάλογη εντολή σε λίγους μήνες. Στο μεταξύ απειλούνται με θάνατο αν τυχόν καταδώσουν τις συμμορίες, για την υποδοχή των οποίων έχουν διαταγή να διατηρούν ένα σπίτι και προμήθειες σε διαρκή ετοιμότητα..., σημειώνει στην επιστολή του ο Biliotti. Ένας άλλος διπλωμάτης, ο Αυστριακός γενικός Πρόξενος Richard Hickel στις 21 Φεβρουαρίου 1903 από τη Θεσσαλονίκη γράφει προς τον A. Goluchowki: ...Αφού προετοιμασθεί αρκετά το φρόνημα (των χωρικών) –ως επί το πλείστον, όμως, με φοβερές απειλές (δολοφονίες πυρπολήσεις) – για το πολιτικό ιδανικό της απελευθέρωσης της Μακεδονίας, τότε προτρέπουν τους χωρικούς να βάλουν το χέρι τους με τρόπο εντελώς θεατρικό σ’ ένα μαύρο σταυρό και σ’ ένα περίστροφο και να ορκισθούν ότι θα λάβουν μέρος στην επόμενη εξέγερση. Πότε-πότε τους λένε ότι είναι αδιάφορο για το κομιτάτο, αν αυτοί παραμένουν πατριαρχικοί ή όχι, όμως πολύ συχνότερα, παράλληλα με τη μύηση, συμβαδίζει και ο αναγκαστικός προσηλυτισμός (τους) στην Εξαρχία… Η προπαγάνδα αυτή είχε προχωρήσει πολύ σε αρκετές περιοχές της Μακεδονίας μεταξύ των οποίων και στην περιοχή Γουμένισσας. Φοβισμένοι οι κάτοικοι δεν δίνουν σωστές πληροφορίες, όπως σημειώνει ο Αυστριακός διπλωμάτης. Η προσπάθεια παρακίνησης των κατοίκων σε εξέγερση με τις συνθήκες που προαναφέραμε δεν ήταν οι καλύτερες και στην περιοχή του Κιλκίς, όπως διαπιστώνεται από επιστολή επίσης του Biliotti, στον οποίο αναφερθήκαμε. Η επιστολή συντάχθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 25 Φεβρουαρίου 1903 και στάλθηκε στον J. Whitehead. Ο εξαναγκασμός δεν μπορούσε να προετοιμάσει τους κατοίκους σε εξέγερση. Πέρα των άλλων είχαν τον φόβο των αντιποίνων από μέρους του τουρκικού στρατού. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως στην ίδια περιοχή, όπως και στις άλλες όμορες των Γιαννιτσών, της Γευγελής και του Κιλκίς δρούσαν οι βοεβόδες Αργύρης, Αποστόλης και Γιοβάνης. Προερχόμενοι από την ευρύτερη περιοχή ήταν απηνείς διώκτες των Ελλήνων όχι μόνο εκφοβίζοντας αλλά σκορπώντας την καταστροφή και τον θάνατο από όπου διέρχονταν.
Την άνοιξη του 1903 στη Θεσσαλονίκη είχαμε έντονη δραστηριοποίηση του βουλγαρικού κομιτάτου. Από τον Απρίλιο του ίδιου έτους είχαν αρχίσει δολιοφθορές και βομβιστικές ενέργειες οι οποίες είχαν αναστατώσει την πόλη και προκάλεσαν την επιβολή στρατιωτικού νόμου. Από τις βομβιστικές επιθέσεις και τις ενέργειες του τουρκικού στρατού υπήρξαν πολλά θύματα μεταξύ των οποίων και Έλληνες. Παρά την εντυπωσιακή δράση στη Θεσσαλονίκη μια γενική εξέγερση φαίνονταν δύσκολο εγχείρημα, γι’ αυτό και πολλές ομάδες κομιτατζήδων έμειναν αδρανείς και περιπλανώμενες. Στην περιοχή του Κιλκίς όπου είχαν προωθηθεί τα σώματα των Τσερνοπέεφ, Ντέλτσεφ και Τσόπκο με 180 άνδρες, περιπλανήθηκαν στους βάλτους της λίμνης Αματόβου (Άσπρου Ν. Κιλκίς) για αρκετό καιρό περιμένοντας την εξέγερση. Αποτέλεσμα της αναβλητικότητας ήταν η καταστροφή της ομάδας του Τσόπκο στο Γραντομπόρ, στον σημερινό Πεντάλοφο Θεσσαλονίκης. Μετά το Ίλιντεν, 20 Ιουλίου, 2 Αυγούστου με το νέο ημερολόγιο, ημέρα του Προφήτη Ηλία και τα γνωστά γεγονότα στο Κρούσοβο, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν διωγμό εναντίον των ομάδων των κομιτατζήδων που προκάλεσαν τα γεγονότα στη Δυτική Μακεδονία, μεγάλο αριθμό θυμάτων, κυρίως Πατριαρχικών, καταστροφές χωριών, εισοδημάτων, περιουσιών. Όπως στην υπόλοιπη Μακεδονία, έτσι και στην Κεντρική, οι Τούρκοι είχαν υπό επιτήρηση και παρακολούθηση τις ομάδες αυτές, πολλές από τις οποίες υπέστησαν ζημιές, όπως του Γιοβάν (Καρασούλη) στη λίμνη του Αματόβου (Άσπρου–Κιλκίς). Στο τέλος της ίδιας χρονιάς, στις 27 Δεκεμβρίου 1903, ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη Ευγένιος Ευγενιάδης έγραφε μεταξύ άλλων προς τον Έλληνα Υπουργό των Εξωτερικών Α. Ρωμάνο: ...Ἀναγκαία κυρίως συγκρότησις συμμορίας ἐν τοῖς περιχώροις Γουμένιτζης, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ συγκρατήσωμεν τὰ ὀρθόδοξα χωρία, ἀπειλήσωμεν τὰ σχισματικὰ καὶ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐξόντωσιν ἔστω καὶ μίας μόνο τῶν τριῶν ἐπικινδύνων συμμοριῶν.... Ήδη αναφέρθηκαν οι συμμορίες των Αργύρη, Αποστόλη και Γιοβάν.

Το Κιλιντίρ (Καλίνδια Κιλκίς) και το κτήμα Χαρίση
Σημαντικό κέντρο αντίστασης των Ελλήνων αποτέλεσε ο οικισμός του Κιλιντίρ, της Καλίνδιας του Κιλκίς. Ήταν μικρός οικισμός που οφείλει το όνομά του στην ομώνυμη αρχαία πόλη. Στα αρχειακά έγγραφα της εποχής στην οποία αναφερόμαστε απαντάται με τα ονόματα Κιλινδίρ, Καλίνδριον και Καλίνδρια. Σήμερα ανήκει στον Δήμο Χέρσου. Αναφέρεται ως ένα από τα κέντρα του Μακεδονικού Αγώνα και μάλιστα της περιόδου της ένοπλης φάσης αυτού. Σε αυτή την εξέλιξη και δράση των κατοίκων του συνετέλεσε η επίκαιρη γεωγραφική θέση που κατέχει ο οικισμός. Από αυτόν διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης–Κωνσταντινουπόλεως και κατέληγε η ενωτική της προηγούμενης γραμμής με εκείνη της Θεσσαλονίκης–Σκοπίων. Συμβολή στον αγώνα είχε το παρακείμενο κτήμα της οικογένειας Χαρίση.
Το ελληνικό φρόνημα των κατοίκων την περίοδο 1903-1904 φάνηκε να κάμφθηκε από την έντονη πίεση του βουλγαρικού κομιτάτου. Με την αποστολή και δράση εκεί ελληνικών ενόπλων τμημάτων, στα οποία ηγούνταν αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του ελληνικού στρατού, επανέκαμψε. Ο Brancoff χαρακτηρίζει τους κατοίκους του οικισμού ἑλληνίζοντες Πατριαρχικοὺς και ο Χαλκιόπουλος Ὀρθοδόξους Ἕλληνες. Στην περιοχή έδρασαν ανταρτικά σώματα Ελλήνων αξιωματικών. Το 1904 έδρασε το σώμα του καπετάν-Ζήρια, του ταγματάρχη Ιωάννη Σακελλαρόπουλου. Τον Αύγουστο του 1905 συγκροτήθηκε σώμα πενήντα ανδρών με επικεφαλής τον μέχρι τότε υπηρετούντα στο Προξενείο Θεσσαλονίκης υπολοχαγό του πυροβολικού Ιωάννη Αμβράσογλου με σκοπό να δράσει στην περιοχή του Κιλκίς. Είχε την ατυχία να καταδοθεί στις τουρκικές αρχές και μετά από περικύκλωση κοντά στο χωριό Σαρί–Κιοϊ (Ποταμιά) παραδόθηκε. Ο Αμβράσογλου φυλακίσθηκε στη Θεσσαλονίκη απ’ όπου δραπέτευσε το επόμενο έτος. Το 1908 έδρασε το σώμα του Αλέξανδρου Ευστρατιάδη (Νικόλαου Ευρυπιώτη).
Από την καλά εδραιωμένη θέση της ελληνικής υπόθεσης στην Καλίνδια παρακολουθούνταν η κίνηση στο Κιλκίς, όπου η ελληνική κοινότητα δεινοπαθούσε. Η τελευταία είχε καταστήσει την πόλη κέντρο της προπαγάνδας της. Επίσης παρακολουθούνταν η κίνηση στις λίμνες Ατζάν–Αματόβου. Οι μετακινήσεις με τα διερχόμενα τρένα ήταν ο καλύτερος τρόπος προώθησης στην περιοχή ιδιωτών και αποστολών των οποίων σκοπός ήταν η βοήθεια της ελληνικής υπόθεσης. Επίκεντρο όλης αυτής της δράσης είχε γίνει το κτήμα Χαρίση, γνωστής οικογένειας της Θεσσαλονίκης καταγόμενης από τη Δυτική Μακεδονία και της οποίας πολλά μέλη, ομογενείς κυρίως στις παραδουνάβιες χώρες, έγιναν με τις χορηγίες και τις δωρεές τους ευεργέτες της πόλης της Θεσσαλονίκης και του τόπου καταγωγής των. Κτήματα τιμαριούχων που βοήθησαν τον αγώνα των Ελλήνων συναντάμε σε πολλά μέρη της Μακεδονίας, όπως της οικογένειας Ζάννα στην Παλάτιτσα και του Ραχμάν Μπέη στα Γιαννιτσά. Το κτήμα της Καλίνδιας την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε ανήκε στον γόνο της οικογένειας Χαρίση, τον Γεώργιο. Αυτός στο οίκημα του κτήματος, γνωστή έπαυλη, διευκόλυνε την παραμονή Ελλήνων, ατόμων και ομάδων, τον εφοδιασμό τους με αναγκαία, την προώθησή τους στους παρακείμενους ορεινούς όγκους και τις όμορες περιοχές.

Το Γιάννες (Μεταλλικό Κιλκίς) και το κτήμα Χατζηλαζάρου
Κτήμα πλησιέστερο προς το Κιλκίς ήταν εκείνο των αδελφών Χατζηλαζάρου. Βρίσκονταν στο Γιάννες, σημερινό Μεταλλικό, από το οποίο επίσης διέρχονταν και διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης–Κωνσταντινουπόλεως. Σε αυτό δεν έχουμε δράση και πρωτοβουλίες, όπως στο κτήμα Χαρίση στο Κιλινδίρ. Λόγω της θέσης και της εγγύτητάς του με το Κιλκίς, απ’ όπου πολλά δεινά προέρχονταν για του Έλληνες και τους Ορθοδόξους της ευρύτερης περιοχής, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από την ελληνική πλευρά. Την κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή το 1892 την είχε γνωστοποιήσει ο ιδιοκτήτης του κτήματος Κωνσταντίνος Χατζηλαζάρου στον Υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδος Στέφανο Δραγούμη.
Είναι χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρει ο Δ. Σάρρος, «Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνικῶν Σχολείων», σε έκθεσή του με ημερομηνία 28 Ιουλίου 1906. Αφού περιγράφει την κακή κατάσταση των ελληνικών πραγμάτων στο Κιλκίς και την απραξία, κατά την άποψή του, του εκεί αρχιερατικού Επιτρόπου Αρχιμανδρίτη Ευγενίου Δόμβρου και του Έλληνα πράκτορα στην ίδια πόλη ιατρού Τσαγρή, προτείνει την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει το κτήμα Χατζηλαζάρου.
Το κτήμα συνορεύει με το Κιλκίς, απαρτίζεται από 37.000 στρέμματα, ενοικιάζεται αντί 500 λιρών τον χρόνο και το καλλιεργούν πολλοί Κιλκισιώτες, όπου βόσκουν και τα ζώα τους. Αν το αξιοποιήσουμε, σημειώνει ο Σάρρος, τότε θα εργάζονται εκεί περισσότερες από 150-200 οικογένειες. Θα αποτελέσουν τον πυρήνα μιας νέας και δυναμικής παρουσίας στην περιοχή... Ἂν ὑπάρξει ἐπίμονος καὶ συστηματικὴ ἐργασία διὰ καταλλήλων προσώπων διεξαγομένη ἴσως δυνηθῶμεν νὰ συμπήξωμεν καὶ ἡμεῖς ἔστω καὶ μικρὰν κατ’ ἀρχὰς κοινότητα… σημειώνει. Από την όλη εξέλιξη των πραγμάτων φαίνεται πως στο Γιάννες (Μεταλλικό) δεν στάθηκε δυνατό να δημιουργηθεί η κοινότητα που θα αποτελούσε τον αντίποδα στην εξαρχική προπαγάνδα που ασκούνταν με κέντρο το Κιλκίς. Προσωπική επιστολή προς τον πρόξενο Ευγενιάδη για τον σκοπό αυτό είχε στείλει και ο ίδιος ο Χρήστος Χατζηλαζάρου.

Το κτήμα Ραχμάν-Μπέη στη λίμνη Γιαννιτσών
Αντίκτυπο στην περιοχή της Γουμένισσας είχε το κτήμα του Ραχμάν Μπέη που βρίσκονταν κοντά στη λίμνη των Γιαννιτσών. Ο Τούρκος ιδιοκτήτης, άρχοντας από σημαίνουσα οικογένεια, συνδέονταν φιλικά με Έλληνες και βοηθούσε τον αγώνα τους. Τον είχε προσεταιρισθεί ο υπολοχαγός Κ. Μαζαράκης με τη βοήθεια του δικηγόρου της Θεσσαλονίκης Μάρκου Θεοδωρίδη. Στο αγρόκτημα αυτό δίδονταν άσυλο στα ελληνικά σώματα και τους Έλληνες πράκτορες. Εκεί με τη βοήθεια του Μαζαράκη συγκροτήθηκε το σώμα του Καπετάν-Γιωργάκη, Γεωργίου Πέτρου, το οποίο προορίζονταν να δράσει στην περιοχή της Καρατζόβας. Στην αρχή είχε επιτυχίες αλλά λόγω της βαρυχειμωνιάς ήρθε στα πεδινά της Γουμένισσας, όπου στις 26 Δεκεμβρίου 1904 κοντά στο χωριό Πέτροβο (Άγιος Πέτρος) Παιονίας επιτέθηκε στη συμμορία του Αποστόλ Πετκώφ αιχμαλωτίζοντας δώδεκα κομιτατζήδες. Την επόμενη ημέρα μέσα στο ίδιο χωριό κυκλώθηκε από τον τουρκικό στρατό και μετά από μάχη παραδόθηκε λόγω κακής εκτίμησης του αρχηγού του. Η οργάνωση του σώματος έγινε στα πλαίσια της απόφασης των Ελλήνων να συγκροτηθούν ανταρτικά σώματα από ντόπιους άνδρες για να κρατήσουν και να συνεχίσουν τον αγώνα.

Το κέντρο της Γουμένισσας
Σε ένα άλλο κέντρο του Αγώνα, στη Γουμένισσα, από πολύ νωρίς, το 1891, την οργάνωση την είχε αναλάβει μετά από προτροπή του Στέφανου Δραγούμη ο γιατρός Άγγελος Σακελλαρίου. Κατάγονταν από τα Βίλλια της Αττικής από πολιτευόμενη οικογένεια και είχε προσωπικούς δεσμούς με την οικογένεια του Δραγούμη και τον Παύλο Μελά. Το 1897 ο Σακελλαρίου απελάθηκε από τις τουρκικές αρχές και πήρε μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Το επόμενο έτος επέστρεψε στη Γουμένισσα οργανώνοντας τον Αγώνα στην περιφέρειά της. Τραυματίστηκε από τους εξαρχικούς και αργότερα το 1910 υπέκυψε. Ο Σακελλαρίου με τις δράσεις και τις πρωτοβουλίες του είχε βρεθεί στο στόχαστρο του Αποστόλ Πετκώφ. Ο γνωστός βοεβόδας με επιστολή του προς τους προκρίτους της Γουμένισσας δεν απαιτούσε μόνο να δηλώσουν στις αρχές των Γιαννιτσών πως είναι Βούλγαροι, πράγμα που αν δεν το κάνουν θα τους σκοτώσει, απαιτούσε επιπλέον να διώξουν από την πόλη τους τον γιατρό Αγγελάκη και κατέληγε: …ελπίζω να μην με αναγκάσετε να εκτελέσω τις αποφάσεις μου…. Ο Σακελλαρίου, όπως και άλλοι τοπικοί παράγοντες, εργάστηκε δραστήρια και κατά την ένοπλη φάση του αγώνα στη Γουμένισσα. Αυτό επιτεύχθηκε με τη δημιουργία και τη δραστηριοποίηση του «Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου» της πόλης, στον οποίο σημαντικές υπηρεσίες προσέφεραν και οι εκπαιδευτικοί Ιωάννης Άλλιος, Γ. Κρετσόβαλης και Βασίλειος Νεράντζης. Γνωστές είναι οι επιστολές του Σακελλαρίου προς τη Μελπομένη Αυγερινού και τα όσα αυτή αναφέρει στο έργο της Μακεδονικὰ απομνημονεύματα τόσο για τον γιατρό, όσο και για τη δράση του στη Γουμένισσα και την αλληλογραφία του με εφημερίδες της Αθήνας και του εξωτερικού. Χάρη σε αυτόν ο Ίων Δραγούμης επισκέφθηκε την κωμόπολη και εμψύχωσε τον εκεί ελληνισμό συμμετέχοντας σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1906 προς τιμή των ελληνικών γραμμάτων.

Γεγονότα στη Γουμένισσα - Η πυρκαγιά του 1904
Οι ληστρικές επιδρομές των κομιτατζήδων προς τη Γουμένισσα και τα χωριά της ήταν συχνές από την πρώιμη περίοδο του Αγώνα με σκοπό πάντα τον εκφοβισμό των κατοίκων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δολοφονία μιας γυναίκας και του παιδιού της από τη συμμορία των Αθανασίου και Βακάλωφ, διότι οι χωρικοί δεν τους δέχθηκαν όπως έπρεπε.

Στις 19 Ιουνίου του 1904 η Γουμένισσα απειλήθηκε από μεγάλη πυρκαγιά μετά από συμπλοκή μελών της ομάδας του Αποστόλη με ομάδα τούρκων οπλιτών. Οι κομιτατζήδες είχαν εισέλθει σε κατοικία βρισκόμενη στο δυτικό άκρο της κωμόπολης. Μόλις έγιναν αντιληπτοί ειδοποιήθηκε ο στρατός και άρχισε μεγάλη συμπλοκή, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η μετάδοση πυρκαγιάς σε ένα από τα πλέον πυκνοδομημένα τμήματα της κωμόπολης. Περισσότερα από τριάντα σπίτια κάηκαν, οι ζημιές ξεπέρασαν τις 15.000 τουρκικές λίρες. Πολλοί κάτοικοι έμειναν γυμνοί και ανυπόδητοι, περισσότερο όμως πλήγηκε η κατοικία της οικογένειας Παζαρέντσου, η οποία ήταν εντυπωσιακή για το μέγεθος και τις εγκαταστάσεις της. Οι πρόκριτοι της Γουμένισσας με επιστολή τους προς το Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης ζητούσαν την ηθική στήριξη και την υλική βοήθεια του Εθνικού Κέντρου, η οποία οφείλουμε να σημειώσουμε πως ήρθε σε μικρό χρονικό διάστημα. Υπάρχει αξιόλογο αρχειακό υλικό για το θέμα αυτό, το οποίο θα αναλυθεί και σχολιασθεί σε άλλη σχετική εργασία μας. Η κατάσταση που επικράτησε στη Γουμένισσα και στην περιοχή της το καλοκαίρι του 1904 περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια πρωτοσέλιδα στο 36ο φύλλο της 25ης Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους της εφημερίδας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια. Εμπρησμοί, δολοφονίες, καταστροφές, απειλές ήταν συνήθη φαινόμενα. Ο ανταποκριτής θέλοντας να υπογραμμίσει το μέγεθος των καταστροφών και των όσων υπέφεραν οι κάτοικοι σημειώνει: …ἄλλο τὶ δὲν πρέπει πράξωμεν ἀλλ’ ἡ ὑπομονή ἡμῶν κατήντησε παροιμιώδης. Ἄλλοτε ἔλεγον ἰώβειος τώρα θὰ εἴπωμεν καὶ θὰ λέγωμεν μακεδονική... .

Δράση Ελληνικών ανταρτικών σωμάτων
Ο Έλληνας Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη σε επιστολή του προς το Υπουργείο των Εξωτερικών και ημερομηνία 15 Ιανουαρίου 1905 αναφέρεται σε έναν γενικότερο σχεδιασμό διοργάνωσης και δράσης ελληνικών σωμάτων στη Μακεδονία. Μεταξύ των άλλων για την περιοχή του Ν. Κιλκίς γράφει πως ελπίζει στη σύσταση σώματος που θα δράσει στην περιοχή της Αριδαίας μέχρι και των Λιβαδίων του Πάικου και της Γουμένισσας και στην ανασύσταση του σώματος Βογδάντσας που θα δράσει στην περιοχή του Κιλινδίρ καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας Πολυανής, από το Βλάδοβο προς βορρά μέχρι το Αμάτοβο (Άσπρο) νότια. Καταρτίζει σώμα, με επίκεντρο πάλι το Κιλιντίρ και πεδίο δράσης την περιοχή Κερκίνης, Πορροΐων και ενδεχομένως την κοιλάδα της Στρώμνιτσας, προβαίνει σε ενέργειες που απαιτούν αρκετά χρήματα, όπως είναι η ενοικίαση λιμνών και βοσκών μεταξύ των οποίων και η λίμνη Αματόβου.
Ένα από τα σώματα που συγκροτήθηκαν ήταν του λοχαγού Μιχάλη Μωραΐτη (Καπετάν-Κόδρου) με υπαρχηγό τον υπολοχαγό Σπυρίδωνα Φραγκόπουλο (Καπετάν-Ζόγρα). Το σώμα αυτο προσπάθησε να προωθηθεί στην περιοχή Καρατζόβας και να δράσει και σε εκείνη της Γουμένισσας και γι’ αυτό συγκρούσθηκε με την ομάδα του κομιτατζή Αντών. Αποτέλεσμα αυτής της δράσης ήταν η καταστροφή του σώματος Μωραΐτη στο Πάικο το 1905 από τον τουρκικό στρατό.
Το ίδιο έτος στην περιοχή πέρασε το σώμα του Γεωργίου Κακουλίδη (Καπετάν-Δράγου), το οποίο συγκρούσθηκε στα χωριά του Μαγιδάγ, Πλάγια-Φανός Παιονίας με τον τουρκικό στρατό. Το 1906 στον ορεινό όγκο του Πάικου δρουν τα σώματα των Εμμανουήλ Κατσίγαρη και Χρήστου Κραπάνου (Καπετάν-Πάνου Μελά) και στη θέση του σώματος Κακουλίδη το σώμα του Χρήστου Παραντούνα (Καπετάν-Καψάλη). Το ίδιο έτος έδρασε ως πράκτορας και οργανωτής ο Μ. Αναγνωστάκος (Ματαπάς), ανθυπασπιστής του πυροβολικού και απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής.
Το 1907 έδρασε το σώμα των Παναγιώτη Κλείτου (Καπετάν-Δίβρα) και Λουκά Παπαλουκά και το σώμα του υπολοχαγού Γεωργίου Παπαδόπουλου (Καπετάν-Νικηφόρου Β΄). Ο τελευταίος έπεσε νεκρός σε συμπλοκή με τον τουρκικό στρατό έξω από τη Γουμένισσα στις 20 Ιουνίου 1907. Τη δράση του επαινεί σε έκθεσή του ο Πρόξενος Θεσσαλονίκης Κοντογούρης. Τη συμπλοκή με τον τουρκικό στρατό αναφέρει ο Αυστριακός Πρόξενος Θεσσαλονίκης Bridge.
Το επόμενο έτος ο Κορομηλάς αναφέρει στο Υπουργείο Εξωτερικών τη διανομή περιστρόφων και όπλων εκ των οποίων 138 διανεμήθηκαν στις περιοχές Κιλινδίρ και Γουμέντσης.

Μικρότερα κέντρα του αγώνα και η δράση ντόπιων οπλαρχηγών
Στα μικρότερα κέντρα υπάγονται τα Μεγάλα Λιβάδια και ο Άγιος Πέτρος, χωρίς βέβαια να παραμελείται και να αγνοείται η μεγάλη προσφορά άλλων οικισμών, όπως ήταν το Σκρα, η Ειδομένη, τα Ρύζια, το Ίσωμα, η Αξιούπολη, η Γρίβα, οι Εύζωνοι, η Καστανερή και η Κάρπη. Στα μικρότερα κέντρα που προαναφέρθηκαν είχαμε τη δράση πολιτοφυλάκων, την ανάδειξη πολλών οπλαρχηγών. Μπορεί ο βοεβόδας Αποστόλης να κατάγονταν από την Αξιούπολη, αλλά στην ίδια κωμόπολη πολλοί ήταν οι πρόκριτοι που εργάστηκαν δραστήρια, οι πράκτορες, οι οδηγοί, οι σύνδεσμοι και οι πολιτοφύλακες.
Από την Καστανερή προέρχονταν οι καπεταναίοι Λάζος και Γκόνος Δογιάμας, από την Κάρπη ο Αθανάσιος Μπέτσης, από τα Λειβάδια οι Στέργιος Ναούμ και Νικόλαος Νέσιος. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης από τη Βογδάντσα, ο Γκόνος Πελτέκης από τον Αρχάγγελο, ο Μιχαήλ Σιωνίδης από τους Ευζώνους, ο Γεώργιος Ράμναλης από το Ίσωμα, ο Παντελής Παπαϊωάννου από το Κολέσινο της Στρώμνιτσας. Όλοι έδρασαν όχι μόνο στον σημερινό Ν. Κιλκίς αλλά και ευρύτερα. Από το Πάικο και την Κερκίνη ως τον Βάλτο των Γιαννιτσών.
Ο Γκόνος Πελτέκης από τον Αρχάγγελο εντάχθηκε στο σώμα του Καπετάν Κόδρου (Μ. Μωραΐτη) και γρήγορα αναδείχθηκε ομαδάρχης και διμοιρίτης. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες και σε μεγάλη συμπλοκή με τον τουρκικό στρατό το 1906 μεταξύ Λιβαδίων και Σκρα έχοντας μαζί του τον οπλαρχηγό Νικόλαο Νέσιο από τα Λιβάδια. Φυλακίσθηκε στο Επταπύργιο Θεσσαλονίκης και αποφυλακίσθηκε το 1908. Συνέχισε τη δράση του και στα μετέπειτα χρόνια.
Όλοι οι οπλαρχηγοί που προαναφέρθηκαν ήταν γηγενείς, δίγλωσσοι, ελληνόφωνοι-σλαβόφωνοι, ελληνόφωνοι-βλαχόφωνοι, με πίστη και αφοσίωση στο Πατριαρχείο και την ελληνική ιδέα. Κάποιοι μπορεί στην πρώιμη περίοδο του αγώνα να ακολούθησαν ομάδες κομιτατζήδων από ενθουσιασμό, γιατί υπήρξε η αντίληψη και η πρώτη εντύπωση πως ο αγώνας ήταν εναντίον των Τούρκων. Όταν όμως έγιναν φανερές οι προθέσεις των κομιτατζήδων και ιδιαίτερα μετά το Ίλιντεν, δημιούργησαν τα δικά τους ανταρτικά σώματα και αγωνίσθηκαν εναντίον των σκοπών και των στόχων του βουλγαρικού κομιτάτου. Στον χώρο των γηγενών ιερωμένων ξεχώρισαν πολλοί για την προσφορά και των πατριωτισμό τους. Ενδεικτικά αναφέρονται τρία πολύ γνωστά ονόματα του παπα-Μανώλη από τον Άγιο Πέτρο, του παπα-Χρήστου Οικονόμου από τη Γρίβα και του παπα-Ζαφειρίου Σταματιάδη από την Ειδομένη. Τα όσα περιλαμβάνονται στην εισήγηση αυτή είναι μέρος μόνο της μεγάλης προσφοράς των γηγενών κατοίκων του Ν. Κιλκίς και των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων που έδρασαν στην ίδια περιοχή κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.

Πηγή: Χρήστος Π. Ίντος, πρακτικά της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com