ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


ΘΑΣΟΣ-ΣΚΟΠΕΛΟΣ-ΣΥΜΗ-ΚΑΡΠΑΘΟΣ-ΝΙΣΥΡΟΣ-ΛΕΙΨΟΙ-ΚΑΣΤΕΛΟΡΙΖΟ-ΧΑΛΚΗ


ΘΑΣΟΣ
Μυθολογία

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο πρώτος οικιστής και ιδρυτής του νησιού ήταν ένα φερώνυμο πρόσωπο, ο Θάσος. "...Θάσος από Θάσου καλείτε, Ποσειδώνος υιού..."

Ο Ηρόδοτος εξάλλου γράφει¨



«…από του Θάσου τούτου του Φοίνικος τούνομα έσχε…»



Ο Θάσος ήταν γιος ή εγγονός του Αγήνορα, του βασιλιά της Φοινίκης, και βρέθηκε στη Θάσο αναζητώντας την Ευρώπη που είχε απαχθεί από τον Δία, όταν ο τελευταίος την ερωτεύτηκε παράφορα. Οι Φοίνικες όμως δεν ανέχτηκαν την απαγωγή της Ευρώπης και οργάνωσαν μια εκστρατευτική αποστολή από πολλά πλοία με αρχηγό τον Κάδμο, αδερφό της Ευρώπης, και συναρχηγό τον Θάσο. προκειμένου να την εντοπίσουν και να την επαναφέρουν στην πατρίδα τους. Η «αναζήτηση» κράτησε αρκετά και στο τέλος η αποστολή χωρίστηκε στα δύο. το ένα μέρος με αρχηγό τον Κάδμο πήγε στη Βοιωτία και έχτισε στο εσωτερικό της τη Θήβα, ενώ το άλλο μέρος με αρχηγό τον Θάσο κατευθύνθηκε στη σημερινή Θάσο, όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα. Παράλληλα, την Ευρώπη αναζητούσαν και τα άλλα δύο αδέλφια, ο Φοίνικας και ο Κίλικας σε διαφορετικές όμως κατευθύνσεις.

Ένας άλλος μύθος, που φαίνεται ότι πλάστηκε από τους Πάριους μετά την εγκατάστασή τους στη νέα τους πατρίδα λέει πως ο Ηρακλής δώρισε τη Θάσο στον Σθένελο και τον Αλκαίο, τους γιους του βασιλιά της Πάρου Ανδρόγεω.

Πρώτος οικιστής πάντως της Θάσου ήταν ο Θάσος, από τον οποίο πήρε και το όνομα του το νησί. Όμως πέρα από αυτό, υπάρχουν και κάποιες άλλες απόψεις καταγεγραμμένες και εγκυρότερες ίσως, σχετικά με την προέλευση της ονομασίας του νησιού. Κάποιοι αρχαίοι ποιητές και συγγραφείς, αναφέρουν τη Θάσο ως «Ηερία» για τον δροσερό καλοκαιρινό της αέρα. «Αιθρία» για τον συνήθως αίθριο ουρανό της, «Χρύοη» για το χρυσάφι των μεταλλείων της, Ήδωνίς» από τους 'Ηδωνες θράκες (κατά άλλους από την ευχαρίστηση που)και «Ακτή της Δήμητρας» για τους πλούσιους και εκλεκτούς καρπούς της. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το όνομα της Θάσου σχετίζεται ετυμολογικά με τη λέξη Δάσος, εξαιτίας των πολλών δασών που είχε κατά την αρχαιότητα αλλά και σήμερα. Άλλοι τέλος, συνδυάζουν το όνομα του νησιού με καιρικά ονόματα όπως το Άσος, Κάσος, κ.ά.



Αρχαίοι χρόνοι

Σύμφωνα με μία αρχαιότατη ελληνική παράδοση στη Θάσο γεννήθηκε η Θεά Δήμητρα και εκεί πρωτοδίδαξε την τέχνη της γεωργίας. Η πιο γνωστή σε όλους μας ιστορία του νησιού είναι εκείνη που ξεκινά με τον αποικισμό της Θάσου. Ωστόσο, υπάρχουν δύο απόψεις για το ποιοι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού. Η μία (που είναι και η επικρατέστερη) υποστηρίζει πως ήταν κάποια πολεμοχαρή θρακικά φύλα, οι Σαϊοι οι Σάπες και οι Ήδωνες, πού εγκαταστάθηκαν στο νησί το 2000 - 1600 π.Χ. ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη, οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού ήταν οι Κάρες, μια σιμιτικής καταγωγής φυλή που ζούσε στη Νοτιοδυτική Μικρασία γύρω από τον Μαίανδρο ποταμό, δεν υπάρχουν όμως ιστορικές πηγές που να αποδεικνύουν αυτήν την άποψη. Πάντως το σίγουρο είναι πως στη Θάσο ήρθαν ταξιδευτές και Φοίνικες, για να εκμεταλλευτούν τα μεταλλεία και τα χρυσωρυχεία της. Παρ’ όλ' αυτά, δεν είναι σίγουρο πώς εγκαταστάθηκαν και ανέπτυξαν σημαντικό πολιτισμό.

Ο Ηρόδοτος υποστηρίζει ότι οι Φοίνικες έκτισαν τη Θάσο με αρχηγό τον Θάσο πολύ πριν εμφανιστούν οι Πάριοι. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή του Ηρόδοτου (γιατί υπάρχει και μια δεύτερη από τον Θουκυδίδη που θα αναφερθεί παρακάτω), οι Φοίνικες αποίκησαν τη Θάσο διώχνοντας τους Θράκες και επιδόθηκαν στην εκμετάλλευση των μεταλλείων, γιατί γνώριζαν όχι μόνο πώς να εξορύξουν αλλά και πώς να εκμεταλλευθούν τα μεταλλεύματα. Επίσης, γνωρίζοντας τη ναυπηγική και τη ναυτιλία, ναυπήγησαν πλοία και ξεκίνησαν ταξίδια στα κοντινά παράλια ενώ παράλληλα καλλιεργούσαν τη γη και περιτείχισαν την πόλη. Για όλες αυτές τις εργασίες έφτασαν Έλληνες και άλλα φύλα, που συγχρόνως έμαθαν από τους Φοίνικες τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία, το εμπόριο αλλά και γενικότερα τον πολιτισμό τους. Με τον καιρό, επικράτησε το ελληνικό στοιχείο και οι Φοίνικες αφομοιώθηκαν από τους περισσότερους και δυναμικότερους Έλληνες. Η νέα αποικία έπαψε να έχει πολιτική εξάρτηση από τη μητρόπολη Φοινίκη, ενώ σιγά σιγά οι κάτοικοι της περνούσαν στα απέναντι παράλια κι άρχιζαν την εκμετάλλευση των μεταλλείων του Παγγαίου.

Σύμφωνα πάντως με τον Θουκυδίδη, τον πατέρα της επιστημονικής συγγραφής της ιστορίας, οι πρώτοι άποικοι της Θάσου ήταν οι Πάριοι με αρχηγό τον Τελεσικλή, ο οποίος ξεκίνησε την αποστολή έπειτα από ένα χρησμό του Μαντείου των Δελφών που έλεγε:



«Άγγειλον Παρίοις Τελεσίκλεες, ως σε κελεύω νήσω εν Ηερίη κτίζειν εύδείελον άστυ.»

Μετάφραση:

«Να πεις στους Παριανούς, Τελεσικλή, ότι σου παραγγέλνω να χτίσεις στο νησί Αέρια μια πόλη που να φαίνεται από παντού.»

Έτσι, ο Τελεσικλής, με τη συμμετοχή του γιου του, -κατά άλλους εγγονού του - ποιητή Αρχιλόχου, (μετάφραση της ποίησης του εδώ)ανακάλυψε τη Θάσο και σ' αυτήν εγκατεστημένους τους Θράκες. Σύμφωνα μ' αυτήν την άποψη, οι Φοίνικες δεν αποίκησαν συστηματικά το νησί, αλλά εκμεταλλεύτηκαν τα μεταλλεία του και ίδρυσαν εμπορικούς σταθμούς. Ο διωγμός των θρακικών φυλών ήταν δύσκολος, όμως ο Τελεσικλής κατάφερε να ελέγξει τη Θάσο οικιστικά και εξουσιαστικά, για να ξεκινήσει έτσι τη γρήγορη αναβάθμιση της και να την κάνει να είναι, με την πάροδο του χρόνου, ένας από τους πιο πολιτισμένους και ανεπτυγμένους τόπους. Λέγεται επίσης ότι οι Πάριοι ήταν αυτοί που επιτέθηκαν στους θράκες των απέναντι ακτών. Στην πρώτη εκστρατεία νικήθηκαν, όμως στη δεύτερη όχι μόνο τους νίκησαν αλλά και τους έδιωξαν, ενώ συγχρόνως βρήκαν και εκμεταλλεύτηκαν τα μεταλλεία, που είχαν ανακαλύψει οι Φοίνικες στο Παγγαίο. Επικρατέστερη άποψη πάντως στην επιστημονική κοινότητα είναι η δεύτερη, που αναφέρεται στους Πάριους. Άλλωστε αυτοί ήταν που εγκαταστάθηκαν στο νησί στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., οπότε και αρχίζει ουσιαστικά η ιστορία της Θάσου. Τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι αυτά που έρχονται να πιστοποιήσουν την ύπαρξη και την εξάπλωση των Παριών στα απέναντι παράλια. Εκείνα τα χρόνια (του 7ου αιώνα) ιδρύθηκαν οι εμπορικοί σταθμοί στη Γαληψό, Αισύμη, Μαρώνεια, Στρύμη και Νεάπολη, οι περισσότεροι στην περιοχή του γειτονικού Παγγαίου.

Σ' αυτήν την εποχή ανήκει και η πιο αξιοθαύμαστη καλλιτεχνική παραγωγή. Εξαιρετικά έργα μεταλλοτεχνίας, κεραμεικής, μικροπλαστικής, γλυπτικής και αρχιτεκτονικής, βρέθηκαν στο έδαφος και το υπέδαφος του νησιού. Η Θάσος είναι «ανοικτή» στις εξωτερικές επιδράσεις και κάποια ευρήματα από χαλκό και ελεφαντόδοντο, μαρτυρούν σχέσεις με τις Κυκλάδες, τη Ρόδο, την Ιωνία, την Κόρινθο και τον 6ο αιώνα με την Αθήνα. Τα νομίσματα με τις παραστάσεις του Σάτυρου και της Νύμφης έχουν μεγάλη διάδοση και δείχνουν την έκταση των εμπορικών σχέσεων καθώς και την κατά περιόδους οικονομική ευρωστία της Θάσου. Οι δεσμοί της πόλης με την Πάρο παραμένουν στενοί καθώς διατηρούνται το ημερολόγιο, οι λατρείες, οι θεσμοί.

Στα τέλη της αρχαϊκής εποχής μάλιστα, η πόλη είναι τόσο πλούσια που χτίζει ένα τείχος μοναδικό για την εποχή του, από μάρμαρο και σχιστόλιθο με ανάγλυφα στις πύλες και περίμετρο 4 χλμ. γύρω από τον κατοικημένο χώρο. Οι ίδιοι οι Θάσιοι ήταν αυτοί που το 491 π.Χ., όταν ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος και ο στρατηγός του Μαρδόνιος εισέβαλαν στη Θράκη, αναγκάστηκαν να το γκρεμίσουν και να πληρώσουν φόρο υποτέλειας. Μεταγενέστερα το τείχος επιδιορθώθηκε, κατά το 412411 π.Χ., αλλά μέχρι τότε ή πόλη ήταν σχεδόν ανοχύρωτη.

Όταν, το 480 με 478 απομακρύνθηκαν οι Πέρσες από το Αιγαίο, η Θάσος ξαναβρέθηκε στο πλευρό των ελληνικών πόλεων. Τότε ιδρύθηκε η Α' Αθηναϊκή Συμμαχία (478/477 π.Χ.) στην οποία προσχώρησε και η Θάσος. Την άνοιξη του 477, οι Θάσιοι δίνουν τριάντα πλοία στη λεγόμενη «Συμμαχία της Δήλου». Οι φιλοδοξίες όμως του Κίμωνα δεν αργούν να απειλήσουν την υπεροχή της Θάσου έως και το Παγγαίο όρος, με την εγκατάσταση αθηναίων αποίκων στις Εννέα Οδούς κοντά στις εκβολές του Στρυμώνα, γύρω στο 465 π.Χ. Το επίνειο της Αμφίπολης, η Ήιών, καταλήφθηκε από τους Αθηναίους. Οι Θάσιοι αποσύρθηκαν από την Αθηναϊκή συμμαχία, εναντίον τους όμως στάλθηκε ο Κίμων, ο όποιος κυρίευσε την πόλη και υποχρέωσε τους κατοίκους να κατεδαφίσουν τα τείχη, να παραδώσουν τα πλοία τους, να παραιτηθούν από τις αποικίες τους και επιπλέον να καταβάλλουν ετήσιο φόρο.

Στα πρώτα έτη του Πελοποννησιακού πολέμου οι Αθηναίοι μετέτρεψαν τη Θάσο σε ορμητήριο για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τους στη Θράκη. Οι Θάσιοι το 411 π.Χ. αντέδρασαν και αποστάτησαν, ζητώντας τη βοήθεια και την υποστήριξη της Σπάρτης.

Με το πέρασμα του χρόνου και όσο πιο πολύ αποδυναμωνόταν η Θάσος, τόσο πιο απαιτητική γινόταν η Αθήνα. Όταν το 411 ξέσπασε η «στάση των τετρακοσίων», η ολιγαρχική μερίδα απέσπασε τη Θάσο από την αθηναϊκή κυριαρχία. Τότε οι Θάσιοι οχύρωσαν την πόλη. επισκεύασαν το στόλο τους και υποδέχτηκαν μια πελοποννησιακή μοίρα. Έτσι, ξεκινά μια περίοδος δέκα τουλάχιστον χρόνων, κατά τη διάρκεια της οποίας κινδυνεύει σοβαρά η Θάσος και η ευημερία της.

Λίγα έτη αργότερα (407) εξαναγκάσθηκαν από τους Αθηναίους να αναγνωρίσουν και πάλι την αθηναϊκή ηγεμονία. Το 403 ο Λύσανδρος κατέλαβε τη Θάσο και μεταχειρίσθηκε απάνθρωπα τους κατοίκους της. Ωστόσο οι Αθηναίοι ανακατέλαβαν το νησί, επακολούθησαν όμως στάσεις και εμφύλιοι σπαραγμοί.

Στις αρχές του 4ου αιώνα και έπειτα από πολλές καταστροφές, η Θάσος προσπαθεί να σβήσει κάθε ίχνος παρεξήγησης με την Νεάπολη των Δελφών και με τη μεσολάβηση της μητρόπολης της Πάρου. Η πόλη αποκτά αρχιτεκτονικό και διοικητικό πλαίσιο, το τείχος συμπληρώνεται και πάλι πίσω από το λιμάνι και το εσωτερικό του, και παράλληλα διαρρυθμίζεται η αγορά, κέντρο της πολιτικής και εμπορικής ζωής.

Μετά την Άνταλκίδειο Ειρήνη (387 π.Χ.) η Θάσος απέκτησε ξανά την αυτονομία της. Έπειτα από αυτές τις αλλαγές, η Θάσος συνδέεται λίγο πιο στενά με την Πάρο και, μετά το 377 π.Χ., ενσωματώνεται στην Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία. Μέσα από αυτήν, μονιμοποιεί την επιρροή της στη στεριά, ενώ το 360 ο ρήτορας Καλλίστρατος, εξόριστος από την Αθήνα, ιδρύει με τους Θάσιους τις Κρηνίδες κοντά στο Παγγαίο. Η διασπορά των θασιακών νομισμάτων στη χερσόνησο του Αίμου δείχνει ποια ήταν η οικονομική σημασία της πολιτείας την ελληνιστική εποχή. Η οικονομική αυτή δύναμη, συμβαδίζει με μια σχετική πολιτική αυτονομία την οποία διατήρησε ως τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), οπότε υποτάχθηκε στον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας.





Ελληνιστική περίοδος

Με την είσοδο της Θάσου στην Β' Αθηναϊκή Συμμαχία μετά το 377 π.X., οι Θάσιοι χρησιμοποίησαν την υποστήριξη της Αθήνας, για να επεκτείνουν την επιρροή τους στην ηπειρωτική χώρα. Το 357 π.Χ. ή το 340 π.Χ., ο Φίλιππος της Μακεδονίας επεκτείνεται στην περιοχή. Οι Θάσιοι θα διατηρήσουν υπό τη βασιλεία των Μακεδόνων μια κάποια αυτονομία. Από πολεοδομική άποψη, η επάνοδος της ευημερίας τον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα γίνεται φανερή με την επαναδιευθέτηση και τον επαναπροσανατολισμό της αγοράς, που κατέχει την πεδινή έκταση ανάμεσα στο λιμάνι και τις πρώτες πλαγιές του λόφου, πλαισιωμένη από τη μεγάλη αρτηρία, που οδηγεί από το Αρτεμίσιο στο Ηράκλειο. Τα ιερά επισκευάστηκαν και αναδιευθετήθηκαν (στο Αρτεμίσιο, στο ιερό του Εβραιοκάστρου, στο Ηράκλειο), ενώ εμφανίστηκαν άλλα καινούργια (το Ποσειδώνιο, το Διονύσιο) και στο τείχος κατασκευάστηκαν νέες πύλες και άλλες επιδιορθώθηκαν.

Κατά τη διάρκεια του 4ου π.Χ. αιώνα, ευθυγραμμίστηκε το διατείχισμα, το οποίο χώριζε το λιμάνι από την πόλη, ενώ το τείχος ενισχύθηκε με πύργους στα μέσα του 3ου π.Χ αιώνα. Θεαματική είναι η ανάπτυξη των συνοικιών της πόλης, στη διάρκεια της περιόδου αυτής. Πράγματι τον 4ο π.Χ. αιώνα και στο πρώτο μισό του 3ου, παρατηρείται η μεγαλύτερη ανάπτυξη της οικοδομημένης επιφάνειας, με χώρους άνετους και καλά οργανωμένους.




Σταθμοί εκκλησιαστικής ιστορίας του νησιού.
Σταθμοί εκκλησιαστικής ιστορίας της Θάσου

Αν και δεν υπάρχουν ικανές μαρτυρίες να μας διαφωτίσουν για τα πρώτα χριστιανικά χρόνια στη Θάσο, γνωρίζουμε ότι η νέα θρησκεία επικράτησε πρώιμα. Ίσως ο χριστιανισμός να διαδόθηκε από τον Απόστολο Παύλο, στη δεύτερη περιοδεία του 50-51 μ.χ.), ή πολύ πιθανό στην τρίτη (54-56 μ.χ.) να επισκέφθηκε το νησί και κήρυξε το Λόγο δημιουργώντας μια πρώτη Χριστιανική κοινότητα. Πιθανόν αυτό να έγινε από τον ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος διέμεινε για δύο τουλάχιστον χρόνια στους Φιλίππους και είχε ιδιαίτερη σχέση με η γύρω περιοχή. Δεν αποκλείεται αυτό να έγινε από τους μαθητές του Παύλου, Επαφρόδιτο ή άλλο φιλιππίσιο, μια και η Θάσος είχε πάντα έντονη επικοινωνία με τα απέναντι παράλια.

Χωρίς να ξέρουμε ακριβώς τη χρονολογία ίδρυσης της πρώτης Εκκλησίας της Θάσου, αυτή αυξήθηκε έτσι, ώστε να αποτελέσει επισκοπή. Το 325, στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, έλαβε μέρος ο επίσκοπος Θάσου Αρίσταρχος ή, κατ άλλους, Μάρκος.

Επιγραφή, που ανήκει στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα και βρέθηκε στη Θάσο, διαβάστηκε από τον καθηγητή Χάινριχ Γκέλτζερ ως εξής:

"Επί του αγί[ου και θεοφιλέστα]του επισκόπ[ου της ημών πόλεως Α]λεξάνδρου ανε[καινίσθη ή νεώθη το κο]ι[νόν], κοιμι[τήριον]".

Ο επίσκοπος Αλέξανδρος είναι άγνωστος από άλλες μαρτυρίες.

Γενικά οι πληροφορίες για την επισκοπή Θάσου είναι πολύ λίγες. Οι "τάξεις πρωτοκαθεδρίας μητροπόλεων, αρχιεπισκόπων και επισκόπων" δεν αναφέρουν σε ποια μητρόπολη υπαγόταν η επισκοπή της Θάσου. Πάντως οι λίγες αναφορές μαρτυρούν πως η επισκοπή υπήρχε από παλιά. Στα πρακτικά της Συνόδου της Χαλκηδόνος το 451, μεταξύ των επισκόπων της μητροπόλεως Φιλίππων υπογράφει και ο Οκύριος (Βατικανός Κώδικας 831) ή Ονωράτος Θάσου (Βατικανός Κώδικας 1178) επίσκοπος Θάσου. Ο Ονωράτος έλαβε μέρος κατά το 449, στη λεγόμενη Ληστρική Σύνοδο της Εφέσου, μαζί με τους επισκόπους Φιλίππων Σωζούντα και Σερρών Μάξιμο, στη δε Σύνοδο της Χαλκηδόνος υπέγραψε ως "Ονωράτος, επίσκοπος πόλεως Θάσου".

Το 451 η Θάσος μνημονεύεται ως επισκοπή υπαγόμενη στην επαρχία του Ιλλυρικού. Πρέπει να αναφέρουμε ότι το 431, συνήλθε στην Έφεσο η Γ Οικουμενική Σύνοδος, που καταδίκασε το Νεστόριο, αρχιεπίσκοπο Κωοταντινοπόλεως από το 428, και τον εξόρισε στη Θάσο, στο χωριό "Κακή Ράχη" (σημερινή Καληράχη), όπου πέρασε αμετανόητος το υπόλοιπο διάστημα της ζωής του και πέθανε το 451. Παρόμοια παράδοση υπάρχει στη Θάσο και για τον αιρετικό Σαβέλλιο.

Κατά τον 14ο αιώνα, η εκκλησιαστική διοίκηση της Θάσου ανατίθεται σε αρχιερείς των γειτονικών θρόνων. Το 1392 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος προβίβασε τις επισκοπές Θάσου και Ίμβρου σε αρχιεπισκοπές.

Η Θάσος, στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της, από την άποψη της εκκλησιαστικής διοίκησης, υπήρξε επισκοπή, αρχιεπισκοπή και μητρόπολη, και πατριαρχική εξαρχία. Από την Βυζαντινή εποχή, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως συστήνει, εκτός από τα πατριαρχικά σταυροπήγια μοναστήρια και "πατριαρχικά νησιά", μεταξύ αυτών είναι και η Θάσος. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπαγόταν στον τοπικό αρχιερέα, αλλά μόνο στην εξουσία του Πατριάρχη. Το καθεστώς αυτό αρχίζει να χρονολογείται από την τρίτη δεκαετία του 14ου αιώνα. Η απόκτηση του δικαιώματος αυτού από τον Πατριάρχη έχει σχέση με την αποδυνάμωση του βυζαντινού κράτους και την αύξηση της πολιτικής επιρροής που απέκτησε η Εκκλησία με την συμμετοχή της στον οικουμενικό θρόνο ισχυρών προσωπικοτήτων, όπως ο Ιωάννης Γλυκύς και ο Άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος. Ο νέος θεσμός προκάλεσε την αντίδραση των αρχιερέων και, προκειμένου να αποσοβηθούν βίαιες αντιδράσεις, το Πατριαρχείο εκχωρούσε τις εξαρχίες στον τοπικό αρχιερέα ή σε πλησιόχωρους αρχιερείς, σ' όλη σχεδόν την διάρκεια του 14ου αιώνα.

Τον 14ο αιώνα ο πατριάρχης Άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος ανέθεσε τα "εν τη νήσω Θάσω" πατριαρχικά δικαιώματα στον αρχιεπίσκοπο Μαρώνειας. Δεν διαφαίνεται σαφώς αν τα πατριαρχικά δικαιώματα κάλυπταν ολόκληρο το νησί ή αναφερόταν μόνο σε πατριαρχικά μοναστήρια. Ο Πατριάρχης, όμως, απευθυνόταν σε χριστιανούς του νησιού για υπακοή στο νέο έξαρχο και όχι σε μοναχούς.

Έξι χρόνια αργότερα, εκχωρεί ολόκληρο το νησί στο μητροπολίτη Χριστουπόλεως "την εξαρχίαν και διοίκησην της νήσου Θάσου".

Σε συνοδικό τόμο του 1646 αναφέρεται ρητά πως η νήσος Θάσος ήταν, ως τότε, πατριαρχική εξαρχία.


Το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς μετατράπηκε η Μαρώνεια από πατριαρχική εξαρχία σε μητρόπολη. Προκειμένου να ενισχυθεί η νεοϊδρυθείσα μητρόπολη, ενέταξε σ' αυτή "τα δυο πατριαρχικά νησιά", τη Θάσο και τη Σαμοθράκη. Κείμενο του 1651 μας πληροφορεί ότι η ως τότε εξαρχία Θάσου παραχωρήθηκε στον Πρωτέκδικο της Μ. Εκωσίας Σοφιανό για "Διάρκειαν παντός βίου". Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Σοφιανός αντέδρασε, όταν η Θάσος υπάχθηκε στη μητρόπολη Μαρώνειας. Το εξαρχικό καθεστώς της Θάσου εντοπίζεται και στους τρεις πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, ενώ η λήξη του έχει να κάνει με ανακατατάξεις στην Ανατολική Μακεδονία κατ' εκείνη την εποχή..

Δυο έγγραφα του 13ου αιώνα, που διασώζονται στον ένα από τους δυο πατριαρχικούς κώδικες της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αυστρίας, σχολιαζόμενα από τον Darroyzes, μας δίνουν την άποψη:

δεν αποκλείεται, ταυτόχρονα με την ανάθεση των πατριαρχικών δικαίων στον αρχιεπίσκοπο Μαρώνειας, και η παρουσία κάποιου άλλου τοπικού επίσκοπου στη Θάσο.

Ο τότε Μαρώνειας πρέπει να ήταν ο Σάββας, φιλικά διακείμενο πρόσωπο προς τον πατριάρχη Φιλόθεο Κόκκινο και η παραχώρηση των πατριαρχικών δικαίων στη Θάσο πρέπει να εκληφθεί ως πράξη εύνοιας από τον Πατριάρχη στο πρόσωπο του ". Το πρώτο έγγραφο είναι του Ιουλίου 1365, ενώ το δεύτερο μεταξύ Μαρτίου και Μαίου 1371, αναφέρει την εκχώρηση της Θάσου στο μητροπολίτη Χριστουπόλεως. Η Χριστούπολη, αρχικά επισκοπή Φιλίππων, στη συνέχεια από τον Ιανουάριο του 1260 αρχιεπισκοπή, ως μητρόπολη μαρτυριέται από το 1310. Ο χαρακτήρας παραχώρησης της Θάσου στον Χριστουπόλεως είναι ίδιος με την προηγούμενη παραχώρηση στον Μαρώνειας.

Η παραχώρηση στον Μαρώνειας διήρκησε έξι χρόνια. Το 1371 ο θρόνος της Μαρώνειας χήρεψε. Ο διάδοχος του Σάββα, Αντώνιος, εκλέχθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά μην κατορθώνοντας να πάει στην έδρα του, μετατέθηκε στη Μεσημβρία. Για να μην δημιουργούνται προβλήματα στην πνευματική ζωή του νησιού αλλά και στην συλλογή των εσόδων, μια που η Θάσος δεν είχε περιέλθει σε τουρκικά χέρια, ο πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος ανέθεσε την πατριαρχική διοίκηση στον μητροπολίτη Χριστουπόλεως Πέτρο τον από Πολυστύλου.

Η ανάθεση της εξαρχίας Θάσου στον Πέτρο υπαγορεύτηκε από το γεγονός ότι ο μητροπολίτης Χριστουπόλεως ήταν ο μόνος ενδεδειγμένος από τους όμορους μητροπολίτες, μια που βρισκόταν σε ελεύθερο έδαφος. Οι περιοχές της Θράκης μαστιζόταν από τουρκικές ορδές, ενώ οι μητροπόλεις Φιλίππων, Δράμας, Σερρών υπαγόταν τότε στο Πατριαρχείο Πεκίου, επειδή βρισκόταν στην επικράτεια του Ιωάννη Ουγγλέση και επανήλθαν τον Μάιο του 1371 στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Η Θάσος, ως πατριαρχική εξαρχία, είχε άμεση εξάρτηση από τον Πατριάρχη, ο οποίος καρπωνόταν τα έσοδα. Από θεσμικής πλευράς η ανάθεση των εξαρχικών δικαίων ήταν όμοια, τόσο στον Μαρώνειας όσο και στον Χριστουπόλεως. Ο πατριάρχης Φιλόθεος, παραχωρούσε μέρος των εισοδημάτων του από τη Θάσο στον Χριστουπόλεως, γεγονός που αποτελεί σαφή ένδειξη για οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο προαναφερόμενος μητροπολίτης.

Ένα γράμμα, που αποτελεί αντιγραφή αντιστοίχου πατριαρχικού γράμματος που απολύθηκε το 1419/20, επί της πατριαρχίας του Ιωσήφ Β', μας πληροφορεί ότι ο μητροπολίτης Δράμας και πατριαρχικός έξαρχος Θάσου Δοσίθεος, ανέθεσε στο σακελάριο της αρχιεπισκοπής Θάσου Δημήτριο το λειτούργημα της πνευματικής πατρότητας.

Η Θάσος κατά το 1440 ήταν ακόμη αρχιεπισκοπή, της οποίας ο προβιβασμός, μαζί με της Ίμβρου, είχε λάβει χώρα επί βασιλείας Μανουήλ Β' Παλαιολόγου (16/2/1391-21/7/1425). Μαρτυριέται ως αρχιεπισκοπή η Θάσος και σ' ένα λατινικό υπόμνημα προς τη Σύνοδο της Βασιλείας, το οποίο γράφτηκε στο Μόναχο στις 30 Ιουλίου 1437. Στο υπόμνημα αυτό δεν γίνεται διάκριση μεταξύ μητροπολιτών και αρχιεπισκόπων, αλλά αναφέρονται όλοι ως αρχιεπίσκοποι. Αρχιεπίσκοπος Θάσου δεν μας είναι γνωστός κανένας ονομαστικά.

Στον Δράμας Δοσίθεο δεν είναι γνωστό το ακριβές έτος ανάθεσης της εξαρχίας της Θάσου. Ίσως να έλαβε χώρα κατά το 1439/1440, μετά την επιστροφή του από την Ιταλία. Την ένδειξη έχουμε από την υπογραφή του Δοσιθέου στα πρακτικά της Συνόδου της Φεράρας - Φλωρεντίας. Εκεί υπέγραψε ως "ο ταπεινός μητροπολίτης Δράμας Δοσίθεος", χωρίς το "έξαρχος Θάσου". Όμως, και ο Χριστουπόλεως Πέτρος στα 1374 δεν υπέγραψε ως έξαρχος Θάσου, παρόλο που κατείχε την εξαρχία στη Θάσο, "άνευ της του ιερού συνθρόνου εγκαθιδρύσεως". Για το θέμα της νομής των εισοδημάτων δεν έχουμε πληροφορίες, κανονικά έπρεπε να τα αποστέλλει στο Πατριαρχείο.

Με ημερομηνία 1η Ιουνίου 1440 άλλα δυο γράμματα του Δοσιθέου, με την ίδια υπόθεση, προς το σακελάριο της αρχιεπισκοπής Θάσου Δημήτριο, εξηγούσαν την ενέργεια του να αναθέσει καθήκοντα πνευματικού πατρός και του δίνει κατάλληλες οδηγίες.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, πολλές οικογένειες Κωνσταντινουπολιτών κατέφυγαν στη Θάσο με αποτέλεσμα να μεταφέρουν και στη Θάσο την εκκλησιαστική παράδοση αυτής. Πρέπει να εγκαταστάθηκαν στη "Χώρα", δηλαδή το Λιμένα, στο Κάστρο των Λιμεναρίων, όπου σε μια επιγραφή, που προέρχεται από τον κεντρικό πύργο και τώρα είναι εντοιχισμένη στη νότια πλευρά της εκκλησίας του αγίου Αθανασίου (1804), αναφέρεται ότι το κτίσμα «..ανηγέρθηκε εκ βάθρων δια συνδρομής Κωνσταντίνου και Ιωάννου των Κωνσταντινουπολιτών», επίσης και στους οικισμούς "Απάνω" και "Κάτω Πολίτες" στο Θεολόγο .


Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα η Θάσος υπαγόταν στην επισκοπή Αναστασιούπολης. Έγγραφα, κατά τα έτη 1801 και 1806, υπογραφόταν από τον επίσκοπο Αναστασιούπολης Άνθιμο, ο οποίος εγκαινίασε την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στο Καζαβήτι στα 1804. Έγγραφα με υπογραφές του ιδίου βρίσκονται σε αρχειακούς φακέλους Μονών του Αγίου Όρους, τα οποία αφορούσαν υποθέσεις μετοχιών των μονών στο νησί. Στην είσοδο της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων επιγραφή αναφέρει το όνομα του καθώς και σημείωση σε "παρρησία" του ιδίου ναού:

"1808 Απριλίου 24.
Η παρούσα εκκλησία των Αγίων Αποστόλων δι' εξόδων μεν εκτίσθη των ενταύθα χριστονύμων, σπουδή δε και επιμέλεια του γέρο Χατζή Σταυροπούλου, υπό δε αρχιερέως πόλεως Αναστασίου εγκαινιασθεί κυρ Ανθίμου του σεπτού και θεσπέσιου. 1808 Ιησούς Χριστός Μαίου".

Για την επισκοπή Αναστασιουπόλεως υπάρχει η άποψη ότι εκτός από τα ότι μπορεί να ήταν αναβίωση τίτλου παλαιάς επισκοπής, μπορεί να ήταν και επισκοπή στη Θάσο. Το σκεπτικό ενισχύεται από το ότι το χωριό Παναγία είναι κτισμένο πριν 300 χρόνια περίπου, στην τοποθεσία που βρισκόταν το βυζαντινό "Αναστάσιο" ή "Αναστάσιοι", το οποίο πρέπει να ήταν έδρα επισκοπής που διατηρήθηκε ως το 19ο αιώνα.

Η Αναστάσιούπολη, που βρισκόταν στο βορειοδυτικό άκρο της Βιστονίδας λίμνης, απαντάται μ' αυτή την ονομασία στα χρόνια του Ιουστινιανού. Ο ιστορικός Προκόπιος αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Αναστάσιος ο Α' (491-518 μ.χ.) έδωσε το όνομα του στην πόλη, αφού πρώτα την ανοικοδόμησε. Κατά τον Στ' αιώνα ήταν επισκοπή της Μητρόπολης Τραϊανουπόλεως. Μετά το 879 φαίνεται σαν Μητρόπολη Περιθεωρίου.

Το "Αναστάσιο" της Θάσου μάλλον ήταν έδρα χωροεπισκόπου ή πρωτόπαπα, διορισμένου από το Μητροπολίτη Μαρώνειας για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η θητεία του έληξε ή ανακλήθηκε μεταξύ των ετών 1806- 1812.

Μετά το θάνατο του Ανθίμου η ολιγάριθμη σε πληθυσμό Θάσος προσαρτήθηκε στη φτωχή Μητρόπολη της Μαρώνειας, προς ενίσχυση της. Η Θάσος υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Μαρώνειας από το 1646 ως το 1953. Υπογραφές των αρχιερέων αυτής της μητρόπολης φαίνονται να υπογράφουν δικαιοπρακτικά έγγραφα της Θάσου και των μετοχιών των Μονών του Αγίου Όρους στο νησί.

Στα χρόνια που η Θάσος ήταν προσαρτημένη σ' αυτή τη Μητρόπολη παρουσιάζεται η εκκλησιαστική της ζωή οργανωμένη, μέσα από τα έγγραφα.

Οι μητροπολίτες περιόδευαν τακτικά τα χωριά, εκδίκαζαν θέματα της αρμοδιότητας τους, συνέτασσαν διαθήκες και άλλα δικαιοπρακτικά έγγραφα και εισέπρατταν τα αρχιερατικά δικαιώματα τους. Υπήρχε σε κάθε χωριό αρχιερατικός επίτροπος- αντιπρόσωπος που τους αναπλήρωνε όσο απουσίαζαν. Συχνότερες έγιναν οι επισκέψεις τους μετά το 19ο αιώνα.

Περιφερόταν στα χωριά για να λύσουν διαφορές και προβλήματα, να διεξαγάγουν εξετάσεις σε σχολεία, να βελτιώσουν τα κοινοτικά και εκκλησιαστικά πράγματα, να ενισχύσουν το εθνικοθρησκευτικό φρόνημα των κατοίκων.

Ο μητροπολίτης προέδρευε σε μικτό εκκλησιαστικό δικαστήριο, που λειτουργούσε σε κάθε χωριό της Θάσου και δίκαζε επιτόπια διαφορές των κατοίκων. Μέλη του δικαστηρίου ήταν κληρικοί και λαϊκοί, άρχοντες της κοινότητας. Κατ' αυτόν τον τρόπο και μ' αυτή την ιδιότητα, ο μητροπολίτης γνώριζε καλύτερα τις αδυναμίες του ποιμνίου του, τις διενέξεις, διέβλεπε τις αιτίες τους και προσπαθούσε να βρει τρόπους θεραπείας, αποτροπής των δικαστικών αγώνων, ιδιαίτερα μεταξύ συγγενών και μελών της ίδιας οικογένειας.

Στα πλαίσια των φροντίδων αυτών και με αφορμή την εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων ορφανών, τα οποία δεν ήταν σε θέση να διεκδικήσουν και να υπερασπιστούν τα περιουσιακά στοιχεία που κληρονομούσαν, η εκκλησία έλαβε φιλανθρωπική μέριμνα και συνέστησε την Επιτροπή Ορφανών Θάσου.

Η επιτροπή αυτή σκοπό είχε να διαφυλάξει τις ορφανικές περιουσίες από την κακή διαχείριση, πώληση ή ιδιοποίηση από τους κηδεμόνες των ορφανών.

Τα ορφανά, όταν συμπλήρωναν το 18ο έτος της ηλικίας, θα παραλάμβαναν την περιουσία τους. Η θητεία της επιτροπής Ορφανών Θάσου πρέπει να ήταν ετήσια και περιόδευε για σχετικές περιπτώσεις σε όλα τα χωριά της Θάσου.

Η Επιτροπή Ορφανών και ο θεσμός των ορφανοεπιτρόπων βοήθησε πολύ στο να δώσει η Εκκλησία λύση σε ένα τόσο καυτό κοινωνικό πρόβλημα του νησιού. Ο θεσμός διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του αιώνα μας.

Μετά το 1895 οι ενορίες αύξαναν τα κεφάλαια τους και τόκιζαν περισσότερα χρήματα. Αυτό εξυπηρετούσε πολλούς που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες. Πολλές εκκλησίες είχαν κόψει δικά τους νομίσματα για τοπική χρήση. Η αύξηση των κεφαλαίων προερχόταν από τους τόκους των ορφανικών χρημάτων και τα ενοίκια των ορφανικών περιουσιών. Αυτό γινόταν όχι σε βάρος αλλά με την μέριμνα της εκτέλεσης του έργου της περίθαλψης των φτωχών και αδυνάτων. Άφθονες είναι οι περιπτώσεις που προκύπτουν από τα έγγραφα της εποχής. Τα θετικά αυτά δεδομένα προέκυψαν μετά την ανασύσταση των εγχωρίων ορφανοεπιτρόπων, που έγινε από τον Μαρώνειας Ιωακείμ το 1895. Έτσι, ενώ λειτουργούσε ο θεσμός ευεργετικά για τα ορφανά, από το 1815 ως το 1914 ενισχυόταν και το ταμείο της εκκλησία που απότελούσε ένα είδος Τράπεζας την εποχή εκείνη.


Στον αιώνα μας, στα 1924, βάσει Πατριαρχικού Τόμου, ιδρύθηκε η νέα μητρόπολη Θάσου, τον Οκτώβριο του 1924, υπό τις ίδιες συνθήκες με την μητρόπολη Καβάλας. Ονομαζόταν "Ιερά Μητρόπολη Θάσου", με έδρα την πρωτεύουσα του νησιού, και ο ποιμενάρχης της θα είχε τον τίτλο "Ιερότατος Μητροπολίτης Θάσου υπέρτιμος έξαρχος Αιγαίου Πελάγους". Το Πατριαρχείο απέσπασε τη Θάσο από την Μητρόπολη Μαρώνειας και, προς εξοικονόμηση των προσφύγων ιεραρχών του Οικουμενικού θρόνου, τοποθέτησε τον από Προικοννήσου Γεώργιο Μιχαηλίδη στη Μητρόπολη Θάσου.

Η αυτοτέλεια, όμως, της Μητρόπολης υπήρξε βραχύβια, μέχρι το 1932, οπότε, με την μετάθεση του μέχρι τότε μητροπολίτη Θάσου Γεωργίου στη Μητρόπολη Παραμυθίας, καταργήθηκε η Μητρόπολη Θάσου και ξαναπροσαρμόστηκε στη μητρόπολη Μαρώνειας 30, από όπου είχε αποσπασθεί.

Το 1953 με βασιλικό διάταγμα η Θάσος προσαρτήθηκε στη Μητρόπολη "Φιλίππων - Νεαπόλεως", η οποία στο εξής ονομάζεται "Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου". Ο τότε μητροπολίτης Φιλίππων και Νεαπόλεως, Χρυσόστομος Χατζησταύρου, μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ως τοποτηρητής της χηρεύουσας μητρόπολης Μαρώνειας και Θάσου, πέτυχε την προαναφερθείσα ρύθμιση. Αυτή ανταποκρινόταν και στις ανάγκες των κατοίκων. Έτσι, ολοκληρώθηκε σχεδόν η ταυτότητα των εκκλησιαστικών ορίων προς τα πολιτικά των επαρχιών Καβάλας, Νέστου και Θάσου στο νομό Καβάλας.

Το 1962 έγιναν προσπάθειες να ενωθεί το νησί εκκλησιαστικά με τη μητρόπολη Ξάνθης, αλλά απέτυχαν.

Αξίζει να μνημονεύσουμε τη μέριμνα της τοπικής Εκκλησίας για τους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στα Λιμενάρια της Θάσου. Σε γράμμα του Πατριάρχη Βασιλείου που απευθύνεται στη Μονή Ιβήρων και φυλάσσεται με αριθμό πρωτοκόλλου 2704 του έτους 1925, γράφει μεταξύ άλλων:

"Ο ιερότατος μητροπολίτης Καβάλας και Νέστου κ. Χρυσόστομος υπέβαλεν υμίν ότι η διεύθυνση εποικισμού Μακεδονίας ανήγειρεν εν Λιμεναρίοις της Θάσου προσφυγικό συνοικισμόν τον οποίο Γερμανός τις υπήκοος ονόματι Σπάινδερ προσπαθεί να κρημνίση επί τω λόγω το ενώ ο συνοικισμός ούτος ανηγέρθη οικόπεδον ανήκει αυτώ εκ προς αυτόν δωρεάς της υμετέρας Ιεράς Μονής....".

Η μονή, με γράμμα της προς τον Πατριάρχη της 5ης Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, εξηγούσε ότι αυτά συνέβησαν εν αγνοία της και ότι ευχαρίστως παραχωρούσε το οικόπεδο στους πρόσφυγες, συμβάλλοντας, μαζί με την τοπική Εκκλησία, στη λύση ενός τόσο καυτού προβλήματος, όπως το προσφυγικό.

Από το 1962 μέχρι το 1965 τοποτηρητής της μητροπόλεως υπήρξε ο Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος.

Το 1965 εκλέχτηκε Μητροπολίτης ο Αλέξανδρος Καντώννης και παρέμεινε στη Μητρόπολη μέχρι το 1974, οπότε μετατέθηκε στην Μητρόπολη Περιστερίου το 1974. Το ίδιο έτος εξελέγη μητροπολίτης Φιλίππων Νεαπόλεως και Θάσου ο Προκόπιος Τσακουμάκας, που μέχρι σήμερα ποιμαίνει την επαρχία.






Πολιτισμός και παράδοση
Η ομορφιά της Θάσου είναι ανεπιτήδευτη, ακατέργαστη, αυθεντική, ικανή να δημιουργήσει έναν αντίστοιχα μεγαλειώδη πολιτισμό. Οι άνθρωποι φιλόξενοι, απλοί και καλοσυνάτοι διακρίνονται για το σεβασμό με τον οποίο τηρούν τις παραδόσεις τα ήθη και τα έθιμα του τόπου τους.
Η θρησκευτικότητα των θασίων εξάλλου είναι έντονη και σχετίζεται άμεσα με μνήμες αλλοτινών καιρών.
Τα γράμματα και οι τέχνες πέτυχαν ένα δημιουργικό συγκερασμό ανάμεσα στις συνήθειες και τον Τρόπο ζωής των ντόπιων αλλά και των κατά καιρούς επιδρομέων του νησιού. Η αρχιτεκτονική εξάλλου ανέδειξε κατασκευές λιτές καμωμένες από ξύλο και πέτρα σε απόλυτη αρμονία με το φυσικό περιβάλλον αλλά και την ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων. Γενικότερα στη Θάσο έχει κανείς την ευκαιρία να γνωρίσει έναν πολιτισμό αλλιώτικο που θα δώσει νόημα σε κάθε είδους πολιτισμό του.

ΗΘΗ & ΕΘΙΜΑ
Τα ήθη και τα έθιμα μαρτυρούν τις ανησυχίες των ανθρώπων όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο πέρασμα των χρόνων. Στη Θάσο οι κάτοικοι του νησιού σέβονται τις παραδόσεις τους και τα έθιμα εκφράζουν επιθυμίες που συχνά χρήζουν της ευκαιρίες ειδικών εορτασμών για να εκφραστούν.
Στα έθιμα της Πρωτοχρονιάς εκτός από τα γνωστά έθιμα των καλάντων και του ποδαρικού που γιορτάζονται με τον ίδιο τρόπο πάνω κάτω όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα γίνεται και το σπόρδισμα των φύλλων ως εξής: κάθονται όλοι γύρω από το αναμμένο τζάκι, τραβούν την ανθρακιά προς τα έξω και ρίχνουν γύρω στα αναμμένα κάρβουνα φύλλα ελιάς βάζοντας στο νου τους μια ευχή χωρίς να την πουν στους άλλους. Όποιου το φύλλο γυρίσει περισσότερο εκείνου θα πραγματοποιηθεί η ευχή του.
Επίσης το καρναβάλι της Θάσου είναι ένα πανηγύρι με πολύ βαθιές ρίζες. Εδώ εκτός των άλλων καρναβαλικών εκδηλώσεων γίνεται και το τρίψιμο του πιπεριού. Είναι ένα από τα πιο διασκεδαστικά και χαρακτηριστικά έθιμα και δίνει μια ξεχωριστή ομορφιά στο γλέντι για το ξημέρωμα της Καθαρής Δευτέρας. Ένας απ όλους κρατώντας μια ζώνη ή ένα σκουπόξυλο για να χτυπάει τους παραβάτες, είναι ο αρχηγός. Αυτός τραγουδάει μια φορά και οι άλλοι που χορεύουν το επαναλαμβάνουν. Χορεύοντας λοιπόν , γίνονται σύμφωνα με τα εκάστοτε λεγόμενα και οι ανάλογες κινήσεις. Οι παραβάτες όσοι δηλαδή δεν ακολουθούν τις υπαγορεύσεις του αρχηγού τιμωρούνται απ αυτόν με χτύπημα.
Ένα ακόμη πολύ γνωστό έθιμο τελείται την δεύτερη μέρα του Πάσχα στα Καλύβια των Λιμεναρίων και λέγεται " Για βρέξ Απρίλη μ΄". Είναι μια ανοιξιάτικη εκδήλωση για την οποία η παράδοση λέει ότι οι κάτοικοι του νησιού μαζεύονται και παρακαλούν το Θεό να βρέξει για να μην ξεραθούν τα αμπέλια και να υπάρξει καλή παραγωγή τόσο σε σταφύλια όσο και σε γλυκό θασίτικο κρασί. Στην εκδήλωση αυτή προσφέρονται μεζέδες, παραδοσιακά γλυκά και άφθονο κρασί.


ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Το νησί της Θάσου έχει μεγάλη καλλιτεχνική και πολιτιστική κληρονομιά.
Όσον αφορά λοιπόν τις τέχνες κορυφαίος στην αρχαιότητα υπήρξε ο ζωγράφος Πολύγνωτος, ο οποίος ήταν και ο πρωτεργάτης της ελληνικής ζωγραφικής, δημιουργικότατος και με ασύγκριτο ταλέντο.
Άλλοι θάσιοι καλλιτέχνες ήταν ο Αγλαοφων πατέρας του Πολύγνωτου . Ο Αριστοφών αδερφός του Πολύγνωτου αλλά και ο ανιψιός του Πολύγνωτου Αγλαοφών όλοι ζωγράφοι. Επίσης οι γλύπτες Σωσικλής και Πυθαγόρας.
Όσο για τη σύγχρονη εποχή ο γλύπτης Πολύγνωτος Βαγής τίμησε με τα έργα του τη Θάσο αφού αναδείχθηκε σαν ένας από τους κορυφαίους γλύπτες όχι μόνο της Αμερικής όπου έζησε, αλλά και ολόκληρου του κόσμου.
Στα γράμματα διακρίθηκε ο Ηγέμων ή Ηγήμων ο οποίος υπήρξε κωμικός, ηθοποιός και ποιητής. Ο Στησίμβροτος ήταν σοφιστής και ρήτορας. Τέλος ο Ανδροσθένης που ακολούθησε τον Μ. Αλέξανδρο στην εκστρατεία του έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Ινδικής Παράπλους.

Εκδηλώσεις - Πανηγύρια:
28 Απριλίου Άγιος Γεώργιος
28 Ιουνίου Άγιος Απόστολος στο Καζαβίτι
15-28 Ιουλίου Καζαβιτιανά στο Μικρό Καζαβίτι
27 Ιουλίου Άγιος Παντελεήμονας στο Μοναστηράκι
15 Αυγούστου Παναγία
29 Αυγούστου Αϊ Γιάννης ψηλά στα βουνά του ΠρίνουΠρίνος : Το πανηγύρι του Αγ. Παντελεήμονα στις 27 Ιουλίου. Στο Μεγάλο Πρίνο(Μεγ. Καζαβίτι), πανηγύρι των Αγ. Αποστόλων στις 27 Ιουλίου και στο Μικρό Πρίνο (Μικρό Καζαβίτι) το πανηγύρι του Αγ. Γεωργίου. Σε όλα τα πανηγύρια μοιράζεται το παραδοσιακό φαγητό 'κουρμπάνι'. Τα ΚΑΖΑΒΙΤΙΑΝΑ είναι εκδηλώσεις που λαβαίνουν χώρα στο Μικρό Πρίνο (Μικρό Καζαβίτι) από παραδοσιακά σχήματα τον Ιούλιο και Αύγουστο.
Ραχώνι : Τα πανηγύρια στο Ραχώνι, της Παναγίας, 15-16 Αυγούστου και στο συνοικισμό του Αγ. Γεωργίου, του Προφήτη Ηλία στις 20 Ιουλίου και του Αγ. Γεωργίου.
Ποταμιά : Το πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής την Παρασκευή του Πάσχα.
Παναγιά : Το ξακουστό πανηγύρι της Παναγίας, στις 15 Αυγούστου.
Λιμενάρια : Το πανηγύρι του Αγ.Γεωργίου, την Τρίτη του Πάσχα.
Λιμένας ή Θάσος : Το καλοκαίρι δίνονται παραστάσεις αρχαίου δράματος και συναυλίες, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Φιλίππων-Θάσου





ΣΚΟΠΕΛΟΣ


Η Σκόπελος κατοικούνταν πιθανότατα από την Νεολιθική Περίοδο, καθώς βρέθηκαν αρχαία από αυτήν την περίοδο στην Αλόννησο, που βρίσκεται πολύ κοντά. Το αρχαίο όνομα της πρωτεύουσας του νησιού, Πεπάριθος, έχει αναφερθεί από τον Θουκυδίδη. Γύρω στο 1600π.Χ οι Κρητικοί εγκαταστάθηκαν στο νησί.

Ο αρχηγός τους ήταν ο βασιλιάς Στάφυλος, ο οποίος σύμφωνα με τον μύθο ήταν γιος του Διόνυσου και της Αριάδνης.
Μετά την μυκηναϊκή περίοδο η Σκόπελος πάρθηκε από τους Θεσσαλούς, που χρησιμοποίησαν το νησί σαν στρατιωτική βάση για πολλά χρόνια.

Οι Χαλκιδαιοι ιδρύσαν εκεί τρεις αποικίες, τον Πάνορμο, η σημερινή Γλώσσα, τον Σέλινο, σήμερα Λουτράκι, και τον Πεπάριθο, την σημερινή πρωτεύουσα του νησιού.

Έμαθαν στους κατοίκους θαλασσινό εμπόριο και μεταφορές, και το νησί έγινε αρκετά εύπορο.
Ο 4 ος αιώνας ήταν και η αρχή των 800 χρόνων Βυζαντινής Κυριαρχίας από την οποία έχουν απομείνει πολύ λίγες ιστορικές αποδείξεις. Το 1204 οι Βένετοι έκαναν την Σκόπελο έδρα βαρόνου.

Πολλοί αρχηγοί διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλον, όπως η οικογένεια Γκύζη, με το δουκάτο της Νάξου.

Το 1538 ο Τούρκος πειρατής Μπαρμπαρόσα επιτέθηκε στο νησί και έσφαξε τους κάτοικους του.





Ο μυθικός Θησέας πήγε στην Κρήτη να σκοτώσει τον Μινώταυρο, για τον οποίο θυσίαζαν κάθε χρόνο εφτά κορίτσια και εφτά αγόρια από την Αθήνα.

Ο Μινώταυρος βρίσκονταν στο βάθος ενός λαβύρινθου μέσα στο παλάτι της Κνωσού, και η Αριάδνη, η κόρη του βασιλιά Μίνωα, βοήθησε τον Θησέα γιατί τον ερωτεύτηκε. Στην επιστροφή για την Αθήνα, ο Θησέας άφησε την Αριάδνη στο νησί της Νάξου.

Ο βασιλιάς του νησιού, ο Διόνυσος, την ερωτεύτηκε και έκαναν μαζί τέσσερα παιδία. Μέσα σ'αυτά ήταν ο Στάφυλος και ο Πεπάριθος, από τον οποίο πήρε το όνομα της η πρωτεύουσα. Στον όρμο όπου υποτίθεται ότι απόπλευσε ο Στάφυλος βρέθηκαν πολύτιμα απομεινάρια ενός τάφου, με χρυσούς θησαυρούς, το 1936.

Το χρυσό σκήπτρο που βρέθηκε εκεί είναι τώρα στο αρχαιολογικό μουσείο του Βόλου και το σπαθί στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.

Λέγεται ότι ο Στάφυλος έφερε την δημιουργία κρασιού στο νησί.

Τον 5 ο αιώνα ξεκίνησαν οι Περσικοί Πόλεμοι, κατά τους οποίους το νησί παρέμεινε ουδέτερο. Στο τέλος των πολέμων, η Πεπάριθος μπήκε στην Αθηναϊκή Ένωση και απόκτησε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα.

Οι νικητές των Πελοποννησιακών Πόλεμων, οι Σπαρτιάτες, αντικατάστησαν το δημοκρατικό σύστημα με ένα ολιγαρχικό.

Το νησί κατακτήθηκε τότε διαδοχικά από τον τύραννο Αλέξανδρο των Φερών, τους Μακεδόνες και τους Ρωμαίους που επανέφεραν το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα.

Κατά την Ρωμαϊκή περίοδο το εμπόριο αναπτύχθηκε και πάλι, και η εξαγωγή κρασιού εξαπλώθηκε.

Τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ο Πτολεμαίος ο Γεωγράφος ήταν ο πρώτος που αναφέρθηκε στην Πεπάριθο ως Σκόπελο, πιθανόν σαν αναφορά στα πολλά βράχια που περικυκλώνουν το νησί. Από τότε, το νησί κράτησε αυτό το όνομα.

Ο Χριστιανισμός εμφανίστηκε στην Σκόπελο τον 3 ο αιώνα μ.Χ. και εξαπλώθηκε γρήγορα. Κατά την διάρκεια του 4 ου αιώνα, δημιουργήθηκε μια έδρα αρχιδιάκονου.

Ο πρώτος ήταν ο Ρεγγίνος, ο οποίος έγινε άγιος και προστάτης του νησιού.



Μερικοί επέζησαν και ξέφυγαν στην Εύβοια και στη Θεσσαλία, και επέστρεψαν στα πάτρια εδάφη τους πολύ αργότερα.

Πολλά χρόνια μετά από αυτή την σφαγή ξεκίνησε η Οθωμανική κυριαρχία κατά την διάρκεια της οποίας οι κάτοικοι της Σκοπέλου, οι λίγοι επιζώντες και νέοι αφιχθέντες, ήταν ανεξάρτητοι αλλά πλήρωναν φόρο στους Τούρκους.

Το 1750 το πνεύμα της επανάστασης εξαπλώθηκε και οι πρώτοι Έλληνες μαχητές άρχισαν να καταφεύγουν στην Σκόπελος η οποία πήρε μέρος στην Επανάσταση και έγινε μέρος του Ελεύθερου Νέου Ελληνικού Κράτους το 1830.




ΣΥΜΗ

Στην εποχή του μύθου, διάφορες εκδοχές αναφέρονται από αρχαίους συγγραφείς για την ονομασία της Σύμης. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης λέει πως απόκτησε το όνομα το νησί, από την νύμφη Σύμη με την οποία ζευγάρωσε ο Ποσειδώνας φέρνοντας στο κόσμο ένα αγόρι που το ονόμασαν Χθόνιο.

Στη Σύμη έφτασε και ο Προμηθέας, αδελφός του Ατλαντα και δίδαξε πολλές τέχνες και τη μακροβιότητα. Ο Ευστάθιος αποδίδει το όνομα στη κόρη του Ιαλυσού και της Δωτίδας τη Σύμη, την οποίαν έκλεψε ο Γλαύκος και την έφερε στο νησί.
Ο Γλαύκος ο οποίος θεωρείται ο πρώτος κάτοικος της Σύμης, ήταν δεινός κολυμβητής και ναυπηγός και τις ικανότητες του αυτές τις δίδαξε στους κατοίκους του νησιού. Θεωρείτε ο κατασκευαστής του πλοίου της Αργοναυτικής εκστρατείας «Αργώ», το πλοίο στο οποίο επιβιβάστηκαν οι Αργοναύτες για την εκστρατεία τους στην Κολχίδα.

Το νησί είχε και άλλα ονόματα όπως Καρική, Μεταποντίς, Αιγλη και Έλκουσα.
Ο πρώτος βασιλιάς της Σύμης ήταν ο Νιρέας ο οποίος αναφέρεται από τον Όμηρο για τη συμμετοχή του στην εκστρατεία της Τροίας με 3 πλοία. Στο νησί υπήρχε κάποτε και ιερό του Ποσειδώνα.

Από το νησί πέρασαν οι Λέλεγες, οι Ρόδιοι, οι Αργείοι, οι Λακεδαιμόνιοι και αργότερα οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί για να ακολουθήσουν οι Ιωαννίτες Ιππότες. Οι Συμιακοί έγιναν γνωστοί ως ναυπηγοί, ψαράδες και σφουγγαράδες και έφεραν πλούτο και δόξα στο νησί. Το 1460 κατάφεραν να αποκρούσουν τον πολυάριθμο στρατό των Τούρκων. Το 1522 κατέλαβαν τη Σύμη οι Τούρκοι αλλά οι Συμαίοι προσφέροντας δώρα στο Σουλτάνο, εξασφάλισαν σημαντικά προνόμια όπως αυτό της ελευθερίας στη θρησκευτική έκφραση και γλώσσα. Πρόοδος σημειώθηκε στα γράμματα και ιδρύθηκαν σχολεία όπως η Σχολή της Αγίας Μαρίνας (1756-1821).

Στην Επανάσταση του 1821 πήρε ενεργά μέρος λόγω της ευημερίας στη ναυτιλία και στο εμπόριο. Η συμμετοχή τους, όμως, στην επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση ορισμένων προνομίων.

Από το 1912 περιήλθε κάτω από Ιταλική κατοχή, η οποία υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή για τους κατοίκους. Η άλλοτε ευημερούσα Σύμη γνώρισε μέρες φτώχειας. Εκείνη την περίοδο έγινε και η αντικατάσταση των ιστιοφόρων με τα ατμοκίνητα πλοία, η σπογγαλιεία άρχισε να παρακμάζει ενώ ξεκίνησε και ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, που οδήγησε σε μεγάλο κύμα μετανάστευσης.



Το 1943 τελείωσε η Ιταλική κυριαρχία. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1944, οι Άγγλοι καταλαμβάνουν για τρίτη φορά τη Σύμη, ενώ την ίδια ημέρα ανατινάχτηκε το Κάστρο της και όλη η γύρω από αυτό περιοχή.

Στις 8 Μαϊου 1945 υπογράφηκε στη Σύμη η παράδοση των Δωδεκανήσων από τους Γερμανούς, ενώ την 1η Απριλίου του 1947, η Βρετανική Στρατιωτική Διοίκηση παρέδωσε καθήκοντα στην Ελληνική Διοίκηση.

Τέλος, στις 7 Μαρτίου 1948 στη Σύμη υπεγράφη το Πρωτόκολλο Ενσωμάτωσης και παράδοσης όλων των νησιών της Δωδεκανήσου στο Ελληνικό κράτος - στη μητέρα Ελλάδα.


Ημερομηνίες-Σταθμοί


» 1522: Ξεκινά η Τουρκοκρατία

» 1821: Συμμετοχή στην Επανάσταση

» 1912: Ξεκινά η Ιταλική Κατοχή

» 1944: Οι Άγγλοι καταλαμβάνουν για τρίτη φορά το νησί

» 8 Μαΐου 1945: Υπογράφηκε στη Σύμη η παράδοση των Δωδεκανήσων
Σύντομο Χρονικό της 8ης Μαΐου του 1945 (του Ι.Μ. Βολονάκη)

» 7 Μαρτίου 1948: Υπεγράφη στη Σύμη το Πρωτόκολλο Ενσωμάτωσης των Δωδεκανήσων με τη μητέρα Ελλάδα




ΚΑΡΠΑΘΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ



Η Κάρπαθος εντυπωσίασε τους αρχαίους Έλληνες και θεωρούσαν ότι εδώ φιλοξενήθηκαν πολλά μυθικά πρόσωπα. Σύμφωνα με μία μυθολογική εκδοχή ο πρώτος οικιστής της Καρπάθου ήταν ο Τιτάνας Ιαπετός, γιος του Ουρανού και της Γαίας και αδερφός του Κρόνου, του πατέρα του Δία.

Μία άλλη εκδοχή θέλει όλους τους Τιτάνες να ζουν στο νησί πριν επακολουθήσει η περίφημη Τιτανομαχία που μας αφηγείται ο Ησίοδος, κατά την οποία οι Τιτάνες που ήταν συγκεντρωμένοι στην κορυφή της Όρθης, νικήθηκαν από το Δία και τους δώδεκα θεούς που είχαν σαν ορμητήριο τον Όλυμπο της Θεσσαλίας.


Ωστόσο η Κάρπαθος δε φιλοξένησε μόνο τους Τιτάνες, αλλά και τους Γίγαντες, που ήταν και αυτοί παιδιά της Γαίας. Ανάμεσά του και ο Εφιάλτης, ο δίδυμος αδελφός του Ώτου. Γι αυτό η γνωστή τοποθεσία Αφιάρτης, στο νότιο μέρος του νησιού, φαίνεται να είναι παραφθορά της λέξης Εφιάλτης. Στο νησί Κάρπαθος έζησε επίσης ο Προμηθέας, γιος του Ιαπετού, που έκλεψε τη φωτιά από το Δία για να την προσφέρει στους ανθρώπους.

Σχετικά με το όνομα της Καρπάθου υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Μία από αυτές συνδέει την ονομασία του νησιού με το φυτό κάρπασο που ευδοκιμούσε στην Κάρπαθο. Το ίδιο φυτό ωστόσο έδωσε το όνομά του στην Καρπασία, πόλη της Κύπρου.


Το νησί σύμφωνα με ευρήματα είχε κατοικηθεί στην νεολιθική εποχή και αυτό βέβαια αναιρεί την εκδοχή, ότι πρώτοι οι Μινωίτες κατοίκησαν την Κάρπαθο. Βέβαια η Κρήτη είχε μεγάλη επιρροή στην Κάρπαθο αναμφισβήτητα. Τα παλαιότερα ευρήματα στην Κάρπαθο χρονολογούνται από το 2500 π.Χ. περίπου. Η επίδραση των Μινωιτών αρχίζει να γίνεται πιο εμφανής γύρω στα 1600 π.Χ.
Τον 14ο αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους οι Μυκηναίοι, οι οποίοι κατέκτησαν το νησί και κατασκεύασαν την ακρόπολη του Ποτίδαιου. Βρέθηκαν στην Κάρπαθο πολλά αγγεία που μαρτυρούν την παραμονή τους στο νησί.

Ο Όμηρος αναφέρει στην Ιλιάδα, ότι η "Κάρπαθος" πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο, στέλνοντας πλοία. Ένας άλλος λαός που κατοίκησε στο νησί ήταν οι Φοίνικες, ναυτικός λαός, που εκείνη την εποχή διέσχιζε με τα πλοία του τη Μεσόγειο και μετέφερε τα προϊόντα του σε διάφορες χώρες αναπτύσσοντας έτσι το εμπόριο και ενδεχομένως χρησιμοποίησαν και την Κάρπαθο για σταθμό τους.


Μία χαρακτηριστική δραστηριότητα των κατοίκων της Καρπάθου κατά την αρχαιότητα ήταν το ότι γινόταν συλλογή κόκκινων κοχυλιών και με το βράσιμο δημιουργούσαν χρώμα που το χρησιμοποιούσαν για τη βαφή υφασμάτων. Από το κόκκινο χρώμα που ονομαζόταν πορφυρούν έλαβε και το όνομα Πορφυρία. Κάτι χαρακτηριστικό για την παρουσία των Φοινίκων στο νησί της Καρπάθου είναι η ονομασία του μικρού λιμανιού Φοινίκι που βρίσκεται στη δυτική ακτή του νησιού και σήμερα είναι πόλος έλξης για επισκέπτες κυρίως το καλοκαίρι.

Μετά τους Μυκηναίους και τους Φοίνικες στο νησί ήρθαν οι Δωριείς γύρω στα 1000 π.Χ. Οι Δωριείς έφεραν τη μεγαλύτερη ακμή στο νησί. Εκείνη την εποχή άκμασαν τέσσερις οχυρωμένες πόλεις και γι αυτό την εποχή των Δωριέων η Κάρπαθος ονομαζόταν Τετράπολις. Οι πόλεις αυτές ήταν το Ποτίδαιο ή Ποσείδιο, η Αρκεσία ή Αρκέσεια, η Βρυκούς και η Νίσυρος, που είναι ένα βραχώδες νησάκι βόρεια της Καρπάθου.




Η Κάρπαθος συμμετείχε στην πρώτη Αθηναϊκή Συμμαχία που έγινε το 478 π.Χ. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος (431 - 404 π.Χ.) τη βρήκε σύμμαχο των Αθηναίων. Όμως μετά την ήττα των Αθηναίων το 404 π.Χ. υπέκυψε στους Σπαρτιάτες και επανήλθε στους Αθηναίους το 397 π.Χ. που έδωσαν και την αυτονομία στο νησί.

Μετά Χριστό πλέον στα μέσα του πρώτου αιώνα η Κάρπαθος κατοικήθηκε από τους Ρωμαίους, υπό τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό. Πριν το Διοκλητιανό είχε ζήσει ο στρατηγός Λούκουλλος. Ο Λούκουλλος έστελνε στην Κάρπαθο ειδικό πλοίο να ψαρέψει τα ψάρια που ζουν εκεί. Ο Μέγας Κωνσταντίνος νομιμοποίησε το Χριστιανισμό το 330 μ.Χ. και το 395 ο Θεοδόσιος Α΄ διαίρεσε το ρωμαϊκό κράτος σε Ανατολικό και Δυτικό. Η Κάρπαθος ανήκε στο Ανατολικό. Τότε άρχισαν να κτίζονται χριστιανικές εκκλησίες, όπως της Αγίας Φωτεινής, της Αγίας Αναστασίας και άλλες.

Κατά τον 5ο αιώνα μετά Χριστό η Κάρπαθος λεηλατήθηκε πολλές φορές από τους Άραβες, Σαρακηνούς, Μαυριτανούς και άλλους επιδρομείς. Έτσι λοιπόν οι κάτοικοι κατέφυγαν στα βουνά και δημιούργησαν τα χωριά τους. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204 τη διακυβέρνηση της Καρπάθου ανέλαβε ο Λέων Γαβαλάς και αργότερα ο αδερφός του Ιωάννης. Αργότερα από το 1282 έως το 1306 τη διακυβέρνηση του νησιού είχαν οι αδερφοί Ανδρέας και Λουδοβίκος Μαρέσκο από τη Γένουα και το νησί έφερε τη λατινική ονομασία Scarpanto.



Μετά τους Γενουάτες ήρθαν οι Βενετσιάνοι. Το 1306 την κατέλαβε ο Ανδρέας Κορνάρος, το 1311 την κατέλαβαν τελικά οι Ιππότες της Ρόδου έως το 1315 που την κατέλαβε ο Βενετός ηγεμόνας. Ο οίκος των Κορνάρο που κατά τη διακυβέρνησή τους χτίστηκαν πολλά φρούρια και εκκλησιές, διήρκεσε μέχρι το 1537, οπότε εμφανίστηκε ο Χαϊρεδίν Βαρβαρόσα που λεηλάτησε την Κάρπαθο και την παρέδωσε στους Τούρκους που δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για βελτίωση ή έστω συντήρηση του νησιού.

Οι Τούρκοι δεν κατοικούσαν στο νησί παρά έστελναν φορολογικούς υπαλλήλους να εισπράξουν το φόρο και έφευγαν. Για το λόγο αυτό δεν έχουμε στοιχεία που θυμίζουν την τουρκική κατοχή στο νησί. Οι Τούρκοι προφανώς απέφυγαν να κατοικήσουν στην Κάρπαθο, διότι η Κάρπαθος αποτελούσε στόχο των πειρατών που είχαν γίνει και ο φόβος της περιοχής.



Την ώρα του ξεσηκωμού για την Επανάσταση τον Απρίλιο του 1821 η Κάρπαθος όπως και τα άλλα νησιά ύψωσαν την Ελληνική Σημαία. Το νησί κατά την επανάσταση προσέφερε καταφύγιο για τα μαχόμενα ελληνικά πλοία, χρήματα και εφόδια και ακόμη και επισκευές των πλοίων. Η απελευθέρωση ήρθε το 1823 οπότε η Κάρπαθος ενώθηκε με την Ελλάδα και εντάχθηκε στην Επαρχία της Σαντορίνης.

Όμως το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, τα Δωδεκάνησα δόθηκαν ξανά στην Τουρκία και τελικά το 1912 τα κατέλαβαν οι Ιταλοί. Το Διοικητήριο των Ιταλών στην Κάρπαθο ήταν χτισμένο πάνω σε μία υπερυψωμένη βραχώδη ακτή στη δυτική άκρη του λιμανιού στα Πηγάδια και αποτελεί το σημερινό Επαρχείο.

Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1943 έφθασαν γερμανικά στρατεύματα στο νησί και ενώθηκαν μαζί με τους Ιταλούς. Οι Γερμανοί αποχώρησαν στις 4 Οκτωβρίου το 1944. οι Καρπάθιοι ξεκίνησαν την επανάσταση ενάντια στους κατακτητές στις 5 Οκτωβρίου του 1944 στο χωριό Μενετές, όπου οι άντρες του χωριού έστρεψαν τα όπλα τους κατά των Ιταλών. Ακολούθησε το χωριό Αρκάσα και σε τρεις μέρες ολόκληρη η Κάρπαθος ήταν ελεύθερη. Μέχρι τις 12 Οκτωβρίου είχαν απελευθερωθεί και τα χωριά Μεσοχώρι και Όλυμπος.

Επειδή οι καιρικές συνθήκες ήταν άσχημες και οι σύμμαχοι δεν ήρθαν, ήρθε πείνα στο νησί. Ξεκίνησαν τότε επτά γενναία παλικάρια και ύστερα από 5 μέρες έφτασαν στην Αλεξάνδρεια όπου ζήτησαν βοήθεια από την ελληνική κυβέρνηση. Επέστρεψαν στις 17 Οκτωβρίου το 1944 με δύο συμμαχικά αντιτορπιλικά οπότε έγινε η επίσημη απελευθέρωση του νησιού. Στις 7 Μαρτίου του 1948 ενώθηκε η Κάρπαθος με την Ελλάδα.





ΝΙΣΥΡΟΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ
Μυθολογία:
Κατά τη Μυθολογία, ο θεός Ποσειδώνας, βοηθώντας το Δία στον αγώνα του κατά των Τιτάνων, κατεδίωκε σε στεριές και θάλασσες τον τρομερό γίγαντα Πολυβώτη. Κι όταν έφτασε μπροστά στο νησί της Κω, απέσπασε με την τρίαινά του ένα κομμάτι του νησιού, το εξεσφενδόνισε κατά του Πολυβώτη και τον έθαψε κάτω απ’ αυτό. Αυτό το αποσπασμένο κομμάτι της κωακής γης είναι η Νίσυρος. Εκεί που βρίσκεται το στόμα του Πολυβώτη, δημιουργήθηκε το ηφαίστειο, ενώ οι περιοδικές δονήσεις της γης δεν είναι τίποτε άλλο από το συνεχιζόμενο αγκομαχητό του στήθους του θαμμένου Τιτάνα.
Ο μύθος ερμηνεύει με τρόπο ποιητικό την πραγματικότητα. Η Νίσυρος οφείλει την ίδια την ύπαρξή της στο ηφαίστειο, αφού αναδύθηκε από τα νερά μετά από ισχυρές υποθαλάσσιες ηφαιστειακές εκρήξεις. Η ειδυλλιακή όψη που εμφανίζει το νησί της Νισύρου οφείλεται στα δώρα του περίφημου ηφαιστείου της. Από κει προέρχονται και τα παλαιά ορυχεία των μυλολίθων, από ‘κεί η κίσσηρις, τα θειούχα πετρώματα, τα ιαματικά της φυτά και νερά και η εξαιρετική γονιμότητα του εδάφους της. Κι από ‘κει έρχονται παράλληλα οι μεγάλες καταστροφές που αναφέρει η ιστορία της, κάθε φορά που οι καταχθόνιοι θεοί ξεσπούσαν την οργή τους σε πολύνεκρους σεισμούς.
Ιστορία:
Το όνομα του νησιού ανήκει πιθανότατα στα προελληνικά αιγαιακά τοπωνύμια. Ο Όμηρος αναφέρει τους κατοίκους της Νισύρου να παίρνουν μέρος, μαζί με τους άλλους νησιώτες, στην τρωική εκστρατεία. Τους Νισυρίους βρίσκουμε και στους φορολογικούς καταλόγους της αθηναϊκής συμμαχίας. Λάτρευαν τον Δελφίνιο Απόλλωνα, όπως και τον πελασγικό Ποσειδώνα, ιερό του οποίου υπήρχε στους σημερινούς Πάλους, όπου ευρίσκοντο κι οι παλιές θερμοπηγές του νησιού. Σωζόμενες αναθηματικές στήλες μας μιλούν για την εξαιρετική θέση που κατείχε στην λατρεία των αρχαίων κατοίκων ο Μιλείχιος Ζευς, η θεά Τύχη, ο Ερμής κλπ.
Οι ιστορικές τύχες της Νισύρου είναι κοινές με εκείνες των νησιών του ΝΑ Αιγαίου. Ο 5ος και ο 4ος αιώνας π.Χ. αποτελούν την περίοδο της μεγάλης ακμής του νησιού. Η Νίσυρος καταχτιέται από τους Πέρσες, απελευθερώνεται από τους Αθηναίους, μετέχει στην αθηναϊκή συμμαχία, περιέρχεται στην κυριαρχία των Μακεδόνων για να αποτελέσει τελικά τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Την ρωμαϊκή και βυζαντινή ειρήνη, που επέτρεψαν στα νησιά να ευημερήσουν, μια κι ήσαν γέφυρες ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, ακολουθούν αιώνες συμφορών, τρόμου και ανασφάλειας που εγκαινιάζονται με τις αραβικές επιδρομές. Οι θάλασσες δεν παρέχουν πια ασφάλεια και οι πληθυσμοί απομακρύνονται από τις ακτές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στη Νίσυρο η αρχαία Νίκαια, που εγκαταλείφθηκε και οι κάτοικοί της έχτισαν νέο οικισμό σε ορεινή οχυρή τοποθεσία, τα Νικιά.
Από τότε κι έπειτα οι πληροφορίες είναι αποσπασματικές. Πειρατές λυμαίνονται την περιοχή. Η Νίσυρος περιέρχεται στους Ιππότες της Ρόδου το 1312. Οι Ιππότες σημάδεψαν τη παρουσία τους με τα πέντε φρούρια που έχτισαν σε διάφορες στρατηγικής σημασίας τοποθεσίες του νησιού. Το 1522 οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Ρόδο, την οποία μαζί με τα άλλα νησιά υπήγαγαν στο ιδιότυπο προνομιακό καθεστώς των «μακτού». Το 1912 τους Τούρκους διαδέχονται οι Ιταλοί και με την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Νίσυρος, μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα ενσωματώνεται στην Ελλάδα.



Λειψοί

Ο δήμος των Λειψών βρίσκεται στο μέσο περίπου του νησιού, στο βάθος του ομώνυμου απάνεμου κόλπου.
Αυτός ο γραφικός οικισμός με τα λευκά σπίτια και τα μπλε πορτοπαράθυρα διατηρεί το νησιωτικό χρώμα του.
Άλλοι μικροσυνοικισμοί είναι το Κουσέλιο, η Κατσαδιά και η Παναγία του Χάρου.Το νησί διαθέτει ωραιότατες παραλίες: τη Λιεντού που επειδή βρίσκεται σε κοντινή απόσταση, προτιμάται από τον περισσότερο κόσμο, τον Κάμπο, τον Πλατύ Γιαλό, μια πανέμορφη παραλία με αμμουδιά, την Κατσαδιά στα νότια του νησιού, απέναντι από την Λέρο με πολύ καλή αμμουδιά, την Παπανδριά δεξιά από την Κατσαδιά με αμμουδιά, καλαμιές και υπέροχη φύση. Τη Χοχλακούρα με βότσαλα, επίπεδα βράχια και πανέμορφες σπηλιές, το Τουρκόμνημα και ο Ξηρόκαμπος, το Μονοδέντρι και οι Καμάρες, άγριες, μακρινές παραλίες, που αξίζει τον κόπο να πάει κανείς. Οι Λειψοί συνδέονται ακτοπλοϊκά με τα κοντινά νησιά Πάτμο και Λέρο καθώς και με τη Ρόδο και τον Πειραιά.
Το νησί διαθέτει ασφαλές φυσικό λιμάνι στο οποίο καταφεύγουν πολλά ιδιωτικά σκάφη το καλοκαίρι.
Υπάρχει σταθμός ανεφοδιασμού σε καύσιμα και νερό.
Η ιστορία των Λειψών είναι αναπόσπαστα δεμένη με την ιστορία των γειτονικών της μεγαλύτερων νησιών και ιδιαίτερα της Πάτμου. Όπως όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου, έτσι και οι Λειψοί φαίνεται να κατοικούνται από τα προϊστορικά χρόνια συνεχώς μέχρι σήμερα. Σε διάφορα σημεία του νησιού βρέθηκαν επιγραφές και αγγεία που χρονολογούνται από τους κλασικούς χρόνους.
Η γειτνίαση με την Πάτμο μας επιτρέπει να υιοθετήσουμε ότι ο χριστιανισμός διαδόθηκε στους Λειψούς ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ. Σημαντικά είναι τα μνημεία της παλαιοχριστιανικής εποχής, που είναι μια μεγάλη τρίκλιτη βασιλική με ψηφιδωτά δάπεδα και βαπτιστήριο στη θέση "Κουσέλιο", πιθανόν του 5ου αιώνα, και λείψανα τοίχων, αρχιτεκτονικών μελών, ψηφιδωτών δαπέδων στη θέση "Κατσαδιά", εκεί όπου σήμερα βρίσκονται οι ναοί του Αγίου Σπυρίδωνος και του Αγίου Παντελεήμονος
Η σημαντικότερη εκδήλωση του νησιού είναι η γιορτή του κρασιού που γίνεται τον Αύγουστο, και προβάλλεται έντονα, καθώς το κρασί είναι το κύριο παραγωγικό προϊόν με μια μακρά παράδοση στην παραγωγή και την εξαγωγή.
Ο "Κλήδωνας" είναι μία άλλη μεγάλη γιορτή των Λειψών, προς τιμήν του Ιωάννου του Θερμαστή, κατά την οποία οι κάτοικοι ανάβουν φωτιές, οι κοπέλες φέρνουν το λεγόμενο αμίλητο νερό στην πλατεία του οικισμού και γίνεται γλέντι με τραγούδια και χορό.
Στο πολιτιστικό πρόγραμμα του νησιού εντάσσεται και η οργάνωση εκδηλώσεων από χορευτικά τμήματα, προσκόπους και φιλαρμονικής.
Πανηγύρια / Γιορτές
Μεγάλο πανηγύρι γίνεται στα Εννιάμερα της Παναγίας (23 Αυγούστου) στην Παναγιά του Χάρου,
στις 22 Αυγούστου, όπου έρχεται πολύς κόσμος από την Πάτμο, τη Λέρο και τα γύρω νησιά.
Στους προσκυνητές μοιράζονται σταφύλια και γλυκά.

Ήθη / Έθιμα
Ξεχωρίζει ο παραδοσιακός γάμος με διήμερο γλέντι.

Κάστρα
Το Κάστρο βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του νησιού και παρουσιάζει ενδιαφέρον με τα λείψανα ακρόπολης
και τους τάφους γύρω του.

Μονές και Εκκλησίες
Υπάρχουν παντού στο νησί πολλές μικρές εκκλησίες, για τις οποίες μάλιστα λέγεται ότι αντιστοιχεί μία για κάθε οικογένεια. Αξίζει να αναφερθεί η Παναγιά του Χάρου για τον αρχιτεκτονικό της ρυθμό (νησιωτικός-βυζαντινός).
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας απεικονίζει την Παναγία να κρατά τον Ιησού Εσταυρωμένο. Πρόκειται για μια από τις σπάνιες στιγμές της αγιογραφίας. Άλλες εκκλησίες είναι η μεγάλη εκκλησία του νησιού, ο Άγιος Ιωάννης
ο Θεολόγος, χτισμένη με χρήματα των ξενιτεμένων . Είναι χτισμένη με πελεκητή πέτρα και ξεχωρίζει η εικόνα της Παναγιάς της Μαύρης.

Η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου (16ος αιώνας) που βρίσκεται στο ομώνυμο μικρό λιμάνι, πριν την είσοδο του κυρίως λιμανιού, μέσα στο πράσινο, δίπλα σε πηγή με δροσερό νερό και έχοντας γύρω της, σε τρύπες στους βράχους, τα οστά των καλογήρων που έζησαν και μαρτύρησαν εκεί, ειδικά κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επίσης, η Παναγιά στο Κουσέλιο, χτισμένη στα θεμέλια προχριστιανικού ναού.
Στους τοίχους φαίνονται μάρμαρα με βυζαντινές επιγραφές από τον προηγούμενο αυτό ναό, που χρησιμοποιήθηκαν σαν απλό οικοδομικό υλικό.

Οι δύο Αη-Νικόλες στους κάβους δεξιά και αριστερά, όπως μπαίνουμε στο λιμάνι, ο Άγιος Θεολόγος του Μοσχάτου (17ος αι.), ο Άγιος Παντελεήμων στη Κατσαδιά, ο Προφήτης Ηλίας, φυσικά σε μια κορφή μπροστά στο λιμάνι και πολλές άλλες αφιερωμένες σε πολλούς Αγίους, με προεξέχουσα και άξια αναφοράς την Εκκλησία-Ησυχαστήριο του Αγίου Νεκταρίου, χτισμένη γύρω στα 1980 από τον ιερέα του νησιού, Αρχιμανδρίτη Νικηφόρο. Εκεί λειτουργεί και το Βαπτιστήριο του νησιού.

Μουσεία
Το Εκκλησιαστικό και Λαογραφικό μουσείο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης των Λειψών.
Περιλαμβάνει εικόνες 16ου -17ου αι., σταυρούς και χρυσοκεντήματα ιεροκαλλύματα 17ου αι., τοπικές ενδυμασίες, αντικείμενα οικιακής χρήσης, νομίσματα διαφόρων εποχών κ.α. Επίσης στο μουσείο στεγάζεται και μικρή αρχαιολογική συλλογή από τυχαία ευρήματα. Προσέξτε ιδιαίτερα το μαρμάρινο ιωνικό κιονόκρανο (τμήμα) 4ου αι. π.Χ. και τους λύχνους 3ου αι. π.Χ.

Βιβλιοθήκες
Στο νησί των Λειψών λειτουργεί δανειστική βιβλιοθήκη της UNESCO.





ΚΑΣΤΕΛΟΡΙΖΟ

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Μεγίστη ονομαζόταν το νησί στην αρχαιότητα και μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ. Η oνoμασία αυτή μπορεί να οφείλεται στο γεγoνός ότι είναι το μεγαλύτερο νησί απ' όλα τ' άλλα στο νησιωτικό σύμπλεγμα της περιοχής.

Οι Άραβες το oνoμάζoυν Μαγιάς και οι Τούρκοι Μεϊς. Ο γεωγράφος Στράβωνας το ονομάζει εσφαλμένα Κισθήνη.

Τo επίσημο όνoμα του νησιού είναι Μεγίστη, αλλά επικράτησε η oνoμασία Καστελλόριζο - κατά μία εκδοχή, από το κοκκινωπό χρώμα του νησιού και κατά μία άλλη από το κόκκινο χρώμα του οικόσημου (επτά χρυσοί πύργοι σε κόκκινη βάση), του 8ου Μεγάλoυ Μαγίστρου των Ιπποτών της Ρόδου και το οποίο βρισκόταν στο μεσαιωνικό Κάστρο, οχυρωματικό έργο χτισμένο πάνω στα αρχαία ελληνιστικά κρηπιδώματα της εποχής του Σωσικλή Νικαγόρα.

Αν και αρχαιολογικά δεν έχει ερευνηΘεί συστηματικά το νησί, εν τούτοις, από ευρήματα λίθινων εργαλείων που βρέΘηκαν σε σπηλιές, η ζωή του χρονολογείται από τη Νεολιθική τουλάχιστον εποχή. Τα πολυγωνικά τείχη με λακκοειδείς ή σκαλισμένους τάφους και η ανεύρευση πολλών ελληνικών επιγραφών φανερώνουν πως οι πρώτοι κάτοικοι ήταν Δωριείς. Σ' αυτήν περίπου την εποχή, ανήκει και ο Λύκιος τάφος, που είναι σκαμμένος πάνω σε βράχο κάτω από το Κάστρο και προσβλέπει στη Μικρά Ασία. Τo 1913 βρέθηκε σε αρχαίο τάφο θήκη, που περιείχε χρυσό στεφάνι ελληνιστικής περιόδου, το οποίο δεν εκτίθεται, αλλά φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μoυσείo (ΑΘήνα), δώρο του Δήμoυ Καστελλορίζου.

Στη Μεγίστη λατρευόταν ο Απόλλων και ο Δίας ο Μεγιστεύς.

Στη συνέχεια, λέει η παράδοση, εμφανίστηκαν Φοίνικες, ενώ από το 350 έως το 300 π.Χ. το νησί εξαρτάται από τη Ρόδο.

Τη Ροδιακή εξoυσία καταλύει στη συνέχεια ο τύραννος Ιδριεύς της Αλικαρνασσού και τη δική του οι στόλαρχοι του Μεγ. Αλεξάνδρου. Μετά το θάνατο του στρατηλάτη, όλα τα νησιά του Αιγαίου περιέρχονται στη δικαιοδοσία του Πτολεμαίου Λάγoυ και κατόπιν καταλαμβάνονται από τους Ρωμαίους.

Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, το Kαστελλόριζο απέκτησε κάποιο είδoς αυτονομίας, που καταργήθηκε το 38 π.Χ. από τον Αυτοκράτορα Βεσπασιανό.

Μετά τη διαίρεση του Ρωμαϊκού κράτους, περιήλθε στο Buζάντιο.

Κατά τους χρόνους τους βυζαντινούς, το νησί περιλαμβάνεται στο "Θέμα των Κυβυραιωτών", όπως και η Ρόδος.

Οι Καστελλοριζιοί έχτισαν τους πρώτους χριστιανικούς ναούς, όπως μια τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική, ελάχιστα ίχνη της οποίας σώζονται στον Άγ. Γεώργιο "Σαντραπέ", στα "Χωράφια".

Το 1306, καταλαμβάνεται από τους Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου (από το Μέγα Μάγιστρο Φουλκ ντε Βιλλαρέ). Ο Μπόζιο μας πληροφορεί πως οι ιππότες εξόριζαν στο Καστελλόριζο τους ανεπιθύμητους και γενικότερα όλους εκείνους που ήθελαν να τιμωρήσουν.

Το 1440, καταλαμβάνεται από τον Αιγυπτιακό Στόλο με 18 γαλέρες και άλλα βοηθητικά πλοία, με ναύαρχο τον Τζελάλ ελ Ντιν. Ο στόλος του ερειπώνει την πόλη και οι κάτοικοι σύρονται αιχμάλωτοι στην Ανατολή.

Το 1461, το κατέχουν οι Καταλανοί και, το 1470, περνά στο βασιλιά της Νεάπολης. Το 1480, το νησί ερημώνει και πάλι εξαιτίας του τουρκικού στόλου που το κατακτά. Τό 1498, το ανακαταλαμβάνει ο βασιλιάς της Νεάπολης.

Το 1512, το καταλαμβάνουν οι Ισπανοί και, το 1523, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής. Από το 1570 μέχρι το 1659 γίνονται κυρίαρχοι οι Ενετοί και μετά από αυτούς οι Τούρκοι.

Η ζωή, κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, γίνεται μαρτύριο σε ολόκληρο το Αιγαίο και μέσα σ' αυτό εντάσσεται το Καστελλόριζο, λόγω της ξεχωριστής του αξίας, της γεωγραφικής του θέσης, αλλά και της φυσικής του διαμόρφωσης, που το καθιστούν σημαντικό σταθμό για τα πολεμικά γεγονότα και σταθμό για τη ναυσιπλοϊα σ' ένα σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης.

Οι Καστελλοριζιοί κατόρθωσαν να αναπτύξουν εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με τα Μικρασιατικά παράλια, κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατοχής, με ένα είδος αυτονομίας και με κυριώτερη υποχρέωση να καταβάλλουν τον ετήσιο φόρο "μαχτού". Κατά την περίοδο αυτή, λέγεται ότι επικρατούσε ηρεμία και ομαλή εξέλιξη της ζωής. 'Ετσι παρουσιάσθηκε η ακμή της ναυτοσύνης και της οικονομίας γενικότερα. Οι κάτοικοι του νησιού δημιούργησαν αποικίες στα παράλια της Μικράς Ασίας: Καλαμάκι, Αντίφυλλο, Τρίστομη, Κάκαβα, Μύρα, Λιβίσι, Φοίνικα.

Οι Καστελλοριζιοί επιδόθηκαν στο εμπόριο της ξυλείας, του κάρβουνου, των χαλιών και άλλων ειδών, που αγόραζαν από την Ανατολή και τα πουλούσαν στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Κύπρο, στα νησιά του Αιγαίου, ακόμα και στην Ιταλία έφταναν. Διέθεταν 500 περίπου μικρά και μεγάλα ιστιοφόρα, που τους απέφεραν δεκάδες χιλιάδες λίρες από το εξαγωγικό εμπόριο.

Οι κάτοικοι, 'Ελληνες στο σύνολο, Ορθόδοξοι Χριστιανοί, υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, στη Μητρόπολη Πισιδίας (Μ. Ασία). Τη δικαστική εξουσία και την τοπική αυτοδιοίκηση είχαν δημογέροντες και λαοπρόβλητα πρόσωπα.

Το 1821, οι Καστελλοριζιοί επαναστατούν προσφέροντας τα πλοία τους για πυρπολικά, ενώ καταναυμαχούν τον τουρκικό στόλο με νεότερα, κατορθώνοντας σημαντικές επιτυχίες και αποκτώντας λάφυρα. Προηγουμένως οι άντρες φρόντισαν και έστειλαν τα γυναικόπαιδα στην Κάρπαθο, την Κάσο και την Αμοργό.

Παρά τους αγώνες και την αυτοθυσία τους δεν μπόρεσαν να συμπεριληφθούν στα όρια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Το 1831, το νησί περιέρχεται ξανά στην τουρκική κυριαρχία. Ωστόσο, οι κάτοικοι κατόρθωσαν με σκληρή δουλειά να φτάσoυν σε εξαιρετική ακμή.

Το 1904-5, με την επικείμενη στρατολόγηση νέων από την Τουρκία, αρχίζει η μετανάστευση από το νησί, αλλά και η αντίστροφη μέτρηση της ακμής του. Το 1913, με τη βοήθεια σώματος Κρητών, οι Καστελλοριζιοί επαναστατούν, διώχνουν τους ελάχιστους Τούρκους και ζητούν ένωση με την Ελλάδα. Μπροστά σε μια σειρά "δυσχερειών" που πρόβαλε η τότε ελληνική κυβέρνηση για να μη γίνει η ενσωμάτωση, ναυτική δύναμη Γάλλων, στα 1915, καταλαμβάνει το νησί και στη συνέχεια, στα 1920, το... πουλά σχεδόν, μετά από συμφωνία, στους Ιταλούς που ήδη κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα.

Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής κατοχής, το νησί βάλλεται συνεχώς από τα τουρκικά παράλια, με αποτέλεσμα να καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά ο εμπορικός στόλος. Συνεχίζεται αυξανόμενη η μετανάστευση των κατοίκων προς την Αυστραλία, Αίγυπτο, Αθήνα, Ρόδο και αλλού.

Η πληθυσμιακή απογύμνωση ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής. Οι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν το νησί ως σταθμό επιβατηγών υδροπλάνων. Το 1926, ισχυρός σεισμός μεγέθους 8 της κλίμακας Ρίχτερ κατέστρεψε πάρα πολλά σπίτια.

Το 1941, ξένοι κομμάντος αποβιβάζονται και απελευθερώνουν το νησί, για να απασχολήσουν τους Γερμανούς και να περάσει ο συμμαχικός στόλος στο Αιγαίο. Η... απελευθέρωση κράτησε ελάχιστα 24ωρα (24-2-1941). Επιστρέφουν οι Ιταλοί και, αφού συλλαμβάνουν πατριώτες αντιστασιακούς, τους δικάζουν σε Στρατοδικείο και τους κλείνουν στις υγρές φυλακές της Ιταλίας.

Το 1943, οι Άγγλοι απελευθερώνουν το νησί. Τα γερμανικά αεροπλάνα καθέτου εφορμήσεως το βομβαρδίζουν κατ' επανάληψη. Οι κάτοικοι μεταφέρονται στα προσφυγικά στρατόπεδα Νουζεϊράτ της Γάζας , στην Παλαιστίνη. Οι στρατιωτικοί Άγγλοι λεηλατούν τα αρχοντόσπιτα και, αφού τα πυρπολούν, πουλούν τις πολύτιμες οικοσκευές (νοικοκυριά) στα παζάρια της Κύπρου και της Αιγύπτου .

Το 1945 οι Καστελλοριζιοί επιστρέφουν στην πατρίδα τους σε τρεις αποστολές. Η τελευταία είχε σοβαρές απώλειες, αφού άρπαξε πυρκαγιά το πλοίο στο οποίο επέβαιναν, με αποτέλεσμα να πνιγούν 33 και να καούν αρκετοί. Τα ονόματα των απωλεσθέντων ατόμων είναι γραμμένα σε ειδικό πίνακα, που βρίσκεται στον καθεδρικό ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, δεξιά καθώς εισέρχεται ο προσκυνητής.

Κατά τη διάρκεια της σκλαβιάς, αλλά και της παρουσίας των "συμμαχικών" στρατευμάτων, το νησί πολλές φορές βομβαρδίστηκε, κάηκε, λεηλατήθηκε και γενικά καταστράφηκε εντελώς.

Στις 7 Μαρτίου 1948, οι αγώνες για την πολυπόθητη ελευθερία ευοδώνονται και πραγματοποιείται η ένωση της Δωδεκανήσου με την υπόλοιπη Ελλάδα, με επίσημες τελετές.

Ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία του Καστελλορίζου είναι η σύλληψη και φυλάκιση 29 πατριωτών στις ιταλικές φυλακές. Οι ποινές φυλάκισης είναι από 5 έως 30 χρόνια.

Τα ονόματα των πατριωτών είναι :

Θεόδωρος Αχλαδιώτης, Ιωάννης Βαλσάμης, Γεώργιος Εξηκάνας, Αναοτάσιος Επιφάνης, Ιωάννης Επιφάνης, Μάρκος ΕυοταΘίου, Σταύρος Ζαμπακλής, Βλάσιος Ζαναίλης, Κώοτας Ζερβός, Ηλίας Θεοφίλου, Νικόλαος Κονδυλιός, Ανδρέας Κοντούζογλου, Μιχαήλ Κουτσούκος Γεώργιος Κρασάς, Ε. Κωνσταντινίδης, Σ. Κωνσταντινίδης, Κων. Μαγιάφης, Νικόλαος Μιχαλάκης, Νικόλαος Μιχαλάκης, Νικόλαος Μούλαλης, Αναστάσιος Οικονόμου, Κων. Πανταζίδης, Κων. Πανταζίδης, Κων. Πασαρής, Νικόλαος Πατινιώτης, Γεώργιος Πισπινής, Γεώργιος Σαρίνας, Συμεών Σαρίνας, Βασίλειος Χονδρός και Μιχαήλ Χονδρός.



ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ

1600 π.Χ. Το νησί γνωρίζει τον Μυκηναϊκό Πολιτισμό.

1100 Δωριείς.

190 Ο Εύδαμος στη Μεγίστη.

70 Η Μεγίστη στο Δήμο της Περαίας.

38 Ο Κάσσιος κατακτά το νησί και το μετατρέπει σε ορμητήριο.

330 μ.Χ. Αναπτύσσονται σχέσεις με το Βυζάντιο μέχρι το 1453.

535 Η Μεγίστη στο "Θέμα των Κυβυραιωτών".

1306 Αρχίζει η ιπποτική κατάκτηση από το Τάγμα Αγ. Ιωάννη.

1440 Ο στόλος της Αιγύπτου.

1450 Ο βασιλιάς της Νεάπολης.

1512 Τούρκοι πειρατές.

1637 Ανέγερση Αγ. Γεωργίου Μαλαξού ή του Ψιφιού.

1639 Ο στόλος της Βενετίας.

1695 Κατάληψη Τούρκων.

1761 Ανέγερση μονής Αγ. Γεωργίου Βουνού.

1788 Απελευθέρωση από το Λάμπρο Κατσώνη.

1821 Συμμετοχή στην Επανάσταση - Καταβύθιση τουρκικού στόλου.

1833 Η Τουρκική σημαία κυματίζει ξανά..

1836 Ο Μαχμούτ Β' παραχωρεί εσωτερική αυτοδιοίκηση.

1903 'Εναρξη λειτουργίας 8τάξιας Αστικής Σχολής.

1912 Ιδρύεται Καστελλοριζιακή Αδελφότητα Δ. Αυστραλίας.

1913 (1 Μαρτίου) Επανάσταση και Απελευθέρωση.

1915 (28 Δεκεμβρίου) Οι Γάλλοι με δόλο κατακτούν το νησί.

1917 Οι πρώτες εχθρικές κανονιές.

1920 (23 Οκτωβρίου) Γαλλικό παράσημο ανδρείας στο νησί.

1921 (1 Μαρτίου) Οι Γάλλοι πουλούν το νησί στους Ιταλούς.

1921-1941 Ιταλική Κατοχή.

1922 Μικρασιατική Καταστροφή.

1924 'Ιδρυση Συνδέσμου Καστελλοριζίων Σίδνεϋ Αυστραλίας.

1926 (18 Μαρτίου) Ισχυρός σεισμός με μεγάλες καταστροφές.

1938 Ο στόλος του νησιού περιορίζ-εται σε ελάχιστα πλοία.

1941 (24 Φεβρουαρίου) Άγγλοι ελευθερώνουν το νησί.

1941 Σύλληψη 29 νέων πατριωτών και φυλάκιση στην Ιταλία.

1942 (13 Σεπτεμβρίου) Ο Νίκος Σάββας ανατινάσσει 15 Ιταλικά αεροπλάνα στο αεροδρόμιο της Ρόδου.

1943 (8 Σεπτεμβρίου) Η Ιταλία γονατίζει...

1943 (Ι8 και 19 Οκτωβρίου) Βομβαρδισμός από τους Γερμανούς.

1943 (19 Οκτωβρίου) Εκπατρισμός όλων των κατοίκων.

1943 (27 Δεκεμβρίου) Πρόσφυγες οι κάτοικοι σε Γάζα Παλαιστίνη.

1945 (29 Σεπτεμβρίου) Φωτιά στο πλοίο των 497 επαναπατρισμένων τρίτης αποστολής. Πνίγονται 30 και καίονται 3.

1947 Απελευθέρωση.

1948 Ενσωμάτωση.

1977 'Εκδοση εφημερίδας "Η Φωνή του Καστελλορίζου".

1994 Επίσκεψη στο νησί του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου του Α

1995 Επίσκεψη του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου



ΤΟ ΝΗΣI ΡΩ ΚΑΙ Η ΚΥΡΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ

Η Ρω ή Ρώγη ή Ροπή, όπως την αναφέρουν διάφοροι χάρτες ή παλιά βιβλία, βρίσκεται 4 μίλια δυτικά από το Καστελλόριζο και σε απόσταση 12 μιλίων από τις τoυρκικές ακτές. Είναι το πρώτο νησάκι που βλέπει ο επισκέπτης από το πλοίο λίγο πριν φτάσει στο νησί προερχόμενος από τη Ρόδο, με την ελληνική σημαία να ανεμίζει και το Κάστρο να δεσπόζει στη μέση και ψηλά, σαν μάρτυρας μιας μακράς Ιστορίας πολυκύμαντης αλλά όχι ξεχασμένης.

Η Ρω ήταν κατοικημένη από τους αρχαίoυς χρόνους, όχι απλά επειδή βρίσκεται στο πολυτάραχο Λυκιακό πέλαγος, αλλά γιατί το αποδεικνύουν οι αρχαίοι τάφοι. τα διάφορα λείψανα, τα αρχαιολογικά ευρήματα και το μικρό κάστρο. Ολα αυτά φανερώνουν την ταυτότητα του αρχαίου ελληνικού εδάφους.

Ο G.S. Sonnini δέχεται ορθή τη γνώμη του άγγλου περιηγητή R. Pockoke, που είπε ότι η λέξη προήλθε από παραφορά στο όνομα του μικρού νησιού, όταν ο Ρωμαίος συγγραφέας Πλίνιoς την ονομάζει "Ρώγην".

Στο βιβλίο του D' Angleur (1395), αναφέρεται με το όνομα "Νήσος της Παρθένου". Το όνομα αυτό πρέπει να προήλθε από ομώνυμο εκκλησάκι, που κάποτε υπήρχε εκεί.

Οταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το Καστελλόριζο, την ονόμασαν "Καρά αντά", από το μελανωπό χρώμα των βουνών της. Η ονομασία "Αϊ-Γιώργης" δόθηκε από το μικρό εκκλησάκι με τη λιτή αιγαιοπελαγίτικη, μοναστηριακού ρυθμού, αρχιτεκτονική που μέχρι σήμερα σώζεται ιερό και αμόλυντο στο μικρό και πεταλοειδές λιμανάκι της Ρω. Κοντά του υπάρχει μια μικρή αγροτική έκταση, που καλλιεργεί ο εκάστοτε διαμένων κτηνοτρόφος. Η Pω ανήκει "κατά κυριότητα" στο Δήμο Μεγίστης, ο οποίος κάθε τέσσερα χρόνια την εκμισθώνει σε κτηνοτρόφο κάτοικο Καστελλορίζου με τη διαδικασία πλειοδοτικού διαγωνισμού.

Στην κορυφή του βουνού υπάρχει το αρχαίο φρούριο, όπως ήδη προαναφέραμε, όπου κατά την Εθνεγερσία ο Λάμπρος Κατσώνης εγκατέστησε προσωρινά το παρατηρητήριό του. Σαράντα περίπου χρόνια έζησε σε αυτήν ο Κώστας και η Δέσποινα Αχλαδιώτη με την τυφλή μητέρα της. Μετά το θάνατο και του άντρα της και της μητέρας της, η κυρα-Δέσποινα. ή η Κόρη της Ρω όπως την έλεγαν στο νησί, κατόρθωσε μόνη της να κατοικήσει και να κρατήσει ελληνικό το νησάκι της. Το σπουδαιότερο είναι πως συνεργάσθηκε με τον Ιερό Λόχο και με άλλους αντιστασιακούς.

Επίσης, θα πρέπει να τονίσουμε εδώ πως, όταν με διαταγή των Άγγλων εγκαταλείφθηκε ομαδικά το Καστελλόριζο, εκείνη παρέμεινε μόνη στη Ρω. Και με θάρρος και ψυχραιμία αντιμετώπισε όλους τους κινδύνους. Εξαιτίας αυτής της ηρωίδας, το μικρό αυτό νησί παρέμεινε ελληνικό, στο οποίο ύψωνε τη σημαία ή χαιρετούσε με αυτήν τα διερχόμενα πλοία. Κι εκείνα ανταπέδιδαν το χαιρετισμό με τα σφυρίγματα τους. Για τον ηρωισμό της έγραψε αρχικά ο Μιχάλης Χονδρός στά "Καστελλοριζιακά Νέα" το 1960.

Μετά τα γνωστά γεγονότα του 1974, όπου Τούρκοι τοποθετούσαν κρυφά τη σημαία τους, η Γυναίκα και το Νησάκι της έγιναν γνωστά παντού. Την τίμησε η Ακαδημία Αθηνών, το Πολεμικό Ναυτικό, η Βουλή των Ελλήνων, η Εθνική Τράπεζα, Δήμοι, Σύλλογοι και άλλοι φορείς. Τη μυθιστορηματική βιογραφία της έχουμε γράψει σε βιβλίο με τον τίτλο: " Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΗΜΑΙΑ" (1993).



ΧΑΛΚΗ
ΙΣΤΟΡΙΑ
Οι ιστορικές μαρτυρίες για τη Χάλκη είναι ελάχιστες. Το νησί διαβαίνει τους αιώνες στη σκιά της Ρόδου κι η ιστορία του μπορεί να σκιαγραφηθεί στα βασικά της σημεία μόνο σε συσχετισμό με την ιστορία της Ρόδου και της ευρύτερης περιοχής του ΝΑ Αιγαίου.

Η Χάλκη κατοικείται από την προϊστορική εποχή. Στους ιστορικούς χρόνους η Χάλκη φέρεται κατά καιρούς ως υποτελής της Καμίρου, ενώ αναφέρεται ως σύμμαχος των Αθηναίων στους φορολογικούς καταλόγους της Δηλίου Συμμαχίας, πράγμα που σημαίνει ότι είχε ανεξάρτητη διοικητική υπόσταση σ’ εκείνη τη χρονική περίοδο. Αργότερα φαίνεται να εξαρτάται και πάλι από την Κάμιρο. Κι ακολουθεί την ακμή και την παρακμή της Ρόδου στους αιώνες που ακολουθούν. Κατά τον 14ο αιώνα οι Ιππότες της Ρόδου παραχώρησαν τη Χάλκη ως φέουδο στην οικογένεια Assanti από την Ischia. Τότε έχτισαν και το Κάστρο τους πάνω στα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης. Ανάμεσα στα οικόσημα σώζεται το οικόσημο του Μεγάλου Μαγίστρου D’ Aubusson (1476-15030), ο οποίος αναστήλωσε το φρούριο μετά από καταστροφική επιδρομή που δέχτηκε η Χάλκη από τους Βενετούς. Στο κάστρο κατέφευγε ο πληθυσμός σε περίπτωση επιδρομής.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα η τουρκοκρατούμενη Χάλκη φτάνει στο απόγειο της ακμής της. Μαζί με την Σύμη, την Κάλυμνο, το Καστελλόριζο, αναπτύσσουν το εμπόριο και τη σπογγαλιεία. Ιδρύονται σχολεία και το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού σημειώνει κατακόρυφη άνοδο.

Στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και κατά την ιταλοκρατία τα πατροπαράδοτα προνόμια καταργούνται, πλήττεται το εμπόριο κι η σπογγαλιεία κι αρχίζει η αιμορραγία της μετανάστευσης.

Το 1912 η Χάλκη, όπως κι όλα τα Δωδεκάνησα περιέρχεται υπό ιταλική κυριαρχία, στρατιωτική αρχικά και πολιτική μετά το 1923.

Κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου η Χάλκη δοξάστηκε χάρη στους αγώνες και το αίμα άξιων τέκνων της, όπως ο υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος και ο λοχαγός Διογένης Φανουράκης.




 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com