Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΗΤΡΟΥΣΗΣ

Την άνοιξη του 1907, μιά βραδιά στην Αθήνα ένας γειτονικός με την Ομόνοια δρόμος αναστατώθηκε από φωνές, κακό, φασαρία. Δυό αδελφοί φουρναραίοι παραμόνευαν να περάση ένας φύλακας κάποιου κτήματος, πού φορούσε χακί. Του καταλόγιζαν ότι είχε ή φρόντιζε να έχη αισθηματικές σχέσεις με την ανύπαντρη αδελφή τους. Μόλις είδαν να πλησιάζη ό άνθρωπος με το χακί, φώναξαν «αυτός είναι» και του ρίχτηκαν. Αυτός όμως με την μεγαλύτερη ευκολία τούς έρριξε κάτω. Έτρεξαν και άλλοι φίλοι τους και τρεις χωροφύλακες πού βρέθηκαν εκεί κοντά. Έπεσαν όλοι πάνω του. Εκείνος όμως όρθιος, ασάλευτος, σαν να είχε ριζώσει στη γη, πάλευε με απίστευτη δύναμη και έσπρωχνε μ’ ένα χέρι πολλούς πέρα ή τούς γκρέμιζε στο χώμα. Νόμιζες πώς ένας γίγαντας τα ‘βαλε με πυγμαίους. Το παράξενο και ακατανόητο ήταν ότι δεν φώναζε, δεν μιλούσε, δεν απαντούσε στις ερωτήσεις των χωροφυλάκων και με βουβό πείσμα εξακολουθούσε την «αντίστασιν κατά τής αρχής» αμίλητος και άφωνος, σαν κωφάλαλος. Στον θόρυβο έτρεξε και ό μοίραρχος Μαρούδας, πού έβαλε αμέσως τις φωνές στους χωροφύλακες και πολίτες.
— Γκρεμοτσακιστήτε και αφήστε τον άνθρωπο ήσυχο. Είναι καπετάνιος από την Μακεδονία.
Ήταν ό Μητρούσης. Δεν μιλούσε γιατί δεν ήξερε πολλά ελληνικά. Ανάλογο επεισόδιο είχε και με δυό χωροφύλακες πού τούς άκουσε ένα βράδυ να βρίζουν Χριστό και Παναγία. Τον γνώρισα τότε. Φορούσε χακί στολή μ’ ένα μαύρο σκούφο στο κεφάλι. Ήταν ένας καλοκάγαθος και αφελής χωρικός, μειλίχιος και χαμογελαστός. Ποτέ δεν μπορούσε να φανταστή κανείς ότι έκρυβε μέσα του τόσο ηφαιστειώδες πάθος, όπως δεν μπορούσε και να πιστέψη ότι είχε και τόση ηράκλεια δύναμη.
Γεννήθηκε στο Χομόντος του Κάμπου των Σερρών. Το όνομά του ήταν Δημήτριος Γκογκολάκης, μα έγινε γνωστός και απαθανατίστηκε με το «Μητρούσης», το χαϊδευτικό όνομα πού του είχε δώσει ή μάνα του. Μιά μέρα του 1906 πού δούλευε στα χωράφια, μπήκαν κομιτατζήδες σπίτι του και έσφαξαν τη γυναίκα και το παιδί του. Έξαλλος τότε βγάζει το κρυμμένο όπλο και με τον ξάδελφό του Γιοβάνη ξεχύνεται σίφουνας στα χωριά Γκαμήλα, Έλσιανη, Καστάρκα, όπου έσφαξε, κομμάτιασε ανά δυό πράκτορες του κομιτάτου, και στο Μελιγκόσδη, όπου αποκεφάλισε έναν μόνο. Περιποιήθηκε με το μαχαίρι και τον αδελφό τής μάνας του, πού εξυπηρετούσε τούς κομιτατζήδες και πολλές φορές του είχε συστήσει να κόψη τις σχέσεις του με Έλληνες.
Οι τουρκικές αρχές δυσκολεύτηκαν να πιστέψουν ότι σε μιά νύχτα είχε αλωνίσει τόσα χωριά.
Βγήκε πια στο κλαρί με τον Γιοβάνη και τον ανεψιό του Μιχάλη και έγινε ό τρόμος και ό φόβος των Βουλγάρων.
Ενώθηκε με το μικρό σώμα το Γιαγκλή, ενός φουστανελοφόρου γίγαντα με μεγάλα ξανθά γένεια απ’ τη Χαλκιδική. Το είχαν εξοπλίσει οι αδελφοί Γερογιάννη, του Μακεδονικού Συλλόγου τής Αθήνας, επίσης από την Χαλκιδική. Ήταν γι’ αυτό ανεξάρτητος απ’ τα άλλα σώματα.
Ντυμένοι τουρκικές στρατιωτικές στολές μπήκαν μιά νύχτα στο Καρατζάκιοϊ όπου ό Μητρούσης έστειλε πολλούς να συναντήσουν την γυναίκα του. Τα Κέντρα Σερρών-Θεσσαλονίκης πρόσταξαν να φύγουν αμέσως στην Ελλάδα οι δυό αρχηγοί. Τα ξεσπάσματα του Μητρούση προκαλούσαν την δυσφορία των Τούρκων, τις παραστάσεις των ξένων αξιωματικών και «συμβούλων», την ιερή αγανάκτηση των πληρωμένων απ’ τους Βουλγάρους δημοσιογράφων. Είχε λησμονηθή ότι το είχαν σκοτώσει στα καλά καθούμενα γυναίκα και παιδί. Ο Μητρούσης ασφυκτιούσε στην Αθήνα. Τον δυσκόλευε και τον πίκραινε και ή άγνοια τής ελληνικής.
— Γιατί με κρατούν εδώ; μού έλεγε με παράπονο στο σλαβόφωνο ιδίωμά του. Θέλω να πάω πάνω να πολεμήσω Βουλγάρους και Τούρκους. Είμαι άρρωστος, αμπρέ. Θ’ αποθάνω.
— Δεν είσαι άρρωστος, αμπρέ. Είσαι λύκος, απαντούσα.
Γέλασε και είπε.
— Θ’ αρρωστήσω και θα πεθάνω, αν μείνω ακόμα εδώ.
Κάποια διασκέδαση εύρισκε μονάχα στο σκοπευτήριο τής Καλλιθέας. Πήγαινε συχνά. Ήταν άριστος σκοπευτής. Μιά μέρα πού ήταν εκεί ό διάδοχος και πολλοί άλλοι επίσημοι και ό Μητρούσης πέτυχε πολλές φορές «διάνα», ό Κωνσταντίνος του έδωσε το χέρι για να τον συγχαρή. Ο Μητρούσης όμως το έσφιξε χωρίς να το καταλάβη τόσο δυνατά, πού τον πόνεσε.
Στη φασαρία με τούς φουρναραίους και τούς χωροφύλακες έχασε το μαχαίρι του και χάλασε τον κόσμο για να το βρή. Με τον οπλαρχηγό Στέργιο Βλάχμπεη απ’ τη Τζουμαγιά των Σερρών, διερμηνέα, πήγε πολλές φορές στην αστυνομική διεύθυνση, στο αστυνομικό τμήμα, στον Μαρούδα και άλλους. Είχε χαράξει στη λαβή του με γραμμές, πόσους έως τότε είχε ξεκάμει για αντίποινα τής γυναίκας του. Κι’ έχανε τούς λογαριασμούς του.... Έτσι κρατούσαν τότε τα κατάστιχά τους οι χωρικοί. Με το μαχαίρι έσερναν σ’ ένα ξυλαράκι γραμμές πού σήμαιναν τις λίρες τα μιτζήτια πού χρωστούσαν, τα βόδια πού πουλούσαν και πληρώθηκαν κλπ. Ο Μητρούσης είχε κάμει λογιστήριο τη λαβή του μαχαιριού του. Με τα πολλά κατάφερε στο τέλος να γυρίση στο κάμπο και την περιοχή Σερρών μ’ ένα μικρό σώμα από τούς Γιοβάνη και Μιχάλη, τον λοχία Τουρνεντέν και τον Παναγιώτη από το Αγρίνιο. Βρέθηκε μέσα στις Σέρρες, στις 13 Ιουλίου του 1907, στη συνοικία Καμινίκια στο σπίτι ενός παπά, κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας. Κάποιος όμως τον πρόδωσε. Ο Καπετάν Στέργιος Βλάχμπεης πού μου έδωσε άρρωστος το 1949, όταν έγραφα το «Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί», πολλές πληροφορίες για τον Μητρούση και τον αγώνα στην ανατολική Μακεδονία και πέθανε, ενώ απαγόρευε το τρίτο γράμμα σ’ ένα δάσκαλο, πού εκτελούσε χρέη γραμματέα, υποστήριζε ότι προδότης ήταν ό Κώστας Παπαδόπουλος και για αυτό τον ξεκαθάρισε.
Όλη ή φρουρά των Σερρών από πολλές χιλιάδες και πολλοί Τούρκοι μπασιμπουζούκοι κύκλωσαν όλη τη συνοικία και το σπίτι του παπά. Ο Μητρούσης άφησε επίτηδες ανοιχτή την πόρτα του και έσφαξε τον αξιωματικό πού μπήκε μέσα. Άρχισε ή μάχη. Οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στα γύρω σπίτια. Ο Μητρούσης με τούς συντρόφους του έφυγαν στην εκκλησία, όπου συνέχισαν τη μάχη. Είχε πάρει, καθώς φαίνεται, από την πρώτη στιγμή την απόφαση να πουλήση όσο το δυνατό πιο ακριβά τη ζωή του. Έπεσαν ό Τουρνεντές και ό Μιχάλης. Τραυματίστηκαν ό Παναγιώτης και ό Γιοβάνης. Εξακολούθησε να πολεμά μόνος ώρες πολλές απ’ το καμπαναριό, ζωσμένος από χιλιάδες Τούρκους και από τούς καπνούς των σπιτιών πού έκαιαν. Και αφού αποκεφάλισε τον αστυνομικό διευθυντή πού πήγε να του προτείνη να παραδοθή και έρριξε και την τελευταία σφαίρα, αυτοκτόνησε με το μαχαίρι. Δεν θέλησε να χαραμίση άδικα ούτε ένα φυσίγγι.
Έκαμε χαρακίρι πάνω από τη μάλλινη χακί στολή του, από το χονδρό πλατύ ζωνάρι και τις φυσιγγιοθήκες. Έπρεπε να έχη υπεράνθρωπη αποφασιστικότητα και σιδερένια θέληση για να το πραγματοποιήση.
Με τον θάνατό του αναδείχτηκε ό Μητρούσης “ό ήρως των ηρώων”. Είχε, φαίνεται, την φιλοδοξία ό αγράμματος και αφελής χωρικός να εξασφαλίση τον ενδοξότερο και θεαματικότερο θάνατο. Απ’ το ύψος του καμπαναριού μονομάχησε έξι ώρες με ολάκερη μεραρχία, ενώ κατάπληκτη μιά πόλη παρακολουθούσε με δέος τον υπέροχο αγώνα.
Πλήρωσαν πολύ ακριβά και οι Τούρκοι το αποτέλεσμα. Είχαν περισσότερους από τριάντα πέντε νεκρούς. Αναγκάστηκε και ή τουρκική Πρεσβεία Βιέννης στις 25 Ιουλίου του 1907 να διαψεύση ότι είχαν οι Τούρκοι πολύ βαρειές απώλειες στη συμπλοκή με τον Μητρούση.
Ο πολιτευτής και συγγραφέας των Σερρών κ. Π. Πέννας παρακολούθησε ως αυτόπτης μάρτυρας την κηδεία των τριάντα πέντε Τούρκων στρατιωτών στα τούρκικα μνήματα του λόφου Μουσάλα. Τις επιβεβαιώνει και ή όλη στάση των Τούρκων. Καταδίκασαν σε θάνατο τούς δυό τραυματίες αιχμαλώτους, ενώ ήταν άπλοί οπλίτες. Ο Νίκος Παναγιώτου μάλιστα, πού είχε μπή στη Μακεδονία πριν λίγες μόλις βδομάδες και δεν βαρυνόταν με κανένα προσωπικό έγκλημα, έπρεπε το πολύ να τιμωρηθή με απλή φυλάκιση λίγων χρόνων. Αυτή τουλάχιστον ή αρχή είχεν επικρατήσει ως τότε στη νομολογία των Εκτάκτων Δικαστηρίων.
Αναδείχτηκαν αντάξιοι του αρχηγού τους οι Γιοβάνης Ούρδας και Νίκος Παναγιώτου. Μπροστά από τις δυό κρεμάλες ζητωκραύγαζαν για την Ελλάδα και έβριζαν τους Τούρκους. Όλος ό ελληνικός πληθυσμός των Σερρών ήταν στο πόδι. Οι Σερραίοι μάλιστα εκείνη τη μέρα σε ένδειξη διαμαρτυρίας έκλεισαν όλα τα καταστήματα. Ερημώθηκε ή αγορά και όλη ή πόλη. Οι Τούρκοι ξέσπασαν στον Μητροπολίτη και ζητούσαν από το Πατριαρχείο την ανάκλησή του. Δεν άφησαν επίσης να παρακολουθήση και κανένας την κηδεία του Μητρούση και των δυό συντρόφων του. Είχαν συγκεντρωθή και πολλές γυναίκες. Ο μουσικοσυνθέτης και ποιητής Αιμίλιος Ριάδης πού σπούδαζε τότε στο Μόναχο έγραψε να ποίημα για το θάνατο του Μητρούση από εξήντα εξάστιχες στροφές. Αρχίζει: «Γλυκά σιγοσβύνει τής μέρας τ’ αστέρι». Ετοίμαζε και ορατόριο αφιερωμένο στον ήρωα των Σερρών. Είχε πάθει, όπως έλεγαν τότε οι φίλοι του, αληθινή «Μητρουσίτιδα».
Και ήταν πραγματικά άξιος του ενθουσιασμού αυτού και του γενικού θαυμασμό ο άφθαστος όσο και αγνός «χωρίς φόβο και κηλίδα» ήρωας.


Πηγή: Πηγή: Γεώργιος Μόδης, Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη μακεδονική ιστορία, εκδ. Β’ Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2007.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com