Ο ΠΑΥΛΟΣ ΚΥΡΟΥ ΚΑΙ Ο ΔΗΜ. ΝΤΑΛΙΠΗΣ

Τα παλιότερα χρόνια ό μπέης του Ανταρτικού (Ζελόβου) είχε εκδώσει φιρμάνι ή ουκάζιο να περνούν απ’ τον κουλά (πύργο) του και να του φιλούν το χέρι, πριν πάν στο σπίτι του γαμβρού, οι νεόνυμφες, όταν τιμούσε με την παρουσία του το χωριό. Δεν ξέρουμε αν τα τιμαριωτικά του δικαιώματα προχωρούσαν και παραπέρα. Πέντε νεαροί Ζελοβίτες και υποψήφιοι γαμβροί ντύθηκαν μιά μέρα γυναικεία και πήγαν να παίξουν σ’ ένα απόμερο νερόμυλο αντίκρυ απ’ τον κουλά. Τα παιγνίδια τους, φαίνεται, ήσαν αρκετά σκανδαλιάρικα. Είδε απ’ τα παραθύρια του τα προκλητικά κορίτσια ό μπέης και έτρεξε κοντά τους με την πρόθεσι βέβαια να μη περιορισθή τώρα στ’ απλά χειροφιλήματα. Βρέθηκε όμως ευθύς θαμμένος κάτω απ’ το μύλο. Το ίδιο έπαθαν ό ένας πίσω απ’ τον άλλο και ο πέντε σεϊμένηδες ή σωματοφύλακές του, Τουρκαλβανοί όπως αυτός. Οι δράστες του εγκλήματος καθοσιώσεως κατά του ιερού προσώπου του μπέη και τής σωματοφυλακής του πήραν τις οικογένειές των και έφυγαν μακρυά, αφού ελεηλάτησαν τον κουλά. Έμεινε μόνος ό Ναούμ Κύρου, που πήρε τα βουνά. Έγινε τουρκομάχος κλέφτης. Δεν άργησε να βρή και συντρόφους του τον Ζούρκα, τον Τσολάκη και άλλους.
Έρχονταν εκείνη την εποχή οπλοφόροι και απ’ την Παλαιά Ελλάδα, άλλοτε αντάρτες, άλλοτε ληστές και συχνότερα και τα δυό. Ο Ναούμης διατηρούσε στενές και εγκάρδιες σχέσεις μαζί τους είτε πήγαινε μ’ αυτούς είτε δρούσε χωριστά. Οι ξένοι οπωσδήποτε έφευγαν τον χειμώνα, όπως οι Σαρακατσαναίοι και τα χελιδόνια. Ο Ναούμης ήταν ριζωμένος στον τόπο του. Αργότερα πήρε κοντά του και ένα νεαρό τσομπανόπουλο απ’ τη Σφήκα, που δούλευε στον Νταλίπη, ένα αγά απ’ τη Λευκώνα. Επειδή κάποια μέρα το αφεντικό του τον μπάτσισε, ό τσομπανάκος του είπε: «Γρήγορα θα μ’ ακούσης και μένα να με λεν Νταλίπη και να με τρέμης». Πήγε ευθύς και βρήκε τον Κύρου. Έγινε σύντροφος και ψυχογυιός του, γνωστός πια με τ’ όνομα Νταλίπης. Ζούσε ακόμα το 1907 ωραίος ογδονταπεντάρης γέρος στην Αθήνα.
Απ’ την Ιεροπηγή (Κωστενέτσι) ήταν ό άλλος Ναούμης, που πήρε αιχμάλωτο τον καϊμακάμη (έπαρχο) Φλώρινας και τραγουδιέται ακόμη το τραγούδι του «Ναούμης πάει στη Φλώρινα».
Ο Ναούμης Κύρου εξακολούθησε αρκετά χρόνια να γυρίζη τα βουνά και να πολεμάη τους Τούρκους. Ο Αμπεντίν μπέης, για να τον εκδικηθή, έπιασε δύο συγγενείς του, τον Μαύρο και τον Βέϊνο, και τούς κάρφωσε σ’ ένα δένδρο στις Καρυές της Πρέσπας.
Σε μιά συμπλοκή στη Σέλτσα, κοντά στο Ανταρτικό, σκοτώθηκε ό σύντροφός του Τσολάκης και σ’ ένα μοναστήρι κοντά στην Καστοριά ό Ζούρκας.
Κάποτε ήλθε και ή δική του σειρά, ή μοιραία στιγμή για όλους τούς κλέφτες και αντάρτες. Κάποιος προδότης στο Τρίγωνο έβαλε αφιόνι ή άλλο ναρκωτικό στο κρασί του. Έτρεξαν οι μπέηδες και αγάδες απ’ την Λευκώνα και τον αποτελείωσαν. Το κεφάλι του το γύρισαν μ’ ένα παλούκι θριαμβευτικά στα χωριά και την Καστοριά, όπου και έμεινε πολλές μέρες εκτεθειμένο στο παζάρι, για να ιδούν οι άπιστοι ραγιάδες πώς τιμωρούνται εκείνοι, πού τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι στην Τουρκία.
Εγγονός του ήταν ό Παύλος Κύρου, απ’ το Ανταρτικό επίσης, πού εβάδισε στα ίχνη του. Άρχισε ενωρίς κι αυτός να κλαδεύη με τον Κώτα μπέηδες. Πήρε μέρος σ’ όλες σχεδόν τις εκστρατείες και επιχειρήσεις του, ακόμα και σ’ εκείνην, πού είχε γίνει για την χρηματαποστολή της Κορυτσάς και των Ιωαννίνων και είχε αποτέλεσμα να πιάσουν το αμάξι και να χάσουν τα χρήματα.
Στο μεταξύ εύρισκε καιρό να μαζεύη κτίστες απ’ τα χωριά των Κορεστίων και να τούς πηγαίνη για δουλειές στη Παλαιά Ελλάδα χωρίς, εννοείται, διαβατήρια και χαρτιά. Δεν είχε πολλούς λόγους να πλησιάζη τις τουρκικές αρχές. Μάζευε επίσης από Τούρκους και τουρκοχώρια κυνηγετικά σκυλλιά (γκέγκικα) και τα δώριζε σε δημάρχους, αστυνόμους, εργολάβους κ.λπ. Έκαμνε την είσοδό του στο ελεύθερο ελληνικό έδαφος μ’ ένα πλήθος πίσω του ανθρώπων και σκύλλων.
Την άνοιξι τού 1903 ό Δημ. Νταλίπης, βλαστός μιάς οικογενείας τσελιγκάδων απ’ το Γάβρο (Γαβρέσι), πού κατέβαιναν κάθε φθινόπωρο με τα γιδοπρόβατά τους στη Χαλκιδική, πιάστηκε μ’ ένα Βούλγαρο και «υπεύθυνο» τού κομιτάτου στο χωριό τους, πού ήθελε να τούς αρπάξη ένα χωράφι με το δικαίωμα, πού έχουν οι τύραννοι και κάποτε οι εκπρόσωποι και σατράπες των τυραννομάχων ενικοαπελευθερωτών να τα θέλουν όλα δικά τους. Επλήγωσε τον οικοπεδοφάγο «υπεύθυνο» και την γυναίκα του και κατέφυγε στον Κώτα. Πού αλλού μπορούσε να πάη; Οι Τούρκοι θα τον φυλάκιζαν, οι κομιτατζήδες θα τον κομμάτιαζαν. Ο Κώτας τού κόλλησε τ’ όνομα «Νταλίπης», για να τού υποδείξη πρότυπο τον ομώνυμο πρώην «κλέφτη» απ’ την Σφήκα.
Ο Κύρου, ό Νταλίπης και ό Σίμος Αρμεντσκιώτης ήσαν ύστερα απ’ τον θάνατο τού Σπύρου Παρασκευαϊδη τα καλύτερα, πιστότερα και ελληνικώτερα παιδιά τού Κώτα.
Ο Νταλίπης εκήρυττε πάντοτε ότι σύμφωνα με κάποια προφητεία, πού αυτός μονάχα ήξερε, τα ελληνικά σύνορα θα έφθαναν οπωσδήποτε μια μέρα ως εκεί, που φυτρώνει η συκιά. Εννοούσε το Τίφκες πάνω απ’ την Γευγελή και το Ντεμίρ-Καπού.
Έγιναν και οι τρείς εκλεκτοί καπετάνιοι.
Ο Κύρου είχε την ιδιότητα να ξέρη πιθαμή με πιθαμή όλη την Δυτική Μακεδονία με όλα το μονοπάτια της. Είχε και φίλους καλούς σ’ όλα τα χωριά της.
Τον χειμώνα τού 1903-4 κατέβηκε με τον Κώτα στην Αθήνα, για να εκθέσουν στους πολύ λίγους, πού ενδιαφέρονταν τότε για τη Μακεδονία, ότι ή κατάστασις είχε φθάσει σε κρίσιμο σημείο και δεν έπαιρνε πια άλλη αναβολή ή δράσις μας, αν δεν θέλαμε να την πάθουμε, όπως «αί μωραί παρθένοι» τού Ευαγγελίου. Ο Κώτας ήθελε να ιδή και τα παιδιά του, καθώς και την πρωτεύουσα, αφού δεν είχε απομακρυνθή ποτέ άλλοτε απ’ τα χωριά και τα βουνά του. Μαζί ξεκίνησαν για την περιφέρειά τους την άνοιξι τού 1904 με την επιτροπή των αξιωματικών (Κοντούλη, Μελά, Παπούλα, Κολοκοτρώνη), πού την έστελνε ή κυβέρνησις να μελετήση καί αναγνωρίση το έδαφος, «όπως κοσκινίζουν όλη μέρα καί οι γυναίκες, πού δεν θέλουν να ζυμώσουν».
Ο Π. Μελάς σ’ ένα γράμμα του απ’ το Κονσκό (Γαλατερή) της Σιάτιστας στις 12 Μαρτίου γράφει για τον Κύρου: «Δεν φαντάζεσαι τί περίεργος τύπος είναι ό Παύλος. Η αγαθότης του είναι μοναδική. Οι Κρήτες μας (Καούδης, Δικώνυμος Μακρής καί Περάκης), οι οποίοι τον λατρεύουν, τον πειράζουν (με καλοσύνην εννοείται) καί τότε βλέπεις τον Παύλον ευχαριστημένον καί ακούοντα καλοκάγαθα το πειράγματά των. Το σιγαρέττο δεν βγαίνει από το στόμα του καί μιά από τις ευχαριστήσεις του είναι να μας διηγήται χωρίς να γελά τα παιγνίδια, πού έπαιζε εις τούς Βουλγάρους. Έχει μοναδικήν επιτηδειότητα εις όλα, αλλ’ ιδίως εις το να συνδέεται με τους καλυτέρους, αλλά καί καταλληλοτέρους ανθρώπους διά την εργασίαν του. Εις όλα τι χωριά έχει τοιούτους καλούς καί πιστούς φίλους».
Τον έστειλαν στην Γαλατερή να βρη τρόφιμα καί κανένα οδηγό με άλογα, για να φορτώσουν τα πράγματά τους. Δεν είχε κανένα φίλο στο άγνωστο, απόκεντρο καί ορεινό αυτό χωριό. Σε λίγο όμως γύρισε με ψωμί καί τυρί, καρύδια, σύκα, κρασί, δυό άλογα καί τον καινούργιο φίλο του τον Γούλαν, «πού έκλαιεν από χαράν καί ενθουσιασμόν», γράφει ό Μελάς. «Ο Παύλος ό μυστηριώδης τον είχε φανατίσει» συνεχίζει ό Μελάς. Στον άγνωστον αυτό Γούλα έδωσε ό Μελάς ένα μετζίτι (ένα πέμπτο σχεδόν τού χρυσού εικοσοφράγκου), «διά να πίη υπέρ τις ελευθερίας». «Όχι κρασί, αποκρίθηκε ο Γούλας, θα το κάμω λαμπάδα».
Το χαρακτηριστικό είναι ότι τη προηγούμενη ημέρα είχαν άλλον οδηγό από το Παλιόκαστρο, Γεώργιον, «ευφυέστατον καί προθυμότατον», πού τους ωμολόγησε ότι πριν λίγες μέρες είχε περάσει προς τα πάνω αρκετά όπλα για τούς Βουλγάρους, «πού αγωνίζονται για την λευτεριά», και όπως τούς έλεγαν, «ημείς πολεμάμε καί οι Έλληνες θα τα χαρούν». Τότε δηλ. ακόμα το ελληνικό κράτος επέτρεπε ή τουλάχιστον δεν είχε την ικανότητα να εμποδίζη την εξαγωγή όπλων για το βουλγαρικό κομιτάτο, πού εστρέφονταν πια μόνον κατά τού Ελληνισμού καί ιδικούς μας μόνο τώρα εσκότωνε.
Η αξία τού Παύλου αποδείχτηκε τότε σ’ όλη της την έκτασι. Το ετερόκλητο εκείνο άθροισμα από αξιωματικούς, Κρητικούς καί άλλους πρωτοπόρους καί πρωτοπόρους αντάρτες, πού έκαμνε το πρώτο καί παρθενικό πέρασμα στη Μακεδονία, έφθασε γρήγορα, αναπαυτικά καί ασφαλέστατα στο Βογατσικό, ενώ τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, όταν ό Μελάς ξαναβγήκε με τακτικό σώμα χωρίς να έχη τον Παύλον, ταλαιπωρήθηκε πολλές μέρες (12), παραπλανήθηκε πολλές φορές καί εκινδύνεψε περισσότερες, για να διανύση την ίδια μικρή απόστασι.
Για το μοναστήρι τού Τσιρολόβου ξεκίνησαν μέσα απ’ το εξωκκλήσι τού Αγίου Αθανασίου πάνω στο απότομο βουνό τού Βογατσικού, όπου με πολύ δύσκολη καί εξαιρετικά κοπιαστική πορεία ήλε παρά τα χρόνια καί τα πάχη του ό διδάσκαλος Αθ. Ιατρού να τούς χαιρετήση καί να τούς μιλήση «μ’ ένα ταγάρι λουκούμια, ούζα καί παξιμάδια» στον ώμο. Αλλ’ απ’ τη συγκίνησι κόπηκε ή γλώσσα του καί μίλησαν τα δάκρυά του. Τον φίλησαν δακρυσμένοι καί οι αξιωματικοί. Ευθύς έπειτα έκαμαν την εξαντλητική ανάβασι στο ερημικό εξωκκλήσι καί δύο παπάδες με δύο δημογέροντες τού Βογατσικού, πού, «φοβερά επίσης συγκινημένοι», τούς ανεκοίνωσαν ότι το Βογατσικό είχε έτοιμα 50 παιδιά να πάρουν τα όπλα. Μόλις ξεκίνησε το σώμα απ’ το εξωκκλήσι, ή πυκνή ομίχλη, πού τα σκέπαζε έως τότε όλα, διαλύθηκε ξαφνικά καί πρόβαλαν μπροστά τους κοπάδια πρόβατα. Ο Κώτας τότε καί ό «πολύς», όπως γράφει ό Μελάς, Κύρου, πού φορούσαν τουρκικές στολές καί μιλούσαν τούρκικα, σίμωσαν τούς τσομπάνους καί τούς μίλησαν τουρκικά, για να τούς δώσουν την εντύπωσι, ότι ήσαν Τούρκοι στρατιώτες, ενώ άλλοι ξέκοβαν μακρύτερα.
Ο Νταλίπης είχε μείνει όλο αυτό το διάστημα με τ’ άλλα παιδιά τού Κώτα πάνω στα χωριά των Κορεστίων. Το σπίτι του ήταν το πρώτο, όπου σταμάτησε το σώμα της επιτροπής των αξιωματικών καί τού Κώτα στην πορεία του απ’ το μοναστήρι τού Τσιρολόβου για «τα βασίλεια» τού Κώτα. Γράφει ό Μελάς: «Εισερχόμεθα κατ’ αρχάς εις το σπίτι της οικογενείας ενός των παλληκαριών τού Κώτα. Μάς ανοίγει την αυλόθυρα μιά νέα χωρική, η οποία μάς φωτίζει με δ ά δ α. Η αυλή είναι αρκετά μεγάλη• μέσα της τρέχουν σαν τρελλά πλήθος μικρών γουρουνιών, κατσικιών καί αρνιών, πού εξύπνησαν καί ετρόμαξαν. Εις τον εξώστην τού χαγιατιού προβάλλουν λογιών λογιών τρομαγμένα γυναικόπαιδα, γέροντες, γρηές, νέες, νέοι, παιδιά καμμιά δεκαπενταριά. Μόλις αναγνωρίζουν τόν Κώτα αμέσως γέλοια καί χαρά διαδέχονται την ανησυχίαν!» Ανάμεσα στα «δεκαπενταριά» αυτά παιδιά ήταν ασφαλώς καί ό τώρα βουλευτής καί συνταγματάρχης Αναστ. Νταλίπης, υιός το καπετάνιου, καθώς καί ό εξάδελφός του, μηχανικός, πού είχαν φωτισθή από μικροί με δαδί.
Ο Νταλίπης ήταν ένας απ’ τα 10 παλληκάρια τού Κώτα, πού υποδέχθηκαν στην Ρούλια τόν αρχηγό τους καί τούς αξιωματικούς, πού τούς έκαμε τόσο «λαμπράν εντύπωσιν το παράστημά των». «Είναι όλοι ομοιόμορφα ενδεδυμένοι», γράφει ό Μελάς, «με στολάς τουρκικάς, βλαχόκαλτσες καί ωραίες άσπρες κάπες. Όλοι τους μάλλον υψηλού αναστήματος, τα δε σώματά των είναι καθ’ αυτό αθλητικά». Είχε ό Νταλίπης καί μιά μακρυνή συγγένεια με τόν Μητροβλάχο.
Το καλοκαίρι ό Παύλος, ό Νταλίπης καί ό Σίμος (ό Αρμεντσκιώτης) βρέθηκαν στην Αθήνα. Έφυγαν πρώτοι ό Δικώνυμος Μακρής, ό Περάκης καί ό Κύρου καί έπειτα ό Καούδης, πού υπωπτεύθηκε ότι κάποιος απ’ τα παιδιά τού Κώτα (Τσίλος) ήθελε να τόν δολοφονήση, πράγμα πού προκαλούσε τα γέλοια τού Κώτα. Ο καλός Θύμιος Καούδης έμεινε τρείς μέρες στο Γάβρο, στο πατριαρχικό σπίτι τού Νταλίπη, γιατί κανένας δεν αναλάμβανε να τόν οδηγήση στην Καστοριά χωρίς ρητή άδεια τού Κώτα. Δέχθηκε τέλος ό αρχηγός με πόνο ψυχής να χωρισθή τόν αγαπητότερο σύντροφο καί να τού θεωρήση το διαβατήριο. Την προηγουμένη όμως ό σημερινός βουλευτής καί μικρό τότε παιδί Αν. Νταλίπης εκτύπησε μ’ ένα σουγιά τόν Κρητικό καπετάνιο, πού τόν πείραζε. Έφυγαν τελευταίοι καί οι Νταλίπης καί Σίμος. Επίμονες συστάσεις καί θερμές παρακλήσεις απ’ όλες τις μεριές να αποσυρθή προσωρινά καί ό Κώτας στην Ελλάδα έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, σαν να τόν κρατούσε μιά ακαταμάχητη δύναμις, όπως ή μοίρα, καρφωμένον στο μοιραίο χώμα.
Ο Παύλος Κύρου τούς ωδήγησε όλους, Κρητικούς καί Μακεδόνες, στα θεσσαλικά σύνορα. Στην Αθήνα έπαιρναν οι τρείς απ’ το γραφείο του αειμνήστου Στεφ. Δραγούμη για λογαριασμόν της «Επικούρου των Μακεδόνων επιτροπής» ανά πέντε (αρ. 5) δραχμάς την εβδομάδα! Το ταλλαράκι δεν έφθανε ούτε για τα τσιγάρα τού Παύλου, πού το κρατούσε αδιάκοπα στο στόμα. Τούς συντηρούσε ό Θύμιος Καούδης, πού άρχισε να δουλεύη υπεργολάβος σε κάποιο πατριώτη του. Ο Νταλίπης προτίμησε να πάη σε κάποια επαρχία καί να δουλέψη με κτίστες χωριανούς του.
Μέσα τού Ιουλίου 1904 εκάλεσε μιά μέρα στο γραφείο του τόν Καούδη ό διευθυντής της εφημερίδας «Εμπρός» μακαρίτης Δημ. Καλαποθάκης, πού είχε αναλάβει τότε την προεδρία τού ελληνικού κομιτάτου για το βιλαέτι Μοναστηρίου. Ήσαν εκεί καί οι επίσης νεκροί τώρα Γεώργ. Μπαλτατζής καί Ιωάννης Δημ. Ράλλης.
—Τί είδες, καπετάνιε, τόν ρώτησαν, στη Μακεδονία, πού πήγες δύο φορές;
— Είδα πώς ο Βούλγαροι σκοτώνουνε αράδα τούς δικούς μας κ’ εμείς καθόμαστε με χέρια σταυρωμένα. Χάσαμε τώρα τόν καπετάν Κώτα καί τον καπετάν Βαγγέλη. Κ’ εγώ μονάχα κατέω τι άντρες ήσαν. Αν πάη έτσι...
Οι τρεις αντιπρόσωποι της νεοσύστατης τότε ελληνικής οργανώσεως αλληλοκοιτάχτηκαν. Η απάντησις ήταν μάθημα.
— Θέλεις να ξαναπάς στη Μακεδονία, ρώτησε ό Καλαποθάκης, και είσαι έτοιμος;
— Φεύγω ουδέ αύριο.
— Τί θέλεις, καπετάνιε;
— Σαράντα ή τουλάχιστον τριάντα άνδρες, τουφέκια μάνλιχερ καί κιάλια.
Άρχισε ένα ατέλειωτο παζάρευμα. Δέχθηκε τέλος ό Καούδης να εκστρατεύση εναντίον Βουλγάρων καί Τούρκων με 12 μονάχα άνδρες, όσοι ήσαν
καί οι απόστολοι του Χριστού, καί με όπλα γκρά, όταν οι Τούρκοι ήσαν ωπλισμένοι με μάουζερ καί οι περισσότεροι κομιτατζήδες με μάνλιχερ. Για
τα κιάλια όμως έμεινε ανένδοτος.
— Χωρίς κιάλια, είπε με το δίκιό του καθαρά καί ξάστερα, δεν το κουνώ.
Κόντευε να ματαιωθή όλη η προσπάθεια. Πετάχθηκε τότε ένας αμούστακος καί νεόβγαλτος αξιωματικός, πού παρέστεκε έως τότε σιωπηλός σε
μίαν άκρη.
— Στάσου, καπετάνιε, είπε ξαφνικά. Ο πατέρας μου, πού είναι στρατηγός απόστρατος, έχει καλά κιάλια. Θα τα κλέψω καί θα στα φέρω το βράδυ.
Καί κράτησε την υπόσχεσί του. Ο Καούδης δεν έμαθε τ’ όνομα του νεαρού αυτού αξιωματικού, πού έγινε αιτία να ξεκινήση το πρώτο σώμα και ν’ ανάψη ό αγώνας. Ένας πρώην ληστής, ό Μπολάς, είχε σταλή με άλλο μικρό σώμα λίγες μέρες πρωτύτερα, μα πήγε ως τα σύνορα καί γύρισε ευθύς πίσω.
Ο καπετάν Θύμιος έτρεξε να βρή τούς φίλους του Κύρου καί Σίμον καί να τούς μεταδώση το μεγάλο άγγελμα. Ο Νταλίπης έλειπε στην επαρχία καί δεν ήξεραν την διεύθυνσί του. Πήρε τούς δυό, τόν Ιωάννην Σιμανίκα απ’ τη Νάουσα, πού εξελίχθηκε σε λαμπρό καπετάνιο, καί τους Κρητικούς Καλογεράκη, Νεστάρη, Σεϊμένη, Λευκαρουδάκη, τόν Ζουλή, ένα στρατιώτην, πού ελιποτάκτησε απ’ το λόχο του, για να πολεμήση στη Μακεδονία. Αναχώρησαν χωρίς αναβολή. Στη Λάρισσα ό Σίμος έπαθε κήλη και γύρισε στην Αθήνα να εγχειρισθή. Στην Καλαμπάκα βρήκαν τα τουφέκια (γκρά), μα όχι καί τις κάπες. Οι απλοϊκοί όμως καί αμόρφωτοι εκείνοι άνδρες προτίμησαν να ξεκινήσουν για τα μακεδονικά βουνά χωρίς κάπες παρά να χασομερήσουν καί λίγες μέρες.
Ο Παύλος, ιδανικός οδηγός, τούς πέρασε γρήγορα καί σίγουρα απ’ την δύσκολη συνοριακή ζώνη. Μα ό Αγακίδης, πού ήταν μαζί, τούς έπεισε παρά τις αντιρρήσεις του Παύλου να τραβήξουν ίσα στο Τσοτύλι, όπου ό πατέρας του ήταν γυμνασιάρχης ή καθηγητής, καί να διανυκτερεύσουν. Αλλά δεν τούς δέχθηκαν. Πήγαν καί στο γειτονικό Μαρτίστι, όπου ό Αγακίδης είχε, όπως έλεγε, συγγενείς. Βρήκαν κ’ εκεί τις πόρτες κλειστές καί ξημερώθηκαν κάτω στον κάμπο, στο δημόσιο δρόμο, κοντά στην έδρα τουρκικής μεραρχίας!
— Το έλεγα, τζάνημ, εγώ, είπε ό Παύλος, βρίζοντας καί τόν πτωχό Αγακίδη.
Τούς πήρε τότε, ανέβηκαν γρήγορα σ’ ένα παρακείμενο βουνό (Ντέμπλα), πέρασαν βιαστικά τη γέφυρα τού Σμίξι στον Αλιάκμονα καί έφθασαν στ’ αμπέλια τού Κωσταράζι, όπου καί τρύπωσαν.
Είδαν τότε εκεί ένα λόχο στρατού να ψάχνη τα υψώματα γύρω απ’ τη γέφυρα. Κατά τύχη τούς είδε στ’ αμπέλια ό Τουρκαλβανός αγροφύλακας τού χωριού Γιασάρ. Ο Παύλος πήγε κοντά του καί τού μίλησε. Κι όταν σε λίγη ώρα πρόβαλε ένας άλλος λόχος στρατού, διαβεβαίωσε ό Γιασάρ τόν διοικητή του ότι στην περιοχή του δεν είχε φύλλο κουνηθή ούτε ένας καν ξένος εμφανισθή.
Στο Βογατσικό καί το Λέχοβο προμηθεύθηκαν από βοσκούς παλιές ξεφτισμένες κάπες. Κι απ’ το Λέχοβο τράβηξαν μέσον Μπελκαμένης (Δροσοπηγής) για το Ζέλοβο (Ανταρτικό). Βιάζονταν ό Καούδης να ξαναϊδή τα λημέρια καί βασίλεια τού Κώτα.
Τούς δέχθηκαν με ανοικτές ολόθερμες αγκάλες. Ήσαν το Ανταρτικό καί το Πισοδέρι τα μόνα χωριά, πού κρατούσαν ακόμα στην καταθλιπτική βουλγαρική πίεσι ύστερα απ’ την εξουδετέρωσι τού Κώτα. Τόν Μάϊο, ημέρα τού Αγίου Αθανασίου τού καλοκαιρινού καί την ώρα, πού ήταν μαζωμένος όλος ό κόσμος στην εκκλησία, πρόβαλαν ξαφνικά οι κομιτατζήδες. Πρόλαβαν όμως πολλοί άνδρες ν’ αρπάξουν τα τουφέκια καί εκινητοποιήθηκαν με τσεκούρια καί πέτρες οι γυναίκες με την παπαδιά τού Παπαηλία επί κεφαλής, πού είχε, όπως γράψει ό Μελάς, ωραιότατα ολόξανθα παιδάκια. Οι κομιτατζήδες έκαμαν μεταβολή.
Αλλά τώρα είχαν αναφανή τα πρώτα βουλγαρικά ζιζάνια στο χωριό. Ο Κώτας ήταν φυλακή. Ελεύθεροι οι κομιτατζήδες μπορούσαν να σφάζουν ανενόχλητα. Ο πρόεδρος Ανταρτικού Λάμπρος Νικολάου, ενώ πήγαινε στην Καστοριά, βρέθηκε σφαγμένος με 19 μαχαιριές. Την ίδια τύχη είχαν καί οι πρόκριτοι Βασίλειος Λαντζάκης πρώτα καί Ναούμ Μήρτσος έπειτα την ώρα, πού πήγαιναν στο Πισοδέρι. Καί ό Χατζηπαύλος, πού με τόση χριστιανική μεγαλοψυχία τού είχε δώσει τόν Μάρτιο ό Μελάς άφεσι αμαρτιών, ξεσπάθωσε καί ωργίαζε. Είχε πάρει, έλεγαν, 200 λίρες απ’ το κομιτάτο, για να σπάση την αντίστασι το αδάμαστου χωριού.
Είχαν κλείσει στα περισσότερα χωριά και τα ελληνικά σχολεία, όσο θαμπό καί σκοτεινό κι αν ήταν το φώς, πού έδιναν. Άλλο κεφάλαιο είναι τα τότε σχολικά μας χάλια. Ο Μελάς βρήκε δάσκαλο στο Γάβρο ένα παιδί, πού είχε μάθει τα γράμματα στη νυκτερινή σχολή τού Παρνασσού στην Αθήνα, όπου κουβαλούσε την ημέρα λάσπες. Στο ίδιο το χωριό του Κώτα τα παιδιά τού σχολείου έλεγαν, όπως γράφει ό Μελάς τόν Μάρτιο του 1904, μερικά τραγούδια, πού δεν ξεχώριζε κανείς αν ήσαν ελληνικά, τουρκικά ή κινέζικα. Απ’ όλα δύο μόνον καταλάβαιναν οπωσδήποτε τα ελληνικά. Στο Τρίγωνο (Όστιμα) υποδέχθηκε τόν Μελά ένας καμπούρης 16 χρονών, πού έπαιρνε μισθό 7 εικοσόφραγκα το χρόνο. Οι ανάπηροι και σημαδεμένοι απολάμβαναν, φαίνεται, εκείνη την εποχή ιδιαίτερη προτίμησι για τη μεταλαμπάδευσι των σχολικών φώτων. Καμπούρα ήταν και ή δασκάλα τού Ανταρτικού, εκπαιδευτικής μητροπόλεως για όλη την περιφέρεια, κουτσός απ’ το ένα πόδι ο ένας δάσκαλος καί κουτσός απ’ τα δύο, καμπούρης καί κοντορεβυθούλης ό άλλος καί διευθυντής τού σχολείου Νικόλαος Τραϊνού ή Σιδέρης, πού ήταν καί κουρέας, τσαγκάρης, σαμαράς, αναφορογράφος, διαθηκογράφος, ομολογογράφος κ.λπ. Είχε όμως ό Κουασιμόδος αυτός ψυχή και φωτιά. Παρ’ όλους τούς θησαυρούς, πού τού έταξαν οι Βούλγαροι, καί τις απειλές, πού του εξετόξευσαν, έμεινε πιστός καί ασάλευτος στο καθήκον του διδασκάλου καί το μωσαϊκόν των επαγγελμάτων του. Το 1873 ίδρυσε το πρώτο σχολείο στο νάρθηκα της εκκλησίας. Αργότερα το προβίβασε καί το μετακόμισε στην αποθήκη της εκκλησίας. Έκτισε έπειτα καινούργιο σχολείο με 5 λίρες, πού επρόσφερε ή εκκλησία. Το 1911 τέλος άρχισε την ανέγερσιν καινούργιου, μεγάλου καί ωραίου σχολείου με χρήματα των ξενητεμένων στον Καναδά καί την Αμερική Ζελοβιτών. Μα ό,τι έφτιαναν την ημέρα οι μαστόροι το χαλούσαν την νύχτα οι Βούλγαροι. Αναγκάσθηκαν να τούς παραμονέψουν κρυμμένοι μιά βραδειά οι δικοί μας. Άρχισε ευθύς άγριος πόλεμος με τα τούβλα καί τις πέτρες τού σχολείου καί με το αποτέλεσμα να σπάσουν πολλά κεφάλια. Έτρεξε ό αστυνομικός σταθμάρχης καί έπιασε πολλούς, για να τούς στείλη δεμένους στην Καστοριά. Οι περισσότεροι ήσαν δικοί μας. Παίρνει τότε ό γεροδάσκαλος ένα απ’ τα σφυριά του, τρυπάει το κεφάλι του καί παρουσιάζεται καταματωμένος στον τσιαούση, πού τού είχε πολύ σεβασμό. Όλοι οι δικοί μας απολύθηκαν καί οι Βούλγαροι εσύρθηκαν στη φυλακή της Καστοριάς. Αλλ’ όπως τα καλά παλληκάρια, πού ξέρουν κι άλλα μονοπάτια, κατάφεραν να εκδοθή εκεί διαταγή των αρχών, για να κατεδαφισθή το αυθαίρετο (χωρίς ειδικήν άδεια) καί ασκέπαστο σχολείο. Ειδοποιείται απ’ τόν μητροπολίτη ό γεροδάσκαλος καί ρίχνονται ευθύς όλοι, άνδρες καί γυναίκες, μεγάλοι καί μικροί, με τα μούτρα στη δουλειά. Χάλασαν ακόμα καί δικά τους σπίτια, για να εξοικονομήσουν υλικά. Κι όταν έφθασαν την άλλη μέρα οι αντιπρόσωποι της αρχής, βρήκαν το σχολείο στεγασμένο. Ή κατεδάφισίς του πια δεν ήταν δυνατή. Τόν δάσκαλο αυτόν, όπως καί άλλους, απέλυσε το 1913 χωρίς καμμιά σύνταξι ή αποζημίωσι το ελληνικό κράτος «ελλείψει προσόντων».
Ο Καούδης δεν έκαμνε βήμα χωρίς τόν Παύλο, πού ήταν σύμβουλος, οδηγός καί ανεκτίμητος γνώστης προσώπων καί πραγμάτων καί όλων γενικά των μονοπατιών καί περασμάτων.
Έτρεξαν να τούς καλωσορίσουν καί να τούς καλέσουν να πάν στα χωριά τους επιτροπές καί από τα μακρυνότερα, όπως ή Ρούλια, ό Γάβρος καί άλλα. Μα δεν τούς άφηναν οι Ζελοβίτες. Απειλούσαν οι κομιτατζήδες ότι απ’ τη μιά μέρα στην άλλη θα πιαναν τούς δέκα αυτούς ψωριάρηδες καί ωπλισμένους με παλιογκράδες Έλληνες καί θα τούς έρριχναν στη λίμνη της Πρέσπας να τούς φαν τα ψάρια καί οι βατράχοι. Πραγματικά μιά νύχτα, πού ήσαν στο δάσος της Αγίας Τριάδας, έφθασε η είδησι, ότι εκείνη την βραδειά θα πήγαιναν πολλοί κομιτατζήδες στο Τρίγωνο. Έτρεξαν αμέσως οι δικοί μας να πιάσουν θέσεις έξω απ’ το χωριό καί να τούς στήσουν καρτέρι. Άργησε όμως ό Παύλος στο Ανταρτικό, όπου πήγε να ειδοποιήση καί το χωριό του καί να διαπιστώση την πληροφορία, καί όταν έφθασαν οι 12 αντάρτες στο Τρίγωνο, βρήκαν θρονιασμένους μέσα στα σπίτια του τούς φίλους. Έπιασαν τότε τα υψώματα πάνω απ’ το χωριό με την ελπίδα, ότι θα έβγαιναν την αυγή οι κομιτατζήδες στο βουνό. Μα εκείνοι δεν το κούνησαν. Όπως ό Μωάμεθ, πού πήγε στο βουνό, αφήκαν καί αυτοί, όταν καλοξημέρωσε, το βουνό καί κατέβηκαν στο χωριό. Τούς υποδέχτηκαν πυκνότατα από παντού πυρά. Ήσαν 80—90 Βούλγαροι. Με πολλή δυσκολία κατώρθωσαν ευτυχώς να πιάσουν ένα βουναλάκι καί πολεμούσαν απ’ εκεί όλη την ημέρα. Μα τρείς άνδρες του Καούδη αποκλείστηκαν στο χωριό, οι Σκουντρής, Ντίνες καί Ζιουλής. Ο Ντίνες τα κατάφερε καί τρύπωσε σ’ ένα συγγενικό του σπίτι. Τόν Ζιουλή έκρυψε καί τόν έσωσε μιά αξιοθαύμαστη χωριατοπούλα, ή Λένα. Ο Σκουντρής πολέμησε μόνος από ένα σπίτι καί αφού το ανατίναξαν με δυναμίτι καί πλήγωσαν τόν ίδιο, ξεγλύστρησε σ’ ένα κήπο με φασόλια καί καλαμπόκια, όπου καί τρύπωσε.
Την ίδια μέρα άλλοι κομιτατζήδες κτύπησαν το Ανταρτικό. Πολέμησαν παλληκαρίσια οι χωρικοί, ενώ ή βαρειά φωνή του Τράϊκου Λαντζάκη ύβριζε καί προκαλούσε τούς Βουλγάρους και ό Γιάγκος, ένας εξάδελφος του Μητροβλάχου, του φώναζε ελληνικά, βλάχικα καί βουλγαρικά: «Δεν ντρέπεσαι, εξάδελφε, να πας με τους αρκουδαραίους; Ντρόπιασες όλο το σόϊ μας». Έφθασε μ’ ενίσχυσι απ’ το Πισοδέρι καί ό Παπασταύρος χωρίς καλυμαύχι, ζωσμένος άρματα καί φυσεκλίκια. Η σύγκρουσις αυτή κατέβασε γενικά το ηθικό των Βουλγάρων και ανύψωσε των Ελλήνων. Σκοτώθηκαν αρκετοί κομιτατζήδες και ένας πρώτος εξάδελφος του αρχικομιτατζή Καρσάκιωφ.
Ο «μπίμπασης», στρατιωτικός διοικητής της Φλώρινας, έσπευσε να στείλη στο Ανταρτικό και στο Τρίγωνο κουτιά με τα καλύτερα μυρωδάτα τσιγάρα, πού δεν προωρίζονταν βέβαια για μόνους τους χωριάτες. Ως τόσο έπρεπε να φοβούνται τούς Τούρκους «καί δώρα φέροντας». Γράφει ή από 21ης Δεκεμβρίου 1901 αναφορά του Ελληνικού προξενείου Θεσσαλονίκης: «Οι Τούρκοι ευρίσκονται εις πολύ δύσκολον ψυχολογικήν κατάστασιν. Καί θέλουσι τα ελληνικά σώματα, φρονούντες αφ’ ενός ότι είναι αναγκαία κατά των Βουλγάρων, φοβούμενοι αφ’ ετέρου μη τυχόν ή δι’ αυτών επικράτησις του Ελληνισμού επιφέρει μείζονα δι’ αυτούς κακά!» Ο Μητροβλάχος έστειλε ένα γέρο, τόν Ναούμη απ’ το Μακροχώρι καί εζήτησε να προσχωρήση στις τάξεις μας με μοναδικό όρο να διατηρηθή αρχηγός καί να μορφωθούν τα δύο παιδιά του στην Αθήνα. Ο Καούδης καί ό Παύλος δέχθηκαν μ’ ενθουσιασμό την πρότασι καί αναφέρθηκαν στο Μοναστήρι.
Καί ο Καρσάκωφ σε μιά σύσκεψι κομιτατζήδων, πού μελετούσαν να κάψουν το Λέχοβο, όπου ήσαν πολύ λίγοι οι αντάρτες, τούς είπε ν’ αναβάλουν την επιχείρησι για τις ελληνικές καλέντες, γιατί, αν οι λίγοι αυτοί αντάρτες είναι Κρητικοί ή άλλοι, όπως εκείνοι του Τριγώνου, κτυπούν στο σταυρό από χίλια μέτρα. Ήσαν πραγματικά όλοι οι άνδρες του Καούδη, όπως καί ό Νταλίπης, εξαίρετοι σκοπευτές.
Είχαν όμως το παράπονο, ιδία ό Σκουντρής, ότι δεν ήσαν «εν τάξει» με τη θρησκεία καί δεν μεταλάμβαναν την Θεία Κοινωνία. «Ντα μπορούμε, μωρές παιδιά, τούς έλεγε ό Καούδης, καλός καί άγιος επίσης χριστιανός, να κάνουμε εμείς αυτά τα πράγματα, πού τρώμε ό,τι βρούμε καί όταν το βρούμε;» Τ’ άκουσε ό Παπασταύρος.
— Γι’ αυτό χολοσκάνετε, μπρέ παιδιά; τούς είπε. Ελάτε μεθαύριο την Κυριακή το πρωί στην Αγία Τριάδα• θα έρθω καί εγώ με το δισκοπότηρο. Νηστέψετε τρεις ή δύο μέρες, αν μπορέσετε. Ελάτε στην Αγία Τριάδα και μη σάς νοιάζη.
Αλλά την πρώτη απ’ τις τρεις μέρες τις νηστείας καί προσευχής έστειλαν τόν Ντίνε να φέρη απ’ το Τρίγωνο ένα συγγενί του Στόϊκου, πού ήταν πράκτορας του κομιτάτου. Τον Ντίνε δεν τόν χώνευε καθόλου καί δεν του είχε εμπιστοσύνη ό Παύλος. Τόν έστειλαν, για να τόν δοκιμάσουν και να τόν εκθέσουν. Ο Ντίνες έκαμε καλά την δουλειά καί έφερε δεμένο στο λημέρι τόν θειο του, πού δεν ξαναγύρισε πια στο χωριό του. Την δεύτερη μέρα ξέκαμαν ένα μπακάλη απ’ την Λευκώνα, πού τόν είχε προγράψει ό ίδιος ό Παπασταύρος. Την ημέρα του Σαββάτου έμαθαν ξαφνικά ότι θα περνούσε για το σπίτι του ό περίφημος Χατζηπαύλος, πού ερχόταν απ’ το Μοναστήρι. Του έστησαν καρτέρι ανάμεσα Ανταρτικό καί Πισοδέρι και τον σκότωσαν καί αυτόν στην ίδια θέσι, πού είχαν σφαγιασθή καί οι Βασίλειος Λαντζάκης καί Ναούμ Μήρτσος. Ενόμισαν πια ότι δεν είχαν ένδυμα γάμου για την Θεία Κοινωνία καί ούτε τόλμησαν να πάν στην Αγία Τριάδα.
Κοντά το μεσημέρι όμως της Κυριακής καί τούς βρήκε αγριεμένος ό Παπασταύρος.
— Τί γενήκατε, αμπρέ; Κοροϊδεύετε με μένα καί την Θείαν Μετάληψιν;
— Το καί το, παππούλη.
Άμπρε, μπουνταλάδες είσθε σεις; Δεν ξέρετε ότι μ’ αυτό, που κάματε, ξεπλύνατε όλες τις αμαρτίες σας; Πάμε στην Αγία Τριάδα. Έχω εκεί το άγιο δισκοπότηρο.
Τη νύχτα, πού έπεσε στην Στάτιστα (Μελά) ό Παύλος Μελάς, πήραν αργά είδησι απ’ τις τουφεκιές. Ξεκίνησαν αμέσως. Μα στη μέση του δρόμου σταμάτησε απότομα ό Κύρου καί παρ’ όλα τα παρακάλια το Καούδη δεν δέχθηκε να προχωρήση. Χωρίς αυτόν οι άλλοι δεν μπορούσαν να κάμουν βήμα ανάμεσα στους δασωμένους γκρεμούς καί στο βαρύ σκοτάδι.
Ξημερώνει, επαναλάμβανε ό Παύλος, και μπορούμε να πέσουμε ανάμεσα στους Τούρκους καί κομιτατζήδες.
Δεν φάνηκε κανένας απ’ τούς άνδρες του Μελά, πού είχαν διασωθή. Αν είχαν προχωρήσει, θα μπορούσαν ίσως να σώσουν τόν Γιώργη Βολάνη καί εξ άλλους, πού παραδόθηκαν το πρωί στον τουρκικό στρατό, αφού πολέμησαν όλη την νύχτα, κυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι. Ο Π. Μελάς είχε πέσει πριν πολλές ώρες, απ’ την αρχή.
Ο Καούδης υπωπτεύθηκε αργότερα ότι ή απροθυμία καί το πείσμα του Παύλου δεν ήσαν άσχετα με το τάλληρο, πού έπαιρνε στην Αθήνα απ’ το γραφείο του πενθερού του Μελά για τροφή, κατοικία καί τσιγάρα μιάς βδομάδας.
Ο Καούδης καί ό Κύρου περιμάζωξαν τούς σκορπισμένους άνδρες του σώματος Μελά με τούς Καραλίβανο καί Πίρζα καί σύμφωνα με την επιθυμίαν των τούς ωδήγησαν στη Μπελκαμένη (Δροσοπηγή). Εκεί ό Καούδης επήρε επείγον σημείωμα του Κέντρου Καστοριάς νά πεταχτή αμέσως στο Βογατσικό, όπου είχε φθάσει καινούργιο σώμα με αρχηγό αξιωματικό τόν καπετάν Ρούβαν (Κατεχάκην) καί νά τόν καθοδηγήση. Δεν έπρεπε νά την πάθη καί ό δεύτερος αξιωματικός, όπως καί ό Μελάς, έγραφε ό μητροπολίτης, οπότε θα εκινδύνευε νά ματαιωθή όλος ό αγώνας. Μέσα στους 35 άνδρες του Κατεχάκη (έπειτα στρατηγού καί υπουργού) ήσαν καί ο Νταλίπης καί Σίμος απ’ τα πρωτοπαλλήκαρα του Κώτα.
Στο Λέχοβο ό Καούδης σκέφθηκε ότι ήταν καιρός πια νά εκδικηθή καί την δολοφονία του καπετάνιου του, το Βαγγέλη του Στρεμπενιώτη. Εκείνη την ημέραν ακριβώς, 13)26 Νοεμβρίου, ήλθε νά τούς βρή καί ό Γραμμενόπουλος απ’ το Ζέλενιτς, για νά τούς ανακοινώση ότι την άλλη νύχτα θα γίνονταν στο χωριό του μεγάλος γάμος, όπου θα παραβρίσκονταν και οι σημαντικώτεροι Βούλγαροι απ’ τ’ άλλα χωριά καί ακόμα καί απ’ τη Φλώρινα καί το Μοναστήρι. Άλλο, πού δεν ήθελαν. Ένας Τούρκος απ’ το Ζέλενιτς, ό Σούλιος, τούς ωδήγησε και τούς τοποθέτησε χωρίς κανείς να πάρα είδησι. Μόνη παράκλησι διατύπωσε νά περιμένουν λίγη ώρα, έως ότου θα πήγαινε σπίτι του καί θα εξασφάλιζε το άλλοθι. Ο μεγάλος γάμος βουτήχτηκε στο αίμα. Πρωτοστάτησαν ό Νταλίπης, ό Κιουτσούκης απ’ την Κοζάνη, πού ύστερα από δύο χρόνια αυτοκτόνησε σε μιά υπόγεια κρύπτη κοντά στο Μοναστήρι, για νά μη αιχμαλωτισθή. Κάθησε χρόνια στη φυλακή του Μοναστηρίου καί ό Σούλιος παρά τα προφυλακτικά μέτρα του καί το άλλοθι.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στις 8 Δεκεμβρίου 1904 οι πρεσβευτές Ρωσίας καί Αυστροουγγαρίας επέδωσαν διακοίνωσι στην Υψηλή πύλη, πού την δημοσίευσε ή Γαλλική Κιτρίνη Βίβλος, για το έγκλημα του Ζέλενιτς. Καταλογίζουν ευθύνες στην τουρκική κυβέρνησι, γιατί δεν κινήθηκε εκείνη τη νύχτα ή φρουρά της Νέβεσκας (Νυμφαίου) καί γενικά δεν εσυγκινούνταν οι τοπικές αρχές, όταν χριστιανοί αλληλοσφάζονταν. Απ’ τη νότα αυτή βγαίνει ότι ό Ρώσος καί ό Αυστριακός πρόξενος Μοναστηρίου έτρεξαν ευθύς την επομένη επί τόπου, ενώ δεν ξεκόλλησαν απ’ τις πολυθρόνες των για σφαγές Ελλήνων, πού έγιναν πολύ πλησιέστερα στο Μοναστήρι. Η ίδια ή διακοίνωσις ομολογεί ότι οι κομιτατζήδες κατακρεούργησαν ύστερα από 5 ημέρες οκτώ «αθώους» Έλληνες αγωγιάτες —ήταν απ’ την Κοζάνη χωρίς όμως καί νά πληροφορή, εάν μετακινήθηκαν αυτή την φορά οι δύο πρόξενοι.
Στιγματίζει την πράξι καί ό Ντραγκάνωφ (La Macedoine et les reformes σελ. 249 καί 250), πού δεν αφιερώνει ούτε μιά λέξι για τις σφαγές καί τα εγκλήματα των κομιτατζήδων. Στον κατάλογο των θυμάτων, πού δημοσιεύει, υπάρχει καί ένας Τούρκος νεκρός καί ένας «φιλοβούλγαρος» μπέης πληγωμένος. Ενώ ό Ρώσος καί ό Αυστριακός πρόξενος διαπίστωσαν, λέγει, ότι με τούς αντάρτες ήσαν καί «ελληνίζοντες» χωρικοί απ’ τ’ Ασπρόγεια καί την Δροσοπηγή, ή τουρκική αρχή δεν τούς ενώχλησεν, αλλά φυλάκισεν ως υπόπτους μόνον τέσσαρες «ελληνίζοντες» κατοίκους του ιδίου τού Ζέλενιτς.
Μόλις οι Κατεχάκης καί Καούδης έφθασαν στο Ανταρτικό, προσκάλεσε ό Μητροβλάχος σε μάχη τόν «γαλονά» από μιά δασωμένη ράχη. Οι δικοί μας του ρίχθηκαν παρευθύς. Μα ό Μητροβλάχος ύστερα από μιά δυό ώρες υποχώρησε καί εξαφανίστηκε στο δάσος. Τό σχέδιό του ήταν να προκαλέση τους Έλληνες, ορμητικούς καί ζωηρούς πάντοτε, νά τρέξουν στις τουφεκιές οι Τούρκοι καί νά βρεθούν οι πρώτοι ανάμεσα από δύο πυρά. Η κλασσική τακτική του αυτή τη φορά δεν τελεσφόρησε.
Ο χειμώνας 1904 —5 ήταν βαρύτατος. Ο Κατεχάκης έπαθε κήλη. Θα ήταν πολύ δύσκολο καί περισσότερο επικίνδυνο νά περάσουν τόσους μήνες και με τόσα χιόνια στο Ανταρτικό. Οι Τούρκοι ύστερα απ’ το ματωμένο γάμο του Ζέλενιτς είχαν αγριέψει. Πήραν καί σχετική διαταγή απ’ το Μοναστήρι. Έφυγαν λοιπόν όλοι, Κατεχάκης, Καούδης, Κύρου, Νταλίπης καί λοιποί για τα ασφαλή λημέρια τού Βογατσικού, Εράτειρας, Κωσταραζιού, Γέρμας κ.λπ.
Την άνοιξι τού 1905 ετοιμαζόταν ό Καούδης νά ξαναγυρίση στο Ανταρτικό με τούς Κύρου, Νταλίπην καί Σίμον. Περίμενε καί καινούργια δύναμι απ’ την Αθήνα, πού θα ενίσχυε το σώμα του. Μα εκείνος, πού ανάλαβε νά την οδηγήση, την κράτησε για τόν εαυτό του. Προχώρησε για τα βουνά της Φλώρινας σαν ανεξάρτητος οπλαρχηγός, χωρίς νά ρωτήση για τόν Καούδη, πού ανυπομονούσε στο Βογατσικό. Ο καλός καί σεμνός Θύμιος αναγκάστηκε νά φύγη για τα σύνορα. Ματαιώθηκε καί η πολύτιμος προσχώρησις τού Μητροβλάχου, πού σ’ αυτόν μονάχα είχε εμπιστοσύνην.
Ο Κατεχάκης εργάσθηκε έπειτα μέσα στη Νάουσα, μεταμορφωμένος σε μηχανικό εργοστασίων, με το ψευδώνυμο Αποστόλου. Με τη σεμνότητα καί τη σοβαρότητά του κατώρθωσε νά μη γεννήση καμμιά υποψία στις τουρκικές αρχές, έως ότου τόν Δεκέμβριο 1906 πληγώθηκε σε μιά συμπλοκή με τόν Τουρκικό στρατό έξω απ’ το Κοροπάνι.
Ο Παύλος καί ό Νταλίπης πήγαν με τόν Βάρδα στα βουνά καί τα χωριά τους. Δεν τα πήγαιναν, φαίνεται, καί πολύ καλά μαζί του. Κάποιο διάστημα έμειναν μόνοι καί αποχωρισμένοι οι δυό τους στο Ανταρτικό.
Ο Νταλίπης είχε κατεβή με τόν Γύπαρη, τόν Στέφο καί τόν Λαμπίρη στο χωριό του, το Γάβρο, νά ετοιμάση ψωμιά καί κριάρια, πού τα βρήκε ό Γύπαρης τα παχύτερα απ’ όσα είχε ιδεί, για το σώμα, πού λημέριαζε με τόν Βάρδα επάνω απ’ το χωριό. Μα ξαφνικά τούς ρίχθηκαν πολλοί κομιτατζήδες καί στην τετράδα κάτω καί στους πολλούς επάνω. Ύστερα από ολοήμερη μάχη κατώρθωσαν νά ξεγλυτώσουν προς το Ανταρτικό, αφού αφήκαν σ’ ένα σπίτι δύο βαρειά πληγωμένους, πού τόν ένα εκομμάτιασαν οι Βούλγαροι και επρόλαβε ό άλλος ν’ αυτοκτονήση.
Τόν χειμώνα, επίσης βαρύτατο όπως τού 1904, έφυγαν στην Ελλάδα. Την άνοιξι του 1906 ξαναγύρισαν πάλιν στα Κορέστια μ’ ένα κοινό δικό τους σώμα, ενωμένοι καί αχώριστοι πια καπεταναίοι. Είχαν καί ένα ιδιαίτερο σύνδεσμο. Ο Καούδης είχε βαπτίσει ανά ένα κοριτσάκι τού καθενός καί τούς είχε δώσει. τ’ όνομά του, Ευθυμία.
Ή γυναίκα τού Νταλίπη, όταν έμαθε ότι θα ξαναέβγαινε στα βουνά, τού έγραψε να ησυχάση πια καί νά κοιτάξη τα παιδιά του, πού είχαν μείνει στους πέντε δρόμους. Η φτωχή γυναίκα, μόλις είδε νά περνά φορτωμένος αλυσίδες για τη φυλακή ό Κώτας, πήρε τα μικρά παιδιά της καί έφυγε στην Καστοριά. Βολόδερνε εκεί με τη φτώχεια. Το πλούσιο άλλοτε σπίτι της είχε τώρα σκορπίσει. Καί αν ήθελε κανείς συγγενής να την βοηθήση, δεν το επέτρεπαν οι κομιτατζήδες. Μα έξυπνη και ενεργητική γύριζε στην αγορά τις μέρες τού παζαριού καί έπιανε ψιλή κουβέντα με τις χωρικές. Συγκέντρωνε έτσι πληροφορίες, πού έγιναν αιτία αρκετοί κομιτατζήδες να ξεπατωθούν.
Ο Νταλίπης αποκρίθηκε στη σύστασί της ότι, εάν του ξανάγραφε για τέτοιο πράγμα, θα την χώριζε παρευθύς καί παραχρήμα. Πώς μπορούσε νά σκέπτεται αυτός τα παιδιά του, όταν ξένοι έρχονταν νά σκοτωθούν στα μακεδονικά βουνά;
Η κατάστασις στα Κορέστια ήταν το 1906 πολύ δύσκολη. Οι κομιτατζήδες είχαν πληθυνθή και τα δικά μας στελέχη στα χωριά εξοντωθή ή
απομακρυνθή. Οι δυο εντόπιοι καπεταναίοι κατώρθωσαν να κρατηθούν μονάχα με την πείρα καί την γνώσι του τόπου καί κάθε πτυχής του.
Για νά εξουδετερώσουν τουλάχιστον τόν κίνδυνο απ’ τη στρατιωτική φρουρά του Πισοδερίου, ό Νταλίπης πλήρωνε κάθε μήνα τρείς λίρες στον διοικητή της. Πήγαινε καί άφηνε τα χρήματα σε μιά γωνιά της Αγίας Τριάδας, πού την είχαν κάψει ήδη οι Βούλγαροι. Ερχόταν καί ό αξιωματικός καί ταπαιρνε, κάμνοντας πώς δεν έβλεπε τόν Νταλίπη, πού ήταν λίγο παραπέρα ανάμεσα στα δένδρα. Έτσι ήταν εν τάξει ό Τούρκος βαθμοφόρος απέναντι στον σουλτάνο καί τη συνείδησί του, αφού δεν έπαιρνε τις λίρες απ’ το χέρι ενός «λησταντάρτη».
Την 19ην Νοεμβρίου 1906 έπεσε ό Νταλίπης σε μιά βουλγαρική ενέδρα στο Πρέβαλι, στον δρόμο προς την Πρέσπα. Τόν αφήκαν παραπεταμένο καί παραμορφωμένο σε μιά ρεματιά. Ήρθαν την άλλη μέρα γυναίκες απ’ το Ανταρτικό, της οικογενείας Κύρου, νά τόν νεκροκομίσουν. Τόν αναγνώρισαν από κάποια πληγή στο πόδι του. Την άλλη νύχτα έπεσε σ’ άλλη ενέδρα κοντά στο Τρίγωνο καί ό Παύλος.
Έπεσαν οι δυό εθνικοί στυλοβάτες των Κορεστίων. Ο οπλαρχηγός Νταϊλάκης, πού δολοφονήθηκε τόν Σεπτέμβριον 1941 απ’ τούς Βουλγάρους, γράφει στα απομνημονεύματά του ότι δύο ύποπτοι απ’ τα χωριά των Κορεστίων, πού τούς κατονομάζει, είχαν πάει με άλλους δύο στην Αθήνα καί κατατάχτηκαν αντάρτες με τόν αποκλειστικό σκοπό νά δολοφονήσουν αυτόν καί τόν Βάρδα. Επειδή ό Νταϊλάκης είχε πάρει τα μέτρα του καί είδαν ότι δεν θα μπορούσαν νά πραγματοποιήσουν τα σχέδιά των, πήγαν το φθινόπωρο του 1906 ό ένας ύστερ’ απ’ τόν άλλο στο σώμα του Παύλου καί Νταλίπη, πού τούς δέχθηκαν παρ’ όλες τις αντίθετες συστάσεις του. Ο Νταϊλάκης τονίζει ότι αυτοί προεκάλεσαν την εξόντωσι των δύο καπεταναίων.
Το βέβαιο είναι ότι αρκετά παράξενο καί ανεξήγητο ήταν νά πέσουν σε δύο τόσο σατανικές καί διαδοχικές ενέδρες οι δύο παλαιοί, πολύπειροι καί πολύτιμοι οπλαρχηγοί.



Πηγή: Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί, Γ. Χ. Μόδης, εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.





 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com