Η ΓΥΝΑΙΚΟΚΡΑΤΙΑ (ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΑ) ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΑΖΑΡΙΝΕΣ


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Γενικά

Το θέμα τής εργασίας πού κρατάτε στα χέρια σας είναι μιά συμβολή, από ελληνική πλευρά, σ’ ένα πελώριο κεφάλαιο τής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, πού έχει τον τίτλο Τυναικοκρατία’, αυτόν πού προτιμήσαμε από τον παρόμοιο ‘Μητριαρχία’.
Η συμβολή συνίσταται στην προβολή μερικών στοιχείων από την παμπάλαια εκείνη περίοδο τής ανθρώπινης κοινωνίας, απ’ αυτά πού διασώθηκαν μέχρι σήμερα, στη γλώσσα μας, στη λαϊκή μας Παράδοση και στην πολύτιμη κληρονομιά των αρχαίων δραματικών κειμένων. Ή παράθεση των στοιχείων αυτών, δεν είναι εξαντλητική, το τονίζω και θα το ξανατονίσω στα κεφάλαια πού ακολουθούν. Είναι ενδεικτική, και μάλιστα θα ευχόμουν να είναι, μιά παρότρυνση σε άλλους ερευνητές —ιδιαίτερα τής νεώτερης σειράς, να συνεχίσουν. Ή ανασκαφή στο απέραντο ορυχείο τής αρχαίας — μεσαιωνικής και νεοελληνικής γραμματείας μπορεί να φέρει εντυπωσιακά ευρήματα, όπως εκείνα πού αρχίζοντας από τον Ν. Πολίτη, τον Παναγή Λεκατσά — μέχρι σήμερα με τούς ελλαδικούς και Κύπριους ερευνητές, ήρθαν στο φως. Πλουτίζοντας έτσι την εθνολογική επιστήμη, πάνω στο σπουδαίο αυτό κεφάλαιό της, τη Γυναικοκρατία.
Οφείλουμε, τώρα, μερικά λόγια πάνω στην έννοια και τις διαστάσεις τής εποχής εκείνης, πού ονομάσθηκε τον περασμένο αιώνα Μητριαρχία (ή Μητριαρχική Κοινωνία Μητρικό Δίκαιο). Προτιμήσαμε τον όρο Γυναικοκρατία, γιατί είναι πλατύτερος, πράγμα πού συντέλεσε πιστεύω και στη χρήση του από σοφούς μελετητές, όπως ό Σπ. Λάμπρος (1906) και ό Παν. Κανελλόπουλος (1930). Και είναι πλατύτερος, γιατί ή πολύχρονη εκείνη περίοδος τής ανθρώπινης κοινωνίας, είχε επικρατούσα μορφή όχι απλά τη Μητέρα, αλλά τη Γυναίκα, σ’ όλες τις εμφανίσεις της, δηλ. την κόρη, την ύπανδρη, τη μητέρα — την εργάτρια, τη δημιουργό, την ηγέτιδα, τη ‘βασίλισσα’, την τοτεμική Νύμφη και την κατοπινή Θεά ή ‘Ημίθεα. Έτσι, αν περιοριστούμε μόνο στο μητρικό της ρόλο, ακρωτηριάζουμε την τεράστια, την κυριαρχική σημασία τού γυναικείου φύλου στην εποχή πού εξετάζουμε, και στη χειρότερη περίπτωση, παρασυρόμαστε (θεμιτά αθέμιτα) στη ριζωμένη μεταγενέστερα πεποίθηση για τον γενετήσιο αποκλειστικά ρόλο αυτού τού φύλου. Πού δεν είναι σωστό, από όποια θέση κι’ αν το δούμε.
Πριν προχωρήσουμε στη σύντομη ιχνογράφηση τής Γυναικοκρατικής κοινωνίας, πρέπει να προσθέσουμε δύο πράγματα: ότι οι ανθρωπολόγοι σήμερα ‘συμφωνούν ότι δεν υπάρχουν στοιχεία πού να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό ότι κάθε κοινωνία έχει κάποτε περάσει από τη φάση, όπου οι γυναίκες ασκούσαν τον έλεγχό της’ (Pilling). Αυτό μπορούμε να το θεωρήσουμε σωστό, μέχρι τη στιγμή, πού νεώτερες έρευνες δεν αποκαλύψουν το αντίθετο. Στην περίπτωση, βέβαια, τής δικής μας έδαφο-ιστορικής περιοχής, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Και το βιβλίο μας αυτό, θεμελιώνει τον ισχυρισμό, ότι πριν από την Πατριαρχία, υπήρξε κάποτε ή γυναικοκρατική περίοδος.
Δεύτερο, πού πρέπει να τονιστεί: από την ώρα, πού ανατρέπεται στην κοινωνική ιστορία ή Γυναικοκρατία, από τη στιγμή τής ‘κοσμοϊστορικής ήττας του γυναικείου φύλου’ (Fr. Engels) μέχρι σήμερα, ή κοινωνιολογική επιστήμη, βαθιά ‘πατριαρχική’, προσπάθησε να εξαφανίσει ή να εξαϋλώσει και την ύπαρξη και τη σημασία τής εποχής εκείνης. Έτσι, για έναν ανθρωπολόγο πού θα ήθελε ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα τού Μπαχόφεν, του Μόργκαν, του Engels, του Γ. Τόμσον για να ξεκαθαρίσει όσο γίνεται τα στοιχεία τής εποχής εκείνης, το έργο είναι δύσκολο. Και θάπρεπε, στο πείσμα μιάς συντηρητικής, κατεστημένης αντίληψης στο θέμα αυτό, να γίνονται ειδικές, ανασκαφικές κι’ αποκρυπτογραφικές μελέτες για κάθε τόπο, πτυχή και περίοδο.
Και τώρα μερικά λόγια για την περίοδο τής Γυναικοκρατίας:
Το ανώτερο θηλαστικό, πού είναι ό άνθρωπος, δεν ήταν δυνατό παρά ν’ ακολουθήσει αυτό πού γινόταν στα κατώτερα προγονικά του θηλαστικά, ιδιαίτερα στην αναπαραγωγική του διαδικασία. Πού είναι, κατά την άποψή μας, ή δίδυμη όψη του ίδιου — κυρίαρχου ένστικτου τής αυτοσυντήρησης. Στην αναπαραγωγική του δραστηριότητα, ό άνθρωπος είναι υποχρεωμένος, όπως και τ’ άλλα θηλαστικά, να εκπληρώσει τα μητρικά του χρέη, για ένα μικρό είτε μεγάλο διάστημα. Έτσι, από την υποχρεωτική αυτή φάση τής μητρότητας, σ’ όλα τα θηλαστικά, όπου πρωταγωνιστεί ή μητέρα και απουσιάζει ό πατέρας, περνώντας κι ό άνθρωπος στην ιστορικό-κοινωνική του πορεία, ξεμένουν μέχρι και σήμερα βασικά στοιχεία τής γυναικοκρατικής εποχής.
Είναι ή περίοδος, όπου επικρατεί μιά κοινωνική οργάνωση, βασισμένη αρχικά στο μητρικό ένστικτο (δηλ. τη συντήρηση του ανθρώπινου είδους) και σε μιά ομαδική μητρότητα (δηλ. μιά εκτεταμένη ‘οικογένεια’, όπου ό πατέρας χάνεται μέσα στις ομαδικές συνθήκες ζωής). Μιά περίοδος πού εξελίσσεται, πολύ φυσιολογικά νομίζω, άσχετα με τις ιδιομορφίες και την ανισομέρεια, εδαφικά ή χρονικά, στην Γυναικοκρατία. Εδώ δεν εννοούμε το ανάλογο (πού προηγήθηκε) με την Πατριαρχία καθεστώς. Γιατί όπως ορθά παρατηρεί Παναγής Λεκατσάς, ‘ούτε κυριαρχία των γυναικών ανάλογη με την Πατριαρχική των ανδρών, ούτε και κανένα ‘δίκαιο’ υπάρχει εδώ, γιατί το Δίκαιο είναι γέννημα τής πολιτικής κοινωνίας, ενώ ή Μητριαρχία είναι ή αρχαιότερη οργάνωση τής Φυλετικής Κοινωνίας’. (Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών, 1961, σελ. 4194). Εννοούμε, μόνο την οργάνωση όπου ή γυναίκα έχει τον πρώτο λόγο και τον πρώτο ρόλο, πού ξεκίνησαν από τη μητρότητα και φτάνουν μέχρι τις πιο ανώτερες παραγωγικές δημιουργίες. Η μητρογραμμική γενεαλογία (από την οποία βασικά ξεκίνησε ή εντόπιση τής εποχής εκείνης, με το ‘Μητρικό Δίκαιο’ τού Bachoffen, στα 1861) είναι μιά μόνο πλευρά τού συστήματος αυτού. Οι υπόλοιπες πλευρές της, σ’ αυτές όπου ψαρεύουμε και τα επιβιώματά της, είναι οι πιο σημαντικές, κι’ αυτές περιμένουν μέχρι σήμερα την αντιστόρησή τους.
Ο κυρίαρχος, όχι όμως και καταναγκαστικός (μιά και δεν υπήρχαν στα χέρια τής γυναίκας ‘μέσα καταναγκασμού’, αυτά πού διαθέτουν αργότερα — και μέχρι σήμερα, οι άνδρες) ρόλος τής γυναίκας, στερεώνεται μέσα στη διαδικασία τού πρωτόγονου καταμερισμού τής εργασίας. Τα στοιχεία αυτού τού καταμερισμού είναι, χονδρικά, τα παρακάτω: 1) μιά, λίγο ως πολύ μόνιμη, σταθερή σ’ ένα χώρο, εγκατάσταση τής γυναίκας, την ώρα πού ό άνδρας λείπει στο κυνήγι. Αυτή ή εγκατάσταση, δυναμώνει το ρόλο της σε πολλούς τομείς, εκτός από την Καρποσυλλογή, πού από την αρχή μοιράζονταν με τον άνδρα. 2) Δηλαδή, ή Γεωργία — συνέχεια τής Καρποσυλλογής και τής Σκαλιστικής, είναι στα χέρια τής γυναίκας. Η πλούσια μυθολογική απεικόνισή της, με κορύφωμα το μύθο τής Δήμητρας — δημητριακά, πολλά αποκαλύπτει σχετικά. 3) Και όχι μόνον ή Γεωργία. Αρχίζοντας από την Καλαθοπλεχτική, την εύκολη σχετικά τέχνη, πού την έβλεπαν σα μάθημα καθημερινά στις φωλιές των πουλιών, φτάνουμε στην Αγγειοπλαστική, τη βεβαιωμένη γυναικεία τέχνη. Περιλαμβάνοντας την Πλεχτική και την Υφαντική. 4) Και με τα πιο επιδέξια χέρια της, πού τελειοποιούνταν στη συνέχεια, από τη μακροχρόνια εξάσκηση, πράγμα πού ανέβασε με την αλληλοεπίδραση και την ποιότητα τού εγκεφάλου, έφτασε στη μονοπώληση εκείνη την εποχή τής διακοσμητικής, τής Ζωγραφικής, τής Χαρακτικής, τής Βαφικής. Φυσικά, σε σχέση με τα αντικείμενα και τούς χώρους τής εποχής εκείνης, λ.χ. τη σπηλιά, την πρωτόγονη κατοικία, τα δέρματα, τα υφαντά, τα σύνεργα, τα λατρευτικά στολίδια και σύνεργα. 5) Γεγονός πού μάς επιτρέπει να υποθέσουμε σοβαρά, ότι και στην καταγωγή των άλλων Τεχνών, όπως ή Χορευτική, ή Μουσική και ή Ποίηση, πρέπει ν’ αναζητήσουμε το γυναικείο φύλο. Δεν μπορεί νάναι τυχαίο ότι οι εννιά Μούσες τής Ελληνικής Μυθολογίας, έχουν γυναικεία ονόματα• αυτό, ασφαλώς, όπως και πάμπολλα άλλα σχετικά, δεν νομίζουμε ότι έγινε από παραχώρηση τής... ‘ιπποτικής’ κατοπινής πατριαρχίας.
Το κορύφωμα τής γυναικοκρατικής εποχής πρέπει να συμπίπτει, ανθρωπολογικά, με την Τοτεμική Περίοδο, τότε πού ακόμη δουλειά σχεδόν αποκλειστική των ανδρών είναι το Κυνήγι, όπου ή γυναίκα ‘κατείχεν σπουδαιοτάτην θέσιν, ασκούσαν δύναμιν μεγάλην ουχί μόνον εν τω οίκω αλλά και εν τω γένει ολοκλήρω. Ο θεσμός των γενεών είχε γενικώς προέλευσιν μητριαρχική’ (Παν. Κανελλόπουλος, Λεξικό Ελευθερουδάκη, τομ. 9, σελ. 414). Μέχρι το σημείο πού ήρθε ή ώρα για μιά επανάσταση, την ‘μεγίστη των επαναστάσεων εν τη αναπτύξει τού θεσμού τής οικογενείας’, ή οποία, ‘προεκλήθη εκ τής ανατροπής τού μητριαρχικού δικαίου και τής νίκης τού ανδρικού στοιχείου’ (Παν. Κανελλόπουλος, όπου παραπάνω). Τι ήταν, λοιπόν, αυτή ή επανάσταση; Βασικά ήταν ή μετατροπή τού εξαντλητικού κυνηγιού — πάνω στη συλλογική, την ομαδική βάση, σε κτηνοτροφία — πάνω στην ατομική βάση. Και τής πρωτόγονης Καρποσυλλογής και τής γυναικείας Σκαλιστικής καλλιέργειας, στην κανονική Γεωργία των ανδρών, μιά και ή εφεύρεση του αλετριού και ή χρήση του από τον άνδρα, επέτρεπε πια την ατομική αξιοποίηση αυτής τής πολύτιμης παραγωγικής δραστηριότητας στην πρωτόγονη κοινωνία. Με τα δυό αυτά επαναστατικά εργαλεία, την Κτηνοτροφία και την Γεωργία, πού επιτρέπουν τη συσσώρευση πλούτου σε ιδιωτικά χέρια, κλονίζεται συθέμελα ό ρόλος τής γυναίκας. Κι’ αρχίζει μιά περίοδος, πού τη γνωρίζουμε κι’ εμείς, μιά και έχουμε την τελευταία φάση της, ή Πατριαρχία. Στην περίοδο αυτή, μέχρι σήμερα, είναι αδυσώπητη ή πάλη των εκπροσώπων τής νέας κυριαρχίας προς τα ριζωμένα επιβιώματα τής παλιάς — τής Γυναικοκρατίας. Πού, παρόλα τούτα, δεν είναι δυνατόν να ξεθεμελιωθούν, μιά και στηρίζονται στη φυσιολογική, ανθρώπινη αρχή τής κοινωνικής προϊστορίας μας και στις πολλές χιλιάδες χρόνια πού έζησαν σα ζωντανοί, δικαιωμένοι θεσμοί.
Η γυναικοκρατική εκείνη εποχή, λοιπόν, άφησε ίχνη, όχι πολλά ιδιαίτερα εξαιτίας του απελπισμένου αγώνα τής Πατριαρχίας να την αφανίσει, ακόμα κι’ από την ανάμνηση των μεταγενέστερων. Προσπάθειες πλαστογραφίας στην (πατριαρχική, βέβαια) Μυθολογία, αλλοίωσης στη λαϊκή λατρεία και τις κοινωνικές εκδηλώσεις, παραμόρφωσης στην ιστορική βάση (προϊστορικής εποχής) μεγάλων γεγονότων, παρασιώπησης του ηγετικού ρόλου τής γυναίκας σε κρίσιμες εποχές, κ.λ.π. δεν έφεραν τελικά και την ιστορική καταστροφή στα επιβιώματα τής γυναικοκρατίας. Μένουν αρκετά, άμεσα κι’ έμμεσα ίχνη στον πολιτιστικό —ιστορικό χώρο, πού έχει επίκεντρο το Αιγαίο. Τα ίχνη αυτά, απασχόλησαν αρκετούς μελετητές, άλλον πολύ κι’ άλλον λίγο.
Στην ελληνική επιστήμη, πού είχε το προνόμιο να μπορεί ευκολώτερα ν’ αντιμετωπίσει δημιουργικά το θέμα, παρατηρήθηκε μεγάλη καθυστέρηση πού οφείλεται στη συντηρητική εθνολογική αντιμετώπιση του θέματος, όσο και στις εξωτερικές — εσωτερικές περιπέτειες των χωρών τής Βαλκανικής και τής Κοντινής Ανατολής.
Προσπάθεια γίνεται στην έρευνα αυτή να επισημανθούν μερικά παραμελημένα ως τα τώρα ίχνη και να δοθούν στην επιστημονική μελέτη, σαν ελάχιστη προσφορά τής ελληνικής εθνογραφίας στην ειρηνική πολιτιστική άμιλλα των ανθρώπων, όπου γης.
Γιατί, πρέπει να το τονίσουμε, ενώ τα σχετικά ευρήματα είναι πολλά σ’ όλους τούς κλάδους τής αρχαιολογίας και τής εθνολογίας, κι’ ενώ από τα 1904 έχουμε έναν ιστορικό κύρους, αλλά και συντηρητικών πεποιθήσεων, τον Σπυρ. Λάμπρο να θεμελιώνει την πεποίθησή του για γυναικοκρατική εποχή, όπως θα δούμε πιο κάτω, ή ελληνική ανθρωπολογία και λαογραφία, τήρησε στάση εχθρική ή παρασιωπητική. Για λόγους πού δεν είναι πάλι στη σημερινή περίσταση. Ίσως γιατί το φως ερχόταν από ορισμένα κέντρα τής Δ. Ευρώπης, πού χαρακτηρίζουν ‘σύγχυση ή ολίσθημα’ το να υποστηρίζεις πως υπήρξε γυναικοκρατική Περίοδος στην ανθρωπότητα. Παρόλο πού, θα επαναλάβω τον χαρακτηρισμό, και τρίτος συντηρητικός επιστήμονάς μας, ό Σπ. Μαρινάτος, αδίστακτα ‘έχει την γνώμη ότι το γυναικοκρατικόν καθεστώς δεν φαίνεται ότι εξέλιπεν εντελώς εκ του περιβάλλοντος των Μυκηναϊκών αυλών’. (Εγκυκλ. Δρανδάκη, τ. Ελλάς, σ. 256).
Άλλωστε, πισωστρατίζοντας μ’ ανοιχτά, όσο μπορούμε, μάτια, δεν κάνουμε τίποτε περισσότερο και ‘ιερόσυλο’, από τη δουλειά πού έκανε ό σοφός Ευστάθιος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης στον 12ο βυζαντινό αιώνα, πάνω στον Όμηρο, την κυριότερή μας πηγή για την ελληνική, μυθική προϊστορία• κι’ ας έγινε αυτό σε χρόνια θριαμβικά τής ανδροκρατικής κοινωνίας.
Απαριθμώντας, λοιπόν, ό Ευστάθιος τα υλικά (τα ‘χρήσιμα’, όπως τ’ αποκαλεί, πού μεταχειρίστηκε, για τις ‘Παρεκβολές’ του στον Όμηρο, περιλαβαίνει και τα παρακάτω: ‘γνώμας, αις ό ποιητής χράται κατά κανόνα οικείον αλλ’ έστιν όπου και πλατύτερον, ως εξ ων ιστόρησαν έτεροι• έτι δε μύθους τούς μεν ακράτους και αθεραπεύτους και μόνον θεωρουμένους το προσφερόμενον, τούς δε και μετά θεραπείας αλληγορικής είτε και αναγωγικής• και έτερα μύρια καλά εις βίον χρήσιμα.’
Όπως θα καταλάβατε, ό Ευστάθιος έβλεπε το υλικό των ομηρικών έργων όχι στατικά ή μόνο ποιητικά, δεν σώριαζε παναπεί όλους τούς μύθους απείραχτους κι’ ασχολίαστους (=ακράτους και αθεράπευτους), αλλά μ’ επεξεργασία αλληγορική και αναγωγική (=πού ανατρέχει στην αρχή τους, στην πηγή τους)...
Τι θέλατε, μετά απ’ αυτό, να κάνουμε εμείς οι ταπεινοί, ύστερα από 900 χρόνια;
Σημαντικός, για την δύσκολη, ερευνητική μας πεζοπορία, είναι ό ορισμός τού Δ. Δημητράκου, στ’ ομώνυμο λεξικό του: ‘Μητριαρχία, γυναικοκρατία, το κοινωνικόν σύστημα καθ’ ό ή γυνή υπερέχει εις τε την οικογένειαν και την πολιτείαν, όλων των δικαιωμάτων καταγωγής, κληρονομίας, έτι δε και ή των κοινών διοίκησις ανηκόντων εις αυτήν’.
Βλέπετε, είναι γεγονός ότι ή έρευνα για εθνολογικές μαρτυρίες σ’ ελληνικές — παλιότερες και νεώτερες πηγές δεν ήταν ικανοποιητική ως τα σήμερα. Μ’ άλλα λόγια, πολύ λίγοι ενδιαφέρθηκαν για στοιχεία κοινωνικά και πολιτιστικά των προϊστορικών εποχών του χώρου μας, αλλά και των άλλων περιοχών τής Γης. Και υπάρχουν, φαίνεται, πολλά, σε πολλές ελληνικές πηγές.
Ως τα τώρα, ό Αισχύλος, ό Ηρόδοτος και λιγότερο ό Ευριπίδης, ό Πίνδαρος, ό Ησίοδος, ό Λουκιανός, και τόσοι άλλοι χωρίς να παραλείψουμε τον Ευστάθιο τής Θεσσαλονίκης, πολύ λίγο ερευνήθηκαν από την άποψη τής εθνολογικής ‘πληροφορίας’. Κι’ αυτό πάλι, με το βάρος τής φιλολογικής-ιστορικής και αισθητικής σημασίας κάθε τέτοιας ‘πληροφορίας’ να επικρατεί. Ακόμα κι’ ό πολυτιμότατος ‘περιηγητής’ Παυσανίας, ελάχιστα εξετάσθηκε σαν ‘πληροφορητής’ πανάρχαιων κοινωνικών θεσμών, ενώ και σ’ αυτόν χωρίς πολύ να σκάψει ό εθνολόγος, βρίσκει κομμάτια καθαρού χρυσού• για τούς αιώνες όπου είναι αδύνατο από γραφτές, και πολλές φορές ούτε από αρχαιολογικές πηγές, να έχουμε τεκμηρίωση.
Στη συμβολή για τη δραστηριοποίηση αυτής τής πηγής εθνολογικών πληροφοριών, απόβλεψε ή εργασία αυτή. Πού μάλλον κίνητρο για βαθύτερες παρόμοιες ανάλογες έρευνες αποτελεί παρά εξάντληση των πλούσιων μεταλλείων τής ελληνικής Γραμματείας.
Τέλος, με βάση την άποψη ότι ‘ή Κοινωνική ζωή είναι στην ουσία της πραχτική. Όλα τα μυστήρια πού παρασέρνουν τη θεωρία προς το μυστικισμό, βρίσκουν τη λογική τους λύση στην ανθρώπινη πράξη και στην κατανόηση αυτής τής πράξης’, (Κ. Μαρξ, 8η θέση στο Λ. Φόϋερμπαχ), το βιβλίο αυτό διαπραγματεύεται μερικά στοιχεία πού συνθέτουν όψεις τής μητριαρχικής ζωής. Τότε πού ‘Θεός ήταν ή γυναίκα και ό Άντρας είχε το κανονικό του μερίδιο στην παραγωγή και αναπαραγωγή. Τότε πού το θηλυκό πλάσμα δεν ήταν res (πράγμα) στις συναλλαγές, ούτε το άβουλο και λεπτεπίλεπτο σκεύος, όπως τη θέλει ό αστικός γάμος...’



ΠΙΝΔΑΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ ΘΗΣΑΥΡΟΦΥΛΑΚΙΟ ΟΚΤΩ ΑΙΩΝΩΝ

Εισαγωγή

Χρεωστούμε για το Κεφάλαιο αυτό λίγα λόγια πάνω στην επιλογή πού έχουμε κάνει, ανάμεσα σε τόσες πηγές.
Είναι καθαρά υποκειμενική ή επιλογή αυτή. Και προκλήθηκε, νομίζω, από την πεποίθηση ότι δεν έγινε ως τώρα ‘άντληση’ από τις πλούσιες δεξαμενές των δύο αυτών συγγραφέων, τού ποιητή Πίνδαρου και τού λόγιου-περιηγητή Παυσανία, με το κριτήριο τής γυναικοκρατικής εποχής. Λίγα πράγματα, απ’ ο,τι ξέρω, έχουν βγάλει στο φως, όσοι υποστηρίζουν την ύπαρξη αυτής τής εποχής. Σ’ αυτά προσθέτω και τα λίγα, ενδεικτικά, τού δικού μου κόπου...
Ένα σημείο πού ίσως μ’ εξώθησε να διαλέξω τούς δύο αυτούς, είναι ή χρονική απόσταση πού χωρίζει τη ζωή τους• οχτακόσια χρόνια! Ο Πίνδαρος έγραψε στον έκτο αιώνα, σε περιοχή πού χαρακτηρίζονταν ‘θησαυροφυλάκιο’ τής Παράδοσης, Προελλήνων […] και Ελλήνων, αρκετά κοντά στη μητριαρχική οργάνωση τής κοινωνίας. Ο Παυσανίας, περιτριγύρισε τις περισσότερες ελλαδικές περιοχές, και με τις παραδόσεις πού άκουγε, το σύνολο τού Ελληνισμού. Συγκρίνοντας τη δουλειά τους, μέσα στα όρια των αιώνων πού τις χωρίζουν, βλέπουμε την αντοχή, την επαλήθευση και τη διάρκεια πολλών θεσμών ή απόψεων, από τις χαρακτηριζόμενες γυναικοκρατικές. Κι’ αυτό είναι κάτι νομίζω, πού γίνεται πρώτη φορά και είναι επιστημονικά χρήσιμο.
Το πείραμα αυτό θα μπορούσαν να το συνεχίσουν άλλοι, να το πλουτίσουν και να το επεκτείνουν σε άλλους από την τεράστια ελληνική γραμματεία, πού σώθηκε. Αρχίζοντας από τον Όμηρο, τον μεγάλο Ησίοδο, τον Θουκυδίδη και φτάνοντας μέχρι τούς Χριστιανούς πατέρες και τον αξεπέραστο Ευστάθιο Θεσσαλονίκης τού 12ου αιώνα. Για τούς τελευταίους, αν αξιωθώ να ζήσω, φιλοδοξώ μιά συστηματική μονογραφία, για τον πλούτο τον εθνολογικό πού μάς προσφέρουν στα έργα τους...

Μερικές μαρτυρίες από τον Πίνδαρο
Η συνεισφορά πάνω στο θέμα μας, τού μεγαλύτερου, όπως θεωρείται, αρχαίου λυρικού ποιητή, είναι σημαντική, για τούς παρακάτω λόγους: γιατί δεν αξιοποιήθηκε όσο έπρεπε, γιατί προέρχεται από ένα σεβαστό λυρικό στο τέλος τού 6ου αι, και σύγχρονα αριστοκρατικόν από γένος και πεποίθηση• κι’ ακόμα, γέννημα τής Βοιωτίας, μιάς περιοχής πού συντήρησε πλήθος θρησκευτικές παραδόσεις τού ελλαδικού χώρου και γέννησε μεγάλα ονόματα στη λυρική τέχνη, όπως οι συγκαιρινές του, ή Ταναγραία ποιήτρια Κόριννα και ή Μύρτιδα — δασκάλα κι ανταγωνίστρια τού Πίνδαρου, ποιήτρια και αοιδός. Κι’ οι τρεις τους μεγαλωμένοι κάτω από την πολύκλωνη σκιά τής Ησιόδειας Θεογονίας.
Μπορούμε, τόσο σύντομα, να καταλάβουμε πόσα πανάρχαια υλικά τής ελληνικής εθνολογίας αποτέλεσαν τη βάση του πνευματικού του εξοπλισμού• και πόσα θα μάς κληρονομούσε, αν ή ιστορική συγκυρία δεν τον ‚έστελνε αυτοεξόριστο μετά τα Μηδικά, εδώ κι’ εκεί στον αρχαίο κόσμο. Όπου ύμνησε, βέβαια, και τα μεγάλα κατορθώματα τής Σαλαμίνας και των Πλαταιών, στα οποία ή πατρίδα του Θήβα αντισυμπαρατάχηκε, αλλά του είχε ξεφύγει για πάντα ή ευκαιρία να στολίσει την ποίησή του με τις άπειρες, αναντίρρητα, λεπτομέρειες τής προηγούμενης εποχής — και μαζί και τής Γυναικοκρατίας. Κι’ αυτά τα λίγα, όμως, πού επισημαίνουμε εδώ, αξίζουν τον κόπο, και μάς αναθυμίζουν το αξεπέραστο βιβλίο του Παναγή Λεκατσά, τον ‘Πίνδαρο’ δημοσιευμένο στα 1938, όταν ήταν μόλις εικοσιοχτώ χρονώ... Από την έμμετρη μετάφραση, την εισαγωγή και τα ερμηνευτικά του μνημειακού εκείνου τόμου, βρήκαμε την ευκαιρία να συνθέσουμε τη μαρτυρία μας αυτή. Πού, πρέπει να το ξανακούσουμε, είναι πολύτιμη, γιατί προέρχεται από το θησαυροφυλάκιο μιάς συντηρητικής περιοχής, σε πατριαρχική φάση, βέβαια, από καιρό, αλλά πού ανακρατεί μέχρι τα χρόνια του Πίνδαρου, τόσα ίχνη πού μάς ενδιαφέρουν εδώ!...
Και κάτι, το ίδιο συνταραχτικό: από το συνολικό έργο του Πίνδαρου διασώθηκαν Ύμνοι ακέριοι (ή με λίγες ζημιές), Ολυμπιονίκες 14, Πυθιονίκες 12, Νεμεονίκες 11, Ισθμιονίκες 7, σύνολο σαραντατέσσερις μόνον. Ενώ, αν κρίνουμε μονάχα από τα σπαράγματα πού σώθηκαν, έγραψε τουλάχιστον εκατονπενηνταεπτά (157) άλλα ποιήματα όλων των ειδών! Φανταστείτε πόσες πληροφορίες, πού μάς χαθήκαν...
Ακολουθεί μιά μικρή ανθολογία από μυθολογικές-εθνολογικές μαρτυρίες στον Πίνδαρο, πού ενδιαφέρουν τον τίτλο του βιβλίου μας:
1. Αρχίζουμε με την αρχαιότερη γραφτή μαρτυρία για μιά τελετή, να έθιμο πού θυμίζει έντονα σημερινές μας ‘Λαζαρίνες’ (πρβλ. Κεφ. 4). Τη βρίσκουμε σ’ να απόσπασμα από δαφνηφορικό Παριένιον ύμνο. Παρθένια ονόμαζαν τα χαριτωμένα λυρικά-χορικά τραγούδια, πού στολισμένες παρθένες παρουσίαζαν (χορεύοντας και τραγουδώντας) σε διάφορες επίσημες ελληνικές γιορτές. Το πηγαίο αυτό παμπάλαιο είδος, βρήκε όπως λένε, την τελειότητά του στη Σπάρτη, όπου ή αγωγή των κοριτσιών ήταν αρκετά ελεύθερη για τέτοιες τελετές. Το Παρθένιο, όπως όμορφα διατυπώνει ό Λεκατσάς, ‘μ’ απόλυτην ελευθερία θεμάτων και στο στόμα παρθένων, είχε ουσία καθαυτό λυρική και ξεχώριζεν απ’ όλα τα είδη τής αυστηρής χορικής με την ελαστικότητα, την ζωηρότητα, την αισθηματικότητα, τη λεπτότητα και τη χάρη του’... Δίνουμε να μέρος:

Σαν γοργά ζώστηκα το πεπλοφόρεμά μου,
λαμπρό κλαρί στα τρυφερά μου
τα χέρια δάφνης
σαλεύοντας, χορός παρθένων,
ήρθα τον οίκο του Αιολάδα
και του γυιού του Παγώνδα
τον δοξασμένον
να υμνήσω μ’ ανθισμένο
το παρθενικό κεφάλι
στεφανωμένο,
και το τραγούδι των Σειρήνων
να μιμηθώ με τη φωνή μου
και των μικρών απ’ το λωτό
αυλών μου τη μολπή...

Όσοι δεν έχετε ιδέα από το λαζαρικό χορό των παρθένων, θα πρέπει να ρίξετε μια ματιά στο Κεφ. 4.* Εκεί θα συναντήσετε, σχεδόν πανομοιότυπα με τα παλιά, τα στοιχεία πού συνθέτουν το έθιμο σήμερα, δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά το Παρθένιο του Πίνδαρου...
Το οποίο συντέθηκε με την ευκαιρία τής γιορτής των Δαφνηφορέων στη Θήβα, πού τελούνταν κάθε ένατο χρόνο με μεγαλοπρέπεια: στεφάνωναν να κλαρί ελιάς με φύλλα δάφνης και διάφορα άλλα άνθη και ορειχάλκινες σφαίρες — μεγάλες και μικρές, στολισμένες με πορφυρές ταινίες. Επικεφαλής τής πομπής βάδιζεν ένα παιδί πού ζούσανε κι’ οι δυό του γονιοί (=παίς αμφιθαλής). Ο δαφνηφόρος παίς βάδιζε αγγίζοντας με το χέρι του το στολισμένο κλαρί, πού το κρατούσε ό πλησιέστερος συγγενής του, ‘ό μάλιστα οικείος’. Είχε τα μαλλιά του λυμένα, στεφανωμένα με χρυσό στεφάνι. Ένας χορός από νέα κορίτσια, κρατώντας κλαδιά ικεσίας και ψάλλοντας τον ύμνο, ακολουθούσε.
Εκτός από τη μεγάλη ομοιότητα, με τη λαζαρική τελετή (στα περισσότερα στοιχεία του), εκτός από την αυταπόδεικτη προέλευση του Παρθενίου αυτού, από παλιότερες τοτεμικές-γυναικοκρατικές λατρείες, όπως ανασαίνουν σε πατριαρχικά χρόνια, υπάρχει μία συγκλονιστική λεπτομέρεια, όπως βγαίνει από τη φιλολογική ανάλυση: ό ‘οικείος’ στην περίπτωσή μας ήταν, όπως διασώθηκε χωρίς να το σχολιάσουν, ό ανώνυμος ‘γυιός τής Δαμαίνας’, Πρώτος θείος από μητέρα, τού δαφνηφόρου νέου πού αναφέρεται στο πιο πάνω απόσπασμα — τού γυιού τού Παγώνδα...
Για όσους ξέρουν τη σημασία τού μητρικού θείου, στην περίοδο τής Γυναικοκρατίας, προσφέρουμε ‚ένα ακόμα επιχείρημα• για όσους δεν έτυχε να γνωρίζουν, το κύρος τού μητρικού θείου (δεύτερου, μετά τη Μάνα) στο Μητρικό Γένος και στη Μητρική Οικογένεια, πού είναι ισόβαρο με τον Πατέρα, στην Πατριαρχική Οικογένεια, χαρίζουμε το χαριτωμένο, αλλά πραγματικό περιστατικό στη Μελανησία:
Προσπαθώντας να μεταφράσει στους πρωτόγονους συμπατριώτες του, ‘νεοπροσήλυτους’ στο Χριστιανισμό, το ‘Πάτερ ημών’, ό συμπατριώτης τους, τόλεγε ‘Θείε ημών ό εν τοις ουρανοίς...’. Λέξη ‘πατήρ’ δεν υπήρχε στη μητριαρχική εκείνη φυλή, στα χρόνια μας ακόμη!
2. Από άλλο ένα Παρθένιο, σώθηκαν μόνο οι παρακάτω πέντε στίχοι:

Ω Πάνα, βασιλιά τής Αρκαδίας,
των ιερών αδύτων φύλακα
τής Μάνας τής Μεγάλης σύντροφε
και των σεμνών Χαρίτων
φροντίδα εσύ γλυκειά

Κανένας στίχος ‚έχει αξεπέραστη αξία, όπως το καταλαβαίνετε. Μέσα τους διαγράφεται όλη ή θολή πρωτόγονη εποχή, πού διαμέσου τής Μυθολογίας, μπορούμε να την ψαχουλέψουμε: ή Μεγάλη Μάνα, πού έχει ελεύθερο γαμικό σύντροφο, το βασιλιά τής μητριαρχικής Αρκαδίας, τον προστατευόμενο των σεβαστών (σεμνών) Χαρίτων, το φύλακα των ιερών αδύτων (δηλ. τής προϊστορικής-μητριαρχικής λατρείας) κλπ.
Για την μητριαρχική, επαναλαμβάνω, Αρκαδία, θ’ αφήσουμε παρακάτω σ’ αυτό το Κεφάλαιο, τον Παυσανία να μάς γεμίσει μαρτυρίες. Μέχρι τη συμβολή των Αρκάδων, βεβαιωμένη στα πολύ πρόσφατα χρόνια από την αρχαιολογία, στην εξάπλωση τής γυναικοκρατίας στην Κύπρο (Αφροδίτη - Άρτεμη)...
Όσο για τις Χάριτες, ό Λεκατσάς διευκρινίζει, πώς εσφαλμένα οι φιλόλογοι ερμήνευσαν, ότι ό Πίνδαρος τις αναφέρει εδώ σαν ερωμένες τού Πανός. Για τον Πίνδαρο, γράφει ό Λεκατσάς, οι Χάριτες ‘δεν είναι πλέον σύμβολα ή προστάτριες τού ανοιξιάτικου οργασμού, ταυτιζόμενες με τις Νύμφες’... Είναι ‘αγαθοποιές για την ανθρωπότητα θεότητες και συγγενείς με τις Μούσες’!..
Σημαντικότερη πάλι είναι ή πληροφορία (Κ. Κερένυϊ, Η Μυθολογία των Ελλήνων, σελ. 57), ότι κοντά στη Μεγαλόπολη τής Αρκαδίας, θυσιάζανε συγχρόνως στις Ευμενίδες (δηλ. τις Ερινύες, τις ‘παλαιότερες κι’ από τούς θεούς πού κυριάρχησαν μαζί με το Δία’) και στις Χάριτες!
3. Ας επωφεληθούμε από τον Ολυμπιονίκη XIV, του 476 π.Χ. για να δούμε λίγα από την αποκαλυπτική πάνω στο θέμα μας μυθολογία για τις Χάριτες, τις τρεις ‘βαθύζωνες’ παρθένες, όπως τις υμνεί αλλού ό ποιητής μας. Ο οποίος, σαν πιστός θεματοφύλακας τής παράδοσης (εννοούμε εδώ τής μητριαρχικής) τούς αφιερώνει, αποκαλυπτικά, μεγάλο σέβας...
Άλλωστε, είναι τεράστια και αποκαλυπτική στο σύνολό της ή μυθολογία για τις Χάριτες κι’ αποδείχνει έτσι και τη βάση όλης τής Ελληνικής Μυθολογίας, πού δεν είναι τίποτες άλλο από ελεύθερη καταγραφή με πολλή φαντασία, τής ελληνικής προϊστορίας — τής γυναικοκρατικής.
Κατ’ αρχήν, λατρεύονται σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή με κέντρο το Αιγαίο. Αυτό δημιουργεί μίαν αφάνταστη ποικιλία στους μύθους γύρω τους, ιδιαίτερα στην καταγωγή τους: αρχίζοντας από την πιο κοντινή στα χρόνια μας εκδοχή, είναι κόρες τής Ευρυνόμης, τής θυγατέρας του Ωκεανού, με το Δία. Κόρες τής Εκάτης και του Ερμή. Κόρες τής Λήθης, του ποταμού τής λησμονιάς στον κάτω κόσμο. Θυγατέρες τής Νυκτός και του Ερέβους. Κόρες τής Αίγλης και του Ηλίου... Σωστή κοσμογονία!
Σχετικά με τον Ήλιο και τον Απόλλωνα πού εικονίσθηκε, Πύθιος ή Δήλιος, να κρατάει στ’ αριστερό του τις τρεις Χάριτες, ό Λεκατσάς σημειώνει στοχαστικά:
‘Συνδεδεμένες με τον Απόλλωνα, πού ταχύτατα βάθυνε με το πνευματικότερο περιεχόμενο την ύπαρξή του, εξελίχτηκαν κι’ αυτές σε πνευματικές δυνάμεις αγαθοποιές για την ανθρωπότητα• Κι’ όπως σαν φυσικές δυνάμεις, αγνιστικές και ζωογόνες ακτίνες του εαρινού και θερινού ήλιου ευεργετούν την ύπαρξη των φυτών και των όντων, έτσι και σαν πνευματικές δυνάμεις χαρίζουν στην ανθρωπότητα την ομορφιά, τη σοφία και τη δόξα• τίποτε το γλυκό και το ευχάριστο δεν γίνεται δίχως εκείνες• κι’ αυτές επιστατούν τα συμπόσια των θεών και διευθετούν τούς χορούς των Μουσών και τα πανηγύρια των ουρανίων δωμάτων’...
Έχουμε, όμως, ποικιλία στον αριθμό τους και τα ονόματά τους — δεν τις λάτρεψαν παντού το ίδιο, πολύ φυσικά! Η παραδομένη στα χρόνια μας εκδοχή, αναφέρει τις τρεις, Αγλαΐα - Ευφροσύνη - Θαλία (ή Θάλεια). Τα ονόματά τους και μόνον λένε την απώτερη προέλευσή τους... Ήταν μια τριπλή Αφροδίτη συγχρόνως. Παραστήθηκαν γυμνές, οι δύο κοιτάζουν εμπρός και ή μεσαία μάς δείχνει τα καλλίγραμμα νώτα της. Στον αρχαίο ναό τους, στον Ορχομενό των Μινύων τής Βοιωτίας παραστάθηκαν με τη μορφή τριών λίθων, πού πέσανε από το ουρανό.
Στη Λακωνία, λατρεύονταν δυό Χάριτες, ή Κλήτα και ή Φάεννα• ονόματα πού έχουν σχέση με το φεγγάρι και τη φεγγαροθέα, την Αρτέμη, σεβάσμια στην περιοχή. Στην Αθήνα, πάλι δυό, ή Αϋξώ και ή Ηγεμόνη.
Συνδέθηκαν με διάφορα ‘συμβάντα’: χωρίς αυτές δεν μπορούσε να γίνει κανένας αληθινός γάμος. Οι Χάριτες μαζί με τις Μοίρες και τις Ώρες, οδήγησαν την Περσεφόνη από τον κάτω κόσμο στο φως. Οι Χάριτες υποδέχτηκαν την Αφροδίτη γυμνή στην Πάφο, μετά πού την έδιωξε ό άνδρας της Ήφαιστος, όταν την έπιασε με τον Άρη• τη λούσανε, λέει, την αλείψανε, με μυρωδάτο λάδι των θεών και τη ντύσανε με τα πλουμισμένα της φορέματα... Ίσως γι’ αυτό, τη φιλία τους δηλ. με την Αφροδίτη, συνδέθηκαν με τη λατρεία του Έρωτα στον Ορχομενό, όπου προς τιμήν τους τελούνταν μουσικοί αγώνες, τα Χαριτήρια.
Όπου ασφαλώς αναφέρεται ό Πίνδαρος, στην ωδή πού ερευνούμε, με τούς στίχους:

Χάριτες μυριολάλητες του Ορχομενού,
των παναρχαίων των Μινυών
προστάτισσες, ακούσετε μου τώρα
την προσευχή• γιατί μαζί σας
κάθε γλυκό, κάθε αναγάλλια δίνεται
στων ανθρώπων τη ζήση.

Τέλος, ή λατρεία τους εμφανίζεται σε πολύ παλιά εποχή, ή οποία προσδιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό ιστορικά, την Κρητική θαλασσοκρατία: στην Πάρο λέει, όπου ζούσε κάποια εποχή ό Μίνωας, λατρεύονταν οι Χάριτες• και στη διάρκεια μιας θυσίας του σ’ αυτές, πληροφορήθηκε το θάνατο τού γυιού του Ανδρόγεω από τον Ταύρο τού Μαραθώνα. Τότε, πέταξε το στεφάνι από το μέτωπό του και διάταξε τούς αυλούς να σταματήσουν• από τότε οι Παριανοί θυσίαζαν στις Χάριτες χωρίς στεφάνι και μουσική...
Πόση πραγματικότητα μέσα σ’ αυτό το λατομείο των ‘μυθικών’ παραδόσεων! Άσχετα πού παρουσιάζονται σε στρώματα ομαλά, σε παράταιρα και παράκαιρα, σε κατακρημνίσματα και σφήνες• ευδιάκριτα, δυσκολοπρόσιτα, δυσερμήνευτα ή καταφάνερα. Ένα είναι κι’ εδώ το συμπέρασμα, μολαταύτα: όλα μιλούν για μιά αλλοτινή πραγματικότητα, όπου οι γυναίκες είχαν έναν υπέρτερο ρόλο — αν όχι τον μόνο.
4. Στον ΙΙΙ Πυθιονίκη, για τον τύραννο Ιέρωνα των Συρακουσών γραμμένο, καταχωρίζεται το επεισόδιο τής Κορωνίδας, γεμάτο από νοήματα τής παλιάς, μητριαρχικής τάξης: ό Φοίβος Απόλλωνας, στην πατριαρχική του μανία κι’ αυτός, να μην αφήσει θνητή γυναίκα χωρίς ‘θεϊκό’ σπέρμα, διαπαρθένεψε την κόρη τού βασιλιά στους τρεις θεσσαλικούς λαούς Φλεγύες, Λαπίδες και Μινύες, τού Φλεγύα, Κορωνίδα. Εκείνη, χωρίς να πολυλογαριάζει την καινούργια πατριαρχική κοσμοθεωρία, έκανε έρωτα με τον Ίσχυ, γιό τού Αρκάδα Έλατου. Ο Απόλλωνας θέριεψε πού θα νοθεύονταν ή γονή του, κι’ αποφάσισε τη θανάτωση τής Κορωνίδας. Αλλά, ας δούμε από τον ίδιο τον Πίνδαρο την εξέλιξη, σ’ ελεύθερη ταξιθέτηση τής μετάφρασης τού Π. Λεκατσά:
‘Με τού μυαλού της τις αστοχίες (ή Κορωνίδα) τον ατίμασε (τον Απόλλωνα), Κι’ άλλη κρυφά ‘πό τον πατέρα της γάμου προτίμησε χαρά. Με τού θεού στα σπλάχνα τ’ αγνό σπέρμα, το νυφικό τραπέζι της αυτή δεν πρόσμενε ναρθεί, μήτε των υμεναίων (ύμνων) την πάμφωνη την ιαχή, πού μέλπουν συνομήλικες παρθένες αποσπερνά, μ’ ευχές, στο νυφικό μπροστά το θάλαμο συμμαζεμένες. Μα αυτή τα μακρινά(;) ποθούσε, όπως πολλοί τόχουνε πάθει. Ματαιότατο γένος, όσοι τ’ άλλα συνηθισμένα μας καταφρονούνε.
(Αλλά) ή οργή των γυιών τού Δία μάταια ποτέ δεν απομένει. Στέλνει την αδελφή του Άρτεμη, πού με τα πάγχρυσά της τόξα, την γκρεμίζει κάτου στον Άδη’... Το ‘αγνό σπέρμα’ τού Απόλλωνα, όμως, είχε γονιμοποιήσει τον Ασκληπιό, πού την τελευταία στιγμή, έσωσε αυτός στέλνοντας τον Ερμή!
Στους στίχους αυτούς ό Λεκατσάς, πού δεν είχε πιστεύω τότε προσηλωθεί στην ερμηνεία των αρχαίων με την μυθολογική (στο προκείμενο μητριαρχική) ματιά, βρίσκει ‘αμφίβολο νόημα’, προσθέτει όμως εντυπωσιακά, πώς ‘το έγκλημα εδώ τής Κορωνίδος είναι σύμμικτο, απιστία προς τον θείον εραστή και ατιμωτική συνεύρεση πριν από τον νόμιμο γάμο• αλλά το κύριον έγκλημα φαίνεται νάχει ή σύγχυση τής γονής’...
Βασικά, έτσι νομίζω κι’ εγώ, πώς είναι το φταίξιμο τής Καρωνίδας, προσθέτω όμως, ότι τη ‘σύγχυση τής γονής’ πρέπει να τη διαβάσουμε ‘προσβολή της πατριαρχικής τάξης’ από μιά θνητή, πού επρόκειτο να γίνει μητέρα τού θεού τής ιατρικής. Ο Πίνδαρος, φυσικά, καταγγέλλει αυτό το ‘έγκλημα’ τής Κορωνίδας, πού ‘καταφρόνησε τα συνηθισμένα μας’ (δηλ. τα πατριαρχικά δέσμια τού γάμου — αλλά και τής εξώγαμης κύησης, όταν προέρχεται από θεό), και μάς πληροφορεί πώς αυτή ‘ποθούσε τα μακρινά, όπως πολλοί τόχουνε πάθει’, δηλ. όσοι θέλησαν να τηρήσουν την απώτερη, την προηγούμενη τάξη.
Ή μαρτυρία του, ακόμα, ότι ό ‘ξελογιαστής’ θνητός από την Αρκαδία, την όψιμη κιβωτό γυναικοκρατικής ανάμνησης, όπως θα δούμε παρακάτω, στον Παυσανία, επτά αιώνες αργότερα, είναι χαρακτηριστική για το θάρρος πού πήρε ν’ αψηφήσει θεό εραστή (αναγκαστικό) και πατέρα βασιλιά (πατριαρχικό)...
Τέλος, μιά επιφανειακή αντίφαση στο μύθο, πώς ή Άρτεμη σκότωσε μιά θνητή, πού τήρησε τα παλιά (μητριαρχική) συνήθεια, δίνουμε μιά εξήγηση: ή Κορωνίδα σκοτώθηκε από την Άρτεμη, όχι γιατί διάλεξε εραστή πριν τον πατριαρχικό γάμο της, αλλά γιατί ‘έσμιξε’ με τον Απόλλωνα, πριν να διαλέξει αυτή εραστή. Έχουμε τα τόσα παραδείγματα στη μυθολογία πού δεν έφθασαν στο φόνο μιάς θνητής πού κοιμήθηκε με θεό...
5. Και μιά πού είμαστε στην Αρκαδία, ας δούμε με αφορμή τον Ισθμιονίκη VIII, τούς ‘μυθολογικούς’ δεσμούς τής Βοιωτίας, με την Αρκαδία και γενικότερα την Πελοπόννησο. Έχει σημασία για το θέμα μας, μιά και θαμποδιακρίνεις μέσα από τούς δεσμούς αυτούς, μιάν ολόκληρη μητριαρχική Μυθολογία...
Ο Βοιωτικός ποταμός Ασωπός γέννησε με την Κόρη τού Λάδωνα, τη Μετώπη, κατά την πινδαρική γενεαλογία, επτά θυγατέρες, Νύμφες επώνυμες των αντίστοιχων πόλεων: τη Θήβα, την Κέρκυρα, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, την Άρπυνα, τη Νεμέα και την Κλεωνή. Το τι σημαίνει αυτό, θα διαρωτηθούμε όταν δούμε στο χάρτη τής Μυκηναϊκής Πελοποννήσου, άλλο ένα ποτάμι Ασωπό στη σημερινή Αχαΐα και μία ισχυρή πόλη στον ανατολ. Λακωνικό κόλπο, τον Ασωπό, πού ονομάστηκε έτσι από τον ομώνυμο ποταμό της. Η πόλη Ασωπός, πού έδωσε τ’ όνομα τής ακρόπολής της Κυπαρισσία (από την Κυπαρισσία Αθηνά, τη μητριαρχική, πριν αλλαξοπιστήσει) στους Παρακυπαρισσίους Αχαιούς, φαίνεται ότι είχε μητριαρχική παράδοση και πριν κατακτηθεί από τούς Θεσσαλοαχαιούς και τούς Βοιωτούς: λατρεία τού Διονύσου, τής Άρτεμης, τής Νέμεσης, τού Ασκληπιού, τού Ποσειδώνα...
Υπάρχουν ακόμα και τα Λακωνικά Λεύκτρα, άλλο σημάδι από τη Βοιωτική κάθοδο• υπάρχουν ακόμη κι’ άλλα σημάδια λατρευτικά-μυθολογικά πού παρουσιάζουν τη Ν. Πελοπόννησο στα χρόνια τού Πινδάρου, γεμάτη από τις ίδιες μητριαρχικές αναμνήσεις τής απώτερης ιστορίας τής πατρίδας του, τής προαχαϊκής...
6. Όπου, προφανέστατα ανήκει και ό παράξενος μύθος τού Ωρίωνα, πού τον θυμόμαστε από ένα μονάχα στίχο κάποιου πινδαρικού Διθύραμβου:

ό Ορίων μεθυσμένος την γυναίκα
την ξένη κυνηγούσε

Σύμφωνα με το Βοιωτικό για τον Ωρίωνα μύθο, πού ό Στράβωνας (ΙΧ 404) βεβαιώνει ότι μεταχειριζόταν ό Πίνδαρος, στην πόλη Υρία τής Ταναγραίας χώρας, ό γέρος και άτεκνος ήρως Υριεύς, δεξιώθηκε κάποτε στο παλάτι του την (πατριαρχική) τριάδα τού Ολύμπου Δία, Ποσειδώνα και Ερμή. Σ’ αντάλλαγμα τής φιλοξενίας αυτής (προσχώρησης, θα λέγαμε, στη νέα τάξη) υποσχέθηκαν οι τρεις θεοί διάδοχο. Με την ακόλουθη μέθοδο: πήραν το τομάρι τού βοδιού πού θυσίασε σ’ αυτούς, αποσπερμάτωσαν μέσα και τού παράγγειλαν να το παραχώσει στη γη και να το ξεθάψει στους εννιά μήνες. Έτσι γεννήθηκε ό Ωρίων... (Λεκατσάς, σελ. 295).
Όταν μεγάλωσε έγινε διάσημος κυνηγός, πού συντρόφευε στα κυνήγια την Άρτεμη, πού τον αγαπούσε και θα τον παντρευόταν. Αυτό εξώργισε τον (πατριαρχικό) Απόλλωνα, πού έστειλε σκορπιό και τον σκότωσε. Κι’ από τότε, για παρηγοριά τής αειπάρθενης θεάς, ό Ωρίων έγινε αστερισμός στον ουρανό (ή νεοελληνική Αλεκτροπόδα)...
Εκτός από τα επιφανειακά ευκολοδιάβαστα, πρέπει να σημειώσουμε και τ’ ακολούθα, πού τονίζουν το μητριαρχικό περιβάλλον, όπου ανατράφηκε κι’ επηρεάστηκε ό Πίνδαρος: ή Τανάγρα, οφείλει τ’ όνομά της στη νύμφη Τάναγρα, θυγατέρα τού Ασωπού τού Αιόλου. Στην πόλη (πατρίδα τής ποιήτριας Κόριννας) λατρεύονταν ό Διόνυσος, ή Αφροδίτη και Θέμις, με σπουδαία ιερά, όπου υπήρχε ακόμη κι’ άγαλμα τού Διόνυσου από τον Πραξιτέλη!...
Σημειώνω, για την έρευνα, ότι δεν είναι τυχαίο πού αναπτύχθηκε ή τέχνη με τα πανέμορφα κεραμικά αγαλματίδια των γυναικών εκεί, οι περίφημες Ταναγραίες, πού ήταν το τέρμα μιάς παράδοσης παλαιότερης, αρχίζοντας από άτεχνα γυναικεία ειδώλια.
7. Αναφέραμε παραπάνω το ιερό τής Θέμιδας στην Τανάγρα. Στον Πυθιονίκη IV, στιχ. 54, υπάρχει ή λέξη θέμισσιν (χρησμοί, αξιώματα) πού πρόκειται να δώσει ό Φοίβος Απόλλωνας. Ο Λεκατσάς, στη σελ. 103 των ερμηνευτικών γράφει τις λίγες λέξεις, ‘μακρινή ανάμνηση των χρησμών τής Θέμιδος, πού κατά τον Αισχύλο (Εύμ. 2) χρησμοδοτούσε πριν από τον Απόλλωνα στους Δελφούς’.
Ας προσθέσουμε μιά σκιαγραφία τής μεγάλης αυτής πατριαρχικής θεάς: κόρη τής Γαίας και τού Ουρανού, επιφορτίστηκε από την νεόκοπη πατριαρχική τάξη, με πάμπολλα καθήκοντα και το κυριότερο, με το ρόλο τής συζύγου τού Δία: είναι προστάτιδα τής φιλοξενίας, ελέγχει τις τρεις Μοίρες, είναι διαγγελέας τού Δία — συγκαλεί τις συνάξεις των θεών, επιβλέπει την τάξη στις τελετές και τα συμπόσιά τους. Εγέννησε την Ευνομία, την Δίκη και την Ειρήνη, και τις Ώρες — δηλ. τις τακτικές εποχές τού έτους. Τέλος, αυτό πού μάς ενδιαφέρει εδώ, σε μιά κρίσιμη εθνολογικά στιγμή, όταν έπρεπε να επινοηθεί από την ‘επίσημη’ μυθολογία ή ‘γέφυρα’ ανάμεσα στον μητριαρχικό κόσμο — τη Γαία και στον πατριαρχικό — τον Απόλλωνα, τής αναθέτουν την κορυφαία μαντική θέση στους Δελφούς. Εκεί, μπορεί να εκδίδει τις θέμιστες τού Δία, δηλ. τα φιρμάνια τής πατριαρχίας, με τη βοήθεια τού πάντα ολιγαρχικού και αντιδραστικού ιερατείου τής Φωκίδας. Μιά και ή δικαιοσύνη τού Ολύμπου, πλάστηκε ‘κατ’ εικόνα τής ανθρώπινης δικαιοσύνης’, όπως έλεγε ό σπουδαίος φιλόλογος Γ. Δ. Καψάλης...
Και δεν πρέπει ποτέ να μάς διαφεύγει, αυτό πού διαφεύγει από τις τόσες μαρτυρίες, παλαιών και νεωτέρων, πώς ή μαντική, το κύριο έργο τής Θέμιδας, είναι σ’ όλο τον προϊστορικό κόσμο το ξεχωριστό έργο τής γυναίκας...
8. Κόρη τής Δικαιοσύνης, είναι ή Ησυχία, κι’ αυτήν υμνεί στην αρχή τού Πυθιονίκη VIII ό Πίνδαρος, στα γεράματά του, γύρω στα 446 π.Χρ.:

Καλόφρονη Ησυχία, τής Δικαιοσύνης
των πόλεων ή μεγαλοπλάστρα, ώ θυγατέρα,
πού των βουλών κρατείς και των πολέμων
τα κλειδιά συ τα υπέρτατα...

Δεν ξέρουμε την μητριαρχική αντιστοιχία στην συμπαθέστατη αυτή κόρη. Ξέρουμε, όμως, ότι ή πατριαρχική τάξη πλέκει αυτό το εγκώμιο, μετά το πρόσφατο γεγονός τής νίκης των Βιωτών κατά των Αθηναίων στην Κορώνεια (447 π.Χ.) Κι’ από όσα μαθαίνουμε στην αληθινή ιστορία, σ’ αυτούς πού νικούν συμφέρει ή ησυχία... Όχι πού ολάκαιρο τ’ άδικο πέφτει στην ολιγαρχική Βοιωτία• οι Αθηναίοι δεν μεταβάλανε τη συμμαχία τους σε ηγεμονία και την ηγεμονία σ’ αυτοκρατορία, πολεμώντας και υποτάζοντας τούς χτεσινούς συναγωνιστές τους ή μεταβάλλοντας σε υποτελείς χτεσινούς συμμάχους, όπως θυμίζει ό Λεκατσάς (Ερμ, στον Πίνδαρο, σελ. 113). Επικαλούμενοι, βέβαια, ύστερα από κάθε ανόμημα, πού κανονικά ή Ησυχία (με κεφαλαίο) τιμωρεί, τη δική τους την ησυχία, για την καλή χώνεψη...
9. Η λαμπρή ωδή για τον Τελεσικράτη τον οπλιτοδρόμο από την Κυρήνη (Πυθιονίκης ΙΧ) είναι μιά συναρπαστική μαρτυρία για την παλλόμενη, τη ζωντανή στα χρόνια αυτά (462 π.Χρ.) γυναικοκρατική παρουσία! Στους 125 πινδαρικούς στίχους αναφέρονται εξαίσιες γυναικείες μορφές: οι τρεις ‘βαθύζωνες’ Χάριτες, ή ‘αλογόχαρη’ — ή ‘μαρμαρόκορφη’ Νύμφη Κυρήνη, ή κόρη τού Υψέα, ή τιτανίδα Λητώ, ή ‘ασημοπόδα’ ‘Αφροδίτη, ή Ναϊάδα Κρέουσα, ή ωκεανίδα Φιλύρα, ή ‘σοφή των ιερών ερώτων’ Πυθώ, οι ‘ωριόθρονες’ Ώρες, ή ‘μυαλωμένη’ ‘Αλκμήνη, ή (γνωστή) Παλλάδα, ή ‘ομορφόμαλλη’ κόρη τού Ανταίου, (‘πού τής χρυσοστέφανης τής ήβης της ζητούσαν / τον καρπό ποχε ανθήσει τον γλυκό να δρέψουν’...)!
Ξέχωρα από το εξαίσιο φαινόμενο, να παρουσιάζει με τόση τρυφερότητα αυτές τις μορφές, ό αριστοκρατικός, πατριαρχικός κι’ αρσενοκοίτης Πίνδαρος, φαινόμενο πού δείχνει αθέλητα τον βαθύ σεβασμό στη γυναίκα, την προτερινή, πρέπει να δούμε στην Ωδή αυτή, τον διάχυτο ερωτισμό, πού θυμίζει την ‘εποχή’ τού Διόνυσου. Ερωτισμό, πού φέρνει σε δυσκολίες τούς εξηγητές τούς κατοπινούς του, και τον Π. Λεκατσά...
Αξίζει τον κόπο, όμως, να δούμε μιάν αρπαχτή παρατήρηση του, για τούς υπαινιγμούς τού ποιητή στον νικητή τής ωδής Τελεσικράτη, ‘για τις όμορφες γυναίκες τής πατρίδας του (Κυρήνης) και για τις παρθένες πού μ’ άφωνη λαχτάρα τον έβλεπαν να νικά στους αγώνες και τον ποθούσαν ή γυιό τους ή ταίρι τους’...
Τέλος, εκεί πού αναφέρει ό Πίνδαρος για τον γνωστό τρόπο πού γρήγορα πάντρεψε ό Δαναός τις 48 ή 50 θυγατέρες του, ανατρέχουμε, γιατί χρειάζεται, στα ‘πειστήρια’ τής μεταβατικής εποχής πού εξετάζουμε, στον Νεμεονίκη Χ, πού αναφέρει την κόρη τού Δαναού Υπερμνήστρα Υπερμήστρα.
Αυτή, μόνη από τις κόρες τού Δαναού, δεν σκότωσε τον άντρα της Λυγκέα, γιατί εκείνος είχε σεβαστεί την παρθενία της. Δηλ. τη μητριαρχική της θέληση, να δίνεται μιά γυναίκα σ’ αυτόν πού διάλεξε κι’ όχι σ’ όποιον τής διάλεγαν.
10. Σ’ ένα εγκώμιο για τον Κορίνθιο αθλητή στην Ολυμπία Ξενοφώντα, ό Πίνδαρος έγραψε — όπως διασώθηκε σε απόσπασμα:

Ω Δέσποινα τής Κύπρου, πρόσβλεψε
το τέμενός σου, όπου εκατόκορμην αγέλη
Κορών ό Ξενοφών σου φέρνει, γλυκαμένος
από τις προσευχές του π’ αληθέψαν.

Είναι μιά ακόμη μαρτυρία (στις αρκετές, είναι αλήθεια πού μάς διασώθηκαν) για τον ιερό εταιρισμό, στην περίπτωση εδώ, υπερομαδικό, για χάρη τής Αφροδίτης. Ή όπως λεν οι εθνολόγοι, όσοι δεν κλείνουν τα μάτια τους στην μεγάλη μητριαρχική περίοδο, το λατρευτικό κατάλοιπο τού προπατριαρχικού Ομαδικού Γάμου, πού υποκατάστατό του άφησε τον θεσμό να πορνεύονταν, τουλάχιστο μιά φορά στη ζωή τους, όσες μέναν πιστές στα μητριαρχικά θέσμια, οι ιερόδουλες, όπως καταμείναν συκοφαντημένες από την πατριαρχία μέχρι σήμερα, γενικά οι εταίρες...
Κι’ έχει σημασία εδώ, ότι, όπως θαυμάσια επισημαίνει ό Λεκατσάς, ‘ή αυστηρή μούσα τού Πινδάρου αναδέχτηκε το χρέος αυτό και μ’ αρκετή — όπως φαίνεται — λεπτότητα το διαχειρίστηκε’.
Κληροδοτώντας, προσθέτουμε, ‘ένα σοβαρό πειστήριο για τους παμπάλαιους μέχρι των ήμερών του ζωντανούς, 1εσμούς...
11. Είναι συναρπαστικό ναρχίζει ό συντηρητικός Πίνδαρος τον ΧΙ Πυθιονίκη του με την επίκληση στις κόρες τού Κάδμου και τής Αρμονίας, δηλ. τις προστάτιδες ηρωίδες τής χώρας. Για να γιορτάσουν τη νίκη τού Θηβαίου Θρασύδαιου... Δε δείχνει τη δύναμη των συμβόλων αυτών τής γυναικοκρατίας στην εποχή τού ποιητή;
Υπάρχουν κι’ άλλες πολλές μαρτυρίες στην ποίηση τού Πινδάρου — πιθανόν και πιο σημαντικές, αν τις επεξεργαστείς υπομονετικότερα. Αλλά, μιά και δεν είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτή ή δουλειά μας εδώ, ας ευχηθούμε, άλλη μιά φορά να προκαλέσουμε (μ’ αυτά τα λίγα) τον έρωτα για πιο πέρα έρευνα. Ιδιαίτερα από τούς νεωτέρους.
Πιστεύω, όμως, και θα το τονίσω, ότι δεν περίμενα, με τη γρήγορη αυτή ματιά πάνω στις μαρτυρίες τού Πινδάρου, να βγουν τόσα διαμάντια...

Άλλες μαρτυρίες, από τον Παυσανία
Θα περιοριστούμε να συντροφέψουμε τον Παυσανία, τον μαθημένο να γυρίζει στα βουνά, τούς κάμπους και τις θάλασσες τής Ελλάδας τού 2ου μεταχριστιανικού αιώνα, μόνο στον Αρκαδικό του περίπατο• τα πόδια μας, ή μάλλον, ό καιρός δεν μάς αρκεί για περισσότερο... Κι’ αυτό όμως είναι αρκετό, στα πλαίσια τού βιβλίου μας, για να χαρούμε την παρέα του, και ιδιαίτερα, τις γνώσεις του πάνω στο θέμα μας: πόσα πράγματα για την μητριαρχική εποχή φτάνουν στα μάτια και στ’ αυτιά τού σπουδαίου περιηγητή, εκείνα τα χρόνια, τής στεριωμένης πια ανδροκρατίας; Αυτό θα δούμε παρακάτω με μιά Κινηματογραφική, αλήθεια, συντομία! Στην Αρκαδία, τη ρομαντική, τη ‘μητρογονική’, την ερωτική...
Φυσικά, όταν λέμε εδώ Αρκαδία, δεν έχουμε τα όρια τού σημερινού νομού για τον Παυσανία, αφού μνημονεύσει τούς γείτονες λαούς (Κορίνθιοι, Σικυώνιοι, Αχαιοί, Ηλείοι, Μεσσήνιοι, Λακεδαιμόνιοι, Επιδαύριοι), λέει ότι, ‘Αρκάδες το εντός οικούσιν αποκλειόμενοι θαλάσσης πανταχόθεν’. Στο κέντρο τής Πελοποννήσου.
Κι’ αφού μάς αποκαλύψει ότι οι Αρκάδες πιστεύουν για γενάρχη τους τον Πελασγό, (τον προέλληνα γιό τής Γαίας), πού τούς έμαθε να ζουν σε καλύβες, να μην τρώνε πια τα χλωρά και τις ρίζες και τα βελανίδια, και να ντύνονται με δέρματα, παραθέτει, κοντά σ’ άλλα, και τις μαρτυρίες πού μάς ενδιαφέρουν:
1. Ο γιος τού Πελασγού, ό Λυκάων, είχε μιά θυγατέρα, την Καλλιστώ• αυτήνε την έκανε ερωμένη του ό Δίας, τ’ ανακάλυψε ή Ήρα και την έκαμε άρκτο, πού τελικά τη σκότωσε ή Άρτεμη (ή μητριαρχική) και την έκαμε αστερισμό, τη Μεγάλη Άρκτο... Το παιδί τού Δία και τής Καλλιστώς, διαδέχτηκε τον θείο του — μητράδελφο Νύκτιμο, με τ’ όνομα Αρκάς. Από τότε ή χώρα ονομάζεται Αρκαδία, αντί Πελασγία, κι’ οι κάτοικοί της Αρκάδες, αντί Πελασγοί. Παντρεύτηκε μιά νύμφη Δρυάδα, απόκτησε τρεις γιούς (και καμιά κόρη Σ. Σ.), στους οποίους μοίρασε την Αρκαδία, και συνεχίστηκε ή παράδοση (ανδροκρατική πια) μέχρι σήμερα.
Σε λίγα λόγια (τής Παράδοσης, όπως λέει ό περιηγητής μας) είδαμε την αρκαδική προϊστορία, αποκαλυπτικά! Και, φυσικά, την υποταγή σιγά-σιγά τής γυναίκας στο νέο σύστημα.
2. Την Αύγη, τη θυγατέρα τού Άλεου, την ερωτεύτηκε ό Ηρακλής, όταν ‘άφίκατο εις Τεγέαν’• ή καϋμένη έμεινε έγκυος, κι’ όταν ‘εφωράθη τετοκυία εκ τού Ηρακλέους’, ό πατέρας της, τη σφάλιξε με το νεογέννητο σ’ ένα μπαούλο (λάρνακα), και τούς πέταξε στη θάλασσα, πατριαρχικότατα. Το μπαούλο, πού να πάει, έπλευσε στη μητριαρχική Μυσία, τής Μικρασίας, αγάπησε την Αύγη ό ‘δυνάστης’ τού τόπου και την παντρεύτηκε. Και σήμερα ακόμη, λέει ό Παυσανίας, υπάρχει στην Πέργαμο μνήμα τής Αύγης, με λίθινη κρηπίδα, κι’ απάνω χάλκινο επιτύμβιο, με παράσταση: γυνή γυμνή...
Ο νέος ‘πολιτισμός’, κι’ ο παλιός...
3. Στα σύνορα τής Αρκαδίας προς την Τριφυλία και Μεσσηνία, υπήρχε ή προϊστορική πόλη Φιγαλία, πού πήρε τόνομά της από τη δρυάδα νύμφη Φιγαλία. Εκεί φυλάγονταν και το ‘αρχαίον ξόανον’ τής Μελαίνης Δήμητρος, σύμβολο, όπως εννοεί ό αναγνώστης τής πιο αρχαίας λατρείας. Επί τής βασιλείας τού Φίαλου, αυτουνού πού θέλησε ν’ αλλάξει τόνομα τής Πολιτείας με το δικό του και να το κάνει Φιαλία, βγήκε ό χρησμός, ότι αν καταστραφεί το ξόανο τής Δήμητρας, θα πεθάνει κι’ ό βασιλιάς. Αυτό κι’ έγινε όταν βασίλεψε ό γιος τού Φίαλου, Σίμος: ‘ηφανίσθη υπό πυράς το αρχαίον ξόανον’, κι’ ό Σίμος πάει καλιά του... Κι’ ή πολιτεία ξανακούστηκε Φιγαλία!..
Η γυναικοκρατία ή αρχαία κρατούσε ακόμα εκεί. Κι’ οι βιαστικοί ανδροκράτες την πλήρωναν, τουλάχιστο στη φαντασία και για παρηγοριά των νικημένων γυναικών. Αλλά, πόσα μαθαίνουμε εμείς απ’ αυτά...
4. Στο ανατολικό άκρο από το σημερινό Λεβίδι, υπήρχε ιερό τής Υμνίας Άρτεμης, πού οι Αρκάδες την ‘σέβουσιν οι πάντες εκ παλαιοτάτου’... Λίγο πριν από τον Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο (645-628), ό άρχοντας τής περιοχής, Αριστοκράτης, αφού προσπάθησε άκαρπα να συνδεθεί με την ‘παρθένο κόρη’, την ιέρεια τής Άρτεμης, τη βίασε μέσα στο ιερό, κάτω από το άγαλμα τής θεάς.
Μόλις μαθεύτηκε το ‘τόλμημα’, ξεσηκώθηκαν οι Αρκάδες και σκότωσαν με τις πέτρες τον ‘τολμητία’• κι’ από τότε διάλεγαν για ιέρεια, υποχρεωτικά, γυναίκα, πού να έχει κοιμηθεί με άνδρες, ‘ομιλίας ανδρών έχουσαν’ (κι όχι, έγγαμη, όπως μεταφράζει ό Ανδρ. Παπαθεοδώρου, στην έκδοση Πάπυρος, 1955)...
Βλέπετε, υπάρχει όριο στην ανδρική υπεροψία, όταν μάλιστα παραβιάζει τα νόμιμα της ‘παρθένας’ Άρτεμης.
5. Μιά χαρακτηριστικά αποκαλυπτική ιστορία για τη γέννηση τής πόλης τής Μαντινείας: ή ‘πτόλις’, όπως αποκαλείται στα χρόνια τού περιηγητή, ήταν ή αρχική Μαντινεία. Αλλά, κατά τη ζωντανή ακόμα τότε παράδοση, από το μέρος εκείνο ξεσήκωσε (‘αναστήσασα’) τούς ανθρώπους, μετά από ένα χρησμό, ή Αντινόη, κόρη τού Κηφέα, και τούς έφερε στο μέρος όπου ή σημερινή πόλη. Χρησιμοποίησε, λέει ό Παυσανίας, για οδηγό έναν όφιν, γι’ αυτό κι’ ό παρακείμενος ποταμός λέγεται Όφις.
Ο Παυσανίας διαρωτιέται τι λογίς ήταν ό όφις, και μήπως ήταν δράκων. Εμείς όμως, σήμερα, άσχετα τι μπορεί να ήταν, βλέπουμε καθαρά, ότι για κάποιο λόγο, ή παλιά τοποθεσία δεν ήταν κατάλληλη (μάλλον τής έλειπε το νερό), και πλάστηκε ή τοτεμική αυτή ιστορία, με το ερπετό, πού πάντοτε συνδέεται με νερά και γυναίκες...
6. Στη Μαντινεία, εκτός από τόσα άλλα, υπάρχει, και άγαλμα τής Συμμαχίας Αφροδίτης, πού το αφιέρωσε ή Νικίππη, στην ανάμνηση τής συμμαχίας των Μαντινείων με τούς Ρωμαίους, στη ναυμαχία του Άκτιου... Οι γυναίκες, θεές και θνητές, βλέπετε δεν πέθαναν ακόμα!
Όσο κι’ αν προσπαθούσαν να τις ξεκάνουν, όπως λ.χ. πάλι στη Μαντινεία, στο χάλκινο γυναικείο άγαλμα (‘εικών χαλκή γυναικός’, πού ό μεταφραστής τόκανε ηρωϊκά, ‘χαλκούς ανδριάς γυναικός’...), πού κοσμούσε την Αγορά: παρίστανε κατά τούς Μαντινείς, τη Διομένεια τού Αρκάδα. Αλλά, οι ‘ανδροκρατικές αρχές’, όπως θα λέγαμε σήμερα, το βάφτισαν Ηρώον τού Ποδάρου, κάποιου γενναίου πολεμιστή...
7. Προχωρώντας από τη Μεγαλόπολη προς τη Μεσσήνη, μαθαίνουμε από τον ξεναγό μας, πώς υπάρχουν δυό ιερά, πού σχετίζονται με το φόνο τής τελευταίας μεγάλης μητριαρχικής θνητής, τής Κλυταιμήστρας από το γιό της Ορέστη!
α. Το ιερό των Ευμενίδων, στο χωριό Άκη, όπου υπάρχει και ό τύμβος του Δακτύλου. Ονομάστηκε έτσι, γιατί εκεί έφαγε το δάκτυλό του ό Ορέστης, όταν τον έπιασε ή μανία, από την καταδίωξη των Ερινύων. Εκεί και θεραπεύτηκε, αφού θυσίασε στις λευκοφορούσες Ερινύες και σύγχρονα στις Χάριτες• σύμφωνα με μητριαρχικό τελετουργικό.
β. Το ιερό Κουρείο, γιατί εκεί κουρεύτηκε ό Ορέστης μόλις συνήλθε, από την καταδίωξη των Ερινύων τής μητέρας του, πριν ακόμα δικαστεί στον Άρειο Πάγο. Κατήγορός του εδώ, σύμφωνα με τούς σοφούς γύρω στα πελοποννησιακά, ήταν ό Περίλαος, ανεψιός τής Κλυταιμήστρας, πού τον κατηγόρησε για το φόνο τής μητέρας του! Μιά εντυπωσιακή μαρτυρία, για τη μητριαρχική συνήθεια να λογαριάζεται περισσότερο ό ανεψιός, το ίδιο αίμα, από τον γιό, το σπέρμα του πατέρα. Καθρέφτης τής ανελέητης πάλης των δυό συστημάτων...
8. Στην Τεγέα, κοντά στ’ άλλα, τα περισσότερα ν’ αναθυμίζουν την άλλοτε υπεροχή των γυναικών, κοντά στ’ αγάλματα τής Ρέας, τής νύμφης Οινόης, άλλες τέσσερες νύμφες, ή Γλαύκη, ή Νέδα, ή Θεισόα, και ή Ανθρακία, άλλες πάλι τέσσερεις ή Ίδη, ή Αγνώ, ή Αλκινόη και ή Φρίξα, στ’ αγάλματα των Μουσών και τής Μνημοσύνης, ιδού το ιερό τής Άρτεμης Ηγεμόνης. Για το ιερό αυτό υπήρχε ό παρακάτω μύθος:
Ο τύραννος των Ορχομενίων Αρκάδων Αριστομηλίδας, αγάπησε μία παρθένα Τεγεάτισσα κι’ έβαλε και την έπιασαν. Την εμπιστεύτηκε στον Χρόνιο, πριν την οδηγήσουν κοντά του. Αλλά ή παρθένα, από φόβο και ντροπή, αυτοκτόνησε πριν να την κατακτήσει. Τότε ό Χρόνιος, είδε στ’ όνειρό του την Άρτεμη, αγρίεψε και σκότωσε τον Αριστομηλίδα• κι’ ήρθε στην Τεγέα και ίδρυσεν αυτό το ιερό τής παρθένας Ηγεμόνης...
Η γυναικοκρατία κρατούσε ακόμα την αξιοπρέπειά της, και είχε μάλιστα και τούς πιστούς της, σαν τον Χρόνιο.
Κατακλείδα: Τελειώνουμε τον σύντομο, αλλά δροσερό περίπατο με μερικές ματιές στον Παυσανία τής Αρκαδίας. Κρίμα πού δεν υπάρχει καιρός να περπατήσουμε παρέα και στις άλλες περιοχές πού περιηγήθηκε!..
Πριν, όμως τον αποχαιρετίσουμε, ας ρίξουμε μιά ματιά, πρόχειρη, στις αναμνήσεις πού υπάρχουν από την εποχή εκείνη στους σημερινούς κατοίκους τού Μωριά...
Σύμφωνα με την παράδοση αρ. 82 τού Ν. Πολίτη, για τη Βασιλοπούλα τής Παύλιτσας Ολυμπίας, σημερινής Φιγαλίας, ό κόσμος πιστεύει:
‘Τής Παύλιτσας το Κάστρο τόχε μιά Βασιλοπούλα πλούσια κι’ όμορφη. Αυτ’ είχε και ‘να αργαλειό ολόχρυσο και με ασημένια σαΐτα όλο ύφαινε χρυσά κλωνά. Τώρα αυτή ή Βασιλοπούλα είναι χωμένη σ’ τη γη κι’ όταν υφαίνει ακούγεται σ’ την ησυχία ό βρόντος του ξυλοχτενιού της’.
Και σύμφωνα με διευκρίνηση του Πολίτη, έχει διαπιστωθεί πώς ‘τα λείψανα παλιού τινος τάφου παρά την Παύλιτσαν καλούσαν οι εγχώριοι τάφον τής Βασιλοπούλας’...
Όσες μαρτυρίες είδαμε στο κεφάλαιο αυτό, είναι τίποτε, μπροστά στους θησαυρούς πού κρύβονται στους δυό αυτούς αρχαίους συγγραφείς. Και το γεγονός αυτό πρέπει να το τονίσουμε κάτι πού κάνουμε σ’ όλο το βιβλίο.
Τέτοιες μαρτυρίες, όχι μόνο στους δυό πού είδαμε, αλλά σ’ όλη την Ελληνική γραμματεία, ελάχιστα εξόρυξαν οι μεταγενέστεροι, αν αφαιρέσεις τούς 5-6 μεγάλους (πρωτοπόρους) εθνολόγους πού θα βρείτε στη Βιβλιογραφία μας!
Κι’ αυτοί, εκτός το Λεκατσά, αλλοδαποί• ενώ πιστεύουμε, ό εγχώριος ερευνητής έχει πολύ περισσότερα πλεονεκτήματα. Κι όχι μόνο τη γνώση τής γλώσσας, πού είναι πρωταρχικό, αλλά και όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία πού συνθέτουν την πολιτιστική φυσιογνωμία ενός τόπου και μιάς ιστορικής διαδρομής. Όπως λ.χ. ένας Γερμανός εθνολόγος, στα θέματα τής πατρίδας του, θα ερευνούσε πολύ καλύτερα απ’ έναν Έλληνα, όσο τέλεια κι’ αν ό δεύτερος ήξερε τα γερμανικά... Κι’ αντίστροφα, δε γνώρισα κανένα ξένο πού να εξηγεί σωστά λέξεις- έννοιες, όπως φιλότιμο, παλληκάρι, μεράκι, καραγκιόζης, νεραΐδα! Αφήστε όταν μπαίνουν, θέλουν δε θέλουν, θέματα πολιτικής και κοινωνικής σκοπιμότητας, στον ‘φιλελληνισμό’ τους...

Η ΛΑΪΚΗ ΤΕΛΕΤΗ ΛΑΖΑΡΙΝΕΣ
ΕΑΡΙΝΟ-ΜΥΗΤΙΚΟ ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΚΑΤΑΛΟΙΠΟ

Εισαγωγικά
Στις μεγάλες πολιτείες όπου ζούνε σήμερα τα 2/3 τού ελλαδικού πληθυσμού, θολά μόνον και μπερδεμένα μέσα στις άλλες πασχαλιάτικες συνήθειες, ίσως αναδευέται μιά φορά το χρόνο ό ‘Λάζαρος’...
Πρόκειται για ένα όμορφο έθιμο, μία χαρούμενη τελετή, πού άλλοτε γινόταν σε κάθε κατοικημένο χώρο στην Ελλάδα. Ένα ‚έθιμο αναστάσιμο πανάρχαιο, προϊστορικό, πού εμπλουτισμένο στο μεταξύ από τα αρχαιοελληνικά και Βυζαντινά στολίσματα, έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Ένα έθιμο πού μέσα στις πολλές του παραλλαγές, κατά περιοχή, αφήνει ν’ αποκαλυφθεί, πολλές φορές χαρακτηριστικά διάφανα, ή καταγωγή του, δηλαδή ή μεγάλη γυναικοκρατική περίοδος...
Το έθιμο αυτό, πού συνηθέστερα τ’ ονομάζουν ‘Λαζαρίνες’, ιχνηλατείται όχι μονάχα στον ελληνισμό, αλλά και πιο μακρυά, μακρύτερα κι’ από τα βυζαντινά όρια, λ.χ., μέχρι την Ρωσία και την Πολωνία. Με την έννοια ότι ό ανατολικός χριστιανισμός βοήθησε σ’ αυτή την εξάπλωση, μπορούμε να υποστηρίξουμε βάσιμα ότι το επίκεντρο αυτής τής τελετής βρίσκεται στις δύο όχθες τού Αιγαίου.
Οι ‘Λαζαρίνες’ είναι μιά ‘τελετή’, από το είδος πού οι αρχαίοι μας ονόμαζαν αγερμούς ή αγυρμούς ή αγυρτικά άσματα, και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, μέχρι σήμερα Κάλαντα. Δηλαδή, όπως τα προσδιορίζει ή Ειρήνη Σπανδωνίδη, ‘ή πανελλήνια συνήθεια — πού κοντεύει όμως να ξεχαστεί πια σήμερα — να βγαίνουν σε ωρισμένες επίσημες ημέρες τού έτους τα παιδιά η και οι μεγάλοι, να μαζεύονται εν αγερμώ στις πλατείες, να διατρέχουν εν πομπή τούς δρόμους, να επισκέπτονται τα σπίτια (συχνά στολισμένοι, η μεταμφιεσμένοι και κρατώντας συμβολικά αντικείμενα στο χέρι) για να χορέψουν, να πουν ωρισμένα θρησκευτικά ή γιορτερά τραγούδια, ή και για να παίξουν ένα είδος θρησκευτικής ή συμβολικής θεατρικής σκηνής κ.λ.π’.
Αυτές οι πομπές, παρελάσεις, επισκέψεις και μικροπαραστάσεις διαφέρουν αρκετά από τόπο σε τόπο και παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία και στις εξωτερικές εκδηλώσεις, αλλά και στην ουσία τους. Η σημασία κι ή προέλευσή τους μάς ξεφεύγουν ως επί το πλείστον σήμερα, αλλά πάντως μπορούμε να πούμε, πώς είναι πανάρχαια κληροδοτήματα τής ειδωλολατρικής Ελλάδας (κι’ ευρύτερα: τής πρώτης ανθρωπότητας γενικά), κι ότι έχουν για πηγή ποιος ξέρει ποια παλιά έθιμα, δοξασίες, μαγικές τελετές, ποιες αρχαίες λατρείες. Ένα μέρος τους κράτησε το παλιό ‘εθνικό’ τους πνεύμα, άλλα πέρασαν από Βυζάντιο κι ορθοδοξία, οπόταν πήραν είτε αναγκαστικά, είτε με την εξέλιξη, κάποια εκκλησιαστική μορφή και θρησκευτική ουσία, χωρίς όμως ν’ αποβάλλουν όλα τα στοιχεία πού μαρτυρούν την προέλευσή τους. (Τραγούδια τής Αγόριανης, Αθήνα 1939, σελ. 354).
Οι κυριότερες μέρες πού γίνονται αυτά, σε διάφορες παραλλαγές, είναι: 1) Τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, των Φώτων. 2) Την πρώτη Μαρτίου, τα ‘Χελιδονίσματα’. 3) Τού Λαζάρου. 4) Των Βαΐων. 5) Την Μ. Παρασκευή. 6) Την Πρωτομαγιά. Κάθε τέτοια μέρα έχει τα δικά της τραγούδια και το δικό της τελετουργικό.
Ο Φωριέλ (1824) σημειώνει ιδιαίτερα, τα κάλαντα τού Αγ. Βασίλη, και τα ‘Χελιδονίσματα’ τής πρώτης τού Μάρτη. ‘Τα τραγούδια αυτά, τα οποία φέρουν οπωσδήποτε ασφαλή επίδρασιν τής χάριτος, τής καλωσύνης και τής φαντασίας τού ελληνικού έθνους, χαρακτηρίζουν την εορτήν και προκαλούν το ενδιαφέρον δι’ αυτήν, κατά την οποίαν χρησιμοποιούνται’ (ελληνική έκδοση, σελ. 17).
Πιο συγκεκριμένα, περιμένοντας το Σάββατο τού Λαζάρου, όταν ή Ανατολική εκκλησία μνημονεύει το θαύμα τού Χριστού, πού ανάστησε το φίλο του Λάζαρο, συγκρατούνται στα χωριά ή στις ενορίες, όμιλοι, συνήθως από κορίτσια, τις Λαζαρίνες, πού προετοιμάζονται για να ‘βγουν’ στα κάλαντα.
Η Προετοιμασία, σε μιά απέραντη ποικιλία, έχει και ορισμένα απαραίτητα στοιχεία: να μάθουν τα χαρακτηριστικά τραγούδια τής τελετής, χορευτικές κινήσεις, να ετοιμάσουν την αμφίεση και τα στολίδια, καθώς και το ‘καλάθι και το (ομοίωμα) — το είδωλο, πού συνήθως το λένε ‘Λάζαρο’. Αυτά όλα όταν εννοούμε τούς κοριτσίστικους ‘Λαζάρους’• γιατί υπάρχουν και αγορίστικοι, σε ελάχιστες περιπτώσεις. Τότε, στην προετοιμασία, φυσικά, δεν υπάρχει ή φροντίδα για την αμφίεση και τα στολίσματα. Το καθαρό, γιορταστικό ρούχο είναι αρκετό στην περίπτωση.
Η τελετή του Λαζάρου έχει, όπως είπαμε, πολύ μεγάλη εδαφική διάδοση, και κατά συνέπεια, αντίστοιχη ποικιλία, εξαιτίας των ειδικών τοπικών, ιστορικών και εθνογραφικών περιστατικών. Από την χαρτογράφηση πολλών δεκάδων περιπτώσεων, πού αναφέρονται στην ανέκδοτη μονογραφία του συγγραφέα ‘Λαζαρίνες’, βγαίνουν συμπεράσματα πού οδηγούν στον προσδιορισμό τής ουσίας αυτού του ‘εθίμου’. Στο κεφάλαιο εδώ περιλαμβάνονται, συνοπτικά, όσα στοιχεία αφορούν το θέμα του βιβλίου, δηλ. τη Γυναικοκρατία, όπως διασώζεται μέχρι τις μέρες μας. Αλλά, με την ευκαιρία, επιχειρούμε την κατατόπιση του αναγνώστη ή του ερευνητή, πάνω στα βασικά στοιχεία τής λαζαρικής τελετής, παραθέτουμε μερικά πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων τελετών και ξεδιπλώνουμε όσες ερμηνείες νομίζουμε πιθανές. Με την ελπίδα, την έρευνα και στο κεφάλαιο αυτό, να συνεχίσουν με μεγαλύτερη επιτυχία οι επερχόμενοι...
Οι οποίοι πρέπει να προσέξουν, όπως άλλωστε και κάθε αναγνώστης μας, ότι το έθιμο αυτό, απ’ όσο ξέρουμε είναι μοναδικό στον ευρωπαϊκό χώρο! Πράγμα πού σημαίνει ότι πρέπει να το διερευνήσουμε όσο είναι δυνατό, στην καθυστερημένη φάση έρευνας πού διανύουμε, και να το προσφέρουμε στην Εθνολογία, συμβολή του λαού μας.

Α! τα συστατικά τής τελετής
Το ‘ντύσιμο’ των κοριτσιών πού βγαίνουν ‘Λαζαρίνες’
Γενικά, φορούσαν τις τοπικές στολές για τις παρθένες, με τα χαρακτηριστικά τους στολίσματα — χρώματα — ποδιές κ.λ.π., δηλαδή τα διάσημα τής εφηβικής ηλικίας των παρθένων. Έχουμε, όμως, περιπτώσεις, όπως τής Αιανής Κοζάνης, πού θα δούμε παρακάτω, όπου υπάρχει ειδική φορεσιά. Όπως υπάρχει και σε περιοχές τής Βουλγαρίας, όπου οι ‘Λαζαρίνες’ δηλ. ‘τα κορίτσια πού τραγουδούν και χορεύουν προς τιμή του αγίου Λαζάρου’ φορούν το ειδικό φόρεμα, με στολίδι ιδιαίτερο στο κεφάλι και με ποδιά νιόνυφης!
Για τα στολίδια και τα κοσμήματα αξίζει να δώσουμε τη γνώμη τής αρχαιολόγου κ. Έφης Σακελλαράκη, για τις πόρπες: είχαν και αποτροπαϊκή χρήση, ένα είδος φυλαχτού. Αποδείχτηκε, μάλιστα, ότι τα διάφορα εξαρτήματα πού βλέπουμε πάνω σ’ αυτές — κουδουνάκια, περίεργα σχήματα — δεν είναι διακοσμητικά, αλλά ‘αποτροπαϊκά’...

Το στόλισμα τής κεφαλής
Χωρίς πολλές λεπτομέρειες, πού υπάρχουν, και είναι γοητευτικές, γενικά οι Λαζαρίνες, σα νυφούλες πού τις θεωρούν, στολίζαν το κεφάλι τους. Βασικά με φρέσκα λουλούδια, είδος στεφάνου αρχαίου, αλλά και με ψεύτικα — μόνιμα λουλούδια, όπως στην περίπτωση τής Αιανής, με τσεμπέρια, κλπ. Όσα θα λέγαμε για την προϊστορία και την εξέλιξη τής νυφιάτικης ‘σκέπης’, σε μικρογραφία-λακωνικά, μπορούμε να τα υποστηρίξουμε και για τις νυφούλες-Λαζαρίνες.

Λαζαρικά τραγούδια και χοροί
Ένας θησαυρός τής λαϊκής μας Μούσας, χωρίς υπερβολή, πού, κι’ αυτός δεν μπήκε στο βάθρο πού του ταίριαζε, από τούς φραγγίζοντες λογίους μας. Συλλογές και μικρομελέτες χρωστούμε σε πολλούς ηρωϊκούς δάσκαλους και καθηγητάδες στο Γυμνάσιο• θ’ αδικούσα όλους αν ανάφερα ενδεικτικά ονόματα• θα μου επιτρέψουν όλοι, ζωντανοί και νεκροί, την εξαίρεση του Χρίστου Ι. Σούλη, ‘Τα τραγούδια του Λαζάρου’, περιοδ. Ηπειρωτικά Χρονικά, 2 (1927), σελ. 182-200.
Στα χαρακτηριστικά παραδείγματα τής τελετής ‘Λαζαρίνες’ στεγάζονται, παρακάτω, και μερικά από τα άνθη τής λαζαρικής Ανθολογίας• είναι τίποτα, μπροστά στα πλατιά λιβάδια τα πολύχρωμα, τής παρθενικής, αγγελικής, ανοιξιάτικης ανθοφορίας• τ’ άρωμά τους, ωστόσο, κάτι θα μάς προδώσει. Και μάλιστα, όταν σκεφτούμε πώς γυναίκες τάφτιαξαν, από πότε δεν ξέρουμε, και μάλιστα, όταν αντιληφθούμε, πόσο τα γυναικεία αυτά τραγούδια, ανήκουν στην ομοούσια τριάδα, ‘λαζαρικά-νυφιάτικα-μοιρολόγια’...

Το ‘καλάθι’
Χωρίς το λουλουδοστόλιστο καλάθι, όπως βλέπουμε και στον πιο φτωχικό λαζαρίτικο ‘θίασο’, δεν βγαίνουν να ‘πουν το Λάζαρι’... Η σημασία του καλαθιού, και μάλιστα του καλαμένιου, με κάθε όνομα πού του δώσαμε (λίκνο, κάνιστρο, πανέρι), χάνεται στην απώτατη προϊστορία των ανθρώπων, και το πρωτογνωρίζουμε σα σύμβολο των χθόνιων θηλυκών θεοτήτων, όπως λ.χ. ή Δήμητρα, και γενικότερα των μητριαρχικών θεαινών, όπως λ.χ. ή Άρτεμη κι’ ή Αφροδίτη. Κατόπι, στα σύνορα με την ανδροκρατία, ό Διόνυσος, λατρεύεται σα Λικνίτης, με το ομοίωμά του σε λουλουδοστόλιστο καλάθι, όπως ακριβώς ό χριστιανικός Λάζαρος... Χορός κοριτσιών, με βραχύ χιτώνα και πανεράκια στο κεφάλι, λεγόταν καλαθίσκος• και τα πανέρια με τα νιόφυτα όσπρια και κριθάρια τη Μ. Εβδομάδα, από τότε τα λέγαν ‘Αδώνιδος Κήπους’... Στο Μουσείο του Μαραθώνα στεκόμαστε αναστατωμένοι μπροστά στο καλάθι-κυψέλη, πού χρησίμεψε για φέρετρο παιδιού, και στις 6 Αυγούστου κάθε χρόνο, ό χριστιανός ιερέας ευλογεί σε καλάθια, τα ίδια πού προσφέρει στους πιστούς το αντίδωρο τής αναίμακτης θυσίας, τα πρώτα σταφύλια, δηλ. τις απαρχές, τού Διόνυσου.
Αυτό, σε ασφυκτική περίληψη, είναι, κι’ αυτά μεταφέρει κοντά στα πρώτα ανοιξιάτικα αγριολούλουδα, το ‘καλάθι’ τού λαζαρίτικου όμιλου, μέσα στο οποίο μαζεύουν τα φιλοδωρήματα για τα κάλαντα πού τραγούδησαν• είναι γλυκά, ωμά αυγά, χρήματα κλπ. Μέσα στο καλάθι, πολλές φορές, είναι και ένα ανθρώπινο ομοίωμα, μιά πλαγγόνα, ένα μωράκι, ένα ‘λαζαρούδι’, πού συμβολίζει τώρα το Λάζαρο και άλλοτε το Διόνυσο...

Το φορητό ‘ομοίωμα’
Συνήθως τον λένε ‘κούκλο’, και γίνεται από διάφορα υλικά και με διάφορους τρόπους• αυτό είναι, όμως, το λιγότερο. Για τον ‘μυητικό’ χαρακτήρα πού αποδίνουμε στην τελετή αυτή, ή γνώμη τού Π. Λεκατσά, ‘οι κούκλες κατεβαίνουν από τα ομοιώματα πού μεταχειρίζονται στη Μύηση για την αγωγή στη γενετήσια λειτουργία’ (ΕΡΩΣ, σ. 112), δεν μάς στηρίζει μόνον, αλλά είναι γενικότερα, αυθεντική, μιά πού βγαίνει από πολλά εθνολογικά ευρήματα τής εποχής μας.
Ώστε, μπορούμε να πούμε με δυό λέξεις, ότι το φορητό και φθαρτό είδωλο, πού συνοδεύει τις παραλλαγές τού ‘Λαζάρου’, είναι ένα αντικείμενο λαϊκής τελετουργίας• απομεινάρι ελάχιστο — αλλά αποκαλυπτικό, μιάς μακρυσμένης εποχής, όπου έπαιζε σοβαρότερο, κι’ ίσως θεμελιακό, ρόλο.

Τα ωμά αυγά
Το πιο συνηθισμένο φιλοδώρημα τη μέρα αυτή τού Λαζάρου, είναι τ’ άσπρα αυγά• τα λαζαρίτικα τραγούδια είναι γεμάτα από δαύτα. Και τόσο είναι διαδομένο το δώσιμο αυτό, πού υπάρχει ή παροιμία, ‘ούτε αυγό δε δίνει τού Λαζάρου...’, για τούς φιλάργυρους.
Ο Ν. Πολίτης, αφού κάμει αναδρομή στις αρχαίες Μυθολογίες για τη σημασία τού αυγού, συνδέει τ’ αυγά τού Λαζάρου με τα κόκκινα τού Πάσχα. Κι’ ό Π. Λεκατσάς, υποστηρίζει ότι, ‘τ’ αυγά τού Πάσχα, τής μεγάλης Φεγγαρογιορτής, τα κουβαλά ακόμη στην Ευρώπη ό Λαγός, ένα από τα οικουμενικά φεγγαροζώα’. (ΕΡΩΣ, σ. 20)

Β’. μερικές πολύ χαρακτηριστικές περιπτώσεις

Το ‘Λαζάρι’, στο Δυρράχιο Μεγαλόπολης
Το Δυρράχιον, ‘χωρίον τού τέως Δήμου Φαλαισίας, τής επαρχίας Μεγαλουπόλεως τού νομού Αρκαδίας, κείται επί τού Βορείου Ταϋγέτου (υψόμετρον 840). Τούτο αναφέρεται υπάρχον κατά το 1300 μ.Χ. ως ‘πόλις αρχαία ούτω καλούμενη’ εις Χρυσόβουλον Ανδρονίκου τού Παλαιολόγου τού γέροντος προς τον Μητροπολίτην Μονεμβασίας ‘περί Κανονισμού ορίων Μητροπόλεως’.
‘Δέκα περίπου κορίτσια συνεννοούνται και ετοιμάζονται να παίξουν το Λαζάρι (των γυναικών). Εκλέγουν και ένα νέον, σαν φύλακα, και τον ονομάζουν Ντάβλαρη. Ούτος έχει καθήκον να συνοδεύη την ομάδα των κοριτσιών’.
Την Παρασκευή τής Ε’ εβδομάδος τής Μεγάλης Σαρακοστής ψάλλεται ολόκληρος ό Ακάθιστος ύμνος. Αρχίζει, όταν σουρουπώση καλά. ‘Με το ντάν’ ή καμπάνα, για την έναρξη τής ψαλμωδίας τού Ακαθίστου, αρχίζουν τα κορίτσια από ένα σημείο τού χωριού και τραγουδούν δυνατά και μονόφωνα τραγούδι άσχετα με την Ανάσταση τού Λαζάρου και περισσότερο σχετικό με το Πάσχα και τις ευχές στο σπιτονοικοκύρη και τα μέλη τής οικογενείας. Την αμοιβή την παίρνουν στο τέλος, συνήθως αυγά και προχωρούν σε άλλο σπίτι, όσο να περάσουν όλο το χωριό, μεγάλο και χωρισμένο από ρεματιές σε τέσσερα κύρια κομμάτια, μαχαλάδες, δύο μεγάλους και δύο μικρούς.
Προ είκοσι πέντε ετών, λόγω των πολέμων και λοιπών ανωμαλιών και εν μέρει λόγω τής αντιδράσεως των μάλλον σεμνοτύφων, διεκόπη το έθιμον αυτό. Με φιλικά μου πρόσωπα επέτυχα να συλλέξω τα λόγια τού Λάζαρι των γυναικών.
Ή ομάδα χωριζόταν σε δύο τμήματα (ημιχόρια). Πριν τελειώση την λέξιν το α’ τμήμα, την ξανάρχιζε το δεύτερον. Μέσα στις τομές προσέθεταν για τη μουσική τους και ένα νε ή να.

Αφέντη μου, Αφεντάκι μου — απηγγέλετο — αφέ-νε-ντη μου,
Αφεντά-να-κι μου, εσένα πρέπει Αρχόντισσα-εσέ-νε-να πρέ- Αρχό-νο-ντι-σσα.

Ξένε, πού ‘σαι στην ξενιτειά,
με το καλό να ρθής εδώ,
στο σπίτι σου και στα παιδιά.

Χιλιοκαλώς την ηύρανε
την νερατζιά την φουντωτή
π’ ανθίσαν τα κλωνάρια της.

Γραμματικός καθότανε
και σφάλαρε το χέρι του
κ’ έχυσε το μελάνι του
και χάλασε τα γράμματα.
Ποια είναι άξια και ογλήγορη
να πά να φέρη άλλο χαρτί;

Εδώ ράβουν πουκάμισα,
για να στολίσουν το γαμπρό
να πά να στεφανώσουνε.

Ακούς τι σου παρήγγειλε
ό αρραβωνιαστικός σου,
μπρού βρέξη μπρού χιονίση βαριά!
—Εγώ να βρέξη χαίρουμαι
και αν κατεβάση ό Δούναβις
τη Βέργα θα περάσω εγώ.

Κάθε δίστιχο φαίνεται σε ποιόν αποτείνεται από τις περιπτώσεις τής οικογενείας. Εάν κανείς είχε μελίσσια απηυθύνετο άλλη ευχή, την οποίαν έχουν ξεχάσει οι σωζόμενες παλαιές ‘παίχτρισσες’, όπως μου γράφει ό δάσκαλος. Αν είχε και κάτι άλλο σημαντικό, προσετίθετο το ανάλογο δίστιχο.
Οι ίδιες ευχές σχεδόν περιέχονται και στον ‘Άγιο Βασίλη’ με άλλο ρυθμό και άλλο περιεχόμενο. Π.χ. για το γραμματικό (μαθητή, σπουδαστή) αφιερώνονται περισσότεροι στίχοι και εδώ και στον Άγιο Βασίλη:

Κυρά μου, τον υιούλη σου, τον μοσκοαναστημένο
για λούσ’ τον και για χτένισ’ τον και στο σκολειό για στείλ’ τον
να τόνε δέρνη ό δάσκαλος μ’ ένα κλωνάρι μόσκο,
νάν τόνε βρίζουν τα παιδιά, μωρέ μοσκοδαρμένε.

Εις τον Άγιο Βασίλη επικρατεί ό δεκαπεντασύλλαβος• απαγγέλλεται και δεν τραγουδιέται, δεν μπαίνει το βοηθητικόν νε, νο, να.
Στο Λάζαρι παρουσιάζονται όλοι οκτασύλλαβοι, μοιράζονται σε δύο τετρασύλλαβους, πού με το νε γίνονται πεντασύλλαβοι, απαγγέλλονται ιαμβικά και με το νε-νε γίνονται οι δεύτεροι του τετρασυλλάβου ανάπαιστοι και δημιουργείται κάποια μουσική ποικιλία πού την νοσταλγώ, ‘αλλά χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά’.
(Θεόδ. Κ. Μαυροειδή, 24.3.1961, Λαογραφία, Κ 1962, σ. 576)

Υπογραμμίζω για την έρευνα:
1. Το ‘Λάζαρι’ παίζεται, είναι δηλαδή δρώμενο, πηγή προαιώνια του παγκόσμιου θεάτρου. (Οι ‘παίχτρισσες’, νομίζω, είναι από τις πιο βαρυσήμαντες λέξεις στην θεατρική ορολογία).
2. Δέκα, περίπου, κορίτσια προετοιμάζονται για να παίξουν. Αν τα κάνετε 14, σε δυό ημιχόρια, έχετε τον κλασικό (χορό) του δράματος.
3. Ο κορυφαίος είναι νέος, λέγεται Ντάβλαρης, πιθανόν από το ταβουλάρης =γραμματικός, αυτός δηλ. πού κρατάει το πάρε-δώσε τους, το αρχείο τους.
4. Η αντίδραση των ‘μάλλον σεμνότυφων οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στη συντηρητική νοοτροπία τής περιοχής, Πού διέβλεψε την ‘ελευθεριότητα’ του γυναικείου αυτού εθίμου.
5. Η αναφορά στο Δούναβη (μέσα στην καρδιά τής Αρκαδίας) δείχνει τη γενικότερη βαλκανική διάδοση των ηθών και εθίμων σε κάποια ιστορική περίοδο.

Ο Λάζαρος στο Νεοχώρι Ναυπακτίας
Τα κορίτσια (και ποτέ αγόρια) πού τραγουδούν τον ‘Λάζαρο’, τα λένε Λαζαρούδια (ποτέ Λαζαρούδις)
— Πρέπει νάναι δυό ζευγάρια ‘σύσκαλα’ = Την ίδια ηλικία και να μη διαφέρουν πολύ στ’ ανάστημα. Δεν κάνει νάναι αδέλφια μεταξύ τους. Τα κορίτσια μεταξύ τους προσφωνούνται ‘συντρόφσσις’.
— Ή ‘παρέα’ όπως λένε τη συντροφιά, φτιάχνεται μόλις μπει ή Μεγ. Σαρακοστή. Μόλις γίνει ή παρέα, αρχίζει το ‘ξόμπλιασμα’ (‘ξομπλιάζω το Λάζαρο’ θα πει: μαθαίνω τον Λάζαρο, μαθαίνω τα ‘λόγια’ και το ‘νηχό’ τού τραγουδιού). Το ξόμπλιασμα βαστάει όλη τη Μ. Σαρακοστή και πρέπει να τον μάθουν καλά. Ρωτάνε τις γεροντότερες πού θα τούς πουν και για ‘όλα τ’ άλλα’, κι άλλες λεπτομέρειες εκτός των τραγουδιστικών.
— Την τελευταία βδομάδα ‘διαλέγουν’ τον ‘καλαθιάρη’, πού νάναι ‘καλό παιδί’ και να μην είναι αδερφός καμιανού κοριτσιού, ‘δεν κάνει’. Ο καλαθιάρης δεν τραγουδάει, δουλειά του είναι να ‘σιργιανάη’.
—Απαραίτητο είναι να ‘καλάθι’, για να βάνουν μέσα τ’ αυγά, πού τούς φιλεύουν στα σπίτια. Το καλάθι το στολίζουν με λουλούδια τής γης (αγριολούλουδα) και με λουλούδια από κλαριά (ανθισμένα κλωνάρια). Το στόλισμα (και μόνον αυτό αν απομονώναμε από τη θαυμάσια αποτύπωση και περιγραφή τού δημοδιδάσκαλου Δημ. Φούρλα) είναι ένα ποίημα. Τα λουλούδια πού μάζεψαν, τα χωρίζουν σε είδη και κάνουν μ’ αυτά κλωνάρια στο καλάθι. Γινόταν (τώρα όχι πια με τόση άνεση) συναγωνισμός για το καλύτερο ξομπλιασμένο καλάθι.
— Τόσο στο μάζεμα των λουλουδιών, όσο και στο ξομπλίασμα τού καλαθιού, χαμηλόφωνα προβάρουν τον ‘Λάζαρο’. ‘Τα χέρια δουλεύουν, το στόμα λέει’.
— Την Παρασκευή το βράδυ, βάνουν τα καλά τους, τόσο τα δυό ζευγάρια, όσο κι ό καλαθιάρης. Στολή ειδική δεν είχαν. Τρώνε ‘για βράδυ’ σπίτια τους και με το σούρουπο πηγαίνουν στο σπίτι όπου στόλισαν το καλάθι κι αρχίζουν να καταστρώνουν το πρόγραμμα τής Σαββατιάτικης εκδήλωσης, ως την πιο μικρή λεπτομέρεια. Ο Καλαθιάρης δεν λέει τίποτε, ‘αυτού δεν τού πέφτει λόγος’, είναι εργάτης, τα καθήκοντα του ορισμένα, ό,τι τού λένε τα Λαζαρούδια θα κάνει. Τέλος, αργά, ή νοικοκυρά τις καλεί για ύπνο. Τάχουν πει όλα, ή όπως λέει ό κ. Φούρλας ‘Λένε κι άλλα. Λένε πολλά. Λένε και πάλι τα ίδια. Κι’ όλο κάτι θέλουν να λένε’.
— Κοιμίζουν σε μιά καμαρούλα τον καλαθιάρη — και σ’ άλλη κάμαρη ‘στρουματσάδα καταή’ (σύγκριση με άλλες παρόμοιες, πού είναι από τις παλαιότερες) — πλαγιάζουν τα Λαζαρούδια και τα τέσσερα αντάμα.
— Το πρωί τού Σαββάτου αρχίζει ή εκτέλεση τού προγράμματος. Ποτέ δεν αρχίζουν από το σπίτι πού πλάγιασαν, ούτε από άλλο δικό τους σπίτι. Κρατούν μιά τελετουργική σειρά στην εκτέλεση. Μόλις μπουν στο σπίτι ό καλαθιάρης κάθεται σταυροπόδι κοντά στο παραγώνι, έχοντας στα πόδια του το καλάθι. Τα Λαζαρούδια στέκονται όρθια στη μέση και ανά δύο κάνοντας ένα ημικύκλιο. Τραγουδούν κατά στίχους και ανά δύο. ‘Μόλις τ’ αφήν’ νι οι πρώτις, τ’ αρπάχνι οι δεύτερις’. ‘Σε μεγάλο κακό τόχουν αν τα Λαζαρούδια το ‘κόψ’ νι’...
— Ή νοικοκυρά, όπου τάπαν, δίνει λεφτά, δίνει και μερικά αυγά. Αν δεν έχει λεφτά, δίνει περισσότερα αυγά. Τούς δίνουν ακόμα, μήλα, κάστανα, καρύδια, ξηρόσυκα, ρόϊδια, ό,τι έχουν.
— Για τα λόγια του Λαζάρου, από τον πλούτο του δασκάλου, πρέπει να δείξουμε λίγα:
Πρώτα-πρώτα, σε κάθε σπίτι, λένε ‘τα λόϊα τ σπιτιού’, είναι ή εισαγωγή-ομοιόμορφη σ’ όλα τα σπίτια.
‘Καλώς σάς ηύρ’ ου Λάζαρους, χιλιού καλώς σα ηύρι, μι τ’ άσπρα, τα κόκκινα, μι τ’ όμορφα λιλούδια, κι τη Λαμπρή καλόκαρδοι κι καλουκαρδισμένοι’.
Σε σπίτι με ανύπαντρη νιά, λένε:

Ν ιδώ μπίη, ν’ ιδώ βγίνι, νιά άσπρη πιριστίρι
πόχει τον πήχη τα μαλλιά, τον πήχη τού γαϊτάνι.
Γυρεύει την κι συ βασιλιάς, γυρεύει την κι συ Ρήγας.
— Δεν θέλου ιγώ τον βασιλιά, δεν θέλου ιγώ τού Ρήγα.
Θέλω το παπαδόπουλο, πούνι τού ριζικό μου.
— Κόρη μ’ τού παπαδόπουλου πουλύ προικιό γυρεύει
— Σαν του γυρεύει, δώστι του, καλός είν’ κι του πρέπει!!

— Με το έτσι-έτσι έχουν γυρίσει όλο το χωριό —Έχουν πάει και στους ξωμάχους — Δεν έχουν αφήσει κανένα. Μόνο τα πέντε δικά τους σπίτια απομένουν. Πάνε και σ’ αυτά, τραγουδούν και τελειώνουν.
Τούς υποδέχονται παντού καλά. Σε μερικά, όμως, σπίτια, αρνούνται να τούς δεχτούν. Τα Λαζαρούδια φεύγουν χωρίς αντίρρηση, αλλά δεν λένε τίπουτις, ούτε κι ‘απού χρόνια πολλά’.
Και σημειώνει ό θαυμάσιος δάσκαλός μας, ότι δεν γίνονται έτσι ομαλά οι αποχωρήσεις στα κάλαντα των αγοριών τα Χριστούγεννα και τ’ άη-Βασίλη. Δεν τόχουν τίποτα, αν τούς διώξουν να τραγουδήσουν για τη νοικοκυρά:

‘Τάρνα, ταρναρόκουλη κι ταρναρουψειριάρα
μι τόνα χέρι ζύμουνι, μι τ’ άλλου ξυεί τούν κώλου’.

(Κείμενο του δάσκαλου Δημ. Φούρλα, στη ‘Λαογραφία’ Κ’ 1962 σελ. 11)

Οι ‘Λαζαρίνες’, στην Αιανή και το Ρουμλούκι
Η Αιανή είναι κωμόπολη (2000 κατ.) τής περιοχής Τσαρσαμπά του Νομού Κοζάνης. Από τα ερείπια και ευρήματα του τόπου πού χωρίς σύστημα συγκεντρώθηκαν, προκύπτει, ένας συνεχής πολιτισμός από την Νεολιθική εποχή μέχρι σήμερα. Δηλ. μέχρι προχτές, όταν έπαυσαν να φοριούνται οι ωραίες γυναικείες στολές του τόπου.
Τις πληροφορίες παίρνουμε από την εργασία τού κ. Κ/νου Σιαμπανόπουλου, ‘Οι Λαζαρίνες τής Αιανής’ (1973). Το βιβλίο περιέχει μιάν επισκόπηση σύντομη τού εθίμου στον ελληνισμό, και στο τέλος Ανθολογία λαζαρίτικων και μιά συλλογή 168 δημοτικών τραγουδιών, τα περισσότερα παρμένα από παραλλαγές επώνυμων, συντοπιτών του; (δεν το διευκρινίζει).

Γενικές πληροφορίες για το έθιμο Λαζαρίνες τής Αιανής
Μιά βδομάδα πριν το Σάββατο τού Λαζάρου, κορίτσια από τις γειτονιές, πού έχουν τελειώσει το Δημοτικό, συγκεντρώνονται και καθορίζουν το Κονάκι τους. Δηλαδή ‘το σπίτι’, όπου θα μείνουν επί δυό βραδυές: το βράδυ τής Παρασκευής και το Σαββατόβραδο, μέχρι τα ξημερώματα τής Κυριακής των Βαΐων. Στην ολονύκτια αυτή διασκέδαση, συμμετέχουν και κορίτσια σχολικής ηλικίας, πού αποτελούν ξεχωριστή παρέα στο έθιμο, τής ίδιας γειτονιάς, καθώς και νέοι τού χωριού, συγγενείς, γνωστοί και φίλοι, καλεσμένοι από τις λαζαρίνες.
— Κάθε συντροφιά δεν έχει λιγότερα από τέσσερα κορίτσια, πού ζευγαρώνουν ταιριαχτά στην ηλικία και το ανάστημα. Δίνουν την υπόσχεση όλες μαζί πως θα μείνουν πιστές στην παρέα κι’ αγαπημένες φιλενάδες. Για το καλάθι, διαλέγουν να μικρότερο κορίτσι τής γειτονιάς 8-10 ετών, πού θ’ ακολουθεί την παρέα για τ’ αυγά κι τα φιλοδωρήματα. Το καλάθι είναι στολισμένο με κορδελλίτσες και αγριολούλουδα.
—Η στολή τής λαζαρίνας, ή ‘φορεσιά’, όπως τη λένε, είναι ιδιόμορφη και διαφορετική για κάθε ηλικία κοριτσιού πού συμμετέχει στο έθιμο. Βασικά, είναι ή γιορτιάτικη γυναικεία φορεσιά όλων των χωριών τής περιοχής Τσαρσαμπά.
—Ιδιαίτερος τρόπος υπάρχει στο στόλισμα τού κεφαλιού, πού γίνεται με μεγάλο αγοραστό μαντήλι, λεμονί ή πορτοκαλλί, με καδένα και φλουρί, κι’ από πάνω να διάδημα από τριαντάφυλλα κι’ άλλα χρωματιστά χάρτινα άνθη. Λέγεται, το λούδ’.
— Τα κοσμήματα και τ’ άλλα ξόμπλια μπαίνουν με τάξη. Επίσης, και άλλα στοιχεία τής στολής ποικίλουν κατά ηλικία.
—Ένα εντυπωσιακό γνώρισμα τής στολής τής Αιανής είναι ότι στις πάνω από 16 χρόνια Λαζαρίνες, πού είναι υποψήφιες για αρραβώνα, ή φορεσιά είναι εντυπωσιακά πιο φουντωτή, κι’ αυτό το πετυχαίνουν φορώντας διπλές η τριπλές φούστες. Αυτή ή λεπτομέρεια, κατά τον κ. Σιαμπανόπουλο, οφείλεται σε παλαιά συνήθεια (θεσμό, καλύτερα) στον τόπο, να δίνουν οι γαμπροί την εκτίμησή τους στις παχιές κοπέλλες... Και μαζί με την εκτίμηση, να καταβάλλουν το λεγόμενο αγαρλίκι, πού σημαίνει από τα τουρκικά βάρος, αξία, τιμή. Χαρακτηριστικά σημειώνει, πώς το αγαρλίκι άρχιζε για τις αδύνατες από 1.500 δραχμές (προπολεμικά) κι’ έφτανε στις πιο παχουλές κι’ όμορφες 5-7.000!! Σήμερα, γράφει, το αγαρλίκι δεν υπάρχει και οι όροι αντιστράφηκαν, δηλ. ή νύφη πληρώνει τώρα τον γαμπρό! (άγνωστο, με το βάρος ή άλλο τι;). Εδώ πρέπει να διαρωτηθούμε για την υπόθεση τού κ. Σιαμπανόπουλου, μιά και το βάρος τής κοπέλλας δε μεγαλώνει τόσο πολύ με τις πολλές φούστες. Μήπως είναι κάτι άλλο, αυτό πού επιβάλλει και στην Ουγγαρέζα νύφη να φορέσει μέχρι 12 φούστες και βρακιά. Μήπως, αν δεν είναι τολμηρό, προέρχεται από την πανάρχαια εκτίμηση στην στεατοπυγική Αφροδίτη; Ερευνητέο...
Το μεσημέρι τής Παρασκευής όλες οι Λαζαρίνες ομορφοστολισμένες, συγκεντρώνονται στα κονάκια τους. Μαζί τους φέρνουν από τα σπίτια τους φασόλια, ρύζι, αλεύρι και χρήματα πού θα χρησιμοποιηθούν για τα φαγητά στα δυό ολονύχτια γλέντια.
— Μετά αρχίζουν την επίσκεψη των σπιτιών, πού επειδή είναι 300 στην Αιανή, τα μοιράζουν σε δυό μέρες, δηλ. και το Σάββατο!
Αρχίζουν από την εκκλησία τής Παναγιάς, μετά στο σπίτι τού Παππά, τού προέδρου, τού δασκάλου και εν συνεχεία όλα τ’ άλλα. Σε κάθε σπίτι οι Λαζαρίνες τραγουδούν και χορεύουν. Μαζεύουν στο καλάθι το φιλοδώρημα και παν παρακάτω.
— Τα λαζαρίτικα τραγούδια πού λένε αυτές τις μέρες, τάχουν μάθει στις ώρες τού χειμωνιάτικου νυχτεριού, όπου με την καθοδήγηση των μεγάλων γυναικών, προετοιμάζονται, όπως λέει ό κ. Σιαμπανόπουλος, ‘πολύ καλά στο κάθε τί’.
— Τα τραγούδια πού τραγουδούν είναι ανάλογα, όπως σ’ όλους τούς λαζάρους, με το επάγγελμα τού νοικοκύρη και τούς πόθους, τούς καϋμούς και τα όνειρα τής φαμίλιας του. Δυό - τρία δείγματα:

Άσπρου τριαντάφυλλου φουρώ
βουλιούμι να τού βάψω
Κι’ αν τού πιτύχω στις μπογιές
πουλλές καρδιές θα κάψου.
Θα κάψου νιές, θα κάψου γριές, θα θάψου παλλικάρια.
Θα κάψου τον κουτζάμπαση να χάση τα τιφτέρια τ’,
Θα κάψου τον προυτόγιρου να χάση τα νερά του.
Θα κάψου τούν προυτόπαπα πώχει σταυρό στα χέρια
Θα κάψου κι’ το δάσκαλου να χάσ’ τα γράμματά του,
Θα κάψου κι’ του γιλαδάρ’ να χάση τα γιλάδια τ’
Καλώς μάς ήρθ’ ου Λάζαρους μη τούν καλό τού λόγου,
με την Λαμπρή, την Πασκαλιά, με τού ‘Χριστός Ανέστη’.

Ένα θαυμάσιο δείγμα ελευθερίας, σατιρικής και παγανιστικής, ουσιαστικά, εκδήλωσης. Όπως, και το παρακάτω, για το σπίτι τού προέδρου, πού θυμίζει τούς χαριτωμένους αναχρονισμούς τού Καραγκιόζη:

Αφέντη μ’ πρωτοτίμητε και πρωτοτιμημένε
Πρώτα ου Θιός σι τίμησι κι’ ύστερα ου κόσμος όλους
Σι τίμησι κι’ ου βασιλιάς, Βιζύρι να σι βάλη.
Πουλλά τιμάρια σ’ έδουσι, πουλλά κι τιμημένα.
Να ζήσης χρόνους ικατό κι να τούς απιράσης,
Ν’ ασπρίσης σαν τούν Έλυμπου, σαν τ’ άσπρου περιστέρι.

Σε σπίτι κόρης φτωχής, αλλά πολύ όμορφης:

Άϊντα ντε φτωχό κοράσι, που τα βρήκις τέτοια νιάτα,
που τα βρήκις τέτοια κάλλη τέτοια κάλλη κι’ ουμουρφάδα;
— Είχα κύρη πρώτον κλέφτη κι’ αδελφό πρώτον προυδότη,
πάει κι’ πρόδουσι τούν ήλιου, κ’ έκλιψι την ομουρφιά του
πήρα ιγώ του ήλιου τα κάλλη και του ηλίου ν’ ομουρφάδα.

Τέλος, στα σπίτια των μεγαλοτσελιγγάδων, αρχίζουν:

Ιδώ σι τούτη την αυλή, τη μαρμαρουστρουμένη
ιδώ ‘χουν χίλια πρόβατα κι τρεις χιλιάδες γίδια
ιδώ ‘χουν κι τούν πιστικό τούν καγγιλοφρυδάτου...

Ένας τεράστιος πλούτος χαριτωμένης ποίησης και φαντάζομαι ζωντανής ομορφιάς, κίνησης και μελωδίας, καλύπτει τις σελίδες τού βιβλίου, πού δυστυχώς δείγματά του αφαιρώ για σάς.
Το βράδυ γίνονταν στα κονάκια ολονύχτια γλέντια. Έρχονταν και πολλοί νέοι τής γειτονιάς και των άλλων συνοικιών. Με πίττες και άλλα νηστίσιμα φαγητά, με άφθονο κρασί, ολοκληρώνεται ή διονυσιακή αυτή εκδήλωση. Τραγουδούν εκ περιτροπής, σε ημιχόρια. Χορεύουν, σε αργό ή γρήγορο ρυθμό.
Όταν ξημερώσει, και προτού σημάνουν οι καμπάνες, οι Λαζαρίνες μαζεύονται γύρω στην εκκλησία και στήνουν χορό και τραγούδι:

Όλη τη σαρακουστή κι μιά μέρα το Βαϊού,
πάϊσα στουν πνευματικό για να ξημολογηθώ,
για να πω τα κρίματά μου και τις αμαρτίες μου.
Είπα ένα, είπα δυό, είπα κάπ’ σαρανταδυό.
αλησμόνησα κι’ δυό, γύρισα πίσου να τα πω.
Κι έπισα κι βάρισα, τσάκισα τού γόνα μου
Κι’ έβγαλα τα κρίματά μου και τις αμαρτίες μου.

Ο τρανός χορός τής Κυριακής των Βαΐων τερματίζει το τριήμερο εορταστικό πρόγραμμα στην Αιανή. Στο χορό παίρνουν μέρος και ηλικιωμένες με πρώτη τη γεροντότερη. Στον τρανό χορό ακούγονται πολλά τραγούδια και γίνονται τα νυφοδιαλέγματα. Όλοι οι χωριανοί εύχονται στις λαζαρίνες ‘κι τού χρόνου με γαμπρό’...
Αυτά είναι τα ελάχιστα δείγματα, τα απαραίτητα, από το Λάζαρο τής Αιανής. Πού προσπαθώντας να τον ερμηνεύσει ό κ. Σιαμπανόπουλος διαπιστώνει ότι το έθιμο βρισκόταν σε πλήρη έξαρση κατά την τουρκοκρατία, όταν τα κορίτσια κρυμμένα όλο το χρόνο παρέμεναν άγνωστα ως επί το πλείστον στη μικρή κοινωνία. Με τις γιορτές τού Λάζαρου γίνονταν οι γνωριμίες και τα νυφοδιαλέγματα κι’ άρχιζαν μετά των Βαΐων, οι ζυμώσεις για τις προξενιές, πού κατέληγαν στ’ αρραβωνιάσματα και στους γάμους. Η ερμηνεία αυτή δεν αντιστρατεύεται τη δική μας, όταν μάλιστα αναλύει όλο το φαινόμενο, όπως προσπαθούμε να κάνουμε σε άλλα σημεία τού βιβλίου.
Εδώ πρέπει να μνημονεύσουμε μιά μαρτυρία, πού, μ’ όλο πού δημοσιεύτηκε πρόχειρα κρύβει, όταν κάποτε ‘αποκρυπτογραφηθεί’, σημαντικά στοιχεία για το θέμα πού εδώ ερευνούμε. Πρόκειται για τις παραδόσεις τής κ. Ελένης Καλογεροπούλου, στην τοπική Σχολή Ξεναγών Θεσσαλονίκης, (Στοιχεία Λαογραφίας και Λαϊκής Τέχνης περιοχής Μακεδονίας, Θράκης, Θεσσαλίας και Ν.Β. Σποράδων, έκδοση ΕΟΤ, 1973, σ.σ. 375-378).
Μ’ όλα αυτά, σημειώνουμε λίγες ενδείξεις ιδιαίτερες, πού ας ελπίσουμε κάποτε να τεκμηριωθούν:
— Κάθε βράδυ! (από την πρώτη Κυριακή των Νηστειών), ‘θα μαζευτούν στο σπίτι τής παντρεμένης παίρνοντας μαζί και τη δουλειά τους, πλέξιμο, ρόκα, κέντημα, και θα νυχτερέψουν ως τα χαράματα, μαθαίνοντας τα τραγούδια και τούς χορούς τής γιορτής’.
— Κάθε Σαββατόβραδο θα ξεκινήσουν όλες στη σειρά, πιασμένες χέρι-χέρι, να πάρουν νερό απ’ τη βρύση, ανεμίζοντας χρωματιστά μαντήλια και τραγουδώντας ‘το τραγούδι τής Μαρουδίτσας, πού σκοτώθηκε σκάβοντας για ασπρόχωμα’.
— ‘Σάββατο του Λαζάρου θα κουβαλήσουν απ’ τα σπίτια τους τα υλικά με τα οποία θα ζυμώσουν τις πίτες στο σπίτι τής νοικοκυράς’. Τις τρεις πιο μεγάλες τις προσφέρουν στον παπά, το δάσκαλο και τον πρόεδρο.
Την Κυριακή των Βαΐων το βράδυ, οι δυό πρώτες Λαζαρίνες του τελευταίου χορού, με ενδιαφέρουσα τελετουργία(;) δένουν ένα ‘παλιό ασημένιο νόμισμα’ σ’ ένα κλαδάκι χαμόδεντρου κλπ.
Οι Λαζαρίνες στο Ρουμπλούκι (=ή πεδινή περιοχή τής Ημαθίας, και ειδικότερα μιά ομάδα 50 χωριών με άξονα τον Αλιάκμονα και φυσικά όρια, προς Βορρά το Ν. Πέλλης, προς Νότο το Ν. Πιερίας και τον Θερμαϊκό κόλπο, προς Ανατολάς τον ποταμό Λουδία και προς Δυσμάς τη Βέροια και την επαρχία Ναούσης Γ. Μελίκης). Το τοπωνύμιο σημαίνει ή Ρούμ + μπουλούκι =μάζα, πληθυσμός ελληνικός, ή, όταν γράφεται Ρουμλούκι =το μέρος των ρωμιών• και τα δυό, το ίδιο πράγμα, δηλ. ένας χώρος με αποκλειστικά ελληνικό πληθυσμό. Σ’ αντίθεση με την πολυεθνική εμφάνιση τής ευρύτατης Μακεδονίας, εξ ού και ό όρος, macedoine πού σημαίνει ‘σαλάτα ή κομπόστα από κάθε είδος λαχανικό ή φρούτο’, είτε, ‘σύγγραμμα από διάφορα αποσπάσματα σ’ ένα ενιαίο σύνολο...’
Είναι, πραγματικά, ένα εντυπωσιακό δείγμα εθίμου πού διασώθηκε στην πορεία των αιώνων, χαρίζοντας στην Εθνολογία ένα πλούσιο υλικό ζωντανό για μελέτη. Την διάσωσή του τη χρωστάμε στον άξιο, νέο λαογράφο Γιώργη Μελίκη, πού με την αστραφτερή ανακοίνωσή του, πρώτα, και μετά, με το τεκμηριωμένο και καλλαίσθητα δοσμένο βιβλιαράκι του, ‘οι Λαζαρίνες τού Ρουμπλουκιού’, έκανε το χρέος του στην ιδιαίτερη πατρίδα του και στην επιστήμη (Έκδοση Λυκείου Ελληνίδων Θεσσαλονίκης 1977). Τα στοιχεία πού παραθέτουμε εδώ για μιά περιληπτική εμφάνιση τού εθίμου, είναι συμπληρωμένα και με προφορικές προσθήκες του, ύστερα από το έντονο ενδιαφέρον πού δείξαμε τότε για την ανακοίνωση. Και ας θεωρηθεί ή τιμητική εδώ μνημόνευσή του σα θετική απόκρισή μου στο ερώτημά του: θα μπορέσουμε κάποτε μέσ’ απ’ τα Δρώμενα τής Λαϊκής μας λατρείας, ν’ αγγίξουμε την ‘Ενική μας αυτογνωσία;’ [ η υπογράμμιση είναι του μεταγραφέα για λογαριασμό της ιστοσελίδας]
Δυστυχώς, το έθιμο αυτό, εμφανίστηκε για τελευταία φορά στα 1925, και σώθηκαν μάλιστα και τα ονόματα από τις Λαζαρίνες εκείνες!
Όλη τη Μ. Σαρακοστή, τ’ απογεύματα τής Κυριακής, σε κάθε χωριό τού Ρουμπλουκιού ομάδες κοριτσιών 14-19 χρονώ, πού ονομάζονταν μπουλούκια συγκεντρώνονταν κάτω από την επίβλεψη μιάς γυναίκας ηλικιωμένης, με καλή φήμη στο χωριό, και μαθαίναν πώς ‘να γένουν Λαζαρίνες’.
Πού σημαίνει την κόρη ‘πού απ’ την Παρασκευή, παραμονή τού Λαζάρου και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων, επισκέπτονταν μ’ άλλες τρεις συνομήλικές της τα σπίτια τού χωριού ψάλλοντας και χορεύοντας ειδικά τραγούδια, τα λαζαργιάτ’ κα ή Λαζαρ’ κά’.
Κάθε ομάδα περιλάβαινε τέσσερα κορίτσια περίπου τής ίδιας ηλικίας, 14-19 χρονώ, και μιά μικρότερη, 12 χρονώ περίπου, εύστροφη και ικανή, την καλαθάρου. Αυτή, κρατούσε το καλάθι, όπου συγκέντρωναν τα διάφορα φιλοδωρήματα, ‘κατά προτίμηση αυγά και χρήματα, κυρίως κέρματα’. Σπανιότερα, γινόταν εξαίρεση, και προσλάμβαναν ένα αγόρι τής ίδιας ηλικίας, πού λέγεται γιουφτολάζαρους, και προέρχεται μάλλον από τις φτωχότερες οικογένειες. Η συμμετοχή στα μπουλούκια θεωρούνταν σαν κάτι το τιμητικό• μνημονεύεται ως το τέλος τής ζωής τους σαν γεγονός σημαντικό, σαν κοινωνική συμμετοχή προβολής. ‘Τότες πού είμασταν με την τάδε λαζαρίνες’. Θεωρούνταν, ας το προσέξουμε, αδελφοποιτές. Άλλωστε ξεκινώντας, στο στάδιο τής προπαρασκευής (τής αργής μύησης, θάλεγα), δίνανε μεταξύ τους όρκο: ‘ό,τ κι αν γέν.’, αφού λαζαριψάμι, δε θα χαλάσουμε τού μπ’λούκ’...
Το μεσημέρι τής Παρασκευής, παραμονής τού Λαζάρου, με μιά ιδιαίτερη εθιμοτυπία, μαζευόταν στο σπίτι τής μεγαλύτερης, για να φορέσουν τα λαζαργιάτ’κα• ξεκινούν κατά ζεύγη για να χορέψουν το λαζαρ’κό, πού τον έμαθαν τέλεια, όλη τη Μ. Σαρακοστή.
Αφού επισημάνω την χαϊδευτική (αποκαλυπτική) ονομασία τους από το χωριό, νιφάδις (νύμφες), έρχεται, ή εντυπωσιακή μαρτυρία, για τον προγαμικό χαρακτήρα τού εθίμου: ‘στο ζωνάρι τους οι Λαζαρίνες βάζανε το αρμινουκάυκ’ ή αρμινουστέφανου, δηλ. φλυτζάνι τού καφέ πού το έσπαζε ό γαμπρός την ώρα τού μυστηρίου τού γάμου και στο οποίο απέδιδαν μαγικές ιδιότητες’ (σελ. 11). Στα χέρια τους κρατούσαν μαντήλια διαφόρων χρωμάτων, πού τ’ ανεμίζαν επιδεικτικά στον αέρα.
Στα σπίτια πού πήγαιναν δεν τραγουδούσαν όλες μαζί• άρχιζαν οι δυό πρώτες με τον πρώτο στίχο τού τραγουδιού και στη συνέχεια τον επαναλάμβαναν οι άλλες δυό, και ούτω καθεξής.
Περιφέρονταν, έτσι, σ’ όσα σπίτια πρόφταιναν μέχρι το βασίλεμα• μετά, συγκεντρώνονταν στο σπίτι της μικρότερης τής ομάδας, για να διανυκτερεύσουν. Υποχρεωτικά έπρεπε να κοιμηθούν όλες μαζί, στρωματσάδα, πάνω στην ψάθα και τις κουρελούδες. Αν κάποια λαζαρίνα, στην διάρκεια τής νύχτας είχε λόγους να σηκωθεί από τη στρώση της για να πάει κάπου, έπρεπε ν’ απευθυνθεί στην καλαθάρο, και με τη συνοδεία της, θα πηγαίνανε, όπου είχε ανάγκη, για να μην αρμηνιαστή, να μην κυριευτεί δηλ. από τα κακά πνεύματα και δαιμόνια.
Τα ρούχα τους, τα τοποθετούσαν μέσα στ’ ειδικά πανέρια, όπως και τα φιλοδωρήματα τ’ ασημικά τού κεφαλιού, τού στήθους και των γοφών, τα κρεμούσαν στην κουρτίνα τού παραθυριού για να μην μπερδευτούν και καθυστερήσουν να ξεκινήσουν το πρωΐ. Πρέπει να σημειωθεί ότι τις τοπικές στολές και τα κοσμήματα τα δανείζονταν από παντρεμένες τού χωριού. Φυσικά, Κι’ εδώ υπάρχει ή διάκριση τής ενδυμασίας, ανάλογα με την ηλικία ή την οικογενειακή κατάσταση τής Ρουμλουκιώτισσας, π.χ. μέχρι να παντρευθεί δεν προβλέπεται να φορέσει στόλισμα ή κόσμημα εκτός από τα γνωστά, απλούστατα σκουλαρικάκια, κι’ αυτό για να μην κλείσουν οι τρύπες των αυτιών!...
Το πρωΐ τού Σαββάτου, συνεχίζουν τις επισκέψεις στα υπόλοιπα σπίτια τού χωριού. Την τακτοποίηση των κλινοσκεπασμάτων και τον καλλωπισμό τους αναλάμβανε ή ‘μιρακλούδισσα’, πού στην Τοπική λαλιά σημαίνει (εκτός τής γενικότερης έννοιας ‘μερακλής’) την εκλεπτισμένη, την καλλιεργημένη. Μαθαίνει τις Λαζαρίνες να μαγειρεύουν, να ζυμώνουν, να υφαίνουν, να πλέκουν, να τραγουδάνε, να στολίζονται (δηλ. να φοράνε τη στολή με τα δανεικά κοσμήματα), να καλλωπίζονται, να στρώνουν και να ξεστρώνουν. Τί άλλο μαθαίνουν, αποκλείεται να το ξέρουμε, γιατί παίρνουν, φαίνεται, την απόφαση να κρατήσουν σιγή στις ιδιαίτερες λεπτομέρειες τής τριήμερης αυτής τελετής — ούτε για τούς μέλλοντες άνδρες τους.
Και πρέπει να προσθέσουμε ότι στο τριήμερο αυτό τηρείται απόλυτη απομόνωση. Εκτός την ώρα, πού τραγουδούν τα λαζαρικά ή λαζαρίτικα τραγούδια, στα σπίτια τού χωριού, το μόνο πρόσωπο πού διακόπτει την απομόνωση είναι ή ‘προξενήτρα’. Θα δούμε παρακάτω τη σημασία κι’ αυτού τού θεσμού.
Ηλιοβασίλεμα τού Σαββάτου, πηγαίνουν να διανυκτερεύσουν στο σπίτι τής μεγαλύτερης, τώρα, Λαζαρίνας, τηρώντας πιστά τούς όρους διανυκτέρευσης, τής περασμένης νύχτας.
Το πρωί τής Κυριακής, πήγαιναν στη Λειτουργία των Βαΐων, και πέρναν βάϊ, αλλά και για να ‘πετύχουν την προβολή τους’. Μετά τη λειτουργία μαζεύονταν το εκκλησίασμα στο προαύλιο τού Ναού, όπου κάθε ομάδα χόρευε τέσσερις χορούς, όσα και τα μέλη του. Μετά επισκεφτόταν τα πλουσιότερα σπίτια τού χωριού.
Το μεσημέρι τής Κυριακής μαζεύονταν και πάνε στο σπίτι τής μεγαλύτερης για να γευματίσουν (υποχρεωτικά με ψάρια). Τ’ απόγευμα ‘συγκεντρώνονταν όλο το χωριό στο μεσοχώρι’ όπου ‘κάθε μία από τις Λαζαρίνες χόρευε κι’ από ένα χορό, όποιον επιθυμούσε. Στη συνέχεια, έπαιρνε μέρος και ό κόσμος στο χορό, ενώ αυτές αποχωρούσαν, γιατί μετά τη δύση τού ηλίου δεν επιτρεπόταν εμφανίσεις Λ. και κοριτσιών’.
Με τη συνοδεία τής ‘καλαθάρου’ πάντοτε συγκεντρώνονταν στο σπίτι τής μεγαλύτερης σε ηλικία Λαζαρίνας, έβγαζαν τα στολίδια και μοίραζαν τα φιλοδωρήματα σε τέσσερα ίσα μέρη• στην καλαθάρο, κάθε Λαζαρίνα πρόσφερε ό,τι είχε την ευχαρίστηση.
Και στο σημείο αυτό τέλειωνε και το έθιμο ‘Λαζαρίνες’ στο Ρουμπλούκι, πού πιστά αναπαράστησε ό Γ. Μελίκης• προσθέτοντας ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες, πού κατά τη γνώμη μας το καθιστούν μοναδικό μνημείο εθνολογικής έρευνας. Μερικές λεπτομέρειες, σύντομα:
1. Τα κορίτσια (δεκαέξι χρονώ στα 1925) μυηθήκαν στο έθιμο από την Χάϊδω Νταβούδα (σελ. 17).
2. Τα τραγούδια τού Λ. αναφερόταν κυρίως: σε κόρες πού κοιμούνται μοναχές, σε γυιούς χαϊδεμένους, σε κόρες για παντρειά, σε θυγατέρες, σε κονταρραβωνιασμένες, σε κουράσια για δόσιμο, σε βαλαντωμένες καρδιές, σε μαυρομάτες, σε νυφάδες, σε ξενιτεμένα παιδιά, σε γραμματικούς... (σελ. 21). Δηλ. με άμεση σχέση με το γάμο.
3. Ή σημασία κι’ ό σεβασμός στο έθιμο ήταν τόσο μεγάλος πού είχε δημιουργήσει όρκους σοβαρούς στην καθημερινή ζωή (σ. 21).
4. ‘Οι προξενήτρες παρακολουθούσαν καταπόδι και με προσοχή τις Λ. για να μπορέσουν να διακρίνουν τις αρετές, τα χαρίσματα, αλλά και τα μειονεκτήματα τους. Καθώς και τις επιδόσεις τους στο χορό, το τραγούδι, την κίνηση, τούς τρόπους και γενικά τη συμπεριφορά, για να βοηθήσουν το προξενιό’ (σελ. 22).
5. Στις επαφές τής προξενήτρας με τούς γονιούς τού υποψήφιου γαμπρού, αφού προβάλλει όλα τα πλεονεκτήματα τής Κόρης θα τονίση και ότι ‘γίν’κιν τρεις χρουνιές αράδα Λαζαρίνα, με τις τάδε και τάδε’... (σελ.22)
6. Τα ζευγάρια μ’ αρσενικά μόνο παιδιά, εύχονται και τάζουν στο Λάζαρο! να τούς δώσει κορίτσια!
7. Οι έγγυες για την ευτοκία τους έταζαν στο Λάζαρο με την υπόσχεση να στείλουν το ‘κορίτσ’ να γεν’ Λαζαρίνα’.
8. Τέλος, δε γινόταν Λαζαρίνες, κόρες πάνω στα έμμηνά τους...

Όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου είναι σοβαρές ενδείξεις για τη μυητική-μητριαρχική καταγωγή του εθίμου. Πρόσθετη απόδειξη, αυτά πού ό Γ. Μελίκης, χωρίς να τα επεξεργασθεί, χαρακτηρίζει σαν ‘αξιοσημείωτα’:
α. Παρ’ όλη την πίστη, το σεβασμό και την αγάπη τού λαού στο Ρουμπλούκι για τον Λ. και τις Λαζαρίνες, τόνομα Λάζαρος, ‘παλιότερα και σήμερα δεν απαντάται καθόλου’, στην περιοχή. Στα 1973 από έρευνά του σε πληθυσμό 35.000 (!) βρέθηκαν μόνον 16 Λάζαροι!... Κι’ αυτά ήσαν δοσμένα από πρόσφυγες ανάδοχους, Πόντιους, Θρακιώτες και Μικρασιάτες Κυρίως... (σελ. 23).
β. Στα 50 χωριά τού Ρουμπλουκιού ‘όχι μόνο Ναός προς τιμή του Λ. δεν υπάρχει, αλλ’ ούτε καν προσκυνητάρι ή παρεκκλήσι’.
γ. Ο Γ. Μελίκης από έρευνά του στα 1971 σε 105 εικονοστάσια σπιτιών, βρήκε μόνον επτά εικόνες με την ανάσταση του Λ., κι’ αυτές σχεδιάσματα νεώτερων πάνω σε χαρτί εμπορίου, όπως γράψει.
δ. Οι έγκυες, μπροστά στον κίνδυνο του τοκετού ‘τάζαν’ τις κόρες τους να γίνουν Λαζαρίνες τρεις χρονιές... Ουδέποτε, όμως, δόθηκε τ’ όνομα Λαζαρίνα! (σελ. 24).
Όλα αυτά σημαίνουν, με λίγα λόγια δικά μας, πώς ενώ το έθιμο επιβίωσε για πολλούς λόγους (κύρια για το προξενιό) με μορφή παραλλαγμένη από τη Χριστιανική δισχιλιετία, κράτησε ωστόσο την αρχική, προϊστορική του αφετηρία, πού δεν είχε καμιά σχέση με την πατριαρχικά οργανωμένη κοινωνία, μέχρι τα χρόνια μας. Δηλαδή ενώ επιβίωσε ή Λαζαρίνα, δεν επιβίωσε ό χριστιανός νονός της — το εξωτερικό σύμβολο, διάδοχος των προχριστιανικών ‘αναστάσεων’, Λάζαρος...
Ξεχωρίζουμε εδώ ένα τραγούδι από τα τριάντα περίπου του βιβλίου, πού ό Γ. Μελίκης τα παραθέτει και με τις νότες τους, και τα διαιρεί σε ‘συρτό μ’ επιτόπια πηδήματα’, ‘τού δρόμου’, και ‘τ’ αντικρυστό’:

Γαλάζιος πετεινός λαλεί μέσα στον Άη Νικόλα,
Μόν’ κελαηδεί και τραγουδεί, μόν’ κελαηδεί και λέγει:
Δεν ήρτα εγώ στην εκκλησιά, δεν ήρτα για ν’ αγιάσω,
ήρτα να ιδώ τις έμορφες κι’ αυτές τις μαυρομάτες,
πόχουν το μάτι σαν ελιά, το φρύδι σα γαϊτάνι,
το δόλιο το ματόκλαδο, σαν κρόσι από μαντήλι.

Και με την ευκαιρία, τονίζω ότι το έθιμο αυτό δεν είχε διόλου έντονη θρησκευτικότητα• απλώς υπάρχουν μερικά συμβολικά στοιχεία (σταυροκόπημα, φίλημα χεριού τού παπά, όταν ξεκινούν την περιδιάβαση, εκκλησιασμό των Βαΐων) πού δεν είναι χαρακτηριστικά, αλλά τ’ απαντούμε στην συνηθισμένη χριστιανική ζωή τής εποχής.
Ομοιώματα, κούκλες, κλπ. σύμβολα, πού βρίσκουμε αλλού, δεν υπάρχουν στις ‘Λαζαρίνες’ τού Ρουμπλουκιού. Είναι κι’ αυτό τρανό σημάδι τής ιδιαιτερότητας τού εθίμου, όταν μάλιστα το συνδυάσουμε με το εξής μοναδικό πού γινόταν στην περιοχή: Πρόκειται για τον ‘φτωχολάζαρο’, πού γινόταν μιά βδομάδα πριν, Παρασκευή και Σάββατο. Τότε, ‘παιδιά ανεξαρτήτως φύλου, περιφέρονταν στα σπίτια τού χωριού, κρατώντας διάφορα ομοιώματα τού Λαζάρου, ξύλα τυλιγμένα με πανιά και στολισμένα με λουλούδια, σκούπες φασκιωμένες με κόκκινα και γαλάζια πανιά κλπ., πού τ’ ανύψωναν επιδεικτικά μπροστά στην είσοδο τού σπιτιού τραγουδώντας διάφορα τραγούδια’ (σελ. 18).
Πρόκειται για τα συνηθισμένα τραγούδια, τού τύπου ‘ήρθε οι Λάζαρους, ήρθαν τα βάγια’ κλπ., ή τού τύπου:

Λαζαρίνα, Λαζαρ’κό
δόστου, μπάμπου, έν’ αυγό,
να χουρέψ’ τον Λαζαρ’κό,
λαζαρίνα, Λαζαρ’κό.


Η ύπαρξη δύο ‘Λαζάρων’ στην ίδια περιοχή, δείχνει ποιο είναι το νεώτερο και ποιο το αρχαιότερο — μαρτυρία προχριστιανική σίγουρα.
Κι’ εδώ πρέπει να σημειώσω πώς όταν λέμε ‘προχριστιανική’, μέχρι σήμερα, ‘μαρτυρία’, σημαίνει ότι επιβίωσε από πέντε (τουλάχιστο) διαφορετικές προσαρμογές των παραγωγικών σχέσεων στις παραγωγικές δυνάμεις: την πρωτόγονη κοινωνία (όπου κι’ μητροσυγγενική ‘εξουσία’), τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, τον αρχαίο κόσμο, τη φεουδαρχία και την κεφαλαιοκρατική κοινωνία, όπου ζούμε στην Ελλάδα ως τώρα.


ΜΕΡΙΚΑ ΕΠΙΒΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΘΝΟΓΡΑΦΙΑ

Την πρώτη ιστορική μαρτυρία για Γυναικοκρατία στην περιοχή του Αιγαίου μάς προσκομίζει ό Ηρόδοτος, με την περίφημη φράση του για τούς Λυκίους, ότι ‘καλέουσιν από των μητέρων εαυτούς και ουκί από των πατέρων’... Και συμπληρώνει ό Αθήναιος (ΧΙΙΙ,555), έν δε Αθήναις πρώτος Κέκροψ μίαν ενί έζευξεν, ανέδην το πρότερον ουσών των συνόδων, και κοινογαμίων όντων’, πού σημαίνει ότι και προελληνικά, για να μη πάμε απώτερα, έλειπε ό πατριαρχικός γάμος, όπως τον βλέπουμε ν’ αρχίζει να παγιώνεται στα Ομηρικά χρόνια. Αργότερα, με την αρχαιολογική σκαπάνη και την εθνολογική έρευνα, δεν ήρθε μόνον ή επαλήθευση, αλλά και ή αποκάλυψη του πλούτου πού δήλωναν οι δυό αυτές φράσεις, του Ηρόδοτου και του Αθήναιου.
Αυτά, και άλλα, τ’ αναφέρουμε και προηγούμενα• εδώ, προκειμένου για την Κύπρο, τα ξαναθυμίζουμε...
Ένας μυθικός παράδεισος εμφανίζεται μπροστά στα μάτια μας στην περιοχή αυτή πού εξετάζουμε, ασφαλώς όπως πιστεύω, ό χαμένος παράδεισος πού αναφέρεται στην πατριαρχική πια εποχή της Π. Διαθήκης. Ένας παλλαϊκός πολιτισμός, όπου λατρεύουν τη Θεά Μητέρα, τη μάνα πού δε θα επιτρέψει τις σκληρότητες ανάμεσα στα παιδιά της, όπως γίνεται μετά την πτώση της, μετά την ανατροπή της, ‘την κοσμοϊστορική ήττα του γυναικείου φύλου’, κατά τον Ένγκελς.
Ειδικότερα, την περιοχή πού μάς απασχολεί, την προσονομάσαμε ‘τεντωμένο τόξο’ απέναντι στη Μικρασιατική χερσόνησο. Αυτή ή κοίλη νοητή γραμμή, πού αρχίζει από την χερσόνησο τής Αίνου και κλείνει στις νότιες ακτές τής Κύπρου, έχει πολλά τεκμήρια μητριαρχικού πολιτισμού. Δε μιλάμε μόνο για τις μυθολογικές μαρτυρίες, πού ό κάθε επιστήμονας τις ερμηνεύει κατά τις πεποιθήσεις του (για μάς είναι αυτές οι μαρτυρίες πολύ σεβαστές, αν και δυσκολοδιάβαστες), αλλά και για τον όγκο των αντικειμένων, ας τα χαρακτηρίσουμε ‘λατρευτικά’. Και μόνο τα ειδώλια κάθε είδους, από τη νεολιθική εποχή ξεκινώντας, τα αγαλματάκια-γυναικεία στη συντριπτική τους υπεροχή, αυτά πού προκαλούν τη λυδία λίθο για την αποδοχή ή όχι τής μητριαρχικής περιόδου, είναι αρκετά...
Σε κάθε περίπτωση, κι’ αν ακόμα δεχτούμε την παρεμβολή των προελληνικών λαών ινδοευρωπαϊκής καταγωγής (Πελασγών, Πρωτο-αχαιών, Αιμόνων, Δρυόπων) [επιφυλασσόμεθα για την σχετική θεωρεία…] σαν αρχόμενης πατριαρχίας, πού δεν είναι αποδειγμένο, στην παλαιότερη κατάσταση, υπάρχει ένα στοιχείο πού θεμελιώνει την άποψη του γυναικοκρατούμενου ‘τεντωμένου τόξου’. Ότι στην περιοχή του υπήρχαν, και μέχρι τα ιστορικά χρόνια, στενές επαφές και επιρροές από τούς απέναντι λαούς. Έτσι, ή Λήμνος ή Σαμοθράκη, Ίμβρος, Λέσβος, Σάμος, ή Ρόδος και τ’ άλλα Δωδεκάνησα, ή Κρήτη και ή Κύπρος (χωρίς ν’ αποκλείουμε κι’ άλλες περιοχές, ακόμα και της ηπειρωτικής Ελλάδας) καθρεφτίζουν τις μητριαρχικές μικρασιατικές περιοχές τής Τρωάδας, τής Αιολίδας, τής Λυκίας, τής Ιωνίας, τής Καρίας, Λυδίας, Παμφυλίας, Κιλικίας, κλπ. Αυτό είναι φανερό. Εκείνο πού μάς μένει, να το εμπλουτίσουμε όπως γίνεται εδώ, για ν’ απαλείψουμε τις σχετικές αντιρρήσεις.

Α’. τρεις εικαστικές μαρτυρίες για την κυπριακή γυναικοκρατία
Αρχίζω, όπως είναι φυσικό, με πολύ σύντομη παρουσίαση από εικαστικές μαρτυρίες, δύο τής κεραμικής και ή τρίτη από νομίσματα, τής αρχαίας εποχής στην Κύπρο, απ’ όπου φαίνεται ή μητριαρχική προϊστορία των όσων θα δούμε πιο πέρα. Και οι τρεις είναι ανεπεξέργαστες, αλλά ελπίζω να προκαλέσουν το ενδιαφέρον για πιο πέρα μελέτη και συσχετισμούς.

Ι. Πρόκειται για μιά παράσταση αμφορέα των αρχών του 8ου αι. (όψιμη γεωμετρική περίοδος), στο Κυπριακό Μουσείο Λευκωσίας,
του Hubbard, ονομαζόμενου.
Παριστάνει μιάν ένθρονη, γυμνόστηθη γυναίκα, με τελετουργική ‘ποδιά’, ακουμπώντας σε υποπόδιο. Στο δεξί της, κρατεί σωλήνα (καλαμένιο, προφανώς), πού τελειώνει σ’ ένα μεγάλο αγγείο, τοποθετημένο σε ‘ειδικό’, τετράποδο έπιπλο. Στο βάθος, άλλο, μεγαλύτερο ‘ερμάριο’, όπου επάνω, υπάρχουν τρία μικρά αγγεία και δυό στρογγυλά αντικείμενα, πιθανόν πιάτα. Αριστερά, γυναίκα με απλή ενδυμασία, γυμνόστηθη κι’ αυτή, (ίσως ‘υπηρέτρια’ αν μπορούσε αυτό να δικαιολογηθεί), κρατεί στο αριστερό της μικρό αγγείο πού μοιάζει σα να τροφοδοτεί το μεγάλο αγγείο. Κάτω από το δεξί της, τρία άλλα μικρά αγγεία. Όλη ή σκηνή ‘προσβλέπεται’ από ιερό ταύρο. Πρέπει ν’ αποκλείσουμε ιδιωτική σκηνή βασίλισσας σε κρασοκατάνυξη. Ούτε φυσικά, το εσωτερικό οινοπωλείου, ούτε κεραμείου. Πρόκειται για ‘τελετή’. Ποιος θα βρει το πραγματικό νόημα; Πού, από την άλλη, δείχνει πόσο δυνατή ήταν ακόμη και στον 8ο αι. ή μητριαρχική Βασίλισσα ή Θεά...

ΙΙ. Αγγειογραφία 7ου αι. Δυό γυναίκες εκατέρωθεν ενός υπερφυσικού συμπλέγματος από φανταστικά και πραγματικά φυτά (ρόδα). Οι γυναίκες κρατούν τα επάνω ρόδα, σα να τα μυρίζουν... Κι’ εδώ πιθανολογούμε, αφαιρώντας με βεβαιότητα τη διακοσμητική μόνο σημασία τής παράστασης, ότι πρόκειται για τελετή πού αφορά τη βλάστηση, τη γονιμότητα. Πιθανόν να είναι κάποιο ‘Δρώμενο’ τής εποχής, όπως μοιάζει από την τοποθέτηση των χεριών. Αξίζει κι’ εδώ να ερευνηθεί ή γυναικεία αυτή παράσταση και ή πιθανή της συσχέτιση με επιβιώματα στη σύγχρονη Κύπρο.

ΙΙΙ. Αφορά την επιβίωση τής μητριαρχικής εποχής, στην ίδρυση των πόλεων και σε συνέχεια στις εικονίσεις πάνω σε νομίσματα.
Όπως είναι γνωστό, τα πρώτα νομίσματα κυκλοφόρησαν γύρω στα 700 π.Χ. και μέχρι το 490 π.Χ. ονομάζονται τής αρχαϊκής περιόδου. Την εποχή αυτή οι τύποι είναι συνήθως κατοικίδια ζώα φανταστικά, πουλιά, φυτά ή αγγεία. Αυτές οι παραστάσεις αποτελούσαν το ‘έμβλημα’ τής πολιτείας πού τα κυκλοφορούσε, δηλαδή το ‘παράσημον τής πόλεως’, όπως λεγόταν. Ανθρώπινες μορφές και κεφάλια είναι σπάνια στα πρώτα νομίσματα. Οι δεσμοί, βλέπετε, με τις τοτεμικές παραδόσεις είναι ακόμα πολύ ζωντανοί... Σε λίγο, όμως, αρχίζουν και εμφανίζονται κεφάλια θεών και νυμφών. Προεξάρχουν οι ‘πολιούχες’ νύμφες, επώνυμες ‘ιδρύτριες’ κάθε πόλης, ή μητριαρχική Άρτεμη, ή άλλοτε μητριαρχική Αθηνά, ό Απόλλων, κ.α.
Αυτά όλα σημαίνουν τη βασική σημασία τής τοτεμικής μητριαρχίας, πού επιζεί ακόμα και στο κατ’ εξοχήν πατριαρχικό μέσο κυριαρχίας, το νόμισμα. Σιγά-σιγά, όμως, μεταβάλλεται ή κατάσταση, και πατριαρχικές απόλυτα πολιτείες και κράτη, στολίζουν με τούς άρχοντές τους τα νομίσματα. Τρανό παράδειγμα οι Μακεδόνες βασιλιάδες...
Μιά πρόχειρη έρευνα στα νομίσματα τής ευρύτερης περιοχής πού ερευνούμε, δείχνει να υπερτερούν έντονα οι γυναικείες μορφές από τις ανδρικές. Ειδικότερα στην Κύπρο, όπως και στις απέναντι μικρασιατικές ακτές, έχουμε απεικονίσεις τής Αφροδίτης και της Αθηνάς, στη Λάπηθο 480 πΧ., τής Αφροδίτης και του μητριαρχικού Διόνυσου, στη Νάγιδα τής Κιλικίας 379-374 π.Χ. τής στεφανωμένης Αφροδίτης τής Πάφου, πριν το 312 π.Χ., τής Αφροδίτης στην Κνίδο τής Καρίας 650-480 π.Χ. κ.α.
Όποιος ερευνήσει προσεχτικά, μπορεί να κάνει μιά ενδιαφέρουσα εργασία, πού θα συνεισφέρει στις απαρχές τής Κυπριακής λαογραφίας και στον πλουτισμό τής έρευνας πάνω στη Γυναικοκρατία μιάς ευρύτερης περιοχής.

Β’. διάσπαρτα επιβιώματα κυπριακής μητριαρχίας
Για να προχωρήσουμε τώρα στο χώρο τής σημερινής κυπριακής λαϊκής ζωής, σταχυολογούμε όσα ήταν εύκολο, μερικά ίχνη από την άλλοτε γυναικοκρατούμενη Κύπρο:
Το ίδιο τ’ όνομα του νησιού, Κύπρος, πού το δάνεισε και στην επώνυμη του θεά την Κυπρίδα, την Αφροδίτη, είναι προελληνικό, πριν δηλαδή τ’ όνομα κυπάρισσος υιοθετηθεί από την πατριαρχική λαότητα των Ελλήνων, πού σε τρία κύματα κατέβηκαν από τα βόρεια. Παναπεί, οι Ιώνιες γύρω στο 2000 π.Χρ. πρώτοι, κατόπιν οι Αχαιοί γύρω στα 1700 και τελευταίοι γύρω στα 1200 οι Δωριείς. Είναι γνωστό ότι στα τοτεμικά σύμβολα τής Γυναικοκρατίας, πρωτεύουσα θέση, όπως θα βρούμε και παρακάτω, κατέχουν τα δέντρα, και μάλιστα τ’ ανεκτίμητα για την πρωτόγονη κοινωνική ζωή, όπως το κυπαρίσσι!...
Στη Λατρεία των Κυπρίων σοβαρό ρόλο έπαιξε το βόδι, ό βούς, από την αρχαία ακόμα εποχή. Είναι γνωστή ή σημασία του ζώου αυτού σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο. Στην Κύπρο, τουλάχιστο μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το βόδι χρησίμευσεν αποκλειστικά σχεδόν σαν υποζύγιο. ‘Πλείστοι δε χωρικοί, ιδίως αι γυναίκες των, αρνούνται να πίουν και σταγόνα έστω αγελαδινού γάλακτος ή να φάγουν βόειον κρέας’ (Κ. Μ. Καραμάνος, σ. 459).
Για το ίδιο θέμα ασχολείται στη μελέτη του ‘Επιβιώσεις Τοτεμισμού στην Κύπρο’, (Τα έν Διασπορά, σελ. 139-145) δ Κύπριος λαογράφος Κυριάκος Π. Χατζηϊωάννου. Εκθέτει τις ενδείξεις τοτεμικής λατρείας του βοδιού και συμπεραίνει ότι το παραμύθι μεταμόρφωσης μάνας σε αγελάδα σημαίνει ‘ταυτισμό του γονιού με την αγελάδα, οπότε το ζώο έχει θέση γονιού, ιδέα πού απαντάται στον τοτεμισμό’.
Από τον άξιο αρχαιολογικό Λειτουργό τής Κύπρου κ. Δ. Χρίστου δανειζόμαστε την πολύτιμη μαρτυρία: ‘Μερικά από τα λατρευτικά ειδωλολατρικά έθιμα δεν έχουν εισέτι εξαλειφθή από τη μνήμη τού σημερινού κατοίκου των Κουκλίων: Εις τας αρχάς τού αιώνος ή εκκλησία ‘Καθολική’ ονομαζόταν Χρησοπολίτισσα, επωνυμία πού αντικατέστησε το παλαιότερον όνομα ‘Παναγιά Αφροδίτισσα’ τής ίδιας εκκλησίας. Μέχρι σήμερον νεαραί μητέρες προσφέρουν κηρία εις την ‘Παναγία Γαλαταριώτισσα’ επί ογκολίθου εντός τού χώρου τού αρχαίου Ναού. Πρβλ. F.W. Hasluck, ‘Λατρείες λίθων και λίθοι προσκυνήματος στον Ελληνοτουρκικό χώρο’, The Annual of British School at Athens, XXI, 1914-16, όπου μνημονεύεται και ή Κύπρος. Το έθιμο τούτο αποτελεί κατάλοιπον τής πάλαι ποτέ λατρείας τής γονιμότητος, ή οποία ελάμβανε χώραν εις το αυτό σημείον’...
Για το ντύσιμο των γυναικών τής Κύπρου, καταφεύγουμε πάλι στον Κ. Μ. Καραμάνο:
‘Εάν ήθελε τίς να κάμη μίαν συγκριτικήν μελέτην επί τής καθόλου ενδυμασίας των Κυπρίων γυναικών τής σημερινής εποχής και τής των παναρχαίων προγόνων των, θα έβρισκε καταπληκτικόν βαθμόν ομοιότητος μεταξύ των. Ούτως αι αμφιέσεις των σημερινών γυναικών των χωρίων, ιδιαίτερα δε αι εορτιναί, ομοιάζουν προς την αμφίεσιν μιάς αρχαίας ιερείας τής Κύπρου, ελληνοφοινικικής εποχής’. (Θα ήμουνα πολύ ευτυχής να χαρώ μιά σχετική συγκριτική εργασία, από το μυαλό και τα χέρια μιάς αξίας Κυπριώτισσας).
Και συνεχίζουμε: ‘Εις τινα διαμερίσματα τής νήσου, ιδιαίτερα δε εις το τής Τυλλιριάς, απαντάται ή αρχαιοτέρα γυναικεία κυπριακή αμφίεσις. Ενταύθα αι γυναίκες δεν φορούν συνήθως φούσταν, αλλά την αντικαθιστούν μ’ ένα μεγάλο, τετράγωνο σταχτί ή μπλε βαμβακερό πανί, το οποίον τυλίσσουν επάνω από το υποκάμισο, γύρω από το σώμα και μέχρι τού αστραγάλου’. Με πληροφόρησαν για μερικά προβλήματα ετυμολογικά στο τοπωνύμιο ‘Τυλλιριά’. Θα μπορούσε κι’ εδώ να γίνει μιά σχετική έρευνα για το αν υπάρχουν σχέσεις με μητριαρχικά κυπριακά κατάλοιπα.
Για να καταλήξουμε, με πλοηγό τον ίδιο τον Κ. Μ. Καραμάνο, στο στολισμό τής κεφαλής τής Κύπριας χωρικής, δηλ. στην πολυτιμότερη απεικόνιση τής προσωπικότητάς της διαχρονικά, ‘πάντα ταύτα αποτελούν και σήμερον, όπως και εις πολύ παρωχημένους χρόνους, τον εξέχοντα πολιτισμόν τής Κυπρίας γυναικός’.
Από τα ‘Κυπριακά ήθη και έθιμα’ τού κ. Γ. Χ. Παπαχαραλάμπους (Λευκωσία, 1965), διαλέγουμε: ‘Το έθιμο των Απαρχών κατά το οποίον οι αρχαίοι εθεώρουν επιβεβλημένον καθήκον να προσφέρουν ως θυσίαν εις τούς θεούς, τας απαρχάς των ετησίων καρπών, συμβαίνει και σήμερον εις την Κύπρον. Ούτω κάθε οικοκυρά θεωρεί καθήκον της να φέρη εις την Παναγιάν ή εις άλλον ιδιαιτέρως τιμώμενον άγιον το πρώτον τριαντάφυλλον, το οποίον θα ανοίξη από την τριανταφυλλιά της. Κατά τον ίδιο τρόπο και το πρώτον έλαιον καθώς και τα πρώτα σταφύλια, τα οποία θα ωριμάσουν, τα παίρνουν κατά την εορτήν τού Σωτήρος εις την εκκλησίαν και, αφού τα ευλογήση ό ιερεύς, τα μοιράζουν εις το εκκλησίασμα. Ή κοπή σταφυλιών πριν ευλογηθή ή άμπελος υπό τού ιερέως απηγορεύετο, ως φαίνεται από την περί τού αγίου Ιωάννου τού Λαμπαδιστού παράδοσιν, ότι ούτος ετιμωρήθη υπό του πατρός του διά την τοιαύτην παράβασιν. Είναι κάπως περίεργον ότι την πρώτην ράγα, ή οποία θα ωριμάση, την φέρουν και την κυλούν μέσα στο σπίτι, διά να έλθουν στο σπίτι ‘όλο καλά και ώριμα σταφύλια’.

Δ’. δύο έθιμα μητριαρχικής προέλευσης
Από τον φίλο Ανδρέα Ρουσουνίδη, προέρχεται πληροφορία για δυό έθιμα, πού σχετίζονται με τη μητρογραμμική, όπως την αποκαλεί, κοινωνία. Δημοσιεύτηκε στον τόμο ΛΔ, 1970 τού Δελτίου των ‘Κυπριακών Σπουδών’, στη Λευκωσία. Από το ίδιο άρθρο πήρα πληροφορίες και κίνητρα για την επόμενη ενότητα τού Κεφάλαιου αυτού, πού περιστρέφεται στη σημασία τού καλαμιού, όπως εικονίζεται σ’ ένα Κυπριακό κεραμικό.
Τα έθιμα αυτά, λοιπόν, ό Κύπριος ερευνητής, θεωρεί ότι μετέπεσαν από την αρχική τους βάση, σε παιχνίδια, στη σημερινή Κύπρο. Γράφει, ‘είναι γνωστόν ότι πολλά λαϊκά έθιμα εκπίπτουν εις λαϊκά παίγνια’. Προσθέτουμε κι εμείς, πώς αν κρίνουμε πρόχειρα από ορισμένα παιχνίδια, λ.χ. την ‘κούνια’ των κοριτσιών, πού είναι ή πολυσήμαντη ‘αιώρα’ τής μητριαρχικής Ελλάδας ή τις κούκλες — τα νευρόσπαστα ή ανδρείκελα τα ‘αρκτίδια’ τής Άρτεμης στους αρχαίους, πού ξεκινούν από πολύ μακρυά κι’ αυτά, είναι πολύ σωστή διαπίστωση.
Το γιατί γίνεται αυτό, πιστεύω ότι δεν είναι άσχετο με τη μίμηση από τούς νεωτέρους ορισμένων πράξεων (π.χ. γάμος, ταφή, αθλητικοί αγώνες, ό πόλεμος κ.λ.π) πού δεν μπορούν να γίνουν από τούς νεώτερους στ’ αλήθεια. Έτσι, από αιώνες, υποκαθιστούν αυτές τίς πράξεις, απλοποιημένα, με το παιχνίδι τους.
Πρέπει ακόμη να προσέξουμε, ιδιαίτερα μάλιστα για το έθιμο ‘οι μούλες’, πού εδώ μάς απασχολεί, και αφορά μιά μεταβατική φάση τού θεσμού τού γάμου, ότι ή μεγάλη ποικιλία των λαογραφικών περιστατικών, είτε ή αφθονία των παραλλαγών σε μερικά θεμελιακά απ’ αυτά, λ.χ. στο Γάμο, νομίζουμε πώς πρέπει να εξηγηθεί μ’ αυτή τη σειρά:
Ύστερα από κάθε μεταβατική φάση, με τίς ιδιορρυθμίες (τοπικές — οικονομικές — συνοριτικές, κ.ά.), σε κάθε κοινότητα διασώζουνται ίχνη από την παλαιότερη μορφή τού κάθε λαογραφικού περιστατικού. Με την ιστορική διαδρομή, και παρόλη την συντηρητικότητα των άλλοτε αγροτικών οικισμών, νέα στοιχεία έρχονται να πλουτίσουν, ν’ αλλοιώσουν, να καταργήσουν να μεταρρυθμίσουν την κάθε κοινωνική εκδήλωσή τους. Η νέα μορφή, με ρυθμό φθοράς διαρκώς επιταχυνόμενο, όσο προχωρούμε στη βιομηχανική φάση τής κάθε ευρύτερης περιοχής, επιζεί με τη σειρά της πολλά χρόνια, μέχρι τις μέρες μας. Και μάς παραδίνεται σαν εξηγητική μαρτυρία κάθε ποικιλίας, πού εμφανίζεται ακόμη και σε ταυτόσημες ή γειτονικές κοινωνίες. Με τον ίδιο τρόπο, πού ερμηνεύουμε ομοιόμορφες εκδηλώσεις σε απόσταση γεωγραφική δυσεξήγητη, πού πρέπει να το αποδώσουμε σε κάποιο γεγονός σημαντικό, πού έφερε την εκδήλωση από τόσο μακρυά. Τέλος, για μερικά πράγματι εντυπωσιακά πρωτότυπα περιστατικά, πρέπει να δεχτούμε σαν εξήγηση, πώς ή παλαιότατη καταγωγή τους, έμεινε, κατά κάποιο τρόπο, ανεπηρέαστη από τις ιστορικές μεταβολές πού είδαμε πιο πάνω. Κι’ αυτά τα περιστατικά είναι τα πιο πολύτιμα μέσα στη λαογραφική έρευνα, κι’ οφείλουμε να τα κάνουμε ανάγλυφα, επιστημονικά απρόσβλητα στην εθνολογική αναζήτηση.
α. Το παιχνίδι ‘οι μούλες’, σύμφωνα με την περιγραφή Ρουσουνίδη, είναι: κοπέλλες σε ηλικία γάμου, αλληλοκρατούνται με τα χέρια, σε σχήμα κυκλικό. Νέοι, σε ηλικία γάμου, πλησίαζαν και εισχωρούσαν δύο-δύο μέσα στον κύκλο αυτό, όπου μιά ‘γρηά’ στεκόταν κρατώντας ένα καλάμι. Κι’ άρχιζε συζήτησις ανάμεσα στους έφηβους και τη ‘γρηά’, πόσο θ‘ αγοράσουν τις ‘μούλες’, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, τις κοπέλλες... Τελικά, δε συμφωνούσαν στην τιμή κι’ ή ‘γρηά’ τούς χτυπούσε με το καλάμι. Οι νέοι προσπαθούσαν να διαφύγουν, αλλά οι κοπέλλες τούς συγκρατούσαν, και τελικά με μεγάλη δυσκολία δραπέτευαν...
Και συμπεραίνει ό Κύπριος λαογράφος, υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται για παιχνίδι μόνο:
α) Η ‘αγοραπωλησία’ αφορούσε μόνο θηλυκά ζώα (δηλ. τα κορίτσια) κι’ όχι αρσενικά.
β) Τα ζώα πού παζάρευαν ήταν κοπέλλες σε ηλικία γάμου.
γ) Οι αγοραστές ήσαν έφηβοι, σε ηλικία γάμου.
δ) ‘Παρά τα εν Κύπρω τότε ειωθότα, το παίγνιον ήτο μεικτόν’.
ε) Η αγοραπωλησία διεξάγονταν από γρηά, και
στ) Η γρηά χτυπούσε με καλάμι τούς νέους.
Στο σημείο τής αγοραπωλησίας κόρης για γάμο, εκτός τα βιβλιογραφικά τού Ανδρέα Ρουσουνίδη, έχουμε να προσθέσουμε και το αγαρλίκι, θεσμός αμοιβής για τη νύφη, πού σε ορισμένες περιοχές, όπως τη Δυτ. Μακεδονία, έφθανε μερικές φορές σε φαιδρά όρια. Δηλαδή, ή μέλλουσα νύφη, ζυγιάζονταν και ή αμοιβή ήταν ανάλογη με το βάρος. Μιά πού τότε, οι εύσωμοι άνθρωποι, γυναίκες και άνδρες, θεωρούνταν εύποροι, υγιείς και καλής καταγωγής! Νομίζω, όμως ότι αυτή ή λεπτομέρεια, είναι επιρροή τής οθωμανικής κατοχής, γιατί και σήμερα στην επαρχιακή Τουρκία, ισχύει ό θεσμός αυτός (πρβλ. ‘Λαογραφία’ ΙΖ 628, και Κεφ. 4, οι ‘Λαζαρίνες’ στην Αιανή Κοζάνης).
Η αρχαιότητα όμως τού θεσμού, όπως επισημαίνει ό ερευνητής, είναι αναμφισβήτητη, και μάλιστα είναι πολύ αρχαιότερη από την εποχή τού Ομήρου, όπου την πρωτακούμε. Ανήκει στην μεταβατική εποχή (πού κράτησε βέβαια αιώνες) από την γυναικοκρατία στην πατριαρχική κοινωνία. Όταν, μόλις είχε ξεπεραστεί ό θεσμός τής αρπαγής γυναικών, πρώτο στάδιο για να υπερνικήσει ή πατριαρχία την παντοδυναμία τής μητριαρχικής οργάνωσης, ένα τοτινό κυνήγι σκλάβων, πού τούς χρειαζόταν ή νέα οργάνωση. Πού πετύχαινε όχι από έλλειψη ‘ικανής κεντρικής διοικητικής ασφάλειας’, δηλαδή σα να λέμε χωροφυλακής εκείνης τής εποχής, όπως υποστηρίζει σημερινός λαογραφικός δάσκαλος, (Κ. Ρωμαίου, ‘Κοντά στις ρίζες’ Αθήνα 1959 σ. 358), αλλά από την άοπλη, ανυπεράσπιστη, ‘πολιτισμένη’ κατάσταση τής τότε γυναίκας — μητέρας, είτε κόρης, είτε αδελφής...
Και τα ‘λύτρα’, ή πληρωμή, τα έδνα των αρχαίων, κι’ όπως διασώθηκε στο Κυπριακό έθιμο ‘δεν κάνουν ένα τύπο γάμου, τον ‘αγοραστικό’, όπως πίστευαν παλαιότερα’, λέει ό Παναγής Λεκατσάς, παρά, όταν χάνεται ή αρχική σημασία τής πληρωμής, κι’ ανάπτυξη του δουλεμπόριου εξομοιώνει την πληρωμή για την γυναίκα με τ’ αγόρασμα τής σκλάβας. Ή αρχική λειτουργία τής πληρωμής για τη γυναίκα είναι ή ξεπληρωμή των υπηρεσιών πού χρωστούσε στο γένος της ό άνδρας’. (Η Μητριαρχία, σελ. 50).
β. ‘Το κολλητικόν’, το δεύτερο έθιμο-παίγνιον, πού συνίσταται στο να κάνουν νέες και νέοι ένα κύκλο κρατώντας τα χέρια και να λένε ό ένας στ’ αυτί του άλλου μιά λέξη, συνήθως βωμολοχική, πού τελικά έφτανε παραλλαγμένη στον τελευταίο.
Ορθότατα ταυτίζεται και το έθιμο αυτό, και βιβλιογραφείται σαν γονιμικό και ασφαλέστατα έχει την καταγωγή του, σε μία εποχή όπου ή γυναίκα είχε όχι μόνο την ελευθερία, αλλά και την υποχρέωση, να επικαλείται, με κάθε τρόπο, τα περιστατικά τής ερωτικής — γονιμικής πράξης για να συμβεί το ίδιο, δηλαδή ή γονιμότητα, και στη φύση, πού τότε μόλις άρχιζε να εξουσιάζει ό άνθρωπος και μάλιστα με πρωτοπόρο τη γυναίκα. Αυτό πια είναι αποδεχτό και από τούς πιο φανατικούς αρνητές τής Γυναικοκρατίας.
Τέλος, το ότι τα δύο αυτά ‘παιχνίδια’ παιζόνταν στην γιορτή τής Αναστάσεως, δηλαδή Άνοιξη, ασφαλώς έχει την γονιμική και ευετηριακή (‘Καλοχρονίτικη’) σημασία του. Και είναι μεγάλο ευτύχημα, πού ή Ελληνική λαογραφία πλουτίζεται με τα δυό αυτά κυπριακά έθιμα, με την τόσο φανερή καταγωγή τους από τη μακάρια εποχή τής Μητριαρχίας.


Πηγή: το όμορφο βιβλίο του Θανάση Φωτιάδη και των εκδόσεων Ι. Χατζηνικολή, Γυναικοκρατία (μητριαρχία).














 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com