ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΦΡΑΓΧΘΙ

Το σπήλαιο Φράγχθι βρίσκεται στην ακτή της νότιας Αργολίδας, στον κόλπο της Κοιλάδας, σε υψόμετρο 12 μέτρων από τη σημερινή θαλάσσια στάθμη. Κατά την τελευταία Παγετώδη περίοδο βρισκόταν επτά χιλιόμετρα από τη θάλασσα, ενώ στις αρχές του Ολόκαινου απείχε μόλις ένα χιλιόμετρο από την ακτογραμμή. Το βάθος του σπηλαίου φτάνει περίπου τα 150 μέτρα.
Η ανασκαφική έρευνα στο εσωτερικό του σπηλαίου βεβαιώνει τη χρήση του κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική, τη Μεσολιθική και τη Νεολιθική εποχή (περίπου 30.000-5000 πριν από σήμερα). Παρά τις διακοπές χρήσης του σπηλαίου, από 18.000-13.000 και 11.000-9500 πριν από σήμερα, το Φράγχθι αποτελεί μια από τις ελάχιστες γνωστές θέσεις (όπως και η Θεόπετρα), που κατοικήθηκαν σε όλες τις φάσεις της εποχής του Λίθου.
Οι ανασκαφές στο σπήλαιο Φράγχθι έγιναν από το 1967 μέχρι το 1976 από τα Πανεπιστήμια Indiana και Pennsylvania και την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.


ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΩΝ ΠΕΤΡΑΛΩΝΩΝ

Το σπήλαιο Κόκκινες Πέτρες των Πετραλώνων βρίσκεται 46 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Θεσσαλονίκης, κοντά στο δρόμο που οδηγεί στη χερσόνησο της Κασσάνδρας, στη δυτική Χαλκιδική. Η ανακάλυψη του σπηλαίου το 1960 και η συστηματική ανασκαφική έρευνα που ακολούθησε, το ανέδειξαν ως τον πρώτο σημαντικό σταθμό για τη μελέτη της Παλαιολιθικής εποχής στην Ελλάδα.
Στο εσωτερικό του σπηλαίου ανακαλύφθηκε, μέσα σε σταλαγμιτική ύλη, απολιθωμένο ανθρώπινο κρανίο, που πιθανότατα ανήκει σε γυναίκα ηλικίας 25 ετών, και θεωρήθηκε αρχικά 700.000 ετών. Nεότερες χρονολογήσεις, βασιζόμενες σε μεθόδους των φυσικών επιστημών, ανάγουν το κρανίο 200.000 χρόνια πριν από σήμερα. Σύμφωνα με μορφολογική εξέταση, το κρανίο κατατάσσεται στον ανθρωπολογικό τύπο του Homo sapiens praesapiens. Παραβάλλεται με το κρανίο από το Steinheim της νοτιοδυτικής Γερμανίας και τοποθετείται χρονολογικά 350.000 χρόνια πριν από σήμερα, δηλαδή στην Κατώτερη Παλαιολιθική περίοδο.
Κρανία που ανήκουν στον ίδιο ανθρωπολογικό τύπο βρέθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του '70 και στο σπήλαιο Απήδημα της Μάνης, και χρονολογήθηκαν αρχικά μεταξύ 300.000 και 100.000 πριν από σήμερα. Τα προαναφερθέντα ευρήματα, σε συνδυασμό με τα ανθρωπολογικά κατάλοποιπα από το σπήλαιο Yarimburgaz, κοντά στην Κωνσταντινούπολη (έρευνα 1988-90), πιστοποιούν την κατοίκηση του ελλαδικού-αιγαιακού χώρου, από τη Θράκη και τη Χαλκιδική ως τη νότια Πελοπόννησο, ήδη από την πρωϊμότερη φάση της Παλαιολιθικής.
Στο εσωτερικό του σπηλαίου βρέθηκαν ίχνη εστίας (φωτιάς), λίθινα και οστέινα τέχνεργα και οστά ζώων που ανήκαν σε αρκτίδες, ελαφίδες κλπ., η μελέτη των οποίων δεν έχει ολοκληρωθεί.
ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΑΠΗΔΗΜΑ ΜΑΝΗΣ
Το σπήλαιο Απήδημα βρίσκεται στην απόκρημνη παραλία της δυτικής Μάνης, δυτικά της Aρεόπολης. Η συστηματική έρευνα του σπηλαίου απέδωσε σημαντικότατα στοιχεία τόσο για την απώτατη Προϊστορία της Πελοποννήσου, όσο και για την Παλαιοανθρωπολογία του ελλαδικού χώρου γενικότερα.
Το Απήδημα βρίσκεται στο κατώτερο μέρος μιας απόκρημνης ακτής, που υπόκειται σε συνεχή θαλάσσια διάβρωση, η οποία έχει ως συνέπεια την εκτενέστατη διάβρωση των πλειστοκαινικών αποθέσεων.
Η ανασκαφική έρευνα πραγματοποιήθηκε σε τέσσερα καρστικά κοιλώματα, που βρίσκονται σε ύψος 4 έως 19 μέτρων από τη σημερινή θαλάσσια στάθμη. Bρέθηκαν αρχαιολογικά κατάλοιπα και σημαντικότατα ανθρωπολογικά ευρήματα, που ανήκουν σε έξι ή οκτώ άτομα, χρονολογημένα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές της Παλαιολιθικής εποχής.
Σε μια μικρή εσοχή του ασβεστολιθικού τοιχώματος του σπηλαίου Α βρέθηκαν δύο κρανία (ΛΑΟ1Σ1 και ΛΑΟ1Σ2), ενσωματωμένα σε πλειστοκαινικό στρώμα οστεοπαγούς. Τα κρανία αυτά, μετά τον πρώτο μηχανικό καθαρισμό τους στα εργαστήρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, χρονολογήθηκαν αρχικά μεταξύ 100.000 και 300.000 χρόνων πριν από σήμερα και αποδόθηκαν, με καθαρά μορφολογικά κριτήρια, στον ανθρωπολογικό τύπο του Homo sapiens praesapiens. Στον ίδιο ανθρωπολογικό τύπο ανήκει και το κρανίο από το σπήλαιο των Πετραλώνων Χαλκιδικής (350.000 ή 200.000 πριν από σήμερα). Tα τρία αυτά κρανία αποτελούν τα σημαντικότερα μέχρι στιγμής ευρήματα της Κατώτερης Παλαιολιθικής στην Ελλάδα.
Για τα ευρήματα από το Απήδημα προτάθηκε από τους ανασκαφείς τους προσωρινά ο όρος Homo (sapiens) taenarius, δηλαδή Ταινάριος άνθρωπος. Oι χρονολογήσεις που δίνονται για τα ανθρωπολογικά αυτά ευρήματα, μέχρι την ολοκλήρωση του εργαστηριακού καθαρισμού και την απόλυτη χρονολόγησή τους με φυσικές μεθόδους, δεν θα πρέπει να θεωρούνται οριστικές.
Σε στρώματα της Ανώτερης Παλαιολιθικής, ερευνήθηκαν απολιθωμένα ανθρώπινα σκελετικά υπολείμματα, αναγόμενα στον τύπο του Homo sapiens sapiens, δηλαδή στον τύπο του σύγχρονου ανθρώπου. Το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα αποτελεί σκελετός, που βρέθηκε ενταφιασμένος σε στάση συνεσταλμένη, και ανήκει σε γυναίκα ηλικίας 20±3 ετών. O σκελετός αυτός χρονολογείται στα 30.000 χρόνια και παραβάλλεται με τον άνθρωπο του Cro Magnon.
Το διεπιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα στο Απήδημα άρχισε το 1978 και πραγματοποιείται από το Ανθρωπολογικό Μουσείο σε συνεργασία με το Εργαστήριο Ιστορικής Γεωλογίας-Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Το Αιγαίο υπήρξε από τα προϊστορικά χρόνια θάλασσα πολιτισμού, μια θάλασσα που περισσότερο ένωνε, παρά χώριζε τις μεγαλύτερες ή μικρότερες μάζες στεριάς που περιέβρεχε από τη γεωλογική περίοδο του Πλειστόκαινου μέχρι σήμερα.
Ενδείξεις για πλοήγηση στο Αιγαίο σε περιορισμένη κλίμακα, παρέχουν πρόσφατα αρχαιολογικά δεδομένα από τα νησιά των βόρειων Σποράδων, τα οποία γύρω στο 18.000 πριν από σήμερα, αποτελούσαν την ανατολική απόληξη της Μαγνησίας. Ανάμεσά τους υπήρχαν στενά θαλάσσια περάσματα και ρηχοί κόλποι, που ήταν προσπελάσιμα με τη χρήση κάποιων πλωτών μέσων.
Τις ασφαλέστερες ενδείξεις για ναυσιπλοΐα μεγαλύτερης κλίμακας στο Αιγαίο, ήδη από την 9η χιλιετία π.Χ., παρέχουν τα εργαλεία από οψιανό της Μήλου, που βρέθηκαν σε στρώματα κατοίκησης της Μεσολιθικής στο σπήλαιο Φράγχθι Ερμιονίδας. Ας σημειωθεί ότι η απόσταση της ανατολικής ακτής της Πελοποννήσου από τη Μήλο είναι 80 ναυτικά μίλια (περίπου 150 χιλιόμετρα)! Η ανεύρεση εργαλείων μηλιακού οψιανού σε αρχαιολογικές θέσεις της βόρειας (Νέα Νικομήδεια), αλλά κυρίως της κεντρικής (Άργισσα, Εύβοια, σπήλαιο Κίτσου) και νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας (Φράγχθι), της Κρήτης (Κνωσός) και της Κύπρου, συντελεί στην αποκατάσταση των θαλάσσιων διαδρομών στο Αιγαίο από την Αρχαιότερη μέχρι και την Τελική Νεολιθική (περίπου 6800-3200 π.Χ.).
Λαμβάνοντας υπόψη τις αρχαιότερες γνωστές απεικονίσεις πλοίων από την Εγγύς Ανατολή και την Αίγυπτο, τις περιγραφές των πηγών για τους τρόπους ναυπήγησης των πρώτων πλωτών μέσων, καθώς και τις συνθήκες που επικρατούσαν στον εξεταζόμενο γεωγραφικό χώρο, τα πρωιμότερα πλοία που διέσχισαν το Αιγαίο θα πρέπει να ήταν κατασκευασμένα από πάπυρο και να ταξίδευαν με κουπιά. Αποκλειστικά κωπήλατα πλοία χρησιμοποιήθηκαν στο Αιγαίο μέχρι τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ., οπότε εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η χρήση πανιών.
Έχοντας ως πρότυπο την αμφίπρωρη κερκυραϊκή παπυρέλλα, με την οποία στα νεότερα χρόνια ταξίδευαν, χωρίς πανιά, από την Κέρκυρα στην Ιταλία, το Ελληνικό Ινστιτούτο Προστασίας Ναυτικής Παράδοσης πραγματοποίησε τον Οκτώβρη του 1988 ένα πειραματικό ταξίδι από το Λαύριο ως τη Μήλο. Για το σκοπό αυτό κατασκευάστηκε ένα αμφίπρωρο καλαμένιο σκάφος (πλωτή σχεδία ή πιρόγα), η παπυρέλλα, στην οποία επέβαιναν έξι κωπηλάτες. Είχε μήκος περίπου 5 μέτρα, πλάτος 1,5 μέτρο και ύψος 60 εκατοστά. Το πειραματικό αυτό ταξίδι έδειξε ότι επτά μέρες αρκούσαν στους πρώτους θαλασσοπόρους του Αιγαίου για να διανύσουν την απόσταση από το Λαύριο στη Μήλο.

Ο οψιανός

Ο οψιανός είναι φυσικό μαύρο γυαλί και προέρχεται αποκλειστικά από ηφαιστειογενείς περιοχές νεαρής γεωλογικά ηλικίας. Οι πηγές οψιανού στην ανατολική Μεσόγειο είναι λιγοστές και εντοπίζονται σε μερικά νησιά του Αιγαίου: στη Μήλο (στα Νύχια και το Δεμενεγάκι), την Αντίπαρο, τη Νίσυρο και το Γυαλί.
Το υλικό αυτό χρησιμοποιήθηκε, λόγω της σύστασης και ανθεκτικότητάς του, ήδη από τα τέλη της Ανώτερης Παλαιολιθικής (9η χιλιετία π.Χ.), για την κατασκευή λεπίδων με κοφτερές ακμές, που χρησίμευαν ως μαχαίρια, ξέστρα και ξυράφια. Ο οψιανός της Μήλου προτιμήθηκε λόγω της σκληρότητάς του από τους κατοίκους του Αιγαίου τόσο κατά την εποχή του Λίθου, όσο και κατά την εποχή του Χαλκού (3200-1050 π.Χ.) για την κατασκευή εργαλείων και όπλων (αιχμές βελών). Αντίθετα, ο οψιανός από το Γυαλί ήταν περισσότερο εύθραυστος και συνεπώς ακατάλληλος για λεπτή επεξεργασία, γι' αυτό και χρησίμευσε, ιδιαίτερα κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού, στην κατασκευή λίθινων αγγείων. Σε ορισμένους οικισμούς του ελλαδικού χώρου βρέθηκαν εργαλεία και σκεύη κατασκευασμένα από οψιανό, προερχόμενο από τα νησιά Λίπαρι της Ιταλίας, από τη νοτιοανατολική Βαλκανική και από το Ciftlik της Τουρκίας.
Η εύρεση εργαλείων οψιανού από τη Μήλο σε στρώματα κατοίκησης της Μεσολιθικής στο σπήλαιο Φράγχθι της Ερμιονίδας πιστοποιεί τη ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο ήδη από την 9η χιλιετία π.Χ. Η εξόρυξη και διακίνηση του οψιανού γινόταν, από το τέλος της Παλαιολιθικής και κατά το μεγαλύτερο διάστημα της Νεολιθικής εποχής (περίπου 6800-3200 π.Χ.), όχι από ομάδες μόνιμα εγκατεστημένες στην περιοχή των λατομείων της Μήλου, αλλά από εξειδικευμένες ομάδες, που έφθαναν στο νησί από οικισμούς του κεντρικού και νότιου Αιγαίου. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, που βασίζεται στη μελέτη τέχνεργων οψιανού (πυρήνων, απολεπισμάτων και εργαλείων) από αρχαιολογικές θέσεις της κεντρικής και νότιας Ελλάδας, την εξόρρυξη ακολουθούσε η επιτόπου προεργασία της πρώτης ύλης, τουλάχιστον κατά την Αρχαιότερη και τη Μέση Νεολιθική (περίπου 6800-5300 π.Χ.). Κατά τη Νεότερη και την Τελική Νεολιθική (περίπου 5300-3200 π.Χ.), όταν πια η συστηματική κατοίκηση των Κυκλάδων πύκνωσε, η διακίνηση του οψιανού διαφοροποιήθηκε και εντάχθηκε στα ολοένα και πιο σύνθετα εμπορικά δίκτυα του Αιγαίου. Ο οψιανός έφτασε τότε στους οικισμούς πέραν των Κυκλάδων με τη μορφή αδρά επεξεργασμένων πυρήνων.

Η Άργισσα

Η Άργισσα βρίσκεται στις όχθες του Πηνειού, περίπου 4,5 χιλιόμετρα δυτικά της Λάρισας. Η θέση κατοικήθηκε κατά τη Νεολιθική και την εποχή του Χαλκού, αφήνοντας πολιτιστικά κατάλοιπα πάχους πολλών μέτρων. Κατά την ανασκαφική έρευνα (1956) εντοπίστηκε σε βάθος περίπου 8 μέτρα, ένα στρώμα πάχους 30-45 εκατοστών, που χρονολογείται στην Προκεραμική Νεολιθική και αποτελεί ένα από τα λιγοστά δείγματα της μεταβατικής αυτής περιόδου.
Οι κατοικίες των πρώτων γεωργοκτηνοτρόφων της Άργισσας είναι ελλειψοειδή ορύγματα, σκαμμένα εν μέρει στο έδαφος. Οπές για ξύλινα δοκάρια (πασσαλότρυπες) υποδηλώνουν ότι πρόκειται για πασσαλόπηκτες καλύβες. Τα δάπεδα είναι στρωμένα με πηλό ή χαλίκια και διαθέτουν εστίες.
Λεπίδες από πυριτόλιθο και μικρολεπίδες από οψιανό, εργαλεία από λειασμένο λίθο, οστέινα εργαλεία, απανθρακωμένοι σπόροι δημητριακών και οσπρίων και άφθονα οστά ζώων συνιστούν τα κινητά ευρήματα. Οι συστηματικές μελέτες των ευρημάτων αυτών στάθηκαν ουσιαστικές για τη σκιαγράφηση των πτυχών της οικονομίας, σε μια περίοδο που ο άνθρωπος περνά στην ελεγχόμενη παραγωγή της τροφής του. Η μελέτη των λίθινων εργαλείων δείχνει ότι ο οψιανός φθάνει στην Άργισσα σε μορφή πυρήνων, από τους οποίους αποσπώνται λεπίδες με τη μέθοδο της πίεσης. Η μέθοδος αυτή δεν ακολουθεί την παράδοση της μεσολιθικής λιθοτεχνίας, που εφαρμόζει την κρούση για τη διαμόρφωση λεπίδων και μικρολεπίδων. Θα πρέπει επομένως να προήλθε από αλλού, κάτι που ενισχύει την άποψη ότι ο νεολιθικός τρόπος παραγωγής δε διαμορφώνεται σταδιακά στον ελλαδικό χώρο, αλλά εισάγεται από τη Μικρά Ασία.
Ο οικισμός της Νέας Νικομήδειας βρίσκεται περίπου 11 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Βέροιας. Οι ανασκαφικές έρευνες της δεκαετίας του '60 αποκάλυψαν μεγάλο τμήμα του οικισμού, η έκταση του οποίου υπολογίζεται σε 2400 τετραγωνικά μέτρα. Πρόκειται για έναν από τους πλέον εκτεταμένους και καλύτερα ερευνημένους οικισμούς της Αρχαιότερης Νεολιθικής στην Ελλάδα. Σποραδικά αρχιτεκτονικά λείψανα επιβεβαιώνουν τη χρήση του χώρου και κατά τη Νεότερη Νεολιθική.
Οι δυο αρχιτεκτονικές φάσεις της Αρχαιότερης Νεολιθικής παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την οικιστική οργάνωση της γεωργοκτηνοτροφικής κοινότητας. Η παλαιότερη φάση περιλαμβάνει τετράγωνα πασσαλόπηκτα οικήματα, κτισμένα ελεύθερα στο χώρο. Οι πλευρές τους έχουν μήκος περίπου 8 μέτρα και αποτελούνται από λεπτούς κορμούς δέντρων, τοποθετημένους κατακόρυφα και σε απόσταση 0,9-1,2 μέτρα. Ανάμεσά τους τοποθετούνται λεπτά κλαδιά και καλάμια, που συνθέτουν τα τοιχώματα της καλύβας, τα οποία στη συνέχεια καλύπτονται εσωτερικά και εξωτερικά με μάζες αχυροπηλού. Πάσσαλοι στο εσωτερικό των οικημάτων αυτών υποβαστάζουν την τετράριχτη στέγη, που αποτελείται από κλαδιά, καλάμια, πηλό και άχυρο.
Τα τετράγωνα οικήματα διατάσσονται γύρω από ένα μεγαλύτερο (12Χ12 μέτρα), το οποίο, λόγω των διαστάσεων και των αντικειμένων που βρέθηκαν σ' αυτό (12 ειδώλια, αξίνες κ.λπ.) θεωρήθηκε παλαιότερα ως ιερό. Κατά τη νεότερη φάση της Αρχαιότερης Νεολιθικής χρησιμοποιούνται ορθογώνια, επίσης πασσαλόπηκτα οικήματα, στα οποία διακρίνεται ένας ευρύς και ένας στενός χώρος.
Κεραμική χαρακτηριστική της Αρχαιότερης Νεολιθικής, λεπίδες πυριτόλιθου, λίθινες αξίνες, πήλινα ειδώλια με σταυρόσχημα μάτια και ραμφόσχημη μύτη, σφραγίδες για την κόσμηση του σώματος, ένα περίαπτο από στεατίτη σε σχήμα βατράχου καθώς και πήλινα σφοντύλια για το γνέσιμο του μαλλιού και οστέινα εργαλεία, μαρτυρούν τις ασχολίες των νεολιθικών κατοίκων της πεδιάδας της Βέροιας.
Τα ανθρωπόμορφα ειδώλια αποτελούν την αριθμητικά μεγαλύτερη και τυπολογικά πλουσιότερη κατηγορία της νεολιθικής πλαστικής. Aπαντούν από την αρχή της Nεολιθικής σε πηλό, λίθο και σπανιότερα σε οστό, όστρεο, ασήμι και χρυσό και αποδίδουν γυναικείες και ανδρικές μορφές. Tο ύψος τους κυμαίνεται κατά κανόνα από 4 έως 20 εκατοστά.

Τα ειδώλια της Αρχαιότερης και της Μέσης Νεολιθικής είναι φυσιοκρατικά, με τονισμένα τα διακριτικά του φύλου. Tα γυναικεία ειδώλια εικάζεται ότι συμβολίζουν τη θεά της γονιμότητας (μητέρα-θεά). Εικονίζονται όρθια, καθιστά, οκλαδόν, πλαγιασμένα, σε φάσεις εγκυμοσύνης, τοκετού ή μητρικής στοργής. Σε ορισμένα αποδίδονται πλαστικά, με χαράξεις ή χρώμα ατομικά χαρακτηριστικά (γηραιές γυναίκες ή με καμπούρα), γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι πρόκειται για πορτρέτα ή χαρακτηριστικές μορφές της νεολιθικής κοινωνίας. Το γεγονός επιβεβαιώνεται και από ανδρικά ειδώλια της Mέσης Nεολιθικής με μογγολικά χαρακτηριστικά (Πρόδρομος) αλλά και από την καθιστή ανδρική μορφή του "στοχαστή" (Καρδίτσα). Tο ειδώλιο αυτό της Nεότερης Nεολιθικής έχει ύψος 47,7 εκατοστά και αποτελεί, μιμούμενο αντίστοιχους τύπους από τα Bαλκάνια, μοναδικό δείγμα μεγαλόσχημης ειδωλοπλαστικής στον ελλαδικό χώρο.

Κατά τη Νεότερη και την Τελική Νεολιθική επικρατεί σχηματοποίηση, με αφαιρετική απόδοση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Τα ειδώλια είναι σχεδόν "σανιδόμορφα", με πεπλατυσμένο κορμό, ενώ τα χέρια δηλώνονται με δυο οριζόντιες αποφύσεις στο ανώτερο τμήμα του σώματος. Χαρακτηριστικά για τη Νεότερη Νεολιθική είναι τα "σταυρόσχημα" ειδώλια από μάρμαρο, στα οποία οι ανατομικές λεπτομέρειες διαγραμμίζονται με κόκκινο χρώμα. Στη φάση Ραχμάνι (Τελική Νεολιθική στη Θεσσαλία) χρονολογείται τέλος μια ιδιαίτερη κατηγορία, τα "ακρόλιθα": το σώμα τους αποτελεί ένας κύλινδρος από πηλό, μέσα στον οποίο τοποθετείται μαρμάρινο τριγωνικό κεφάλι που τα χαρακτηριστικά του ζωγραφίζονται με κόκκινο και μαύρο χρώμα. Η σχηματοποίηση και η πρόχειρη κατασκευή, αλλά και η συχνότητα με την οποία απαντούν, προσδίδουν συμβολικό περιεχόμενο στη χρήση τους.

Απόλυτη σχηματοποίηση της ανθρώπινης μορφής εκφράζουν τα δακτυλιόσχημα ειδώλια ή περίαπτα (φυλαχτά) από πηλό, λίθο, ασήμι και χρυσό, που εμφανίζονται μεμονωμένα στη Νεότερη Νεολιθική και γνωρίζουν μεγαλύτερη διάδοση -ιδίως τα ασημένια και χρυσά- κατά την Τελική Νεολιθική. Τα γνωστά παραδείγματα, μεγέθους 2-10 εκατοστών, από την Αραβησσό της Μακεδονίας, τη Θεόπετρα Θεσσαλίας, τη Σαλαμίνα, το Διρό Μάνης, την Αμνισό Κρήτης και εκείνα από το θησαυρό που βρέθηκε στα χέρια αρχαιοκάπηλων το 1997, δείχνουν ότι ράβονταν πάνω στα ενδύματα -τεκμηριωμένο στο περίφημο νεκροταφείο της Βάρνας στη Βουλγαρία- ή κρέμονταν από το λαιμό σαν φυλαχτά, όπως σήμερα ο χρυσός σταυρός, που εκτός από τη συμβολική του αξία, αποτελεί έσχατη σχηματοποίηση της ανθρώπινης μορφής.
Η ανθρώπινη μορφή δηλώνεται επίσης στη νεολιθική τέχνη χαραγμένη με λιτές επιδέξιες γραμμές σε μικρά βότσαλα, γνωστά από το Σέσκλο και τη Μαγούλα Καραμουρλάρ Θεσσαλίας. Τέλος, αποδίδεται πλαστικά σε πήλινα αγγεία, όπως στο παράδειγμα από τη Νέα Νικομήδεια Μακεδονίας (Αρχαιότερη Νεολιθική).

Ο οικισμός της Νέας Νικομήδειας

Ο οικισμός της Νέας Νικομήδειας βρίσκεται περίπου 11 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Βέροιας. Οι ανασκαφικές έρευνες της δεκαετίας του '60 αποκάλυψαν μεγάλο τμήμα του οικισμού, η έκταση του οποίου υπολογίζεται σε 2400 τετραγωνικά μέτρα. Πρόκειται για έναν από τους πλέον εκτεταμένους και καλύτερα ερευνημένους οικισμούς της Αρχαιότερης Νεολιθικής στην Ελλάδα. Σποραδικά αρχιτεκτονικά λείψανα επιβεβαιώνουν τη χρήση του χώρου και κατά τη Νεότερη Νεολιθική.
Οι δυο αρχιτεκτονικές φάσεις της Αρχαιότερης Νεολιθικής παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την οικιστική οργάνωση της γεωργοκτηνοτροφικής κοινότητας. Η παλαιότερη φάση περιλαμβάνει τετράγωνα πασσαλόπηκτα οικήματα, κτισμένα ελεύθερα στο χώρο. Οι πλευρές τους έχουν μήκος περίπου 8 μέτρα και αποτελούνται από λεπτούς κορμούς δέντρων, τοποθετημένους κατακόρυφα και σε απόσταση 0,9-1,2 μέτρα. Ανάμεσά τους τοποθετούνται λεπτά κλαδιά και καλάμια, που συνθέτουν τα τοιχώματα της καλύβας, τα οποία στη συνέχεια καλύπτονται εσωτερικά και εξωτερικά με μάζες αχυροπηλού. Πάσσαλοι στο εσωτερικό των οικημάτων αυτών υποβαστάζουν την τετράριχτη στέγη, που αποτελείται από κλαδιά, καλάμια, πηλό και άχυρο.
Τα τετράγωνα οικήματα διατάσσονται γύρω από ένα μεγαλύτερο (12Χ12 μέτρα), το οποίο, λόγω των διαστάσεων και των αντικειμένων που βρέθηκαν σ' αυτό (12 ειδώλια, αξίνες κ.λπ.) θεωρήθηκε παλαιότερα ως ιερό. Κατά τη νεότερη φάση της Αρχαιότερης Νεολιθικής χρησιμοποιούνται ορθογώνια, επίσης πασσαλόπηκτα οικήματα, στα οποία διακρίνεται ένας ευρύς και ένας στενός χώρος.
Κεραμική χαρακτηριστική της Αρχαιότερης Νεολιθικής, λεπίδες πυριτόλιθου, λίθινες αξίνες, πήλινα ειδώλια με σταυρόσχημα μάτια και ραμφόσχημη μύτη, σφραγίδες για την κόσμηση του σώματος, ένα περίαπτο από στεατίτη σε σχήμα βατράχου καθώς και πήλινα σφοντύλια για το γνέσιμο του μαλλιού και οστέινα εργαλεία, μαρτυρούν τις ασχολίες των νεολιθικών κατοίκων της πεδιάδας της Βέροιας.

Ο οικισμός του Αχίλλειου

Ο οικισμός του Αχίλλειου βρίσκεται κοντά στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας. Οι ανασκαφικές έρευνες (1973-74) πιστοποιούν ότι η θέση κατοικείται σε όλες τις φάσεις της Αρχαιότερης και της Μέσης Νεολιθικής (Αχίλλειο Ι-ΙV).
Τα αρχιτεκτονικά λείψανα της Αρχαιότερης Νεολιθικής έχουν εξαιρετική σημασία για την έκταση του οικισμού, τη διάταξη των οικημάτων στο χώρο και την οργάνωση της κοινοτικής ζωής. Στις αρχές της Αρχαιότερης Νεολιθικής (Αχίλλειο Ια) κατασκευάζονται ημιυπόγειες πασσαλόπηκτες καλύβες. Κατά τη φάση Πρωτοσέσκλο (περίπου μέσα 6ης χιλιετίας) τα σπίτια κτίζονται ελεύθερα στο χώρο, δηλαδή σε απόσταση το ένα από το άλλο. Αποτελούνται από λίθινα θεμέλια, στα οποία στηρίζεται τοίχος από ξύλα και πηλό (τεχνική pise). Η διάρκεια ζωής των σπιτιών αυτών υπολογίζεται με βάση τις ραδιοχρονολογήσεις σε 25 χρόνια. Στη φάση Προσέσκλο (Αχίλλειο ΙΙ, τέλη 6ης χιλιετίας) κατασκευάζονται πασσαλόπηκτες καλύβες με εστίες για θέρμανση και μαγείρεμα στο εσωτερικό των σπιτιών, αλλά και στους κοινόχρηστους χώρους. Σε υπαίθριο χώρο, κοντά σε ένα σπίτι εντοπίστηκε και θολωτός φούρνος, δίπλα στον οποίο υπήρχε μια ορθογώνια, υπερυψωμένη κατασκευή από πηλό, που προφανώς σχετίζεται με την προετοιμασία της τροφής.
Κατά τη μεταβατική φάση από την Αρχαιότερη στη Μέση Νεολιθική (Αχίλλειο ΙΙΙ), που, σύμφωνα με ραδιοχρονολογήσεις διαρκεί 75 χρόνια, χρησιμοποιούνται μεγάλα πασσαλόπηκτα κτήρια, διαταγμένα ελεύθερα στο χώρο. Οι μεγάλοι κοινόχρηστοι χώροι που αφήνονται μεταξύ τους περιλαμβάνουν εστίες και θολωτούς φούρνους. Σε μια περίπτωση βρέθηκε κοντά στο φούρνο μια υπερυψωμένη και επικλινής πηλόκτιστη κατασκευή με 4 εστίες πάνω και μια εστία δίπλα της! Η παρουσία τροφοπαρασκευαστικών κατασκευών στους ανοιχτούς χώρους υποδηλώνει τη χρήση τους από τα γειτονικά νοικοκυριά.
Κατά τη μεταβατική φάση από την Αρχαιότερη στη Μέση Νεολιθική (Αχίλλειο ΙΙΙ), που σύμφωνα με ραδιοχρονολογήσεις διαρκεί 75 χρόνια, χρησιμοποιούνται μεγάλα πασσαλόπηκτα κτήρια, διαταγμένα ελεύθερα στο χώρο. Οι μεγάλοι κοινόχρηστοι χώροι που αφήνονται μεταξύ τους περιλαμβάνουν εστίες και θολωτούς φούρνους. Σε μια περίπτωση βρέθηκε κοντά στο φούρνο μια υπερυψωμένη και επικλινής πηλόκτιστη κατασκευή με 4 εστίες πάνω και μια εστία δίπλα της! Η παρουσία τροφοπαρασκευαστικών κατασκευών στους ανοιχτούς χώρους υποδηλώνει την κοινή χρήση τους από τα γειτονικά νοικοκυριά.
Κατά τη Μέση Νεολιθική (Αχίλλειο ΙV) σημειώνεται αλλαγή τόσο στον προσανατολισμό όσο και στα υλικά δομής των σπιτιών. Κτίζονται με λιθόκτιστα θεμέλια και πηλόκτιστη ανωδομή και αποτελούνται από δυο χώρους. Εκτός από τις εστίες, στο εσωτερικό των σπιτιών απαντούν και πηλόκτιστες κατασκευές κατά μήκος των τοίχων, τα λεγόμενα θρανία, που χρησιμοποιούνται πιθανότατα για ανάπαυλα ή και για εργασία. Ο οικισμός του Αχίλλειου εγκαταλείπεται πριν από τα τέλη της Μέσης Νεολιθικής.
Κεραμική γραπτή, και εγχάρακτη, χαρακτηριστική της Αρχαιότερης Νεολιθικής, πλήθος ειδωλίων, σφραγίδες για τον καλλωπισμό του σώματος, λίθινα εργαλεία, αλλά και πήλινα και οστέινα σύνεργα για την υφαντική, αποκαλύπτουν τις οικονομικές δραστηριότητες της κοινότητας.
Κατά την Αρχαιότερη και Μέση Νεολιθική οι νεκροί ενταφιάζονται μέσα στα σπίτια τους ή πολύ κοντά σ' αυτά, στα όρια των οικισμών που έζησαν. Σύμφωνα με ευρήματα από τη Νέα Νικομήδεια, την Άργισσα, τη Σουφλί Μαγούλα, το Φράγχθι οι νεκροί τοποθετούνται σε απλούς λάκκους (0,7Χ1,0 μέτρο), σε συνεσταλμένη (εμβρυακή) στάση. Πρόκειται συνήθως για μεμονωμένες ταφές παιδιών ή νεαρών ατόμων που τάφηκαν κάτω από το δάπεδο του σπιτιού τους.
Ομαδικές ταφές τεκμηριώνονται μέχρι τώρα μόνο στη Νέα Νικομήδεια, όπου ανακαλύφθηκε ταφή γυναίκας και δυο παιδιών. Οι νεκροί συνοδεύονται από κτερίσματα (ταφικά δώρα), όπως κεραμική, λίθινα εργαλεία (λεπίδες πυριτόλιθου) ίσως και μικρά ζώα.
Εκτός από τις πρωτογενείς ταφές, γνωστό είναι και το έθιμο της ανακομιδής οστών και της ταφής τους κάτω από το δάπεδο: στον Πρόδρομο Καρδίτσας βρέθηκαν οστά από ένδεκα κρανία, θραυσμένα μηριαία οστά και οστά θώρακα, όχι σε ανατομική θέση, αλλά σκορπισμένα κάτω από το δάπεδο οικίας, και μάλιστα σε τρία διαδοχικά στρώματα.
Κατά την Αρχαιότερη Νεολιθική (φάση Πρωτοσέσκλο) σημειώνεται για πρώτη φορά στον ελλαδικό χώρο το έθιμο της καύσης των νεκρών, έθιμο που παγιώνεται στο Αιγαίο κατά την Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική εποχή (1000-700 π.Χ.). Μοναδικό δείγμα του εθίμου αυτού αποτελεί το νεκροταφείο με καύσεις νεκρών στη Σουφλί Μαγούλα Θεσσαλίας. Μέσα σε ελλειψοειδείς λάκκους, με διάμετρο 60-80 και βάθος 10-30 εκατοστά, βρέθηκαν καμένα οστά και μονόχρωμα αγγεία, σπασμένα σκόπιμα. Τις ταφές συνοδεύουν προσφορές από μικρά, πρόχειρα πλασμένα αγγεία, που ψήθηκαν πιθανότατα από την ταφική πυρά, λίθινα αγγεία και το καμένο κρανίο ενός αιγοειδούς. Σε μια έκταση 10Χ5 μέτρα βρέθηκαν συνολικά 14 ταφές καύσεων, αλλά και δυο μεγαλύτεροι λάκκοι, με έντονα ίχνη φωτιάς και μικρά κομμάτια καμένων οστών από διαφορετικά άτομα, οι οποίοι αποτελούν αποτεφρωτήριο.
Από τη Μέση Νεολιθική μαρτυρούνται επίσης έξι καύσεις νεκρών σε μικρό σπήλαιο στην Πρόσυμνα. Το έθιμο καύσης των νεκρών συνεχίζεται και κατά τη Νεότερη Ι και την Τελική Νεολιθική.
Η διάθεση για καλλωπισμό του σώματος ώθησε τον άνθρωπο, ήδη από την Ανώτερη Παλαιολιθική, στην κατασκευή κοσμημάτων από οστά, δόντια ζώων και όστρεα. Κατά τη Νεολιθική εποχή σημειώνεται ευρεία χρήση ποικιλόμορφων κοσμημάτων, τα οποία δεν αποτελούν απλά στοιχεία προσωπικού καλλωπισμού αλλά εμπεριέχουν στοιχεία κοινωνικού συμβολισμού.
Kατασκευάζονται από την Προκεραμική Nεολιθική, από λίθο, όστρεα, οστά ζώων και σπανιότερα από πηλό, ενώ κατά τη Nεότερη Nεολιθική II και την Tελική Nεολιθική απαντούν, σε πολύ μικρό όμως ποσοστό, σε ασήμι και χρυσό. H προτίμηση σε υλικά ανθεκτικά στο χρόνο, κυρίως λίθο, δείχνει τη σημασία που προσέδιδε ο νεολιθικός άνθρωπος στα προσωπικά του σύμβολα, που τον συνόδευαν στην καθημερινή αλλά και μετά θάνατον ζωή.
Στις πρώτες φάσεις της Nεολιθικής, τα κοσμήματα κατασκευάζονται από άτομα με ιδιαίτερη επιδεξιότητα στην κατεργασία των προαναφερθέντων υλικών, σε χρόνο κενό από άλλες παραγωγικές δραστηριότητες. Aπό τη Nεότερη Nεολιθική, οπότε αρχίζουν να αναπαράγονται συγκεκριμένοι τύποι (χάντρες, κουμπιά, βραχιόλια, δακτυλιόσχημα περίαπτα), φαίνεται ότι η κοσμηματοτεχνία είναι προγραμματισμένη. Tο Διμήνι Θεσσαλίας αποτελεί την εποχή αυτή κέντρο κατασκευής κοσμημάτων από όστρεο σπονδύλου.
Τα όστρεα που χρησιμοποιούνται ως κοσμήματα στη φυσική τους μορφή και χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία είναι η απλή αχιβάδα, η πεταλίδα, ο κώνος και όστρεα τύπου Dentalium και Cypraea. O σπόνδυλος (Spondylus gaederopus Linne) αποτελεί κατά τη Nεότερη Nεολιθική πολύτιμο όστρεο, από το οποίο κατασκευάζονται βραχιόλια, περίαπτα (ζωόμορφο από σπήλαιο του Κίτσου), κουμπιά κ.λπ., που όμοιά τους διακινούνται στα Βαλκάνια και στην κεντρική Ευρώπη.
Aπό οστό αιγοπροβάτων και δόντια σκύλων και άγριων ζώων κατασκευάζονται περίαπτα, χάντρες, βελόνες κ.ά. Aνάμεσα στα οστέινα περίαπτα ξεχωρίζουν τα ανθρωπόμορφα από το σπήλαιο του Κίτσου Aττικής και το Σάλιαγκο Kυκλάδων (Nεότερη Nεολιθική I).
Σχιστόλιθος, μάρμαρο, ίασπις, στεατίτης και βασάλτης είναι τα υλικά που προτιμώνται για τη μορφοποίηση ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων περιάπτων, φαλλόσχημων ή κομβιόσχημων ("ενώτια") αντικειμένων.
Iδιαίτερη θέση στην κοσμηματοτεχνία της Νεότερης και ιδιαίτερα της Tελικής Νεολιθικής κατέχουν τα ενώτια (σκουλαρίκια), περιδέραια, δακτυλιόσχημα ειδώλια-περίαπτα από ασήμι και χρυσό (Aλεπότρυπα Διρού) και τα χρυσά ταινιόσχημα ελάσματα (Aραβησσός Πέλλας, σπήλαιο Zα Nάξου).

Η Μέση Νεολιθική
Η Μέση Νεολιθική στον ελλαδικό χώρο χρονολογείται μεταξύ 5800-5300 π.Χ. Η περίοδος αυτή ονομάζεται και πολιτισμός Σέσκλου, αφού στον οικισμό του Σέσκλου Μαγνησίας καταγράφηκε για πρώτη φορά όλο το φάσμα των πολιτιστικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν τη Θεσσαλία κατά τη χρονική αυτή περίοδο.
Θέσεις πεδινές και λοφώδεις, γνωστές ήδη από την Αρχαιότερη Νεολιθική, εξακολουθούν να κατοικούνται και κατά τη Μέση Νεολιθική, τόσο στα παράλια όσο και στο εσωτερικό της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών, εκτός από τις Κυκλάδες. Στην αρχιτεκτονική συνεχίζεται η κατασκευή πασσαλόπηκτων οικιών (Νέα Μάκρη), ενώ κτίζονται για πρώτη φορά (Σέσκλο) σπίτια με λίθινα θεμέλια και τοίχους από ωμές πλίνθους (άψητα τούβλα από μίγμα πηλού και άχυρου). Το νέο αυτό τεχνολογικό και κοινωνικό γεγονός προβάλλεται με την κατασκευή πήλινων ομοιωμάτων σπιτιών, στα οποία αποδίδονται με γραπτή διακόσμηση οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες. Τα σπίτια είναι ορθογώνια, μονόχωρα ή διαθέτουν και ανοιχτό ή κλειστό προθάλαμο (τύπος μεγάρου). Είναι κτισμένα ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ισόγεια κατά κανόνα, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για χρήση και διώροφων οικημάτων (Σέσκλο). Η οικία "τύπου Τσαγγλί" (τρία δείγματα στον οικισμό Τσαγγλί) με δυο εσωτερικές αντηρίδες, δηλαδή τοιχάρια που προεξέχουν, σε κάθε πλευρά, και με μια σειρά πασσάλων στο μέσον του τετράγωνου χώρου, ξεχωρίζει στην αρχιτεκτονική της Μέσης Νεολιθικής. Οι αντηρίδες εξυπηρετούν τόσο τη στέγαση του χώρου όσο και τη διάκριση διαφόρων λειτουργιών, όπως τροφοπαρασκευή, αποθήκευση, ύπνο κ.λπ. Στο τέλος της περιόδου σημειώνονται καταστροφές κάποιων οικισμών από φωτιά, αρκετοί από τους οποίους εγκαταλείπονται (Σέσκλο) για μεγάλο διάστημα, ενώ άλλοι ξανακατοικούνται αμέσως (Τσαγγλί Λάρισας).
Δε σημειώνονται αλλαγές στην οικονομία, αλλά ούτε και στην κοινωνική σύνθεση των γεωργοκτηνοτροφικών κοινοτήτων. Η παρουσία γραπτής κεραμικής στην "ακρόπολη" του Σέσκλου (Σέσκλο Α) και η απουσία της από την "πόλη" του Σέσκλου (Σέσκλο Β) είναι το μοναδικό μέχρι στιγμής στοιχείο που διαφοροποιεί σε οικονομικό και ιδεολογικό επίπεδο την κοινωνία της Μέσης Νεολιθικής. Τα έθιμα ταφής εφαρμόζονται κατά την παράδοση της Αρχαιότερης Νεολιθικής.
Η κεραμική εξελίσσεται ομαλά από την Αρχαιότερη Νεολιθική και δίνει θαυμάσια δείγματα γραπτής κεραμικής με κόκκινο χρώμα σε ανοιχτόχρωμη επιφάνεια. Πυκνός ρυθμός (solid style), φλογόσχημη (flame pattern) και ξεστή διακόσμηση (scraped ware) είναι οι σημαντικότερες παραλλαγές της γραπτής κεραμικής της Θεσσαλίας και της κεντρικής Ελλάδας, ενώ στη νότια Ελλάδα επικρατούν τα πρωτοβερνικωτά αγγεία (Urfirnis). Η ειδωλοπλαστική δίνει θαυμάσια φυσιοκρατικά ειδώλια, μερικά με κόκκινη γραπτή διακόσμηση. Κοσμήματα και σφραγίδες με βασικότερο θέμα το μαιανδρολαβύρινθο απαντούν σε μικρότερο ποσοστό από την Αρχαιότερη Νεολιθική.
Ο νεολιθικός οικισμός της Νέας Μάκρης βρίσκεται στην ανατολική ακτή της Αττικής. Η ανασκαφική έρευνα (1954, 1977) έφερε στο φως λείψανα της Μέσης και της Νεότερης Νεολιθικής, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία, τόσο για την αρχιτεκτονική όσο και για την κεραμική των περιόδων αυτών. Η διατήρηση των αρχιτεκτονικών λειψάνων κάνει δυνατή τη μελέτη αποκατάστασης της μορφής τόσο των πασσαλόπηκτων, όσο και των λιθόκτιστων οικημάτων.
Οι παλαιότερες πασσαλόπηκτες καλύβες έχουν δάπεδο ελλειψοειδές, που είναι σκαμμένο 25-30 εκατοστά βαθύτερα από την επιφάνεια του εδάφους. Τα τοιχώματά τους αποτελούνται από κατακόρυφα τοποθετημένα ξύλινα δοκάρια, πάνω στα οποία στηρίζεται ο τετράπλευρος, ξύλινος σκελετός της δίριχτης στέγης. Γύρω από τις καλύβες σκάβεται αυλάκι που εμποδίζει τα νερά να εισχωρήσουν στο εσωτερικό τους. Οι εστίες βρίσκονται μέσα στις καλύβες.
Κατά τις τελευταίες φάσεις του οικισμού οι καλύβες είναι ελλειψοειδείς, αλλά τα περιμετρικά στηρίγματα των τοιχωμάτων τους κλίνουν προς τα μέσα και στερεώνονται στην κορυφή ενός κεντρικού πασσάλου. Η πόρτα βρίσκεται στη μακριά πλευρά της καλύβας, προκειμένου να εξασφαλίζεται καλύτερος φωτισμός και εξαερισμός, ενώ οι εστίες βρίσκονται έξω από τα σπίτια.

Τα λιθόκτιστα κτήρια της Νέας Μάκρης έχουν λίθινα θεμέλια, πάχους 40 εκατοστών, και αποτελούνται από ένα στενόμακρο χώρο, με μέγιστο πλάτος 2,50-3 μέτρα. Η είσοδος βρίσκεται στη στενή ή τη μακριά πλευρά των κτηρίων και τα δάπεδα διαμορφώνονται από χτυπημένο και πατημένο χώμα, ενώ συχνά στρώνονται με λεπτό χαλίκι. Η στέγη είναι μονόριχτη και ελαφρά επικλινής και αποτελείται από καλάμια και άχυρα. Μοναδικό για την αρχιτεκτονική της Μέσης Νεολιθικής είναι το σύστημα της ξυλοδεσιάς που εφαρμόζεται στο χτίσιμο των τοίχων. Μέσα στα λίθινα θεμέλια τοποθετούνται κατακόρυφοι πάσσαλοι, στους οποίους στηρίζονται άλλοι οριζόντιοι, σχηματίζοντας έτσι το πλέγμα που θα συνέδεε τις ωμές πλίνθους. Το μαγείρεμα γίνεται σε υπαίθριες εστίες, οι οποίες είναι ελεύθερες, είτε προστατευμένες από πέτρες σε κυκλική διάταξη είτε σε σχήμα Π. Για τις ανάγκες αποθήκευσης ανοίγονται στις αυλές λάκκοι με βάθος και διάμετρο 0,5-1 μέτρο, που καλύπτονται με δέρμα, ξύλο, ψάθα κ.λπ. Κατά τη Νεότερη Νεολιθική κτίζονται υπέργειες αποθήκες σαν μικρά δωμάτια, με λιθόστρωτο δάπεδο και αλειμμένο με λάσπη και με πηλόκτιστα τοιχώματα (κλαδιά και πηλός ή ωμόπλινθοι).
Αξιοσημείωτα για την οργάνωση του οικισμού της Τελικής Νεολιθικής είναι ένα πηγάδι νερού μέσα στον οικισμό και ένας λιθόστρωτος δρόμος.
Πολύ καλής ποιότητας γραπτή κεραμική, ειδώλια, υπολείμματα τροφής -ανάμεσά τους και θαλασσινά όστρεα- συγκαταλέγονται στα κινητά ευρήματα του οικισμού.

Η Νεότερη Νεολιθική

Η Νεότερη Νεολιθική Ι αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα 5300-4800 π.χ. Περιλαμβάνει τις λεγόμενες προδιμηνιακές φάσεις και χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία κεραμικών ρυθμών. Στη Θεσσαλία οι ρυθμοί αυτοί κατανέμονται από τους αρχαιολόγους στις φάσεις Τσαγγλί-Λάρισα και Αράπη, που όμως καταγράφονται και σε άλλες γεωγραφικές ενότητες του ελλαδικού χώρου.
Από την αρχική φάση της Νεότερης Νεολιθικής Ι (Τσαγγλί-Λάρισα) παρατηρείται σημαντική αύξηση του αριθμού των οικισμών στις πεδιάδες, που συνεπάγεται πληθυσμιακή αύξηση και εντατικοποίηση της καλλιέργειας. Η αρχιτεκτονική μορφή των οικισμών διαφέρει από τις προηγούμενες περιόδους. Οι οικισμοί περιλαμβάνουν μεγάλων διαστάσεων ορθογώνια και μεγαρόσχημα κτήρια (Βισβίκη), πασσαλόπηκτα (Σιταγροί, Ντικιλί Τας Μακεδονίας) ή με λίθινα θεμέλια. Οι τροφοπαρασκευαστικές κατασκευές (εστίες, φούρνοι) βρίσκονται πλέον κατά κανόνα στο εσωτερικό των σπιτιών. Πολλοί οικισμοί περιβάλλονται από τάφρους με πλάτος 4-6 και βάθος 1,5-3,5 μέτρα (π.χ. Οτζάκι, Γαλήνη, Μακρύγιαλος). Οι τάφροι αυτές εικάζεται ότι αποσκοπούν είτε στην προστασία από τα άγρια ζώα είτε στη δήλωση των ορίων του οικισμού και την προστασία των αγαθών. Ξεχωριστή μορφή παρουσιάζει ο λιμναίος οικισμός στο Δισπηλιό Καστοριάς, ο πρώτος λιμναίος οικισμός που ερευνάται στην Ελλάδα και ένας από τους σημαντικότερους στην Ευρώπη: τα σπίτια είναι κτισμένα μέσα στη λίμνη, πάνω σε πασσαλόπηκτες ξύλινες εξέδρες.
Ο αριθμός των μελών των κοινοτήτων φθάνει τα 100-300 άτομα. Κύτταρο της νεολιθικής κοινότητας αποτελεί από την περίοδο αυτή μέχρι και την Τελική Νεολιθική η πυρηνική οικογένεια. Τα ταφικά έθιμα περιλαμβάνουν ενταφιασμούς των νεκρών σε απλούς λάκκους, και οργανωμένα νεκροταφεία με μεμονωμένες ή ομαδικές καύσεις νεκρών (Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου, Σουφλί Μαγούλα Θεσσαλίας).
Η αγροτική οικονομία εντατικοποιείται και επεκτείνεται με την αποψίλωση δασικών και θαμνωδών εκτάσεων προκειμένου να εξασφαλιστούν καλλιεργήσιμες εκτάσεις και βοσκοτόπια. Η γεωργία βασίζεται στην καλλιέργεια των γνωστών από την Προκεραμική Νεολιθική δημητριακών (μονόκοκκο και δίκοκκο σιτάρι, κριθάρι), ενώ από τη περίοδο αυτή καλλιεργείται και σιτάρι αρτοποιίας, κεχρί, σίκαλη και βρώμη. Στα ήδη γνωστά όσπρια, φακή, μπιζέλια, προστίθενται τώρα κουκιά, φάβα και ρεβίθια. Τα βοοειδή και οι χοίροι αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τη διατροφή, ενώ τα αιγοπρόβατα εκτρέφονται για το μαλλί τους που χρησιμοποιείται στην υφαντουργία. Στη Θεσσαλία σημειώνεται εξειδίκευση στην παραγωγή γκρίζας και μαύρης στιλπνής κεραμικής (φάση Τσαγγλί-Λάρισα) που προωθείται και σε άλλες περιοχές μέσω δικτύων ανταλλαγών.
Χαρακτηριστικοί κεραμικοί ρυθμοί της πρώιμης Νεότερης Νεολιθικής είναι η γκρίζα, μονόχρωμη ή διακοσμημένη (Τσαγγλί) και η μαύρη στιλπνή κεραμική (Λάρισα). Η ανεύρεση των δύο αυτών κεραμικών ρυθμών στον ίδιο στρωματογραφικό ορίζοντα σε πρόσφατες ανασκαφές στην Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου και το Μακρυχώρι 2 τοποθετεί τη φάση Λάρισα στην αρχή της Νεότερης Νεολιθικής και όχι στο τέλος της, όπως πιστευόταν παλαιότερα. Στις αρχές της Νεότερης Νεολιθικής απαντά επίσης η μαύρη γραπτή διακόσμηση πάνω στην ερυθρή επιφάνεια του αγγείου, η πολύχρωμη και η αμαυρόχρωμη κεραμική (matt painted), που είναι ευρύτατα διαδεδομένη σε ολόκληρο τον αιγαιακό χώρο. Στην επόμενη φάση Αράπη χαρακτηριστική είναι η γραπτή διακόσμηση με μαύρο ή λευκό χρώμα σε ερυθρό βάθος, καθώς και η εμφάνιση για πρώτη φορά της σπείρας ως διακοσμητικό θέμα, που μέλλει να κυριαρχήσει κατά τη Νεότερη Νεολιθική ΙΙ. Τέλος, στην ειδωλοπλαστική είναι αισθητή η σχηματική απόδοση των μορφών.
Ο οικισμός των Σιταγρών (ή Φωτολείβος Ι) βρίσκεται στην πεδιάδα της Δράμας, στην αριστερή όχθη του ποταμού Αγγίτη. Η ανασκαφική έρευνα (1968-1969) έφερε στο φως πέντε οικοδομικές φάσεις που χρονολογούνται στη Νεότερη, την Τελική Νεολιθική (Σιταγροί Ι-ΙΙΙ) και την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (Σιταγροί ΙV-V). Οι βαθμολογημένες ραδιοχρονολογήσεις ανάγουν τις νεολιθικές φάσεις στο διάστημα 5500-3500 π.Χ., ενώ η Πρώιμη εποχή του Χαλκού χρονολογείται μεταξύ 3500-2200 π.Χ.
Τα λιγοστά αρχιτεκτονικά λείψανα των φάσεων Ι-ΙΙΙ υποδηλώνουν τη χρήση ορθογώνιων πασσαλόπηκτων οικιών, που κατασκευάζονται από κατακόρυφα τοποθετημένους κορμούς δένδρων και κλαδιά, τα οποία επενδύονται εσωτερικά και εξωτερικά με μάζες αχυροπηλού. Οι τροφοπαρασκευαστικές κατασκευές βρίσκονται στο εσωτερικό τους.
Η διατροφή των κατοίκων καλύπτεται σύμφωνα με τη μελέτη του παλαιοβοτανολογικού και αρχαιοζωολογικού υλικού από τη γεωργία, την κτηνοτροφία και το κυνήγι (27 είδη άγριων ζώων). Στις δραστηριότητες των αγροτών των Σιταγρών συγκαταλέγεται υφαντουργία λιναριού και μαλλιού, ψαθοπλεκτική (αποτυπώματα ψάθας σε βάση αγγείου), ειδωλοπλαστική και κεραμική. Η κεραμική παραγωγή χαρακτηρίζεται από αγγεία με γραπτή διακόσμηση γραφίτη, που έχει ιδιαίτερη διάδοση στην ανατολική Μακεδονία και τα νοτιοανατολικά Βαλκάνια. Ιδιαίτερα προσφιλής είναι επίσης η μελανή γραπτή διακόσμηση σε ερυθρόχρωμα αγγεία, καθώς και η εγχάρακτη. Η γραπτή διακόσμηση εφαρμόζεται και στην ειδωλοπλαστική (ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια).
Τέλος, στη φάση ΙΙΙ (4600-3500 π.Χ.) χρονολογούνται χάντρες από χαλκό (1) και χρυσό (1), δυο περόνες -η μια με σπειροειδή απόληξη- και ένα πήλινο χωνευτήρι για το λειώσιμο μετάλλων. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν τις πρώτες ενδείξεις άσκησης μεταλλοτεχνίας στην περιοχή.

Ο οικισμός του Μακρύγιαλου

Ο οικισμός του Μακρύγιαλου βρίσκεται μισό χιλιόμετρο νότια του ομώνυμου χωριού, στην περιοχή της αρχαίας Πύδνας. Οι ανασκαφές της δεκαετίας του '90, που έγιναν με αφορμή την επέκταση του εθνικού οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου Αθήνας-Θεσσαλονίκης, αποκάλυψαν το μεγαλύτερο γνωστό οικισμό της Νεότερης Νεολιθικής.
Πρόκειται για έναν επίπεδο οικισμό, που κατοικήθηκε τόσο κατά τις προδιμηνιακές (Νεότερη Νεολιθική Ι) όσο και κατά τις διμηνιακές φάσεις (Νεότερη Νεολιθική ΙΙ). Χαρακτηριστικό είναι ότι οι αρχιτεκτονικές αυτές φάσεις δεν αναπτύσσονται η μια πάνω στην άλλη, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στους νεολιθικούς οικισμούς (τούμπα ή μαγούλα), αλλά εκτείνονται η μια δίπλα στην άλλη, φτάνοντας τα 500 στρέμματα. Ο οικισμός ερευνήθηκε σε έκταση 60 στρεμμάτων και αποτελεί τη μεγαλύτερη σε έκταση ανασκαφή νεολιθικού οικισμού στην Ελλάδα. Όμως, δεν υπάρχει πια, μια και τα σύγχρονα έργα έπρεπε να περατωθούν!
Ο οικισμός της Νεότερης Νεολιθικής Ι (Μακρύγιαλος Ι) αποτελείται από αραιά κτισμένες, κυκλικές ή ελλειψοειδείς πασσαλόπηκτες καλύβες με υπόγεια, σκαμμένα στο έδαφος. Το δάπεδο των οικημάτων αποτελούν κορμοί δένδρων που σκεπάζουν τα υπόγεια. Ο οικισμός περιβάλλεται από διπλή τάφρο. Η εσωτερική αποτελείται από λάκκους σε αλυσιδωτή διάταξη και έχει μέγιστο πλάτος 4,5 και μέγιστο βάθος 3,5 μέτρα. Η εξωτερική τάφρος έχει σχήμα V και είναι μικρότερη. Μετά την εγκατάλειψη του τμήματος αυτού του οικισμού, οι τάφροι χρησιμοποιούνται για ταφές αλλά και για απορρίμματα. Ανάμεσα στις δυο φάσεις μεσολάβησε πιθανότατα προσωρινή εγκατάλειψη του οικισμού.
Κατά τη Νεότερη Νεολιθική ΙΙ -φάση Κλασικό Διμήνι (Μακρύγιαλος ΙΙ)- κατασκευάζονται, σε πυκνή διάταξη, οικήματα όμοιου τύπου που η διάμετρός τους φτάνει τα 5 μέτρα. Στο υπόγειο ενός απ' αυτά βρέθηκαν μάλιστα αποθηκευτικά αγγεία. Οι τροφοπαρασκευαστικές κατασκευές (εστίες), καθώς επίσης και οι χώροι εργασίας για εξειδικευμένες εργασίες (μεταλλουργία) βρίσκονται έξω από τα σπίτια. Σε κάποια χρονική στιγμή της φάσης Μακρύγιαλος ΙΙ χρησιμοποιούνται και ορθογώνια κτίσματα, όπως επίσης και ένα αψιδωτό κτήριο μήκους 15 μέτρων, που ίσως να μην ήταν και το μοναδικό του οικισμού. Ο οικισμός περιβάλλεται και στη φάση αυτή από προστατευτικές τάφρους.

Αμέτρητη κεραμική, 10.000 εργαλεία από οψιανό και πυριτόλιθο, 8000 εργαλεία από λειασμένο λίθο (αξίνες, πελέκεις, σμίλες κ.λπ.), 240 πήλινα και μαρμάρινα σχηματοποιημένα ειδώλια, δακτυλιόσχημα περίαπτα από μάρμαρο (Μακρύγιαλος Ι) και χαλκό (Μακρύγιαλος ΙΙ), κοσμήματα από οστό και όστρεα (σπόνδυλος, cardium) και 72 χάλκινα αντικείμενα (χάντρες, περόνες, οπείς, σφυρηλατημένα σύρματα και ελάσματα) ξετυλίγουν όλο το φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων της μεταλλασσόμενης κοινωνίας της Νεότερης Νεολιθικής.

Ο οικισμός του Δισπηλιού

Ο προϊστορικός οικισμός του Δισπηλιού βρίσκεται στη θέση Nησί, στη νότια όχθη της λίμνης της Kαστοριάς. Eντοπίστηκε το 1932, όταν η στάθμη της λίμνης κατέβηκε, και στο σημείο που χώριζε το Nησί από την όχθη της λίμνης φάνηκαν υπολείμματα ξύλινων πασσάλων. Oι συστηματικές ανασκαφές (1992 και εξής) αποκαλύπτουν τα λείψανα ενός εκτεταμένου λιμναίου οικισμού της Νεότερης Νεολιθικής, από τους σημαντικότερους και παλαιότερους του είδους στην Eυρώπη. H ανασκαφική έρευνα λιμναίων οικισμών άρχισε το 1854 στη Bodensee της νότιας Γερμανίας, συνεχίζεται στην κεντρική και δυτική Ευρώπη και έχει αναπτύξει ιδιαίτερες μεθόδους ανασκαφής και τεχνικές συντήρησης. Oι έρευνες στο Δισπηλιό αποτελούν σταθμό για την αρχαιολογική έρευνα στην Ελλάδα, τόσο λόγω της ιδιαιτερότητας της ανασκαφής, όσο και για τη μελέτη των μορφών κατοίκησης κατά τη Nεολιθική εποχή.
Tα σπίτια του οικισμού, κυκλικά και ορθογώνια, κτίζονται από ξύλο, καλάμια και πηλό πάνω σε ξύλινες πασσαλόπηκτες πλατφόρμες. Mια θαυμάσια εικόνα παρέχει η σύγχρονη αναπαράσταση του λιμναίου οικισμού, που έχει ήδη δρομολογηθεί και προβλέπεται να επεκταθεί σε επιφάνεια περίπου 150 στρεμμάτων.
Στα ζωικά και φυτικά κατάλοιπα καθώς και στα άλλα κινητά ευρήματα της ανασκαφής (κεραμική, εργαλεία, κ.λπ.) καταγράφεται όλο το φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων των προϊστορικών κατοίκων του Δισπηλιού: γεωργία, κτηνοτροφία, κυνήγι και αλιεία. H αλιεία τεκμηριώνεται μεταξύ των άλλων από πολυάριθμα οστέινα αγκίστρια και από τα ίχνη μιας βάρκας, πανομοιότυπης με αυτές που χρησιμοποιούν και σήμερα οι ψαράδες της Kαστοριάς. Eυρήματα όπως φυλλόσχημες και τριγωνικές αιχμές βελών από οψιανό της Mήλου, κεραμική όμοια με των γειτονικών βαλκανικών περιοχών και ένα λίθινο δακτυλιόσχημο περίαπτο εντάσσουν τον οικισμό του Δισπηλιού στα δίκτυα ανταλλαγών που αναπτύσσονται στον ελλαδικό χώρο ιδιαίτερα κατά τη Nεότερη Nεολιθική.
Γκρίζα κεραμική τύπου Τσαγγλί, μαύρη στιλβωμένη τύπου Λάρισας και πολύχρωμη γραπτή χαρακτηρίζουν τις φάσεις της Nεότερης Nεολιθικής I. Στις νεότερες φάσεις του οικισμού επικρατεί η μαύρη και μελανοστεφής κεραμική, καθώς και η κόκκινη στιλβωμένη και γραπτή (καστανή σε ανοιχτόχρωμη επιφάνεια). Xαρακτηριστικοί τύποι αγγείων είναι οι φιάλες, οι φρουτιέρες, τα κλειστά αγγεία με λαιμό και οι πήλινες τράπεζες.
Mοναδικές πολιτιστικές πτυχές της κοινότητας του Δισπηλιού αποκαλύπτουν τρεις οστέινες φλογέρες καθώς και μια ξύλινη πινακίδα με εγχάρακτα γραμμικά στοιχεία. H πινακίδα αυτή χρονολογείται με βεβαιότητα στο 5260 π.Χ. και δεν αποκλείεται να αποτελεί μια πρώιμη μορφή γραπτού λόγου, όπως εικάζεται και για παρόμοια σύμβολα χαραγμένα σε πηλό, που βρίσκονται σε οικισμούς της νότιας Βαλκανικής (πολιτισμός Vinca).

Η Νεότερη Νεολιθική ΙΙ χρονολογείται μεταξύ 4800-4500 π.Χ. και είναι γνωστή και ως πολιτισμός Διμηνίου, αφού στα αρχαιολογικά κατάλοιπα του Διμηνίου Βόλου καταγράφηκαν πλήρως όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πολιτιστική φυσιογνωμία της Θεσσαλίας κατά τη χρονική αυτή περίοδο.
Οι πυκνά δομημένοι οικισμοί της Νεότερης Νεολιθικής Ι, που βρίσκονται κυρίως σε πεδιάδες, κατοικούνται χωρίς διακοπή. Περιλαμβάνουν μεγάλων διαστάσεων ορθογώνια και μεγαρόσχημα λιθόκτιστα (Διμήνι), αλλά και πασσαλόπηκτα κτήρια (Μάνδαλο). Σε μεμονωμένες περιπτώσεις τα μεγαρόσχημα κτήρια δεσπόζουν στον οικισμό (Σέσκλο). Πολλοί οικισμοί περιβάλλονται, όμοια με την προηγούμενη φάση, από τάφρους πλάτους 4-6 και βάθους 1,5-3,5 μέτρων (Οτζάκι, Μακρύγιαλος) ή λιθόκτιστους περιβόλους ύψους 1,5-1,7 μέτρων (Σέσκλο, Διμήνι). Τα έργα αυτά αποσκοπούν είτε στην προστασία από τα άγρια ζώα είτε στη δήλωση ορίων του οικισμού και την προστασία των αγαθών, και αποτελούν συλλογικά έργα, τα οποία μόνο με το συντονισμό και την επίβλεψη των ικανών της κοινότητας θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθούν. Ο αριθμός των μελών των κοινοτήτων φθάνει τα 100-300 άτομα.

Στη μικτή γεωργοκτηνοτροφική οικονομία προστίθεται η εξειδικευμένη παραγωγή κεραμικής (εργαστήριο εγχάρακτης κεραμικής στο Διμήνι), κοσμημάτων από όστρεο σπονδύλου (Διμήνι), καθώς και φυλλόσχημων αιχμών από οψιανό της Μήλου (νότιο Αιγαίο). Η διάδοση αντικειμένων, όπως είναι οι αιχμές σε οικισμούς της Μακεδονίας, τα κοσμήματα σπονδύλου στα Βαλκάνια και την κεντρική Ευρώπη, καθώς και τα δακτυλιόσχημα περίαπτα, κάνουν εμφανή την ανάπτυξη πολλών τοπικών και εκτεταμένων δικτύων ανταλλαγών και την εντατικοποίηση της ναυσιπλοΐας. Στα πλαίσια των επαφών αυτών εντάσσεται και η απόκτηση μετάλλων για την κατασκευή κοσμημάτων, όπως χάντρες από ασήμι και χαλκό (Σιταγροί, Ντικιλί Τας, Δήμητρα). Τα ανταλλάξιμα προϊόντα που προαναφέρονται φαίνεται ότι βρίσκονται στην κατοχή λίγων και χαρακτηρίζονται ως αντικείμενα κοινωνικού γοήτρου.
Τα ταφικά έθιμα περιλαμβάνουν, όπως και κατά τις προηγούμενες φάσεις, ενταφιασμό των νεκρών σε απλούς λάκκους, σε στάση συνεσταλμένη (εμβρυακή) ή οκλαδόν. Παράλληλα μαρτυρούνται και ταφές παιδιών σε πιθάρια, ενώ συνεχίζεται η καύση νεκρών και η ανακομιδή των οστών.

Η κεραμική παραγωγή των κυρίως διμηνιακών φάσεων στη Θεσσαλία, γνωστών ως Αγία Σοφία, Οτζάκι και Κλασικό Διμήνι, πιστοποιεί τη συνέχεια από τις προηγούμενες φάσεις. Η γραπτή (μαύρο σε υπόλευκο) και εγχάρακτη κεραμική του Κλασικού Διμηνίου αποτελεί το αποκορύφωμα της νεολιθικής κεραμικής τέχνης. Στα διακοσμητικά θέματα κυριαρχούν η σπείρα και το αβακωτό, ενώ η εγχάρακτη κεραμική αντλεί διακοσμητικά θέματα και από την υφαντική και την ψαθοπλεκτική. Η ανθρώπινη μορφή αποδίδεται τέλος εξαιρετικά σχηματοποιημένη, όπως φαίνεται από τα σανιδόμορφα και τα σταυρόσχημα ειδώλια.

Η Τελική Νεολιθική είναι η περίοδος (4500-3200 π.Χ) κατά την οποία προετοιμάζεται η μετάβαση από τη νεολιθική γεωργοκτηνοτροφική οικονομία, στην οικονομία της Πρώιμης εποχής του Χαλκού, και όπου οι παραγωγικές δραστηριότητες βελτιώνονται και επεκτείνονται με τη διάδοση της χρήσης των μετάλλων. Οι απαρχές της χρήσης των μετάλλων (χρυσού, αργύρου, χαλκού) για την κατασκευή κοσμημάτων και εργαλείων ανάγονται στην Τελική Νεολιθική, που για το λόγο αυτό ονομάζεται και Χαλκολιθική. Στη Θεσσαλία είναι γνωστή με το όνομα Ραχμάνι, ενώ στις Κυκλάδες και τη νότια Ελλάδα αναφέρεται ως πολιτισμός Αττικής-Κεφάλας.
Κατά την Τελική Νεολιθική κατοικούνται εντατικότερα οι παράκτιες ζώνες, και μάλιστα τα σπήλαια, καθώς επίσης και τα νησιά, ενώ στις πεδινές περιοχές κάποιοι οικισμοί φαίνεται να αποκτούν ιδιαίτερη οικονομική σημασία. Οι οικισμοί περιβάλλονται συχνά από τάφρους (Διμήνι), ενώ στην αρχιτεκτονική χρησιμοποιούνται ορθογώνια λιθόκτιστα και, για πρώτη φορά, αψιδωτά κτίσματα (Ραχμάνι).
Η εντονότερη χρήση των σπηλαίων κατά την Τελική Νεολιθική σχετίζεται με την ιδιαίτερη ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και με την εντατικοποίηση των θαλάσσιων επαφών και εμπορικών ανταλλαγών. Η άσκηση της γεωργίας εξασφαλίζει αποθέματα που υποδηλώνονται από την παρουσία αποθηκευτικών πιθαριών. Στις Κυκλάδες σημειώνεται, πιθανότατα για πρώτη φορά, η εκμετάλλευση μεταλλευμάτων μολύβδου πλούσιων σε άργυρο, ενώ η παρουσία χρυσών και ασημένιων κοσμημάτων (π.χ. δακτυλιόσχημων περίαπτων) αλλά και εργαλείων (εγχειρίδια, οπείς, σμίλες, σπάτουλες, πελέκεις), τόσο σε σπήλαια όσο και σε οικισμούς, κάνει σαφή την προώθηση της μεταλλοτεχνίας σε πολλές περιοχές του Αιγαίου.

Χρυσά ταινιόσχημα ελάσματα και σχηματοποιημένα ειδώλια, ασημένια σκουλαρίκια (Αλεπότρυπα Διρού) και χάλκινες περόνες (Σιταγροί, σπήλαια Ζα Νάξου και Κίτσου Αττικής), καθώς και τριγωνικές ή φυλλόσχημες αιχμές δοράτων από οψιανό διακινούνται ως σύμβολα κοινωνικού γοήτρου από την Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου μέχρι τη Μακεδονία. Αποκτώνται μόνον από λίγους, κάνοντας έτσι σαφή τη μεταλλαγή των κοινωνικών δομών. Τα 53 χρυσά κοσμήματα από το θησαυρό που κατείχαν αρχαιοκάπηλοι και είναι όμοια με του νεκροταφείου της Βάρνας στη Βουλγαρία (φάση Karanovo VI) έρχονται να επιβεβαιώσουν τις παραπάνω οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές.
Στα ταφικά έθιμα περιλαμβάνονται απλές ταφές, ανακομιδή οστών και ταφές σε σπήλαια (Αλεπότρυπα Διρού), ενώ αξιοσημείωτη είναι η οργάνωση νεκροταφείων που εντοπίζονται στην Κεφάλα Κέας, τα Θαρρούνια Ευβοίας και το Γυαλί Δωδεκανήσου.
Κατακόρυφη τόσο στη Θεσσαλία όσο και στη νότια Ελλάδα και τα νησιά Ιονίου και Αιγαίου είναι η αύξηση της μονόχρωμης κεραμικής, από χονδροειδή κακοψημένο πηλό, με επιχρισμένη ή στιλβωμένη επιφάνεια σε αποχρώσεις ερυθρού, καστανού και γκριζόμαυρου χρώματος. Χαρακτηριστική στη Θεσσαλία είναι η γραπτή κεραμική με επίθετη ερυθρωπή ή λευκή βαφή που γράφεται στην επιφάνεια του αγγείου μετά το ψήσιμο (crusted ware). Τέλος, στην ειδωλοπλαστική και την παραγωγή κοσμημάτων επικρατεί τέλεια σχηματοποίηση και αφαίρεση.

Το σπήλαιο Αλεπότρυπα

Το σπήλαιο Αλεπότρυπα βρίσκεται στο βαθύ απάνεμο κόλπο του Διρού της δυτικής Μάνης. Έχει μορφή επιμήκη (μήκος 280 μέτρα) και αποτελείται από μεγάλες αίθουσες με επίπεδη επιφάνεια, οι οποίες διαδέχονται η μια την άλλη με μικρή υψομετρική διαφορά. Στη μεγαλύτερη αίθουσα (100Χ60 μέτρα) υπάρχει λίμνη με πόσιμο νερό και μέγιστο βάθος 14 μέτρα. Το σπήλαιο κατοικείται τουλάχιστον από τις αρχές της Νεότερης Νεολιθικής (5300 π.Χ.) και για διάστημα περίπου 2000 χρόνων. Στα τέλη της Τελικής Νεολιθικής (3200 π.Χ.) σημειώνεται ισχυρός σεισμός που σφραγίζει την είσοδο του σπηλαίου και μαζί και τη ζωή των κατοίκων του. Τα απομεινάρια τους αντίκρισαν οι σπηλαιολόγοι Ν. και Α. Πετροχείλου που το 1958 εντόπισαν το σπήλαιο.
Οι αρχαιολογικές έρευνες κατά τη δεκαετία του '70 δείχνουν εντατική κατοίκηση τόσο στο εσωτερικό, όσο και στην ευρύτερη περιοχή του σπηλαίου. Οι πλευρικές κόγχες του αποτελούν τους χώρους διαμονής των νεολιθικών οικογενειών. Οι εστίες που ορίζονται περιμετρικά από πέτρες, οι μικροί φούρνοι και οι αποθηκευτικοί λάκκοι που είναι σκαμμένοι στο δάπεδο των αιθουσών του σπηλαίου, φαίνεται πως εξυπηρετούν όλη την κοινότητα.
Η μελέτη των οστών ζώων και των καμένων καρπών δείχνει ότι η κτηνοτροφία, το κυνήγι και η αλιεία συνιστούν τις βασικότερες διατροφικές πηγές. Η άσκηση της γεωργίας είναι περιορισμένη, μια και το άμεσο φυσικό περιβάλλον του σπηλαίου δεν ευνοεί ιδιαίτερα την ανάπτυξή της. Στις ασχολίες των κατοίκων συγκαταλέγονται κεραμική (αγγεία με γραπτή διακόσμηση, αποθηκευτικά αγγεία), κατασκευή κοσμημάτων από οστό και όστρεο σπονδύλου και μεταλλουργία.

Σημαντική ώθηση στην οικονομία της κοινότητας δίνουν οι θαλάσσιες επικοινωνίες που εντατικοποιούνται στο Αιγαίο από τα τέλη της Νεότερης και ιδιαίτερα κατά την Τελική Νεολιθική. Η παρουσία εργαλείων από οψιανό της Μήλου, η άσκηση μεταλλουργίας και η κατοχή κοσμημάτων από άργυρο εντάσσονται στο πλαίσιο εντατικοποίησης των οικονομικών-πολιτιστικών ανταλλαγών, που επιφέρουν σταδιακά και κοινωνική διαφοροποίηση.
Κόγχες του σπηλαίου φιλοξενούν, τέλος, και τα νεκρά μέλη της κοινότητας, στα οποία εκφράζεται ιδιαίτερος σεβασμός, που δηλώνεται τόσο με την προσφορά ταφικών δώρων, όσο και με την ανακομιδή κρανίων (οστεοφυλάκιο 19 κρανίων). Παρατηρείται υψηλή θνησιμότητα των παιδιών, ενώ ο μέσος όρος ζωής δεν ξεπερνά τα 35 χρόνια. Το γεγονός οφείλεται στην ανθυγιεινή διαβίωση και τη μονομερή δίαιτα των κατοίκων του σπηλαίου, συμπτώματα των οποίων αποτελούν η αναιμία, η αρθρίτιδα, η ελονοσία, η τερηδόνα κ.λπ., που διαπιστώθηκαν κατά την εξέταση των σκελετών.

Ο οικισμός της Κεφάλας

Ο οικισμός της Κεφάλας βρίσκεται σε ένα βραχώδες ακρωτήριο, στο βόρειο τμήμα της νήσου Κέας, και είναι ο μοναδικός υπαίθριος οικισμός, στον οποίο αντιπροσωπεύεται πλήρως η Τελική Νεολιθική στις Κυκλάδες. Η ομοιότητα των πολιτιστικών στοιχείων της Κεφάλας με αντίστοιχων από οικισμούς της Αττικής και της Αίγινας οδήγησαν τους ερευνητές στον χαρακτηρισμό ενός μέρους της μακράς Τελικής Νεολιθικής στη νότια Ελλάδα με τον όρο πολιτισμός Αττικής-Κεφάλας.
Οι ανασκαφές στην Κεφάλα (1960-1966, 1973) αποκάλυψαν έναν οικισμό με μικρά ορθογώνια λιθόκτιστα κτήρια, πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Η νεολιθική κοινότητα της Κεφάλας αριθμεί 45-80 κατοίκους και έχει γεωργοκτηνοτροφικό χαρακτήρα. Τα δημητριακά, τα αιγοπρόβατα, τα βοοειδή, οι χοίροι, αλλά και τα ψάρια αποτελούν τα αποκλειστικά είδη διατροφής. Η κεραμική, η υφαντική και ψαθοπλεκτική (αποτυπώματα σε βάσεις αγγείων), καθώς και η κατασκευή εργαλείων από οψιανό της Μήλου και θαυμάσιων μαρμάρινων αγγείων συγκαταλέγονται στις παραγωγικές δραστηριότητες των κατοίκων της Κεφάλας. Αξιοσημείωτη είναι η επιτόπια άσκηση μεταλλοτεχνίας, η οποία τεκμηριώνεται από θραύσματα πήλινων χυτηρίων χαλκού και χάλκινα αντικείμενα, όπως βελόνες και εργαλεία. Εκτιμάται ότι ο χαλκός που χρησιμοποιείται στην Κεφάλα προέρχεται από το Λαύριο της ανατολικής Αττικής.
Στην πλαγιά του ακρωτηρίου, λίγο χαμηλότερα από τον οικισμό βρίσκεται το νεκροταφείο, το οποίο απλώνεται σε δυο διαφορετικά επίπεδα (άνδηρα). Περιλαμβάνει 40 κυκλικούς ή και ορθογώνιους τάφους, σκαμμένους στο έδαφος. Τα τοιχώματά τους κτίζονται με πέτρες, ενώ το ανοιχτό τμήμα τους σφραγίζεται με πλάκες σχιστόλιθου. Ανάμεσα στους τάφους υπάρχουν πρόχειρα διαχωριστικά τοιχάρια. Υπολογίζεται ότι στο νεκροταφείο αυτό ετάφησαν τουλάχιστον 65 νεκροί, ανάμεσά τους παιδιά και νήπια, και ότι ήταν σε χρήση περίπου 60-150 χρόνια.
Ο οικισμός στην Κεφάλα Κέας εγκαταλείπεται ξαφνικά από άγνωστη αιτία και πιθανολογείται ότι μεταφέρεται στη θέση Παούρα της Κέας.

Το Γυαλί

Το Γυαλί είναι ένα μικρό νησί του νοτιοανατολικού Αιγαίου και βρίσκεται ανάμεσα στην Κω και τη Νίσυρο. Τα λατομεία οψιανού, που βρίσκονται στο βορειοανατολικό τμήμα του νησιού, παρουσιάζουν ιδιαίτερο γεωλογικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον, αφού ο οψιανός, σπάνιο ηφαιστειακό υλικό στο Αιγαίο, χρησιμοποιείται από τη Μεσολιθική εποχή για την κατασκευή κοφτερών και ανθεκτικών εργαλείων. Οι έρευνες που έγιναν στο νησί (1975, 1979, 1986) αποδεικνύουν ότι ο οψιανός της Νισύρου, λόγω της ανομοιογενούς σύστασής του, δε λατομήθηκε συστηματικά και δε χρησιμοποιήθηκε στο προϊστορικό Αιγαίο για την κατασκευή εργαλείων και όπλων. Αντίθετα δηλαδή με τον τέλειο ποιοτικά οψιανό της Μήλου, που έφτανε κατά τη Νεολιθική εποχή μέχρι και τη Μακεδονία και Θράκη.
Η ύπαρξη οψιανού στο νησί δεν αποτέλεσε κίνητρο για πρώιμη και μόνιμη ανθρώπινη εγκατάσταση με στόχο την εκμετάλλευσή του. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα το νησί κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά κατά την Τελική Νεολιθική, ίσως σε εποχιακή βάση. Από τις θέσεις (Λαιμός 1-3) που εντοπίστηκαν στη στενή λωρίδα γης, η οποία ενώνει τα δυο τμήματα του νησιού, σημαντικότερη είναι η θέση Λαιμός 2. Τα οικοδομικά λείψανα της περιοχής, και ιδιαίτερα το ελλειψοειδές λιθόκτιστο κτήριο Ζ3, πιστοποιεί την κατοίκηση της περιοχής από μια ολιγάριθμη κοινότητα. Το κτήριο περιλαμβάνει δυο στεγασμένους χώρους και μια υπαίθρια αυλή. Τα ευρήματα δείχνουν περιορισμένη ενασχόληση με τη γεωργία (μυλόλιθοι), μια και το φυσικό περιβάλλον του νησιού δεν το επιτρέπει, και εντατική άσκηση της κτηνοτροφίας. Εξαιρετική σημασία για την πρώιμη μεταλλουργία στο Αιγαίο έχουν, τέλος, δυο πήλινες χοάνες για το λειώσιμο του χαλκού.

Στο νότιο τμήμα της θέσης Λαιμός 2 βρέθηκε νεκροταφείο που περιλαμβάνει 70 τάφους. Είναι ορθογώνιοι, σκαμμένοι στο έδαφος και έχουν τον ίδιο προσανατολισμό. Το ανοιχτό τους τμήμα θα πρέπει να σφραγιζόταν με πλάκες σχιστόλιθου, όπως και στους σύγχρονους τάφους του νεκροταφείου της Κεφάλας στην Κέα. Βρέθηκαν μόνον επτά σκελετοί, ενώ τμήμα του νεκροταφείου είναι παντελώς κατεστραμμένο από φυσικές αιτίες. Η οργάνωση νεκροταφείων τέτοιου τύπου αποτελεί χαρακτηριστικό έθιμο της Τελικής Νεολιθικής.

Η Μεσολιθική κατοίκιση στον Ελλαδικό χώρο
Η Μεσολιθική εποχή αντιστοιχεί στη γεωλογική περίοδο του Ολόκαινου, η οποία χαρακτηρίζεται από σταθεροποίηση των γεωλογικών και κλιματολογικών συνθηκών, με άμεσα αποτελέσματα στην κατοίκηση και την οικονομία. Στον ελλαδικό χώρο η Μεσολιθική καλύπτει το χρονικό διάστημα από 11.000 χρόνια πριν από σήμερα μέχρι 6800 π.Χ.
Οι λιγοστές, μέχρι στιγμής, γνωστές μεσολιθικές θέσεις από τον ελληνικό χώρο είναι παράλια σπήλαια και υπαίθριες θέσεις. Η μελέτη και δημοσίευση ορισμένων από τις παλαιότερα γνωστές (Φράγχθι, Σιδάρι, σπήλαιο Ulbrich, σπήλαιο Ζαΐμη) δεν επαρκούσαν για μια συνολική θεώρηση της μεσολιθικής κατοίκησης στην Ελλάδα. Όμως, οι επιφανειακές (φαράγγι Κλεισούρας, νομός Πρέβεζας) και ανασκαφικές (Θεόπετρα, Γιούρα, Αλόννησος, Μαρουλάς) έρευνες των τελευταίων δεκαπέντε ετών διεύρυναν σημαντικά τις γνώσεις μας για την κατοίκηση και την οικονομία της εποχής. Έτσι, τίθεται σε νέα βάση η συζήτηση σχετικά με την ομαλή μετάβαση από την οικονομία των κυνηγών-ψαράδων-τροφοσυλλεκτών της Μεσολιθικής στο νεολιθικό τρόπο παραγωγής (συστηματική άσκηση γεωργίας και κτηνοτροφίας) και αμφισβητείται η εισαγωγή του από τη Μικρά Ασία με τη μεσολάβηση των νησιών.
Το πέρασμα από την Ανώτερη Παλαιολιθική στη Μεσολιθική δε σημειώνεται ταυτόχρονα στον ελλαδικό χώρο. Στην ανατολική ηπειρωτική χώρα και στα νησιά του Αιγαίου εντοπίστηκαν αρχαιότερες μεσολιθικές θέσεις από εκείνες της δυτικής. Το γεγονός θα πρέπει να αποδοθεί σε κλιματολογικές διαφορές μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ελλάδας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι θέσεις της Μέσης ή της Ανώτερης Παλαιολιθικής κατοικήθηκαν και πάλι, μετά από διακοπή εκατοντάδων ετών, κατά τη Μεσολιθική (Αλόννησος, Θεόπετρα, Φράγχθι).
Οι αρχαιολογικές ενδείξεις κάνουν σαφή την προτίμηση των μεσολιθικών στις παράλιες ανοιχτές θέσεις (Σιδάρι, Μαρουλάς) και τα παράκτια σπήλαια (Φράγχθι), πράγμα που έχει εμφανή αποτελέσματα στις οικονομικές τους δραστηριότητες: συστηματική αλιεία, ναυσιπλοΐα στην ανοιχτή θάλασσα με στόχο την αλιεία τόνου και την εξόρυξη οψιανού της Μήλου για την κατασκευή ανθεκτικών εργαλείων, και μεταφορά ανδεσίτη από τα νησιά του Σαρωνικού στο Φράγχθι για την κατασκευή μυλόλιθων, κατάλληλων για το άλεσμα καρπών.
Τέλος, η ανεύρεση λιθόκτιστων θεμελίων καταλυμάτων (Σιδάρι, Μαρουλάς) και η ύπαρξη νεκροταφείων ή και κάποιων μεμονωμένων ταφών έξω από σπήλαια (Φράγχθι) ή σε άμεση γειτνίαση με ανοιχτές θέσεις (Μαρουλάς Κύθνου) αποτελούν τις πρώτες ενδείξεις για εγκατάσταση των μεσολιθικών κυνηγών-ψαράδων σε μόνιμη βάση.

Η Νεολιθική εποχή

Η Νεολιθική εποχή στον ελλαδικό-αιγαιακό χώρο καλύπτει σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα το χρονικό διάστημα 6800-3200 π.Χ. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από σταθεροποίηση των κλιματολογικών συνθηκών, με συνακόλουθη οργάνωση οικισμών μόνιμου χαρακτήρα, από οικονομία βασισμένη στη συστηματική άσκηση γεωργίας, στην κτηνοτροφία, στην ανταλλαγή πρώτων υλών και προϊόντων, στην παραγωγή κεραμικής (ψημένος πηλός), και από πολυμορφία στην τέχνη. Κατά την εποχή αυτή συντελείται λοιπόν το πέρασμα από το στάδιο κυνηγιού-τροφοσυλλογής-αλιείας που χαρακτήριζε την Παλαιολιθική και Μεσολιθική, στο παραγωγικό στάδιο της Νεολιθικής.

Η μελέτη της Νεολιθικής στην Ελλάδα εγκαινιάζεται με τις αρχαιολογικές έρευνες του Χρ. Τσούντα (1899-1906) στη Θεσσαλία. Οι έρευνες αυτές περιλάμβαναν τον εντοπισμό 63 νεολιθικών θέσεων και την ανασκαφή μερικών οικισμών, όπως του Σέσκλου, του Διμηνίου, της Άργισσας κ.ά. Τα αποτελέσματα των πρώτων αυτών ερευνών δημοσιεύθηκαν από τον Τσούντα το 1908 στο μνημειώδη για την ελληνική Προϊστορία τόμο Αι προϊστορικαί ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου.
Τις έρευνες του Τσούντα στη Θεσσαλία συνέχισε ο Α. Αρβανιτόπουλος (1906-1926) και οι A. Wace και M. Thompson (1907-1910). Οι τελευταίοι, πέρα από την ανασκαφή οικισμών στο Ραχμάνι, το Τσαγγλί κ.α., διεύρυναν τον ερευνητικό ορίζοντα προς νότο, με τις ανασκαφές στο Λιανοκλάδι Φθιώτιδας, στην Ελάτεια Φωκίδας και στη Χαιρώνεια Βοιωτίας, αλλά και προς βορρά με τον εντοπισμό νεολιθικών οικισμών στη Μακεδονία. Τα πορίσματα της δεύτερης αυτής ερευνητικής φάσης της Νεολιθικής στην Ελλάδα καταγράφηκαν από τους Wace και Thompson το 1912 στο έργο τους Prehistoric Thessaly. Η Μακεδονία είναι το γεωγραφικό διαμέρισμα που, μετά τη Θεσσαλία, τράβηξε το ενδιαφέρον της προϊστορικής έρευνας, με τον εντοπισμό οικισμών από τον W. Heurtley (1924-1932) και τις ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Ντικιλί Τας Φιλίππων Καβάλας και του Γ. Μυλωνά στην Όλυνθο Χαλκιδικής.

Αντίθετα με τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, οι γνώσεις για τη Νεολιθική περίοδο στη νότια Ελλάδα, στα νησιά Ιονίου και Αιγαίου, καθώς και στην Κρήτη παρέμειναν περιορισμένες, μια και το επίκεντρο του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στις περιοχές αυτές ήταν η διερεύνηση θέσεων της Κλασικής εποχής και των κέντρων του μινωικού και του μυκηναϊκού πολιτισμού.
Τα πορίσματα των ερευνών του α' μισού του 20ού αιώνα επέτρεψαν στον S. Weinberg (1947, 1954) τη διαίρεση της Νεολιθικής -όρου που καθιερώθηκε το 1865 από τον J. Lubbock- σε Αρχαιότερη, Μέση και Νεότερη, ακολουθώντας την τριμερή διαίρεση της Μινωικής εποχής από τον Α. Evans.
Οι εντατικές ανασκαφικές έρευνες των Δ. Θεοχάρη και V. Milojcic σε οικισμούς της Θεσσαλίας κατά τις δεκαετίες '50, '60 και '70 αποτελούν την τρίτη σημαντική ερευνητική περίοδο της Νεολιθικής. Οι ανασκαφές στις θέσεις Σέσκλο, Γεντίκι, Σουφλί Μαγούλα, Αχίλλειο, Άργισσα, Οτζάκι, Αράπη Μαγούλα, Αγία Σοφία και Πευκάκια συνέβαλαν αποφασιστικά στη μελέτη της πολιτισμικής πορείας του νεολιθικού ανθρώπου και επέτρεψαν στους δυο παραπάνω ερευνητές την υποδιαίρεση των περιόδων της Νεολιθικής σε περισσότερες φάσεις. Παράλληλα με τη Θεσσαλία ανασκαφές έγιναν και στη Μακεδονία (Νέα Νικομήδεια, Σιταγροί), τη Θράκη (Παραδημή), τις Κυκλάδες (Σάλιαγκος), την Πελοπόννησο (Φράγχθι, Διρός), την Κρήτη (Κνωσός) κ.α.
Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, και ενώ ο αριθμός των καταγεγραμμένων νεολιθικών θέσεων φτάνει περίπου τις χίλιες, Έλληνες και ξένοι μελετητές, επιλύοντας τα προβλήματα χρονικής διαδοχής των διαφόρων φάσεων της Νεολιθικής και των χρονολογικών συσχετισμών των δεδομένων από τις διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, επιδίδονται στην εμβάθυνση τομέων δραστηριότητας του νεολιθικού ανθρώπου, όπως οι τρόποι παρέμβασης στο φυσικό περιβάλλον, η οργάνωση των οικισμών, η οικονομία, η τεχνολογία κ.λπ.


Πηγή: http://www.fhw.gr/chronos/01/gr/start.html











 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com