ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ

ΒΑΣΩ ΠΕΝΝΑ

Το νόμισμα, κατεξοχήν έκφραση υλικής υποστήριξης των δραστηριοτήτων του ανθρώπου, γρήγορα πέρασε στη σφαίρα των εξουσιαστικών δυνάμεων. Η πορεία του νομίσματος από τον τόπο παραγωγής του, το νομισματοκοπείο, χάνεται σε δρόμους πολύπλοκους τους οποίους καθορίζει η τροχιά και το μέγεθος της ανθρώπινης πράξης. Διοχετεύεται στο εμπόριο, ανταλλάσσεται με είδη διατροφής, οικοσκευής και καλλωπισμού, γίνεται αμοιβή για το στρατιώτη, τον κρατικό υπάλληλο, τον οικοδόμο, τον καλλιτέχνη, για κάθε εργαζόμενο. Συντροφεύει τον ταξιδιώτη και τον περιηγητή στις περιπλανήσεις του, ακολουθεί τον άνθρωπο στις επεκτατικές του επιδιώξεις, υποστηρίζει την παιδεία και τις τέχνες, γίνεται μέσο λύτρωσης της ανθρώπινης ψυχής με φιλανθρωπίες και προσφορές στους ναούς, παραχαράσσεται και μετατρέπεται εύκολα σε αντικείμενο αισχροκέρδειας.
Ο ρόλος του νομίσματος, στη μακραίωνη πορεία του, αναγκάστηκε να δεσμευτεί και να προσαρμοστεί σε κανόνες, οι οποίοι προφανώς καθορίζονται από τις οικονομικές συνήθειες ή πολιτικές επιδιώξεις της κάθε εποχής. Επιπλέον, παράγοντες πολιτιστικής ευαισθησίας, σε συνδυασμό με τη φιλοσοφική κοσμοθεωρία και τις βιοτικές συνήθειες των κοινωνικών συνόλων, καθώς και με τις θεσμοθετημένες και υπερβατικές αξίες, συνέτειναν στην κατεστημένη μορφοποίηση της δυναμικής του νομίσματος.
Η αναδρομή στο βυζαντινό κόσμο και η προσέγγισή του μέσα από την ιστορική εξέλιξη του νομισματικού του συστήματος, σε συνάρτηση με τις πολιτικές πράξεις και δικονομικές διεργασίες που το περιέβαλαν, είναι αρκετά ελκυστική.
Συνοπτικά η νομισματική ιστορία του Βυζαντίου, με δάση την εξέλιξη των διαφόρων νομισματικών εκδόσεων, μπορεί να διαιρεθεί σε τέσσερις κύριες περιόδους:
1η Περίοδος: Από τον Αναστάσιο Α’ (491-518) μέχρι τα μέσα του 8ου αι. Κατά την περίοδο αυτή οι χρυσές νομισματικές εκδόσεις αποτελούνται από τον σόλιδο, που ισούται με 1/72 της Ρωμαϊκής λίτρας, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου και τις δύο υποδιαιρέσεις του το σεμίσσιο και το τρεμίσσιο, που αντιστοιχούν στο μισό και το τρίτο του σόλιδου. Οι αργυρές κοπές μέχρι το πρώτο τέταρτο του 7ου αι. έχουν αναμνηστικό χαρακτήρα. Ωστόσο το 615 ο αυτοκράτορας Ηράκλειος εισάγει για πρώτη φορά ένα βαρύ ασημένιο νόμισμα, το εξάγραμμο, που όπως μας πληροφορεί το Πασχάλιο Χρονικό, καθιερώνεται υποχρεωτικά με νόμο στις κρατικές πληρωμές. Μετά το 681 το εξάγραμμο περιορίζεται σε κοπή αναμνηστικού χαρακτήρα, ενώ εξαφανίζεται παντελώς στις αρχές του 8ου αι. Ο 6ος αι. μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πιο σημαντική περίοδος στην εξέλιξη του χάλκινου νομίσματος. Σύντομα οι υποδιαιρέσεις του φόλλι που καθιέρωσε ο Αναστάσιος πληθαίνουν και στα χρόνια του Ιουστινιανού Α’, παράλληλα με τους φόλλεις, τα εικοσανούμμια και τα δεκανούμμια κυκλοφορούν πεντανούμμια, δεκαεξανούμμια, οκτανούμμια, τριαντακοντανούμμια, νομίσματα τεσσάρων και δύο νουμμίων. Αντίθετα ο 7ος αι. χαρακτηρίζεται από μια παρακμή στις κοπές των χάλκινων νομισμάτων. Η χάραξη του σχεδίου πολλές φορές είναι αδέξια, παρατηρείται συστηματική επικοπή πάνω σε παλαιότερους τύπους, η κυκλοφορία τους μειώνεται, ενώ τα νομισματοκοπεία και οι διάφορες υποδιαιρέσεις σταδιακά περιορίζονται.
2η περίοδος: Από τα μέσα του 8ου μέχρι τα τέλη του 11ου αι. Κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η μείωση των νομισματικών υποδιαιρέσεων σε μία για κάθε μέταλλο: ο σόλιδος, το ανανεωμένο από τον Λέοντα Γ’ ασημένιο μιλιαρέσιο και ο φόλλις. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Νικηφόρου Φωκά (963-969) εμφανίζεται ένα νέο χρυσό νόμισμα, το λεγόμενο τεταρτηρό, πανομοιότυπο σε σχήμα και εμφάνιση με το κανονικό νόμισμα αλλά λίγο ελαφρύτερο από αυτό. Επίσης η περίοδος που διαδέχεται το θάνατο του Βασιλείου Β’ (1025) κρύβει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της βυζαντινής νομισματικής ιστορίας. Ύστερα από 7 περίπου αιώνες το παραδοσιακό χρυσό βυζαντινό νόμισμα, ο κωνσταντίνειος σόλιδος, χάνει το κύριο χαρακτηριστικό του γνώρισμα, την καθαρότητα των 24 καρατίων σε πολύτιμο μέταλλο. Ήρθε η στιγμή της υποτίμησης του χρυσού βυζαντινού νομίσματος, μια υποτίμηση που θα πρέπει να θεωρηθεί ως το αποτέλεσμα πολλών παραγόντων και όπως έχει διατυπώσει η Morrison θα πρέπει να χωριστεί σε δύο φάσεις. Στη φάση της ελεγχόμενης υποτίμησης (1024-1071), που συνδυάζεται με εμπορική ανάπτυξη και ευημερία, και στη φάση της καταστροφικής υποτίμησης, που ακολουθεί τη μάχη του Μαντζικέρτ και την εδαφική συρρίκνωση της αυτοκρατορίας από το 1071 μέχρι το 1091.
3η Περίοδος: Από τη βασιλεία του Αλεξίου Α’ (108 1-1118) μέχρι το τέλος του 13ου αι. Σημείο έναρξης αυτής της περιόδου θεωρείται η μεγάλη νομισματική μεταρρύθμιση του Αλεξίου Α’ Κομνηνού το 1092. Το παλιό νόμισμα ιστάμενον αντικαθίσταται από το υπέρπυρο. Έχει το βάρος του παλιού νομίσματος, αλλά η καθαρότητά του σε πολύτιμο μέταλλο καθορίζεται στα 20 1/2 καράτια. Το υπέρπυρο συνοδεύεται από δύο ακόμη υποδιαιρέσεις ίδιου βάρους αλλά διαφορετικού κράματος μετάλλων. Πρώτο στη σειρά έρχεται το λεγόμενο νόμισμα τραχύ από ήλεκτρο, δηλ. ένα νόμισμα από κράμα χρυσού και αργύρου (1/3 χρυσός και 2/3 ασήμι), το οποίο ισοδυναμούσε με 1/3 του υπέρπυρου και θα μπορούσε να θεωρηθεί αναβίωση του παλιού τρεμισσίου. Ακολουθεί το τραχύ από κράμα δηλ. ένα νόμισμα από κράμα χαλκού και αργύρου, το οποίο ισοδυναμούσε με το 1/6 του νομίσματος από ήλεκτρο και 1/48 του υπέρπυρου. Η περιεκτικότητά του σε ασήμι είναι πολύ μικρή και δεν υπερβαίνει το 6-7%. Ταυτόχρονα κυκλοφορούν και δύο υποδιαιρέσεις χάλκινου νομίσματος, το οποίο διαφοροποιείται από τις προηγούμενες κατηγορίες, κρατώντας το παλιό, παραδοσιακό επίπεδο σχήμα του: το τεταρτηρό και το μισό τεταρτηρό.
4η Περίοδος: Από το 1261-1453. Η περίοδος χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή έλλειψη χρυσών νομισμάτων και οι τελευταίες κανονικές κοπές υποβαθμισμένου υπέρπυρου ανάγονται γύρω στο 1350, στα χρόνια δηλ. της συμβασιλείας του Ιωάννη Ε’ και Ιωάννη ΣΤ’. Αντίθετα υπάρχει μια ξαφνική προτίμηση στις αργυρές νομισματικές εκδόσεις. Το 1294 ο Ανδρόνικος Β’ και Μιχαήλ Θ’, καθιερώνουν το λεγόμενο βασιλικό νόμισμα, το οποίο μιμείται σύγχρονα ασημένια δουκάτα. Αποτελείται από καθαρό ασήμι, έχει επίπεδο σχήμα και ισοδυναμεί με το 1/12 του υπέρπυρου, δηλ. κρατά την αντιστοιχία του μιλιαρέσιου. Ωστόσο κατά την περίοδο 1330 και 1340 το βάρος του μειώνεται και προς τα μέσα του 14ου αι. αντικαθίσταται από ένα καινούργιο αργυρό νόμισμα, το σταυράτο. Το βάρος του σταυράτου ανέρχεται σε 9 γρ. και έχει ως υποδιαιρέσεις το μισό σταυράτο και μια άλλη νομισματική έκδοση που ισοδυναμεί με το 1/8. Ταυτόχρονα συνεχίζουν να κυκλοφορούν νομίσματα από κράμα και χάλκινα.
Η σύντομη αυτή αναδρομή στην εξέλιξη των βυζαντινών νομισματικών εκδόσεων, μέσα από ριζικές μεταρρυθμίσεις σκιαγραφούν μια συνειδητοποιημένη νομισματική πολιτική. Επιπλέον τα ίδια τα νομίσματα φέρουν στοιχεία τα οποία υποδηλώνουν κατά περιόδους, συστηματικό και ιδιαίτερα εξελιγμένο έλεγχο της νομισματικής παραγωγής. Ωστόσο η νομισματική μαρτυρία σχετικά με τον έλεγχο της παραγωγής και της διακίνησης του βυζαντινού νομίσματος είναι μάλλον φειδωλή. Η εικόνα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από την απουσία επίσημων αναφορών για την οργάνωση και το καθεστώς των βυζαντινών νομισματοκοπείων.
Ο Μ. Hendy με περισσή φροντίδα έχει συγκεντρώσει ένα σημαντικό αριθμό γραπτών Πηγών που αναφέρονται στην πολιτική κοπής και διάθεσης του νομίσματος εκ μέρους της Κεντρικής εξουσίας. Ο Μ. Metcalf με εξαντλητική υπομονή έσκυψε πάνω από τα ίδια τα νομίσματα και απομονώνοντας ίδιες ή παραπλήσιες σφραγίδες κατέφυγε στη βοήθεια των μαθηματικών συναρτήσεων και των στατιστικών μεθόδων, για να μεθοδεύσει την εξιχνίαση της ποσοτικής παραγωγής.
Χωρίς αμφιβολία ο αυστηρός έλεγχος παραγωγής και διακίνησης του βυζαντινού νομίσματος συνεπάγεται οργανωμένη μεθόδευση αποτροπής αισχροκέρδειας και διαφθοράς του νομίσματος εκ μέρους των πολιτών. Άλλωστε οι γραπτές πηγές επιβεβαιώνουν παρόμοιες μεθοδεύσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορίας. Το Βιβλίο του Επάρχου για παράδειγμα αναφέρει ότι οι τραπεζίτες της πρωτεύουσας κατά τον 10ο αι. δεν θα πρέπει ξέειν ή τέμνειν ή παραχαράττειν τα νομίσματα ή τα μιλιαρέσια . Επίσης σύμφωνα με το ίδιο Βιβλίο οι αρωματοποιοί απαγορεύεται τραχύνειν τα νομίσματα. Στα τέλη του 11ου αιώνα ο Κεκαυμένος αποτρέπει τον πτωχό πολίτη να γίνει πλούσιος εμπλεκόμενος σε πολυκερδείς τεχνικές δηλ. παραχαράσσειν και ψαλιδίζειν τα νομίσματα και φαρσογράφειν και βούλας επισφραγίζειν και τα τούτοις όμοια.
Αλλά ας εξετάσουμε χωριστά κάθε περίπτωση πονηρής αλλοίωσης του βυζαντινού νομίσματος.
Πιθανότατα η πιο κοινή πρακτική αισχροκέρδειας εκ μέρους των πολιτών ήταν το ψαλίδισμα της περιφέρειας των νομισμάτων. Σε πάπυρο του 4ου αι. μαθαίνουμε ότι ο πολίτης Ευδαίμων προσκαλεί στο σπίτι τον φίλο Λογγίνο και του παραγγέλλει να φέρει μαζί την ύαλο —προφανώς ειδικό κοπίδι με ενσωματωμένο κρύσταλλο στην κόψη του—, ώστε να προβούν στην περικοπή νομισμάτων.
Το κράτος προφανώς από πολύ νωρίς θέσπισε αυστηρούς νόμους για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Στο Θεοδοσιανό κώδικα διασώζεται νόμος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’, ο οποίος ως τιμωρία του σχετικού παραπτώματος καθορίζει την ποινή του θανάτου, ποινή η οποία επιβάλλεται επίσης και σε όποιον διοχετεύσει στην αγορά πλαστές απομιμήσεις σόλιδων. Επίσης ο ίδιος Κώδικας μας πληροφορεί ότι ο αυτοκράτορας Ιουλιανός το 363 δημιούργησε ειδική τάξη δημόσιων λειτουργών σε κάθε πόλη, τους ζυγοστάτες, με κύριο μέλημα την επιδίκαση διαφορών που προέκυπταν μεταξύ συναλλασσομένων από υποψίες μείωσης του μεγέθους των νομισμάτων.
Ωστόσο η νομισματική μαρτυρία είναι ιδιαίτερα φειδωλή τόσο στον εντοπισμό περιπτώσεων ψαλιδισμένων νομισμάτων, όσο και στην εξιχνίαση της ταυτότητας των εμπλεκομένων σε αυτή τη διαδικασία.
Αναφερόμενοι στην πρώτη περίπτωση η διαπίστωση είναι ότι το ποσοστό ψαλιδισμένων νομισμάτων τα οποία έχουν παρεισφρήσει σε μεγάλες συλλογές κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Για παράδειγμα από τους 776 σόλιδους της συλλογής του Dumbarton Oaks, οι οποίοι αποτελούν εκδόσεις του νομισματοκοπείου της Πρωτεύουσας και καλύπτουν την περίοδο 491-817, αναφέρονται μόνο 10 περιπτώσεις ψαλιδισμένων νομισμάτων, δηλαδή ένα ποσοστό 1,30%. Παρομοίως από τους 244 σόλιδους και τα 109 μιλιαρέσια της ίδιας συλλογής τα οποία χρονολογούνται στην περίοδο 717-867 σημειώνονται 7 ψαλιδισμένα παραδείγματα, δηλαδή ένα ποσοστό 1,98%, ενώ από τα 434 νομίσματα ιστάμενα και 181 μιλιαρέσια της περιόδου 867-1078 αναφέρονται 20 ψαλιδισμένα νομίσματα, ένα ποσοστό 3,25%.
Είναι βέβαια αλήθεια ότι στην περίπτωση της παραπάνω μαρτυρίας θα μπορούσε κανείς να αντιπαραθέσει το επιχείρημα ότι οι νομισματικές συλλογές, στις οποίες η επιλογή των νομισμάτων έχει γίνει με ιδιαίτερη φροντίδα σε ό,τι αφορά τη διατήρηση και το βάρος των νομισμάτων, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ενδεικτικές για την κατάρτιση τέτοιου είδους συγκριτικών πινάκων. Ωστόσο η μαρτυρία των νομισματικών «θησαυρών» στην πλειονότητά της οδηγεί σε παρόμοια συμπεράσματα. Χρυσά νομίσματα με εμφανή ίχνη ψαλιδίσματος δεν εντοπίζονται σε «θησαυρούς», ενώ το ποσοστό νομισμάτων με πτωτικές αποκλίσεις από το θεωρητικό βάρος τους —υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις— είναι χαμηλό. Η τελευταία αυτή διαπίστωση περιορίζει τις περιπτώσεις «θησαυρών» στους οποίους έχουν παρεισφρήσει νομίσματα που έχουν υποστεί μείωση της περιφέρειάς τους —συνεπώς και του βάρους τους— με την μέθοδο του δεξιοτεχνικού ψαλιδίσματος. Ενδεικτικά παραθέτουμε γραφικές παραστάσεις με τα βάρη νομισμάτων από 14 χρυσούς «θησαυρούς» του 6ου, 7ου και 10ου αι.24. Στη συνέχεια σχολιάζονται οι ελάχιστες εξαιρέσεις οι οποίες έχουν εντοπιστεί κυρίως στα ευρήματα του 6ου αι. μέσος όρος του βάρους των νομισμάτων του «θησαυρού» Σπετσών, εμφανίζει την υψηλότερη τιμή από τους υπόλοιπους πέντε «θησαυρούς» του 6ου αι. Ανέρχεται σε 4,34 γρ., βάρος που υπολείπεται από το θεωρητικό βάρος του σόλιδου (4,55 γρ.) κατά 2,64%. Η απόκλιση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί μάλλον φυσιολογική. Άλλωστε σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, που στηρίχθηκε κυρίως σε προσκτήματα των νομισματικών συλλογών του Cabinet des Medailles στο Παρίσι και του Dumbarton Oaks στην Ουάσινγκτον ο επικρατέστερος μέσος όρος του βάρους των σόλιδων του 6ου αι. ανέρχεται σε 4,40-4,41 γρ.. Επίσης αναλυτική στατιστική έρευνα έχει δείξει ότι οι σόλιδοι του 6ου και 7ου αι., που έχουν διασωθεί ως τις ημέρες μας και έχουν καταλήξει σε διάφορες μουσειακές ή ιδιωτικές συλλογές, κατέχουν, στην πλειονότητά τους, βάρος που κυμαίνεται από 4,47 έως 4,38 γρ. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα η μεγαλύτερη συσσώρευση παρατηρείται στην κλίμακα 4,46-4,44 και 4,40-4,38 γρ.28. Κάτω από αυτό το πρίσμα ο μέσος όρος του βάρους των νομισμάτων του «θησαυρού» Νεστάνης καθώς και των «θησαυρών» Φιλοπάππου και Παιανίας, ο οποίος ανέρχεται αντίστοιχα σε 4,38 γρ. και 4,39 γρ. μπορεί να θεωρηθεί ότι κινείται ακόμη σε φυσιολογικές τιμές. Ωστόσο δύο από τα ευρήματα παρουσιάζουν σημαντική πτωτική απόκλιση σε ό,τι αφορά τον μέσο όρο του βάρους των νομισμάτων που περιέχουν. Στον «θησαυρό» Θεσσαλονίκης ο μέσος όρος του βάρους των 82 σόλιδων διαμορφώνεται στα 4,36 γρ. Πιο συγκεκριμένα από τους 82 σόλιδους του «θησαυρού» οι 54 —ποσοστό που ανέρχεται στο 66%— έχουν βάρος μικρότερο των 4,38 γρ.33. Το μεγαλύτερο ποσοστό επικεντρώνεται στην κλίμακα 4,37-4,35 γρ. (28%) και ακολουθεί με σημαντικά υψηλό δείκτη η κλίμακα 4,34-4,32 γρ. (24%). Η διαφοροποίηση αυτή δίνεται παραστατικά στο αντίστοιχο συγκριτικό γράφημα όπου έχουν σημειωθεί τόσο τα βάρη των νομισμάτων του «θησαυρού», όσο και τα βάρη σημαντικού αριθμού σόλιδων του 6ου αι. από διάφορες νομισματικές συλλογές3. Στο εύρημα της Απιδέας ο μέσος όρος του βάρους των οκτώ νομισμάτων του φθάνει στα 4,33 γρ.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις υπαινίσσονται ότι ίσως οι «θησαυροί» Θεσσαλονίκης και Απιδέας περιέχουν νομίσματα τα οποία έχουν υποστεί τη διαδικασία του δεξιοτεχνικού ψαλιδίσματος. Το φαινόμενο αυτό άλλωστε, όπως αναφέρουν και οι σύγχρονες πηγές ήταν αρκετά διαδεδομένο. Ο Προκόπιος μας πληροφορεί ότι ο Λογοθέτης Αλέξανδρος, γνωστός με το παρατσούκλι το Ψαλίδιον, είχε αποκτήσει ιδιαίτερες ικανότητες στο να ψαλιδίζει νομίσματα, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό: Βυζαντίοι δε αυτόν και ψαλίδιον επίκλησιν εκάλουν, ότι δη αύτω ράδιον ήν αποτεμνομένω κύκλω το χρυσούν νόμισμα έλασσον μεν αυτό ες όσον βούλοιτο εξεργάσθαι, φυλάσσειν δε και το κυκλοτερές σχήμα εφ’ ούπερ το πρότερον ήν.
Έχει υποστηριχθεί με βάση μαθηματικών υπολογισμών ότι οι διακυμάνσεις στο βάρος των σόλιδων βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με την καθαρότητα του χρυσού. Συνεπώς προκύπτει εναλλακτική αιτιολόγηση για τις πτωτικές αποκλίσεις του βάρους των νομισμάτων του ευρήματος Θεσσαλονίκης. Πιθανόν να είναι ενδεικτικές για την απομάκρυνση των κοπών από το νομισματοκοπείο της πρωτεύουσας, και να επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι σόλιδοι του ευρήματος αποτελούν εκδόσεις του τοπικού νομισματοκοπείου. Η καθαρότητα του χρυσού για την έκδοση χρυσών νομισμάτων στο επαρχιακό αυτό νομισματοκοπείο ίσως να καθοριζόταν από διαφορετικούς κανόνες και από διαφορετικές καταναλωτικές απαιτήσεις. Οι γνώσεις μας για τέτοιου είδους πρωτοβουλίες ή μεθοδεύσεις εκ μέρους των επαρχιακών νομισματοκοπείων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Είναι φανερό λοιπόν ότι για την αντιμετώπιση των παραπάνω αντικρουόμενων συλλογισμών υπάρχει ανάγκη ειδικών αναλύσεων σε ορισμένους σόλιδους του ευρήματος Θεσσαλονίκης. Η ανάλυση της περιεκτικότητας του χρυσού των νομισμάτων του «θησαυρού» πιστεύουμε ότι θα δώσει απάντηση στο ερώτημα που έχει προκύψει, αν δηλ. η μείωση του βάρους που παρατηρείται είναι προϊόν ιδιωτικής πρωτοβουλίας με την μέθοδο του ψαλιδίσματος ή αντικατοπτρίζει τοπικές ιδιαιτερότητες της νομισματικής κυκλοφορίας.
Προσεκτική παρατήρηση με τη βοήθεια μικροσκοπίου έδειξε ότι τα τοιχώματα της περιφέρειας ορισμένων νομισμάτων από το «θησαυρό» Θεσσαλονίκης φέρουν ανομοιογενές τελείωμα, γεγονός που οφείλεται στον αδρό, αλλά ωστόσο προσεκτικά τρόπο λείανσης τμημάτων της επιφανείας του, προφανώς με την επέμβαση αιχμηρού εργαλείου. Ωστόσο η αποσπασματική εικόνα που διαθέτουμε για τον ακριβή τρόπο κοπής των νομισμάτων κατά τη βυζαντινή περίοδο αφήνει αρκετά ερωτηματικά για τον χρονολογικά προσδιορισμό αυτής της επέμβασης αν δηλ. πρόκειται για σύγχρονη διαδικασία ρουτίνας που συντελέστηκε στο νομισματοκοπείο ή για μεταγενέστερη επέμβαση από επιτήδειο παραχαράκτη. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε την ύπαρξη στο «θησαυρό» που εξετάζουμε μιας απομίμησης σόλιδου του Ιουστίνου Β’. Το τελευταίο αυτό στοιχείο αποτελεί μια εξαιρετικά σπάνια και ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα που επίσης συνδυάζεται με παράνομες δραστηριότητες αλλοίωσης του νομίσματος και ανήκει στη σφαίρα των αξιόποινων πράξεων.
Ανέλπιστα η μαρτυρία των χάλκινων νομισμάτων είναι περισσότερο ενδεικτική για την Πρακτική του ψαλιδίσματος. Η πλειονότητα των νομισμάτων που έχουν διασωθεί από τον 7ο και 8ο αι. φέρουν έντονα τα ίχνη αυτής της πρακτικής, κάτι βέβαια που εύκολα εξηγείται μια και η περίοδος χαρακτηρίζεται από τη συρρίκνωση στην παραγωγή του χάλκινου νομίσματος και από την παρακμή στη ζωή των μεγάλων αστικών κέντρων της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Αλλά και σε περιόδους οικονομικής άνθησης και αναζωπύρωσης των καθημερινών συναλλαγών η πρακτική του ψαλιδίσματος χάλκινων νομισμάτων φαίνεται να ήταν αρκετά διαδεδομένη. Για παράδειγμα σε «θησαυρό» που βρέθηκε το 1984 κατά τη διάρκεια ανασκαφών στο Άργος από τους 44 φόλλεις του Κωνσταντίνου Ζ’ οι 21 φέρουν σαφή ίχνη ψαλιδίσματος. Το ερώτημα τώρα επικεντρώνεται στον υπεύθυνο αυτής της πρωτοβουλίας καθώς και στην αιτιολόγηση της πράξης. Πιθανόν το ψαλίδισμα πραγματοποιήθηκε από τον κάτοχο του «θησαυρού», ο οποίος προσπάθησε να αυξήσει με την μέθοδο αυτή το φτωχικό του βαλάντιο. Εναλλακτικά θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει τα αίτια του φαινομένου, στις χαμηλότερες τιμές με τις οποίες διατίθεντο τα αγαθά καθημερινής ανάγκης στο επαρχιακό Άργος. Η διαφοροποίηση στις τιμές των αγαθών μεταξύ της πρωτεύουσας, όπου λειτουργούσε το νομισματοκοπείο, και του Άργους πιθανόν παρότρυνε το τοπικό καταναλωτικό κοινό ή ακόμη και αρμόδιους δημόσιους λειτουργούς της πρωτεύουσας, άμεσα εμπλεκομένους με την παραγωγή και την αποστολή στις επαρχίες χάλκινων νομισμάτων, στην διαδικασία του ψαλιδίσματος, μειώνοντας έτσι και την ονομαστική αξία του νομίσματος.
Γενικά η ύπαρξη σημαντικού αριθμού χάλκινων ψαλιδισμένων νομισμάτων υπαινίσσεται ότι οι ποινές για το αδίκημα αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα αυστηρές. Άλλωστε όπως θα δούμε και στη συνέχεια ακόμη και οι ποινές που επιβάλλονταν σε κιβδηλοποιούς χάλκινων νομισμάτων είχαν ηπιότερο χαρακτήρα από αυτές των νομισμάτων από πολύτιμα μέταλλα.
Η νομισματική μαρτυρία δείχνει ότι το κράτος συχνά προέβαινε σε τέτοιες μεθοδεύσεις χωρίς την εμφανή αποδοκιμασία του πληθυσμού. Ενδεικτικά αναφέρουμε το επίσημο ψαλίδισμα από το κράτος αργυρών μιλιαρέσιων του 10ου αι. ή των τραχέων από ήλεκτρο ή από κράμα στα τέλη του 12ου αι., κάτω από την πίεση πληθωριστικών τάσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα παρόμοιας πρακτικής αποτελούν επίσης τα ψαλιδισμένα με προσοχή τραχέα από κράμα του νομισματοκοπείου της Κωνσταντινούπολης στα χρόνια της λατινικής κατοχής πριν ακόμη διοχετευτούν στην κυκλοφορία. Ωστόσο παραμένει νεφελώδης η κρατική συμμετοχή στο ψαλίδισμα των χάλκινων νομισμάτων του 7ου και 8ου αι.
Η παραχάραξη ή η κιβδηλοποίηση των βυζαντινών νομισμάτων, όπως αναφέρουν οι διάφορες γραπτές πηγές, αποτελούν επίσης σοβαρό παράπτωμα με αυστηρότατες ποινές. Στο ένατο βιβλίο του Θεοδοσιανού Κώδικα ολόκληρος τίτλος περιέχει διατάξεις νόμων, που αποβλέπουν στην πάταξη της παραχάραξης τόσο των νομισμάτων από πολύτιμα μέταλλα, όσο και των χάλκινων εκδόσεων. Παρόμοιες διευθετήσεις εντοπίζονται στον Ιουστινιάνειο Κώδικα, σύμφωνα με τον οποίο η παραχάραξη του χρυσού νομίσματος εξισώνεται με το παράπτωμα της έσχατης προδοσίας, καθώς και σε μεταγενέστερες νομοθετικές διατάξεις.
Οι προβλεπόμενες τιμωρίες για τους παραχαράκτες είναι εξαιρετικά αυστηρές. Για παράδειγμα ο Νόμος του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β’ του 343, επιβάλλει την ποινή πυράς σε όποιον καταγίνεται με την παραχάραξη σολίδων, ενώ ταυτόχρονα προβλέπει αμοιβή στον πληροφοριοδότη παραχαρακτών. Στις Εκλογές του Λέοντα Γ’ και του γιου του Κωνσταντίνου Ε’, που εκδόθηκαν πιθανότατα τον Μάρτιο του 741, αναφέρεται ως ποινή το κόψιμο των χεριών. Η ίδια ποινή επαναλαμβάνεται και στον Πρόχειρο Νόμο του Λέοντα ΣΤ’ Σοφού όχι μόνο για τον κατασκευαστή πλαστών νομισμάτων και τους άμεσους συνεργάτες του, αλλά και για τον κτηματία, τον οικονόμο ή τον ένοικο σπιτιού στην κατοικία ή την ιδιοκτησία των οποίων έλαβε χώρα η παραχάραξη. Στο ίδιο πνεύμα κινούνται οι αντίστοιχες διατάξεις των Βασιλικών καθώς και οι σχετικές ρυθμίσεις του Επαρχικού Βιβλίου.
Στην περίπτωση παραχάραξης του χάλκινου νομίσματος οι ποινικές επιπτώσεις έχουν ηπιότερο χαρακτήρα, παρουσιάζουν αρκετές διακυμάνσεις και πολλές φορές επηρεάζονται από την κοινωνική τάξη ή επαγγελματική ενασχόληση του παραχαράκτη. Από τον Θεοδοσιανό κώδικα αντλούμε την πληροφορία ότι κατά το πρώτο μισό του 4ου αι., η δήμευση της περιουσίας αποτελούσε τη συνηθέστερη ποινή για αξιωματούχους ή πληβείους. Κατά περίπτωση επακολουθούσε εξορία ή αναγκαστική εργασία. Στους δούλους επιβαλλόταν η έσχατη των ποινών. Ωστόσο οι ποινές για την παραχάραξη χάλκινων νομισμάτων έπαιρναν αυστηρότερο χαρακτήρα όταν οι εμπλεκόμενοι στο αδίκημα ανήκαν στο υπαλληλικό δυναμικό του επίσημου νομισματοκοπείου. Οδηγούνταν στα δικαστήρια και υποβάλλονταν σε εξαντλητική ανάκριση για να φανερώσουν συνεργάτες και βοηθούς, ενώ οι πληροφοριοδότες καταξιώνονταν με αμοιβές χρηματικές ή ακόμη με την απόκτηση της ελευθερίας τους, όταν αυτοί ανήκαν στη τάξη των δούλων. Οι ιδιοκτήτες των ακινήτων στα οποία πραγματοποιείτο η παραχάραξη αντιμετώπιζαν την ολική ή μερική δήμευση της περιουσίας τους σε συνδυασμό με τον βαθμό συμμετοχής τους στο αδίκημα.
Οι αυστηρές ποινές οι οποίες απαριθμούνται στα νομικά κείμενα καθ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ήδη από την πρώιμη εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, υποδηλώνουν ότι το αδίκημα της παραχάραξης ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο. Ωστόσο για μια ακόμη φορά η νομισματική μαρτυρία παραμένει αρνητική. Κίβδηλα νομίσματα της βυζαντινής περιόδου (απομιμήσεις, υπόχαλκα) δύσκολα εντοπίζονται σε μουσειακές ή ιδιωτικές συλλογές. Η συνήθως άγνωστη προέλευση τέτοιων σπάνιων παραδειγμάτων δεν αφήνει πολλά περιθώρια για τον χρονικό προσδιορισμό κατασκευής τους ή ακόμη για την ιχνηλάτηση του κοινωνικού ή οικονομικού περίγυρου στο οποίο αυτά κυκλοφόρησαν. Επίσης η παρουσία κίβδηλων χρυσών ή αργυρών νομισμάτων σε νομισματικούς «θησαυρούς» είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αυτό πιθανόν να οφείλεται τόσο στην αποτελεσματικότητα του κρατικού ελέγχου, όσο και στην διορατικότητα και εξυπνάδα του κατόχου των νομισμάτων, που θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα ενημερωμένος για τις βρώμικες πρωτοβουλίες συμπολιτών του ή κάποιας μερίδας της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζικών. Η ύπαρξη πιθανής απομίμησης στον «θησαυρό» Θεσσαλονίκης του 6ου αι. αποτελεί σπάνια εξαίρεση, η οποία έχει ήδη σχολιαστεί.
Η μη τήρηση των θεσμοθετημένων νόμων από το ίδιο το κράτος εμφανίζεται και στην περίπτωση αυτή καλά οργανωμένη. Η Morrison με ομάδα συνεργατών της ξεκίνησε μια συστηματική έρευνα βασισμένη σε χημικές αναλύσεις των χρυσών βυζαντινών νομισμάτων, μια έρευνα που ρίχνει σημαντικό φως στην ποιοτική παραγωγή των νομισμάτων δηλ. στο ποσοστό καθαρότητας πολύτιμου μετάλλου που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια ολόκληρης της βυζαντινής περιόδου για την κοπή χρυσών νομισμάτων από την κρατική μηχανή. Τα συμπεράσματα είναι αρκετά κατατοπιστικά και τις περισσότερες φορές δείχνουν σημαντικές αποκλίσεις από το αναμενόμενο ή από αυτό που ακροθιγώς αναφέρουν οι γραπτές μαρτυρίες. Ανέλπιστες αποκλίσεις από την επίσημη και θεωρητική καθαρότητα του πολύτιμου μέταλλου, τις οποίες προφανώς αγνοούσαν οι πολίτες. Για παράδειγμα στα χρόνια του αυτοκράτορα Αναστασίου παρατηρείται μια ελαστικότητα στην καθαρότητα πολύτιμου μετάλλου για την κοπή σόλιδων η οποία έφτασε στα χρόνια του Ιουστινιανού Α’ σε 98,2% περιεκτικότητα σε χρυσό και 1,4% σε άργυρο. Επίσης κατά την περίοδο από τις αρχές του 7ου έως τις αρχές του 10ου αι., η περιεκτικότητα αυτή ελαττώνεται ακόμη περισσότερο και φτάνει σε ποσοστό 97,3%. Στα χρόνια της Μακεδονικής Δυναστείας και συγκεκριμένα επί βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ’ το χρυσό νόμισμα περιέχει λιγότερο από 95% καθαρό χρυσό. Το υπόλοιπο αποτελείται από 4,8% άργυρο και 0,7% χαλκό.
Η καθιέρωση επίσης του τεταρτηρού από τον Νικηφόρο Φωκά, όπως τουλάχιστον μας πληροφορεί ο χρονικογράφος των μέσων του 11ου αι. Ιωάννης Σκυλίτζης, δεν έγινε με διαφανείς διαδικασίες. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η νέα αυτή νομισματική έκδοση η οποία είχε βάρος 4,17 γρ. και καθαρότητα χρυσού 22 καράτια, αρχικά είχε πανομοιότυπη εμφάνιση με το παλιό παραδοσιακό νόμισμα που δεν έπαψε να κυκλοφορεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Hendy είδε την καθιέρωση του τεταρτηρού ως ένα είδος έμμεσης φορολογίας με σκοπό να αυξηθούν τα κρατικά έσοδα σε μια περίοδο όπου πολεμικές επιχειρήσεις και άλλα μεγαλεπήβολα πολιτικά και κτηριακά προγράμματα απαιτούσαν υπέρογκα έξοδα. Πράγματι ο Σκυλίτζης μας πληροφορεί ότι οι κρατικές πληρωμές γίνονταν και με τα δύο είδη νομισμάτων αλλά για την πληρωμή των φόρων απαιτείτο το βαρύτερο νόμισμα. Η Ahrweiller με τη σειρά της προτείνει ότι πρόθεση του Νικηφόρου ήταν απλώς να μειώσει το θεωρητικό βάρος του νομίσματος. Ανεξάρτητα όμως από τις ερμηνείες των σύγχρονων μελετητών η έλλειψη τεταρτηρών αυτής της περιόδου από «θησαυρούς», τουλάχιστον στα όρια της βυζαντινής επικράτειας, είναι ενδεικτική για την αρνητική στάση των πολιτών απέναντι στο νέο νόμισμα. Το κράτος τιμωρεί τους πολίτες παραβάτες, οι πολίτες ξέρουν να αποδοκιμάζουν τους κρατικούς ελιγμούς.
Ο πολίτης, ο τραπεζίτης αγωνιά για την τύχη του πλούτου του, προσπαθεί να διασφαλίζει και να προστατεύει το «κομπόδεμά» του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αυτοπροστασίας γεμίζει την επιφάνεια των χρυσών ή ακόμη και των αργυρών νομισμάτων του με δυσνόητα χαράγματα, που μόνο αυτός ξέρει και μπορεί να αποκρυπτογραφήσει. Αυτά άλλοτε αποδίδουν τα αρχικά του ονόματός του ή αποτελούν μυστικά σύμβολα του επαγγέλματος ή της καταγωγής του και ακόμη προσωπικούς υπολογισμούς και μετρήσεις. Σύμβολα που φέρουν οπωσδήποτε την προσωπική του σφραγίδα εγκυρότητας. Η πράξη αυτή, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, θεωρείται αξιόποινη από το κράτος που έχει στην απόλυτη δικαιοδοσία του τον έλεγχο παραγωγής του νομίσματος. Ωστόσο ο πολίτης θέλει να εξασφαλίσει αυτό που αυτός θεωρεί ανόθευτο. Το κράτος αμφισβητεί αυτή την πρωτοβουλία, σε μια προσπάθεια να κατοχυρώσει και να προστατεύσει την πλειονότητα των πολιτών του από αμφισβητήσεις και τάσεις αποσταθεροποίησης.
Άσχημη η εντύπωση ακόμη και σήμερα όταν η επιφάνεια του χαρτονομίσματος είναι γεμάτη από μελανιές και ποικίλα μηνύματα. Απόλυτη ανακούφιση όταν ακούμε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης την εξάρθρωση σπείρας παραχαρακτών, αγωνία να δούμε στο φως την μυστική γραμμούλα στο πεντοχίλιαρο, ικανοποίηση να ξέρουμε ότι το καινούργιο δεκαχίλιαρο, ανεξάρτητα από τις οικονομικές επιπτώσεις που θα έχει η κοπή του, έχει φανερά σημεία ελέγχου γνησιότητας, αντιληπτά ακόμη και σε συνανθρώπους μας με σοβαρά προβλήματα όρασης.


Πηγή: Το υπέροχο βιβλίο των εκδόσεων του Ιδρύματος Γουλανδρή Χορν, Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο.


Απαραίτητη σημείωση: Το κείμενο της κυρίας Πέννα περιέχει πάμπολλες σημειώσεις και βιβλιογραφία καθώς και σχήματα που βοηθούν για την καλύτερη κατανόησή του.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com