0 ένοπλος αγώνας στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά το 1905

Στο μεταξύ, η ελληνική προσπάθεια είχε σημειώσει μεγάλη πρόοδο και στο κεντρικό τμήμα της Μακεδονίας. Εκεί, κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 1905, ο αγώνας διεξαγόταν από τα τοπικά σώματα. Στις 12 Ιανουαρίου 1905 ένα ελληνικό σώμα σαράντα περίπου αντρών (ανάμεσά τους και πρώην Αλβανοί αγροφύλακες από την περιοχή της Έδεσσας) μπήκαν στο χωριό Ζορμπάτ (Μικρό Μοναστήρι), κάπου τριάντα πέντε χιλιόμετρα δυτικά της Θεσσαλονίκης, και σκότωσαν το Βούλγαρο ιερέα και έναν από τους προκρίτους. Πέντε μέρες αργότερα το ίδιο σώμα επιτέθηκε στο εξαρχικό χωριό Μαρβέντσα, πάνω στον Αξιό, δέκα μίλια βόρεια από τη Γευγελή, και σκότωσε δέκα άτομα. Στις 4 Μαρτίου ένα ελληνικό σώμα δολοφόνησε οκτώ εξαρχικούς ψαράδες κοντά στα Γιαννιτσά• στις 13 Μαρτίου άλλο σώμα με επικεφαλής τον Ζήρια μπήκε και απείλησε την Μπογδάντσα, κοντά στη Γευγελή, και δύο μέρες αργότερα ένα άλλο μπήκε στο Πόποβο, κοντά στη Δοϊράνη, και προσπάθησε να ανατινάξει τον ιερέα Μίτοφ. Στις 24 Μαρτίου ένα ελληνικό σώμα επιτέθηκε στο Νταούτ Μπαλί (Ωραιόκαστρο), δώδεκα περίπου χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Τα ελληνικά σώματα πράγματι κινούνταν με σχετική άνεση στο βιλαέτι Θεσσαλονίκης, ειδικά στους καζάδες Γιαννιτσών, Γευγελής και Δοϊράνης. Τα σώματα αυτά εισέβαλλαν συχνά στα ρουμανίζοντα βλαχικά και τα σλαβόφωνα εξαρχικά χωριά, δρούσαν ως ανιχνευτές και πληροφοριοδότες για τον τουρκικό στρατό και απολάμβαναν σχεδόν πλήρη ασυλία. Στη διάρκεια της άνοιξης, πάντως, τα μεγάλα ελληνικά σώματα, που είχαν σχηματιστεί σχετικά πρόσφατα. υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Το Σάββατο του Λαζάρου, το μεγάλο σώμα του Καλομενόπουλου («Νίδας»), το οποίο βρισκόταν καθοδόν προς τον τομέα Μοριχόβου Γκραντέσνιτσας, κυκλώθηκε από 200 περίπου Τούρκους στην Μπελκαμένη. Ο Καλομενόπουλος, ακολουθώντας κατά γράμμα τις οδηγίες που είχε, αποφάσισε να μην πολεμήσει με τον τουρκικό στρατό και να παραδοθεί. Ορισμένοι από τους υπαρχηγούς του, ωστόσο, ήταν αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουν έξοδο και το έκαναν. Ο Αντώνης Τσίτουρας και ο Ρέμπελος, ο οποίος τραυματίστηκε, κατόρθωσαν να διαφύγουν με πενήντα πέντε περίπου άντρες. Αρκετοί (ανάμεσά τους και ο Λαμπρινός Βρανάς) σκοτώθηκαν. Ο Καλομενόπουλος και σαράντα πέντε Περίπου άντρες παραδόθηκαν. Όταν έλαβε χώρα το επεισόδιο αυτό, ο Μακρής βρισκόταν κοντά στο Λέχοβο και μόλις το έμαθε, έσπευσε σε βοήθεια του Καλομενόπουλου, συγκεντρώνοντας στο δρόμο μέρος από το δικό του σώμα που είχε διασπαρεί. Έφτασε σε ένα από τα λημέρια του στους πρόποδες του όρους Βίτσι απέναντι από την Μπελκαμένη το πρωί του Πάσχα και βρήκε εκεί τον πληγωμένο Ρέμπελο, τον Τσίτουρα και όλους όσους είχαν διαφύγει. Αφού ένωσαν τις δυνάμεις τους για λίγες ημέρες, διέτρεξαν την περιοχή, συγκρούσθηκαν με ένα τοπικό εξαρχικό σώμα, από το οποίο σκότωσαν έξι άντρες. Λίγο αργότερα, σύμφωνα με τις εντολές του Κέντρου Μοναστηρίου, ο Ρέμπελος και ο Τσίτουρας μετακινήθηκαν προς το Μορίχοβο με περίπου άντρες.
Ένα ακόμη ατύχημα συνέβη τον επόμενο μήνα. Λίγο μετά από το χωρισμό του από τον Μαζαράκη για να κατευθυνθεί προς το Μπάχοβο, ο Σπυρομήλιος («Μπούας») δέχτηκε επίθεση πρώτα από εξαρχικούς (που είχαν ειδοποιηθεί από ρουμανίζοντες Βλάχους) και έπειτα από τους Τούρκους που έσπευσαν για να σταματήσουν τη συμπλοκή. Ο ίδιος ο Σπυρομήλιος τραυματίστηκε, αλλά ο Κρητικός οπλαρχηγός Κατσίγαρης κατόρθωσε να οδηγήσει το σώμα σε ασφαλές μέρος, ένα φιλικό σπίτι, όταν άρχισαν να διενεργούν έρευνα οι Τουρκικές δυνάμεις. Σ’ αυτό συνέβαλε ο Κ. Μαζαράκης, η εμφάνιση του οποίου απέσπασε μέρος από τα πυρά Του τουρκικού αποσπάσματος.
Τον ίδιο μήνα (Μάιος 1905) υπέστη σημαντικές απώλειες ακόμη ένα από τα κύρια σώματα. Καθώς ο Μωραΐτης και οι τριάντα πέντε άντρες του καταδίωκαν ένα μεγάλο εξαρχικό σώμα (είχαν κατορθώσει να εξοντώσουν είκοσι από τους άντρες του σώματος αυτού), δέχτηκαν επίθεση από μεγάλη τουρκική δύναμη στα Λιβάδια κοντά στη Γκουμέντζα. Ο Μωραΐτης και ο υπαρχηγός του σκοτώθηκαν και μόνο έξι άντρες κατόρθωσαν να διαφύγουν. Οι άντρες αυτοί, όπως και οι επιζώντες από το σώμα του Σπυρομήλιου, Πέρασαν κάτω από τη διοίκηση του Κ. Μαζαράκη, ο οποίος κράτησε Κάποιους από αυτούς στο σώμα του, ενώ απέσπασε άλλους στα τοπικά σώματα.
Λίγο μετά τα ατυχήματα αυτά, ο Κ. Μαζαράκης αποφάσισε να κινηθεί εναντίον του αντίπαλου χωριού Γκολέσνιανη, όπου ήταν γνωστό ότι διέμενε ο κομιτατζής Λούκας, η μάστιγα της περιοχής. Για την επιχείρηση αυτή συγκέντρωσε ένα μεγάλο σώμα στο μοναστήρι του Προδρόμου. Το σώμα χωρισμένο σε τρία μικρότερα (ένα με επικεφαλής τον Γαρέφη, το δεύτερο με επικεφαλής τον αξιωματικό των Ευζώνων Παπακώστα και το τρίτο με επικεφαλής τον Κρητικό Κατσίγαρη) επιτέθηκε στο χωριό από τρεις πλευρές, αλλά έφτασε Τουρκική δύναμη και σταμάτησε τη μάχη. Μετά από αυτή τη συμπλοκή ο Μαζαράκης και τα σώματά του περιόδευσαν στα χωριά (Βλάδοβο, Μεσημέρι, Γραμματίκοβο κ.ά.) στήνοντας ενέδρες στους εξαρχικούς και τους ρουμανίζοντες και εξαναγκάζοντας πολλές Κοινότητες να επιστρέψουν στο Πατριαρχείο. Στο Μεσημέρι πήρε εκδίκηση για το φόνο του Έλληνα ιερέα παπα-Στογιάννη, υποχρέωσε τους χωρικούς να αποκηρύξουν πλήρως την Εξαρχία και να προσκαλέσουν έναν Έλληνα επίσκοπο να τους δώσει την ευλογία του. Στις αρχές Αυγούστου επιτέθηκε σε ρουμανίζοντες Βλάχους κοντά στο Γραμματίκοβο και έπειτα μπήκε στο χωριό και χτύπησε τους εξαρχικούς. Τόσο αποτελεσματική υπήρξε η εξόρμησή του αυτή, την οποία υποστήριξαν και άλλα σώματα, ώστε κάπου χίλιοι ή και περισσότεροι φανατικοί εξαρχικοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Τσερμαρίνοβο (Μαρίνα), την Γκολέσνιανη και άλλα χωριά, και να αναζητήσουν καταφύγιο στην πόλη της Έδεσσας, όπου τους προστάτευσαν οι Τούρκοι, παρόλο που ταυτόχρονα τους παρακινούσαν σθεναρά να γίνουν πατριαρχικοί. Οι επιχειρήσεις στην περιοχή της Έδεσσας συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση μέχρι το τέλος του έτους. Στο μεταξύ, ο Μαζαράκης, Παρά τη διάλυση των σωμάτων του Καλομενόπουλου, του Σπυρομήλιου και του Μωραΐτη, κράτησε τον αγώνα ζωντανό και σε άλλες περιοχές. Με τη βοήθεια μικρών τοπικών ομάδων και σωμάτων που είχαν στρατολογηθεί στην περιοχή του Ολύμπου από τον Γαρέφη, τον Θεοδόση και τον Σάββα, δρούσε στην περιοχή προς την Καρατζόβα και στις ανατολικές πλαγιές του Μοριχόβου. Στην πραγματικότητα δεν πήρε μέρος σε μεγάλο αριθμό συμπλοκών —όπως είδαμε, η αξία των επιχειρήσεων στη Μακεδονία δεν προσδιοριζόταν απόλυτα από τον αριθμό των απωλειών που προξενούσαν, αλλά «οργάνωνε» χωριά και κέρδιζε για την ελληνική υπόθεση πολλά σημαίνοντα ντόπια στοιχεία, μεταξύ των οποίων και παραδοσιακούς «κλέφτες». Το έργο του, στην πραγματικότητα, είχε κυρίως πολιτικό χαρακτήρα. Σε όλη τη διάρκεια της δράσης του δέχτηκε πολύτιμη βοήθεια από τον πιστό του Γαρέφη, του οποίου η άριστη γνώση Του τόπου ήταν πάντα στη διάθεση του Μαζαράκη.
Η μεγάλη επιτυχία του Μαζαράκη τον είχε καταστήσει διάσημο. Η δράση του είχε τελικά διεγείρει (παρά τις καλές του σχέσεις με μεμονωμένους Τούρκους) την εχθρότητα των τουρκικών αρχών, ακόμη και του Χιλμί πασά• είχε επικηρυχθεί, μάλιστα, με το ποσό των 1.000 τουρκικών λιρών. Τόσο στενή είχε γίνει η παρακολούθησή του και τόσο πολύ περιορίστηκαν σι κινήσεις του, ώστε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι Θα μπορούσε να υπηρετήσει καλύτερα την υπόθεση επιστρέφοντας στη νότια Ελλάδα και θέτοντας τις γνώσεις του στη διάθεση των αρχών εκεί. Παρέδωσε, λοιπόν, τη διοίκηση στον Κατεχάκη, πέρασε με βάρκα από τις εκβολές του Αλιάκμονα στη Θεσσαλονίκη και εκεί επιβιβάστηκε σε πλοίο για την Αθήνα.
Σε όλη τη διάρκεια του έτους, μεγάλο μέρος της ελληνικής προσπάθειας αφιερώθηκε στον αγώνα εναντίον των ρουμανιζόντων Βλάχων, οι οποίοι, κατά κάποιο τρόπο, προκαλούσαν περισσότερα προβλήματα στους Έλληνες απ’ ό,τι οι εξαρχικοί. Παρόλο που μεμονωμένοι Τούρκοι ευνοούσαν τους Έλληνες, Οι τουρκικές αρχές στο σύνολό τους έπαιρναν το μέρος των Βλάχων. Υποκύπτοντας στη ρουμανική πίεση, είχαν αναγνωρίσει τους Βλάχους ως διαφορετικό millet. Ο Πατριάρχης και οι Έλληνες μητροπολίτες διαμαρτυρήθηκαν κατά του μέτρου αυτού. Το αποτέλεσμα ήταν να αρχίσουν όλο και περισσότεροι Βλάχοι να υποστηρίζουν τους εξαρχικούς. Οι Βλάχοι αυτοί εργάζονταν σιωπηρά εναντίον των Ελλήνων, ειδικά στις περιοχές γύρω από την Έδεσσα, το Μοναστήρι και τα Γρεβενά, και πρόσφεραν στους εξαρχικούς σημαντική βοήθεια. Από την άλλη, από τη στιγμή που γίνονταν γνωστοί, ήταν εύκολο να τους εκφοβίσει κανείς, καθώς είχαν περιουσίες να χάσουν, μπορούσαν εύκολα να εντοπιστούν και δεν διέθεταν καλή προστασία. Οποιαδήποτε ενέργεια ασκούνταν εναντίον τους έφερνε αποτέλεσμα• άνοιγε μεγάλα κενά στην εξαρχική οργάνωση και περιόριζε σημαντικά (σε αυτόν τον αγώνα διαρκούς κίνησης) την ελευθερία κίνησης των εξαρχικών σωμάτων. Με την πάροδο του έτους αυξήθηκαν οι φόνοι ατόμων, καθώς επίσης και οι επιθέσεις εναντίον των χωριών τους. Την 1η Αυγούστου ένα ισχυρό ελληνικό σώμα μπήκε στην Πλιάσα (κοντά στην Γκορίτσα), έκαψε τα λειτουργικά βιβλία και τρομοκράτησε τους χωρικούς. Την επόμενη μέρα, ένα ελληνικό σώμα πενήντα αντρών εισόρμησε στο χωριό Βάρλα (Κοντά στα Γρεβενά), σκότωσε τον ιερέα και δύο προκρίτους και κατέστρεψε επίσης τα λειτουργικά βιβλία. Μια ακόμη πιο άγρια επίθεση σημειώθηκε στην Αβδέλα (Γρεβενά). Εκεί ένα ελληνικό σώμα έκαψε το Νοέμβριο 133 σπίτια, ό πανδοχεία και αρκετά μαγαζιά. Αποτέλεσμα αυτών των σκληρών μέτρων ήταν να αυξήσουν οι Έλληνες τη δύναμή τους σε πολλές περιοχές, ειδικά στους καζάδες Περλεπέ, Μοναστηρίου, Καστοριάς και Έδεσσας.
Στην Ανατολική Μακεδονία οι Έλληνες σημείωσαν μικρότερη πρόοδο. Εκεί, κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1904-5, είχαν οργανωθεί τοπικά σώματα. Σε αυτή την περιοχή έφτασε ο Νταφώτης με ένα μεγάλο σώμα από την Ελλάδα, αλλά συνάντησε σύντομα δυσκολίες. Στις 7 Μαΐου 1905 συγκρούστηκε με Τούρκους στρατιώτες στο χωριό Στεφάνια και έχασε εννέα άντρες. Όσοι επιβίωσαν, περίπου 70, δέχτηκαν ξανά επίθεση στη Λιβαδίστα (Λιβαδάκι), κοντά στα Βασιλικά, όπου σκοτώθηκαν έντεκα, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Νταφώτης. Οι εξήντα άντρες του σώματος που επιβίωσαν μετά από τη δεύτερη επίθεση κατόρθωσαν, ωστόσο, να αντισταθούν στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας και, μολονότι ήταν περικυκλωμένοι, κατάφεραν τελικά να διαφύγουν. Στο εξής θα συνέχιζαν τη δράση τους τα ντόπια σώματα και μέχρι το τέλος του έτους οι Έλληνες είχαν ανακόψει, ή τουλάχιστον μειώσει, την πρόοδο των εξαρχικών στον καζά των Γιαννιτσών. Στον καζά των Σερρών, πάντως, σι επιτυχίες ήταν λιγότερες, κι αυτό γιατί είχαν να αντιμετωπίσουν το δραστήρια και τρομερό Σαντάνσκι, ο οποίος δρούσε σχεδόν ανεξάρτητα στην περιοχή του Στρυμόνα, βόρεια από τις Σέρρες. Ανήκοντας κατ’ όνομα στη μερίδα του Σαράφοφ, ο Σαντάνσκι βρισκόταν σε ρήξη με τον ντόπια καπετάνιο Στογιάνοφ, ο οποίος ανήκε στο κόμμα του Τσόντσεφ (βερχοβιστές). Οι ντόπιοι Τούρκοι ευνοούσαν τον Σαντάνσκι και, κατά μεγάλο μέρος, χάρη στο γεγονός αυτό είχε αρχίσει από τον Απρίλιο του 1905 κι ύστερα να αποκτά σημαντικό έρεισμα στην περιοχή των Σερρών. Αργότερα, την ίδια χρονιά, πάντως, οι Τούρκοι άρχισαν να του επιτίθενται και να συλλαμβάνουν τους υποστηρικτές του, με αποτέλεσμα οι δραστηριότητές τους να περιοριστούν σημαντικά.

Πηγή: Douglas Dakin, Ο Ελληνικός Αγώνας στη Μακεδονία, εκδ. οίκος αδελφών Κυριακίδη, 1996.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com