ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΣΤΗΝ ΗΡΑΚΛΕΙΑ ΤΗΝ ΠΟΝΤΙΚΗ

Εισηγητής: ΔΡ. ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΚΑΡΛ ΝΤΕΡΝΕΡ

Σκοπός των ταξιδιών μου στη Μικρασία ήταν η έρευνα του ελληνικού πολιτισμού. Έπρεπε να σωθούν από την καταστροφή, τα καθημερινά ευρήματα, στη χώρα, από το ιστορικό παρελθόν.
Πολλά ερευνητικά ταξίδια μ’ έφεραν στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, που οι Έλληνες την πρώτη χιλιετηρίδα προ Χριστού είχαν ιδρύσει πολλές πόλεις. Επίσης σε μερικές μοντέρνες επωνυμίες πόλεων διαπιστώνει καείς την παλιά επωνυμία, έτσι ονομάζονταν π.χ. η Trapezon την παλιά εποχή Τραπεζούς.
Geresum - Κερασών,
Sinob - Σινώπη,
Sile - Χίλιος,
Μια απ’ αυτές ήταν το Eregli, με το παλιό όνομα Ηράκλεια ποντική. Σήμερα θέλω να σας διηγηθώ μια ανακάλυψη που έκανα εκεί.
Πού βρίσκονταν σύμφωνα με τη γνώμη των Ελλήνων και των Ρωμαίων η είσοδος στο βασίλειο των νεκρών, όπου κυρίαρχος των νεκρών ψυχών ήταν ο Άδης;
Χωρίς συγκεκριμένη γεωγραφική διαπίστωση μας διηγούνται παλιές παραδόσεις και παλιοί μύθοι γι’ αυτόν τον τρομακτικό τόπο. Σίγουρα ήταν ένας τόπος, που προκαλούσε πάνω στους κατοίκους της περιοχής μια γεμάτη μυστικοπάθεια εντύπωση, ένας τόπος, όπου λες και η γη ανοίγονταν και κανείς μπορούσε να κοιτάει σε ένα απέραντο και σκοτεινό βάθος. Έπρεπε, λοιπόν, για την αναζήτηση αυτού του τόπου κανείς να βασιστεί στην ιδιαιτερότητα της γεωλογικής υποδομής του, ή στην πετρώδη του μορφολογία, από την άλλη μεριά πάλι έπρεπε κανείς να λάβει υπόψη του τις εκ παραδόσεως τοπικές επωνυμίες, που στέκονταν σε σχέση με τους μύθους σχετικά με την ύπαρξη του Άδη.
Γνωρίζουμε πώς ο Ορφέας κατόρθωσε να του επιτραπεί η επιστροφή της γυναίκας του από τον Άδη με το τραγούδι του κατόρθωσε αυτός την είσοδό του στον Άδη. Ο Οδυσσέας κατόρθωσε, επίσης, μπροστά στην είσοδο του ‘Αδη να εξορκίσει τις ψυχές των συντρόφων του να τον ακολουθήσουν. Οπωσδήποτε, όμως, ο Ηρακλής κατέβηκε στο βασίλειο των νεκρών. Ανάμεσα στους 12 άθλους του, που εξυμνήθηκαν στην αρχαιότητα, αυτός ήταν και ο πιο σπουδαίος. Η τελευταία και πιο δύσκολη εντολή του Ηρακλή ήταν, να κατέβει στον Αδη και να δαμάσει τον πολυκέφαλο σκύλο του Αδη, τον Κέρβερο, και να τον φέρει ζωντανό στο βασιλιά Ευρυσθέα. Μετά από μια πάλη με τον •Αδη, που νικά ο Ηρακλής, του επιτρέπεται να πάρει τον Κέρβερο μαζί του, κάτω από τον όρο όμως, ότι πρώτα να τον δαμάσει με τα απλά του χέρια.
Το ότι αυτός ο άθλος ακόμη και στην αρχαιότητα ήταν ο τελευταίος, αυτό, κατά τη γνώμη μου, έχει θρησκευτική σημασία. Είναι το λαμπρό αποκορύφωνα στη ζωή ενός ανθρώπου, που κατορθώνει, να νικήσει το «θάνατο», και να γυρίσει νικητής από «την αγκαλιά του θανάτου» και πάλι στο φως του ήλιου. Έτσι έγινε για τους Έλληνες ο Ηρακλής ο ιδανικός άνθρωπος, που με την εργατικότητά του, την σιγουριά και τον δυνατό χαρακτήρα του, που εκδηλώνει σ’ όλους του τους άθλους, αλλά και τους πόνους και τα βάσανα που υπομένει, απέκτησε την αθανασία, νικώντας στον τελευταίο του άθλο τον Άδη (θάνατο), στο ίδιο του το βασίλειο.
Ήδη στην αρχαιότητα μάλωναν πολλοί τόποι για την δόξα, θεωρώντας τους τον τόπο, για τον οποίο ο Ευριπίδης λέει:

Και για τον τελευταίο του άθλο κατέβηκε
ο Ηρακλής στον ‘Αδη, το βασίλειο των δακρύων.

Όμως η Ηράκλεια στη Μαύρη Θάλασσα βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση απ’ τους άλλους τόπους: Έφερε το όνομα του μυθικού της ιδρυτή, βρίσκονταν σε μια περιοχή, που ήταν γνωστή για τα δηλητηριώδη της βότανα, που φύτρωναν εκεί. Αυτά τα βότανα, σύμφωνα με την αρχαία αντίληψη, φύτρωσαν, όταν έπεσαν τα σάλια του Κέρβερου επάνω στη γη, την ώρα που ο Ηρακλής τον κρατούσε πάνω στα χέρια του, αφού τον δάμασε, και τον έβγαλε έξω στο φως της ημέρας.
Δυστυχώς, όμως, από την τότε πλούσια μυθογραφία και ιστοριογραφία του τόπου για την πόλη Ηράκλεια, στις νότιες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, της οποίας το όνομα ακόμη ζει στο όνομα της πόλης Eregli, υπάρχουν μόνο λίγα στοιχεία.
Μπορούμε, παρ’ όλα αυτά όμως, ακόμη αν διαπιστώσουμε, πόσο διάσημος ήταν αυτός ο φυσικός λιμένας στην αρχαιότητα στις νότιες ακτές, Έτσι τον περιγράφει (τον λιμένα) ο Ξενοφών στην γνωστή του «Ανάβαση», την διήγηση της επιστροφής των μυρίων Ελλήνων κάτω από την δική του ηγεσία.
‘Έναν αιώνα πριν τον Ξενοφώντα είχε γίνει η Ηράκλεια διάσημη από ένα συμβάν, που είχε προκαλέσει σ’ όλο τον αρχαίο Κόσμο μεγάλη εντύπωση. Υπήρχε, δηλαδή, κοντά στην Ηράκλεια ένα γνωστό μαντείο νεκρών, μ’ άλλα λόγια ένας ναός, όπου κανείς μπορούσε, με τη βοήθεια του υπεύθυνου ιερέα, να καλέσει τις ψυχές νεκρών από τον ‘Άδη, και να επικοινωνήσει μαζί τους.
Αυτήν την δυνατότητα ήθελε να επικαλεσθεί και ο Σπαρτιάτης Αρχιστράτηγος Παυσανίας, όταν αυτός, ο δοξασμένος νικητής στην μάχη των Πλαταιών, ανάμεσα στους Έλληνες και τους Πέρσες το 479 π.Χ., είχε κάνει ένα βαρύ αιματηρό έγκλημα. Μετά το τέλος του πολέμου στην Ελλάδα του είχε ανατεθεί, δηλαδή, η αρχηγία των ελληνικών στρατευμάτων, για την συνέχιση του πολέμου κατά των Περσών στο ανατολικό τμήμα της Μεσογείου.
Όπως μας διηγούνται οι ιστορικές πηγές, σύντομα ο Παυσανίας άλλαξε νοοτροπία. Αυτός, που είχε κατορθώσει στις Πλαταιές, την στρατηγικά ήδη χαμένη μάχη, να την κερδίσει, με την περιβόητη αλλαγή της πολεμικής τακτικής με το σπαρτιατικό πολεμικό σώμα, αυτός άρχισε να συμπεριφέρεται σαν Πέρσης.
Άρχισε να ντύνεται πέρσικα, να συμπεριφέρεται και στις κινήσεις του πέρσικα, και να εμπιστευτεί την προσωπική του φρουρά στους Πέρσες.
Το κακό άρχισε τότε, όταν αυτός στα σοκάκια του Βυζαντίου συναντά την Ελληνίδα Κλεονίκη. Σαν Ανατολίτης Δεσπότης, μας λέει η παράδοση, την διέταξε αυτός το βράδυ να τον επισκεφτεί. Γενική ήταν η αγανάκτηση για την συμπεριφορά του Παυσανία, και μόνο η Κλεονίκη έμεινε ατάραχη, και ετοιμάστηκε να ανταποκριθεί στην διαταγή του Παυσανία, μη επιτρέποντας να την συνοδεύει κανείς.
Όταν η Κλεονίκη έφτασε στο σπίτι του Παυσανία, η φρουρά την άφησε να περάσει και βρήκε τον Παυσανία να κοιμάται επάνω στο κρεβάτι του. Το δωμάτιο φωτίζονταν από ένα κηροπήγιο, το οποίο, όμως, με κάποια απότομη κίνηση της Κλεονίκης αναποδογύρισε. Τρομαγμένος και ακόμη στον ύπνο πετάχτηκε ο Παυσανίας επάνω’ νόμισε πως απειλούνταν η ζωή του, έβγαλε το μαχαίρι του και κάρφωσε τον υποτιθέμενο δολοφόνο.
Η φρουρά τρόμαξε από το θόρυβο και μπήκε στο δωμάτιο με φως, όπου ο Παυσανίας είδε, το κακό που είχε κάνει. Η Κλεονίκη είχε τραυματιστεί θανάσιμα και δεν μπορούσε πλέον να σωθεί. Ο Παυσανίας, όμως, έχασε μετά απ’ αυτό το συμβάν την ησυχία του. Η πράξη του τον άφηνε άγρυπνο, μέρα και νύχτα, και τον συνόδευε πάντα το φάσμα της νεκρής Κλεονίκης.
Έτσι ξεκίνησε από το Βυζάντιο για τη γειτονική Ηράκλεια, με την ελπίδα, ότι, στην ανάγκη που βρισκόνταν, θα τον βοηθούσαν οι ιερείς. Και πράγματι - έτσι μας διηγούνται - οι ιερείς κάλεσαν την ψυχή της Κλεονίκης από τον Άδη. Στην ερώτηση του Παυσανία προς την Κλεονίκη, γιατί του κλέβει τον ύπνο και γιατί κρατάει (αυτή) τον θεό του ύπνου μακριά από το υπνοδωμάτιό του, τον διαβεβαίωσε αυτή, ότι αυτός πολύ σύντομα θα ξαναβρεί την ησυχία του. Έτσι ήθελε αυτή να του προαναγγείλει το τέλος του, που δε θα αργούσε ν’ έρθει. Πράγματι, μετά από αυτό, συνελήφθη αυτός στη Σπάρτη για προδοσία, και διέφυγε την ποινή του θανάτου, που θα τον περίμενε στο δικαστήριο, ζητώντας προσφυγή στο ναό της Αθηνάς της Χαλκιοίκου. Εδώ ο ναός του παρείχε άσυλο και δεν μπορούσε να φυλακιστεί, όμως πέθανε από την πείνα μέσα στο ναό, του οποίου η είσοδος και η σκεπή είχε χτιστεί με τοίχο και είχε σκεπαστεί.
Κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών μου για ένα ερευνητικό ταξίδι στην περιοχή της νότιας ακτής της Μαύρης Θάλασσας έλαβα μια πρώτη ένδειξη για τον ναό του μαντείου των νεκρών. Όταν, δηλαδή, ο Πρώσσος Στρατηγός Βάλτχερ φον Ντιστ διέμενε στο Eregli, έχοντας εντολή να καταχωρήσει τους δρόμους και τους διόδους ανάμεσα στην Άσπρη και στην Μαύρη Θάλασσα, για τον Χάρτη της Τουρκίας του Χάινριχ Κίπερτ, και ενδιαφέρονταν για την περιοχή βορείως της Ηράκλειας (Eregli), τότε οι κάτοικοι της περιοχής τον απότρεψαν να επισκεφτεί αυτή την κοιλάδα.
Καθείς έβρισκε διάφορες αιτίες και αφορμές να τον προειδοποιήσει «από το ελώδες έδαφος και τις επικίνδυνες νεροφίδες», όπου πράγματι ο Ντιστ πείστηκε και δεν διερεύνησε αυτήν την περιοχή.
Και ακριβώς αυτή η πληροφορία, που πριν από 100 χρόνια περίπου δόθηκε σ’ έναν ξένο επισκέπτη, προκάλεσε την περιέργειά μου. Όταν λοιπόν εγώ, μαζί με τον Βόλφραμ Χέπφνερ, άρχισα να ψάχνω για αυτόν τον αρχαίο τόπο, στην περιοχή του Eregli, προκάλεσε ένα μικρό ποτάμι την περιέργειά μου, που είχε σκάψει την κοίτη του βορείως της πόλης ανάμεσα στα ψηλά βράχια. Λες να είναι, ίσως, αυτός ο ποταμός Αχέρων, ο οποίος σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ρέει πέριξ του Κάτω Κόσμου (του Άδη);
Τα ξημερώματα ξεκινήσαμε για ανακάλυψη της τοποθεσίας. Ο ήλιος είχε βγει μόλις, ένα θαυμάσιο πρωινό με αεράκι από τη θάλασσα βοηθούσε την αποστολή μας. Διασχίσαμε το τοπίο, όπου πιστεύαμε την ύπαρξη του Άδη και απορήσαμε, όταν ακούσαμε από χωρικούς, που δούλευαν στους αγρούς, ότι εδώ μια σχισμή στην κοιλάδα αποκαλείται Giaurman Dere που σημαίνει κοιλάδα των άπιστων, ή απλώς μόνο in dere, που σημαίνει κοιλάδα της σπηλιάς. Αμέσως μετά στη νότια άκρη της κοιλάδας συναντήσαμε δύο μεγάλους βράχους (υψώματα από βράχους), που τους ονομάσαμε αργότερα σπήλαιο 1 και σπήλαιο 3, ανάμεσα στους οποίους το υπόγειο σύμπλεγμα του σπηλαίου 2 ξαπλώνονταν.
Η διάρθρωση του σπηλαίου 2 εκπληρούσε όλες τις προϋποθέσεις, που κανείς θα υποψιάζονταν για την είσοδο στον Άδη. Η είσοδος ανακαλύφθηκε πάλι πριν από λίγα χρόνια, διηγόντουσαν οι κάτοικοι της γύρω περιοχής. Μια σειρά από σκαλιά, με μικρή απόκλιση προς τα κάτω, οδηγούσε προς το βάθος. Ήδη μια πρώτη ματιά πρόδιδε, ότι τα φυσικά κοιλώματα μέσα στα βράχια είχαν επεκταθεί και δουλευτεί από ανθρώπινο χέρι.
Όρθιοι στήλοι από βράχια χώριζαν τον γύρω στα 50 μέτρα πλατύ χώρο, του οποίου το βάθος στο φως της λάμπας μας ήταν αμέτρητο, και επειδή το νερό δε μας άφηνε να προχωρήσουμε πιο πέρα, φύγαμε.
Μετά από μερικές ημέρες ήρθαμε πάλι πίσω, τώρα με μεγαλύτερες λάμπες. Κατορθώσαμε να μετρήσουμε το σπήλαιο 2 και να βγάλουμε φωτογραφίες.
Είμαι της γνώμης, ότι η «κοιλάδα των σπηλαίων» είναι ο τόπος, για τον οποίο στην αρχαιότητα πίστευαν, ότι αυτός αποτελεί την είσοδο στον Άδη. Θα ήταν οπωσδήποτε αξιόλογο, να αρχίσει κανείς εδώ με το φτυάρι, ώστε να εξηγήσει τις πολλές ερωτήσεις που μας υποβάλλονται. Ήταν εδώ επίσης ο χώρος του μαντείου των νεκρών, όπου κανείς ρωτούσε τις ψυχές των νεκρών; Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στην κοιλάδα των σπηλαίων φανερώνουν, ότι εδώ υπήρξαν κτίσματα, που ανήκαν σε ένα πολιτισμό, που ήταν πλούσιος σε διακοσμήσεις. Αυτή η κοιλάδα αποτελούσε μια κατοικία ευσεβούς λατρείας των υποκόσμιων δυνάμεων, καθώς επίσης και ένας τόπος εξιλέωσης για τον πολιούχο ήρωα Ηρακλή, ο οποίος νικηφόρα ξεπέρασε τους φόβους του θανάτου.
Η ιδέα του ξεπεράσματος της δύναμης του θανάτου ήταν ίσως στη χριστιανική εποχή εκείνο το κίνητρο, ώστε να μετατρέψουν την κοιλάδα αυτή σε κέντρο θαυμασμού και προσκύνησης του αναστημένου Χριστού.
Στο ανοιχτό σπήλαιο είδαμε μάλιστα υπόλοιπα μωσαϊκού στο πάτωμα, των οποίων οι διακοσμητικές μορφές υπάγονταν σε χριστιανική εποχή. Ίσως να βρίσκει και κάποια εξήγηση η ονομασία «κοιλάδα των απίστων» στο γεγονός, ότι εδώ προσεύχονταν μέχρι τον αιώνα μας Χριστιανοί, μέχρι τον επαναπατρισμό των Ελλήνων το 1922 στην Ελλάδα.
Όπως σε πολλές πόλεις στις νότιες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, είχαν μείνει οι Έλληνες μέσα στην οθωμανική επικράτεια πιστοί στη εθνική τους προέλευση και πιστοί στη χριστιανική τους πίστη. Οι τωρινοί κάτοικοι δεν ξέρουν οπωσδήποτε τίποτε πλέον πάνω σ’ αυτά, αφού οι περισσότεροι ήρθαν και κατοίκησαν εδώ το 1922, δηλαδή μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα σε Τούρκους και Έλληνες.
Επίσης και από τους Έλληνες, που έπρεπε να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους Eregli, μόνο μερικοί, ίσως, θα θυμούνται αυτήν την κοιλάδα. Ίσως, όμως, να τους έμεινε στη μνήμη, ότι στα τείχη της πόλης, ή στις πέτρινες εισόδους των σπιτιών, ήταν κτισμένες αρχαίες πέτρες ή αρχαίοι κίονες. Ίσως να τους προειδοποίησε και η μητέρα για δηλητηριώδη φυτά, για τα φύλλα τις ροδοδάφνης, για τα φρούτα του λούπινου.
Όμως τα δηλητηριώδη φυτά δίνουν στο σημερινό τοπίο στη Μαύρη Θάλασσα τα χαρακτηριστικά τους στοιχεία, η γονιμότητα της περιοχής εξυμνήθηκε ήδη από τον Στράβωνα στην αρχαιότητα. Στην πεδιάδα προς την θάλασσα υπάρχουν κατάφορτοι κήποι φρούτων -η κερασιά έδωσε στην πόλη Kerasos το όνομά της-, και από εδώ έφερναν οι στρατιώτες του Λούκουλλου τα φρούτα στη Ρώμη. Στα δάση ευδοκιμούν καστανιές και καρυδιές, όμως τα περισσότερα έσοδα έχουν οι σημερινοί κάτοικοι της πόλης από τα φουντούκια, που οι θάμνοι τους κατακλύζουν τους λόφους πίσω απ’ τα χωριά τους.
Καλαμπόκι, καπνός και ηλίανθος συμπληρώνουν την ευχάριστη εντύπωση της περιοχής, με το κατάλληλο κλίμα κατά μήκος της ακτής. Όπως ήδη στην αρχαιότητα απεικονίζονταν στα νομίσματα της Τραπεζούντας ένα κατάμεστο τραπέζι από σταφύλια, έτσι γεμίζουν και τώρα τα τραπέζια το φθινόπωρο στις αγορές και τα πλεχτά καλάθια της σύγχρονης Τραπεζούντας με μαύρα γλυκά σταφύλια.


Μετάφραση από τα Γερμανικά:
Θεόδωρος Αγαθαγγελίδης, καθηγητής

Πηγή: Β’ Παγκόσμιο συνέδριο Ποντιακού Ελληνισμού (πρακτικά συνεδρίου) 31 Ιουλίου – 7 Αυγούστου 1988.
 

 
 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com