ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ
ΤΟΥ 1854 ΚΑΙ 1878 ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΓΕΡΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ

ΝΙΚΟΥ Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

Πολλές και πάρα πολύ ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις — ομιλίες ακούσθηκαν στο συνέδριο αυτό, ανακοινώσεις που έγιναν από έγκριτους επιστήμονες και εκλεκτούς ερευνητές. Εγώ δεν θα τολμήσω να παρουσιάσω επιστημονική ανακοίνωση. Θα προσπαθήσω, κατά το δυνατόν, μέσα από τη λαογραφία της Χαλκιδικής, μέσα από τη χωριάτικη παράδοση και ακόμα μέσα από τη δημοτική μας ποίηση να δώσω εικόνες και μνήμες από την Επανάσταση στη Χαλκιδική το 1821 και από τις μετέπειτα επαναστατικές ενέργειες τόσο στον Πολύγερο όσο και γενικότερα στη Χαλκιδική.
Θα παρακαλέσω τους κ.κ. συνέδρους να συγχωρήσουν κάποιες παραφθορές, ιδίως σε ονόματα, γιατί όπως είπα όλα αυτά τα μεταδίδω όπως ακριβώς τα σκιαγραφεί η χωριάτικη παράδοση του Πολύγερου και της Χαλκιδικής, κάτι σκωληκοφαγωμένες σημειώσεις, που βρέθηκαν στα χέρια μου και που προέρχονται από προύχοντα συγγενή μου Πολυγερινό, ο οποίος έζησε και έδρασε στις αρχές και μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, όπως επίσης και σε χειρόγραφα του πατέρα μου Γεωργίου Ν. Παπανικολάου, γνωστότερου σαν Γ. Σκωτ, που χρονολογούνται από την περίοδο 1915— 1923.
Στον Πολύγερο, πριν από την Επανάσταση του 1821, ζούσε ο Γεωργάκης Παπαγεωργάκης, ένας πλούσιος έμπορος αλλά και αγνός πατριώτης. Είχε τέσσερα παιδιά. Τον Κύρκο, που ήταν και Βοεβόδας στον Πολύγερο, τον Μαυρουδή, έναν απλό μελισσουργό, τον Γιαννάκη, μαθητή τότε στο περίφημο Ελληνοδιδακτικό Σχολείο του Πολύγερου, και την όμορφη Συργιάνω. Ο γέρο Παπαγεωργάκης προόριζε το μικρότερο, τον Γιαννάκη, για διάδοχό του στο εμπορικό του κατάστημα, μα ο μικρός είχε άλλα όνειρα. Έτσι μόλις τέλειωσε το Σχολείο, βρήκε την ευκαιρία όταν ο πατέρας του τον έστειλε για δουλειές στις Σέρρες, πήρε το εμπόρευμα και έφυγε για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνέχισε τις σπουδές του και με τη φιλομάθειά του κατόρθωσε ύστερα να καταλάβει τη θέση του Αρχιγραμματέα των Πατριαρχείων, αλλάζοντας βέβαια το όνομά του. Τώρα ονομάζεται Ιωάννης Λογοθέτης. Η οικογένεια Παπαγεωργάκη έχασε το γυιό της. Ένα περιστατικό όμως, μια καθαρά οικογενειακή υπόθεση της οικογένειας Παπαγεωργάκη γίνεται αιτία να ξανασμίξουν πατέρας και γυιός και να αρχίσει έτσι και η ενεργός δράση του Γιαννάκη (του Ιωάννη Λογοθέτη, τώρα) σαν μέλους της Φιλικής Εταιρείας για τη Χαλκιδική και τον Πολύγερο. Την όμορφη Συργιάνω την απήγαγε κάποιος Γαλανός, που ήταν και συγγενής του τότε Μητροπολίτη Κασσανδρείας Κωνσταντίνου. Η οικογένεια Παπαγεωργάκη όμως δεν τον ήθελε για γαμπρό της και έτσι ο γέρο Παπαγεωργάκης ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη, για να ζητήσει την παρέμβαση του Πατριάρχη. Εκεί ταπεινός παρουσιάζεται στον Αρχιγραμματέα των Πατριαρχείων αλλά βρίσκεται μπροστά στο χαμένο γυιό του. Και με τη μεσολάβηση του Γιαννάκη η Συργιάνω γυρίζει στο πατρικό σπίτι της και σε λίγο παντρεύεται κάποιον Επίκουρον ή Κουρούν, ο δε Μητροπολίτης Κωνσταντίνος μετατίθεται.
Ύστερα από λίγο καιρό ο Γιαννάκης έρχεται στον Πολύγερο, δήθεν και για τα μάτια των Τούρκων, για να μοιράσει την πατρική κληρονομιά, αφού στο μεταξύ είχε πεθάνει ο πατέρας του. Στην πραγματικότητα έρχεται στον Πολύγερο, εταίρος αυτός της Φιλικής Εταιρείας*, για να μεταφέρει τα φλογερά μηνύματα και στην πατρίδα του. Κι εδώ στον Πολύγερο, σε μια τοποθεσία γνωστή και σήμερα με το όνομα «Λ ε ύ κ ο ς» μέσα στην καλύβα των αδελφών Παπαγεωργάκη, θεμελιώνεται η ιδέα της Εθνεγερσίας με τη μύηση του Βοεβόδα Κύρκου Παπαγεωργάκη και του αδερφού του Μαυρουδή. Έχει διασώσει η λαϊκή μούσα ένα αυτοσχέδιο ποίημα που η παράδοση το αποδίδει στον Μαυρουδή Παπαγεωργάκη και το οποίο ο αγράμματος μα φλογερός εκείνος νέος απηύθυνε στον αδερφό του Κύρκο για να του διαλύσει και τις τελευταίες επιφυλάξεις που αυτός είχε για τον αγώνα.

Τής Κονιάρας τα παιδιά, τ’ άτιμα τ’ αγαρηνά
Είναι βέβαια πολλά, μα δεν είναι παληκάρια.
Εμείς αν και λίγοι και ραγιάδες και κολλήγοι
Πολεμούμε σαν λιοντάρια.
Άντε Κύρκο μη φοβάσαι. Θα τα φάμε τα ζαγάρια.

Έτσι στη φτωχική και άσημη καλύβα του «Λ ε ύ κ ο υ» τέθηκαν τα θεμέλια του παραρτήματος της Φιλικής Εταιρείας στη Μακεδονία με τη μύηση του Βοεβόδα της Χαλκιδικής Κύρκου Παπαγεωργάκη και του άσημου μελισσουργού Μαυρουδή Παπαγεωργάκη. Και σήμερα διασώζει η παράδοση, κάπου εκεί στους γύρω από τον Πολύγερο λόφους στα γνωστά «πλάγια» την «Π έ τ ρ α τ ο υ Π α π α γ ε ω ρ γ ά κ η». Εκεί, μακρυά από τα βλέμματα των Τούρκων, ο θαυμάσιος εκείνος πατριώτης κατάρτιζε τα προγράμματα για τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν ώστε να ευοδωθούν οι σκοποί της Φιλικής Εταιρείας και να προωθηθούν τα σχέδια για τη μελλοντική δραστηριότητα των πατριωτών στον Πολύγερο και στη Χαλκιδική. Με τη σύγχρονη δε μύηση του μεγαλεμπόρου της Θεσσαλονίκης και σύνγαμβρου του Κύρκου Παπαγεωργάκη, Χρήστου Μενεξέ, και του κουνιάδου τους και πρόκριτου Πολυγερινού Χρήστου Μπαλατζούκα ή Κωστάρα διακλαδώνεται η Φιλική Εταιρεία σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίον οι Φιλικοί του Πολυγέρου και των άλλων Μακεδονικών πόλεων συνεννοούνταν μεταξύ τους. Ο Χρήστος Μενεξές, μεγαλέμπορος της εποχής εκείνης, χρησιμοποιούσε έμπιστους κυρατζήδες (αγωγιάτες — μεταφορείς) για τη μεταφορά εμπορευμάτων και επιστολών στους συνεργάτες του στις άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Οι κυρατζήδες αυτοί όταν πήγαιναν να πάρουν τις παραγγελίες, έξω από τα γραφεία έβγαζαν τα παπούτσια τους. Όταν έβγαιναν, εύρισκαν καινούργια παπούτσια να τους περιμένουν. Μα δεν ήξεραν, ούτε μπορούσαν να διανοηθούν, ότι στις σόλες των παπουτσιών αυτών ήταν κρυμμένα τα μηνύματα των Φιλικών. Έτσι αλληλογραφούσαν χωρίς το φόβο των Τούρκων οι Φιλικοί, μα με τον ίδιο τρόπο έρχονταν σε επαφή και οι Μακεδονομάχοι κατά το Μακεδονικό αγώνα.
Ας γυρίσουμε όμως στον Γιαννάκη Παπαγεωργάκη. Η διανομή της πατρικής περιουσίας έγινε, όπως είπα, για τα μάτια των Τούρκων. Στην πραγματικότητα ο Γιαννάκης φεύγοντας από τον Πολύγερο μετέφερε μαζύ του και μεγάλη ποσότητα κερί και μέλι για τις ανάγκες της Φιλικής Εταιρείας σαν συνεισφορά των Πολυγερινών και ο Βοεβόδας αδερφός του Κύρκος προήδρευε των εταίρων της Χαλκιδικής. Όταν, όμως, πλησίασε το πλήρωμα του χρόνου και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε τη Σημαία της Ελευθερίας και δόθηκε το σύνθημα της Εθνεγερσίας, ο Βοεβόδας της Χαλκιδικής Κύρκος Παπαγεωργάκης, με μυστική διαταγή του Μουτεσελίμη Θεσσαλονίκης Γιουσούφ Μπέη, συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και δολοφονείται άγρια, τη νύκτα της 16 Μαΐου 1821 (η χρονολογία αυτή, η ιστορική για τον Πολύγερο έγινε γνωστή για πρώτη φορά το έτος 1915 από σημείωμα του γιατρού Γ. Παπανικολάου ή Γ. Σκωτ που δημοσιεύθηκε στο Μακεδονικό Ημερολόγιο που κυκλοφορούσε τότε στη Θεσσαλονίκη). Η άγρια όμως δολοφονία του Κύρκου Παπαγεωργάκη γίνεται το έναυσμα της πυρκαϊάς. Οι Πολυγερινοί ξεσηκώνονται, καταλαμβάνουν το Διοικητήριο, σκοτώνουν τον επί κεφαλής της Τουρκικής φρουράς Τούρκο αξιωματικό και τους Τούρκους πολιτοφύλακες και κηρύσσουν την ανεξαρτησία. Ο Γιουσούφ Μπέης αμέσως διατάζει τον Χασάν Αγά, Ταμία του Πασά των Σερρών, και τον Αξιωματικό του Τσιρίμπαση να εκστρατεύσουν αμέσως κατά του Πολυγέρου, ο μεν πρώτος από το βορρά ο δε δεύτερος από το νότο.
Οι Πολυγερινοί ήταν εκτεθειμένοι και αναγκάσθηκαν μαζύ και με άλλους Χαλκιδικιώτες, που βρέθηκαν στον Πολύγερο, να πάρουν τα όπλα, να αποκρούσουν όλες τις επιθέσεις των Τούρκων και να τους καταδιώξουν αρκετά μακρυά από τον Πολύγερο. Ο Γιουσούφ Μπέης γίνεται θηρίο. Συλλαμβάνει και σουβλίζει κυριολεκτικά τον Επίσκοπο Κίτρους και ανασκολοπίζει όλους τους πρόκριτους της Θεσσαλονίκης που είχε συλλάβει σαν ομήρους: Τον Μενεξέ, τον Κυδωνιάτη και άλλους.
Την εποχή αυτή αναφαίνεται και η απαίσια μορφή του Μπεχράμ Πασά, όπως τον θέλει η παράδοση (στην οποία άλλωστε στηρίζω και την εργασία μου αυτή) ή Μπαϊράμ Πασά, όπως ασφαλώς είναι και το πραγματικό του όνομα, αφού έτσι τον αναφέρουν αξιόλογοι ιστορικοί συγγραφείς. Είναι ο Στρατάρχης τον οποίο ειδικά ο Σουλτάνος μετεκάλεσε από την Ανατολή. Αυτός ξεκίνησε με πολυάριθμο στρατό και άδεια ελεύθερης δράσης και από τη Θεσσαλονίκη επετέθηκε κατά των δύο επαναστατικών τμημάτων που τα διοικούσαν ο Εμμανουήλ Παπάς και ο Καπετάν Χάψας (από τη Συκιά της Χαλκιδικής). Μπροστά στους πολυάριθμους Τούρκους, οι λίγοι ηρωϊκοί Χαλκιδικιώτες τράπηκαν σε φυγή στα ορεινά της Χαλκιδικής. Η Καταστροφή της Χαλκιδικής ήταν ολοκληρωτική και ο τόπος παρουσίαζε την εικόνα βιβλικού κατακλυσμού. Πολλά χωριά και κωμοπόλεις της καταστράφηκαν από τα θεμέλιά τους, οι κάτοικοι κατακρεουργήθηκαν και τα γυναικόπαιδα ανασκολοπίσθηκαν ή σύρθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Τριπολίτιδας όπου και αναγκάσθηκαν να εξισλαμισθούν. Είναι άλλωστε γνωστή η περίφημη διαταγή του Μπαϊράμ Πασά με ημερομηνία 20 Σεβάλ 1236, δηλαδή 28 Ιουλίου 1821, στη οποία μεταξύ άλλων γράφει: «Ούτω εκτελών το Υψηλόν Αυτού (τού Σουλτάνου δηλαδή) πρόσταγμα και εκκαθαρίζων από τοιούτων ακαθάρτων στοιχείων και βδελυρών ερπετών την περιφέρειαν τής Θεσσαλονίκης, επέδραμον μετά τού γενναίου Στρατού του κατά των περιοχών Καλαμαριάς, Παζαρούδας, Σιδηρόπορτας, Πολυγέρου, Κασσάνδρας, Κίτρους και Αικατερίνης, ένθα καταπολεμήσας τούς απίστους, τούτους εξόντωσα και απήλειψα από προσώπου τής γης τεσσαράκοντα δύο πόλεις και χωρία αυτών, συνωδά δε τω Ιερώ Φετβά, αυτούς τούς ιδίους διεπέρασα εν στόματι μαχαίρας, τας γυναίκας δε και τα τέκνα των εξηνδραπόδισα, τα υπάρχοντά των διένειμα μεταξύ των νικητών πιστών, τας δε εστίας των παρέδωσα εις το πυρ και την τέφραν κατά τρόπον ώστε φωνή αλέκτορος να μην ακούεται πλέον εις αυτάς».

Οντάλθε ή ώρα ή πικρή ή ώρα ή φαρμακωμένη
Πάν’ τα βουνά, μπαϊράκια γιόμωσαν, τουφέκια ακουμπισμένα.
Μάς πάτησαν τον Ίσβορο και τη τρανή τη χώρα.
Μάς πάτησαν τις εκκλησιές, μάς πήραν τα Βαγγέλια.
Πήραν εικόνες αργυρές, Σταυρούς μαλαματένιους.
Πήραν τα Δισκοπότηρα πού κοινωνούν παπάδες.
Πού κοινωνούν οι Χριστιανοί πού κοινωνάει ό κόσμος.

Αυτό είναι το μοιρολόγι του λαϊκού τραγουδιστή για την καταστροφή της Στρατονίκης (Ίσβορος) και του Πολυγέρου (τρανή χώρα).
Εν τω μεταξύ όσοι από τους κατοίκους της Χαλκιδικής μπορούσαν να φέρουν όπλα, έσπευσαν αθρόοι να συναντήσουν τα σώματα του Εμ. Παπά και του Χάψα. Τα γυναικόπαιδα, όσα κατόρθωσαν να διαφύγουν την Τουρκική θηριωδία, κατέφυγαν στο Άγιο Όρος το οποίο, για πρώτη και μοναδική φορά στην υπερχιλιετή ιστορία του, άνοιξε τις πόρτες του σε γυναικόπαιδα. Εκεί κατέφυγε και η χήρα του Κύρκου Παπαγεωργάκη η Αικατερινάρα μαζύ με το μονάκριβο παιδί της τον Γιαννάκη και με όλη την περιουσία της, που κατά την παράδοση ανέρχονταν σε ένα δισάκι χρυσά νομίσματα. Αυτοί που σώθηκαν, ονομάσθηκαν Βαλανάδες, γιατί στα κρυσφύγετά τους τρέφονταν αποκλειστικά με βαλάνια.
Ο Μπαϊράμ Πασάς αφού ανασκολόπησε τους κατοίκους του Πολύγερου, ιδίως όμως τους γέροντες και ασθενείς που δεν μπορούσαν να διαφύγουν, έβαλε φωτιά στον Πολύγερο. Χίλια εξακόσια (1.600) ή σύμφωνα με άλλες πληροφορίες χίλια οκτακόσια (1.800) σπίτια είχε ο Πολύγερος την εποχή εκείνη. Από αυτά σώθηκαν μόνο δυο ή τρία χαμόσπιτα στην άκρη της πόλης. Από τα δυο επαναστατικά σώματα, το ένα έφυγε για το Άγιο Όρος με τον Εμ. Παπά και το άλλο με τον Καπετάν Χάψα κατέλαβε τα γύρω από τα Βασιλικά υψώματα. Άλλο ένα σώμα επαναστατών με εντόπιους αρχηγούς κατέλαβε τον Ισθμό της Κασσάνδρας. Οι Τούρκοι της Θεσσαλονίκης ύστερα από τις επιτυχίες του Μπαϊράμ Πασά πήραν θάρρος, Κοντά δε στα Βασιλικά στη θέση «Κομμένοι» ή «Συκιωτάκια» επετέθηκαν εναντίον των Ελλήνων που είχαν για αρχηγό τους τον Καπετάν Χάψα και τους οπλαρχηγούς Παύλο Χαλάτη, Θεολόγο Τουρλάκη και Αυγερινό Καραγιάννη από το Βάβδο. Εκεί, στη θέση αυτή, έπεσαν πολεμώντας γενναία οι παραπάνω οπλαρχηγοί και ο Καπετάν Χάψας και επειδή το σώμα εκείνο το αποτελούσαν κατά το πλείστον παληκάρια από τη Συκιά της Χαλκιδικής έμεινε ως τα σήμερα η ονομασία «Σ υ κ ι ω τ ά κ ι α» και για τη σφαγή που επακολούθησε ονομάσθηκε και «ο ι Κ ο μ μ έ ν ο ι». Έτσι οι Τούρκοι ελεύθεροι έπεσαν σαν ακρίδες στα Βασιλικά τα οποία και πέρασαν με φωτιά και σίδερο. Την ίδια τύχη είχαν και η Γαλάτιστα και ο Βάβδος.
Έτσι λοιπόν η Επανάσταση στη Χαλκιδική αλλά και στη Μακεδονία γενικότερα έμεινε στάσιμη. Οι συγκεντρωμένοι στην Κασσάνδρα επαναστάτες οχυρώθηκαν στο στενό της Ποτίδαιας και στο μέσα μέρος της χερσονήσου με αρχηγούς τον Αθανάσιο Παπαστέργιο, Χρήστο Δεληχρήστο και Βασίλειο Κατσάνη. Ο Γιουσούφ Μπέης που προσπαθούσε να εκπορθήσει το οχυρό του Ισθμού δεν μπορούσε να περάσει τη λωρίδα της θάλασσας. Αλλά ούτε και οι οχυρωμένοι σ αυτόν επαναστάτες μπορούσαν να επιτεθούν στα κύρια σημεία εντεύθεν του Ισθμού τα οποία κρατούσε ο υπαρχηγός του Γιουσούφ Μπέη Αράπ Μερτζάν Μπίμπασης.
Η Πύλη για ενίσχυση των πολεμικών επιχειρήσεων έστειλε τότε στη Θεσσαλονίκη «Η γ ε μ ό ν α» με τον τίτλο του Γενικού αρχηγού της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, τον Μεχμέτ Εμίν Πασάν ή κατά την παράδοση Αμπντούλ Αμπούτ, ίσως από παραφθορά του Εμπού Λουμπούτ, ένα παρατσούκλι με το οποίο ήταν περισσότερο γνωστός. Όταν έφθασε στη Θεσσαλονίκη επεστράτευσε όλους τους μουσουλμάνους και ανέλαβε την κατά της Κασσάνδρας εκστρατεία. Στη χερσόνησο, την εποχή αυτή, είχαν συγκεντρωθεί γύρω στις 2700 οπλοφόροι από τη Χαλκιδική και άλλοι 400 από τον Όλυμπο. Όταν όμως έφθασε εκεί ο Εμίν Πασάς από όλους αυτούς είχαν μείνει λιγότεροι από 600 γιατί οι υπόλοιποι, από την έλλειψη ζωοτροφιών και πολεμοφοδίων αλλά και λόγω ασθενειών και διχονοιών μεταξύ των αρχηγών, είχαν φύγει. Ο Πασάς στην αρχή με κολακείες και υποσχέσεις προσπάθησε να πείσει τους Έλληνες να «προσκυνήσουν», δηλαδή να αφήσουν τα όπλα και να παραδοθούν. Αυτοί όμως αρνήθηκαν, με συνέπεια ο Πασάς να διατάξει γενική έφοδο αφού προηγουμένως είχε πληροφορηθεί και για την πραγματικά άθλια κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι αμυνόμενοι, και από ένα αφύλακτο τμήμα του Ισθμού μπήκε στην Κασσάνδρα, έτρεψε σε φυγή τους λίγους επαναστάτες και χωρίς καμιά πλέον αντίσταση προχώρησε καίοντας σπίτια και χωριά και ανασκολοπίζοντας όσους από τους κατοίκους και τους οπλοφόρους δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν με τα λίγα Σκοπελίτικα και Σκιαθίτικα καΐκια που βρέθηκαν εκεί. Ανάμεσα στους λίγους που διέφυγαν ήταν και οι οπλαρχηγοί Αθανάσιος Παπαστέργιος, Βασίλειος Κατσάνης και Χρήστος Δεληχρήστος και ο περίφημος οπλαρχηγός από τα Παζαράκια Καπετάν Αναστάσης.
Έτσι ζωγραφίζει η Λαϊκή Μούσα την καταστροφή της Κασσάνδρας.

Δεν μ’ έστειλες καλά παιδιά, καλά και γνωστεμένα,
Μόν’ μ’ έστειλες λωλά παιδιά, λωλά και μεθυσμένα.
Στις βίγλες τους κοιμήθηκαν, δεν κάνουν να φυλάξουν.
Οι Τούρκοι τα μυρίστηκαν και πάν’ να τα χαλάσουν,
Πάνε να κάψουν τα χωριά, να αρπάξουν τα κορίτσια.
Να σφάξουν γέρους και παιδιά, να κλάψουν οι μανάδες.

Σε δέκα χιλιάδες υπολογίζονται οι σκοτωμένοι και οι αιχμάλωτοι Έλληνες. Δεν ξέρουμε πόσα γυναικόπαιδα σύρθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Όλα σχεδόν τα χωριά της Κασσάνδρας κάηκαν. Λίγοι ήταν αυτοί που με τη βοήθεια των Σκοπελίτικων και Σκιαθίτικων καϊκιών κατόρθωσαν να διαφύγουν και πολλοί από αυτούς έφθασαν στα Ψαρά όπου και έπεσαν μαχόμενοι στην ένδοξη εκείνη μάχη.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που διέφυγαν ήταν και οι αδελφοί Μαυρουδής και Γιαννάκης Παπαγεωργάκης, οι οποίοι έφθασαν στην Εύβοια και από κει στη Στερεά Ελλάδα φέροντες μαζύ τους και τον θησαυρό της Αικατερινάρας. Ύστερα από περιπλανήσεις καταλήγουν στο Μεσολόγγι και διαθέτουν όλη τους την περιουσία για τον αγώνα, Ο Γιαννάκης στην τελευταία έξοδο του Μεσολογγιού κατόρθωσε να διαφύγει την αιχμαλωσία και έφυγε στα Ψαρά όπου και έπεσε κι αυτός μαχόμενος στη μάχη εκεί. Ο Μαυρουδής κατέφυγε στην Πελοπόννησο, έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και ευτύχησε να δει το όνειρό του για μια Ελλάδα ελεύθερη, έστω και σε ένα μικρό της τμήμα, πέθανε δε στην Αθήνα με τον βαθμό του Συνταγματάρχη. Ο Καποδίστριας απένειμε στη χήρα του ισόβια σύνταξη,
Ο Μεχμέτ Εμίν Πασάς λοιπόν ύστερα από την καταστροφή της Κασσάνδρας, στρέφεται προς τον Άθωνα, στο Αγιώνυμο Όρος. Εκεί βρίσκεται ο Εμ. Παπάς στρατολογώντας οπλοφόρους. Ανάμεσα σ’ αυτούς οπλοφόρησαν και 2000 περίπου μοναχοί με επικεφαλής τον Ηγούμενο της Μονής Εσφιγμένου Ευθύμιο. Έτσι το σώμα αυτό κατέλαβε τα υψώματα γύρω από το στενό του Ξέρξη και εκεί συγκρούσθηκε με τους Τούρκους του Εμίν Πασά. Δυστυχώς οι Τούρκοι ήταν πολυαριθμότεροι και έτσι οι ηρωικοί υπερασπιστές του Άθω υποχώρησαν. Ο Πασάς ύστερα από τη νίκη του αυτή έστησε τη σκηνή του στο ύψωμα που δεσπόζει, και από τη μια μεριά βλέπει την Ιερισσό και από την άλλη το στενό του Ξέρξη. Εκεί κάλεσε τους κατοίκους των χωριών να υποταχθούν και τους οπλοφόρους να παραδοθούν υποσχόμενος σ’ όλους αυτούς αμνηστεία. Όσοι όμως Χαλκιδικιώτες και ιδιαίτερα όσα γυναικόπαιδα παρασύρθηκαν από τις απατηλές υποσχέσεις του Πασά σφάχθηκαν με τον αγριότερο τρόπο. Το ύψωμα εκείνο ονομάσθηκε «τ ο υ μ α ύ ρ ο υ ν ι ο υ τ’ α λ ώ ν ι» ή «Μαύρο αλώνι». Μια πολύ παραστατική εικόνα της σφαγής μας δίνουν τόσο το γνωστό Ιερισσιώτικο τραγούδι όσο και ο περίφημος καγκελευτός χορός.

Στου μαύρου νιού τ’ αλώνι το μαρμάρινο, παίζουν ομάδα ό νιος κι’ ό
Βασιλιάς

κανείς, μα δεν την παίζει σαν το Γιαννάκη μας.

Ο Ήλιος κι’ ό Γιαννάκης στοίχημα έβαλαν το ποιος θα πάη πρώτος στη
μανίτσα του.

Ο Ήλιος επηδούσε όρη και βουνά κι’ ό Γιαννάκης εβράδυασε στο μισό στρατί.
Περνούσαν οι διαβάτες και τον έκλαιγαν.

Γιαννάκη μ’ δεν έχεις μάννα δεν έχεις αδερφή ούτε καλή γυναίκα για ν’
άρθει να σε διεί.

Τον λόγο δεν τον είπαν δεν τον έσωσαν να και ή μάννα πούρθε να και ή αδερφή.
Να και ή καλή γυναίκα πού ήρθε να τον διεί.

Δεν στ’ άλεγα γώ Γιαννάκη μ’ δεν σε το λαλώ στους χίλιους να μην
μπαίνεις ούτε στους εκατό.

Μάννα μ’ δεν ήταν χίλιοι μα ούτε κι’ εκατό μόν’ ήταν τρεις χιλιάδες κι’
όλοι Γενίτσαροι.

Στα μάρμαρα πατούσαν και κουρνιάχτιζαν
κλπ. κλπ.

Δυστυχώς, όπως συνήθως γίνεται στην Ελλάδα, μεταξύ των Ηγουμένων και των λαϊκών οπλαρχηγών άρχισαν σι διχόνοιες. Έτσι πολλοί μοναχοί και λαϊκοί φρόντισαν να φύγουν από το Άγιο Όρος, μάλιστα δε, όπως λέγεται, ορισμένοι μοναχοί πήραν μαζύ τους και Ιερά Σκεύη και Άγια Λείψανα από τα Μοναστήρια. Μαζύ τους έφυγε και ο Εμ. Παπάς ο οποίος όμως αρρώστησε και πέθανε στο πλοίο. Θάφθηκε στην Ύδρα. Οι μοναχοί που έμειναν στο Άγιο Όρος συμφώνησαν με τον Πασά, πήραν αμνηστεία και δέχθηκαν φρουρά Τουρκική με την υποχρέωση να την διατρέφουν. Επίσης πλήρωσαν στον Εμίν Πασά δυο και μισό εκατομμύρια γρόσια σαν αποζημίωση. Έτσι στις 15 Δεκεμβρίου 1821 εγκαταστάθηκε στο Άγιο Όρος φρουρά από οκτώ χιλιάδες (8.000) Τούρκους στρατιώτες η οποία και παρέμεινε εκεί εννιά ολόκληρα χρόνια. Και εδώ τελειώνει η φρικιαστική τραγωδία ή μάλλον η πρώτη πράξη της βιβλικής καταστροφής του Πολύγερου και της Χαλκιδικής γενικότερα.
Εδώ θα πρέπει να μεταφέρω μερικά λόγια του αείμνηστου μακεδόνα καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Αντώνη Κεραμόπουλου. Λησμονούν όλοι, λέγει ο καθηγητής, ότι η καθυστέρηση των Τούρκων στη Χαλκιδική και στη Μακεδονία έδωσε την ευκαιρία στους νότιους Έλληνες να στεριώσουν την Επανάσταση. Λησμονούν όλοι ότι ο Μακεδονικός αυτός αγώνας εστόμωσε το Τουρκικό ξίφος και έδωσε τον καιρό στους νότιους Έλληνες να αναθαρρήσουν και να οργανωθούν και να επιτύχουν νίκες κατά μεμονωμένων Τουρκικών φρουρών. Δεν συλλογίζεται κανείς τους, την ηρωϊκή Νάουσα, το Βόρειο αυτό Μεσολόγγι, ούτε την Κασσάνδρα, ούτε τον Πολύγερο, ούτε τη Γαλάτιστα και την Παζαρούδα (είναι τα λίγα ονόματα που μόνο ο Σπυρίδων Τρικούπης πρόσεξε στην Ιστορία του). Βέβαια σήμερα πολλοί αξιόλογοι ιστορικοί συγγραφείς, Βόρειοι Έλληνες αυτοί, έδωσαν την εικόνα αυτή πολύ παραστατική. Οι νότιοι όμως την αγνοούν ακόμα και σήμερα.
Από τα ερείπια όμως και τη στάχτη στα οποία μετέβαλαν τη Χαλκιδική απ’ άκρη σ’ άκρη οι αιμοβόροι Τούρκοι ξεφύτρωσαν μέσα σε λίγο διάστημα το ένα μετά το άλλο τα χωριά της Χαλκιδικής και οι αλέκτορες σε πείσμα των Τούρκων άρχισαν τώρα πολυαριθμότεροι να λαλούν και να διακηρύττουν τη ζωτικότητα του Έλληνα, του πραγματικού αυτού Ανταίου της Ελληνικής μυθολογίας που ύστερα από κάθε πέσιμό του σηκώνεται και πάλι όρθιος πιο ζωηρός πιο ακμαίος.
Ο διάδοχος του Εθνομάρτυρα Γρηγορίου του Ε’ ο από Μητροπολίτης Σερρών Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο ΣΤ’ γνώριζε από πρώτο χέρι τα δεινοπαθήματα της Χαλκιδικής. Έτσι κατόρθωσε με κατάλληλα διαβήματα στο Σουλτάνο όχι μόνο να δοθεί γενική αμνηστεία στους Χαλκιδικιώτες και να περισωθούν πολλά προνόμια αλλά το σπουδαιότερο κατόρθωσε να επιτύχει ώστε και πάλι να διορισθεί Προεστώς ή Βοεβόδας στη Χαλκιδική Έλληνας και συγκεκριμένα ο γυιός του Κύρκου Παπαγεωργάκη, Ιωάννης Παπαγεωργάκης*, ο οποίος όμως για τον φόβο των Τούρκων είχε αλλάξει το όνομά του και έγινε Ιωάννης Αικατερινάρης, χρησιμοποιώντας ασφαλώς το όνομα της μητέρας του Αικατερινάρας για νέο επώνυμό του. Συγχρόνως ο Πατριάρχης τον Ιωάννην Αικατερινάρην τον διόρισε και γενικόν κηδεμόνα όλων των χηρών και ορφανών της Χαλκιδικής και Προεστόν για όλα τα χωριά.
Κοινή και σκληρή όμως υπήρξε και η τύχη και για τον γυιό και για τον πατέρα. Και ο γυιός του Κύρκου Παπαγεωργάκη, ο Ιωάννης Αικατερινάρης τώρα, σφάχτηκε κι αυτός με τον αγριότερο τρόπο ύστερα από την αποτυχία της επανάστασης του 1854. Και σφάχτηκε κι αυτός μαζύ με άλλους Πολυγερινούς στο «Λ ε ι β ά δ ι», εκεί που σήμερα είναι στημένο το Ηρώο στον Πολύγερο.
Ύστερα από την απελευθέρωση της μικρής εκείνης γωνιάς στη νότια Ελλάδα, η Μακεδονία και ιδιαίτερα η Χαλκιδική που συνεισέφεραν πολύ περισσότερα από όσο άλλες περιοχές της Ελλάδας στον αγώνα και σε χρήμα και σε αίμα, έφεραν βαρειά το γεγονός ότι αυτές παρ’ όλες τις προσπάθειές τους και τους πολυαίμακτους αγώνες τους, έμειναν υπόδουλες στους Τούρκους και κυριολεκτικά τις σκανδάλιζε το τρόπαιο της απελευθερωμένης Ελληνικής γωνιάς. Δεν άφηναν ευκαιρία να μην εκδηλώσουν τις ανησυχίες τους και να μη κάνουν τις οποιεσδήποτε προσπάθειες για να αποτινάξουν τον Τουρκικό ζυγό. Μια τέτοια ευκαιρία δόθηκε στα 1854 όταν ο περίφημος Τσάμης Καρατάσιος ξεσήκωσε τους Μακεδόνες και τους Χαλκιδικιώτες ιδιαίτερα κατά των Τούρκων. Κατά την παράδοση όμως οι επίσημοι στην Αθήνα δεν ευνοούσαν το καινούργιο αυτό απελευθερωτικό κίνημα και παρήγγειλαν κατάλληλα στους πρωτοστατούντες να αποφύγουν κάθε ανάμιξη γιατί αυτοί και το αποδοκίμαζαν και το θεωρούσαν ασφαλώς αποτυχημένο. Τις μέρες εκείνες ο τότε Μητροπολίτης Κασσανδρείας Ιγνάτιος και ο Διοικητής και Προεστώς της Χαλκιδικής Γιαννάκης Αικατερινάρης πληροφορούνται ότι πολυάριθμος Τουρκικός στρατός για να προλάβει προφανώς την εξέγερση στη Χαλκιδική, κατευθύνεται προς τον Πολύγερο. Σε Κοινή τότε σύσκεψη των προκρίτων αποφασίσθηκε να γίνει στους Τούρκους επίσημη υποδοχή για να διασκεδασθούν οι φόβοι τους. Η υποδοχή του Τούρκικου στρατού θα γίνει στο «Λ ε ι β ά δ ι». Την άλλη μέρα, παραμονή του Αγίου Γεωργίου, πεζός αγγελιοφόρος φθάνει στον Πολύγερο από το Καγιατζίκι (το σημερινό Παλιόκαστρο) φέρνοντας την είδηση ότι ο Τουρκικός στρατός έφθασε εκεί και έρχεται στον Πολύγερο. Όλοι οι πρόκριτοι όπως είχε αποφασισθεί, με επικεφαλής τον Προεστό Γιαννάκη Αικατερινάρη είναι στο «Λ ε ι β ά δ ι» περιμένοντας να υποδεχθούν τους Τούρκους. Ο Μητροπολίτης, σαν φαναριώτης, γνώριζε την κακοπιστία των Τούρκων. Προφασίσθηκε λοιπόν ασθένεια και κρυφά φεύγει από τον Πολύγερο για Νικήτη, Ορμύλια, Άγιο Νικόλαο για να ειδοποιήσει τους κατοίκους εκεί να προφυλαχθούν από την επικείμενη καταστροφή. Όταν οι Τούρκοι έφθασαν στον Πολύγερο ο επικεφαλής αξιωματικός ζήτησε αμέσως τον Μητροπολίτη και ζήτησε από τον Προεστό να γράψει αμέσως στον Μητροπολίτη να έρθει, έστω και άρρωστος, στο «Λ ε ι β ά δ ι». Την ώρα όμως που ο Γιαννάκης Αικατερινάρης έγραφε το γράμμα, ο Τούρκος αξιωματικός διέταξε τον άμεσο αποκεφαλισμό του Γιαννάκη Αικατερινάρη. Την ίδια τύχη στη συνέχεια είχαν και οι άλλοι πρόκριτοι Πολυγερινοί. Μόνο, όπως λέει η παράδοση, ένας γλύτωσε. Ο γέρο Σφυρής, του οποίου η φουστανέλλα κατατρυπήθηκε από τις σφαίρες των Τούρκων, χωρίς όμως αυτός να πάθει τίποτε. Και σήμερα ακόμα σώζεται λαϊκό τραγούδι με το οποίο ο ανώνυμος Τυρταίος μαρτυρεί τα γεγονότα εκείνης της παραμονής του Αγίου Γεωργίου στις 22 Απριλίου 1854.

Στα χίλια οκτακόσια πενήντα τέσσερα σκοτώσαν τον Γιαννάκη το Γραμματικό πούταν στύλος στον Πολύγερο και φλάμπουρο στην Πόλη.
Κατερνάρη Κατερνάρη και Πολυγερινό καμάρι κλ.π.

Αλλά και στα 1878 η Χαλκιδική και πάλι με πρωτοστάτη τον Πολύγερο ηλεκτρίζεται και αρχίζει να δείχνει σημεία ανταρσίας κατά των Τούρκων. Δυστυχώς όμως και πάλι το αποτέλεσμα και αυτής της επαναστατικής κινήσεως ήταν δραματικό για τους Πολυγερινούς και τους Χαλκιδικιώτες γενικότερα. Αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν οι Τούρκοι ότι κάτι συμβαίνει στον Πολύγερο συνέλαβαν όλους τους προκρίτους και μαζύ με αυτούς και τον θερμό πατριώτη από τη Θεσσαλονίκη Δημοσθένη Αγγελάκη και τους καταδίκασαν σε θάνατο. Η έσχατη αυτή ποινή ύστερα από επέμβαση του μεγάλου εκείνου Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ’ στον Σουλτάνο μετατράπηκε σε ισόβια εξορία στην Ανατολή και ειδικά στα Άδανα. Αργότερα μερικοί από αυτούς με ενέργειες και πάλι του Ιωακείμ του Γ’ γύρισαν στα σπίτια τους.
Και τελειώνοντας είναι σωστό να πω και δυο λόγια για τη συμμετοχή της Χαλκιδικής στον Μακεδονικό Αγώνα. Οι κάτοικοι του Πολυγέρου και της Χαλκιδικής με την καθοδήγηση του συνετού και μεγάλου πατριώτη και Ιεράρχη του από Μελενίκου Μητροπολίτου Κασσανδρείας Ειρηναίου, πήραν ενεργό μέρος στον διμέτωπο εκείνο αγώνα. Και δεν είναι φανφαρονισμός αν επιμείνω στο αδιάψευστο γεγονός ότι η Χαλκιδική, η οποία διατήρησε μέσα στους αιώνες αλώβητα και αναλλοίωτα τη γλώσσα, το φρόνημα, τη θρησκεία των πατέρων της και την αμιγή Ελληνικότητά της ήταν, είναι και θα είναι το προπύργιο του Βορειοελλαδικού χώρου, την εποχή δε του Μακεδονικού Αγώνα ήταν η μοναδική γέφυρα, σταθερή και ασφαλής, για τη διαρροή προς τα επίκαιρα σημεία της Βουλγαροκρατούμενης τότε Μακεδονίας μας Ελληνικών σωμάτων και σαν ένα πολύ ασφαλές ορμητήριο γι’ αυτά.
Εδώ τελειώνουν για το παρόν οι μνήμες και οι εικόνες από την Επανάσταση στη Χαλκιδική και ιδιαίτερα στον Πολύγερο. Πριν κλείσω όμως τη φτωχική μου αυτή εργασία θα επιτραπεί σε μένα μια διασάφηση.
Πολλοί είναι εκείνοι που θα παραξενευτούν ακούοντες συνέχεια τη λέξη Π ο λ ύ γ ε ρ ο ς αντί του συνηθισμένου Π ο λ ύ γ υ ρ ο ς. Εγώ όμως επιμένω ότι ορθότερο και σωστότερο είναι το Π ο λ ύ γ ε ρ ο ς. Κι αυτό γιατί και έγγραφα παραθέτω παρακάτω και η σφραγίδα των Σχολείων του Πολυγέρου το μαρτυρεί. Η επιμονή μου αυτή δεν είναι αυθαίρετη. Η λέξη Πολύγερος προέρχεται από το Π ο λ ύ Ι ε ρ ό ς το οποίο και με τη χρήση έγινε Π ο λ ύ γ ε ρ ο ς. Κι αυτό πιθανότατα γιατί κοντά στον Πολύγερο κάπου μεταξύ του Αη-Βλάση και του Αη-Νικόλα βρίσκονταν η αρχαία πόλη Απολλωνία. Έτσι με το πέρασμα του χρόνου και επειδή η παράδοση τοποθετούσε στην Απολλωνία και Ιερό του θεού Απόλλωνα, οι κάτοικοι που έκτισαν εκεί κοντά τον Πολύγερο, έδωσαν αυτή την ονομασία προφανώς από τον πολύ ιερό τόπο. Έξω όμως από αμφισβητήσεις και ιστορικές μαρτυρίες, οι οποίες θα δοθούν μόνο όταν γίνουν σ’ αυτόν το χώρο ανασκαφές και αρχαιολογικές έρευνες, ένα είναι το βέβαιο. Η λέξη Π ο λ ύ γ υ ρ ο ς άρχισε να χρησιμοποιείται, δεν ξέρω για ποιον λόγο και από ποιον, ύστερα από το 1913.
Να όμως και δυο έγγραφα του περασμένου αιώνα που βεβαιώνουν ότι και στις ιδιωτικές τους σχέσεις και συναλλαγές οι Πολυγερινοί χρησιμοποιούσαν το Π ο λ ύ γ ε ρ ο ς.
Το ένα φέρει ημερομηνία 1845 Μαρτίου 8.
«Διά τού παρόντος δηλοποιούμεν ότι σήμερον οι παριστάμενοι επίτροποι τής χόρας μας και Επίτροποι τής Σχολής, επειδή και έγινεν χρίαν διά να ανοιχθούν τρία παράθυρα εις το σχολείον όπου οικοδομείται σήμερον τα οποία παράθυρα είναι μέσα εις την αυλήν τού Χρήστου Αθανασίου (ο Χρήστος Αθανασίου είναι ο εκ μητρός παππούς του Γεωργίου Ν. Παπα-νικολάου ή Γ. Σκωτ, δηλαδή ο Χρήστος Αθανασίου Μπαλατζούκας ή Κωστάρας, και βέβαια προπάππος δικός μου, ο οποίος ήταν όπως αναφέρω και παραπάνω κουνιάδος του Κύρκου Παπαγεωργάκη), και επειδή σήμερον με θέλησήν του μάς άφησε και έγιναν τα ιριμένα παράθυρα, δίδομεν την υπόσχεσίν μας ότι εις όποιον καιρόν ήθελε ό Χρήστος διά να κάμει κάτι χρήσιμόν του και θελήσουν τον ίδιον να τον εμποδίζουν, έχει την άδειαν διά να σφαλή ακόμη και όλον τον τοίχον έχει την άδειαν διά να ανεγείρει, εις όποιον καιρόν τού κάμει χροίαν, χορίς να δίδει τίποτε, επιδής και μάς άφησεν μερικόν τόπον εις τον τοίχον και ούτως δίδομεν το παρόν μας εις χείρας τού Χρήστου δι’ ασφάλειάν του. 1845 Μαρτίου 8 Πολύγερος. γεώργιος Βασιλείου και επίτροπος τής εκκλησίας μαρτυροί, Μιχάλης Γιαννάκη μαρτυροί, γιαννάκης Κύρκου μαρτυροί, μιχάλης Ιωάννου μαρτυροί, Αυγερινός Δημητρίου μαρτυροί, Γιαννάκης Ιωάννου μαρτυροί, Κώστας γεωργούδης μαρτυροί».

Το άλλο με ημερομηνία 19 Σεπτεμβρίου 1898 γράφει:
«Ο υποφαινόμενος κάτοθεν υπογεγραμμένος Φύλιππος Κατσίκας Νικολάου, σήμερον επιδή θέλω να κτίσω έναν φούρνο εις το μέρος το οποίον αγόρασα από τον γεροαναστάση, εσυμφωνήσαμε με τούς γειτόνους μαρίαν και Κυράνω Χρίστου Μπαλατζούκα (είναι οι δυο θυγατέρες του Χρήστου Αθανασίου Μπαλατζούκα ή Κωστάρα. Η τρίτη ήταν η Αναστασία, η μητέρα του Γεωργίου Ν. Παπανικολάου και γιαγιά δική μου), επειδή το τοβάρη είναι μόνο ειδικόν τους και με έδωκε το μέρος τού φούρνου να ακουμπήσει επάνω και να μη χέρω το δικαίωμα μήτε παράθυρα να ανήξω μήτε νερά να χύσω. Πολύγερος 19 9βρίου 1898. Φίλιππος Νικολάου και ή υποφαινόμενοι Παύλος Σεραφείμ μαρτυροί, Δήμος Φλίνης μαρτυρό».

Σας ευχαριστώ που είχατε την καλωσύνη και την υπομονή να με ακούσετε και δηλώνω στους φίλους συμπατριώτες μου ότι πολύ σύντομα θα είμαι σε θέση να δώσω στη δημοσιότητα αυθεντικά στοιχεία και μαρτυρίες για τη δράση του Παγχαλκιδικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης «Ο Αριστοτέλης» (ιδρύθηκε στα 1903 από τον Γεώργιο Ν. Παπανικολάου) κατά τον Μακεδονικό Αγώνα.
Β ο η θ ή μ α τ α:
Ι. Κ. Παπαρρηγοπούλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.
2. ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ: Έκδοση Ιστορικής Και Λαογραφικής Εταιρείας της Χαλκιδικής. Τεύχος 3ο/Ι961.
3. Δήμητσα: Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας, έκδ. 1874.
4. Δημ. Ζάγκλη: ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ - Ιστορία, Γεωγραφία, έκδ. 1956.
5. Γ. Φίνλεϋ: Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, μετάφρ. Γ. Κοδράτου, 1954.
6. Ι. Βασδραβέλλη: Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνες, έκδ. 1940.
7. Σπ. Τρικούπη: Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδ. 1888.
8. Παν. Στάμου: Σύνοψις των υπέρ της Ελευθερίας ηρωϊκών της Χαλκιδικής αγώνων, έκδ. 1954.
Π η γ έ ς:
Παράδοση - Λαογραφία - Δημοτική Ποίηση της Χαλκιδικής.


*Το παρών κείμενο εντάσσεται σε μια επιπλέον μαρτυρία, από τις πολλές που ήδη έχουμε, για την ενεργή και πρωταγωνιστική δράση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα σπλάχνα της Φιλικής Εταιρίας.


ΠΗΓΗ: ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΠΟΛΥΓΥΡΟΣ, 7—9 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1984 ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com