Η προϊστορική Μακεδονία.

ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

(από την εμφάνιση του ανθρώπου έως τη 10η Χιλιετία π.Χ.)
Η σημερινή εικόνα για την Παλαιολιθική Εποχή της Μακεδονίας είναι πολύ περιορισμένη και αποσπασματική. Οι έρευνες για την εποχή αυτή άρχισαν τη δεκαετία του 1960, όταν ανακαλύφθηκε τυχαία ένα απολιθωμένο ανθρώπινο κρανίο στο σπήλαιο των Πετραλώνων της Χαλκιδικής, που απέχει οδικώς 60 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη και βρίσκεται στο Βουνό Κατσίκα (υψ. 642μ.), στους δυτικούς πρόποδές του και σε ύψος 250μ. Η σπηλιά λέγεται «Κόκκινες πέτρες», αλλά είναι πιο γνωστή ως «Σπήλαιο των Πετραλώνων» από το όνομα του Χωριού Πετράλωνα, που απέχει μόλις 1.000μ.
Το σπήλαιο είναι πολύ μεγάλο (η επιφάνειά του είναι 8.600μ2) και αποτελείται από μεγάλους θαλάμους ύψους 8-10μ., που επικοινωνούν μεταξύ τους με στενές στοές και περικλείει ωραιότατους σταλακτίτες διαφόρων μορφών και σχημάτων. Λευκοί η κοκκινωποί σχηματισμοί που μοιάζουν με κοράλλια, δαντελωτές κολόνες, μανιτάρια, κλαδιά δένδρων διακοσμούν ολόκληρο το σπήλαιο. Το απολιθωμένο κρανίο που βρέθηκε το 1960 ήταν σκεπασμένο σχεδόν ολόκληρο από σταλαγμιτικό υλικό. Ο προσεκτικός καθαρισμός του επέτρεψε να γίνουν λεπτομερείς παρατηρήσεις και μετρήσεις και να συγκριθεί με άλλα γνωστά κρανία του Homo Erectus και του Homo Sapiens που βρέθηκαν σε διάφορα μέρη της γης. Θεωρήθηκε ότι είναι μία μεταβατική μορφή από το Ηοmo Έρευνες στο Ηοmο Sapiens. Η κρανιακή του κοιλότητα έχει όγκο 1.190-1.210 κ.εκ. Έρευνες Ελλήνων και ξένων ειδικών απέδειξαν ότι το κρανίο αυτό, που είναι το καλύτερα διατηρημένο κρανίο προανθρώπου, που βρέθηκε μέχρι σήμερα —και γι’ αυτό πολύτιμο απόκτημα της επιστήμης— είναι 260.000 ετών. Η μοναδικότητα του κρανίου είχε ως αποτέλεσμα να γίνει μια σειρά εργασιών μέσα και έξω από το σπήλαιο. Σε προκαταρκτικά δημοσιεύματα που ακολούθησαν γίνεται λόγος για λίθινα και οστέινα εργαλεία, ωστόσο δεν υπάρχει γι’ αυτά συγκεκριμένη εικόνα.
Το κύριο ωστόσο εύρημα για μια παλαιολιθική θέση, και κατ’ εξοχήν αντικείμενο μελέτης για τους ειδικούς, είναι τα εργαλεία και σύνολα από πελεκημένη πέτρα που ονομάζονται λιθοτεχνίες. Δυστυχώς η έρευνα, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, της εποχής αυτής στη Μακεδονία μας δίνει τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε ως παλαιολιθικά μόνο τρία λίθινα εργαλεία, τα οποία πιθανολογείται ότι προέρχονται από την περιοχή των Γρεβενών. Το πρώτο εργαλείο είναι ένας χειροπέλεκυς από πράσινο τραχύτη μήκους 15,3 εκ., με αμυγδαλόσχημο περίγραμμα, ακατέργαστη βάση και αδρή κατεργασία στις πλευρές. Θεωρείται τυπικός χειροπέλεκυς της Αρχαιότερης Παλαιολιθικής. Το δεύτερο εργαλείο είναι μια διπρόσωπη φυλλόσχημη αιχμή, μήκους 8 εκ., που χρονολογήθηκε στη Μέση Παλαιολιθική. Το τρίτο είναι μία αιχμή τεχνικής Λεβαλλουά, μήκους 7,8 εκ., που χρονολογήθηκε επίσης στη Μέση Παλαιολιθική.
Τα λιγοστά αυτά ευρήματα δείχνουν ότι η Μακεδονία, όπως και όλη η Ελλάδα, κατοικήθηκε ήδη από την Παλαιολιθική Εποχή. Το γεγονός ότι στον περίγυρό της υπάρχουν άφθονα παλαιολιθικά ευρήματα μας πείθει ότι η σημερινή πολύ περιορισμένη εικόνα που έχουμε για την εποχή αυτή στη Μακεδονία οφείλεται κυρίως στην απουσία συστηματικής έρευνας.

ΜΕΣΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (1Οη-7η χιλ. π.Χ.)

Θεωρείται μεταβατική περίοδος και τοποθετείται μετά το τέλος της Νεότερης Παλαιολιθικής και πριν από την αρχή της Νεολιθικής. Παραμένει προς το παρόν άγνωστη στη Μακεδονία.

ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (7η-4η χιλ. π.Χ.)

Τρεις επαναστατικές κατακτήσεις σηματοδοτούν την εποχή αυτή:
Η καλλιέργεια της γης, η εξημέρωση των ζώων, η οργάνωση της μόνιμης κατοικίας. Τα εργαλεία εξακολουθούν να γίνονται από πέτρα, αλλά ο άνθρωπος μαθαίνει να δουλεύει τον πηλό και να κατασκευάσει σκεύη καθημερινής χρήσης.
Η περίοδος αυτή χωρίζεται σε τρεις φάσεις: την Αρχαιότερη, Μέση και Νεότερη.
Στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια τής Νεολιθικής Εποχής ιδρύθηκε ένας σημαντικός αριθμός μόνιμων κυρίως γεωργοκτηνοτροφικών οικισμών, που ανήκουν συνήθως στον τύπο τής τούμπας ενός χαμηλού δηλ. λόφου που δημιουργήθηκε από τα υπολείμματα μιας αδιάκοπης κατοίκησης στη διάρκεια των αιώνων. Ωστόσο επιφανειακές και συστηματικές έρευνες έδειξαν ότι υπήρχαν και άλλες εγκαταστάσεις, λιγότερο ευδιάκριτες, οι οποίες δε διαφοροποιούνταν από τη μορφολογία του εδάφους. Χαρακτηριστικά αυτών των οικισμών σε σύγκριση με τις τούμπες είναι η μεγάλη έκταση και το μικρό ύψος. Είναι ανοικτοί οικισμοί, που οφείλονται σε οριζόντια μετακίνηση των κτισμάτων κατά την ανοικοδόμηση και τα οικιστικά τους στρώματα χωρίζονται συχνό από ένα λεπτό στρώμα εγκατάλειψης. Περιβαλλοντικοί παράγοντες σχετικοί με την καταλληλότητα του εδάφους για καλλιέργεια και γειτνίαση με υδροφόρους ορίζοντες και δρόμους επικοινωνίας παίζουν ρόλο για την επιλογή του χώρου της εγκατάστασης. Η ακτίνα της ζωτικής και καλλιεργήσιμης έκτασης γύρω από έναν προϊστορικό οικισμό κυμαίνεται από 1-5 χλμ, ενώ άλλες δραστηριότητες μπορεί να αναπτύσσονται σε απόσταση έως 10 χλμ. από τον οικισμό. Οι λίγοι συστηματικά ανασκαμμένοι οικισμοί όπως στη Νέα Νικομήδεια, στα Σέρβια, στο Μάνδαλιο, στον Αρκαδικό Δράμας και στο Δισπηλιό της Καστοριάς συσχετισμό με τα αποσπασματικά στοιχεία που έχουμε από ένα μεγάλο αριθμό θέσεων σ’ όλη τη Μακεδονία μας δίνουν αρκετές πληροφορίες για την κοινωνική οικονομική και ιδεολογική φυσιογνωμία αυτής της εποχής. Οι οικισμοί αυτοί παρουσιάζουν μια οικονομική αυτάρκεια που στηρίζεται στη γεωργία και στην κτηνοτροφία. Καλλιεργούν μονόκοκκο και δίκοκκο σιτάρι, κριθάρι, όσπρια (λαθούρι, μπιζέλια, φακή) και εκτρέφουν αιγοπρόβατα και λιγότερα Βοοειδή και Χοίρους. Τα θηράματα και οι άγριοι καρποί συμπληρώνουν τη διατροφή. Ο τύπος του σπιτιού που επικρατεί είναι ο πασσαλόπηκτος.
Τα σπίτια κτίζονται ανεξάρτητα, με ξύλινους πασσάλους, πηλό, καλάμια και κλαδιά. Το σχήμα τους είναι τετράγωνο ορθογώνιο ή ελλειψοειδές ενώ χρησιμοποιούνται συχνά στο εσωτερικό τους πάσσαλοι για τη στέγαση. Οι στέγες θα ήταν πιθανόν αμφικλινείς ή τετρακλινείς από πηλό και καλάμια. Εστίες πηλόχριστες βρίσκονται στο εσωτερικό. Σε πολλές περιπτώσεις είναι δύσκολο να αποκατασταθεί η κάτοψη των σπιτιών αυτών, επειδή οι πηλόκτιστοι τοίχοι είναι διαλυμένοι και οι τρύπες των πασσάλων, που συνήθως σώζονται, δεν παρουσιάζουν συμμετρική διάταξη, επειδή αντικαθίστανται συχνά.
Ενδείξεις κάποιας κοινωνικής ιεραρχίας δεν υπάρχουν. Ωστόσο σε κάποιους οικισμούς θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα είδος κοινοτικής οργάνωσης. Έκφραση της ιδεολογίας και της αισθητικής αντίληψης της εποχής αποτελούν τα ειδώλια τα οποία βρέθηκαν σε πολλούς νεολιθικούς οικισμούς. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των ειδωλίων, που η ερμηνεία τους παραμένει προβληματική, είναι η πολυτυπία καθώς και η φυσιοκρατική απόδοση του κάτω κυρίως κορμού σε συνδυασμό με μια αφαιρετική και σχηματική διατύπωση του πάνω τμήματος του.
Μια άλλη πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον τρόπο διαβίωσης, την τεχνολογία και την αισθητική αντίληψη των κατοίκων ενός οικισμού μας δίνουν τα αγγεία. Σκεύη καθημερινής χρήσης για το μαγείρεμα, την τροφή, το ποτό και την αποθήκευση αποτελούν το πιο κοινό και συνηθισμένο εύρημα σε μια προϊστορική ανασκαφή. Η Μακεδονία, σ’ όλη τη διάρκεια της Νεολιθικής έδωσε αγγεία που παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία σε σχήματα και διακόσμηση. Τα χειροποίητα αυτά σκεύη είναι μονόχρωμα, μαύρα, κόκκινα, μερικές φορές με πολύ γυαλιστερή την επιφάνεια και λεπτά τοιχώματα ή διακοσμημένα με εγχάρακτα ζωγραφιστά μοτίβα. Παρατηρείται μεγάλη ποικιλία κεραμικών ρυθμών, οι οποίοι αποτελούν τους πρώτους δείκτες χρονολόγησης και πολιτιστικών συσχετισμών. Η επίδραση π.χ. της θεσσαλικής κεραμικής είναι έντονη κυρίως στη Νότια Μακεδονία.
Στοιχεία για την οικονομία και την τεχνολογία μας δίνουν τα εργαλεία, από πέτρα ή κόκαλο καθώς και τα σύνεργα της υφαντικής όπως π.χ. τα σφοντύλια και τα υφαντικά Βάρη.
Αξιοσημείωτο είναι ότι σε μερικούς οικισμούς βρέθηκαν χάλκινα αντικείμενα ή σκεύη κατάλληλα για τη χύτευση του χαλκού. Αυτά υποδηλώνουν ότι οι κάτοικοι της Μακεδονίας ήδη από το τέλος της 5ης χιλ. κατεργάζονταν και χρησιμοποιούσαν, έστω και σε περιορισμένη έκταση, το χαλκό, πολύτιμη και σπάνια πρώτη ύλη για την εποχή.
Τέλος θα πρέπει να τονιστεί ότι η Μακεδονία ήδη από τη Νεολιθική Εποχή δεν ήταν απομονωμένη, αλλ’ αντίθετα ενταγμένη στο πλέγμα των διαπολιτιστικών επαφών και ανταλλαγών με τους πολιτισμούς της ευρύτερης περιοχής του Αιγαίου, της Βαλκανικής και της Μ. Ασίας. Πέρα από την παρουσία επείσακτων αντικειμένων στους νεολιθικούς οικισμούς, αυτό επιβεβαιώνεται και από τις πρόσφατες χημικές αναλύσεις που έγιναν σε λεπίδες οψιανού και οι οποίες προσδιορίζουν την προέλευση αυτού του υλικού από τη Μήλο, την Τουρκία και τα Καρπάθια. Η καίρια γεωγραφική θέση της Μακεδονίας λοιπόν αποτέλεσε ένα σταυροδρόμι επικοινωνίας και επαφών ανάμεσα στα διάφορα πολιτιστικά ρεύματα. Κάτω από αυτές τις ποικίλες επαφές και αλληλεπιδράσεις δημιουργήθηκε στη μακεδονική γη ένας ιδιότυπος πολιτισμός, που διαμόρφωσε τη δική του ταυτότητα.

Αρχαιότερη Νεολιθική (6.500-5.600 π.Χ.)
Οι ελάχιστες γνωστές θέσεις τής περιόδου συγκεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στη Δυτική Μακεδονία (ανατολικό όριο Αξιός και Θερμαϊκός). Οι περισσότερες Βρίσκονται στα οροπέδια και ελάχιστες στην υπερυψωμένη ζώνη στις υπώρειες των βουνών και ίσως δύο στην πεδινή παραλία. Συστηματική ανασκαφική έρευνα έχει γίνει στη Νέα Νικομήδεια και στον οικισμό των Γιαννιτσών Β. Στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία παντελώς σχεδόν προς το παρόν είναι η απουσία οικισμών τής Αρχαιότερης Νεολιθικής. (Στην Ανατολική Μακεδονία εικάζεται ότι ο προϊστορικός οικισμός τής Τούμπας Σερρών, που η έκτασή του υπολογίζεται σε 60.000τμ. περίπου, θα πρέπει να είχε κατοικηθεί ήδη από την Αρχαιότερη Νεολιθική).
Ο οικισμός τής Νέας Νικομήδειας μας δίνει τις περισσότερες πληροφορίες για την αρχιτεκτονική και την οργάνωση του χώρου κατά την περίοδο αυτή. Βρίσκεται περίπου 10,5 χλμ. ΒΑ από τη Βέροια, κοντά στο Χωριό Νέα Νικομήδεια, σ’ ένα χαμηλό έξαρμα και καλύπτει έκταση περίπου 24 στρεμμάτων. Αποκαλύφθηκαν δύο τουλάχιστον κύριες φάσεις της Αρχαιότερης Νεολιθικής, ενώ συμπεραίνεται και μια ακόμα φάση της Νεότερης Νεολιθικής με σποραδικά αρχιτεκτονικά λείψανα. Τα οικήματα της φάσης της Αρχαιότερης Νεολιθικής είναι τετράπλευρα με πλευρές 6 έως 8 μ. και είναι κατασκευασμένα με πασσάλους και στοιβακτό πηλό, με στέγες από καλάμια και κλαδιά. Τα οικήματα είναι ελεύθερα και φαίνεται ότι όταν κτισμένα γύρω από ένα κεντρικό οίκημα με μεγάλες διαστάσεις (12 Χ 12), που θα πρέπει κατά τον ανασκαφέα να εξυπηρετούσε κάποια κοινοτικό λειτουργία με ιερό ενδεχόμενα χαρακτήρα. Αυτό είναι πιθανό να υποδηλώνουν τα μοναδικά ευρήματα του οικήματος: 12 γυναικεία ειδώλια, μεγάλες αξίνες από νεφρίτη, πολλά εργαλεία από πυριτόλιθο και οστό κ.λ.π. Στη φάση αυτή τα όρια του οικισμού ορίζονται από δύο ομόκεντρους περιβόλους.
Από την 6 φάση της Αρχαιότερης Νεολιθικής αποκαλύφθηκαν 8 οικήματα με 1-2 δωμάτια, ενώ τα όρια του οικισμού ορίζονται από μία τάφρο. Μέσα στον οικισμό, έξω όμως από τα σπίτια βρέθηκε ένας αριθμός τάφων σε αβαθύ ορύγματα.
Ραδιοχρονολογήσεις από τη Νέα Νικομήδεια τοποθετούν την αρχή της εγκατάστασης γύρω στο 6.000 π.Χ.
Ο νεολιθικός οικισμός των Γιαννιτσών εκτεινόταν στο νοτιότερο λόφο τής πόλης, στην ευρύτερη περιοχή της «Παλαιάς Αγοράς». Οι ανασκαφές στα οικόπεδα της περιοχής έφεραν στο φως τμήματα πασσαλόκτιστων οικημάτων και πλήθος μικροευρυμάτων.
Οι πρώτοι κάτοικοι της Νέας Νικομήδειας κατασκεύαζαν απλές μορφές κεραμικών σκευών. Τα αγγεία αυτά όταν χειροποίητα, καλοδουλεμένα• στιλβώνονταν και στη συνέχεια ψήνονταν ομοιόμορφα ώστε να αποκτήσουν κόκκινη ή κιτρινωπή επιφάνεια. Τα σχήματα περιλαμβάνουν ημισφαιρικά αγγεία με επίπεδες Βάσεις ή χαμηλό πόδι και μικρά δοχεία με φαρδύ λαιμό. Διάτρητες αποφύσεις εξαρτύσεως ή υποτυπώδεις λοβοί επέτρεπαν να κρέμονται ή να πιάνονται τα αγγεία ευκολότερα. Μερικά είχαν διακόσμηση γραπτή, ενώ σπάνια απαντά και η εγχάρακτη. Προσφιλέστερη είναι η διακόσμηση με ερυθρό χρώμα επάνω στο υπόλευκο ή κιτρινωπό βάθος, όπως στην Άργισσα και σε άλλες θέσεις της Θεσσαλίας. Μερικά σκεύη της Νέας Νικομήδειας έχουν στη μία πλευρά μία πλαστική προτομή ανθρώπου. Επίσης βρέθηκαν ίνες ψάθινων καλαθιών. Στον οικισμό των Γιαννιτσών Β η κεραμική χαρακτηρίζεται από τις γραπτές κατηγορίες λευκού σε κόκκινο και κόκκινου σε κρεμ καθώς και από εγχάρακτη και εμπίεστη διακόσμηση.
Χαρακτηριστική είναι η ποικιλία των εργαλείων της περιόδου αυτής, γνωστή κυρίως από τη Νέα Νικομήδεια. Περιλαμβάνονται λεπίδες μαχαιριών και δρεπάνων από χαλαζία ή πυριτόλιθο, λειασμένοι πελέκεις από ποικιλία σκληρών λίθων, οστέινα εργαλεία, όπως οπείς, βελόνες, εργαλεία στίλβωσης και σπάτουλες. Ενδείξεις για την υφαντική τέχνη μας δίνουν αποτυπώματα υφάσματος και μάλλινα σφοντύλια για το αδράχτι. Πολυάριθμοι τύποι ειδωλίων ανθρώπων και ζώων βρέθηκαν επίσης στη Νέα Νικομήδεια. Από τα ανθρωπόμορφα ειδώλια χαρακτηριστικότερος είναι ο τύπος εκείνος όπου ο λαιμός και το κεφάλι σχηματίζονται ως ενιαίος κύλινδρος. Η μύτη είναι ραμφοειδής και τα μάτια έχουν τη μορφή σταριού. Στα Ζωόμορφα περιλαμβάνονται ένα κεφάλι μόσχου και ένας βάτραχος από στεατίτη. Χαρακτηριστική ακόμα είναι και η σειρά των πήλινων σφραγίδων.

Μέση Νεολιθική (5.600-5.300 π.Χ.)
Στην περίοδο αυτή οι οικισμοί εντοπίζονται σε όλη την Μακεδονία. Αλλά οι σπουδαιότερες θέσεις είναι τα Σέρβια στη Δυτική Μακεδονία, τα Βασιλικά στην Κεντρική (χωριό Βασιλικά Ν. Θεσσαλονίκης), η Δήμητρα και οι Σιταγροί στην Ανατολική.
Στις επιχώσεις των Σερβίων (γήλοφος στα δεξιά όχθη του Αλιάκμονα, ΒΔ. του ομώνυμου χωριού) αντιπροσωπεύεται η Μέση Νεολιθική σ’ όλη της τη διάρκεια. Ο οικισμός ιδρύθηκε επάνω σε ύψωμα, το οποίο έλεγχε ένα από τα περάσματα που συνέδεαν τη Δυτική Μακεδονία με τη Θεσσαλία. Στις διαφορετικές φάσεις του οικισμού εντοπίσθηκαν ενδιαφέρουσες κατασκευές. Στον τρίτο οικισμό (ανασκαφής Heurtley) εντοπίσθηκε περίγραμμα πασσαλόπηκτης οικίας πλάτους 2,80μ. και μήκους 4μ., ενώ στον τέταρτο οικισμό βρέθηκε τετράπλευρο ορθογώνιο κτίσμα διαστάσεων 3 Χ 5,6μ. οι τοίχοι του οποίου είχαν ως βάση μια ή περισσότερες σειρές ακατέργαστων λίθων. Στις πλευρές του εφάπτονταν μικρότερες λιθοκατασκευές που εξυπηρετούσαν μάλλον οικοτεχνικές δραστηριότητες.
Κυκλικές εστίες ήταν διασκορπισμένες στο χώρο, έξω από τα κτίσματα. Σε νεότερες έρευνες (Ridley-Wardley εντοπίσθηκαν στην πρώτη φάση πασσαλόπηκτες κατασκευές, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει κατασκευή επιπέδου από σανίδες. Σε κτίσματα της τρίτης φάσης αποκαλύφθηκε υπόγειος χώρος, πιθανόν αποθηκευτικός, ενώ στην τρίτη και τέταρτη υπάρχουν ενδείξεις ορόφου. Οι στέγες των οικημάτων ήταν μάλλον δίρριχτες και στηρίζονταν, όπως βεβαιώθηκε σε μια τουλάχιστον περίπτωση, σε σειρά πασσάλων στερεωμένων μέσα σε υποδοχές κατά μήκος του κεντρικού άξονα του κτιρίου. Τα δάπεδα συνήθως κατασκευάζονταν από πηλό ή έμεναν αδιαμόρφωτα. Η διάταξη των κτισμάτων ήταν ελεύθερη στο χώρο με προσανατολισμό Κυρίως ΒΔ-ΝΑ. Ο παλαιότερος οικισμός φαίνεται ότι ορίζονταν από τάφρο.
Οι ανασκαφές στην Κεντρική Μακεδονία δεικνύουν ότι δεν θα πρέπει να υπήρχε διαφορά στα χρήση υλικών και στον τρόπο δόμησης σε σχέση με τα Δυτική Μακεδονία.
Στην Ανατολική Μακεδονία, με βάση τα στοιχεία τας έρευνας, οι τοίχοι των οικιών αποτελούνταν από ωμό πηλό ή πηλόπλινθους. Στη Δήμητρα (χαμηλός γήλοφος 1,5 χλμ. ΝΑ του Χωριού Δήμητρα και 1ΟΟμ. προς Α του δρόμου Σερρών Δράμας) εδράζονταν σε λίθινη υποδομή. Το πλάτος τους φθάνει τα Ο,20μ. περίπου και θα πρέπει να ενισχύονταν με πασσάλους, οι οποίοι έφεραν το βάρος της στέγης. Το δάπεδο στο εσωτερικό των σπιτιών κατασκευαζόταν από πηλό, που έφθανε σε πάχος Ο,Ο5μ. περίπου, ή από χαλίκια.
Στην κεραμική, εκτός από τα μονόχρωμα, στα Σέρβια ξεχωρίζει μια μορφή της «περίτεχνης κεραμικής», ερυθρό πάνω σε υπόλευκο, «του Πρωτο-Σέσκλου της Θεσσαλίας» με γραμμικά διακοσμητικά μοτίβα, ταινίες με ασαφή περιγράμματα ή φλογόσχημα θέματα. Τα προσφιλέστερα σχήματα περιλαμβάνουν ανοικτές φιάλες με επίπεδη βάση ή υψηλό πόδι, «κύπελλα» με κατακόρυφες ταινιωτές λαβές και σφαιρικά αγγεία με κωνοειδή ή αποκλίνοντα λαιμό. Πλούσια διακόσμηση καλύπτει την πλειονότητα των καλής ποιότητας σκευών και την εσωτερική επιφάνεια των αγγείων με ανοικτό σχήμα. Ακόμα και τα μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία είναι κατασκευασμένα από καλής ποιότητας πηλό και συχνά διακοσμούνται. Την κεραμική της Μέσης Νεολιθικής στην Ανατολική Μακεδονία χαρακτηρίζει η κατηγορία των αγγείων με γκριζόχρωμη στιλβωμένη επιφάνεια με ή χωρίς ραβδώσεις για διακόσμηση. Την επιφάνεια των αγγείων καλύπτει επίχρισμα που περιέχει γραφίτη. Στο χείλος, στην τροπίδωση, στο άνω μέρος του σώματος των αγγείων ή γύρω από τις μαστοειδείς αποφύσεις αναπτύσσονται αυλακώσεις μεμονωμένες ή σε δέσμες. Παρατηρείται ακόμα εμπίεστη (αποτυπώματα νυχιών ή δακτύλων) και εγχάρακτη διακόσμηση. Στην τελευταία αυτή συχνά οι χαράξεις είναι γεμάτες με λευκόχρωμη ύλη που τονίζει τα διακοσμητικά θέματα πάνω στη συνήθως σκοτεινόχρωμη επιφάνεια. Από τα Χαρακτηριστικά σχήματα της περιόδου είναι οι τριποδικοί «βωμίσκοι» με διακόσμηση στο σώμα και στα πόδια. Ίσως τα σκεύη αυτά να είχαν κάποια ιδιαίτερη, τελετουργική πιθανόν, Χρίση. Αξιοσημείωτη είναι ακόμα η παρουσία γραπτής κεραμικής .
Λίθινα, οστέινα και πήλινα μικροαντικείμενα, εργαλεία κυρίως και κοσμήματα συγκεντρώθηκαν στις περισσότερες θέσεις.
Τα ανθρωπόμορφα ειδώλια αυτής της περιόδου είναι περιορισμένα σε αριθμό. Από τα Σέρβια προέρχονται μερικά στα οποία τα άκρα και το κεφάλι αποδίδονται σχηματοποιημένα (ορισμένα είναι πτηνόμορφα). Το σώμα διακοσμείται με εγχαράξεις. Αποσπασματικά διατηρημένα ανθρωπόμορφα —γυναικεία κυρίως— ειδώλια βρέθηκαν στη Δήμητρα και στους Σιταγρούς (γήλοφος 3 χλμ. περίπου ΒΔ του Χωριού Φωτολείβος ή Σιταγροί, γνωστός και ως Τούμπα Αλιστράτης), με πλούσια εγχάρακτη διακόσμηση η οποία κάλυπτε όλο το σώμα.

Νεότερη Νεολιθική (5.300-3.500 π.Χ.)
Η αρχή της χαρακτηρίζεται από πυκνότερη κατοίκηση. Στην περίοδο αυτή εντοπίσθηκε ένας μεγάλος αριθμός νέων οικισμών σ’ όλη τη Μακεδονία. Ως χώροι εγκατάστασης επιλέγονται μικρά υψώματα σε πεδινές περιοχές κοντά σε πηγές και ποταμούς. Ιδιαίτερα δε αυξημένος είναι ο αριθμός των οικισμών που συγκεντρώνονται στην πεδιάδα της Δράμας. Χαρακτηριστικοί οικισμοί της περιόδου αυτής μπορούν ν’ αναφερθούν στη Δυτική Μακεδονία τα Σέρβια, το Μάνδαλο και το Δισπηλιό, στην Κεντρική Μακεδονία τα Βασιλικά και η Όλυνθος και στην Ανατολική οι Σιταγροί, ο Αρκαδικός, το Ντικιλί Τας, το Πολύστυλο, το Καστρί Θεολόγου Θάσου.
Στα Δυτική Μακεδονία τα Σέρβια και το Μάνδαλο (γήλοφος, 1χλμ. έξω από το Χωριό Μάνδαλο, 20 χλμ. περίπου ΒΔ της αρχαίας Πέλλας) έδωσαν πληροφορίες για την αρχιτεκτονική της περιόδου, η οποία δε φαίνεται να διαφέρει από εκείνη των προηγούμενων περιόδων. Εμφανίζονται πασσαλόπηκτες κυρίως κατασκευές τόσο στα Σέρβια, στην αρχή της περιόδου, όσο και στο Μάνδαλο όπου ραδιοχρονολογήσεις τοποθετούν τη φάση στο τέλος της Νεολιθικής (4.600-4.000 π.Χ.). Εδώ αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο οικισμός στο τέλος της Νεολιθικής περιβάλλεται από τείχος πλάτους 2,40μ. και ύψος 1.40μ., που αποκαλύφθηκε σε μήκος 18μ.. Η ύπαρξη τείχους, ασυνήθιστη στους οικισμούς της Μακεδονίας, αναμφίβολα υποδηλώνει ένα είδος κοινοτικής οργάνωσης.
Στην Κεντρική Μακεδονία τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα είναι περιορισμένα. Στα Βασιλικά Βρέθηκαν υπολείμματα τοίχων από ωμά άμορφα πλιθιά και δάπεδα διαμορφωμένα με κάποια ιδιαίτερη φροντίδα καθώς πάνω στο έδαφος απλωνόταν στρώμα πηλού. Στην Όλυνθο (λόφος επίπεδος κοντά στο Χωριό Μυριόφυτο) βρέθηκαν συστάδες ορθογωνίων ή τραπεζοειδών δωματίων με τοίχους από ακατέργαστες ποτάμιες κροκάλες, δεμένες με λάσπη και ανωδομή πιθανότατα από ωμές πλίνθους. Από δω προέρχονται και τα λείψανα κλιβάνου με πήλινο δάπεδο υπερυψωμένο επάνω από το όρυγμα της πυράς και με ίχνη αγωγών εξαερισμού, που επέτρεπαν τον έλεγχο του αέρα.
Στην Ανατολική Μακεδονία οι τοίχοι των σπιτιών αποτελούνταν είτε από λίθινη κρηπίδα και πηλό (Ντικιλί Τας: χαμηλός γήλοφος λίγο Βορειότερα από το 15ο χλμ. του δρόμου Καβάλας-Δράμας) είτε από πηλό και πασσάλους (Δήμητρα, Σιταγροί, Αρκαδικός). Στο Ντικιλί Τας Βρέθηκε κεραμικός κλίβανος με ημισφαιρική στέγη και παραμορφωμένα αγγεία στο εσωτερικό του. Θεωρείται από τους παλιότερους σωζόμενους κεραμικούς κλίβανους της ΝΑ Ευρώπης. Φούρνος με κατάλοιπα τροφής και μαγειρικά σκεύη που σώζονταν ολόκληρα βρέθηκε και στον Αρκαδικό Δράμας (χαμηλός γήλοφος, δεξιά από το δρόμο Δράμας προς Νέα Αμισό, στις παρυφές της πόλης).
Στη Θάσο, στη θέση «Καστρί, στην περιοχή του Θεολόγου, αποκαλύφθηκε οικισμός σε επίπεδη κορυφή ενός οχυρού λόφου που απέχει 5 χλμ. από τη Θάλασσα. Είναι ο πιο σημαντικός ως τώρα για τη μελέτη της προϊστορίας του νησιού, από τον οποίο υπάρχει στρωματογραφημένο αρχαιολογικό υλικό. Διατηρήθηκαν αποσπασματικά δάπεδα της Ύστερης Νεολιθικής και λιθόστρωτα ίσως αυλών.
Ιδιαίτερα αξιόλογος είναι ο λιμναίος οικισμός στη λίμνη της Καστοριάς κοντά στο Δισπηλιό. Ένα πλήθος από λίθινα και οστέινα αντικείμενα, εξαίρετης κατεργασίας, καθώς και όστρακα χειροποίητης κεραμικής έχουν έλθει στο φως. Μοναδικά ευρήματα αποτελούν μία ψαράδικη Βάρκα, όμοια με τις σημερινές της περιοχής, και μία ξύλινα πινακίδα με χαραγμένα σήματα σε σειρές, χρονολογημένη από το εργαστήριο αρχαιομετρίας του «Δημόκριτου» στα 5260 π.Χ που θεωρείται από τον ανασκαφέα από τα παλαιότερα δείγματα γραφής της Ευρώπης.
Στη Δυτική Μακεδονία, στον τομέα της κεραμικής, πιο χαρακτηριστικά και συχνά είναι η μελανόχρωμη στιλβωμένη κεραμική, αρίστης ποιότητας, που πολλές φορές φέρει διακόσμηση με διάφορες τεχνικές. Συναντάται ωστόσο και γραπτή κεραμική, όπως και κεραμική με εγχάρακτη διακόσμηση. Εδώ μερικές φορές οι εγχαράξεις είναι γεμάτες με λευκή επίθετη ύλη. Η μονόχρωμη κεραμική επικρατεί και στην Κεντρική Μακεδονία, ενώ εμφανίζεται και η γραπτή (από τις χαρακτηριστικές κατηγορίες στα Βασιλικά ερυθρόχρωμη διακόσμηση σε υποκίτρινη επιφάνεια) καθώς και η εγχάρακτη σε πολύ μικρό ποσοστό. Στην Ανατολική Μακεδονία ξεχωρίζει η γραπτή κεραμική η οποία παρουσιάζει μεγάλα ποικιλία στη διακόσμηση. Τα συνηθέστερα γραπτά θέματα αποτελούνται από πλατιές γραμμές οι οποίες ως καμπύλες η ευθείες μεμονωμένες ή σε δέσμες αναπτύσσονται στην επιφάνεια του αγγείου. Στον οικισμό του Ακροποτάμου (λόφος Αγίου Γεωργίου, 1χλμ. ΝΔ του Χωριού Ακροπόταμος) βρέθηκαν όστρακα με διακόσμηση θεσσαλικού στυλ. Η διακόσμηση γίνεται με μελανό έως καστανό χρώμα επάνω σε κιτρινόλευκο επίχρισμα που καλύπτει την επιφάνεια του αγγείου και περιλαμβάνει σπείρες και τοξοειδή μοτίβο. Ωστόσο κι εδώ το μεγαλύτερο ποσοστό καταλαμβάνει η μονόχρωμη κεραμική, όπου διακρίνονται διάφορες κατηγορίες, όπως κεραμικά με μελανόχρωμη ή ερυθρόχρωμη λειασμένη επιφάνεια με ραβδώσεις, μελανοστεφής, με αυλακωτή ή εγχάρακτη διακόσμηση κ.α.
Σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο πολύ συχνή είναι τώρα παρουσία πήλινων (και λίγων λίθινων) ανθρωπόμορφων, γυναικείων κυρίως, ειδωλίων. Στη Δυτική Μακεδονία αξιοσημείωτη είναι η σειρά των ειδωλίων του Μανδάλου, που παρουσιάζουν πολυτυπία (σταυρόσχημα ημικαθιστά, κυλινδρικά). Σε ορισμένα τονίζονται ιδιαίτερα τα χαρακτηριστικά του φύλου, ενώ αφαιρετικά πλάθεται το πάνω τμήμα του κορμού. Κύριο Χαρακτηριστικό τους είναι η συμπλήρωση του κεφαλιού από άλλο υλικό (ακρόλιθα ειδώλια). Εκπροσωπούν τύπους μοναδικούς στο βορειοελλαδικό χώρο, που πιθανόν σχετίζονται με τη θρησκευτική ιδεολογία. Στην Κεντρική Μακεδονία η παρουσία τους είναι σποραδική. Χαρακτηριστικός ωστόσο είναι ο τονισμός των γλουτών και η σχηματοποιημένη απόδοση των άκρων. Πλούσιο υλικό έχει δώσει και η Ανατολική Μακεδονία με αντιπροσωπευτικότερο το υλικό των Σιταγρών που χαρακτηρίζεται από την ποικιλία των μορφών και τη διακόσμηση τους. Η απόδοση των γυναικείων μορφών γίνεται συνήθως σχισματικά. Τα χέρια διπλώνονται με τη μορφή προεξοχών από τους ώμους, ενώ σε μερικές περιπτώσεις δε διπλώνονται καθόλου τα πόδια. Ενδιαφέρουσα είναι σε μερικά η πτηνόμορφη απόδοση της κεφαλής, που σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζει διαμόρφωση κόμης. Λίγα είναι τα ζωόμορφα ειδώλια της περιόδου αυτής. Από τα υπόλοιπα μικροαντικείμενα αξίζει να μνημονευτεί η παρουσία σφραγίδων και σφραγιδοκυλίνδρων με εγχάρακτη διακόσμηση καθώς και κοσμημάτων. Χαρακτηριστικές ακόμα είναι οι ορθογώνιες τράπεζες. Χάλκινες περόνες και θραύσματα πήλινων χωνευτηρίων με ίχνη σκουριάς χαλκού από τους Σιταγρούς καθώς και λεπτά χάλκινα ελάσματα από το Μάνδαλο και ένα πήλινο Χωνευτήριο, δείχνουν την πρώιμη κατεργασία και χρήση του μετάλλου.
Τα εργαλεία δεν παρουσιάζουν σημαντική διαφοροποίηση ούτε ως προς το σχήμα ούτε ως προς την ποικιλία τους, σε σχέση μ’ εκείνα τής προηγούμενης περιόδου.




ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ
Από το 3.000 π.Χ. και μετά ενεργό ρόλο θα παίξει μια νέα παραγωγική δύναμη, ο χαλκός (γνωστός ήδη από τις προηγούμενες, περιόδους), που θα επιφέρει μια μεγάλη πολιτιστική αλλαγή. Αυτή ωα οδηγήσει σταδιακά, ιδιαίτερα στη Νότια Ελλάδα, στη δημιουργία ινραρΧημένων κοινωνιών και στην ανάδειξη μιας κεντρικής εξουσίας, που αντικατοπτρίζεται στην ίδρυση των ανακτόρων, πρώτα στη μινωική Κρήτη και στη συνέχεια στη μυκηναϊκή ηπειρωτική Ελλάδα. Η Μακεδονία στέκεται στο περιθώριο αυτών των εξελίξεων και αντιγράφει μία άλλη πορεία που η τελική φάση της σφραγίζεται με τη μυκηναϊκή διείσδυση και την αρχή μιας άλλης εποχής, της Γεωμετρικής ή της Εποχής του Σιδήρου. Η Εποχή του Χαλκού διαρκεί από το 3.000-1.000 π.Χ. Ελάχιστα γνωστή είναι η μεταβατική φάση από τη Νεολιθική Εποχή στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού στη Μακεδονία, όπως άλλωστε και στη νοτιότερη Ελλάδα. Ο νεολιθικός τρόπος διαβίωσης παραμένει εδώ σχεδόν αναλλοίωτος και η αυτάρκεια της γεωργοκτηνοτροφικής οικονομίας των οικισμών δεν ευνοεί την ανάπτυξη ενός οικονομικού κέντρου ιδιαίτερα κατά την Πρώιμη και Μέση Εποχή του Χαλκού, αν και η τελευταία είναι επίσης ελάχιστα γνωστή. Ωστόσο σημεία επαφής με τη νοτιότερη Ελλάδα και τη Βορειότερη Βαλκανική ενδοχώρα παρατηρούνται πολλά. Το εμπόριο, ιδιαίτερα με πιο παράλια του Αιγαίου αποτελεί ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά της περιόδου.
Οι οικισμοί της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού σε σύγκριση με τη Νεολιθική είναι λιγότεροι σε αριθμό και μικρότεροι σε έκταση, φαινόμενο που ερμηνεύτηκε ως μια γενική πληθυσμιακή συρρίκνωση. Το μεγαλύτερο μέρος των οικισμών εντοπίζεται στις ίδιες θέσεις όπου προϋπήρχαν οι νεολιθικές εγκαταστάσεις. Στην Ύστερη Εποχή Χαλκού οι οικισμοί της Κεντρικής Μακεδονίας εμφανίζονται με
μεγάλη πυκνότητα σε τούμπες και είτε είναι συνέχεια οικισμών προηγουμένων φάσεων είτε πρόκειται για νέους οικισμούς. Στην Ανατολική Μακεδονία παρατηρήθηκε ένας μεγάλος αριθμός νέων οικισμών Ύστερης Εποχής του Χαλκού και μια προτίμηση για ημιορεινές οχυρές θέσεις, Χαρακτηριστικά που εντοπίστηκαν και στη Δυτική Μακεδονία.
Η κεραμική χαρακτηρίζεται από την επάνοδο στη μονοχρωμία και σε απλά σχήματα. Ιδιαίτερα δε πολυάριθμη εμφανίζεται η χονδρή αποθηκευτική κεραμική (πιθάρια) γεγονός που υποδηλώνει αλλαγή στη διαδικασία αποθήκευσης. Από τα λίγα οικιστικό λείψανα, κυρίως της 3ης χιλ., φαίνεται ότι επικρατεί και πάλι ο τύπος του πασσαλόπηκτου σπιτιού. Μεγάλη ανάπτυξη θα πρέπει να είχε η υφαντική, όπως φανερώνει η πολυάριθμη παρουσία των σφοντυλιών και των υφαντικών βαρών. Τα εργαλεία εξακολούθησαν να γίνονται από ντόπιες πέτρες, ενώ η χρήση του χαλκού παρέμενε περιορισμένη. Τα ειδώλια δεν εμφανίζονται συχνά. Η ύστερη φάση της εποχής αυτής που στη Νότια Ελλάδα συμπίπτει με την ακμή των μυκηναϊκών ανακτόρων, στη Μακεδονία σηματοδοτεί μυκηναϊκή διείσδυση και τη συνακόλουθη μυκηναϊκή επίδραση. Ο τρόπος διαβίωσης στους οικισμούς της Μακεδονίας εξακολουθεί ωστόσο να στηρίζεται στη μεικτά οικονομία. Παρ’ όλα αυτά διαπιστώνονται κάποιες αλλαγές στις καλλιέργειες, στην κτηνοτροφία και τη διατροφή. Καλλιεργούν κεχρί, ελιές, αμπέλια, ενώ αυξάνονται τα ζώα του κυνηγιού στη διατροφή. Όσον αφορά την κοινωνική οργάνωση, η διαμόρφωση μερικών οικισμών, όπως στην Άσσηρο, στην Τούμπα Θεσσαλονίκης και στον Καστανά, δίνουν τις πρώτες ενδείξεις για κάποιας μορφής ιεραρχική, συγκεντρωτικά οργάνωση.
Τα πρώτα δείγματα επικοινωνίας με το μυκηναϊκό κόσμο σημειώνονται το 16ο αι. με την παρουσία μυκηναϊκής κεραμικής στα παράλια του Θερμαϊκού και την ανεύρεση στον Καστανά χρυσού κοσμήματος που θυμίζει παράλληλα από τις Μυκήνες. Κυρίως όμως επείσακτη μυκηναϊκή κεραμικά έχουμε από το 14ο αι. πράγμα που δηλώνει την επέκταση του μυκηναϊκού εμπορίου και συγχρόνως τις άμεσες επαφές και σχέσεις των Μακεδόνων με το μυκηναϊκό πολιτισμό. Εγκατάσταση Μυκηναΐων ωστόσο μπορούμε να υποθέσουμε μόνο στην περίπτωση των ευρημάτων που αποκάλυψε η αρχαιολογική σκαπάνη στον Όλυμπο.

Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3.500-2.200 π.Χ.)
Οικισμοί της φάσης αυτής εντοπίσθηκαν σ’ όλη της Μακεδονία:
Σέρβια, Αρμενοχώρι, Μάνδαλο κ.α. στη Δυτικά Μακεδονία• Καστανός, Άγιος Μάμας Χαλκιδικής, Καλίνδρια, Κριτσανά, Σέδες, Περιβολάκι, Τούμπα Θεσσαλονίκης, Βαρδαρόφτσα κ.α., στην Κεντρική• Ντικιλί Τας, Γαληψός, Σκάλα Σωτήρος Θάσου, Παράδεισος, Σιταγροί κ.α. στην Ανατολικά. Σε πολύ λίγες από τις θέσεις αυτές έγιναν εκτεταμένες και συστηματικές ανασκαφές.
Τα λίγα οικιστικά λείψανα της περιόδου αυτής δείχνουν ότι επικρατεί και πάλι ο τύπος του πασσαλόπηκτου σπιτιού. Στο Μάνδαλο οι επιχώσεις της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (2.900-2.200 π.Χ.) έφεραν στο φως λιγοστά λείψανα πασσαλόπηκτων οικημάτων, στα οποία δεν μπορεί κανείς με σιγουριά να αποδώσει ευθύγραμμες ή αψιδωτές κατόψεις. Στον Καστανά (τούμπα δίπλα στον Αξιό ποταμό, περίπου 40 χλμ. ΒΔ της Θεσσαλονίκης) η περιορισμένη έκταση του ανασκαμμένου χώρου επέτρεψε την αποκάλυψη μέρους μόνο των χτισμάτων, τα οποία είχαν τοίχους φτιαγμένους από πηλό και ενισχυμένους με πασσάλους που τοποθετούσαν σε βαθιές οπές ή επιμήκη ορύγματα κατασκευασμένα εκ των προτέρων. Αποκαλύφθηκε τμήμα αψιδωτής οικίας, όπως και άλλων με σχήμα μάλλον τετράπλευρο. Ένα από αυτά (η οικία Α ή «οικία του Καστανά») έχει διαστάσεις περίπου 3 Χ 3,5μ.. Βεβαιώθηκαν οι τρεις από τους τοίχους πλάτους περίπου 15 εκ. κατασκευασμένοι από άψητο πηλό. Από αυτούς ο δυτικός και ο ανατολικός ενισχύονταν με σειρά πασσάλων, οι οποίοι παράλληλα υποβάσταζαν τη στέγη. Στο εσωτερικό διαπιστώθηκαν διάφορες κατασκευές από πηλό. Σε μία από αυτές πιθανώς υπήρχε αργαλειός. Η είσοδος βρισκόταν στη δυτική πλευρά και ενισχυόταν με δύο ισχυρούς πασσάλους. Η στέγη της οικίας Α προεκτεινόταν στα δυτικά και στηριζόταν σε λεπτούς πασσάλους, ώστε να προστατεύει την είσοδο από τη βροχή. Το σχήμα της στέγης, που ήταν από καλάμια και πηλό, δε διαπιστώθηκε.
Στους Σιταγρούς ανασκάφηκε αψιδωτό οίκημα μήκους 8μ. και πλάτους 5,30μ. με εγκάρσιο διαχωριστικό τοίχο στο καμπυλόγραμμο πέρας που χώριζε το κύριο δωμάτιο από το μαγειρείο (το τμήμα προς το αψιδωτό άκρο), στο οποίο Βρέθηκαν 2 φούρνοι και 2 θήκες για μεγάλα αγγεία καθώς και άλλα σκεύη σχετικά με την παρασκευή τροφής, όπως π.χ. μυλόπετρες για το άλεσμα των δημητριακών. Οι τοίχοι ήταν από δοκάρια ή κλαδιά επιχρισμένα με πηλό. Παρόμοια σπίτια είναι γνωστά από θέσεις της Βόρειας Χερσονήσου του Αίμου (Έζερο π.χ.) και είναι χαρακτηριστικό της Πρωτοελλαδικής ΙΙΙ και Μεσοελλαδικής περιόδου τής Νότιας Ελλάδας.
Λίθινες θεμελιώσεις τοίχων και κεραμικός κλίβανος πιθανώς αυτής της εποχής, διαπιστώθηκαν στον Άγιο Μάμα (γήλοφος 1 χλμ. Β του ομώνυμου χωριού και 700μ. περίπου Ν του Χωριού Όλυνθος), ενώ ίχνη πήλινων δαπέδων και οικημάτων με ξύλινο σκελετό αναγνωρίστηκαν στα Σέρβια.
Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η περίπτωση του μικρού παράλιου τειχισμένου οικισμού στο λόφο του Προφήτη Ηλία μέσα στο Χωριό Σκάλα Σωτήρος, στη Θάσο, στην οποία επισημάνθηκαν δύο σαφείς οικοδομικές φάσεις. Ο μικρός αυτός οικισμός θυμίζει στα συνολικά του εικόνα αντίστοιχες κυκλαδικές θέσεις, όπως π.χ. την τειχισμένη θέση στην Πάνορμο της Νάξου. Σε ορισμένα σημεία του λιθόκτιστου τείχους εμφανίζεται η τύπου «ψαροκόκαλο» τοιχοδομία, που αποτελεί χαρακτηριστικό τύπο τοιχοδομίας της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού στην Τροία, στο Ανατολικό Αιγαίο και στον Ελλαδικό Χώρο. Η τοιχοδομία αυτή εμφανίζεται στην αρχαιότερη φάση του περίβολου, ενώ στα νεότερα χρησιμοποιήθηκαν κροκάλες, πέτρες από το άμεσο περιβάλλον του παράλιου οικισμού σε μια πιο άτακτη και ασταθή τοιχοδομία. Λιθόκτιστα αψιδωτά οικοδομήματα βρέθηκαν στο εσωτερικό του περιβόλου και δάπεδα με μεγάλο αριθμό αγγείων αλλά και με μια σειρά από μικροαντικείμενα, όπως λεπίδες πυριτόλιθων, πελέκεις, οστέινες περόνες, Βελόνες, πήλινα σφοντύλια κ.λ.π. Η εμφάνιση λιθόκτιστου περίβολου και λιθόκτιστων κτισμάτων στο εσωτερικό του, εντάσσει την τειχισμένη αυτή θέση της Θάσου στο γνωστό από τον αιγιακό και κυκλαδικό κόσμο πρότυπο των οικισμών της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού με την πυκνή και αλλεπάλληλη δόμηση στο εσωτερικό ενός περιβόλου.
Η κεραμική όλων των περιοχών χαρακτηρίζεται από την επιστροφή στη μονοχρωμία και από τα σχετικά απλά σχήματα. Οι πλούσιοι διακοσμητικοί τύποι του μεγαλύτερου μέρους της νεότερης νεολιθικής περιόδου εξαφανίστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Βόρεια στοιχεία εμφανίζονται στην Ανατολική Μακεδονία καθώς και σχέσεις με την Τροία, ενώ χαρακτηριστικά της Θεσσαλικής κεραμικής συναντώνται στη Δυτική. Υπάρχουν επίσης και αγγεία, σε μικρό ποσοστό, με πλαστικά, εγχάρακτα ή αυλακωτή διακόσμηση. Ιδιαίτερα πολυάριθμη είναι η χοντρή αποθηκευτική κεραμική που συχνά διακοσμείται με την τυπική μακεδονική και θεσσαλική τεχνική, το σάρωμα της επιφάνειας του νωπού πηλού με δέσμη από χόρτα ή καλάμια.
Η ειδωλοπλαστική δεν παρουσιάζει την ανάπτυξη της προηγούμενης περιόδου. Λίγα πήλινα ανθρωπόμορφα ειδώλια που βρέθηκαν στο Μάνδαλο αποδίδουν τελείως σχηματοποιημένους τύπους και θυμίζουν ειδώλια από το ΒΑ Αιγαίο και την Τροία. Συχνό εύρημα αποτελούν πήλινα αγκυρόσχημα αντικείμενα («άγκυρες») που η ερμηνεία τους είναι προβληματική, αλλά συνδέουν την Μακεδονία με την Νότια Ελλάδα.
Ένα ιδιαίτερα αξιόλογο εύρημα είναι οι ανθρωπόμορφες στάλες από τον οικισμό της Σκάλας Σωτήρος, που χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό του περιβόλου και αποτελούν τη αρχαιότερη λαξευμένη στον τοπικό σχιστόλιθο και στο μάρμαρο παραδείγματα μνημειακής γλυπτικής της Θάσου και του Βορειοελλαδικού Χώρου. Αντιπροσωπεύουν την σύγχρονη μετακυκλαδική ειδώλια γλυπτική στο Βόρειο Αιγαίο. Μία από τις στήλες είναι του τύπου Menhir από σχιστόλιθο με ανάγλυφη παράσταση πολεμιστή.
Το συνολικό ύψος της είναι 1,70 εκ. και δε διασώζει το κεφάλι. Η εικονιζόμενη σε πολύ χαμηλό ανάγλυφο μορφή είναι ένας πολεμιστής με υψωμένο το αριστερό του χέρι στο στήθος, ενώ στο δεξιό κρατά μαχαίρι. Λοξό στο στήθος απεικονίζεται το δόρυ, ενώ στην πλατιά ζώνη έχει περασμένο ένα διπλό πολεμικό πέλεκυ. Ο μεγαλύτερος αριθμός των στηλών βρέθηκε εντοιχισμένος στην αρχαιότερη οικοδομική φάση του οικισμού και χρονολογείται στο 1 μισό της 3ης χιλιετίας.
Ο εργαλειακός εξοπλισμός των οικισμών παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος μ’ εκείνον της προηγούμενης περιόδου. Εξακολουθεί η χρήση λίθινων εργαλείων από ντόπιες πέτρες και η πολυάριθμη παρουσία πήλινων σφοντυλιών και υφαντικών βαρών, που δείχνουν ότι η υφαντικά θα πρέπει να είχε μεγάλη ανάπτυξη. Η χρήση του χαλκού παρέμεινε περιορισμένη, συγκριτικά με τη Νότια Ελλάδα. Ανάμεσα στα λιγοστά μεταλλικά αντικείμενα είναι ένας χάλκινος πέλεκυς μήκους 13 εκ. από το Μάνδαλο —ο τύπος του παρουσιάζει ομοιότητες με αιγιακούς και βαλκανικούς— και μικρά χάλκινα αντικείμενα από τους Σιταγρούς, όπου διαπιστώθηκε κατεργασία μετάλλων. Κατεργασία μετάλλων διαπιστώθηκε και στην Καλίνδρια (γήλοφος κοντά στην Καλίνδρια, Ν της λίμνης Δοϊράνης). Ακόμα η μεταλλειολογική μελέτη χρυσού κομβιόσχημου κοσμήματος από τον οικισμό στη Σκάλα Σωτήρος Θάσου αναγνώρισε σ’ αυτό Χαρακτηριστικά του θασιακού Χρυσού των μεταλλείων των Κοινύρων, σημαντική ένδειξη για την ύπαρξη πρώιμης τοπικής μεταλλουργίας στη Θάσο.

Μέση Εποχή του Χαλκού (2.200-1.600 π.Χ.)
Η φάση που στη Νότια Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως Μέση Εποχή του Χαλκού (2.000-1.600 π.Χ.) στη Μακεδονία είναι ελάχιστα γνωστή. Στο Μολυβόπυργο της Χαλκιδικής (γήλοφος 6χλμ. περίπου ΝΑ του Μυριόφυτου κοντά στην ακτή) η εισαγωγή τεφρής μινυακής κεραμικής επέτρεψε να αποδοθούν ορισμένα στρώματα με βεβαιότητα σ’ αυτή την περίοδο. Κατά τη φάση αυτή (λίγο ύστερα από το 2.000 π.Χ.) πρέπει να χρονολογηθούν και τα παλαιότερα στρώματα προϊστορικού οικισμού της Τούμπας της Ασσήρου (γήλοφος του Χωριού Άσσηρος στο λεκανοπέδιο του Λαγκαδά). Ο πρώτος οικισμός προστατευόταν με παχύ τείχος από πηλομάζα, που ανανεωνόταν κατά διαστήματα, καθώς το ύψος του γηλόφου αύξανε.
Πρόσφατα άρχισε μια νέα συστηματική ανασκαφή στην Τούμπα του Αρχοντικού Γιαννιτσών (4 χλμ. προς Α των Γιαννιτσών), όπου αποκαλύφτηκαν λείψανα κτιρίων με λίθινα θεμέλια καθώς και πασσαλόπηκτων οικημάτων. Τα τελευταία διατηρούν πολλά αγγεία στο δάπεδο τους, καθώς και εστίες, θήκες για αποθηκευτικά αγγεία κ.λ.π. Σε δύο από τα πασσαλόπηκτα αυτά οικήματα εντοπίσθηκαν και ισάριθμες ταφές νηπίων μέσα σε πιθάρια. Οι πρώτες ραδιοχρονολογήσεις του εργαστηρίου αρχαιομετρίας του Δημόκριτου» δείχνουν ότι η φάση των πασσαλόπηκτων κτιρίων χρονολογείται στο τέλος της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού και στην αρχή της Μέσης και αντιπροσωπεύεται από μελανόχρωμα στιλβωμένα σκεύη (κυρίως δίωτους σκύφους με λαιμό)• η φάση των κτιρίων με τα λίθινα θεμέλια χρονολογείται στην αρχή της δεύτερης χιλιετίας δηλ. στην αρχή της Μέσης Εποχής του Χαλκού της Νότιας Ελλάδας. Χαρακτηριστικό τής φάσης αυτής είναι η ανεύρεση εγχάρακτης κεραμικής με πλούσιο θεματολόγιο. Τρίγωνα, σπείρες, πλέγματα είναι τα κύρια μοτίβα που γεμίζονται με άσπρη πάστα.

Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1.600-1.100 π.Χ.)
Τα στοιχεία τής αρχιτεκτονικής της περιόδου αυτής έγιναν γνωστά κυρίως από οικισμούς της Κεντρικής Μακεδονίας στους οποίους έγιναν συστηματικές ανασκαφές.
Ο οικισμός της Ασσήρου συνεχίζει να κατοικείται και στην περίοδο αυτή. Τα οικοδομήματα στην κορυφή του λόφου εδράζονταν σ’ ένα τεχνητό πλάτωμα που αντιστηριζόταν με τοίχους από ωμές πλίνθους και πηλό και ανυψωνόταν διαρκώς. Είχαν ξύλινο σκελετό νια τη στήριξη τής στέγης και τοίχους από κανονικές ωμές πλίνθους. Σχημάτιζαν μικρά ορθογώνια δωμάτια το ένα δίπλα στο άλλο. Ανάμεσά τους περνούσαν παράλληλοι δρόμοι. Ανεξάρτητα ωστόσο σπίτια δεν αναγνωρίστηκαν. Αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι σε κάποια φάση του οικισμού γύρω στο 1.300 π.Χ. ανακαλύφθηκαν εκτεταμένες αποθήκες. Βρέθηκαν δηλ. μεγάλες ποσότητες δημητριακών και άλλων γεωργικών προϊόντων υποθηκευμένες σε πιθάρια, πλεκτά καλάθια και λάκκους, γεγονός που υποδηλώνει μια οργανωμένη και ευρείας έκτασης αποθήκευση η οποία είναι ασυνήθιστη στους προϊστορικούς οικισμούς. Ολ’ αυτά συμβάλλουν ουσιαστικά στην ανασύνθεση της οικονομικής οργάνωσης του οικισμού, εφ’ όσον με τη βοήθεια της παλαιοντολογίας μπορούμε να πληροφορηθούμε για τις καλλιέργειες, τη γεωργική παραγωγή καθώς και τον τρόπο αποθήκευσης. Η ύπαρξη δε τέτοιων εκτεταμένων αποθηκών υποδηλώνει ότι στην Άσσηρο, κατά το 1.300 π.Χ., θα πρέπει να υπήρχε μια ασυνήθιστη κοινωνική οργάνωση. Ίσως ήταν η έδρα κάποιου τοπικού ηγεμόνα, που έλεγχε και συγκέντρωνε την παραγωγή της ευρύτερης περιοχής ή πιθανώς αποτελούσε το κύριο οικονομικό κέντρο της περιοχής, στο οποίο συγκεντρωνόταν και ασφαλιζόταν η παραγωγή σε κοινούς αποθηκευτικούς χώρους, όπως στην περίπτωση της μυκηναϊκής ακρόπολης του Γλα στην Κωπαΐδα.
Αλλεπάλληλες οικιστικές φάσεις και συνεχή κατοίκηση από τον 14ο έως τον 8ο αι. π.Χ. παρουσιάζουν δύο ακόμα οικισμοί της Κεντρικής Μακεδονίας στους οποίους έγιναν συστηματικές ανασκαφικές έρευνες, ο Καστανός και η Τούμπα Θεσσαλονίκης.
Από τα σπίτια του Καστανό ξεχωρίζει ένα μεγαροειδές οίκημα (5 Χ 11,30μ.) το οποίο έχει πλήρως ανασκαφεί. Είναι κτισμένο με πασσάλους και πηλό και σχηματίζει ένα πρόδομο και έναν αψιδωτό
οπισθόδομο. Μεγάλο μέρος του προδόμου χρησιμοποιήθηκε για αποθήκευση αγαθών, ενώ από το χώρο αυτό υπάρχει πρόσβαση σε μια υπόγεια αποθήκη. Στο κυρίως δωμάτιο υπήρχαν εστίες, ενώ στο δυτικό τοίχο φυλάσσονταν τα σκεύη.
Κατά την άποψη του ανασκαφέα, το κεντρικό αυτό οίκημα υποδηλώνει μια συγκεντρωτικά τάση, την πορεία δηλ. μιας οικογένειας προς την κατοχή και κυριαρχία ενός τμήματος του λόφου (οικισμού). Μία πορεία που αποτελεί μία ασθενή αντανάκλαση των πολιτικών εξελίξεων στη Νότια Ελλάδα, όπου η εξουσία επικεντρώνεται στο ανάκτορο, ενώ εδώ υποδηλώνεται πιθανόν από το αψιδωτό κτίριο. Στο τέλος του 13ου αι. το μέγαρο αυτό καταστράφηκε και αντικαταστάθηκε με άλλα μικρότερα, που αποτέλεσαν κλειστά σύνολα από μικρές οικογένειες με καθορισμένες ίσως την ιεραρχική και κοινωνική τους σχέση.
Στην Τούμπα Θεσσαλονίκης βρέθηκε επίσης αψιδωτό κτίριο μήκους 14μ. και πλάτους 5μ. Δεν είναι ανεξάρτητο, όπως στον Καστανά, αλλά συνδεόταν με 5 τουλάχιστον δωμάτια προς Αν. Σχημάτιζε δηλ. ένα είδος οικοδομικού τετραγώνου 160μ2, που περιβαλλόταν από τρεις στενούς δρόμους. Δυο από τα συνδεόμενα δωμάτια εμφάνισαν μια εντυπωσιακή συγκέντρωση πιθαριών, αποθηκευτικών λάκκων και άλλων κατασκευών με παρόμοιο προορισμό, που δηλώνουν μια αποθηκευτική λειτουργία των χώρων Επίσης στα εξωτερικά δωμάτια συγκεντρώθηκαν αντικείμενα, όπως εργαλεία υφαντικής, λίθινα και οστέινα εργαλεία που συνδέονται με οικοτεχνικές και εργαστηριακές δραστηριότητες. Στο αψιδωτό κτίριο, αντίθετα, δεν παρατηρείται ανάλογη αποθηκευτική εργαστηριακή. Εκεί βρέθηκαν μόνο πολύτιμα αντικείμενα από χαλκό, όπως εγχειρίδια, μαχαίρια, πελέκεις, περόνες και κοσμήματα.
Η παρουσία αυτού του διακεκριμένου αψιδωτού κτιρίου, που συνδεόταν με βοηθητικούς και αποθηκευτικούς Χώρους, σημαντικής έκτασης, πρέπει να υποδηλώνει μία οργάνωση πολυπλοκότερη και οικονομικά ισχυρότερη από τους σύγχρονους οικισμούς του Καστανά και της Ασσήρου, γιατί αυτοί οι οικισμοί αποτελούνταν από μικρό νοικοκυριά. Παραμένει ωστόσο ακόμα άγνωστο, αν το αψιδωτό κτίριο στην Τούμπα αποτελούσε το μοναδικό κτίριο του οικισμού.
Στρώμα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού εντοπίστηκε στη θέση «Καστρί» της Θάσου κάτω από το νεολιθικό. Εδώ βρέθηκε πασσαλόπηκτο αψιδωτό κτίριο με εγκάρσιο Χώρισμα της αψίδας (οπές στο δάπεδο). Στο εσωτερικό του υπάρχουν αγγεία και διάφορα μικροαντικείμενα μεταξύ δε άλλων όστρακα επείσακτης μυκηναϊκής κεραμικής. Στους λόφους γύρω από τον οικισμό αποκαλύφθηκε ένα εκτεταμένο νεκροταφείο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου με κτιστούς ταφικούς θαλάμους και πολλαπλές ταφές.
Εκτός όμως από τους οικισμούς πολύ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και ορισμένα νεκροταφεία της εποχής αυτής. Στην περιοχή της Αιανής (νότια της Κοζάνης) στη Θέση Λειβάδια, αρχαίοι τυμβωρύχοι διέλυσαν κιβωτιόσχημους τάφους με πλάκες τής Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Η κεραμική που περισυλλέχθηκε έδωσε ένα σπουδαίο σύνολο αγγείων της λεγόμενης μακεδονικής αμαυρόχρωμης κεραμικής καθώς και μυκηναϊκά αγγεία. Η ποιότητα της γραπτής διακόσμησης και η ποικιλία των χρωμάτων και των μοτίβων της αμαυρόχρωμης κεραμικής φανερώνουν ότι ο χώρος της αρχαίας Αιανής υπήρξε ένα αξιόλογο εργαστήριο παραγωγής τέτοιας κεραμικής. Θεωρείται δε πιθανόν ότι κατάγεται από την αμαυρόχρωμη κεραμική της Νότιας Ελλάδας και εμφανίζεται από τον 15-14 αι. στους οικισμούς της Κεντρικής Μακεδονίας και σχεδόν ταυτόχρονα και στη Δυτική. Η παραγωγή της κεραμικής αυτής συνεχίζεται δυναμικά μέχρι τον 7ο αι. στην Άνω Μακεδονία μαζί με την εξίσου δυναμική παραγωγή χάλκινων κοσμημάτων και σιδερένιων όπλων.
Από την άλλη πλευρά τα μυκηναϊκά αγγεία, ένα θραύσμα από στόμιο πιθαριού από τη Μεγάλη Ράχη της Αιανής με σύμβολα γραμμικής γραφής και ένα κεφάλι πήλινου μυκηναϊκού ειδωλίου την Άνω Κώμη της ίδιας περιοχής, δείχνουν την πρώιμη διείσδυση του μυκηναϊκού πολιτισμού στο εσωτερικό της Δυτικής
Μακεδονίας.
Από την Κοζάνη το σύντομο αυτό οδοιπορικό μας στην προϊστορική Μακεδονία θα μας μεταφέρει στον Όλυμπο, όπου μία πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα, που σχετίζεται άμεσα με το πρόβλημα της μυκηναϊκής παρουσίας στη Μακεδονία, μας έδωσαν νεκροταφεία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (13ου αι., 12ου αι.), με έντονο μυκηναϊκό χαρακτήρα. Δύο βρίσκονται στους ανατολικούς πρόποδες του όρους, ενώ το σπουδαιότερο αποκαλύφθηκε στη θέση Σπάθες (υψόμ. 1.000-1.200μ.) σε μια από τις ΒΔ πλαγιές του πάνω από το οροπέδιο του Αγίου Δημητρίου. Ανασκάφηκαν εδώ κιβωτιόσχημοι τάφοι, γνωστοί στην Ύστερη Εποχή του στη νοτιότερη Ελλάδα. Τυπικά μυκηναϊκά κτερίσματα συνόδευαν τους νεκρούς: Αγγεία, όπλα, λίθινα διάτρητα εξαρτήματα γνωστά ως κομβία, περιδέραια από διάφορα υλικά και λίθινες σφραγίδες που φοριούνταν στο στήθος ως φυλακτά. Η ομοιότητα των ταφικών εθίμων με το νότιο ελλαδικό χώρο και η παρουσία μυκηναϊκών αγγείων και αντικειμένων στα νεκροταφεία αυτά οδήγησε στην υπόθεση μιας εγκατάστασης Μυκηναΐων σ’ αυτή περιοχή, στοιχείο πολύ σημαντικό για την ιστορία της Μακεδονίας.
Για την αμαυρόχρωμη κεραμική της περιόδου αυτής έγινε ήδη λόγος. Άλλη συνήθης κεραμική αντιπροσωπεύεται από εγχάρακτα καθώς και από ωραία καστανά στιλβωτά αγγεία, τις χαρακτηριστικές λοξότμητες πρόχους και τους σκύφους με τις διχαλωτές λαβές ή τα ηψηλόλαιμα αποθηκευτικά πιθάρια με τέσσερις κατακόρυφες λαβές. Η διακοσμημένη κεραμική των θέσεων ανατολικά του χαρακτηρίζεται από χονδροειδείς εγχάρακτους σπειρομαιάνδρους στην επιφάνεια του αγγείου, που επιστρώνονταν μετά το ψήσιμο με μια αλοιφή σαν κιμωλία, η οποία έδινε την εντύπωση συμπαγών ταινιών λευκού, κόκκινου και υπέρυθρου χρώματος. Αυτή η τεχνική εφαρμοζόταν κυρίως σε σφαιρικά αγγεία με δύο κατακόρυφες λαβές που συγγενεύουν και ως προς το σχήμα και ως προς τη διακόσμηση με ανάλογα αγγεία της Νότιας Βουλγαρίας και της κοιλάδας του Δούναβη. Από το 14ο-11ο αι. π.Χ. εντοπίζεται σε πολλές θέσεις της Μακεδονίας, από τη Θάσο και τη Χαλκιδική έως την Κοζάνη, επείσακτη μυκηναϊκή κεραμική. Τέτοιου είδους κεραμικά της τάξης του 4% περίπου Βρέθηκε και στα κτίρια της Ασσήρου, του Καστανά και της Τούμπας Θεσσαλονίκης. Ωστόσο είναι πολύ πρόωρο να υποθέσουμε εγκατάσταση Μυκηναΐων στις παραπάνω θέσεις, στηριζόμενοι μόνο στην περιορισμένη αριθμητικά παρουσία μυκηναϊκών αγγείων. Είναι όμως φανερό ότι η ανεύρεση της επείσακτης μυκηναϊκής κεραμικής, όχι μόνο στα παράλια της Χαλκιδικής, αλλά και στην ενδοχώρα, δηλώνει την επέκταση του μυκηναϊκού εμπορίου και συγχρόνως τις άμεσες επαφές και σχέσεις των κατοίκων της Μακεδονίας με το μυκηναϊκό πολιτισμό. Η επίδραση μάλιστα της μυκηναϊκής κεραμικής ήταν τέτοια ώστε κατά το β’ μισό του 13ου αι. αρχίζουν να φτιάχνουν αγγεία από ντόπιο πηλό, που μιμούνται στο σχήμα και στη διακόσμηση τα μυκηναϊκά. Η διακόσμηση περιορίζεται σε απλές ταινίες και κυματιστές γραμμές.
Τα μεταλλικά αντικείμενα εξακολουθούν να είναι σπάνια. Περιλαμβάνονται σ’ αυτά κυρτά χάλκινα μαχαίρια, περόνες και απλές χάντρες. Η εξάπλωση όμως της χρήσης του μετάλλου επισημαίνεται από τα σημάδια που αφήνει το μαχαίρι του σφαγέα στα κόκαλα των ζώων και από την παρουσία μικρών ακονόλιθων που φαίνεται ότι φοριούνταν ως περίαπτα. Στα Τελευταία στρώματα τής εποχής αυτής στην Άσσηρο βρέθηκαν κομμάτια λίθινων μητρών για χυτές σμίλες, οπείς και ίσως μία αιχμή δόρατος. Τα συνηθισμένα γεωργικά εργαλεία πάντως εξακολούθησαν να είναι λίθινοι πελέκεις και κοπίδες
δρεπάνων από πυριτόλιθο. Οπείς και Βελόνες κατασκευάζονταν από οστά όπως και περόνες και άλλα διακοσμητικά αντικείμενα. Μυκηναϊκά ξίφη βρέθηκαν στα Γρεβενά και μαρμάρινη λαβή ξίφους νότιου τύπου στην Άσσηρο.
Η αρχαιολογική σκαπάνη μέχρι τώρα έδειξε ότι η πορεία του προϊστορικού πολιτισμού της Μακεδονίας υπήρξε συνεχής, χωρίς ριζικές κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές.
Η μια εποχή διαδέχεται την άλλη χωρίς τις δραματικές εξελίξεις της Νότιας Ελλάδας.
Οι κάτοικοι της Μακεδονίας παραμένουν σχεδόν σ’ όλη τη διάρκεια τής περιόδου αυτής (προϊστορικής) γεωργοί και κτηνοτρόφοι, ζώντας σε μικρές κοινότητες, πιθανόν με κάποιας μορφής κοινωνική ιεραρχία προς το τέλος της εποχής, μακριά ωστόσο από αυστηρά ιεραρχημένα ανακτορικά συστήματα. Συντηρητικοί και δεμένοι στη δική τους παράδοση συνεχίζουν για αιώνες να κτίζουν με τον ίδιο τρόπο τα σπίτια τους ή ακόμα να αναπαράγουν τους ίδιους τύπους αγγείων, όπως τα αμαυρόχρωμα. Ακόμα και οι επιδράσεις που δέχονται από τους άλλους πολιτισμούς, και ιδιαίτερα από το μυκηναϊκό, ενσωματώνονται μ’ ένα ιδιαίτερο και διαφορετικό τρόπο σε κάθε περιοχή, χωρίς ωστόσο να μεταβάλλουν το χαρακτήρα του ντόπιου πολιτισμού, ο οποίος συνεχίζει την εξέλιξή του και στα γεωμετρικά χρόνια, για να φθάσει με τους δικούς του ρυθμούς στη χρυσή εποχή του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.


Πηγή: Απόσπασμα του υπέροχου βιβλίου «Οδοιπορικό στην προϊστορική Μακεδονία», Α. Παπαευθημίου-Παπανθμου – Α. Πηλαλη-Παπαστεργου, εκδ. Παρατηρητής.












 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com