ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

ΑΠΟ ΤΟΝ 8ο ΩΣ ΤΟ 2ο Π.Χ. ΑΙΩΝΑ

Το πέρασμα από τα χρόνια της προϊστορίας στην ιστορική εποχή βρίσκει τη Λέσβο πανέτοιμη από κάθε άποψη να ξεκινήσει ένα λαμπρό ιστορικό δρόμο, με αποτέλεσμα να καταστήσει έντονη την παρουσία της μέσα στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και να διεκδικεί αξιόλογο μερίδιο από τη δημιουργία του ανεπανάληπτου αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Στο τέλος του 8ου και στις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα η εγκατάσταση και των τελευταίων Αιολέων στο νησί και στην απέναντι Μικρασιατική ακτή είχε ολοκληρωθεί. Η επιμειξία και αφομοίωσή τους από τους γηγενείς είχε συντελεστεί.
Ήδη η “άπολις’’, κατά τον ψευδηροδότειον “Βίον του Ομήρου”, Λέσβος έχει οικιστεί “κατά πόλεις”, δηλαδή έχουν διαμορφωθεί οι πέντε πόλεις - κράτη της Λέσβου και έχει προσδιοριστεί η επικράτεια της καθεμίας. Οι πόλεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε και μνημονεύει ρητά ο Ηρόδοτος, είναι η Μυτιλήνη, η Μήθυμνα, η Πύρρα, η Άντισσα και η Ερεσός. Η Προϊστορική Αρίσβη σύμφωνα με πολλές ενδείξεις θα πρέπει ήδη από αυτή την εποχή να έχει εξανδραποδιστεί και να έχει υπαχθεί στην επικράτεια της Μήθυμνας. Γενικά τα όρια της επικράτειας της καθεμίας από τις παραπάνω πέντε πόλεις ήταν τα εξής: η Μυτιλήνη κατελάμβανε το Νοτιοανατολικό Τμήμα του νησιού, δηλαδή τις περιοχές σήμερα Αγιάσου, Πλωμαρίου, Γέρας, χερσονήσου Αμαλής και βόρεια μέχρι τις Ν. Κυδωνίες.
Η Μήθυμνα κατείχε το βόρειο και Κεντρικό Τμήμα του νησιού, δηλαδή τις περιοχές σήμερα Μολύβου, Πέτρας, Μανταμάδου και Καλλονής.
Η Πύρρα περιελάμβανε την περιοχή σήμερα Πολιχνίτου, Αχλαδερής, Μέσων• η Άντισσα το βορειοδυτικό τμήμα με διέξοδο στον Κόλπο Καλλονής και η Ερεσός το Νοτιοδυτικό, δηλαδή τις περιοχές Ερεσού και Σιγρίου.
Στην επικράτεια της Μυτιλήνης ανήκει μόνιμα σε όλη την αρχαιότητα και ο “των Μυτιληναίων αιγιαλός”, δηλαδή όλη η απέναντι στο νησί Μικρασιατική παραλία από τον Αδραμυττινό κόλπο μέχρι τις Αγρινούσσες απέναντι από την Αγριλιά.
Οι σχέσεις ανάμεσα στις πόλεις - κράτη της Λέσβου δεν ήταν πάντοτε φιλικές ούτε όμως και πάντοτε εχθρικές. Άλλωστε από την αρχαϊκή εποχή (8ο - 6ο π.Χ. αιώνα) είναι γνωστό ότι είχε ιδρυθεί το κοινό της Λέσβου με έδρα το ιερό των Μέσων. Λέγοντας ‘κοινό’ εννοούμε κάποια μορφή ένωσης, που σίγουρα είχε θρησκευτικό χαρακτήρα με κοινό τόπο λατρείας το ιερό των Μέσων, που βρισκόταν στο κέντρο του νησιού. Συχνά, όμως, η λεσβιακή αυτή ενότητα έπαιρνε και πολιτική μορφή που κάθε τόσο χαλαρωνόταν ή και διασπόταν από διάφορα γεγονότα και άλλοτε ανανεωνόταν. Η Μήθυμνα συχνά διαφοροποιούσε την πολιτική της και ερχόταν σε σύγκρουση πότε με τη Μυτιλήνη και πότε με την Άντισσα και την Ερεσό. Οι άλλες τέσσερις πόλεις διατηρούσαν μάλλον φιλικές σχέσεις μεταξύ τους.
Από πολιτειακή άποψη είναι σίγουρο πως και στη Μυτιλήνη, όπως και στις άλλες αρχαίες ελληνικές πόλεις, επικρατεί ακόμα στις αρχές του 7ου αιώνα το πολίτευμα της βασιλείας. Στο τέλος όμως του αιώνα αυτού η βασιλεία θα εκφυλιστεί και θα καταργηθεί. Βέβαια λειτουργούσε κοντά στους βασιλιάδες και βουλή και αγορά (Βόλλα και Αγόρα κατά την Αιολική διάλεκτο), τα μέλη τους όμως προέρχονταν μόνο από την αριστοκρατική τάξη και οι αρμοδιότητές τους ήταν πολύ περιορισμένες. Καμία σχέση δηλαδή δεν υπήρχε με τη βουλή και το δήμο του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Η οικονομία της Λέσβου την ίδια εποχή στηρίζεται ακόμα σχεδόν εξ ολοκλήρου στη γεωργία. Ήδη όμως από τις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα αρχίζει και η ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου, όπως αποδεικνύεται από τη δράση των Μυτιληναίων στην περιοχή του Ελλησπόντου και τη σύγκρουσή τους με τους Αθηναίους για το Σίγειο στο τέλος του αιώνα• και ακόμα από τη συμμετοχή πάλι των Μυτιληναίων στην ίδρυση του εμπορικού σταθμού της Ναύκρατης στην Αίγυπτο.
Αντίστοιχη με την οικονομική ζωή είναι και η κοινωνική διάρθρωση των λεσβιακών πόλεων. Την άρχουσα τάξη, την αριστοκρατία, αποτελούν οι ευγενείς που κατάγονται από τις μεγάλες γενιές (τα μεγάλα τζάκια) και είναι οι κάτοχοι σχεδόν όλης της γης. Αυτοί εκπροσωπούν ένα μικρό ποσοστό της κοινωνίας. Το μεγάλο πλήθος αποτελούν οι αγρότες που ζουν σε κώμες και μικρούς οικισμούς στην ύπαιθρο και καλλιεργούν τη γη ως δουλοπάροικοι. Με την ανάπτυξη όμως των μεγάλων αστικών κέντρων Μυτιλήνης. Μήθυμνας κλπ. αρχίζει να αναπτύσσεται και η λεγόμενη αστική τάξη, που θα την αποτελέσουν οι ναυτικοί, οι έμποροι και οι τεχνίτες. Θα αργήσουν όμως αυτοί αρκετά για να διεκδικήσουν συμμετοχή στην εξουσία.
Αυτή περίπου είναι η εικόνα της Λέσβου τον 7ο π.Χ. αιώνα από πολιτική, πολιτειακή, κοινωνική και οικονομική άποψη.
Ήδη όμως μέσα στον αιώνα αυτό θα ξεσπάσουν στη Μυτιλήνη πολιτικές ταραχές• θα ξεσηκωθούν οι αριστοκράτες και θα διεκδικήσουν την εξουσία από τα βασιλικά γένη, από τα οποία σπουδαιότερο είναι το γένος των Πενθιλιδών. Αναφέρονται ακόμα εκτός από τους Πενθιλίδες και οι Αρχιανακτίδες και οι Κλεανακτίδες. Φαίνεται ότι οι τελευταίοι Πενθιλίδες που βασίλεψαν στη Λέσβο ήταν πολύ σκληροί και μεταχειρίζονταν τους συμπολίτες τους αυταρχικά και προσβλητικά. Γύριζαν στην πόλη και χτυπούσαν όποιον εύρισκαν με ραβδιά, ώσπου ένας από τους αριστοκράτες, ο Μεγακλής, επιτέθηκε εναντίον τους με τους φίλους του και σκότωσε όσους μπόρεσε. Αργότερα όμως ένας Πενθιλίδης πάλι, που είχε και το όνομα του γενάρχη, ο Πένθιλος, μαζί με τη γυναίκα του έσυραν προσβλητικά ένα γνωστό πολίτη, το Σμέρδη• τότε ο τελευταίος σκότωσε τον Πένθιλο (620 π.Χ.). Μετά από αυτό το επεισόδιο οι Πενθιλίδες σχεδόν εξαφανίζονται.
Όμως, αν και οι βασιλιάδες θα εξαφανιστούν από το πολιτικό προσκήνιο, ας μη φανταστούμε ότι θα κάνει την εμφάνισή της η Δημοκρατία. Αυτή θα αργήσει να έρθει. Επί του παρόντος θα εμφανιστούν στα πολιτικά πράγματα της Μυτιλήνης στις τελευταίες δεκαετίες του 7ου π.Χ. αιώνα κάποιοι τύραννοι. Από αυτούς ο Μέλαγχρος πήρε την εξουσία κατά το 612 π.Χ. Ο Πιττακός σχημάτισε τότε ένα πολιτικό όμιλο για να ανατρέψει τον τύραννο. Στον όμιλο αυτό ήταν και οι δύο αδελφοί του Αλκαίου, γιατί ο ποιητής ήταν ακόμα ανήλικος. Στα 610 π.Χ. κατόρθωσαν να ρίξουν και να σκοτώσουν το Μέλαγχρο. Τότε αρχίζει η εποχή της ανόδου του Πιττακού• παίρνει την αρχηγία του στρατού στο Σίγειο, κτήση των Μυτιληναίων στον Ελλήσποντο, όπου σι Αθηναίοι έστειλαν ένα εκστρατευτικό σώμα εποίκων, με αρχηγό το Φρύνωνα τον Ολυμπιονίκη. Σε μονομαχία ανάμεσα στους αντιπάλους αρχηγούς, που όπως συμφωνήθηκε θα έκρινε τη νίκη, ο Πιττακός κατάφερε να σκοτώσει το Φρύνωνα, αφού τον έμπλεξε μέσα σ’ ένα αλιευτικό δίχτυ, που είχε κρύψει κάτω από την ασπίδα του. Το γεγονός αυτό, κατόρθωμα δεύτερο ύστερα από την εξόντωση του τυράννου Μελάγχρου, έδωσε αίγλη ξεχωριστή στον Πιττακό.
Σε λίγο, ένας νέος τύραννος, ο Μύρσιλος, κατορθώνει να πάρει την εξουσία στη Μυτιλήνη. Η παλιά εταιρεία που εξουδετέρωσε το Μέλαγχρο ξαναζωντάνεψε με πρωτοβουλία του Πιττακού και των αδελφών του Αλκαίου. Τώρα πήρε μέρος και ο ποιητής, που στο μεταξύ είχε ενηλικιωθεί. Πριν ακόμα δράσουν οι συνωμότες προδόθηκαν, πρόλαβαν όμως να καταφύγουν στην Πύρρα. Και εκεί, δεν έμειναν αδρανείς• πήραν χρηματική βοήθεια από τους Λυδούς, για να τη χρησιμοποιήσουν στον αγώνα τους. Τελικά όμως ο σκοπός της εταιρείας ματαιώθηκε, γιατί ο πραγματικός αρχηγός της, ο Πιττακός, εγκατέλειψε τους συντρόφους του, πήγε με τον τύραννο και έγινε στενός συνεργάτης του. Την προδοσία αυτή του Πιττακού δεν τη συγχώρεσε ποτέ ο Αλκαίος. Ο τύραννος Μύρσιλος σε λίγο πέθανε και όλοι αναθάρρησαν: ο Αλκαίος πανηγύρισε το θάνατο του Τυράννου σε ένα ποίημά του.
Τώρα, όμως, αρχίζει η διαμάχη ανάμεσα στους ευγενείς για την εξουσία και η οξεία διένεξη και σύγκρουση ανάμεσα στους πρώην συνεργάτες Πιττακό και Αλκαίο. Νικητής, όχι βέβαια σε μάχη, αλλά σε κύρος και επιβολή, θα αναδειχθεί ο Πιττακός, που αν και μειονεκτούσε σε καταγωγή, αφού ο πατέρας του ήταν ξένος από τη Θράκη, ενίσχυσε τη θέση του με το γάμο που έκανε με γυναίκα αριστοκράτισσα, την κόρη του Πενθίλου, που είχε σκοτώσει ο Σμέρδης.
Η τάξη των ευγενών της Μυτιλήνης κουρασμένη από τις αδιάκοπες πολιτικές διαμάχες εκτίμησε τη δυναμική ψυχοσύνθεση του Πιττακού και τον ανέδειξε αισυμνήτη με απόλυτη πλειοψηφία. Την ιδιότυπη αυτή αρχή του αισυμνήτου ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος ερμηνεύουν ως αιρετή τυραννίδα. Μια τυραννίδα όμως που είχε χαρακτήρα αντιτυραννικό, αφού η εκλογή του Πιττακού απέβλεπε στην εξάλειψη της πολιτικής αστάθειας που ευνοεί τις τυραννίδες.
Όμως οι παλιοί σύντροφοι του Πιττακού μαζί τους και ο Αλκαίος έμειναν σταθεροί στο δικό τους αγώνα, που τώρα στράφηκε κατά του Πιττακού, του τυράννου, όπως τον έλεγαν. Αποτέλεσμα ήταν να εξοριστούν όλοι, μαζί τους τώρα και η Σαπφώ, που όντας κι αυτή αριστοκράτισσα αναμείχθηκε στους πολιτικούς αγώνες, γιατί οι γυναίκες στη Μυτιλήνη είχαν ενεργό συμμετοχή στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Ο Αλκαίος θα ξαναεξοριστεί στην Πύρρα• ο αδελφός του Αντιμενίδας θα πάει μισθοφόρος σ’ έναν πόλεμο στη Βαβυλώνα.
Δέκα χρόνια κράτησε την εξουσία ο Πιττακός (590 - 580 π.Χ.) και μετά παραιτήθηκε μόνος του, παρά το γεγονός ότι ήταν ισόβιος. Οι πληροφορίες που έχουμε λένε πως πέτυχε απόλυτα στο έργο του. Ξεκίνησε ως τυραννοκτόνος και τερμάτισε απαλλάσσοντας οριστικά τη Μυτιλήνη από τις τυραννίες. Επέβαλε την τάξη καθησυχάζοντας δυναμικά τις μερίδες των ευγενών που αντιμάχονταν• αποκατέστησε την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος, συμπλήρωσε τη νομοθεσία και σταθεροποίησε τη λειτουργία του ολιγαρχικού πολιτεύματος. Δεν επιδίωξε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ούτε πολιτειακές αλλαγές, που θα οδηγούσαν στο δημοκρατικό πολίτευμα. Αυτό θα έρθει πολύ αργότερα, μετά την ανεπιτυχή αποστασία των Μυτιληναίων από την αθηναϊκή συμμαχία το 427 π.Χ. Σώθηκε, ενεπίγραφη προτομή του Πιττακού, η μοναδική, που φυλάγεται στο Μουσείου Λούβρου (Παρίσι).
Τα γεγονότα του 6ου π.Χ. αιώνα• Γύρω στο 580 π.Χ. διευθετείται ο πόλεμος για το Σίγειο ανάμεσα στους Μυτιληναίους και Αθηναίους με τη διαιτησία του Περιάνδρου, τυράννου της Κορίνθου. Το Σίγειο περιήλθε στους Αθηναίους, ενώ οι Μυτιληναίοι σε αντάλλαγμα πήραν το Αχίλλειο. Λίγο αργότερα, άγνωστο πώς, οι Αθηναίοι έχασαν και πάλι το Σίγειο. Το ανακατέλαβε οριστικά ο Πεισίστρατος και εγκατέστησε σ’ αυτό τύραννο το νόθο γιο του Ηγησίστρατο. Στο Σίγειο κατέφυγε λίγο αργότερα και ο Ιππίας μετά την πτώση της τυραννίας στην Αθήνα.
Στα μέσα αυτού του αιώνα οι Μυτιληναίοι πήραν μέρος μαζί με Ίωνες ναυτικούς στην ίδρυση του Ελληνίου της Ναύκρατης στην Αίγυπτο.
Την ίδια εποχή φαίνεται ότι έγινε ανασύσταση του κοινού των Λεσβίων, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, που είχε όμως τραγική αποτυχία. Οι Λέσβιοι, πάλι κατά τον Ηρόδοτο, βοήθησαν τους Μιλησσίους στον πόλεμό τους με τον Πολυκράτη, τύραννο της Σάμου. Ο Πολυκράτης νίκησε και τιμώρησε τους Λέσβιους, βάζοντάς τους δεμένους να σκάψουν την τάφρο γύρω από το τείχος.
Στα 546 π.Χ. ο Κύρος, ο βασιλιάς της Περσίας, νίκησε τον Κροίσο και κατέλυσε το Λυδικό κράτος, που γειτνίαζε με τις Μυτιληναϊκές κτήσεις της Μ. Ασίας. Σε λίγο ο στρατηγός του Κύρου Άρπαγος καθυπέτασσε αστραπιαία όλες τις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας. Οι Λέσβιοι, όπως και όλοι οι νησιώτες του Ανατολικού Αιγαίου στην αρχή θορυβήθηκαν, αλλά σε λίγο φοβήθηκαν και συνήψαν με τον Κύρο κάποιες συνθήκες, σύμφωνα με τις οποίες οι Πέρσες ασκούσαν μια μορφή επικυριαρχίας πάνω στο νησί. Εκτός από τις χρηματικές εισφορές που πλήρωναν οι Λέσβιοι, ήταν υποχρεωμένοι να βοηθούν το Μεγάλο βασιλιά και στις εκστρατείες του. Έτσι βοήθησαν τον Καμβύση, γιο του Κύρου, στην εκστρατεία του κατά της Αιγύπτου. Έδωσαν πλοία και βοήθησαν στην κατάληψη της Ίμβρου και της Λήμνου από τους Πέρσες. Πήραν επίσης μέρος στις επιχειρήσεις του Δαρείου κατά των Σκυθών το 514 π.Χ. Αρχηγός των μυτιληναϊκών δυνάμεων σ’ αυτή την εκστρατεία ήταν ο στρατηγός Κώης, γιος του Ερξάνδρου από τη Μυτιλήνη. Αυτός συμβούλεψε το Δαρείο να μη διαλύσει τη γέφυρα που είχε κατασκευάσει στον Ίστρο ποταμό, πράγμα που έσωσε το βασιλιά κατά την αποχώρησή του. Ο Δαρείος για να ανταποδώσει την ευεργεσία, μετά την επιστροφή του κατέστησε τον Κώη απόλυτο τύραννο της Λέσβου. Ύστερα όμως από την ανεπιτυχή εκστρατεία των Περσών κατά της Νάξου, στην οποία είχε λάβει μέρος και ο Κώης, οι Μυτιληναίοι τον συνέλαβαν και τον λιθοβόλησαν έξω από την πόλη.
Τα γεγονότα του 5ου π.Χ. αιώνα• Οι Μυτιληναίοι πήραν ενεργό μέρος στην Ιωνική επανάσταση κατά των Περσών (499 - 494 π.Χ.). Αυτοί αρχικά έδωσαν στο Μιλήσιο Ιστιαίο 8 καράβια για να ελέγχει τα στενά του Ελλησπόντου. Στη συνέχεια πήραν μέρος με 70 πλοία στην περίφημη ναυμαχία της Λάδης, που έκρινε την τύχη της επανάστασης και οδήγησε μετά την ήττα των Ιώνων στην κατάληψη και καταστροφή της Μιλήτου από τους Πέρσες το 494 π.Χ.
Την επόμενη χρονιά (493 π.Χ.) η Λέσβος καταλήφθηκε από τους Πέρσες• 14 χρόνια, ως το 479 π.Χ. κράτησε η σκλαβιά. Δεν ξέρουμε αν έγιναν καταστροφές στη διάρκειά της. Ξέρουμε όμως πως οι Πέρσες υποχρέωσαν τους Λέσβιους να πάρουν μέρος μαζί τους στις ναυτικές επιχειρήσεις τους εναντίον των ομοφύλων τους. Τουλάχιστον στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 πΧ.) πολέμησαν κατά των Αθηναίων (Αιολείς μετά Λεσβίων και Τενέδιοι...”, αναφέρει ο Ηρόδοτος).
Ύστερα από την ευτυχή για τους Έλληνες έκβαση των Μηδικών πολέμων και την ολοσχερή ήττα των Περσών, οι Λέσβιοι με τους Χίους και τους Σάμιους ήταν από τους πρώτους, που προσχώρησαν στην Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία (479 π.Χ.) ως αυτόνομοι σύμμαχοι. Υποχρέωσή τους ήταν να δίνουν μόνο πλοία στη Συμμαχία, όχι να καταβάλλουν και οικονομική εισφορά στο Ελληνοταμείο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην πάρουν ποτέ οι Μυτιληναίοι τη θέση του φόρου υποτελούς, δηλαδή του υπηκόου στους Αθηναίους, όπως συνέβη με τις άλλες συμμαχικές πόλεις. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι όλοι οι σύμμαχοι διατήρησαν τα πολιτεύματα που είχαν, και οι Μυτιληναίοι φυσικά το ολιγαρχικό.
Μέσα στην πεντηκονταετία που ακολούθησε, δηλαδή μέχρι την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου το 431 π.Χ., οι Λέσβιοι ως αξιόλογα και ενεργά μέλη της Συμμαχίας, πήραν μέρος με το στόλο τους σε ύλες τις ναυτικές επιχειρήσεις που έλαβαν χώρα κατά το διάστημα αυτό, π.χ. στη Ναυμαχία του Ευρυμέδοντα (470 π.Χ.), υπό τον Κίμωνα, στην εκστρατεία κατά των Δολόπων πειρατών της Σκύρου, στην πολιορκία της Καρύστου, που είχε μηδίσει. στην καταστολή της αποστασίας της Νάξου (440 π.Χ.), στις επιχειρήσεις των συμμάχων κατά της Θάσου, στην εκστρατεία για την υποστήριξη της Αιγύπτου, που αποστάτησε από τους Πέρσες, στη ναυμαχία και πεζομαχία κατά των Φοινίκων και Κιλίκων στη Σαλαμίνα της Κύπρου και όπου αλλού έδρασε ο συμμαχικός στόλος κατά την περίοδο αυτή.
Ήδη, όμως, η διάσταση ανάμεσα στους δύο κόσμους που εκπροσωπούσαν η Αθήνα και η Σπάρτη είχε κορυφωθεί και είχε οδηγήσει στη μοιραία σύγκρουση, που επεσήμανε την αρχή του τέλους του αρχαίου Ελληνισμού. Το 431 π.Χ. άρχισε ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Στην αρχή του πολέμου τούτου που κράτησε 27 ολόκληρα χρόνια, δηλ. μέχρι το 404 π.Χ. και ανάδειξε τελικούς νικητές τους Λακεδαιμόνιους, οι Λέσβιοι όλοι ως σύμμαχοι των Αθηναίων στάθηκαν στο πλευρό τους στέλνοντας σ’ αυτούς το στόλο τους όπου χρειαζόταν. Κατά το 4ο όμως έτος του πολέμου και συγκεκριμένα το θέρος του 428 η Μυτιλήνη αποστάτησε, δηλαδή επιχείρησε να απομακρυνθεί από τη συμμαχία των Αθηναίων• την ακολούθησαν οι τρεις μικρότερες πόλεις, Πύρρα, Ερεσός και Άντισσα. Η Μήθυμνα έμεινε πιστή στους Αθηναίους. Τις λεπτομέρειες αυτής της αποστασίας τις εξιστορεί ο Θουκυδίδης στο Γ’ βιβλίο των ‘‘Ιστοριών” του. Η περιληπτική απόδοσή τους έχει ως εξής: Οι Λέσβιοι, που και πριν από την έναρξη του πολέμου ήθελαν να αποστατήσουν, αλλά οι Λακεδαιμόνιοι τότε δεν τους δέχτηκαν στη συμμαχία τους, εξεγέρθηκαν τώρα αλλά πριν την ώρα τους. Γιατί ενώ περίμεναν να αποτελειώσουν την επέκταση των λιμενοβραχιόνων τους και την κατασκευή των τειχών και πολεμικών πλοίων και να φθάσουν από τον Εύξεινο Πόντο οι παραγγελίες τους, δηλ. σιτάρι και μισθοφόροι, οι κάτοικοι της Τενέδου που ήταν εχθροί τους, οι Μηθυμναίοι, αλλά και κάποιοι Μυτιληναίοι, πολιτικοί αντίπαλοι των κυβερνώντων κατάγγειλαν στους
Αθηναίους τις προετοιμασίες και πρόσθεσαν πως, αν δεν τους προλάβουν, θα χάσουν τη Λέσβο.
Οι Αθηναίοι τότε, ταλαιπωρημένοι καθώς ήταν από την επιδημία και τον πόλεμο, επειδή το θεωρούσαν δύσκολο να περιπλακούν σε πόλεμο και με τους Λεσβίους, που και ναυτικό είχαν μεγάλο και ανέπαφες τις στρατιωτικές τους δυνάμεις, στην αρχή δε δέχτηκαν τις καταγγελίες αυτές, περισσότερο γιατί δεν ήθελαν να τις πιστέψουν. Όταν όμως, παρ’ όλο που έστειλαν πρέσβεις δεν κατόρθωσαν να πείσουν τους Μυτιληναίους να σταματήσουν την προετοιμασία, φοβήθηκαν και σκέφτηκαν να τους προλάβουν. Έστειλαν λοιπόν βιαστικά 40 καράβια, που ήταν έτοιμα να περιπλεύσουν την Πελοπόννησο με αρχηγό τον Κλεϊπίδη, με δυο άλλους στρατηγούς. Και το αποφάσισαν γρήγορα, γιατί είχαν την πληροφορία ότι πλησιάζει η γιορτή του Απόλλωνα του Μαλόεντα - τοπική γιορτή - που γιορτάζονταν έξω από την πύλη με συμμετοχή όλων των Μυτιληναίων και πίστευαν πως αν ενεργούσαν γρήγορα θα τους αιφνιδίαζαν. Και αν μεν αυτή η απόπειρα επιτύχει, έχει καλώς, σε αντίθετη περίπτωση είχαν εντολή να προτείνουν στους Μυτιληναίους να παραδώσουν το στόλο τους και να γκρεμίσουν τα τείχη τους και αν δεν δεχτούν να αρχίσουν τον πόλεμο. Και τα πλοία αυτά έφυγαν αμέσως, ενώ τα 10 πλοία των Μυτιληναίων που σύμφωνα με τη συμμαχική υποχρέωση βρίσκονταν στον Πειραιά, τα έκαναν κατάσχεση οι Αθηναίοι και έβαλαν τα πληρώματά τους υπό περιορισμό. Κάποιος όμως από την Αθήνα, πιθανόν Μυτιληναίος, αφού πέρασε στην Εύβοια, βρήκε ένα εμπορικό πλοίο να αναχωρεί εκείνη την ώρα για τη Μυτιλήνη και επιβιβάστηκε σ’ αυτό.
Μέσα σε τρεις μέρες έφτασε από την Αθήνα στη Μυτιλήνη, όπου ανάγγειλε την αναχώρηση του Αθηναϊκού στόλου. Οι δε Μυτιληναίοι όχι μόνο δε βγήκαν έξω από την πόλη για τη γιορτή του Μαλόεντα, αλλά αφού έφραξαν πρόχειρα τα μισοτελειωμένα τμήματα των λιμανιών και των τειχών, φρουρούσαν την πόλη.
Όταν ύστερα από λίγο έφτασαν οι Αθηναίοι και είδαν όσα συνέβαιναν, διεμήνυσαν οι στρατηγοί τους στους Μυτιληναίους τις διαταγές που είχαν• επειδή όμως αυτοί δε συμμορφώθηκαν, άρχισαν τον πόλεμο. Οι Μυτιληναίοι καθώς δεν ήταν έτοιμοι και υποχρεώθηκαν ξαφνικά να μπουν στον πόλεμο, επιχείρησαν μια έξοδο με το στόλο τους λίγο έξω από το λιμάνι τους σα να είχαν την πρόθεση να ναυμαχήσουν. Αλλ’ όταν τους κυνήγησε ο Αθηναϊκός στόλος, άρχισαν να κάνουν συμβιβαστικές προτάσεις στους Αθηναίους στρατηγούς θέλοντας με μια ευνοϊκή συμφωνία ν’ απομακρύνουν όσο πιο γρήγορα τους Αθηναίους απ’ το νησί τους. Και οι στρατηγοί δέχτηκαν να συζητήσουν, γιατί φοβόταν πως δεν θα τα έβγαζαν πέρα σ’ ένα πόλεμο μ’ ολόκληρη τη Λέσβο. Έτσι, αφού έκαναν προσωρινή ανακωχή οι Μυτιληναίοι έστειλαν στην Αθήνα έναν απ’ τους καταδότες, που εν τω μεταξύ είχε μετανιώσει και κάποιους άλλους, μήπως τους έπειθαν ν’ αποσύρουν το στόλο τους, γιατί τάχα δεν υπήρχε πια κίνδυνος νέας επανάστασης. Έστειλαν όμως και στη Σπάρτη απεσταλμένους οι Μυτιληναίοι, γιατί δεν πίστευαν πως θα είχαν από την Αθήνα κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Κι αυτοί, αφού έφτασαν στη Σπάρτη κατέβαλαν προσπάθεια για να σταλεί στη Λέσβο κάποια βοήθεια.
Οι πρέσβεις που πήγαν στην Αθήνα επέστρεψαν, κι επειδή απέτυχαν στην αποστολή τους, οι Μυτιληναίοι και οι άλλοι Λέσβιοι πλέχτηκαν σε πόλεμο με τους Αθηναίους, εκτός από τους Μηθυμναίους που μαζί με τους Ίμβριους, τους Λήμνιους και άλλους συμμάχους ήρθαν σε βοήθεια των Αθηναίων. Οι Μυτιληναίοι έκαναν μια έξοδο κατά του στρατοπέδου των Αθηναίων στη στεριά. Επειδή όμως δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, γύρισαν και κλείστηκαν στην πόλη τους περιμένοντας βοήθεια από την Πελοπόννησο για να συνεχίσουν τον πόλεμο. Οι Αθηναίοι που ξεθάρρεψαν από την αδράνεια των Μυτιληναίων περικύκλωσαν με το στόλο τους και το νότιο λιμάνι της πόλης, εγκατέστησαν από τη μια και την άλλη πλευρά δυο οχυρωμένα στρατόπεδα και έλεγχαν απόλυτα την κατάσταση. Κι από μεν τη θάλασσα είχαν αποκλείσει τελείως τους Μυτιληναίους. Από τη στεριά όμως είχαν στην κυριαρχία τους μόνο μικρό τμήμα γύρω από τα στρατόπεδα, όλη όμως την ύπαιθρο την εξουσίαζαν οι Μυτιληναίοι και οι άλλοι Λέσβιοι που είχαν τρέξει σε βοήθειά τους.
Οι Μυτιληναίοι πρέσβεις εξάλλου που είχαν σταλεί στην Πελοπόννησο έφτασαν στην Σπάρτη και οι Σπαρτιάτες τους προσκάλεσαν να παρευρεθούν στους αγώνες της Ολυμπίας για να τους ακούσουν και οι άλλοι σύμμαχοι και να πάρουν μαζί τις αποφάσεις.
Εκεί λοιπόν, στην Ολυμπία, οι πρέσβεις των Μυτιληναίων απευθυνόμενοι στους Λακεδαιμόνιους και τους συμμάχους τους, αφού στην αρχή προσπαθούν να εξαλείψουν κάποια κακή εντύπωση από το γεγονός ότι θέλουν να αλλάξουν συμμάχους αναπτύσσουν στη συνέχεια το ιστορικό της συμμαχίας των με τους Αθηναίους τονίζοντας τον απελευθερωτικό σκοπό της. Κατηγορούν τους Αθηναίους ότι καταπιέζουν τους συμμάχους τους και τους έχουν καταστήσει υποτελείς. Εξηγούν για ποιους λόγους ήταν αυτοί αυτόνομοι και δεν κατέστησαν υποχείριοι των Αθηναίων. Αναπτύσσουν την άποψη ότι η μεταξύ αυτών και των Αθηναίων συμμαχία ήταν ένα είδος λυκοφιλίας με αμοιβαία συμφέροντα και φόβους. Τους ζητούν να τους δεχτούν στη συμμαχία τους και να τους βοηθήσουν στην αποστασία τους. Τεκμηριώνουν την άποψη πως έχουν και εκείνοι συμφέρον να δεχτούν ως συμμάχους τους Μυτιληναίους. Τέλος διατυπώνουν τη βεβαιότητα πως η επιχείρηση θα επιτύχει, γιατί οι Αθηναίοι είναι εξαντλημένοι από το λοιμό και από τα πολλά έξοδα και γιατί θα αναγκαστούν να διεξάγουν ένα διμέτωπο αγώνα, δηλ. και στην Αττική με την εισβολή και στη Λέσβο, στην οποία θα διαθέσουν ναυτικό και στρατό. Αυτά περίπου είπαν οι Μυτιληναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι δέχτηκαν τις προτάσεις κι έκαμαν συμμάχους τους Λεσβίους. Και αμέσως άρχισαν να ετοιμάζονται για να εισβάλουν στην Αττική.
Οι Αθηναίοι όταν κατάλαβαν πως οι Λακεδαιμόνιοι κάνουν τις προετοιμασίες για εισβολή, γιατί υποτιμούν τις δυνάμεις τους, ετοιμάζουν 100 πλοία και τα στέλνουν γύρω από την Πελοπόννησο, όπου ενεργούν αποβάσεις, χωρίς να μετακινήσουν το ναυτικό τους από τη Μυτιλήνη. Οι Λακεδαιμόνιοι ξαφνιάζονται και σχηματίζουν τη γνώμη πως οι Μυτιληναίοι τους ξεγέλασαν με την υπέρμετρη αισιοδοξία τους. Παρ’ όλα αυτά δίνουν εντολή να ετοιμαστεί στόλος από 40 πλοία για να σταλεί στη Μυτιλήνη και διόρισαν ναύαρχο τον Αλκίδα.
Την ίδια εποχή οι Μυτιληναίοι κάνουν μια εκστρατεία εναντίον της Μήθυμνας, πιστεύοντας πως θα την καταλάβουν με προδοσία. Τα πράγματα όμως δεν πηγαίνουν καλά και επιστρέφουν στη Μυτιλήνη. Κατά την επιστροφή τους περνούν από την Άντισσα, την Ερεσό και την Πύρρα και ρυθμίζουν την κατάσταση προς το συμφέρον τους. Όταν έφυγαν οι Μυτιληναίοι οι Μηθυμναίοι εκστρατεύουν κατά της Άντισσας. Οι Αντισσαίοι τους νικούν και τους τρέπουν σε φυγή. Οι Αθηναίοι, όταν μαθαίνουν ότι οι Μυτιληναίοι είναι απόλυτοι κυρίαρχοι της Λεσβιακής υπαίθρου περί το τέλος του καλοκαιριού (428 π.Χ.) στέλνουν στη Μυτιλήνη χίλιους στρατιώτες με διοικητή τον Πάχητα. Όταν έφτασαν οι στρατιώτες έχτισαν γύρω από τη Μυτιλήνη ένα τείχος απλό και έτσι η πόλη αποκλείστηκε τώρα και από τη στεριά και από τη θάλασσα.
Περί το τέλος του χειμώνα φτάνει στη Μυτιλήνη ο Λακεδαιμόνιος Σάλαιθος με ένα πλοίο που πληροφορεί για την αποστολή των σαράντα πλοίων και ενισχύει το φρόνημα των Μυτιληναίων.
Τα σαράντα πλοία πράγματι στάλθηκαν, αλλά καθυστέρησαν πολύ στο ταξίδι κι όταν έφτασαν ήταν πια αργά, γιατί οι πολιορκημένοι Μυτιληναίοι βλέποντας να χρονίζει η άφιξη των πλοίων και επειδή τους τέλειωσαν τα τρόφιμα αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Πάχητα. Όρος της συνθήκης ήταν να μην προβεί ο ίδιος σε καμιά ενέργεια σε βάρος των Μυτιληναίων, ώσπου να έρθουν διαταγές από την Αθήνα. Συνέλαβε όμως τους πρωταίτιους της αποστασίας και τους έστειλε για ασφάλεια στην Τένεδο. Τα 40 πλοία των Πελοποννησίων γύρισαν πίσω άπρακτα και ο Πάχης τώρα με την άνεσή του καταλαμβάνει την Πύρρα, την Ερεσό και την Άντισσα και συλλαμβάνει το Σάλαιθο κρυμμένο σε σπίτι της Μυτιλήνης. Αυτόν μαζί με τους πρωτεργάτες που βρίσκονται στην Τένεδο τους έστειλε στην Αθήνα για να δικαστούν. Όταν αυτοί έφτασαν στην Αθήνα, οι Αθηναίοι σκότωσαν αμέσως το Σάλαιθο και καθώς ήταν εξοργισμένοι πήραν αμέσως την απόφαση να σκοτώσουν όχι μόνο τους υπεύθυνους της αποστασίας που είχαν στα χέρια τους, αλλά και όλους τους ενήλικους στη Μυτιλήνη, τις δε γυναίκες και τα παιδιά να πωλήσουν ως δούλους. Η απόφαση ήταν πραγματικά σκληρή, γι’ αυτό και την επόμενη μέρα μετάνοιωσαν και ύστερα από τη σύσκεψη που ακολούθησε οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν τελικά στους Μυτιληναίους ήταν οι εξής: όλοι οι πρωταίτιοι της αποστασίας, που ήταν κάτι περισσότεροι από χίλιοι, να θανατωθούν, τα τείχη της Μυτιλήνης να γκρεμιστούν, όλα τα πλοία της να παραδοθούν στους Αθηναίους, η γη της Λέσβου πλην της Μήθυμνας να χωριστεί σε 3.000 κλήρους και από αυτούς οι 300 να δοθούν στους θεούς και οι υπόλοιποι σε ισάριθμους Αθηναίους κληρούχους. Τη γη θα την καλλιεργούσαν οι Λέσβιοι και θα πλήρωναν σε κάθε κληρούχο 200 μνες το χρόνο, ποσό όχι πολύ σημαντικό. Και τούτες οι ποινές σκληρές, όχι όμως εξοντωτικές, όπως οι πρώτες.
Είναι ευνόητο πως ευθύς αμέσως μετά την αποτυχία της αποστασίας το ολιγαρχικό πολίτευμα στη Μυτιλήνη καταργήθηκε, η δε εξουσία δόθηκε στο δήμο. Στη Μήθυμνα φαίνεται πως αυτό είχε προηγηθεί, γι’ αυτό το λόγο οι Μηθυμναίοι υποστήριξαν τους Αθηναίους.
Στα χρόνια που ακολούθησαν και σ’ όλη τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου η Λέσβος ουσιαστικά βρίσκεται υπό την επικυριαρχία των Αθηναίων και χρησιμεύει ως ορμητήριο του στόλου τους.
Κάποιες βέβαια προσπάθειες που έγιναν για νέες αποστασίες γύρω στα 412 - 411 π.Χ. τόσο στη Μυτιλήνη όσο και στη Μήθυμνα και στην Ερεσό απέτυχαν, γιατί παρά την καταστροφή στη Σικελία, τα τμήματα του αθηναϊκού στόλου που δρούσαν στο Αιγαίο και στον Ελλήσποντο κατόρθωναν να επιβάλλουν την τάξη, όπου σημειώνονταν κάποιες τάσεις αποστασίας από τη συμμαχία τους.
Το 406 π.Χ. όμως ο Λακεδαιμόνιος ναύαρχος Καλλικρατίδας με δύναμη 170 πλοίων εξορμώντας από τη Μίλητο επιτίθεται και καταλαμβάνει τη Μήθυμνα. Η πόλη λεηλατήθηκε, οι Αθηναίοι φρουροί αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν ως δούλοι.
Μετά την άλωση της Μήθυμνας ο Καλλικρατίδας ανοίχτηκε στη θάλασσα και άρχισε να καταδιώκει τον Αθηναίο ναύαρχο Κόνωνα που με στόλο 70 πλοίων άριστα εξοπλισμένων εκινείτο στη θάλασσα μεταξύ Λέσβου και Μ. Ασίας. Ο Κόνωνας μπροστά στην υπέρτερη δύναμη του Καλλικρατίδα αναγκάστηκε να καταφύγει στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Συγχρόνως έπλευσε μέσα στο λιμάνι και ο Καλλικρατίδας που συνέχιζε την καταδίωξή του. Ο Κόνωνας επειδή οι εχθροί πρόλαβαν και τον εμπόδισαν να ανελκύσει τα πλοία, αναγκάστηκε να ναυμαχήσει μέσα στο λιμάνι. Κατά τη ναυμαχία έχασε από τα 70 τα 30 πλοία του, διασώθηκαν όμως τα πληρώματα που ανέσυραν τα υπόλοιπα 40 πλοία στη στεριά. Ο Καλλικρατίδας αγκυροβόλησε μέσα στο λιμάνι και εμπόδισε την έξοδο του Κόνωνα. Παράλληλα δε κάλεσε όλους τους Μηθυμναίους από τη ξηρά που έτρεξαν και πολιόρκησαν τη Μυτιλήνη. Ο Κόνωνας καθώς ήταν πολιορκημένος από τη θάλασσα και τη στεριά δεν είχε τρόφιμα και οι Αθηναίοι δεν έσπευδαν σε βοήθειά του, γιατί δεν εγνώριζαν τα συμβαίνοντα. Γι’ αυτό προσπάθησε και κατάφερε ξεγελώντας τους πολιορκητές να στείλει δύο πλοία για να αναγγείλουν στην Αθήνα τα γεγονότα και να ζητήσουν βοήθεια. Οι Λακεδαιμόνιοι τα αντιλήφθηκαν την τελευταία στιγμή και τα κυνήγησαν. Και το ένα το αιχμαλώτισαν και το έφεραν πίσω αύτανδρο, το άλλο όμως κατάφερε να φτάσει στην Αθήνα και να ανακοινώσει την κατάσταση.
Οι Αθηναίοι όταν άκουσαν τα συμβάντα αποφάσισαν να στείλουν στη Λέσβο βοήθεια από 110 πλοία, τα οποία πραγματικά μέσα σε ένα μήνα ετοιμάστηκαν και αναχώρησαν. Περνώντας από τη Σάμο πήραν άλλα 10 Σαμιακά και άλλα 30 περίπου συμμαχικά, ώστε συγκεντρώθηκε μια δύναμη 150 πλοίων που ταξίδευε προς τη Μυτιλήνη.
Ο Καλλικρατίδας μόλις έμαθε ότι ο Αθηναϊκός στόλος ερχόταν εναντίον του, αφού άφησε στη Μυτιλήνη 50 πλοία για την πολιορκία του Κόνωνα με τα υπόλοιπα 120 απέπλευσε και διανυκτέρευσε στο ακρωτήρι Μαλέα, νότια της Μυτιλήνης. Την επόμενη ημέρα είδε τους Αθηναίους αγκυροβολημένους απέναντί του στα νησιά των Αργινουσών κοντά στα παράλια της Μ. Ασίας. Ακολούθησε η περίφημη ναυμαχία των Αργινουσών (406 π.Χ.) κατά την οποία νικητές αναδείχθηκαν οι Αθηναίοι. Ο Καλλικρατίδας πνίγηκε, ο Πελοποννησιακός στόλος κατά μεγάλο μέρος καταστράφηκε και το υπόλοιπο τμήμα διαλύθηκε. Έτσι η Μυτιλήνη και ολόκληρη η Λέσβος εξακολουθεί να τελεί υπό την κυριαρχία των Αθηναίων. Την επόμενη όμως χρονιά (405 π.Χ.), και ύστερα από την καταστροφή του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός ποταμούς, ο Λακεδαιμόνιος στρατηγός Λύσανδρος θα έλθει στη Μυτιλήνη, θα καταργήσει τη δημοκρατία, θα εγκαταστήσει στις λεσβιακές πόλεις δεκαρχίες και θα αφήσει φεύγοντας σπαρτιατική φρουρά με Λακεδαιμόνιο αρμοστή.
Δώδεκα χρόνια κράτησε η σπαρτιατική κυριαρχία στη Λέσβο, ύστερα όμως από την ήττα των Λακεδαιμονίων στη ναυμαχία της Κνίδου (το 394 π.Χ.) και συγκεκριμένα το 392 π.Χ. οι Μυτιληναίοι και οι άλλοι Λέσβιοι θα επανέλθουν υπό την επιρροή των Αθηναίων. Σ’ αυτό βοήθησε ο Αθηναίος Θρασύβουλος, που αφού ήρθε στη Μυτιλήνη με αθηναϊκό στόλο, έδιωξε τους Λακεδαιμόνιους βοηθούμενος από το Μυτιληναϊκό δήμο και αποκατέστησε τη δημοκρατία. Αμέσως μετά πήγε στη Μήθυμνα, σκότωσε σε μάχη το λακεδαιμόνιο αρμοστή Θηρίμαχο και απελευθέρωσε την πόλη.
Το 386 π.Χ. υπογράφτηκε ανάμεσα στη Σπάρτη και στον Πέρση βασιλιά η επαίσχυντη για τον αρχαίο ελληνισμό Ανταλκίδειος ειρήνη. Ένας από τους όρους της ειρήνης αυτής ήταν “όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου να είναι αυτόνομα και αυτοδιοικούμενα”. Σε λίγα χρόνια όμως, το 377 π.Χ. ιδρύθηκε η β’ αθηναϊκή συμμαχία και η Μυτιλήνη αποτέλεσε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της.
Λίγο μετά προσχώρησε στη συμμαχία και η Μήθυμνα και ακολούθησαν οι άλλες λεσβιακές πόλεις. Η Μυτιλήνη και οι άλλες πόλεις του νησιού πήραν ενεργό μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις της συμμαχίας και έμειναν πιστές σ’ αυτήν ακόμα και στο λεγόμενο Συμμαχικό πόλεμο (357 π.Χ.), όταν άλλα μέλη της Συμμαχίας αποσκίρτησαν. Ανάμεσα όμως στα χρόνια 351 - 347 π.Χ. επήλθαν κάποιες πολιτικές αλλαγές στις λεσβιακές πόλεις. Έτσι στη Μυτιλήνη εγκαθίσταται τύραννος κάποιος Κάμμης και στη Μήθυμνα κάποιος Κλεομένης. Σε λίγο όμως πάλι οι τύραννοι διώχνονται και ο δήμος αποκαθίσταται. Έτσι στη “Συμμαχία των Ελλήνων”, που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου και με σκοπό την εκστρατεία στην Περσία, η Μυτιλήνη που βρισκόταν στα χέρια του δήμου, πήρε μέρος από τους πρώτους (338 π.Χ.). Οι άλλες πόλεις ακολούθησαν.
Ύστερα από τη νίκη του Μ. Αλεξάνδρου στο Γρανικό (334 π.Χ.), ο Πέρσης βασιλιάς συλλαμβάνει το σχέδιο να εξουδετερώσει τις χερσαίες επιτυχίες του Αλεξάνδρου αντενεργώντας στη θάλασσα. Έτσι διόρισε άρχοντα των θαλασσινών δυνάμεων το Μέμνονα το Ρόδιο και τον έστειλε στο Αιγαίο. Ο Μέμνων πήγε στη Χίο, που παραδόθηκε με προδοσία. Έπειτα ήρθε στη Λέσβο• στις μικρές λεσβιακές πόλεις δε συνάντησε μεγάλη δυσκολία, στη Μυτιλήνη όμως αντιμετώπισε σφοδρή αντίσταση και αναγκάστηκε να την πολιορκήσει.
Η πολιορκία αυτή, που την περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια ο ιστορικός Αρριανός, όπως και οι άλλες δύο παλιότερες πολιορκίες, των Αθηναίων το 428 π.Χ. και των Λακεδαιμονίων το 406 π.Χ. έχουν ιδιαίτερη και σημαντικότατη σημασία για την πολεοδομική Ιστορία της πόλης.
Στη διάρκεια της πολιορκίας ο Μέμνονας πέθανε, η πολιορκία όμως δε λύθηκε. Οι διάδοχοι του Μέμνονα Αυτοφραδάτης και Φαρνάβαζος επέμειναν και ανάγκασαν τους Μυτιληναίους να παραδοθούν. Μετά την παράδοση, στην πόλη εγκαταστάθηκε περσική φρουρά και ένας από τους φυγάδες ολιγαρχικούς, ο Διογένης, έγινε τύραννος. Η κατάσταση, όμως, αυτή δεν κράτησε πολύ. Το 332 π.Χ. αναδιοργανώθηκε ο ελληνικός στόλος και ελευθέρωσε τα νησιά και φυσικά και τη Λέσβο. Ο Αλέξανδρος αναγνώρισε και επαίνεσε ιδιαίτερα την εξαιρετική πίστη των Μυτιληναίων. Γι’ αυτό έδωσε εντολή να αποδοθούν στην πόλη τα χρήματα που ξοδεύτηκαν στην πολιορκία και να επεκταθούν τα όρια της περιοχής της επικράτειάς τους.
Οι αδελφοί Λαομέδων και Ερίγειος, γιοι Λαρίχου του Μυτιληναίου, πήραν μέρος στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου, ανέβηκαν σε ύπατα αξιώματα και τιμήθηκαν ιδιαίτερα από αυτόν. Ο μεν Λαομέδων διορίστηκε από τον Αλέξανδρο άρχοντας της Συρίας, θέση που κράτησε και επί της εποχής των διαδόχων• ο Ερίγειος έγινε διοικητής των ιππικών ταγμάτων της Πελοποννήσου, της Φθιώτιδας, της Λοκρίδας και της Φωκίδας• πέτυχε πολλές νίκες και όταν πέθανε, ο Αλέξανδρος τον τίμησε με μεγαλοπρεπέστατη κηδεία.
Για τα χρόνια που ακολούθησαν ύστερα από το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση, δηλαδή για την ελληνιστική περίοδο, οι ιστορικές πληροφορίες που έχουμε για τη Λέσβο είναι πολύ περιορισμένες. Είναι γνωστό ότι η Μυτιλήνη συνήψε συμφωνία με το κοινό των Αιτωλών (214 π.Χ.), που εξασφάλιζε ασυλία στα πλοία των Μυτιληναίων από μέρους των Αιτωλών, που ασκούσαν νόμιμη πειρατεία. Επίσης, έγινε ανασύσταση του κοινού των Λεσβιακών πόλεων με κέντρο το ιερό των Μέσων.

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ

Αν και, όπως όλοι γνωρίζουμε, το πολιτιστικό κέντρο της αρχαίας Ελλάδας ήταν η Αθήνα, θα πρέπει να σημειώσουμε πως και άλλες ελληνικές πόλεις, ύλες θα λέγαμε, έβαλαν το λιθάρι τους, άλλη μικρότερο άλλη μεγαλύτερο, για να στηθεί το λαμπρό οικοδόμημα αυτού του μοναδικού και ανεπανάληπτου αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, για το οποίο εμείς σήμερα δικαιολογημένα σεμνυνόμαστε. Ανάμεσα σ αυτές και οι πόλεις της Λέσβου πρόσφεραν πλουσιοπάροχα την πολιτιστική τους συνδρομή και μάλιστα σε εποχή που ακόμα στην Αθήνα δεν είχε ωριμάσει το κλίμα για να αναφανεί η μεγάλη πολιτιστική λάμψη.
Όλα ή σχεδόν όλα τα πολιτιστικά στοιχεία που αποτελούν το υλικό του αρχαίου πολιτισμού καλλιεργήθηκαν και αναπτύχθηκαν και εδώ στη Λέσβο. Για μερικά μάλιστα ίσως θα λέγαμε ότι το νησί μας διεκδικεί την αποκλειστικότητά τους, όπως π.χ. για τη μελική ποίηση.
Έτσι βλέπουμε το δικό μας τόπο να εκπροσωπείται πολιτιστικά με κάποια ονόματα, με όχι απλά πανελλήνια, αλλά παγκόσμια σήμερα ακτινοβολία, που διέπρεψαν στα γράμματα, στις τέχνες. στην επιστήμη, στη σοφία, στην εποχή τουλάχιστον που αναφερόμαστε. Ονόματα όπως της Σαπφώς, του Αλκαίου, του Θεόφραστου είναι γνωστά σ’ όλη την οικουμένη και το έργο τους αποτελεί αντικείμενο μελέτης σε όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου. Μια σύντομη παρουσίαση αυτών των σπουδαίων λεσβιακών μορφών και μια μικρή αποτίμηση του μεγάλου έργου τους θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια.
Η Μυτιλήνη υπήρξε η πόλη που δέθηκε τελικά με τη λεσβιακή ποίηση και την άρρηκτα δεμένη μαζί της μουσική• όμως και όλες οι άλλες πόλεις του νησιού είχαν το μερίδιό τους. Η Άντισσα γέννησε τον Τέρπανδρο, η Μήθυμνα τον Αρίωνα, η Ερεσός τη Σαπφώ, που αργότερα την χάρισε στη Μυτιλήνη.
Η ίδια η Μυτιλήνη γέννησε τον Αλκαίο• ακόμα και η ασήμαντη κατά τα άλλα Πύρρα γέννησε τον επικό Ποιητή Λέσχη.
Ο Λέσχης γεννήθηκε στην Πύρρα, αλλά πιθανόν έζησε στη Μυτιλήνη• χρονολογικά τοποθετείται στο α’ μισό του 7ου π.Χ. αιώνα, λίγο πιο πριν από τον Τέρπανδρο. Ανήκει στους ποιητές του λεγόμενου επικού κύκλου, δηλαδή στους επώνυμους και ανώνυμους ποιητές που συνέθεσαν επικά ποιήματα με θέμα ανάλογο με εκείνα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας του Ομήρου.
Φέρεται ότι έγραψε το επικό ποίημα “Μικρά Ιλιάς”, όπως μαρτυρείται από αναγραφή στη λεγόμενη Ιλιακή πλάκα, όπου και διαβάζουμε “Ιλιάς η μικρά λεγόμενη κατά Λέσχην”.
Σύγχρονος και ομότεχνος του Λέσχη πρέπει να ήταν και ο Τέλεσις ο Μηθυμναίος. Καμία μαρτυρία από τους αρχαίους συγγραφείς δεν έχουμε γι’ αυτόν. Η παρουσία του γίνεται γνωστή από επιγραφή, όπου φέρεται ως ποιητής κάποιας Τιτανομαχίας ή Γιγαντομαχίας. Λίγο νεότερος από το Λέσχη είναι ο Τέρπανδρος. Γεννήθηκε στην Άντισσα, η δραστηριότητά του όμως μαρτυρείται στη Σπάρτη, όπου ίδρυσε μουσική σχολή και όπου νίκησε σε μουσικό αγώνα κατά την 26η Ολυμπιάδα, δηλαδή το 676/673 π.Χ.
Οι κατά δύο γενιές νεότεροί του Αλκαίος και Σαπφώ, θεωρούσαν τον Τέρπανδρο αρχηγό της λυρικής ποιήσεως, αναμφίβολα όμως ο χώρος που διέπρεψε ήταν η μουσική. Όλοι σχεδόν οι αρχαίοι τον αναφέρουν ως κιθαρωδό και εφευρέτη της εφτάχορδης λύρας, που λεγόταν “βάρβιτος”.
Ακόμα με το όνομα του Τέρπανδρου σχετίζεται και η τελική διαμόρφωση του “Νόμου’’• ήταν δε ο Νόμος ένα είδος τραγουδιού ειδικού για τη λατρεία του Απόλλωνα, όπως ο Διθύραμβος για το Διόνυσο. Δυστυχώς οι γνώσεις μας για την αρχαία μουσική είναι πολύ περιορισμένες, σίγουρα όμως η θέση που κατείχε ο Τέρπανδρος μέσα στο χώρο της ήταν περίοπτη.
Ο Αρίωνας ήταν πολύ νεότερος από τον Τέρπανδρο. Γεννήθηκε στη Μήθυμνα, αλλά έζησε στην αυλή του τυράννου της Κορίνθου Περιάνδρου στην καμπή του 7ου προς τον 6ο π.Χ. αιώνα.
Η αφήγηση του Ηροδότου για το δελφίνι που τον έσωσε μεταφέροντάς τον στη ράχη του από την Ιταλία στο Ταίναρο κράτησε την εικόνα του καλλιτέχνη ανάμεσα στο φανταστικό και στο πραγματικό. Ήταν ομότεχνος και συνεχιστής του Τερπάνδρου• ο Ηρόδοτος λέγει τον Αρίωνα “εόντα κιθαρωδόν των τότε εόντων ουδενός δεύτερον”. Όμως, δεν είναι η φήμη που του έδωσε αυτή την ονομασία, αλλά η μουσική του εργασία στην αυλή του προστάτη του. Ο Περίανδρος θέλοντας να κολακέψει την αγροτική τάξη ανανέωσε και τόνωσε τις γιορτές του Διονύσου. Για το σκοπό αυτό εργάστηκε ο Αρίων στο χορικό τραγούδι και ιδιαίτερα στο διονυσιακό διθύραμβο, που από το πρωτογενές στάδιο τον ανέδειξε σε έντεχνο και σύνθετο ποιητικό και μουσικό είδος.
Η εργασία αυτή του Αρίωνα πάνω στην τελειοποίηση του διθυράμβου αποκτά τεράστια σημασία, αν λάβουμε υπόψη πως από αυτόν τον τελειοποιημένο διθύραμβο γεννήθηκε η αρχαία τραγωδία, το τρίτο και τελειότερο είδος της αρχαίας ποίησης, που οδήγησε στη θεατρική παράσταση.
Γέννημα της Μυτιλήνης ο Αλκαίος θεωρείται μαζί με τη σύγχρονη και ομότεχνή του Σαπφώ θεμελιωτής της μελικής ποίησης, της ποίησης δηλαδή που σε αντίθεση με την ελεγεία και τον ίαμβο συνοδευόταν πάντοτε με μουσική υπόκρουση. Γεννήθηκε γύρω στα 620 π.Χ., καταγόταν από οικογένεια αρχοντική και είχε δύο αδελφούς, τον Κίκη και τον Αντιμενίδα.
Η ζωή του συνέπεσε με μια περίοδο άγριας πολιτικής διαμάχης, στην οποία έπαιξε ρόλο πρωταγωνιστικό.
Ήταν θανάσιμος αντίπαλος των τυράννων Μελάγχρου και Μυρσίλου και αργότερα του αισυμνήτη Πιττακού, τον οποίο περιφρονούσε για την ταπεινή του καταγωγή. Συνέπεια των πολιτικών του αγώνων ήταν να εξοριστεί δύο φορές στην Πύρρα, ίσως και στη Λυδία και στην Αίγυπτο, όπου πιθανόν υπηρέτησε και ως μισθοφόρος. Έλαβε μέρος και στον πόλεμο κατά των Αθηναίων στο Σίγειο, όπου σε αντίθεση με τον Πιττακό, που πρωταγωνίστησε, αυτός πέταξε την ασπίδα του για να σωθεί, όπως ο ίδιος ομολογεί. Ως άνθρωπος είχε χαρακτήρα επιθετικό και μεγάλη αδυναμία για το κρασί. Η ποίησή του ήταν κυρίως πολιτική και τη χρησιμοποιεί, όπως λίγο αργότερα ο Σόλωνας, ως όπλο στους πολιτικούς του αγώνες. Περίφημο από τα πολιτικά του ποιήματα είναι αυτό, στο οποίο παρομοιάζει την πόλη, που κυβερνά τύραννος, με πλοίο που το χτυπά άγρια θύελλα.
Η ποίηση του Αλκαίου όμως δεν είναι μόνο πολιτική• έγραψε και ύμνους για τους θεούς και ποιήματα μυθολογικού περιεχομένου καθώς και συμποσιακά και ερωτικά μέλη.
Η ποίησή του είναι απλή με σύντομες προτάσεις και χωρίς πολλά επίθετα, παρομοιώσεις ή αλληγορίες. Το γνωμικό στοιχείο λείπει σχεδόν από τους στίχους του.
Από μετρική άποψη η στροφή του - η αλκαϊκή στροφή - αποτελεί αξιόλογη προσφορά στην ελληνική και λατινική λυρική ποίηση. Οι Αλεξανδρινοί θα τον συμπεριλάβουν στον κανόνα των λυρικών ποιητών και η αρχαία κριτική θα επαινέσει την ποίησή του για τη συντομία, τη γλυκύτητα και τη δύναμή της.
Η Σαπφώ μπορεί να θεωρηθεί το αντίστοιχο του Αλκαίου στον κόσμο των γυναικών. Όμοια μ’ εκείνον δυνατή και αλύγιστη, όμοια κυριαρχημένη από πάθη, όμοια επιθετική, όταν της έθιγαν τον εγωισμό, όμοια υπερήφανη για τη γενιά της. Παράλληλα, τρυφερή και ευκολοσυγκίνητη. Όμοιος και ο τρόπος της γραφής της Σαπφώς με τον τρόπο γραφής του Αλκαίου• έδινε κι εκείνη ζωντανή μορφή στις άμεσες, καθημερινές συγκινήσεις που τις αντλούσε όμως από το πεδίο των δικών της ασχολιών.
Γεννημένη στην Ερεσό την ίδια περίπου εποχή ή λίγο πιο μπροστά από τον Αλκαίο, έζησε και έδρασε στη Μυτιλήνη. Σκαμανδρώνυμος ο πατέρας της, Κλεΐδα η μητέρα της• Χάραξος, Πάριχος, Ευρύγιος τα τρία αδέλφια της. Κερκώλας ο άνδρας της από την Άνδρο και Κλείδα η κόρη της. Φάωνας τέλος ο μεγάλος έρωτάς της, αν βέβαια αληθεύει.
Μπλέχτηκε και η Σαπφώ στις πολιτικές διαμάχες και γι’ αυτό εξορίστηκε. Ύστερα από την αμνηστεία, που έδωσε ο Πιττακός, γύρισε στη Μυτιλήνη και ίδρυσε Σχολή, στην οποία νέες καλών οικογενειών μάθαιναν μουσική και χορό. Γιατί στη Μυτιλήνη οι γυναίκες όχι μόνο είχαν δικαίωμα στη μόρφωση και συνεπώς συμμετοχή στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή, αλλά παράλληλα ενεργός ήταν και η πολιτική και κοινωνική δράση τους. Ας λάβουμε υπόψη ότι σύγχρονα και παράλληλα με το Σχολείο της Σαπφώς λειτουργούσαν και παρείχαν αγωγή στις κοπέλες άλλα δύο Σχολεία.
Στην ποίηση η Σαπφώ αντλεί τα θέματα από την καθημερινή ζωή και την ενασχόλησή της στο Σχολείο. Εκφράζει ελεύθερα τα αισθήματά της, την αγάπη της για τις μαθήτριές της, αλλά και για την κόρη της και για τον αδελφό της, τη λύπη, τη χαρά, τη νοσταλγία, τη ζήλεια, την ειρωνεία.
Πολιτικά ή άλλα σπουδαία θέματα δεν την απασχολούν. Ο συνδυασμός πάντως των έντονων αισθημάτων και η λεπτότατη έκφρασή τους ήταν που ανέβασε τη Σαπφώ στην πρώτη θέση των λυρικών ποιητών από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Ο αρχαίος κριτικός της λογοτεχνίας Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς αναφέρει το ποίημα της Σαπφώς “Ύμνος στην Αφροδίτη” ως υπόδειγμα αρμονίας με το πηγαίο αίσθημα, τη σοφή σύνθεσή του, την παραστατικότητα των εικόνων και τη χάρη της έκφρασης.
Από τον 5ο π.Χ. αιώνα αξίζει να αναφερθεί επίσης μια μεγάλη προσωπικότητα της πνευματικής Λέσβου, ο Ελλάνικος ο Μυτιληναίος, ιστορικός που κινήθηκε στον Αθηναϊκό κύκλο των διανοουμένων. Πνεύμα ανήσυχο που θέλησε να βάλει έλλογη τάξη στο υλικό της ιστορίας, απαλλάσσοντάς το από τα στοιχεία της Μυθολογίας. Πρώτος από τους ιστορικούς μελέτησε βιβλία και αρχεία εγκαινιάζοντας έτσι την ιστοριοδιφική μέθοδο στην ιστορία. Μέσα στα πολλά συγγράματά του - σε 23 τα ανεβάζουν οι μελετητές - περιλαμβάνονταν και τα ‘‘Αιολικά” και Λεσβιακά. Με το έργο του ‘‘Ατθίς” εγκαινιάζει τη σειρά των ατθιδογράφων.
Στον τομέα της Ιστορίας αναφέρονται επίσης ο Ερμείας ο Μηθυμναίος (4ος π.Χ. αιώνας), που ασχολήθηκε με τη Σικελία και ο Χάρης ο Μυτιληναίος, που σε δέκα βιβλία ιστόρησε την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, που την παρακολούθησε ο ίδιος. Πέρα από τα γεγονότα, ο Χάρης έκανε και περιγραφή των χωρών που κατάκτησε ο Αλέξανδρος.
Μέσα στον 4ο π.Χ. αιώνα αναφέρεται και ένας κωμωδιογράφος από τη Μυτιλήνη, ο Αλκαίος ο Μίκου που κάποτε υπήρξε και ανταγωνιστής του Αριστοφάνη.
Ακόμα, αξίζει να αναφερθεί ο αστρονόμος Ματρικέτας, που τις αστρονομικές του παρατηρήσεις από παρατηρητήριο του Λεπέτυμνου αναφέρει ο Θεόφραστος.
Ο Θεόφραστος ο Ερέσιος είναι από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες που ανέδειξε η Λέσβος στην αρχαιότητα. Μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη ίδρυσε μαζί με τον Αριστοτέλη τη Σχολή του “περιπάτου’’ που τη διηύθυνε ο ίδιος μετά από το θάνατο του δασκάλου του.
Στη Λέσβο έμεινε μαζί με τον Αριστοτέλη (345 - 343 π.Χ.) και σίγουρα πήρε μέρος στις μελέτες που έκανε ο Αριστοτέλης στον Εύριπο των Πυρραίων (Κόλπο Καλλονής). Έφυγε μαζί με το δάσκαλό του στη Μακεδονία, όταν ο Φίλιππος κάλεσε τον Αριστοτέλη ως παιδαγωγού του γιου του.
Αναφέρονται 240 συγγράμματα του Θεοφράστου, από τα οποία σώθηκαν ολόκληρα μονάχα δύο για τα Φυτά και σι ‘‘Χαρακτήρες’’. Οι πραγματείες του Θεοφράστου περιλαμβάνουν ένα τεράστιο πλήθος θεμάτων, που αποτελούσαν τη βάση της διδασκαλίας του στον “Περίπατο”.
Την Περιπατική Σχολή διηύθυνε ο Θεόφραστος 35 ολόκληρα χρόνια (322 - 287 π.Χ.). Στο διάστημα αυτό φοίτησαν σ’ αυτή γύρω στους 2.000 μαθητές. Τα βιβλία του για τα φυτά αποτελούν τη βάση της σημερινής Βοτανικής.
Στους “Χαρακτήρες” προβαίνει με τρόπο χαριτωμένο σε ανάλυση πολλών ανθρώπινων τύπων.
Ερέσιος επίσης ήταν και ο Φανίας ή Φαινίας, μαθητής και αυτός του Αριστοτέλη. Έγραψε κι εκείνος πραγματεία για τα φυτά και ένα βιβλίο “Περί ποιητών”, όπου φαίνεται ότι ασχολήθηκε και με τους αρχαϊκούς μουσικούς και ποιητές της Λέσβου.
Στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα χρονολογείται η δράση ενός άλλου ιστορικού, του Μυρσίλου του Μηθυμναίου, που έγραψε “Λεσβιακά” και “Παράδοξα ιστορικά”. Απ’ αυτόν έμμεσα προέρχονται πολλές πληροφορίες για τη Λέσβο.
Η Λέσβος κατά την αρχαιότητα είχε καθιερωθεί ως πνευματικό κέντρο με πανελλήνια εμβέλεια• αυτό το επιβεβαιώνει το γεγονός ότι πολλοί ξένοι, μη Λέσβιοι, πνευματικοί άνδρες έρχονταν εδώ για να ιδρύσουν τις σχολές τους και να αναπτύξουν τη δράση τους, γιατί προφανώς εδώ εύρισκαν πρόσφορο έδαφος• ως παράδειγμα αναφέρουμε τον Επίκουρο, που ήρθε και εγκατέστησε στη Λέσβο τη φιλοσοφική του σχολή και φεύγοντας ο ίδιος την άφησε στο φίλο και μαθητή του Έρμαχο το Μυτιληναίο.

Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Ο πολιτισμός της Θερμής, που αναπτύχθηκε στο διάστημα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας, ήταν αυτόνομος μεν, αλλά είχε έντονα τρωικά στοιχεία, στοιχεία που διαδόθηκαν στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου με κάποια μορφή αποικισμού.
Αυτή η στενή σύνδεση της Λέσβου με την Τρωάδα συνεχίστηκε και στους αιώνες της Αχαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή στη Μυκηναϊκή εποχή. Ήταν μάλιστα πιο έντονη στη διάρκεια της Τρωικής εκστρατείας, αφού οι Αχαιοί έχοντας κυριεύσει τη Λέσβο ανεφοδιάζονταν από τη θάλασσα και οι αρχηγοί τους επιχειρούσαν ατομικές εκστρατείες προς διάφορες κατευθύνσεις καταλαμβάνοντας και λεηλατώντας άλλες μικρότερες πόλεις.
Η εγκατάσταση των Αιολέων στη Λέσβο πριν από το τέλος της μυκηναϊκής εποχής, έφερε σε επαφή το νησί με την προϊστορική Θεσσαλία με εμφανέστερη την επίδραση στη γλώσσα. Ο αποικισμός της Λέσβου μετά το τέλος της μυκηναϊκής εποχής από Έλληνες έφερε τη Λέσβο σε επαφή με τα κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού στην κυρίως Ελλάδα και αρχίζουν πλέον να εμφανίζονται στον αυτόνομο πολιτισμό της Λέσβου και στοιχεία
του μυκηναϊκού πολιτισμού.
Η ανάπτυξη του εμπορίου και οι εμπορικές ανταλλαγές, που άρχισαν ανάμεσα στα Ελληνικά Κράτη, έφεραν πιο κοντά τη Λέσβο Κυρίως με την Πελοπόννησο. Έτσι στο Ηραίο της Περαχώρας βρέθηκαν πόρπες που κατασκευάστηκαν στο ανατολικό Αιγαίο νωρίς τον Η’ αιώνα π.Χ., ενώ στο τελευταίο τέταρτο του ίδιου αιώνα η Κόρινθος απέκτησε επαφές με τη Λέσβο και την Τρωάδα.
Δείγματα της μνημειώδους αρχιτεκτονικής των μυκηναϊκών χρόνων δεν υπάρχουν στη Λέσβο έχουμε όμως δείγματα της γεωμετρικής αρχιτεκτονικής (9ος 10ος αι. π.Χ). Αυτά είναι καμπυλόγραμμα οικοδομήματα αψιδωτά και ελλειψοειδή. Ένα τέτοιο αψιδωτό οικοδόμημα του 9ου - 10ου αιώνα π.Χ. με τέσσερις χώρους βρέθηκε στην Άντισσα• πάνω σ’ αυτό βρέθηκε άλλο νεότερο του 8ου αιώνα π.Χ. ελλειψοειδές.
Τα αιολικά κιονόκρανα είναι το μοναδικό σχεδόν εύρημα από τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. πάνω στο νησί. Κατά το Σ. Χαριτωνίδη σ’ αυτά τα κιονόκρανα με τις βάσεις τους περιορίζεται όλη η γνώση μας για την αρχαϊκή αρχιτεκτονική της Λέσβου. “Μοναδική εξαίρεση, συνεχίζει, αποτελούν τα σχετικά πολυάριθμα και θαυμαστά, συχνά, δείγματα πολυγωνικής τοιχοδομίας με κυρτές τις πλευρές κάθε πέτρας, σύστημα δύσκολο, όπου οι μάστοροι του νησιού αναδείχτηκαν αληθινοί δεξιοτέχνες, τόσο, που από την αρχαιότητα πήρε την ονομασία “λεσβία οικοδομία”.
Σήμερα πολύ εκφραστικά ο λαός την αποκαλεί “ροδότοιχο”. Στον ίδιο τόπο που βρέθηκαν τα αιολικά κιονόκρανα, την Κλοπεδή, βρέθηκαν λίγοι ακροκέραμοι με ανάγλυφες παραστάσεις, φτωχικό δείγμα γλυπτικής από την αρχαϊκή εποχή.
Αντίθετα πολύ πλούσια είναι τα ευρήματα κεραμεικής από την ίδια εποχή• πολυάριθμα πήλινα αγγεία και ακόμα περισσότερα κομμάτια αγγείων έχει φέρει μέχρι σήμερα στ φως η αρχαιολογική σκαπάνη και με το πλήθος τους επιτρέπουν τη συναγωγή συμπερασμάτων για τους τόπους, τους τάφους και τα κτίρια, όπου βρίσκονται.
Στη Λέσβο έχουμε ένα είδος αγγείων, που ξεφεύγει τελείως από το Πνεύμα και το ύφος της κεραμεικής του υπόλοιπου Ελληνισμού στην Πρωτογεωμετρική, Γεωμετρική και Αρχαϊκή εποχή. Είναι τα γνωστά ως “τεφρά λεσβιακά” αγγεία.
Και σα σχήματα και προπαντός σαν τέχνη και τεχνική η κεραμική αυτή είναι κάτι το ολότελα ξένο από τα γεωμετρικά και αρχαϊκά αγγεία.
Είναι από γκρίζο, σκούρο, σχεδόν μαύρο πηλό με άβαφη κι αστόλιστη την επιφάνεια• υπάρχει μόνο μια αδιόρατη σχεδόν διακόσμηση με αυλακωτές γραμμές. Τα αγγεία αυτά θα ήταν άφωνα αρχαιολογικά και η εθνότητα των φορέων τους θα γεννούσε αμφιβολία, αν μια χαραγμένη επιγραφή με το όνομα Εύμαχος σε ένα αμφορίσκο από την Άντισσα δε μας βεβαίωνε ότι τον 6ο π.Χ. αιώνα στη Λέσβο μιλούσαν Ελληνικά.
Ο τύπος των αιολικών κιονοκράνων, η σχεδόν αποκλειστικότητα των τεφρών λεσβιακών αγγείων και η αποξένωση της Λέσβου από το μυκηναϊκό πολιτισμό, ιστορικά επιβεβαιωμένη, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον ως τον 5ο αιώνα π.Χ., η Λέσβος καλλιέργησε έναν τοπικό κλειστό πολιτισμό. Το νησί, απομονωμένο και .προσκολλημένο στο παρελθόν του τρωικού πολιτισμού, έμεινε κλεισμένο και στις μεταβολές που σημειώθηκαν στο υπόλοιπο Αιγαίο με την κατάλυση των μυκηναϊκών βασιλείων.
Η έλλειψη μνημείων τέχνης ανάλογων με τα μνημεία των άλλων ελληνικών περιοχών, που παρατηρείται στη Λέσβο κατά την αρχαϊκή εποχή, αποδίδεται στην αυτάρκεια του νησιού ως συνέπεια της ευφορίας που το χαρακτηρίζει. Γι’ αυτό και δε διαμορφώθηκε στη Λέσβο, όπως στην άλλη Ελλάδα, ξεχωριστή αστική τάξη. Μόνο μια κάστα ευγενών, που ιδιαίτερα στην εποχή του Αλκαίου και της Σαπφώς αναλώθηκε σε εσωτερικούς ανταγωνισμούς, υιοθέτησε τα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, χωρίς καμία επίδραση και ακτινοβολία στα άλλα στρώματα του πληθυσμού και μάλιστα στους τεχνίτες.
Έτσι η γλώσσα είναι που κυρίως τονίζει την ελληνικότητα της Λέσβου από την αρχαιότητα• τα μνημεία του λόγου είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες ενός γνήσιου ελληνικού πολιτισμού, που έλαμψε στη Λέσβο φανερώνοντας ένα τρόπο βίου και σκέψης κοινό με την υπόλοιπη Ελλάδα. Μέχρι σήμερα τουλάχιστον... γιατί αύριο δε γνωρίζουμε τι άλλο θα μας αποκαλύψει η αρχαιολογική σκαπάνη.


Πηγή: Το εξαίσιο συλλογικό έργο του Συλλόγου Φιλολόγων Ν. Λέσβου, Ιστορία της Λέσβου, Ζ’ έκδοση, Μυτιλήνη 2006.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com