ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ
ΑΚΟΙΜΗΤΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Υποδειγματική διάρθρωσις και τάξις


Όποιος μελετήση την οργάνωσι και διάρθρωσι, τάξι και πειθαρχία του στρατού του Βυζαντίου, δεν αργεί να πεισθή πώς ό στρατός αυτός υπήρξε ένα θαυμάσιο πολεμικό όργανο, που εστήριξε επί τόσους αιώνες την ισχύ τής αυτοκρατορίας. Πλούσια είναι η σχετική βιβλιογραφία, την οποία μάς κατέλιπαν οι Βυζαντινοί συγγραφείς και χρονογράφοι, ανάμεσα στους οποίους όχι ολίγοι στρατηγοί και εστεμμένοι. Ο αρχιπλοίαρχος κ. Μαρ. Σίμψας αναπτύσσει διεξοδικώτατα το θέμα αυτό με βάσι όλες τις υπάρχουσες ιστορικές πηγές.
Ο Βυζαντινός Στρατός αρχίζει να υφίσταται, σαν οργανωμένο σύνολο, κυρίως από την εποχή τού Αναστασίου Α’ (491 518), όπως το Βυζαντινό Ναυτικό από την εποχή τού Λέοντος τού Θρακός (457 - 474). Βασικά αποτελείται:
1. Από εκείνον πού στρατολογείται άττ’ ευθείας από τον Βασιλέα, δηλ. από την Κυβέρνησι τής Κωνσταντινουπόλεως, Συντίθεται από εθελοντάς, υπηκόους τού Βασιλέως και ξένους.
2. Από εκείνον, τον οποίον στρατολογούν και οργανώνουν οι στρατηγοί, διοικηταί των επαρχιών (Θεμάτων), αποτελούμενον από υπηκόους τού Βασιλέως.
Ο πρώτος αποτελεί τον κυρίως βασιλικό στρατό, τα τάγματα• ό δεύτερος, τον κυρίως εθνικό στρατό, τον στρατό των Θεμάτων.
Στις δύο αυτές κατηγορίες πρέπει να προσθέσωμε τούς συμμάχους, δηλ. τα ξένα, επικουρικά στρατεύματα, τα οποία καλούνται και άτακτα. Οι σύμμαχοι καλούνται κατά τις εκστρατείες τού Βυζαντίου, αλλά δεν ενσωματώνονται στις μονάδες τού Βυζαντινού Στρατού. Ήσαν στρατιωτικά τμήματα, από τα οποία άλλα μεν έστελναν υποτελείς ή και ανεξάρτητοι ηγεμόνες, είτε βάσει συνθήκης είτε ως δείγμα φιλίας, άλλοι δε εστρατολογούντο σε ανεξάρτητα έθνη με αδρή αμοιβή. Πάντως, όλοι οι σύμμαχοι ελάμβαναν μισθό και άλλα ανταλλάγματα, είχαν δε τούς ιδικούς των διοικητάς και διατηρούσαν τον οπλισμό και τα έθιμά τους.
Άλλοι ήσαν οι μισθοφόροι. Προσήρχοντο καθ’ ομάδες ή κατετάσσοντο ατομικώς στον Βυζαντινό Στρατό, πάντοτε με μισθό, και ή ετάσσοντο στις διάφορες μονάδες ή αποτελούσαν ιδιαίτερα τμήματα, με Βυζαντινούς όμως διοικητάς. Αυτοί ελέγοντο φοιδεράτοι.
Υπήρχαν ακόμη και οι αιχμάλωτοι ή αυτόμολοι, πού εδέχοντο να υπηρετήσουν στον Βυζαντινό Στρατό, είτε διότι επεδίωκαν ολικά οφέλη, είτε για ν’ αποφύγουν τα δεινά τής αιχμαλωσίας. Κατά τα άλλα, οι στρατιώται τού Βυζαντίου έπρεπε να είναι «Ρωμαίοι πολίτες», δηλ. υπήκοοι τού Βασιλέως και Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Οι αιρετικοί απεκλείοντο. Απεκλείοντο επίσης και οι τιμωρημένοι με βαρειές ποινές, καθώς και οι υπόδικοι τού είχαν διαπράξει σοβαρά παραπτώματα. Οι σκλάβοι, αλλά και οι ελεύθεροι, αλλά όχι Ρωμαίοι πολίτες, ημπορούσαν να υπηρετούν στον στρατό ως υπηρέτες.
Εθελοντική ήταν ή βάσις τής στρατολογίας. Όταν όμως το καλούσε ή ανάγκη, κατέφευγαν στην αναγκαστική στρατολογία. Πάντως ορισμένες κατηγορίες πολιτών δεν υπέκειντο μεν σε στράτευσι, είχαν όμως την υποχρέωσι να συντηρούν, δηλ. να προσφέρουν τα έξοδα ενός ή και περισσοτέρων στρατιωτών.
Στρατεύσιμη ηλικία ήτο από το 18ο μέχρι το 40ό έτος. Ο στρατολόγος, «Επιμελητής των Τηρώνων», εξέταζε τα προσόντα και την σωματική ικανότητα των κατατασσομένων και μετά τούς έστελνε στον αρμόδιο διοικητή, από τον οποίο εφοδιάζοντο με την προβατορία, δηλ. την έγκρισι, και ετοποθετούντο στα διάφορα τάγματα, όπου ενεγράφοντο στα μάτριγα (δηλ. τα μητρώα). Γινόταν διάκρισις ανάμεσα στους ευσθενείς (ευρώστους) και τούς αδυνάτους, το δε ανάστημα έπαιζε σημαίνοντα ρόλο. Οι εύρωστοι και υψηλοί τοποθετούνται στις πρώτες γραμμές, για να πτοήσουν τον εχθρό. Οι άλλοι χρησιμοποιούνται στοάς «άλλας στοιχίας» ή τούς άλλους ζυγούς.
Για να παραμείνουν στο στράτευμα έπρεπε να είναι καλοί στρατιώτες. Όσοι διαπράττουν κλοπές, τραυματίζουν συνάδελφό τους, απουσιάζουν παρανόμως ή φέρονται αντιπειθαρχικώς, απομακρύνονται συνήθως από το στράτευμα.
Παλαίμαχοι (έφεδροι) ήσαν εκείνοι πού απεστέλλοντο σε αόριστη άδεια, με την υποχρέωσι να παρουσιασθούν ευθύς ως θα τούς καλούσαν. Όσοι δεν έσπευδαν στην πρόσκλησι, τον καιρό τού πολέμου, ετιμωρούντο με αυστηρότητα. Απόμαχοι, εξ άλλου, ήσαν οι στρατιώτες πού απεμακρύνοντο μετά το όριο ηλικίας (των 40 ετών). Πρέπει δε να ήσαν και όσοι έγιναν ανίκανοι για τον στρατό, από προηγουμένη πολεμική υπηρεσία.
Τρεις ήσαν βασικώς οι κατηγορίες τού προσωπικού στον Βυζαντινό Στρατό: το μάχιμον (ή απειλητικόν), δηλ. οι πολεμισταί, το τεχνικόν, δηλ. οι τεχνίτες και εργάτες, και το χορηγόν των αναγκαίων, δηλ. οι υπηρέτες και γενικά όσοι προσέφεραν βοηθητικές υπηρεσίες.
1. Το μάχιμον. Είναι οι πολεμισταί. Διακρίνεται βασικά σε δυό κατηγορίες: το πεζικό και το ιππικό. Αντίθετα δε πρός τα συμβαίνοντα στους συγχρόνους στρατούς, δεν υπήρχαν ιδιαίτερα σώματα ανάλογα με το είδος τού οπλισμού, υπήρχαν όμως στο πεζικό και στο ιππικό άνδρες με διαφορετικό οπλισμό. Κάθε τάγμα, πεζικού ή ιππικού, περιελάμβανε ορισμένο αριθμό από βαρύτερα ή ελαφρότερα οπλισμένους στρατιώτες. Κατ’ εξαίρεσι μόνο, εσχημάτιζαν ειδικά τάγματα ψιλών (πεζών ή ιππέων), όταν το επέβαλλαν τακτικοί λόγοι.
Έτσι, σ’ ένα τάγμα πεζικού υπήρχαν οι οπλίτες, δηλαδή οι βαρέως οπλισμένοι με το δόρυ, σπάθη, τόξο κ.λπ, πού έφεραν και βαρειά πανοπλία. Οι πελτασταί, ελαφρότερα οπλισμένοι και με μικρότερη πανοπλία. Και οι ψιλοί (οι σαγιτάτορες ή αρκάτοι), δηλ. οι τοξόται.
Σ’ ένα τάγμα ιππικού ήσαν οι κατάφρακτοι, βαρέως οπλισμένοι και με ισχυρή πανοπλία, οι ψιλοί ακοντισταί, πού έφεραν δόρυ και 2 -3 ακόντια, και οι ψιλοί τοξότες, σχεδόν ακάλυπτοι και με όπλο το τόξο.
2. Το τεχνικόν. Υπάρχουν τμήματα «τεχνικού», πού οι άνδρες του αποκαλούνται εργάτες ή τεχνίτες και είναι εφοδιασμένοι με κλαδευτήρια ή πελέκια, για κάθε έργο. Είναι επίσης και οι επιτασσόμενοι εργάτες ή επίτακτοι για τις οχυρώσεις. Αυτοί είναι ξένοι πρός τον στρατό. Στο πεζικό οι τεχνίτες συγκροτούν ιδιαίτερο τμήμα, το οποίο διευθύνει ό αρχαιότερος στο επάγγελμά τους. Είναι σιδηρουργοί, καροποιοί, οπλοποιοί, ακονισταί, κατασκευασταί τοξαρίων, βελών και κονταρίων — και ό αριθμός τους ρυθμίζεται από τον Κανονισμό. Το ιππικό έχει μικρότερη ανάγκη τεχνιτών από το πεζικό, διότι είναι σε θέσι να φθάση γρήγορα σε κατοικημένους τόπους, όπου ημπορεί να κάμνη τις επείγουσες επισκευές. Προσπαθεί πάντοτε να διατηρή την ευελιξία και πρώτη του φροντίδα είναι ή ταχύτης.
3. Το χορηγόν των αναγκαίων περιελάμβανε τις διάφορες υπηρεσίες τής επιμελητείας, τούς υπηρέτες των πεζών και των ιππέων, τούς οδηγούς στα μεταγωγικά (δηλ. την εφοδιοπομπή ή Τούλδον), καθώς επίσης τούς χορηγητάς και μεταπράτας, πού συνόδευαν τον στρατό στην εκστρατεία.
Ποιοι ήσαν οι βαθμοφόροι; Πρώτοι φυσικά στην σειρά ήσαν οι αξιωματικοί, πού εκαλούντο άρχοντες, κοινώς κεφαλάδες και μάλιστα «άρχοντες από σπαθίου», για να διακρίνωνται από τούς πολιτικούς υπαλλήλους, πού και αυτοί ονομάζονταν άρχοντες. Τρεις είναι οι κατηγορίες των βαθμοφόρων:
1. Οι ανώτεροι αξιωματικοί, οι «εμφανείς» (στρατηγός, υποστράτηγος, μεράρχης).
2. Οι κατώτεροι αξιωματικοί, οι «μικρότεροι» (μοιράρχης, ταγματάρχης). Σ’ αυτούς πρέπει να προσθέσωμε τούς ιλάρχους και τούς εκατοντάρχους, οι οποίοι έχουν πειθαρχική δικαιοδοσία υπαξιωματικών, λογίζονται όμως ως αξιωματικοί, δηλ. «άρχοντες».
3. Οι υπαξιωματικοί ή «επίλεκτοι», ήτοι ό πεντηκόνταρχος, ό δέκαρχος και ό τετράρχης.
Στο «Στρατηγικόν» τού Μαυρικίου διαγράφονται τα προσόντα πού πρέπει να έχουν οι άρχοντες των διαφόρων βαθμών, ειδικώτερα δε το αναφερόμενο στις απαιτούμενες για τον στρατηγό ιδιότητες αποτελεί ένα θαυμάσιο κείμενο διοικητικής φιλολογίας, πού θα απεδέχοντο στους θεσμούς των και οι σημερινοί στρατοί.
Ο Αυτοκράτωρ διόριζε τούς στρατηγούς κατά τις εκστρατείες και τούς διοικητάς των Θεμάτων. Εκείνοι δε διόριζαν τούς αξιωματικούς στα υπό τις διαταγές των στρατεύματα και μόνον για τούς υποστρατήγους έπρεπε να ζητήσουν την έγκρισι τού Αυτοκράτορος. Και τούτο, γιατί ό υποστράτηγος ανελάμβανε την διοίκησι τού στρατεύματος όταν ό στρατηγός αδυνατούσε να την ασκήση. Τούς υπαξιωματικούς διόριζε ό ταγματάρχης.
Ή προαγωγή στον ανώτερο βαθμό γίνεται κατ’ απόλυτη εκλογή, με κριτήρια την εμπειρία και την γενναιότητα, αλλά και την εύνοια. Η μπορούσαν οι υπαξιωματικοί να γίνουν αξιωματικοί; Δεν μάς είναι γνωστό. Το πιθανώτερο είναι ότι έφθαναν ως τον βαθμό τού ιλάρχου (πού ήταν ό πρώτος εκατόνταρχος τού τάγματος), το πολύ δε ως τον βαθμό τού ταγματάρχη.
«Η πειθαρχία κατ’ αρχήν, ή οργάνωσις και ή τακτική ακολουθούν». Αυτό είναι το βασικό δόγμα τού Στρατιωτικού Κώδικος. Δεν επιτρέπεται άγνοια και γι’ αυτό είναι επιφορτισμένοι οι βαθμοφόροι να τον γνωστοποιούν στους στρατιώτες με τις «θεωρίες» (δηλ. ειδικές ομιλίες). Τέσσερα είναι τα βασικά μέρη τού πειθαρχικού Κώδικος: ή υπακοή στους ανωτέρους, ή στρατιωτική τιμή, ή εσωτερική υπηρεσία και οι σχέσεις με τούς πολίτες!
1. Η υπακοή είναι απόλυτη και παθητική. Σύμβολο είναι ή σιωπή. Δεν πρέπει συνεπώς να δίνουν στις μονάδες υπερβολικό προσωπικό, γεγονός πού δημιουργεί αναπόφευκτη την αταξία. Η αδράνεια προκαλεί χαλάρωσι τής πειθαρχίας. Η απείθεια και ή βιαιοπραγία κατά τού ανωτέρου τιμωρούνται ανάλογα με τον βαθμό πού φέρει ό ανώτερος. Εφ’ όσον υπάρχουν αιτήματα και παράπονα, φθάνουν στην «κεφαλή», διά τής Ιεραρχικής οδού. «Εάν τις στρατιώτης αδικηθή υπό τινος, τώ άρχοντι εγκαλείτω. Εί δέ παρά τού άρχοντος αδικηθή τω μείζονι άρχοντι τού τάγματος εγκαλείτω» (μείζων άρχων ήτο ό ταγματάρχης).
2, Η στρατιωτική τιμή. Από την παράβασί της προέρχονται τα εγκλήματα τής προδοσίας, τής εγκαταλείψεως θέσεως, τής φυγής εμπρός εις τον εχθρό και τής απωλείας τής σημαίας. Η δειλία.
3. Εσωτερική υπηρεσία. Η κακή συντήρησις των όπλων, ή απώλειά τους, ή οκνηρία, ή μη συμμόρφωσις στις διατασσόμενες κινήσεις, έν πορεία ή στο στρατόπεδο, αποτελούν αδικήματα πειθαρχικά.
4. Οι σχέσεις με τούς πολίτες. Όποιος δεν αποδίδει το ζώον ή το αντικείμενο, το οποίον έκλεψε, ή προκαλεί ζημία σε ένα πολίτη, τιμωρείται δίνοντας αποζημίωσι διπλασία τής αξίας τού αντικειμένου ή τού ζώου. Ιδιαίτερη ευθύνη έχει ό στρατηγός, πού οφείλει να σέβεται τις καλλιέργειες και, όταν χρειασθή να τις διασχίση, να επανορθώση τις ζημίες. Για τούς παραβάτες προβλέπονται ποινές. Εν καιρώ ειρήνης ό φόβος τής τιμωρίας συγκρατεί τον στρατιώτη στο καθήκον. Την πειθαρχική δικαιοδοσία ασκούν ό στρατηγός και οι αξιωματικοί, σε πολλές δέ περιπτώσεις διαπιστώνομε την θέσι και την σημασία ενός βαθμού στην ιεραρχική κλίμακα, από την πειθαρχική δικαιοδοσία πού ασκεί ό κατέχων τον βαθμό.
Ποινές είναι: τα πρόστιμα (σε νομίσματα), οι σωματικές τιμωρίες («πύπτονται διά τής ράβδου») μετάθεσις σε άλλη μονάδα, έκπτωσις από τον βαθμό, απομάκρυνσις από το στράτευμα, ακρωτηριασμοί και θάνατος. Παραδείγματα: «Εσχάτως τιμωρείται» (δηλ. με θάνατον) όποιος σηκώση ράβδον και κτυπήση τον προϊστάμενό του αξιωματικό, «εναντιωθή τω μείζονι άρχοντι» (δηλ. στον ταγματάρχη), πωλήση ή χάση τα όπλα του κ.λπ. «Τύπτεται ήγουν ισχυρώς και κραταιώς δέρεται» όποιος κλέψη όπλα από συστρατιώτη του. Τού κόβουν δέ τα χέρια, αν κλέψη υποζύγια, «διότι τα υποζύγια αναγκαιότερα των όπλων εισίν». Η υπέρβασις αδείας απουσίας ετιμωρείτο κατά τις περιστάσεις με μετάθεσι σε άλλο τάγμα, αυστηρότερα δε ή απουσία χωρίς άδεια. Η λιποταξία ετιμωρείτο πολύ αυστηρά, όταν ήταν ομαδική. Η υποτροπή σε κάθε περίπτωσι είναι επιβαρυντικό στοιχείο.
Ελαφρυντικά ελαμβάνοντο ύπ’ όψιν. Τέτοια ήσαν ή μέθη, ή ασθένεια, ή στοργή πρός τούς οικείους, ή καταδίωξις δούλου. Ο στρατηγός πρέπει να εξηγή την αιτία πριν επιβάλη την τιμωρία. Όποιος ασκεί την πειθαρχική δικαιοδοσία οφείλει να παραβλέπη ορισμένα παραπτώματα και να μεταχειρίζεται την επιείκεια, ακόμη δέ την καλωσύνη και την φιλανθρωπία.
Και οι παραβάσεις όμως των ανωτέρων ετιμωρούντο αυστηρά. «Πας βουλόμενος» ημπορούσε να κατηγορήση τούς «άρχοντας», αν διέπρατταν κλοπή ή άλλη παρανομία. Από τον κανόνα αυτόν δεν εξηρούντο οι στρατηγοί, τούς οποίους ημπορούσαν να καταγγείλουν στον Αυτοκράτορα ή τον «επίσκοπόν» του (αντιπρόσωπό του).
Για τον οπλισμό οι Βυζαντινοί είχαν υιοθετήσει ό,τι καλύτερο είχε ή εποχή τους, ακολουθώντας την αρχή «φρόντιζε να αποσπάσης από τον αντίπαλο το μυστικό τής επιτυχίας του». Μολονότι δέ αντιμάχονταν την σχετική συνήθεια των Ευγενών της Περσίας, πού καταστόλιζαν τα όπλα τους με κοσμήματα και πολύτιμα πετράδια, έν τούτοις απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία στην επιβλητική εμφάνισί τους. «Όσον ευσχήμων έν τή οπλίσει ό στρατιώτης είναι, τοσούτον και αυτού προθυμία προσγίνεται και τοις εχθροίς δειλία». Αυτό γράφει ό Μαυρίκιος στο Στρατηγικό» του.
Τα όπλα τους διακρίνονται στα φορητά και βαρέα, πού ελέγοντο και «μάγγανα». Τα φορητά υποδιαιρούνται σε αμυντικά και επιθετικά. Πέραν άπ’ αυτά υπήρχε ή πανοπλία.
Ας έλθωμε όμως τώρα στο θέμα τής ενδυμασίας και των στολών. Την ενδυμασία χορηγούσε το κράτος, τα εσώρουχα όμως ήσαν εις βάρος τού στρατιώτη. Τα ενδύματα είναι ευρύχωρα και‚ πρακτικά: ό χιτώνας, ό μανδύας, τα υποδήματα και ή καλύπτρα ή σκιάδιο. Ο χιτώνας (ή ζωστάριον) κατεσκευάζετο από λινό ή μάλλινο ύφασμα (για το θέρος ή τον χειμώνα), εστερεώνετο στους ώμους με ιμάντες ή δακτυλίους και είχε ζώνη στην μέση. Ήταν μακρύτερος στους ιππείς και κοντύτερος στους πεζούς. Ο μανδύας (ή γουνίον) ήταν από κένδουκλο (τρίχινο ύφασμα), σαν την κάππα των ορεινών χωρικών μας. Κι ό μανδύας στους πεζούς ήταν βραχύτερος από τον μανδύα των ιππέων. Τα υποδήματα, ελαφρά και στερεά, καρφωτά, με πλατυκέφαλα καρφιά από κάτω. Η καλύπτρα (ή σκιάδιο) από ύφασμα, στενώτερο πρός τα επάνω, εκάλυπτε το κεφάλι τού στρατιώτη, πού ήταν «κεκαρμένον έν χρω».
Ο στρατιώτης όμως είχε και άλλα είδη εξαρτύσεως: το φλασκίν, δηλ. υδροδοχείο ή παγούρι, τα πουγγία ή θηκάρια για τα τρόφιμα, τα θηκάρια για τα «τζικούρια» κ.λπ., το δερμάτινο σακκίδιο όπου έβαζαν τα βέλη, τις αμοιβές χορδές, τα λωρία ή ιμάντες για το κρέμασμα τής σπάθης κ.λπ. Στους ιππείς προστίθενται και τα είδη ιπποσκευής, με βασικό, φυσικά, την σέλλα. Άλλα είδη είναι: ό χαλινός, το σακκίδιο για την βρώμη τού ζώου, το τριχωτό κάλυμμα για τα πλευρά του και στολίσματα διάφορα (θύσανοι, λοφία, υποσιαγόνιο κ.λπ.).
Πολυτελείς ήσαν οι στολές των ανωτέρων αξιωματικών, πολυτελέστατη δέ των στρατηγών. Αυτοί έφεραν «σκιάδιον χρυσοκόκκινον κλαπωτόν», χλαμύδα (δηλ. μανδύα) από πολύτιμο μεταξωτό ύφασμα και χιτώνες μεταξωτούς χρυσοκέντητους. Τα υποδήματά τους, ανάλογα με το σχήμα, ελέγοντο σάνδαλα ή παραπόδια, κοινώς «παπούτζαι».
Τι έτρωγε ό Βυζαντινός στρατιώτης; «Όποιος δεν φροντίζει διά τας ανάγκας των στρατευμάτων του θα νικηθή χωρίς μάχην». «Η οικονομία πρέπει να επικρατή στην υπηρεσία τού εφοδιασμού». Με βάσι αυτές τις αρχές, ή τροφοδοσία πρέπει να απασχολή τον στρατηγό περισσότερο από την εκπαίδευσι και τις «Θεωρίες». Στην εκστρατεία είναι το πρώτο μέλημα, πριν από την εκλογή και την εγκατάστασι τού «απλήκτου»,δηλ. τού στρατοπέδου. Το να ζή ό στρατός από τούς πόρους τής χώρας απετέλεσε ανέκαθεν το ιδανικό των εμπολέμων. Γι’ αυτό επιλέγουν τις κατάλληλες περιοχές, όπου υπάρχουν τροφές για τούς άνδρες και τα ζώα, όπου υπάρχει νερό. Όπου δεν υπάρχουν φυσικές πηγές, ανοίγουν πηγάδια και κατασκευάζουν δεξαμενές ή μεταφέρουν το νερό με μεταγωγικά, μέσα σε ασκούς και βυτία.
Αν ή χώρα είναι πτωχή, ό στρατός πρέπει να φέρνη μαζί του τρόφιμα και τούτο γίνεται με την εφοδιοπομπή (το «τούλδον»), την οποία συνοδεύουν κοπάδια ζώων, για να έχουν νωπό κρέας. Μεταφέρουν επίσης σίτον και κριθή, πού αλέθουν με χειρομύλους και αρτοποιούν στα διάφορα σημεία τής πορείας τους.
Αν ήταν δυνατό να ανοίξωμε το σακκίδιο ενός στρατιώτη τού Βυζαντίου, θα εβρίσκαμε μέσα σ’ αυτό κρέας παστωμένο, ψωμί, γαλέττα, αλεύρι, κεχρί, κριθή ή βρώμη και, στο «φλασκίν», νερό. Το κρασί απαγορεύεται ως επικίνδυνο. Ή μερίδα τού ψωμιού κατά στρατιώτη είναι 1 - 2 λίβρες.
Εκτός από τις άλλες παροχές σε είδος (ιματισμό, τροφή, οπλισμό κ.λπ.) ό στρατιώτης έπαιρνε και μισθό, πού ελέγετο «χρυσική ρόγα» και εποίκιλλε ανάλογα με τον βαθμό, την ειδικότητα και εργασία (ιππέας ή πεζός, στρατιώτης ή υπηρέτης) και τον χρόνο υπηρεσίας.
Δεν γνωρίζομε ποιο ήταν το ύψος των μισθών. Στην «Βασίλειον Τάξιν» τού Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου ευρίσκομε ορισμένες ενδείξεις, όπως ποιό μισθό ελάμβαναν οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί κατά την εκστρατεία τού Ιμερίου στην Κρήτη (έτος 902), ποίοι ήσαν οι μισθοί των στρατηγών, των διοικητών των Θεμάτων, καθώς και των διαφόρων επιτελών και υπαλλήλων των. Ο Γερμανός καθηγητής Γκέλτσερ, στο βιβλίο του «Η Γένεσις των Βυζαντινών Θεμάτων» (Λειψία 1889) μάς δίνει μία εκτίμησι για τον μηνιαίο μισθό των αξιωματικών και υπαξιωματικών τού Βυζαντίου. Στρατηγός 36 λίτρες χρυσού (1 λίτρα= 1000 χρυσά φράγκα), υποστράτηγος 24 λίτρες, μεράρχης 12, μοιράρχης 6, ταγματάρχης 3, εκατόνταρχος 2, δέκαρχος 1.
Εκτός όμως από τον κανονικό μισθό, οι στρατιώτες ελάμβαναν και επιδόματα: πριν από κάθε εκστρατεία το «πρόχειρον», πού ήταν έκτακτη χορηγία, κατά δέ την εκστρατεία και στο τέλος αυτής διάφορα δώρα, «τας φιλοτιμίας», καθώς και μερίδιο από τα λάφυρα και τούς αιχμαλώτους (πού τούς πουλούσαν σαν δούλους ή τούς ελευθέρωναν, έναντι γενναίων λύτρων). Ένα από τα χαρακτηριστικά και μυστικά ίσως τής επιτυχίας των μεγάλων στρατηγών και βασιλέων ήταν ή σ’ αυτές τις περιπτώσεις γενναιοδωρία.
Εκτός άπ’ αυτό, ορισμένη κατηγορία στρατιωτών ελάμβανε επιμίσθιο, το λεγόμενο «φαμιλιάρικο», πού ακάλυπτε την συντήρησι τού υπηρέτη ή τής ακολουθίας του γενικά. «Φαμηλιάρικα» ελάμβαναν οι ανώτεροι διοικηταί, αλλά και οι ιππείς, για να συντηρούν τούς «πάλλικας» (δούλοι ή ελεύθεροι νέοι πού επεριποιούντο τον ίππο, εκτελούσαν διάφορες αγγαρείες, επορεύοντο με τα μεταγωγικά και κατά την μάχη παρέμεναν στο στρατόπεδο). Φαμηλιάρικο δεν κατεβάλλοντο στους ευπόρους, πού αντιμετώπιζαν τα σχετικά έξοδα έξ ιδίων, Όχι δέ ολίγοι από τούτους συντηρούσαν μεγάλη ακολουθία ανδρών, πού ελέγοντο βουκελλάριοι ή «ειδικοί» και υπήκουαν μόνο στον άρχοντά τους, τον οποίο συχνά υποστήριζαν στις προσωπικές του φιλοδοξίες. Εξ άλλου οι νοσοκόμοι ελάμβαναν από ένα νόμισμα για κάθε τραυματία στρατιώτη, πού διέσωζαν.
Γενικά, οι όροι στρατεύσεως δεν ήσαν επαχθείς στο Βυζάντιο. Οι πτωχοί πληθυσμοί των διαφόρων περιοχών προθύμως έσπευσαν στις τάξεις τού στρατού. Χάρις στους συχνούς πολέμους, το έσοδο τού στρατιώτη υπερέβαινε τα έξοδα. Αν ή ειρήνη διαρκούσε πολύ, ό στρατός διελύετο. Αν, πάλι, ή εκστρατεία δεν ήταν καρποφόρα, ό στρατός εστασίαζε!
Στην κίνησι των στρατευμάτων ξεχωριστή θέσι έχουν τα είδη στρατοπεδείας, πού είναι οι σκηνές και τα απαραίτητα για την εγκατάστασί τους εργαλεία. Μέρος άπ’ αυτά είναι εμπιστευμένο στους άνδρες, τα άλλα μεταφέρονται με τα μεταγωγικά. Υπήρχαν τέσσαρα είδη σκηνών:
* Η μεγάλη σκηνή, το «κοντουβέρνιον», δανεισμένη από τούς Άβάρους, πού είναι ωραία και βολική. Στεγάζει ομάδα δέκα ανδρών, πού αποτελεί και την μονάδα στρατοπεδείας. Είναι βαρειά και μεταφέρεται με το μεταγωγικό.
* Η μικρή σκηνή, πού μεταφέρεται από το άλογο τής υπηρεσίας. Εφ’ όσον διετίθετο ίνα άλογο για κάθε τρεις ή τέσσερις άνδρες, φαίνεται ότι τόσοι θα ήσαν οι άνδρες πού εξυπηρετούσε.
* Ή σκηνή καταφύγιο, «καμάρδα», πού και αυτή μετεφέρετο από το άλογο τής υπηρεσίας. Ήταν ένα είδος διπλού μανδύα.
* Ο σάκκος με λεπτό δέρμα, πού είχε κάθε ιππεύς μαζί του και χρησίμευε για το λωρίκιο και για σκέπασμα την νύκτα.
Χάρις στην ποικιλία των φορητών αυτών καταφυγίων ό στρατιώτης ήταν προστατευμένος, ακόμη και σε μιά έρημη και αφιλόξενη χώρα. Ως προς τα εργαλεία στρατοπεδείας αυτά ήσαν αξίνες, φτυάρια, πριόνια, ψαλίδια, κλαδευτήρια και τα βοηθητικά τούτων: ακόνι, μαχαίρια, κάνιστρα, σάκκοι κ.λπ.
Στην διάρθρωσι τού Στρατού τού Βυζαντίου την βάσι αποτελεί το τάγμα, πού έχει τις υποδιαιρέσεις του, την εκατονταρχία, πεντηκονταρχία, πενταρχία και τετραρχία. Υπέρ το τάγμα καλύτερα σύνθεσις από περισσότερα τάγματα είναι ή μ ο ί ρ α, το μ έ ρ ο ς και ό στρατός.
Το τάγμα λέγεται και βάνδον στο ιππικό και τάγμα ή αριθμός στο πεζικό. Έχει στην διαχείρισί του, το συσσίτιο, τα υλικά και την πειθαρχία του. Οι προμήθειές του ρυθμίζονται από τον διοικητή τού τάγματος. Οι στρατιωτικές «θεωρίες» αναπτύσσονται και ό Κώδιξ διαβάζεται στους συγκεντρωμένους στρατιώτες κατά τάγμα. Ως προς την ενδυμασία και τον οπλισμό, φαίνεται ότι αυτά αποτελούν ευθύνη τού στρατηγού. Υπάρχει μιά οργανική αυτοτέλεια, την οποία προσέχουν να μη διαταράξουν. Ο διοικητής του λέγεται άρχων, τριβούνος, κόμης, ταγματάρχης ή ταξίαρχος. Τα καθήκοντά του είναι πολλά, τόσο στον διοικητικό όσο και στον τακτικό τομέα.
Περισσότερα τάγματα αποτελούν μία μοίρα, πού λέγεται και δρούγγον ή χιλιαρχία. Είναι το άθροισμα μάλλον ορισμένων ταγμάτων παρά μία οργανική μονάς. Ο διοικητής της πού είναι συνήθως ό πρώτος ταγματάρχης λέγεται μοιράρχης ή δούξ ή χιλίαρχος και ρουγγάριος. Κάθε μοίρα έχει το ιδικόν της βάνδον (το λάβαρον).
Το Μέρος είναι μιά ομάς από μοίρες και τάγματα, λέγεται δέ και σύνταγμα ή τούρμα. Ο διοικητής της, μεράρχης ή στρατηλάτης και τουρμάρχης είναι από το πρώτα στελέχη τού στρατεύματος. Αποτελεί τον σύμβουλο τού στρατηγού.
Ο στρατός ή στράτευμα ή σύνολον αποτελείται από τρία ή περισσότερα Μέρη, δυνάμεως 15.000 μέχρι 20.000 άνδρες, Αρχηγός του ό στρατηγός έχει μία σημαία και κοινές υπηρεσίες. Οι αρμοδιότητές του πολλές και το απαιτούμενα προσόντα περιγράφονται στον Κανονισμό με ρεαλισμό και πληρότητα.
Υπάρχουν ορισμένοι άνδρες σε κάθε τάγμα, πού εκτελούν συγκεκριμένα έργα, τα οποία είναι μάλλον λειτουργήματα παρά ειδικότητες. Τον καιρό τού Μαυρικίου, κατά τον 6ο αιώνα, ήσαν σε κάθε τάγμα οι μαντάτορες, ό βανδοφόρος, ό βουκινάτωρ, ό την κάππαν βαστάζων και ό κήρυξ. Με την εξέλιξι δέ — και μάλιστα κατά τον 10ο αιώνα ευρίσκομε σε κάθε τάγμα 2 μαντάτορες, 2 βουκινάτορες ή τουβάτορες, ένα καμπιδούκτορα, ένα καντάτορα, δύο αντικένσορες, δύο μίνσορες, ένα οπτίωνα, τον ιερέα, τον ιατρό και 6 - 10 δηποτάτους. Μαντάτορες ήσαν οι αγγελιαφόροι ή το πολύ οι υπασπισταί. Βουκινάτωρ ή τουβάτωρ, ό σαλπιγκτής• καμπιδούκτωρ, ό οδηγός «ό κατά τόπους ερευνών και οδηγών». Καντάτωρ (ή παρακλήτωρ) ήταν ό ρήτορας τού τάγματος, με έργον να διεγείρη με λόγους τον στρατό προς τούς αγώνες.
Αντικένσορες ήσαν εκείνοι, πού εξήταζαν τούς δρόμους και ελάμβαναν τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή διέλευσι των στρατευμάτων, εδιάλεγαν την θέσι για την εγκατάστασι τού στρατοπέδου και εξήταζαν την χώρα, αν διαθέτη τροφές, νερό, ξυλεία. Οι μίνσορες ή μινσουράτορες (γεωμέτραι) εχάραζαν το στρατόπεδο και όριζαν την θέσι για κάθε στρατιωτικό τμήμα. Οπτίων ήταν ό οικονομικός βαθμοφόρος, πού επλήρωνε τούς μισθούς, δηποτάτους δε έλεγαν τούς νοσοκόμους και τραυματιοφορείς.
Όλοι αυτοί έπρεπε να είναι, αν όχι αξιωματικοί, τουλάχιστον υπαξιωματικοί.
Μαζί με το τάγμα επορεύετο και το «τούλδον», δηλ. τα ανθοφόρα ή υπουργικά ή μεταγωγικά. Τουτέστι βοϊδάμαξες, άμαξες συρόμενες από άλογα ή μουλάρια, πού μετέφεραν τρόφιμα, όπλα, υλικά κ.λπ. Με το Τούλδο όμως επορεύοντο οι τεχνίτες τού τάγματος, οι υπηρέτες και οι παίδες ή πάλλικες, κοπάδια ζώων, οι μεταπράττες και προμηθευταί. Τέλος δέ οι οικογένειες των στρατιωτών, πού ακολουθούσαν το τάγμα, όταν τούτο επετρέπετο.
Πρέπει να σημειώσωμε ότι οι όροι «επιτελής» και «επιτελείον» ήσαν άγνωστοι στο Βυζάντιο. Τούς άνδρες, πού εκτελούν επιτελικά, όπως θα ελέγαμε σήμερα, καθήκοντα ό μέν Μαυρίκιος τούς ονομάζει «ανθρώπους τού στρατηγού», ό δέ Λέων ό Σοφός «την τού στρατηγού προέλευσιν». Πάντως υπήρχαν πραγματικά και μάλιστα πολυσύνθετα επιτελεία, με οργάνωσι και αποστολή τού Βασιλέως, πού ήταν ονόματι και ουσία Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, περιελάμβανε τούς εξής αξιωματούχους: τον Μέγαν Δομέστιχον, «κεφαλήν άπαντος τού φοσσάτου», δηλ. τον Αρχηγό Στρατού• τον Μέγαν Δρουγγάριον τής Βίγλης. Έρρύθμιζε τις προφυλακές και την ασφάλεια των κινουμένων στρατευμάτων• τον Δομέστιχον των Τεχνών, αρμόδιο για την επιθεώρησι και συντήρησι των κάστρων• τον Στρατοπεδάρχη των Τζακώνων, υπεύθυνο για τις φρουρές των κάστρων• τον Μέγαν Άδνουμιαστή. Συνόδευε στις επιθεωρήσεις τον Μέγαν Δομέστιχον, κατέγραφε τις ελλείψεις και φρόντιζε για την θεραπεία τους τον Μέγαν Στρατοπεδάρχη. Ήτο αρχηγός τής επιμελητείας, «έπαρχος και χορηγός τού στρατοπέδου»• τον Μέγαν Έταιριάρχη, πού συγκέντρωνε τούς φυγάδες, αυτομόλους ξένους κ.λπ.• τον Πρωτομάστορα ή Δομέστιχο των Στρατόρων, δηλ. σταυλάρχη και διοικητή των Ιπποκόμων• τον Μέγαν Πριμμικύρην, υπεύθυνο για την τάξι στην «βασιλική αυλή», τόσον στα Παλάτια, όσον και τις εκστρατείες. Βοηθούς είχε τον Άρχοντα τού Άλλαγίου (φρούραρχο τής Αυλής) και Πρωταλλαγάτορα• τον επί των Όπλων ή τού αρμαμέντου αρμόδιο για την προμήθεια και διανομή των όπλων• τον Λογοθέτη των Άγελών, αρμόδιο για την επίταξι και διανομή των κτηνών• τον Κριτή τού φοσσάτου, δηλ. τον δικαστή των στρατιωτών• τον Σακελλάριον, ήτοι τον Γενικό Ταμία τού φοσσάτου• τον Πρωτοασηκρήτην, δηλ. τον έξ απορρήτων αρχιγραμματέα• τον επί των «δεήσεων» πού παρελάμβανε και ενεργούσε τις απευθυνόμενες προς τον Βασιλέα αιτήσεις.
Οι στρατηγοί πού διοικούσαν σύνολο Επαρχιών ελέγοντο Δομέστιχοι των Σχολών (τής Ανατολής λ.χ., τής Δύσεως κ.λπ.), οι δέ διοικούντες μιά Επαρχία ή Θέμα ελέγοντο στρατηγοί του Θέματος, λ.χ. τής Ιταλίας, τής Δαλματίας κ.λπ. Τα επιτελεία τούτων, δηλ. των Δομεστίχων των Σχολών ή των Στρατηγών διοικητών ενός θέματος, είχαν σύνθεσι ανάλογο προς το Επιτελείο τού Βασιλέως.
Ειδικώτερα το Επιτελείο ενός στρατηγού, διοικητού τού θέματος, αποτελούσαν οι εξής: ό Δομέστιχος τού θέματος, δηλ. υποδιοικητής• ό κόμης τής Κόρτης, επιτελάρχης• ό Δρουγγάριος τής Βίγλης, υπεύθυνος για την υπηρεσία ασφαλείας• οι Άντικένσορες, για την αναγνώρισι των δρόμων και την θέσι των στρατοπέδων• οι μίνσορες ή μινσουράτορες, για την χάραξι των απλήκτων. δηλ. των στρατοπέδων• ό Δομέστιχος των τειχών (επιθεώρησις, επισκευή κάστρων)• ό επί τού αρμαμέντου• ό Πρωτονοτάριος, αξιωματούχος τής πολιτικής διοικήσεως• ό Σακελλάριος, επιμελητής τού Θέματος• ό Όπτίων των Καταλόγων, δηλ. ό Ταμίας πού επλήρωνε τούς μισθούς• ό Χαρτουλάριος (γραμματεύς)• ό Πραίτωρ (δικαστής)• οι Ιατροί, Ιερείς, Δουκάτορες (οδηγοί), διερμηνείς κ.λπ.
Τούς επιτελείς και την ανατιθέμενη στον καθένα υπηρεσία καθόριζε ό στρατηγός κατά την απόλυτη κρίσι του. Επιτυχημένη ήταν συνήθως ή εκλογή, αλλά οι εύνοιες και αυθαιρεσίες δεν έλειπαν.
Ας ιδούμε, τελευταία αυτή, την κινητοποίησι: Οσάκις ανηγγέλλετο σοβαρή εχθρική επιδρομή και απεφάσιζε ό Βασιλεύς να εκστρατεύση, εκρεμούσαν έξω από την Χαλκήν Πύλην (δηλ. την κυρία είσοδο τού περιβόλου των ανακτόρων) ένα θώρακα, μιά σπάθη και μιά ασπίδα. Τούτο είχε την έννοια διαταγής επιστρατεύσεως τής Πρωτευούσης. Διαταγή κινητοποιήσεως των επαρχιακών στρατευμάτων εστέλλετο στους αρμοδίους στρατηγούς διοικητάς με το «τηλεγραφικό» σύστημα των φρυκτωριών, πού λειτουργούσε τότε, δηλ. με πυρσούς, μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Μόλις έπαιρναν την διαταγή, οι Διοικηταί έπρεπε να συμπληρώσουν τις από τον καιρό τής ειρήνης υφιστάμενες αποθήκες επιστρατεύσεως, να επιτάξουν και συγκεντρώσουν τα κτήνη, να επιστρατεύσουν τούς άνδρες τής περιφερείας των και να οδηγήσουν ή αποστείλουν στο απειλούμενο μέτωπο στρατιώτες, ζώα και υλικά. Παραλλήλως ελάμβαναν ορισμένα μέτρα: ενίσχυαν τα φρούρια τής περιοχής, συνέλεγαν πληροφορίες, εξουδετέρωναν τούς κατασκόπους, συγκέντρωναν τροφές κ.λπ.
Και τότε, στρατιώτες και άρχοντες, υπακούοντες στην φιλοδοξία τού αρχηγού των, οδηγημένοι από την Ύπέρμαχο Στρατηγό και πειθαρχούντες στην επιταγή μίας ιστορικής αποστολής, εβάδιζαν κατά τού εχθρού και επιδρομέως, για να κρατήσουν αιώνες πολλούς και μακρούς την Ελληνική Αυτοκρατορία ζωντανή και ακατάβλητη.

ΜΑΡ. Γ. ΣΙΜΨΑΣ
Αρχιπλοίαρχος


Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, Τευχ. 71, Μάιος 1974.
 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com