Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΟ
ΚΑΤΑ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 17ου ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙ.

ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΗΣ

Το έθνος εξακολουθεί ν’ αντιπαλαίη προς τις επίμονες απόπειρες του καθολικισμού (πού προστατεύεται κυρίως από την Γαλλία) να προσελκύση στους κόλπους του το χειμαζόμενο ορθόδοξο ποίμνιο. Κατά τις αρχές του 18ου αι. τα σπουδαιότερα ερείσματα των μισσιοναρίων στις ελληνικές χώρες ήταν η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, η Θεσσαλονίκη, η Χίος, η Νάξος και η Θήρα.

Οι καθολικοί στην Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη.
1. Στην Κωνσταντινούπολη έχει περάσει βέβαια η εποχή των έντονων ανταγωνισμών των αντιπροσώπων των μεγάλων χριστιανικών δυνάμεων και των εκκλησιών τους για την προσέλκυση πιστών και των ορθοδόξων πατριαρχών προς το πλευρό τους, αλλά δεν παύουν οι προσπάθειες. Σημαντική από την άποψη αυτή, εκτός από την ανασύνδεση των γαλλοτουρκικών σχέσεων, υπήρξε η πρεσβεία του μαρκησίου Charles de Nointel στην Κωνσταντινούπολη στα 1670 (συνοδευόταν από τον νεαρό ανατολιστή Antoine Galland, ό οποίος μας άφησε ενδιαφέρουσες εντυπώσεις από την παραμονή του στην Τουρκία), καθώς και το δήθεν περιηγητικό του ταξίδι στα νησιά του Αιγαίου. Απώτερος σκοπός του ήταν να πείσουν τούς νησιώτες να παραδώσουν ομολογίες πίστεως και να προπαρασκευάσουν, αν ήταν δυνατόν, την ένωση των Εκκλησιών.
Η Γαλλία παρουσιάζεται γενικά ως πρόμαχος των τελευταίων λειψάνων του καθολικισμού στην Εγγύς Ανατολή και, επειδή φοβάται την αφομοίωσή τους, είναι κηρυγμένη—από το 1660 ως την γαλλική επανάσταση του 1789— κατά των μεικτών γάμων.
Η γαλλική κυβέρνηση ενισχύει κυρίως και προβάλλει το δικό της μοναχικό τάγμα, τούς καπουκίνους. «Για να πω την αλήθεια, γράφει Γάλλος συγγραφέας, γνώστης των πραγμάτων τής Ανατολής, δεν βρίσκω πρόσωπα πιο κατάλληλα από τούς καπουκίνους για τον προσηλυτισμό των απίστων: η ωραία εξωτερική τους εμφάνιση, η αυστηρή και θρησκευτική ζωή, η περιφρόνησή τους για τα πλούτη, η μόρφωση και ό ζωηρός αποστολικός τους ζήλος κερδίζουν τις ψυχές των απίστων, όπως πολλές φορές το έχουν δείξει. Επίσης ό Θεός τούς έχει επιλέξει εδώ και 50 περίπου χρόνια, για ν’ αναλάβουν την ευγενική αυτή αποστολή του προσηλυτισμού των ψυχών στις ξένες χώρες: έτσι τώρα έχουν αποστολές σε πολλές πόλεις και επαρχίες τής Τουρκίας, Περσίας, Γεωργίας, Κογκό, Ανατολικών και Δυτικών Ινδιών, όπου τούς εκτιμούν υπερβολικά όλοι οι λαοί είτε είναι Τούρκοι, είτε ειδωλολάτρες, είτε σχισματικοί.
Εκεί ακόμη οι καπουκίνοι διατηρούν σχολεία για την μόρφωση των νέων, εννοώ τα παιδιά των αιρετικών. Στις εκκλησίες τους κάνουν κήρυγμα σε αραβική, τουρκική, αρμενική και ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με εντολές πού έχουν επιτύχει από την Υψηλή Πύλη με την μεσολάβηση των πρέσβεων του βασιλιά τής Γαλλίας. Το ίδιο κάνουν ακόμη και στις εκκλησίες του τάματός τους, όταν τούς επιτρέπεται να έχουν δημόσιες εκκλησίες, πράγμα πού όμως δεν ισχύει για όλες τις χώρες. Σε κάθε αποστολή ό ένας από τούς δύο εκτελεί χρέη γιατρού, ακολουθώντας το παράδειγμα του Αγίου Λουκά, για να πετύχη μ’ αυτόν τον τρόπο να τούς ανοίξουν τις πόρτες τους οι ισχυροί του τόπου, ώστε να τούς προστατεύουν από τις προσβολές και τον κατατρεγμό των σχισματικών ιερωμένων και για να μπορούν ακόμη να βαπτίζουν περισσότερα ετοιμοθάνατα παιδιά Τούρκων και Αράβων με την πρόφαση ότι τούς δίνουν κοινά φάρμακα.
Αυτοί οι ίδιοι έσωσαν πλήθος φτωχών σκλάβων και αποστατών πού βρίσκονταν σε πλοία χριστιανών, πού επέστρεφαν στην Ευρώπη. Επίσης εκεί προσηλυτίζουν πάρα πολλούς σχισματικούς Έλληνες, Αρμενίους, Συρίους, Νεστοριανούς και Κόπτες. Αναλαμβάνουν αποστολή στις γαλέρες τού σουλτάνου, κυρίως στην Κύπρο και το Κάιρο και δίνουν την Θεία μετάληψη στους καταδίκους, πού είναι σχεδόν όλοι χριστιανοί.
Με τις προτροπές τους εμποδίζουν πολλούς ανθρώπους (πού κακοποιούνται και καταδιώκονται από τούς απίστους) ν’ απαρνηθούν την πίστη τους, και τούς συγκρατούν, όταν τούς βλέπουν έτοιμους να λυγίσουν. Τέλος προσπαθούν ν’ αλλάξουν την κακή εντύπωση πού έχουν οι Τούρκοι για την θρησκεία μας και μ’ επιδεξιότητα, γλυκύτατα τούς κάνουν ν’ αναγνωρίσουν, χωρίς να προσβληθούν, τις πλάνες τους, τις δεισιδαιμονίες και τις καταχρήσεις τους. Κι’ έτσι σιγά σιγά τούς προετοιμάζουν να δεχτούν την πίστη, την οποία θα δέχονταν πιο εύκολα, αν οι μισσιονάριοι μπορούσαν ελεύθερα να τούς κάνουν κήρυγμα και αν αυτοί πάλι μπορούσαν να την ομολογήσουν δημοσία.
Οι τελευταίες μηχανορραφίες των καθολικών ανάγονται στα 1671. Τότε— εποχή κατά την οποία ό σουλτάνος Μεχμέτ Δ’ (1648-1687) απαγόρευσε στον Πατριάρχη Μεθόδιο Γ’ (1668-1671), καθώς και σ’ όλους τούς κληρικούς, να φορούν τον συνηθισμένο πίλο τους, το σκιάδιο — με την συμπαράσταση ορισμένων ορθοδόξων μητροπολιτών γίνονται ζυμώσεις για την εκλογή ενός ενωτικού πατριάρχη. Σχετικά γράφει ό βάιλος Gi. Guarini προς την βενετική γερουσία τον Αύγουστο του 1671: «Βεβαίως ουδέποτε παρουσιάσθη ομοία περίστασις προς ένωσιν των Εκκλησιών. Ο Θεός έβαλε το χέρι του αυτήν την φοράν, ίνα τελειώση. Δι’ αυτό γίνεται έκκλησις προς τον Άγιον Πατέρα και το Ιερόν Σωματείον τής Προπαγάνδας, ίνα εγκολπωθή το σοβαρόν τούτο ζήτημα, τόσον ωφέλιμον διά την Αγίαν Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν και διά το δυστυχές εκείνο Έθνος, το οποίον εξ αιτίας τής κακής διοικήσεως των Πατριαρχών, των Μητροπολιτών και των άλλων Εκκλησιαστικών αναπαύεται υπό τον βαθύν και δηλητηριώδη ύπνον του σχίσματος και τής αιρέσεως. Εν τούτοις τώρα τίθεται υπό την αλάνθαστον κρίσιν τής Αυτού Αγιότητος και του Ιερού Σωματείου τής Προπαγάνδας». Τα πράγματα όμως δεν ακολουθούν την προβλεπόμενη πορεία. Πολλά χρόνια περνούν και η κατάσταση εξελίσσεται ηρεμώτερα. Έτσι στις 16 Σεπτεμβρίου 1702 άλλος βάιλος μπορεί να σημειώση: «Ο Καλλίνικος είναι ό μόνος πατριάρχης των τελευταίων 108 ετών πού αποθνήσκει επί του θρόνου».
Μολαταύτα, θερμές εξακολουθούν να είναι οι συστάσεις πού δίδονται στους διαδόχους του Nointel, στον Gabriel de Guilleragues στα 1679, Pierre Girardin στα 1685 και Charles de Ferriol στα 1699, καθώς και στους μεταγενέστερους , τόσο για την υποστήριξη των ιεραποστόλων, όσο και για την κατοχή ορισμένων ιερών τόπων.
Οι μισσιονάριοι όμως, παρά τον ζήλο και τις προσπάθειές τους, δεν έχουν επιτυχίες ανάμεσα στις 200.000 Έλληνες τής Κωνσταντινουπόλεως και κυρίως ανάμεσα στις εξέχουσες οικογένειες του Φαναρίου, τούς εκκλησιαστικούς και κοσμικούς κύκλους του. Έτσι οι σχέσεις τους με αυτούς είναι τυπικά ευγενείς. Κύριο εμπόδιο ή έμμονή των Κωνσταντινουπολιτών στην παράδοση και στα «περασμένα μεγαλεία». Αποκαλυπτικά πραγματικά για την νοοτροπία τους είναι όσα γράφει ό Pere Tarillon: «Η όψη των υπολειμμάτων του αρχαίου τους μεγαλείου, αν και θλιβερή και ταπεινωτική, τούς γεμίζει το κεφάλι με δεν ξέρω ποιες υπεροπτικές ιδέες, πού τούς κάνουν απείθαρχους και ματαιόδοξους. Θα έλεγε κανείς ότι όλη αυτή η μεγάλη πόλη και όλη η δύναμη πού κρύβει είναι ακόμη δική τους».
Η δραστηριότητα λοιπόν των μισσιοναρίων περιορίζεται στην εξυπηρέτηση των πνευματικών αναγκών των 12.000 καθολικών και των σκλάβων το Μεγάλου και Μικρού Μπάνιου.
Πιο άνετα και καλύτερα αισθάνονται οι μισσιονάριοι έξω από την πρωτεύουσα την γεμάτη από τις αναμνήσεις τής ορθοδοξίας και από τα φαντάσματα του παλαιού βυζαντινού κόσμου, πού εξακολουθούσαν να τριγυρίζουν μέσα στα ερείπια. Έτσι π.χ. στην Σμύρνη, στο μεγάλο διεθνές εμπορικό κέντρο, με ζην πολυμελή καθολική κοινότητα, η ελευθερία κινήσεων και προπαγάνδας ανάμεσα στους 20.000 Έλληνες είναι μεγαλύτερη. Πολλά παιδιά φοιτούν στα σχολεία των ιησουιτών και πολλοί παρακολουθούν την θεία λειτουργία στην εκκλησία τους. Τα καθήκοντα των μισσιονάριων εκτείνονται και στα πληρώματα των καθολικών σκλάβων των 4 τουρκικών γαλερών, πού είναι προσορμισμένες στο λιμάνι.
2. Επίσης και στην Θεσσαλονίκη υπάρχουν κάποια καλά στηρίγματα για την εξάπλωση του καθολικού δόγματος: είναι οι ευρωπαίοι έμποροι, οι οποίοι ως τις αρχές του 18ου αι. δεν είχαν δική τους εκκλησία και αναγκάζονταν να εκκλησιάζωνται στο σπίτι του προξένου με ιησουίτες λειτουργούς. Λίγο αργότερα οι Ιησουίτες, για να εξαπλώσουν την δραστηριότητά τους ανάμεσα στους ορθοδόξους, κτίζουν ένα παρεκκλήσι, ανοίγουν σχολείο μέσα στην κατοικία τους, στην συνοικία του Αγίου Αθανασίου, και διδάσκουν δωρεάν τα ελληνόπουλα, πού προσέρχονται πρόθυμα για να φωτιστούν. Επίσης κατορθώνουν να κτίσουν νέο παρεκκλήσιο στο όνομα του Αγίου Λουδοβίκου (1706), πού γίνεται ό πυρήνας τής καθολικής εκκλησίας στον φραγκομαχαλά.
Ο ιησουίτες τής Θεσσαλονίκης ενδιαφέρονταν πολύ και για την εξαγορά σκλάβων (είχαν μάλιστα ιδρύσει για τον σκοπό αυτό και ιδιαίτερο ταμείο), καθώς και για την περίθαλψη των Βενετών στρατιωτών, πού διαρκώς λιποτακτούσαν. Γι’ αυτό τον λόγο εισέπρατταν 5 πιάστρα από κάθε βενετικό καράβι. Μέσα στην πόλη συχνά γίνονται συζητήσεις μεταξύ ορθοδόξων και ιησουιτών, κάποτε οξείες, πού αντικείμενο έχουν τις διαφορές των δύο δογμάτων, και ό ιδρυτής της καθολικής εκκλησίας Θεσσαλονίκης (1706) Ιησουίτης Braconnier (ό οποίος και αργότερα ως επικεφαλής των αποστολών της Ανατολής είχε την θερμή υποστήριξη των εμπόρων της Μασσαλίας). Παρά την δραστηριότητά του, δεν κατορθώνει να δημιουργήση ούτε εκεί ούτε και στα περίχωρα αξιόλογες εστίες καθολικής λατρείας.
Μολαταύτα ορισμένοι ιησουίτες αποτολμούν περιοδείες και προς απρόσιτες περιοχές. Έτσι π.χ. ό πατήρ Ματθαίος Piperi (Πιπέρης;) επισκέπτεται τούς ελληνικούς οικισμούς του Ολύμπου, καθώς και των περιοχών του Πηλίου και τής Όσσας, και διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι των τόπων εκείνων είχαν τρόπους γλυκείς, αλλά ως προς την θρησκεία ήταν αληθινοί αγριάνθρωποι.
Πάντως ό σουλτάνος, ύστερ’ από καταγγελίες των ορθοδόξων, με το φερμάνι τής 25 Ιουλίου 1702 καλεί τούς ιεροδίκες «τής αριστεράς πλευράς τής Ρούμελης», δηλαδή των ελληνικών χωρών, να εμποδίσουν την προπαγάνδα με απειλή φυλακίσεως. Σ’ αυτό αναφέρει ότι οι ιησουίτες είχαν κατορθώσει να προσηλυτίσουν πολλούς Έλληνες, Αρμενίους, Χαλδαίους και παραγγέλλει να διατάξουν αυτούς πού παραπλανήθηκαν να ξαναγυρίσουν στο παλαιό τους δόγμα.
Ο αμέσως επόμενος σταθμός ιησουιτών προς Ν. είναι η Χαλκίδα, όπου 2 μοναχοί διδάσκουν τούς νέους στο οίκημα, όπου στεγάζονται. Οι αναμνήσεις της βενετοκρατίας είναι ακόμη διάχυτες μέσα στην πόλη, στους στενούς και σκοτεινούς δρόμους και στα πολλά «ζοφερά» σπίτια. Επάνω από την πόρτα των πιο σημαντικών διακρίνονταν τα οικόσημα των παλαιών ιδιοκτητών - μιά εικόνα πού έμεινε ως τις παραμονές της Επαναστάσεως του 1821.

Οι καθολικοί στην Χίο.
Πολύ πιο κατάλληλο για την προπαγανδιστική κίνηση τής καθολικής εκκλησίας είναι το έδαφος στα νησιά του Αιγαίου και ιδίως στις Κυκλάδες. Μολαταύτα ό χρόνος πού περνά ευνοεί την ορθόδοξη εκκλησία, γιατί ό ελληνισμός συνεχώς αφυπνίζεται και επωφελείται από ορισμένα πολιτικά γεγονότα της τουρκοκρατίας, δυσμενή για τούς καθολικούς.
Την βαθμιαία παρακμή της καθολικής εκκλησίας διαπιστώνουμε ακόμη και στο πρώτο σημαντικό έρεισμά της, στην Χίο, πού είχε περισσότερο όψη δυτικής πόλεως παρά ανατολικής, γιατί οι κάτοικοι του νησιού είχαν διδαχθή από τούς Γενουάτες τον τρόπο της οικοδομικής τους τέχνης. Η Χίος λοιπόν ξεχώριζε ως προς αυτό από τα άλλα νησιά του Αιγαίου.
Η κατάληψή της από τούς Βενετούς τον Σεπτέμβριο του 1694 φάνηκε ότι θα ενίσχυε σημαντικά τον καθολικισμό, γιατί οι Βενετοί εκδικούμενοι την εχθρική στάση των Ελλήνων (είχαν μεταβιβάσει στον Τούρκο στόλαρχο την είδηση για την σχεδιαζόμενη απόβασή τους) τούς είχαν κακοποιήσει, κλείσει τις εκκλησίες και δημεύσει τις περιουσίες πολλών. Κατά το εξάμηνο εκείνο διάστημα τής βενετικής κατοχής «οι ιερείς οι παπισταί, όπως γράφει ό Υψηλάντης, εβάπτιζον τα ορθόδοξα νήπια και εξωμολόγουν τούς ορθοδόξους μόνον εν τω ψυχορραγείν. Δακρυρροούντες και δωροδοκούντες οι ορθόδοξοι εδεήθησαν να επιστραφούν αυτοίς αι εκκλησίαι των, αλλ’ ούκ εισηκούσθησαν, και εβιάζοντο λειτουργείσθαι εις τας παπικάς εκκλησίας, και τούς αντιλέγοντας επαίδευον ως αποστάτας τής αριστοκρατίας, και παντί τρόπω εβίαζον τούς ορθοδόξους αναδέξασθαι τον παπισμόν».
Η κατοχή αυτή τερματίστηκε με την αποχώρηση των Βενετών στις 21 Φεβρουαρίου 1695. Μαζί τους τότε έφυγαν στην Πελοπόννησο ό επίσκοπος Ludovico Balsarini, 20 κληρικοί και 60 καθολικές οικογένειες. Εξαγριωμένα οι Τούρκοι προβαίνουν σε θανατώσεις επιφανών πολιτών, σε διώξεις και άλλες πράξεις βίας, ιδίως εναντίον των καθολικών, δημεύουν τα κτήματα τους, καταστρέφουν τις εκκλησίες τους ή τις μεταβάλουν σε τζαμιά. Οι ευγενείς και γενικά οι χριστιανοί διώκονται από το κάστρο.
«Οι διωγμοί εκείνοι», γράφει ό καθολικός εκκλησιαστικός ιστορικός Clemente da Terzorio, «θα μπορούσε κανείς να πη, ότι μοιάζουν μ’ εκείνες τις καταδιώξεις της Εκκλησίας στα πρώτα της χρόνια. Οι Τούρκοι ιθύνοντες πούλησαν με ασήμι είκοσι τέσσερες από τις εκκλησίες μας, πού με τρόπο ιερόσυλο τις είχαν βεβηλώσει• κατέστρεψαν τούς βωμούς έσπασαν και ποδοπάτησαν τις ιερές πέτρες, τράβηξαν από τις θέσεις τους τούς εσταυρωμένους και τούς χλεύασαν, κρέμασαν ανάποδα τα αγάλματα της Παναγίας, κομμάτιασαν τα αγάλματα των Αγίων με χειρονομίες και βρισιές βδελυρές. Οι σχισματικοί (οι ορθόδοξοι) πέτυχαν με το ίδιο μέσο (με το χρήμα) διατάξεις ε υ ν ο ϊ κ έ ς, οι οποίες σε πέντε ή έξι άρθρα υποδουλώνουν την επισκοπική μας αξιοπρέπεια: ό κλήρος μας και όλοι οι καθολικοί ανήκουν στην δικαιοδοσία του σιμωνιακού και αιρετικού αρχιεπισκόπου των, ό οποίος μας υποχρεώνει να παίρνουμε απ’ αυτόν ή να αγοράζουμε την άδεια και τον τύπο τής λειτουργίας στις ενορίες μας, με τούς περιορισμούς εκείνους πού αρέσουν σ’ αυτόν, να επαναφέρουμε στην παλιά του μορφή το ρωμαϊκό (γρηγοριανό) ημερολόγιο• μπορούν εξάλλου, όσοι θέλουν από τούς σχισματικούς (ορθοδόξους) υπηκόους του, να διαλύουν τούς γάμους, πού έχουν γίνει ανάμεσα σ’ αυτούς και στους δικούς μας τούς καθολικούς• μας αναγκάζει ακόμη να διορθώσουμε τις καταχρήσεις πού θέλει αυτός και πού λέγουν ότι γίνονται στην καθολική εκκλησία».
Πραγματικά στον κατατρεγμό αυτόν των καθολικών φαίνεται ότι δεν έμειναν αμέτοχοι και ορισμένοι ορθόδοξοι τής Χίου, κυρίως οι πρόκριτοι. Μολαταύτα οι ιησουίτες δεν εγκατέλειψαν το νησί: ντυμένοι με άλλα ρούχα πήγαιναν στα σπίτια των καθολικών, από το ένα στο άλλο, λειτουργούσαν, τελούσαν τα ιερά μυστήρια και παρακινούσαν τούς πιστούς σε εγκαρτέρηση. Το παλαιό αρχείο τής καθολικής επισκοπής, πού θα μπορούσε να μας δώση πολύτιμες πληροφορίες, κάηκε κατά την ελληνική επανάσταση του 1822. Σώθηκαν δύο μόνο βιβλία των γάμων, βαπτίσεων και θανάτων, πού βρίσκονταν στο σπίτι του τότε εφημερίου - άγνωστο ποιού. Χαρακτηριστική είναι η επιγραφή «Matrimonia contracta in domibus a diversis sacerdotibus propter persecutionem ritus nostril post adventum Venetorum», γραμμένη τον Οκτώβριο του 1694 στην σ. 126, με αύξ. αριθ. καταγραφής 1547.
Η παρακμή τής καθολικής κοινότητας της Χίου — παρά το ενδιαφέρον της γαλλικής αυλής και των Γάλλων διπλωματικών αντιπροσώπων — συνεχίζεται και στα μετέπειτα χρόνια, γιατί εξακολουθεί η δυσπιστία των Τούρκων απέναντι των μισσιοναρίων με όλα τα συνακόλουθά της, με τις φυλακίσεις, υπερβολικές φορολογικές επιβαρύνσεις, κατηγορίες, συκοφαντίες, κλήσεις στον καδή κ.λπ. Μολαταύτα οι ιησουίτες εμμένουν με ζήλο και αυταπάρνηση στην αποστολή τους και ύστερ’ από λίγα χρόνια, στα 1714, όπως αναφέρει ό αποστολικός επισκέπτης Tarillon, κατορθώνουν να δημιουργήσουν ανεκτικό περιβάλλον και να προσφέρουν τις πνευματικές τους υπηρεσίες και σ’ αυτούς ακόμη τούς 1.200 καθολικούς σκλάβους των 4 γαλερών του νησιού, Γερμανούς, Ισπανούς, Ιταλούς και Γάλλους.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στα 1729, ό Fourmont αναφέρει ότι η καθολική εκκλησία τής Χίου είχε 60 ιερείς, χωρίς να λογαριαστούν οι ιησουίτες και οι καπουκίνοι.
Από την Χίο ήταν εύκολο να κινηθή η φιλοδοξία των μισσιοναρίων και προς την Μυτιλήνη με τις 3 πόλεις και τα 80 χωριά της, προς τα Μοσχονήσια και την Σάμο με τις 12-15.000 κατοίκους και τα 18 χωριά της, από τα οποία 3 έμοιαζαν με πόλεις. Μολαταύτα δεν έγινε εκεί καμμιά μόνιμη εγκατάσταση.
Ο Tarillon αναφέρει ότι ό αριθμός των καθολικών τής Χίου, παρά τούς διωγμούς, αυξήθηκε από 3.000 (έναντι 10.000 Τούρκων και 100.000 ορθοδόξων) σε παραπάνω από 7.000, αλλά η είδηση δεν είναι ακριβής. Πάντως γεγονός είναι ότι κατά τα μέσα του 18ου αι. οι καθολικοί κατόρθωσαν να προσηλυτίσουν έναν αριθμό ορθοδόξων, πράγμα πού προκάλεσε νέα ένταση στις σχέσεις των δύο στοιχείων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός ομαδικού προσηλυτισμού 80 ορθοδόξων του χωριού Δαφνώνας, οι οποίοι στην αλληλογραφία των καθολικών αναφέρονται ως neofotisti και neofiti. Τέλος η αρμονική συμβίωση αποκαθίσταται και πάλιν, πολλές μάλιστα εκκλησίες μέσα στην πόλη και στην ύπαιθρο εξυπηρετούν τις κοινές πνευματικές ανάγκες των κατοίκων των δύο δογμάτων (το δεξιό κλίτος για τούς ορθοδόξους και το αριστερό για τούς καθολικούς) και τελούνται μεικτοί γάμοι, οι οποίοι όμως απορροφούν βαθμιαία την μειοψηφία.
Η κατάπτωση τής καθολικής εκκλησίας είναι περισσότερο έκδηλη κατά το δεύτερο μισό του 18ου αι.: στα 1757 οι καθολικοί είναι περίπου 1.600 και στα 1791 μόνο 1.101. Κάπου κάπου παραπονούνται για καταδρομές των ορθοδόξων εκκλησιαστικών κύκλων. Το τελειωτικό κτύπημα το έδωσε η καταστροφή τής Χίου στα 1821.
Σήμερα την καθολική κοινότητα της Χίου την αντιπροσωπεύουν 20 περίπου ελληνικές οικογένειες με τον μοναδικό τους ιερέα.
Η ίδια τροχιά προς την παρακμή των καθολικών κοινοτήτων διαγράφεται και στα άλλα νησιά του Αιγαίου, στην Νάξο, Σύρα, Πάρο, Άνδρο κ.α.

Οι καθολικοί στην Νάξο.
Η πιο σπουδαία έδρα του καθολικισμού στις Κυκλάδες εξακολουθεί να είναι η Νάξος, της οποίας, όπως είδαμε, επίσκοπος, μετά την υποταγή τής Ρόδου στα 1522, έλαβε την πρώτη θέση στην ιεραρχία τής καθολικής εκκλησίας μέσα στο Αιγαίο. Η λατινική αρχιεπισκοπή Νάξου περιελάμβανε, όπως και σήμερα, την Νάξο, Πάρο και Αντίπαρο. Η αίγλη τής νέας αρχιεπισκοπής είχε ενισχυθή με την εγκατάσταση των φραγκισκανών (εκκλησία έχουν την Annuziata, πού κτίζουν στα 1535) και των ιησουιτών στα 1627, όπως έχουμε ιδεί στον προηγούμενο τόμο.
Ακολουθούν όμως τα δυσμενή για τούς καθολικούς γεγονότα, η υποτέλεια (1537) και τέλος εξαφάνιση (1566) του δουκάτου του Αιγαίου, καθώς και οι ποικίλες καταπιέσεις σε βάρος των αρχιεπισκόπων dalla Cavele, Pisani καί Domenico della Grammatica, πού έχουν καταστρεπτικές συνέπειες. Έτσι, όταν στις αρχές του 17ου αι. έρχεται ό τέταρτος αρχιεπίσκοπος Rendi, δεν υπάρχει κτηματική περιουσία τής δυτικής εκκλησίας στο νησί. Έχει πουληθή και βρίσκεται στα χέρια των δυνατών του τόπου, όπως μας πληροφορεί ό ίδιος ό αρχιεπίσκοπος στην έκθεσή του του 1601, όπου μας δίνει ποικίλες και ενδιαφέρουσες άλλες πληροφορίες για τις επιτυχείς προσπάθειές του ν’ αποκτήση διάφορα προνόμια για την καθολική εκκλησία των Κυκλάδων.
Επλήρωνε για την Εκκλησία του στην Νάξο και Πάρο 24 τσεκίνια τον χρόνο, στον καπουδάν πασά 8 τσεκίνια, για την εκκλησία του Αγ. Αντωνίου 4 τσεκίνια και πολλά άλλα ακόμη μικρά και μεγάλα ποσά για διαφόρους λόγους στον σουλτάνο, καπουδάν πασά και στον μπέη των γαλερών τής Νάξου. Μολαταύτα, από τον φόβο των αβανιών και από την φτώχεια του δεν τολμούσε να συγκεντρώση τούς επισκόπους και ιερείς τής δικαιοδοσίας του, Νάξου, Πάρου, Σύρας, Άνδρου, Μήλου και Σαντορίνης. Το κοινωνικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ζούσαν οι καθολικοί του νησιού στα 1700, ήταν το εξής: Οι απόγονοι των φεουδαρχών ζούσαν στον κόσμο τους με κύρια απασχόληση το κυνήγι ή έμεναν κλεισμένοι και απομονωμένοι συνήθως μέσα στους τετράγωνους πύργους τής έξοχής ή στο Κάστρο, αιχμάλωτοι των απαρχαιωμένων ιδεών και συνηθειών τους, φροντίζοντας να μη έλθουν σε επιγαμίες με τις επίσημες ορθόδοξες οικογένειες, πού κατοικούσαν έξω απ’ αυτό και οι οποίες δεν υστερούσαν και αυτές σε ματαιοδοξία: και οι μεν και οι δε δεν μιλούσαν για τίποτε άλλο παρά για τα περασμένα μεγαλεία τους, για τα γενεαλογικά τους δένδρα, των Justiniani, των Grimaldi, των Sommaripa των Παλαιολόγων ή Κομνηνών. Και όμως οι περήφανοι αυτοί ευγενείς, όταν έφθανε στο νησί ό πιο ασήμαντος μπέης γαλιότας, έσπευδαν ν’ αλλάξουν τον βελούδινο σκούφο τους με τον κόκκινο πού φορούσαν οι καταδικασμένοι να κωπηλατούν στις γαλέρες και έτρεμαν εμπρός στον πιο μικρό αξιωματικό του καραβιού. Γελοία επίσης για τούς ξένους, αλλά γραφική και εκφραστική του κλίματος των ιδεών, ήταν και η επιστροφή των οικοδεσποινών, μετά τον τρυγητό, από την έξοχή στο Κάστρο: 30-40 γυναίκες του σπιτιού στην σειρά, άλλες πεζή και άλλες επάνω σε γαϊδούρια κρατώντας επιδεικτικά διάφορα φορέματα ή σκεύη, ακολουθούσαν την κυρία πού ανεβασμένη σ’ ένα ψωροάλογο έμπαινε και περνούσε θριαμβευτικά μέσ’ από τους στενούς, λοξούς και λιθόστρωτους δρόμους του κάστρου.
Παρ’ όλες όμως τις δυσκολίες τους οι καθολικοί τής Νάξου, συσπειρωμένοι γύρω από τον αρχιεπίσκοπό τους, τελούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Αξίζει να μνημονευθή ιδιαίτερα η δράση ενός θρησκευτικού σωματείου, τής «Αδελφότητος του Αγιωτάτου σώματος του Χριστού» (έτος ιδρύσεως 1226), τής «Confraternita del sanrissimo Corpo di Cristo». Από την έκθεση του αποστολικού επισκέπτη Tarillon αντλούμε αρκετά ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την αδελφότητα αυτή, πού ονομαζόταν τότε «η αδελφότης των μετανοούντων ή του Εσταυρωμένου» και είχε την έδρα στο δουκικό παρεκκλήσι, στην «Κυρά μας Καπέλλα». Η αδελφότητα δρούσε σύμφωνα με τούς κανονισμούς τής Ρώμης και πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στους κατοίκους του νησιού. Μέλη της ήταν πια όχι μόνο λατίνοι, αλλά και ορθόδοξοι. Τελούσαν δημόσια λειτουργία την Σαρακοστή και τις μεγάλες γιορτές του χρόνου, περιέθαλπαν φτωχές οικογένειες και φρόντιζαν να φέρνουν την Θεία Κοινωνία στους ασθενείς.
Το σχολείο που είχαν ανοίξει οι ιησουίτες στα 1627 δεν είχε αποδώσει, επί πολλά χρόνια, καλούς καρπούς. Σ’ αυτό διδάσκονταν τα στοιχειώδη γράμματα. Άλλοι μάθαιναν να διαβάζουν και να γράφουν ιταλικά ή ελληνικά, άλλοι μελετούσαν πιο συστηματικά, για να καταλαβαίνουν και να μιλούν καλά τα ιταλικά, άλλοι, οι πιο προχωρημένοι, σπούδαζαν την λατινική γραμματική και γλώσσα και άλλοι επιδίδονταν στην λογοτεχνία. Όσοι απ’ αυτούς ήθελαν ν’ ακολουθήσουν το ιερατικό στάδιο, έπρεπε απαραίτητα να κάνουν λατινικά. Ο αρχιεπίσκοπος μάλιστα τούς επίεζε προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί δεν υπήρχε έφεση και σχεδόν όλοι ήταν ικανοποιημένοι με το να εξηγούν το ευαγγέλιο και το προσευχητάριο. Ο ανώνυμος καθολικός ιερωμένος, πού μας τα αφηγείται αυτά, είναι απογοητευμένος από την επίδοση των μαθητών και τα αισθήματά του τα συμμερίζονται, φαίνεται, και οι άλλοι μοναχοί: «όταν τα παιδιά, γράφει, γίνωνται 15 ή 20 ετών, δεν έχουν πια διάθεση για γράμματα• είναι φυγόπονοι και ζητούν να επωφεληθούν περισσότερο από την σχολή του Βάκχου παρά του Απόλλωνα». Είναι όμως ικανοποιημένοι οι ιησουίτες, όταν οι μαθητές τους βγαίνουν από το σχολείο καταρτισμένοι τουλάχιστο στις αρχές τής πίστεως.
Με το πέρασμα του χρόνου βελτιώνεται η εργασία του σχολείου αυτού, το οποίο — αν εξαιρέση κανείς δύο μικρές διακοπές, μεταξύ 1773-1782 και 1887-1891 — λειτούργησε ως τα 1927, δηλαδή 300 περίπου χρόνια. Ύστερα από την Μεγάλη του Γένους Σχολή, είναι το μόνο εκπαιδευτικό ίδρυμα πού έχει να παρουσιάση τόσο μακροχρόνιο βίο. Η πλούσια βιβλιοθήκη του, τα Αρχεία και τα ωραία του έπιπλα λεηλατήθηκαν από τούς Ιταλούς κατά την Κατοχή 1941-1943, ενώ το κτίριο κατερειπώθηκε ύστερ’ από τον βομβαρδισμό τής στρατωνισμένης εκεί μέσα γερμανικής φρουράς από την συμμαχική αεροπορία. Αυτό ήταν και το τέλος του εκπαιδευτικού ιδρύματος.
Οι ιησουίτες με την μειλίχια και ευγενική στάση τους προσπαθούν και κατορθώνουν να κερδίσουν την αγάπη και την εύνοια των ορθοδόξων ιερέων και επισκόπων, ώστε να τους επιτρέπουν να κάνουν κηρύγματα και κατήχηση μέσα στις εκκλησίες τους. «Οι συνηθισμένες μας απασχολήσεις, γράφει στα 1714 ό αποστολικός επισκέπτης Tarillon, στο Κάστρο είναι τα κηρύγματα της Σαρακοστής και του Σαρανταήμερου στην μητρόπολη και στην εκκλησία μας, όπου το ακροατήριο αποτελείται από Λατίνους και Έλληνες, οι διδαχές στις συναθροίσεις του Σαββάτου και οι κατηχήσεις των αγοριών την Κυριακή και των κοριτσιών την Δευτέρα. Εκτός απ’ αυτά έχουμε μιά μεγάλη τάξη παιδιών των Λατίνων και των Ελλήνων, όπου οι νέοι κληρικοί ανατρέφονται ξεχωριστά. Κάθε Παρασκευή, μετά το γεύμα, ένας από τούς πατέρες μιλεί στην μητρόπολη για διάφορα θέματα συνειδήσεως και ό αρχιεπίσκοπος είναι παρών πάντοτε με τον κλήρο του. Ο πατήρ εξηγεί πρώτα τα ζητήματα, έπειτα ό καθένας προβάλλει τα προβλήματά του».
2. Στην Νάξο, εκτός από τούς ιησουίτες, είχαν έλθει στα 1627, όπως είδαμε, ως μισσιονάριοι και οι καπουκίνοι, στους οποίους είχε παραχωρηθή ένα καλό κτήμα. Οι καπουκίνοι ίδρυσαν το μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου του Παταβίνου και σύγχρονα άνοιξαν και σχολείο, όπου εδίδασκαν ανάγνωση, γραφή, λίγη γραμματική και αριθμητική. Στα 1678 επισκέπτεται το σχολείο (αριθμούσε τότε 55 μαθητές), ό αποστολικός επισκέπτης Venier, ό οποίος λέγει στους μοναχούς να φροντίσουν για την συντήρησή του, γιατί ήταν η «πεμπτουσία των ιεραποστολών, και ότι ή Ιερή Προπαγάνδα δεν τούς συνιστούσε τίποτε άλλο» . Ο ανταγωνιστικός όμως ζήλος μεταξύ ιησουιτών και καπουκίνων τούς έφερνε κάποτε σε οξείες διενέξεις και ρήξεις. Αν κοντά σ’ αυτές ό αναγνώστης προσθέση και τις ιδεολογικές ζυμώσεις και προστριβές ορθοδόξων και λατίνων, θα σχηματίση μιά σωστή ιδέα για μερικά μαύρα σύννεφα, πού σκοτείνιαζαν κάπου κάπου την θρησκευτική ατμόσφαιρα του μικρού νησιού.
Γενικά, αν εξαιρέση κανείς την μονή των φραγκισκανών, την αρχαιότερη μέσα στο νησί, τής οποίας οι μοναχοί κάθε άλλο παρά λειτουργοί τού Θεού ήταν, εσωτερική οργάνωση τής εκκλησίας και η ζωή των καθολικών ιερωμένων τής Νάξου ήταν καλή. Η φιλάνθρωπή τους μάλιστα συμπεριφορά απέναντι των φτωχών και ασθενών, σε οποιοδήποτε θρησκευτικό δόγμα και αν ανήκαν, ήταν χτυπητή, ιδίως σε καιρούς επιδημιών και πολιτικών ανωμαλιών. Γι’ αυτό η παρουσία τους δεν ήταν δυσάρεστη στους ορθοδόξους. Στις θρησκευτικές τους γιορτές ήταν παρών και ό ίδιος ορθόδοξος κλήρος ή και συχνά έπαιρνε ενεργό μέρος. Πολύ γραφική μάλιστα εικόνα παρουσίαζε η πομπή των ορθοδόξων, όταν με τον σταυρό, τα λάβαρα, τα εξαπτέρυγα και με τις ψαλμωδίες προϋπαντούσαν έξω από το χωριό τους τον αποστολικό επισκέπτη ή άλλον καθολικό επίσημο.
Οι μητροπολίτες και οι παπάδες τής Νάξου είναι φιλελεύθεροι στις σχέσεις τους με τούς καθολικούς: τούς αφήνουν να κηρύσσουν στις εκκλησίες, κάποτε μάλιστα τούς παρακαλούν, αλλά είναι αφοσιωμένοι στην ορθοδοξία και δεν δέχονται καμία αλλαγή στο δόγμα τους ή καμιά αυθαιρεσία σε βάρος τής εκκλησιαστικής τους περιουσίας. Η αντίδρασή τους μάλιστα είναι ισχυρότερη, όσο εξασθενεί η δύναμη των τοπικών αρχόντων. Έτσι π.χ. οι κάτοικοι του χωριού Φιλώτι στα 1714 υπερασπίζουν με πείσμα την εκκλησία τους, πού ό φεουδάρχης τους Χρύσανθος Μπαρότσης μηχανεύεται να την κάνη κτήμα των δυτικών, «την γονικήν μας ενοριακήν εκκλησίαν κυρίαν Θεοτόκον, η οποία ανηγέρθη και ανεκαινίσθη από τον καιρόν του αειμνήστου Κομνηνού του βασιλέως και την είχαν και οι προπάτορές μας και ημείς έως την σήμερον», όπως γράφουν στον πατριάρχη Κοσμά τον από Αλεξανδρείας.
Στο νησί ζουν επίσης και μερικές δομινικανές μοναχές, αλλά χωρίς αυστηρούς κανόνες. Αυτές, κατά τα τέλη του 18ου αι. σύμφωνα με έκθεση (της 5 Απριλίου 1792) του αρχιεπισκόπου Crispi, ζούσαν έξω από το μοναστήρι, μέσα στα σπίτια τους. Επειδή όμως ό τρόπος τής ζωής τους δεν ήταν κόσμιος, ό λατίνος ιεράρχης έγραφε ότι δεν επρόκειτο να ντύση άλλες με το μοναχικό ένδυμα, αλλά θα τις άφηνε (τις 9 πού είχαν απομείνει από τις 14) να εξακολουθήσουν την ζωή τους, ωσότου σβήσουν η μιά ύστερ’ απ’ την άλλη. Οι διάδοχοί του κατόπιν ας έκαναν ό,τι θα τούς υπαγόρευε η φρόνηση και ό ζήλος τους.
Πάντως αισθητή ήταν η ανάγκη για την ίδρυση ενός γυναικείου μοναστηριού με αυστηρούς μοναχικούς κανονισμούς. Στα 1714 κιόλας είχε προτείνει ό Tarillon να ιδρυθή μοναστήρι ουρσουλινών υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα δεν θα παρουσίαζε δυσκολίες, αρκεί 2-3 Γαλλίδες μοναχές ν’ αναλάμβαναν μέσα σε 4-5 χρόνια να εκπονήσουν τον κανονισμό και να γίνουν κατόπιν πρότυπα μοναστικής αρετής και ζωής. Η σκέψη αυτή είχε κιόλας προχωρήσει, αφού μάλιστα ό αρχιεπίσκοπος από την παλιά οικογένεια των Ιουστινιανών είχε παραχωρήσει —για το μελλοντικό αυτό ίδρυμα— μεγάλο οικόπεδο στο ωραιότερο μέρος του Κάστρου. Τρόφιμες του μοναστηριού αυτού θα ήταν τόσο οι νέες χήρες, πού συνήθιζαν να μην ξαναπαντρεύωνται στα νησιά του Αιγαίου, όσο και πολλές νέες κοπέλλες πού δεν παντρεύονταν, γιατί δεν είχαν την περιουσία την ανάλογη με την κοινωνική τους θέση ή και δεν είχαν καθόλου περιουσία, εφόσον την κληρονομούσε, κατά το φεουδαλικό δίκαιο, ό πρωτότοκος γιος ή η πρωτότοκη κόρη. Οι υστερότοκοι ακολουθούσαν συνήθως το εκκλησιαστικό στάδιο και οι κόρες έμεναν στο σπίτι με το ένδυμα τής δομινικανής, ενώ στην πραγματικότητα έκαναν υπηρετική εργασία. Εκτός όμως από τις απόκληρες αυτές, υπήρχαν και άλλες, τόσο καθολικές όσο και ορθόδοξες, πού επιθυμούσαν ν’ ακολουθήσουν το μοναχικό στάδιο.
Πραγματικά αργότερα, του αρχιεπισκόπου Antonio Maturi (1733- 1749), ιδρύεται επιτέλους το μοναστήρι των ουρσουλινών , πού σώζεται ως σήμερα. Το μοναστήρι αυτό, καθώς και το αντίστοιχο των δομινικανών τής Σαντορίνης, ήταν τα μόνα γυναικεία καθολικά μοναστήρια στην Ανατολή.
Οι ουρσουλίνες, αντίθετα προς τις δομινικανές, αποτελούσαν πρότυπα μοναχικού βίου και αρετής και ασκούσαν ευεργετικές επιδράσεις στην μικρή κοινωνία τής Νάξου. Διατηρούσαν σχολείο για τα κορίτσια των καθολικών και τα δίδασκαν όχι μόνο εργόχειρα, αλλ’ ανάγνωση, γραφή και προ πάντων την κατήχηση. Και όλ’ αυτά μέσα σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες, γιατί είχαν χάσει το μεγαλύτερο μέρος του μικρού τους κεφαλαίου, πού το είχαν καταθέσει σε μερικούς Γάλλους εμπόρους της Κωνσταντινουπόλεως, Σμύρνης και Θεσσαλονίκης, οι οποίοι είχαν πτωχεύσει.
Οι αντικειμενικές όμως συνθήκες γενικά στην Ανατολή είναι δυσμενείς για τον καθολικισμό. Όπως παρατηρήσαμε και στα άλλα κέντρα του, έτσι και στην Νάξο κατά τα τέλη του 18ου αι. φανερή είναι η παρακμή τής καθολικής κοινότητας και των θρησκευτικών της ιδρυμάτων. Κύρια αίτια: οι βενετοτουρκικοί πόλεμοι, οι αυθαιρεσίες Βενετών και Τούρκων σε βάρος των νησιωτών και η βαθμιαία πνευματική και εθνική αφύπνιση των Ελλήνων. Τι θα μπορούσε να κάνη ό ζήλος των ιεραποστόλων εμπρός στην ακατανίκητη φορά των πραγμάτων;
Μολαταύτα οι ιησουίτες τής Νάξου αγωνίζονται ν’ αποδώσουν όσο το δυνατόν περισσότερα. Με κέντρο το νησί τους περιοδεύουν κατά καιρούς, κάνουν διδαχές και σημειώνουν, φαίνεται, ορισμένες επιτυχίες στα νησιά, Σίφνο, Σέριφο, Τζιά (Κέα), Θερμιά (Κύθνο), Άνδρο, Πάρο, Αντίπαρο, Τήνο, Μύκονο, Ικαρία και Κίμωλο, δηλαδή ανάμεσα σε περισσότερους από 40.000 κατοίκους. Υπερβολικά όμως, αν όχι ασύστατα, είναι όσα γράφει ό αποστολικός επισκέπτης Tarillon στα 1714, ότι οι επιτυχίες τους είχαν ξεπεράσει τις προσδοκίες τους. Φαίνεται ότι δεν επρόκειτο τόσο για την εξάπλωση του δυτικού δόγματος, όσο τής επιρροής τους, κυρίως στην Πάρο, όπως θα ιδούμε λίγο παρακάτω.
Κατά τα τέλη του 18ου αι., συγκεκριμένα μετά την άφιξη και κατά την μακριά παραμονή του ρωσικού στόλου στο Αιγαίο, η θέση των καθολικών γίνεται δύσκολη, γιατί αναζωπυρούνται οι θρησκευτικές αντιθέσεις. Στην έδρα του δουκάτου, στην Νάξο, εξακολουθούν βέβαια να επιζούν μερικές από τις παλιές φεουδαρχικές οικογένειες, πού είχαν κάποιους συγγενικούς δεσμούς με τον δουκικό οίκο των Crispi, όπως π.χ. οι Sommaripa, Grimaldi, Barozzi, Sforza-Castri, Cocco, Baseggio, Della Rocca και Coronello (υπήρχαν και δυό άλλες οικογένειες, πού είχαν εγκατασταθή τον 17ο αι. στο νησί, του Raymond de Modena και του Lastique de Vigouroux), η δύναμη όμως όλων αυτών των οικογενειών είχε μειωθή σημαντικά. Ό,τι είχε απομείνει από την αίγλη του αρχαίου δουκάτου ήταν το παλάτι, πού κατέρρεε κι’ αυτό σε ερείπια, ένας τετράγωνος πύργος στην κορυφή του Κάστρου, από το κιγκλιδωτό μπαλκόνι του οποίου η θέα προς την απέραντη θάλασσα ήταν γοητευτική. Μόνον η θρησκευτική εξουσία αντιπροσωπευόταν με τον καθεδρικό πεντάκλιτο ναό (έργο του πρώτου δούκα), στο δάπεδο του οποίου σώζονται ακόμη ως σήμερα πολλές επιτάφιες πλάκες με τα ονόματα των παλιών φραγκικών οικογενειών. Ο λατίνος αρχιεπίσκοπος είχε μικρά εισοδήματα, κατ’ αντίθεση προς τον ορθόδοξο.
Στα 1773 οι ιησουίτες αποχωρούν από την Νάξο, καθώς και από τις άλλες θέσεις τους στην Ανατολή, γιατί το τάγμα τους καταργείται επί Κλήμεντος ΙΔ’ (1769-1774). Στα καθήκοντά τους και στα κτήματα τούς υποκαθιστούν οι λαζαριστές στα 1782 ή 1783, σύμφωνα με διάταγμα του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ και με την έγκριση του πάπα Πίου ΣΤ’ (1775-1799).
Η υποκατάσταση των ιησουιτών είναι γενική σε όλες τις έδρες των αποστολών τους στην Εγγύς Ανατολή, και σε όλα τα έργα τους τόσο τα θρησκευτικά όσο και τα διδακτικά. Οι λαζαριστές έχουν το κέντρο τους στο Παρίσι και προστάτη τους άγιο τον Vincent de Paul. Δεν διέπονται από τις αυστηρές διατάξεις των άλλων μοναχικών ταγμάτων και είναι πιο κοινωνικοί και ευχάριστοι στον λαό. Αυτοί με το διδακτικό τους έργο συντελούν, ώστε η γαλλική να εξακολουθή να μιλιέται πάρα πολύ στο νησί.
Μολαταύτα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 18ου αι. οι νέες αναταραχές και οι πολεμικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο, η έκρηξη της γαλλικής επαναστάσεως, η βαθμιαία κοινωνική και εθνική αφύπνιση των ορθοδόξων χωρικών, ό φανατικός ζήλος του επισκόπου τους, αλλά και η αντίδραση των δυνατών καθολικών φεουδαρχών, οξύνουν πάλι τις σχέσεις των δύο στοιχείων και προκαλούν νέες προστριβές μεταξύ τους
Ο επίσκοπος Ιωάννης Βαπτιστής Crispi στην έκθεσή του της 25 Απριλίου 1792 καταγγέλει με τα εξής την εχθρική στάση το συναδέλφου του ορθόδοξου επισκόπου: «Οι Έλληνες σχισματικοί (ορθόδοξοι) υπερβαίνουν τον αριθμό των 10.000 ψυχών• οι παπάδες και οι καλόγεροί τους είναι πάνω από 100. Τρέφουν πάντα μίσος αδυσώπητο εναντίον των καθολικών, το οποίο αυξάνει από τις ευκαιρίες και το θάρρος, πού τούς δίνει η προπετής εξουσία του κακόβουλου και κακόπιστου αρχιεπισκόπου τους. Αυτός ασκεί τόση επιρροή στο πνεύμα όλων με το να είναι ό απόλυτος κύριος και ό μοναδικός δεσποτικός άρχοντας του τόπου. Γι’ αυτό και οι δικοί του τολμούν κάθε λίγο να χλευάζουν, ν’ αδικούν και να ταπεινώνουν όχι μόνο τα πρόσωπα των πολλών δικών μας καθολικών, αλλ’ ακόμη και τις ίδιες τις εκκλησίες μας, όχι τόσο ακόμη αυτές πού βρίσκονται μέσα στο φρούριο, γιατί είναι καλά ασφαλισμένες και προφυλαγμένες, αλλ’ αυτές πού έχουμε έξω από το φρούριο, στο προάστειο (borgo), και τις άλλες εκκλησούλες τής υπαίθρου. Σπάζουν τις πόρτες, ρίχνουν μέσα ακαθαρσίες και καταστρέφουν τα ομοιώματα, καθώς και κάθετι άλλο ιερό πού βρίσκεται εκεί. Και όταν σε τέτοιες περιπτώσεις εκφράζω τα δίκαια παράπονά μου ζητώντας ικανοποίηση, υποκρίνεται (ό Έλληνας αρχιεπίσκοπος) ότι λυπάται, απειλεί με τιμωρίες αυτούς πού εγκλημάτησαν και υπόσχεται ότι θα προβή σε επισκευές. Όλα όμως τελειώνουν με ωραία λόγια και αρχίζουμε πάλι από την αρχή. Αυτό σημαίνει καθαρά ότι η αυτός είναι εκείνος πού τα προκαλεί όλα αυτά ή τουλάχιστο έχει γνώση ότι διαπράττονται παρόμοιες απρέπειας».
Ποια όμως είναι ή αλήθεια; Ποιος έχει την ευθύνη για την κατάσταση αυτή; Ο περιηγητής Olivier, αφού δίνει πληροφορίες για τον κλήρο και των δύο δογμάτων, για τα θρησκευτικά ιδρύματα και τις λαμπρές τελετές, καθώς και για τις διενέξεις του, κακίζει τούς ιερείς, γιατί κυβερνούν τον τόπο με μιά σιδερένια βέργα και κάνουν, χωρίς να το θέλουν, τούς κατοίκους περισσότερο κακούς παρά ευσεβείς, πιο φιλόδικους, πιο ταραξίες παρά δίκαιους και φιλάνθρωπους».

Οι καθολικοί στην Σύρα και Πάρο.
Απ’ όλα τα νησιά του Αιγαίου η Σύρα (βλ. εκ. 10), το άγονο και φτωχικό νησί με την μιά μόνο κωμόπολη , εξακολουθεί να έχη τον συμπαγέστερο πληθυσμό καθολικών. Η συντριπτική τους πλειονότητα είχε κάνει πολλές ξένες φραγκικές οικογένειες (μετά την κατάλυση των φραγκικών ηγεμονιών στην ηπειρωτική Ελλάδα, στα νησιά του Β. Αιγαίου και ιδίως στο δουκάτο του Αιγαίου, 1566) ν’ αναζητήσουν καταφύγιο στο νησί, το γνωστό για την αφοσίωσή του στον πάπα.
Στην Σύρα λοιπόν είχε δημιουργηθή ένας δυναμικός πυρήνας καθολικών, οι Φ ρ α γ κ ο σ υ ρ ι α ν ο ί, οι οποίοι αφομοιώνουν και τις επήλυδες ορθόδοξες οικογένειες, πού έρχονται και αυτές εκεί κατά διάφορες εποχές μετά την τουρκική κατάκτηση, από διάφορα μέρη του ελληνισμού, από την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα κλπ. Αν οι οικογένειες αυτές προσήλθαν στον καθολικισμό, οφείλεται, νομίζω, στο ότι ήταν εύπορες και παλιές αρχοντικές και θέλησαν να συγγενέψουν και να συνδεθούν με τις όμοιές τους καθολικές. Μολαταύτα μιά μικρή και συνεκτική ομάδα ορθοδόξων έμενε πάντα σταθερή στις πεποιθήσεις της.
Στο νησί δρουν όχι μόνο μοναχοί, αλλά και μοναχές φραγκισκανές και δομινικανές και αργότερα, δεύτερο μισό του 17ου αι. οι ουρσουλίνες. Όλες αυτές, εκτός από εξαιρέσεις, δεν μένουν σε μονές, αλλά στα σπίτια τους. Επικεφαλής έχουν ηγούμενο και η πνευματική τους μόρφωση οφείλεται στους αντίστοιχους μοναχούς.
Η συμπαγής αυτή καθολική κοινότητα τής Σύρας δέχεται, όπως είδαμε, ισχυρό πλήγμα με την επιδρομή και λεηλασία του Κάστρου στις 18 Νοεμβρίου 1617 από τούς Τούρκους. Μετά το γεγονός αυτό παρατηρείται συνεχής αύξηση του αριθμού των ορθοδόξων.
Οι καθολικοί όχι μόνο λιγοστεύουν, αλλά φτωχαίνουν και αδυνατούν να συντηρήσουν την μητρόπολή τους. Έτσι οι επίσκοποι Σύρου κατά τα μέσα του 18ου αι. αντιμετωπίζουν μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες, ακόμη και στο ζήτημα τής αγοράς τής ιερατικής στολής και τής διατροφής τους. Ζητούν λοιπόν και παίρνουν επιχορηγήσεις από την Αγία Έδρα και από την Γαλλία. Προσπάθεια για την τόνωση του σημαντικού αυτού κέντρου του καθολικισμού παρατηρούμε μεταξύ 1744-1773, οπότε εγκαθίστανται και δρουν στο νησί οι ιησουίτες. Έτσι κατά την διάρκεια του 18ου αι., και ως τα τέλη του σχεδόν, οι αναλογίες ορθοδόξων και καθολικών δεν παρουσιάζουν σημαντικές αλλαγές. Ίσως η στάσιμη αυτή αντιστοιχία οφείλεται στην παράλληλη εγκατάσταση και καθολικών στο νησί, πού προέρχονταν από την Δυτική Ευρώπη. Όπως παρατηρούσε ό Della Rocca στα 1790, από τα οικογενειακά ονόματα του νησιού τα 3/4 ήταν ευρωπαϊκά: Damiraglia, Rousseaux, Rossi, Capello, Damolfi, Della Rocca, Dapola, De la Croix, La Pierre, Marinelli, Bridesi, Dalegio, Durazzo, Privilegio, Vacondio κ.λ.π. . «Η κατά δόσεις εγκατάστασις Φράγκων μετοίκων, παρατηρεί ό ιστορικός του νησιού Δρακάκης, διηυκόλυνε μεγάλως τον εξελληνισμόν των, ως επίσης και το γεγονός, ότι οι εγκατασταθέντες Φράγκοι κατήγοντο εκ διαφόρων μερών τής Ευρώπης και ως εκ τούτου δεν είχον τας αυτάς παραδόσεις, συνηθείας, γλώσσαν και έθιμα, πράγμα όπερ αν συνέβαινεν, θα συνετέλει εις την δημιουργίαν συμπαγούς πυρήνος με αλλοδαπήν σύνθεσιν».
Έτσι κατά τα τέλη του 18ου αι. η Σύρα εξακολουθούσε να είναι το προπύργιο του καθολικισμού μέσα στις Κυκλάδες και είχε πολλούς κληρικούς, 40-50, μερικοί από τούς οποίους είχαν κάνει τις σπουδές τους στην Ρώμη ή σε άλλα μέρη τής Δυτικής Ευρώπης. Πολλοί απ’ αυτούς δίδασκαν στους νέους ανάγνωση, γραφή και τα πρώτα στοιχεία τής θρησκείας και είχαν κάνει το νησί φυτώριο των ιερωμένων τής Ανατολής: σε όλα σχεδόν τα λιμάνια της, όπου υπήρχε πρόξενος τής Γαλλίας, συναντούσε κανείς και ένα καθολικό ιερέα από την Σύρα. Σύγχρονα οι 25 μοναχοί του τάγματος των καπουκίνων και άλλες τόσες του Αγίου Ιακώβου (Jecobines) συμπλήρωναν την εικόνα της καθολικής εκείνης εστίας. Εκτός απ’ αυτές, δύο ουρσουλίνες πού περνούσαν μιά μεμπτή ζωή στα σπίτια των γονέων τους, φρόντιζαν για την αγωγή των κοριτσιών. Την θέση του νησιού αυτού μέσα στο Αιγαίο την χαρακτηρίζει με τα εξής ό Della Rocca: «Αν και βρίσκεται στην μέση ενός χάους από πλάνες (θρησκευτικές) η Σύρα, δεν υστερεί σε ό,τι αφορά την θρησκεία από τις χώρες πού βρίσκονται στο κέντρο του χριστιανισμού. Για όσους δεν γνωρίζουν καλά την Ανατολή είναι μια ευχάριστη έκπληξη να βλέπουν, όταν αγκυροβολούν στην Σύρα, την ελευθερία με την οποία εκδηλώνεται δημοσία η καθολική λατρεία και κυρίως κατά την λιτανεία της Αγίας Δωρεάς. Την ημέρα αυτής της σεμνής τελετής, όσα πλοία των χριστιανικών δυνάμεων βρίσκονται στο λιμάνι της σημαιοστολίζονται και χαιρετούν την πομπή με πολλές κανονιές. Αυτή η γλυκιά ελευθερία πού χαίρεται η Σύρα είναι ό καρπός της προστασίας του βασιλιά τής Γαλλίας». Από τις εκκλησίες και τα ιδιωτικά παρεκκλήσια αντηχούσε συχνά το μελωδικό πολυχρόνιο: «Domine salvum fac regem nostrum Ludovicum». Ο βασιλιάς τής Γαλλίας ήταν «le roi tres-chretiem».
Από τα τέλη όμως του 18ου αι. η αναχώρηση πολλών καθολικών προς τα αστικά κέντρα τής αυτοκρατορίας, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και Θεσσαλονίκη, για να εξασφαλίσουν τα οικονομικά μέσα για τις οικογένειές τους, καθώς και η άφιξη άλλων ορθοδόξων από τα γειτονικά νησιά, ή παντρειά μερικών απ’ αυτούς με καθολικές και η οριστική εγκατάστασή τους εδώ αλλοιώνουν βαθμιαία, αλλ’ αποφασιστικά την παλιά σύνθεση του πληθυσμού.
Ευνοϊκούς όρους για την εξάπλωση του δυτικού δόγματος μέσα στα νησιά και ιδίως σε εκείνα πού είχαν επίκαιρη θέση και κάποιους οικονομικούς πόρους είχαν δημιουργήσει κατά τον 17ο αι. μέσα στο Αιγαίο οι βενετοτουρκικοί πόλεμοι και ιδίως η δράση των καθολικών πειρατών. Το σπουδαιότερο από τα νησιά αυτά ήταν η Πάρος. Το νησί αυτό (με τις τρεις κωμοπόλεις, την Νάουσα ή Άγουσα, την Παροικία με τα σπίτια και την εκκλησία της τα καμωμένα από λείψανα και θραύσματα από αρχαία οικοδομήματα , την Κέφαλο και τα 5-6 χωριά), φημισμένο για την γονιμότητά του, για τα σιτηρά, για το κρασί και το βαμβάκι, καθώς και για τις πηγές του, είχε καλά και απάνεμα λιμάνια, πράγμα πού έκανε τις μοίρες του βενετικού στόλου ή τούς πειρατές να τα επισκέπτωνται συχνά (βλ. χάρτη 4). Επόμενο ήταν οι κάτοικοι να υποφέρουν πολύ από τις ποικίλες καταπιέσεις και αυθαιρεσίες τους και ν’ αποβλέπουν προς την ανακούφισή τους από τα δεινά αυτά. Δύο ήταν οι δρόμοι σωτηρίας τους: 1) να τούς μετοικίση η Πύλη σε άλλους τόπους, πράγμα δυσκατόρθωτο• ή 2) να εγκατασταθούν στο νησί τους ιησουίτες και καπουκίνοι, οι οποίοι —εκτός από τις άλλες ποικίλες υπηρεσίες πού θα μπορούσαν να προσφέρουν (πνευματικές, εκπαιδευτικές και ιατρικές) — με τις φιλικές τους σχέσεις με τούς πειρατές θ’ απέτρεπαν τις καταδυναστεύσεις σε βάρος των νησιωτών.
Εδοκίμασαν και τούς δύο τρόπους, αλλά στα σοβαρά ενδιαφέρθηκαν μόνο για την εγκατάσταση των καθολικών μοναχών. Ίσως γιατί προς αυτήν την λύση τούς ωθούσαν και οι λίγοι καθολικοί του νησιού. Πράγματι, στα 1765, ύστερ’ από αλλεπάλληλες γραπτές αιτήσεις των Παριανών, έρχονται από την Νάξο στην Νάουσα δύο καπουκίνοι, ό Σεραφείμ de Riom και ό Ιλαρίων de Vitelle, πού μαζί με τον ηγούμενο Φραγκίσκο d’ Aras αγόρασαν τον ορθόδοξο ναό του Αγίου Αθανασίου και αμέσως άνοιξαν σχολείο στο σπίτι, όπου κατοίκησαν.
Ο Ζερλέντης, στηριζόμενος σε ειδήσεις του βιβλίου των καπουκίνων της Νάξου, λέγει ότι η «ενοικίασίς» των στην Νάουσα έγινε δυνατή χάρη στα χρήματα πού πήραν από έναν Τούρκο σκλάβο (τούς τον χάρισε ό πειρατής Auger), πού τον πούλησαν στην Σμύρνη. Χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν οι καπουκίνοι εγκαταστάθηκαν στην Πάρο, ό ηγούμενός τους Πολύκαρπος ό Σοσαναίος είπε, ανάμεσα σε άλλα, και τα εξής στους κατοίκους τής Παροικίας: «σάς τάζουμε να εμποδίσωμεν να μην σάς πειράζη κανείς ωσάν εμπορέσωμεν και να σάς βοηθήσωμεν εις κάθε πράγμα».
Μολαταύτα οι συνθήκες μέσα στο Αιγαίο και ιδιαίτερα στην περιοχή τής Πάρου ήταν τέτοιες, ώστε να είναι αδύνατο οι μοναχοί αυτοί να τηρούν πάντοτε τις υποσχέσεις τους• δεν μπορούσαν κάποτε να προστατέψουν ούτε και τούς λίγους ομοδόξους των. Έτσι στα 1710 ό καθολικός ιερέας και οι προύχοντες των καθολικών τής Νάουσας παρακαλούν τον αποστολικό επισκέπτη Monsignor Castelli να εξιστορήση στην Sacra Congregazione και στην Αγία Έδρα τις αδικίες και ζημίες, πού τούς κάνουν κυρίως οι χριστιανοί πειρατές, και ζητούν «με πικρότατα δάκρυα την βοήθεια και την προστασία τής Αγίας Έδρας»: ν’ απαγορεύση ό πάπας στους καθολικούς πειρατές, με απειλή τον κεραυνό του αφορισμού και άλλες εκκλησιαστικές ποινές, να καταπιέζουν και να ληστεύουν τούς καθολικούς κατοίκους.
Οι χριστιανοί και των δύο δογμάτων ζουν ειρηνικά και συχνές είναι οι επιγαμίες μεταξύ τους, οι οποίες συντελούν στην αρμονική αυτή συμβίωση. Είναι περίεργο ότι οι ιησουίτες δεν παρουσιάζονται —στα φανερά τουλάχιστο— να εμποδίζουν την φιλική αυτή αναστροφή, πού, όπως είναι πρόδηλο, απειλεί την καθολική μειονότητα. «Οι μισσιονάριοι, γράφει ό Tarillon, προσπαθούν και αυτοί να συντηρούν την καλή αυτή επικοινωνία και να εργάζωνται για την σωτηρία όλων».
Δηλωτικό του ανεκτικού πνεύματος πού επικρατούσε στο νησί ήταν ότι ως τα τέλη του 18ου αι. ό καθολικός ιερέας λειτουργούσε και τελούσε όλες τις ενοριακές ακολουθίες, χωρίς κανείς ορθόδοξος να τον εμποδίζη. Κοινή μάλιστα λειτουργία γινόταν το Μεγάλο Σάββατο και στις 16 Αυγούστου μέσα στον αρχαιότερο και πολυτελέστερο ναό των ορθοδόξων, στο γνωστό μοναστήρι τής Εκατονταπυλιανής (βλ. εικ. 11), όπου κατά παλαιότατη παραχώρηση είχαν ιδρύσει οι καθολικοί ιερό βήμα προς τιμή του αγίου Αντωνίου του Παταβίνου. Πηγαίνοντας προς το μοναστήρι, δεξιά, υπήρχε μονή των καπουκίνων με καλοκτισμένη εκκλησία και ωραίο κήπο. Οι δυό μοναχοί του στα 1700 αποζούσαν από τις ελεημοσύνες και δίδασκαν ελληνικά και Ιταλικά.
Σχετικά με την αλληλοανοχή ορθοδόξων και καθολικών μην εποχή αυτή ενδιαφέροντα είναι όσα ήταν γραμμένα σε παλιό σημείωμα: «Συνήθεια παλαιά ήτον ότι την ημέρα της Αγίας Δωρεάς να πηγαίνουσι όλοι οι ιερείς των Ρωμαίων εις την λειτουργίαν ακολουθόντας εις την λιτήν όπου γίνεται εις την Χώραν• ομοίως οι κληρικοί να παραστέκουνται εις την λειτουργίαν του Αγίου Αντωνίου όπου είναι ό τιτουλάριος του ιδίου βήματος• και διά ανταπόκρισιν τής αρχοντίας επήγαινεν πάλιν ό βικάριος με όσους ιερείς ήθελεν ευρεθούσι Λατίνους εις την λιτήν ήγουν εις τον επιτάφιον του μεγάλου σαββάτου και του επιταφίου τής Παναγίας δεκαπενταυγούστου με όλους του τούς εφημερίτας, δίδοντας ακόμη άδειαν των εφημερίτων του να ακολουθούσιν εις όλαις τις άλλαις λίταις του χρόνου των Ρωμαίων».
Οι ορθόδοξοι, εκτός από την Εκατονταπυλιανή, είχαν πολλές εκκλησίες όχι μόνον μέσα στις κωμοπόλεις, αλλά και στην ύπαιθρο. Οι αγροτικές αυτές εκκλησίες ήταν πάμπολλες, αλλά οι περισσότερες αφρόντιστες και, όπως έλεγε περιφρονητικά ό αποστολικός επισκέπτης Castelli στα 1710, ήταν «μάλλον καλύβες ή σπηλιές και καταφύγιο των ζώων, παρά οίκοι αφιερωμένοι στον Θεό».
Ο αριθμός των καθολικών της Πάρου μειώνεται αργά αλλά σταθερά κατά την διάρκεια του 18ου αι. Κατά τα μέσα μάλιστα του αιώνα, με την απήχηση των διαφόρων πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων, με την εξάπλωση της παιδείας και την βαθμιαία αφύπνιση των εθνικών συνειδήσεων οι άλλοτε αρμονικές σχέσεις των κατοίκων των δύο δογμάτων άρχισαν να διαταράσσωνται. Η κατάσταση επιδεινώνεται με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774, οπότε η Πάρος με τούς ασφαλείς της όρμους γίνεται ό κύριος σταθμός της ρωσικής μοίρας. Εκεί συγκεντρώνονταν, εκτός από τούς Ρώσους, και οι άτακτοι Έλληνες ναυτικοί, ιδίως οι φανατικοί ορθόδοξοι αλβανόφωνοι τής Ύδρας, Σπετσών και του Σουλίου, οι οποίοι απαγόρευσαν την είσοδο των δυτικών στην Εκατονταπυλιανή, όπου είχαν παρεκκλήσι και βωμό, και κατέστρεψαν την μονή και εκκλησία των καπουκίνων στην Παροικία• ακόμη βεβήλωσαν και τάφους. Τότε οι περισσότεροι από τούς 40 περίπου καθολικούς (έναντι των 6.000 ορθοδόξων) σκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη. Μετά την λήξη του πολέμου επέστρεψαν μερικοί, ώστε κατά τα τέλη του 18ου αι. έφθαναν μόλις τα 23 άτομα. Οι περισσότεροι ήταν φτωχοί και κατοικούσαν μόνο στην Παροικία. Μάταια ό πιο πλούσιος ανάμεσά τους ό Λεονάρδος Κονδύλης, θερμός καθολικός και προύχοντας του τόπου, προσπαθούσε ν’ αναζωογονήση τον καθολικισμό πού έσβηνε μοιράζοντας ελεημοσύνες στους φτωχούς ομοδόξους του και προστατεύοντάς τους όσο μπορούσε. Έτσι ό καθολικός αρχιεπίσκοπος Παροναξίας Ιωάννης Βαπτιστής Crispi, ό οποίος καταγγέλλει τις κακοήθειες μερικών ορθοδόξων σε βάρος των καθολικών και των θρησκευτικών ιδρυμάτων τους, διαπίστωνε μελαγχολικά στην έκθεσή του προς την Sacra Congregazione ότι από τούς τρεις άλλοτε ιερείς, πού εξυπηρετούσαν τις πνευματικές ανάγκες του ποιμνίου τους ως εφημέριοι ή ως εξωτερικοί επίτροποι στην Παροικία, Νάουσα και Αντίπαρο, τώρα μόνον ένας λειτουργούσε με τον τίτλο του βικαρίου και με μόνιμη έδρα την Παροικία, γιατί πουθενά αλλού δεν υπήρχαν πια καθολικοί.

Οι καθολικοί στην Άνδρο, Σαντορίνη και Τήνο.
Και στην όμορφη Άνδρο με τα ψηλά βουνά και τις ειδυλλιακές κοιλάδες της, με τα εξοχικά σπίτια της, τούς ωραίους κήπους και την ποικιλία των οπωροφόρων της, ό αριθμός των οπαδών του δυτικού δόγματος (300 περίπου έναντι 9.000 ορθοδόξων) ελαττώνεται συνεχώς, γιατί η τουρκοκρατία δημιούργησε και εδώ, όπως παντού, όρους ευνοϊκούς για την αφύπνιση και αναθάρρηση των ορθοδόξων, καθώς και για την προσέλευση των καθολικών στην ορθοδοξία.
Από τις αρχές κιόλας του 17ου αι. το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται με επιταχυνόμενο ρυθμό: οι ορθόδοξοι κινούνται θαρραλέα τόσο στον θρησκευτικό, όσο και στον πολιτικό και κοινωνικό τομέα. Τις απόψεις μου ενισχύει και η πλήρωση έπειτα, στα 1610, της ορθόδοξης επισκοπικής έδρας της Άνδρου. Η νέα επισκοπή επεδίωξε και πέτυχε —όπως έγινε και στα άλλα νησιά— να ξαναπάρη στην εξουσία της ένα μέρος από τα εκκλησιαστικά κτήματα, πού είχαν καταλάβει οι Φράγκοι στις αρχές του 13ου αι. Έτσι τώρα υπάρχουν και εκεί δύο επίσκοποι, ό λατίνος και ό ορθόδοξος. Με αυτόν τον τρόπο οι ορθόδοξοι Ανδριώτες απαλλάσσονται από την υποτέλειά τους στον πάπα και από την βίαια ένωσή τους με την καθολική εκκλησία. Το πνεύμα της θρησκευτικότητας είναι ιδιαίτερα έντονο την εποχή αυτή. Χαρακτηριστική είναι η αθρόα ίδρυση εκκλησιών και μοναστηριών κατά τον 16ο, 17ο και 18ο αι. Πολλά απ’ αυτά έπειτα κατερειπώθηκαν για διάφορους λόγους, κυρίως γιατί οι μοναχοί ή οι μοναχές ήταν λίγοι και δεν έβρισκαν διαδόχους.
Σύγχρονα ένα άλλο γεγονός συνέβαλε στην επικράτηση της ορθοδοξίας: η αποχώρηση των καπουκίνων από το νησί κατά τα τελευταία έτη του κρητικού πολέμου εξ αιτίας των αυθαιρεσιών των πληρωμάτων του τουρκικού στόλου έδωσε την ευκαιρία στον ορθόδοξο επίσκοπο να εντείνη την δραστηριότητά του. Έτσι προσελκύει στο ποίμνιό του τους περισσοτέρους από τούς καθολικούς του νησιού, οι οποίοι μάλιστα είχαν και παράπονα εναντίον του τελευταίου λατίνου επισκόπου Ιγνατίου Ρόζα (1670-1710). Άλλωστε ό αριθμός των καθολικών είχε μειωθή σημαντικά κατά την διάρκεια του 17ου αι. εξ αιτίας των μεικτών γάμων, γιατί συνήθως τα παιδιά των οικογενειών αυτών βαπτίζονταν και ανατρέφονταν σύμφωνα με τα νόμιμα τής ορθόδοξης εκκλησίας. Ομαδική μετάσταση καθολικών στην ορθοδοξία έγινε πιθανόν την Μεγάλη Εβδομάδα του 1693, οπότε ό Ιγνάτιος Ρόζα είχε κληθή στην Ρώμη να δώση εξηγήσεις για την αναταραχή, πού είχε προκαλέσει στην καθολική κοινότητα. Ίσως στα γεγονότα αυτά οφείλεται και η επάνοδος των καπουκίνων στο νησί στα 1700, δηλαδή ένα χρόνο μετά την παγίωση τής ειρήνης στην ΝΑ Ευρώπη με την συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699). Τότε με την βοήθεια των κατοίκων, ορθοδόξων και καθολικών, κατορθώνουν να ξανακτίσουν το μοναστήρι και την ωραία εκκλησία τους, του Αγίου Βερναρδίνου, πού είχε εν τω μεταξύ ερειπωθή.
Για το έργο των καπουκίνων και των άλλων καθολικών ιερέων μιλούν με ενθουσιασμό οι περιηγητές από το δεύτερο μισό του 17ου αι. ως τις αρχές του 18ου (από τον Thevenot ως τον Ρ. Lukas), παρασυρόμενοι ίσως από αυτοεπαίνους των ίδιων των μισσιοναρίων. Ο αρχιεπίσκοπος όμως Ιουστινιάνης όχι μόνον δεν είναι ευχαριστημένος στα 1700, αλλά λυπάται βαθιά παρατηρώντας την βαθμιαία αποσκίρτηση των δυτικών προς την ορθοδοξία. Τα αίτια τ’ αποδίδει στην μακροχρόνια απουσία των ιεραρχών τους από το νησί, στην έλλειψη ζήλου και στην ανικανότητα και αμάθεια των ιερέων. Και καταλήγει με θλίψη: ενώ πρώτα οι δυτικοί ήταν 2-3.000, τώρα παρεπίδημοι και μόνιμοι κάτοικοι μόλις ανεβαίνουν στους 50• οι υπόλοιποι 6.000 είναι ορθόδοξοι, σκορπισμένοι σε διάφορα χωριά και μεγάλους πύργους.
Ο Pere J. X. Portier τον επόμενο χρόνο, στα 1701, σημειώνει ότι άλλοτε οι οικογένειες των δυτικών ανέβαιναν ως τις 800 περίπου, ότι οι περισσότερες (και αυτό είναι μάλλον ανακριβές) έπεσαν θύματα μιας επιδημίας, πού ερήμωσε το νησί, και ότι οι υπόλοιπες αυτοεξορίστηκαν, για ν’ αποφύγουν τις καταδιώξεις των ορθοδόξων (εννοεί άραγε τις βίαιες αντιδράσεις των Ελλήνων μετά την κατάλυση του δουκάτου;), ή προσήλθαν στην ορθοδοξία. Στα 1701 οι υπολειπόμενοι δυτικοί κυρίως ήταν τα μέλη της μεγάλης φραγκικής οικογένειας των Della Grammatica, των αδελφών Νικολάου και Αντωνίου, με επικεφαλής τον πρώτο, πρόξενο τής Γαλλίας, πού είχε μεγάλη δύναμη και κύρος μέσα στο νησί. Από τα 7 παιδιά του Νικολάου — ό δεύτερος ήταν άτεκνος— δύο ή τρεις μόνον ακολούθησαν το δόγμα του πατέρα τους. Οι άλλοι προσήλθαν στην ορθοδοξία.
Μολαταύτα, οι μισσιονάριοι αγωνίζονται σκληρά. Συγκεκριμένα οι ιησουίτες —παρά τις πρόσκαιρες επισκέψεις τους στο νησί— με τις θερμές διδασκαλίες και τα κηρύγματά τους αφήνουν βαθιές εντυπώσεις στον λαό και στους άρχοντες, στους ά ρ χ ο υ ς, όπως τούς ονομάζουν. Οι ιεραπόστολοι εντυπωσιάζονται μάλιστα τόσο από την ευγένεια, την καλοσύνη, την φιλοξενία και την θρησκευτική ανοχή των νησιωτικών αυτών πληθυσμών, ώστε ένας από αυτούς αναφωνεί• «Queln bien ne ferait-on pas dans ces vastes contrees, si nous etions sevourus d’un plus grand nombre d’ouvriers evageliques!».
Και φαίνεται κατορθώνουν να προσηλυτίσουν ή να κλονίσουν πολλούς, ώστε να διαφημιστή το γεγονός και ό πατριάρχης Γαβριήλ Γ’, πού είχε ανησυχήσει, να συμβουλεύση στα 1706 τούς Ανδριώτες ν’ απομακρυνθούν από την ετερόδοξη διδασκαλία και να μείνουν πιστοί στα δόγματα τής ορθοδοξίας. Αυστηρά επιτιμά γενικά τους νησιώτες: «. . .με τι εύλογον στοχασμόν μόνοι εσείς οπού κατοικείτε εις τας νήσους ταύτας παρά τούς άλλους απανταχού χριστιανούς ελάχατε να είσθε έτσι ολιγόψυχοι εις την πίστιν, οπού αρνήθητε τόσον εύκολα τον ζήλον των γονέων και προπατόρων σας;. . . . Αποστρέψατε τα πρόσωπά σας από τούς πλάνους αυτούς και πονηρούς υποκριτάς, τους Φραγγοπατέρας. Κλείσατε τα ώτα σας και μην ακούετε πλέον τας διδαχάς τους . . ., εάν θέλετε να είσθε συμμέτοχοι των θείων επαγγελιών». Εδώ, φαίνεται, σταμάτησε ό προσηλυτισμός και οι κλονισμένοι ξανακέρδισαν την παλιά τους γαλήνη.
Κατά τα μέσα του 18ου αι. ό αριθμός των δυτικών τής Άνδρου μειώνεται ακόμη περισσότερο. Από την εποχή αυτή αρχίζει η πνευματική αναγέννηση των Ανδριωτών και η ανάδειξη φωτεινών ιερωμένων. Λειτουργούν μεγάλα και λαμπρά ορθόδοξα μοναστήρια, όπως του Άγρα σε μικρή απόσταση από το λιμάνι Γάβρειο και τής Παναχράντου έξω από την πόλη, και δρουν επιφανείς λόγιοι κληρικοί, μερικοί από τούς οποίους ανεβαίνουν και στους πατριαρχικούς θρόνους Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας . Τελικά η έλλειψη πιστών αναγκάζει τούς καπουκίνους να φύγουν από το νησί. Στα 1770 η έδρα του επισκόπου είναι κενή και μόνον ένας ιερέας πού στέλνεται από την Ρώμη με τον τίτλο του βικαρίου τον αντιπροσωπεύει εκεί.
Στα 1784 οι καπουκίνοι πουλούν για 1.510 γρόσια και το μοναστήρι του Αγίου Βερναρδίνου, πού εξακολουθούσαν να κατέχουν, στον βικάριο Ιάκωβο Μπαρότση. Οι τελευταίοι καθολικοί τής Άνδρου εξακολουθούν να είναι μερικά μέλη του οίκου Della Gammatica (του κλάδου Μπούζαλη), εγκατεστημένα στο χωριό Απατούρια. Οι απόγονοί τους όμως τελικά προσέρχονται στην ορθοδοξία.
Αλλά και τα μνημεία τής λατρείας των δυτικών εξαφανίζονται με το πέρασμα των χρόνων. Εκτός από τον Αγ. Ανδρέα και τον δισυπόστατο ναό του Αγ. Βερναρδίνου—Αγ. Νικολάου στην πρωτεύουσα, υπήρχαν και πολλοί άλλοι φραγκικοί ναοί, οι περισσότεροι παρεκκλήσια, πού σήμερα ή έχουν χαθή από το πρόσωπο τής γης ή είναι ερειπωμένα. Μόνον τα ξενικά βαπτιστικά ονόματα, πού έχουν σήμερα ορθόδοξοι Ανδριώτες, πως Αυγουστής, Γάσπαρης, Ζάννες, Λινάρδος, Λουρέντζος, Φραντζέσκος κ.λ.π. ή Ανέζα, Διασέτα, Όρσα, Φλωρέζα κ.λ.π., θυμίζουν την μακρινή φραγκοκρατία.
Ενδιαφέρουσα επίσης είναι η ιστορία τής καθολικής κοινότητας της Σαντορίνης, πού είναι ασφαλώς το πιο εντυπωσιακό νησί του Αιγαίου. Οι πανύψηλοι — σχεδόν απότομα αναδυόμενοι από τα βαθύτατα νερά της — βράχοι, πού προκαλούν τον ίλιγγο, το ηφαίστειο με την δραματική ιστορία των εκρήξεών του, οι υποβλητικές ηφαιστειώδεις χαραδρώσεις της, οι πολλές και βαθιές σπηλιές της, η έλλειψη πηγών, το κατάξερο και σχεδόν καψαλισμένο έδαφος, επάνω στο οποίο όμως ευδοκιμούν τα πολλά αμπέλια της, πού βγάζουν το ξακουστό σαντορινιώτικο κρασί, τα χωράφια της, πού είναι εύφορα, αν και ποτέ δεν ποτίζωνται και δεν λιπαίνωνται, δημιουργούν εντυπώσεις πού μένουν βαθιά χαραγμένες στην ψυχή του επισκέπτη. Όσο η φύση με την βιβλική της όψη φαινόταν ν’ αποδιώχνη τούς ανθρώπους από την Σαντορίνη, τόσο περισσότερο αυτοί προσκολλούνταν επάνω της με αγάπη.
Το νησί είναι φτωχό, γιατί —εκτός από το κρασί— περιορισμένα είναι τα προϊόντα του: κριθάρι, φασόλια, αρακάς, κεχρί, σησάμι, πεπόνια κ.λ.π. σε μικρές ποσότητες. Λίγο επίσης είναι και το χόρτο για τα ζώα. Το πόσιμο νερό είναι βρόχινο και το μαζεύουν επάνω στα δώματα. Το κυνήγι των αποδημητικών πουλιών, πού περνούν από το νησί το φθινόπωρο, καθώς και το ψάρεμα δίνουν το κρέας στους Σαντορινιούς.
Οι ορθόδοξοι μέσα στο νησί ήταν δεκαπλάσιοι από τούς δυτικούς, όπως και στην Νάξο: στους 7.000 κατοίκους μόνο 700 ήταν οι καθολικοί. Στους ορθοδόξους επίσης ανήκαν και οι περισσότερες απ’ τις 300 εκκλησίες και παρεκκλήσια τής Σαντορίνης με πλήθος ονομάτων. Ποικιλώνυμες επίσης και γραφικές ήταν και οι εκκλησίες των καθολικών, οι οποίοι ήταν συγκεντρωμένοι κυρίως στον Σκάρο. Αξίζει να μνημονευθή ιδιαίτερα η γυναικεία μονή των δομινικανών, η S. Catarina di Siena, η μοναδική μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία, πού την είχε ιδρύσει στα 1595 ό καθολικός επίσκοπος Antonio de Marchis (1588-1611). Εκεί κοντά υψωνόταν στα 1651 και μιά ορθόδοξη γυναικεία μονή, του Αγ. Νικολάου, όπου ασκούνταν 30 μοναχές, οι οποίες έτρεφαν φιλικά αισθήματα προς τούς ιησουίτες, τον πάπα και γενικά προς την δυτική εκκλησία.
Κατά τα τέλη του 17ου αι. «κατ’ εξαίρεσιν ίσως των άλλων νήσων», όπως λέγει ό Sauger, καθολικοί και ορθόδοξοι ζουν αρμονικά, μέσα σε μιά ατμόσφαιρα θρησκευτικών δοξασιών με έντονο χρώμα, ποικίλων άλλων λαϊκών παραδόσεων, ηθών και εθίμων, δεισιδαιμονιών κ.λ.π. . Στα 1704 όμως σημειώνονται ορισμένες προστριβές, αλλά είναι πρόσκαιρες και η γαλήνη βασιλεύει και πάλιν ανάμεσα στους οπαδούς των δύο δογμάτων. Οι ιησουίτες διατηρούν σχολείο και ταξιδεύουν στα γύρω νησιά Ίο, Αμοργό, Φολέγανδρο, Σίκινο και Ανάφη και κάνουν κηρύγματα και διδαχές.
Οι καθολικοί όμως, όπως παντού, χάνουν συνεχώς έδαφος. Ολόκληρες οικογένειες, κατά το τέλος του 17ου αι. και τις αρχές του 18ου αι., ασπάζονται την ορθοδοξία. Στα 1757, ακόμη και στα χωριά Πύργος και Εμπορειό, όπου άλλοτε κατοικούσαν πολυάριθμες καθολικές οικογένειες, είχαν πια μείνει δυό-τρεις ψυχές. Κι’ όμως γι’ αυτές, πριν από έναν ακριβώς αιώνα, έγραφε συγκινημένος ό Pere Richard ότι συμμετείχαν με κατάνυξη στις, πομπές και στα κηρύγματα και σέβονταν βαθύτατα τον πάπα: «η ευχή του μετά μας» έλεγαν φωναχτά.
Τα κύρια αίτια της αραιώσεως του καθολικού ποιμνίου ήταν πολλά, κατά τον Hofmann: η έλλειψη ιερέων, κακή συμπεριφορά ορισμένων, οι μεικτοί γάμοι και η απομόνωση μικρών ομάδων μέσα στα ορθόδοξα χωριά, πράγμα πού τούς ανάγκαζε να εκκλησιάζωνται μέσα στις ορθόδοξες εκκλησίες. Έπειτα, τα ταξίδια των κατοίκων, πού τούς μορφώνουν και τους πλουτίζουν, ευνοούν την ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων και διευκολύνουν την διάχυση των δύο στοιχείων. Τέλος η ελληνική επανάσταση του 1821 ξυπνά τούς ορθοδόξους και τούς κάνει να σηκώνουν κεφάλι και να μην αναγνωρίζουν τις παλιές φεουδαλικές συνήθειες των καθολικών προυχόντων. Στα 1830 οι καθολικοί της Σαντορίνης κατεβαίνουν στους 612. Οι μισοί σχεδόν, 50 οικογένειες, κατοικούν στην μικρή πρωτεύουσα του νησιού Φηρά (αφότου εγκαταλείφθηκε ό Σκάρος) και αποτελούν μιά συμπαγή κοινότητα, σταθερά αφοσιωμένη στην δυτική εκκλησία: είναι οι άρχοντες και οι κτηματίες του νησιού. Οι υπόλοιποι καθολικοί είναι σκορπισμένοι στα άλλα 4 κάστρα και ανακατεμένοι με τους ορθοδόξους. Συνεχώς παρατηρούνται προσελεύσεις προς την ορθοδοξία. Την εποχή αυτή ό φανατισμός των «Ελλήνων», όπως γράφει στην έκθεσή του τής 29 Ιανουαρίου / 9 Φεβρουαρίου 1830 ό καθολικός επίσκοπος Luka de Cigalla, είναι αξιοσημείωτος. Το πράγμα δείχνει πολύ καθαρά ότι η ζωηρή αφύπνιση τής ελληνικής εθνικής συνειδήσεως, η ταύτισή της με την ορθοδοξία και κατόπιν οι αγώνες τής ανεξαρτησίας έφερναν την ορθόδοξη κοινότητα αντιμέτωπη προς την καθολική. Η θέση της τελευταίας γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη, γιατί αποτελούσε θρησκευτική μειονότητα, απομονωμένη κάπως από την γενική ολότητα, εφόσον οι Σαντορινιοί, όπως και οι άλλοι νησιώτες πού είχαν μεικτές θρησκευτικές ομάδες, χωρίζονταν από τούς δυτικούς ιερωμένους σε «καθολικούς» και «Έλληνες». Η μόνη λύση για τούς καθολικούς να βγουν από το πλέγμα αυτό του απομονωτισμού —και αυτό αποτελούσε ένα ισχυρό ψυχολογικό κίνητρο— ήταν να προσέλθουν στην ορθοδοξία.
Στην βενετοκρατούμενη Τήνο η καθολική προπαγάνδα δεν μπόρεσε ν’ αναπτύξη μεγάλη δράση. Μολονότι οι Βενετοί δεν ανέχονταν την παρουσία των ιησουιτών, κατόρθωσαν αυτοί στα 1679 —επί του προτελευταίου λατίνου επισκόπου Angelus Venerius— να εγκατασταθούν στο Εξωβούργο του νησιού και να κτίσουν μονή. Ο συνάδελφός τους Carayon υποστηρίζει ότι οι μισσιονάριοι ανέπτυξαν αξιοσημείωτη εκπολιτιστική δράση και εργάστηκαν πολύ για την εξημέρωση των ηθών των κατοίκων Οξωμεριάς Τήνου. Εκτός από τις καθολικές εκκλησίες τής Τήνου, αξίζει να μνημονευθή η παλαιά μονή των ουρσουλινών στην κωμόπολη Λουτρά, η οποία συντηρείται, όπως και σήμερα, μόνο με τα εργόχειρά τους.
Οι ορθόδοξοι είχαν 200 παπάδες υπό τον πρωτοπαπά, αλλά υπάγονταν στον λατίνο επίσκοπο του τόπου. Αυτός αποφαινόταν και για την ικανότητα των υποψηφίων παπάδων, αφού εδήλωναν προηγουμένως ότι αναγνωρίζουν το πρωτείο του πάπα και τής δυτικής εκκλησίας.
Αξιοσημείωτη ήταν και σ’ αυτό το νησί η ειρηνική συμβίωση ορθοδόξων και καθολικών. Σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες του υπήρχε βήμα για τούς δυτικούς ιερείς, από το οποίο ελεύθερα ανέπτυσσαν τις ιδέες τους για τα αμφισβητούμενα σημεία των δύο δογμάτων. «Κατά τας επισήμους εορτάς και παρατάξεις, έγραφε ό ιστορικός του τόπου Δρόσος, συνεκκλησιάζετο αμφοτέρων των δογμάτων ό κλήρος, εν δε τω εισέρχεσθαι εν τω ναώ, οι του ανατολικού ιερείς προπορευομένου του αρχιπρεσβυτέρου απεκάλυπτον την κεφαλήν των παρά τα νενομισμένα τής θρησκείας των• τελουμένης δε τής λειτουργίας ό υποδιάκονος Λατίνος έψαλλε την πράξιν του Αποστόλου, την οποίαν επανελάμβανεν έπειτα ό Ανατολικός διάκονος• το ίδιον και εις την απαγγελίαν του Ευαγγελίου». Η αλληλοανοχή αυτή των οπαδών των δύο τον δογμάτων ήταν ό κύριος λόγος που έφερνε τον ένα κοντά στον άλλο και ευνοούσε τα μεικτά συνοικέσια. Οι προσελεύσεις στην ορθοδοξία σημειώνουν αισθητή αύξηση επί Τουρκοκρατίας. Ακόμη όμως ως την επανάσταση του 1770 οι καθολικοί αποτελούν ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού του νησιού.
Μετά την απελευθέρωση τής Ελλάδας ό Γάλλος πρόξενος της Σύρας Ernest Ledhuy σ’ ένα υπόμνημά του προς την κυβέρνησή του παρατηρεί, τον Ιούνιο του 1835, ότι στην Τήνο κυρίως η επίδραση των καθολικών είναι περισσότερο αισθητή παρά σε οποιοδήποτε άλλο νησί και ότι η επιθυμία τους να κρατήσουν τα ιδιαίτερα προνόμια, πού είχαν επί τουρκοκρατίας, τούς κάνει να κρατούν σε απόσταση τούς ορθόδοξους συμπατριώτες τους.
Η μακραίωνη βενετοκρατία στο νησί είχε αποτυπώσει τις επιδράσεις της στην ομιλία του τόπου (οι κάτοικοι τής πρωτεύουσας μιλούσαν βενετικά), στην ενδυμασία και στα πολυώροφα κωδωνοστάσια, όπως και στα Επτάνησα.

Οι καθολικοί στα άλλα νησιά του Αιγαίου.
Αν οι μισσιονάριοι δεν εσημείωσαν επιτυχίες στα μεγάλα κάπως νησιά των Κυκλάδων, όπου άλλωστε υπήρχαν αξιόλογοι πυρήνες καθολικών, ήταν επόμενο ν’ αποτύχουν στα μικρά, όπου ό αριθμός των μελών του καθολικού ποιμνίου είχε μειωθή στο ελάχιστο με το πέρασμα των αιώνων. Έτσι π.χ. στην Σίφνο στα 1700 δεν ζούσαν περισσότεροι από 20. Και αυτοί δεν ήταν εντόπιοι, αλλά Φράγκοι (παλιοί πειρατές, φαίνεται, και τυχοδιώκτες, έμποροι λειών), πού ανέτρεφαν πια τα παιδιά τους με το ορθόδοξο δόγμα. Ουσιαστικά το καθολικό δόγμα είχε πάψει να υφίσταται μετά τον θάνατο του τελευταίου καθολικού επισκόπου Della Rocca. Ο ιησουίτης J. Χ. Portier, πού επισκέφθηκε το νησί στα 1701, αναπολεί γεμάτος θλίψη και νοσταλγία το παρελθόν με τούς δυνάστες Gozzadini και τις άλλες επίσημες δυτικές οικογένειες οι απόγονοί τους μετά την τουρκική κατάκτηση είχαν σιγά σιγά «εκφυλιστή», όπως γράφει, και είχαν προσέλθει όλοι στην ορθοδοξία.
Την εποχή εκείνη το νησί το κατοικούσαν 6.000 ορθόδοξοι σκορπισμένοι στα έξι χωριά και στο Κάστρο κοντά στην θάλασσα. Εκεί έδρευε ό επίσκοπος, ό οποίος είχε υπό την δικαιοδοσία του τα νησιά Ίο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Αμοργό, Αστυπάλαια, Ανάφη, Μύκονο και Σέριφο. Μέσα στην Σίφνο υπήρχαν 50 ιερείς, πού λειτουργούσαν στις ισάριθμες ενορίες. Επομένως ό ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος ήταν πολύ πιο πλούσιος από τον καθολικό. Οι κάτοικοι διψούσαν για πραγματικά ψυχωφελή διδασκαλία, την οποία όμως δεν μπορούσαν να την δώσουν οι άπλοί και αγράμματοι ορθόδοξοι ιερείς, όσο και αν τούς θέρμαινε η πίστη και η ευλάβεια. Γι’ αυτό και οι μορφωμένοι ιησουίτες ιεραπόστολοι, πού περνούσαν από καιρό σε καιρό, έβρισκαν τις ψυχές των νησιωτών πρόθυμες ν’ ακούσουν την λειτουργία, να δεχθούν το κήρυγμα και γενικά τις νουθεσίες είτε μέσα στις εκκλησίες είτε και στα σπίτια τους.
Στα 1770 στην Σίφνο δεν είχαν απομείνει παρά 3 ή 4 καθολικοί με ένα βικάριο.
Στην Σέριφο ή Σέρφο δεν υπήρχαν πια καθολικοί ούτε και η ανάμνηση ότι έζησαν ποτέ σ’ αυτήν. Μέσα στο απόκρημνο Κάστρο της με την θλιβερή του όψη ζούσαν στις αρχές του 18ου αι., σύμφωνα με την έκθεση του καθολικού επισκόπου Αντ. Ιουστινιάνη, 800 φτωχοί και αγράμματοι κάτοικοι, πού τρέφονταν κυρίως με λίγο τυρί και χοιρινό κρέας πού αφθονούσε.
Στην Τζιά την ίδια εποχή ζούσαν 10 περίπου καθολικοί με επικεφαλής τον μισσιονάριο δον Ιωάννη Σκορδίλη. Είχαν ένα βήμα (αλτάριο) στο όνομα της Αγ. Αικατερίνης μέσα στην ορθόδοξη εκκλησία τής Αγ. Τριάδος. Μήπως η εκκλησία αυτή ήταν η ίδια με τής Αγ. Αικατερίνης των καθολικών, πού την ιδιοποιήθηκαν τελικά οι ορθόδοξοι; Πάντως και όσοι απέμειναν προσήλθαν τελικά στην ορθοδοξία και αφομοιώθηκαν. Ως μόνο ίχνος της φραγκικής καταγωγής και της αλλοτινής παρουσίας τους άφησαν τα επώνυμά τους:
Δεστουνιάνος, Φραγγούς, Καμπαρούτσος, Μπελαβίλας, Καβαλλιέρος, Κοζαδίνος, Δεπάστας, Βιτσέντσος, Δαλαρέτος κ.λ.π..
Η Κύθνος (Θερμιά) με τα δύο της χωριά, την Μεσαριά και τον Σύλικα, αριθμούσε 3.000 κατοίκους, από τούς οποίους 20 μόνον ήταν καθολικοί και αυτοί σχεδόν ξένοι, Γάλλοι πειρατές. Ήταν παντρεμένοι με Ελληνίδες και δεν έμεναν για πολύ χρόνο στο νησί, επειδή φοβούνταν τούς Τούρκους. Οι παλιοί ντόπιοι καθολικοί με το πέρασμα των χρόνων είχαν πια γίνει ορθόδοξοι. Ο καθολικός ιερέας δον Φραγκίσκος Ρώσης ήταν αδύνατο να συντηρηθή με τον ετήσιο μισθό των 15 σκούδων, όταν έλειπαν οι ελεημοσύνες των πειρατών. Ούτε και οι missions volantes, πού έκαναν από καιρό σε καιρό στο απόμερο εκείνο νησί ενθουσιώδεις ιησουίτες, ήταν δυνατόν —παρά την φιλική στάση των νησιωτών, των απογοητευμένων από την αγραμματωσύνη και φιλοχρηματία των ορθόδοξων ιερέων— να ξανακερδίσουν τις ψυχές πού είχαν χαθή. Ύστερ’ από μισό αιώνα, στα 1752, είχε ερειπωθή και η εκκλησία του πειρατή Cardi και δεν υπήρχε πια κανείς καθολικός μέσα στο νησί.
Η Κίμωλος στις αρχές του 18ου αι. μέσα στους 700-800 κατοίκους με τα 150 περίπου σπίτια αριθμούσε μερικές μόνο οικογένειες Γάλλων πού εμπορεύονταν. Στην πραγματικότητα φαίνεται ότι ήταν πειρατές ή κλεπταποδόχοι και μεταπράτες των πειρατικών λειών. Μόλις κατέπλεαν Γάλλοι, ζητούσαν να μάθουν νέα από την πατρίδα τους, πράγμα πού έδειχνε ότι η συνείδηση τής καταγωγής τους ήταν ακόμη ζωηρή. Εκεί ήταν διορισμένοι ένας Γάλλος και ένας Άγγλος πρόξενος, γηγενείς, από τις σημαντικές οικογένειες του τόπου. Παντρεύονταν Ελληνίδες και τα παιδιά τους ακολουθούσαν το δόγμα της μητέρας τους. Η εκκλησία τους, η Παναγία του Ροζαρίου, είχε κτιστή με ελεημοσύνες των πειρατών στα χρόνια του επισκόπου της Μήλου Σέρον. Οι κάτοικοι διατηρούσαν ευχάριστες αναμνήσεις από την ευεργετική δράση του Pere Jacques-Xavier Portier και ενός συντρόφου του—πριν από πολλά χρόνια— στην μικρή, αλλά και απολίτιστη κοινωνία του νησιού. Στα 1771 οι καθολικοί ήταν πολύ λίγοι, με ένα βικάριο, και είχαν μιά εκκλησίτσα έξω από το Κάστρο, η οποία ανήκε άλλοτε στους καπουκίνους. Κατά τα τέλη του 18ου αι. οι μόνες καθολικές οικογένειες ήταν ενός πλοηγού των γαλλικών πλοίων και η οικογένεια Βρέστ, πού αργότερα εγκαταστάθηκε στην Μήλο. Είχαν φύγει και οι καπουκίνοι από το νησί και στο ερειπωμένο τους οίκημα έμενε πια ένας γέρος Χιώτης ιερέας ονομαζόμενος Μαρκόπολις, πού τιτλοφορούσε τον εαυτό του «μέγαν βικάριον» (!) και λειτουργούσε στην καθολική εκκλησία. Ανάμνηση τής παλιάς αυτής φραγκικής παροικίας ήταν τα πολλά, ακόμη ως τις αρχές του αιώνα μας επώνυμα, όπως π.χ. Βαρβαρίγος, Βενιέρης, Βεντούρης, Βίλλας, Γαλιάτης, Πρεζάνης, Ραβιόλης, Σαραμάσκος, Σάρδης κ.λ.π., Καθώς και τα βαφτιστικά Αγγελέττος, Ντομίνικος, Φραντζέσκος, Βιντζέντζος, Μπενεδέττος, Πέρος, Ζέππος κ.λ.π. Το περίεργο είναι ότι σε μερικές από τις παραπάνω οικογένειες δίνονταν κατά παράδοση —όχι συνειδητή— ορισμένα μόνο βαπτιστικά.
Στην Μύκονο κατά τις αρχές του 18ου αι. ζούσαν αρκετές οικογένειες καθολικών με δικό τους ιερέα, σταλμένο από την Propaganda Fide. Όπως και οι ορθόδοξοι, μιλούσαν τα ελληνικά και άσχημα τα ιταλικά. Στα 1771 οι καθολικοί ήταν ελάχιστοι με ένα ιερέα, πού είχε τον τίτλο του βικαρίου και ό οποίος λειτουργούσε σε μιά μικρή εκκλησιά.
Η Αντίπαρος στα 1700 είχε 60-70 οικογένειες, κλεισμένες μέσα σε ένα παλιοχώρι, 1 μίλι μακριά από την θάλασσα. Οι περισσότεροι όμως κάτοικοι ήταν Γάλλοι ή Μαλτέζοι πειρατές, πού δεν είχαν καμιά πίστη. Το ίδιο και στην Σίκινο.
Επίσης στην Ίο εξαφανίζονται σιγά σιγά οι καθολικοί. Έτσι στις αρχές του 18ου αι. υπήρχαν στο νησί 12 καθολικές οικογένειες, σχεδόν όλες γαλλικές, με την πνευματική καθοδήγηση ενός βικαρίου. Στα 1771 υπήρχε μιά μόνο οικογένεια καθολικών μ’ ένα βικάριο. Είναι ασφαλώς η ίδια, πού στα 1794 αντιπροσωπεύεται με πέντε ψυχές. Στα 1830 δεν υπήρχε πια ούτε ένας καθολικός. Το νησί ανήκε στην δικαιοδοσία του επισκόπου τής Σαντορίνης και είχε μιά μόνο εκκλησία στο όνομα τής Μαντόνας Del Carmine με το παρακείμενο σπίτι, όπου κατοικούσε άλλοτε ό βικάριος.
Τον ίδιο χρόνο στην Ανάφη δεν βρισκόταν ούτε ίχνος πια καθολικής εκκλησίας.
Στην Ρόδο οι καπουκίνοι είχαν ένα μικρό μοναστήρι.

Γενικές παρατηρήσεις και συμπεράσματα.
Ανασκοπώντας την τύχη των καθολικών οικογενειών του Αιγαίου και την δράση των μισσιοναρίων θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στις παρακάτω γενικές διαπιστώσεις, για να ερμηνεύσουμε την μείωση του αριθμού των πιστών.
Αίτια πού υποβοηθούν την εξάπλωση τής ορθοδοξίας είναι οι νέες συνθήκες, πού διαμορφώνονται στο Αιγαίο μετά την οριστική προσάρτηση των νησιών στην οθωμανική αυτοκρατορία (1566), η αποκατάσταση των επισκοπών του οικουμενικού πατριαρχείου, η εθνική αφύπνιση των ορθοδόξων, η παρουσία του ρωσικού στόλου και τα εθνικά κινήματα των Ελλήνων.
Την αύξηση των ορθοδόξων την ευνοεί βέβαια η αριθμητική υπεροχή τους, αλλά και η φιλική συμπεριφορά καθώς και η θρησκευτική τους ανοχή. Σε δύσκολες μάλιστα στιγμές, όταν πρόκειται για κοινά συμφέροντα ή για κοινούς κινδύνους, οι νησιώτες γίνονται μιά ενιαία και συνεκτική μάζα, όπως π.χ. κατά την επιδημία του 1676, οπότε, φοβισμένοι και συντετριμμένοι, παρακολουθούν κοινές λειτουργίες μέσα στην ίδια εκκλησία ή ακούουν τις θρησκευτικές διδαχές των ιησουιτών ή των καπουκίνων. Μόνο κάπου κάπου μερικά απρόοπτα εναύσματα ταράζουν πρόσκαιρα την ειρηνική αυτή συμβίωση.
Μολονότι οι απεσταλμένοι τής δυτικής εκκλησίας αγωνίζονται προς αντίθετο ρεύμα, δεν απελπίζονται από την δυσμενή γι’ αυτούς εξέλιξη των πραγμάτων. Από τις αρχές κιόλας του 18ου αι. προσπαθούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και στην ψυχολογία των Ελλήνων. Αλλάζουν τακτική. Πηγαίνουν και οι ίδιοι στις εκκλησίες των ορθοδόξων, για να έχουν την ευκαιρία να τούς καθοδηγούν καλύτερα, και δεν τούς αποκλείουν από τις δικές τους, κάθε φορά πού εκείνοι αισθάνονται την ανάγκη. Καταλαβαίνουν ότι, αφού οι ιεροτελεστίες των ορθοδόξων δεν έχουν τίποτε το αξιοκατάκριτο, είναι συνετό να μην απαιτούν από κανένα να τις εγκαταλείπη για ν’ ακολουθή τις λατινικές. Αλλά και στο δογματικό πεδίο, όταν υπάρχουν αμφισβητήσεις ή διαφορές, δέχονται ότι αυτές μπορούν να λυθούν σύμφωνα με τούς κανόνες τής Αγίας Έδρας. Εκείνοι πού δεν συμμορφώνονται είναι ασυγχώρητοι. Αποκαλυπτικός είναι ό απώτερος σκοπός όλων αυτών των υποχωρήσεών τους. «Αυτή η συγκατάβαση», γράφει ό Tarillon στα 1714, «κερδίζει τα πνεύματα και η πείρα μας δείχνει ότι είναι ό πιο αποτελεσματικός δρόμος για να τούς εισαγάγουμε στην ένωση των εκκλησιών». Και πραγματικά κατά τις αρχές του 18ου αι. έχουν, φαίνεται, ορισμένες επιτυχίες σε μερικά νησιά, αλλά πρόσκαιρες. Ωστόσο στα 1706, ό τότε πατριάρχης, όπως είδαμε, ταραγμένος, στέλνει επιστολές στα νησιά του Αιγαίου με την εντολή να μη δέχωνται τούς ιησουίτες, πού τούς ονομάζει ψεύτες. Η απαγόρευση όμως αυτή ήταν πρόσκαιρη ή τουλάχιστο δεν αφορούσε τούς καπουκίνους.
Το ρεύμα προς την ορθοδοξία, ευνοημένο από την σύγχρονη πραγματικότητα, είναι ορμητικό. (Κατά τα τέλη του 17ου αι. οι καθολικοί των Κυκλάδων υπολογίζονταν σε 5.000-6.000 ψυχές). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι ό αριθμός των καθολικών ιερέων τής Παροναξίας, από τούς 26 στα 1563, κατεβαίνει στους 12 στα 1667. Το κάθε νησί έχει και από ένα ιερέα, πού συντηρείται από τον πάπα, ενώ η Νάξος, Μήλος, Άνδρος, Σύρα, Τήνος, Σίφνος έχουν και από ένα επίσκοπο. Επί κεφαλής είναι ό μητροπολίτης Νάξου με το παλιό εκκλησιαστικό συμβούλιο. Εκτός από τούς καθολικούς, υπάρχουν και λίγοι ενωτικοί, δηλαδή ορθόδοξοι, οι οποίοι ακολουθούν τούς κατά παράδοση τύπους τής εκκλησίας τους, αλλ’ αναγνωρίζουν τον πάπα.
Γενικά οι ορθόδοξοι των νησιών εμμένουν με φανατισμό στην πίστη τους και είναι αφοσιωμένοι στον οικουμενικό πατριάρχη, γεγονός πού το συνειδητοποιούν πολύ καλά οι δυτικοί. Συγκεκριμένα ό Angelo Emo γράφει στις 19 Ιανουαρίου 1708 ότι ό ανατολικός κόσμος «si fece un’idolio nel patriarca di Costadinopoli, quale tuttavia viene adorato dale provincie et esole oltremare, come suo capo indipendente e assoluto». Οι ορθόδοξοι — περισσότερο από τούς καθολικούς— αποστρέφονται τούς διαμαρτυρομένους και ιδίως τούς καλβινιστές.
Η συνύπαρξη ορθοδοξίας και καθολικισμού στις Κυκλάδες επί αιώνες είχε επηρεάσει αμοιβαία τούς οπαδούς των δύο δογμάτων σε πολλά επί μέρους θέματα. Και αυτό ακριβώς αποτελούσε θέμα συζητήσεων και ανησυχιών για τούς αρχηγούς και των δύο εκκλησιών. Οι ορθόδοξοι ιδίως διέβλεπαν κινδύνους από την εξάπλωση και δραστηριότητα των μισσιοναρίων, τον συνεκκλησιασμό των πιστών των δύο δογμάτων κλπ. Γι’ αυτό και εκδηλώνεται πότε πότε η αντίδραση του πατριαρχείου προς την πνευματική επικοινωνία (π.χ. μετάληψη των αχράντων μυστηρίων, βάπτισμα κ.λ.π.) με τούς καθολικούς, σε οποιοδήποτε μέρος του ελληνικού χώρου και αν συμβαίνη αυτό. Έτσι π.χ. στα 1749 με αυστηρά γράμματα επιτιμά ό πατριάρχης τούς ορθοδόξους της Μυκόνου νουθετώντας τους ν’ αποφεύγουν την αναστροφή τους «με τούς φράτορας και φραγκοπατέρας». Στο τέλος του γράμματος ό πατριάρχης απειλεί: «Εάν δε μετά την πατριαρχικήν και συνοδικήν ημών επιτίμησιν, πατρικήν και πνευματικήν παραίνεσιν και νουθεσίαν ταύτην, τολμήση τις από λόγου σας να φανή απειθής και εναντίος, και είτε τις εκ των αυτόθι ιερέων τολμήση να φωραθή συνευχόμενος τοις λατίνοις, ή προσφοράς δεχόμενος εκείνων, ή μνήμας άγων υπέρ αυτών, ή συνοικέσια ευλογών, ή βαπτίζων μετά πολλών αναδόχων ορθοδόξων τε και λατίνων (το οποίον και αυτό είναι προφανούς παρανομίας τόλμημα, και έξω τής κανονικής διατάξεως και ιεράς νομοθεσίας της Ανατολικής Εκκλησίας, αντί ενός αναδόχου καθιστάναι πολλούς, και τούτους μεμιγμένους) ό τοιούτος ιερεύς θέλει καθυποβληθή τελεία καθαιρέσει τής ιερωσύνης αυτού, διά πατριαρχικού και συνοδικού ημών γράμματος κ.λ.π.».
Η απειλή του αφορισμού ήταν το ύστατο, αλλά και το πιο φοβερό όπλο, πού διέθετε η ορθόδοξη εκκλησία και με το οποίο προσπαθούσε να συγκρατήση μερικούς επισκόπους ή τούς πολλούς αδυνάτους του ποιμνίου της από την αποστασία προς τούς μουσουλμάνους ή τούς δυτικούς. Έτσι το έτος 1736 ό αρχιεπίσκοπος Σαντορίνης Ζαχαρίας, πού κατηγορήθηκε για λατινοφροσύνη, αφορίστηκε από τον πατριάρχη και εκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, για να παραδώση ομολογία πίστεως.
Αλλά και οι καθολικοί φοβούνται το «κακό παράδειγμα» των Ελλήνων παρατηρώντας τα μέλη του ποιμνίου τους να ζουν, όπως και οι Έλληνες, και την χαλάρωση της εκκλησιαστικής πειθαρχίας.
Θα ήταν ευπρόσδεκτη μιά μελέτη πού θα διερευνούσε τις αμοιβαίες επιδράσεις ορθοδόξων και καθολικών μέσα στον κλειστό νησιωτικό κόσμο. Για να διαπιστωθούν όμως οι αποκλίσεις προς την ορθοδοξία ή προς τον καθολικισμό, θα πρέπει να μελετηθούν οι περιγραφές των θρησκευτικών εθίμων και τελετών των δύο δογμάτων στα νησιά και οι σχετικές αντιλήψεις των κληρικών και των κατοίκων επάνω στα διάφορα αυτά θέματα.
Γενικά πρέπει να ομολογηθή ότι η δράση των μοναχών των διαφόρων ταγμάτων είχε αναμφίβολα ευεργετική επίδραση στην πνευματική κατάσταση των νησιών και έφερε κάποια αντανάκλαση και στα άλλα μικρά και φτωχά νησιά. Την επίδραση των μοναχών αυτών την αναγνωρίζουν όχι μόνο οι εντόπιοι ορθόδοξοι, αλλά και οι ξένοι, όπως π.χ. ο Ρώσοι κατά την διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου 1768-1774.

Η τύχη των καθολικών στα Επτάνησα και στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Παράλληλη μείωση του αριθμού των καθολικών παρατηρείται και στα Επτάνησα, μολονότι αυτά βρίσκονταν πιο κοντά προς την Αγία Έδρα. Αιτίες ήταν ό μικρός αριθμός των πιστών, η πενία τής λατινικής εκκλησίας —τα εισοδήματά της ήταν μικρά— και ιδίως οι μεικτοί γάμοι, οι οποίοι ήταν επόμενο ν’ απολήξουν στην απορρόφηση τής καθολικής μειονότητας. Ήδη στα 1602 έγραφε ό βάιλος Κερκύρας Leonardo Zulian σε έκθεσή του προς τον δόγη: «άλλοτε στο αστικό συμβούλιο των ευπατριδών Κερκύρας πολλές ήταν οι οικογένειες, πού ζούσαν με το δόγμα τής Αγίας των Ρωμαίων Εκκλησίας, αλλά εξ αιτίας των επιγαμιών πού ακολούθησαν, ελάχιστες τώρα απέμειναν». Κατά το τέλος του 16ου αι., σύμφωνα με τις πληροφορίες καθολικών κληρικών, ό αριθμός των ομοδόξων τους, εκτός από τούς στρατιώτες, ανέβαινε σε 2.000 άτομα (ενώ των ορθοδόξων σε 16.000), στα 1611 σε 1.500 και στα 1636 σε 1.400. Ο αριθμός αυτός παραμένει ως τα 1671. Κατά τον 18ο αι. η μείωση εξακολουθεί με γοργότερο ρυθμό.
Στις αρχές του 19ου αι., δηλαδή μετά την λήξη τής βενετικής κυριαρχίας, παρουσιάζονται 1.600 καθολικοί μόνιμα εγκατεστημένοι στην Κέρκυρα. Θα είναι ασφαλώς μαζί με τούς εντόπιους καθολικούς πολλοί άνδρες της φρουράς. Επομένως δεν πρόκειται για αναζωογόνηση τής καθολικής κοινότητας. Αντίθετα η κατάλυση της βενετικής κυριαρχίας υπήρξε ένα νέο πλήγμα.
Οι καθολικοί εξυπηρετούνται από αρκετούς κληρικούς, λαϊκούς και μοναχούς, οι οποίοι λειτουργούν όχι μόνο σε διάφορες δικές τους εκκλησίες, αλλά και σε βήματα (altaria), πού υπάρχουν μέσα στις ορθόδοξες εκκλησίες. Ανάμεσα στα κοινωφελή ιδρύματα των καθολικών πρέπει να μνημονευθούν τα τρία νοσοκομεία (το ένα μέσα στο Παλαιό Φρούριο για τούς στρατιώτες). Υστερούσε όμως η οργάνωση των σχολείων τους. Η ομαλή λειτουργία τους άρχισε από τον 19ο αι. .
Για τούς καθολικούς και τα ιδρύματα της Ζακύνθου και Κεφαλληνίας κατά το 1667 έχουμε ήδη μιλήσει στον προηγούμενο τόμο. Στις αρχές του 17ου αι. ζούσαν 300 καθολικοί στην Κεφαλληνία και 200 στην Ζάκυνθο. Και σ’ αυτά τα νησιά, όπως και στην Κέρκυρα, διαπιστώνουμε μιά συνεχή μείωση του αριθμού τους, η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο στους μεικτούς γάμους και κατόπιν στην κατάλυση τής βενετικής εξουσίας στα Επτάνησα. Αντίστοιχα μειώνεται και ό αριθμός των εφημερίων και των άλλων κληρικών, καθώς και των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων.
Στην Λευκάδα ό αριθμός των καθολικών στα 1710 ανέβαινε σε 500 άτομα, στα 1723 σε 220, από τα οποία όμως οι 70 ήταν στρατιώτες και οι 150 Χιώτες (πού είχαν καταφύγει εκεί, όπως είδαμε, μετά την κατάκτηση τής Πελοποννήσου) και στα 1820 σε 48, μέλη 22 οικογενειών.
Στα Κύθηρα από τις δύο καθολικές εκκλησίες του 1723 δεν είχε απομείνει καμιά και από τούς καθολικούς κατοίκους μόνο δύο οικογένειες και οι στρατιώτες της φρουράς.
Στα απέναντι από τα Επτάνησα ηπειρωτικά κάστρα υπό βενετική κυριαρχία, στην Πάργα, Πρέβεζα και Βόνιτσα, τούς πιστούς της καθολικής εκκλησίας τούς αποτελούν κυρίως οι στρατιωτικοί των φρουρών με τις οικογένειές τους. Τόσον οι εκκλησίες, όσο και οι λειτουργοί με τα ποίμνιά τους εξαφανίζονται μετά την κατάλυση τής βενετικής δημοκρατίας.
Μετά την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τούς Τούρκους (1715), το καθολικό δόγμα επέζησε, όπως είδαμε , στα παρεκκλήσια των γαλλικών προξενείων της Πάτρας, Κορώνης, Μεθώνης, Ναβαρίνου και Ναυπλίου, αλλά η επανάσταση του 1770, πού αναστατώνει την Πελοπόννησο, εξαφανίζει σχεδόν τα λείψανα του καθολικισμού.
Ο διάδοχος του Ρεμονδίνη (+ 1777) επίσκοπος Βερνάρδος Βοκκίνης με επιστολή του προς τον πάπα (1781) μας πληροφορεί ότι καμιά καθολική μονή δεν υπήρχε πια στην Πελοπόννησο και ότι ό μόνος ιερέας ήταν ό Συριανός Νικόλαος Βρίντιζης στο Ναύπλιο, ό οποίος διατρεφόταν από τον Γάλλο πρόξενο (είχε μισθό 100 πιάστρα τον χρόνο) και δίδασκε τούς νέους. Ο Βοκκίνης, αγνοώντας την μεταβολή των συνθηκών την εποχή εκείνη, γράφει προς την Βενετία επιζητώντας να την συγκινήση: «Η αναλγησία τής κυβερνήσεως επί τής θρησκευτικής καταστάσεως τής επαρχίας ημών ήνοιξεν οδόν εις την εγκατάλειψιν του λατινικού δόγματος. Ηλαττώθησαν αι καθολικαί οικογένειαι κατά πολύ. Ολίγισται δε αριθμούνται αι ευσεβέστατα πράττουσαι και ζώσαι. Τοιαύτην αταξίαν ό μεν επίσκοπος θρηνεί, η δε πολιτική κυβέρνησις πρέπει να φοβήται, δ ι ό τ ι τ ό έ θ ν ο ς τ ώ ν Ε λ λ ή ν ω ν π ο β λ έ π ο ν ε ι ς τ ή ν α ν ά κ τ η σ ι ν τ ή ς α π ο λ ε σ θ ε ί σ η ς α υ τ ο κ ρ α τ ο ρ ί α ς τ ο υ κ α ί ν ο μ ί ζ ο ν ό τ ι ή δ η τ ή ν β λ έ π ε ι α ν α τ έ λ λ ο υ σ α ν έ κ Ρ ω σ ί α ς, α φ ο σ ι ο ύ τ α ι π ρ ό ς τα ή ν Ρ ω σ ί α ν. Εσχάτως εθεάθησαν Ρώσοι πράκτορες, οίτινες υπεκίνησαν ταραχάς εν Πελοποννήσω και Αιγαίω, κατά τον τελευταίον πόλεμον μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας. Διό ας προσέξωσιν οι πολιτικοί τής Βενετίας, διότι μετά τής μειώσεως του ομοθρήσκου δόγματος εν τη Ανατολή ελαττούται και η πολιτική επίδρασις επί τούς Έλληνας υπηκόους».
Πάντως στα 1781 οι καθολικοί τής Κορώνης, Πάτρας, Ναυπλίου και Αθήνας δεν έφθαναν ούτε τούς 100. Λείψανα των καθολικών διασώθηκαν στο Ναύπλιο (περίπου 300) και στην Αθήνα, όπου σωζόταν το μοναστήρι των καπουκίνων ως την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου. Στην Κρήτη, παρά την προσέλευση των καθολικών στην ορθοδοξία, εξακολουθούσε ν’ αντιπροσωπεύεται το καθολικό δόγμα με πολλές εκκλησίες και κληρικούς, ιδίως μέσα στις πόλεις. Ο αρχιεπίσκοπος έδρευε στον Χάνδακα (Ηράκλειο), οι επίσκοποι στις τρεις κύριες πόλεις, Χανιά, Ρέθυμνο, Σητεία και οι τέσσερες υπόλοιποι στην Ιεράπετρα, Χερρόνησο, Μυλοπόταμο και Κίσσαμο. Στα χωριά καθολικοί ήταν μόνον ό φεουδάρχης και η οικογένειά του. Αντιπροσωπεύονταν ακόμη και 4 μοναχικά τάγματα, των αυγουστινιανών, των δομινικανών, των φραγκισκανών και των ιησουιτών. Κατά το 1592 οι καθολικοί υπολογίζονταν σε 4.000.
Η ταχεία παρακμή του καθολικισμού άρχισε με την απόβαση των Τούρκων στο νησί στα 1645, η οποία προκάλεσε την μετανάστευση των κατοίκων του δυτικού δόγματος. Τελικά, με την αποχώρηση τής φρουράς του Ηρακλείου, οι καθολικοί περιορίστηκαν στις μόνες βενετικές κτήσεις τής Κρήτης μετά το 1669, στην Σούδα, Σπιναλόγγα και Γραμπούσα. Ακολουθεί η κατάληψη και των τελευταίων αυτών ερεισμάτων και οι καθολικοί κληρικοί, οι διάδοχοι των Ιταλών καπουκίνων, συνεχίζουν το έργο τους στα παρεκκλήσια του γαλλικού προξενείου των Χανίων και του υποπροξενείου του Ηρακλείου.
Αυτός υπήρξε ό θλιβερός απολογισμός μιας μεγάλης θρησκευτικής παραδόσεως, η οποία διατηρήθηκε επί αιώνες στην μεγαλόνησο και άφησε λαμπρά μνημεία σ’ αυτήν.

Πηγή: Ο αξεπέραστος Απόστολος Βακαλόπουλος, στην Ιστορία του Νέο Ελληνισμού –Δ’ τόμος, Θεσσαλονίκη 1973.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com