ΟΙ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ

Ομαδικοί και ατομικοί εξισλαμισμοί.
Ήταν πολύ φυσικό τα δεινά των χριστιανών, με την ατελείωτη παράτασή τους μέσα σ’ να κλειστό σχεδόν από παντού ορίζοντα, να κάμπτουν την ψυχική αντοχή πολλών χριστιανών, να κλονίζουν την πίστη τους και τελικά να προκαλούν την συνειδητή ή και προσποιητή προσέλευσή τους στον ισλαμισμό.
Είναι αλήθεια ότι το οθωμανικό κράτος επίσημα δεν βίαζε την θρησκευτική συνείδηση των κατακτημένων ούτε και επιδίωκε τον βίαιο εξισλαμισμό τους, αλλά οι συνθήκες τής ζωής τους - ιδίως ανάμεσα σε συμπαγείς μουσουλμανικούς πληθυσμούς ήταν τόσο δύσκολες και ή βαθμιαία διαφοροποίηση των φόρων μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων ραγιάδων τόσο αισθητή, ώστε ή προσέλευσή τους στον ισλαμισμό (πού αποτελούσε την μοναδική διέξοδο από τα δεινά) να είναι μεγάλος πειρασμός. Μία απλή ομολογία της μουσουλμανικής πίστης τούς έφερνε αμέσως στην άλλη όχθη, στην παράταξη των κατακτητών.
Συνταρακτικά γεγονότα, όπως καταλήψεις χωρών, αλώσεις σημαντικών πόλεων, αιχμαλωσίες, είχαν ισχυρό αντίκτυπο στην δημιουργία εξωμοτών. Ιδίως ή πτώση τής βασιλεύουσας είχε τεράστια επίδραση στην εξόγκωση του ρεύματος των εκούσιων εξισλαμισμών όχι μόνο μέσα στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και έξω άπ’ αυτήν, στις ελληνικές χώρες πού ως τότε είχαν στραμμένα τα βλέμματά τους προς αυτήν με κάποια ελπίδα και παρηγοριά. Ρητά μιλεί ό πρώτος πατριάρχης μετά την Άλωση Γεννάδιος για το συνεχές ρεύμα των χριστιανών, πού κάθε μέρα απομακρύνονται από την πίστη ή πού βασανίζονται με την σκέψη να εξομώσουν. Πραγματοποιούνται τώρα όσα προφητικά έλεγε πριν από 35 περίπου χρόνια ό μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος τονίζοντας την σημασία τής Κωνσταντινούπολης ως στηρίγματος της χριστιανικής πίστης: «... ταύτης τής Πόλεως ισταμένης συνίσταταί πως αυτή και ή πίστις ακράδαντος• εδαφισθείσης δε, ή αλούσης, άπερ Χριστέ μου μή γένοιτο! ποία έσται ψυχή κατά την πίστιν ακλόνητος;». Η σκληρή πραγματικότητα τής κατοχής, πού αποτελούσε πάντοτε μεγάλη δοκιμασία, τώρα με την πτώση τής βασιλεύουσας γίνεται περισσότερο αισθητή• δημιουργεί μεγάλο πειρασμό για τις αδύνατες ψυχές και τούς καιροσκόπους και προκαλεί έντονες αποσυνθετικές ζυμώσεις μέσα στην χριστιανική κοινωνία και στην Εκκλησία. Τα πιθανά επακολουθήματα τής Άλωσης τα πρόβλεπε και ό Ανδρόνικος ό Κάλλιστος, μόλις έμαθε το γεγονός: «Εκκλινούσι πάντες και αχρείοι γενήσονται, και ουδείς έσται ποιών χρηστότητα ουδέ μέχρις ενός νυν πράγματα πάντα κατά τον φάμενον ούτως έσται και νυκτομαχία τις δεινή».
Το πλήθος των εξωμοτών είναι τόσο αθρόο, ιδίως στην Ήπειρο και Αλβανία, ώστε κατά την μύηση των νεοφωτίστων στην νέα θρησκεία δεν τηρούνται και αυτές ακόμη οι πιο απαραίτητες διατάξεις του ιερού Νόμου. Γι’ αυτό (ίσως και για ν’ αναστείλη την γενίκευση του φαινομένου αυτού, πού θ’ αποστερούσε την αυτοκρατορία από τούς φόρους των χριστιανών ραγιάδων) ό Μεχμέτ Β’ διατάζει στα 1474 με ιραδέ την αυστηρή και ακριβή τήρηση των σχετικών νομίμων στις παραπάνω χώρες, απειλώντας αλλιώς θάνατο στους παραβάτες. Από την Άλωση ως την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) αλλεπάλληλες είναι οι εγκύκλιοι του σεϊχουλισλαμάτου προς τούς μουφτήδες, τούς καδήδες και τούς ιμάμηδες τής Ηπείρου και Αλβανίας με οδηγίες για τον τρόπο του προσηλυτισμού των μαζών. Οι ειδήσεις αυτές είναι χαρακτηριστικές για την διάρκεια και την έκταση των εξισλαμισμών μετά την Άλωση.
Επίσης ή κατάληψη τής Τραπεζούντας θα προκάλεσε εξισλαμισμούς μέσα στην πόλη και προ πάντων στην ύπαιθρο, αλλά οι σχετικές ειδήσεις είναι ελάχιστες και βασίζονται στην επισφαλή προφορική παράδοση. Σύμφωνα μ’ αυτήν, οι πρώτοι πού εξόμωσαν στην περιοχή του Πόντου μετά το 1461 είναι οι Λαζοί, οι οποίοι, αν και λησμόνησαν την γλώσσα τους, διατήρησαν όμως τα χριστιανικά ήθη και έθιμά τους. Είναι πολύ πιθανόν, όπως αναφέρει ό πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, ότι οι Λαζοί εξισλαμίστηκαν αργότερα, κατά τα μέσα του 17ου αι. - τουλάχιστον εκείνοι πού βρίσκονταν μεταξύ Τραπεζούντας και ποταμού Τζορόχη.
Επίσης εξισλαμίστηκαν και πολλά χωριά τής περιοχής Νικόπολης (Σιαπίν Καρά Χισάρ) και Κολώνιας, από τα οποία σπουδαιότερα είναι ή Ζάαπα, το Αγουτμούς, το Ορτάκιοϊ και ή Πάρου. Οι κάτοικοί τους, όπως σχεδόν κατά κανόνα γίνεται, είχαν γίνει πιο φανατικοί από τούς Τούρκους. Μόνη εξαίρεση αποτελούσαν οι κάτοικοι τής Ζάαπας, πού κρατούσαν σε απόσταση τους άλλους Τούρκους, δεν έκαναν γάμους μαζί τους, ενώ αντίθετα είχαν φιλικές σχέσεις με τούς Έλληνες. Οι χριστιανοί κάτοικοι της Νικόπολης και δυό ή τριών χωριών είχαν κιόλας χάσει την προγονική ή ελληνική γλώσσα τους πριν από την οθωμανική κατάκτηση. Ήταν λοιπόν «λείψανα ελεεινά του άλλοτε ακμαίου και πυκνού εν ταις χώραις ταύταις χριστιανισμού, περισωθέντος εκ του γενικού κατακλυσμού των νομαδικών αυτόθι φυλών, τού καταστρέψαντος πάντα τον αρχαίον κατά την μέσην Ασίαν πολιτισμόν και αποσαρώσαντος παν χριστιανωσύνης μνημείον». Την ελληνική γλώσσα οι κάτοικοι των παραπάνω περιοχών άρχισαν να την ξαναμαθαίνουν βαθμιαία με την εκμετάλλευση των στυπτούχων μεταλλείων τής περιοχής από τούς Ποντίους τής Χαλδίας μετά τον 16ο αι.
Γενικά σκοτεινά είναι τα προβλήματα τα σχετιζόμενα με τον χρονικό καθορισμό τής εξάπλωσης του μουσουλμανισμού στις διάφορες περιοχές του Πόντου και με την διαπίστωση σ’ αυτές τού φαινομένου του κρυπτοχριστιανισμού. Τα ζητήματα αυτά, ιδίως των κρυπτοχριστιανών, των λεγομένων κλωστών, επιφυλάσσομαι να εξετάσω διεξοδικά στον επόμενο τόμο* μαζί με άλλα παρόμοια φαινόμενα πού παρατηρήθηκαν στις διάφορες ελληνικές χώρες, επειδή τα μεταγενέστερα ιστορικά στοιχεία είναι περισσότερα.
Οι εξισλαμισμοί στην Μ. Ασία εξακολούθησαν και αργότερα, αλλά οι πληροφορίες μας είναι λίγες και στηρίζονται κυρίως στις σωζόμενες ως σήμερα παραδόσεις. Έτσι στην Καππαδοκία πολλά ήταν τα χριστιανικά χωριά πού έγιναν μωαμεθανικά με το πέρασμα των χρόνων. Απόδειξη είναι ότι για μερικά απ’ αυτά γύρω από το Γκέλβερι, όπως για το Ιλίσου, το Περίστρεμμα, το Σέλμε, την Σορσοβού, την Μαμασό και το Αγασάρ, γενική ήταν ή γνώμη ότι ό πληθυσμός παλιότερα ήταν χριστιανικός. Άλλωστε σ’ αυτά σώζονται ακόμη ως σήμερα εκκλησίες ακέραιες ή μισοκαταστραμμένες ή και ερείπια μισοκατεστραμμένων παρεκκλησιών και εξωκκλησιών, πού ως τα 1924 ήταν τόποι λατρείας.
Οι σωζόμενες σχετικές με τούς εξισλαμισμούς παραδόσεις μικρή μόνον ιδέα της τραγωδίας εκείνης είναι δυνατόν να δώσουν. Οι περισσότερες μαρτυρούν την κάμψη τής ψυχικής αντοχής και την απελπισία των κατοίκων, την οποία όξυνε κάπου κάπου ακόμη περισσότερο ή δογματική ακαμψία, ίσως και ή αναλγησία και το πείσμα των εκκλησιαστικών ποιμένων. Διηγούνται π.χ. ότι οι κάτοικοι του χωριού Μουδζούρ, κοντά στο Κίρσεχιρ, δέχθηκαν τον ισλαμισμό κατά τα τέλη του 17ου αιώνα, γιατί ό μητροπολίτης τους δεν τούς επέτρεψε να καταλύσουν την νηστεία του Αυγούστου, πού έπεφτε στην ένταση των αγροτικών τους εργασιών - τότε πού ζητούσαν να δροσίσουν το στόμα τους με οξύγαλα, με το λεγόμενο αϊράνι.
Στα 1577 στην άλλοτε εκκλησιαστική επαρχία των Μύρων - εκτός από δυό τρία χωριά με πολύ λίγους χριστιανούς - υπήρχαν πάμπολλες κωμοπόλεις και χωριά, πού είχαν προσέλθει στον ισλαμισμό πριν από πολλά χρόνια. Την ύπαρξη των άλλοτε χριστιανικών κοινοτήτων στην νότια γενικά παραλία τής Μ. Ασίας μαρτυρούσαν μόνο τα εκκλησιαστικά μνημεία, ναοί και μονές, που ερημώνονταν και ερειπώνονταν σιγά σιγά.
Εξισλαμισμοί παρατηρούνται και στην Κύπρο, ιδίως στις ηγετικές τάξεις.
Επίσης στην ΝΑ Ευρώπη Βόσνιοι, Κροάτες, Αλβανοί, αλλά και Έλληνες εξισλαμίζονται συνεχώς. Ο περιηγητής Georgieviz κατά τα μέσα του 16υ αι. σημείωνε με απαισιοδοξία ότι «ή νέα γενιά (των χριστιανών) απομαθαίνει την πίστη της και σε λίγο χρόνο θα ξεχαστή πια εντελώς ό χριστιανισμός. Το ίδιο θα γίνη και στην Κροατία, Ουγγαρία, Σκλαβονία, πού πρόσφατα προστέθηκαν και μεγάλωσαν το Τουρκικό κράτος». Ομαδική επίσης ήταν πολλές φορές ή προσέλευση στον ισλαμισμό αιχμαλώτων από την Βόρεια Βαλκανική και την Κεντρική Ευρώπη, για ν’ αποφύγουν τα δεινά. Ο εξισλαμισμός όμως δεν είχε ως επακολούθημα την απελευθέρωσή τους.
Ο Ιάννος Λάσκαρις στα 1508 έγραφε ότι στην Ελλάδα πολλοί γονείς – κρυπτοχριστιανοί ασφαλώς - βάφτιζαν κρυφά τα παιδιά τους και πρόβλεπε μαζικούς εξισλαμισμούς στο μέλλον, αν ή Δύση δεν έσπευδε ν’ απελευθερώση τούς λαούς τής χερσονήσου το Αίμου. Στα 1586 υπάρχουν στην θρακική Καλλίπολη «πλείστοι αγαρηνοί χριστιανοί» Ας σημειωθή ότι ό εκμουσουλμανιζόμενος χρεώστης απαλλασσόταν από το χρέος του.
Οι Έλληνες και οι Αλβανοί σπαχήδες εξισλαμίζονται βαθμιαία με το πέρασμα του χρόνου. Δεν είναι όμως ακριβές ότι οι χριστιανοί σπαχήδες έπαυσαν να υπάρχουν μέσα στον 16ο αι. Πολλοί από τούς σπαχήδες της Ηπείρου, και μετά την αναγκαστική προσέλευσή τους στον μουσουλμανισμό, εξακολουθούσαν ως τα τέλη του 18ου αι. να είναι κρυπτοχριστιανοί. Το πράγμα δείχνει καθαρά ότι οι Έλληνες δεν γίνονταν εύκολα μουσουλμάνοι, όπως σημείωνε ό Garlach. Πάντως οι Ηπειρώτες σπαχήδες από την εποχή πού εξισλαμίζονταν ή προσποιούνταν ότι εξισλαμίζονταν, γίνονταν φανατικοί, τυραννικοί και σκληροί απέναντι στους ομοεθνείς τους, πιο πολύ και από τους Τούρκους. Είχαν την ψυχολογία των νεοφύτων.
Ο εξισλαμισμός προχώρησε νωρίς και αρκετά και στις άλλες ελληνικές χώρες, όπως είδαμε στον προηγούμενο τόμο, με την προσέλευση πολλών χριστιανών τιμαριούχων της Μακεδονίας και Θεσσαλίας. Το παράδειγμά τους θα το ακολούθησαν και πολλοί από τον λαό, ιδίως εκεί όπου έγινε εγκατάσταση τουρκικών πληθυσμών. Ασφαλώς ένα μεγάλο μέρος των πρώτων αυτών εξισλαμισμένων θα αναγκάστηκε να δεχθή την αλλαξοπιστία όχι τόσο ύστερ’ από διδαχές και κηρύγματα όσο από την επιβολή ωμής τρομοκρατίας. Οι Τούρκοι έπρεπε στην αρχή να εδραιώσουν οπωσδήποτε την θέση τους και αυτό θα το πετύχαιναν μόνο με τον προσηλυτισμό νέων φανατικών οπαδών του ισλαμισμού.
Έτσι οι πρώτοι μουσουλμάνοι τής Δυτ. Μακεδονίας πού απετέλεσαν τον πυρήνα των γνωστών αργότερα ελληνόφωνων βαλαάδων, πρέπει ν’ αναχθούν στον 16ο αι., αν λάβη κανείς υπ’ όψη του τις μαρτυρίες ορισμένων επιτύμβιων πλακών - ίσως μάλιστα οι πρώτες αραιές περιπτώσεις να σημειώθηκαν κατά τον 15ο αι..
Επίσης στην Θεσσαλία οι μουσουλμάνοι του Δομοκού (κατοικούσαν στο χαμηλότερο σημείο του κάστρου αντίθετα προς τούς χριστιανούς πού βρίσκονταν στο ψηλότερο) πρέπει να ήταν απόγονοι χριστιανών, γιατί ό Εβλιά Τσελεμπή τούς αποδίδει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά εξισλαμισμένων: ότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν ποια ήταν ή θρησκεία τους και ότι ήταν κατ’ επίφαση μουσουλμάνοι. Στην Στερεά Ελλάδα ό ίδιος περιηγητής αναφέρει, ότι οι πρώτοι πού εξισλαμίστηκαν «εις την χώραν των Ρωμιών» ήταν κάτοικοι τής Μενδενίτσας.
Η προσέλευση ενός πατέρα στον ισλαμισμό δημιουργούσε ασφαλώς ένα μεγάλο πρόβλημα, μιά αναταραχή μέσα στην οικογένεια με πολλές επιπτώσεις. Τραγική θα ήταν συχνά ή τύχη των παιδιών των εξισλαμισμένων: αν ήταν κάτω των 12 χρόνων θεωρούνταν αυτονόητο ότι ακολουθούσαν την πράξη του πατέρα τους• αν ήταν όμως μεγαλύτερα, έπρεπε να πάγουν με την μητέρα τους στον καδή, για να πάρουν μιά βεβαίωση ότι είναι χριστιανοί και δεν θέλουν ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα του πατέρα• αλλιώς ή σιωπή τους θα ερμηνευόταν ως αποδοχή του Ισλάμ και θα θεωρούνταν ως Τούρκοι
Το δράμα τής τρομερής αγωνίας των κατοίκων εμπρός στο δίλημμα της εμμονής στον χριστιανισμό κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ή τής εξωμοσίας δεν είναι εύκολο να περιγραφή. Μιά ιδέα είναι δυνατόν να σχηματίσουμε μόνον αν μελετήσουμε τα κείμενα τής εποχής εκείνης και αν αναλογισθούμε την μεγάλη επιβολή τής Εκκλησίας και τής θρησκείας στις απλοϊκές ψυχές των χωρικών. Για την στάση τής Εκκλησίας και των κληρικών απέναντι των κινδύνων τής εξωμοσίας θα μιλήσουμε αργότερα*.
Με το πέρασμα των αιώνων ή επιδείνωση των συνθηκών τής ζωής και ό πολλαπλασιασμός των φόρων ήταν σημαντικά αίτια εξισλαμισμού και αυτό κυρίως έχοντας υπ’ όψη του συμβούλευε ό Νικόδημος ό Αγιορείτης (τέλος 18ου αι.) τούς χριστιανούς με τα εξής : «.. . .σας πληροφορούμεν, αδελφοί, ότι διά άλλο τέλος δεν σας παιδεύουν με τα βαρέα δοσίματα, και με τα άλλα κακά πάρεξ διά να βαρεθήτε, να χάσετε την υπομονήν, και έτσι να αρνηθήτε την πίστιν σας, και να δεχθήτε την εδικήν των θρησκείαν• όθεν και εσείς τον σκοπόν αυτών ηξεύροντες φυλαχθήτε, αγαπητοί αδελφοί μας, φυλαχθήτε διά αγάπην Θεού, και διά την σωτηρίαν τής ψυχής σας». Εξαίρει λοιπόν και αυτός, όπως και τόσοι άλλοι κατά τον τελευταίο πριν από την Άλωση αιώνα, την μεγάλη σημασία τής υπομονής. Η υπομονή είναι βασικό στοιχείο πού εξασφαλίζει την νίκη στον μεγάλο αυτόν ψυχικό αγώνα• υπομονή όμως ως τα άκρα• όχι ατελής, αλλά τέλεια, όπως διδάσκει ή Αγία Γραφή• «ή δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω» (Ιακώβ α’. 4). Αναλύει εν συνεχεία ό Νικόδημος την έννοια τής τέλειας υπομονής με δικά του λόγια, διανθισμένα με ποικίλα άλλα χωρία και καταλήγει στο πασίγνωστο: «ό δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» ( Ματθ. κδ’ 13).
Εξ ίσου σημαντικοί με τούς ομαδικούς εξισλαμισμούς είναι και όσοι γίνονται κατ’ άτομα ή κατά οικογένειες. Ανάμεσα στους εξωμότες παρατηρούμε συχνά κληρικούς, μοναχούς και ιερείς και αρχιερείς, πού για προσωπικά κυρίως αίτια (προστριβές με τούς ανωτέρους των κ.λ.) πετούν το ράσο ή το καλιμαύκι τους, για να φορέσουν το τουρμπάνι. Τα ονόματα των νεοφωτίστων αυτών, Παπάζ Μουσταφά, Κεσίς Μουχαμέτ κ.λ., μαρτυρούν την προέλευσή τους από το ιερατείο. Όταν όμως μιλούμε για ατομικούς εξισλαμισμούς, ας μη φαντασθή κανείς ότι πρόκειται για σπάνιες περιπτώσεις μεμονωμένων ατόμων, αλλά για ένα συνεχές ρεύμα αποστασίας, πού διήκει από τούς πρώτους αιώνες τής τουρκοκρατίας ως τούς τελευταίους ακόμη χρόνους της.
Αξιοσημείωτο επίσης είναι ό βίαιος ή εκούσιος εξισλαμισμός κοριτσιών και γενικά γυναικών και ό γάμος τους με μουσουλμάνους, όπως στην Χίο, στο Ζαπάντι και στο Αιτωλικό, όπου οι γυναίκες των περισσότερων μουσουλμάνων ήταν Ελληνίδες. Ίσως και εκεί όπου οι μουσουλμάνοι μνημονεύονται από τον Εβλιά Τσελεμπή ως «Ελληνοπρεπείς» ή ότι μιλούν την ελληνική, πρέπει να υποθέσουμε ότι είναι γόνοι εξισλαμισμένων ή ότι έχουν μητέρες Ελληνίδες, όπως π.χ. στην Μενδενίτσα, στο Καρπενήσι και στο Αγγελόκαστρο. Χαρακτηριστικά παρατηρούσε την ίδια εποχή ό ιησουίτης Carayon ότι αρκετοί Τούρκοι τής Χαλκίδας μιλούσαν ελληνικά, γιατί ήταν παιδιά Ελληνίδων μητέρων. Μιά ιδέα για την τρομακτική αυτή αιμορραγία του ελληνισμού μας δίνουν οι κατάλογοι εξισλαμισμών ορισμένων τουρκικών αρχείων, πού έχουν διασωθή και οι οποίοι αναφέρονται μόνο στους τελευταίους αιώνες, οπότε οι συνθήκες τής ζωής των ραγιάδων είχαν κάπως βελτιωθή και οι πιέσεις των κατακτητών δεν είχαν τον καταθλιπτικό χαρακτήρα των πρώτων αιώνων. Είναι πολύ πιθανό ότι ορισμένοι εξωμότες υποκρίνονταν τον μουσουλμάνο και περνούσαν την ζωή τους ως κρυπτοχριστιανοί (μιά κατάσταση πού είχε παρατηρηθή και στο παρελθόν), αλλά γρήγορα ή αργά οι απόγονοί τους κατέληγαν να γίνουν ενσυνείδητοι μουσουλμάνοι. Ο κρυπτοχριστιανισμός, ή ψυχρή αυτή για τον καθένα μας λέξη, αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο δράμα, μιά σκληρή ολοζώντανη πραγματικότητα ως τα τελευταία χρόνια. Την θυμούνται ακόμη και έχουν να διηγηθούν πολλές και συγκινητικές ιστορίες οι Έλληνες ιδίως πρόσφυγες από την Μ. Ασία.
Η εκούσια προσέλευση ενός χριστιανού στον μουσουλμανισμό αποτελούσε μεγάλο γεγονός τής θρησκευτικής ζωής των μουσουλμάνων, αληθινή νίκη, και γιορταζόταν πανηγυρικά. Ο νέος μουσουλμάνος επιβεβαίωνε την νέα του πίστη καταπιέζοντας και τυραννώντας τούς ομοεθνείς του. Ο τύπος του αρνησιθρήσκου χαρακτηρίζεται επιγραμματικά από τον Βενετό βάιλο Matteo Zane: «... ήταν οι πιο αλαζονικοί και οι πιο μοχθηροί άνθρωποι πού μπορεί κανείς να φανταστή, άνθρωποι πού έχασαν μαζί με την αληθινή πίστη και κάθε ανθρωπιά».
Παράλληλα με τις εξωμοσίες αυτές, κατ’ επίφαση εκούσιες, εξακολουθεί μετά την Άλωση και ό βίαιος εξισλαμισμός χριστιανοπαίδων, το γνωστό παιδομάζωμα.

2. Το παιδομάζωμα (devsirme), οι ατζέμ ογλάν και οι ίτς ογλάν.
α) Το παιδομάζωμα.
Το παιδομάζωμα γινόταν στην αρχή, φαίνεται, κάθε πέντε χρόνια και στρατολογούσαν το 1/5 των παιδιών - ίσως το πράγμα είχε κάποια σχέση με το δικαίωμα του σουλτάνου επάνω στο 1/5 των λαφύρων και την φορολογία pencik ή ispence - κατόπιν όμως κάθε 4, 3, 2 ή και κάθε χρόνο, ανάλογα με τις πολεμικές ανάγκες. Από τον φόρο αυτόν του «αίματος» απαλλάσσονταν ορισμένοι τόποι, γιατί ρητοί όροι συνθηκών ή ειδικά προνόμια τους εξαιρούσαν, όπως π.χ. τα Ιωάννινα (1430), ό Γαλατάς (1 Ιουνίου 1453), ή Ρόδος (1522), ή τόποι πού βρίσκονταν κοντά σε πολυσύχναστους δρόμους και ήταν εκτεθειμένοι στις αυθαιρεσίες των στρατευμάτων και των υπαλλήλων.
Από τις μαρτυρίες των σύγχρονων βυζαντινών συγγραφέων Δούκα, Χαλκοκονδύλη, Σφραντζή, καθώς και από τις σχετικές με την ηλικία διατάξεις φιρμανιών του 16ου και 17ου αί., πού δημοσιεύθηκαν τα τελευταία χρόνια, αποδεικνύεται ότι τα παιδιά αυτά έπρεπε να είναι 14 - 18 ή 15 - 20 ετών. Μολαταύτα είναι αλήθεια ότι γινόταν και στρατολογία παιδιών μικρότερης ηλικίας• αυτά όμως δεν προορίζονταν για το γενιτσαρικό σώμα, αλλά για την εσωτερική υπηρεσία τής σουλτανικής αυλής και για τα ανώτατα αξιώματα. Ήταν τα λεγόμενα ic oglan, για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα.
Με την διενέργεια του παιδομαζώματος ήταν εντεταλμένος ό yeniceri agasi και ό acemi ocagi agasi (Instanbul agasi). Ο τρόπος στρατολογίας παραλλάσσει κάπως από εποχή σε εποχή. Μετά τον 15° αι. γινόταν συνήθως ως εξής: Στην περιοχή ή στην διοικητική περιφέρεια, όπου θα γινόταν το παιδομάζωμα, έστελναν έναν αξιωματικό των γενιτσάρων, τον devsirme agasi πού είχε το σχετικό φιρμάνι στρατολογίας, ένα γραφέα και μερικούς συνοδούς γενιτσάρους. Μαζί του είχε επίσης επιστολή (γραμμένη από τον yeniceri agasi), πού είχε το ίδιο σχεδόν περιεχόμενο με του φιρμανιού και πού απευθυνόταν στους καδήδες της περιοχής, όπου θα γινόταν το παιδομάζωμα. Ο αξιωματικός αυτός είχε απόλυτη εξουσία και κανείς δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνη στα καθήκοντά του, είτε ήταν μουτεσελίμης των μπεηλερμπέηδων ή άλλος στρατιωτικός. Ο devsirme agasi πήγαινε στους καζάδες και ή άφιξή του κοινοποιούνταν με ντελάληδες στα χωριά. Στον κάθε τόπο συνεννοούνταν πρώτα με τον καδή και τον πρωτόγερο (προεστό) ή τον παπά και κατόπιν ήλεγχε μαζί τους προσεκτικά τα βιβλία των γεννήσεων τής εκκλησίας και επιθεωρούσε ό ίδιος τούς υποψηφίους γενιτσάρους. Διάλεγε τούς πιο ρωμαλέους, όμορφους και ευφυείς νέους πού φαίνονταν κατάλληλοι για την στρατιωτική υπηρεσία. Σύμφωνα με τον νόμο του παιδομαζώματος, έπρεπε οι νέοι αυτοί να είναι παιδιά ιερέων και εγγενών οικογενειών. Από τούς ραγιάδες πού είχαν δυό ή και περισσότερα παιδιά έπαιρναν μόνο το ένα. Τα μοναχοπαίδια εξαιρούνταν από το παιδομάζωμα, για να βοηθούν και να υπηρετούν τούς γονείς τους. Επίσης εξαιρούνταν και μερικές άλλες κατηγορίες παιδιών, όπως π.χ. οι ορφανοί, οι σπανοί, οι κοντοί, οι ψηλοί κ.ά., καθώς επίσης και οι παντρεμένοι.
Για ν’ αποφύγουν λοιπόν πολλοί γονείς, Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί κ.λ., τον τρομερό αυτό φόρο, φρόντιζαν ν’ αρραβωνιάζουν και να παντρεύουν τα παιδιά τους νεώτατα, σε ηλικία 8,9 και 10 ετών, παραβαίνοντας τούς νόμους τής Εκκλησίας για την ανηβότητα. Η συνήθεια αυτή ήταν κιόλας πολύ διαδομένη πριν από την Άλωση εξ αιτίας του φόβου των «επικρατησάντων» (=κατακτητών). Πάντως στην περιοχή Κωνσταντινουπόλεως δεν είχαν σημειωθή ως τα 1463 τέτοιοι γάμοι, γιατί εξαιρούνταν από το παιδομάζωμα.
Ο εντεταλμένος με την στρατολογία υπάλληλος έκανε διπλούς καταλόγους με τα ονόματα τα χαρακτηριστικά των νέων, πού είχαν στρατολογηθή, καθώς και των συνοδών τους. Απ’ αυτούς κρατούσε τον ένα, ενώ τον άλλο τον έστελνε στην Κωνσταντινούπολη με ειδικό ταχυδρόμο (surucu), για να παραβληθή αργότερα με εκείνον πού κρατούσε ό αρμόδιος υπάλληλος και να προληφθή ή αντικατάσταση των στρατολογημένων. Από τούς ραγιάδες κάθε τόπου έπαιρναν όσα χρήματα χρειάζονταν για το ξύρισμα, τον κόκκινο σκούφο και τον κόκκινο αμπά των στρατολογημένων πού τον κατασκεύαζαν οι Εβραίοι τής Θεσσαλονίκης. Επίσης, εκτός από αυτά ό devsirme agasi ή memuru, ό γραφέας και οι συνοδοί του έπαιρναν την καθορισμένη από τον νόμο αμοιβή. Αυστηρές διαταγές εκδίδονταν προς τούς κατά τόπους καδήδες να εφοδιάζωνται με τρόφιμα οι στρατολογούμενοι νέοι, να μη χρονοτριβούν κατά την πορεία τους οι συνοδοί τους στα χωριά, να μη παρεκτρέπωνται σε λεηλασίες και αρπαγές σε βάρος των χωρικών κ.λ..
Από τον 16ο αι. οι διατάξεις αυτές του νόμου δεν τηρούνταν πάντοτε κατά γράμμα. Μολονότι προβλέπονταν αυστηρότατες ποινές και θάνατος ακόμη για τούς εκβιαστές υπαλλήλους, οι εντεταλμένοι με την στρατολογία έβρισκαν την ευκαιρία να καταπιέζουν τούς χριστιανούς ραγιάδες και να κερδίζουν χρήματα. Έπαιρναν από τούς πολυτέκνους δυό ή και περισσότερα παιδιά και δεν εξαιρούσαν ούτε τον μοναχογιό, πού δεν τον έδιναν πίσω παρά μόνον όταν έπαιρναν 60, 70 ή και περισσότερα ακόμη χρυσά νομίσματα. Στους πλούσιους επέτρεπαν να εξαγοράσουν τα παιδιά τους και εκείνα πού περίσσευαν τα πουλούσαν ως δούλους για δικό τους λογαριασμό. Όσοι μπορούσαν εξαγόραζαν την ελευθερία του παιδιού τους. Μερικοί θυσίαζαν και ολόκληρη την περιουσία τους παρά να ιδούν τα παιδιά τους να σέρνωνται στην πικρή σκλαβιά. Αυτονόητο είναι ότι οι φτωχοί, όπως και σε άλλες περιστάσεις, αισθάνονταν βαρύτερα την δοκιμασία αυτή.
Απροσμέτρητη ήταν ή θλίψη και ή ηθική συντριβή των γονέων και των άλλων συγγενών, θυμάτων του παιδομαζώματος. Ακόμη ίσως ψάλλουν στην Ήπειρο το παρακάτω τραγούδι:

Ανάθεμά σε, βασιλιά, και τρις ανάθεμά σε,
με το κακό οπόκαμες, και το κακό που κάνεις.
Στέλνεις, δένεις τούς γέροντας, τούς πρώτους τούς παπάδες
να μάσης παιδομάζωμα, να κάμης γενιτσάρους.
Κλαίν’ οι γοναίοι τα παιδιά, κ’ οι αδελφές τ’ αδέλφια,
κλαίγω κ’ εγώ και καίγομαι και όσο θα ζω θα κλαίγω.
Πέρσι πήραν τον γιόκα μου, φέτο τον αδελφό μου.

Ή ψυχολογική αυτή κατάσταση δεν ήταν και πολύ δύσκολο να σπρώξη τούς ραγιάδες στον φόνο των Τούρκων υπαλλήλων και στην ανταρσία, όπως έγινε στην Αλβανία στα 1565 και στην Νάουσα στα 1705, κινήματα απελπισίας πού τιμωρούνταν σκληρά. Αναφέρονται όμως - και αυτές είναι σπάνιες περιπτώσεις - και γονείς με χαλαρή ηθική αντοχή, οι οποίοι κάτω από την επίδραση μιας εξουθενωτικής φτώχειας πρόθυμα παρέδιδαν τα παιδιά τους στους εντεταλμένους με την στρατολογία υπαλλήλους, για ν’ απαλλαγούν από το βάρος τής διατροφής τους, ή και φτωχοί νέοι, πού προσδοκούσαν μιά καλύτερη ζωή και ποθούσαν πραγματικά να γίνουν «δούλοι» του σουλτάνου.
Τούς στρατολογημένους νέους τούς έστελναν τμηματικά με υπεύθυνους συνοδούς στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, όταν έφθαναν, αναπαύονταν δυό έως τρεις μέρες και κατόπιν τούς παρουσίαζαν αμέσως στον αγά των γενιτσάρων, για να τούς επιθεωρήση. Αν αυτός διαπίστωνε ότι το παιδομάζωμα είχε γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, τότε τούς κατέγραφε σ’ ένα κατάλογο με όλα τα στοιχεία τους και τούς έκαναν την περιτομή. Αν όμως ανάμεσα στην ομάδα κάποιος είχε στρατολογηθή παράνομα, τότε ξεχώριζαν την ομάδα αυτή από τις τάξεις των γενιτσάρων και την έστελναν να εργαστή στο tophane (χυτήριο κανονιών) ή στο cebehane (εργαστήριο πολεμοφοδίων), ενώ τον ταχυδρόμο τον τιμωρούσαν πολύ αυστηρά.



Κατόπιν οι αξιωματικοί των acemi ocagi οδηγούσαν στην Ανατολή τα παιδιά πού είχαν στρατολογηθή στην Ρούμελη και στην Ρούμελη τα παιδιά της Ανατολής, για να ματαιώσουν κάθε απόπειρα φυγής. Εκεί τα παρέδιδαν για 25 άσπρα το καθένα σε τιμαριούχους ή άλλους Τούρκους γεωργούς, οι οποίοι τα μεταχειρίζονταν σαν σκλάβους τα υπέβαλλαν σε κουραστικές γεωργικές εργασίες. Η δραπέτευσή τους τιμωρούνταν σκληρά. Έτσι ό σουλτάνος Σουλεϊμάν Α’ έλαβε αυστηρά μέτρα για την σύλληψη μερικών στρατολογημένων τής περιοχής Καισάρειας, πού μολονότι είχαν προσέλθει στον ισλαμισμόν, δηλαδή είχαν υποστή την βίαια περιτομή, είχαν γυρίσει πίσω στις πατρίδες τους.

β) Οι ατζέμ ογλάν
Τα παιδιά μέσα στο σκληρό εκείνο τουρκικό περιβάλλον, πού τα αποκτήνωνε, προθυμοποιούνταν να προσαρμοστούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, να μάθουν δηλαδή την γλώσσα και να μυηθούν στην θρησκεία και στα ήθη και έθιμα των κυρίων τους, αφού μάλιστα εκείνοι πού θα έδειχναν ζήλο θα είχαν την τύχη να παραληφθούν από τον αξιωματικό, πού θα ξαναπερνούσε ύστερ’ από δύο ή και περισσότερα χρόνια, και να μεταφερθούν στην Κωνσταντινούπολη, όπου τούς περίμενε καλύτερη ζωή. Εκεί καταγράφονταν στους ορτάδες των acem. Ζούσαν ομάδες ομάδες (μπουλούκια) από 25 - 30 άνδρες κάτω από τις διαταγές του μπουλούκμπαση και μόνοι τους φρόντιζαν για το μαγείρεμα καταβάλλοντας ό καθένας ένα ορισμένο ποσό κατά μήνα. Από την στιγμή εκείνη ονομάζονταν acem oglan, απασχολούνταν σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες (στα κυβερνητικά κτίρια, στο ναυτικό κ.λ.) και έπαιρναν ένα άσπρο ως ημερομίσθιο, εκτός από εκείνους πού εργάζονταν στους κήπους του σουλτάνου, οι οποίοι έπαιρναν δυό άσπρα. Οι τελευταίοι αυτοί με επικεφαλής τον bostanci basi είχαν τις μεγαλύτερες ελπίδες να προαχθούν στα ανώτερα αξιώματα. Η νέα ζωή τους ήταν βέβαια σκληρή, αλλά οπωσδήποτε καλύτερη από την προηγούμενη, γιατί είχαν μισθό και ελπίδες να προαχθούν.
Ο αριθμός των ατζέμ ογλάν ήταν ρευστός, ανάλογα με τις ανάγκες τής αυτοκρατορίας. Έτσι π.χ. στις αρχές του αι. ήταν κατά μέσον όρο 3.000, ενώ κατά τα μέσα του ίδιου αιώνα ανέβαινε στις 16.400. Οι acem oglan κάλυπταν τα κενά των γενιτσάρων. Ποτέ όμως acem oglan - κατά τούς χρόνους τουλάχιστο τής ακμής τής οθωμανικής αυτοκρατορίας- δεν γίνονταν γενίτσαροι πριν από το 24° ή 25° έτος της ηλικίας τους, πριν δηλαδή κάνουν την αναγκαία στρατιωτική εκπαίδευση.




Ως την εποχή τής εισόδου τους στο γενιτσαρικό σώμα περνούσαν από τόσες δοκιμασίες, ώστε να έχουν καταπιεστή στο υποσυνείδητο και αυτές ακόμη οι τρυφερές αναμνήσεις τής γενέτειρας, των γονέων και γενικά τής παιδικής ηλικίας. Πραγματικά αν λάβουμε υπ’ όψη το χαμηλό, ίσως και ανύπαρκτο πνευματικό επίπεδο των acem oglan, τις μακροχρόνιες ταλαιπωρίες και κακουχίες τους, τις συνεχείς και ποικίλες επιδράσεις του μουσουλμανικού περιβάλλοντος στην εύπλαστη ψυχή τους - ένα είδος αποτελεσματικής προπαγάνδας ή, καλύτερα, μιά αληθινή πλύση εγκεφάλου πού ξεδιάλεγε τούς πρόθυμους, πιστούς και αφοσιωμένους στον σουλτάνο και στην μουσουλμανική πίστη - θα εννοήσουμε ότι ήταν πολύ δύσκολο στα χριστιανόπαιδα εκείνα ν’ αντιδράσουν και ν’ αποφύγουν τελικά την αφομοίωση. Μολαταύτα φαίνεται ότι πολλοί ατζέμ ογλάν και γενίτσαροι (βλ. εικ. 2 και 3) όχι μόνο διατηρούσαν δυνατή την ανάμνηση τής καταγωγής και τής θρησκείας των πατέρων τους, αλλά και με προθυμία θα υποστήριζαν μιά σταυροφορία των κρατών τής Δύσης εναντίον των Τούρκων.
Στην οργάνωση των γενιτσάρων δεν πρόκειται να εισέλθουμε, γιατί ή διαπραγμάτευση του θέματος αυτού εμπίπτει μέσα στα πλαίσια τής οθωμανικής ιστορίας.

γ) Οι ίτς ογλάν.
Παράλληλα προς την στρατολογία παιδιών ηλικίας 14 - 18 και 15 - 20 ετών γινόταν, χωριστά φαίνεται, και μάζωμα παιδιών μικρότερης ηλικίας, κυρίως 6 - 10 ετών, πού προορίζονταν για την υπηρεσία των σουλτανικών σεραγιών. Είναι οι λεγόμενοι ic oglan. Οι ιστορικοί ταυτίζουν την στρατολογία των υποψηφίων acem oglan με των ic oglan, ίσως γιατί και διαφορά στις δυό περιπτώσεις πρόκειται οπωσδήποτε για παιδομάζωμα, αλλά υπάρχει ως προς την ηλικία και την αποστολή τους.
Ο θεσμός των ic oglan φαίνεται ότι προήλθε από την συνήθεια των Τούρκων να δωρίζουν μικρούς και ωραίους σκλάβους στους ισχυρούς του κράτους και όχι από τούς κόλπους των υποψήφιων acem oglan, όπως νομίζει ό Hammer. Η σκέψη όμως για την συστηματική στρατολογία, για την εκπαίδευση και την μελλοντική τους χρησιμοποίηση θα γεννήθηκε ασφαλώς κάτω από την επίδραση τής οργάνωσης των acem oglan.
Τα μικρά αυτά παιδιά, πού ξεχωρίζουν με την ομορφιά του προσώπου τους, την καλή σωματική διάπλαση και την ευφυΐα, τα παρουσιάζουν στον σουλτάνο, ό οποίος άλλα από αυτά στέλνει στο Γαλατά σεράγι, άλλα στο σεράγι τής Αδριανούπολης και άλλα στο μεγάλο σεράγι τής Κωνσταντινούπολης. Εκεί μέσα φυλάγονται καλά. Οι προοριζόμενοι για το τελευταίο σεράγι βρίσκονται σε πιο πλεονεκτική θέση από τούς άλλους, γιατί αυτοί πρώτοι έρχονται στην σειρά ως προς την κατάληψη ανώτερων αξιωμάτων.
Οι ic oglan βρίσκονται κάτω από την ηγεσία τού kapi aga, του αρχηγού των άσπρων ευνούχων. Οι ευνούχοι αυτοί τούς μεταχειρίζονται με μεγάλη αυστηρότητα και τούς τιμωρούν σκληρά για το παραμικρό τους παράπτωμα. Οι συνηθισμένες τους τιμωρίες είναι ξύλο στις πατούσες και μακριές νηστείες ή αγρυπνίες.
Οι ic oglan κατοικούν σε τέσσερες χωριστούς θαλάμους του σαραγιού. Στον πρώτο, τον κιουτσούκ οντά (=μικρός θάλαμος), όπου μένουν 6 χρόνια, οι χοτζάδες τούς διδάσκουν να είναι σιωπηλοί και ταπεινοί, να έχουν κατεβασμένο το κεφάλι και τα χέρια σταυρωμένα επάνω στο στομάχι, να διαβάζουν, να γράφουν, καθώς και τα πρώτα στοιχεία του μουσουλμανικού νόμου.
Στον δεύτερο θάλαμο, στον κιλέρ οντά (=θάλαμος του κελαριού), επί 4 χρόνια τούς γυμνάζουν στις σωματικές ασκήσεις, στον χειρισμό του τόξου, τής λόγχης κ.λ., τούς τελειοποιούν στην Τουρκική και τούς διδάσκουν ακόμη την αραβική και την περσική.
Στον τρίτο, τον χαζναντάρ οντά (= θάλαμος του θησαυρού), άλλα 4 χρόνια μαθαίνουν ιππασία και τελειοποιούνται στις ασκήσεις πού ταιριάζουν στην ηλικία τους. Αφότου εισέρχονται στον οντά αυτόν, αρχίζουν κάπου κάπου να υπηρετούν τον σουλτάνο στην ιματιοθήκη, στο λουτρό κ.λ.. Δεν βρίσκονται σε καμιά επικοινωνία με τούς τροφίμους των δύο πρώτων θαλάμων ούτε και με κανέναν από τούς έξω παρά μόνο με την άδεια του kapi aga.
Έτσι, ύστερα από 14 χρόνια σκληρής μαθητείας και δοκιμασίας, οι 40 από τούς πιο άξιους μπαίνουν στον χάζ οντά ( ανακτορικός θάλαμος), όπου αρχίζουν ουσιαστικά να έχουν τις πρώτες ελευθερίες: τούς επιτρέπουν να συναναστρέφωνται με όλους τούς ανθρώπους του σαραγιού και να έρχωνται σε συχνή επαφή και με τον ίδιο τον σουλτάνο. Επομένως οι ic oglan κατά την διάρκεια τής παραμονής τους στο σεράγι έπρεπε να είναι μεταξύ 6 - 20 ετών, και παραπάνω, αν υπολογίση κανείς τα χρόνια τής μαθητείας τους.
Όταν αποφοιτούν, είναι πια νέοι άνδρες με πείρα και υπομονή μεγάλη, ικανοί ν’ ανθέξουν σε μεγάλους κόπους και να εκτελέσουν κάθε είδους διαταγή με τυφλή υπακοή και μεγάλη ακρίβεια. Από τούς νέους αυτούς εκλέγονται οι ανώτεροι αξιωματούχοι του κράτους και τής αυλής, οι πασάδες, οι μπέηδες, ο καπιτζή μπασήδες κ.α, προ πάντων οι ακόλουθοι του σουλτάνου. Από τούς τελευταίους οι σπουδαιότεροι είναι ό σελικτάρ αγάς (αυτός πού κρατά το σπαθί του σουλτάνου), ό τζιοχαντάρ αγάς (τον μανδύα του), ό ρικαμπάρ αγάς (τον αναβολέα του), ό τουλμπεντάρ αγάς (πού διευθετεί το τουρμπάνι του, βλ. εικ. 4) και άλλοι οκτώ ακόμη. Το λαμπρό μέλλον των νέων αυτών κάνει τον Μουσταφά πασά να λέγη στα 1576 στον πρεσβευτή της Γερμανίας Δαβίδ Ungnad ότι, ενώ τα χριστιανόπαιδα γίνονται μεγάλοι αξιωματούχοι του κράτους, τα δικά τους παιδιά παραμερίζονται.

δ) Η λήξη του παιδομαζώματος και οι συνέπειές του.
Πότε καταργήθηκε το παιδομάζωμα; Η καλύτερα: 1) πότε έγινε ή τελευταία ομαδική στρατολογία υποψήφιων ατζέμ ογλάν; και 2) πότε έληξε το μάζωμα μικρών παιδιών, πού προορίζονταν για τις τάξεις των ic oglan;
Ως προς το πρώτο πρόβλημα έχουμε να σημειώσουμε ότι από την εποχή κιόλας το Σουλεϊμάν Α’ (1520- 1566) και Μουράτ Γ’ (1574- 1595) άρχισαν να γίνωνται δεκτοί στους acem oglan ολοένα και περισσότεροι Τούρκοι κατά το γένος, καθώς και οι γιοί των γενιτσάρων (οι οτζάκ ζαντέ). Η επιθυμία των Τούρκων να εξασφαλίσουν και στα παιδιά τους λαμπρό μέλλον έσπρωχνε πολλούς να τα παραδίδουν στους χριστιανούς, για να τα παρουσιάζουν αντί για τα δικά τους. Η επιθυμία τους αυτή έγινε ασφαλώς περισσότερο έντονη, όταν οι γενίτσαροι επί Σουλεϊμάν Α’ κατόρθωσαν ν’ αποσπάσουν το δικαίωμα να παντρεύωνται. Το σώμα τους ήταν πια προνομιούχο, γιατί εξασφάλιζε μισθό, τιμή και οικογενειακή ζωή. Έχανε όμως βαθμιαία την δυναμικότητα και την μαχητικότητά του. Με την παρακμή της αυτοκρατορίας, κυρίως με την εισδοχή μουσουλμάνων στο σώμα των acem oglan, παραλύει ή πειθαρχία και εκφυλίζεται ό θεσμός των γενιτσάρων. Αποτέλεσμα τώρα το παιδομάζωμα να γίνεται κατά αραιά χρονικά διαστήματα και αποκλειστικά μόνο στην Ευρώπη. Έτσι φιρμάνι τής 5 Φεβρουαρίου 1666 αναφέρει ότι από αρκετά χρόνια δεν γινόταν στρατολογία χριστιανοπαίδων, μολονότι ή υπόθεση αυτή χαρακτηρίζεται από τις σπουδαιότερες του κράτους. Η τελευταία στρατολογία επιχειρήθηκε στα 1705 στην Νάουσα, αλλά κατέληξε στην ανταρσία των κατοίκων της και δεν ξέρουμε αν τελικά πραγματοποιήθηκε. Πιθανόν τα γεγονότα εκείνα έθεσαν τέρμα στην θλιβερή αυτή σελίδα τής ιστορίας.
Ως προς το δεύτερο πρόβλημα, νεώτερες πληροφορίες αποδείχνουν ότι το μάζωμα μικρών χριστιανών για τις τάξεις των ic oglan εξακολούθησε ως τα μέσα του 180υ αι., ενώ τα σώματα των acem oglan και των ic oglan εξακολούθησαν να υφίστανται ως την κατάργηση του γενιτσαρικού σώματος (1826).
Ο Hammer υπολογίζει σε μισό εκατομμύριο τα παιδιά πού χάθηκαν για τον χριστιανισμό ενώ ό Παπαρρηγόπουλος σε ένα. Υπολογισμός όμως - έστω και κατά προσέγγιση — του αριθμού των εξισλαμισμένων παιδιών είναι πολύ δύσκολος, σχεδόν ανέφικτος. Ίσως τον υπολογισμό αυτό θα μπορούσε διευκολύνη κάπως μιά ειδική και διεξοδική μελέτη για το παιδομάζωμα με την ευρεία του έννοια.
Το παιδομάζωμα προκάλεσε μιά σοβαρή αφαίμαξη του ελληνισμού προ πάντων από τα μέσα του 15ου αι. ως τα μέσα του 17ου αι., επί δύο περίπου αιώνες. Την σημασία τής αιμορραγίας αυτής την εννοούμε καλά, όταν σκεφθούμε ότι τα στρατολογούμενα παιδιά ήταν τα πιο ρωμαλέα και ωραία. Ο κίνδυνος όμως αυτός του εκφυλισμού του ελληνικού έθνους εξουδετερώθηκε σιγά σιγά και, όπως είδαμε, τελικά έπαψε να υφίσταται, γιατί άρχισε να γίνεται υποφερτός ό τρόπος τής ζωής των ατζέμ ογλάν - γενιτσάρων και ν’ αντιδρά ή κοινή τουρκική γνώμη στην ανύψωση των γιών των γκιαούρηδων στα ανώτατα αξιώματα τής αυτοκρατορίας. Υπήρχε μιά αλληλεπίδραση στα αιτία αυτά.
Το παιδομάζωμα δημιούργησε ένα μεγάλο κίνδυνο εκτουρκισμού και ερήμωσης τής βαλκανικής χερσονήσου, γιατί οι χριστιανοί κάτοικοί της έβλεπαν εμπρός τους δυό μόνο λύσεις, για να το αποφύγουν• 1) να εξισλαμιστούν ή να προσποιηθούν ότι εξισλαμίζονται• ή 2) να φύγουν με την κινητή τους περιουσία στις πλησιέστερες κτήσεις των χριστιανών Κρατών.
Το πρώτο είδαμε ότι γινόταν• και σ’ αυτό συντελούσαν ασφαλώς και οι άλλες αφόρητες συνθήκες τής ζωής των ραγιάδων. Το δεύτερο, δηλαδή ή φυγή, δεν ήταν δυνατόν να επιχειρηθή παρά μόνον από τούς ραγιάδες εκείνους πού κατοικούσαν στα παράλια ή κοντά στα σύνορα τής οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έτσι π.χ. ή Πελοπόννησος και ή Αλβανία είχαν απογυμνωθή από σημαντικό μέρος του πληθυσμού τους και ολόκληρες εκτάσεις γης έμεναν ακαλλιέργητες με αποτέλεσμα τα τιμάρια να μην έχουν καμιά σχεδόν αξία, γιατί οι σκλάβοι κατέφευγαν στις κοντινές βενετικές κτήσεις. Κάποτε μάλιστα ή φυγή προκαλούσε σοβαρές προστριβές μεταξύ των δύο κρατών.

Συμπεράσματα.
Πρώτο: αν λάβουμε υπ’ όψη τις σφαγές, τους εξανδραποδισμούς, τις ακούσιες ή εκούσιες εξωμοσίες, καθώς και τους θανάτους, που ακολούθησαν τις ηθικές και υλικές δυσκολίες προσαρμογής των κατοίκων προς τις νέες σκληρές συνθήκες ζωής, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ή ερήμωση και ή μείωση των πληθυσμών των βαλκανικών χωρών, ιδίως των ελληνικών και αλβανικών, έφτασε στο κατακόρυφο κατά τον 15ο αι, οπότε, σύγχρονα με την στρατολογία των παιδιών χριστιανών υπηκόων τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, ασύντακτα στίφη τουρκικών φύλων επιδίδονταν σε ληστρικές πολεμικές επιχειρήσεις και σκλάβωναν πλήθη ανδρών, γυναικών και παιδιών: «τούτο, δηλαδή το οθωμανικό γένος, όπως γράφει ό σύγχρονος Δούκας, τούς Αλβανούς, γένος υπέρ αριθμόν όντα, ευαριθμήτους εποίησεν• Βλάχους (Ρουμάνους) ομοίως, Σέρβους και Ρωμαίους εις τέλος ηφάνισεν».
Δεύτερο: ό εκμουσουλμανισμός και ό εκτουρκισμός των ελληνικών χωρών, ιδίως τής Μ. Ασίας, προχώρησε με γοργό ρυθμό, προ πάντων στα πεδινά μέρη. Την αλήθεια αυτή την διαπιστώνουμε παρατηρώντας ότι κατά την διάρκεια τής τουρκοκρατίας τα περισσότερα ελληνικά τοπωνύμια τής Μ. Ασίας, ιδίως βουνών, ποταμών και χωριών στα πεδινά μέρη, εκτοπίζονται από τουρκικά, ενώ το ίδιο δεν συμβαίνει στα ορεινά και ιδίως στις πόλεις, όπου κατοικούσαν ακόμη συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί και διατηρούνταν οι πυρήνες ενός πανάρχαιου πολιτισμού. Οι πόλεις αυτές, κέντρα άλλοτε τής βυζαντινής διοίκησης, συνεχίζουν την βυζαντινή παράδοση.
Τρίτο: οι Τούρκοι, ύστερ’ από τις αλλεπάλληλες κατακτήσεις και τις επιμειξίες τους με Ελληνίδες και ύστερ’ από την προσέλευση ολόκληρων πληθυσμών της Μ. Ασίας και της Βαλκανικής, ιδίως των ελληνικών χωρών, στον ισλαμισμό, έχασαν τον καθαρό ανθρωπολογικά μογγολικό τύπο τής φυλής τους. Πραγματικά, αν εξαιρέση κανείς τούς Τουρκομάνους και τούς Γιουρούκους, οι άλλοι παρουσιάζουν ανθρωπολογικούς χαρακτήρες μάλλον των κατοίκων τής ΝΑ Ευρώπης παρά του Τουρκεστάν. Απόγονοι Ελλήνων είναι προ πάντων οι Τούρκοι των μικρασιατικών παραλίων (ιδίως του νότου), τα οποία είχαν πάντοτε κατάστικτο ελληνικό πληθυσμό . Ανθρωπολογικά λοιπόν εξεταζόμενοι οι δυό λαοί, όπως έχουν διαμορφωθή σήμερα, έχουν φυλετική συγγένεια.
Τέταρτο: οι εξισλαμισμένοι χριστιανοί, και ιδίως οι Έλληνες κατά τον 14° αιώνα, είναι εκείνοι πού έγιναν τα σπουδαιότερα στελέχη και ερείσματα τής οθωμανικής αυτοκρατορίας είτε ως ανώτατοι αξιωματούχοι του κράτους, στρατιωτικοί και πολιτικοί, είτε ως πειθαρχημένοι, φανατικοί και εμπειροπόλεμοι στρατιώτες, αφού αναβαπτίστηκαν μέσα στην συναισθηματική κολυμβήθρα ενός νέου κόσμου ιδεών, του μουσουλμανικού• είναι ακόμη εκείνοι πού έδωσαν τα αποφασιστικά και τελειωτικά χτυπήματα εναντίον τής βυζαντινής αυτοκρατορίας και έγιναν οι αμείλικτοι διώκτες των ομοεθνών και ομοθρήσκων τους, εκείνοι πού συνετέλεσαν κυρίως στην εξάπλωση, οργάνωση και στερέωση τής οθωμανικής αυτοκρατορίας.



Πηγή: Το εκπληκτικό πολύτομο έργο του Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Β’, έκδοση Β’ Θεσσαλονίκη 1976.



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com