Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ

Ο Λουδοβίκος Θ’ τής Γαλλίας, ό «άγιος» Λουδοβίκος.
ήταν μιά ξεχωριστή μορφή μεταξύ των μοναρχών τού Μεσαίωνος. Σε αυτό τον εξαίρετο άνθρωπο και ηγεμόνα στράφηκε ό Μιχαήλ Δ’ Παλαιολόγος σε μιά απελπισμένη προσπάθεια, για να αποτρέψη μιά νέα επιδρομή των Λατίνων στην Ανατολή. Κατά την διάρκεια τής Εβδόμης Σταυροφορίας, τελευταίας στην ιστορία τής Χριστιανοσύνης, ό Λουδοβίκος πέθανε.

Η ομάδα των ιερέων και των γραμματικών, των υπηρετών και των στρατιωτών πορευόταν αργά, με κόπο, στα δύσβατα ορεινά μονοπάτια τής Αλβανίας, στο μακρύ ταξίδι τους από την Κωνσταντινούπολι. Τα πλούσια άμφια των ιερέων, τα διακοσμημένα, με πετράδια, χάμουρα και οι κεντημένες ιπποσκευές των αλόγων, ό αριθμός των υπηρετών και, προπαντός, τα βαριά φορτωμένα και άγρυπνα φρουρούμενα υποζύγια με το αυτοκρατορικό έμβλημα, μαρτυρούσαν ότι ήσαν άνθρωποι σημαντικοί, πού ταξίδευαν για υποθέσεις τού αυτοκράτορος. Ήταν καλοκαίρι τού 1270. Μια πρεσβεία τού αυτοκράτορος τού Βυζαντίου Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου πήγαινε να επισκεφθή τον βασιλέα τής Γαλλίας.
Δεν ήταν μιά απλή αποστολή καλής θελήσεως. Είχε ζωτική σημασία για την ασφάλεια τής Αυτοκρατορίας. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, ό Κάρολος Άνζού, αδελφός τού Αγίου Λουδοβίκου Ε’ τής Γαλλίας, είχε κατακτήσει τη Σικελία. Αντίθετα από τον αδελφό του, ό Κάρολος δεν ήταν άγιος αλλά ένας σκληροτράχηλος Γάλλος τού Βορρά, λαμπρός στρατιώτης και ένας τετραπέρατος, φιλόδοξος άνθρωπος. Αν και είχε κληρονομήσει τις κομητείες του Μαίν και τού Άνζού και είχε νυμφευθή την κληρονόμο τής πλούσιας Προβηγκίας, οι φιλοδοξίες του κάθε άλλο παρά είχαν ικανοττοιηθή. Ακόμη και ό θρόνος της Σικελίας δεν αποτελούσε παρά το πρώτο, αν και σημαντικό, βήμα προς την επίτευξι τού μεγάλου σκοπού του: να φορέση το Στέμμα τού Βυζαντίου. Δεν είχε μόνο ό Κάρολος αυτές τις φιλοδοξίες. Από την εποχή ακόμη τής νορμανδικής κατακτήσεως, τον 11ο αιώνα, οι ηγεμόνες τής Σικελίας έστρεφαν το άπληστο βλέμμα τους προς την πλούσια Κωνσταντινούπολι. Την όρεξι των ηγεμόνων τής Δύσεως άνοιγαν ιδιαίτερα τα τεράστια λάφυρα από την λεηλασία της το 1204. Ξεκινώντας από την Βενετία με την πρόθεσι να απελευθερώση τούς Αγίους Τόπους από τούς Απίστους, ή Τετάρτη Σταυροφορία παρεξέκλινε από την πορεία της. Οι Σταυροφόροι επετέθησαν με αγριότητα εναντίον ενός αδελφού χριστιανικού κράτους, το οποίο, παρ’ όλα τα σφάλματά του, είχε αποκρούσει επί εξακόσια σχεδόν χρόνια την δύναμι τού Ισλάμ και είχε εμποδίσει Άραβες και Τούρκους να εισβάλουν στην Ευρώπη. Όταν το 1261, ύστερα από πενήντα επτά χρόνια φραγκοκρατίας, οι Βυζαντινοί ανέκτησαν την Πόλη, ή Βασιλεύουσα δεν ήταν πια ή πρωτεύουσα μιάς πλούσιας και ισχυρής αυτοκρατορίας. Οι εχθροί απειλούσαν τα σύνορά της από όλες τις πλευρές, αλλά ό μεγαλύτερος κίνδυνος προερχόταν για μιά ακόμη φορά από την Δύσι —από τον βασιλέα Κάρολο τής Σικελίας.
Επειδή διέθετε πολύ μικρότερο στρατό από εκείνον πού μπορούσε να συγκεντρώση ό εχθρός του, ό αυτοκράτωρ υποχρεώθηκε να βρή άλλα μέσα, για να αντιμετωπίση τον κίνδυνο των Άνζού. Με την ελπίδα ότι θα εξασφάλιζε την τού πάπα, είχε προτείνει ήδη την ένωσι τής Ορθοδόξου και τής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πού είχαν χωρισθή πριν από δυό αιώνες για δογματικούς λόγους. Ο πάπας Κλήμης Δ’ αμφέβαλε κάπως για την ειλικρίνεια τού Μιχαήλ, αλλά επιθυμούσε με θέρμη την ένωσι των Εκκλησιών. Καθώς ή υποταγή τής Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Ρώμη φαινόταν προτιμότερη από μιά ένωσι πού θα την επέβαλε ή δύναμις των όπλων, είχε απαγορεύσει στον Κάρολο να κινηθή εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως όσο διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις.
Αλλά ό Κλήμης είχε πεθάνει το 1268, δυό χρόνια πριν ή αποστολή ξεκινήση για την Γαλλία. Αν και ό Κάρολος δεν θα έφθανε ποτέ στο σημείο, να παρακούση μιά ρητή
διαταγή τού πάπα, ήταν αποφασισμένος να μην ανεχθή άλλες επεμβάσεις στα σχέδιά του και περιέπλεξε έτσι τα πράγματα στην Αγία Έδρα, ώστε να μη εκλεγή διάδοχος τού Κλήμεντος παρά μόνο ύστερα από τρία χρόνια.
Ως το 1270 όλες οι απόπειρες αντιδράσεως των Σικελών στους Άνζού είχαν εξουδετερωθή και ό Κάρολος ήταν ελεύθερος να στρέψη ολόκληρη την προσοχή του προς την Ανατολή. Βυζαντινοί κατάσκοποι ανέφεραν ότι, σε όλα τα λιμάνια και τα ναυπηγεία τής Νοτίου Ιταλίας και τής Σικελίας, ναυπηγούσαν και επισκεύαζαν με μεγάλη σπουδή πλοία, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουν για την κατάληψι τής Κωνσταντινουπόλεως. Με τον παπικό θρόνο κενό, ή μόνη ελπίδα αναχαιτίσεως τού Καρόλου ήταν ό Λουδοβίκος τής Γαλλίας. Ήταν γνωστό ότι, ευτυχώς, είχε εντελώς διαφορετικές απόψεις από τον αδελφό του. Όχι μόνο αποδοκίμαζε τις διαμάχες μεταξύ Χριστιανών ηγεμόνων, αλλά την εποχή ακριβώς εκείνη ήταν πολύ απησχολημένος με τις προετοιμασίες μιάς Σταυροφορίας στην Αίγυπτο και στους Αγίους Τόπους και δεν ήθελε κανένα εμπόδιο στον δρόμο του.
Το καλοκαίρι τού προηγουμένου χρόνου, ό Μιχαήλ είχε στείλει μιά πρεσβεία στην Γαλλία για να διαβεβαιώση τον βασιλέα — πού αντιπροσώπευε την κεφαλή τής Χριστιανοσύνης ελλείψει πάπα— ότι επιθυμούσε ειλικρινά την ένωσι των Εκκλησιών και να ζητήση την βοήθειά του για την επίτευξί της. Ταυτόχρονα ικέτευσε τον Λουδοβίκο να χρησιμοποιήση την επιρροή του, για να εμποδίση τον Κάρολο να επιτεθή εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως και προσφερόταν να πάρη μέρος στην προετοιμαζομένη Σταυροφορία.
Ο Λουδοβίκος δέχθηκε θερμά την πρεσβεία και συγκινήθηκε από την προσφορά τού αυτοκράτορος. Αν και, όπως είπε, δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να μιλήση εξ ονόματος τής Αγίας Έδρας για το θέμα τής ενώσεως, υποσχέθηκε να προωθήση το αίτημα τού αυτοκράτορος στο Κολλέγιο των Καρδιναλίων. Έκανε και κάτι σημαντικώτερο: έστειλε αυστηρή διαταγή στον αδελφό του να πάρη μέρος στην Σταυροφορία και να φέρη μαζί του όλες τις δυνάμεις πού συγκέντρωνε για την επίθεσί του εναντίον τής Κωνσταντινουπόλεως.
Ο Κάρολος κατεπλάγη από την διαταγή τού Λουδοβίκου. Ήταν αντίθετος σε κάθε είδους Σταυροφορία και ιδίως εναντίον τής Αιγύπτου, με την οποία είχε στενούς εμπορικούς δεσμούς.
Ο Λουδοβίκος ήταν ωστόσο πρεσβύτερος αδελφός του και βασιλεύς του και δεν τολμούσε να αγνοήση την διαταγή του. Αλλά αν ή Σταυροφορία δεν ήταν δυνατόν να αττοτραπή, μπορούσε τουλάχιστον να παρεκκλίνη από τον αρχικό σκοπό της. Ο Κάρολος έπεισε τον Λουδοβίκο ότι ή κατάκτησις τής μουσουλμανικής Τύνιδος θα ήταν ένα σημαντικό πρώτο βήμα στον δρόμο προς την Ιερουσαλήμ και ότι ό εμίρης ήταν έτοιμος να αποκηρύξη το Ισλάμ, αν ενθαρρυνόταν από μιά μικρή επίδειξι δυνάμεων εκ μέρους τής στρατιάς των Σταυροφόρων. Πράγματι ό εμίρης ήταν ευνοϊκά διατεθειμένος απέναντι στους Χριστιανούς — όχι, βέβαια, ως το σημείο να γίνη Χριστιανός και ό ίδιος — αλλά είχε εξοργίσει τον Κάρολο με την άρνησί του να εξακολουθήση να πληρώνη τον φόρο υποπλείας στους βασιλείς τής Σικελίας και επειδή παρείχε άσυλο στους Σικελούς φυγάδες.
Ο Κάρολος δεν ήταν ωστόσο ό μόνος πού αντιτίθετο στην Σταυροφορία. Για το μεγαλύτερο μέρος τής Ευρώπης οι Σταυροφορίες γενικά ανήκαν στο παρελθόν. Πολλοί λίγοι ενδιαφέρονταν σοβαρά για τούς Αγίους Τόπους. Στην ίδια την Γαλλία υπήρχε ελάχιστος ενθουσιασμός. Μερικοί από τούς πιο πιστούς φίλους τού βασιλέως συγκαταλέγονταν στους πιο σφοδρούς πολεμίους των Σταυροφοριών. Ο άρχων τής Ζουανβίλ, πού είχε πολεμήσει στην πρώτη καταστροφική Σταυροφορία του Λουδοβίκου εναντίον τής Αιγύπτου και ήταν απόλυτα αφοσιωμένος σε αυτόν, αρνήθηκε να πάρη μέρος στο νέο αυτό εγχείρημα και διεκήρυττε ότι «όσοι συμβούλευαν τον βασιλέα να το πραγματοποιήση, διέπρατταν ηθικό αμάρτημα». Από την εμπειρία του από την προηγουμένη Σταυροφορία, ό Ζουανβίλ αντιλαμβανόταν πόσο επιβλαβής θα ήταν ή απουσία τού βασιλέως από την Γαλλία και πόσο κακό θα έκαναν στην υγεία του οι συνθήκες διεξαγωγής τής Σταυροφορίας. Αλλά, αν και ήταν άρρωστος και ανίκανος να ιττττεύση, όταν οι Σταυροφόροι ξεκίνησαν τον Ιούλιο τού 1270, ό Λουδοβίκος αρνήθηκε πεισματικά να την ματαιώση ή να την αναβάλη. Ένθαρρημένος από την ανταπόκρισι στην πρώτη του έκκλησι, ό Μιχαήλ αποφάσισε να κάνη μιά ακόμη προσπάθεια να εξασφαλίση την υποστήριξι τού βασιλέως Λουδοβίκου και έστειλε τον Ιούνιο δεύτερη πρεσβεία στην Γαλλία. Επικεφαλής της ήταν ό χαρτοφύλαξ Ιωάννης Βέκκος, διακεκριμένος ιεράρχης και μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος, με μεγάλη γοητεία και οξυδέρκεια, «ένας σοφός, ρήτωρ και πολυμαθέστατος, προικισμένος από την φύσι με χαρίσματα πού δεν διέθετε κανένας από τούς συγχρόνους του»—έτσι τον περιγράφει ό ιστορικός τού 14ου αιώνος Νικηφόρος Γρηγοράς—και σε μιά εποχή βίας και διαφθοράς, αγαπώμενος και εκτιμώμενος για τον ανθρωπισμό και την ειλικρίνειά του.
Ο Βέκκος είχε κερδήσει ήδη την εμπιστοσύνη τού αυτοκράτορος με τον εύστοχο χειρισμό των βυζαντινών υποθέσεων στις προηγούμενες αποστολές του και ήταν τώρα ό μόνος κατάλληλος να ηγηθή τής πρεσβείας στην Γαλλία. Είχε οδηγίες από τον αυτοκράτορα να ευχαριστήση τον Λουδοβίκο για τις καλές εισηγήσεις του στον αδελφό του και στο Κολλέγιο των Καρδιναλίων και να ζητήση για μιά ακόμη φορά την βοήθειά του στην αποκατάστασι μόνιμης ειρήνης με τον βασιλέα Κάρολο τής Σικελίας. Επίθεσις εναντίον τής Κωνσταντινουπόλεως, θα τόνιζε ό Βέκκος, θα στερούσε μοιραία κάθε ενίσχυσι από την Σταυροφορία και, επί πλέον, θα καθιστούσε αδύνατη την συμμετοχή τού αυτοκράτορος σε αυτή. Ιδιαίτερα, είχε εντολή να διαβεβαιώση τον βασιλέα για την προθυμία τού αυτοκράτορας, τού κλήροι και τού λαού τού Βυζαντίου να δεχθούν την ένωσι τής Ανατολικής Εκκλησίας με την Δυτική, και να τού δώση την ιερή υττόσχεσι τού Μιχαήλ, ότι θα συμμορφωνόταν με οποιαδήποτε απόφασι, στην οποία θα κατέληγε ό βασιλεύς σαν μεσολαβητής μεταξύ αυτού και τού βασιλέως τής Σικελίας. Σχετικά με την ένωσι των Εκκλησιών, ό αυτοκράτωρ δεν έλεγε την αλήθεια. Οι Βυζαντινοί στο σύνολό τους—κλήρος και λαός δηλαδή—όχι μόνο δεν ήσαν πρόθυμοι να δεχθούν την ένωσι, αλλά αντιτίθεντο σφοδρά σε αυτή. Και ό ίδιος ό Βέκκος ήταν δεδηλωμένος αντίπαλος τής ενώσεως και μόνο ύστερα από μεγάλους δισταγμούς δέχθηκε την εντολή τού αυτοκράτορος και συμφώνησε να ηγηθή τής αποστολής. Εκτός από ιερωμένος ήταν και πατριώτης. Αντιλαμβανόμενος πόσο καταστροφική θα ήταν για το Βυζάντιο μιά δεύτερη εισβολή από την Δύσι, δέχθηκε να παραμερίση τις πεποιθήσεις του, για να υπηρετήση την χώρα του. Ήταν επίσης βέβαιος ότι ό Λουδοβίκος θα επέμενε όπως και πριν να προωθήση το αίτημα τού αυτοκράτορος στην Ρώμη, και έτσι προς το παρόν τουλάχιστον ούτε αυτός ούτε ή Αυτοκρατορία ήταν πιθανό να εκτεθούν σοβαρά.
Οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι διέσχισαν τα αλβανικά βουνά και κατέβηκαν αργά στο λιμάνι τής Αυλώνος, στην Αδριατική, όπου τούς περίμενε ένα καράβι για να τούς μεταφέρη στην Γαλλία. Με προφυλάξεις, εξ αιτίας τής γνωστής εχθρότητος τού Καρόλου, παρέπλευσαν τις ακτές τής Σικελίας, σταθμεύοντας τελικά για ανεφοδιασμό στο ακρωτήριο Πασσάρο, στο νοτιοανατολικό άκρο τού νησιού. Εκεί έμαθαν ότι οι Σταυροφόροι είχαν ξεκινήσει από την Γαλλία και είχαν φθάσει ήδη στην Τύνιδα. Καθώς δεν υπήρχε πια λόγος να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Γαλλία, άλλαξαν πορεία και κατευθύνθηκαν στην Αφρική. Η Τύνις φαινόταν να είναι κοντά. Οι ταξιδιώτες είχαν εγκαταλείψει με ανακούφισι τα μουλάρια τους στην Αυλώνα ύστερα από τόσες ταλαιπωρίες στους δύσβατους δρόμους. Γρήγορα ανακάλυψαν ότι ή θάλασσα μπορούσε να είναι εξ ίσου δυσάρεστη και πιο επικίνδυνη από την ξηρά. Μόλις σαλπάρησε από την Σικελία το πλοίο, συνάντησε σφοδρή θαλασσοταραχή και λίγο έλειψε να ναυαγήση. Όταν τελικά μπήκε στο λιμάνι τής Τύνιδος, οι τρομαγμένοι και ζαλισμένοι επιβάτες του αντίκρισαν με άφατη χαρά την πόλι. Δεν χρειάσθηκαν πολύ για να καταλάβουν την απελπιστική κατάστασι στην οποία βρισκόταν ό στρατός των Σταυροφόρων. Ποια τρέλλα, αναρωτιόταν ό Βέκκος, είχε οδηγήσει τον Γάλλο βασιλέα κατακαλόκαιρο στην Τύνιδα; Και πώς άντεχαν σε αυτές τις συνθήκες οι κατάφρακτοι Ιππότες, πού ήσαν συνηθισμένοι σε ψυχρότερα κλίματα; Γρήγορα θα το μάθαινε.
Λίγο μετά την άφιξί τους, ήλθε να τούς υποδεχθή στο πλοίο τους ένας από τούς συμβούλους τού βασιλέως. Έφερνε δυσάρεστα νέα. «Όλα είχαν πάει στραβά από την αρχή», τούς είπε. «Αντί να μάς υποδεχθή ό εμίρης, κλείσθηκε στα τείχη και ετοιμάσθηκε να υπερασπίση τον εαυτό του και την χώρα του. Όχι πώς χρειάζεται να καταβάλη μεγάλες προσπάθειες», πρόσθεσε πικρόχολα. «Η ζέστη, ή σκόνη και οι μύγες έχουν
αναλάβει αυτό το έργο. Οι άνδρες μας πέφτουν κατά εκατοντάδες από την εξάντλησι και τις αρρώστιες και οι νεκροί είναι τόσοι πολλοί, ώστε δεν υπάρχουν πια αρκετοί ζωντανοί για να τούς θάψουν». Τα πτώματά τους τα έρριχναν στην τάφρο πού περιέβαλλε το χριστιανικό στρατόπεδο, πράγμα πού, κατά την γνώμη τού Βέκκου, συνέβαλε στην πτώσι τού ηθικού των στρατιωτών και στην εξάπλωσι των ασθενειών.
Με ανακούφισι άκουσε ότι, αν και τον περίμεναν από ημέρα σε ημέρα, ό Κάρολος δεν είχε φθάσει ακόμη. Οι Γάλλοι αισθάνονταν μεγάλη αγανάκτησι για τον άνθρωπο πού είχε πείσει τον Λουδοβίκο να έλθη στην Τύνιδα. Ο βασιλεύς και ό διάδοχός του Φίλιππος ήσαν σοβαρά άρρωστοι, ενώ ό νεώτερος γιος τού Λουδοβίκου Ιωάννης Τριστράμ είχε πεθάνει. Ο άτυχος πρίγκιψ είχε γεννηθή στην Αίγυπτο, κατά την πρώτη Σταυροφορία τού βασιλέως και τώρα, είκοσι χρόνια αργότερα, είχε πεθάνει σε αυτή, την πιο Καταστροφική.
Η επιστολή τού αυτοκράτορος παραδόθηκε στα χέρια τού βασιλέως, αλλά ό Λουδοβίκος για μερικές ημέρες ήταν πολύ άρρωστος και πολύ απησχολημένος με τον πόλεμο, για να δεχθή τούς απεσταλμένους. Τελικά, το βράδυ τής 23ης Αυγούστου, τούς κάλεσαν δίπλα στην κλίνη του. Ο Βέκκος δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα τούς Λατίνους, ανυπομονούσε όμως να γνωρίση τον πολυαγαπημένο βασιλέα τής Γαλλίας, «τον πρίγκιπα τής ευγενείας και τον λέοντα τής δικαιοσύνης», όπως τον αποκαλούσαν. Ήταν ό μόνος ηγεμόνας για τον οποίο ό Βέκκος δεν είχε ακούσει ποτέ κακό λόγο. Όσοι τον γνώριζαν μιλούσαν για την ευθυμία και το θάρρος του, και κυκλοφορούσαν ατελείωτες ιστορίες για τις αγαθοεργίες και την ευσπλαχνία του. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν ήταν και πολύ «βολικός» άγιος. Ο Βέκκος χαμογελούσε συγκαταβατικά καθώς θυμόταν ότι κάποτε, παρ’ όλη την αφοσίωσί του στην Εκκλησία, ό Λουδοβίκος είχε επιπλήξει αυστηρά τον πάπα, γιατί επιχείρησε να αναμιχθή στα εσωτερικά τής Γαλλίας υπογραμμίζοντας ότι μόνο αυτός, ό βασιλεύς, ήταν υπεύθυνος απέναντι στον Θεό για την ευημερία τού λαού του. Δεν μπορούσες παρά να θαυμάζης ένα τέτοιο ηγεμόνα.
Αλλά τώρα ό Βέκκος ταράχθηκε βαθιά αντικρύζοντας για πρώτη φορά τον ετοιμοθάνατο βασιλέα. Ο Λουδοβίκος ήταν πετσί και κόκκαλο και το λιπόσαρκο χέρι πού τούς έτεινε ήταν σχεδόν διάφανο. Τίποτε, ωστόσο, δεν μπορούσε να σκοτίση το πνεύμα του ή να μειώση την χάρι και την επιβλητικότητά του. Αφού τούς ζήτησε συγγνώμη, γιατί άργησε να τούς δεχθή, είπε: «Τώρα δεν μπορώ να αναβάλω πια τίποτε. Σήμερα πρέπει να τακτοποιήσω όλες τις υποθέσεις μου».
Ή επιστολή τού αυτοκράτορος, τούς είπε, κατείχε πρωταρχική θέσι μεταξύ των ενδιαφερόντων του, γιατί μιά από τις μεγαλύτερες επιθυμίες του ήταν να δή την ειρήνη να αποκαθίσταται μεταξύ όλων των Χριστιανών ηγεμόνων και ιδίως μεταξύ τού αυτοκράτορος και τού αδελφού του. «Ο Κάρολος γνωρίζει τις επιθυμίες μου», πρόσθεσε, «και αν ό Θεός με αφήση να ζήσω, θα κάνω το πάντα για να επιτύχω ένα μόνιμο διακανονισμό. Στο μεταξύ μεταβιβάστε τούς φιλικούς χαιρετισμούς μου στον αυτοκράτορα».
Δυό ημέρες αργότερα, περίλυπος ό σύμβουλος τού Λουδοβίκου ήλθε στο καράβι με την είδησι ότι ό βασιλεύς είχε πεθάνει. «Θα σάς συμβούλευα», είπε στους απεσταλμένους, «να φύγετε αμέσως από την Τύνιδα. Αντίθετα από τον κύριό μου, πολλοί Σταυροφόροι μισούν την χώρα σας και ή θλίψις τους για τον θάνατο τού βασιλέως μπορεί να ξεσπάση επάνω σας. Εξ άλλου ό στόλος τού βασιλέως Καρόλου φάνηκε στον ορίζοντα και θα φθάση εδώ από στιγμή σε στιγμή. Θα ήταν φρόνιμο να έχετε φύγει πριν φθάση». Ο Βέκκος τον ευχαρίστησε θερμά και, καθώς δεν είχε τίποτε να κερδήση αν έμενε περισσότερο στην Τύνιδα, έδωσε διαταγή να ετοιμασθή αμέσως το πλοίο για αναχώρησι. Είχε λυπηθή βαθιά για τον θάνατο τού Λουδοβίκου, όχι μόνο γιατί τον θαύμαζε και τον εκτιμούσε, αλλά και γιατί φοβόταν τις καταστροφικές συνέπειες πού θα είχε ή απώλειά του για το Βυζάντιο. Ή αποστολή τους είχε αποτύχει. Επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολι με άδεια χέρια.
Τι επιφύλασσε άραγε τώρα το μέλλον στην Αυτοκρατορία; Καθώς το πλοίο απομακρυνόταν από την ακτή, είδε πίσω του τον σικελικό στόλο να μτταίνη στο λιμάνι.
‘Ο Κάρολος αποκάλυπτε τον καλύτερο εαυτό του, όταν αντιμετώπιζε αντιξοότητες, και ανέλαβε αμέσως την αρχηγία τής Σταυροφορίας. Ο νέος βασιλεύς τής Γαλλίας, Φίλιππος, ήταν πολύ καταβεβλημένος ακόμη από την αρρώστια και την θλίψι για τον θάνατο τού πατέρα του για να μπορή να πάρη οποιαδήποτε απόφασι και προτιμούσε να τα αφήνη όλα στον θείο του. Σε μικρό χρονικό διάστημα ό Κάρολος είχε αναδιοργανώσει τον στρατό και εξυψώσει το ηθικό του κάνοντας μερικές μικρές, αλλά επιτυχείς επιθέσεις εναντίον των κατοίκων τής Τύνιδος.
Γρήγορα αντελήφθη, ωστόσο, ότι ή μόνη λύσις ήταν να αποσυρθή από την Τύνιδα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ευτυχώς ό εμίρης ήθελε και αυτός ειρήνη και συμφώνησε να συναφθή συνθήκη, βάσει τής οποίας θα πλήρωνε πολεμική αποζημίωση στην Γαλλία, θα ανανέωνε τον ετήσιο φόρο υποτελείας στην Σικελία, θα έθετε εκτός νόμου όλους τούς πολιτικούς πρόσφυγες και θα παρείχε ειδικά εμπορικά προνόμια στους υπηκόους τού Καρόλου, στους εμπόρους τής Νοτίου Ιταλίας και τής Σικελίας.
Οι Σταυροφόροι εξοργίσθηκαν με την συνθήκη. Μόνο ένας άνθρωπος, το έβλεπαν, είχε ωφεληθή από την εκστρατεία, ενώ οι υπόλοιποι είχαν υποστή άσκοπα τόσα δεινά και ταλαιπωρίες. Εξ άλλου, αυτό πού ήθελαν, δεν ήταν να κλείσουν ειρήνη με την Τύνιδα, αλλά να εκδικηθούν τον θάνατο τού βασιλέως και των συντρόφων τους λεηλατώντας την πόλι. Με αγανάκτησι μουρμούριζαν ότι ό Κάρολος είχε κατευθύνει την Σταυροφορία στην Τύνιδα αποκλειστικά, για να εξασφαλίση τον φόρο υποτελείας. Και εφόσον ή Σικελία ήταν σχεδόν στο κατώφλι τής Τύνιδος, γιατί είχε καθυστερήσει την άφιξί του τόσο, ώστε να είναι πολύ αργά πια για να προσφέρη οποιαδήποτε βοήθεια στον αδελφό του; Όταν έφθασε το αγγλικό εκστρατευτικό σώμα, υπό τον πρίγκιπα Εδουάρδο, γιό τού Ερρίκου Γ’, πήρε και αυτός μέρος στην γενική κατακραυγή, κατηγόρησε τον Κάρολο ότι είχε δωροδοκηθή από τον εμίρη για να κλείση ειρήνη.
Αλλά ό Κάρολος ήξερε τι αντιμετώπιζε και, παρά τις διαμαρτυρίες και την δυσφορία, άρχισε την εκκένωσι τής Τύνιδος στις 15 Νοεμβρίου, αν και ο ίδιος έμεινε εκεί αρκετές ημέρες ακόμη, για να επιβλέψη στην μεταφορά των αρρώστων και των τραυματιών. Στην Κωνσταντινούπολι επικρατούσαν ή απελπισία και ό φόβος. Ο λαός, όπως και ό αυτοκράτωρ, καταλάβαινε πολύ καλά ότι με τον θάνατο τού Λουδοβίκου είχε χαθή κάθε ελπίδα να αποτραπή ή επίθεσις των Άνζού, Επειδή δεν είχε κανένα στον οποίο να στραφή για βοήθεια, το Βυζάντιο έπρεπε να αντιμετωπίση μόνο ένα εχθρό ισχυρότερο από κάθε άλλη φορά. Παρά τις τρομακτικές απώλειες πού είχε υποστή ό γαλλικός στρατός, ό στόλος ήταν ανέπαφος και στην απόλυτη διάθεσι τού Καρόλου, πού είχε επίσης τον δικό του τεράστιο στρατό και στόλο — εντελώς ανέπαφους μιά και δεν είχαν πάρει ενεργό μέρος στην εκστρατεία. Πολύ γρήγορα έφθασαν ειδήσεις στην αυτοκρατορική Αυλή ότι οι γαλλικές και σικελικές δυνάμεις συγκεντρώνονταν στο Τράπανι (Δρέπανο) τής Σικελίας και δεν υπήρχε καμμιά μυστικότης σχετικά με τα σχέδιά τους. Το ένα τρίτο τής δυνάμεως των Σταυροφόρων — Άγγλοι κατά το μεγαλύτερο μέρος — θα συνέχιζε την πορεία του προς τούς Αγίους Τόπους, το ένα τρίτο θα επέστρεφε στην Γαλλία με τον βασιλέα Φίλιππο για την στέψι του, ενώ το άλλο τρίτο θα επετίθετο εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Κάρολος είχε εκπληρώσει την επιθυμία του και το Βυζάντιο αποτελούσε τώρα τον Κύριο αντικειμενικό σκοπό των Σταυροφόρων. Ποτέ ή κατάστασις δεν φαινόταν πιο σκοτεινή. Μόνο ένα θαύμα μπορούσε να σώση την Αυτοκρατορία.
Και το θαύμα έγινε.
Δυό νύχτες μετά την άφιξι τού στόλου των Σταυροφόρων στο Τράπανι, ξέσπασε σφοδρή καταιγίδα, ή χειρότερη πού έγινε ποτέ, όπως έλεγαν οι ναυτικοί. Κράτησε τρεις ολόκληρες ημέρες. Πολλά από τα πλοία έσυραν τις άγκυρές τους και βυθίσθηκαν μαζί με χιλιάδες άνδρες πού δεν είχαν προλάβει να αποβιβασθούν. Δεκαοκτώ καινούργια σκάφη χάθηκαν, φορτωμένα με θησαυρούς και όπλα για την επίθεσι εναντίον τής Κωνσταντινουπόλεως και πολλά άλλα έπαθαν μεγάλες ζημιές. Μόνο ό αγγλικός στόλος γλύτωσε από την θύελλα και οι Άγγλοι εξέφραζαν τώρα ελεύθερα την γνώμη τους, ότι ή Καταστροφή τού στόλου των Γάλλων και των Άνζού ήταν ή τιμωρία για την συνθήκη τής Τύνιδος. Ο Κάρολος θα χρειαζόταν πολλούς μήνες για να αναπληρώση τις απώλειές του και προς το παρόν τουλάχιστον κάθε σκέψις για επίθεσι εναντίον τής Κωνσταντινουπόλεως έπρεπε να αποκλεισθή. Στην ίδια την Βασιλεύουσα ή είδησις για την καταστροφή στο Τράπανι χαιρετίσθηκε με μεγάλη χαρά και ανακούφισι, και στις εκκλησίες ανεπέμφθησαν ευχαριστήριες δεήσεις στην Παναγία, την Υπέρμαχο Στρατηγό, πού, για μιά ακόμη φορά, είχε σώσει τον πιστό λαό της από καταστροφή.
Αλλά τα δεινά των Γάλλων δεν είχαν τελειώσει ακόμη. Στο ταξίδι ή γυναίκα τού Φιλίππου έπεσε από το άλογό της. Ήταν έγκυος έξη μηνών. Ο γιος της γεννήθηκε νεκρός και ή ίδια πέθανε με φρικτούς πόνους μερικές εβδομάδες αργότερα. Περίλυπος ό απαρηγόρητος βασιλεύς συνέχισε με την έφιππη συνοδεία του τον δρόμο προς την Γαλλία, μεταφέροντας τα λείψανα τού πατέρα του, τού αδελφού του Τριστράμ, τού γαμβρού του, βασιλέως τής Ναβάρρας πού είχε πεθάνει στο Τράπανι, τής γυναίκας του και τού γιου του. Ήταν μιά τραγική απαρχή τής βασιλείας τού Φιλίππου. Η δόξα τού βασιλέως Λουδοβίκου είχε σβήσει και ή τελευταία Σταυροφορία του δεν είχε φέρει παρά μόνο δυστυχία στην οικογένειά του και στην Γαλλία.

JANE LOWSON


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com