Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΜΕΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ*

(μέσα από τα αγιολογικά κείμενα)

 

Η απόκτηση θυγατέρας

Η συνήθης ανταμοιβή των ευσεβών και πιστών γονέων, όταν μόνη η μητέρα ή μαζί με το σύζυγό της επικαλούνταν τη βοήθεια του Θεού και της Παναγίας για την απόκτηση διαδόχου, ήταν η γέννηση ενός γιου. Οι εξαιρέσεις, οι περιπτώσεις δηλαδή που το παιδί ήταν κόρη, αφορούν, όπως αναφέρθηκε, στις γεννήσεις μελλοντικών αγίων γυναικών. Τις περισσότερες φορές μάλιστα είτε από τη στιγμή της γέννησής τους είτε πριν από αυτήν είτε, τέλος, σε πολύ μικρή ηλικία τι εμφάνιση ιδιαίτερων στοιχείων, που προδιέγραφαν το μέλλον τους, ερχόταν να αντισταθμίσει το ενδεχόμενο παράπονο των γονέων που δεν απέκτησαν αρσενικό παιδί. Ιδιαίτερα, στην περίπτωση της Θεοφανούς υπήρξε η πρόρρηση του αγγέλου προς τους γονείς: αμήν ευαγγελίζομαι υμίν, ότι θυγάτριον τέξετε και δι’ αυτού μεγάλη υμάς διαδέξεται δόξα. Η φράση έρχεται σε αντίθεση με την κρατούσα αντίληψη των Βυζαντινών, σύμφωνα με την οποία η απόκτηση κοριτσιού δεν αντιμετωπιζόταν θετικά· έφταναν στο σημείο να θεωρούν τους εαυτούς τους δυστυχείς, όταν ένα τουλάχιστον αγόρι δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των παιδιών τους, όπως αποδεικνύεται από τα παρακάτω περιστατικά.

Οι γονείς του Στεφάνου του Νέου ( +767) δύο θυγατέρων το κατ’ αρχάς γεγονότες πατέρες, άρρενος ημοίρουν παιδός, και το ατύχημα ου μικρόν εδόκει τοις φιλοθέοις. Και ο Συμεών Μεταφραστής, τον 10ο αιώνα, αποτυπώνει στη συνέχεια του κειμένου του την τότε ισχύουσα αντίληψη των Βυζαντινών για την περίπτωση: Ίσασι τούτο πάντως όσοι παίδων πατέρες ώφθησαν· σχεδόν γάρ ουδέν τι έλαττον του ατέκνους είναι, λυπεί το τίκτον τας άρρενος γονής απορείν. Η προσθήκη αυτή κρίθηκε απαραίτητη από τον Συμεών, που θέλησε να επισημάνει το μέγεθος του προβλήματος. Η γέννηση του αγίου γέμισε χαρά τους γονείς, ιδίως τη μητέρα του, η οποία στην Παναγία των Βλαχερνών ευχαρίστησε τη Θεομήτορα συμπληρώνοντας με τα λόγια της την παραπάνω αντίληψη: Χαίροις, πανάχραντε, η της, αρρενοτόκου μου παιδοποιίας την στείρωσιν λύσασα. Χαίροις, πανάχραντε, η την εμήν αθυμίαν μεταστρέψασα εις χαράν... . Ο Βίος του Μιχαήλ Συγκέλλου ( +846) μας πληροφορεί ότι οι γονείς του, αν και είχαν πολλά κορίτσια, συνέκριναν τους εαυτούς τους με τους δυστυχούντες άτεκνους γονείς γιατί δεν είχαν αρσενικό παιδί. Η μητέρα του αγίου προσευχόταν νυχθημερόν παρακαλώντας για ένα γιο. Οι γονείς του Θεοδώρου Εδέσσης (9ος αι.) Ζητούσαν επίμονα άρρενα απόγονο μετά τη γέννηση της κόρης τους. Μεταξύ των ευεργετηθέντων από τον όσιο Ευάρεστο συγκαταλέγεται ο συγκλητικός Μιχαήλ. Δυστυχής, καθώς η γυναίκα του γεννούσε μόνο κορίτσια, προσέφυγε ο ίδιος στον όσιο ζητώντας αρσενικό παιδί. Από τον ίδιο όσιο ευλογήθηκαν ο σκυτοτόμος, πεδίλων ραφεύς, Δημήτριος και η γυναίκα του να αποκτήσουν παιδί και αυτό να είναι αγόρι, αφού είχαν ήδη χάσει τέσσερα παιδιά. Οι γονείς του πατριάρχη Αντωνίου Καυλέα ( +909 ή 898) επιθυμούσαν, για την ολοκλήρωση του γάμου τους, ένα γιο για το επισφράγισμα της ευτυχίας τους. Ο Νείλος ο Νέος ( +1004) ήταν δώρο του Θεού στους γονείς του, που επιθυμούσαν γιο μετά τη γέννηση κόρης.

Η επιθυμία για την απόκτηση αρσενικού διαδόχου ήταν ακόμη μεγαλύτερη, όπως ήταν φυσικό, στην αυτοκρατορική οικογένεια. Η σταδιακή αποδοχή και εδραίωση της κληρονομικής διαδοχής στο Βυζάντιο καθιστούσε τη γέννηση γιου περισσότερο επιτακτική. Ο ίδιος ο Λέων ς’ περιγράφει αυτή την αγωνία στην Ευφροσύνη την Νέα: Εμέ, φησίν, έρως εξέτι πολλού κατέσχε παίδα λιπείν της τε φύσεως παραμύθιον και τρόπον άλλον τις βασιλείας διάδοχον αλλ’ ει μεν εσπουδάσθη σοι μήτηρ γενέσθαι παιδός, έγνως αν, όσον το φίλτρον, ως μάτην αν είη, τον βίον διηνυκώς ανήρ γήμας και μη παίδας καταλιπών· ει δε και βασιλεύς ο ανήρ είη, μη πατήρ ακούσας παιδός, αβίωτος μεν ο βίος αυτώ, η δε γε αρχή δουλείας απάσης χείρων, και το σπουδαζόμενον αυτού υπέρ μηδενός… . Η σύζυγος του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογεννήτου, Ελένη, κάλεσε στο παλάτι το Βασίλειο το Νέο ( +944 ή 952) και εδυσώπει ουν αυτόν η θεοφιλεστάτη αυγούστα παρακαλέσαι τον Θεόν όπως δοθή αυτή άρρεν τέκνον, επειδή τα προγεγενημένα αυτής τέκνα θήλεα εχρημάτιζον. Ο άγιος προφήτευσε τη γέννηση ενός ακόμη κοριτσιού και στη συνέχεια τη γέννηση του διαδόχου, Ρωμανού Β’.

Εναργέστατα αποτυπώνεται η αντίληψη των Βυζαντινών για την απόκτηση κοριτσιού και στην περίπτωση του χρονογράφου Θεοφάνη της Σιγριανής. Ο Θεοφάνης, αν και είχε επιλέξει να ακολουθήσει το μοναχικό βίο, εξαναγκάστηκε να παντρευτεί την κόρη του πατρικίου Λέοντος, εικονομάχου και ομοτράπεζου του αυτοκράτορα Λέοντος Δ’. Την πρώτη νύχτα του γάμου απευθύνθηκε στη γυναίκα του εξηγώντας τις αντιλήψεις και την πρόθεσή του, προτείνοντας όμως μια σύντομα συνεύρεση, η οποία θα ολοκλήρωνε τυπικά το γάμο και θα αποστόμωνε τον πατέρα της. Η απάντηση της συζύγου του ήταν απρόσμενη. Πρόθυμα στάθηκε αρωγός στην προσπάθειά του, επισημαίνοντας μάλιστα ότι και αυτή η μοναδική συνεύρεση ήταν δυνατό να είχε ως δυσάρεστο επακόλουθο την απόκτηση ενός παιδιού, το οποίο θα ήταν πρόσκομμα στην επιθυμία τους να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Και αν μεν το παιδί ήταν αγόρι, το πρόβλημα θα ήταν μικρό· αν όμως ήταν κόρη, το κακό θα ήταν διπλό, εφόσον θα έπρεπε επί χρόνια να τη φροντίζουν και να περιμένουν ως ότου την παντρέψουν.

Μαζί με το κορίτσι λοιπόν γεννιόταν και η υποχρέωση ιδιαίτερης φροντίδας εκ μέρους των γονέων αλλά και η υποχρέωση να το παντρέψουν και, επομένως, να το προικίσουν. Επιπλέον, το όνομα της οικογένειας δεν θα διαιωνιζόταν, αφού μόλις μετά τον 11ο αιώνα εμφανίστηκε το φαινόμενο στην αριστοκρατική τάξη τα παιδιά να παίρνουν τόσο το οικογενειακό όνομα του πατέρα όσο και της μητέρας τους, ορισμένες φορές μάλιστα μόνο της μητέρας, όταν η γενιά της ήταν περισσότερο προβεβλημένη από την πατρική. Από την άλλη πλευρά, οι υπηρεσίες, που ήταν σε θέση να προσφέρει η θυγατέρα στην οικογένεια, ήταν πολύ περιορισμένες και η ανακούφιση, που μπορούσαν να ελπίζουν οι γονείς από αυτή, μηδαμινή. Όταν θα έφθανε σε ηλικία γάμου, στην καλύτερη περίπτωση θα παντρευόταν και θα αποκτούσε δική της οικογένεια ή θα γινόταν μοναχή. Και αν ακόμη έμενε ανύπανδρη, ή ύπαρξή της θα ήταν περισσότερο βάρος παρά ανακούφιση.

Ο συγκερασμός των βυζαντινών αντιλήψεων σχετικά με την απόκτηση κόρης αποτυπώνεται στο Βίο του οσίου Ευθυμίου του Νέου ( +898). Σε ηλικία επτά ετών ο όσιος έμεινε ορφανός από πατέρα έχοντας δύο αδελφές, την Μαρία και την Επιφανεία. Η χήρα μητέρα, εκτός των άλλων προβλημάτων που αντιμετώπιζε, βρέθηκε σε δυσχερή θέση, γιατί δεν είχε άλλο γιο ός το πένθος της χηρείας επικουφίσει. Στήριξε στον όσιο όλες τις ελπίδες τις. Η ύπαρξη των δύο θυγατέρων δεν φαίνεται να την παρηγορούσε και να μετρίαζε τη λύπη και τα προβλήματά της, αφού αντιμετώπιζε τον Ευθύμιο ως μοναχοπαίδι. Αντίθετα όμως, όταν ο ίδιος ο όσιος με την προτροπή της μητέρας του παντρεύτηκε και απέκτησε κόρη, την ονόμασε Αναστασώ, διά την τις του γένους εκπτώσεως ελπιζομένην... ανάστασιν και δόξας ικανώς έχειν την παίδα την υπέρ εαυτού λύπην τη τε συνεύνω και αυτή τη μητρί επιλύεσθαι, ει τω Θεώ διά τού μονήρους προσχήματος αυτός εαυτόν αφιερώσας προσχήματος. Η κόρη ενσάρκωνε την ελπίδα και το μέλλον, καθώς εκείνη θα συνέχιζε την οικογένεια όταν ο ίδιος θα γινόταν μοναχός.

Το γεγονός ότι η γέννηση κόρης δεν ήταν το επιθυμητό αποτέλεσμα ενός γάμου ευλογημένου από το Θεό φαίνεται και από την περίπτωση του οσίου Νείλου του Νέου. Ευσεβής και φιλόθεος, μισήθηκε από το διάβολο και με την επιβουλή του παντρεύτηκε γυναίκα όμορφη αλλά από άσημη γενιά. Το πρώτο παιδί που γεννήθηκε από αυτό το γάμο, ο οποίος είχε προκληθεί όχι από Θεία αλλά από διαβολική ενέργεια, ήταν κορίτσι.

Ας σημειωθεί επιπλέον ότι, όταν οι γονείς είχαν και αγόρια και κορίτσια, στα αγιολογικά κείμενα πρώτα συνήθως αριθμούνται τα αγόρια χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτή ήταν και η σειρά ηλικίας τους. Ο Θεόδωρος Στουδίτης, αναφερόμενος στους γονείς και στην οικογένεια του θείου και πνευματικού του πατέρα Πλάτωνα, λέει: Πατέρες... τω μακαρίω Πλάτωνι, Σέργιος και Ευφημία... φέρουσι γάρ ώσπερ ευθυγενί βλαστόν, συν δυσί θυγατράσι, τον νυν επαινούμενον. Δεν παραλείπει όμως να τιμήσει τις δύο αδελφές του Πλάτωνα, αφού η μία μάλιστα ήταν η μητέρα του: ουδέ αυταίς ακλεέσιν οφθείσαις, ων πολλά και καλά τα διηγήματα, της μεν εν τω κοινωνικώ βίω διαπρεψάσης, της, εξ ης και ημείς καν τω μοναδικώ τάγματι διαλαμψάσης.

 

 

Μέριμνα των γονέων για τις κόρες

Η αντίληψη για την απόκτηση θηλυκών παιδιών, που δεν αντιμετωπίζονταν πάντοτε ως το επιθυμητό αποτέλεσμα και η ευτυχής καρποφορία ενός γάμου, είχε αντίκτυπο και στον τρόπο με τον οποίο οι Βυζαντινοί αντιμετώπιζαν τις ανάγκες των θυγατέρων τους.

Οι περιπτώσεις, στις οποίες οι γονείς κατέφευγαν σε οσίους και αγίους ζητώντας να αποκαταστήσουν την υγεία των κοριτσιών τους, σπανίζουν μεταξύ των θαυμάτων των αγίων της εποχής. Τα θαύματα αυτά είναι λιγοστά και εύλογα θα συμπεραίναμε ότι το ενδιαφέρον των γονέων για την τύχη των θυγατέρων ήταν περιορισμένο.

Οι δύο γονείς μαζί εμφανίζονται να πηγαίνουν σε αγίους ζητώντας κυρίως βοήθεια για τα άρρωστα αγόρια τους. Ο Σισίνιος από τη Χρυσούπολη, για παράδειγμα, κατέφυγε μαζί με τη γυναίκα του στο Λουκά Στυλίτη ( +979) παρακαλώντας για τη θεραπεία του γιου τους, ο οποίος ήταν τρία χρόνια παράλυτος σε όλο το σώμα και παρέμενε κλινήρης. Ο άγιος τον θεράπευσε και οι δύο γονείς απαλλάχτηκαν μερίμνης άμα και θλίψεως και τις εργώδους δουλείας. Από τη φράση γίνεται φανερό ότι η φροντίδα για το άρρωστο παιδί απασχολούσε και τον πατέρα, ο οποίος δεν άφησε την μητέρα να σηκώσει μόνη το φορτίο. Στον ίδιο άγιο προσέτρεξαν και δύο άλλοι απελπισμένοι γονείς, γιατί, καθώς στον ύπνο είχαν ανάμεσά τους το μικρό αγόρι τους, το πλάκωσαν και το έπνιξαν. Για την κοινή ευθύνη ήταν κοινή και η καταφυγή στον άγιο. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο, οι γονείς ήταν ένοχοι για την πράξη τους. Όταν ο όσιος Νίκων ( +988) στις πολλές περιπλανήσεις του βρέθηκε στην Εύβοια, άθελά του έριξε κάτω από το τείχος ένα μικρό αγόρι. Αμέσως βρέθηκαν εκεί και οι δύο γονείς, που κατηγόρησαν τον άγιο ως υπαίτιο της συμφοράς τους.

Τα κορίτσια όμως, που είχαν ανάγκη ιατρικής ή θεϊκής παρέμβασης, συνήθως τα φρόντιζαν μόνες οι μητέρες τους.

Στο Βίο της Μαρίας της Νέας ( +902) αναφέρεται ανώνυμη γυναίκα, η οποία, αφού προηγουμένως απευθύνθηκε στους γιατρούς και όπου αλλού ήταν δυνατό να βρει βοήθεια, οδήγησε την παρανοϊκή κόρη τής στον τάφο της οσίας προκειμένου να θεραπευτεί. Άλλη μητέρα οδήγησε την παράλυτη κόρη της στο σπήλαιο του Ηλία του Καλαβρού ( +960), όπου η μικρή με την επέμβαση του αγίου ανέκτησε την κινητικότατα των μελών της. Η Λεοντού, παράλυτη θυγατέρα του Λικάστου, ανιψιού του οσίου Ηλία, αισθανόταν παραμελημένη και παραπονέθηκε ότι ο θείος της δεν φρόντισε γι’ αυτήν, ενώ είχε θεραπεύσει πολλούς ξένους. Τελικά, με τη μεσολάβηση της μητέρας της, ο άγιος τη θεράπευσε. Στον όσιο Νίκωνα τον Μετανοείτε έσπευσε μητέρα για να θεραπεύσει την κόρη τας, την οποία κατέλαβε ακάθαρτο Πνεύμα όταν πήγε στο πηγάδι να φέρει νερό, ενώ δωδεκαετής κόρη που έπασχε από δαιμόνιο πήγε μόνη στον τάφο της Αθανασίας της Αιγίνης και έμεινε εκεί σαράντα μέρες για να θεραπευτεί. Ο όσιος Ιωαννίκιος ( +846) θεράπευσε την παράλυτα κόρα ανώνυμου συγκλητικού. Στο Βίο δεν αναφέρεται ποιος ακριβώς οδήγησε την άρρωστη στον όσιο. Η μικρή κόρη ενός υπηρέτη των περηφανών οικητόρων της Θεσσαλονίκης, ενώ βρισκόταν στην βρεφική ηλικία του θηλασμού και δεν μιλούσε ακόμα καλά, πνίγηκε από το νερό που τας έδωσε η μητέρα της και έπαθε σπασμούς. Για τρεις μέρες έμεινε κατάκοιτη, σαν ετοιμοθάνατη, χωρίς γάλα και εν απορία οι τε γονείς και οι τούτου κατέστησαν κύριοι. Κάποιος, που γνώριζε για τα θαύματα της οσίας Θεοδώρας της Θεσσαλονίκης, τους παρότρυνε να πάνε στον τάφο της. Και τότε αυτίκα τοίνυν η μήτηρ την παίδα βαστάσασα επί την της οσίας παρεγένετο λάρνακα και άλειψε με λάδι το παιδί. Έμεινε εκεί τρεις μέρες, α μικρά έγινε καλά και γύρισε χαρούμενη στο σπίτι.

Στα σχετικά λίγα αυτά θαύματα που έγιναν σε κόρες Βυζαντινών, οι μητέρες ήταν εκείνες που έπαιρναν την πρωτοβουλία να απευθυνθούν σε ένα ζώντα άγιο ή να καταφύγουν στον τάφο του, προκειμένου οι θυγατέρες τους να επανακτήσουν τη σωματική ή ψυχική υγεία τους. Δεν είμαστε πάντα σε θέση να γνωρίζουμε, αν οι γυναίκες αυτές ήταν χήρες, οπότε το γεγονός θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο. Αν όχι, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο πατέρας —πέρα από τους βιοποριστικούς λόγους, που τον κρατούσαν απασχολημένο— δεν ενδιαφερόταν αρκετά για την τύχη των θηλυκών παιδιών του, αφήνοντάς τα στα χέρια των μητέρων τους.

Από την άλλη πλευρά, αξίζει να μνημονευτούν οι λίγες περιπτώσεις που ο πατέρας φρόντιζε ιδιαίτερα για την κόρη του.

Η Θεοδώρα της Θεσσαλονίκης (812-892) ήταν το μόνο εν Ζωή από τα τρία παιδιά του πρωτοπρεσβύτερου Αντωνίου. Η μία κόρη είχε τελειώσει τη ζωή της στη γυναικεία μοναχική αδελφότητα του νησιού τους, της Αίγινας, ενώ ο γιος του, που ήταν διάκονος, είχε σκοτωθεί από Σαρακηνούς. Αμέσως μετά τη γέννηση της Θεοδώρας, ο Αντώνιος έχασε τη γυναίκα του και αποφάσισε να απαρνηθεί τα εγκόσμια, αφού πρώτα ανέθεσε την κόρη του στη φύλαξη μιας συγγενούς. Παρ’ όλα αυτά όμως, και αν και τω κόσμω και αυτού πάσιν υποταξάμενος, όταν έφτασε η ώρα να μνηστευτεί η κόρο του φρόντισε ο ίδιος να επιλέξει γαμπρό. Και όταν, λίγα χρόνια αργότερα, η Αίγινα δεχόταν τις επιθέσεις και τις δηώσεις των Σαρακηνών, πάλι ο Αντώνιος, αν και ερημίτης, σκέφτηκε την κόρη του (οικτείρων ταύτην την μόνην των τέκνων υποληφθείσαν αυτώ) και συμβούλευσε το γαμπρό του να φύγουν από το νησί.

Ενδιαφέρουσα και ιδιάζουσα είναι η περίπτωση που αναφέρεται σε ένα από τα θαύματα του Ηλία του Καλαβρού. Ο Ιωάννης, ιερέας στο Καστέλι Τουρτούρων, είχε από τον γάμο του μια θυγατέρα, η οποία με τη σειρά της παντρεύτηκε και απέκτησε δικά της παιδιά Όταν κάποτε αυτή κατελήφθη από ακάθαρτο πνεύμα, έχασε τα λογικά της αλλά και το μητρικό φίλτρο και προσπάθησε να σκοτώσει τα παιδιά της με ξύλο, πέτρες και φωτιά. Μετά από χρόνια άκουσαν οι γονείς και ο σύζυγός της για το «σεβάσμιο ξύλινο» του οσίου Ηλία. Τότε, όχι ο σύζυγος αλλά ο πατέρας, χωρίς να υπολογίσει τον κόπο της πεζοπορίας, έσπευσε να ζητήσει βοήθεια ποτίζοντας με δάκρυα το δρόμο του. Είναι εντυπωσιακό, και ίσως πέρα από ό,τι θα περίμενε κανείς λαμβάνοντας υπόψη του τις αντιλήψεις των Βυζαντινών για τις θυγατέρες, ότι ο πατέρας, και ενώ υπήρχε σύζυγος, ήταν αυτός που έδειχνε αμέριστο ενδιαφέρον για τον κόρη του. Βέβαια, η ιδιότητα του ιερέα, από τον οποία απέρρεε η εξοικείωση με τις θαυματουργές επεμβάσεις αλλά και η υποχρέωση για συμπαράσταση σε οποιονδήποτε πάσχοντα, δεν τον καθιστά δείγμα του μέσου Βυζαντινού. Δεν αποκλείεται πάλι, πίσω από τον ενέργεια του πατέρα να υποκρύπτεται η προσπάθεια να αποφευχθεί το ενδεχόμενο λύσης του γάμου της κόρης του, καθώς στον περίπτωση παραφροσύνης της συζύγου ο άντρας είχε δικαίωμα να επιδιώξει διαζύγιο.

Και ο πατέρας όμως της Ευφροσύνης της Νέας, υπερβολικά ανήσυχος και στενοχωρημένος, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να εντοπίσει την μοναχοκόρη του, μετά την αναχώρησή της από το σπίτι του θείου της στην Κωνσταντινούπολη όπου φειλοξενείτο. Έδωσε σε όλους τους δούλους του τα απαραίτητα χρήματα και τους έστειλε να ψάξουν παντού. Ένας από αυτούς, είκοσι πέντε χρόνια μετά, περιέγραψε στην ίδια την Ευφροσύνη, που ήταν μεταμφιεσμένη σε άνδρα, τον πόνο των γονέων της: πατήρ δε και μήτηρ αυτής και η κατά γένος άπασα περηφάνεια -εις βασίλειον γάρ γένος την του γένους βλάστην ην αναφέρουσα- αβίωτον είναι το βίον νομίζουσι, μη την θυγατέρα έχοντες καθοράν.

Στις δυο τελευταίες περιπτώσεις πρόκειται για την ζωή και την τύχη γυναικών που στην συνέχεια αγίασαν, στη μία μάλιστα (της Θεοδώρας) η μητέρα ήταν ήδη νεκρή.

Αν ο ρόλος της μητέρας στην ανατροφή και στην επιμέλεια των παιδιών ήταν κυρίαρχος και αναντικατάστατος, για τις κόρες ειδικά, και ως την ώρα του γάμου τους, οπότε τις αποφάσεις θα έπαιρναν οι γονείς από κοινού, η μητέρα ήταν ο αποκλειστικός βοηθός, στήριγμα και καθοδηγητής.

 

 

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ

 

ετρέφετο... εν παιδεία και συνέσει και νουθεσία πολλή

Βίος Θωμαΐδος Α. 235, κεφ. 6

 

Η παιδική ηλικία ενός ατόμου, έτσι όπως νοείται σήμερα, δεν υπήρχε στη σκέψη του μεσαιωνικού ανθρώπου. Οι ηλικίες της ζωής γενικότερα αποτελούσαν έναν από τους κοινούς τρόπους αντίληψης της ανθρώπινης βιολογίας ή καταστάσεων μέσα στην κοινωνία και τίποτε περισσότερο. Για το δυτικό μεσαιωνικό κόσμο έχει εκφραστεί, μεταξύ άλλων, η άποψη ότι «δεν υπήρχε θέση για την παιδική ηλικία», ενώ οι άνθρωποι του 10ου και του 11ου αιώνα δεν στέκονταν καθόλου στην εικόνα της παιδικής ηλικίας, η οποία δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον ή δεν είχε καν υπόσταση γι’ αυτούς. Στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία αυτής της περιόδου, χωρίς να είναι δυνατό να ισχυριστεί κανείς ότι οι αντιλήψεις της κοινωνίας βρίσκονταν στον αντίποδα, ή, έστω δύσκολη, ανεύρεση στοιχείων που αφορούν στα παιδικά χρόνια των νεαρών κοριτσιών οδηγεί σε ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Η παιδική ηλικία και η ανατροφή των κοριτσιών συνδέονταν άμεσα με τον ρόλο που αυτά είχαν τη δυνατότατα να διαδραματίσουν μέσα στην οικογένεια και με τις προοπτικές που ανοίγονταν για το μέλλον τους. Το μέλλον γενικά των παιδιών της βυζαντινής οικογένειας άλλαξε από τα στιγμή που η κρατική νομοθεσία έθεσε όρια στη μέχρι τότε απεριόριστη πατρική εξουσία. Ως την ιουστινιάνεια νομοθεσία ο πατέρας, έχοντας απόλυτα εξουσία πάνω στα παιδιά του και διατηρώντας το δικαίωμα να τα εγκαταλείψει, να τα πουλήσει ως δούλους ή να τα χρησιμοποιήσει ως ενέχυρα, καθιστούσε τα παιδιά οικονομικά ανταλλακτική δύναμη, την οποία χρησιμοποιούσε προς όφελός του. Ιδίως με τη Νεαρά 134 (έτος 556) απαγορεύτηκε η με οποιαδήποτε μορφή παραχώρηση παιδιών των οφειλετών στους δανειστές ως ασφάλεια ή απόσβεση του χρέους ή των τόκων. Η πρακτική όμως αυτή των γονέων εξακολούθησε και κατά τον 7ο αιώνα, κυρίως στις οικονομικά ασθενέστερες οικογένειες, φαίνεται μάλιστα ότι διατηρήθηκε και κατά τον 8ο αιώνα, αφού η Εκλογή επανήλθε, αποδοκιμάζοντάς την στην ουσία, καθώς όριζε πως ο δανειστής, που έπαιρνε ως ενέχυρα τα παιδιά των δανειοληπτών, εξέπιπτε του χρέους και υποχρεωνόταν να επιστρέψει στο ίδιο το παιδί ή στους γονείς του διπλό το ποσό του δανεισμού. Από τον 8ο αιώνα επομένως και εξής ο ρόλος του παιδιού διασφαλίστηκε μέσα στη βυζαντινή οικογένεια και με αυτή τον προϋπόθεση και σε σχέση με τις προοπτικές που του ανοίγονταν καθορίστηκε η ανατροφή του.

Για τα κορίτσια συγκεκριμένα οι προοπτικές ήταν ελάχιστες, εφόσον περιορίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στο γάμο και στη μοναστική ζωή. Και για τις δύο περιπτώσεις κοινή προϋπόθεση αποτελούσε η σωστή ανατροφή, η οποία στόχευε στη δημιουργία μελλοντικών ενάρετων συζύγων και μητέρων ή μοναχών και η οποία ήταν ενταγμένη στις γενικότερες αντιλήψεις των Βυζαντινών για το ρόλο που εκκαλείτο να διαδραματίσει η γυναίκα στην κοινωνία.

Με αυτά τα δεδομένα και σε αυτό το πλαίσιο καταγράφηκε ή αποσιωπήθηκε από τους βιογράφους των αγίων γυναικών η παιδική ηλικία τους.

Η Ανθούσα του Μαντινείου (8ος αι.) από πολύ νεαρά ηλικία (εξ αυτών δε των μητρικών ως ειπείν αγκαλών) έδειξε την τάση της για την ασκητική ζωή και προτιμούσε να ζει στα όρη και στα σπήλαια αποστρεφόμενη τα γήινα.

Η Ανθούσα ( +808 ή  8099), κόρη του Κωνσταντίνου Ε’, πέρασε άγνωστη σε μας, τουλάχιστον από το Βίο της, παιδική ηλικία —ως κόρη αυτοκράτορα προφανώς ανατράφηκε όπως όλες οι πριγκίπισσες στο παλάτι— και γνωρίζουμε μόνο την επιμονή του πατέρα της να παντρευτεί.

Η οσία Άννα/Ευφημιανός, που έδρασε κατά τη διάρκεια της συμβασιλείας της Ειρήνης Αθηναίας και του Κωνσταντίνου ς’ και πέθανε τον 9ο αι., γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατέρας της ήταν διάκονος της Παναγίας των Βλαχερνών. Έχασε τους γονείς της και η γιαγιά της έσπευσε να την παντρέψει.

Για την αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία δεν γνωρίζουμε τίποτα για τα παιδικά της χρόνια, καθώς ο Βίος αρχίζει με την άφιξή της στην Κωνσταντινούπολη και τον γάμο με τον αυτοκράτορα Λέοντα Δ’, ενώ με τον ίδιο τρόπο εμφανίζεται και στο ιστορικό προσκήνιο. Η ηλικία του γάμου της προσδιορίζεται στα 14 με 15 χρόνια

της.

Η οσία Θεοδώρα η από Καισαρίδος γεννήθηκε από τον πατρίκιο Θεόφιλο και την Θεοδώρα, ύστερα από χρόνια ατεκνίας των γονέων της με τη βοήθεια της Θεοτόκου. Γι’ αυτό, όταν η νεαρή κοπέλα έφθασε στον κατάλληλη ηλικία, αφιερώθηκε στη μονή της Αγίας Άννας, όπου έμαθε τα ιερά γράμματα από την ηγουμένη ενώ ήταν ακόμη παιδί.

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα ( +867) καταγόταν από την Παφλαγονία και ήταν κόρη του Μαρίνου και της Θεοκτίστης, από τους οποίους είχε την τύχη να ανατραφεί και να εκπαιδευτεί εν πάση νουθεσία Κυρίου. Όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, τους γονείς της απασχολούσε η επιλογή του συζύγου της, αφού η ομορφιά της την έκανε περιζήτητη.

Η οσία Αθανασία Αιγίνης (9ος αι.) γεννήθηκε από τους ευπατρίδες Νικήτα και Ειρήνη και μεγάλωσε στην Αίγινα στα χρόνια βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοφίλου. Στα επτά της χρόνια, μέσα σε λίγο διάστημα, έμαθε να διαβάζει το ψαλτήρι και μελετούσε με προθυμία τις Γραφές. Μία μέρα, καθώς ήταν μόνη και ύφαινε, ένα ολόλαμπρο φωτεινό αστέρι, που κάθισε πάνω της και καταύγασε τον τόπο, την έκανε να αντιληφθεί τη ματαιότητα τής Ζωής και της προκάλεσε την επιθυμία για τη μοναστική ζωή. Οι γονείς της όμως, παρά τις αντιρρήσεις της, την υποχρέωσαν να παντρευτεί.

Η οσία Θεοδώρα Θεσσαλονίκης (812-892) γεννήθηκε στην Αίγινα. Ήταν κόρη του πρωτοπρεσβύτερου Αντωνίου και της Χρυσάνθης. Η μητέρα της πέθανε λίγο μετά τον τοκετό και ο πατέρας της, πριν ακόμη ενταφιαστεί η σύζυγός του, αποφάσισε να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Ανέθεσε την κόρη του σε συγγενή, που ως ανάδοχός της ανέλαβε τη σωματική και πνευματικά ανατροφή της. Η Θεοδώρα ήδη στα έξι της χρόνια γνώριζε να διαβάζει, ήταν εξαιρετικά όμορφη, διακρινόταν για την ευσέβεια και τη σωφροσύνη της, ώστε πολλοί νέοι να ενοχλούν τον πατέρα της ζητώντας την ως νύφη. Εκείνος, καθώς βρισκόταν απομακρυσμένος στην έρημο και δεν ήταν σε θέση να τη φροντίζει και να την προστατεύει, την αρραβώνιασε με έναν άντρα από αριστοκρατικά γενιά.

Η αγία Θεοφανώ ( +893), συγγενής της βασιλικής οικογένειας από το γένος των Μαρτινακίων, ήταν κόρη του ιλλουστρίου Κωνσταντίνου και της ευγενούς Άννας. Για την παιδική της ηλικία γνωρίζουμε αρκετά. Λίγο χρόνο μετά τη γέννησή της έχασε την μητέρα της και ο πατέρας ταλαιπωρήθηκε αρκετά ως ότου η μικρή δεχτεί κάποια τροφό. Ανατράφηκε τελικά από μία δούλη με την εποπτεία του φιλάρετου πατέρα της. Σε ηλικία έξι ετών άρχισε να εκπαιδεύεται από τον Κωνσταντίνο, που καμάρωνε για τις επιδόσεις της. Μέχρι τα δεκαπέντε της χρόνια ήταν πρότυπο νεαρής κοπέλας. Αν και πολλοί σε αυτό το διάστημα την είχαν ζητήσει σε γάμο, δεν είχε ακόμη παντρευτεί, καθώς προοριζόταν, όπως σημειώνεται, για γάμο βασιλικό.

Η Θεοκτίστη η Λεσβία (9ος αι.)24, από την Μήθυμνα της Λέσβου, έχασε τους γονείς της σε νηπιακή ηλικία. Από τους συγγενείς της παραδόθηκε σε μοναστήρι, όπου έλαβε το μοναχικό σχήμα.

Η Ειρήνη, ηγουμένη της μονής του Χρυσοβαλάντου, γεννήθηκε στην Καππαδοκία και οι γονείς της ανταποκρίθηκαν, κατά το βιογράφο, στη βασιλική πρόσκληση της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, που ζητούσε νύφη από καλή γενιά, ευσεβή, ενάρετη, ευγενική και όμορφη για σύζυγο του γιου της Μιχαήλ.

Η οσία Μαρία η Νέα ( +902), μετά το θάνατο του πατέρα της, έμεινε με την μητέρα της και ανατράφηκε από αυτήν. Οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της είχαν παντρευτεί όταν ζούσε ακόμη ο πατέρας τους.

Η οσία Άννα της Λευκάτης (840-918), κόρη πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας, έμεινε πολύ νωρίς ορφανή από πατέρα. Φρόντισε μόνη η μητέρα της να ανατραφεί και να εκπαιδευτεί με ευλάβεια και κοσμιότητα. Άγνωστο σε ποια ηλικία της Άννας, η μητέρα της πέθανε.

Η Ευφροσύνη η Νέα ( +921-923) γεννήθηκε στην Καλαβρία από πλούσιους και ένδοξους γονείς, μετά από χρόνων ατεκνία. Απογαλακτίστηκε στην ηλικία των τριών ετών και ύστερα από λίγα χρόνια αφιερώθηκε από τους γονείς της σε μοναστήρι, όπως είχαν υποσχεθεί στο Θεό, όταν τον παρακαλούσαν νια να αποκτήσουν παιδί. Εκεί η Ευφροσύνη έλαβε το μοναχικό σχήμα, μορφώθηκε και έδειξε από νέα υπερβολική αγάπη για τον Θεό. Οι γονείς της συνειδητοποιώντας το γεγονός αποφάσισαν να τα στείλουν στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα μπορούσε να αποσυρθεί σε ένα από τα μεγάλα μοναστήρια της πρωτεύουσας. Την προετοίμασαν για το ταξίδι και, αφού της έδωσαν ικανή ποσότητα χρυσών και αργυρών νομισμάτων, την έστειλαν στην οικογένεια του πατρικού θείου της, Αγελάστου. Έτσι έφτασε στην Κωνσταντινούπολη όπου παρέμεινε στο σπίτι του θείου της, ως ότου εκείνος, βλέποντας πως η ανιψιά του είχε φθάσει σε ηλικία γάμου, αποφάσισε να την παντρέψει.

Η αγία Θωμαΐς ( +10ο αι.) γεννήθηκε στη Λέσβο από τον Μιχαήλ και την Καλή, ένα αρμονικό ανδρόγυνο που ανήκε στη μεσαία οικονομικά τάξη. Ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε από τους γονείς της έτσι ώστε να επιτευχτεί άριστα σωματικά αρμονία και πνευματικό κάλλος. Παντρεύτηκε σε ηλικία που δεν προσδιορίζεται ακριβώς.

 Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, η αναφορά στην παιδική ηλικία των αγίων είναι συνήθως σύντομη —κάποτε μάλιστα απουσιάζει τελείως, όπως στις περιπτώσεις των Ειρήνης Αθηναίας, Ανθούσας, Ειρήνης Χρυσοβαλάντου— και δεν υπάρχουν στοιχεία για τον τρόπο ανατροφής και διαπαιδαγώγησης των κοριτσιών. Οι βιογράφοι αρκούνταν να αναφέρουν ότι την ανατροφή των θυγατέρων αναλάμβαναν από κοινού οι δύο γονείς ή μόνον η μητέρα και με σύνεση και αγάπη φρόντιζαν, ώστε οι κόρες τους να αποκτήσουν τα εφόδια για μία χριστιανική και κοινωνικά αποδεκτή ζωή, με σκοπό τις περισσότερες φορές το γάμο τους.

Οι βασικές αρχές για την ανατροφή των βυζαντινών κοριτσιών, που απαντούν εδώ επιγραμματικά, αποτελούν κοινό τόπο των αγιολογικών κειμένων γενικότερα. Το γεγονός δεν αποδυναμώνει την αξία τους ως μαρτυριών αλλά αντίθετα ενισχύει την άποψη, ότι είναι απόλυτα εναρμονισμένες με τις ισχύουσες αντιλήψεις και τα πρότυπα της εποχής.

Στους Βίους των αγίων ανδρών της περιόδου οι αναφορές στην παιδική ηλικία καθώς και στον τρόπο ανατροφής και διαπαιδαγώγησης των κοριτσιών είναι ελάχιστες, σχεδόν πάντοτε έμμεσες και αφορούν κυρίως τα γυναικεία μέλη της οικογένειας του βιογραφούμενου αγίου.

Μία σύντομη μνεία στο Βίο του Στεφάνου του Νέου ( +767) μαρτυρεί ότι την ανατροφή των δύο αδελφών του είχαν αναλάβει και οι δύο γονείς τους, που τις μεγάλωσαν με ευσέβεια και ασχολήθηκαν με τη μόρφωσή τους.

Η πλέον αναλυτική, αλλά συγχρόνως σύντομη και σαφής περιγραφή της παιδικής ηλικίας και του τρόπου ανατροφής των νεαρών κοριτσιών, με ιδιαίτερη έμφαση όμως πάλι στην ηθική διαπαιδαγώγηση, δόθηκε από το Θεόδωρο Στουδίτη, στον επιτάφιο λόγο για τη μητέρα του Θεοκτίστη, όταν αναφερόταν στις επιλογές της κατά την ανατροφή του ίδιου και της αδελφής του. Στόχος της Θεοκτίστης ήταν να εκπαιδεύσει τα παιδιά της με νουθεσίες και παραινέσεις, με τρόπο γλυκύ αλλά και με αυστηρότητα, όταν αυτό ήταν επιβεβλημένο. Έτσι, δεν επέτρεψε ποτέ στην κόρη να εκτεθεί στη θέα ανδρών ούτε της υποδείκνυε τα περίτεχνα γυναικεία κοσμήματα και στολίδια, που ήταν πολύ αγαπητά στις Βυζαντινές. Φρόντισε να γίνει θεοσεβής, την εκπαίδευσε στα ιερά γράμματα, την δίδαξε να δέχεται και να φροντίζει τους φτωχούς και την υποχρέωνε να περιποιείται μόνη της τις πληγές των λωβών. Και αφού κατόρθωσε να την απομακρύνει από τις επίγειες ενασχολήσεις και να την οδηγήσει στην ικανότητα να απολαμβάνει την επουράνια ομορφιά, την αφιέρωσε στο Θεό. Αν εξαιρέσουμε την προσπάθεια της Θεοκτίστης να κατευθύνει την κόρη της στην μοναστική ζωή, γεγονός που είχε άμεση σχέση με τα πρότυπα της οικογένειας του εικονόφιλου στουδίτη μοναχού και την συγκεκριμένη εποχή της εικονομαχίας, η νεαρή Βυζαντινή είχε αποκτήσει όλα τα επιθυμητά γυναικεία χαρακτηριστικά: ήταν θεοσεβής, μορφωμένη, αφιλάνθρωπη και ελεήμων, σεμνή, απέριττη και λιτή στις υλικές αξιώσεις της.

Πέρα από την ηθική διαπαιδαγώγηση οι Βυζαντινοί ενδιαφέρονταν και για την σωματικά ομορφιά των θυγατέρων τους, τη συνέδεαν όμως πάντοτε με την ομορφιά της ψυχής. Η αγία Θωμαΐς ήταν εξαιρετικά όμορφη, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα επίσης, όπως και η οσία Θεοδώρα της Θεσσαλονίκης, και ο εγκωμιαστής της Ευφροσύνης, Κωνσταντίνος Ακροπολίτης (βιογράφος της Ευφροσύνης της Νέας ήταν ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος), αναφέρεται στην τού σώματος… απαλότητα ήν εκ φύσεως έσχεν άμα και αγωγής. Επιθυμούσαν ωστόσο αυτή τι ομορφιά να μένει μακριά από τα ξένα ανδρικά μάτια και να φυλάσσεται μόνο για τον μελλοντικό σύζυγο της θυγατέρας τους.

Το γεγονός αυτό μαρτυρείται και στο Βίο του οσίου Φιλαρέτου ( +792). Όταν οι απεσταλμένοι της Ειρήνης Αθηναίας, οι οποίοι αναζητούσαν σε όλη την αυτοκρατορία υποψήφιες νύφες για το γιο της Κωνσταντίνο ς’, ζήτησαν από τον όσιο να δουν τις κόρες και τις εγγονές του, εκείνος την πρώτη φορά με δεξιοτεχνία απέφυγε τη συνάντηση. Την επόμενη μέρα οι απεσταλμένοι επέμειναν και τότε η απάντησή του ήταν απόλυτα προσαρμοσμένη στις ισχύουσες αντιλήψεις. Επισήμανε ότι οι εγγονές του ουδέποτε εξήλθοσαν εκ τού κουβουκλίου αυτών, αν και η οικογένειά του ήταν φτωχή, και τους προέτρεψε να τις επισκεφτούν εκείνοι στο δωμάτιό τους. Άφηνε έτσι να εννοηθεί ότι η κακή οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αν και θα μπορούσε να είχε οδηγήσει τις γυναίκες έξω από το σπίτι, δεν διατάραξε τη σωστή ανατροφή τους. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, καθώς επρόκειτο για την υποψήφια αυγούστα και για την οικογένεια αγίου, η θαλάμευση των γυναικών ήταν επιβεβλημένη. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις πρέπει να αποτελούσε τον κανόνα ο οποίος όμως συχνά δεν ετηρείτο. Οι βιοτικές ανάγκες μιας φτωχής οικογένειας δεν μπορεί παρά να οδηγούσαν νεαρά κορίτσια έξω από το σπίτι προκειμένου να βοηθήσουν στο νοικοκυριό.

Από περιστατικό που περιγράφεται στο Βίο του Λαζάρου του Γαλησιώτη (+1054) είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε και άλλους λόγους, που ήταν δυνατό να θέσουν σε κίνδυνο την ηθική υπόσταση των νεαρών κοριτσιών. Ο Λάζαρος, στην πορεία του προς τις Χώνες (5 χλμ. από τις Κολοσσές), συνάντησε νεαρή κόρη, που είχε εξαπατηθεί από αγνώστους, είχε αφήσει την πατρική εστία υπεξαιρώντας ένα σημαντικό χρηματικό ποσό και στη συνέχεια οι άγνωστοι την εγκατέλειψαν. Βρισκόταν σε δεινότατη θέση, καθώς φοβόταν να επιστρέψει στο σπίτι της, ίνα μή και μωμόν τινα παρά τίνων υποστή· ην γάρ και παρθένος. Ο όσιος φρόντισε για την αποκατάστασή της και την παρέδωσε σε συγγενείς, που ανέλαβαν την υποχρέωση να την οδηγήσουν στους γονείς της.

Η οσία Θεοδώρα της Θεσσαλονίκης μεγάλωνε με την αμέριστη φροντίδα της νονάς της, καθώς ο πατέρας της είχε αποτραβηχτεί σε ερημικό μέρος για να μονάσει, και λόγω της ομορφιάς, τής καταγωγής και του ήθους της ήταν περιζήτητη νύφη. Είναι δυνατό να υποθέσει κανείς, καθώς δεν αναφέρεται τίποτα στο Βίο για την οικονομική κατάσταση της νονάς της, ότι η νεαρά Θεοδώρα ήταν αναγκασμένη να βοηθά στις διάφορες οικιακές εργασίες. Κυκλοφορούσε στην πόλη της Αίγινας εκτεθειμένη στα ανδρικά μάτια, παρόλο που στο πατρικό σπίτι είχε πλήθος υπηρετών.

Στην Εύβοια, από όπου πέρασε ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε, συνάντησε μια γυναίκα που ζύμωνε ψωμί με την βοήθεια της κόρης της, την οποία είχε στείλει στο πηγάδι, μακριά από το σπίτι, για να φέρει το νερό που χρειαζόταν. Η μικρά καταλήφθηκε από τα δαιμόνια που κατοικούσαν στο πηγάδι και, καθώς καθυστερούσε να επιστρέψει, η μητέρα βγήκε οργισμένη να την αναζητήσει. Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι παρόμοιες σκηνές, που όμως δεν αναφέρονται στα αγιολογικά κείμενα, θα ήταν η καθημερινή πραγματικότητα των νεαρών φτωχών κοριτσιών, τα οποία κάθε άλλο παρά περιορισμένα στο γυναικωνίτη περνούσαν την παιδική ηλικία τους.

Σημαντικές ειδήσεις σχετικά με τον αποκλεισμό των γυναικών από τις δημόσιες εμφανίσεις παρέχει ο Βίος της Θεοφανούς. Ο πατέρας της φρόντιζε πολύ ώστε η όμορφη κόρη του να μείνει μακριά από τα ανδρικά μάτια. Ακόμα και για το λουτρό, στο οποίο ήταν συνήθεια να παγαίνουν οι γυναίκες, δεν ήταν διατεθειμένος να της επιτρέψει την μετάβαση. Επειδή όμως δεν ήθελε καταμαραθήναι τα κάλλη διά της μακράς αλουσίας, αφού δεν υπήρχε βαλανείο στο σπίτι, αποφάσισε να την οδηγεί εκεί πλήθος υπηρετριών και υπηρετών και μόνο όταν είχε σκοτεινιάσει ή πριν ακόμα χαράξει η αυγή, με σκοπό να μένει προστατευμένα από τα αδιάκριτα ανδρικά μάτια.

Οι κόρες μάθαιναν να υπακούουν πλήρως στις επιθυμίες και στις αποφάσεις των γονέων κυρίως των πατέρων τους, αφού η πατρική εξουσία παρέμεινε σε ισχύ στη βυζαντινή οικογένεια. Συχνά απαντά στους Βίους των αγίων η υποταγή των βιογραφουμένων στην πατρικό θέληση να παντρευτούν, παρόλο που οι ίδιοι είχαν προεπιλέξει το μοναστικό βίο και έπρεπε, κατά κανόνα, να παραμείνουν άγαμοι.

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής δεν μπόρεσε να αντισταθεί, αν και άντρας, στα θέληση των γονέων του· υποτάχτηκε και τέλεσε το γάμο του. Βρήκε ωστόσο τρόπο να διατηρήσει την αγνότατα και την παρθενία του. Αντιλαμβάνεται επομένως κανείς την δυσχερέστερη θέση στην οποία βρίσκονταν οι κόρες, όταν είχαν να αντιμετωπίσουν την άρνηση των γονέων τους. Αναρωτιέται μάλιστα πώς έβρισκαν τα δύναμη να προβάλουν την άποψή τους. Ίσχυε προφανώς για τους αγίους η άποψη που διατυπώνει ο βιογράφος του Λουκά του Στειριώτη: των άλλων μεν πάντων γονείς, θεόν δε και γονέων δει προτιμάν.

Στο Βίο τας αγίας Θωμαΐδος, που αντέδρασε σθεναρά στη δεσποτική επιμονή του πατέρα της, εκφράζεται η αντίληψη περί υποταγής στη θέληση των γονέων: Ξένον γάρ πάντη και απωδόν ταις ήθει γαληνώ και κοσμίω σεμνυνομέναις παρθένοις ευσεβών γεννητόρων αντιλέγειν θελήματι, ώσπερ το ραδίως καθυποκύπτειν πάλιν επαινετόν και οικείον βίω επιεικεί και γνώμη θεοφιλεί και παιδί φιλοπάτορι. Και η Αθανασία Αιγίνης έκανε τουλάχιστον τον πρώτο γάμο της αποτασσόμενη στην πατρική θέληση, παρά τις προσωπικές αντιρρήσεις και αμφιβολίες της.

Σε άλλη περίπτωση η ανυπακοή στην πατρική θέληση έγινε αποδεκτή. Η Ανθούσα πιέστηκε πολλές φορές, αλλά μάταια, από τον πατέρα της για να παντρευτεί. Και είναι αξιοσημείωτο ότι ο Κωνσταντίνος Ε’, διώκτης των μοναχών και του μοναχισμού, αποδέχτηκε την άποψη της κόρης του. Η Ευφροσύνη η Νέα, αντίθετα, αναγκάστηκε να φύγει κρυφά από το σπίτι του θείου και κηδεμόνα της προκειμένου να αποφύγει το γάμο, αφού δεν είχε την δυνατότατα να τον αρνηθεί. Η αντίθεση αυτών των περιπτώσεων με εκείνη της Θωμαΐδος ερμηνεύεται. Πριν προβληθεί το πρότυπο της γυναίκας που αγίασε μέσα στο γάμο χωρίς ποτέ να γίνει μοναχή, η γυναικεία αγιότατα προϋπέθετε την παρθενία, την αγαμία και το μοναχικό ένδυμα. Με γνώμονα την συγκεκριμένη αρχή ήταν δυνατό να παραβιάζεται μία άλλη, αυτή της υπακοής στην πατρικά εξουσία. Στην περίπτωση της Θωμαΐδος όμως έπρεπε να αιτιολογηθεί ο καθαγιασμός της, αν και έγγαμος, και να δικαιολογηθεί η από μέρους της συναίνεση στο γάμο. Από την άλλη πλευρά, αυτή η συναίνεση έπρεπε να είναι προϊόν πνευματικών διεργασιών και αποτέλεσμα άσκησης ψυχολογικής βίας από τους γονείς. Γι’ αυτό τον λόγο η υποταγή στη θέλησή τους προβάλλεται ως ύψιστη υποχρέωση των θυγατέρων.

Αν και οι κανόνες ανατροφής, που αναφέρθηκαν παραπάνω, ως στόχο είχαν, κατά κύριο λόγο, τα δημιουργία σωστών συζύγων και μητέρων και όσο και αν ο γάμος αποτελούσε τη φυσική και επιθυμητή από τους γονείς ή τους κηδεμόνες πορεία των θυγατέρων τους, ακόμα και αυτών που αγίασαν (Ανθούσα, Αθανασία, Άννα/Ευφημιανός, Θεοδώρα Θεσσαλονίκης, Ειρήνη Χρυσοβαλάντου), δεν λείπουν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μόνοι οι γονείς οδηγούσαν ή ευλογούσαν την είσοδο των παιδιών τους στη μοναστική ζωή. Απαντώνται επίσης, έστω και σπάνια, περιπτώσεις κατά τις οποίες η απόφαση των θυγατέρων να ασπαστούν το μοναχισμό έγινε σεβαστή και αποδεκτή από τους γονείς.

Οι εγγονές του οσίου Φιλαρέτου ( +792), Ελένη και Ευφημία, ζήτησαν την ευχή του οσίου. Εκείνος τις ευλόγησε, λέγοντας ότι θα κληρονομήσουν την ουράνιο βασιλεία επιλέγοντας την οδό της παρθενίας και του μοναχισμού, όπως και έγινε. Αυτή η φιλομοναστική στάση του Φιλαρέτου είναι ένα ακόμη στοιχείο που ενισχύει την άποψη για τα εικονόφιλα αισθήματά του.

Η Θεοδώρα της Θεσσαλονίκης και ο σύζυγός της προσέφεραν στο Θεό το πρώτο από τα τρία παιδιά τους (τα άλλα δύο είχαν πεθάνει). Συμφώνησαν να κάνουν μοναχή την μόλις έξι ετών κόρη τους και την οδήγησαν στο μονύδριο του Ευαγγελιστή Λουκά στην Θεσσαλονίκη. Την παρέδωσαν στη μοναχή Αικατερίνη, αδελφή του μετέπειτα αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Αντωνίου, και την επόμενη μέρα η κόρη εκάρη μοναχή και πήρε το όνομα Θεοπίστη. Οι γονείς της οσίας Ευφροσύνης της Νέας αποφάσισαν να τα στείλουν σε μοναστήρι. Η μεγάλη επιθυμία της κόρης τους να ασπαστεί το μοναστικό βίο έγινε σεβαστή από τους γονείς, όσο και αν αυτό τους κόστισε την στέρησή της.

Στα κείμενα σπανίζουν πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο διαβίωσης των μικρών κοριτσιών. Καθώς στην πλειονότητά τους δεν πήγαιναν σε σχολείο για τη βασική εκπαίδευση, έμεναν κλεισμένα στο σπίτι. Γνωρίζουμε ότι η αγία Θεοφανώ, όπως και οι άλλες αγίες που είχαν εκπαιδευτεί στα ιερά γράμματα, αναγνώσμασι και μελέταις τας ημέρας αυτής διετέλει, η οσία Αθανασία εκτός από τη μελέτη ασχολείτο και με το πλέξιμο, ενώ στο Βίο της Θωμαΐδος της Λεσβίας η συνήθης παιδική ασχολία, το παιχνίδι, με το οποίο όμως κανένα άλλο κορίτσι στα αγιολογικά κείμενα δεν εμφανίζεται να ασχολείται.

 

Συμπεράσματα

Τα κείμενά μας παρουσιάζουν, σχετικά με το θέμα της παιδικής ηλικίας των κοριτσιών, εικόνα προβληματική. Οι αγίες σπάνια εμφανίζονται ως παιδιά. Μετά τη γέννησή τους μία σύντομη φράση, που αναφέρει ότι ανατράφηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του Κυρίου, περιγράφει συνήθως τα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Η επόμενη αναφορά γίνεται στο γάμο ή στην επιθυμία τους να αφιερωθούν στο Θεό. Πληροφορίες όπως αυτές που μας παρέχουν οι Βίοι των αγίων ανδρών σχετικά με τα χρόνια της εκπαίδευσής τους ή αναφορές στα παιχνίδια των αγοριών —σε αντιδιαστολή με τη συμπεριφορά των μελλοντικών αγίων που συστηματικά απείχαν από αυτά— δεν υπάρχουν για τα κορίτσια, ενώ οι ιστοριογραφικές πηγές μάς πληροφορούν τουλάχιστον για το κλασικό κοριτσίστικο παιχνίδι, τις κούκλες.

Η διαπίστωση για τη σπανιότητα των αναφορών στις γυναίκες κατά την παιδική τους ηλικία ενισχύεται και από το μικρό αριθμό θαυμάτων, που έγιναν για να σωθούν άρρωστα κορίτσια. Έχει σημειωθεί ότι «αν ο μελετητής έπαιρνε κατά γράμμα τους Βίους, θα σχημάτιζε την εντύπωσα ότι στην κοινωνία αυτή δεν υπήρχαν υγιή παιδιά». Αν αντιστραφεί η άποψη αυτή, γίνεται προφανές ότι η άκριτη αποδοχή των παραπάνω κειμένων θα οδηγούσε στην εικόνα μιας κοινωνίας, όπου είτε ο γυναικείος πληθυσμός αποτελούσε ένα ελάχιστο ποσοστό είτε οι κόρες των Βυζαντινών δε αρρώσταιναν ή, ακόμα και αν αυτό συνέβαινε, οι γονείς τους αδιαφορούσαν.

Τίποτα από αυτά δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα. Η βυζαντινή γυναίκα στα αγιολογικά κείμενα, όπως θα φανεί παρακάτω, πέρα από το να τιμάται και να εξαίρεται ως αγία στους Βίους των αγίων γυναικών, καθαγιάζεται και καταξιώνεται κυρίως ως μητέρα. Οι άλλες ηλικίες και φάσεις της γυναικείας ζωής λανθάνουν ή ελάχιστα απασχολούν τους συγγραφείς. Οι τελευταίοι αρκούνται να αναφέρουν τα στοιχεία εκείνα που προετοιμάζουν την γυναίκα για τους δύο εξέχοντες ρόλους της και εκεί μόνο να επεκταθούν. Και τα συγκεκριμένα στοιχεία, που αφορούν κυρίως στην σωστή ανατροφή των κοριτσιών, έστω και επιγραμματικά αναφέρονται και θεωρούνται εκ των ων ουκ άνευ.

Η εικόνα που προκύπτει λοιπόν μέσα από τα αγιολογικά κείμενα για την περίοδο από τον 8ο αιώνα και εξής, όταν ο ρόλος του παιδιού ήταν πλέον διασφαλισμένος μέσα στην οικογένεια και η ανατροφή των κοριτσιών ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το ρόλο τους μέσα σε αυτή και με τις προοπτικές για το μέλλον τους, αφορά στην άθικτη διάπλαση της ψυχής τους και στην προετοιμασία ευσεβών και ενάρετων γυναικών.

Για την ανατροφή φρόντιζαν από κοινού οι γονείς, που δεν αδιαφορούσαν και για την ομορφιά του σώματος, τη συνέδεαν όμως πάντοτε με την ομορφιά της ψυχής. Οι αρετές που επιδιώκονταν ήταν η τιμιότητα, η εγκράτεια, η φιλανθρωπία και η ολιγάρκεια. Απαραίτητη προϋπόθεση της σωστής ανατροφής ήταν η υπακοή της νεαρής Βυζαντινής, κανόνας που ήταν δυνατό να παραβιαστεί μόνο όταν επρόκειτο για την απόφαση των θυγατέρων να ασπαστούν το μοναχισμό. Οι αντιλήψεις της εποχής, που απέκλειαν την κόρη από τη θέα των ανδρών, κρατούσαν τα κορίτσια στο σπίτι, και αυτά, όταν είχαν τη δυνατότατα, περνούσαν το χρόνο τους είτε διαβάζοντας είτε παίζοντας. Δεν αποκλείεται όμως και το γεγονός, όποτε η οικονομική κατάσταση της οικογένειας το απαιτούσε, να συνέβαλλαν στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

 

 

Η ΜΗΤΕΡΑ

 

Και φύσεως όροις αναγκάζονται γονείς

φιλείν τα τέκνα, και μάλιστα ωδίνασα

Βίος Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, 114, κεφ. 22

 

 

Τοκετός

Σκοπός και στόχος της γυναικείας ανατροφής, όπως ήδη αναφέρθηκε, ήταν η προπαρασκευή των κοριτσιών για τον ρόλο της συζύγου και της μητέρας. Μέσα από αυτόν η βυζαντινή γυναίκα ανταποκρινόταν στην κοινωνική αποστολή της και καταξιωνόταν. Η γυναίκα όμως, ανεξάρτητα από ιστορικές περιόδους, κοινωνικά συστήματα και συνθήκες, ολοκληρώνεται βιολογικό με τη γέννηση ενός παιδιού. Και καθώς σκοπός του γάμου των Βυζαντινών ήταν κυρίως η τεκνοποίηση, γιατί τα παιδιά θα συνέχιζαν την οικογένεια, θα κληρονομούσαν και θα παρέδιδαν στην επόμενη γενιά την οικογενειακά περιουσία και, τέλος, θα φρόντιζαν τους γονείς τους, όταν αυτοί θα ήταν πια ανήμποροι, οι Βυζαντινές προφανώς θεωρούσαν ως πρώτιστο καθήκον, αμέσως μετά το γάμο τους, τη γέννηση του πρώτου παιδιού τους.

Παρά τις δυσκολίες, κυρίως οικονομικές αλλά και άλλες, που αντιμετώπιζαν οι οικογένειες χαμηλού εισοδήματος, το μεγάλο ποσοστό παιδικής θνησιμότητας συνηγορούσε υπέρ της προσπάθειας για την απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων παιδιών σε σύντομο μάλιστα χρονικό διάστημα. Έτσι, η περίπτωση έκτρωσης, που άλλωστε καταδικαζόταν ρητά από την Εκκλησία και τιμωρείτο από την Πολιτεία με την επιβολή αυστηρών ποινών, αποκλειόταν. Παρ’ όλα αυτά η έκτρωση, είτε με τεχνικά είτε με χημικά μέσα, πρέπει να αποτελούσε λύση για ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, κυρίως άγαμων γυναικών ή έγγαμων που διατηρούσαν παράνομα ερωτική σχέση, γεγονός που αποδεικνύεται κυρίως από την επιμονή του νομοθέτη στο θέμα και από την, με την πάροδο του χρόνου, άμβλυνση της αρχικής διαφοράς που υφίστατο στην αντιμετώπιση μεταξύ φόνου και άμβλωσης.

Είναι αυτονόητο πως στα αγιολογικά κείμενα μέθοδοι καταδικασμένες από την Εκκλησία δεν ήταν δυνατό να αναφέρονται και να προπαγανδίζονται. Γι’ αυτό το λόγο, στους Βίους των αγίων, κυρίως της μέσης περιόδου, δεν απαντούν περιπτώσεις αντισύλληψης και έκτρωσης. Η μόνη πρακτικά, που είναι δυνατό να εκληφθεί ως μέσο αντισύλληψης, ήταν η πλήρεις αποχή από τις συζυγικές σχέσεις και μόνο στην περίπτωση που δύο νέοι, ενώ είχαν αποφασίσει να αφιερωθούν στο Θεό, παρά ταύτα είχαν εξαναγκαστεί σε γάμο από τους γονείς τους. Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής, για παράδειγμα, και η σύζυγός του συμφώνησαν στη μη ολοκλήρωση του γάμου τους ώστε να μην υπάρξει πιθανότητα να γεννηθεί ένα παιδί.

Η πλειονότητα των βυζαντινών γυναικών σύντομα μετά το γάμο έφταναν στον τοκετό. Και τις στιγμές εκείνες κατά τις οποίες επιτελούσαν το ύψιστο καθήκον τους απέναντι στη φύση, φέρνοντας στη ζωή ένα νέο πλάσμα, διακινδύνευαν την ίδια τους την ύπαρξη. Γιατί η γέννα, αν και φαινόμενο απόλυτα φυσιολογικό, ήταν πάντα μία δοκιμασία υψηλού κινδύνου. Η δυστοκία και οι πάσης φύσεως επιπλοκές έκαναν την επίτοκη να ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου, ενώ το έμβρυο απειλούσε και απειλείτο συγχρόνως. Η εγκυμοσύνη και ο τοκετός ήταν για τις Βυζαντινές μία τραγικά πραγματικότητα εξαιτίας της μεγάλης θνησιμότητας νεογνών αλλά και επίτοκων γυναικών. Αυτές τις στιγμές αναζητούσαν την ανθρώπινη αλλά και την υπερφυσική αρωγή. Όσο οι κοινωνίες εξελίσσονταν και η ιατρική επιστήμη προόδευε, η υπερφυσική βοήθεια —είτε αυτή εκδηλωνόταν με την μαγική τέχνη είτε με τη Θεία παρέμβαση— περνούσε σε δεύτερη μοίρα χωρίς όμως ποτέ να εγκαταλείπεται.

Τα μαιευτήρια —όχι όμως με την έννοια που αυτά έχουν σήμερα, καθώς από το κείμενο του Βίου του Ιωάννη του Ελεήμονα δεν είναι δυνατό να διευκρινιστεί αν προορίζονταν για γυναίκες επίτοκες ή λεχώνες— δεν ήταν άγνωστα στον κόσμο των Βυζαντινών, σπάνιζαν όμως και υπήρχαν μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην Αλεξάνδρεια ο Ιωάννης Ελεήμων ίδρυσε τον 7ο αιώνα, ανάμεσα σε άλλα ευαγή ιδρύματα, επτά λοχοκομεία σε διάφορα σημεία της πόλης για τις άπορες γυναίκες. Σε κάθε ένα από αυτά μπορούσαν να νοσηλευτούν σαράντα γυναίκες, για διάστημα επτά ημερών μετά τον τοκετό, και ύστερα να φύγουν παίρνοντας ένα τρίτο νομίσματος ως χρηματικό βοήθημα.

Διαπιστώνεται ότι άλλο μαιευτήριο ή λοχοκομείο, ανάμεσα στα επαρχιακά ευαγή ιδρύματα της πρώιμης περιόδου μέχρι την εικονομαχία, δεν μαρτυρείται. Όσα ίδρυσε ο Ιωάννης απευθύνονταν αποκλειστικά σε γυναίκες χαμηλής οικονομικής τάξης και σε μία εποχή κατά την οποία τραυματίες, ασθενείς και πρόσφυγες κατέφευγαν από την Συρία στην Αλεξάνδρεια μετά την επιδρομή των Περσών το 613. Στα νοσοκομεία που ιδρύθηκαν μετά τον 7ο αιώνα, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και λιγότερο στην επαρχία, δεν αναφέρεται κανένα γυναικείο τμήμα ή ευαγές ίδρυμα ειδικό για γυναίκες. Προκαλεί, μάλιστα, εντύπωση το γεγονός ότι η Ειρήνη Αθηναία δεν μερίμνησε ιδιαίτερα για τις γυναίκες στο φιλανθρωπικό έργο της.

Στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αιώνα ωστόσο στον ξενώνα του Παντοκράτορα, υπήρχε ξεχωριστός όδρινος για τις γυναίκες, ο τρίτος, με δώδεκα κρεβάτια (το γυναικείον). Από το Τυπικό της μονής δεν προκύπτει σαφώς αν στην πτέρυγα εκείνη νοσηλεύονταν επίτοκες γυναίκες ή γυναίκες που έπασχαν από οποιαδήποτε αρρώστια. Είναι γνωστό όμως ότι εκεί απασχολούνταν δύο γιατροί και μία μόνο γιατρός. Αν υπολογίσουμε ότι ήταν νομικά σχεδόν επιβεβλημένο μόνο γυναίκες να αντικρίζουν ό,τι δεν έπρεπε να δει αντρικό μάτι, καθώς και ότι οι δύο χειρουργοί του νοσοκομείου που εξυπηρετούσαν τούς έξωθεν ερχομένους αρρώστους είχαν την υποχρέωση να συντρέξουν και στο γυναικεία τμήμα, οπηνίκα τύχη τινα των γυναικών τραυματικόν έχειν νόσημα, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η γυναικεία πτέρυγα δεν ήταν αποκλειστικά μαιευτική ή γυναικολογική αλλά γενικής παθολογίας. Τον 13ο  αιώνα η χήρα του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, Θεοδώρα, όταν ανακαίνισε το παλαιό μοναστήρι του Λιβός, στο Τυπικό της μονής ζητούσε να συντηρούν ξενώνα για τις πάσχουσες γυναίκες. Αυτές είναι και οι μόνες μνείες ιδρυμάτων που προορίζονταν για γυναίκες και αυτές μεταγενέστερες τής περιόδου που εξετάζεται. Συνάγεται, λοιπόν, ότι η συνήθης πρακτική ήταν οι Βυζαντινές να γεννούν στο σπίτι τους, όπου συνήθως παρευρίσκονταν γυναίκες συγγενείς της επιτόκου ή γειτόνισσες και, όταν η οικονομική και κοινωνική θέση τους το επέτρεπε, να επικουρούνται κατά τον τοκετό από γιατρό ή συνηθέστερα μαία.

Οι γιατροί της μεσοβυζαντινής περιόδου ελάχιστα είχαν να προσφέρουν στους δύσκολους τοκετούς σε μητέρα και έμβρυο συγχρόνως, δεδομένου ότι η λύση της καισαρικής τομής, αν και γνωστή, δεν επιλεγόταν. Και τούτο όχι γιατί η άσκηση της χειρουργικής κατά τη συγκεκριμένη περίοδο βρισκόταν σε φάση παρακμής μετά την ακμή της κατά τον 7ο αι., αλλά γιατί ανέκαθεν η καισαρική τομή χωρίς αντισηψία επέφερε σε πολύ μεγάλο ποσοστό το θάνατο της μητέρας από μόλυνση. Ήταν μία επικίνδυνη επέμβαση για τη ζωή της γυναίκας που ήταν πάντα, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, πολυτιμότερη από του εμβρύου. Η λύσει που επιλεγόταν στις περιπτώσεις δύσκολου τοκετού ήταν συνήθως η εμβρυοτομία. Οι γιατροί, εφοδιασμένοι με τα κατάλληλα εργαλεία (διαστολέα του μητρικού στομίου, ειδικές λαβίδες και κρανιοθραύστη) , μπορούσαν να προχωρήσουν σε αυτή την ιατρικά πράξη θυσιάζοντας το έμβρυο προκειμένου να σώσουν τη μητέρα, που έτσι θα είχε τη δυνατότατα να φέρει στον κόσμο άλλα παιδιά.

Ο Βίος του Πορφυρίου Γάζης, αν και γράφτηκε τον 5ο αιώνα, μας δίνει την δυνατότητα να παρακολουθήσουμε τη διαδοχική επέμβαση όσων ήταν σε θέση να βοηθήσουν κατά τον τοκετό. Περιγράφεται ο δύσκολος τοκετός της ειδωλολάτρισσας Αιλιάδας, συζύγου ενός των εμφανών της πόλεως. Η στάση του παιδιού στη μήτρα ήταν κακή και, παρά την προσπάθεια των μαιών, δεν ερχόταν σε φυσιολογική θέση, με αποτέλεσμα η ζωή της γυναίκας να διατρέχει άμεσο κίνδυνο. Μετά την πάροδο επτά ημερών οι γιατροί απέκλεισαν την χειρουργική επέμβαση εξαιτίας της αδυναμίας της γυναίκας. Οι γονείς και ο άντρας της, ως όντες δεισιδαίμονες, τελούσαν καθημερινά θυσίες υπέρ αυτής και στο τέλος κάλεσαν μάγους και μάντεις νομίζοντας αυτήν ωφελήσαι. Στην πραγματικότητα όμως δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα (και ουδέν ήνυον). Η αποτυχία της μαντικής παρέμβασης είναι αναμενόμενα σε ένα αγιολογικό κείμενο, που θέλει να αποδείξει το αναποτελεσματικόν αυτών των ενεργειών και να εξάρει τη θεία συμβολή σε παρόμοιες περιπτώσεις. Τη λύση έδωσε τελικά ο Πορφύριος, ο οποίος, εκτός από την ομαλή εξέλιξη του τοκετού, πέτυχε και τη μεταστροφή της Αιλιάδας και όλης τας οικογένειάς της στο χριστιανισμό.

Τη δύσκολα ή μη πραγματικότητα σχετικά με την θνησιμότητα επιτόκων και νεογνών μαρτυρούν περιορισμένα τα αγιολογικά κείμενα. Οι περιπτώσεις αγίων που έχασαν την μητέρα τους κατά τον τοκετό ή λίγο μετά —όπως της Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, η μητέρα της οποίας πέθανε προφανώς κατά τη διάρκεια της λοχείας— είναι λιγότερες από ό,τι κανείς στατιστικά θα ανέμενε. Και τούτο γιατί, σύμφωνα με το πρότυπο που ακολουθείται στους Βίους των αγίων, οι μητέρες θήλαζαν και στη συνέχεια ανέτρεφαν τον άγιο. Ανάλογη είναι η πραγματικότητα στις βασιλικές οικογένειες, όπου το ποσοστό θανάτου της μητέρας κατά την γέννα είναι ελάχιστο. Και στα δύο αυτά σύνολα η εικόνα είναι μάλλον πλασματική. Στα αγιολογικά κείμενα για το λόγο που ήδη αναφέρθηκε και στις βασιλικές οικογένειες γιατί η ιατρική φροντίδα και οι καλύτερες συνθήκες υγιεινής σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό ήταν εξασφαλισμένες. Είναι λογικό επομένως να συμπεράνουμε, ότι το ποσοστό θανάτων κατά τον τοκετό τόσο των μητέρων όσο και των νεογνών ήταν μεν μικρότερο από το ποσοστό της παιδικής θνησιμότητας, στο σύνολο όμως του βυζαντινού πληθυσμού δεν ήταν αμελητέο.

Εκείνο, που μας καθιστά επιφυλακτικούς απέναντι στην εικόνα που διαμορφώνουν τα αγιολογικά κείμενα, είναι ο σχετικά μειωμένος αριθμός επεμβάσεων των αγίων προκειμένου να διευκολύνουν έναν τοκετό ή να σώσουν τη ζωή της επιτόκου ή του νεογνού, συγκρινόμενης με τις περιπτώσεις επεμβάσεων των αγίων σε γυναικείες ασθένειες (αιμορραγίες, καρκίνος μαστού). Για να γίνει αυτό κατανοείτο πρέπει να συνυπολογιστεί το γεγονός, ότι στην συγκεκριμένη δυσκολία των γυναικών δεν ήταν σπάνια η καταφυγή σε μάντεις και μάγους μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια μαιών και γιατρών. Αν και θεωρητικά ήταν πολύ ξεκάθαρη η αντιμετώπιση της δήθεν «συναρμοδιότητας» γιατρών και μάγων για την ίαση ασθενειών, φαίνεται πως ουσιαστικά ποτέ δεν σταμάτησε.

Οι Βυζαντινοί, παρά την αντίδραση της Εκκλησίας, η οποία προσπαθούσε να πείσει τους πιστούς να καταφεύγουν σε αυτήν όχι μόνο για την ίαση ψυχικών ασθενειών (δαιμονισμένοι) αλλά και σωματικών, συνέχιζαν να προστρέχουν σε μάντεις και μαγικά. Ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες έγινε προσπάθεια να αντικατασταθούν οι παλιές μαγικές τέχνες με χριστιανικές μεθόδους, και συνεχίστηκαν και μετά την αποκρυστάλλωση της δογματικής διδασκαλίας και την σταθεροποίηση του χριστιανισμού. Δεν έφεραν όμως αποτέλεσμα και στην πράξει η προσφυγή στη μαγεία συνεχίστηκε απρόσκοπτα.

Στην πορεία του χρόνου αναμείχθηκαν παγανιστικά και μαγικά στοιχεία με χριστιανικά, σε σημείο μάλιστα να κάνουν την εμφάνισή τους προσευχές για την αποτροπή κινδύνων και για την ίαση ασθενειών με περιεχόμενο που δεν διέφερε πολύ από τις παλιές μαγικές επωδές. Μεταξύ των άλλων υπήρχαν και οι σχετικές με τον τοκετό: Προς το γεννήσαι γυνή. Γράφε εις όστρακον παλαιόν· μνήσθητι, Κύριε, των υιών Εδώμ των λεγόντων, εκκενούτε, εκκενούτε, καθώς και Γράφε εις χάρτην βέβρανον και βάλε το εις τον κόλπον της γυναικός, αλβανά, λαβανά, γυνή γεννά.

Οι παρεμβάσεις των αγίων σε περιπτώσεις δύσκολων τοκετών, αν και ίσως αποτελούν κοινό τόπο στα αγιολογικά κείμενα, αποδεικνύουν ωστόσο την φροντίδα των Βυζαντινών για το θέμα και την συνείδηση του κινδύνου που διέτρεχαν οι γυναίκες.

Είναι γνωστό ότι ένας από τους τοκετούς της αυγούστας Ευδοκίας, τρίτης συζύγου του Κωνσταντίνου Ε’, από την οποία ο αυτοκράτορας απέκτησε πέντε γιους και τουλάχιστον μία κόρη, ήταν δύσκολος. Στο Βίο της αγίας Ανθούσας, από όπου αντλείται η πληροφορία, γίνεται αναφορά στη γέννα δίδυμων παιδιών, της Ανθούσας, που πήρε το όνομά της από την αγία, και του Χριστοφόρου ή του Νικηφόρου, ενός από τους δύο πρώτους γιους του Κωνσταντίνου. Ήταν η πρώτη γέννα της Ευδοκίας, τα παιδιά ήταν δίδυμα και είναι λογικό ο τοκετός να παρουσίαζε μεγάλη δυσκολία. Ο αυτοκράτορας, όταν είδε ότι η αυγούστα κινδύνευε να πεθάνει, απευθύνθηκε στην Ανθούσα η οποία προανήγγειλε την αίσια έκβαση του τοκετού, προείπε μάλιστα και εκάστου (των παιδιών) την βιοτήν και την διαγωγήν.

Στα θαύματα του Γρηγορίου Δεκαπολίτη ( +842) αναφέρεται η περίπτωση γυναίκας η οποία είχε ωδίνες επί τρεις ημέρες. Δεν μαρτυρείται η παρουσία μαίας ή γιατρού ή άλλων γυναικών και η ενέργεια της επιτόκου, να πάρει μόνη της λάδι από το καντήλι που έκαιγε στη σορό του αγίου, αφήνει να εννοηθεί ότι γεννούσε αβοήθητη.

Στα θαύματα του αγίου Ιγνατίου (+877) σώζεται η περιγραφή ενός ακόμη δύσκολου τοκετού. Πρόκειται για τη γέννηση ενός αγοριού το οποίο «ερχόταν» ανάποδα, με αποτέλεσμα ούτε το ίδιο να μπορεί να γεννηθεί ούτε η μητέρα να απαλλαγεί από τους αφόρητους πόνους που της προκαλούσε. Στη γέννα παρίσταντο γιατροί, οι οποίοι είχαν αποφασίσει να προβούν σε εμβρυοτομία. Σκοπός τους ήταν να σωθεί η μητέρα και ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν την νέα ζωή. Εδώ είναι σαφής η αποφυγή της καισαρικής τομής και η προτίμηση των γιατρών στη μέθοδο που θα εξασφάλιζε την επιβίωση της μητέρας. Αρωγός της γυναίκας αλλά και του εμβρύου ήρθε ο άγιος Ιγνάτιος. Ένας από τους παρισταμένους είχε μαζί του ένα μικρό κομμάτι από το «πέπλο» του αγίου, το οποίο ακούμπησε στο μέσο της γυναίκας. Αμέσως το παιδί γύρισε και γεννήθηκε κανονικό.

Μεγάλη δυσκολία μαρτυρείται και κατά τη γέννηση της αγίας Θεοφανούς. Η μητέρα της υπέφερε και απειλείτο η ζωή της. Οι παρευρισκόμενοι δεν ήταν σε θέση να προσφέρουν βοήθεια και οι πόνοι και η σκοτοδίνη της γυναίκας ανάγκασαν τον άνδρα της να καταφύγει στη βοήθεια της Παναγίας, στο ναό τον εν τοις Βάσσου. Πήρε από εκεί μία ζώνη και διέταξε να τη ζώσουν στο μέσο της γυναίκας του. Αμέσως η δυστοκούσα και θανείν προσδοκωμένη απαλλάχτηκε από τους πόνους και έφερε στο φως την αγία. Αξιοσημείωτος είναι ο οιωνός ακόμη πριν το βρέφος βγάλει την πρώτη του κραυγή: ένας αετός φάνηκε και προσπάθησε να εισέλθει στο σπίτι. Ού δη θαύματος γενομένου, οι παρεστώτες πάντες εξηπόρουν το θαύμα.

Στα θαύματα του Λουκά Στυλίτη (+979) περιλαμβάνεται η περίπτωση της συζύγου του ιλλουστρίου Ιωάννη, που ήταν επί είκοσι δύο μέρες ωδίσι δειναίς εν καιρώ τού τοκετού χαλεπώς σπαραττομένη. Παρόλο που δεν κατοικούσαν σε απομακρυσμένη αγροικία αλλά στην Κωνσταντινούπολη, ο Ιωάννης φαίνεται ότι δεν κάλεσε γιατρό ή μαία σε βοήθεια της γυναίκας του, καθώς δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό πριν τον επέμβαση του αγίου, προς τον οποίο έστειλε η ίδια η γυναίκα κάποιον, ζητώντας βοήθεια. Ο άγιος φρόντισε να φτάσει σε εκείνο τού συνήθους άρτου και ύδατος ευλογίαν αγιάσας. Η γυναίκα μετάλαβε και παρευθύ των θανατηφόρων ωδίνων επαύσατο, τού βρέφους ευχερώς και ανωδύνως αποτεχθέντος. Αβοήθητη, χωρίς την παρουσία μαίας ή γιατρού γέννησε και μία συγγενής του Ευθυμίου Μαδύτου ( + περ. 989-996). Η έλλειψη βοήθειας κατά τον τοκετό φαίνεται από το γεγονός που ακολούθησε. Αμέσως μετά τη γέννα η γυναίκα αρρώστησε από φρενίτιδα, η οποία λίγο έλειψε να επιφέρει το θάνατό της. Οι παριστάμενοι παρέμεναν άπραγοι ενώ ο Ευθύμιος προσευχόταν στο Θεό. Την τρίτη μέρα της ασθένειας οι δεήσεις και οι δοξολογίες του αγίου απάλλαξαν την γυναίκα από το πάθος. Αντίθετα, η μητέρα του Λάζαρου Γαλησιώτη (+1054), Ειρήνη, γέννησε με τη βοήθεια μαίας.

Ο τοκετός της Βυζαντινής απασχολούσε τους συγχρόνους της, γιατί γνώριζαν τους κινδύνους που εγκυμονούσε. Οι γυναίκες γεννούσαν συνήθως μόνες, τόσο στις πόλεις όσο και στην επαρχία, και η παρουσία μαιών και γιατρών μαρτυρείται μόνο σε δύσκολες περιπτώσεις. Οι επιπλοκές ήταν μεν συχνές αλλά δεν ήταν θανατηφόρες, τουλάχιστον σε μεγάλο ποσοστό, καθώς ελάχιστοι άγιοι ή άλλα πρόσωπα των Βίων έχασαν την μητέρα τους κατά τη γέννησή τους. Οι γνώσεις των παρισταμένων, πρακτικές η επιστημονικές, ήταν ικανές να προστατεύσουν την ζωή τής γυναίκας, έστω και αν ήταν ανάγκη να θυσιαστεί το κυοφορούμενο έμβρυο.

Η περίοδος της λοχείας θεωρείτο από την Εκκλησία και από τον πολιτειακό νομοθέτη περίοδος «ακάθαρτη» για την γυναίκα. Στα αγιολογικά κείμενα αποφεύγεται η αναφορά της συγκεκριμένης φάσης της γυναικείας ζωής. Εφόσον κατά την διάρκεια της λοχείας δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες να πάνε στην εκκλησία, να μεταλάβουν των αχράντων μυστηρίων ή να βγουν από το σπίτι, στο ίδιο διάστημα —και πρακτικά ακόμη— δεν συμμετείχαν στα γεγονότα.

 

 

Ο ρόλος της μητέρας

 

Εισαγωγικά

Κατά το ρωμαϊκό δίκαιο θεμέλιο τας οικογένειας αποτελούσε η patria potestas, δηλαδή η νομικά απεριόριστη εξουσία του πατέρα πάνω στα παιδιά του, ο οποίος είχε το δικαίωμα. μεταξύ άλλων, να τους επιβάλει κάθε είδους σωματική ποινή, ακόμα και το θάνατο, να τα διεκδικήσει αν διαφύγουν από την εξουσία του, να τα εγκαταλείψει εκθέτοντάς τα ή να τα πουλήσει ως δούλους. Στην οικογένεια αυτή τα παιδιά ήταν νομικά ξένα προς την οικογένεια της μητέρας και συνδέονταν μαζί της μόνο επειδή και η μητέρα τελούσε υπό την εξουσία (manus) του συζύγου της. Στην περίοδο της Δημοκρατίας η απόλυτη πατρική εξουσία περιοριζόταν μόνο από τις θρησκευτικές επιταγές και την κοινωνική ηθική. Στην περίοδο της Ηγεμονίας νέοι νομικοί κανόνες συνέτειναν αφενός μεν στον περιορισμό των δικαιωμάτων του πατέρα πάνω στο παιδί και αφετέρου στην ως ένα σημείο εξίσωση και των δύο γονέων στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις προς τα κοινά παιδιά τους.

Η Χριστιανική διδασκαλία, η οποία πρεσβεύει την ίση νομικά μεταχείριση των δύο φύλων, ήρθε με την σειρά της να μετριάσει την πατρική εξουσία. Σε Λόγο του ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός αποτύπωσε εναργέστατα την αποδοκιμασία της ισχύουσας νομοθεσίας και την χριστιανική αντίληψη για ίσα γονεϊκά δικαιώματα: Άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες, διά τούτο κατά γυναικών η νομοθεσία, επεί και τοις πατράσιν υπ’ εξουσίαν δεδώκασι τα τέκνα, το δε ασθενέστερον αθεράπευτον είασαν. Προβάλλοντας ως βάση της άποψής του την εντολή «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου ίνα ευ σοι γένηται» καθόρισε το δίκαιο τας θείας νομοθεσίας: Οράτε το ίσον της νομοθεσίας. Εις ποιητής ανδρός και γυναικός εις χούς αμφοτέροις, εικών μία, νόμος εις, θάνατος εις, ανάστασις μία. Ομοίως εξ ανδρός και γυναικός γεγόναμεν· εν χρέος παρά των τέκνων τοις γεννήσασιν οφείλεται.

Οι Ίσαυροι αυτοκράτορες στην Εκλογή, ενστερνιζόμενοι την πιο πάνω επιταγή, ενίσχυσαν σημαντικά τα δικαιώματα της μητέρας και έτειναν να την εξισώσουν με τον πατέρα, χωρίς όμως να άρουν πλήρως τη μεταξύ τους υφιστάμενη νομική διάκριση. Ο πατέρας εξακολουθούσε να έχει μόνο αυτός υπεξούσια τα παιδιά, ενώ στα μακεδονική νομοθεσία, η οποία επανέφερε σε ισχύ το ιουστινιάνειο δίκαιο, εμφανίζονται διαφορετικές αποχρώσεις. Η Νεαρά 27 του Λέοντος ς’, η οποία επέτρεπε στους ευνούχους και στις ανύπαντρες γυναίκες να υιοθετούν παιδιά, αναγνώριζε την μητρική εξουσία χωρίς όμως νομικά αλλά μόνο ηθική σημασία, εννοώντας την εκούσια υποταγή των παιδιών στην μητρική επιβολή. Συγχρόνως τόνιζε ότι θήλυ πρόσωπον υπεξουσίους έχειν παίδας ούκ εφείται, ενώ η Νεαρά 25 του ίδιου αυτοκράτορα διευκρίνιζε ότι μόνω άρρενι προσώπω υπεξούσιος χρηματίζει παίς. Μεταξύ Προχείρου Νόμου και Εισαγωγής εμφανίζονται ορισμένες διαφορές σχετικά με την υπεξουσιότητα των παιδιών. Ο Πρόχειρος Νόμος ορίζει ότι λύεται της υπεξουσιότητος ό παίς θανάτω του πατρός, ενώ στην Εισαγωγή η λέξη πατρός έχει αντικατασταθεί από την λέξη γονείς. Η ίδια αντικατάσταση έχει γίνει και στις διατάξεις που αφορούν στην μη προϋπόθεση συναίνεσης των μαινομένων πατέρων ή γονέων σε περιπτώσεις μνηστείας και γάμου των παιδιών τους. Δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει κανείς ότι στην αλλαγή αυτή ανιχνεύονται επιβιώσεις του πνεύματος της Εκλογής, δεδομένου ότι στον τομέα αυτό η Εισαγωγή αποδίδει το ιουστινιάνειο δίκαιο. Είναι παρακινδυνευμένο να υποστηριχτεί ότι σε ζήτημα τόσο σημαντικό όσο αυτό της υπεξουσιότητας, με οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, επιχειρήθηκε σε τόσο πρώιμη περίοδο μία τομή σχετικά με την μητρική αρμοδιότητα και εξουσία, ευνοώντας σημαντικά την νομική θέση της γυναίκας. Το πιθανότερο είναι ότι η λέξη γονείς, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, έχει χρησιμοποιηθεί με την έννοια ανιόντες και μάλιστα άρρενες. Όπως προκύπτει και από άλλες τάξεις, η Εισαγωγή, εκφράζοντας το πνεύμα της Εκκλησίας διά του Φωτίου αλλά αποτυπώνοντας ίσως και την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής, επιχείρησε να διασφαλίσει ευνοϊκότερη μεταχείριση στην γυναίκα σε τομείς που άπτονταν αποκλειστικά του οικογενειακού δικαίου. Οι διατάξεις αυτές θεωρήθηκαν προφανώς επαναστατικές και στα Βασιλικά απαλείφθηκαν, ενώ το ιουστινιάνειο πνεύμα της πατρικής εξουσίας επανήλθε σε ισχύ.

Στα αγιολογικά κείμενα η Βυζαντινή ως μητέρα τιμάται ιδιαίτερα. Η μητέρα μάλιστα ενός αγίου εμφανίζεται να κατέχει εξέχουσα θέση στην κοινωνία και να καθαγιάζεται ακόμη και πριν τη γέννηση του παιδιού της, όταν αυτό κυοφορείται.

Η Κωνσταντώ, μητέρα των αγίων Δαβίδ, Συμεών και Γεωργίου από την Μυτιλήνη, όταν ήταν έγκυος στον πρωτότοκο γιο της Δαβίδ, πήγαινε μία μέρα στο βαλανείο. Ένας μοναχός, που καθόταν στο δρόμο και μιλούσε σε ομάδα στρατιωτών, μόλις την αντίκρισε σηκώθηκε και την προσκύνησε. Το ίδιο επίσης έκανε κατά την επιστροφή της και γνωστοποίησε στους στρατιώτες ότι από αυτή την γυναίκα επρόκειτο να γεννηθεί αστήρ διαφανέστατος. Στο Βίο του Γεωργίου Αμάστριδος περιγράφεται παρόμοιο γεγονός με μεγαλύτερη έμφαση. Έγκυος η μητέρα του πήγε, όπως συνήθιζε, μία μέρα στην εκκλησία. Εκεί έτυχε να βρίσκονται ορισμένοι των της πόλεως προαγόντων, οι οποίοι ταύτην θεασάμενοι ουδέν πλέον η ως γυναίκα εσεβάσθησαν. Όταν γύρισαν σπίτι το βράδυ, αποκαλύφθηκε σε όνειρο, στον καθένα ξεχωριστά και με απειλητικό τρόπο, ότι η γυναίκα που είχαν συναντήσει κυοφορούσε το μελλοντικό επίσκοπο της πόλης τους. Έντρομοι και μετανιωμένοι που δεν είχαν μπορέσει να διακρίνουν την αγιότητα έσπευσαν όλοι το πρωί στο σπίτι της Μεγεθώς, την προσκύνησαν και της ζήτησαν συγγνώμη.

Ο ρόλος της μητέρας σε τομείς που σύμφωνα με την νομοθεσία θα ανέμενε κανείς να είναι ανύπαρκτος ή μηδαμινός εμφανίζεται στα αγιολογικά κείμενα αν όχι πρωταγωνιστικός τουλάχιστον σε ίση μοίρα με εκείνον του συζύγου της. Όχι μόνο την ανατροφή των παιδιών αλλά και η μέριμνα για την μόρφωση και την τύχη τους προβάλλουν ως καθήκοντα και των δύο γονέων αδιακρίτως, και πολλές φορές μόνο της μητέρας.

Στο Βίο του πατριάρχη Αντωνίου του Καυλέα ( +909 ή 898) παρατηρείται μία ανακολουθία. Από την ηλικία των πέντε ετών ο άγιος βρισκόταν κάτω από την εποπτεία του πατέρα του, ο οποίος είχε αναλάβει την μόρφωση και την διαπαιδαγώγησή του. Όταν έγινε δώδεκα ετών, έχασε την μητέρα του και έμεινε αποκλειστικά στην εξουσία του πατέρα, που μόνος πια ήταν ο δάσκαλος και ο καθοδηγητής του νέου. Η αντίφαση αυτή υποκρύπτει και επιβεβαιώνει την κρατούσα πεποίθηση, ότι η ανατροφή των παιδιών ήταν κοινό καθήκον των δύο γονέων και η παρουσία της μητέρας του παιδιού απαραίτητη. Είναι συχνά επαναλαμβανόμενο στους Βίους το μοτίβο για την ανατροφή των βιογραφούμενων αγίων και από τους δύο γονείς.

Από τα πολλά παραδείγματα αναφέρονται ενδεικτικά: ο όσιος Ευστράτιος ( +886), ο οποίος ανατράφηκε πλάσιν άριστην και καθαρωτάτην, εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου από τους γονείς του Γεώργιο και Μεγεθώ· ο μοναχός Νικόλαος, ηγούμενος της μονής της Ωραίας Πηγής (+1054;), έτι... εν σπαργάνοις και παρά γονέων οικονομούμενος... ανατίθεται μεν ώσπερ υπεσχέθη τη Θεομήτορι· ο Θεόδωρος Στουδίτης καλώς τα πρώτα της ηλικίας παρά των τεκόντων διαπλασθείς, όταν έγινε επτά ετών μαθήμασιν ευθύς τοις πρώτοις εκδίδοται· ο Γρηγόριος Κρήτης (+820), ο οποίος, αφού αφιέρωσε αρκετό χρόνο στη μόρφωσή του, στάλθηκε από τους γονείς, Θεοφάνη και Ιουλιανή, να ασχοληθεί με τα ζώα της οικογένειας· ο Θεόδωρος Γραπτός ήδη την παιδικήν ηλικίαν αμείβων, εις γραμματιστού φοιτάν υπό των γεννητόρων κελεύεται· ο όσιος Ιωαννίκιος (+846) ο οποίος στα επτά του χρόνια τού βόσκειν χοίρους παρά των γεννητόρων προτρέπεται, ενώ, όταν αποφάσισε να γίνει μοναχός, ζήτησε και έλαβε τας των γεννητόρων αυτού ευχάς... ως εβούλετο· ο Λουκάς ο Στυλίτης (+979), που ανατράφηκε και αυτός από τους ευγενείς γονείς του, ως την ώρα που ανδρώθηκε και τον έστειλαν στο στρατό· ο όσιος Σάβας ο Νέος (10ος αι.) τον οποίο έστειλαν οι γονείς του, Χριστόφορος και Καλή, να εκπαιδευτεί σε δασκάλους, όπως και ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος (949-1022), ο οποίος, απαλός ων την ηλικίαν τη Κωνσταντίνου παρά των γεννητόρων ως χρημά τι διακομίζεται πολλού άξιον... γραμματιστή παραδίδοται και την προπαιδείαν εκδιδάσκεται· τέλος, ο Νικηφόρος, επίσκοπος Μιλήτου (10ος αι.), ανατράφηκε από τους γονείς του Ευστάθιο και Μαρία.

Στα πρώτα χρόνια τας Εικονομαχίας, όταν πολλοί εικονόφιλοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κωνσταντινούπολη και να μετοικήσουν επί τας ορθοδόξους κωμοπόλεις, οι γονείς του Στεφάνου του Νέου επιθυμούσαν και εκείνοι να φύγουν από την Βασιλεύουσα. Παρέμειναν όμως μέχρι να εκπληρώσουν την υποχρέωση να αφιερώσουν το παιδί τους στο Θεό. Και οι δύο μαζί τις ενεγκαμένης απάραντες και προς τον ναύσταθμον Χαλκηδόνος εκπλεύσαντες, είχοντο της οδού της επί το όρος φερούσης τού οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Αυξεντίου, όπου και τον παρέδωσαν στον ερημίτη Ιωάννη. Παρέμειναν μαζί του μέχρι την μοναχική κουρά του νέου και στη συνέχεια επέστρεψαν στο σπίτι τους. Σε εποχές διώξεων και κινδύνων η μητέρα του Στεφάνου ακολούθησε το σύζυγό της και συμμετείχε στη μεγάλα χαρά της αφιέρωσης του παιδιού τους στο Θεό.

Οι γονείς εμφανίζονται να μεγαλώνουν τα παιδιά τους σε πλήρη σύμπνοια και στη συνέχεια να φροντίζουν για το μέλλον τους. Η μητέρα δεν φαίνεται να απείχε από αποφάσεις που αφορούσαν στα σταδιοδρομία τους.

 

Ο ρόλος της στην ανατροφή και στις επιλογές ζωής των παιδιών

Όπως είναι φυσικό οι μητέρες ανέπτυσσαν σχέσεις στοργής και αγάπης με τα παιδιά τους. Η ιδιαίτερη επαφή μητέρας-παιδιού και ο δεσμός εξάρτησης μεταξύ τους αποτυπώνονται με πολλές εκφράσεις στα αγιολογικά κείμενα. Σημειώνονται όμως και εξαιρούνται οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι μητέρες έπαιξαν ενεργό και ρυθμιστικό ρόλο στην ανατροφή αλλά και στις επιλογές των παιδιών τους, κυρίως όταν ο πατέρας δεν βρισκόταν πλέον στη ζωή. Και αυτό γιατί σύμφωνα με το νόμο, στον οποίο υπακούουν οι βιογραφίες των αγίων, η γυναίκα μετά το θάνατο του συζύγου, και εφόσον δεν ξαναπαντρευόταν, γινόταν και επίσημα επίτροπος των ανήλικων παιδιών της. Σε αυτές τις περιπτώσεις αναλάμβαναν πρωτοβουλίες και έπαιρναν αποφάσεις καθοριστικές για τα ζωή τους. Οι χήρες μητέρες εμφανίζονται δυναμικές και έτοιμες να συνδράμουν τα παιδιά τους, όταν αυτά έχουν ανάγκη. Χωρίς ταλαντεύσεις και ενδοιασμούς ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες να τους μεταδώσουν γνώσεις, ηθικές και θρησκευτικές αξίες και να κατευθύνουν τις επιλογές τους.

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής ( +817) έχασε τον πατέρα του σε ηλικία τριών ετών και ήν προς τοις μηρώοις ήθεσι και παιδεύμασι εκτρεφόμενος εν πόση παιδεία και νουθεσία κυρίου, καθά τω Παύλω παρήγγελται. Η μητέρα δηλαδή, εκτός από την ανατροφή, ανέλαβε προφανώς η ίδια και την εκπαίδευσή του, αφού δεν υπάρχει αναφορά για φοίτηση σε σχολείο ή γραμματιστή. Το αμέσως επόμενο βήμα στο Βίο γίνεται στον αρραβώνα του αγίου στην ηλικία των δέκα χρόνων, που και αυτός έγινε διά μητρώων συμβιβασμών και συμβολαίων αρχοπρεπών και όχι από κάποιο επίτροπο, όπως σημειώνεται. Στην ουσία η αναφορά σε ενδεχόμενο επίτροπο είναι περιττή, καθώς, σύμφωνα με το τότε ισχύον δίκαιο της Εκλογής, η γυναίκα μετά το θάνατο του συζύγου της πάσαν τού οίκου ποιεϊσθαι φροντίδα τε και διοίκησιν, και μόνο αν επιθυμούσε να ξαναπαντρευτεί είχε το δικαίωμα και την υποχρέωση να ζητήσει το διορισμό επιτρόπου. Ωστόσο, η συγκεκριμένη μνεία στο Βίο αφήνει ίσως να εννοηθεί ότι η συνήθης πρακτική ήταν ο διορισμός επιτρόπου.

Ο Νικηφόρος του Μηδικίου (+813) και τα αδέλφια του, Θεόδωρος και Γρηγόριος, ανατράφηκαν από την μητέρα τους Φωτού, που καταγόταν από πλούσια οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Μετά το θάνατο του συζύγου της, τους ανέθεσε σε παιδαγωγούς και δασκάλους για την εκμάθηση των ιερών γραμμάτων και φρόντιζε η ίδια να τους μεταδώσει κυρίως σωστές αρχές και να τους αποτρέψει από νεανικές ψυχοφθόρες συνήθειες. Ο Θεόδωρος Στουδίτης (+826) αλλά και τα αδέλφια του ενδύθηκαν το μοναχικό σχήμα επηρεασμένοι από την ανατροφή και τις συμβουλές της μητέρας τους. Η Μαρία, μητέρα του Γρηγορίου του Δεκαπολίτη (+842), ήταν εκείνη που φρόντιζε για την ηθική διαπαιδαγώγηση του γιου της και αποφάσισε να τον στείλει σε δάσκαλο για να μορφωθεί. Ο Πατέρας του αγίου ενδιαφερόταν μόνο για τις υλικές απολαύσεις. Στη συνέχεια ο Γρηγόριος βρήκε αρωγό στην απόφασή του να γίνει μοναχός τις μητρικές συμβουλές. Η μητέρα του, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό της, όχι μόνο δεν εμπόδισε τον γιο της να ακολουθήσει το δρόμο που είχε επιλέξει αλλά μάλιστα τον παρότρυνε. Ο όσιος Ευθύμιος ο Νέος (+898) παντρεύτηκε και απέκτησε παιδί υπακούοντας όχι σε δικά του επιθυμία αλλά πειθόμενος στα μητρικά λόγια. Ο Κωνσταντίνος ο εξ Ιουδαίων (9ος αι.), όταν έχασε τον πατέρα του, ήταν υπό την προστασία και την φροντίδα της μητέρας του, η οποία, επηρεασμένη από προμηνύματα, φοβόταν και αγωνιούσε μήπως ο γιος της εγκαταλείψει την ιουδαϊκή θρησκεία. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μεταδώσει στον Κωνσταντίνο την πίστη και τις αντιλήψεις της, και ο άγιος παρέμενε, όπως όφειλε, υπάκουος στη μητρική εξουσία ενώ απαλλάχτηκε των μητρικών... πεδών μόνο μετά το θάνατό της.

Ο όσιος Λουκάς (+953), ορφανός από πατέρα, ανατράφηκε από την μητέρα του, η οποία φρόντισε να του μεταδώσει όλες τις ηθικές και θρησκευτικές αρχές. Κρυφά από αυτήν, λέγοντας ψέματα —πως δήθεν δεν είχε κανέναν άνθρωπο κοντά του— εγκατέλειψε το χωριό του και εκάρη μοναχός, στερώντας έτσι κάθε στήριγμα και παρηγοριά στη Χηρεία της. Όταν ο Λουκάς πληροφορήθηκε την θλίψη και την απόγνωση της μητέρας του, με την προτροπή και την επιμονή του ηγουμένου του, επέστρεψε κοντά της υπηρετών αυτή... και θεραπείαν, ήτις εστί μητρί παρ’ υιού, πάσαν προσάγων. Η συμβίωση μητέρας και γιου κράτησε τέσσερις μόνο μήνες και ο πόθος του μοναχισμού ώθησε το Λουκά να αναχωρήσει και πάλι. Αυτή τη φορά όμως τον συνόδευσε η ευχή της μητέρας του, η οποία στο μεταξύ είχε συνειδητοποιήσει και πιστέψει ότι, όσο και αν πάνω από όλους για έναν άνθρωπο βρίσκονται οι γονείς, πάνω και από αυτούς βρίσκεται ο Θεός.

Ο Παύλος Λάτρους (+955) και ο αδελφός του Βασίλειος ανατράφηκαν από την χήρα μητέρα τους Ευδοκία, την οποία κυρίως απασχολούσε η ηθική διάπλαση των παιδιών της. Ο πατέρας του Παύλου, κόμης του πλοϊμου, σκοτώθηκε στον πόλεμο. Η μητέρα του, μακρινή συγγενής της οικογένειας του οσίου Ιωαννικίου, παρόλο που συναισθανόταν το βάρος της χηρείας, αποφάσισε να αλλάξει ζωή και τόπο διαμονής. Μαζί με τα δύο παιδιά της έφυγε από την Ελαία, κοντά στην Πέργαμο, και εγκαταστάθηκε στη Φρυγία εν τινι χωρίο, ο του Πέτρου μεν λέγεται, προσεχές δε έστι τοις τού Μαρυκάτου κατονομαζομένοις. Εκεί φρόντισε για την εκπαίδευσή τους αναθέτοντάς την στη μονή του Αγίου Στεφάνου. Ο Φαντίνος ο Νέος (+974) ζήτησε και έλαβε την ευχή της μητέρας του, όταν ο πατέρας του, βλέποντας την κλίση του οκτάχρονου γιου, αποφάσισε να τον αφιερώσει στο Θεό. Η μητέρα του Νικηφόρου, επισκόπου Μιλήτου (10ος αι.), ανήσυχη για τις ενέργειες του γιου της στο σχολείο (χάρισε κάποια μέρα το πανωφόρι του), αποφάσισε να επέμβει ενεργά, συνοδεύοντάς τον και παρακολουθώντας καθημερινά την συμπεριφορά του. Ο βιογράφος του αγίου δεν δίστασε να τας πλέξει το εγκώμιο και να θεωρήσει ως υποδειγματικό τον τρόπο που αυτή επέλεξε για την ανατροφή του γιου της.

Η μητέρα του πατριάρχη Ταρασίου (+806), έχοντας διαγνώσει από νωρίς την κλίση του, φρόντισε να μάθει ο γιος της να συναναστρέφεται μόνο τους αγαθούς και ευσεβείς από τους συνομηλίκους του και να μην έχει κακές συναναστροφές, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση του ήθους του. Ο Θεόδωρος Στουδίτης, πολέμιος του Κωνσταντίνου ς’, λόγω του μοιχικού γάμου του αυτοκράτορα που τάραξε την Εκκλησία και ταλαιπώρησε και τον ίδιο, αναγνώριζε παρ’ όλα αυτά στον αυτοκράτορα ορθή πίστη. Επιθυμώντας να αιτιολογήσει την άποψή του, αναφέρθηκε στην επιρροή που είχε δεχτεί από την εικονόφιλη μητέρα του, Ειρήνη Αθηναία.

Μέσα στο πλαίσιο της καλής ανατροφής οι μητέρες είχαν ως σκοπό να μεταδώσουν στα παιδιά τους τη χριστιανική πίστη και τη συνήθεια να μετέχουν στα εκκλησιαστικά πράγματα. Έτσι η μητέρα του Στεφάνου του Νέου (+767) έπαιρνε μαζί της το μικρό Στέφανο στις αγρυπνίες που γίνονταν προς τιμήν των αγίων.

Από τις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η αγωγή και η μόρφωση των παιδιών αποτελούσαν καθήκον και υποχρέωση των γονέων και οι δύο από κοινού έδιναν τις κατευθυντήριες γραμμές της αγωγής, ενώ η μητέρα ήταν εκείνη που αναλάμβανε τα πρακτικά θέματα. Η παραμονή συνήθως μέσα στο σπίτι εξασφάλιζε την σταθερή και αδιάλειπτη παρουσία της δίπλα στο παιδί. Απαραίτητη ήταν όμως και η δική της κατάρτιση, έτσι ώστε να είναι σε θέση να μεταδώσει γνώσεις και αρχές.

Αυτός ήταν ο κανόνας με απαραίτητη προϋπόθεση την σύμπνοια των δύο γονέων και την ταύτιση των πεποιθήσεών τους, θρησκευτικών και κοινωνικών. Όταν όμως οι απόψεις διέφεραν, χωρίς ποτέ από την πλευρά της γυναίκας να είναι δυνατή η δημόσια έκφρασή τους, επιβάλλονταν πάντοτε οι πατρικές με την ακούσια συγκατάθεση ή την υποχώρηση της μητέρας, η οποία εκαλείτο να παραβεί τις θέσεις της υπακούοντας τυφλά στη θέληση του συζύγου. Η μητέρα αποκτούσε το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και υποστήριξης των απόψεών της, όταν διέφεραν από αυτές του συζύγου της, μόνο μετά το θάνατό του.

Ο Βίος του αγίου Βάκχου του Νέου (8ος αι.) είναι αποκαλυπτικός. Ο άγιος γεννήθηκε στο Μαϊουμά της Παλαιστίνης από πατέρα εξισλαμισμένο, μετά το γάμο του, και μητέρα πιστή στο χριστιανισμό. Ο νεαρός Βάκχος, που ονομαζόταν Δακάχ, και οι έξι αδελφοί του ανατράφηκαν και εκπαιδεύτηκαν τω οικείω (του πατέρα) της παρανομίας έθει. Η μητέρα του, θεοσεβής ούσα, την μυσαρότητα τού παρανόμου ανδρός θεωρούσα ηνιάτο και λαθραίως ταις εκκλησίαις των χριστιανών προσεδρεύουσα, ικέτευε τον θεόν της μυσαράς χωρισθήναι τού ανδρός επιμιξίας και τη των χριστιανών συναφθήναι εκκλησία συν τοις τέκνοις αυτής. Ήταν ωστόσο υποχρεωμένη να δέχεται τις απόψεις του άνδρα της, η παρουσία της στις χριστιανικές συναθροίσεις γινόταν κρυφά και στα παιδιά της έδινε την επιβεβλημένη από τον πατέρα αγωγή. Μετά τον θάνατο του τελευταίου ο νεαρός Δακάχ απαλλάχτηκε από το φόβο και απευθύνθηκε στη μητέρα του εκφράζοντας την επιθυμία του να γίνει χριστιανός. Είναι προφανές ότι ο γιος γνώριζε την αληθινή πίστη της μητέρας του, γεγονός που σημαίνει ότι, πιθανότατα, εκείνη κρυφά είχε μπορέσει να επηρεάσει τουλάχιστον ένα από τα παιδιά. ο Βάκχος δεν αρκέστηκε μόνο στη μεταστροφή του στο χριστιανισμό αλλά ασπάστηκε το μοναστικό βίο και, όταν συναντήθηκε με την μητέρα του, ομολόγησε την συμβολή της στο δρόμο που είχε επιλέξει. Εντυπωσιακή είναι και η επιρροή που εκείνη άσκησε και στα υπόλοιπα έξι παιδιά μετά την επιστροφή της από τα Ιεροσόλυμα στο Μαϊουμά· διηγούμενη την συνάντηση της με τον Βάκχο κατόρθωσε να τους πείσει να βαπτιστούν χριστιανοί συν γυναιξί και τέκνοις. Ακόμη μία φορά οι μητρικές συμβουλές οδήγησαν στην οδό της σωτηρίας.

Αναγνωριζόταν λοιπόν στη μητέρα το δικαίωμα της προσωπικής αντίληψης και θεώρησης των πραγμάτων, όταν αυτές ήταν συνυφασμένες με την ορθή πίστη και τις κοινωνικά και ηθικά αποδεκτές αξίες.

 

 

Η ΣΥΖΥΓΟΣ

 

και συνεργός εδόθη... τω ειρημένω ανδρί

και ζεύγος απεφάνθη χρυσούν

Βίος Θωμαϊδος Α, 234, κεφ. 3

 

Η θέση της συζύγου μέσα στη βυζαντινή οικογένεια ενδυναμώθηκε από την Εκλογή. Οι αρμοδιότητες, που η νομοθεσία των Ισαύρων της κατοχύρωσε, κατέστησαν το ρόλο της διακριτό από εκείνον του συζύγου και οριοθέτησαν την δράση της. Η συναίνεση της μητέρας στη μνηστεία και στο γάμο των παιδιών, η διοίκηση των του οίκου, καθώς και η διαχείριση ιδιαίτερης περιουσίας ανύψωσαν την θέση της μέσα στην οικογένεια. Στην έννοια οίκος, που καθόριζε τα όρια του ιδιωτικού χώρου των Βυζαντινών, συμπεριλαμβάνονταν, εκτός από την οικία, και το σύνολο των ανθρώπων που ζούσαν και εργάζονταν εκεί. Τα καθήκοντα επομένως της Βυζαντινής, έστω κι αν περιορίζονταν στον ιδιωτικό χώρο, ήταν ωστόσο αυξημένα.

Παρ’ όλα αυτά η εικόνα της συζύγου στα αγιολογικά κείμενα εμφανίζεται περισσότερο δυσδιάκριτη από εκείνη της μητέρας, που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του αγίου. Οι σύζυγοι των βιογραφούμενων προσώπων αρκούνταν συνήθως σε μία αναφορά σχετική με την τέλεση του γάμου και πολλές φορές στην πορεία του Βίου αγνοούνται. Ακόμη και όταν οι άγιοι αποφάσιζαν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους για να αφιερωθούν στο Θεό δεν γνωρίζουμε πάντοτε το μέλλον της γυναίκας τους.

Ο Θεόδωρος Κυθήρων αναγκάστηκε από τον πρωτοπαπά του Ναυπλίου να παντρευτεί μία γυναίκα με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Το όνομά της δεν αναφέρεται, αν και στη συνέχεια του Βίου η σύζυγος επανεμφανίζεται. Ο όσιος Πέτρος παντρεύτηκε, έγινε πατρίκιος και έλαβε μέρος στην εκστρατεία του Νικηφόρου Α’ εναντίον των Βουλγάρων το 811. Συνελήφθη μετά την καταστροφή και με θαυματουργό τρόπο απελευθερώθηκε. Αποφάσισε τότε να γίνει μοναχός στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Καμία αναφορά δεν υπάρχει στη γυναίκα του, η τύχη της οποίας αγνοείται. Ο κυνηγός, που ανακάλυψε τον Πέτρο τον Αθωνίτη, όταν αυτός κρυβόταν σε σπήλαιο στον Άθω, θέλοντας να παραμείνει κοντά στον άγιο δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για την τύχη της γυναίκας του. Στο Μελέτιο το Νέο επιδίωξαν να δώσουν οι γονείς του μία νύφη δι’ ής ώοντο χαριείσθαι τω νέω, χωρίς να μαθαίνουμε ούτε το όνομα ούτε τίποτε άλλο γι’ αυτήν.

Ο αρχάγγελος Μιχαήλ σύνεστησε στον όσιο Χριστόφορο να μην υπολογίσει τις διαμαρτυρίες της συζύγου του και να μην αναλογιστεί την τύχη της προκειμένου να γίνει μοναχός. Φρόντισε όμως να τον καθησυχάσει λέγοντάς του ότι ο Κύριος ό μη τερπόμενος επί απωλεία ανθρώπων κακείνην και τον καρπόν της οσφύος υμών, πάντας σωθήναι βούλεται και μοναχούς γενέσθαι. Στο ίδιο Πνεύμα είναι και η ιστορία συγκλητικής, την οποία εγκατέλειψε ο σύζυγός της με τρία παιδιά για να γίνει μοναχός. Η γυναίκα, έρημος τού ανδρός καταλειφθείσα και τοις κακοίς της χηρείας τρυχομένη, αναρωτιόταν: μηδένα δε μώμον εν εμοί ευρών, όμως κατέλιπέ με χήραν και προστασίας έρημον πάσης. Ο σύζυγός της εμφανίστηκε σε όνειρο στον στυλίτη μοναχό Ιωάννη, στον οποίο ανέθεσε να την καθησυχάσει και να την καθοδηγήσει να γίνει μοναχή. Μετά το θάνατο των δύο παιδιών της και τη σωτηρία του τρίτου από βέβαιο θάνατο, με τη βοήθεια εταίρας που μετανόησε για τη ζωή της, η γυναίκα έλαβε το μοναχικό σχήμα. Στο Απόσπασμα του Βίου του πατριάρχη Ευθυμίου αναφέρεται ο Ιερός Ανδρέας, ο οποίος, όταν αποφάσισε να μείνει διά βίου στην εκκλησία του, θέλησε να παρηγορήσει προηγουμένως την σύζυγο και μητέρα των παιδιών του.

Οι γυναίκες τύχαιναν ιδιαίτερης αναφοράς μόνον όταν οι αντιλήψεις και οι επιθυμίες τους ταυτίζονταν με εκείνες των συζύγων και όταν τους ακολουθούσαν στις αποφάσεις για απομάκρυνση από τα εγκόσμια και καταφυγή στη μοναστική ζωή. Το όνομα της συζύγου του Θεοφάνη του Ομολογητή είναι γνωστό, γιατί η Μεγαλώ αποδείχτηκε ομοϊδεάτισσα και συνοδοιπόρος του συζύγου της.

 

Η ιδανική σύζυγος

Η επιλογή της ιδανικής συζύγου, μέλημα των γονέων, γινόταν με αυστηρά κριτήρια. Παρά το ύφος, το σκοπό και τη δομή των αγιολογικών κειμένων όμως, ακόμη και από αυτά προκύπτει ότι οι Βυζαντινοί δεν έμεναν αδιάφοροι και απαθείς μπροστά στο σωματικά κάλλος. Και ενώ, λογικά, προτάσσονται τα ψυχικά χαρίσματα και οι χριστιανικές αρετές, συχνά δεν παραλείπονται και οι σωματικές. Η φυσική ομορφιά της νύφης τονίζεται, υπαρκτά ή όχι, και το γνωμικό «οία η μορφή οία και η ψυχή» αποτυπώνεται και εκφράζεται σε κείμενα, που κατεξοχήν εξυμνούν την εγκατάλειψη του σώματος και τη φροντίδα μόνο της ψυχής.

Η μητέρα του Ευθυμίου του Νέου, χήρα από την εποχή που ο άγιος ήταν μόλις επτά ετών, αποφάσισε να αναζητήσει νύφη για τον γιο της, προκειμένου και των φροντίδων αυτώ συγκοινωνήση το γύναιον και τέκνου γονή προσθήκην οίσει τω γένει επιμειούσθαι κινδυνεύοντι. Επιδίωξε να βρει γυναίκα ομότροπον τω παιδί, και επέλεξε την Ευφροσύνη, συνετή αλλά και όμορφη, πλούσια, από καλή γενιά και ικανή να ευχαριστήσει τον άντρα της ψυχικά και σωματικά. Όταν ο Βάρδας, σύζυγος της αδελφής της Μαρίας της Νέας, αποφάσισε να μιλήσει στο φίλο του Νικηφόρο, θέλοντας να τον πείσει να παντρευτεί την Μαρία, εξέθεσε τα χαρίσματά της: Έστι τη εμή συζύγω αδελφή παρθένος, και η παρθένος σφόδρα καλή, ου μόνον την όψιν, αλλά και την ψυχήν, ως αντιλάμπειν το έσωθεν κάλλος τω κάλει τού σώματος.

Ο Νείλος ο Νέος, αν και επιθυμούσε να παραμείνει αγνός, δοκιμαστικέ από το διάβολο, ο οποίος ήρξατο κατατοξεύειν τας των γυναικών αγάμους, επί τω κάλλει τού νέου· ου μην αλλά και επί τη καλλιφωνία της ψαλμωδίας αυτού και τη εν άπασι διεγέρσει και επιτηδειότητι. Δεν κατάφερε να ξεφύγει από τα ερωτικά βέλη μιας αυτών, ωραιότητι μεν και φύσεως κάλλει τας άλλας υπερβαλλούσης, εκ γένους δε ευτελούς και του τυχόντος καταγομένης. Ζεύγνυται τοίνυν αυτή… .

Ένα σημαντικό προσόν της ιδανικής νύφης, ιδιαίτερα νια τους αγίους, που κατά το πρότυπο των Βίων κατάγονταν από καλή και ένδοξη γενιά, ήταν η προέλευση της από ανάλογο κοινωνικό στρώμα με το μελλοντικό σύζυγό της. Οι γάμοι μεταξύ ατόμων από διαφορετικό κοινωνικό στρώμα δεν επιδοκιμάζονται στα αγιολογικά κείμενα. Η περίπτωση του Νείλου του Νέου είναι εύγλωττη. Παντρεύτηκε γυναίκα από ευτελές και τυχαίο γένος, ακριβώς επειδή ο γάμος του ήταν διαβολική ενέργεια και ο άγιος έπρεπε να δοκιμαστεί.

Ο Παύλος επίσκοπος Μονεμβασίας κατέδειξε στις ψυχωφελείς διηγήσεις του την κοινωνική κατακραυγή που αντιμετώπιζαν, όσοι, κυρίως άντρες, είχαν την ατυχία να παντρευτούν γυναίκες κατώτερου κοινωνικού στρώματος. Στην διήγηση του Περί της γυναικός της ευρεθείσης εν τη νήσω μετά του υιού αυτής αναφέρεται στην ιστορία μιας γυναίκας και του γιου της, που συνάντησε ένας ιερέας σε κάποιο νησί —δεν κατονομάζεται— κατά την επιστροφή του από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Η γυναίκα καταγόταν από την Λάρισα και ήταν κόρη φτωχών γονέων που πέθαναν πολύ νωρίς. Ένας από τους άρχοντες την λυπήθηκε, την πάρε στο σπίτι του, όπου την ανέθρεψε και την εκπαίδευσε σαν κόρη του. Μόλις η νεαρή κοπέλα έφτασε σε ηλικία γάμου, ο άρχοντας την πάντρεψε με το μοναχογιό του, μη βδελυξάμενος την εμήν πτωχείαν και δυσγένειαν, όπως η ίδια διηγήθηκε. Όμως οι συγγενείς και οι φίλοι του νεαρού ωνείδιζον αυτόν καθ’ εκάστην, λέγοντες· «τι έστι τούτο ο εποίησεν ο πατήρ σου εις σε ότι ούχ ευρέθη πώποτε γυνή ομοία της υμετέρας υπερηφανείας, ότι ταύτην την πενιχράν και δυσγενή δέδωκέ σοι γυναίκα;». Παρά την αντίδραση του νεαρού, ο οποίος ισχυριζόταν ότι εκείνο που προείχε στην επιλογή της συζύγου δεν ήταν ο πλούτος και η ευγενική καταγωγή αλλά η αρετή της κοπέλας, οι φίλοι του δεν έπαυαν να τον περιπαίζουν. Η γυναίκα δεν άντεχε την καθημερινή δοκιμασία του συζύγου της και του πρότεινε να της δώσει την άδεια να καρεί μοναχή, ώστε, ελεύθερος πια, να παντρευτεί γυναίκα ομοίαν... περιφανή και ένδοξον. Η εμμονή όμως του άνδρα στην απόφαση του πατέρα του και στη διατήρηση του γάμου ανάγκασαν τελικά την σύζυγό του να εγκαταλείψει το σπίτι τους, να μπει στο καράβι και να αποβιβαστεί σε ένα νησί. Εκεί παρέμεινε επί τριάντα χρόνια, παρόλο που στο μεταξύ, αμέσως μετά την άφιξή της, ανακάλυψε ότι ήταν έγκυος. Γέννησε μόνη ένα γιο και έζησαν οι δυο τους με την φροντίδα του Θεού για τις καθημερινές ανάγκες της επιβίωσής τους.

Ο Παύλος Μονεμβασίας με την διήγηση αυτή θέλησε να καταδείξει το μέγεθος του προβλήματος που ενδέχετο να προκύψει από έναν αταίριαστο κοινωνικά γάμο, ο οποίος ωστόσο ήταν δυνατό να συναφθεί και να γίνει αποδεκτός από μέλη της αριστοκρατίας. Η επιθυμία του άρχοντα να παντρέψει το μοναχογιό του με κοπέλα ταπεινής καταγωγής, της οποίας όμως γνώριζε τα ψυχικά και πνευματικά χαρίσματα, καθώς και η προθυμία του γιου να αποδεχτεί το γάμο και να παραμείνει πιστός σε αυτόν, παρά την κοινωνική κατακραυγή, πιστοποιούν ότι παρόμοιοι γάμοι δεν ήταν κοινωνικά απαγορευμένοι έστω και αν ήταν κατακριτέοι. Από την άλλη πλευρά, η επιθυμία και η εμμονή της γυναίκας να ελευθερωθεί ο σύζυγός της, που την καθήλωσαν μόνη και απροστάτευτη σε ένα νησί με την ευθύνη της ανατροφής ενός παιδιού, μαρτυρούν την ένταση του κοινωνικού προβλήματος και παράλληλα την αυτοσυνειδησία της γυναίκας που την οδήγησε στην αυτοθυσία.

Ακόμα και οι βασιλικές νύφες, οι μελλοντικές αυγούστες, κατά τα αγιολογικά κείμενα, υπάκουαν στο πρότυπο που προβάλλεται και για τις συζύγους των κοινών θνητών.

Στο διαγωνισμό που οργάνωσε η Ειρήνη Αθηναία προκειμένου να βρει την κατάλληλη νύφη για το γιο της, Κωνσταντίνο ς’, έλαβαν μέρος και οι εγγονές του οσίου Φιλαρέτου. Από το Βίο του οσίου πληροφορούμαστε ότι η κόρη του Γεροντιανού, πλουσία υπάρχουσα σφόδρα και καλή τω είδει, ήταν σίγουρη για τον εαυτό της και πίστευε ότι με εφόδια την ομορφιά και τον πλούτο της θα επιλεγεί ως βασιλική σύζυγος και μελλοντική αυγούστα: Εγώ ακριβώς επίσταμαι ότι και πλουσιωτέρα και ευμορφοτέρα υπάρχω καμοί έχει επιλέξεσθαι ό βασιλεύς’. Όταν ωστόσο παρουσιάστηκε στην Ειρήνη, στο γιο της και στο λογοθέτη Σταυράκιο, ος άπαντα εδιοίκει τα του παλατίου, της είπαν: ‘Καλή μεν υπάρχεις και ωραία, αλλά προς βασιλέαν ου ποιείς’. Στην θέα όμως των τριών εγγονών του Φιλαρέτου εξέστησαν επί τω κάλλει αυτών και ηδύνθησαν επί τη καταστολή και τη συνέσει αυτών, επί τε το σύσχημον βήμα αυτών. Αμέσως η πρώτη, η Μαρία, μνηστεύτηκε τον Κωνσταντίνο, η δεύτερα τον πατρίκιο Κωνσταντινάκιο και την τρίτη ζήτησε σε γάμο ο Αργούσης, βασιλιάς των Λογγοβάρδων. Τα απαιτούμενα προσόντα για τη βασιλική σύζυγο δεν ήταν μόνοι η καλή καταγωγή, η ομορφιά και ο πλούτος. Εκείνα που εντυπωσίασαν ήταν η σύνεση και η συστολή της υποψήφιας νύφης.

Στις περιπτώσεις των βασιλικών γάμων που αναφέρονται στους Βίους των αγίων απουσιάζουν τελείως οι πραγματικοί λόγοι σύναψής τους. Πολιτικές σκοπιμότητες και επιγαμίες ισχυρών οικογενειών, που συνιστούσαν τα βασικά αίτια των βασιλικών συνοικεσίων, αγνοούνται από τους συγγραφείς.

 

Οι σχέσεις των συζύγων

Οι σχέσεις των συζύγων περιγράφονται αρμονικές κυρίως όσον αφορά στους γονείς των βιογραφούμενων αγίων. Η σύμπνοια, η συνέργεια και η αλληλοβοήθεια στηρίζουν και ενδυναμώνουν το γάμο, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται από κοινού.

Στο Βίο της αγίας Θωμαΐδος απαντά μία από τις πολλές, κοινότυπες ενδεχομένως, περιγραφές της σωστής και ολοκληρωμένης συμβιώσεις γονέων αγίων, καθώς και η εικόνα της ιδανικής συζύγου. Ο πατέρας της οσίας παντρεύτηκε την Καλή (η σημασιολογία του ονόματος είναι προφανής), η οποία στάθηκε για το σύζυγό της συνεργός τού βίου. Σύμφωνα με το βιογράφο ήταν το ήθος καλλίστη, καλλίων δε την ψυχήν, σωφρονούσα μάλλον, το δ’ αληθές ειπείν ομοφρονούσα τανδρί, την πολιτείαν επαινετή, την γνώμην συνετή καλή την προαίρεσιν·... καντεύθεν και συνεργός εδόθη κατ’ αυτόν η Καλή τω ειρημένω ανδρί και ζεύγος απεφάνθη χρυσούν, ζεύγος τρισεύδαιμον και μακάριον, τον ευαγγελικόν ευτόνως έλκον ζυγόν και φυλάττον τα θεία θεσπίσματα. […] Αλλ’ όπερ ελέγομεν ούτω μεν η Καλή τον βίον ομού και θεάρεστος ανδρί νομίμως ομοτρόπω συνέζευκτο· και ην οράν άμφω φρονούντες θαμά τα του βίου περιφρονούντας καλά, ομονοούντας, συμπνέοντας· πλούτου δε και χρημάτων ήσαν έχοντες ικανώς, ούτε πενία συνδουλούμενοι ούτ’ αυ χρημάτων βάρεσιν εξοιδούμενοι αλλά τη μέση τύχη προσελαυνόμενοι και της αρετής αυτών τρανές ως οίμαι τεκμήριον.

Αντίθετα, οι σχέσεις όσων αγίων παντρεύτηκαν δεν ήταν πάντα αρμονικές και σε ορισμένες περιπτώσεις περιγράφεται συζυγική διαβίωση που δεν αποτυπώνει ένα σωστό χριστιανικό γάμο.

Στον ίδιο Βίο, της αγίας Θωμαΐδος, περιγράφεται εκτενώς ο «αντι-γάμος», όπως έχει χαρακτηριστεί. Η Θωμαϊς αναγκάστηκε παρά τη θέλησή της, πειθαρχώντας στην επιθυμία των γονέων της, να παντρευτεί το Στέφανο (και αυτού το όνομα είναι συμβολικό, καθώς ήταν στέφανος μαρτυρίου για την αγία) ο οποίος αποδείχτηκε ου.. συνεργός κατ’ αυτήν αλλά μαχητής, ου συνέριθος αλλά μάλα πολέμιος.

«Αντι-γάμοι» όταν και οι δύο γάμοι της Αθανασίας της Αιγίνης. Ο πρώτος ήταν μάλλον μη-γάμος, αφού διήρκεσε μόνο δεκαέξι ημέρες καθώς ο σύζυγός της σκοτώθηκε από τους Άραβες κρίμασιν οίς οίδε Θεός. Ο δεύτερος σύζυγός της ήταν ειδωλολάτρης και τα χρόνια που έζησε μαζί του, όπως περιγράφονται στο Βίο, κάθε άλλο παρά προς την εικόνα του τέλειου γάμου συντείνουν. Η Αθανασία ασχολείτο με την ανάγνωση των θείων γραφών, έκανε συνεχώς ελεημοσύνες ξοδεύοντας αφειδώς την οικογενειακή περιουσία, σε βαθμό που να μην επαρκεί πλέον για τις καθημερινές ανάγκες. Οι φτωχοί, οι χήρες και τα ορφανά ήταν κάτω από τον προστασία της και οι μοναχοί έβρισκαν φιλοξενία στο σπίτι της. Σε ένα λιμό δεν φρόντισε να δώσει τροφή μόνο στους χριστιανούς αλλά και στους Αθίγγανους που υπέφεραν. Σε όλα αυτά δεν υπήρχε αντίδραση από το σύζυγό της, ο οποίος όχι μόνο έγινε χριστιανός αλλά πείστηκε να ασπαστεί το μοναχισμό, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα στην Αθανασία να πραγματοποιήσει και εκείνη την επιθυμία της. Αν θεωρήσουμε ότι σκοπός του γάμου όταν η γέννηση παιδιών, οι γάμοι της Αθανασίας όταν και οι δύο αποτυχημένοι.

Τη μορφή «αντι-γάμου» έχει και ο γάμος του Θεοδώρου Κυθήρων. Παντρεύτηκε μία γυναίκα χωρίς να το επιθυμεί. Έκανε μαζί της δύο παιδιά και στη συνέχεια αδιαφόρησε και για τους τρεις. Όταν μετά τη χειροτονία του σε διάκονο από τον επίσκοπο Άργους βρισκόταν σε άσχημη ψυχική κατάσταση, έχοντας στην καρδιά του την επιθυμία να γίνει μοναχός, δεν σκέφτηκε να συζητήσει με την γυναίκα του αλλά την αγνοούσε. Οι φίλοι του όταν εκείνοι στους οποίους άνοιξε την καρδιά του και αποφάσισε να φύγει κρυφά με πλοίο για την Ρώμη, όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Μονεμβασία επιθυμώντας να περάσει στα Κύθηρα. Εκεί τον εντόπισε η γυναίκα του και, στέλνοντας επιστολή στον τοπικό επίσκοπο, τον παρακάλεσε να στείλει το Θεόδωρο στο Ναύπλιο, όπου ζούσε, για να της δώσει την άδεια να καρεί και εκείνη μοναχή. Ο Θεόδωρος, προφασιζόμενος ότι τα γράμματα δεν ήταν της γυναίκας του την αγνόησε ακόμη μία φορά και έμεινε πιστός στην απόφασή του να μην έχει καμία σχέση με την οικογένειά του.

Η «τέλεια» γυναίκα λοιπόν έπρεπε να διαθέτει εξαιρετικά ηθικά, ψυχικά και νοητικά χαρίσματα για να πληροί το ρόλο της συζύγου. Για να είναι όμως επιτυχημένη η συμβίωση, το ζεύγος έπρεπε να έχει σύμπνοια και ομοφωνία, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις εξασφαλιζόταν με την υπακοή της γυναίκας και την αποδοχή εκ μέρους της των απόψεων του συζύγου, όταν τύχαινε να έχει διαφορετική θέση. Ακόμη και η ίδια η αυγούστα Θεοδώρα δεν τολμούσε, όσο ζούσε ο Θεόφιλος, να φανερώσει την προσήλωσή της στη λατρεία των εικόνων, φοβούμενη τις αντιδράσεις του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι αμφίβολο κατά πόσον ο αυτοκράτορας αγνοούσε πράγματι την πίστη της γυναίκας του ή άλλοι λόγοι του επέβαλλαν να σιωπά.

 

Υπακοή στο σύζυγο

Η Βυζαντινή όταν υποχρεωμένη να σέβεται και να υπακούει το σύζυγό της. Όταν οι αρχές και η πίστη της έρχονταν σε σύγκρουση με εκείνες του συζύγου της, φανερά μεν υπάκουε σε αυτόν στην πραγματικότητα όμως, και μόνο σε θέματα πίστης, ακολουθούσε ό,τι εκείνη θεωρούσε σωστό.

Οι γονείς του Βάκχου του Νέου δεν ασπάζονταν την ίδια πίστη. Ο πατέρας του της ιεράς των χριστιανών αποστάς λατρείας τη μυσαρά των Αγαρηνών προσήλθε λατρεία. Και τα επτά παιδιά που απέκτησαν ανατράφηκαν τω οικείω της παρανομίας έθει, καθώς η μητέρα του δεν τολμούσε να εναντιωθεί στη θέληση του συζύγου της όσο αυτός βρισκόταν στην ζωή. Παρ’ όλα αυτά, λαθραίως ταις εκκλησίαις των χριστιανών προσεδρεύουσα διατηρούσε την πίστη της και παρακαλούσε τον Θεό μυσαράς χωρισθήναι τού ανδρός επιμιξίας για να μπορέσουν ελεύθερα τόσο η ίδια όσο και τα παιδιά της να ενωθούν στην Εκκλησία του Χριστού.

Στον ίδιο Βίο αποκαλύπτονται οι επιπτώσεις ανυπακοής της συζύγου. Η μητέρα των επτά αδελφών επιστρέφοντας από τα Ιεροσόλυμα, όπου είχε συναντήσει το Βάκχο και της είχε διηγηθεί πώς έγινε χριστιανός και μοναχός, έπεισε και τα άλλα έξι παιδιά της να βαπτιστούν χριστιανοί μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Έφυγαν σε αλλοδαπή χώρα γιατί, καθώς είχαν αλλαξοπιστήσει, φοβόντουσαν τους Αγαρηνούς. Εις δε τις τού αριθμού των επτά συνεζευγμένος γυναικί ακάμπτω και θηριώδει, μη συναιρούσης αυτώ ανδρί επί τη τού Χριστιανισμού πίστει, απελθούσα δήλα τοις απίστοις πάντα πεποίηκεν. Από εκεί ξεκίνησαν οι διωγμοί του Βάκχου. Η γυναίκα που δεν υποτάχτηκε στην ανδρική θέληση και φέρθηκε κατά αυτό τον τρόπο ήταν αλλόθρησκη, καθώς μία καλή χριστιανή δεν θα φερόταν έτσι στο σύζυγο και στην οικογένειά του.

 

 

 

 

Υ.Γ. Αντιγραφέα για λογαριασμό της σελίδας: Είναι απίστευτος ο αριθμός των παραπομπών και σημειώσεων της κυρίας Νικολάου. Θεωρώ επίσης πως αν κάποιος δεν έχει το ίδιο το βιβλίο στα χέρια του, το ελάχιστο κείμενο που παραθέτω είναι ημιτελές για τον αναγνώστη.

Επιπλέον, στο ίδιο το βιβλίο θα βρει κάποιος την Βυζαντινή Γυναίκα ως παιδί, ως αδελφή, πληροφορίες για την τέλεση του γάμου της, την ηλικία για την σύσταση του γάμου αλλά και το πώς γινόταν η επιλογή του συζύγου της, τις φιλονικίες της με αυτόν και τις περιποιήσεις προς αυτόν, την χηρεία της και πολλά άλλα κεφάλαια που πραγματικά δικαιολογούν την τεράστια βιβλιογραφία και την επιστημονικότητα του έργου της συγγραφέα.

 

 

ΠΗΓΗ*: Το εξαίρετο βιβλίο της κυρίας Κατερίνας Νικολάου, Η Γυναίκα Στη Μέση Βυζαντινή Εποχή –κοινωνικά πρότυπα και καθημερινός βίος στα αγιολογικά κείμενα-, από τις εκδόσεις του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών-Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών (μονογραφίες 6), Αθήνα 2005.

 

 

 

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com