Ο Αγών εις την Κεντρκήν και Ανατολικήν Μακεδονίαν

(Τα Σώματα Μπενή — Γαρέφη — Κατσίγαρη — Ρόκα — Αναγνωστάκου — Καραπάνου Δημητρίου — Βέσκα — Δουγιάμα — Ναούμ — Καραϊσκάκη — Σιωνίδη — Πραντούνα κ.ά.).

Εις την Κεντρικήν και την Ανατολικήν Μακεδονίαν, από τής ανοίξεως του 1906, τα Ελληνικά σώματα εσημείωσαν αξιολόγους επιτυχίας. Αι επιχειρήσεις των ήρχισαν να διεξάγωνται μετά μεγάλης δραστηριότητος και κατόπιν σχεδίου, το οποίον είχε συνταχθή και ηλέγχετο εις την εφαρμογήν του υπό των αξιωματικών του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης.
Τα επιτεύγματα των σωμάτων διεφαίνοντο από τον κατάλογον των επιθέσεων, τας οποίας ενήργησαν εναντίον χωρίων, τα οποία ετέλουν υπό εθνικήν αμφισβήτησιν. Αι επιθέσεις αυταί επυκνώθησαν από τής ανοίξεως του 1906. Συγκεκριμένως την 12ην Μαρτίου προσέβαλον το χωρίον Γκόλο — Σέλο
(Γυμνά) Γιαννιτσών, την 13ην Μαρτίου την Αγίαν Μαρίναν Βεροίας και την 14ην Μαρτίου την Γκολεσάνην (Λευκάδια) Ναούσης. Την 8ην Απριλίου το Μεσημέρι Εδέσσης και την 24η ν Απριλίου το Κονίκοβον (Στίβα) Γιαννιτσών. Την 3ην Μαΐου και πάλιν το Γκόλο — Σέλο (Γυμνά) Γιαννιτσών και την 10ην Μαΐου το Μάκρος Βεροίας. Την 9ην Ιουλίου το Τρέσινον (Όρμα) Αλμωπίας (Καρατζόβας), την 1Οην Ιουλίου το Βλάδοβον (Άγρα) Εδέσσης και την 26ην Ιουλίου το Κλειδί Θεσσαλονίκης. Την 8ην Αυγούστου το Πατετσίν (Πάτημα) Εδέσσης, την 11ην Αυγούστου το Σαρακίνοβον (Σαρακινοί) Αλμωπίας (Καρατζόβας) και την 3Οην Αυγούστου την Δόλιανην (Κουμαριά) Βεροίας, Την 29ην Σεπτεμβρίου το Μπόζετς (Άθυρα) Γιαννιτσών και την 3Οην Σεπτεμβρίου και πάλιν το Γκόλο—Σέλο (Γυμνά) Γιαννιτσών. Την 6ην Οκτωβρίου το Γενή— Κιόϊ (Κριθιά) Λαγκαδά, την 24ην Οκτωβρίου και πάλιν το Βλάδοβον (Άγρα) τής Εδέσσης, την δε 24ην Οκτωβρίου και 3Οην Οκτωβρίου και πάλιν την Δόλιανην (Κουμαριά) τής Βεροίας.
Εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν ό κατάλογος των επιθέσεων εναντίον αμφισβητουμένων χωρίων επαρουσιάζετο εξ ίσου επιβλητικός. Συγκεκριμένως την 5η’ Μαρτίου προσεβλήθη το Κυμλή (Αμμουδιά) Σερρών, την 1ην Μαρτίου το Εγρί Δερέ (Καλλιθέα) Δράμας και την 16ην Μαρτίου το Σάβιακον (Βαμβακόφυτον) Σερρών. Την 10ην Απριλίου το Καράκιοϊ (Κατάφυτον) Νευροκοπίου. Την 26ην Ιουνίου ό Βώλαξ και το Γκιουρετζίκ (Γρανίτης) Δράμας. Την 12ην Σεπτεμβρίου ή Ράμνα (Ομαλόν) Σερρών. Την 16ην Σεπτεμβρίου και την 25ην Οκτωβρίου το Χόμονδος (Μητρούση) Σερρών. Την 7ην και 8ην Νοεμβρίου το Καρατζάκιοϊ (Μονοκκλησιά) Σερρών, την δε 12ην Νοεμβρίου ή Έλσιανη (Καρπερή) Σερρών.
Πρέπει να σημειωθή ότι κατά το έτος 1906 και ή δράσις των κομιτατζήδων δεν έπαυσεν. Ειδικώτερον την 10ην Φεβρουαρίου εις συμπλοκήν μεταξύ Ελλήνων ενόπλων και βουλγαρικής συμμορίας υπό τον αρχικομιτατζή Πιέλεφ εις περιοχήν Κάτω Πορροΐων εφονεύθησαν δύο κομιτατζήδες. Την 6ην Ιουνίου εις Πλεύνα (Πετρούσα) Δράμας εφονεύθησαν υπό κομιτατζήδων δύο Έλληνες. Τον Οκτώβριον συμμορία κομιτατζήδων υπό την αρχηγίαν τού Βονίτσα συνέλαβεν εις την οδόν Δράμας—Βώλακος δύο‚ Έλληνας, τούς οποίους βραδύτερον εξετέλεσε. Κατά τον αυτόν μήνα πολυμελής βουλγαρική συμμορία κομιτατζήδων, εισελθούσα εις το χωρίον Χουμνικόν τής Νιγρίτης, απήγαγε βιαίως δύο Έλληνας, τούς οποίους και εξετέλεσε. Κατά τον Δεκέμβριον συμμορία κομιτατζήδων επετέθη εναντίον τού χωρίου Κλειπούσι τής περιοχής Ζίχνης και επυρπόλησεν οικίας εις τας οποίας εκάησαν ζώντες 12 Έλληνες πρόκριτοι. Επίσης την 14ην Σεπτεμβρίου εις κεντρικήν πλατείαν τής Δράμας απηγχονίσθη υπό των Τούρκων ό Αρμεν Κούπτσιος (Προκόπιος), ό οποίος ήτο αγωνιστής με πλουσίαν εθνικήν δράσιν κατά τον εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων και Τούρκων αγώνα.
Τα Ελληνικά σώματα εις όλας τας επιθέσεις των κατά των προαναφερθέντων χωρίων δεν επέφερον μεγάλας υλικάς ζημίας. Απλώς επυρπόλουν ωρισμένας οικίας φανατικών σχισματικών ή κομιτατζήδων και συνελάμβανον και εξετέλουν τούς πλέον επικινδύνους εξ αυτών. Όπου καθίστατο δυνατόν διωργάνωνον τα χωρία, απεκαθίστων την Ελληνικήν κοινότητα και την ορθόδοξον εκκλησίαν και επυρπόλουν τα Εξαρχικά εκκλησιαστικά βιβλία. Εις όλας δε τας περιφερείας τα Ελληνικά σώματα έπαυσαν να τηρούν αμυντικήν στάσιν και είχον μεταπέσει ήδη εις την επίθεσιν. Η επιθετική αυτή στάσις επηύξησε το των Ελληνικών σωμάτων. Τούτο ωφείλετο επί πλέον και εις τας δραστηρίους προσπαθείας τού Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης. Το τελευταίον κατηύθυνεν, ήλεγχε και υπεστήριζε τα σώματα κατά τρόπον άψογον και κατόπιν μελετημένου σχεδίου, μη αφήνον αυτά να περιέρχωνται υπό την διοίκησιν ανευθύνων οπλαρχηγών ή να εκτρέπωνται εις ακρότητας. Το Προξενείον Θεσσαλονίκης εφρόντιζεν επίσης διά την έγκαιρον αντικατάστασιν των επί μακρόν δοκιμασθέντων και εξαντληθέντων αρχηγών και ανδρών των σωμάτων. Εμερίμνα πάντοτε να ευρίσκωνται επικεφαλής τούτων κατάλληλοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, οι οποίοι ευπειθώς εφήρμοζον τα σχέδια τού Προξενείου, άνευ υπερβολών και ακροτήτων. Εμερίμνα ακόμη ώστε τα σώματα να μη επιβαρύνουν υλικώς τον εντόπιον πληθυσμόν..
Εις την περιοχήν τής Ναούσης από των αρχών τού 1906 ευρίσκετο ως αρχηγός των τοπικών σωμάτων ό Ανθυπολοχαγός τού Πεζικού Κατεχάκης Γεώργιος (Ρούβας). Ή δύναμις των Ελληνικών σωμάτων τής περιοχής αυτής, περιορισθείσα μετά την αποχώρησιν τού Υπολοχαγού Μαζαράκη, των τραυματιών και των καταπονημένων ανδρών κατά Νοέμβριον τού 1905, ήρχισε και πάλιν να αυξάνεται από τής ανοίξεως τού 1906. Περί τας αρχάς Απριλίου ενισχύσθη διά δυνάμεως τριάκοντα τριών ανδρών υπό τον οπλαρχηγόν. Εμμανουήλ Μπενή και μετ’ ολίγον διά τού σώματος τού οπλαρχηγού Κωνσταντίνου Γαρέφη, ό οποίος διά δευτέραν φοράν εισήρχετο εις την Μακεδονίαν. Έδρων επίσης υπό τας διαταγάς τού Κατεχάκη οι οπλαρχηγοί Εμμανουήλ Κατσίγαρης, Εμμανουήλ Σκουνδρής και Ιωάννης Σημανίκας.
Ατυχώς όμως, όταν εξήλθεν εκ Ναούσης ό Ανθυπολοχαγός Κατεχάκης προς συνάντησιν τής ενισχύσεως Μπενή, συνεκρούσθη μετά τμήματος Τουρκικού στρατού και ετραυματίσθη εις την χείρα, φονευθέντων και δέκα τριών νεοαφιχθέντων ανταρτών. Παρά το ατύχημα όμως τούτο τα Ελληνικά σώματα εσυνέχισαν να ελέγχουν την περιοχήν και ό Ανθυπολοχαγός Κατεχάκης αντικατεστάθη τον Ιούλιον από τον Ανθυπολοχαγόν τού Πεζικού Ρόκαν Νικόλαον (Κολιόν). Ο τελευταίος μετετέθη εις την περιοχήν τής Ναούσης από τον Όλυμπον. Την 25ην Ιουλίου 1906 ό Ανθυπολοχαγός Κατεχάκης, αφού ενοσηλεύθη εις ερημοκκλήσιον πλησίον τής Ναούσης και εθεραπεύθη εκ τού τραύματός του, επέστρεψεν εις την ελευθέραν Ελλάδα διά τής λίμνης των Γιαννιτσών.
Σημαντικήν δράσιν επέδειξεν εις την περιοχήν Ναούσης το σώμα Γαρέφη, με υπαρχηγόν τον Δημήτριον Τσέγκον. Τούτο απεβιβάσθη περί τας αρχάς Απριλίου μετά φορτίου εκ 200 βραχυκάνων όπλων Γκρα Παρά τας εκβολάς τού ποταμού Λουδία. Κατόπιν διέσχισε διά πλαβών (λέμβων) την Κάτω Λίμνην Γιαννιτσών και εισήλθεν εις το Δυτικόν τμήμα αυτής, όπου και παρέδωσε το φορτίον των όπλων εις τα εκεί εγκατεστημένα σώματα. Ακολούθως ανετέθη εις το σώμα υπό τού Προξενείου Θεσσαλονίκης ή καταδίωξις των βουλγαρικών Τσετών Λούκα και Καρατάσου, αι οποίαι ελυμαίνοντο τας περιοχάς Καρατζόβας (Αλμωπίας)—Βοδενών (Εδέσσης) και Μοριχόβου. Το σώμα Γαρέφη αφού εξήλθε τής λίμνης των Γιαννιτσών κατηυθύνθη διά τής περιφερείας των Λειβαδίων προς την περιοχήν βορείως τής Νώτιας. Όταν έφθασεν εκεί, ετέθη αμέσως εις καταδίωξιν τής Τσέτας τον βοεβόδα Ντάνεφ. Περί τα τέλη Ιουνίου επέτυχε να εγκλωβίση την τσέταν εντός χαράδρας παρά την θέσιν Ράντενης και τής επέφερε σοβαρωτάτας απωλείας. Δώδεκα κομιτατζήδες εφονεύθησαν και απηλευθερώθησαν περί τα 600 αιγοπρόβατα τα οποία είχεν αρπάξει ή τσέτα από Έλληνας κτηνοτρόφους.
Μετά ολιγοήμερον παραμονήν εις την περιοχήν τής Νώτιας, το σώμα Γαρέφη κατηυθύνθη προς Μορίχοβον, διά να αποφύγη την δίωξιν των Τουρκικών αποσπασμάτων, τα οποία δραστηρίως εκινήθησαν εναντίον του. Επέστρεψεν όμως και πάλιν εις την Αλμωπίαν και εγκατεστάθη εις την περιοχήν Σμπόρσκου (Πευκωτόν), Σούμπουσκου (Αρδέα) και Τσερνέσοβον (Γαρέφη) εις την οποίαν εξώντωσε τούς τροφοδότας των τσετών Λούκα και Καρατάσου. Ενώ εσυνέχιζε την εθνικήν δράσιν του εις την περιοχήν αυτήν, επέτυχε την νύκτα τής 6ης προς 7ης Αυγούστου να εντοπίση τας Τσέτας Λούκα και Καρατάσου εις τα Καλύβια Καραφυλλέων παρά το Τσερνέσοβον (Γαρέφη) και να προσβάλη αυτάς αποτελεσματικώτατα υπό την κάλυψιν τού σκότους. 0 διεξαχθείς αγών υπήρξε σκληρός και πεισματώδης και οι αντίπαλοι πολλάκις ήλθον εις χείρας. Το αποτέλεσμα ήτο να φονευθούν δέκα εξ κομιτατζήδες, μεταξύ των οποίων και οι βοεβόδαι Λούκας και Καρατάσος, ετραυματίσθη όμως σοβαρώτατα και ό Γαρέφης, ό υπαρχηγός τού σώματος Δημήτριος Τσέγκος, ό διμοιρίτης Νικόλαος Ξυνογαλάς και οι οπλίται Απόστολος Πολυχρόνου, Νικόλαος Χατζηγιάννης και Γρηγόριος Μέγας. Μετά την συμπλοκήν το σώμα Γαρέφη, υπό τας διαταγάς τού ελαφρώς τραυματισμένου Τσέγκου, παρέλαβε τούς τραυματίας τον και τούς βοηθήσαντας την επιχείρησιν κτηνοτρόφους και κατηυθύνθη πάλιν προς Μορίχοβον. Εις την περιοχήν αυτήν υπέκυψαν εις τα τραύματά του ό οπλαρχηγός Κώστας Γαρέφης και ενεταφιάσθη εις το χωρίον Γραδέσνιτσα (επί Γ/Β εδάφους). Εν συνεχεία το σώμα υπό τας διαταγάς πάντοτε τού Δημητρίου Τσέγκου κατηυθύνθη εις την περιοχήν τής Ναούσης, εις την οποίαν έδρασε μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 1906.
Τα Ελληνικά σώματα επέτυχον να εκκαθαρίσουν πλήρως τον Όλυμπον από τούς διαφόρους ληστάς και την Ρουμανικήν προπαγάνδαν. Εις την περιοχήν αυτήν έδρασαν επιτυχώς ό Ανθυπολοχαγός Ρόκας Νικόλαος (Κολιός) μέχρι τού Ιουλίου τού 1906 και εν συνεχεία μέχρι τού τέλους τού έτους ό Ανθυπασπιστής Υλικού Πυροβολικού Αναγνωστάκος Μιχαήλ (Ματαπάς). Εις την περιοχήν των Βοδενών (Εδέσσης), Γουμενίσσης και ιδιαιτέρως επί τού ορεινού όγκου τού Πάϊκου, τα Ελληνικά σώματα εγκατεστάθησαν σταθερώς κατά την διάρκειαν τού 1906 και ηυξήθησαν σταδιακώς εις δύναμιν. Έδρων εις την περιοχήν αυτήν τα μικρά σώματα των οπλαρχηγών Εμμανουήλ Κατσίγαρη και Χρήστου Καραπάνου, ως και τα σώματα των εντοπίων οπλαρχηγών Ιωάννου Δημητρίου εκ Μπαχόβου (Πρόμαχοι), Τσότσου Βέσκα ή Μπαχοβίτη, Λάζον Δουγιάμα εκ Μπαροβίτσης (Καστανερής) και Στεργίου Ναούμ εκ Λειβαδίων.
Εις τας περιοχάς Γευγελής και Δοϊράνης, μετά την διάλυσιν τού σώματος Κακουλίδου κατά Οκτώβριον τού 1905, εξηκολούθησε να παραμένη μικρά δύναμις εκ δώδεκα ανδρών, ή οποία και ετέθη κατά την διάρκειαν τού 1906 υπό τας διαταγάς τού Γεωργίου Καραϊσκάκη εκ Μπογδάντσης (επί Γ/Β εδάφους). Άλλο μικρόν σώμα συνεκροτήθη κατά το 1906 υπό τον οπλαρχηγόν Μιχαήλ Σιωνίδην εκ Ματσικόβου (Εύζωνοι), εις πολλά δε χωρία τής περιοχής, ως και εντός τής Γευγελής και τής Δοϊράνης εξηκολούθησαν να υφίστανται ισχυραί πολιτοφυλακαί. Εις αντικατάστασιν τού συλληφθέντος Υποπλοιάρχου Κακουλίδου, ωρίσθη την άνοιξιν τού 1906 ως αρχηγός τής περιφερείας αυτής ό Ανθυπολοχαγός τού Πεζικού Πραντούνας Χρήστος (Καψάλης). Ατυχώς όμως ό Πραντούνας εφονεύθη την 28ην Απριλίου 1906 εκ βουλγαρικής ενέδρας εντός τής λίμνης των Γιαννιτσών, όπου είχε μεταβή μετά τού σώματός του δυνάμεως δέκα οκτώ ανδρών προς παραλαβήν ενισχύσεων.
Εις την περιοχήν Λαγκαδά—Χαλκιδικής ή Ελληνική επικράτησις υπήρξε πληρεστάτη. Εις αυτήν από τού Φεβρουαρίου 1906 εγκατεστάθη ως αρχηγός ό Ανθυπολοχαγός τού Πεζικού Κοσμόπουλος Δημήτριος (Κουρμπέσης), εις αντικατάστασιν τού Επιλοχίου Μηχανικού Παπαγεωργίου Ανδρέα (Βελίτσα). Ολόκληρος ή Χαλκιδική και αι γειτονικαί προς αυτήν περιοχαί Νιγρίτης και Λαγκαδά είχον πλήρως εκκαθαρισθή από τούς πράκτορας των βουλγαρικών κομιτάτων και είχον οργανωθή αποδοτικώς διά τον Ελληνικόν αγώνα. Μοναδικόν μελανόν σημείον υπήρξεν ή αποβίβασις εις την Χαλκιδικήν την 15ην Μαΐου 1906 τού σώματος Γιαγλή, πρώην ληστάρχου. Τούτο είχε συγκροτηθή και αποσταλή εις Μακεδονίαν υπό τού εδρεύοντος εις Αθήνας Μακεδονικού Συλλόγου «ό Μέγας Αλέξανδρος», χωρίς την συγκατάθεσιν και τον έλεγχον τού Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης. Το σώμα τούτο ενήργει αυτοβούλως και διέσπα τον αγώνα με τας αλλοπροσάλλους ενεργείας του και τας ακρότητάς του. Περί τας αρχάς Νοεμβρίου 1906, κινηθέν εις την πεδιάδα των Σερρών εκύκλωσε και κατέστρεψε το σχισματικόν χωρίον Καρατζάκιοϊ (Μονοκκλησιά).
Επίσης εφόνευσε περί τούς είκοσι πέντε κατοίκους του, χωρίς αυτοί να ανήκουν, ως επί το πλείστον, εις τα βουλγαρικά κομιτάτα. Το γεγονός αυτό προεκάλεσε μέγα θόρυβον και έβλαψε τον Ελληνικόν αγώνα κατά πολλούς τρόπους. Τα Κέντρα Θεσσαλονίκης και Σερρών κατέβαλον συντόνους προσπαθείας διά να θέσουν υπό τον έλεγχόν των το ανεξάρτητον σώμα Γιαγλή.
Εις την περιφέρειαν τής Ανατολικής Μακεδονίας, και συγκεκριμένως των Σερρών, τον Μάρτιον τού 1906 ηναγκάσθη να αποχωρήση εκ τής διευθύνσεως τού Κέντρου, λόγω προδοσίας του εις τούς Τούρκους ό Λοχαγός Κουρέβελης Σπυρίδων. Την θέσιν του κατέλαβεν ό Υπολοχαγός τού Πεζικού Φλωριάς Δημοσθένης, ό οποίος εσυνέχισε το λαμπρόν οργανωτικόν έργον τού Προξενείου Σερρών. Μετ’ ολίγον εγκατεστάθη διά τον αυτόν σκοπόν εις Σιδηρόκαστρον ό Υπολοχαγός τού Πεζικού Αντωνιάδης Ξενοφών, από δε τού Ιουλίου 1906 και ό Υπίλαρχος Βαρδής Δημήτριος εις Αλιστράτην. Υπό τας οδηγίας των προαναφερθέντων αξιωματικών προωθήθη ή δράσις των τριών σωμάτων και πολιτοφυλακών της περιφερείας Σερρών, επεξετάθη δε αυτή και εις την περιοχήν βορείως των Σερρών μέχρι Μελενίκου. 0 ανεφοδιασμός τής Ανατολικής Μακεδονίας εις όπλα και πυρομαχικά επετεύχθη εκ τού λιμένος τής Καβάλας. Εις το Ελληνικόν Προξενείον τής πόλεως αυτής είχεν εγκατασταθή
και διηύθυνε την εθνικήν άμυναν, από τού Νοεμβρίου τού 1905, ό Σημαιοφόρος Μαυρομιχάλης Στυλιανός. 0 αξιωματικός αυτός, συνεργαζόμενος στενώς μετά τού Μητροπολίτου Δράμας Χρυσοστόμου, ωργάνωσε πλήρως τας περιοχάς Καβάλας, Ελευθερουπόλεως, Δράμας και Πρωσοτσάνης, με βάσιν τούς Ελληνικούς αθλητικούς συλλόγους, οι οποίοι υπήρχον εις αυτάς και συνεκρότησεν εις όλα τα σημαντικά χωρία των περιοχών αυτών ενόπλους πολιτοφύλακας.
Διά τού τρόπου αυτού αντιμετωπίσθη επιτυχώς ή βουλγαρική προπαγάνδα, ή οποία τελικώς περιωρίσθη εις τας βορείους περιοχάς τού Νευροκοπίου.

Πηγή: Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, ΓΕΣ, 1979.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com