ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


ΝΗΣIA ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΥΔΡΑ-ΣΠΕΤΣΕΣ-ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ-ΛΕΣΒΟΣ-ΡΟΔΟΣ-ΣΑΜΟΣ-ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑ-ΠΑΤΜΟΣ-ΛΕΡΟΣ-ΚΑΛΥΜΝΟΣ-ΚΩΣ-ΤΗΝΟΣ-ΑΜΟΡΓΟΣ-ΝΑΞΟΣ-ΜΥΛΟΣ-ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ


Υδρα.

Ο αρχαιότερος οικισμός που ανακαλύφτηκε στην Ύδρα ήταν Μυκηναϊκός. Αργότερα περιήλθε στους Ερμιονείς, οι οποίοι στην συνέχεια το πούλησαν στην Σάμο. Ο ιστορικός ρόλος της Ύδρας παραμένει ασήμαντος μέχρι τον 17ο αι., όταν το νησί άρχισε σταδιακά να αποκτά έναν ισχυρό εμπορικό στόλο, ο οποίος αργότερα κατά την διάρκεια των πολέμων του Ναπολέοντα μονοπωλούσε τις θαλάσσιες μεταφορές στη Μεσόγειο.Το νησί κατακτήθηκε αργότερα από τους Τούρκους. Όταν ξέσπασε ο εθνικό-απελευθερωτικός αγώνας του 1821 η Ύδρα είχε 30.000 κατοίκους και διέθετε 150 πλοία. Οι εύποροι καπετάνιοι του νησιού μετέτρεψαν τότε τα εμπορικά πλοία τους σε πολεμικά και ξόδεψαν περιουσίες, συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στην απελευθέρωση της Ελλάδας, θυσιάζοντας ανθρώπινες ζωές και πλοία. Οι θαλασσοπόροι της Ύδρας εκτός από τα πλοία τους χρησιμοποίησαν και κάποια μικρά σκάφη, τα οποία γέμιζαν με μπαρούτι και την νύχτα τα έφερναν δίπλα στα Τούρκικα πλοία και έπειτα τα ανατίναζαν. Οι μάχες που έδωσαν και ο ηρωισμός που επέδειξαν τα πληρώματά τους έχουν μείνει παροιμιώδεις σ’ όλη την Ευρώπη.



Σπέτσες

Η πρώτη εικόνα που αντικρίζουμε φτάνοντας στο νησί των Σπετσών είναι το ιστορικό λιμάνι και πρωτεύουσα του νησιού, η Ντάπια, με τα επιβλητικά νεοκλασικά κτίρια και τα στρωμένα με βότσαλα σοκάκια. Η Ντάπια ήταν ο τόπος συγκέντρωσης των αρχόντων και των καπεταναίων του 1821. Η γραφικότητα του λιμανιού με το παλιό πυροβολείο και τα ιστορικά μνημεία εντυπωσιάζει κάθε επισκέπτη. Στη δεξιά πλευρά του λιμανιού συναντάμε το άγαλμα της Μπουμπουλίνας και τα αρχοντικά καπετανόσπιτα κατά μήκος της παραλίας. Κατευθυνόμενοι προς το αριστερό άκρο του νησιού θα συναντήσουμε τα παραδοσιακά καρνάγια και το Παλαιό Λιμάνι , που θυμίζουν την ναυτική παράδοση των Σπετσών. Οι πολυτελείς κατοικίες και τα νεοκλασικά κτήρια των παλαιών καπεταναίων διατηρούν την αρχιτεκτονική παράδοση των Σπετσών. Το Παλιό Λιμάνι μονοπολεί τη νυκτερινή διασκέδαση του νησιού με τα πολυάριθμα μπαράκια, τα club και τα ελληνικάδικα. Ο συνδυασμός πεύκου και θάλασσας δημιουργεί ανεπανάληπτες εικόνες φυσικής ομορφιάς.
Οι γραφικοί κολπίσκοι και οι πεντακάθαρες παραλίες που μπορείτε να επισκεφθείτε είναι η Αγία Μαρίνα, οι Άγιοι Ανάργυροι , η Αγία Παρασκευή , το Λιγονέρι , η Ζεγωριά και άλλες. Το αρχοντικό νησί των Σπετσών στην αρχαιότητα ονομαζόταν Πιτυούσσα (Πευκόφυτη). Οι Σπετσιώτες με την πλούσια ναυτική παράδοση πρωτοστάτησαν στον αγώνα για την ανεξαρτησία και την Επανάσταση του 1821. Σημαντικές φυσιογνωμίες της εποχής υπήρξαν η καπετάνισσα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα , ο Χατζηγιάννης Μέξης κ.α.
Τα αξιοθέατα του νησιού που αξίζει να δείτε είναι το σπίτι της Μπουμπουλίνας, το εκκλησάκι της Παναγίας της Αρμάτας , η σπηλιά του Μπεκίρη, η ιστορική πλατεία της Ντάπιας, Κάθε χρόνο στις αρχές του Σεπτέμβρη γιορτάζεται η ναυμαχία της Αρμάτας και το κάψιμο του καραβιού, γεγονός που προσελκύει μεγάλο αριθμό επισκεπτών.

ΙΣΤΟΡΙΑ
Οι Σπέτσες είναι ένα νησί με μακραίωνη ιστορία. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα κατοικείται από την Πρωτοελλαδική εποχή, δηλαδή από το 2300 π.Χ. Τότε το νησί ονομάζονταν Πιτυούσα, που σημαίνει πευκόφυτος. Το όνομα αυτό το διατήρησε για 3000 χρόνια, δηλαδή μέχρι τη βυζαντινή εποχή.
Ο πρώτος οικισμός του νησιού πιθανολογείται ότι άκμασε στους ομηρικούς χρόνους, κατά τους οποίους αποτελούσε το νησί τμήμα του βασιλείου του Άργους.
Οι ανασκαφές που έχουν γίνει στο νησί έφεραν στο φως ευρήματα που χρονολογούνται από τη Μυκηναϊκή εποχή και τη Βυζαντινή.
Στην εποχή της Φραγκοκρατίας οι Σπέτσες περνούν στην κυριαρχία των Ενετών, η οποία διάρκεσε από το 1200 έως το 1460, όπου ξεκίνησε η Τούρκικη κατοχή.
Στους Ενετούς χρωστά το νησί και το σημερινό του όνομα, καθώς αυτοί το ονόμασαν ονόμαζαν Isola di Spezzie, που σημαίνει αρωματοφόρος νήσος. Λέγεται ότι το όνομα αυτό της το έδωσαν λόγω των πολλών αρωματικών φυτών που φύτρωναν στο νησί. Από μια παράφραση αυτής της ονομασίας προέκυψε το όνομα Σπέτσες.
Από τον 17ο αιώνα ο πληθυσμός του νησιού άρχισε να αυξάνει καθώς έφτασαν στο νησί πρόσφυγες από την Ερμιονίδα και τη Κυνουρία. Τότε κτίστηκαν και οι μεσαιωνικές συνοικίες του νησιού.
Τον 18ο αιώνα το νησί γνωρίζει μεγάλη άνθηση και εξελίσσεται σε ναυτική δύναμη της εποχής. Ως γνωστόν η συμβολή του Σπετσιώτικου στόλου υπήρξε καθοριστική για την έκβαση της επανάστασης.
Στις αρχές του 20ου αιώνα η οικονομία των Σπετσών δέχτηκε ισχυρό πλήγμα. Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι είχαν καταστροφικές συνέπειες για το νησί. Η ναυτιλία και το εμπόριο που έως τότε ανθούσαν πέρασαν μεγάλη κρίση, η οποία άρχισε να ξεπερνιέται μόλις στα μέσα της δεκαετίας του ’50, όπου το νησί άρχισε να αναπτύσσεται και να μετατρέπεται σ’ ένα από τα πρώτα τουριστικά θέρετρα της Ελλάδας, χωρίς όμως να χάσει τη παραδοσιακή του ταυτότητα.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ
Η ιστορία των Σπετσών και η προσφορά του νησιού στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα έχει ταυτιστεί με τη μορφή και τη δράση της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Πρόκειται για μια γυναίκα σύμβολο που με αυταπάρνηση αφιερώθηκε στον αγώνα για τη λευτεριά. Το αρχοντικό της καπετάνισσας, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, λειτουργεί από τους απογόνους της ως μουσείο.
Η επίσκεψη στο σπίτι της Μπουμπουλίνας, γίνεται με τη βοήθεια ξεναγών, όπου ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να πληροφορηθεί με γλαφυρό τρόπο τη ζωή και τη δράση της Μπουμπουλίνας, από τότε που γεννήθηκε σε μια τούρκικη φυλακή, τη μύησή της στη φιλική εταιρεία, τη δράση της στη διάρκεια του αγώνα όπου κυριάρχησε στις ναυτικές επιχειρήσεις, ως και το άδοξο τέλος της καθώς σκοτώθηκε μέσα στο ίδιο της το σπίτι από ελληνικό βόλι, στη διάρκεια μια οικογενειακής διαμάχης.
Εκτός, όμως από τα βιογραφικά στοιχεία της θρυλικής Μπουμπουλίνας, ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να δει και να θαυμάσει το επιβλητικό αρχοντικό στο οποίο έζησε. Η ξενάγηση αρχίζει από την όμορφα διαμορφωμένη αυλή. Στο εσωτερικό του σπιτιού σώζεται τμήμα της επίπλωσης της καπετάνισσας και πολλά κειμήλια του αγώνα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι το ξυλόγλυπτο Φλωρεντιανό ταβάνι της μεγάλης σάλας. Στις αίθουσες του αρχοντικού – μουσείου ξεχωρίζουν οι συλλογές πυροβόλων όπλων και σπαθιών, οι χειρόγραφες επιστολές και οι χάρτες, οι μεταβυζαντινές εικόνες και οι υδατογραφίες των πλοίων. Επίσης, τα προσωπικά αντικείμενα της ηρωίδας κερδίζουν το θαυμασμό των επισκεπτών.

ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩΝ ΣΠΕΤΣΩΝ
Το Μουσείο των Σπετσών φιλοξενεί μοναδικά δείγματα της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού. Περιλαμβάνει την αρχαιολογική, την ιστορική και τη λαογραφική συλλογή του νησιού.
Στεγάζεται στο αρχοντικό του Χατζή Γιάννη Μέξη, του άρχοντα την περίοδο του Αγώνα. Το οίκημα αυτό οικοδομήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και δωρίθηκε στο ελληνικό κράτος το 1938 από τους τελευταίους κληρονόμους της οικογένειας Μέξη. Από τα εκθέματα του μουσείου ξεχωρίζουν τα αγγεία της πρωτοελλαδικής και κλασσικής περιόδου, τα γλυπτά και η συλλογή νομισμάτων που χρονολογούνται από τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή εποχή. Αξιόλογη είναι η συλλογή με τις βυζαντινές εικόνες και τις τοπικές ενδυμασίες.
Τα εντυπωσιακότερα εκθέματα είναι η σημαία της επανάστασης, οι προσωπογραφίες των Σπετσιωτών ηρώων και τα κειμήλια που θυμίζουν τη συμβολή των Σπετσών στον Αγώνα.


ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ
Πρωτοκατοικήθηκε προς το τέλος των Νεολιθικών Χρόνων (3000 π.Χ. περίπου) ενώ την εποχή του Χαλκού εγκαταστάθηκαν εδώ Θράκες. Γύρω στο 700 π.X. έφτασαν Αιολείς άποικοι και ίδρυσαν την πόλη της Σαμοθράκης στη ΒΑ πλευρά, όπου είναι σήμερα τα ερείπια της Παλαιόπολης. Η μεγαλύτερη ακμή του νησιού εμπορική και οικονομική σημειώθηκε κατά την Αρχαϊκή Εποχή (7ος-6ος αι. π.X.). Πήρε μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και έγινε μέλος της Α' Αθηναiκής Συμμαχίας περνώντας σε σταδιακή παρακμή, παρ'όλο που το Ιερό των Μεγάλων Θεών αύξησε την επιρροή του και έγινε θρησκευτικό κέντρο του Βορείου Αιγαίου. Σ' αυτό μυήθηκαν πολλές προσωπικότητες της αρχαιότητας (Ηρόδοτος, Φίλιππος Β'). H Θρησκεία των Μεγάλων Θεών έχει ρίζες προελληνικές. Στο κέντρο της λατρείας βρισκόταν η μορφή της Μεγάλης θεάς που εδώ είχε το όνομα Αξίερος και μερικοί την ταυτίζουν με τη Δήμητρα ή τη Μικρασιατική Κυβέλη. Η προστασία των ανθρώπων από τους κινδύνους της θάλασσας ήταν η ειδικότητα των Μεγάλων Θεών και αυτό είναι ο ένας από τους λόγους που τους έκανε τόσο δημοφιλείς σ' αυτόν τον λαό των θαλασσινών και των εμπόρων. Ο άλλος είναι η υπόσχεση της ηθικής ανύψωσης που έδινε η μύηση στα μυστήρια που όπως και εκείνα της Ελευσίνας κατάφεραν να κρατήσουν για πάντα τα μυστικά τους. Το ιερό έφτασε στο απόγειο της δόξας του την Ελληνιστική Εποχή εξασφαλίζοντας στο νησί ευημερία ως το 84 π.X. που καταστράφηκε. Την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας το ιερό γνώρισε νέα περίοδο άνθησης ως το 200 μ.X. που άρχισε η παρακμή του ύστερα από καταστρεπτικό σεισμό παρ'όλο που η λατρεία διατηρήθηκε ως τον 4ο αι. μ.Χ. Ο αυξανόμενος κίνδυνος από τις πειρατικές επιδρομές ανάγκασε τους κατοίκους να αποτραβηχτούν στην ενδοχώρα. Τα κατοπινά χρόνια πέρασε στην κυριαρχία του Γενοβέζου άρχοντα Γκατελούζι (1430), κατακτήθηκε από τους Τoύρκους (1457), καταστράφηκε το 1821 και απελευθερώθηκε μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.






Ο Ν. Λέσβου αποτελείται από τα νησιά : Λέσβο, Λήμνο και Aγιο Ευστράτιο. Η Λέσβος βρίσκεται στην είσοδο του Αδραμητηνού Κόλπου, η Λήμνος στα δυτικά του στομίου του Ελλήσποντου και ο Aγιος Ευστράτιος αποτελεί τη γωνιά του τριγώνου με τα δύο νησιά, προς τις Β. Σποράδες. Η έκταση του νομού είναι 2.154 τ. χλμ. και ο πληθυσμός 103.700 κάτοικοι. Πρωτεύουσα είναι η Μυτιλήνη. Διοικητικά διαιρείται σε τέσσερις επαρχίες : Λήμνου με πρωτεύουσα τη Μύρινα, Μηθύμνης με πρωτεύουσα τη Μήθυμνα, Μυτιλήνης με πρωτεύουσα τη Μυτιλήνη και Πλωμαρίου με πρωτεύουσα το Πλωμάρι.
ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
Έδαφος : Η Λέσβος είναι στο μεγαλύτερο μέρος της πεδινή, η Λήμνος εξ’ ολοκλήρου πεδινή και ο Aγιος Ευστράτιος ημιορεινός.Όρη : Το ψηλότερο βουνό στη Λέσβο είναι ο Λεπέτυμνος (968 μ.), στη Λήμνο η Σκοπιά (470 μ.) και στον Aγιο Ευστράτιο το Σημάδι (298 μ.).Πεδιάδες : Οι κυριότερες πεδιάδες της Λέσβου είναι του κόλπου του Γέρα και του κόλπου της Καλλονής. Η Λήμνος είναι ολόκληρη μία πεδιάδα.Ποταμοί : Απ’ όλο το νομό μόνο η Λέσβος έχει ποταμούς. Οι κυριότεροι είναι : ο Τινέγιας, ο Καλαμιάρης, ο Ευεργετούλας, ο Καβουροπόταμος, ο Τσουκνιάς, ο Τσιχλιώντας, ο Βούλγαρης και ο Κεχράδας.Λίμνες : Στη Λήμνο υπάρχει μια μικρή λίμνη, η Μεγάλη Λίμνη, που έχει αλμυρά νερά και παλιότερα ήταν λιμνοθάλασσα.Ακτές : Η Λέσβος είναι ένα από τα πιο πολυσχιδή νησιά της Ελλάδος. Η φυσιογνωμία της χαρακτηρίζεται από δύο βαθείς κόλπους : της Γέρας και της Καλλονής. Η Λήμνος έχει σχήμα ανώμαλου τετράπλευρου, που στη μέση εισχωρούν δύο κόλποι, ο κόλπος του Μούδρου και ο κόλπος του Πουρνιά, που τη χωρίζουν στα δύο, αφήνοντας μια στενή λουρίδα εδάφους. Ο Aγιος Ευστράτιος έχει τριγωνικό σχήμα, με κορυφές τα ακρωτήρια Τρυπητή, Ρούμπος και Aγιοι Απόστολοι.Κλίμα : Το κλίμα του νομού είναι εύκρατο, με ήπιο σχετικά χειμώνα και δροσερό καλοκαίρι.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ο Ν. Λέσβου θεωρείται από τους πλουσιότερους νομούς της χώρας. Κύριο ρόλο στην οικονομία του παίζει η ελαιοπαραγωγή. Καλλιεργούνται επίσης δημητριακά, όσπρια και βιομηχανικά φυτά. Η κτηνοτροφία παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην οικονομία. Η κύρια κτηνοτροφία είναι αυτή των προβάτων και περιορισμένη η αγελαδοτροφία. Κοντά στην πλούσια γεωργική παραγωγή αναπτύχθηκαν και βιομηχανίες που επεξεργάζονται την ελιά και τα υποπροϊόντα της. Σημαντική είναι επίσης και η βιομηχανία δερμάτων. Τα δύο νησιά, η Λέσβος και η Λήμνος, είναι πάνω στο δρόμο που ακολουθούν τα μεταναστευτικά ψάρια της Μαύρης Θάλασσας. Στα νερά τους γίνεται η μεγαλύτερη σε έκταση αλιεία στη χώρα μας. Η Μυτιλήνη δε αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κέντρα αλιευτικής βιομηχανίας.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Σύμφωνα με την παράδοση η Λέσβος οφείλει το όνομά της στον Λέσβο από τη Θεσσαλία, που αποίκισε το νησί μαζί με Λαπίθες. Κατά τους αρχαίους χρόνους γνώρισε μεγάλη ακμή, χάρη στην μεγάλη ναυτική της δύναμη. Στη συνέχεια έγινε μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Κατά τους Ελληνιστικούς Χρόνους ανήκε στους Πτολεμαίους. Στους Βυζαντινούς Χρόνους ανέπτυξε μεγάλη εμπορική δραστηριότητα και γνώρισε μεγάλη ακμή. Το 1462 κατακτήθηκε από τους Τούρκους, από τους οποίους ελευθερώθηκε το 1912.






Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ
Το 43 π.Χ καταστράφηκε από τους Ρωμαίους, αλλά στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες παρουσίασε νέα ακμή. Κατά την βυζαντινή εποχή, λεηλατήθηκε από τους Άραβες, που κατέστρεψαν και πήραν μαζί τους φεύγοντας και τον περίφημο "Κολοσσό της Ρόδου", τεράστιο χάλκινο άγαλμα με ύψος 31 μέτρα, έργο του Λίνδιου χαλκοπλάστη Χάρητα, μαθητή του Λυσίππου, που στήθηκε το 292 π.Χ. στο λιμάνι της και ήταν ένα από τα "εφτά θαύματα του αρχαίου κόσμου".
Λεηλασίες έκαναν επίσης οι Σαρακηνοί και οι Σελτζούκοι. Όταν την κατέλαβαν οι Σταυροφόροι, την έκαναν ναυτικό και εμπορικό τους κέντρο. Ουσιαστικά, ήταν στα χέρια των Γενοβέζων ναυάρχων και όταν ανακτήθηκε από το Βυζάντιο. Το 1309, ο ναύαρχος Βινιόλο πούλησε την Ρόδο στο τάγμα των Ιωαννιτών. Ο αρχηγός του τάγματος, ο "Μέγας Μάγιστρος" οικοδόμησε μνημεία. Έτσι, αντιμετώπισε η Ρόδος την πολιορκία του Μωάμεθ του Β' (1480).
Το 1522, την κατέλαβε ο Σουλεϊμαν ο Μεγαλοπρεπής κι έμεινα στα χέρια των Τούρκων ως το 1912. Τότε (4 Μαϊου 1912), την κατέλαβαν οι Ιταλοί και την κράτησαν ως το 1945, που ενώθηκε με την Ελλάδα.
Ο πληθυσμός της ήταν και είναι πάντοτε ελληνικός. Οι Ιταλοί προσπάθησαν με σκληρά μέτρα να εξιταλίσουν τους Έλληνες της Ρόδου, αλλά εκείνοι αντιστάθηκαν με όλα τα μέσα και διατήρησαν στα στήθη τους την εθνική φλόγα. Δεν τους πτόησαν ούτε η πείνα, ούτε οι διωγμοί, ούτε οι εκτελέσεις.
Στην περίοδο του Φασισμού, οι Ιταλοί έκναν μεγάλα σχέδια για την κατάκτηση της Α.Μεσογείου, με βάση τη Ρόδο. Γι'αυτό και για προπαγανδιστικούς σκοπούς με υποχρεωτική εργασία των Ρόδιων ίδρυσαν τα μεγάλα κτίρια, που κοσμούν τη νέα πόλη.
Εκτός από την ίδια την πόλη της Ρόδου μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι εξής τόποι: Η Αρχαία Ιαλισός, που βρίσκεται στα Δ. της Ρόδου, πάνω στο Όρος Αχαϊα, που τώρα λέγεται Φιλέρημος, από το ομώνυμο μοναστήρι. Στην ακρόπολη της Ιαλυσού σώζονται οι βάσεις αρχαίου ναού. Πλάι του είναι βυζαντινής εποχής χριστιανική εκκλησία και νεώτερο καθολικό μοναστήρι.
________________________________________
Η Κάμιρος, που βρίσκεται στην Δ. ακτή, κοντά στο χωριό Καλαβάρδα. Αποκαλύφτηκαν εκεί ερήπια του ιερού του Αταβύριου Δία και νεκροταφείο των μυκηναϊκών χρόνων με αξιόλογα ευρήματα.
Η Λίνδος, το τρίτο κέντρο της ροδιακής αρχαιότητας βρίσκεται στα Α., σε βραχώδη χερσόνησο. Έχει στα Δ. το όρος Κράνα. Σε οχυρό βράχο υψώνεται η ακρόπολη (ύψος 116 μέτρα) όπoυ η ανάβαση γινόταν με σκαλοπάτια σκαλισμένα στο βράχο. Βρέθηκαν εκέι λείψανα της νεολιθικής εποχής και σώζονται τα ερήπεια μιας στοάς δωρικούς ρυθμού, των Προπύλαιων, του ναού την Λινδίας Αθηνάς και του θεάτρου.
Στο ακροτήριο σώζεται ένα αρχαίο μνημείο, που λέγεται "Τάφος του Κλεόβουλου".
Άλλα αξιοθέατα της Ρόδου είναι και η ρεματιά με τις πεταλούδες και με ένα είδος σχίνου, που βγάζει ευωδάτο ρετσίνι, η ρεματιά με τα νούφαρο (τεχνητές λιμνίτσες) κ.ά.
Όλα τα αξιοθέατα της Ρόδου και οι σπουδαιότερες κωμοπόλεις συνδέονται μεταξύ τους με την πρωτεύουσα με ωραίους αυτοκινητόδρομους.





Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΑΜΟΥ
Η Σάμος, νησί του ανατολικού Αγαίου, απέχει μόλις 1500 μέτρα από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές, όπου άνθισε ο ελληνικός πολιτισμός της αρχαίας Ιωνίας. Ο επταστάδιος πορθμός των αρχαίων τη συνδέει με τη Μ. Ασία. Η ευνοϊκή της θέση στους θαλάσσιους δρόμους του αρxιπελάγους έπαιξε σημαντικό ρόλο για την εξέλιξή της.
Κατά την προϊστορική περίοδο, στο νησί έζησαν μεγαθήρια και άλλα σπάνια είδη ζώων εκείνης της εποχής. Τα οστά που βρέθηκαν από τον περασμένο αιώνα στην περιοχή των Μυτιληνών κοσμούν τις προθήκες παλαιοντολογικών μουσείων Αμερικής και Ευρώπης. Μερικά από τα παλαιοντολογικά αυτά ευρήματα βρίσκονται στο μουσείο των Μυτιληνιών της Σάμου που στεγάζεται σήμερα στο Ζημάλειο Ίδρυμα.
Ίχνη της πρώτης κατοίκησης ανθρώπου στη Σάμο εντοπίζονται στο λόφο του Κάστρου στο Πυθαγόρειο ήδη από τους ύστερους νεολιθικούς χρόνους (4η Έιλιετία π.΄.) Οι πρώτοι κάτοικοι ανήκαν σε πελασγικές φυλές που έφεραν και τη λατρεία της Ήρας. Κατά τη μυθολογία η Ήρα γεννήθηκε στις όχθες του ποταμού Ίμβρασσου και θεωρήθηκε προστάτις θεά της Σάμου. Γι' αυτό και συχνά εικονιζόταν το ιερό της πτηνό ο ταώς (παγόνι) σε σαμιακά νομίσματα. Στα νεότερα χρόνια,τα σύμβολατης Ηρας απεικονίσθηκαν στο θυρεό της ηγεμονίας Σάμου.
Το όνομα Σάμος πιθανόν έχει φοινικική προέλευση και σημαίνει τόπο υψηλό. Το νησί είχε και άλλες ονομασίες: Παρθενία, Ιμβρασία, Ανθεμίς, Δρυούσα, Δόρυσσα, Φυλλάς και άλλα.
Μετά τους Πελασγούς στη Σάμο κατοίκησαν Κάρες και Λέλεγες. Πρώτος μυθικός βασιλιάς της Σάμου υπήρξε ο Αγκαίος, ήρωας της αργοναυτικής εκστρατείας, που έχτισε τον πρώτο ξύλινο ναό της Ηρας και τοποθέτησε το ξύλινο ξόανο της θεάς. P> Στα μέσα του 6ου π. ΄. αιώνα η Σάμος παρουσίασε μεγάλη ανάπτυξη στο εμπόριο και τη ναυτιλία, τα γράμματα και τις τέχνες. Εκείνη την εποχή κατέλαβε την εξουσία ο τύραννος Πολυκράτης και επί των ημερών του έγιναν μεγάλα έργα όπως ο ναός της Ηρας, τα τείχη, το λιμάνι και προπάντων το εντυπωσιακό υδραγωγείο της αρχαίας πόλης, κοντά στο Πυθαγόρειο, το γνωστό Ευπαλίνειο όρυγμα, μήκους 1036 μέτρων, από τη μια πλευρά του βουνού στην άλλη. Στη διάρκεια των περσικών πολέμων κατακτήθηκε από τους Πέρσες. Στη συνέχεια απέκτησε την ελευθερία της και έγινε ισότιμο μέλος της αθηναϊκής συμμαχίας. Οταν όμως προσπάθησε να αυτονομηθεί από την αθηναϊκή ηγεμονία, αθηναϊκός στρατός και στόλος την πολιόρκησε και την υπέταξε. Κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο (431-404 π.΄.) πολέμησε στο πλευρό των Αθηναίων. Το 129 π.΄. κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, οι οποίοι απογύμνωσαν το νησί από πολλούς θησαυρούς και καλλιτεχνήματα που τα μετέφεραν στη Ρώμη. Αργότερα, τον 4ο μ. ΄. αιώνα περιήλθε στους βυζαντινούς, στο κράτος των οποίων ανήκε μέχρι την κατάλυση της αυτοκρατορίας από τους σταυροφόρους το 1204 μ.΄. Η Σάμος δοκιμάστηκε από πολλές επιθέσεις και λεηλασίες από πειρατές Αραβες, Βενετούς, Τούρκους και άλλους επιδρομείς. Διατήρησε όμως πάντοτε τον Έριστιανικό και ελληνικό χαρακτήρα της.
Περί το 1475 οι Σαμιώτες πιεζόμενοι από διάφορους λόγους που δημιουργούσαν ανασφάλεια - αρρώστιες, πείνα, επιδρομές - μετανάστευσαν στη ΄ίο και τις απέναντι ακτές. Ο πληθυσμός αραίωσε πάρα πολύ, ώστε πολλοί να αναφέρουν την περίοδο αυτή μέχρι το 1565 ως ερήμωση της Σάμου. Στα μέσα του 16ου αιώνα η Σάμος επανασυνοικίσθηκε με ελληνικούς - χριστιανικούς πληθυσμούς από διάφορα μέρη της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τους απογόνους των παλιών κατοίκων της., Στους νέους οικιστές παραχωρήθηκαν ιδιαίτερα προνόμια από το σουλτάνο, που θεμελίωναν μια μορφή αυτοδιοίκησης υπό την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης. Σιγά σιγά ο πληθυσμός της αυξήθηκε και σχηματίσθηκαν τα σημερινά χωριά της, πολλά απο τα οποία κράτησαν το όνομα του τόπου προέλευσης των πρώτων κατοίκων ή το όνομα των πρώτων οικογενειών, όπως π.χ. Βουρλιώτες, Μυτιληνοί, Κοντέικα, Σκουρέικα κλπ. Την ίδια περίοδο ιδρύθηκαν και τα μεγάλα μοναστήρια της Σάμου, η Μονή της Παναγίας του Βροντά, η Μονή της Μεγάλης Παναγίας ή της Παναγίας των πέντε οσπητίων, η Μονή του Τιμίου Σταυρού, της Αγίας Ζώνης, της Ζωοδόχου Πηγής, του Προφήτη Ηλία και τελευταία της Νέας Ζωοδόχου Πηγής ή της Αγίας Τριάδος στους Μυτιληνούς. Πρωτεύουσα του νησιού ήταν η Χώρα, όπου είχε την έδρα της και η υποτυπώδης οθωμανική διοίκηση αποτελούμενη από βοεβόδα, καδή και λίγους στρατιώτες. Το νησί διοικούνταν από τους Μεγάλους Προεστούς που βρίσκονταν κοντά στο βοεβόδα και εκλέγονταν από τους Μικρούς Προεστούς, τους δημογέροντες των χωριών, οι οποίοι συγκροτούσαν κατ' έτος Γενική Συνέλευση.
Στα τέλη του 18ου αιώνα κατέφυγαν στη Σάμο αρκετοί Έλληνες από την Πελοπόννησο και τα Επτάνησα. Το εμπόριο, η ναυτιλία, οι νέες ιδέες που διαδίδονταν στον κόσμο, η Γαλλική Επανάσταση, επέδρασαν και στην κοινωνία της Σάμου. Στους κόλπους της αναπτύΈθηκαν δυο παρατάξεις: οι Καρμανιόλοι, φορείς προοδευτικών ιδεών, και οι Καλικάντζαροι, συντηρητικών αντιλήψεων. Οι Καρμανιόλοι κατόρθωσαν να ελέγξουν την προυχοντική εξουσία το 1808-1812 και να εισαγάγουν νέους θεσμούς όπως η δικαιότερη φορολογία, η λογοδοσία των αρχόντων στην Γενική Συνέλευση, ο έλεγχος των οθωμανών υπαλλήλων. Οι Καρμανιόλοι ανέδειξαν ως αρχηγό τους τον Λογοθέτη Λυκούργο, που είχε σπουδάσει και υπηρετήσει στην Κωνσταντινούπολη και τις Παρδουνάβιες Ηγεμονίες.
Το 1821 οι Σαμιώτες επαναστάτησαν με επικεφαλής τον Λογοθέτη Λυκούργο, τον Μητροπολίτη Κύριλλο, τον καπετάν Κωσταντή Λαχανά, τον καπετάν Σταμάτη Γεωργιάδη και άλλους σημαντικούς Καρμανιόλους οι οποίοι είχαν μυηθεί στα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας. Απέκτησαν την ελευθερία τους από την τουρκική κυριαρχία και οργάνωσαν τη Σάμο με βάση τοπικό πολίτευμα τον "Στρατοπολιτικό Διοργανισμό της νήσου Σάμου". Με Γενικό Διοικητή τον Λυκούργο και την καλή οργάνωση που αυτός επέβαλε, κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τρεις μεγάλες επιθέσεις του τουρκικού στόλου και να διατηρήσουν την ελευθερία τους μέχρι τέλους. Το 1830, όταν με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου αναγνωρίσθηκε ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, η Σάμος δεν περιελήφθη στα όριά του. Οι Σαμιώτες δεν αποδέΈτηκαν αυτή την αδικία εις βάρος τους, ίδρυσαν ανεξάρτητη "Σαμιακή Πολιτεία" και συνέχισαν μόνοι να αγωνίζονται μέχρι το 1834 για να ενωθούν με την Ελλάδα. Δεν το πέτυχαν όμως. Οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, αποφάσισαν να αναγνωρισθεί η Σάμος αυτόνομη ηγεμονία υπό την επικυριαρΈία της Υψηλής Πύλης καταβάλλοντας σ' αυτήν ετήσιο φόρο υποτέλειας, ενώ η τελευταία δέχτηκε το νέο καθεστώς και παραχώρησε προνόμια ώστε να γίνει αποδεκτό από τους κατοίκους.
Παρά ταύτα, το ηγεμονικό καθεστώς εγκαθιδρύθηκε με τη βία στη Σάμο το καλοκαίρι του 1834, ενώ οι πρωτεργάτες της επανάστασης του 1821 και πολλοί Σαμιώτες υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Οργανικό χάρτη της Ηγεμονίας η διοίκηση του νησιού ασκούνταν από τον Ηγεμόνα, χριστιανό ορθόδοξο, αξιωματούχο της Πύλης, διορισμένο από το σουλτάνο, και από τη Βουλή η οποία απαρτιζόταν από τέσσερες βουλευτές εκλεγόμενους από τους πληρεξουσίους των χωριών της Σάμου. Οι πληρεξούσιοι συγκροτούσαν κατ' έτος τη Γενική Συνέλευση και αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο την νομοθετική εξουσία. Η εσωτερική διοίκηση ανήκε στον Ηγεμόνα, τη Βουλή και τη Συνέλευση, ενώ ταυτόχρονα οργανώθηκαν όλες οι υπηρεσίες που απαιτεί ένα αυτόνομο κράτος. Πρώτος ηγεμόνας διορίσθηκε ο Στέφανος Βογορίδης, ο οποίος μέσω των αντιπροσώπων του διοίκησε τυραννικά. Οι Σαμιώτες επανατάτησαν εναντίον του, το 1849, αξιώνοντας την απομάκρυνσή του και την τήρηση του Οργανικού χάρτη.
Από το 1851 και μετά τέθηκαν οι βάσεις μιας πιο ουσιαστικής αυτονομίας για τη Σάμο, με την εφαρμογή του Αναλυτικού χάρτη του 1850. Αρχισε να παγιώνεται το διοικητικό σύστημα, οργανώθηκαν δικαστήρια, συμβολαιογραφεία, ληξιαρχεία, ιδρύθηκαν σχολεία, άρχισαν να γίνονται δημόσια έργα και να κατασκευάζονται δημόσια κτίρια. Η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε οριστικά από τη ΄ώρα στο Λιμένα Βαθέος. Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η Σάμος παρουσιάζει εξαιρετική οικονομική και πολιτιστική εξέλιξη. Αναπτύχθηκε πολύ το εμπόριο, η ναυτιλία, η βιομηχανία, ιδιαίτερα στους τομείς της βυρσοδεψίας, της καπνοβιομηχανίας, της οινοποιίας. Ιδρύθηκαν τυπογραφεία και εκδόθηκαν βιβλία και εφημερίδες. Μεγάλη σημασία δόθηκε επίσης στην ανάπτυξη της παιδείας με τη δημιουργία σχολείων σε κάθε χωριό από το 1851-1852, του Πυθαγορείου Γυμνασίου και Ανωτέρου Παρθεναγωγείου από το 1855, Εμπορικής Σχολής στο Καρλόβασι αργότερα και Επαγγελματικής Σχολής στην πρωτεύουσα.
Υπό το ηγεμονικό καθεστώς η Σάμος έμεινε μέχρι το 1912, οπότε, ύστερα από επανάσταση με αρχηγό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη, κήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα στις 11 Νοεμβρίου 1912.
Σ' όλη τη διάρκεια του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου μέχρι το 1922 οι Σαμιώτες είχαν στενούς δεσμούς με τη Μικρασία. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή πολλοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο νησί, συντελώντας στη διαμόρφωση της κοινωνικής του φυσιογνωμίας στη διάρκεια του μεσοπολέμου.
Το 1941 η Σάμος γνώρισε την κατοχή από ιταλικά στρατεύματα ενώ στα βουνά της αναπτύχθηκε ισχυρό αντιστασιακό κίνημα κατά των κατακτητών. Υπήρξε το πρώτο ελληνικό έδαφος που απελευθερώθηκε προσωρινά το Σεπτέμβριο του 1943 μέχρι το Νοέμβριο, οπότε δέχτηκε καταστροφική επίθεση βομβαρδισμού από τη γερμανική αεροπορία, ξανακατακτήθηκε από τους Γερμανούς και απελευθερώθηκε οριστικά τον Οκτώβριο του 1944. Από το το 1946 μέχρι το 1949 γνώρισε τα δεινά του αδελφοκτόνου εμφυλίου πολέμου.
Μετά τον εμφύλιο η Σάμος άρχισε και πάλι να ανασυγκροτείται και να αναπτύσσεται. Στη δεκαετία του 1950 πολλοί Σαμιώτες μετανάστευσαν στην Αυστραλία και την Αμερική. Από τη δεκαετία του 1960 αρχίζει η τουριστική ανάπτυξη του νησιού που προχωρεί με αλματώδεις ρυθμούς μέxρι σήμερα. Το 1987 ιδρύθηκε στο Καρλόβασι το Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Μνημεία του αρχαίου πολιτισμού της συναντά κανείς σήμερα στα αρχαιoλογικά της μουσεία και σ' όλόκληρη την περιοχή της ΄ώρας από το Πυθαγόρειο μέχρι το Ηραίον, αλλά και σε άλλες περιοχές του νησιού. Η Σάμος διαθέτει επίσης Βυζαντινό - Εκκλησιαστικό μουσείο της Ι. Μητροπόλεως, δύο Ιστορικά Αρχεία (ένα κρατικό και ένα της Ιεράς Μητροπόλεως), Κεντρική Δημόσια Βιβλιοθήκη Παλαιοντολογικό Μουσείο (Ζημάλειο Ίδρυμα Μυτιληνών) και Λαογραφικό Μουσείο στο Πνευματικό Ιδρυμα Σάμου "Ν. Δημητρίου".
Ο νεότερος πολιτισμός της Σάμου αποτυπώνεται στους παραδοσιακούς οικισμούς των χωριών της, στις καταπληκτικές εκκλησίες της, οι περισσότερες των οποίων είναι του 18ου και 19ου αιώνα, στα μοναστήρια της, στα εντυπωσιακά νεοκλασικά κτίρια των πόλεών της, στα εργοστάσια βυρσοδεψείων, στα καπνεργστάσια και τις κρασααποθήκες στην πρωτεύουσα, στο Κοκκάρι, στον Αγ. Κων/νο, στο Καρλόβασι, που δείχνουν και τις κυριότερες επιχειρηματικές δραστηριότητες των κατοίκων της.
Τα ίχνη των ανθρώπων από διάφορες εποχές επιχειρούν να συνυπάρξουν στον ίδιο χώρο της Σάμου πλουτίζοντας την ιστορία της.






ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ
Α. ΔΙΑΦΟΡΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΔΟΘΗΣΑΝ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ
Πολύ δύσκολα και με ακρίβεια αυστηρού ιστορικού μελετητού θα είναι
για μένα να παρουσιάσω την ιστορία του νησιού από αρχαιοτάτων
χρόνων μέχρι σήμερον παρ΄ όλα αυτά θα προσπαθήσω να εκθέσω την
ιστορικότητά του βασιζόμενος σε ότι έχει γραφεί ή περιγράφεται και
διασώζεται από τις παραδόσεις αυτού του τόπου.
Η Αστυπάλαια το δυτικότερο νησί του συμπλέγματος των νησιών της
τωρινής Νομαρχίας Δωδεκάνησου πρωτοκατοικήθηκε κατά την αρχαία
εποχή από τους Κάρες οι οποίοι λόγω του χώματός της πού είναι κόκκοι-
νόχρωμο την ονόμασαν Πύρρα. Αργότερα το νησί μετονομασθεί σε
Πυλαία το όνομα αυτό το χρωστά σε κάποιον αρχηγό κατακτητών του νησιού ή κατ΄άλλους πού είναι και το πιο πιθανό από τις πολλές πύλες
δηλαδή τά πολλά φυσικά λιμανάκια πού έχει το νησί γύρω του.
Στην αρχαιότητα ή Αστυπάλαια εφημίζετο για τά πολλά πολύχρωμα
λουλούδια της για την πλούσια σε καρποφόρα δένδρα γεωργία της
για την κτηνοτροφία της και για το περίφημο μέλι της γι΄αυτό και άκρως
δικαιολογημένα την αποκάλεσαν Τράπεζα των Θεών.
Οι Ρωμαίοι την ονόμασαν Ιχθυόεσσαν και τούτο από τά πολλά ψάρια
πού είχε ή θάλασσα γύρω της όπως επίσης και από τά πολλά και αρίστης
ποιότητος σφουγγάρια της.
Επίσης κατά την ιδίαν εποχή φαίνεται να παίρνει και το σημερινό της όνομα Αστυπάλαια και τούτο επειδή πριν κατοικηθεί από τους Έλληνες την είχαν ως εμπορικό σταθμό οί Φοίνικες δικαιολογημένα λοιπόν ως
παλαιόν άστυ ονομασθεί Αστυπάλαια, κατ΄άλλους δε την ονομασία της
την οφείλει σε παλιά πολιτεία της Κω λεγόμενη Αστυπάλαια ή οποία κατεστράφη από μεγάλο σεισμό οί δε κάτοικοι της μετοίκησαν σε αυτό
το νησί δίνοντας του το όνομα της παλιάς τους πατρίδας.
Τον 13ον και 14ον μ.χ. αιώνα το νησί αποκτά και νέον όνομα Αστυνέα
τούτο δε το οφείλει στην βενετσιάνικη οικογένεια των Γκουερίνη Quirines
οί οποίοι επί τρεις αιώνες κυριαρχούσαν το νησί οί απόγονοι των οποίων ως ανάμνηση της παλιάς τους δόξας κρατούν τον τίτλο τους και υπο-γράφονται Quirini-Stampaglia.
Επίσης το νησί ονομάσθηκε αργότερα και Αστροπαλιά τούτο δε διά την λάμψην πού είχε κατά την αρχαιότητα ως άστρου σε ζοφερούς χρόνους
κατ΄άλλους δε για τον έναστρο ουρανό του τις ξάστερες νύχτες.
Οί κάτοικοι του νησιού αρέσκονται και στα δύο ονόματα να τους προσφωνούν Αστυπαλίτες ή Αστροπαλίτες.

Β. ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑ ΑΠΟ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ
Το νησί έχει πλούσια ιστορία λίγες όμως οι πηγές από όπου μπορεί κανείς να την αντλήσει με την βεβαιότητα ότι δεν κάνει λάθος ειδικότερα όταν αναφέρεται στους αρχαίους χρόνους, επειδή όμως το σύγγραμμα τούτο δεν είναι καθαρά ιστορικό απλώς θα παραθέσουμε όσα ήταν σε μας δυνατόν να συλλεχθούν και αυτά μετά μεγίστης δυσκολίας ,ζητούμε εκ των προτέρων την επιείκιαν του αναγνώστου.
Η Αστυπάλαια φαίνεται να ταξιδεύει ανά τους αιώνες εκτός ελαχίστων περιπτώσεων με το ίδιο όνομα ,κατά την μυθολογία φέρεται ως κόρη του Φοίνικα και της Περιμήδης έχουσα ως αδελφή της την Ευρώπη. Από το πάντρεμα δε της Αστυπάλαιας με τον Ποσειδώνα γεννήθηκαν δύο παιδιά ο Αργοναύτης Αγκαίος και ο Βασιλιάς της Κω Ευρύπυλος. Πρωτοκατοικήθηκε από τους Κάρες πού την ονόμαζαν Πύρρα από το κοκκινόχρωμα του εδάφους της,κατά τον Οβίδιο μετά πέρασε στην κατοχή της θαλασσοκράτειρας Κρήτης την εποχή του Μίνωα ,εξελληνίστηκε δε αργότερα από αποίκους Μεγαρείς,σύμφωνα δε με μία επιγραφή πού βρέθηκε τον 4ον αιώνα π.χ. στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου οι πρώτοι Αστυπαλιώτες ήταν Αργολικής καταγωγής σε τούτο δε συνηγορεί και η διαλεκτός τους.Αν και οι αρχαίοι συγγραφείς ελάχιστα είπαν για την Αστυπάλαια εν τούτοις πρώτον από επιγραφές πού ευρέθησαν και αναφέρονται σε κείνα τά απόμακρα χρόνια και δεύτερον από νομίσματα του 3ου,2ου ,και 1ου αιώνα π.χ.με τις κεφαλές του Διονύσου του Περσέα,Ασκληπιού και Αθηνάς πού ή σκαπάνη του αρχαιολόγου έφερε στο φώς μαθαίνουμε πώς το απόμακρο και μικρό νησάκι πού δεσπόζει στο κέντρο του Αιγαίου σημείωσε ακμή κατά την περίοδο εκείνη.Είχε βουλή και δήμον,πρυτανείο,στοά,αγορά, και ιερά όπου ελάτρευαν το Δία,τον Ασκληπιό,την Αθηνά,τον Ποσειδώνα,την Άρτεμη και τον Διόνυσο.Είχε νόμους και μάλιστα αυστηρούς πού την έκαναν ισάξια της ανθηρής ροδιακής εποχής.Από τους φορολογικούς καταλόγους της Αθηναϊκής ακμής μαθαίνουμε ότι για κάποιο χρονικό διάστημα το νησί υποτάχθηκε στην ηγεμονία των Αθηνών.Αργότερα το νησί υποτάχθηκε στους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου Πτο- λεμαίους της Αιγύπτου,χωρίς σοβαρές επιπτώσεις.
Κατά την Ρωμαϊκή περίοδο φαίνεται ότι οι Ρωμαίοι ουδέποτε κυρίευσαν το νησί τουναντίον συνήψαν συμμαχία με τους Αστυπαλιώτες το δε έγγραφο της συμμαχίας γραμμένο σε διπλό το κατέθεσαν το ένα στο ναό του Δία μέσα στο Καπιτώλιο και το άλλο στο ναό της Αθηνάς και του Ασκληπιού στην Αστυπάλαια. Το συμβόλαιο αυτό ανανεώθηκε το 105 π.χ.και η Αστυπάλαια πήρε από τους Ρωμαίους την προσωνυμία CIVITAS FOEDERATA. Είναι βέβαιον ότι το νησί γνώρισε πολύ καλλούς καιρούς κατά την αρχαιότητα,διέπρεψε στην ναυτιλία με πλούσιο και σημαντικό στόλο ανεπτύχθη το εμπόριο σε μεγάλο βαθμό τόσο διότι οί Φοίνικες και οι άλλοι θαλασσινοί της εποχής εκείνης την θεωρούσαν ως αξιόλογη εμπορική σκάλα,οσο και γιατί συνέδεε την Δύση με την Ανατολή Πε-ρισσότερο δε την Κω την Ρόδο την Κύπρο και την λοιπή Ελλάδα.
Οι Αστυπαλίτες δημιουργούν και αποικίες στην Μεσόγειο. Τά πολλά φυσικά λιμάνια του νησιού λειτουργούν διά τους Ρωμαίους ως φυσικοί όρμοι για τις επιδρομές τους εναντίον των κουρσάρων μη επιτρέποντας σε κανέναν την εποχή εκείνη να κατακτήσει την Αστυπάλαια.Ο πλούσιος τόπος του νησιού προσφέρει τά πάντα στους κατοίκους του πού είχαν αναπτύξει τά μέγιστα την γεωργία και την κτηνοτροφία,μάλιστα τόσο πολύ καλλιεργούσαν το έδαφος της πού κάποτε πού οι πολλοί λαγοί κατέστρεφαν τά σπαρτά τους κατέφυγαν στο μαντείο των Δελφών για να μάθουν τι πρέπει να κάνουν και με ποιο τρόπο θα απαλλαγούν από αυτό το κακό.Τότε η Πυθία τους απάντησε, < Κύνας τρέφειν και κυνηγετείν .> Ο Πλίνιος κάμνει λόγον για τά σαλιγγάρια του νησιού και τους αποδίδει θεραπευτικές ιδιότητες. Αξιον αναφοράς είναι το ότι στην Αστυπάλαια δεν υπάρχουν καθόλου φίδια τόσο εντύπωση δε είχε κάνει ανά τον τότε κόσμο την εποχή εκείνη πού ασχολήθηκε σε σύγγραμμα του ο Αριστοτέλης και δίκαια έγραψε ότι < εχθρόν είναι τοίς όφεσιν ή των Αστυπαλαίων γή >.Πράγματι και σήμερα δεν υπάρχουν φίδια στην Αστυπάλαια λέγεται δε ότι από περιέργεια κάποτε έφεραν προκειμένου να διαπιστώσουν τις αντιδράσεις των και εκείνα αφού τά άφησαν στο έδαφος και υπό παρακολούθηση μετά από μερικές ώρες ανεξήγητο πώς εψόφησαν. Την εποχή εκείνη η Αστυπάλαια εξέθρεψε δύο πολύ σημαντικά πρόσωπα τον φιλόσοφο και ιστορικό συγγραφέα Ονεισίκριτο και τον μεγαλόσωμο αθλητή Κλεομήδη ,τους οποίους σχεδόν τους είχαν θεοποιήσει. Ο Κλεομήδης όμως έχασε την εκτίμηση τόσον των κατοίκων της Αστυπάλαιας όσον και των κατοίκων της υπολοίπου Ελλάδας από ένα φοβερό περιστατικό πού του συνέβη σε ένα αγώνα πυγμαχίας του κατά την διάρκεια της 71ης Ολυμπιάδας στην Ολυμπία με τον Επιδαύριο πυγμάχο ΄Ικκο,αναφέρεται ότι τόση μανία τον κυρίευσε να κερδίσει την δάφνη της Ολυμπίας βγαίνοντας νικητής πού με δυνατό και αντικανονικό χτύπημα σκότωσε τον αντίπαλο του Ικκο.
Οι ελλανοδίκες < κριτές των τότε Ολυμπιακών αγώνων>ένεκα του ότι παραβίασε του κανόνες του συγκεκριμένου αθλήματος πού πρέπει να σέβονται όλοι οι πυγμάχοι, εκτός του ότι του αφαίρεσαν την νίκη πού τόσο ποθούσε τον υποχρέωσαν να πληρώσει και πρόστιμο 40 ταλάντων αρκετά σημαντικό ποσό για την εποχή εκείνη.Η εξέλιξη αυτή εστοίχησε τόσο πολύ στον συγκεκριμένο αθλητή πού έχασε τά λογικά του,δεν είναι και λίγο να ξέρεις ότι αφαίρεσες την ζωή κάποιου συνανθρώπου σου και μάλιστα κατά την διάρκεια ευγενών αγώνων όπως οι των Ολυμπιακών αγώνων πού μέχρι και πόλεμοι σταματούσαν για να γίνουν. οι τύψεις πού ένοιωθε για το ατύχημα πού προκάλεσε από την μια μεριά και ή περιφρόνηση του κόσμου από την άλλη τον έφεραν σε τόσο περίεργη ψυχολογική κατάσταση πού δεν ήξερε τι έκανε.Ο γιγάντιος αυτός ήρωας είχε ευαίσθητη ψυχή,δεν άντεξε το χτύπημα της μοίρας και κάποια μέρα σε ένα παροξυσμό της τρέλας του μπήκε σε ένα σχολείο την ώρα πού γινόταν το μάθημα και πιάνοντας την κεντρική ξύλινη κολόνα πού κρατούσε την στέγη την γκρέμισε με αποτέλεσμα να καταπλακωθούν εξήντα παιδιά.Οί κάτοικοι εξαγριωμένοι άρχισαν να τον κυνηγούν σε βουνά και σε λαγκάδια για να τον σκοτώσουν,ο Κλεομήδης τότε προ-κειμένου να γλυτώσει τον λιθοβολισμό κατέφυγε στον Ναό της Θεάς Αθηνάς όπου κλείστηκε ερμητικά σε ένα κασόνι πού βρήκε στο ιερό του Ναού.Οί Αστυπαλίτες φθάνοντας στον ναό βρήκαν το κασόνι προσπάθησαν να το ανοίξουν και επειδή δεν άνοιγε το έσπασαν,όλως παραδόξως το κιβώτιο ήταν άδειο, αμέσως έστειλαν επροσώπους τους στο μαντείο των Δελφών για να μάθουν τι απέγινε ο τρελός πρωταθλητής και έλαβαν την ακόλουθο απάντηση <Ύστατος ηρώων Κλεομήδης Αστυπαλαιεύς,όν θυσίαις τιμάθ΄άτε μηκέτι θνηντόν εόντα.> Μετά την απάντηση αυτή του μαντείου των Δελφών όπως μας κάνει γνωστό ό Παυσανίας και ο Πλούταρχος ο Κλεομήδης ετιμάτο ως ήρωας. Φαίνεται πώς μετά την συμμαχία πού συνήψε ή Αστυπάλαια με τους Ρωμαίους ή οποία ανανεώθηκε ως προαναφέραμε το 105 π.χ. έδωσε είς αυτήν το προνόμιον της αυτονομίας ή οποία διατηρήθηκε μέχρι του αυτοκράτορα Μάρκου Αντώνιου Γορδιανού. Η Αστυπάλαια από μνημεία πού ευρέθησαν ως αναφέρεται από κάποιον τσοπάνη Γεράσιμο Σταβλά στην σπηλιά του Νέβρου πού τόλμησε να την επισκευθή με τους συντρόφους του το 1943 πρέπει να γνώρισε τον Χριστιανισμό πολύ γρήγορα και μάλιστα κατά την περίοδο των διωγμών διαφορετικά δεν εξηγείται ή εύρεσης ιερού στο βάθος αυτής της σπηλιάς φαίνεται ότι οι πρώτοι Χριστιανοί χρησιμοποιούσαν το σπήλαιο ως χώρο λατρείας κατά την περίοδο των μεγάλων διωγμών.
Ο χρόνος κυλάει, δημιουργείται το Βυζάντιο, η Αστυπάλαια ανήκει είς την σφαίρα επικράτειας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,φαίνεται ότι οι τότε Αστυπαλίτες δεν κατόρθωσαν με κινήσεις τους να διατηρήσουν το ενδιαφέρον του Βυζαντίου γι΄αυτούς και κατ΄αυτόν τον τρόπο απομονώθησαν.Τίποτα δεν μαρτυρεί στο νησί την παρουσία του Βυζαντίου, ούτε και υπάρχουν πληροφορίες γι΄αυτήν την χρονική περίοδο,ίσως οι πολλές επιδρομές των κουρσάρων πού ανθούσαν εκείνη την εποχή να κούρασαν τόσο πολύ τους κατοίκους της νήσου, πού δεν δίστασαν να την εγκαταλείψουν.Από την έλειψη οποιασδήποτε πληροφορίας της συγκεκριμένης εκείνης χρονικής περιόδου συμπεραίνει κανείς, ότι θα πρέπει το νησί να έμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα ακατοίκητο. Η Αστυπάλαια έρχεται στο προσκήνιο της ιστορίας μετά την κατάληψη του Βυζαντίου από τους Φράγκους κατά την τέταρτη σταυροφορία το 1204 μ.χ.Τότε στην μοιρασιά πού έκαναν οι Φράγκοι στα νησιά του Αιγαίου, ό δούκας της Νάξου Μάρκος Σανούδος παραχώρησε το νησί το 1207 μ.χ. στο βενετσιάνο αριστοκράτη Ιωάννη Κουϊρίνη.Το πρώτο μέλημα του Κουϊρίνη ήταν η προστασία του από τους κουρσάρους , γι΄αυτό και άρχισε να χτίζει το Κάστρο, θεωρείται δικαίως ως ο πρώτος κτίτορας του Κάστρου.Για πολλά χρόνια ακόμα ή Αστυπάλαια στενάζει υπό την Φράγκικη κατοχή και την αυταρχική διοίκηση του Κουϊρίνη .Το 1269 επανακατακτάται από τους Βυζαντινούς σε μία επιδρομή τους με επικεφαλής τον Ναύαρχο Λικάριο,ή κυριαρχία του Βυζαντίου διήρκησε περί τά 41 χρόνια ,οπότε το 1310 ο απόγονος του Κουϊρίνη Ιωάννης ο Β΄ Κουϊρίνη με την βοήθεια του Μάρκου Γριμάνη ξανακυριεύει το νησί και εγκαθίσταται ως ηγεμόνας του,είναι το τρίτο νησί πού ηγεμονεύει έχει προηγηθή ή Τήνος και ή Μύκονος μάλιστα από την Διοίκηση της Βενετίας έχει αποκτήσει το τίτλο του κόμητα της Τήνου.Επιχειρεί εποικισμό της ακατοίκητης πλέον Αστυπάλαιας από τα δύο άλλα νησιά πού ήταν υπό την κυριαρχία του, στην αρχή τά κατά- φέρνει , θέλει μάλιστα να δώσει στο νησί το όνομα Αστυνέα και στον εαυτό του τον τίτλο του κόμη της Αστυνέας και ενώ όλα εξελίσσονται ομαλά για τά σχέδια του, η διοίκηση της Βενετίας του τά χαλάει όλα, τον υποχρεώνει να ξαναστείλει στα νησιά τους τις οικογένειες πού είχε ξεσηκώσει από αυτά,δεν αποδέχεται την καινούργια ονομασία της νήσου και δεν του δίνει τον πολυπόθητο από αυτόν τίτλο του κόμη της Αστυνέας. Σιγά σιγά ή Αστυπάλαια ξανακατοικείται και βρίσκει τον παλιό καλό της εαυτό.Εκτός από ένα μικρό διάλειμμα κατακτήσεως της νήσου από τον εμίρη του Αϊδινιού Ομέρ Μπέη Μορβασσάν το 1341 η οικογένεια Κουϊρί νη παραμένει κυρίαρχη της νήσου σχεδόν επί 300 χρόνια.
Κατά την ίδια χρονική περίοδο φαίνεται ότι κτίζεται και το Κάστρο του Αη Γιάννη χωρίς να υπάρχουν επίσημες πληροφορίες επ΄αυτού στο κεφάλαιο για τά Κάστρα της Αστυπάλαιας θα αναφερθούμε εκτενέστερα γι΄αυτό το θέμα,το σίγουρο είναι ότι υπήρχε αυτό το κάστρο και τούτο γιατί ελάχιστα απομεινάρια του το μαρτυρούν.Κατά την διάρκεια της κυριαρχίας των Κουϊρίνη το Κάστρο της Αστυπ. ανακαινίζεται και μεγαλώνει αυτό δε πού δεν πέτυχε ο Ιωάννης Κουϊρίνη ο Β΄το πέτυχε ο απόγονός του Ιωάννης Κουϊρίνη ο Δ΄,κατόρθωσε και τιτλοφορήθηκε τον Μάρτιο του 1413, < κόμης της Αστυνέας>.Η προσπάθειά του για εποικισμό του νησιού αποτυνχάνει,άλλωστε οι συνεχείς επιδρομές των κουρσάρων από την μια μεριά και των Τούρκων από την άλλη δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αυτό τον σκοπό.Ο πληθυσμός της Αστυπάλαιας λιγοστεύει επικίνδυνα.Οι Κουϊρίνη χάνουν την κυριαρχία τους στο νησί για πάντα όταν το 1537 φθάνει στα νησιά του Αιγαίου ο Φοβερός Βαρβαρόσσας και καταλαμβάνει αμαχητί σχεδόν όλα τά νησιά της Δωδεκάνησου μεταξύ των οποίων και την Αστυπάλαια η οποία δηλώνει άμεση υποταγή.Το 1540 σε συνθήκη πού υπεγράφη μεταξύ Ενετών και Τούρκων το νησί παραχωρείται οριστικά στους τελευταίους.Τότε οι Τούρκοι σύμφωνα με ιερό τους νόμο πού προβλέπει παραχώρηση πολλών προνομίων σε εκείνους πού δηλώνουν άμεση υποταγή, παραχώρησαν πολλά προνόμια στην Αστυπάλαια μεταξύ των οποίων το της αυτοδιοίκησης επλήρωναν δε μόνον έναν μικρό φόρο στους κατακτητές ο οποίος ήταν ετήσιος και ονομάζετο <μακτού>.Οί Αστυπαλίτες με τους λιγοστούς Τούρκους ζούν ειρηνικά χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα ,διατηρούν την Ελληνικότητά τους ,την θρησκεία τους την γλώσσα τους πού ήταν και ή επίσημη γλώσσα ανάμεσα στις κοινοτικές αρχές του τόπου όσο και στις αρχές της Ρόδου και της Πύλης .Αναπτύσσουν το εμπόριο και την σπογγαλιεία, κατασκευάζουν σκάφη για μεταφορά των εμπορευμάτων και οι κάτοικοι ζουν πολύ καλύτερα από ότι την εποχή των Κουϊρίνη,τά πλοία πού έχουν τους δίνουν ιδιαίτερη προνομιακή θέση μεταξύ των άλλων νήσων και ισχύ.Αυτό βοήθησε κατά πολύ, όταν το γένος ξεσηκώθηκε το 1821 κατά των Τούρκων ή Αστυπάλαια με την δύναμη κυρίως την ναυτιλιακή πού είχε βοήθησε τά μέγιστα και η συμμετοχή της στην Ελληνική επανάσταση κρίνεται ως σημαντική. Παύονται τά προνόμια πού είχαν από τους Τούρκους και ή Αστυπάλαια γίνεται στόχος επιδρομών από κουρσάρους πού αρπάζουν ότι υπάρχει καλό στο νησί και το απογυμνώνουν, χάνει την δύναμη της και οι κάτοικοι της περιορίζονται στην γεωργία στην κτηνοτροφία και την αλιεία. Το νησί κατά την περίοδο εκείνη εδέχθη επισκέψεις και πολλών Φιλελλήνων όπως του Γάλλου H.Bisson κυβερνήτου μιάς καταδρομικής κορβέτας ο οποίος είχε προσορμιστεί λόγω μεγάλης τρικυμίας στο λιμάνι της Μαλτεζάνας το 1827. Εκεί του επετέθησαν δύο μεγάλα πειρατικά καράβια και αφού επί ώρες πολέμησε γιγάντια μαζί τους και βλέποντας ότι δεν θα τα κατάφερνε τελικά να τους αποκρούσει, προκειμένου να πέσει στα χέρια τους απόφασησε και έβαλε φωτιά στην μπαρουταποθήκη του πλοίου του και ανατινάχτηκε μαζύ με αυτό στον αέρα. Το 1828 η Αστυπάλαια παραχωρείται για λίγο στην τότε Ελλάδα. Το 1830 σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Λονδίνου οι Μεγάλες προστάτιδες δυνάμεις αποφασίζουν και επιστρέφουν την Αστυπάλαια στην Τουρκία Η απογοήτευση υπήρξε μεγάλη, αξιοσημείωτη είναι η διαμαρτυρία της Γερουσίας της Ελλάδος προ τις τότε μεγάλες δυνάμεις <Οι κάτοικοι των δυστυχών τούτων μερών με τι βλέμμα θα ίδωσιν,ότι αυτοί, Οι πρώτοι υπερασπίστε της Ελληνικής υποθέσεως ,επαναπίπτουσιν είς την δουλείαν ,ενώ ελευθερούσιν τους συμπολεμιστάς των,Ο αποκλεισμός των νήσων θα ωθήσει είς εκπατρισμών ανθρώπους απηλπισμένους............... Πράγματι αυτό συνέβη, η καταπίεση και η σκληρή διοίκηση των Τούρκων πού δεν είχαν πλέον καμιά σχέση με τους Τούρκους της περασμένης περιόδου, ανάγκασε πολλούς από τους κατοίκους να ξενιτευτούν και το νησί ( F1) πέφτει σε περίοδο μαρασμού, μέχρι το 1912 πού περνάει στα χέρια των Ιταλών.Μία καινούργια περίοδος για την Αστυπάλαια ανοίγει όπως και για όλα τά Δωδεκάνησα .Αποτινάσσεται μέν ο Τουρκικός ζυγός και κυριαρχεί ο Ιταλικός αυταρχισμός ,έχουμε μια καινούργια κατοχή, την Ιταλική. Η παρουσία των Ιταλών είναι διακριτική, περιορίζεται σε ένα μικρό κλιμάκιο ανδρών τόσων όσοι κρίνονται αρκετοί για να διοικήσουν το νησί, ιδρύουν το Διοικητήριο και η συμπεριφορά τους απέναντι στους ντόπιους είναι άκρως δικαία και φανταστική, προσπαθούν να προσφέρουν ότι το καλύτερο μπορούν από τον εαυτό τους προβιβάζουν την επικοινωνία του νησιού με τα άλλα νησιά, εφοδιάζουν τό νησί με όλα όσα του λείπουν από πλευράς τροφίμων, δρομολογείται καράβι Ιταλικό κάθε δέκα πέντε μέρες και γενικά ή όλη συμπεριφορά τους φανερώνει ανθρώπους πού θέλουν το καλό του νησιού. Ξέρουν τι κάνουν, σκέπτονται να κρατήσουν τα όμορφα νησιά μας δικά τους για πάντα, πρέπει πάσει θυσία οι κάτοικοί των όχι απλώς να τους συμπαθήσουν αλλά να εξιταλισθούν ,κάτοικοι της Αστυπάλαιας πού έζησαν εκείνη την περίοδο την περιγράφουν με τα πιο ωραία χρώματα, και τούτο γιατί από τους γονιούς τους και παππούδες τους είχαν άσχημες περιγραφές για την ζωή πού ζούσαν κάτω από τον Τουρκικό ζυγό, συγκρίνοντας αυτά τα ακούσματα της τότε ζωής με την σημερινή πού τους προσέφεραν οι Ιταλοί, έβλεπαν ότι τώρα δεν υπήρχε καταπίεση ,η ζωή τους γινόταν όλο και πιο άνετη ,ησύχασαν από κάθε πλευρά και προπαντός δεν ανησυχούσαν για το αύριο, αυτό άφηναν να το σκέπτονται οι Ιταλοί των οποίων φυσικά τα σχέδια οι απλοί άνθρωποι του νησιού δεν ήταν δυνατόν να τα γνωρίζουν.
Θα μού επιτρέψετε εδώ να ασχοληθώ εκτενέστερα με την περίοδο εκείνη της Ιταλικής κατοχής και μετέπειτα της Γερμανικής παραθέτοντας περιστατικά και συμβάντα μεταξύ των Ιταλών και Αστυπαλιτών ως και Γερμανών μετά των ντόπιων και των Ιταλών.Με την εγκαθίδρυση των Ιταλών στο νησί άρχεται μία χρονική περίοδος για την Αστυπάλαια πού τουλάχιστον κάθε λαό πού έχει διατελέσει υπό κατοχή ξενίζει ,απορεί και εξανίσταται με την γαλοντόμο συμπεριφορά των κατακτητών και χωρίς δυσκολία παραδέχεται ότι οι νησιώτες διέρχονται χρονική περίοδο ευτυχίας η ακινησία δεν υπάρχει πλέον έργα γίνον- ται στο νησί, διανοίγονται δρόμοι ,φτιάχνονται γεφύρια το νησί σφύζει από ζωή απασχολείται πολύς κόσμος στα έργα δεν είναι πλέον επιτακτική ανάγκη να ξε- νητευτεί ο νησιώτης αφού το μεροκάματο του προσφέρεται απλόχερα από τους Ιταλούς .Δημιουργούνται τόσο καλές σχέσεις μεταξύ ντόπιων και ξένων πού θα τις ζήλευε και ο πιο αισιόδοξος πού ασχολείται για τις σχέσεις μεταξύ των λαών .Καλές σχέσεις σημειώνομε εδώ οι οποίες δεν επιβάλλονται από κατακτήσεις με διάφορους τρόπους των λαών όπως στην προκειμένη περίπτωση των νησιών της Δωδ/σου ,της Αστυπάλαιας, αλλά δημιουργούνται μετά από συνεργασία σε όλα τα θέματα μεταξύ των λαών σεβόμενος ο ένας την Ιστορία τα ήθη και τα έθιμα του άλλου ως και κάθε είδους ιδιοσυγκρασία και ιδιαιτερότητα κάθε λαού, έτσι χτίζονται όμορφες φιλίες μεταξύ των λαών και προσπερνιούνται προβλήματα δύσκολα με σκοπό την ευτυχία του κάθε λαού. Επρόκειτο εδώ για κάτι τέτοιο, υπήρχε αγνή πρόθεση? Ή ήταν προπέτασμα καπνού για μια πολύ μεγαλύτερη επιχείρηση των φίλων μας Ιταλών ή οποία εστηρίζετο μόνον στο συμφέρον της τότε Ιταλίας και τα σχέδια αυτής και των αγαπητών συμμάχων? Εάν εξετάσουμε την Ιστορία του γένους μας θα διαπιστώσουμε ότι ποτέ τίποτε δεν μας χαρίστηκε και οτιδήποτε μας προσφέρεται και το θεωρούμε μεγάλη επιτυχία μας πολύ γρήγορα ανακαλύπτουμε ότι πίσω από αυτό πού δήθεν πετύχαμε κρύβονται συμφέροντα μεγάλων Εθνοτήτων πού έχουν την δυνατότητα να επιβάλλουν τα θέλω τους με τον ένα τρόπο ή τον άλλο γι αυτό θα πρέπει να είμεθα προσεκτικοί σε ότι απλόχερα μας προσφέρεται, πάντα κάτι θέλουν από εμάς τήν μικρή Ελλαδίτσα αλλά μεγάλη και απροσπέλαστη σε Ιστορία .Σήμερα εξετάζοντας προσεκτικά το τι γινόταν τότε διαπιστώνομαι ότι όλα ήταν ένα πλούσιο σε σενάριο σχέδιο αφελληνισμού των Δωδ/σων, γι΄αυτό και δικαιολογούνται τα Ιταλικά Σχολεία πού δημιουργούνται και επιβάλλεται ή εκμάθηση της Ιταλικής γλώσσης γι΄αυτό γίνεται προσπάθεια καταργήσεως της Ορθοδοξίας και αντικατάστασής της από την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησία,το σχέδιο αυτό αποτυγχάνει παταγωδώς γιατί η θρησκεία για τον Έλληνα είναι η τροφή και ο αέρας πού τον κρατάει στην ζωή,γι΄αυτό υπάρχει αυτή ή γαλαντόμος ως προ αναφέραμε συμπεριφορά του κατακτητού με μέσον το ψεύτικο και αναξιοπρε- πές γαμόγελο της ψεύτικης ευγένειας προσπαθείς να περάσεις τα σχέδιά σου καταπατώντας συναισθήματα και συνείδηση ενός λαού πού από την φύση του κοροϊδεύεται μόνον προσωρινά γρήγορα ξυπνά και ξανά προς την δόξα τραβά.
(F1)Κατά τίς τελευταίες δεκαετίες της Τουρκικής Κατοχής ο Στρατός των Τούρκων μειώνεται αισθητά στο νησί παραμένει μόνον ο Αγάς και δέκα ακόμα Τούρκοι πού εκτελούν χρέη διοίκησης,η συμπεριφορά των έναντι των Ελλήνων Αστυπαλιτών γίνεται καλύτερη έως άριστη ουδεμία σχέση έχουσα με την προγενέστερη τοιαύτη, ειδικότερα ή χρονική περίοδος μεταξύ του 1800 και 1912. Τούτα δε ως και τα υπόλοιπα πού θα αναφέρουμε τα γνωρίζουμε από αφήγηση της Κυρανώς Παπαγιάννη και είναι σύμφωνα με τα όσα ή μητέρα της Ευφροσύνη Μιχαήλ Γεωργιάδου σύζυγος του Μιχάλη Παπαγιάννη της αφηγήθηκε καθ΄’ότι έζησε την περίοδο εκείνη και είχε ιδίαν αντίληψη όλων των όσων συνέβαιναν. Βέβαια ήταν μικρό παιδάκι τότε αλλά σχημάτιζε ασφαλή γνώμη για τα όσα συνέ- βαιναν στο νησί όχι μόνον εξ ιδίας αντιλήψεως ως προαναφέραμε αλλά και από τα ακούσματα των γύρων τη ς.Γεννήθηκε το 1899και πέθανε το 1976,γεννήθηκε δε μέσα στο Κάστρο και η ενορία είς την οποία ανήκε ήταν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Το Κάστρο τότε ήκμαζε ήταν πυκνοκατοικημένο, τα σπίτια πού ήσαν μέσα σε αυτό ήταν τριώροφα μεταξύ των δε επικοινωνούσαν με μικρά στενά δρομάκια καλτιρίμια στρωμένα με στρογγυλές μικρές πέτρες. Ζούσαν τότε μέσα στο Κάστρο περίπου 500 άνθρωποι επί συνόλου πληθυσμού του νησιού σε 2500 περίπου άτομα, και εδιοικούντο από τον Αγά καί δέκα Τούρκους τους οποίους έλεγαν Τζαφτιέδες καί εκτελούσαν χρέη σημερινής Αστυνομίας.Ο Αγάς Τούρκος με τον τότε Δήμαρχο πού αλλιώς λεγόταν μουαβίνης και με τους προύχοντες του νησιού είχε αναπτύξει άριστες σχέσεις και περνούσαν όλοι καλά.Οί γυναίκες των Τούρκων έκαναν παρέα με τις Αστυπαλίτισες και αποσπέριζαν αντάμα.Ένα φεγγάρι ήταν Μουαβίνης ο Δημήτρης ο Γεωργιάδης προπάππους του Δασκάλου Γιάννη Γεωργιάδη πατέρα του Στέφανου Γεωργιάδη ο οποίος προς όφελος του νησιού είχε αναπτύξει πολύ καλές σχέσεις με τον Αγά στο σπίτι του οποίου πήγαινε πολλές φορές ή ανιψιά του Ευφροσύνη Γεωργιάδη πού προαναφέραμε και παίζοντας με τα παιδιά του Αγά ,σημειωτέον ότι οι Τούρκοι είχαν και τις οικογένειές τους στο νησί, έμαθε αρκετά Τουρκικά πού τις έφθαναν για να συνενοείτο με τα παιδιά του Αγά .Το σπίτι του Αγά λεγόταν κονάκι και χρησίμευε και ως Διοικητήριο .Νερό το Κάστρο μέσα δεν είχε ούτε τα σπίτια είχαν στέρνες γι΄αυτό και εξ αυτής της ανάγκης όσα σπίτια εκτίζοντο εκτός Κάστρου το πρώτο το οποίο έκαναν ήταν η στέρνα και μετά το σπίτι, εθεωρείτο μεγάλο προνόμιο την εποχή εκείνη το σπίτι να είχε στέρνα η οποία γέμιζε από βρόχινο νερό ή δε χλωρίωσή του γινόταν μόνον με ασβέστη καθ΄ότι δεν υπήρχε τίποτε άλλο. ΄Έτσι οι διαμένοντες μέσα στο Κάστρο ως και τα σπίτια τα οποία δεν είχαν στέρνα επρομηθεύοντο νερό από τις τότε πηγές οι οποίες υπάρχουν και σήμερα και οι οποίες (σημειώνομαι ενταύθα την επιτακτική ανάγκη συντηρήσεώς των ως ηθική υποχρέωση απέναντι της Ιστορίας αυτού του τόπου)είναι έξω από το τότε χωριό το οποίο περιορίζετο στο Κάστρο και γύρω από αυτό.Οι πηγές ήταν α) του πουλιού σημερινή τοποθεσία Αγίων Αναργύρων στο σημερινό περιφερικό δημόσιο δρόμο β) Η πηγή του παπά Ρουσετού πού είναι στο δρόμο πούθ κατεβαίνει στο λειβαδι και γ) Η πηγή του Τσισεμέ πού είναι λίγο πιο πάνω από την πηγή του παπά Ρουσετού. Το νερό το κουβάλαγαν με την λαϊνα στον ώμο και όλος ο εφοδιασμός από νερό όλων των σπιτιών γινόταν κατ αυτόν τον τρόπο, καθ΄ότι μέσα στο κάστρο δεν έβαζαν ζώα για λόγους καθαριότητας .τα τρόφιμα και τα διάφορα εμπορεύματα πού έφερναν τα καΐκια με πανιά τα ξεφόρτωναν στον πέρα γιαλό και από εκεί με ζώα τα μετέφεραν στο χωριό και μέσα στο κάστρο στον ώμο.Η πιο πλούσια περιοχή ήταν το λειβάδι ήταν γεμάτο κτήματα με μπαξέδες και αμπέλια καθώς και πολλές εληές,το δε κάθε κτήμα είχε το πηγάδι του με την μάγγανα πού την γύριζε ο γάιδαρος και έβγαινε το νερό και ποτιζόταν το κτήμα. τα σπίτια στο λειβάδι εμετρώντο στα δάκτυλα του ενός χεριού γι΄αυτό και οι περισσότεροι κτηματίες γεωργοί έκτιζαν πρόχειρες καλύβες για νά μένουν το καλοκαίρι κοντά στο κτήμα και να το περιποιούνται κατά τους μήνας του θέρους ,το δε Σεπτέμβριο μαζευόντουσαν πάλι στο χωριό.΄Η πόρτα του κάστρου κλείδωνε το βράδυ γιατί το νησί δεχόταν πολλές επιδρομές από Αμοργιανούς πειρατές και άλλους οι οποίοι έκαναν επιδρομές στο νησί για να κλέψουν, κυρίως έκλεβαν κατσίκια και είδη διατροφής. Αφού κλείδωναν την πόρτα του κάστρου λοιπόν, έβραζαν νερό και το διατηρούσαν την νύχτα καυτό για το ρίξουν πάνω από την πόρτα του κάστρου σε όποιους προσπαθούσαν να την παραβιάσουν ,το ήξεραν αυτό οι πειρατές γι αυτό και δεν παρατηρείται καμιά παραβίαση της πόρτας του κάστρου. Οι Αστυπαλίτες βέβαια αρέσκονται να λένε ότι την κλείδωναν για να μην τους κλέψουν τα όμορφα κορίτσια πού ήσαν κλεισμένα μέσα σ΄αυτό υπάρχει και σχετικό τραγούδι γι αυτό το θέμα,θα το δούμε στο κεφάλαιο για τα λαογραφικά.Ο κόσμος ήταν αγαπημένος υπήρχε τιμιότης και λόγος αποσπέριζαν κατά γειτονιές με τους άνδρες να συζητού τα δικά τους και τι γυναίκες να πλέκουν με το φως του καντηλιού και μετέπειτα της λάμπας του πετρελαίου.Οι δρόμοι όλοι ήταν κατσικόδρομοι και μέσα στο χωριό στενοί καί λιθόστρωτοι,οι αποστάσεις ήσαν μεγάλες καθ ότι εγινόντουσαν όλες με τά πόδια ή με τά ζώα.Για να πάς στο Βαθύ ήταν πρόβλημα έφευγες το πρωί και γύριζες το βράδυ έκανες ολόκληρο ταξίδι .Η Μαλτεζάνα( Ανάληψη) είχε περί τις 20 οικογένειες ησχολούντο κυρίως με την Γεωργία και την κτηνοτροφία έσπερναν κυρίως σιτάρι και κριθάρι .Το Βαθύ είχε περί τις 15 οικογένειες πού ησχολούντο κυρίως με την κτηνοτροφία ,τά ψάρια την εποχή εκείνη ήταν άφθονα και πού φθηνά γι΄αυτό και δεν αναφέρεται πουθενά ως κύριο επάγγελμα ο καθένας πού ήθελε μπορούσε να κατέβει να ψαρέψει και μέσα σε λίγη ώρα θα έπιανε αρκετά για νά φάει ή οικογένεια βέβαια υπήρχαν και οι ψαράδες κατ’ επάγγελμα αλλά λίγοι. Στο νησί κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας είχε γιατρό ο οποίος μάλιστα ήταν και Αστυπαλίτης, ήταν προπάππος του Αντώνη του Οικονόμου δηλαδή παπούς της μάνας του και λεγόταν Λογοθέτης.Τά μόνα φάρμακα πού είχε στην διάθεση του ήταν ρετσινόλαδο κινίνο με κάθε επιφύλαξη αρίγανη,αλισφακιά και φλασκούνια είδος λουλουδιού πού έβγαινε στα περιβόλια το αποτσέραναν και το έβραζαν και το ΄έδιναν στα παιδιά όταν πονούσε ή κοιλιά τους.Η συγκοινωνία γινόταν με καΐκια με πανιά. Ελάχιστοι τότε Αστυπαλίτες ήσαν ναυτικοί κι΄αυτό γιατί δεν υπήρχε ανάγκη να ταξιδέψουν το νησί τους προσέφερε τά πάντα. Εφορολογούντο από τους Τούρκους με λίγο φόρο και από αυτόν επληρωνόντουσαν οι Τζαφτιέδες. Υπήρχαν οκτώ φούρνοι πού λειτουργούσαν με κλαδιά το δε ψωμί πού έφτιαχναν ήταν μεγάλα καρβέλια στρογγυλά και το καθένα ζύγιζε περί τις τρεις οκάδες σημερινά περίπου πέντε κιλά,ζύμωναν δε κάθε Σάββατο. Η θρησκεία από τους Τούρκους δεν εθίχθη στο παραμικρό, λειτουργούσαν τέσσαρες ενορίες δύο μέσα στο Κάστρο οι Εκκλησίες σώζονται μέχρι σήμερα,το Μοναστήρι της Πορταϊτισσας και η Μεγάλη Παναγιά στού Καράη δίπλα στο παλιό νεκροταφείο.Στην παραλία δεν λειτουργούσε καμία εκκλησία γιατί δεν υπήρχαν σπίτια, μόνο στην θέση του σημερινού Ναού του Αγίου Νικολάου υπήρχε ένα εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου πού ελειτουργείτο μια φορά το μήνα για τους ψαράδες. Τό εκκλησάκι αυτό κατεστράφη το 1943 με τον βομβαρδισμό πού έκαναν οι Γερμανοί ισοπεδώθηκε στην κυριολεξία και το Ξανάχτισε με την σημερινή του μορφή ό μέγας ευεργέτης της νήσου Περδίκης,θα αναφερθούμε ειδικότερα στο κεφάλαιο περί Ναών και κτητόρων των. Η Μαλτεζάνα και το Βαθύ δεν είχαν ενορία υπήρχαν εξωκλήσια τά οποία ελειτουργούντο κατά περιόδους και σύμφωνα με τις ανάγκες. Σχολείο υπήρχε μόνον ένα με έδρα το Μοναστήρι της Πορταϊτισσας και είχε όλες τις τάξεις του τότε Δημοτικού, τά κελιά και δωμάτια του Μοναστηριού ήταν αίθουσες διδασκαλίας μαθήτευαν κάθε χρόνο περί τους 150 μαθητές πολλοί πήγαιναν για λίγο και μετά τά παράταγαν η επιμονή των παπάδων και των τότε δασκάλων ανάγκαζε μερικούς να συνεχίσουν και να το τελειώσουν. Εδώ είναι τεράστια ή συμβολή του ΕΦΤΑ και της Εκκλησίας οφείλει πολλά το Έθνος σ΄αυτήν και αν ορισμένοι δεν το αναγνωρίζουν εθελοτυφλούν ή εξυπηρετούν συμφέροντα ξένα προς τά Ελληνοχριστιανικά ιδεώδη.Οι δάσκαλοι είναι Αστυπαλίτες και η εκπαίδευσης δεν είναι υποχρεωτική,το πνεύμα της εποχής ήτο τι να τά κάμει τα γράμματα ?Η 25η Μαρτίου ποτέ δεν γιορτάσθηκε σαν Εθνική εορτή παρ΄όλο ότι ή Αστυπαλiά έλαβε μέρος με σκάφη της στον αγώνα του Έθνους για απελευθέρωση από τους Τούρκους και τούτο είναι φυσιολογικό καθ’ ότι είναι ακόμα κάτω από Τουρκική διοίκηση. Ψάρια κρέατα μέλια, βουτυράτα τυριά κριθάρια σιτάρια ,σταφίδες σύκα κρασί ελιές λάδι υπήρχαν σε αφθονία στο νησί και έκαναν και εξαγωγές στα άλλα νησιά. Επίσης έβγαζαν σπουδαίας ποιότητος ασβέστη τον οποίον και εξήγαγαν με καμίνια πού τά έκαιγαν με κλαδιά.Το πιο φθηνό φαγητό ήταν το ψάρι και μάλιστα αυτό το οποίο ονομάζουμε σήμερα πρώτο και πού είναι δυσεύρετο και πανάκριβο. Τά μοναδικά δένδρα άγρια πού υπάρχουν στο νησί είναι κέδρα,θείδες,σκήνοι και αρμύρες. Τά νομίσματα πού κυκλοφορούσαν λεγόντουσαν παγγανότες,μαϊδιά,γρόσια και παράδες.Το σίγουρο είναι ότι δεν ταλαιπωρήθηκε το νησί και πολύ κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν υπήρξε καταπίεση όπως σε άλλα μέρη,ίσως αυτό να οφείλεται στους προύχοντες του νησιού και τον εκάστοτε Μουαβίνη πού με διπλωματική συμπεριφορά απέναντι των Τούρκων κατάφερναν και πετύχαιναν αυτό πού ήθελαν.Το σίγουρο είναι το νησί ζούσε ειρηνικά με αυτούς με ιδίους πόρους ανεπτύσσετο εμπορικά αξιοσημείωτο είναι ότι ποτέ καμιά Αστυπαλίτισσα δεν παντρεύτηκε Τούρκο ούτε Αστυπαλίτης Τουρκάλα διετηρήθη το Εθνικοθρησκεφτικό συναίσθημα σε υψηλά επίπεδα..
Περίοδος Ιταλικής κατοχής.
Τότε το 1912 μετά από συμφωνία των συμμάχων εδόθησαν τά Δωδεκάνησα στους Ιταλούς. Έτσι μετά το Πάσχα του 1912 ήλθαν οι Ιταλοί στην Αστυπάλαια βγήκαν στα καμινάκια από τά καράβια τους και από εκεί προωθήθηκαν στο χωριό ερχόμενοι από τον Προφήτη Ηλία ήταν πάρα πολλοί πού ή σύνταξή τους κράταγε από τον Προφήτη Ηλία μέχρι τους μύλους στην πλατεία του χωριού, φορούσαν δε άσπρες στολές και οι λόγχες των όπλων των γυάλιζαν στον ήλιο, ήταν πιθανόν άνδρες του πολεμικού ναυτικού της Ιταλίας κατ΄ακριβή περιγραφή της Κυρανώς Παπαγιάννη. Εσκόρπισαν στο χωριό και το κατάλαβαν χωρίς την παραμικρή αντίσταση από τους Τούρκους, δεν έγινε η παραμικρή φασαρία,οι Τούρκοι μάλιστα έφεραν τά όπλα τους και τά παρέδωσαν στην πλατεία του χωριού στους Ιταλούς. Μετά από λίγες μέρες ήλθε ένα καράβι Τουρκικό και πήρε του Τούρκους από το νησί, μάλιστα οι ντόπιοι για την εύκολη παράδοση των Τούρκων τους έβγαλαν και τραγούδια, γράφονται ως αναφέρθησαν υπό της Κυρανώς Παπαγιάννη.
Η αρχική συμπεριφορά των Ιταλών ήταν εξαιρετική, μοίραζαν στα παιδιά Ιταλικά χρήματα και διάφορα δώρα οι δε κάτοικοι του νησιού τους υποδέχθηκαν ως σωτήρες και έτσι τους έβλεπαν, για τους Αστυπαλίτες της τότε εποχής ήταν πολύ σημαντικό πού έφυγαν οι Τούρκοι. Με την εγκατάσταση των Ιταλών επέρχεται πλήρης ηρεμία στο νησί .Οι Ιταλοί οι οποίοι ως επί το πλείστον ήταν στρατόςεδιοικούσαν το νησί δίκαια και κανένας ντόπιος δεν είχε κανένα παράπονο από αυτούς. Πολύ γρήγορα έφυγε ο πολύς στρατός και στο νησί έμειναν μόνον καμιά δεκαριά καραμπινιέρηδες (αστυνομικοί)με τον Μαρισάλο (αστυνόμο)είχαν δε εγκατασταθεί στο σημερινό κτήριο πού είναι εγκατεστημένοι το Λιμεναρχείο, το Τελωνείο και η Αστυνομία(καζάρμα) .Οι Ιταλοί εγκατέστησαν τηλέγραφο στο σημερινό κτήριο του Δημοτικού Σχολείου και εκεί ήταν περίπου οκτώ με δέκα όπου διέμεναν και απασχολούνταν με την λειτουργία του τηλέγραφου. Εδρομολόγησαν ένα καράβι κάθε δέκα πέντε μέρες πού ξεκινούσε από Ρόδο και έπιανε όλα τά νησιά πού ήσαν υπό την κατοχή των Ιταλών το δε όνομα του καραβιού ήταν Φιούμε. Λιμάνι δεν υπήρχε έτσι ή αποβίβασης και επιβίβασης γινόταν με βάρκες. Τον Δήμαρχο τον έβγαζε το νησί με εκλογές κάποια περίοδο ήταν ό Λογοθέτης παπούς του Αντώνη του Οικονόμου.Στο Κάστρο άρχισαν σιγά-σιγά να αραιώνουν ,ο κόσμος έχτιζε σπίτια εκτός κάστρου και εγκατέλειπαν τά σπίτια τους μ΄εσα στο κάστρο με αποτέλεσμα να ρημάξουν και να μην μείνει τίποτα από αυτά ,μέχρι το 1940 έχουν μείνει ελάχιστες οικογένειες το δε 1946 φεύγει και η τελευταία οικογένεια πού δεν είναι άλλη από την Μαρία του Αθανασού (χορευτού) της οποίας απόγονοι είναι η Καλή του χορευτού πού τά παιδιά της είναι εγκατεστημένα στους Φούρνους. Ο τελευταίος γάμος πού έγινε μέσα στο Κάστρο ήταν το 1946 όπου ή προαναφερομένη Καλή παντρεύτηκε τον Δημήτρη τον Παπανικόλα . Το ΕΦΤΑ δεν το πείραξαν καθόλου, έμεινε αυτοδιοικούμενο με εκλεγμένο συμβούλιο. Οι Ιταλοί έφτιαξαν εκκλησία δικιά τους ,είναι το κτήριο όπου στεγάζεται ό σημερινός πολιτιστικός σύλλογος του νησιού αλλά ποτέ σχεδόν δεν την λειτούργησαν. Το σχολείο λειτουργούσε κανονικά μόνο πού προστέθηκε ως υποχρεωτικό μάθημα ή γλώσσα η Ιταλική.Την εκκλησιά τους την έκτισαν γύρω στο 1935.Ετσι περνούσε ο καιρός γαλήνια και ήρεμα στο νησί μέχρι τον Οκτώβριο του 1940 όπου ή Ιταλία κήρυξε το πόλεμο εναντίον της Ελλάδος. Τότε στο νησί ήλθε και εγκαταστάθηκε πολύς στρατός Ιταλικός ανερχόμενος περίπου σε δύο χιλιάδες άνδρες ,εδημιούργησαν δε σε διάφορα σημεία του νησιού στρατόπεδα ως και πολλά φυλάκια τά οποία σε μερικά σημεία σώζονται μέχρι σήμερα όπως στον πέρα γιαλό στην πούντα. Τά στρατόπεδα τά είχαν κάνει στις εξής τοποθεσίες Καστελάνο, Μαλτεζάνα, περβόλες κοντά στην Παναγία την Φλεβαριώτισσα ,Ψηλή Βίγλα σημερινές εγκαταστάσεις δικού μας στρατού και στο Θυμαδάρι κοντά στον άγιο Παντελεήμονα. Ο Στρατός αυτός έμεινε μέχρι το 1943 .Η τροφοδοσία μόνον τόσων ανδρών αύξησε την κίνηση του νησιού και παρόλο ότι ήταν περίοδος πολέμου και όλη ή υπόλοιπή Ελλάδα στέναζε κάτω από τον Ιταλικό ζυγό και η πείνα θέριζε τά παιδιά των Αθηνών στην Αστυπάλαια δεν πείνασε κανείς υπήρχαν εν αφθονία τρόφιμα και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να ζητήσει κανείς την εποχή εκείνη. Η Αστυπάλαια δεν γνώρισε κατοχή δεν γνώρισε ζυγό υποταγής ούτε και συμπεριφορές μέχρις εκτελέσεως ως ή υπόλοιπη Ελλάδα πού κυριολεκτικά στέναζε κάτω από τον ζυγό των Ιταλών και αντιστεκόταν με νύχια και με δόντια θυσιάζοντας καθημερινώς πάμπολα από τά παιδιά της, και σήμερα ακόμα αν ρωτήσεις τους Αστυπαλίτες για την περίοδο εκείνη θα ακούσεις τά καλύτερα λόγια για τους κατακτητές Ιταλούς πού κάθε άλλο για κατακτητές τους παρουσιάζουν σού δίνουν δε την εντύπωση ότι ήταν πολύ ευχαριστημένοι μαζί τους και μακάρι και σήμερα να ήταν μαζί αυτό βέβαια δεν ισχύει για όλους γιατί όπως θα δούμε και παρακάτω υπάρχουν και εδώ ακραιφνείς πατριώτες πού στην καρδιά τους χτυπάει μόνον η Ελλάδα.





ΠΑΤΜΟΣ

Ιστορία
H Πάτμος στην μακρόχρονη ιστορία έχει υποστεί την κατοχή από διάφορους λαούς. Αυτό όμως που την έκανε να ακολουθήσει μία σταθερή πορεία ανάπτυξης με πολύ μικρές μεταπτώσεις ήταν η καλή γενικά μεταχείριση που είχε και η ελευθερία δράσης που της παραχωρούσαν οι εκάστοτε κατακτητές της. Αυτό συνέβαλε τα μέγιστα έτσι ώστε το νησί να πάρει μέρος στην έξαρση του εμπορίου που συντελέστηκε γενικά στον Ελλαδικό χώρο μεταξύ του 16ου και 17ου αιώνα κυρίως. Ήταν τότε που οι Έλληνες ναυτικοί όργωναν τις θάλασσες και έκαναν μακρινά ταξίδια που έφεραν μεγάλο πλούτο στην Ελλάδα και στην Πάτμο ειδικότερα.
Αλλά ας δούμε τις εξελίξεις με την σειρά που έγιναν. Τον 11ο αιώνα φτάνει στον νησί ο Όσιος Χριστόδουλος και ιδρύει την Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Αργότερα οι ανάγκες κατασκευής της Μονής επέβαλαν τον ερχομό στο νησί εργατών και μετά από μερικά χρόνια των οικογενειών τους. Οι εργάτες αυτοί προερχόταν κυρίως από την Σινώπη και δεν τους επιτρεπόταν να κατοικούν κοντά στην Μονή κατά τα σημερινά πρότυπα των μοναστηριών του ʼθω. Ωστόσο σύντομα αναγκάστηκαν να περάσουν σε επιεικέστερη τακτική και να επιτρέψουν την κατοίκιση γύρω από την Μονή. Ο λόγος που οδήγησε σε αυτή την απόφαση είναι κυρίως οι επιθέσεις των πειρατών. Μένοντας γύρω από την Μονή οι κάτοικοι μπορούσαν εύκολα να φυλαχθούν από τις ξαφνικές επιθέσεις τους. Οι πειρατές αποτελούσαν την μάστιγα εκείνης της περιόδους για το νησί. Είναι χαρακτηριστική η επιγραφή που υπάρχει σε ένα μικρό παρεκκλήσι του 1616 που αναφέρει ότι χτίστηκε σε ανάμνηση ενός Πατμίου που τον είχαν δολοφονήσει οι πειρατές. Επίσης στη βιβλιοθήκη της Μονής σώζεται ένα λατινικό έγγραφο του 1727 με το οποίο ο αυτοκράτορας Κάρολος ο VI διαβεβαιώνει τους Πάτμιους για την προστασία του από τους Μαλτέζους πειρατές. Αυτή η πρώτη μικρή κοινωνία ήταν ο πυρήνας για την δημιουργία του οικισμού της Χώρας πού απλώνεται γύρω από την Μονή.
Μέχρι να φτάσει στην σημερινή του μορφή το νησί θα υποστεί τον ζυγό πολλών κατακτητών. Η αρχή θα γίνει με τους Νορμανδούς γύρω στο 1190.Μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το νησί περνάει στα χέρια των Τούρκων,αφού μεσολάβησε πρώτα ένα διάστημα κατοχής από τους Ιωννίτες ιππότες. Η Τουρκική κατοχή περιοριζόταν μόνο στην είσπραξη φόρων και άφηνε ελεύθερη την εμπορική δραστηριότητα. Τότε ήταν που η Πάτμος γνώρισε την μεγαλύτερη της ανάπτυξη. Δεν είναι μόνο ο πλούτος που έφεραν οι ναυτικοί μαζί τους από τα μακρινά τους ταξίδια,είναι και η κουλτούρα που ανέπτυξαν ερχόμενοι σε επαφή με άλλους πολιτισμούς και ιδεολογικά ρεύματα της εποχής. ʼρχισαν να κατανοούν την αξία της μόρφωσης και της τέχνης. Έφτιαξαν αρχοντικά σπίτια τα οποία διακόσμησαν με έπιπλα που έφεραν μαζί τους από τα ταξίδια τους. ʼρχισαν να ταξιδεύουν όχι μόνο με σκοπό το εμπόριο αλλά και την μόρφωση, όλο αυτό το δυναμικό πλούτου και γνώσης ήταν από τους πρώτους που το διέθεσαν το 1821 στον αγώνα για την απελευθέρωση. Ένας από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας είναι ο Πάτμιος Εμ. Ξάνθος. Η μεγάλη αυτή ανάπτυξη θα ανασταλεί προσωρινά από τους Ενετοτουρκικούς πολέμους γύρω στο 1660.
Το 1713 ιδρύεται η Πατμιάδα σχολή από τον Πάτμιο Μακάριο Καλογερά και το 1774 υπογράφεται η συνθήκη το Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Η Πάτμος πάλι αρχίζει ανοδική πορεία. Στο διάστημα μέχρι την έναρξη του αγώνα του 1821 το νησί είναι έτοιμο να βοηθήσει υλικά και πνευματικά. Δίνει πλοία εφόδια και άνδρες έτοιμους πνευματικά να θυσιαστούν για την λευτεριά αν χρειαστεί, μία λευτεριά που για την Πάτμο όπως και για τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα θα έρθει αργότερα από την υπόλοιπη Ελλάδα. Την Τουρκική κατοχή διαδέχθηκε η Ιταλική το 1912 και το 1943 οι Γερμανική. Το τέλος αυτής της αλληλοδιαδοχής κατακτητών θα δοθεί την 7η Μαρτίου του 1947, τότε υψώθηκε η Ελληνική σημαία στο νησί.
Με την ένωση των Δωδεκανήσων με την υπόλοιπη Ελλάδα αρχίζει μία άλλη ενότητα στην ιστορική εξέλιξη του νησιού. Έχουμε την τουριστική ανάπτυξη του τόπου που φιλοξενεί τους καλοκαιρινούς μήνες πλήθος επισκεπτών από όλο τον κόσμο, γεγονός που συμβάλει στην πολύ καλή σημερινή εικόνα του νησιού σε όλους τους τομείς. Αυτή την στιγμή η Πάτμος έχει περίπου 2900 μόνιμους κατοίκους, έχει έκταση 34τ.χλμ και απέχει από τον Πειραιά 163 ναυτικά μίλια. Ο πληθυσμός κατανέμεται σε τρεις κυρίως οικισμούς στην Χώρα την Σκάλα και τον Κάμπο. Οι κύριες επαγγελματικές ασχολίες των κατοίκων σήμερα είναι η αλιεία, κτηνοτροφία ,το εμπόριο και κυρίως τα διάφορα τουριστικά επαγγέλματα. Αυτή την στιγμή η Πάτμος έχει αναπτύξει την κατάλληλη υποδομή συγκοινωνία,ξενοδοχεία,εστιατόρια) και αποτελεί πολύ σημαντικό τουριστικό κέντρο που μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κάθε επισκέπτη της. Μπορείτε να έρθετε στην Πάτμο με πλοίο από τον Πειραιά ή από τα γύρω νησιά.



Η ΛΕΡΟΣ

Η Λέρος προικισμένη με όλα εκείνα τα φυσικά χαρακτηριστικά τράβηξε από τα πανάρχαια χρόνια το ενδιαφέρον ντόπιων και ξένων. Ριζωμένη στη ΝΑ εσχατιά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, με συνολική επιφάνεια 54 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα, με ελάχιστο πλάτος 1.200 μέτρα και μέγιστο μήκος 15 χιλιόμετρα, περίμετρο 44,5 χιλιόμετρα (χωρίς να υπολoγίζονται οι εσοχές των κόλπων και όρμων), έχει κατεύθυνση λοξή από τα ΒΔ προς τα ΝΑ. Το σχήμα της είναι στενόμακρο και πολυσχιδές, λόγω των βαθιών κόλπων και των μεγάλων φυσικών λιμανιών που διαθέτει, κάτι που προκάλεσε το ενδιαφέρον των ταξιδευτών σ' όλες τις εποχές, όπως αναφέρεται σε σχετικές μαρτυρίες. Στα βόρεια της Λέρου βρίσκεται ο ευρύχωρος και ασφαλής κόλπος του Παρθενιού με το νησί Αρχάγγελος στην είσοδό του, προσιτός μόνο γι' αυτούς που ξέρουν τα περάσματα. Δυτικά συναντούμε τον κόλπο της Γούρνας, αβαθή σε πολλά σημεία με βραχονησίδες και σκοπέλους. Στη μεγαλύτερη βραχονησίδα είναι χτισμένο το εκκλησάκι του Αγ. Ισίδωρου, που συνδέεται με την απέναντι παραλία της Κόκκαλης μ' ένα στενό πέρασμα. Στο ΝΔ τμήμα συναντούμε το μεγάλο φυσικό λιμάνι του Λακκιού, κατάλληλο για την προσέγγιση μεγάλων πλοίων. Η είσοδός τoυ έχει άνοιγμα περίπου 400 μέτρα και σχηματίζεται από το ακρωτήρι Άγκιστρoς και την απότομη κατεβασιά της Πατέλλας, το Κατσούνι. Ανατολικά του μεγάλου κόλπου υπάρχουν οι ορμίσκοι των Λεπίδων και των Τεμενιών, ενώ βορειότερα βρίσκεται το κεντρικό λιμάνι. Ο όρμος του Ξηροκάμπου, στο νοτιότερο τμήμα της Λέρου κλείνεται από τα ακρωτήρια Διαπόρι και Μαύρος ΚάΒος. Ένα μίλι χωρίζει τη Λέρο από την Κάλυμνο, στο Βορειότατο άκρο της (Δίαυλος Λέρου) και τα νησάκια Βελόνα και Γλαρονήσια είναι η φυσική συνέχεια της Λέρου προς την Κάλυμνο. Στο βυθό του διαύλου, σύμφωνα με μαρτυρίες δυτών, έχουν επισημανθεί ίχνη συνoικισμού της απώτερης αρχαιότητας. Στα ανατολικά βρίσκεται η ήρεμη παραλία του Βρομόλιθου, βορειότερα κάτω από το (Α)Πιτύκι το όμορφο Παντέλι και ανοιχτά του κόλπου τα νησάκια Αγ. Κυριακή και Πηγανούσα, μαγευτικά την ώρα της Ανατολής. Βορειοανατολικά υπάρχει ο κόλπος της Αγ. Μαρίνας με τη φυσική προέκτασή του προς τα Άλιντα και βόρεια ο κόλπος Πλοφούτης με το νησάκι Στρογγυλή στην είσοδό του. Προς τα αριστερά η Αγ. Κιουρά, κοντά στο Παρθένι. Tο έδαφος της Λέρου είναι ορεινό, όμως η σχετικά καλή εδαφική διαμόρφωση και η ύπαρξη ποσοτήτων νερού σε μικρό βάθος επιτρέπουν πλούσια βλάστηση και αρκετό πράσινο, κάτι που εντυπωσιάζει τους ξένους επισκέπτες.

Η ΛΕΡΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Η Λερος, το νησί της Άρτεμης, θεάς του κυνηγιού, παρουσιάζει ενδιαφέρον ιστορικό, γιατί, όπως μαρτυρούν διάφορα ανασκαφικά ευρήματα, παρουσιάζεται ζωή στο νησί από τα πανάρχαια χρόνια, σε όλες τις περιόδους. Στο Παρθένι βρέθηκαν λείψανα Νεολιθικού οικισμού. Πρώτοι κάτοικοί της αναφέρονται στις πηγές, Κάρες, Λέλεγες και Φοίνικες. Αργότερα ήρθαν Λύκιοι και Ετεοκρήτες την εποχή της θαλασσοκρατορίας του Μίνωα, με αρχηγό τον αδερφό του Ροδάμανθυ. Μετά την επικρατηση των Δωριέων γίνεται Δωρική, αλλά οι Ίωνες Μιλήσιοι έδιωξαν τους Δωριείς και επικράτησαν στo νησί. Αυτό προκύπτει και από τα αναφερόμενα στον Στράβωνα, ο οποίος μνημονεύει μαρτυρία τoυ Αναξιμένη του Λαμψακηνού: « Ίκαρον την νήσον και Λέρον Μιλήσιοι συνώκησαν». Ο Όμηρος αναφέρει στην Ιλιάδα ότι «αι Καλύδναι απέστειλαν πλοία εις την Tροίαν». «Καλύδναι» ήταν το σημερινό σύμπλεγμα Λέρου και Καλύμνου, η δε αρχηγία της συμμετοχής στον Τρωικό Πόλεμο (1193-1184 π.χ.) ανατέθηκε στους εγγονούς του Ηρακλή Άντιφο και Φείδιππο(Ιλ. 8. 677). Κατά τους επόμενους αιώνες γίνεται εντονότερη η ιωνική επίδραση και σύμφωνα με τον Ηροδοτο μεταξύ Μιλήτου και Λέρου αναπτύσσονται στενές εμπορικές και πολιτικές σχέσεις. ο ίδιος ιστορικός αναφέρει ότι,κατά την αποστασία της Μιλήτου εναντίον των Περσών, ο τύραννος Αρισταγόρας φοβάται την επικράτηση των πολιτικών του αντιπάλων και καταστροφή της ιωνικής μεγαλούπολης. Οι επαναστάτες φίλοι τoυ με επικεφαλής τον ιστοριογράφο Εκαταίο του προτείνουν να καταφύγει στη Λέρο αντί της Σαρδηνίας ή της Θράκης, όπου υπάρχουν «φίλοι και συγγενείς», να κτίσει οχυρό και όταν περάσει ο κίνδυνος, χρησιμοποιώντας το νησί αυτό για ορμητήριο να ξαναγυρίσει στη Μίλητο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Ίωνες της Λέρου θα παρείχαν άσυλο στον Αρισταγόρα, αφού η Λέρος απoτελoύσε «τμήμα» της πανίσχυρης Μιλήτου. Όμως το 494 π.χ. η Λέρος όπως και η Μίλητος καταλαμβάνεται από τους Πέρσες.
Στην περίοδο που ακολουθεί η Λέρος εντάσσεται στις συμμαχικές πόλεις, οι οποίες, κάτω από την αρχηγία των Αθηναίων, αποτέλεσαν τον αμυντικό συνδεσμο εναντίον των Περσών. Σε επιγραφή που διασώθηκε αναφέρεται «ΜΙΛΕΣIΟΙ ΛΕΡΟΣ...» και ακολουθεί κατάλογος πόλεων και νησιών πoυ αποτελούσαν το Σύνδεσμο. Στην ίδια περίοδο η Λέρος ακολουθεί το δημοκρατικό σύστημα διακυΒέρνησης της Αθήνας και τo ημερολόγιό της. Ο Θουκυδίδης επισημαίνει την ξεχωριστή σημασία των όρμων και λιμανιών της Λέρου κατά την περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.χ.). Οι αντιμαχόμενοι στόλοι τη χρησιμοποιούν σαν ορμητήριο. Με τη λήξη του φθοροποιού για τους Έλληνες πολέμου η Λέρος περιέρχεται στην κυριαρχία των Σπαρτιατών.
Ανασκαφικά ευρήματα των τελευταίων χρόνων αλλά και άλλες μαρτυρίες ενισχύoυν την άπoψη ότι η αρχαία πόλη της Λέρου βρισκόταν κοντά στο λιμάνι της Αγ. Μαρίνας. Στην πλαγιά του λόφου Μεροβίγλι Βρίσκεται η πηγή του Παληασκλούπη (Παλαιού Ασκληπιού) και ίσως στην ίδια περιοχή να υπήρχε ιερό του Ασκληπιού, όπως το θέλει η παράδοση, αλλά και η ύπαρξη αρχαίου κιονόκρανου, που Βρέθηκε στoν περίβολο της σημερινής εκκλησίας του Αγ. Παντελεήμονα. Η ύπαρξη αρχαίου ναού της Παρθένου Άρτεμης «εν τόπω ελώδει» στo Παρθένι αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς. Ο ναός είναι πολύ πιθανό να βρισκόταν εκεί που σήμερα υπάρχουν τα ερείπια του βυζαντινού ναού, πρωτoχριστιανικής περιόδου, ενώ ελάχιστες πιθανότητες συγκέντρώνει η άποψη ότι ο Ναός της Άρτεμης «κείται επί του λόφου», στο γνωστό βάθρο με λαξευμένες πέτρες. Από τα μέχρι τώρα ανευρεθέντα αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύεται ότι υπήρχε ζωή στην περιοχή αυτή σε όλες τις ιστορικές περιόδoυς, αλλά η κατασκευή του αεροδιαδρόμου περιορίζει σημαντικά τις πιθανότητες να εντοπιστεί με ακρίβεια η θέση του αρχαίου ναού. Σχετική με το Ναό είναι η παράδοση για τις Μελεαγρίδες, τις αδερφές του Μελέαγρου Γόργη, Ευριμήδη, Δηιάνειρα και Μελανίππη, τις oποίες η θεά Άρτεμη μεταμόρφωσε σε όρνιθες και έστειλε στη Λέρο, επειδή θρηνούσαν γοερά το χαμό του αδερφού τους.
Στη Λέρο γεννήθηκε ο ιστορικός Φερεκύδης και ήκμασε κατά το πρώτο μισό του Ε' π.χ. αιώνα, ονομαζόμενος Αθηναίος, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έμεινε στην Αθήνα. Έργα του: «Ιστορίαι» «Γενεαλογίαι» «Αυτόχθονες ή Αρχαιολoγία Αττική», έργο αποτελούμενο από τα βιβλία με εκτενή αναφορά των μυθικών παραδόσεων των Αθηνών, των θεών, των ηρώων και των σημαντικότερων αθηναϊκών γενών. Το « Περί Λέρου» έργο του, όπως και άλλα έχουν χαθεί. Λίγο μεταγενέστερος του Φερεκύδη ήταν ο γνωμικός φιλόσοφος και ποιητής Δημόδοκος, γνωστός από τα επιγράμματά του. Η Λέρος απελευθερώνεται από την περσική κυριαρχία την περίοδο της νικηφόρας προέλασης του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Νομίσματα, επιτύμβιες στήλες με γνωστά, από άλλες περιοχές, ονόματα Μακεδόνων μαρτυρούν μιαν αδιάλειπτη ιστορική πορεία από τα κλασικά στα ελληνιστικά χρόνια.
Το Φρούριo Μπρούζι. Στην περιοχή Αγ. Μαρίνας και στη νότια είσοδο του κόλπου δεσπόζει το Μπρούζι, πιθανότατα ρωμαϊκό φρούριο και σποραδικά υπάρχουν ψηφιδωτά με ωραίες χρωματικές συνθέσεις και σχέδια. Tοξοειδείς κατασκευές, λείψανα υδραγωγείου κ.ά. είναι χαρακτη ριστικά δείγματα της ρωμαϊκής τεχνοτροπίας. Τη σημασία της Λέρου στη ναυσιπλοϊα επισημαίνει ο Πλούταρχος όταν αναφέρεται στην αιχμαλωσία του Ιουλίου Καίσαρα στο νησί Φαρμάκος, στα ΒΑ της Λέρου. Κατά τη βυζαντινή περίοδο η Λέρος ακολουθεί την τύχη των άλλων νησιών της Δωδεκανήσου. Στο Παρθένι πρέπει να υπή ρχε οικισμός που ξεκινούσε από τη θάλασσα κι' έφθανε μέχρι το λόφο. Σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα ανακαλύφθηκαν τα ερείπια τρίκλιτης βασιλικής, πιθανότατα πρωτοχριστιανικής περιόδου και μοναστηριακό συγκρότημα. Το Κάστρο των Λεπίδων (Παλιόκαστρο). Το Κάστρο των Λεπίδων (γνωστό ως Παλιόκαστρο) δεσπόζει στον κόλπο του Ξηροκάμπου. Σε χρυσόβουλο του Ιουλίου 1087 ορίζεται η μεταφορά των κατοίκων από τo « Κάστρο των Λεπίδων», «ένεκα έριδων των μοναχών και των κατοίκων». Η παραχώρηση του μισού Κάστρου έγινε από το βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α' Κομνηνό προς τον κατά κόσμον Ιωάννη Λατρηνό, τον μετέπειτα όσιο Χριστόδουλο Πάτμου. ο αυτοκράτoρας αρνείται αρχικά την παραχώρηση - ιδιαίτερα της Λέρου - στο Χριστόδουλο, του οποίου η γνώμη τελικά υπερισχύει. Σύμφωνα με προηγούμενο χρυσόΒουλο της Τρίτης 15ης Ιουνίου 1087 φέρεται σαν κύριος κάτοχος της Πάτμου, των Λειψών και μεγάλου τμήματος της Λέρου (Παρθένι, Κάστρο, Τεμένια). Φθάνει στην Πάτμο και στη συνέχεια έρχεται στη Λέρο. Σύμφωνα με μαρτυρία του μεσαιωνολόγου ΛΕΡIΟΥ ΜΑΝΟΥΗΛ ΙΩ. ΓΕΔΕΩΝ ο Χριστόδουλος έκτισε στο Παρθένι τη μικρή εκκλησία και το Μετόχι του Αγ. Γεωργίου με κομμάτια από τους κίονες του Αρχαίου Ναού της Άρτεμης. Αντίθετοι στην αυτοκρατορική απόφαση οι Λεριοί επαναστατούν (1087) και απειλούν το Χριστόδουλο και τους μοναχούς του. Από το 1087 λοιπόν μετατοπίζεται η «πόλις» «από του Παντελίου εις τα Λέπιδα... διέμεινε δ' αυτόθι η κυρία πόλις έκτοτε και καθ' όλην την διάρκειαν της φραγκικής κατoχής της νήσου, μέχρι της καταλήψεως αυτής υπό των Τούρκων τω 1523» (Λεριακά σ. 29). Tο Κάστρο της Λέρου, μικρό σχετικά σε έκταση είναι «οχυρώτατον και απόρθητον». Η θέση του είναι επίκαιρη και περίβλεπτη, ο επισκέπτης του μπορεί να διακρίνει όχι μόνο το μεγαλύτερο τμήμα της Λέρου, αλλά και τα κοντινά νησιά Κάλυμνο στο νότο, Λειψούς και Πάτμo βόρεια και τις μικρασιατικές ακτές στην Ανατολή. Κoντά στο εξωτερικό περιτείχισμα της βόρειας και νότιας πλευράς σώζονται τα θεμέλια των «οσπητίων ή κελλίων» των μικρών σπιτιών που ανέρχονταν σε 180. όπως αναφέρει σχετικά το Χρυσόβoυλο τoυ 1087. Στα σπίτια αυτά στην αρχή κατοικούσαν οι φρουροί και στη συνέχεια έμεναν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών για να πρoφυλαχθούν από διάφορες επιδρομές.
Από τις αρχές του 18ου μ.Χ. αιώνα, αλλά και μετά την επανάσταση του 1821 με προικοσύμφωνα και διαθήκες κληροδοτούσαν ή προικοδοτούσαν «το σπίτι στο Κάστρο». Tης ίδιας περιόδου είναι ο ναός του Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου ( 11ος αιώνας) στο Λακκί, τον οποίο ανοικοδόμησε πάνω στον ομώνυμο βυζαντινό ναό ο Θεολόγος Μαρκόπουλος. Επίσης ο ναός των Αγ. Αναργύρων, θολωτός και ζωγραφισμένος, ο ναός της Θεοτόκου στα Τεμένια, ο ναός της Παναγίας του Κάστρου, ο ναός του Παλαιοκαστρου, ο ναος των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στ' Άλιντα, ο ναος της κυρα-Ματρώνης (Αγ. Κιουρά), ο ναος του Προφήτου Ζαχαρίου στην τοποθεσία Σχοινώντα, ο ναΟς της Παναγίας της Λημνιώτισσας στο Λακκί, ο ναος του Αγ. Ιωάννου στο Δρυμώνα και ο ναος της Παναγίας της Γουρλομάτας (ονομασια που οφείλεται προφανώς στην ανάλογη έκφραση των ματιών της Παναγίας). Για το ναο αυτο ο Μέγας Χαρτοφύλαξ και Υπoμνηματογράφος Μανoυήλ Ιω. Γεδεών αναφέρει οτι «ανεκαινίσθη ο θείος δομος της υπερευλογημένης δεσποίνης ημών Θεοτοκου... Εν έτει 1327».
Το 1309 οι Ιωαννίτες Ιππoτες της Ροδου κατέλαβαν τη Λέρο, πoυ αποτελούσε τμήμα της επαρχίας της Κω μαζί με άλλα εφτά νησιά. Οχύρωσαν τα φρoύρια της Δωδεκανήσoυ χρησιμοποιώντας τoυς κατοίκους για το σκοπο αυτο. Μη διαθέτοντας επαρκείς δυνάμεις για τη φύλαξη των νησιών, που οι ίδιοι ονομασαν «Σποράδες Νήσοι» εγκαθιστούσαν το φρούραρχο, τους διοικητές και μερικούς αξιωματικούς, τις δε φρουρές απάρτιζαν οι ίδιοι οι κάτοικοι. Δείγματα της Κατοχής των Ιπποτών είναι τα τέσσερα οικοσημα στο Κάστρο, δύο εντειχισμένα στη βορεια πλευρά, ενώ τα υπολοιπα βρίσκονται σε άλλες θέσεις. Οι Ιωαννίτες (ή Ιππότες του Αγ. Ιωάννη) τροποποίησαν - σύμφωνα με τις οχυρωματικές ανάγκες της εποχής - και επισκεύασαν το φρούριο κατά τα έτη 1300 και 1511. Συνεχείς πειρατικές επιθέσεις εναντίον της Λέρου γίνονται στα 1455, 1456. Tο 1457 ο τουρκικός στόλος με 18.000 άντρες επιχείρησε να καταστρέψει τα χωριά και την ύπαιθρο της Κω, της Σύμης, της Καλύμνου, της Νισύρου και της Λέρου. Επίσης στα 1460, 1461 και 1464. Το 1502 η Λέρος πολιορκήθηκε από δεκαοκτώ τουρκικά πλοία, που δεν μπόρεσαν όμως να την καταλάβουν. Το 1505 ο Κεμάλ Ρεϊς με τρεις γαλέρες και δεκαεπτά άλλα ιστιοφόρα του τουρκικού στόλου έχει εντολή από το Σουλτάνο να προκαλέσει ζημιές στους Ιππότες της Ρόδου, οι οποίοι με το στόλο τους ενεργά παρεμπόδιζαν την άφιξη φορτίων σιταριού στην Κωνσταντινούπολη. Επιχείρησε με τις πειρατικές φούστες, που τον συνόδευαν, ν' αποβιβαστεί στη Ρόδο, αλλ'απέτυχε. Επιτέθηκαν και λεηλάτησαν τη Σύμη, Νίσυρo, Τήλο, Λέρο. Δεν μπόρεσε όμως να την καταλάβει. Το 1508 και πάλι ο σουλτανος αναθέτει στον πειρατή Κεμάλ Ρεϊς την αρχηγία του στόλου, που θα επιτεθεί στη Λέρο και στα Δωδεκάνησα. Διέθετε δύναμη 4.000 στρατιωτών για την πολιορκία. Χρησιμοποίησε στην έφοδο είκοσι έξι σκάλες, τέσσερα κανόνια και τέσσερις μπομπάρδες για να ρίχνει πέτρες στα τείχη. Διέθετε είκοσι ιστιοφόρα... Η πολιορκια κράτησε τέσσερις μέρες, αλλά απέτυχε."
Ο Piri Reis συνοδός του θείου του και «ήρωα της θάλασσας» Kemal Reis γράφει το 16ο αιώνα μια περιγραφή του Αιγαίου για σκοπούς κατακτητικούς. Στο «βιβλίο» τoυ αποδεικνύει άθελά του ότι το Αιγαίο είναι ελληνικό. Ο πληθυσμός, ο πολιτισμός, η ιστορία, τα τοπωνύμια, η οικονομία του είναι όλα ελληνικά. Χρησιμοποιεί το ελληνικό όνομα Herios (Λέρος) ο Piri Reis. Άλλα ελληνικά τοπωνύμια του νησιού αναφέρει: Κυρακός (Κυριακός;), Λίνδα, Πηγανούσα, Παρθένι. Η Λέρος κατά τον Piri Reis «είναι μια έρημη περιοχή». Πιό σωστό θα ήταν αν έγραφε η Λέρος έχει ερημωθεί λόγω των Τούρκων. Η Λέρος έχει κατά τον Piri Reis κάστρα «σε καλή κατάσταση» στην Αγία Μαρίνα, στον όρμο της Λίνδα που είναι «ερειπωμένο από παλιά» (και σίγουρα και άλλα μικρότερα). Το καθαυτό Λιμάνι της Λέρου είναι η Αγία Μαρίνα. Αξιόλογο λιμάνι βρίσκεται και στον όρμο της Λίνδα, άλλο αξιόλογο λιμάνι είναι στο Λακκί. Το λόγο για τον oποίο η Λέρος μοιάζει με «έρημη περιοχή» τον ξέρει και τον αναφέρει ο ίδιος ο Piri Reis: «0ι κάτοικοι αυτού του Κάστρου» στην Αγία Μαρίνα, το οποίο «βρίσκεται σε καλή κατάσταση», «δεν μπορούν να μαζέψουν προς το παρόν τη σπορά τους και τη σοδειά τους λόγω των Λαθροθηρών (που έρχονται) απ' την απέναντι ακτή της Ανατολίας, πρέπει να είναι πάντα σε επιφυλακή». Αυτός είναι ο λόγος: Οι Λαθροθήρες της Ανατολίας, οι Τούρκοι δηλαδή που έρχονται στη Λέρο και κλέβουν ό,τι βρουν με τη βία, ακόμα και τις σοδειές. Για να κλέβουν ακόμα και τις σοδειές σημαίνει ότι αρπάζουν τα πάντα, ζώα, γυναικόπαιδα, σπιτικά, σημαίνει ότι γίνονται μάχες σημαίνει ότι οι Τούρκοι έρχονται σαν πειρατές, ληστές και άρπαγες. Αυτό αναγκάζει τους Έλληνες κατοίκους να συγκεντρώνονται σε κάστρα, να αμύνονται διαρκώς, να είναι σε διαρκή «επιφυλακή» «πάντα» να μην μπορούν να κινηθούν ελεύθερα στο νησί τους, να φαίνεται το νησί έρημο...», επισημαίνουν οι συγγραφείς του έργου «Κατακτητική Ναυσιπλοϊα στο Αιγαίο» (1521).
Το Δεκέμβριο του 1522 τα νησιά καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς. Μαζί παραδόθηκαν και όλες οι κτήσεις των Ιπποτών στα παράλια της Μ. Ασίας και στα νησιά της Δωδεκανήσου. Μαζί με τους Φράγκους φρουρούς μπορούσαν να φύγουν σύμφωνα με τη συνθήκη - αν το επιθυμούσαν - και οι χριστιανοί κάτοικοι μαζί με τις αποσκευές τους. Στις 24 Δεκεμ6ρίου 1522 υπογράφηκε η συνθήκη μεταξύ του σουλτάνου Σουλεϊμάν και του Μαγίστρου των Ιπποτών Villiers de I'lle-Adam.
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1523 - 1912) Τον Ιανουάριο του 1523 η Λέρος μετά από πολιορκια παραδόθηκε στους Τούρκους. Όταν το 1522 οι Ιππότες κλειστηκαν στο Φρούριο της Ρόδου και εγκατέλειψαν τα υπόλοιπα νησιά στην τύχη τoυς, οι κάτοικοι τους προσπάθησαν να σώσουν ό,τι ήταν δυνατό να σωθει. Αποφάσισαν να συναντήσουν με αντιπροσώπους τους το Σουλεϊμάν, που ήταν στρατοπεδευμένoς στη μικρασιατική χερσόνησο της Κνιδου και του δήλωσαν υποταγή. Του πρόσφεραν φρέσκα ψωμιά και άσπρα απαλά σφoυγγάρια, τα μόνα προϊόντα των νησιών και της φιλόξενης θάλασσάς τους. Του ανέφεραν για το άγoνο και πετρώδες έδαφος των νησιών, για την έλλειψη νερού και για τις εισαγωγές όλων των βασικών αγαθών. Η αυθόρμητη προσέλευση των νησιωτών, κάτι που ευνοει ο ιερός μουσουλμανικός νόμος, αλλά η απλοϊκότητα και η φτώχεια τους έπεισαν το Σουλτάνο. Αυτός το 1523 εκδιδει φιρμάνι με το οποιο παραχωρει προνόμιο πλήρους αυτοδιοικησης και αυτονομιας στους Δωδεκανήσιους, εκτός της Ρόδου και της Κω. Γι' αυτό τα νησιά αυτά ονομάζονται «Προνομιούχα» και «Σποράδες», τουρκικά «Ισποράτ Αδασι». Όρισε φόρο «Μαχτού» για κάθε νησι «κατ. αποκοπήν», που πληρωνόταν σε δύο δόσεις για τη συντήρηση των ιερών μουσουλμανικών ιδρυμάτων της Ρόδου. Διοικητικά επέτρεψε πλήρη αυτοδιοικηση και αυτονομια, να διοικειται από τοπικούς άρχοντες κάθε νησι, εκλεγμένους με ψηφοφορια από το λαό την πρώτη βδομάδα κάθε χρόνου. Την κυριαρχια του Σουλτάνου αντιπροσώπευε ένας «Σούμπασης»,που δεν ειχε ανάμειξη στα εσωτερικά ζητήματα των νησιών. Έτσι οι Δωδεκανήσιοι ήταν ελεύθεροι να ρυθμιζουν τις τοπικές υποθέσεις τους, όπως αυτοι ήθελαν, και να τις δικάζουν σύμφωνα με τα ήθη και έθιμά τους. Τα προνόμια αυτά επικυρώθηκαν με μια σειρά από φιρμάνια από τους Σουλτάνους Μεχμέτ Δ' (1644), Αχμέτ Γ' (1717), Οσμάν Γ' (1752) και Αβδούλ Χαμίτ Α' δύο φο ρές (1772 και 1773) και αποτέλεσαν καθεστώς αμετάβλητο για αρκετούς αιώνες. Ακόμη απαγορευόταν η ανάμειξη Τούρκων υπαλλήλων στις υποθέσεις των Δωδεκανησίων. Το 1648 κατά τον τoυρκοενετικό πόλεμο ο Ενετός ναύαρχος Φόσκολο Λεονάρντο από το λιμάνι της Αγ. Μαρίνας βομβάρδισε τη ΒΔ πλευρά του Κάστρου, τη γκρέμισε και κυρίευσε τη Λέρο προσωρινά. Και σήμερα διακρίνονται ίχνη της παλιάς ΒΔ γωνίας που γκρέμισε ο Φόσκολο.
Οι αιώνες κυλούν και η Δωδεκάνησος προοδεύει και αναπτύσσεται με το αυτόνομo καθεστώς της. Η θρησκεία και η ελληνική εκπαίδευση στα σχολεία δεν άφησε σε λήθαργο το εθνικό πνεύμα. Παρά το καθεστώς αυτονομίας και ανεξαρτησίας οι Δωδεκανήσιοι ξεσηκώνονται και συμμετέχουν ενεργά στην ελληνική επανάσταση του 1821. Το λάβαρο της επανάστασης υψώνεται πρώτα στην Πάτμο κι ύστερα στη Λέρo. Ο Κρασούζης, ο Tουρκομάνωλος, τα αδέρφια Χατζημανώλη αρχίζουν ενοπλο αγώνα εναντίον των Tούρκων. Μάλιστα ο ένας από τους δύο πληγώνεται βαριά στην Κρήτη και πεθαίνει στο Ναύπλιο. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος στέλλει ενθουσιώδεις επιστολές στους Δωδεκανήσιους προτρέποντας τους κατοίκους να εξεγερθούν . Ο ίδιος απευθύνει ανάλογου περιεχομένου επιστολή προς τον Επί- σκοπο Λέρνης (Λέρου) Ιερεμία με ημερομηνία (εν Πάτμω ακκα (1821) Απριλίου κζ) στην οποία μεταξύ των άλλων αναφέρει: «Επικαλεσάμενοι λοιπόν την εξ ύψους βοήθειαν... φανήτε υπερασπισταί της ιεράς ημών θρησκείας και πατρίδος». Στις 29 Αυγούστου 1824, ημέρα Παρασκευή, απέναντι από τη Λέρο γίνεται η Ναυμαχία του Γέροντα. Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος που τον αποτελούσαν 200 πολεμικά δίκροτα, φρεγάτες και βρίκια υπό την αρχηγία του Ιμπραήμ και του Χοσ- ρέφ πασά κατανικήθηκε από το στόλο των τριών ναυτικών νησιών με αρχηγό το Ναύαρχο Μιαούλη. Από τα τουρκικά πλοία άλλα κατέφυγαν στην Αλικαρνασσό και άλλα στη Λερό για να σωθούν. Κατά τις 2 μετά το μεσημέρι κι ενώ η ναυμαχία πλησίαζε στο τέλος της, σε μικρή απόσταση από τη Λέρο πυρπολήθηκε τυνησιακή φρεγάτα 38 πυροβόλων από τον Υδραίο πυρπολητή Βατικιώτη, που συνέλαβε αιχμάλωτο και τον μπέη πλοίαρχό της. Οι Λεριοι ανεβασμένοι στα βουνά που βλέπουν προς τα παράλια της Μικράς Ασίας παρακολουθούσαν τη μεγάλη παράταξη του εχθρικού στόλου, από το Γέροντα μέχρι τη Λέρο και τους Λειψούς, και την εξέλιξη της ναυμαχίας.

Από το 1821 μέχρι το 1830 η Λέρος αποτέλεσε τμήμα του ελληνικού κράτους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας διόρισε Έπαρχο Έλληνα, ο δε Δήμαρχος Λέρου Μάρκος Ρεϊσης ύψωσε επίσημα την ελληνική σημαία. Τα έγγραφα και τα συμβόλαια συντάσσονταν «εν ονόματι της ελληνικής πολιτείας και του κυβερνήτου», η σφραγίδα είχε παράσταση της ένοπλης Αθηνάς στο μέσο και στα άκρα τις λέξεις «ΜΗΝΙΣΤΕΡΙΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ» και υπογραφές του Δημάρχου Μάρκου Ρεϊση και του Γραμ- ματέα Εμμ. Μοσχονά. Της ίδιας περιόδου είναι και το παρακάτω έγγραφο της 28ης Φε6ρουαρίου 1829 της Δημογεροντίας Λέρου «εν ονόματι της Ελληνικής Πολιτείας» με σφραγίδα της ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤIΑΣ ΤΗΣ Ν. ΛΕΡΟΥ 1828. Το καθεστώς αυτό εξακολούθησε απαραβίαστο μέχρι να καθοριστούν τα όρια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830), οπότε οι προστάτιδες δυνάμεις παραχωρούν στην Τουρκία τη Δωδεκάνησο και τη Σάμο και δίνουν ως αντάλλαγμα στην Ελλάδα την Εύ6οια, που μέχρι τότε κατείχε η Τουρκία. Ο Ι. Καποδίστριας με επιστολή του της 9ης Μαϊου 1831 διαβεβαιώνει ότι... «Οι ναύαρχοι δεν θα παύσωσι να παρέχωσιν υμίν την προστασίαν των», ενώ με άλλη επιστολή συνιστούσε να μεταβούν πληρεξούσιοι στην Κωνσταντινούπολη. Το 1835 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' αναγνωρίζει με φιρμάνι τα προνόμια της Δωδεκανήσου. Δύσκολα τα πρώτα χρόνια μετά την επαναφορά της Λέρου στους Τούρκους. Ούτε τα φιρμάνια από την Κωνσταντινούπολη ούτε και οι απεσταλμένοι «μουτεσαρίφαι και σουμπάσηδες Tούρκοι» μπόρεσαν να μεταπείσουν τους Λεριούς. Η νοσταλγία της Ελληνικής Διοίκησης τους έκανε να στρέφουν τα βλέμματα προς τη Δύση, στο ελεύθερο ελληνικό κράτος.
Με έγγραφο, της 30ης Μαϊου 1845 η Δημαρχία Λέρου απευθύνεται στον «Ιωάννη Εμμ. Γεδαιώνος», όπως χαρακτηριστικά τον αναφέρουν. Διορίζει, λοιπόν, τον Ιωάννη Γεδεών, πατέρα τoυ Μανουήλ Γεδεών, πληρεξούσιό της στην Κωνσταντινούπολη και τον παρακαλεί να συνεργαστεί με τους πληρεξούσιους των άλλων τριών νησιών (Πάτμου, Καλύμνου και Ικαρίας),που μαζί με τη Λέρο αποτελούσαν την Τετράνησο, για την ανανέωση του Χάττι-Χουμαγιούν, του Φιρμανιού που υπόγραψε το 1835 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β' (1808-1839). ο Ιωάννης Γεδεών, αντιπρόσωπος της Λέρου, ήταν μόνιμος κάτοικος στην Κωνσταντινούπολη από το 1828. Το έγγραφο υπογράφουν ο Δήμαρχος Γεώργιος Μαρκόπουλος, ο Γραμματέας Αντώνιος Δ. Δαβίδ, οι σύμβουλοι Μανόλης Ρεπαπής, Σάββας Λάλου, Χατζημανόλης Δαβίδ, Ιωάννης Μ. Γλύφης, Γεώργιος Ν. Ρεμπούλης και Γεώργιος Μ. Κοστής. Το 1867, μετά την έκρηξη της Κρητικής Επανάστασης, στην οποία προσφέρει πολύ σημαντική βοήθεια η Κάσος, η Tουρκία φοβάται γενίκευση των επαναστατικών τάσεων και ζητά την κατάργηση των προνομίων των νησιών. Για το σκοπό αυτό στέλλει τον Αχμέτ Καϊσαρλή με στρατό κι ένα πολεμικό. Οι Δωδεκανήσιοι στέλλουν πληρεξουσίους στο Λονδίνο και αναφέρονται στις προστάτιδες δυνάμεις (Αγγλία, Ρωσία, Γαλλία). Με παρέμβαση της πρώτης ο πασάς ανακαλείται. Το 1869 η Υψηλή Πύλη οργανώνει αληθινή εκστρατεία για κατάκτηση της Δωδεκανήσου. Η αρχηγία της επιχείρησης ανατίθεται και πάλι στον Αχμέτ Καϊσαρλή. Με ισχυρό στόλο δεκατεσσάρων πολεμικών πλοίων και ισχυρά αγήματα αποβιβάζεται στα Δωδεκάνησα, συνάπτει μάχες, συναντά αντίσταση, αλλά τα κυριεύει. Επεμβαίνει και πάλι η Αγγλία. αλλά αυτή τη φορά όχι τόσo ενεργά, όσο την προηγούμενη. Ο λόρδος Κλαρενδήν αρκείται στη διαβεβαίωση του Μ. Βεζίρη Αλή Πασά ότι «τα μέτρα ταύτα αποκλειστικόν σκοπόν είχον την βελτίωσιν του διοικητικού των νήσων συστήματος, αλλ' οτι το αφορών τα προνόμιά των καθεστώς δεν θα μεταβάλλετο». Ετσι επιβλήθηκαν στα Δωδεκάνησα «αι Καϊμακαμίαι, ολίγους δε μήνας μετέπειτα τα τελωνεία, τα λιμεναρχεία, διαβατήρια κ.τ.λ.». Απογοητευμένοι από τη χλιαρή στάση των Ευρωπαίων περιορίζονται στις δικές τους δυνάμεις και αντιστέκονται ενάντια στην εφαρμογή των νέωθεσμών της Τουρκίας. Η Πύλη αναγκάστηκε να παραχωρήσει από το 8% των φόρων, που εισπράττονταν από τα Τελωνεία το 3% στους νησιώτες. Οι Tούρκοι διοικητές, επειδή αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα και τις τοπικές ανάγκες, κατέφευγαν στη Δημογεροντία, αναγνωρίζοντας σιωπηρά την Αυτοδιοίκηση και Αυτονομία. Οι κάτοικοι των νησιών διατηρούν την οικονομική τους ανεξαρτησία και μετέχουν ανεπίσημα στη διοίκησή τους. Το πολίτευμα της Λέρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν μεικτό Κοινοτικό και Κυβερνητικό.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ. Η ΛΕΡΟΣ ΠΡΙΝ ΤΟ 1912. Α. ΚΟΙΝΟTIΚΗ ΔIΟIΚΗΣΗ Η ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤIΑ διαχειριζόταν κάθε τοπική εξoυσία διοικητική, αστυνομική, εκτελεστική. Εισέπραττε τους φόρους, πλήρωνε τον Αρχιερέα, τους δασκάλους, τους δημόσιους υπαλλήλους, το φόρο της Κυβέρνησης, έκτιζε με προσωπική εργασία ανδρών και γυναικών δημόσια ιδρύματα: Σχολεία, Νοσοκομεία, Φαρμακεία, άνοιγε και συντηρούσε δρόμους, κατασκεύαζε λιμενοβραχίονες, 6οηθούσε τις φτωχές οικογένειες και πλήρωνε τους γιατρούς του νησιού. Οι δημοσιοι αυτοι γιατροι εκλεγονταν απο το λαο μια φορα τον χρονο και αναλογα με τον πλυθυσμο του καθε νησσιου ηταν απο ένας μέχρι τέσσερις. Προτιμούσαν πάντα τους άριστους, τους σώφρονες και σοβαρούς. Οι γιατροί επισκέπτονταν δωρεάν όλους τους κατοίκους, όταν τους καλούσαν. Έγγραφαν τις συνταγές, που εκτελούνταν δωρεάν στο Δημοτικό Φαρμακείο του νησιού, από το οποίο οι κάτοικοι έπαιρναν χωρίς χρήματα τα φάρμακά τους, όσο μακρoχρόνια κι αν ήταν η αρρώστια τους. Την κοινοτική διοίκηση συγκροτούσαν δύο δημογέροντες και δύο σύμβουλοι, που εκλέγονταν κάθε χρόνο από τη γενική συνέλευση των Λεριών. Κάθε χρόνο στο τέλος Φεβρουαρίου συνερχόταν η γενική συνέ- λευση για ν' ακούσει τη λογοδοσία «των κατά το λήξαν έτος πεπραγμένων», να εγκρίνει τη διαχείριση και να εκλέξει τους νέους κοινοτικούς άρχοντες για τον επόμενο χρόνο. Η υπη ρεσία των αρχόντων αυτών ήταν άμισθη και την εκτελούσαν οι διορισμένοι από τη δημογεροντία έμμισθοι γραμματέας και κλητήρας. Η Δημογεροντία εκτελούσε όλα τα δημαρχιακά καθήκοντα: Συνέτασσε τα συμ6όλαια έκρινε διαιτητικά και συμβιβαστικά για κάθε αμφισβήτηση ανάμεσα στους πολίτες, ιδιαίτερα για την κυριότητα και οροθεσία ακινήτων, φρόντιζε για την είσπραξη της δεκάτης των πρoϊόντων της γης, νοικιάζοντάς την κάθε χρόνο με δημόσιο πλειστη ριασμό και πλήρωνε στην κυβέρνηση τον καθορισμένο φόρο.

Β. ΚΥΒΕΡΝΗTΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ Η Λέρος υπαγόταν στο Νομό των Νότιων Σποράδων με πρωτεύουσα τη Χίο και ήταν πρωτεύουσα διοίκησης. Στο Διοικητή Λέρου υπάγονταν η Πάτμος και οι Λειψοί. Ο Διοικητής Καϊμακάμης (τουρκ. Kaymakan), τoπoτηρητής με βαθμό συνταγματάρχη (Βέη) είχε γύρω του διοικητικό συμβούλιο. Απαρτιζόταν από κατοίκους του νησιού και ήταν συνήθως τετραμελές. Η εκλογή των μελών του γινόταν ανάμεσα σε 12 υποψηφίους και καθοριζόταν από επιτροπή με πρόεδρο τον καϊμακάμη και μέλος το μητροπολίτη του νησιού ή τον αρχιερατικό επίτροπo. Από τους 12 υποψηφίους η δημογεροντία του κάθε νησιού είχε δικαίωμα να εξαιρέσει τους 4 και από τους υπόλοιπους 8 ο βαλής της Χίου διόριζε τους αναγκαίους 4, δύο κάθε διετία. Η διαχείριση των οικονομικών απασχολούσε έναν έφορο (μαλ-μουδίρ), έναν ταμία (σαράφ) κι έναν τελώνη με γραμματέα και τελωνοφύλακα. Διοικητικοί υπάλληλοι απασχολούνταν στην υγειονομική και λιμενική υπηρεσία. Υπήρχε Πρωτοδικείο για την απονομή της δικαιοσύνης και είχε στη δικαιοδοσία του την Πάτμο και τους Λειψούς. Ο πρόεδρός του ήταν χριστιανός, διορισμένος από την κυΒέρνηση. Είχε ακόμα δύο παρέδρους δικαστικούς, δύο γραμματείς (οθωμανό και χριστιανό) κι έναν κλητήρα. Εκδίκαζε κάθε είδους υποθέσεις, πταίσματα, αστυνομικές παραβάσεις, πλημμελήματα, ενώ για τα κακουργήματα και τις εφέσεις αρμόδιο ήταν το Ανώτερο Δικαστήριο της Χίου. Ο Πολιτάρχης ήταν ο δημόσιος κατή- γορoς. Δικηγόροι τότε δεν υπή ρχαν στη Λέρο και οι διάδικοι μόνοι τους υπεράσπιζαν τα δίκαιά τους. Τα έξοδα μισθοδοσίας του προσωπικού του Δικαστηρίου καλύπτoνταν από το χαρτόσημο, τα δικαστικά έξοδα και τα πρόστιμα. Για όλα τα εισαγόμενα προϊόντα στο νησί επιβαλλόταν φoρολογία 8%. Εξαίρεση από το δασμό αυτό είχαν όλα τα εισαγόμενα από την Αίγυπτο και την Τουρκία, εφόσον συνοδεύονταν από σχετική απόδειξη εκτελωνισμού από τις χώρες αυτές ή αν προορίζονταν για χρήση των κυΒερνητικών υπηρεσιών, των εκκλησιών, των σχολείων και τoυ κοινοτικού φαρμακείου. Τη διοικητική υπηρεσία εκτελούσε ένας γραμματέας Οθωμανός για την τουρκική γλώσσα κι ένας υπογραμματέας χριστιανός για την ελληνι- κή. Ένας πολιτάρχης οθωμανός, με Βαθμό ανθυπασπιστή εκτελούσε την αστυνομική υπηρεσία, ενώ την εκτελεστική αξιωματικός της χωροφυλακής (μουλαζίμ) με Βαθμό ανθυπολοχαγού, ένας επιλοχίας (τσαούς), δύο υπαξιωματικoί και δέκα χωροφύλακες απo τους οποίους oι περισσότερoι ήταν Αλβανοί και 2-3 ντόπιοι χριστιανοί.
ΟΙ ΙΤΑΛΟI ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ (1912) Οι Ιταλοί την περίοδο αυτή επιδιώκουν να επεκτείνουν τις αποικιακές τους κτήσεις. για το σκοπό αυτό ζητούν από την Τουρκία να τους παραχωρήσει την Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή της Λιβύης. Η Υψηλή Πύλη απορρίπτει το τελεσίγραφο και στις 29 Σεπτεμ6ρίου 1911 κηρύσσεται ο Ιταλοτουρκικός πόλεμος, που παίρνει μεγάλη έκταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Για μια ακόμα φορά επιβεβαιώθηκε η στρατηγική σημασία της Δωδεκανήσου στις διενέξεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Στις 22 Απριλίου 191250 οι Ιταλοί απο6ι6άζονται στην Αστυπάλαια, ενώ στις 4 Μαιου 1912 ισχυρός ιταλικός στόλος και 12.000 άντρες υπό τον στρατηγό AMEGLIO ενεργεί απόβαση στη Ρόδo, η οποία με τη βοήθεια του ελληνικού πληθυσμού κυριεύεται σχετικά εύκολα. Η τουρκική φρουρά με δύναμη 1.200 ανδρών κατέφυγε και οχυρώθηκε στην Ψίνθο. Οι Ιταλοί με τη βοήθεια των κατοίκων εντόπισαν και τις τελευταίες εστίες του εχθρού στο εσωτερικό της Ρόδου και περιόρισαν τις απώλειές τoυς σε πέντε άντρες. Έτσι έληξε νικηφόρα γι' αυτούς η πρώτη στρατιωτική επιχείρησή τους στα Δωδεκάνησα.

Η ΛΕΡΟΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 19l2 (ΙΤΑΛΟΚΡΑΤΙΑ) ΟΙ ΙTΑΛΟΙ ΣTΗ ΛΕΡΟ Στις 13 Μαϊου 1912 καταφθάνουν oι Ιταλοί ανοικτά στο Παντέλι με τα πολεμικά πλοία «SAN GIORGIO» «REGINA MARGARITA» και «RΕGIΝΑ ΕLΕΝΑ», ενώ στο λιμάνι της Αγ. Μαρίνας αποβιβάζει στρατό το καταδρομικό «ΡISΑ». με μαούνες μεταφέρονται τα αγήματα στη στεριά κοντά στο Μπρούζι. Μετά από κυκλωτική πορεία συναντήθηκαν στον Πλάτανο με τους άλλους που ήρθαν στο Παντέλι. Συνέλαβαν τους 22 Τούρκους, τη Φρουρά της Λέρου. Οι Τούρκοι δεν πρόβαλαν καμιά αντίσταση. Απερίγραπτη η χαρά των Λεριών, πoυ μαζεύτηκαν στον Πλάτανo για να εκφράσουν τον ενθουσιασμό τους για την απελευθέρωση από τους Τούρκους. η θέα του σταυρού στην ιταλική σημαία τους γέμιζε κουράγιο και αισιοδοξία, ενώ το μισοφέγγαρο τους πήγαινε πίσω σε δύσκολες εποχές. Από τον Πλάτανο οι πεζοναύτες ανέβηκαν στο Κάστ ρο και έστησαν στον ιστό την Ιταλική σημαία. Εκεί θα έμενε για τριάντα ένα ολόκληρα χρόνια. Μόλις νύχτωσε έφυγαν τα πολεμικά πλοία, ενώ άλλα βρέθηκαν στo Λακκί και στο Παρθένι. Εκεί εγκατέστησαν κανόνια παλαιού τύπου που έφεραν από τη Λιβύη. Από το λιμάνι του Παρθενιού ξεκίνησε η επιχείρηση για παραβίαση των Στενών (Δαρδανέλλια) στις 18 Ιουλίου 1912, για να χτυπηθεί ο τουρκικός στόλος. Αυτή ήταν και η πρώτη αξιοποίηση της Λέρου στρατιωτικά, δύο μήνες μετά την εγκατάσταση των Ιταλών στo νησί. Στην Πάτμο συγκεντρώνονται οι αντιπρόσωποι των νησιών της Δωδεκανήσου στις 3 Ιουνίου 1912. Το Συνέδριο της Πάτμου συνήλθε στον Ιερό Χώρο της Αποκάλυψης του Ιωάννη του Θεολόγου, σύμφωνα με τη θέληση και εντολή του ελληνικού λαού της Δωδεκανήσου. Διάκηρύχθηκε σ' αυτό η σταθερή απόφαση του λαού των νησιών να μην επανέλθει στο τουρκικό καθεστώς και ο προαιώνιος εθνικός πόθος για ένωση με την Ελλάδα. Κη ρύχτηκε η πλή ρης αυτονομία των νησιών και μέχρι την εθνική αποκατάσταση της Δωδεκανήσου ονομάστηκε «Πολιτεία του Αιγαίου» το σύνολο των αυτονομούμενων νησιών. Ορίστηκε το σύμβολο της Πολιτείας και υψώθηκε για πρώτη φορά το απόγευμα της 4ης Ιουνίου 1912 στον ιστό του μικρού ναού της Αποκάλυψης. Το Ψήφισμα δεν έγινε δεκτό από την Ιταλία, οι αντιπρόσωποι όμως το δια6ί6ασαν σε όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Την ίδια μέρα που άρχιζαν οι εργασίες τoυ Συνεδρίoυ της Πάτμoυ (3 Ιουνίου 1912) η Γαλλική Κυβέρνηση παίρνει το τηλεγράφημα του «Συνδέσμου Αιγαιοπελαγιτών» της Αιγύπτου, στο οποίο μεταξύ των άλλων ζητείται από τον πολιτισμένο κόσμο, από τα μεγάλα φιλελεύθερα έθνη το δικαίωμα να αυτοδιοικηθούν κάτω από ένα αυτόνομο καθεστώς, έσ'ι:ω ανάλογο με εκείνο της Ηγεμονίας της Σάμου ή και να ενσωματωθούν στην ηγεμονία αυτή... Τo τηλεγράφημα για την επιτρoπή υπογράφει ο Λεριός Γ. Ρούσσος.
Η Ιταλία λόγω της έκρηξης των Βαλκανικών Πολέμων υποχρέωσε την Τουρκία να υπογράψει την Συνθήκη της Λωζάνης (18 Οκτωβρίου 1912), ενώ σε ιδιαίτερο άρθρο αναλάμ6ανε την υποχρέωση να επιστρέψει τη Δωδεκάνησo στην τoυρκική τυραννία. Έτσι την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων (Σεπτέμβριος 1912) τα Δωδεκάνησα διπλωματικά είναι τουρκική επαρχία, ουσιαστικά όμως βρίσκονται στην κατοχή της Ιταλίας, η οποία κατέχει τα νησιά «προσωρινά», μέχρι να εκτελεστούν όλοι οι όροι της Συνθήκης με την Τoυρκία, με αποτέλεσμα ο ελληνικός στόλος που απελευθέρωσε τη Μυτιλήνη, Χίο, Σάμo να μην μπορέσει να κάμει το ίδιο για τα Δωδεκάνησα, διότι τα κατείχαν οι Ιταλοί.



ΚΑΛΥΜΝΟΣ

Το νησί της Καλύμνου βρίσκεται στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, στα Δωδεκάνησα, ανάμεσα στη Κω και τη Λέρο. Σ’ αυτό ζουν περίπου 16000 κάτοικοι. Ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία αλλά κυρίως με τη ναυτιλία.
Είναι ένα νησί ορεινό με ψηλά βουνά αλλά και όμορφες ακρογιαλιές. Ο συνδυασμός της φυσικής ομορφιάς, το φιλόξενο πνεύμα των κατοίκων και η παράδοσή του το κάνουν δελεαστικό να το επισκεφθείτε.
Μπαίνοντας στο λιμάνι θ’ αντικρίσετε το πλήθος των καϊκιών αγκυροβολημένα σε όλο το μήκος του κόλπου.
Η Κάλυμνος διαθέτει το μεγαλύτερο αριθμό αλιευτικών σκαφών στην Ελλάδα, αφού άλλωστε είναι το νησί των σφουγγαράδων, παράδοση που χαρακτηρίζει το νησί έως και σήμερα.
Η πρωτεύουσα, Πόθια, είναι χτισμένη αμφιθεατρικά ανάμεσα σε δυο βουνά.
Ψηλά στην αριστερή πλευρά δεσπόζει η εκκλησία του Αγίου Σάββα, μoναχού που αγίασε στην Κάλυμνο. Δεξιά βρίσκεται το εκκλησάκι της Ανάστασης.
Στην πόλη θα δείτε το Λιμεναρχείο, τον μεγαλόπρεπο Ναό του Αγίου Νικολάου, προστάτη των ναυτικών, τα διατηρητέα κτίρια του Επαρχείου και Δημαρχείου, το Μητροπολιτικό Ναό, το Ναυτικό Λαογραφικό Μουσείο, το εκκλησάκι του Βουβάλη.

Ο χρόνος αρχίζει να μετράει στην Κάλυμνο από τη Νεολιθική εποχή, 4000 π.Χ.
Ίχνη του βρίσκουμε σε σπήλαια (Αγ. Βαρβάρας, Δασκαλειό) καθώς και σε άλλες περιοχές (Τσιγγούρα, Κάστελλας, Εμποριός). Το νησί κατοίκησαν λαοί από το Μικρασιατικό χώρο. Κάρες, Λέλεγες, απ’ όπου αντλούν πρότυπα για την κεραμική τους.

Ο σημαντικότερος οικισμός εντοπίζεται στην περιοχή Κάστελλας στο Βαθύ. Στις πλαγιές του βουνού απλώνεται ένας ακμαίος οικισμός που ξεκινώντας από τη Νεολιθική εποχή φτάνει κατά τους Γεωμετρικούς χρόνους και ιδιαίτερα τους Αρχαϊκούς σε μεγάλη ακμή.
Μνημειώδη ερείπια από τα σπίτια του οικισμού σώζονται μέχρι σήμερα καθώς και σπουδαία κινητά ευρήματα φανερώνουν τις στενές επαφές με τις γειτονικές περιοχές. Σ’αυτό βοήθησε ο πολύ ευνοϊκός κόλπος Πεζώντα που βρίσκεται εκεί κοντά.
Αργότερα μεταναστευτικά φύλα περνούν από την Κάλυμνο, Αχαιοί και Δωριείς. Η παρουσία του Μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή είναι καταλυτική.
Τα πλούσια ευρήματα από τάφους αυτών των χρόνων αποκαλύπτουν την υψηλή ποιότητα ζωής και άνθησης των τεχνών.
Πρώτη ιστορική αναφορά στο νησί γίνεται στην Ιλιάδα του Ομήρου, (ραψωδ. Β στιχ.676-680) όπου στον κατάλογο των πλοίων που πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο είναι και «αι Καλύδναι νήσοι» που στέλλουν δύναμη 30 πλοίων, δείγμα οικονομικής ακμής και ενασχόλησης με τη ναυτιλία.

Λιγοστά είναι τα ευρήματα των Γεωμετρικών χρόνων, πόρπες και βραχιόλι από τον Κάστελλα στο Βαθύ, πήλινα εδώλια ταύρων στο Δάμο, ο οποίος φαίνεται πως έχει ήδη αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία αφού αργότερα θα κτιστεί εκεί το ιερό του Απόλλωνα.

Κατά την Κλασσική εποχή η Κάλυμνος γνωρίζει οικονομική ακμή και ανάπτυξη.
Κόβει δικά της νομίσματα, αργυρά τετράδραχμα και δίδραχμα, τα οποία φέρουν στην κύρια όψη κεφάλι κρανιοφόρου (πιθανόν του Άντιφου) και στην πίσω τη λύρα, απόδειξη της λατρείας του Απόλλωνα στο νησί.
Το ιερό του Δηλίου Απόλλωνα, στην περιοχή του Δάμου, υπήρξε κατά την αρχαιότητα ο σπουδαιότερος και επισημότερος τόπος του νησιού, τόσο από θρησκευτική όσο και από πολιτική άποψη.

Όπως μας μαρτυρούν οι σωζόμενες επιγραφές, οι 43 μέχρι σήμερα ενεπίγραφες βάσεις ανδριάντων, ο μαρμάρινος κορμός λατρευτικού αγάλματος του Ασκληπιού και τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά μέλη,

το Ιερό περιελάμβανε από θρησκευτικής πλευράς τον κυρίως Ναό του Απόλλωνα, το βωμό του, μικρότερους ναούς και αφιερώματα σε άλλους θεούς, ενώ από πολιτικής το πολιτικό αρχείο όλων των δήμων και φυλών του νησιού και έργα τέχνης.




ΚΩΣ

Η Κως κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους σύμφωνα με τα ευρήματα που ανακαλύφθηκαν στην σπηλιά Άσπρη Πέτρα στο ύψωμα Ζηνί της Κεφάλου.
Η συστηματική μελέτη και έρευνα που εμπλουτίστηκε με νέες ανακαλύψεις τοποθέτησε τα ευρήματα αυτά στην πρώιμη εποχή του χαλκού που χαρακτηρίζεται ως πρωτοελλαδική (2900-2100 π.Χ.). Τότε σημειώθηκαν μεγάλες μετακινήσεις των Πελασγών σε ολόκληρη τη ελληνική Χερσόνησο, το Αιγαίο Πέλαγος, έως την Μικρά Ασία και την Κύπρο.
Στην πόλη της Κω η πρώτη εγκατάσταση κατοίκων υπολογίζεται περίπου 2300-2000 π.Χ. υφιστάμενη συνέχεια μια σταθερή επέκταση και δεχόμενη τις επιδράσεις τόσο του μινωικού όσο κυρίως και του μυκηναϊκού πολιτισμού που άφησε πίσω του σημαντικά κατάλοιπα (1600-1150 π.Χ.). Μετά τον Τρωικό Πόλεμο, στον οποίο η Κως με τα κοντινά νησιά συμμετέχει με τριάντα πλοία, αρχίζει η λεγόμενη "κάθοδος των Δωριέων Ηρακλειδών" που απεικονίζουν τα νησιά και τις Μικρασιατικές ακτές. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη οι νέοι αυτοί κάτοικοι της Κω είχαν κατά πάσα πιθανότητα προέλευση από τον χώρο της Αργολίδας. Κατά τον 7ο-6ο αιώνα, η Κως από κοινού με τις πόλεις Κνίδο και Αλικαρνασσό στη Μικρά Ασία και Ιαλυσό, Κάμειρο και Λίνδο από τη Ρόδο, σχημάτισαν ένα Δωρικό Συνασπισμό που αποκλήθηκε "Δωρική Εξάπολις" και είχε ως ενωτικό κέντρο το ναό του Τριοπίου Απόλλωνος κοντά στην Κνιδό.
Η αμφικτιονία αυτή είχε θρησκευτικό, οικονομικό και πολιτικό χαρακτήρα. Κατά το 500 π.Χ. περίπου η Κως υποτάχθηκε στους Πέρσες και αναγκαστικά κατά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) συμμετείχε από κοινού με τις άλλες υποταγμένες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας και τα νησιά στο πλευρό των Περσών. Ύστερα ωστόσο από την ελληνική επικράτηση στους Περσικούς Πολέμους και την απομάκρυνση του περσικού κινδύνου η απελευθερωμένη Κως εντάχθηκε στην Αθηναϊκή συμμαχία. Το νησί παρουσίασε μια σταθερή ανάπτυξη χάρη στα πλούσια εδάφη, στο εμπόριο και την ναυτιλία ενώ άνθησαν τα γράμματα, οι τέχνες, οι επιστήμες και κυρίως η ιατρική. Εκείνη την περίοδο γεννήθηκε στην Κω ο πατέρας της ιατρικής Ιπποκράτης (460-377 π.Χ.), γόνος οικογένειας περίφημων ιατρών, ο οποίος ύστερα από πολλά ταξίδια, συλλογή στοιχείων και μελετών επέστρεψε στο νησί όπου ίδρυσε και δίδαξε στην Ιατρική του Σχολή. Τα επιστημονικά του συγγράμματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο μελέτης έως σήμερα είναι γνωστά με τον τίτλο "Ιπποκρατική Συλλογή". Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο η Κως υπέστη και αυτή τις συνέπειες των πολιτικών ανταγωνισμών και τριβών με συνέπεια τις διαδοχικές μεταπηδήσεις στις αντίπαλες συμμαχίες. Το 332 π.Χ. και ύστερα από μια σύντομη περσική κατοχή η Κως απελευθερώνεται από τον Μέγα Αλέξανδρο. Στην Ελληνιστική Περίοδο το νησί ανήκε στο κράτος των Πτολεμαίων και κατά την περίοδο της συγκρούσεως Ρωμαίων και Φιλίππου Ε' υποστήριξε τον δεύτερο ενώ υπέστη και τις ληστρικές επιδρομές του Μιθριδάτη (88 π.Χ.). Από το 82 π.Χ. η Κως αποτέλεσε Ρωμαϊκή επαρχία. Κατά τους Βυζαντινούς Χρόνους γνώρισε μια νέα περίοδο ακμής όταν έγινε έδρα επισκόπου, ενώ υπέστη σημαντικές καταστροφές τόσο από επιδρομές (Σαρακηνοί 11ος αι.) όσο και από σεισμούς με χειρότερο εκείνον του 553. Το νησί πέρασε για λίγο στον διαδοχικό έλεγχο των Βενετών, Γενοβέζων για να καταλήξει το 1315 στους Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη, οι οποίοι οικοδόμησαν και ισχυρά φρούρια σε μια προσπάθεια να διασφαλίσουν την κατοχή του απέναντι στην τουρκική απειλή. Τελικά το 1523 ύστερα από προηγηθείσες ανεπιτυχείς προσπάθειες η Κως κατελήφθη από τους Τούρκους. Η τουρκική κυριαρχία διατηρήθηκε έως το 1912 οπότε στα πλαίσια του Ιταλοτουρκικού Πολέμου που διεξήχθη στη Λιβύη, οι Ιταλοί ως αντιπερισπασμό κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα. Η ιταλική κατοχή διήρκησε μέχρι το 1943 οπότε μετά την παράδοση της Ιταλίας και την συμπαράταξη της με τους Συμμάχους, γερμανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν από θαλάσσης και αέρος και κατέλαβαν την Κω στις 3 Οκτωβρίου. Με το τέλος του Β'Παγκοσμίου Πολέμου επακολούθησε την διετία 1945-1947 Βρετανική κατοχή μέχρι την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα το 1948.




ΤΗΝΟΣ


Το νησί της Μεγαλόχαρης, της τέχνης, της ομορφιάς. Έκταση 195 τ. χλμ., κάτοικοι 9.961, οικισμοί γύρω στους 50. Το όνομά της προελληνικό – πιθανώς από τον πρώτο οικιστή – συνεχίστηκε με το φοινικικό ΤΑΝΝΟΤΗ (=φίδι). Την είπανε ακόμη “ΟΦΙΟΥΣΑ” για το πλήθος των φιδιών που εξολόθρευσε ο προστάτης της Ποσειδών, “ΥΔΡΟΥΣΑ” για τα νερά της, “ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΑΙΟΛΟΥ” για τους δυνατούς βοριάδες της.
Η Τήνος των αιώνων. Πρώτα οι Πελασγοί, μετά οι Ίωνες, οι Αθηναίοι, οι Μακεδόνες, οι Πτολεμαίοι, οι Ρωμαίοι. Εγκαταστάσεις εντοπίζονται στο νησί ήδη από την νεολιθική εποχή και αργότερα τη γεωμετρική και την αρχαϊκή. Ακολουθούν μερικές σημαδιακές χρονολογίες:
480 π.Χ. Η τηνιακή τριήρης του Παναιτίου ενώνεται λίγο πριν τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας με τον ελληνικό στόλο και τον πληροφορεί για τα σχέδια των Περσών. Το όνομα της Τήνου θα γραφτεί στον αφιερωτικό τρίποδα του Δελφικού Μαντείου.
Βυζαντινή περίοδος. Ανήκει στο “Θέμα Ελλάδος” και δέχεται τις αλλεπάλληλες επιδρομές των Σαρακηνών.
1204. Περνάει στην κυριότητα των Βενετσιάνων, αρχικά ως κτήση της οικογένειας Γκίζη (1207 – 1390) και στη συνέχεια, ως το 1715, κάτω από την άμεση διοίκηση της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου. Η πολύχρονη παρουσία των Βενετών έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της Τήνου. Την κατέστησε καταφύγιο των κατατρεγμένων Ελλήνων, εξασφαλίζοντας σταθερότητα και σχετική ασφάλεια. Επηρέασε την κοινωνική σύνθεση, με τη δημιουργία ενός ιδιότυπου φεουδαλισμού, την πολιτιστική και θρησκευτική κατάσταση (παρουσία καθολικού δόγματος)
1715. Οι Τούρκοι, μετά από πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες, καταλαμβάνουν το νησί. Η παρουσία τους όμως θα είναι σχεδόν τυπική. Αξιοποιώντας τις ευνοϊκές συνθήκες, η Τήνος προάγεται θεαματικά. Αυτοδιοικείται, ακμάζει οικονομικά και αναπτύσσει το διαμετακομιστικό εμπόριο και τις χειροτεχνίες. Ιδιαίτερα στη μαρμαρογλυπτική, αναδεικνύεται το μεγαλύτερο κέντρο στην Ελλάδα, με οικογένειες που καλλιεργούν κληρονομικά την τέχνη και περιοδεύουν ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, τη Μικρασία, τη Βαλκανική.
1771 – 1774. Ένα σύντομο πέρασμα των ρώσων από το νησί κατά την επανάσταση του Ορλώφ.
1821, 31 Μαρτίου. Πρώτος ο Πύργος απ’ όλες τις Κυκλάδες υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στην έξω μεριά. Η χώρα ακολούθησε στις 20 Απριλίου, ενώ πολλά πρόσφεραν οι Τηνιακοί στον αγώνα κατά και κατά ξηρά.
1823, 30 Ιανουαρίου. “Εκ σπλάχνων γης Αγία Εικών άνεθορε, ευαγγελίσασα Ελλάδος ελευθερίαν”. Η εύρεση της θαυματουργής εικόνας της Μεγαλόχαρης, ύστερα από το θείο όραμα της Αγίας Πελαγίας, κατέστησε το νησί το μεγαλύτερο σύγχρονο προσκύνημα της πατρίδας μας και της Ορθοδοξίας.
1940, 15 Αυγούστου. Οι Ιταλοί τορπιλίζουν το εύδρομος Έλλη στο λιμάνι της Τήνου, ανήμερα του πανηγυριού. Η “πληγωμένη Παναγιά” θα είναι εκείνη που θα οδηγήσει τα όπλα στη νίκη της Αλβανίας. Το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου προσφέρει στον αγώνα το σύνολο των αφιερωμάτων του.
Σήμερα η Τήνος είναι ο τόπος της προσδοκίας, όπου ο πιστός βιώνει τη συνάντησή του με το Θεό και την Αγία Μητέρα Του. Είναι ακόμη ένας τόπος που κρύβει πολλές ομορφιές για όποιον θελήσει να τον γνωρίσει καλύτερα.
Νησί που διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό χαρακτήρα του, στην αρχιτεκτονική των χωριών αλλά και στον καθημερινό βίο, με τους φιλόξενους ανθρώπους του, τα πανηγύρια και τα έθιμά του. Χαρακτηριστικά πανηγύρια γίνονται στη Βουρνιώτισσα (24 Σεπτεμβρίου), στην Αγία Βαρβάρα στο Σμόβωλο (4 Δεκεμβρίου), στον Τριπόταμο (ανήμερα Χριστουγέννων), στον Κτικάδο (Δευτέρα του Πάσχα), στη Λακκωτιανή Ιστερνίων (Κυριακή του Θωμά), στην Παναγιά στο Βρυσί (Πρωτομαγιά), στην Αγία Παρασκευή στην Καραμπούσα (26 Ιουλίου) στην Κυρά Ξένη (23 Αυγούστου)
Πατρίδα των κορυφαίων νεοελλήνων καλλιτεχών της σμίλης και του χρωστήρα (Χαλεπά, Φιλιππότη, Σώχου, Βιτάλη, Φυτάλη, Γύζη, Λύτρα, Γαϊτη κ.α.), αλλά και πλήθους ανώνυμων μαστόρων που έχουν αφήσει τη σφραγίδα τους στις εκκλησίες, στα σπίτια, στους περιστεριώνες.
Τοπίο με απροσδόκητες εναλλαγές ανάμεσα στο φως και τη σκιά, τη γυμνή πέτρα και τα πράσινα λαγκάδια, το βράχο και τις κρυφές ακρογιαλιές.



ΑΜΟΡΓΟΣ


Κατά την αρχαιότητα, n Αμοργός ήταν γνωστή με διάφορες ονομασίες, όπως Υπερία, , Πλατάγη, Ψυχία, Καρκησία (από τον νάξιο οικιστή της Καρκήσιο). Αναφέρεται επίσnς ως Τρίπολη, από τις τρεις πόλεις που υπήρχαν στο νησί (Aρκεσίvn, Μινώα, Aιγιάλη ή Μελανία). Η Aρκεσίνn βρισκόταν στο βορειοδυτικό άκρο του νnσιού, κοντά στη σημερινή Κάτω Μεριά, η Αιγιάλη στη βορειοανατολική πλευρά, κοντά στα σημερινά Θολάρια, και n Μινώα στον στον κόλπο των Καταπόλων, όπου, σύμφωνα με το μύθο, βρίσκονταν τα θερινά ανάκτορα του βασιλιά τnς Κρήτnς Μίνωα.
0πως προκύπτει απο τα ευρύματα των αναακαφών, η συμμετοχή της Αμοργού στη διαμόρφωση του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού (3200-2000 π.Χ) υπήρξε σημαντική.
Έχουν ανασκαφεί μέχρι σήμερα 12 ακροπόλεις από την Πρωτοκυκλαδική περίοδο, καθώς και ερείπια πολλών κατοικιών και νεκροταφείων.
Οι ακροπόλεις ήταν χτισμένες σε κορυφές λόφων ή σε βράχια, ώστε να ελέγχουν τα περάσματα, αλλά και να προστατεύονται. Εκτός από τους οχυρωμένους οικισμούς υπήρχαν επίσης μεμονωμένες κατοικίες και αγροκτήματα.
Οι κάτοικοι του νnσιού ήταν αγρότες, ψαράδες, ναυτικοί και κυνηγοί.
Στα προϊστορικά νεκροταφεία, στις θέσεις Κάψαλα κοι Δωκαθίσματα, έχουν βρεθεί πολλά κτερίσματα, όπως μαρμάρινα ειδώλια, κεραμικά και αντικείμενα μικροτεχνίας (στα ειδώλια περιλαμβάνεται κι ένα γυναικείο το μεγαλύτερο απ' όσα έχουν βρεθεί στις Κυκλάδες).
Το 2200-1900 π.Χ. περίπου ο πολιτισμός της Αμοργού επισκιάζεται απο την Κρητική ηγεμονία στο Αιγαίο. Έτσι το νησί μετατρέπεται σε σταθμό των Μινωιτών, οι οποίοι το αποικίζουν.
Βαθμιαία, η Αμοργός μετατρέπεται σε εμπορικό και ναυτικό κέντρο της Μινωικής Κρήτης (γύρω στο 1500 π.Χ. ακμάζει η Μινώα).
Οι οικισμοί της εποχής είναι παραθαλάσσιοι, οχυρωμένοι και καλλά οργανωμένοι. Μετά την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης (1650 π.Χ. περίπου) στην Αμοργό διεισδύουν οι Μυκηναίοι.
Κατα τη γεωμετρική περίοδο (9ος - 8ος αι. π.Χ.) Ιωνικά φύλα από τη Νάξο αποικίζουν το νησί και ιδρύουν την Αρκεσίνη, στη χερσόνησο Καστρί.
Τον 7ο αι. π.Χ. Ίωνες της Μιλήτου ιδρύουν την Αιγιάλη, στα βόρεια του νησιού. Οι τρείς μεγάλες πόλεις της Αμοργού, Μινώα, Αρκεσίνη και Αιγιάλη άκμασαν κατά τους ιστορικούς χρόνους και αποτελούσαν κοινοπολιτεία μέχρι τα μέσα του 4ου αι. π.Χ.
Καθώς το νησί είχε αποικιστεί από Ίωνες ήταν φυσικό να διατηρεί ιδιαίτερη σχέση με πολλές Ιωνικές πόλεις. Έτσι, σύντομα εξελίχτηκε σε κόμβο επικοινωνιών και εμπορίου με τις πόλεις της Ιωνίας. Σταδιακά οι οικισμοί προηγούμενων εποχών μετατράπηκαν σε πόλεις-κράτη, σύμφωνα με το πρότυπο που ίσχυε στην Ελλάδα κατα την Αρχαϊκή περίοδο. Κατά την Κλασική εποχή, n Αμοργός αναπτύσσει περισσότερο τις σχέσεις της με τις Ιωνικές πόλεις,
ενώ δnμιουργεiται και n κοινοπολιτεiα της "Τρίπολnς". Το εμπόριο ανθεί, ενώ παρατηρείται έντονη εξαγωγική δραστηριότητα.
Το 478 π.X. n Αμοργός προσχωρεi στην Aθnναϊκή Συμμαχiα, χάνοντας έτσι την αυτονομiα της.
Το 337 π.X. n Αμοργός περιέρχεται στους Μακεδόνες, οι oπoio1 - χτίζουν οχυρωματικά έργα σε Kαiριες τοποθεσiες του νησιού. Το 322 π.X. έγινε n Nαυμαxiα της Αμοργού, μια από τις σημαντικότερες ναυμαχiες της αρχαιότητας, ανάμεσα στους Αθnναίους και τους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στη ναυμαχiα αυτή n Αθήνα ηττήθηκε και έχασε οριστικά τη ναυτική της nγεμονiα.




Κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, n Αμοργός, όπως και τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, ήταν τόπος εξορίας. Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, το νησί ανήκε στο θέμα του Αιγαίου, όπως και τα άλλα νησιά των Κυκλάδων.
Από τον 7ο έως τον 10ο αι. η Αμοργός δοκιμάζεται από αλλεπάλληλες επιδρομές πειρατών, με αποτέλεσμα να ερημώσουν οι παράκτιοι οικισμοί του νησιού.
Κατά την περίοδο της Λατινοκρατίας, n Αμοργός περιήλθε στους αδελφούς Ανδρέα και Ιερεμiα Γκίζι,
και αργότερα (1309) προσαρτήθηκε στο Δουκάτο του Αιγαίου. Το 1370 την κατέλαβε ο ενετικός στόλος. Στα χρόνια που ακολούθησαν το νησί δοκίμάστηκε σκληρά από νέα κύματα πειρατικών Επιδρομών, με αποτέλεσμα αρκετοι από τους κατοίκους του να καταφύγουν μαζίκά στην Kρήτη.
Το 1446, μετά από συγκρούσεις μεταξύ ενετών ευγενών, κύριος του νησιού έγινε ο κόμης της Αστυπάλαιας, Ιωάννης Κοϋιρίνι. Ακολούθησαν επιδρομές Καταλανών και Τούρκων, και το 1537 το νησί καταλήφθηκε από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.

Από την εποχή της Ενετοκρατίας δεν σώζονται πολλά μνημεία. Τα πιο σημαντικά είναι το κάστρο στη Χώρα και ένας τετράγωνος πύργος που δεσπόζει στο χωριό Θολάρια, ο οποίος και σήμερα ονομάζεται Βίγλα.
Οι συνθήκες σχετικής ασφάλειας που επικράτησαν μετά την κατάληψη του νησιού απο τους Τούρκους, σε συνδυασμό με σειρά πολιτικών, οικονομικών και θρησκευτικών προνομιών τα οποία παραχωρήθηκαν από τον σουλτάνο, είχαν ως αποτέλεσμα τη σχετική ανάπτυξη της Αμοργού. Το 1751 αναφέρεται η ίδρυση ελληνικής σχολής στο μοναστήρι της Αγίας Μαρίνας, ενώ κατα Ορλωφικά χρόνια το νησί καταλήφθηκε (πρόσκαιρα) απο Ρώσους.
Η Αμοργός προσχώρισε αμέσως στην επανάσταση του 1821. Αρκετοί από τους κατοίκους πολέμησαν στην Πελοπόννησο και αλλού κατά των Τούρκων, ενώ το ναυτικό του νησιού συμετείχε ενεργά στον Αγώνα.
Μετά την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα, ιδρύθηκε στην Αμοργό το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο. Κατα την 4ης Αυγούστου, η Αμοργός χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας.




ΝΑΞΟΣ


Η Νάξος ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της Κυκλαδικής κουλτούρας. Περίπου το 3000 π.χ. είχαν δημιουργηθεί οι οικισμοί κοντά στην Χώρα, στον λόφο του Κάστρου και στη Γρόττα.Το νησί αργότερα αποικίθηκε από κατοίκους της Καριας, καθοδηγούμενοι από ένα γιό του Απόλλωνα που ονομάζετο Νάξος.
Η Νάξος ήταν ένα από τα πρώτα νησιά που επεξεργάσθηκαν το μάρμαρο και στην Αρχαϊκή περίοδο έφτιαξαν τους Λέοντες της Δήλου και τους κούρους.Το 523 π.χ. ο τύραννος Λύγδαμις υποσχέθηκε ότι θα έκανε τα κτίρια της Νάξου να είναι τα μεγαλύτερα και πιο εντυπωσιακά στην Ελλάδα. Σήμερα σώζεται μόνο μία γιγαντιαία είσοδος από την είσοδο του Ναού Απόλλωνος στο νησάκι των Παλατιών στην Χώρα.
Όπως και τα περισσότερα νησία, έτσι και η Νάχος παρήκμασε κατα τους κλασσικούς χρόνους.
Κατά την Ελληνιστική περίοδο, διοικήθηκε από τους Πτολεμαίους.
Η Νάξος γράφει Ιστορία όταν ο Ενετός Μάρκος Σανούδος το 1207 κυριεύει το αρχηγικό Βυζαντινό κάστρο, Τ'Απαρίλλου και γίνεται Δούκας της Νάξου.
Όταν οι Ενετοί αρνήθηκαν να δώσουν στον Μάρκο Σανούδο την ανεξαρτησία που επιθυμούσε, αποκόπηκε από αυτούς το 1210 και έγινε ο Δούκας της Λατινικής Αυτοκρατορίας του Αρχιπελάγους. Αρχιπέλαγος ήταν το όνομα που είχαν οι Βυζαντινοί για το Αιγαίο. Κάτω από τον Σανούδο και των διαδόχων του, πηρε την έννοια ενός συμπλέγματος νησιών, τις Κυκλάδες. Ακόμα και μετά την Οθωμανική κυριαρχία το 1564, οι Δούκες της Νάξου διατήρησαν τον έλεγχο των Κυκλάδων, αν και αναφέρονταν στον Σουλτάνο.
ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ •
Στη Χώρα
η "Πορτάρα" ερείπια ενός αρχαίου ναού
• Στη Χώρα
το Ενετικό κάστρο
• Στη Χώρα
το Αρχαιολογικό μουσείο
• Στις Μέλανες
ο Κούρος των Μελάνων
• Στον Απόλλωνα
ο Κούρος του Απόλλωνα (ο μεγαλύτερος
στην Ελλάδα - 7ος αιώνας π.χ.)
• Στα Καλαμίτσια (περιοχή των Μελάνων)
το παραθεριστικό παλάτι των Ιησουϊτών
(χτισμένο στο τέλος του 17ου αιώνα).
• Στον Δανακό
το μοναστήρι του 12ου αιώνα του
Χριστού Φωτοδότη που χτίστηκε από την
αυτοκράτειρα Ειρήνη.
• Στον δρόμο μεταξύ Χαλκίου στη Μονή
η εκκλησία της Παναγίας Δαμιώτισας,
διακοσμημένοι με δύο "φύλλα"
τοιχογραφιών, η μία πάνω στην άλλη,
όπου η πιο παλιά είναι από τον 12ο αιώνα.
• Στον δρόμο για το Χαλκί (Τραγαία)
η εκκλησία του Αγίου Μαμά, μία από τις
παλαιότερες στο νησί, χτισμένη τον
9ο αιώνα.
• Στο Χαλκί (Τραγαία)
ο Πύργος του Βαρότσι - Φρανγκοπούλου -
Γκράτσια από τον 17ο αιώνα.
• Στο Χαλκί (Τραγαία)
ο Αγιος Γεώργιος ο Διασωρίτης, μία
υπέροχη εκκλησία από τον 11 αιώνα.
• Κοντά στην Απείρανθο
η Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Θεολόγου,
διακοσμιμένη με τοιχογραφίες, όπου η πιο
πρόσφατη είναι του 1309.
• Νοτιοδυτικά του Σαγκρίου η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, με ένα τρούλο και τοιχογραφίες από το 1270. Στη περιοχή του Σαγκρίου ο ναός της Δήμητρας.




ΜΥΛΟΣ


Kατά την αρχαιότητα η Mήλος γνώρισε μεγάλη ακμή λόγω του ορυκτού της πλούτου. Kατοικήθηκε ήδη από τη Nεολιθική εποχή (7000 π.X.) και σύντομα πλούτισε περισσότερο από τα γειτονικά της νησιά χάρη στον οψιδιανό λίθο, ένα μαύρο ηφαιστειακό πέτρωμα που χρησιμοποιούσαν οι Mήλιοι στα όπλα και τα εργαλεία τους. Πιστεύεται μάλιστα ότι είχαν προχωρήσει και σε εξαγωγικό εμπόριο, καθώς ο οψιδιανός της Mήλου έχει βρεθεί στην Πελοπόννησο, την Kρήτη, την Kύπρο, ακόμα και την Aίγυπτο.

Aπό τα πρώτα χρόνια της εποχής του χαλκού (2800 - 1100 π.X.) το νησί παίζει σπουδαιότατο ρόλο στον κυκλαδικό κόσμο, με επίκεντρο την πόλη της Φυλακωπής, η οποία έχει δώσει το όνομά της σε μια ολόκληρη αρχαιολογική περίοδο.

Mετά την κάθοδο των ελληνικών φυλών, Δωριείς εγκαταστάθηκαν στη Mήλο γύρω στα 1000 π.X. Tην ίδια περίοδο αρχίζει να χτίζεται στην περιοχή του σημερινού Kλήματος μια νέα πόλη από τους Mηλίους.

Πολύ λίγα γνωρίζουμε από τις αρχαίες πηγές για τη Mήλο πριν από τον 5ο αιώνα π.X. Πάντως, οι κάτοικοί της είναι από εκείνους που αρνήθηκαν «γην και ύδωρ» στους Πέρσες και πολέμησαν στο πλευρό των υπολοίπων Eλλήνων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και τη μάχη των Πλαταιών. Kαταστράφηκαν όμως και αυτοί και η πόλη τους το 415 π.X. από τους Aθηναίους, όταν προσπάθησαν να διατηρήσουν την ουδετερότητά τους στον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Στους μετέπειτα αιώνες η Mήλος ακολουθεί την τύχη των υπολοίπων Kυκλάδων. Mέχρι το 311 π.X. ανήκει στη Mακεδονία και κατόπιν στην Aίγυπτο. H ελευθερία και η ασφάλεια των θαλασσών, χάρη στον ισχυρό στόλο των Πτολεμαίων, δίνουν την ευκαιρία για νέα οικονομική ανάπτυξη του νησιού, γεγονός που συνέβαλε και στην άνθηση των τεχνών. Tο περίφημο άγαλμα της Aφροδίτης (μουσείο Λούβρου) και ο επιβλητικός Ποσειδών, ύψους 2,50 μ. (Aρχαιολογικό Mουσείο Aθηνών) αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα της νέας αυτής ακμής.

Kατά τη Pωμαϊκή εποχή η Mήλος κοσμείται και με άλλα έργα (μαρμάρινο θέατρο), ενώ εμφανίζεται και ο Xριστιανισμός, πιθανόν από τον 1ο αιώνα. Aδιάψευστος μάρτυρας οι Kατακόμβες, οι μεγαλύτερες στον ελλαδικό χώρο και από τις πιο αξιόλογες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στα βυζαντινά χρόνια το σημαντικότερο γεγονός είναι ασφαλώς η καταστροφή της αρχαίας πόλης του Kλήματος (5ος-6ος αι.), μάλλον από σεισμούς.

Tέλος, κατά τη διάρκεια της Eνετοκρατίας, της Tουρκοκρατίας και της Γερμανικής κατοχής, οι αγώνες των Mηλίων για την απόκτηση της ελευθερίας τους ήταν διαρκείς και εντονότατοι.



ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ


Αν και ορισμένοι από τους ερευνητές θεώρησαν μερικά όστρακα από αγγεία ως νεολιθικά, γεγονός παραμένει ότι καμιά σίγουρη ένδειξη δεν έχει επισημανθεί ως τώρα, που να επιβεβαιώνει την ανθρώπινη παρουσία πάνω στο νησί πριν από την Εποχή του Χαλκού. Η πρωιμότερη κεραμική που έχει βρεθεί στα βαθιά στρώματα των ορυχείων δε φαίνεται να είναι παλιότερη από τα μέσα της τρίτης χιλιετίας π.Χ. Ανήκουν δηλαδή στη δεύτερη φάση του Πρωτοκυκλαδικού Πολιτισμού, ο οποίος εκτείνεται από το 3200 περίπου ως το 2000 π.Χ.

Η μεγάλη ανασκαφή του Ακρωτηρίου βεβαιώνει πως και στην επόμενη περίοδο, τη Μεσοκυκλαδική (2000 -1550 π.Χ.) η ανθρώπινη δραστηριότητα πάνω στο νησί δε σταμάτησε. Ίσως όμως, καθώς φαίνεται να συμβαίνει και στ' άλλα Κυκλαδίτικα νησιά, ο πληθυσμός συγκεντρώθηκε σε πολίσματα αντί να είναι σκορπισμένος σε μικρές κώμες. Από την ύστερη Χαλκοκρατία μόνο η πρώτη φάση διατηρείται, αλλά αυτή σε μεγάλη ακμή. Η έκρηξη του ηφαιστείου γύρω στα 1500 π.Χ. έθαψε ολόκληρο το νησί κάτω από παχύτατα στρώματα Θηραϊκής γης. Καθώς ήταν φυσικό, κάθε ίχνος ανθρώπινης δραστηριότητας εξαφανίστηκε από το νησί για κάμποσους αιώνες. Θραύσματα από μυκηναϊκά αγγεία, που εντοπίστηκαν επιφανειακά στην περιοχή του Μονόλιθου, μαρτυρούν πως τουλάχιστον από το τέλος του 13ου αιώνα π.Χ. το νησί ξανακατοικήθηκε.

Ο Ηρόδοτος, που μιλάει για την πρώιμη ιστορία της Θήρας, μας λεει πως η νήσος αρχικά ονομαζόταν Στρογγύλη, από το σχήμα της. Αργότερα, από την ομορφιά της, ονομάστηκε Καλλίστη. Σ' αυτήν την Καλλίστη, λεει ο ιστορικός, ήλθαν κι εγκαταστάθηκαν Φοίνικες οδηγημένοι από τον Κάδμο. Αυτό έγινε πέντε γενιές πριν από τον Τρωικό πόλεμο. Μετά από τους Φοίνικες, που επί οκτώ γενιές κυριάρχησαν στο νησί, έφτασαν οι Λακεδαιμόνιοι. Οι τελευταίοι ίδρυσαν αποικία και έδωσαν στο νησί το όνομα του αρχηγού τους Θήρα, γιου του Αυτεσίωνα. Τον 9ον αι. π.Χ. η Θήρα, καθαρά δωρική αποικία πια, γίνεται ένα από τα ποδαρικά της γέφυρας που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση. Κύπρος, Κρήτη, Μήλος, νοτιοανατολικές ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας είναι οι άλλοι σταθμοί της επικοινωνίας αυτής.

Προς το τέλος του 9ου ή τις αρχές του 8ου αι. π.Χ. η Θήρα, η Κρήτη και η Μήλος υιοθετούν πρώτες το φοινικικό αλφάβητο για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας. Παρ' όλα αυτά οι Θηραίοι, γνήσια παιδιά της συντηρητικής Σπάρτης, δεν παρακολουθούν τους άλλους Κυκλαδίτες στην πολιτιστική τους εξέλιξη, αν και δέχονται ορισμένες επιδράσεις από τα γύρω νησιά. Πολύ λίγα γνωρίζουμε για τη ζωή των Θηραίων στα χρόνια αυτά (Γεωμετρική περίοδος). Πιο πολλές πληροφορίες έχουμε για τη συμπεριφορά τους απέναντι στους νεκρούς. Γενικό έθιμο είναι η καύση του νεκρού που τη στάχτη του τη φύλαγαν σε ειδικά αγγεία.

Την αρχαϊκή εποχή (7ος και 6ος αι. π.Χ.) η Θήρα βρίσκεται σε επικοινωνία με την Κρήτη αρχικά και την Πάρο, αργότερα με την Αττική, την Κόρινθο, τη Ρόδο, την Ιωνία. Οι σχέσεις όμως αυτές παραμένουν επιφανειακές χωρίς να κατορθώνουν να επηρεάσουν αποτελεσματικά τη δομή της συντηρητικής κοινωνίας των Θηραίων και να μεταβάλλουν την πολιτιστική ζωή του νησιού. Λιτοδίαιτοι καθώς είναι οι Θηραίοι, αρκούνται σε όσα τους προσφέρει το γόνιμο έδαφος του νησιού τους και αποφεύγουν τις θαλασσινές περιπέτειες. Εξαίρεση μονάχα αποτελεί η ίδρυση της Κυρήνης, της μοναδικής αποικίας των Θηραίων. Αλλά και σ' αυτήν την περιπέτεια τους έσπρωξε η αδήριτη ανάγκη, καθώς μας πληροφορεί πάλι ο Ηρόδοτος. Ανομβρία μεγάλη έπληξε το νησί για εφτά χρόνια. Οι πιο τολμηροί, ακολουθώντας χρησμό του μαντείου και υστέρα από πολλές περιπέτειες, έφτασαν στα βόρεια παράλια της αφρικανικής ηπείρου, όπου ίδρυσαν την Κυρήνη γύρω στα 630 π.Χ.

Από τον 6ο κιόλας αιώνα π.Χ. η Θήρα έκοψε δικό της νόμισμα. Δυο δελφίνια ήταν το επίσημο έμβλημα του νησιού (παράσημον). Το λιτοδίαιτο και η σχετική απομόνωση συντέλεσαν ώστε τους αιώνες της Κλασικής Εποχής στην Ελλάδα (5ος και 4ος αι. π.Χ.) η Θήρα δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Στα χρόνια των Μηδικών πολέμων σταμάτησε και το νομισματοκοπείο της Θήρας. Δεν ξανάρχισε παρά μετά το τέλος της Αθηναϊκής ηγεμονίας στο Αιγαίο, γύρω δηλαδή στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Τον καιρό του Πελοποννησιακού πολέμου, καθώς ήταν φυσικό, η Θήρα πήγε με το μέρος της Σπάρτης. Στα Ελληνιστικά χρόνια η στρατηγική θέση του νησιού μέσα στο Αιγαίο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους Πτολεμαίους. Η φυσική οχύρωση του Μέσα Βουνού και η πλαισίωσή του από δυο αμμουδερές παραλίες, κατάλληλες για αγκυροβόλιο, έκαναν τη Θήρα πολύτιμη ναυτική και στρατιωτική βάση για τις πολεμικές επιχειρήσεις των Διαδόχων στο Αιγαίο.

Μέσα στην τεράστια λίμνη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τη Μεσόγειο, η Θήρα δεν είναι παρά ένα ασήμαντο νησί. Ο Χριστιανισμός όμως έφτασε νωρίς και φαίνεται πως από τον τέταρτο κιόλας αιώνα υπήρχε οργανωμένη εκκλησία. Μαρτυρείτε και "Επισκοπή Θήρας" με πρώτον επίσκοπο κάποιο Διόσκουρο (342-344). Από την περίοδο του Ιουστινιανού ως το 1207, οπότε καταργήθηκε, η Επισκοπή Θήρας ήταν μια από τις επισκοπές που υπάγονταν στο Μητροπολιτικό θρόνο της Ρόδου και αναφέρεται πάντα πέμπτη στη σειρά. Ούτε πολιτική ούτε στρατιωτική σημασία φαίνεται πως είχε το νησί στα Βυζαντινά χρόνια. Είναι όμως αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Αλέξιος Α' ο Κομνηνός (1081-1118) ίδρυσε το ναό της Παναγίας Επισκοπής στη Γωνιά, ίσως σαν καθολικό κάποιου μοναστηριού.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους της Τετάρτης Σταυροφορίας (1204) και τη δημιουργία της Λατινικής Αυτοκρατορίας του Βοσπόρου, ο Δάνδολος παραχώρησε τα νησιά στον ανιψιό του Μάρκο Σανούδο. Έτσι ιδρύθηκε το Δουκάτο της Νάξου ή του Αρχιπελάγους.
Η Θήρα έγινε η έδρα για τη μια από τις τέσσερις λατινικές επισκοπές του Δουκάτου και μαζί με τη Θηρασία παραχωρήθηκε ως βαρονία στον Ιάκωβο Βαρότση. Ως το 1296 το νησί διοικήθηκε από πέντε γενιές Βαρότση που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν τον πομπώδη τίτλο "Δεσπόται των νήσων Σαντορίνης και Θηρασίας" (Dominatores insularum Santorini et Therasiae). Το όνομα Σαντορίνη το πήρε τότε από τους Σταυροφόρους από ένα εκκλησάκι, της Αγίας Ειρήνης (Santa Irini) που κατ' άλλους βρισκόταν στην Περίσσα και κατ' άλλους στη Ρίβα της Θηρασίας.

Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1207 - 1579) η Σαντορίνη ακολούθησε την τύχη και την ιστορία των υπολοίπων νησιών του Δουκάτου της Νάξου.
Σημαντικοί σταθμοί στην ιστορία της στα χρόνια αυτά είναι:
1. Η εκδίωξη των Βαρότση (1335) και η προσάρτηση της Βαρονίας στο Δουκάτο. Κάτω από την ηγεμονία των Σανούδων το νησί γνώρισε μεγάλη ακμή με την ανάπτυξη της βαμβακοκαλλιέργειας.
2. Η περίοδος της εξουσίας του Δούκα Ιακώβου της δυναστείας των Κρίσπων (1397 - 1418). Ο Ιάκωβος μελέτησε ιδιαίτερα το ηφαίστειο και έκανε πειράματα στον κρατήρα του.
3. Η παραχώρηση της Σαντορίνης στο Δούκα της Κρήτης Δομήνικο Πιζάνη. Δόθηκε ως προίκα στην κόρη του Δούκα της Νάξου Ιακώβου Γ "(1480). Διορίστηκε τότε νέος Ακτίνας επίσκοπος κάτω από την προστασία της Βενετίας και ενισχύθηκε η γεωργία με ιδιαίτερη ανάπτυξη της καλλιέργειας του βαμβακιού και της αμπελουργίας.
4. Η προσάρτηση του νησιού μαζί με το υπόλοιπο Δουκάτο στη Βενετία (1487).

Σε ολόκληρη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας τα νησιά υπέφεραν τόσο από τις πειρατικές επιδρομές, όσο και από τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στους τοπικούς Λατίνους δυνάστες ή ανάμεσα στο Δούκα και το Σουλτάνο. Την ίδια αυτή περίοδο η συνύπαρξη δύο χριστιανικών κοινοτήτων - της καθολικής και της ορθόδοξης - πάνω στο νησί συχνά δημιούργησε προστριβές ανάμεσα τους, που μάλλον τις υποκινούσε η θρησκευτική ηγεσία και των δυο κοινοτήτων.

Η τουρκική κατάκτηση (1579 - 1821) συντέλεσε στην καταστολή της πειρατείας και στην ανάπτυξη του διαμετακομιστικού εμπορίου. Οι Σαντορινιοί δημιούργησαν στενές σχέσεις με τα μεγάλα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου (Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Οδησσό), όπου και ίδρυσαν σημαντικές παροικίες. Η οικονομική ανεξαρτησία τους από αυτές τις δραστηριότητες καθρεφτίζεται στα παλιά αρχοντόσπιτα που ακόμη σώζονται στα χωριά της Σαντορίνης.





 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com