Πριγκιπάτο της Aχαΐας (1205-1432)

Μετά την αναχώρηση του Βονιφατίου ο Γουλιέλμος Champlitte και ο Γοδοφρείδος Α' Βιλλεαρδουίνος συνέχισαν την εκστρατεία στην Πελοπόννησο, κατέλαβαν την Πάτρα, την Ανδραβίδα, το Ποντικό (στην Ηλεία), τη Σκόρτα (στη δυτική Αρκαδία), το Ναβαρίνο, την Καλαμάτα και ήδη στα μέσα του 1205 δημιουργήθηκε ο πυρήνας του πριγκιπάτου της Αχαΐας.
Το 1209 ο Γουλιέλμος Champlitte, κατά την επιστροφή του στη Γαλλία για διεκδίκηση κληρονομιάς, απεβίωσε και την ηγεσία του πριγκιπάτου ανέλαβε ο Γοδοφρείδος Α' Βιλλεαρδουίνος, ο οποίος προέβη, όπως περιγράφεται στο Χρονικό του Μορέως, στη διοικητική οργάνωση των κατακτημένων περιοχών. Όπως προκύπτει από δύο σημαντικές συνθήκες που υπογράφηκαν το 1209 (της Ραβέννικας και της Σαπιέντζας) ο Γοδοφρείδος αναφέρεται "κατακτητικώ δικαιώματι" ηγεμόνας (princeps) της Πελοποννήσου. Το 1210 καταλήφθηκε το Ναύπλιο και η Κόρινθος (την υπεράσπιζε ο Λέων Σγουρός, ο οποίος αυτοκτόνησε το 1208), το 1212 το Άργος, ενώ το 1248 ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου με την κατάληψη της Μονεμβασίας.
Η Πελοπόννησος, μετά την κατάκτηση, εισήλθε σε περίοδο πρωτόγνωρης ακμής. Οι Φράγκοι διατηρώντας τις φεουδαρχικές παραδόσεις προσπάθησαν να οργανώσουν την περιοχή σε δυτικού τύπου ηγεμονία. Όπως φαίνεται δε συνάντησαν μεγάλες δυσκολίες, διότι προϋπήρχε η διαίρεση σε μεγάλες ιδιοκτησίες και οι κάτοικοι, δυσαρεστημένοι από τη βυζαντινή διακυβέρνηση, αποδέχθηκαν χωρίς αντιδράσεις τους νέους κυρίους. Από το 1205 έως το 1278 επικράτησε ο οίκος των Βιλλεαρδουίνων και το πριγκιπάτο γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του. Συγκεκριμένα το Γοδοφρείδο Α' (1209-1228) διαδέχθηκε ο γιος του Γοδοφρείδος Β' (1228-1246) και στη συνέχεια ο αδελφός του Γουλιέλμος Β' (1246-1278).
Το 1278 η κυριαρχία περιήλθε στον ανδεγαυικό οίκο (Anjou) της Νεάπολης, αλλά μέχρι το 1318 κυβερνούσαν απόγονοι των Βιλλεαρδουίνων. Η ανδεγαυική κυριαρχία διατηρήθηκε ως το 1432, όταν τα υπολείμματα του πριγκιπάτου απορροφήθηκαν από τους Βυζαντινούς του δεσποτάτου του Μορέως. Στα 1259 ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος νίκησε στη μάχη της Πελαγονίας το φραγκικό συνασπισμό -που πολεμούσε στο πλευρό του δεσπότη της Ηπείρου- και υπέγραψε συμμαχία με τους Γενουάτες το 1261 (συνθήκη του Νυμφαίου), για να ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη. Για να απελευθερωθεί ο πρίγκιπας Γουλιέλμος Β' Βιλλεαρδουίνος (αιχμάλωτος στη μάχη της Πελαγονίας), οι γυναίκες των βαρόνων του πριγκιπάτου (συνέλευση των κυράδων στο Νίκλι) αποφάσισαν να παραδώσουν στο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο τα κάστρα του Μυστρά, της Μάνης, της Μονεμβασίας (κατά το Χρονικό του Μορέως, στ. 4329 και το Χρονικό του Marino Sanudo) και τα κάστρα του Γερακίου και της Κινστέρνας (κατά τον Παχυμέρη).
Το 1262 ιδρύθηκε ο πυρήνας του δεσποτάτου του Μορέως, το οποίο από το 1262 έως το 1349 διοικούνταν από διορισμένους διοικητές (κεφαλές), ενώ από το 1349 έως το 1460 από μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας (δεσπότες). Όσο ζούσε ο Γουλιέλμος, οι Φράγκοι αντιμετώπιζαν με επιτυχία τις επιθέσεις των Βυζαντινών. Οι μάχες της Πρίνιτζας (Ολυμπία), των Σεργιανών (Σέρβια) και της Μεσίσκλης (Ηλεία), το 1262-1263, και του Μακρυπλαγίου Μεσσηνίας, το 1264, κατέληξαν σε ήττα των Βυζαντινών, αλλά ουσιαστικά είχε ήδη αρχίσει η παρακμή της φραγκικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο.
Το 1267 υπογράφηκε η συνθήκη του Viterbo ανάμεσα στο λατίνο αυτοκράτορα Βαλδουίνο Β', τον πρίγκιπα Γουλιέλμο Β' Βιλλεαρδουίνο και το βασιλιά της Νεάπολης Κάρολο Α' Ανδεγαυό, η οποία σηματοδότησε την ανδεγαυική κυριαρχία στον ελληνικό χώρο. Το πρώτο μέρος της συνθήκης, στις 24 Μαΐου 1267, καθόριζε την τύχη του πριγκιπάτου. Έθετε ως επικυριάρχο τον Κάρολο και μετά το θάνατο του Γουλιέλμου το μεταβίβαζε στο Φίλιππο (γιο του Καρόλου και γαμπρό του Γουλιέλμου) ή στον ίδιο τον Κάρολο. Το δεύτερο μέρος της συνθήκης, στις 27 Μαΐου 1267, αποτελούσε σχέδιο εκστρατείας κατά του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης και παραχωρούσε την Κέρκυρα και πόλεις της Ηπείρου στον Κάρολο. Η περιοχή αυτή είχε δοθεί στο Μαμφρέδο της Σικελίας, από το δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Άγγελο, ως προίκα για το γάμο του με την κόρη του Ελένη το 1258.
Ο Κάρολος Α' (1266-1285), γιος του Λουδοβίκου Η' και αδελφός του Λουδοβίκου Θ', ήταν κόμης του Anjou, του Maine και της Προβηγκίας, μετά το γάμο του με τη Βεατρίκη. Τον Ιανουάριο του 1266 στέφθηκε με τις ευλογίες του πάπα Κλήμη Δ' βασιλιάς της Σικελίας, την οποία ο προκάτοχος Φρειδερίκος Β' Hohenstanfen (1220-1250) είχε οργανώσει διοικητικά και οικονομικά. Ο Κάρολος είχε αναγνωριστεί στη συνείδηση των ιταλικών πόλεων ως αρχηγός των Γουέλφων (υποστηρικτές του πάπα και υπέρμαχοι των δημοκρατικών αστικών ελευθεριών και της εθνικής ιταλικής ιδέας) εναντίον των Γιβελίνων (υποστηρικτές της αυτοκρατορικής ιδέας του γερμανού αυτοκράτορα). Στις 26 Φεβρουαρίου αντιμετώπισε με επιτυχία το Μαμφρέδο, νόθο γιο του Φρειδερίκου που είχε σφετεριστεί το σικελικό θρόνο, στη μάχη του Benevento, ενώ τον Αύγουστο του 1268 τον Κονραδίνο, εγγονό του Φρειδερίκου, και τους γιβελίνους οπαδούς του στη μάχη του Tagliacozzo. Στη συνέχεια το ενδιαφέρον του στράφηκε προς ανατολάς και η συνθήκη του Viterbo συνέβαλε στην υλοποίηση των επεκτατικών σχεδίων του, θέτοντας το πριγκιπάτο της Αχαΐας στην επικυριαρχία του Καρόλου.
Μέχρι το θάνατο του Γουλιέλμου Β', το 1278, η επικυριαρχία του Καρόλου στο πριγκιπάτο συνίστατο στη στρατιωτική επάνδρωση της περιοχής, για να αντιμετωπιστεί η βυζαντινή απειλή. Η ουσιαστική κυριαρχία άρχισε το 1278, όταν ο Ανδεγαυός ανέθεσε τη διοίκηση σε εκπροσώπους του που ονομάζονταν βάιλοι. Όσον αφορά την Κέρκυρα και τις πόλεις της Ηπείρου (στα ανδεγαυικά έγγραφα ονομάζονται Albania) η ουσιαστική κυριαρχία άρχισε τo 1272, αλλά η ανδεγαυική παρουσία ήταν δυναμική μόνο όσο ζούσε ο Κάρολος. Στις 30 Μαρτίου 1282 ξέσπασε ο "Σικελικός Εσπερινός" και η από κοινού με τους Βενετούς εκστρατεία του για την ανακατάκτηση της Κωνσταντινούπολης ματαιώθηκε. Το ανδεγαυικό ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στην ανάκτηση της Σικελίας και ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε η ανατολική πολιτική. Εντούτοις η ανδεγαυική κυριαρχία διατηρήθηκε, αν και αρκετά αποδυναμωμένη, μέχρι το 1432 στο πριγκιπάτο της Αχαΐας και μέχρι το 1386 στην Κέρκυρα, αλλά μόνο έως το 1284 στο Δυρράχιο και το μεγαλύτερο τμήμα της "Αλβανίας".
Ο Κάρολος Α' δεν επισκέφθηκε ποτέ το πριγκιπάτο, αλλά ασκούσε τη διοίκηση με τους εκπροσώπους του, τους βάιλους. Ο πρώτος βάιλος που στάλθηκε ήταν ο Galeran d' Ivry (1278-1280), ο οποίος έλαβε τον όρκο υποτέλειας από τις βαρονίες και τα κάστρα που αποτελούσαν περιουσία του Γουλιέλμου Β'. Δεύτερος βάιλος ήταν ο Φίλιππος Lagonessa (1280-1282). Oι επόμενοι βάιλοι ήταν ευγενείς της περιοχής, όπως ο Guy de Tremblay βαρόνος της Χαλανδρίτσας (1282-1285), ο δούκας των Αθηνών Γουλιέλμος de la Roche (1285-1287), o Nικόλαος Β' Saint Omer (1287-1289) και ο Guy de Charpigny (1289) βαρόνος της Βοστίτζας.
Το 1289 ο Κάρολος Β' Ανδεγαυός (1285-1309) παραχώρησε το πριγκιπάτο στην Ισαβέλλα, κόρη του Γουλιέλμου Β' Βιλλεαρδουίνου, και στο σύζυγό της Φλωρέντιο d' Hainaut μέχρι το 1297. Από το 1301 ως το 1305 η Ισαβέλλα κυβέρνησε με τον τρίτο σύζυγό της το Φίλιππο της Σαβοΐας. Το 1306 η Ματίλδη (Mahaut) κόρη της Ισαβέλλας και του Φλωρεντίου διεκδίκησε το πριγκιπάτο. Το 1313 ο Φίλιππος Α' του Τάραντα, γιος του Καρόλου Β' (δεσπότης της Ρωμανίας από το 1294), παραχώρησε την Αχαΐα στη Ματίλδη και το σύζυγό της Λουδοβίκο της Βουργουνδίας, ο οποίος όμως το 1316 σκοτώθηκε στη μάχη της Μανωλάδας. Η Ματίλδη ήταν ανίκανη να αντιμετωπίσει μόνη της τους Βυζαντινούς του Μυστρά και τους Καταλανούς του δουκάτου των Αθηνών. Ο ανδεγαυός βασιλιάς Ροβέρτος (1309-1343) οργάνωσε συνοικέσιο για τη Ματίλδη και τον αδελφό του Ιωάννη Gravina, αλλά εκείνη αρνήθηκε και το 1318 παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της στο πριγκιπάτο υπέρ του Ιωάννη.
Η τελευταία περίοδος μέχρι την κατάλυση του πριγκιπάτου το 1432 ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκη με την παρουσία Τούρκων, Βενετών, Ιωαννιτών, Ναβαραίων. Κυρίαρχο στοιχείο στην πολιτική της περιοχής ήταν η αυξανόμενη τουρκική απειλή και ο ενθουσιασμός του πάπα για νέα σταυροφορία, όπως και η ενίσχυση της βενετικής κυριαρχίας. Από την άλλη η παρακμή του πριγκιπάτου ήταν απόλυτη. Η φεουδαρχική κοινωνία που είχε διαμορφωθεί μετά την κατάκτηση είχε διαφοροποιηθεί. Οι περισσότερες φραγκικές οικογένειες είχαν εκλείψει και νέες ιταλικές οικογένειες (βενετικές, φλωρεντινές) είχαν ανέλθει στην αριστοκρατία της περιοχής, λόγω γάμου ή δωρεών. Συγχρόνως πολλές ήταν οι διαμάχες των υποψήφιων διεκδικητών, ενδεικτικό στοιχείο ότι το πριγκιπάτο παρά τις απώλειες διατηρούσε ακόμη το γόητρό του.
Το 1321 υπήρχε σχέδιο των βαρόνων να παραδώσουν την Αχαΐα στους Βενετούς, αλλά δεν υλοποιήθηκε. Το 1331 τον τίτλο του δεσπότη της Ρωμανίας κληρονόμησε ο γιος του Φιλίππου Ροβέρτος του Τάραντα (1309-1343), που το 1332 εγκαταστάθηκε στην Αχαΐα, όπου μέχρι το 1346 ασκούσε τη διακυβέρνηση η μητέρα του Αικατερίνη και στη συνέχεια μέχρι το 1364 ο ίδιος.
Το νέο πρόσωπο στο προσκήνιο ήταν ο φλωρεντινός Νικόλαος Acciaiuioli, o oπoίος από το 1331 διατέλεσε σύμβουλος της Αικατερίνης και από το 1341 είχε αποκτήσει φέουδα στην Πελοπόννησο για τις υπηρεσίες του. Η χήρα του Ροβέρτου Μαρία των Βουρβόνων διεκδίκησε τον τίτλο της πριγκίπισσας (1364-1370) με ανταπαιτητή τον αδελφό του Ροβέρτου Φίλιππο Β' του Τάραντα (1364-1373). Τον διαδέχθηκε ο Ιάκωβος de Baux αλλά η βασίλισσα της Νεάπολης Ιωάννα (1343-1382), εγγονή του Ροβέρτου, αμφισβήτησε τα δικαιώματά του στο πριγκιπάτο διεκδικώντας η ίδια τη διακυβέρνηση. Το 1376 η Ιωάννα νοίκιασε το πριγκιπάτο στους Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου για πέντε χρόνια. Το 1381 επωφελήθηκαν οι Ναβαραίοι αναγνωρίζoντας τον Ιάκωβο de Baux (1381-1383) και στη συνέχεια διάφοροι υποψήφιοι εμφανίστηκαν, όπως ο Αμαδαίος της Σαβοΐας, ο Πέτρος de San Superan (1396-1402) και o Centurione II Zaccaria (1404-1432). Η ανδεγαυική κυριαρχία διατηρήθηκε αρκετά αποδυναμωμένη μέχρι την οριστική κατάλυση του πριγκιπάτου της Αχαΐας, τo 1432 από το δεσπότη του Μυστρά. Τέλος, το 1460 οι δεσπότες Θωμάς και Δημήτριος Παλαιολόγοι, αδελφοί του τελευταίου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, παραδόθηκαν στους Τούρκους.

Πηγή: http://www.ime.gr/
 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com