Τα σώματα τον Βάρδα στη Δυτική Μακεδονία

Στις περιοχές της Καστοριάς και του Μοναστηρίου, παρόλο που ο Βάρδας, ο Μακρής, ο Γύπαρης και ο Καούδης δεν είχαν αποσυρθεί, δεν έγιναν αποφασιστικής σημασίας συγκρούσεις προτού να επιστρέψει ο Μακρής από την Αθήνα με ενισχύσεις. Ο καιρός πέρασε, κατά μέγα μέρος, με επισκέψεις στα χωριά και με προετοιμασίες για την ερχόμενη άνοιξη, Οργανώθηκαν ντόπια σώματα και σημειώθηκε σταθερή προσέλευση εθελοντών από το Μοναστήρι και την Αθήνα. Στο μεταξύ, οι εξαρχικοί είχαν επιχειρήσει πολλές επιθέσεις σε ελληνικά προπύργια. Το σώμα του Κόλε από τη Μόκρενα, στο οποίο συμμετείχαν άντρες από το κεφαλοχώρι της Ζαγορίτσανης, χτύπησε και κατέκαψε το μοναστήρι του Τσιρίλοβο. Λίγες μέρες αργότερα το ίδιο σώμα πυρπόλησε το μοναστήρι της Σλίβενης, σκοτώνοντας τον ηγούμενο και ορισμένους μοναχούς. Ο Βάρδας αποφάσισε να Τιμωρήσει τη Ζαγορίτσανη, που είχε αναδειχτεί σε άντρο της εξαρχικής επιθετικότητας. Για την επιχείρηση αυτή συγκέντρωσε στα δάση απέναντι από το χωριό κάπου 300 άντρες —τους δικούς του, τους άντρες του Μακρή, του Καούδη και του Πούλακα, καθώς και τους Αλβανούς από το σώμα του Γουδή. Ένα τμήμα της μεγάλης αυτής δύναμης μπήκε στο χωριό το πρωί στις 25 Μαρτίου/7 Απριλίου, χτύπησε όσους αντιστάθηκαν και έκαψε τα σπίτια τους. Εβδομήντα εννέα άτομα βρήκαν το θάνατο, ανάμεσά τους και ένας ή δύο Πατριαρχικοί. Η μάχη δεν είχε τελειώσει, όταν στο χωριό έφτασαν τουρκικές δυνάμεις από την Καστοριά και την Κλεισούρα, οι Έλληνες, όμως, που βρίσκονταν έξω από το χωριό κρατούσαν τα κοντινά υψώματα και με τα εύστοχα πυρά τους ανάγκασαν τους Τούρκους να υποχωρήσουν. Μετά το τέλος της επιχείρησης, όσοι βρίσκονταν μέσα στο χωριό κατάφεραν να ενωθούν με τους συντρόφους τους στο βουνό του Λεχόβου, δίνοντας μάχες οπισθοφυλακών με τους Τούρκους ως τη δύση του ηλίου, οπότε κατάφεραν να διαφύγουν στα φιλικά χωριά της Λόσνιτσας, του Βογατσικού και του Αντριάνοβο.
Ενώ ο Μακρής βρισκόταν στο Αντριάνοβο πήρε διαταγή από τον Βάρδα (που βρισκόταν στο Βογατσικό) να συλλάβει επτά κομιτατζήδες, οι οποίοι, παριστάνοντας τους αγωγιάτες, προσπαθούσαν να φύγουν για τη Βουλγαρία μέσω Ελλάδας. Ο Βάρδας είχε πάρει την πληροφορία από τον Καραβαγγέλη. ο Μακρής ξεκίνησε χωρίς καθυστέρηση και έμαθε ότι οι άντρες που αναζητούσε θα περνούσαν τη νύχτα στο χωριό Κουτσικό (Γαλατηνή). Το επόμενο πρωί (1/14 Απριλίου) τους έστησε ενέδρα και τους έπιασε όλους. Σκότωσε τους πέντε, άφησε όμως δύο, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ήταν Έλληνες γνωστοί στον Καραβαγγέλη.
Μετά την αναχώρηση του Ρέμπελου και του Τσίτουρα για το Μορίχοβο, ο Μακρής και το σώμα του παρέμειναν στην Περιοχή Μπελκαμένης, Στρέμπενου, Πρεκοπάνας, Λεχόβου και Νεγκοβάνης. Είχαν ανάγκη περισσότερους άντρες γιατί, με την άφιξη των Μιχαήλοφ, Ποπόφ και Τσακαλάροφ, ήταν πιθανόν να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ελληνική κυριαρχία στην περιοχή. Κατά τα τέλη Μαΐου, ο Βάρδας ενίσχυσε τον Μακρή με είκοσι οκτώ άντρες και τον εφοδίασε με όπλα, αλλά ο Μακρής ήθελε περισσότερα. Τα χωριά Λέχοβο, Πρεκοπάνα, Μπελκαμένη και Στρέμπενο ήταν σίγουρα φιλελληνικά, και τα χωριά Νερέτι, Λάγενη, Κότορι και Νεγκοβάνη τηρούσαν ευνοϊκή στάση• οι κάτοικοί τους, όμως, καθώς η εξαρχική απειλή αναβίωνε, είχαν αποθαρρυνθεί. Αυτό που είχαν ανάγκη ήταν ένα πραγματικά μεγάλο σώμα για να τους προστατεύει. Ο Μακρής έκανε ό,τι μπορούσε με τους άντρες που είχε στη διάθεσή του και με μερικούς ντόπιους εθελοντές που κατάφερε να εφοδιάσει με όπλα. Στις 25 Μαΐου/7 Ιουνίου ξεκίνησε να επιτεθεί σε 70 περίπου κομιτατζήδες, οι οποίοι είχαν εισβάλει στην Πρεκοπάνα. Όταν έφτασε εκεί, διαπίστωσε ότι το εχθρικό σώμα είχε φύγει. Το πρόλαβε, όμως, και συνεπλάκη μαζί του η μάχη (που ήταν αμφίρροπη) κράτησε μια ώρα. Λίγο αργότερα περικύκλωσε το χωριό Στρέμπενο, το οποίο είχε καταλάβει ο Κόλε από τη Μόκρενα με δέκα άντρες. Ενώ ο Μακρής και οι άντρες του αντάλλασσαν πυρά με τα σπίτια όπου ήταν κρυμμένοι οι κομιτατζήδες, έφτασε από τη Νέβεσκα τουρκική δύναμη. Ο Μακρής υποχώρησε προς το Βίτσι και από εκεί έφτασε στην Μπελκαμένη. Στο χωριό αυτό δέχτηκε ενισχύσεις σταλμένες από τον Βάρδα —δύο σώματα των δέκα αντρών, το ένα με επικεφαλής τον Φιλώτα, αξιωματικό του ιππικού, που προερχόταν από την Καστοριά, και το άλλο με αρχηγό έναν Κρητικό, τον Καλογεράκη. Αφήνοντας τον Καλογεράκη να φρουρεί την Μπελκαμένη, ο Μακρής ξεκίνησε με τον Φιλώτα να επιτεθεί ξανά στην Πρεκοπάνα, στην οποία κατά πληροφορίες είχε μπει ο Μήτρος Βλάχος με ένα σώμα τριάντα αντρών. Το εχθρικό σώμα κρυβόταν, όμως, έξω από το χωριό και ο Μακρής επιχειρώντας να εισέλθει βρέθηκε να δέχεται επίθεση από τα νώτα. Ο ίδιος και ο Φιλώτας κατόρθωσαν πάντως να διαφύγουν χωρίς απώλειες. Την επόμενη μέρα ο Καλογεράκης κατέβηκε από την Μπελκαμένη στην πεδιάδα για να στήσει ενέδρα σε εξαρχικό σώμα, το οποίο σύμφωνα με πληροφορίες βρισκόταν Κοντά στο Λετόσι. Οι κινήσεις του, ωστόσο, προδόθηκαν στους Τούρκους του Αμυνταίου. σι οποίοι έστειλαν ένα απόσπασμα για να τον εμποδίσει. Ο Καλογεράκης και δύο από τους άντρες του σκοτώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι διέφυγαν και ενώθηκαν με τον Μακρή και τον Φιλώτα.
Ο Μακρής, στον οποίο ο Βάρδας είχε στείλει κι άλλα όπλα και πολεμοφόδια, πήρε διαταγή να κινηθεί προς το Περιστέρι και να ενώσει τις δυνάμεις του με αυτές του Καραβίτη. Στο δρόμο επισκέφθηκε διάφορα χωριά. Στο Τίρνοβο τραυμάτισε τον ιερέα (ο δάσκαλος διέφυγε), έκαψε τα εξαρχικά λειτουργικά βιβλία και παρότρυνε τους χωρικούς να επιστρέψουν στο Πατριαρχείο. Στην Μπέσφινα (Σφήκα) και το Μπούκοβο έκαψε επίσης τα λειτουργικά βιβλία και απείλησε τους χωρικούς. Στη Γκραντέσνιτα — πατριαρχικό χωριό κοντά στο Μπουδίμερτσι— ενώθηκε τελικά με τον Καραβίτη. Εκεί μοίρασε όπλα στους χωρικούς και έστειλε, επίσης, οπλισμό στην Οψίρινα (Εθνικόν), άλλο πατριαρχικό χωριό. Στις 29 Ιουλίου11 Ι Αυγούστου επιτέθηκε με τη βοήθεια του Καραβίτη στο Κλαδοράπι (Κλαδοράχη)• το χωριό αυτό βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του διαβόητου εξαρχικού Ναούμ από το Ντράγκοσι. Εκεί εκτέλεσε δεκαεπτά άτομα και πρόσταξε τους χωρικούς να αποκηρύξουν την Εξαρχία. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την προσχώρηση πολλών από τα γύρω χωριά στην ελληνική μερίδα και έτσι ανέκοψε τη δραστηριότητα του Ναούμ. Προκάλεσε, όμως, και την έντονη καταδίωξη των τουρκικών αποσπασμάτων, τα οποία χρησιμοποίησαν ακόμη και σκυλιά στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν τον Μακρή και τον Καραβίτη.
Με τη συνοδεία του Τσολάκη και ενός σώματος δέκα αντρών (ο Καραβίτης είχε επιστρέψει στην Αθήνα), ο Μακρής μπήκε και «οργάνωσε» τα χωριά Ντράγκοσι και Ράκοβο. Στο Ράκοβο συνεπλάκη με τον Ναούμ και τον απώθησε προς το Μπουφ, σκοτώνοντας τρεις από τους δεκαπέντε συντρόφους του. Ο Ναούμ επέστρεψε το επόμενο βράδυ ενώ ο Μακρής βρισκόταν ακόμη στο Ράκοβο. Μετά από νέα συμπλοκή ο Μακρής και πάλι απώθησε τον Ναούμ. Μέχρι τη στιγμή εκείνη οι περισσότεροι από τους άντρες του χωριού είχαν εγκαταλείψει το μέρος τους και είχαν πάει να ειδοποιήσουν τις αρχές. Πραγματικά, πριν καλά-καλά προλάβει να φύγει ο Ναούμ, έφτασε ένα απόσπασμα της νέας χωροφυλακής με τον Ιταλό αξιωματικό Gastoldi. Ο Μακρής συνέλαβε αμέσως αυτόν τον ανεπιθύμητο πολυπράγμονα, τον άφησε, όμως, ελεύθερο το επόμενο πρωί. Λίγο αργότερα μια τουρκική δύναμη πλησίασε δίχως να βιάζεται από τη Φλώρινα. Ο Μακρής, όμως, είχε πια αποσυρθεί στα γύρω υψώματα. Ο Τούρκος επικεφαλής της δύναμης δεν τον καταδίωξε του έστειλε απλώς μήνυμα χαιρετισμού, με τη συμβουλή να μη ριψοκινδυνεύει τόσο πολύ. Όταν οι Τούρκοι έφυγαν, ο Μακρής κατέβηκε στο χωριό. Υποχρέωσε τους κατοίκους να διακηρύξουν την πίστη στην Ορθοδοξία και να στείλουν αντιπροσωπεία στον μητροπολίτη Πελαγονίας Ιωακείμ για να του κοινοποιήσει την απόφαση αυτή. Το Ράκοβο έγινε από τότε Κέντρο των ελληνικών σωμάτων, ενώ το παράδειγμά του ακολούθησαν και άλλα γειτονικά χωριά: Μπίτουσα (Παρόρι), Κλαδοράπι, Σφεταπέτκα (Αγία Παρασκευή), Ντράγκοσι, Βελούσινα, Μπαρέσανη και άλλα. Ο Μακρής μετακινήθηκε τότε προς τα χωριά Μπούκοβο, Νιζόπολη, Ορέχοβο (Πυξός), Λαχτσί και Μεγάροβο, όπου εγκατέστησε τοπικά κομιτάτα και ομάδες άμυνας. Στο Ορέχοβο συναντήθηκε με το νέο σώμα του Βλαχογιάννη, που αριθμούσε τριάντα πέντε άντρες, και το πήρε μαζί του στην περιοδεία του στα χωριά σε μια επίδειξη δυνάμεως.
Το διάστημα που ο Μακρής συνοδευόταν από τον Βλαχογιάννη — κατευθυνόνταν με εξήντα περίπου άντρες στο μοναστήρι της Μπαρέσανης— συγκρούστηκε και πάλι με τον Ναούμ στο δρόμο Μοναστηρίου-Φλώρινας ανάμεσα στη Γκραντέσνιτσα και το Ντράγκοσι. Ήταν νύχτα και οι ανιχνευτές του Μακρή ανέφεραν ότι πλησίαζε ένα σώμα. Στήθηκε γρήγορα μια ενέδρα και ο Μακρής και ο Βλαχογιάννης σκότωσαν έξι άντρες, αιχμαλώτισαν τρεις, τους οποίους εκτέλεσαν, και τραυμάτισαν αρκετούς, μεταξύ των οποίων και τον Ναούμ, ο οποίος, ωστόσο, κατόρθωσε να διαφύγει. Ο Βλαχογιάννης επέστρεψε στην Μπελκαμένη, ενώ ο Μακρής συνέχισε να κινείται από χωριό σε χωριό στην περιοχή του Ρακόβου. Τώρα που ο Ναούμ ήταν προσωρινά εκτός μάχης, ο Μακρής δεν είχε κανένα αντίπαλο. Επέβαλε την κυριαρχία του στην περιοχή και σε αναγνώριση των μεγάλων του υπηρεσιών ορίστηκε Αρχηγός της περιφέρειας Μπουφ-Κολ. Λίγο αργότερα, Πήρε διαταγή από το Κέντρο Μοναστηρίου να ενισχύσει τον Βάρδα. Αφήνοντας τον Τσολάκη στην Περιοχή που είχε κερδίσει, συνάντησε τον Βάρδα στην Μπέσφινα. Στόχος τους ήταν να καταστρέψουν το σώμα του Μήτρου Βλάχου, ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες βρισκόταν κοντά στην Μπρέσνιτσα. Ο Μακρής πήρε τον κάτω δρόμο που περνούσε από το Γκάμπρεσι και ο Βάρδας τον πάνω από το Σμαρδέσι. Ο Μακρής ήταν αυτός που συνάντησε τελικά το καταδιωκόμενο από καιρό θήραμα, αλλά για μια ακόμη φορά ο Μήτρος διέφυγε μετά από μάχη ου βάσταξε περίπου μια ώρα. Ενώ βρισκόταν ακόμη με τον Βάρδα, ο Μακρής πήρε διαταγή να επιστρέψει στην περιοχή του. Κατά το διάστημα της απουσίας του, ο Τσολάκης και οι άντρες του είχαν συλληφθεί από τους Τούρκους στο χωριό Οψίρινα και είχαν κλειστεί στις φυλακές του Μοναστηρίου. Όπως εξηγεί ο Μακρής, η παρουσία ενός ισχυρού σώματος στην περιοχή αυτή ήταν ζωτικής σημασίας —τόσο περισσότερο από τη στιγμή που ο Ναούμ είχε και πάλι επιστρέψει στην ενεργό δράση. Πραγματικά ο Ναούμ είχε καταστρώσει σχέδιο να συλλάβει τον Φορόπουλο, μητροπολίτη Μοναστηρίου, ο οποίος πραγματοποιούσε επίσκεψη στο χωριό Ντράγκοσι. Ευτυχώς για τον Φορόπουλο, την ώρα που τελούσε λειτουργία έφτασε προειδοποίηση και ορισμένες γυναίκες που βρίσκονταν στην εκκλησία κατόρθωσαν να τον κρύψουν. Όταν ο Ναούμ μπήκε στο χωριό, δεν κατάφερε να βρει το μητροπολίτη, σκότωσε, όμως, τον καβάση και τον οδηγό του, οι οποίοι είχαν τραβήξει τα όπλα τους για να υπερασπίσουν τον αφέντη τους. Τότε ένα τουρκικό απόσπασμα έφτασε στο χωριό και ο Ναούμ εγκατέλειψε την εκκλησία και πήγε να κρυφτεί στο σπίτι ενός από τους αντάρτες του. Οι Τούρκοι, όμως, περικύκλωσαν το σπίτι και ο Ναούμ με τέσσερις από τους άντρες του σκοτώθηκαν στην προσπάθειά τους να επιχειρήσουν έξοδο. Όταν ο Μακρής επέστρεψε στην περιοχή, κατέστρεψε το σπίτι που φιλοξένησε τον Ναούμ επίσης, με δική του πρωτοβουλία, σκότωσε τον τοπικό Ταμία των εξαρχικών σωμάτων και τον ιερέα του χωριού Σφεταπέτκα. Ένα μήνα αργότερα (Δεκέμβριος 1905) επέστρεψε στην Αθήνα για ανάπαυση που την άξιζε, αφήνοντας σύμφωνα με τις οδηγίες του Μοναστηρίου το σώμα του σε τρεις υπαρχηγούς —τον Δοξογιάννη στην περιοχή του Μπούκοβο, Ορέχοβο και Λαχτσί, τον Κουρή στο Μεγάροβο, Μηλόβιστα και Νιζόπολη, και τον Μαναρόλη στη Γκραντέσνιτσα και τα γειτονικά χωριά.
Τον ίδιο μήνα επέστρεφε στην Αθήνα και ο Βάρδας για διαβουλεύσεις με το Μακεδονικό Κομιτάτο. Τον περισσότερο καιρό, ως αρχιστράτηγος των σωμάτων στη Δυτική Μακεδονία, είχε πραγματοποιήσει ορισμένες επιχειρήσεις στα Κορέστια, πιο συχνά όμως βρισκόταν στο Μορίχοβο, όπου είχε αποκτήσει Ισχυρά ερείσματα. Πραγματικά, κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του έτους οι Έλληνες ήταν ισχυρότεροι στην περιοχή αυτή, απ’ ό,τι στην Περιοχή λίγο βορειότερα από την Καστοριά, όπου, μέχρι την εξαιρετικά επιτυχημένη εκστρατεία του Μακρή, οι εξαρχικοί είχαν κερδίσει μια προσωρινή υπεροχή.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο Βάρδας μετακινούνταν από χωριό σε χωριό και, όπως δείχνει το ογκώδες αρχείο του, ήταν πλήρως απασχολημένος με την οργάνωση τοπικών σωμάτων, κομιτάτων, οδηγών και πληροφοριοδοτών, όπως και με τη διανομή όπλων. Στις 2 Μαΐου ένα από τα σώματά του, με δύναμη εξήντα αντρών, μπήκε στο χωριό Λάγενι (στα νότια της Φλώρινας) και σκότωσε έξι χωρικούς. Στις 12 Ιουνίου ένα άλλο από τα σώματα του Βάρδα μπήκε στο Πάτελε (ανάμεσα στο Σόροβιτς και το Μοναστήρι) και σκότωσε πέντε εξαρχικούς προκρίτους. Στις 8 Ιουλίου ένα ακόμη σώμα επιτέθηκε στο εξαρχικό χωριό Μπρνικ του Μοριχόβου σκοτώνοντας δέκα άντρες και καίγοντας αρκετά σπίτια. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Γύπαρης και ο Μιχάλης (Νίκος) Τσόντος επιτέθηκαν σε βουλγαρικό σώμα στο δάσος κοντά στην Πρέσπα. Την επόμενη μέρα επιτέθηκαν στην Μπέσφινα και δύο μέρες αργότερα σε ένα εξαρχικό σώμα κοντά στο Γκάμπρεσι. Στις 23 Σεπτεμβρίου, σώματα που οργάνωσε ο Βάρδας και αποτελούνταν από 150 άντρες λεηλάτησαν το χωριό Γκέρμαν (στην Πρέσπα) και λίγες μέρες αργότερα ένας άλλος σχηματισμός του με εξήντα άντρες μπήκε στο Άρμενσκο, όπου κατέστρεψε τα λειτουργικά βιβλία και σκότωσε τον ιερέα, καθώς και έναν πρόκριτο. Στις ό Οκτωβρίου ένα από τα σώματα του Βάρδα επιτέθηκε στο χωριό Πούτουρος (Περλεπέ), όπου έκαψε 14 σπίτια και σκότωσε πέντε άτομα, ως αντίποινα για την εξαρχική επίθεση, λίγες μέρες πριν, στο πατριαρχικό χωριό Μάκοβο. Τον ίδιο μήνα ένα σώμα αιχμαλώτισε και σκότωσε δύο χωρικούς από το Πετάλινο (Περλεπέ) και επιτέθηκε πάλι στο Γκέρμαν, απάγοντας τον πρόεδρο της κοινότητας και δύο προκρίτους. Στις 11 Νοεμβρίου οκτώ Έλληνες με επικεφαλής τον Καούδη επιτέθηκαν σε εξαρχικό γαμήλιο γλέντι στη Νεγκοβάνη (Φλώρινα), όπου έκαψαν ένα σπίτι και σκότωσαν δεκατρία άτομα. Λίγο μετά επιτέθηκαν στο χωριό Ντομπροβένι.
Κατά τη διάρκεια της ένοπλης δράσης τους τα σώματα του Βάρδα υπέστησαν κάποιες απώλειες. Το Νοέμβριο ο στρατός εξόντωσε στο Πετάλινο (Περλεπέ) πάνω από τους μισούς άντρες του εικοσαμελούς σώματος που διοικούσε ο υπολοχαγός Γεωργιάδης, και τον επόμενο μήνα (τη νύχτα της 11-12 Δεκεμβρίου) εντόπισαν τους είκοσι δύο άντρες τους Βασιλάκη, ο οποίος είχε μπει στο χωριό Νέβις. Η μάχη κράτησε έξι ώρες. Ο Βασιλάκης και ένας ακόμη άντρας τραυματίστηκαν, δύο σκοτώθηκαν και δεκατέσσερις πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Στις 22 Απριλίου/5 Μαΐου μεγάλη Τουρκική δύναμη, η οποία συγκεντρώθηκε εσπευσμένα μετά από Πληροφορίες εξαρχικών, περικύκλωσε τα σώματα του Κατεχάκη, του Γύπαρη και του Βέργα, που είχαν συγκεντρωθεί στο Μουρίκι σε δάσος κοντά στη Βλάστη. Ο Κατεχάκης και ο Γύπαρης μόλις είχαν επιστρέψει από την Ελλάδα και είχαν έρθει περνώντας από τη Σέλιτσα και τη Λόσνιτσα για να συναντήσουν τον Βέργα. Νωρίς το πρωί της 23 Απριλίου16 Μαΐου Οι Τούρκοι άνοιξαν πυρ. Οι Έλληνες ανταπέδωσαν με μεγάλο πείσμα και προκάλεσαν βαριές απώλειες στα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Οι δικές τους απώλειες ήταν ένας νεκρός και αρκετοί τραυματίες, ένας από τους οποίους σοβαρά. Παρόλα αυτά και ορισμένες άλλες απώλειες, η ένοπλη δράση του Βάρδα στη Δυτική Μακεδονία, αν και όχι θεαματική, υπήρξε αρκετά επιτυχής. Ο ΜcGregor, ο Βρετανός υποπρόξενος στο Μοναστήρι, σημείωνε τον Ιούλιο του 1905 ότι, μολονότι οι Έλληνες ήταν λιγότερο δραστήριοι απ’ ό,τι Προηγουμένως στον καζά Καστοριάς, είχαν ωστόσο διεισδύσει βορειότερα. Έγραφε στον συνάδελφό του Wilkie Young, αναπληρωτή γενικό πρόξενο στη Θεσσαλονίκη, τον Οκτώβριο του 1905: «Φαίνεται... ότι έχουν αποκτήσει σημαντικό έρεισμα στο τμήμα αυτό της χώρας, ενώ οι Βούλγαροι, τουλάχιστον προς στιγμήν, δείχνουν λιγότερη τόλμη και ενεργητικότητα. Μένει να δούμε κατά πόσον Οι Έλληνες, οι οποίοι διεξάγουν τώρα επιχειρήσεις από Πιο απομακρυσμένη βάση απ’ ό,τι οι Βούλγαροι, Θα είναι ικανοί να διατηρήσουν την πλεονεκτική τους Θέση, όταν αρχίσει ο σκληρός χειμώνας. Εάν το καταφέρουν, Θα το οφείλουν εν πολλοίς στην Κάπως ουδέτερη συμπεριφορά που έχουν υιοθετήσει Οι Τούρκοι απέναντί τους».

Πηγή: Douglas Dakin, Ο Ελληνικός Αγώνας στη Μακεδονία, εκδ. οίκος αδελφών Κυριακίδη, 1996.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com