ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ




ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΧΙΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ

Εσωτερικές ανωμαλίες στην Χίο και κατάληψή της από τούς Τούρκους στα 1566.
Ή θέση των Γενουατών στην Χίο, στην πιο σπουδαία κτήση τους στην Ανατολή, είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνη από την εποχή ακόμη πού οι Τούρκοι είχαν καταλάβει την Ρόδο. Το ειδυλλιακό νησί του Ομήρου, «ο επιφανέστερος τόπος της Ελλάδος» και το «δεξί μάτι των Γενουατών», είχε γίνει τώρα ή ακροτελεύτια προφυλακή της χριστιανοσύνης απέναντι από την Σμύρνη. Βρισκόταν στην αρχή ενός εμπορικού και στρατηγικού δρόμου προς το εσωτερικό της Ασιατικής Τουρκίας, καθώς και σε επίκαιρη θέση ως προς τον θαλάσσιο δρόμο, πού οδηγούσε από την Κωνσταντινούπολη προς την Συρία και την Αίγυπτο. Επομένως ήταν όχι μόνο κέντρο του μεγάλου διεθνούς εμπορίου προς την Ανατολή, αλλά και θαυμάσια βάση για μια ενδεχόμενη συγκέντρωση και εξόρμηση των χριστιανικών δυνάμεων στην απέναντι ακτή• γι’ αυτό θα έπρεπε να εκμηδενιστή. Έτσι οι πρώτες προφάσεις και αιτίες για την μεταβολή τής στάσης της Τουρκίας απέναντι της γενουατικής εμπορικής εταιρείας του νησιού, της Μαόνας (Mahona), πού ήταν ή κυρίαρχη του νησιού, δεν άργησαν να εκδηλωθούν. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι αιτιάσεις τής Τουρκίας άρχισαν κυρίως ύστερ’ από τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις του τουρκικού στόλου με τον Γενουάτη ναύαρχο του Καρόλου Ε’, τον Antonio Giustiniani, στα ΝΔ παράλια του ελληνικού χώρου. Συγκεκριμένα κατά τα τέλη, του 1533 και αρχές του 1534 ό μέγας βεζίρης και σερασκέρης Ιμπραχίμ πασάς κάλεσε εμπρός του τον Antonio Giustiniani, απεσταλμένο των Maonesi στην Κωνσταντινούπολη (βλ. πίν. XV, 1 και 2, όπου φωτογραφίες σαρκοφάγων μελών του οίκου Giustiniani*) και του δήλωσε ότι ό σουλτάνος δεν ανέχεται να διοικήται ή Χίος με διοικητή (podesta) και άλλους αξιωματούχους σταλμένους από την Γένουα και ότι στο εξής πρέπει να κυβερνάται με τούς δικούς της άρχοντες, όπως και ή Ραγούζα. Έτσι οι Μαονέζοι, οι έμποροι και οι πολίτες, αναγκάστηκαν ν’ απομακρύνουν τον podesta και να τον περιορίσουν στο Πυργί, ένα ορεινό χωριό πού διασώζει ως σήμερα τον γραφικό μεσαιωνικό του χαρακτήρα (πίν. XVI, 1. Πρβλ. και XVI, 2). Λίγο αργότερα, ύστερ’ από τις ίδιες πάλιν αιτιάσεις του σουλτάνου, συνήλθε νέα γενική συνέλευση, στην οποία πήραν μέρος και Έλληνες πρόκριτοι, και εξέλεξε ανάμεσά τους podesta τον Alessandro Grimaldi Paterio.
Μολαταύτα ή ατμόσφαιρα δεν είναι ήρεμη στην Χίο. Συνεχώς διάχυτοι είναι οι φόβοι των κατοίκων από τις απειλές των Τούρκων, από την αγωνία των κυβερνητών να εξοικονομούν τον οφειλόμενον ετήσιο φόρο του νησιού προς την Πύλη και από τις δυσκολίες τους να εναρμονίσουν την πολιτική τους θέση απέναντι στην μητρόπολή τους Γένουα. Χαρακτηριστική είναι ή σχετική αλληλογραφία τους με αυτήν για τα διάφορα ζητήματα, πού ανακύπτουν κατά την ταραγμένη εκείνη περίοδο. Κοντά σ’ αυτά ας προστεθούν οι συχνές επιδρομές των Τούρκων πειρατών με όλες τις συνεπόμενες ζημίες.
Ενώ οι εξωτερικοί αυτοί κίνδυνοι απειλούσαν το νησί, μέσα σ’ αυτό είχε αρχίσει μία διένεξη μεταξύ του καθολικού επισκόπου και των πολιτικών αρχών σχετικά με τα όρια τής δικαιοδοσίας τους — ζήτημα πού με το πέρασμα του χρόνου και με την ανάμειξη προσωπικών συμφερόντων και αντιπαθειών έπαιρνε διαστάσεις και νέες μορφές, πού είχαν βέβαια δυσάρεστες επιπτώσεις στην γενική εσωτερική κατάσταση. Η αναταραχή αυτή κυρίως αρχίζει στα 1555, όταν οι δυό επίτροποι (commissari) τής Γένουας Giovanni Battista Gentile και Baldassare Giustiniani, πού αντικαθιστούν προσωρινά τον podesta, ήλθαν σε ρήξη με τον τοποτηρητή του επισκόπου (vicario vescovile) εξ αιτίας του δικαστικού αγώνα ενός Εβραίου, ό οποίος μη ικανοποιημένος από την εμμονή των commissari στην εφαρμογή των νομικών τύπων είχε προσφύγει στο εκκλησιαστικό δικαστήριο. Τελικά οι αλλεπάλληλες προστριβές και αντεγκλήσεις θρησκευτικών και πολιτικών αρχών είχαν ως αποτέλεσμα ν’ αναγκαστούν οι commissari να εξορίσουν τον ιεροεξεταστή (inquisitore) fra Antonio Giustiniani και 3 άλλους κληρικούς.
Η Γένουα όμως, πού έβλεπε ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να δυσαρεστήση την καθολική Ισπανία τώρα μάλιστα πού ή Αντιμεταρρύθμιση βρισκόταν στην πλήρη εξέλιξή της, αντικαθιστά στα 1558 τούς δύο commissari με τον Gianbattista Giustiniani.
Μάταια ό νέος podesta προσπαθεί ν’ αντιμετωπίση τις ανωμαλίες των τελευταίων έξι χρόνων, να επιβάλη δηλαδή την τάξη στην χώρα και ν’ ανορθώση την δικαιοσύνη. Ο εμπαθής και φιλόνεικος ιεροεξεταστής fra Antonio Giustiniani, τον κατηγορεί στον δόγη τής Γένουας και ζητεί να τον ανακαλέση στην τάξη. Έτσι, ενώ ό δόγης στέλνει στις αρχές του 1562 νέο podesta τον Vincenzo Giustiniani, ό πάπας Πίος Δ’ αμείβει τον ζήλο του υψώνοντάς τον στον επισκοπικό θρόνο Πάρου και Νάξου. Ας μη ξεχνούμε ότι βρισκόμαστε προς το τέλος τής συνόδου του Trento και στην αρχή της Αντιμεταρρυθμίσεως, πού θα εκδηλωθή με την εξόρμηση του καθολικισμού προς τον τότε γνωστό κόσμο.
Αλλά και ό νέος podesta ύστερ’ από δύο σχεδόν χρόνια έρχεται και αυτός σε προστριβές με τον νέο επίσκοπο και ανεψιό του Timoteo Giustiniani σχετικά με την έκταση της δικαιοδοσίας του και σ’ αυτά ακόμη τα πολιτικά δικαιώματα των ορθόδοξων κληρικών και λαϊκών. Ή αυταρχική μάλιστα συμπεριφορά του επισκόπου φαίνεται ότι είχε προκαλέσει και τον αναβρασμό των Ελλήνων κατοίκων του νησιού. Πάντως οι αντεγκλήσεις των δύο αυτών αρχηγών καλλιεργούν την όξυνση των παθών και διαιρούν τον λαό σε δύο μερίδες, στους επισκοπικούς (vescovani) και στους κυβερνητικούς (pretoriani). Το Βατικανό αμελεί να συγκρατήση τον φιλόδοξο επίσκοπό του, ενώ ή Γένουα ούτε καν απαντά στις εκθέσεις του podesta και στην παράκλησή του να του δοθούν οδηγίες. Τελικά, τον Μάρτιο του 1566, ό Vincenzo παραπονείται ότι έχει εγκταλειφθή απόλυτα από την κυβέρνησή του. Η εγκατάλειψή του αυτή έχει τον αντίκτυπό της στην εσωτερική κατάσταση του νησιού, γιατί σπουδαία ζητήματά της είναι αδύνατο να επιλυθούν. Έτσι οι δυσχέρειες για την διοίκηση του νησιού μεγαλώνουν χρόνο με τον χρόνο. Απογοητευμένος ό Vincenzo ζητεί να τον απαλλάξουν τα καθήκοντά του.
Γι’ αυτό όμως το θέμα εφρόντισαν τον επόμενο μήνα οι ίδιοι οι Τούρκοι, οι οποίοι άγρυπνα παρακολουθούσαν την κακή εξέλιξη των πραγμάτων στην Χίο. Πριν από ένα χρόνο ακριβώς, είχαν κιόλας διαπιστώσει την αδυναμία του podesta να πληρώνη τον φόρο υποτελείας. Κοντά σ’ αυτά ας προστεθή ότι αγανακτούσαν γιατί υποψιάζονταν τούς Mahonesi ότι περιέθαλπαν τούς χριστιανούς σκλάβους πού με μικρά καράβια ή βάρκες κατέφευγαν εκεί από τα κοντινά παράλια της Μ. Ασίας. Η Χίος γι’ αυτούς ήταν να κέντρο κατασκοπείας. Η κρίσιμη στιγμή της εσήμανε, όταν τον μεγάλο βεζίρη Αλή πασά διαδέχθηκε στο αξίωμά του ό Κροάτης ως προς την καταγωγή Μεχμέτ Σοκόλοβιτς, ό οποίος έτρεφε εχθρικά αισθήματα απέναντι των Mahonesi. Αυτός ανέφερε στον σουλτάνο ότι ή Χίος όφειλε φόρους δύο ετών και του συνέστησε να εξαλείψη την χριστιανική αυτή εστία από τον χάρτη.
Έτσι στις 13 Απριλίου 1566, την παραμονή τής Κυριακής του Πάσχα, ό τουρκικός στόλος με 80 ή 123 γαλέρες και επικεφαλής τον Πιαλή πασά, ουγγρικής καταγωγής, έκανε την εμφάνισή του στα παράλια του νησιού και στις 15 Απριλίου, ημέρα Δευτέρα, έμπαινε στο λιμάνι, ενώ τα κανόνια του φρουρίου έριχναν προς τιμή του τις νόμιμες χαιρετιστήριες βολές. Την Τετάρτη, 17 του μηνός, ό Τούρκος ναύαρχος ανακοίνωσε στις αρχές ότι, πριν αναχωρήση, θα ήθελε να συζητήση με τον podesta και τούς 12 διοικητές (gubernatori) τής Mahona. Όταν αυτοί ήλθαν στην ναυαρχίδα, ό Πιαλή πασάς τούς κατηγόρησε για τις γνωστές αιτίες, για την επιμονή τους να διοικούνται κατά την αρέσκειά τους, για τις φιλικές τους σχέσεις με την Γένουα, για την περίθαλψη σκλάβων από την Ανατολή κ. λ. και απαίτησε να πληρωθή ό καθυστερούμενος φόρος μέσα σε τρεις ημέρες. Μάταια οι τρομοκρατημένοι Γενουάτες αξιωματούχοι προσπάθησαν ν’ αποσείσουν τις κατηγορίες του καπουδάν πασά και μάταια πρόβαλαν χρηματική αδυναμία και παρακάλεσαν να τούς δοθή προθεσμία ό μηνών. Τότε ό Τούρκος ναύαρχος έγινε έξω φρενών, τούς έπιασε και τούς φυλάκισε μέσα στα πλοία. Εν τω μεταξύ 10 - 12 χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες, πού είχαν αποβιβαστή πρωτύτερα και είχαν σκορπιστή στην πόλη με την πρόφαση ν’ αγοράσουν υφάσματα για τις στρατιωτικές στολές και για τα πανιά των καραβιών, έγιναν κύριοι του κάστρου, χωρίς να συναντήσουν καμιά αντίσταση, κατέβασαν την σημαία του Αγίου Γεωργίου τής Γένουας και ύψωσαν την τουρκική με την ημισέληνο. Ήταν το σημείο ότι όλα είχαν εξελιχθή κατά το προδιαγραμμένο σχέδιο. Τότε ό ναύαρχος αποβιβάστηκε στην ξηρά με άσπρη μεταξωτή και χρυσοκέντητη στολή και καβάλα επάνω στο άλογό του έκανε τον γύρο μέσα στην πόλη, για να βεβαιωθή ότι δεν είχε γίνει καμιά λεηλασία και ότι επικρατούσε απόλυτη τάξη. Την επόμενη ημέρα ήλθε στον καθεδρικό ναό των καθολικών και διάταξε την καταστροφή των αγαλμάτων και άλλων παραστάσεων των αγίων. Το ίδιο έκανε και στην εκκλησία του San Domenico και τής Madonna delle Grazie. Όσοι ξένοι βρέθηκαν τότε τυχαία στο νησί, συνολικά 500 περίπου πρόσωπα, ανάμεσά τους ιππότες της Μάλτας ή ευγενείς από την Νεάπολη και την Μεσσήνη, πιάστηκαν και ρίχτηκαν σκλάβοι στις γαλέρες.
Οι πρόκριτοι τής Μαόνας εξορίστηκαν στον Καφά, αλλά ύστερ από ένα χρόνο με την μεσολάβηση του πρεσβευτή τής Γαλλίας κατόρθωσαν να ξαναγυρίσουν στις πατρίδες τους, αφού κατέβαλαν 6.000 δουκάτα. Οι λιγότερο σημαντικοί Mahonesi εξαγόρασαν την ζωή τους με 1.000 δουκάτα ό καθένας. Για να βρουν όμως το αναγκαίο ρευστό χρήμα, αναγκάστηκαν να πουλήσουν τα ωραία τους κτήματα στις περιοχές Τάλλαρος και Σπελάδια του Κάμπου για ασήμαντα ποσά. Έτσι οι φράγκικες εκείνες ιδιοκτησίες μετέπεσαν στην κυριότητα των Τούρκων είτε ως βακουφικές είτε και ως ιδιωτικές και σ’ αυτών τα χέρια έμειναν ως την απελευθέρωση του νησιού από τούς Έλληνες στα 1912. Οι Έλληνες ευγενείς είχαν τις ιδιοκτησίες τους στις περιοχές Φραγκοβούνι και Γκιάζο. Ο πύργος των Giustiniani σωζόταν ως τα τελευταία χρόνια, οπότε ο ακαλαίσθητος νεόπλουτος ιδιοκτήτης της τον παραμόρφωσε, για να τον μετατρέψη σε σύγχρονο σπίτι με ανέσεις.
Η ιστορία αυτή τελείωσε με μιά τραγωδία. Οι Τούρκοι άρπαξαν και 22 αγόρια 10 - 12 ετών από τις οικογένειες των Giustiniani ως ίτς ογλάν, τα μετέφεραν μαζί με τούς άλλους προκρίτους (αυτούς πού προόριζαν για τον Καφά) στην Κωνσταντινούπολη, τα έκαμαν την περιτομή και τα έκλεισαν μέσα στο σεράγι. Τα ανήλικα όμως αυτά παιδιά, αν και εξισλαμισμένα βίαια, ενέμειναν με θαυμαστή δύναμη στην χριστιανική τους πίστη ενισχυμένα και από τις μητέρες τους. Η ομαδική αυτή ψυχική ανάταση έφτασε ως την αυτοθυσία και ως το μαρτύριο και ανανέωσε αντίστοιχα παραδείγματα των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Οι δυστυχισμένοι γονείς παρηγορήθηκαν με την πεποίθηση ότι για τα παιδιά τους ανοίχθηκαν οι πύλες του παραδείσου και της αιωνιότητας, ενώ ό πάπας και οι καρδινάλιοι δοξολόγησαν τον Θεό μέσα στο Κονσιστόριο για το μεγάλο θαύμα, πού τούς επιφύλαξε να ζήσουν.
Εκτός από τούς νέους αυτούς, έγιναν ίτς ογλάν και εξισλαμίστηκαν και άλλα παιδιά• και γι’ αυτό περισσότερο παρά για την αρπαγή της περιουσίας και την αιχμαλωσία τους έκλαψαν οι Χιώτισσες αρχόντισσες στην Πόλη, πού έμεναν εκεί καθηλωμένες, γιατί δεν τούς επέτρεπαν να φύγουν στην Ιταλία ή στην Γαλλία. Η χρονολογία λοιπόν 1566 αποτελεί ορόσημο και στην ιστορία του σχηματισμού τής χιώτικης παροικίας στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά την Άλωση κιόλας είχαν αποδημήσει πολλές οικογένειες.

Η κατάλυση το δουκάτου του Αιγαίου (1566).
Λίγους μήνες ύστερ’ από την κατάληψη τής Χίου πεθαίνει ό Σουλεϊμάν Α’ (αρχές Σεπτεμβρίου 1566). Με τον θάνατό του αρχίζει ουσιαστικά ή παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο νέος σουλτάνος, ό Σελίμ Β’ (1566 - 1574), πού ανεβαίνει στον θρόνο σε ηλικία 46 περίπου χρόνων, ήταν ό αντίποδας του πατέρα του. Κοντός και παχύς με πρόσωπο κοκκινωπό, ξαναμμένο από τις καταχρήσεις του κρασιού και του ούζου, με βλέμματα γεμάτα καχυποψία και φόβο, δοσμένος απόλυτα στα τραπέζια και στις ηδονές, με δυσανάλογα τα μέλη του σώματός του, έμοιαζε περισσότερο με τέρας παρά με άνθρωπο. Γενικά ήταν πρωτόγονος, ακάθαρτος, φιλάργυρος, ακρατής και ορμητικός, χωρίς πνευματικότητα και μόρφωση, ανίκανος να διοικήση με πρωτοβουλία το κράτος του. Έτσι το βάρος των υποθέσεών του έπεφτε στους ώμους του πρώτου βεζίρη Μεχμέτ πασά.
Ήταν επόμενο αυτόν τον σουλτάνο περισσότερο από κάθε άλλον να τον περιβάλλουν χριστιανοί σύμβουλοι και προ πάντων Εβραίοι. Έτσι ό τραπεζίτης Ιωσήφ Νάζη είναι ό μεγάλος του ευνοούμενος και ό γιατρός Σολομών εισάγει τούς ξένους στον πρώτο του βεζίρη Μεχμέτ πασά. Ο Νάζη προμηθεύει στον σουλτάνο τα πιο εξαίρετα κρασιά και ποτά και αυτός του παρασκευάζει τα πιο επιτηδευμένα φαγητά. Η παρουσία του ευφυούς αυτού Εβραίου φοβίζει τις εξέχουσες προσωπικότητες της Βενετίας, γιατί οι συμβουλές του είναι δυνατόν να προκαλέσουν ζημίες στα χριστιανικά κράτη.
Για τον Ιωσήφ Νάζη ενδιαφέρουσες πληροφορίες μας δίνει ό Gerlach: πώς ήλθε από την Ιταλία στην Τουρκία επί Σουλεϊμάν Α’ με τεράστια περιουσία, 300.000 δουκάτα σε χρυσό και πολύτιμες πέτρες, και πώς κατόρθωσε με βαρύτιμα δώρα ν’ αποκτήση την εύνοια του σουλτάνου και ιδιαίτερα του γιου του Σελίμ. Στον Νάζη ό Σελίμ Β’ είχε παραχωρήσει κιόλας, στα 1563, την Τιβεριάδα με τα περίχωρα, όπου κτίστηκε μιά Εβραιούπολη. Ήταν ή πρώτη λάμψη ενός ονείρου αιώνων για τούς Εβραίους της διασποράς, λάμψη πού τούς οδηγούσε στο όραμα τής πολυπόθητης «Γης της Επαγγελίας». Ο Νάζη είχε ακόμη κατορθώσει να εκμισθώση την εκμετάλλευση του κεριού στην Πολωνία και να του παραχωρηθή το μονοπώλιο της διαμετακόμισης των κρητικών κρασιών στην Μολδαβία. Ποτέ άλλοτε ασφαλώς αλλόπιστος δεν είχε υψωθή στο σημείο αυτό τής δύναμης, πού είχε φτάσει ό Ιωσήφ Νάζη.
Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο, αν ό πονηρός αυτός υπηρέτης του σουλτάνου, φιλοδοξώντας να λαμπρύνη τη θέση του με την αίγλη μιας ηγεμονίας δυτικού τύπου, έβαλε στο μάτι το μικροσκοπικό δουκάτο του Αιγαίου. Άλλωστε οι στιγμές ήταν ευνοϊκές. Πραγματικά λίγο διάστημα ύστερ’ από την κατάληψη τής Χίου, οι Έλληνες της Νάξου και Άνδρου, επωφελούμενοι από την κρίσιμη κατάσταση πού είχε δημιουργηθή για τούς Φράγκους μέσα στο Αιγαίο, άρχισαν να δυσανασχετούν φανερά για την ακαταστασία και την αποσύνθεση πού παρατηρούνταν μέσα στην μικρή επικράτεια. Οι ζυμώσεις αυτές με τον συνηθισμένο επιταχυνόμενο ρυθμό έφθασαν, φαίνεται, και σε ανοικτή ανταρσία. Τα γεγονότα είναι σκοτεινά. Πάντως ο Ναξιώτες έστειλαν διμελή επιτροπή στην Κωνσταντινούπολη με τον σκοπό να ζητήσουν από τον σουλτάνο τιμιότερο και ικανότερο διοικητή. Όταν το έμαθε αυτό ό δούκας, έσπευσε ό ίδιος με 12.000 σκούδα στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ή τύχη του είχε πια κριθή: πριν από λίγο ό Εβραίος τραπεζίτης τον είχε κατηγορήσει στον σουλτάνο ότι δεχόταν στα νησιά του χριστιανούς πειρατές και σκλάβους.
Έτσι, όταν ό Ιάκωβος Δ’ Κρίσπος έφθασε στην πρωτεύουσα, πιάστηκε και ρίχτηκε στις φυλακές. Όταν όμως οι υπήκοοί του έμαθαν ότι ό Σελίμ Β’ επρόκειτο να διορίση στην θέση του τον Εβραίο Ιωσήφ Νάζη φοβήθηκαν ότι έπεφταν από την Σκύλλα στην Χάρυβδη. Έτσι παλινωδούν και προσπαθούν να επιτύχουν την αποκατάσταση του διεφθαρμένου δούκα, αλλά τελικά δεν το κατορθώνουν. Το μόνο πού κατάφεραν με τα παρακάλια τους ήταν να τον βγάλουν από την φυλακή ύστερ’ από 5-6 μήνες. Τρομοκρατημένος ό Ιάκωβος Δ’ κατέφυγε με την αδελφή του Taddea, την ηγεμονίδα της Άνδρου, στην Ραγούζα και απ’ εκεί στην Ρώμη. Ο πάπας Πίος Ε’ του έδωσε ετήσια χορηγία 400 χρυσών νομισμάτων, ενώ ό δόγης 200. Αργότερα ό δούκας ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να ξαναπάρη το κρατίδιό του, αλλά εκεί, στο Πέραν, στα 1576, τον βρήκε ό θάνατος. Η αδελφή του έμεινε στην Ραγούζα, στον σταθμό αυτόν των διερχομένων έκπτωτων Βυζαντινών και Φράγκων ηγεμόνων και των επιφανών οικογενειών προς την Δύση.
Στο μεταξύ ό σουλτάνος είχε δώσει εντολή στον καπουδάν πασά Πιαλή να πλεύση προς τις Κυκλάδες και να καταλύση τις μακρές φραγκικές ηγεμονίες. Πραγματικά ό Τούρκος ναύαρχος, επωφελούμενος και από την δυσαρέσκεια των Ελλήνων, ξεσήκωσε και τούς υπόλοιπους Φράγκους ηγεμόνες από τούς μικρούς θρόνους, όλους αυτούς πού βρίσκονταν υπό την κυριαρχία του δούκα τής Νάξου: τούς Σομμαρίπες από την Άνδρο, πού βρήκαν άσυλο στην Νάξο, τον Pisani καί τόν Ianuli ς’ Gozzadini (ό οίκος του κρατούσε από την Bologna) από την Τζιά, και τον Nicolo Γ’ Gozzadini από την Κύθνο (Θερμιά) και Σίφνο.
Πολλές τότε φραγκικές οικογένειες — όπως ίσως και παλαιότερα μετά την κατάλυση των αντίστοιχων ηγεμονιών τής ηπειρωτικής Ελλάδας — κατέφυγαν στην Σύρα, όπου κατοικούσε συμπαγής κοινωνία ομοδόξων.
Τα νησιά πού δόθηκαν στον Νάζη ήταν ή Νάξος, Άνδρος, Πάρος, Αντίπαρος, Θήρα, Μήλος, Σύρα, Κέα, Κύθνος, Σέριφος, Σίφνος, Αμοργός, Ίος, Ανάφη, Αστυπάλαια. Από τούς φόρους των νησιών αυτών ό Εβραίος δούκας έδινε 14.000 δουκάτα στον σουλτάνο. Επί πλέον από την δεκάτη του κρασιού του Αιγαίου και του Ιονίου, πού την μίσθωνε επίσης, έδινε 2.000 σκούδα στον σουλτάνο, ενώ εισέπραττε 15.000 .
Μετά την εξαφάνιση του φραγκικού δουκάτου τής Νάξου και την απόλυτη επιβολή της τουρκοκρατίας αρχίζει ν’ αποσυντίθεται, με κάπως πιο γοργό ρυθμό, ή δύναμη των Φράγκων αρχόντων και ό κόσμος των ιδεών τους, ενώ αντίθετα οι Έλληνες υποτελείς τους παίρνουν θάρρος και προσπαθούν να κλονίσουν το παλαιό κοινωνικό καθεστώς πού είχε ριζώσει στα νησιά. Έτσι τον επόμενο κιόλας χρόνο, στα 1567, ύστερ’ από την ανατροπή του δούκα τής Νάξου, Έλληνες και Αρβανίτες έποικοι τής Άνδρου παρουσιάζονται στον μπέη τής Εύβοιας και διαμαρτύρονται για την επιβίωση του παλαιού καθεστώτος στο νησί. Συγκεκριμένα κατηγορούν ότι, ενώ οι ελληνικές και αλβανικές οικογένειες στο νησί είναι 1.800 απέναντι στις 50 ή 60 φραγκικές, μολαταύτα ή εξουσία εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια 12 Φράγκων, πού αποθηκεύουν και εμπορεύονται τις σοδειές του νησιού, βιάζουν τις γυναίκες, τρομοκρατούν τούς άνδρες, ακόμη και με φόνους, δίνουν τρόφιμα σε καράβια πειρατικά ή και εχθρικών δυνάμεων κ. λ. Οι αντιπρόσωποι του νησιού δηλώνουν ότι αναλαμβάνουν να πληρώσουν περισσότερα από τούς 6.000 ακτσέδες πού δίνει ό Φραντζέσκος Σομμαρίπας, για ν’ απαλλαγούν απ’ αυτόν. (Η πληροφορία αυτή δείχνει ότι ό Σομμαρίπας εξακολουθούσε να έχη ακόμη ισχύ στο νησί, έστω και ως εκμισθωτής φόρων, ή αναφέρεται στο καθεστώς του 1537- 1566). Ο μπέης τής Εύβοιας πείθεται στα πραγματικά ή υπερβολικά αυτά παράπονα των Ανδριωτών και διατάζει να μεταφερθούν όλες οι φραγκικές οικογένειες του νησιού σε ελεύθερο χώρο, στην Εύβοια, ή αλλιώς στην Ρόδο, αλλά κατά την μεταφορά τους να μην γίνη καμιά αυθαιρεσία σε βάρος των γυναικών και των παιδιών ούτε και να πειραχθούν τα πράγματά τους, ρούχα και κτήνη. Δεν είναι όμως βέβαιο αν πραγματοποιήθηκε αυτή ή σχεδιαζόμενη εκτόπιση των Φράγκων. Πιθανόν να κατόρθωσαν οι δυνατοί αυτοί άρχοντες — ίσως με την προστασία τής Γαλλίας — να την αποσοβήσουν, γιατί αργότερα βλέπουμε πολλούς απ’ αυτούς να μένουν στο νησί.
Πάντως από την εποχή αυτή, όπως ήταν επόμενο, ό αριθμός των πιστών του δυτικού δόγματος ελαττώνεται συνεχώς (300 περίπου έναντι 9.000 ορθοδόξων). Παράλληλα αρχίζει να φθίνη και το Κάστρο τής Άνδρου. Ιδού πώς το περιγράφει 150 χρόνια περίπου αργότερα ό ιησουίτης J. Χ. Portier: «Ο Μπούργος ή, όπως τον ονομάζουν, ή πόλη τής Άνδρου, περιορίστηκε σε 100 σπίτια κτισμένα προς Β. σε μιά γλώσσα ξηράς πού προχωρεί μέσα στην θάλασσα και πού στις δυό πλευρές της σχηματίζει δυό μικρούς όρμους, όχι και τόσο ασφαλείς. Στην άκρη της γλώσσας αυτής βλέπει κανείς τα ερείπια ενός παλαιού πύργου, πού είναι κτισμένος όμοια με τ’ αρχαία κάστρα. Μέσα στον περίβολο τής πόλης υψώνεται ένα αρκετά όμορφο παλάτι πού δεν του λείπει παρά μόνον ή στέγη. Τα παράθυρά του έχουν επένδυση από ωραίο λαξευτό μάρμαρο. Σε όλα σχεδόν τα σημεία των τειχών είναι σπαρμένοι θυρεοί και μονογράμματα των αρχόντων Σομμαρίπα, πού ήταν κύριοι του νησιού και οι οποίοι μετά την εισβολή των Τούρκων εγκαταστάθηκαν στην Νάξο».
Ήλθε άραγε ό νεοπρόβλητος Εβραίος δούκας και εγκαταστάθηκε στην Νάξο ή όχι; Το ζήτημα δεν είναι ξεκαθαρισμένο. Ο βιογράφος του Roth, στηριζόμενος σ’ εβραϊκή πηγή (στο βιβλίο του Almosnino, Extremas y Grandezas de Constantinopla, πού τυπώθηκε στην Μαδρίτη στα 1638), δέχεται ότι ό Νάζης έμεινε στην Νάξο για ένα μικρό διάστημα και συγκεκριμένα την άνοιξη του 1570 ενώ ό Sauger, γράφοντας ύστερ’ από 120 περίπου χρόνια, λέγει ότι ό Εβραίος δούκας δεν είδε ποτέ το δουκάτο του. Είναι μολαταύτα πιθανόν ό Νάζης να επισκέφθηκε τα γραφικά νησιά τής μικρής του ηγεμονίας, αλλά ή επίσκεψή του αυτή φαίνεται ότι ήταν μάλλον επιθεώρηση σχετική με τον διακανονισμό διοικητικών και ιδίως οικονομικών ζητημάτων πού τον αφορούσαν. Η παραμονή του αυτή ίσως ήταν ή πρώτη και τελευταία . Άλλωστε το περιβάλλον τής Νάξου με τούς περήφανους καθολικούς Φράγκους ευγενείς και με τούς φανατισμένους ορθόδοξους χωρικούς δεν ήταν εκείνα πού θα τον ευχαριστούσε, μολονότι στην έδρα του δουκάτου υπήρχε συνοικία Εβραιών, ή Ε β ρ α ϊ κ ή , πού ασφαλώς θα ενισχύθηκε και θα ευνοήθηκε με την ανάληψη του δουκάτου από τον Νάζη. Έπειτα ή περιοχή εκείνη του Αιγαίου ήταν επικίνδυνη εξ αιτίας των αλλεπάλληλων επιδρομών των χριστιανών και μουσουλμάνων πειρατών.
Ο Εβραίος λοιπόν δούκας έμενε στην Κωνσταντινούπολη και διοικούσε το δουκάτο του από το μεγαλόπρεπο μέγαρό του, το Belvedere, στις όχθες του Βοσπόρου. Εκεί τον είδε και ό Έλληνας τυχοδιώκτης Ιάκωβος Παλαιολόγος, ό οποίος, όπως κομπαστικά αναφέρει, αρνήθηκε να δεχθή την διοίκηση ενός από τα 7 νησιά του. Η πληροφορία του όμως αυτή ίσως να είναι και πλάσμα τής φαντασίας του.
Τοποτηρητής του Νάζη στην Νάξο ήταν ό Ισπανός, αλλά εβραϊκής καταγωγής καθολικός νομικός Francesco Coronello (γιος ενός άλλοτε διοικητή τής Ισπανικής Segovia), ή ψυχή και ή καρδιά του Εβραίου δούκα (anima et cor) κατά την έκφραση Βενετού αξιωματούχου τής Τήνου, του Pre Antonio deli Ascuffi . Ο Coronello από το παλάτι των παλαιών δουκών της Νάξου επάνω στην αρχαία ακρόπολη, με την θαυμάσια θέα προς το εσωτερικό και την απέραντη βαθυγάλανη θάλασσα, ασκούσε τώρα την εξουσία στο νησί κατά τρόπο ηγεμονικό και έβγαζε τις συμφυείς με το αξίωμά του διαταγές.
Ποια ήταν ή Πολιτεία του Coronello; Τα σωζόμενα στοιχεία είναι ελάχιστα, γενικά και επισφαλή. Οι αχτναμέδες των ετών 1580, 1624 και 1640 τονίζουν την καλή του διοίκηση, ή οποία όμως ουσιαστικά δεν φαίνεται να διαφέρη και πολύ από των Φράγκων δουκών: «αφέντεψε πολλούς χρόνους κατά την τάξιν τως, και εις τον καιρόν του ήσαν όλοι ευχαριστημένοι και δίχως πείραξες» (1580), «τούς εξουσίασε κάποιον καιρόν κατά τα ήθη και νόμους τους, και ζώντας ό καθείς ειρηνικώς δίχως βάριτα και πείραξες» και «κατά τες τάξες και κανόνια τους», δηλαδή κατά τις Ασίζες τής Ρωμανίας.
Εκατό και περισσότερα χρόνια αργότερα ό ιησουίτης Sauger μιλεί επίσης με πολύ επαινετικά λόγια για τον Coronello, πού τον ονομάζει μάλιστα και δούκα, βασιζόμενος, όπως λέγει ό Ζερλέντης, στις αναμνήσεις των Καστριανών τής Νάξου. Νομίζω όμως ότι με το εγκώμιο τής οικογένειας του Coronello θέλει να κολακέψη τούς δυνατούς απογόνους του και θερμούς οπαδούς τής καθολικής εκκλησίας. Δεν ήταν δυνατόν να ξεχάση ό Sauger ότι ό γιος του Francesco, ό Κρουσίνος Coronello, είχε βοηθήσει την εγκατάσταση των ιησουιτών στην Νάξο και ότι τα μέλη της οικογένειας εκείνης εξακολουθούσαν να προσφέρουν πιστά τις υπηρεσίες τους στον καθολικισμό και στην Γαλλία.
Κατά την διάρκεια της αρχής του Coronello στο δουκάτο (1566 - 1579) μνημονεύονται σε έγγραφα διάφοροι υπάλληλοι: ό γενικός κυβερνήτης Νάξου (governator general de Nexia) Nicolo di Marin (1572)• ό «magnifico nobile miser D. Demetrio di Nexia governatore» (21 Φεβρ. 1573)• ό «μισέρ Δημήτριος Ντεναξίας του ευρισκομένου γοβερναδόρου» (12 Νοεμβρίου 1567)• ό Γεώργιος Καλουδάς «καπιτάνιος» (1576), ό «μεγαλειότατος μισέρ μπαλής του Μάρκου Κρίσπου», κ.α.
Κατά τις αρχές τής ηγεμονίας του Νάζη φαίνεται ότι εντείνεται το ρεύμα αποδημίας και φυγής των Ναξιωτών προς την Κωνσταντινούπολη. Αιτία ασφαλώς είναι ή πολιτική ανωμαλία στο Αιγαίο, ό οικονομικός αντίκτυπος αυτής στην ζωή των νησιωτών και οι καταπιέσεις τους από τούς κατακτητές. Και οι αδύνατοι ακολουθούν τον πιο φυσικό δρόμο της άμυνας: την φυγή. Ή μετανάστευση όμως αυτή σημαίνει ελάττωση των φόρων τής Νάξου. Ανήσυχος ό επιχειρηματίας Εβραίος δούκας δείχνει αμέσως πόσα θετικά ξέρει να προστατεύη τα συμφέροντά του: πετυχαίνει, στα 1567, να εκδοθή ιραδές (σουλτανική διαταγή), πού διατάζει τούς φυγάδες να επιστρέψουν στην πατρίδα τους• τούς απειλεί μάλιστα ότι θα τούς διώξη και δικαστικά αν επιχειρήσουν να φύγουν σε ξένες χώρες. Ακόμη, λίγες μέρες αργότερα στέλνει στην Νάξο τον καδή της Χίου, για να συντάξη τον κατάλογο των αγάμων και παντρεμένων, πού είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν το χαράτς. Επιδιώκοντας επίσης να δημιουργηθούν ευνοϊκοί όροι διαμονής στα νησιά πετυχαίνει τον Μάρτιο του 1568 να εκδοθή από τον Σελίμ Β’ φιρμάνι, με το οποίο απαγορεύεται ή εγκατάσταση μουσουλμάνων στρατιωτών και ιδιωτών στην Νάξο. Αλλά και από τις λεηλασίες και αγριότητες των μουσουλμάνων πειρατών υπέφεραν οι κάτοικοι. Συγκεκριμένα αναφέρεται ό Σααμπάν Ρεΐς για τις αποβάσεις στην Νάξο, για την αιχμαλωσία των κατοίκων και την διαρπαγή των αγαθών τους. Γι’ αυτό και στις 23 Μαρτίου 1568 διατάσσεται ό ναύαρχος Πιαλή πασάς να τον συλλάβη και να τον τιμωρήση παραδειγματικά. Επίσης τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, ύστερ’ από καταγγελία του Νάζη, ό σουλτάνος ειδοποιεί τούς καδήδες τής Ρούμελης και της Ανατολής να συλλάβουν τον πρώην δούκα τής Νάξου, για τον οποίο έχει πληροφορίες ότι με μερικούς άλλους βρίσκεται γύρω από την Νάξο και προσπαθεί να ξεσηκώση τούς κατοίκους σε ανταρσία. Ίσως ό δούκας βρισκόταν στο Αιγαίο προσπαθώντας να γνωρίση από κοντά την κατάσταση και ν’ αποκατασταθή στις παλαιές του κτήσεις.

Πηγή: * Το ανεξάντλητο έργο του Αποστόλου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, εκδ. Θεσσαλονίκη 1968.

 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com