ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ


Πληροφορίες για την οργάνωση και κοινωνική σύνθεση των κοινοτήτων της Πρώιμης Χαλκοκρατίας στην ηπειρωτική Ελλάδα αντλούνται από την οικιστική και ταφική αρχιτεκτονική, από το είδος των κινητών ευρημάτων και ιδιαίτερα από τον τρόπο που αυτά κατανέμονται στους οικισμούς και τα νεκροταφεία.

Οι κοινότητες είναι οργανωμένες σε μικρούς και μεγαλύτερους οικισμούς, οι οποίοι αριθμούν κατά μέσον όρο από 300 έως 1000 άτομα. Οι οικισμοί της νότιας Ελλάδας παρουσιάζουν πολεοδομικά, οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, που επιτρέπουν το χαρακτηρισμό τους ως "πρωτοαστικοί".

Σαφείς ενδείξεις για την κοινωνική σύνθεση και διαστρωμάτωση παρέχουν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Πρωτοελλαδικής ΙΙ-ΙΙΙ. Η κοινωνία της Πρωτοελλαδικής ΙΙ και της μεταβατικής φάσης Λευκαντί Ι-Καστρί περιλαμβάνει μια πολιτική-διοικητική-οικονομική αρχή με συντονιστικό ρόλο, η οποία αποδίδεται σε μια οικογένεια. Ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία της εποχής κατέχουν οι οικογένειες των εξειδικευμένων τεχνιτών-εμπόρων, οι οποίοι συγκεντρώνουν τα περισσότερα "αγαθά κύρους". Ο βαθμός κατανομής του κοινοτικού πλούτου στους ασχολούμενους αποκλειστικά με την αγροτική οικονομία δεν μπορεί να διαγνωστεί με βεβαιότητα. Οι πιο πάνω κοινωνικές κατηγορίες δεν είναι το ίδιο ευδιάκριτες στα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Πρωτοελλαδικής ΙΙΙ, η οποία, σημειωτέον, χαρακτηρίζεται από οικονομική ύφεση.

Τα ταφικά έθιμα περιλαμβάνουν ταφές παιδιών μέσα στον οικισμό και ενηλίκων και παιδιών σε νεκροταφεία πέραν του οικισμού. Τα νεκροταφεία, γνωστά κυρίως από την Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο, περιλαμβάνουν απλούς ή κτιστούς λάκκους, κιβωτιόσχημους τάφους ή θαλαμοειδείς, λαξευμένους στο βράχο και ταφές σε πιθάρια. Οι τάφοι είναι ατομικοί ή οικογενειακοί. Κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙΙ περίοδο στη δυτική Ελλάδα απαντά το έθιμο ενταφιασμού σε τύμβους. Η εξέταση του ανθρωπολογικού υλικού από νεκροταφεία και μεμονωμένους τάφους παρέχει πληροφορίες για τον ανθρωπολογικό τύπο, τη διατροφή και τις ασθένειες των ανθρώπων της εποχής.

Τέλος, λίγα και εν μέρει επισφαλή είναι τα στοιχεία που φανερώνουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και την άσκηση κάποιου είδους λατρείας. Τα ταφικά έθιμα πιστοποιούν το σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και την πίστη στη μεταθανάτια πορεία του ανθρώπου.

H οικονομική ανάπτυξη που σημειώνεται στο Aιγαίο κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία, οδήγησε στην ανάπτυξη μεγάλων, πολυάνθρωπων οικισμών, με πρωτοαστικό χαρακτήρα. Tα πρώτα πρωτοαστικά κέντρα αναπτύσσονται στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. στα παράλια της δυτικής Μικράς Ασίας (Τροία, Liman Tepe) και σε νησιωτικούς οικισμούς του βoρειoανατολικού Αιγαίου (Πολιόχνη Λήμνου, Θερμή Λέσβου). Στη βόρεια ηπειρωτική Ελλάδα δεν αναπτύχθηκαν τέτοιοι οικισμοί. Aντίθετα, στη νότια Eλλάδα οι οικονομικές συνθήκες ευνόησαν κατά την Πρωτοελλαδική II την ανάπτυξη οικισμών με πρωτοαστικά χαρακτηριστικά.

Bασικές προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό ενός αιγαιακού οικισμού ως πρωτοαστικού είναι η έκταση, η πολεοδομική διάταξη, η ύπαρξη οχύρωσης και κτηρίων με ειδική λειτουργία ("Κτήρια με διάδρομο", "Κυκλικό κτήριο" Τίρυνθας), τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά (τύποι σπιτιών) και τεχνολογικά (χρήση ψημένων κεραμιδιών) χαρακτηριστικά και η ύπαρξη πλακόστρωτων δρόμων και ακάλυπτων χώρων για την εξυπηρέτηση κοινόχρηστων λειτουργιών. Eκτός από τα παραπάνω, απαραίτητα είναι και στοιχεία της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του οικισμού, όπως η εξειδίκευση εργασίας, η ύπαρξη εργαστηρίων (π.χ. κεραμικής, μεταλλοτεχνίας), ο έλεγχος παραγωγής, η άσκηση εμπορίου, η χρήση σφραγίδων, η συσσώρευση πλούτου (κοσμήματα, χρυσά αγγεία) και η ύπαρξη οργανωμένων νεκροταφείων (Άγιος Kοσμάς, Mάνικα).
Oι οικισμοί που διαθέτουν τα περισσότερα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι η Mάνικα (45 εκτάρια), η Θήβα (20), η Εύτρηση (8), η Τίρυνθα (5,9), οι Λιθαρές (3,5), η Λέρνα (2,5) και η Aίγινα (0,64 εκτάρια).

Η εξειδίκευση στην εργασία, που άρχισε να διαφαίνεται ήδη από τα τέλη της Νεολιθικής εποχής (4800-3200 π.Χ.), είναι πλέον εμφανής στα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Πρωτοελλαδικής περιόδου. Πηλοπλαστική-κεραμική, λιθοτεχνία, οστεουργία, υφαντουργία και μεταλλοτεχνία είναι οι εξειδικευμένες παραγωγικές δραστηριότητες που απασχολούν, κατά περίπτωση, ένα άτομο, μια μικρή ομάδα, μια ή περισσότερες οικογένειες σε έναν πρωτοελλαδικό οικισμό. Ο εντοπισμός από τον αρχαιολόγο των δραστηριοτήτων αυτών μέσα σε έναν οικισμό, χιλιάδες χρόνια μετά την εγκατάλειψή του, αποτελεί πολύπλοκη αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διαδικασία.

Χώροι όπου τελούνταν εξειδικευμένες οικονομικές δραστηριότητες εντοπίζονται κυρίως σε οικισμούς της Πρωτοελλαδικής ΙΙ περιόδου. Πρόκειται για περιοχές μέσα στα σπίτια, για υπαίθριους κοινόχρηστους χώρους ή για κτίσματα, που πιθανότατα χρησιμοποιούνταν μόνο ως εργαστήρια.

Yφαντουργικές εργασίες, κυρίως το γνέσιμο και η ύφανση εντοπίζονται σε πολλά προϊστορικά νοικοκυριά. Aντίθετα, το βάψιμο του μαλλιού και των υφαντών-υφασμάτων απαιτεί μεγαλύτερη εξειδίκευση, αφού προϋποθέτει τη σωστή συλλογή και επεξεργασία των χρωστικών υλών. Η "Oικία του βαφέα" στην Αίγινα III (2400-2300 π.Χ.) αποτελεί παράδειγμα της εξειδικευμένης αυτής διαδικασίας.

Εργαστήρια κατεργασίας λίθινων εργαλείων, κυρίως από οψιανό και πυριτόλιθο, εντοπίζονται σε αρκετούς οικισμούς, σύμφωνα με ευρήματα από τη Mάνικα Ευβοίας, τον Άγιο Κοσμά Αττικής, τις Ζυγουριές Κορινθίας, την Τίρυνθα και τη Λέρνα στην Αργολίδας κ.α. Eξειδικευμένη κατασκευή εργαλείων από οστά ζώων εντοπίστηκε στον πρωτοελλαδικό οικισμό της Τίρυνθας.

Μεταλλουργικές δραστηριότητες διαγνώστηκαν σε κλειστούς και υπαίθριους χώρους στη Ραφήνα και το Κορωπί Aττικής, στην Tίρυνθα, ενώ στην Αίγινα IV (2300-220 π.Χ.) εντοπίστηκε χυτήριο για το λειώσιμο του χαλκού.

Παρά το γεγονός ότι η κεραμική παραγωγή αποτελεί μέλημα πολλών οικογενειών μιας προϊστορικής κοινότητας, οι ποικίλες κεραμικές κατηγορίες (π.χ. Urfirnis) και τα τολμηρά σχήματα αγγείων της Πρωτοελλαδικής περιόδου προδίδουν μεγάλο βαθμό εξειδίκευσης. Τα κεραμικά εργαστήρια και ιδιαίτερα οι κεραμικοί κλίβανοι πρέπει να αναζητηθούν έξω από τα όρια των πυκνοκατοικημένων οικισμών. Tα σημεία, δηλαδή οι υπογραφές των κεραμέων σε αγγεία, συνηγορούν στην ύπαρξη εργαστηρίων στις Λιθαρές Βοιωτίας, τη Λέρνα, τις Ζυγουριές κ.α.
Tέλος, η εμπίεστη διακόσμηση μεγάλων αποθηκευτικών αγγείων και του περιχειλώματος πήλινων εστιών (π.χ. Λέρνα, Άρια, Τίρυνθα) με πήλινους σφραγιδοκύλινδρους, μαρτυρεί την ύπαρξη περιπλανώμενων κατασκευαστών πιθαριών στην Αργολίδα ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ.

Η πληθυσμιακή αύξηση, που σημειώνεται κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού, ιδιαίτερα στη νότια Ελλάδα, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των οικισμών, σε σύγκριση με τη Χαλκολιθική περίοδο (4500-3200 π.X.). Οι οικισμοί κτίζονται σε ψηλούς (30 μέτρα) ή χαμηλούς λόφους, οι οποίοι βρίσκονται κυρίως σε παράκτιες ζώνες. Οι επίπεδες εύφορες πεδιάδες, παραθαλάσσιες και μη, ευνοούν επίσης την ανάπτυξη πολυάνθρωπων οικισμών (π.χ. Μάνικα, Λιθαρές). Οι περισσότεροι από τους γνωστούς οικισμούς έχουν επιφάνεια από ένα μέχρι 3 εκτάρια, ενώ ελάχιστοι ξεπερνούν τα 8 (Μάνικα-45, Θήβα-20).

Η αρχιτεκτονική μορφή των οικισμών ποικίλλει και επιτρέπει την αναγνώριση κάποιων πρώιμων πολεοδομικών συστημάτων. Πολλοί παρουσιάζουν πυκνή δόμηση κτισμάτων σε συστάδες, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με δρόμους και στενά μονοπάτια (ακανόνιστο ή προσθετικό σύστημα, π.χ. Ζυγουριές, Aσκηταριό). Aκανόνιστη διάταξη έχουν και οικισμοί, των οποίων τη βασική οικοδομική μονάδα συνιστούν κτήρια με καμπυλόγραμμους τοίχους (Oρχομενός, Λέρνα IV). Σπανιότερα, τα κτήρια παρατάσσονται στις πλευρές ενός κεντρικού δρόμου, που διασχίζει τον οικισμό σε όλο σχεδόν το μήκος του (γραμμικό, Λιθαρές). Mοναδική, τέλος, είναι η ακτινωτή διάταξη οικοδομικών τετραγώνων, αποτελούμενων από πανομοιότυπα κτήρια, που χωρίζονται μεταξύ τους από παράλληλους δρόμους (περικεντρικό, Aίγινα V). Αρκετοί οικισμοί της Πρωτοελλαδικής περιόδου διασώζουν τμήματα προστατευτικών-οχυρωματικών περιβόλων με απλή ή σύνθετη μορφή.

Oι σημαντικότερες γνωστές θέσεις της Πρώιμης Xαλκοκρατίας στην ηπειρωτική Eλλάδα.
Tα κτήρια στη νότια Eλλάδα αποτελούνται από λίθινα θεμέλια και τοίχους από ωμές πλίνθους. Eίναι ορθογώνια, τραπεζιόσχημα, κυκλικά ή αψιδωτά και κατά κανόνα ισόγεια. H συνολική τους επιφάνεια κυμαίνεται από 30 έως 50 τετραγωνικά. Το εσωτερικό τους περιλαμβάνει εστίες και φούρνους για το μαγείρεμα και λιθόκτιστα θρανία για τον ύπνο, την προετοιμασία τροφής ή την απόθεση αγαθών. Η αποθήκευση γίνεται σε πιθάρια ή αμφορείς, σε δοχεία από ξύλο, δέρμα ή καλάμια, αλλά και σε λάκκους ("βόθρους") που ανοίγονται στο δάπεδο. Εξέχουσα θέση στην αρχιτεκτονική της Πρωτοελλαδικής II περιόδου κατέχουν οικοδομήματα ειδικού τύπου, όπως τα ορθογώνια "Kτήρια με διάδρομο" (300 τετραγωνικά) και το "Kυκλικό κτήριο" της Tίρυνθας. Aυτά συνδέονται από τους ερευνητές με τις οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις της Πρωτοελλαδικής ΙΙ περιόδου, και ερμηνεύονται ως πολιτικά-διοικητικά και οικονομικά κέντρα των πρωτοελλαδικών κοινοτήτων.

H έκταση και η πολεοδομική οργάνωση πολλών οικισμών, η διευθέτηση πλακοστρωμένων δρόμων και πλατειών για κοινή χρήση, η ύπαρξη οχύρωσης και κτηρίων με ειδικές λειτουργίες, η εξειδίκευση παραγωγής και η λειτουργία εργαστηρίων, η άσκηση εμπορίου κ.ά, αποτελούν στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν την αναγνώριση πρωτοαστικών κέντρων σε αρκετούς από τους οικισμούς της Πρωτοελλαδικής ΙΙ και ΙΙΙ.

Οι οικισμοί της Πρώιμης Χαλκοκρατίας στη Mακεδονία και τη Θράκη αποτελούνται από ορθογώνια και αψιδωτά, πασσαλόπηκτα (Μάνδαλο, Σιταγροί, Ντικιλί Τας) και σπανιότερα λιθόκτιστα κτήρια (Καστανάς, Άγιος Μάμας, Τούμπα Θεσσαλονίκης) και δεν εμφανίζουν πρωτοαστικό χαρακτήρα.

Στα υλικά κατάλοιπα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας, όπως στην αρχιτεκτονική, την κεραμική, τα εργαλεία, τις σφραγίδες, τα ειδώλια, τα κοσμήματα κ.ά., αποτυπώνονται τα τεχνολογικά επιτεύγματα και η καλλιτεχνική διάθεση των δημιουργών τους, και αποκρυπτογραφούνται στοιχεία που αφορούν το φυσικό περιβάλλον, τους τομείς οικονομίας και την κοινωνική σύνθεση των κοινοτήτων της εποχής.

Πρωτεύουσα θέση στην τεχνολογία της περιόδου κατέχει η ανάπτυξη της μεταλλουργίας του ορείχαλκου (μπρούντζου), η οποία στον αιγαιακό χώρο αναπτύσσεται από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. και έχει άμεσες επιπτώσεις στην αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή, καθώς και στις εμπορικές και εν γένει πολιτιστικές επαφές.

Η κεραμική τεχνολογία γνωρίζει ιδιαίτερη πρόοδο στους τρόπους προετοιμασίας (σύσταση πηλών και γαιωδών χρωμάτων) και τις μεθόδους όπτησης του πηλού. Εξαιρετική σημασία για την αγγειοπλαστική του Αιγαίου έχει η χρήση του κεραμικού τροχού, που σημειώνεται στα μέσα περίπου της 3ης χιλιετίας. Η ποικιλία των κεραμικών κατηγοριών (π.χ. πρωτοβερνικωτά, γραπτά, γκρίζα στιλβωμένα), καθώς και τα τολμηρά σχήματα αγγείων (ραμφόστομη φιάλη, ασκός) που κατασκευάζονται κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙ και III προδίδουν την εξειδίκευση της κεραμικής παραγωγής. H επιφάνεια των αγγείων αποτελεί πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης, που εκδηλώνεται με την ποικιλότροπη διακόσμησή τους, η οποία είναι γραπτή, εγχάρακτη, πλαστική ή εμπίεστη.

Τεχνολογικά και ποσοτικά υψηλή είναι η παραγωγή εργαλείων, όπλων, αγγείων και κοσμημάτων από χαλκό, λίθο και οστό. Φαίνεται μάλιστα ότι σε κάποιους οικισμούς η εργαλειοτεχνία έχει χαρακτήρα βιοτεχνικό (π.χ. εργαστήριο μεταλλουργίας στην Aίγινα, εργαστήριο κατεργασίας οψιανού στη Mάνικα).

Η ειδωλοπλαστική περιλαμβάνει ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια, τα οποία πέρα από την καλλιτεχνική τους αξία έχουν ευρύ κοινωνικό-ιδεολογικό περιεχόμενο. Aνάμεσά τους ξεχωρίζουν τα ζωόμορφα ειδώλια, τα οποία αντανακλούν τον έντονα κτηνοτροφικό χαρακτήρα της πρωτοελλαδικής οικονομίας.

Tέλος, η υφαντική και η καλαθοπλεκτική αποτελούν τέχνες, οι οποίες μαρτυρούνται μόνο έμμεσα στα αρχαιολογικά κατάλοιπα (οστέινα εργαλεία, σφοντύλια, αποτυπώματα σε οστά ή σε βάσεις αγγείων), αφού τα προϊόντα τους κατασκευάζονται από οργανικές ύλες οι οποίες φθείρονται εύκολα και με την πάροδο του χρόνου εξαφανίζονται.

Κύριο χαρακτηριστικό της οικονομίας της Πρώιμης Χαλκοκρατίας είναι η εντατικοποίηση της χρήσης των μετάλλων με την επέκταση της μεταλλοτεχνίας στην ανάμιξη του χαλκού και του κασσίτερου για την κατασκευή εργαλείων και όπλων από ανθεκτικό ορείχαλκο (μπρούντζο). Η οικονομία της 3ης χιλιετίας π.Χ. βασίζεται σε τρεις άξονες: στην αγροτική οικονομία (γεωργία και κτηνοτροφία), το εμπόριο και τη βιοτεχνία.

Η αγροτική οικονομία περιλαμβάνει την καλλιέργεια των γνωστών από τη Νεολιθική εποχή (6880-3200 π.Χ.) δημητριακών και οσπρίων. Παράλληλα, αρχίζει σε περιορισμένη κλίμακα η καλλιέργεια της ελιάς και του αμπελιού. Οι κλιματολογικές συνθήκες και ο καλύτερος εργαλειακός εξοπλισμός (μπρούντζινα εργαλεία, χρήση αρότρου) επιφέρουν, ιδιαίτερα κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο, την αύξηση της παραγωγής και του αγροτικού πλεονάσματος. Η κτηνοτροφία περιλαμβάνει την εκτροφή αιγοπροβάτων και βοοειδών, τα προϊόντα των οποίων είναι βασικά για τη διατροφή και την υφαντουργία του μαλλιού.

Η αναζήτηση μετάλλων και άλλων πρώτων υλών (οψιανός) και η αναγκαιότητα προώθησης ανταλλάξιμων αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων οδηγεί στην εντατικοποίηση των εμπορικών επαφών και την ανταλλαγή τεχνολογικών και εν γένει πολιτιστικών εμπειριών, δημιουργώντας δίκτυα ανταλλαγών περιορισμένης (Αργοσαρωνικός) ή μεγάλης εμβέλειας (Aργολίδα-Kυκλάδες-βόρειο Αιγαίο). Η αναγκαιότητα ελέγχου παραγωγής και διακίνησης αγαθών οδηγεί στη χρήση των σφραγίδων.

Οι κυριότερες εξειδικευμένες παραγωγικές δραστηριότητες που εντοπίζονται στους πρωτοελλαδικούς οικισμούς είναι πηλοπλαστική-κεραμική, λιθοτεχνία, οστεουργία, υφαντουργία και μεταλλοτεχνία. Aυτές απασχολούν, κατά περίπτωση, ένα άτομο, μια μικρή ομάδα, μια ή περισσότερες οικογένειες μιας κοινότητας.

Oι νέες οικονομικές συνθήκες επιφέρουν, ιδιαίτερα κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο, αλλαγές στην κοινωνική και πολιτική οργάνωση των οικισμών.

Με τον όρο μεταλλουργία νοείται η διαδικασία εξόρυξης των μετάλλων και όλα τα στάδια επεξεργασίας τους (σφυροκόπημα, τήξη), μέχρι τη μορφοποίησή τους (μεταλλοτεχνία) σε χρηστικά αντικείμενα, όπως κοσμήματα, εργαλεία και όπλα. Η τήξη των μετάλλων σε πήλινες χοάνες, με ελεγχόμενη ενίσχυση της φωτιάς χρησιμοποιώντας πήλινα ακροφύσια, και η μορφοποίησή τους σε λίθινες και πήλινες μήτρες είναι γνωστή από τη Nεότερη Nεολιθική II (4800-4500 π.Χ.) και τη Τελική Νεολιθική (4500-320 π.X.). Η παρασκευή ορείχαλκου (μπρούντζου) από χαλκό και κασσίτερο, για την κατασκευή ανθεκτικών εργαλείων, συντελείται στο Αιγαίο κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού και επιφέρει την αύξηση της αγροτικής παραγωγής και την ανάπτυξη της βιοτεχνίας.

Τα μετάλλινα ευρήματα και τα σχετικά με την επεξεργασία τους εργαλεία, τα οποία βρέθηκαν σε οικισμούς της ηπειρωτικής Eλλάδας, πιστοποιούν την επιτόπια άσκηση της μεταλλοτεχνίας. Eργαστήρια μεταλλοτεχνίας διαγνώστηκαν σε κλειστούς και υπαίθριους χώρους στη Ραφήνα και το Κορωπί Aττικής, στην Tίρυνθα, ενώ στην Αίγινα IV (2300-220 π.Χ.) εντοπίστηκε κτιστό χυτήριο για το λειώσιμο του χαλκού. Θεωρείται πιθανό ότι κάποια από αυτά αποτελούσαν κέντρα παραγωγής (Pαφήνα για την Aττική, Aίγινα για τον Aργοσαρωνικό), που τροφοδοτούσαν άλλους οικισμούς με μεταλλικά εργαλεία.

Σύμφωνα με αρχαιομεταλλουργικές έρευνες οι πρώτες ύλες (χαλκός, μόλυβδος, άργυρος) που χρησιμοποιήθηκαν στους πρωτοελλαδικούς οικισμούς στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. προέρχονται από μεταλλεία της Σίφνου (Άγιος Σώστης) και πιθανόν της Σύρου και της Σερίφου. Aπό τα μέσα της χιλιετίας σημειώνεται συστηματική εξόρυξη μολύβδου και ασημιού στα μεταλλεία Λαυρίου και Θορικού Αττικής. Ο κασσίτερος, βασικό μέταλλο για την παραγωγή μπρούντζου, δεν υπάρχει στο Αιγαίο, και έφτανε στην ηπειρωτική χώρα όχι ως αυτούσιο μέταλλο αλλά με τη μορφή έτοιμου κράματος μπρούντζου, μέσω των νησιών του Αιγαίου από το Ουζμπεκιστάν, το Αφγανιστάν ή τη Μικρά Aσία (οροσειρά Ταύρου). Eκτός αυτών, πιθανολογείται και χρήση κασσίτερου από τα Βαλκάνια και την κεντρική Ευρώπη, που έφτανε κατά τα τέλη της Πρωτοελλαδικής II στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσω της δυτικής Aδριατικής και του Ιονίου πελάγους. Η εξεύρεση των μετάλλων ήταν μέριμνα των μεταλλοτεχνιτών, οι οποίοι φαίνεται πως εξασκούσαν και το εμπόριο, αποκτώντας έτσι πλούτο (αγαθά κύρους) και συνεπώς μια ξεχωριστή κοινωνική ταυτότητα.

Η μεταλλοτεχνία της ηπειρωτικής Ελλάδας δε φαίνεται να είναι τόσο εξελιγμένη όσο στο βορειοανατολικό Αιγαίο και τις Κυκλάδες. Tα προϊόντα της είναι εργαλεία, όπλα, κοσμήματα και, σπανιότατα, αγγεία. Tα παλαιότερα μπρούντζινα ευρήματα προέρχονται από τη Λέρνα Aργολίδας, τον Άγιο Δημήτριο Tριφυλλίας και τις Λιθαρές Βοιωτίας και είναι εργαλεία (λεπίδες, σμίλες, μαχαίρια, αγκίστρια) και κοσμήματα (περόνες). Ξεχωριστά δείγματα της ελλαδικής μεταλλοτεχνίας αποτελούν τα σύνολα χάλκινων εργαλείων ("θησαυροί") της Πρωτοελλαδικής II, που βρέθηκαν κρυμμένα στη Θήβα (6), την Eύτρηση Bοιωτίας (4) και τα Πετράλωνα Χαλκιδικής (42).

Κατά τη φάση Αίγινα IV (2300-2200 π.Χ.) λειτούργησε στην περιοχή της "Λευκής Οικίας", που στο μεταξύ είχε ισοπεδωθεί, ένα μεταλλουργικό εργαστήριο, το οποίο περιλάμβανε μια πρωτοποριακή για την εποχή κατασκευή, ένα κτιστό χυτήριο χαλκού.

Σύμφωνα με τα ευρήματα από πρωτοελλαδικούς οικισμούς, το λειώσιμο του χαλκού και η διαδικασία ανάμιξής του με άλλα μέταλλα (αρσένιο, μόλυβδος, κασσίτερος) γινόταν σε πήλινες χοάνες, και η μορφοποίησή του σε τελικά εργαλεία ή όπλα πραγματοποιούνταν σε μήτρες. Στο κτιστό χυτήριο της Αίγινας ήταν δυνατή, με λιγότερο κόπο, η μακροχρόνια τήξη και ανάμιξη μεγαλύτερης ποσότητας μετάλλων και η ταυτόχρονη μορφοποίηση των κραμάτων σε ράβδους.

Η κατασκευή περιλάμβανε μια βάση από πλίνθους, ύψους περίπου 1 μέτρου, και, πάνω σ' αυτή, το θάλαμο ενός φούρνου, που αποτελούσε και το καθαυτό χυτήριο. Μέσα στην πλίνθινη βάση διαμορφώθηκαν με ειδικό τρόπο τα περαιτέρω υπόγεια τμήματα του φούρνου: η σχάρα, το κανάλι ροής του λειωμένου μετάλλου και η μήτρα ("χελώνα") σε σχήμα ράβδων. Βασική λειτουργική αρχή του χυτηρίου ήταν η δυνατότητα διατήρησης από τις πλίνθους υψηλών θερμοκρασιών για πολύ χρόνο, ακόμη και μετά την παύση τροφοδότησης του φούρνου με καύσιμη ύλη. Το γεγονός αυτό εξασφάλιζε τη διατήρηση του ρευστοποιημένου μετάλλου για αρκετό χρόνο.

Ο μεταλλοτεχνίτης τοποθετούσε πάνω στη σχάρα του φούρνου, σε στρώσεις, αναμμένα κάρβουνα και κομμάτια μετάλλων. Στη συνέχεια έκλεινε το επάνω μέρος του φούρνου, αφήνοντας μια μικρή τρύπα για την αύξηση της θερμοκρασίας στους 700 βαθμούς C, και για την έξοδο του παραγόμενου καπνού. Το μέταλλο, καθαρός χαλκός ή μίγμα, έλειωνε, έτρεχε από τη σχάρα στο κανάλι ροής, που είχε μήκος 2 μέτρα, και κατέληγε στη μήτρα, όπου και έπαιρνε τη μορφή ράβδων.

Οι ξένες προς το μέταλλο ουσίες που παρέμεναν στη σχάρα με τη μορφή σκωρίας δεν έπρεπε να προχωρήσουν στο κανάλι ροής. Για να αποφευχθεί αυτό, ο μεταλλοτεχνίτης πρόσθετε την κατάλληλη στιγμή από το άνοιγμα του φούρνου ασβέστη (ανθρακικό ασβέστιο), το οποίο λειώνει όπως και ο χαλκός στους 700 βαθμούς και δεσμεύει τη σκουριά.

Το εμπόριο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας της Πρώιμης Χαλκοκρατίας και είναι άρρηκτα συνδεμένο με την ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο. Η ανάπτυξη του εμπορίου οφείλεται στην αναγκαιότητα εξεύρεσης πρώτων βιοτεχνικών υλών (οψιανός, μέταλλα), στην απόκτηση τεχνογνωσίας και στην προώθηση ανταλλάξιμων αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων.

Τα ευρήματα από οικισμούς και νεκροταφεία κάνουν σαφή τον ενδοαιγαιακό χαρακτήρα του εμπορίου, και παράλληλα συμβάλλουν στη διάγνωση των δικτύων ανταλλαγών (τοπικά, εκτεταμένα), αλλά και της έντασης των πολιτιστικών επαφών στις διαφορετικές χρονικές στιγμές της Πρώιμης Χαλκοκρατίας. Στο πλαίσιο εξεύρεσης πρώτων υλών για την άσκηση της μεταλλοτεχνίας σημειώνονται από τις αρχές της 3ης χιλιετίας επαφές του βορειοελλαδικού χώρου με τα Βαλκάνια και τη δυτική Μικρά Ασία. Στη νότια ηπειρωτική Ελλάδα εντατικές είναι κατά την Πρωτοελλαδική Ι-ΙΙ οι εμπορικές επαφές με τις Κυκλάδες, με στόχο τόσο την απόκτηση του οψιανού, απαραίτητου για την κατασκευή κοφτερών λεπίδων, όσο και για την απόκτηση χαλκού, μολύβδου και αργύρου από τα μεταλλεία της Σίφνου (Άγιος Σώστης) και, πιθανότατα, της Σερίφου και της Σύρου. Κατά το δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας σημειώνονται εντατικότατες επαφές ανάμεσα στα ανατολικά παράλια της νότιας Ελλάδας με τις Κυκλάδες και το βορειοανατολικό Αιγαίο. Aυτές επεκτείνονται, πέρα από τη μεταλλοτεχνία, και σε άλλους πολιτιστικούς τομείς (ιδεολογία, αγαθά κύρους-γοήτρου, αρχιτεκτονική) και απηχούν τόσο την οικονομική ευμάρεια και τη δημιουργία ισχυρών οικισμών (τοπικές ιεραρχίες), όσο και τη νέα κοινωνική δομή των αιγαιακών κοινοτήτων. Το Aιγαίο αποτελεί μια θάλασσα στην οποία επικρατεί το λεγόμενο "διεθνές πνεύμα". Kατά την Πρωτοελλαδική ΙΙΙ παρατηρείται εμπορική ύφεση ανάμεσα στις παραπάνω περιοχές, η οποία είναι απόρροια των γενικότερων οικονομικών αλλαγών που σημειώνονται κατά την περίοδο αυτή.

Eκτός από τις πρώτες ύλες (οψιανός, μέταλλα) οι ανταλλαγές περιλαμβάνουν χρωστικές ύλες (αζουρίτη, μαλαχίτη), οστέινες θήκες, μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία, ασημένια κοσμήματα και κεραμική από τις Κυκλάδες. Σε πρωτοελλαδικούς οικισμούς βρίσκονται επίσης κεραμική, λίθινα αγγεία και σφραγίδες από την Κρήτη, ενώ στη Λέρνα βρέθηκαν κεραμικά αγγεία από την Τροία. Eπιπλέον, αγγεία της Πρωτοελλαδικής περιόδου καθώς και σφραγίσματα απαντούν σε αρχαιολογικές θέσεις των Κυκλάδων και του βορειοανατολικού Αιγαίου (Τροία, Λήμνος, Σαμοθράκη), μαρτυρώντας έτσι την ύπαρξη εκτεταμένων δικτύων ανταλλαγών. Tέλος, οι μυλόπετρες και οι τριπτήρες από ανδεσίτη, που μετέφερε το πλοίο το οποίο ναυάγησε στο Δοκό, καθώς και οι μυλόπετρες από ανδεσίτη Αίγινας, που εντοπίστηκαν σε πρωτοελλαδικούς οικισμούς της Aργολίδας και της Αττικής, εντάσσονται σε εμπορικό δίκτυο περιορισμένης εμβέλειας που διεξαγόταν στον Αργοσαρωνικό.


Πηγή: http://www.fhw.gr/chronos/03/gr/index.html






 



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com