Αγρότες και γαιοκτήμονες στην Ύστερη Βυζαντινή Εποχή


Όπως ήδη αναφέρθηκε, το θεωρητικό αποτέλεσμα του συστήματος τής διαιρετής κληρονομιάς είναι ό κατακερματισμός της ιδιοκτησίας, το υψηλό ποσοστό πυρηνικών οικογενειών, το υψηλό ποσοστό γάμων και το χαμηλό μεταναστευτικό ρεύμα. Μπορούμε πράγματι να ελέγξουμε μερικές από αυτές τις θεωρητικές προσδοκίες στον πληθυσμό πού εξετάζουμε. Είναι δύσκολο να ελέγξουμε το ποσοστό νύμφευσης (δηλαδή πόσο μέρος του πληθυσμού παντρεύτηκε για μία τουλάχιστο φορά), γιατί οι πηγές μας δεν αναφέρουν ηλικίες, κι έτσι ό καθορισμός τής ηλικίας γάμου γίνεται προβληματικός. Μπορούμε να υπολογίσουμε όμως το μέγεθος του μεταναστευτικού ρεύματος. Διαπιστώνουμε ότι οι πάροικοι των μοναστηριών τής Μακεδονίας παρουσίαζαν αναπάντεχη κινητικότητα. Η μετανάστευση αυτή, σημαντική σε έκταση, μόνο ως ένα σημείο μπορεί να αποδοθεί στο κληρονομικό σύστημα. Φαίνεται ότι η έγγειος περιουσία ήταν σημαντικός παράγοντας πού κρατούσε τούς αγρότες στη γη τους. Έτσι, υπολογίσαμε ότι στο κύριο δείγμα των ετών 1300-1301 τα νοικοκυριά πού διατηρήθηκαν ως το 1321 είχαν, κατά μέσον όρο, διπλάσια έκταση αμπελιών και διπλάσιο αριθμό βοϊδίων από τα νοικοκυριά πού έχουν εκλείψει στην απογραφή του 1321. Τα νοικοκυριά πού διατηρήθηκαν ως το 1341 είχαν μέσο αριθμό 1,35 βόδια, ενώ τα άλλα είχαν μέσον όρο 0,58. Από την άλλη μεριά, ό συντελεστής των νοικοκυριών πού είχαν χρονολογική σειρά (δηλαδή πού διατηρήθηκαν απ’ τη μια απογραφή στην άλλη) μειώνονταν ταχύτερα με την πάροδο του χρόνου από ο,τι στα νοικοκυριά πού δεν είχαν χρονολογικές σειρές• αυτό υποδηλώνει ότι μετανάστευαν περισσότερα άτομα τα «σταθερά» νοικοκυριά από όσα αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα πιο «ασταθή». Το γεγονός ότι υπήρχε περιουσία πού μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά επέτρεπε στα πλουσιότερα νοικοκυριά να επιβιώνουν για μεγαλύτερο διάστημα στην ίδια περιοχή. Δεν είναι όμως αλήθεια ότι το σύστημα τής διαιρετής κληρονομιάς, πού έδινε σε όλα τα παιδιά τής οικογένειας κάποια περιουσία, συγκροτούσε όλους αυτούς τούς απογόνους στις κτήσεις του γαιοκτήμονα.
Όσο για την άλλη θεωρητική απόληξη τής διαιρετής κληρονομιάς, είναι πράγματι γεγονός ότι αυτή οδηγούσε σε κατακερματισμό τής ιδιοκτησίας. Οι συνέπειες φαίνονται στον πίνακα Ε-9*, όπου καταχωρούνται τα πιο σημαντικά περιουσιακά στοιχεία των χωρικών πού μπορέσαμε να εντοπίσουμε στις τρεις βασικές απογραφές. Ο πίνακας δείχνει καθαρά ότι το μέσο νοικοκυριό με χρονολογικές σειρές είχε κάπως λιγότερα αμπέλια και πολύ λιγότερα βόδια το 1320-1321

και το 1338-1341 από ό,τι το 1300-1301. Αντίθετα, στην περίπτωση των κήπων, και τη συνολική τους έκταση και ό μέσος όρος κατά νοικοκυριό παρουσιάζουν αύξηση. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι τα νοικοκυριά χωρίς χρονολογικές σειρές είχαν στην κατοχή τους περισσότερα αμπέλια κατά μέσον όρο το 1338-1341 από ό,τι το 1300-1301. Ο τύπος του κληρονομικού συστήματος δεν είχε καμιά επίδραση σ’ αυτά τα νοικοκυριά, και θα πρέπει να αναζητήσουμε αλλού τις αιτίες τής αύξησης. Ή ίδια παρατήρηση ισχύει και για τα βόδια: ενώ τα νοικοκυριά με χρονολογικές σειρές είχαν μικρότερο αριθμό βοϊδίων το 1338-1341 από ό,τι στις αρχές του αιώνα, το λιγότερο σταθερό μέρος του πληθυσμού παρουσίασε στην πραγματικότητα αύξηση αυτού τού σημαντικού περιουσιακού στοιχείου. Μπορούμε να εντοπίσουμε τις συνέπειες τής διαιρετής κληρονομιάς στο γεγονός ότι τα σταθερά νοικοκυριά προοδευτικά γίνονταν φτωχότερα, ενώ τα λιγότερο σταθερά γίνονταν συγκριτικά όλο και πιο πλούσια. Με την πάροδο του χρόνου, η περιουσία των δύο ομάδων έτεινε να εξισωθεί, στην περίοδο πού εξετάζουμε όμως αυτή η ισότητα δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί. Ο πίνακας Ε-10 δίνει τις ίδιες πληροφορίες για το χωριό Βραστά. Η επιλογή των Βραστών, πού ανήκαν στη Μονή Εσφιγμένου, έγινε επειδή είναι η μόνη κτήση πού μας παρέχει πληροφορίες για τις διαχρονικές αλλαγές στη σιτοπαραγωγική γη. Κι εδώ θα παρατηρήσουμε ότι οι κλήροι των σταθερών νοικοκυριών γίνονταν όλο και μικρότεροι. Το ίδιο συνέβαινε και στα υπόλοιπα νοικοκυριά, η μείωση όμως τής σπόριμης γης γινόταν με πολύ αργότερο ρυθμό σ’ αυτά. Ή διαφορά στο ρυθμό τής οικονομικής εξάντλησης οφείλεται ως ένα σημείο στα αποτελέσματα πού είχε η δαιρετή κληρονομιά στα νοικοκυριά με χρονολογικές σειρές.
Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν το κληρονομικό σύστημα πού αποτελούσε τον καθοριστικό παράγονται στην οικονομική εξαθλίωση του αγρότη. Ο αγροτικός πληθυσμός στο σύνολό του γινόταν όλο και φτωχότερος στη διάρκεια του ΙΔ’ αιώνα, φαινόμενο πού δεν μπορεί να εξηγηθεί με μόνη βάση το κληρονομικό σύστημα. Ο πίνακας Ε-11 δείχνει τις αλλαγές πού παρουσίασε τόσο ό πληθυσμός στο δείγμα πού εξετάζουμε όσο και η συνολική περιουσία του από το 1300-1301 ως το 1320-1321 και το 1338-1341. Στα χωριά πού ανήκαν στις μονές Ξενοφώντος και Ιβήρων, ό πληθυσμός, ό αριθμός των νοικοκυριών, η έκταση των αμπελιών και ό αριθμός των βοδίων, όλα μειώθηκαν, αν και σε διαφορετική αναλογία• μόνο η έκταση των κήπων αυξήθηκε μεταξύ του 1300-1301 και του 1338-1341. Πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι στα νοικοκυριά με χρονολογικές σειρές ό αριθμός των βοϊδίων και η έκταση των αμπελιών μειώθηκαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι ό αριθμός των νοικοκυριών. Αν το κληρονομικό σύστημα είχε παίξει πρωταρχικό ρόλο στην εξέλιξη του νοικοκυριού ως οικονομικής μονάδας, θα περιμέναμε να συμβεί το αντίθετο. Με τη μείωση του πληθυσμού, θα είχαμε συγχώνευση των περιουσιών, κι έτσι η συνολική ποσότητα των αμπελιών ή θα είχε παραμείνει σταθερή ή θα είχε αυξηθεί. Το γεγονός ότι μειώθηκε, όπως έγινε με τη σπόριμη γη στα Βραστά, υποδηλώνει ότι λειτουργούσαν άλλοι μηχανισμοί, πού εμπόδιζαν τη συσσώρευση περιουσίας στα χέρια των αγροτών.
Μπορούμε να εντοπίσουμε δύο παράγοντες πού επενεργούσαν εδώ. Ο πρώτος είναι ότι με τη μείωση του πληθυσμού μπορεί να τέθηκαν σε αγρανάπαυση χωράφια πού ως τότε τα καλλιεργούσαν κανονικά. Αντίθετα από ό,τι προβλέπει η μαλθουσιανή θεωρία, η πληθυσμιακή μείωση λειτούργησε αρνητικά για τον αγρότη, και όχι προς όφελός του, προκαλώντας όχι αύξηση αλλά μείωση τής περιουσίας του. Δεύτερο, φαίνεται πώς υπήρχε κάποια πίεση πού οδήγησε σε μεταβίβαση αγροτικών κλήρων έξω από την αγροτική κοινότητα. Είναι γνωστό και αποδειγμένο ότι οι αγρότες μπορούσαν να πουλήσουν γη, και ότι τέτοιες πωλήσεις γίνονταν συχνά. Η οικονομική εξάντληση πού δοκίμαζε ό αγροτικός πληθυσμός στο σύνολό του, όσο περνούσε ό καιρός, υποδηλώνει πώς εκείνοι πού κυρίως επωφελούνταν από τέτοιες μεταβιβάσεις δεν ήταν οι άλλοι αγρότες• οι πωλήσεις και οι δωρεές τής γης απέβαιναν προς όφελος των γαιοκτημόνων, των μοναστηριών στην προκειμένη περίπτωση. Το γεγονός λοιπόν ότι ό κύριος όγκος των εγγράφων πού αφορούν τις μεταβιβάσεις αγροτικής γης αποτελείται από πράξεις με δικαιούχους τις διάφορες μονές δεν είναι απλή σύμπτωση, αλλά εκφράζει μία πραγματικότητα τής αγροτικής ζωής τής εποχής.
Το ίδιο επιχείρημα ισχύει, επί πλέον, και για τα νοικοκυριά με χρονολογικές σειρές στα Βραστά: από το 1300 ως το 1321 ό αριθμός αυτών των νοικοκυριών και του πληθυσμού τους παρουσίασαν αύξηση. Όσο για τα περιουσιακά στοιχεία αυτών των νοικοκυριών, βλέπουμε ότι η έκταση των αμπελιών αυξήθηκε επίσης, σε μικρότερο όμως βαθμό• αντίθετα, ό αριθμός των βοϊδίων μειώθηκε σημαντικά, και η έκταση τής σπόριμης γης, πού παραχωρούσε το μοναστήρι στους αγρότες αυτούς, παρουσίασε μικρή μείωση. Αν λάβουμε υπόψη μας τον συνολικό πληθυσμό του χωριού, και όχι μόνο αυτόν πού έχει διαχρονική σειρά, τότε υπάρχει μείωση και στον πληθυσμό και στη συνολική περιουσία• το σημαντικό όμως είναι ότι και εδώ ό πληθυσμός μειώθηκε σε μικρότερο ποσοστό από ό,τι ή περιουσία. Η μείωση του αριθμού των βοϊδίων ήταν πολύ πιο απότομη από οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου, με αμέσως επόμενα τα αμπέλια. Ο πληθυσμός του χωριού δεν ήταν απλώς μικρότερος το 1321 από ό,τι το 1300, αλλά και κατά πολύ φτωχότερος.
Ο Ο. Ostrogorsky έχει ήδη κάνει την παρατήρηση ότι ή Μονή Ξενοφώντος είχε ορισμένους παροίκους πού ήταν ακτήμονες και το 1300 και μερικά χρόνια αργότερα. Επισήμανε το γεγονός ότι το μοναστήρι δεν είχε να εξασφαλίσει γη στους αγρότες του, και το θεώρησε περίεργο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες πού δίνουν τα πρακτικά, οι φόροι επί τής περιουσίας των παροίκων απέφεραν στη μονή περισσότερα εισοδήματα από όσα οι γαίες άμεσης εκμετάλλευσης. Μπορεί όμως κανείς να δει στους πίνακες Ε-8 ως Ε-11 ότι η Μονή Ξενοφώντος δεν ήταν η μόνη πού εφάρμοζε τέτοια πολιτική. Ακόμη και στις κτήσεις τής Μονής Εσφιγμένου, η οποία το 1300 ή νωρίτερα είχε δώσει σπόριμη γη στους παροίκους της, η αγροτική περιουσία μειωνόταν με την πάροδο του χρόνου, και το μοναστήρι δεν έκανε τίποτε για να ανακόψει αυτή την πορεία. Άλλα μοναστήρια ίσως να ακολουθούσαν διαφορετική τακτική. Τα χωριά Γομάτου, Σελάς, Μετάλλιν και Γραδίστα, κτήσεις τής Λαύρας, εμφανίζονται στις απογραφές του 1300 και του 1321. Στο μεσοδιάστημα των είκοσι χρόνων, ό συνολικός αριθμός των νοικοκυριών και ό συνολικός πληθυσμός αυξήθηκαν κατά 26% και 9% αντίστοιχα. Παρόλο πού η έκταση των αμπελιών και των κήπων μειώθηκε κατακόρυφα στην ίδια περίοδο, ό αριθμός των βοϊδίων αυξήθηκε σε μεγαλύτερο ποσοστό από ό,τι ό πληθυσμός. Η αύξηση του πληθυσμού και των βοϊδίων σημειώνεται μόνο στη Γραδίστα και στη Σελάδα. Γενικότερα, χωριά πού παρουσίαζαν πληθυσμιακή αύξηση με το πέρασμα του χρόνου ήταν σπάνιο φαινόμενο εκείνη την εποχή• θα πρέπει λοιπόν να επενεργούσαν ειδικοί παράγοντες σ’ αυτές τις δύο περιοχές.
Οι συνέπειες πού είχε η παρακμή του αγροτικού κλήρου, εξαιτίας των πωλήσεων και των δωρεών, φαίνονται καθαρά στην περίπτωση των Γουναρόπουλων από τη Μικρά Ασία. Το 1207, τρία αδέρφια, ό Μιχαήλ, ό Ιωάννης και ό Νικόλαος Γουναρόπουλος, αναφέρονται ως αγρότες με ορισμένα κληρονομικά κτήματα στην περιοχή τής Σμύρνης. Πούλησαν αυτές τις γαίες σ’ έναν αυτοκρατορικό υπάλληλο, τον Βασίλειο Βλαττερό, πού τις έδωσε αργότερα προίκα στο γαμπρό του Ραβδοκανάκη. Η Μονή τής Λεμβιώτισσας προσπαθούσε να πάρει αυτά τα κτήματα για λογαριασμό της, και ό Ραβδοκανάκης έκανε προσφυγή στον Αυτοκράτορα γι’ αυτό το θέμα, το 1233. Ο πιθανός λόγος πού το μοναστήρι ενδιαφερόταν για τα κτήματα αυτά είναι ότι στο μεταξύ μερικοί τουλάχιστον από τούς Γουναρόπουλους είχαν γίνει πάροικοι τής μονής, όπως δείχνει η απογραφή του 1235. Στα επόμενα χρόνια η οικογένεια εξακολούθησε να πουλά κομμάτια από την περιουσία της. Το 1240 πούλησαν ένα χωράφι δύο μοδίων, και έξι χρόνια αργότερα πούλησαν, μαζί με άλλους αγρότες, ένα μύλο πού ήταν κοινή ιδιοκτησία τους. Το 1281, το μόνο πού είχε απομείνει στην κατοχή τους ήταν μερικές ελιές και η γη πού σκέπαζαν με τον ίσκιο τους. Έτσι, μιά οικογένεια πού το 1207 και το 1208 μπόρεσε να πουλήσει γη αξίας 60 τουλάχιστον χρυσών νομισμάτων, το 1235 είχε εξαθλιωθεί οικονομικά. Επιπλέον, μερικά μέλη τής οικογένειας είχαν γίνει εξαρτημένοι αγρότες.
Η κατοπινή τύχη τής κτηματικής περιουσίας των Γουναρόπουλων παρουσιάζει ενδιαφέρον ως παράδειγμα τής διαδικασίας με την οποία γινόταν η συσσώρευση τής γης. Η οικογένεια Ραβδοκανάκη είχε τόσες αντεγκλήσεις με τη μονή για τα κτήματα, πού εξαναγκάστηκε να τούς τα πουλήσει το 1236. Λίγο αργότερα, οι μοναχοί παραπονέθηκαν στον Αυτοκράτορα ότι η πεθερά του Ραβδοκανάκη προσπαθούσε να πάρει πίσω αυτή τη γη πού, όπως έλεγε, τής ανήκε, εφόσον την είχε αγοράσει από τούς παροίκους τής Μονής τής Λεμβιώτισσας, δηλαδή τούς Γουναρόπουλους. Ο Αυτοκράτορας έδωσε εντολή να απομακρυνθούν η χήρα του Βλαττερού και όλη της η οικογένεια από την περιοχή των κτημάτων πού άλλοτε τούς ανήκαν, ώστε να πάψουν να παρενοχλούν το μοναστήρι. Τέτοιες εξαναγκαστικές πωλήσεις γης σε μοναστήρια ήταν αναμφισβήτητα συνηθισμένο φαινόμενο εκείνη την εποχή. Από τη βυζαντινή Μακεδονία δεν έχουν διασωθεί περιστατικά τόσο πλήρη όσο η υπόθεση των Γουναρόπουλων. Υπάρχει, ωστόσο, μιά περίπτωση πού μάς δείχνει πόσο επισφαλείς ήταν οι μικρές ιδιοκτησίες κατά την περίοδο πού μεγάλωναν οι μοναστηριακές περιουσίες.
Η περίπτωση αυτή δεν αναφέρεται σε παροίκους, αλλά σε μικρούς, ανεξάρτητους ιδιοκτήτες, πού είχαν περιουσία στα Κριτζιανά, χωριό στο κατεπανίκιον τής Καλαμαριάς. Ο Ανδρόνικος Β’ παραχώρησε αυτό το χωριό, με πλήρη δικαιώματα ιδιοκτησίας, στη Μονή Χελανδαρίου το 1321. Τον Αύγουστο του 1322 το μοναστήρι βρισκόταν σε αντιδικία με τρία πρόσωπα: τον Κουλαΐτη, τον Πετζικόπουλο και τον Σαραντηνό. Ο Πρώτος είχε ένα στασίον στο χωριό, και οι άλλοι δύο ισχυρίζονταν ότι είχαν εκεί μερικούς παροίκους μαζί με τις περιουσίες τους. Όπως θα περίμενε κανείς, δεν ήταν διατεθειμένοι να παραχωρήσουν στο μοναστήρι ό,τι τούς ανήκε• και οι τρεις, ωστόσο, πήραν εντολή να μην προβάλουν καμιά αντίσταση στη μονή και να μην αμφισβητούν τα δικαιώματά της σε όλο το χωριό, συμπεριλαμβανομένης και τής δικής τους περιουσίας. Από κει και πέρα, τίποτε δεν είναι γνωστό για την έκβαση τής αντιδικίας, μπορεί λοιπόν να υποθέσει κανείς ότι και οι τρεις υποχρεώθηκαν να συμμορφωθούν με την αυτοκρατορική διαταγή. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1327, η οικογένεια του Πετζικόπουλου πούλησε στη Μονή Χελανδαρίου τρία σπίτια και ένα εγκαταλειμμένο χωράφι, τα οποία είχαν ήδη υποθηκεύσει στο μοναστήρι για ένα δάνειο 50 υπερπύρων. Εφόσον μπορούσε να ασκηθεί τέτοια πίεση, ακόμη και στους ανεξάρτητους μικροϊδιοκτήτες, δεν είναι περίεργο πού οι περιουσίες των παροίκων μειώνονταν όσο περνούσε ό καιρός• όπως φαίνεται, περιέρχονταν στον πλήρη έλεγχο των μοναστηριών.
Το ότι οι μοναστηριακοί γαιοκτήμονες δεν επιδίωκαν να έχουν οι πάροικοί τους ιδιοκτήτη περιουσία, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι σπάνια παραχωρούσαν χωράφια ή
αμπέλια στους νεοφερμένους τταροίκους. Μπορούμε βέβαια να υποθέσουμε ότι οι πάροικοι είχαν το δικαίωμα να ξεχερσώσουν ακαλλιέργητη γη και να την κάνουν αμπέλια. Η πιο σαφής περίπτωση νεοφερμένων παροίκων αποτελείται από τούς αγρότες πού χαρακτηρίζονται από τον απογραφέα ελεύθεροι, δηλαδή φτωχοί ακτήμονες αγρότες πού δεν βρίσκονταν καταχωρημένοι στο πρακτικό κανενός γαιοκτήμονα, είτε ιδιώτη είτε του κράτους. Τον ΙΓ’ και τον ΙΔ’ αιώνα τα μοναστήρια έπαιρναν συχνά την άδεια να εγκαταστήσουν στις κτήσεις τους όσους ελευθέρους έβρισκαν. Δυστυχώς, οι απογραφείς δεν χρησιμοποιούσαν αυτό τον όρο για όλους όσους πράγματι ανήκαν σ’ αυτή την κατηγορία. Έτσι, στην απογραφή για τη Λαύρα το 1300, τα μέλη μερικών οικογενειών χαρακτηρίζονταν ως ελεύθερο. Το 1321 ό όρος παραλείφθηκε, παρόλο πού μερικοί από τούς αρχικούς ελευθέρους βρίσκονταν ακόμη στην περιοχή, κι επιπλέον είχαν έρθει μερικές καινούριες, πολύ φτωχές οικογένειες, πού το 1300 θα τις είχαν πιθανότατα κατατάξει στην κατηγορία των ελευθέρων. Ακόμη πιο σαφές παράδειγμα είναι η αναφορά του Ανδρονίκου Γ’ (1330) σε μερικούς ελευθέρους πού είχαν εγκατασταθεί στο Στόμιον και την Ιερισσό, κτήσεις τής Μονής Ξενοφώντος. Ο Αυτοκράτορας αναφερόταν στην απογραφή πού είχαν κάνει το 1318 ό Περγαμηνός και ό Φαρισαίος, μιά ματιά όμως σ’ αυτή την απογραφή θα μας δείξει ότι πουθενά δεν υπάρχει ό χαρακτηρισμός ελεύθεροι. Υπήρχαν λοιπόν στην πραγματικότητα πολύ περισσότεροι ελεύθεροι από όσους βλέπουμε να χαρακτηρίζονται έτσι στα πρακτικά. Στον πίνακα Ε-2 περιλαμβάνονται μόνο όσοι κατατάσσονται ρητά σ’ αυτή την κατηγορία, και σημειώνεται ό μέσος όρος των πιο βασικών περιουσιακών τους στοιχείων μαζί με τούς φόρους τους. Τα συμπεράσματα είναι σαφή: οι ελεύθεροι είχαν, κατά μέσον όρο, πολύ λιγότερη περιουσία και πλήρωναν πολύ μικρότερους φόρους από κάθε άλλη ομάδα αγροτών στις μοναστηριακές κτήσεις. Παράλληλα, άλλοι αγρότες πού μπορούν να θεωρηθούν ως «νεοφερμένοι», τα νοικοκυριά δηλαδή πού εμφανίζονται σε μιά μόνο απογραφή, ήταν κατά μέσον όρο φτωχότεροι από τον σταθερό πυρήνα του πληθυσμού. Είναι επομένως σαφές ότι, στη γενική της μορφή, η πολιτική του μοναστηριού δεν ήταν τέτοια πού να συμβάλλει στη δημιουργία ή τη διατήρηση σημαντικών αγροτικών κλήρων• υποδηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι τα μοναστήρια δεν έβλεπαν κανένα όφελος στην παραχώρηση μεγάλων κτημάτων στους παροίκους.
Αυτή η τακτική φαίνεται παράλογη, αν την κρίνει κανείς με βάση τις πληροφορίες πού μας δίνουν τα πρακτικά. Αν υποθέσουμε ότι τα μοναστήρια ενδιαφέρονταν να αυξήσουν τα εισοδήματά τους, και ότι ό φόρος πού πλήρωναν τα νοικοκυριά πού τούς ανήκαν ήταν βασικά έγγειος φόρος, το λογικό συμπέρασμα είναι ότι οι μοναχοί θα έπρεπε να θέλουν να έχουν πλούσιους αγρότες πού να πληρώνουν μεγαλύτερους φόρους. Το γεγονός ότι η στάση τους δεν ευνοούσε την αύξηση τής αγροτικής περιουσίας, εξηγείται μόνο αν υποθέσουμε ότι εκείνο πού κυρίως απασχολούσε το γαιοκτήμονα δεν ήταν τόσο ό φόρος, όσο το να εξασφαλίζει τα εργατικά χέρια πού θα καλλιεργούσαν τα κτήματα άμεσης εκμετάλλευσης. Σ’ αυτή την περίπτωση το μόνο οικονομικά παράλογο στοιχείο στην πολιτική των μοναστηριών είναι ότι η εξαθλίωση του αγροτικού πληθυσμού είχε δυσμενείς δημογραφικές συνέπειες. Στο βαθμό πού η έγγειος περιουσία συσχετίζεται θετικά με τη σταθερότητα, το μοναστήρι θα είχε μεγαλύτερα οφέλη αν οι αγρότες του είχαν περιουσία• έτσι, δεν θα εγκατέλειπαν τις κτήσεις του γαιοκτήμονα, πού θα διατηρούσε όση εργατική δύναμη του χρειαζόταν.
Η χρησιμότητα πού είχαν οι πάροικοι για το μοναστήρι δεν περιοριζόταν στους φόρους πού πλήρωναν και στις αγγαρείες ή τα μικρά δώρα πού όφειλαν να προσφέρουν. Τα μοναστήρια δεν ήταν απλώς και μόνο φοροεισπράκτορες• ήταν επίσης και γαιοκτήμονες, και οι πάροικοι αποτελούσαν απαραίτητη εργατική δύναμη για την καλλιέργεια των γαιών του μοναστηριού. Οι διατάξεις πού ρύθμιζαν τις σχέσεις μεταξύ γαιοκτήμονα και μισθωτή παρουσίαζαν, χωρίς αμφιβολία, διαφορές κατά περιοχές, και εξαρτιόνταν από το είδος τής καλλιέργειας, την αναλογία μεταξύ μοναστηριακών κτημάτων και παροικικής γης, και, πιθανώς, από τις τοπικές συνήθειες. Αυτό φαίνεται καθαρά στο πρακτικό του χωριού Μαμιτζών. Σ’ αυτό μόνο το πρακτικό έχουμε τη δυνατότητα να διακρίνουμε τριών ειδών σχέσεις των παροίκων με τη γη και με το γαιοκτήμονα. Πολλοί είχαν δικά τους ζευγάρια, σπόριμη γη και άλλα περιουσιακά στοιχεία, και πλήρωναν γι’ αυτά τέλος ακόμη, καλλιεργούσαν 600 μοδίους από τα καλύτερα κτήματα τής άμεσης εκμετάλλευσης του γαιοκτήμονα, κι έτσι οι αγγαρείες πού είχαν να κάνουν ήταν πολύ περισσότερες από αυτές πού βλέπουμε σε άλλα πρακτικά. Οι αγρότες, τέλος, νοίκιαζαν άλλους 1.500 μοδίους από ή γη του γαιοκτήμονα. Θα πρέπει να κρατούσαν όλη την παραγωγή των δικών τους χωραφιών, εκτός από το μέρος πού έδιναν για το φόρο. Ο γαιοκτήμονας θα καρπωνόταν όλα όσα απέδιδαν οι αγγαρείες στα κτήματα άμεσης εκμετάλλευσης, πού ήταν και τα πιο εύφορα. Τέλος, καλλιεργητές και ιδιοκτήτες μοιράζονταν την παραγωγή των 1.500 μοδίων τής υπομόρτου (μισθωμένης) γης.
Το πρακτικό αυτό είναι μοναδικό από την άποψη τι καθορίζει ένα σημαντικό ποσοστό (29%) των γαιών άμεσης εκμετάλλευσης, πού το καλλιεργούσαν με αγγαρείες. Πιο συνηθισμένο είναι να εκμισθώνει το μοναστήρι στους αγρότες μεγάλα τμήματα αυτών των γαιών και να μοιράζεται μαζί τους την παραγωγή.
Μερικά έγγραφα από τον ΙΓ’ ως τις αρχές του ΙΕ’ αιώνα μας επιτρέπουν να εξετάσουμε λεπτομερέστερα τις σχέσεις του μισθωτή παροίκου και του εκμισθωτή γαιοκτήμονα. Χαρακτηριστικό αυτής της σχέσης είναι ότι ο αγρότης που νοίκιαζε τη γη δεν είχε δικαιώματα ιδιοκτησίας σ’ αυτήν• απλώς την καλλιεργούσε και πλήρωνε στον ιδιοκτήτη τη μορφή ή δεκατία. Οι δύο όροι χρησιμοποιούνται αδιακρίτως, όπως φαίνεται σ’ ένα έγγραφο του 1274. Πρόκειται για την εκδίκαση μιας διαφοράς μεταξύ κάποιου Μαρμαρά και τής Μονής Νέας Πέτρας. Ο Μαρμαράς είχε καταπατήσει μιά ιδιοκτησία του μοναστηριού, κοντά στη δική του πρόνοια, και επιπλέον καρπωνόταν τη μορτή, πού οι μοναχοί θεωρούσαν ότι τούς ανήκε δικαιωματικά. Η δικαστική απόφαση, πού βγήκε υπέρ του μοναστηριού, έδινε εντολή στον Μαρμαρά να επιστρέψει στους μοναχούς τη δεκατία πού είχε παράνομα εισπράξει. Και οι δύο όροι, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκαν για τον ίδιο θεσμό.
Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο (βλ. σσ. 70- 71), η πληρωμή τής μορτής από τούς αγρότες αναφέρεται σε μερικές πηγές ως απόδειξη ότι η γη δεν ανήκε στον καλλιεργητή αλλά στο πρόσωπο πού καρπωνόταν τη μορτή. Έτσι, το 1262, ό αυτοκράτορας Μιχαήλ ό Η’ εξέδωσε έναν ορισμό για τέσσερα ζευγάρια γης κοντά στο χωριό Μαλαχίου. Αυτή η περιοχή, πού λεγόταν Γωνία του Πετάκη, είχε παραχωρηθεί από τον Μιχαήλ στη Μονή τής Πάτμου, ενώ το Μαλαχίου είχε δοθεί ως πρόνοια στον θείο του Αυτοκράτορα, τον Γεώργιο Κομνηνό Άγγελο. Οι Μαλαχιώτες διαμαρτυρήθηκαν, με τον ισχυρισμό ότι η γη του Πετάκη τούς ανήκε γονικόθεν, και ότι πλήρωναν κρατικούς φόρους γι’ αυτήν. Τελική απόδειξη για την κυριότητα τής γης θεωρήθηκε το γεγονός ότι οι καλλιεργητές είχαν πληρώσει μορτή γι’ αυτή τη γη στο κράτος και στους κατά καιρούς προνοιαρίους τής περιοχής. Συγκεκριμένα, η απόφαση έλεγε ότι οι Μαλαχιώτες δεν είχαν κληρονομικά δικαιώματα στη γη (δεν ήταν γονική γη) και δεν πλήρωναν κρατικούς φόρους γι’ αυτήν. Εφόσον η γη ανήκε σε όποιον εισέπραττε τη μορτή, και εφόσον σ’ αυτή την περίπτωση την εισέπραττε το κράτος, περιοχή ήταν ιδιοκτησία του και είχε κάθε δικαίωμα να τη χαρίσει στο μοναστήρι.
Αυτό το έγγραφο είναι σημαντικότατο και δίνει απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα. Πρώτο, κάνει σαφή διαχωρισμό μεταξύ του κρατικού φόρου και τής μορτής (δηλαδή του μισθώματος). Οι αγρότες πλήρωναν φόρους στο κράτος για τη γη πού τούς ανήκε, και μορτή για τη γη πού δεν τούς ανήκε• έτσι, φαίνεται καθαρά ότι η εκμίσθωση τής γης γινόταν με ιδιωτικές συμφωνίες. Δεύτερο, ό όρος γονική ή γονικόθεν διασαφηνίζεται. Δεν σημαίνει απλώς κληρονομική κτήση, αλλά προσδιορίζει πλήρη κυριότητα πάνω στη γη. Τέλος, η τιμή τής μορτής, το νοίκι, ανήκε στον ιδιοκτήτη τής γης: οι γαιοκτήμονες, εκκλησιαστικοί και μη, δεν είχαν απλώς το δικαίωμα να εισπράττουν τούς δημόσιους φόρους και το τέλος μαζί, αλλά μπορούσαν να κάνουν και ξεχωριστές συμφωνίες με τούς αγρότες σχετικά με την καλλιέργεια των κτημάτων τής έμμεσης εκμετάλλευσης.
Το γεγονός ότι η πληρωμή τής μορτής χρησιμοποιούνταν ως απόδειξη κυριότητας επί τής γης έχει οδηγήσει τον σημαντικότερο σύγχρονο μελετητή του θεσμού στο συμπέρασμα ότι το νοίκι αυτό είχε νομική μάλλον παρά οικονομική σημασία. Ωστόσο οι πηγές, στο σύνολό τους, δεν επιβεβαιώνουν αυτό το συμπέρασμα. Οι πηγές δείχνουν ότι, από τον ΙΓ’ ως το τέλος του ΙΕ’ αιώνα, οι όροι μορτή και δεκατία έχουν οικονομική έννοια και δεν είναι απλώς νομικοί όροι πού υποδηλώνουν σχέση κυριότητας. Έτσι, στις αρχές του ΙΓ’ αιώνα, μερικοί πάροικοι τής Μονής τής Λεμβιώτισσας καταπάτησαν και εκμεταλλεύτηκαν ορισμένα κτήματα των αδερφών Γουναρόπουλων. Έπειτα από προσφυγή στον Αυτοκράτορα, τα κτήματα επιστράφηκαν στους πραγματικούς ιδιοκτήτες, και οι πάροικοι τής Μονής τής Λεμβιώτισσας πήραν την εντολή να πληρώσουν το νοίκι για το διάστημα πού είχαν καλλιεργήσει τη γη αυτή. Το 1234 και το 1241 άλλοι αγρότες, πού καλλιεργούσαν γη πού δεν τούς ανήκε, υποχρεώθηκαν να πληρώσουν νοίκι στον ιδιοκτήτη. Σε καμιά από τις τρεις περιπτώσεις δεν τέθηκε θέμα κυριότητας τής γης• αυτό ήταν αναμφισβήτητο, και το μόνο πρόβλημα ήταν να αποδοθεί το νοίκι στον δικαιούχο. Το 1384 ό οικουμενικός πατριάρχης Νείλος, μιλώντας για την κακή οικονομική κατάσταση τής Εκκλησίας, ανέφερε ότι οι χωρικοί του Οικονομίου είχαν διασκορπιστεί, και ότι το μόνο κέρδος τής Εκκλησίας από τα κτήματα τής περιοχής ήταν η μορτή που πλήρωναν μερικοί αγρότες πού είχαν εγκατασταθεί εκεί και καλλιεργούσαν τη γη. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1367, ό αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’ είχε ζητήσει από το Πατριαρχείο τής Κωνσταντινουπόλεως να του δώσει το Οικονομίου και άλλο ένα χωριό, για να μοιράσει τη γη και τα εισοδήματα στους στρατιώτες, και να εξασφαλίσει έτσι την άμυνα τής περιοχής. Μετά την άρνηση του Πατριάρχη Φιλοθέου, ό Αυτοκράτορας ζήτησε συμβιβαστικά να του παραχωρήσει η Εκκλησία τις γαίες αυτές, με τούς ίδιους όρους πού τις έδινε σε άλλους, ίνα κατέχη ώσπερ κατέχουσιν έτεροι και σπείρουσιν εν αυτοίς και αποδιδόασι την μορτήν προς την εκκλησίαν. Και αυτό το αίτημα όμως δεν έγινε δεκτό.
Είναι λοιπόν ολοφάνερο ότι η μορτή είχε οικονομικό αντίκρισμα και δεν ήταν απλώς συμβολική πληρωμή πού επικύρωνε δικαιώματα ιδιοκτησίας στη γη. Στην περίπτωση τής δεκατίας, ό όρος μπορεί να είχε την ίδια έννοια με το δέκατον, στη θεωρία, δηλαδή απόδοση του ενός δεκάτου τής παραγωγής. Τόσο ακριβώς ήταν το μερίδιο πού έπαιρνε ό γαιοκτήμονας σύμφωνα με τον Γεωργικό Νόμο (τέλος Ζ’ ή αρχές Η’ αιώνα). Στην πράξη, όμως, ό γαιοκτήμονας έπαιρνε περισσότερο από το ένα δέκατο, ακόμη κι αν δεν υπολογίσουμε τούς φόρους και τις συμπληρωματικές επιβαρύνσεις. Οι ιδιωτικές συμφωνίες και οι όροι τής εκμίσθωσης έπαιζαν μεγάλο ρόλο. Σώζεται ένας τύπος συμβολαίου τής υστεροβυζαντινής εποχής (το έγγραφο είναι αχρονολόγητο) για την εκμίσθωση γης. Εκεί αναφέρεται πώς ό αγρότης νοίκιαζε τη γη για προκαθορισμένο αριθμό ετών• σ’ αυτό το διάστημα είχε δικαιώματα κατοχής, καλλιεργούσε τα χωράφια με αποκλειστικά δικά του έξοδα, κι έδινε στο γαιοκτήμονα το ένα τρίτο τής παραγωγής. Όταν νοίκιαζε αμπέλια, ό καλλιεργητής έδινε στον ιδιοκτήτη το μισό κρασί πού έβγαζε.
Τα νοίκια θα πρέπει να αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του γαιοκτήμονα από την εκμίσθωση τής γης, όπως φαίνεται κι από ένα χρυσόβουλο πού εξέδωσε ό Ιωάννης Ζ’ το 1407. Ο Αυτοκράτορας είχε ξαναχτίσει ένα τείχος για να προστατέψει την Κασσάνδρεια, και προσπαθούσε να ξανακάνει παραγωγική τη χερσόνησο. Φρόντισε να σταλούν μερικά βόδια, και καθόρισε ότι, όσο ζούσε ό ίδιος, διάφορα μοναστήρια θα μοιράζονταν μεταξύ τους τη δεκατία από όλη την παραγωγή των ζευγαρίων του. Μετά το θάνατό του, τα μοναστήρια θα μοιράζονταν όχι μόνο τη δεκατία αλλά και όλη τη σοδειά, όλα τα βόδια και όλα τα χωριά πού χρησιμοποιούσαν αυτά τα ζώα για την καλλιέργεια της γης τους κι ακόμη, όλους τούς κατοίκους των χωριών, μαζί με τούς φόρους πού πλήρωναν στο κράτος. Με άλλα λόγια, ό Αυτοκράτορας παραχώρησε ένα μέρος από τη γαιοπρόσοδο ενόσω ζούσε, και φρόντισε να διανεμηθούν τα υπόλοιπα εισοδήματα και το κεφάλαιο μετά το θάνατό του. Τα μόνα εισοδήματα πού αναφέρει το χρυσόβουλο είναι το νοίκι (δεκατία) και ό κρατικός φόρος (τέλος).
Σε δύο έγγραφα του 1418 και του 1420, πού εξέδωσε ό δεσπότης Ανδρόνικος Παλαιολόγος προς όφελος τής Μονής Διονυσίου, βλέπουμε πάλι ότι το νοίκι και το τέλος είναι οι μόνες γαιοπρόσοδοι πού αναφέρονται. Το 1418 ό δεσπότης καθόρισε ότι, όσο ζούσε, το εισόδημα άπαν και το τέλος το ήμισυ του χωριού Μαρίσκιν στην Κασσάνδρεια θα του ανήκαν• μετά θάνατό του όμως, οι κάτοικοι του χωριού, το δέκατον, και το άλλο άπαν εισόδημα και τέλος θα περιέρχονταν στη Μονή Διονυσίου. Δύο χρόνια αργότερα, ύστερα από αίτηση των μοναχών ό δεσπότης τούς παραχώρησε το δέκατον τής γεωργίας των εις την γήν αυτών ενεργησόντων, ενώ οι αγρότες θα πλήρωναν επίσης ένα καινούριο κρατικό φόρο. Σ’ αυτή την περίπτωση, το κράτος εμφανίζεται ως γαιοκτήμονας και όχι ως φοροεισπράκτορας.
Στην πραγματικότητα, η μορτή ή δεκατία ήταν, όπως φαίνεται και από τα έγγραφα πού αναφέραμε, φεουδαλική γαιοπρόσοδος. Την αποτελούσε το μέρος τής παραγωγής πού καρπωνόταν ό ιδιοκτήτης τής γης —ανεξάρτητα αν ιδιοκτήτης ήταν το κράτος, ένα μοναστήρι, κάποιος ιδιώτης πού είχε τη γη ως πρόνοια. Εφόσον το ίδιο το κράτος έκανε τη διάκριση μεταξύ φόρων και μισθώματος, θα ήταν σοβαρό λάθος να θεωρήσουμε τη μορτή ως κρατικό φόρο. Πρόκειται για ιδιωτικό φόρο του γαιοκτήμονα. Το γεγονός ότι βλέπουμε το κράτος, σε διάφορες περιπτώσεις, να παραχωρεί τη μορτή αυτή σε μοναστήρια, μπορεί μόνο να σημαίνει ότι η δωρεά αφορούσε κρατικές γαίες, στις οποίες το κράτος είχε δικαιώματα γαιοκτήμονα, και επομένως οι πρόσοδοί του δεν περιορίζονταν στους κρατικούς φόρους αλλά συμπεριλάμβαναν τα εισοδήματα του γαιοκτήμονα —το νοίκι. Η δωρεά ήταν, με άλλα λόγια, φεουδαλική εκχώρηση γαιών και καλλιεργητών.
Τη σαφέστερη μαρτυρία ότι η μορτή ήταν η φεουδαλική γαιοπρόσοδος τη βρίσκουμε σε ένα από τα έγγραφα πού αναφέρονται στη διαφορά των κατοίκων του Μαλαχίου και τής Μονής τής Πάτμου για την περιοχή τής Γωνίας του Πετάκη. Ένας αυτοκρατορικός υπάλληλος είχε αναλάβει την ανάκριση για να διαλευκάνει αν οι Μαλαχιώτες είχαν τη γη επί γονικώ δικαίω και τέλει δημοσιακώ (δηλαδή κληρονομικά και με την υποχρέωση να πληρώνουν κρατικό φόρο), ή αν την είχαν επιμόρτως και προνοιαστικώς. Ο όρος προνοιαστικώς πρέπει να θεωρηθεί αντιθετικός του όρου τέλει δημοσιακώ• σήμαινε δηλαδή ότι πληρωνόταν νοίκι στο γαιοκτήμονα, στο πρόσωπο πού είχε τη γη ως πρόνοια, και όχι φόρος στο κράτος. Μιά από τις διαφορές στους δύο αυτούς τύπους πληρωμής είναι ότι, ενώ ό κρατικός φόρος ήταν φόρος επί της ακίνητης περιουσίας, το νοίκι ήταν μέρος τής ετήσιας συγκομιδής. Ήταν, επιπλέον, η ιδιοποίηση μέρους των καρπών τής εργασίας των αγροτών, έτσι πού μερικές φορές συνέβαινε να μοιράζονται το νοίκι ό κύριος τής γης και ό κύριος των καλλιεργητών. Αυτό το βλέπουμε στο χωριό Λοζίκιν, πού ανήκε στη Μονή Χελανδαρίου. Οι πάροικοι κάποιου ιδιώτη, του Πέτρου Παλαιολόγου, είχαν καταπατήσει τα κτήματα του μοναστηριού και τα καλλιεργούσαν. Έπειτα από σχετική αίτηση των μοναχών, ό αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’ έδωσε εντολή στους παροίκους ή να φύγουν από τα κτήματα του μοναστηριού ή να δώσουν στους μοναχούς τη μισή δεκατία, ενώ η άλλη μισή θα πρέπει να πήγαινε στον δικό τους κύριο.
Οι μοναστηριακοί πάροικοι λοιπόν ήταν σημαντικοί για τα μοναστήρια τους, και επειδή πλήρωναν φόρους και επειδή αποτελούσαν την εργατική δύναμη πού καλλιεργούσε τις μοναστηριακές γαίες. Ενώ όμως προσκόμιζαν οφέλη στο μοναστήρι, οι ίδιοι δεν ήταν δυνατό να αναπτυχθούν οικονομικά κάτω από τέτοιους δεσμούς εξάρτησης. Στη διάρκεια του πρώτου μισού του ΙΔ’ αιώνα, οι κλήροι τους συρρικνώθηκαν, ακόμη και στις περιπτώσεις των αγροτών πού, όντας οι πλουσιότεροι και μόνιμα εγκατεστημένοι στην ίδια περιοχή από παλιά, αποτελούσαν τον πυρήνα των χωριών. Η συρρίκνωση και ό κατακερματισμός δεν οφείλονται τόσο στις συνέπειες του κληρονομικού συστήματος, όσο σε άλλες πιέσεις, πού είχαν ανασταλτική επίδραση στην αύξηση ή τη σταθεροποίηση τής αγροτικής ιδιοκτησίας. Όσο οι αγρότες τής Μακεδονίας γίνονταν φτωχότεροι, τόσο μειώνονταν και αριθμητικά, και η αιτία ήταν διπλή: το χαμηλό ποσοστό γεννήσεων και η μετανάστευση. Η θλιβερή εικόνα τής παρακμής πού ζωγράφισε ό πατριάρχης Νείλος στο τέλος του αιώνα —και πού την απέδωσε στις καταστροφές πού έφεραν οι διάφορες επιδρομές στην ύπαιθρο— είχε στην πραγματικότητα αρχίσει να διαμορφώνεται πολύ νωρίτερα.

*Σημείωση: το κείμενο συνοδεύουν πάμπολλες σημειώσεις, βιβλιογραφία καθώς και πίνακες με σχεδιαγράμματα.


Πηγή: Το υπέροχο βιβλίο της Αγγελικής Λαϊου-Κασδαγλη, από τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Η Αγροτική Κοινωνία στην Ύστερη Βυζαντινή Εποχή.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com