ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ


Ο Ελληνισμός στον Ηπειρωταλβανικό χώρο και ειδικώτερα στη Β’ Ήπειρο, από των αρχαιοτάτων χρόνων. Οι αγώνες του για εθνική αποκατάστασι. Ελληνορθόδοξος Εκκλησία και μητροπόλεις. Ο Ιωάν. Καποδίστριας και τα βόρεια σύνορα της Ηπείρου.

Ο Άγγλος πολιτικός Ντίλκε, έγραφε: «Η Ελλάς ελευθερωθείσα χάρις εις την σαφή πρόνοιαν τού Κάνιγκ, αλλ’ αφεθείσα λόγω τού ακαίρου θανάτου του χωρίς την θεσσαλίαν, την Ήπειρο και την Κρήτην, εψαλιδίσθη και κατεδικάσθη εις λιμοκτονίαν από τας Μεγάλας δυνάμεις».
Η ονομασία Βόρειος και Νότιος Ήπειρος δεν έχει ιστορική βάσι, αλλά είναι απλό πολιτικό κατασκεύασμα πού ευρέθη και εχρησιμοποιήθη με τέχνη, για να εξυπηρετήση ωρισμένη πολιτική και τα σύνορα πού εχαράχθησαν είναι σύνορα βίας και αυθαιρεσίας. Τα φυσικά σύνορα τής Ηπείρου ιστορικώς, φυλετικώς, εθνολογικώς, οικονομικώς και στρατιωτικώς ευρίσκονται πολύ βορειότερα και φθάνουν ως τον ποταμό Σκούμπι. Μέχρι αυτού από των αρχαιοτάτων χρόνων, αποτελούσε ένα γεωγραφικά σύνολο με το αυτό όνομα και ήταν αναπόσπαστο τμήμα τού όλου Ελληνικού σώματος, τού οποίου συνεμερίζετο τις ευτυχίες και δυστυχίες, τούς κινδύνους και τη δόξα.
Ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζιολίττι έλεγε (1912- 1913) στον τότε επιτετραμμένο τής Ελλάδος στη Ρώμη Δ. Κακλαμάνο: «Αναγνωρίζω, ότι το Αργυρόκαστρο και ή Κορυτσά είναι ελληνικά. Τα δικαιώματα όμως ενός μικρού λαού όπως ή Ελλάς, δεν είναι δυνατόν να υπερισχύσουν των συμφερόντων μιας μεγάλης δυνάμεως όπως ή Ιταλία».
Ειδικώτερα τα βόρεια σύνορα τής Ηπείρου είναι ό ποταμός Γενούσος (Σκούμπη) πού εκβάλλει κοντά στο Δυρράχιο (αρχ. Επίδαμνος). Μέχρι τής Νότιας όχθης τού εν λόγω ποταμού κατά την αρχαιότητα υπήρχαν συνοικισμοί των Ηπειρωτικών φύλων. Τούτο βεβαιούν αρχαίοι συγγραφείς και μαρτυρεί ό Στράβων ό οποίος γράφει «Ηπειρώται είναι και συνάπτοντες τοις Ιλλυριοίς όρεσι» προσπαθώντας να καθορίση συγκεκριμμένα τη διαχωριστική γραμμή από την Απολλωνία με την Εγνατία οδό που διέρχεται από την Νότια όχθη τού ποταμού Γενούσου (Στράβων, Γεωργ. Β. 4.328).
Τα ίδια υποστηρίζει ειδικώτερα και ό βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος καθώς και πολλοί άλλοι δεχόμενοι, ότι ή εν λόγω γραμμή είναι εκείνη των εθνογραφικών Ελληνικών Ηπειρωτικών συνόρων. Ο Μελέτιος μάλιστα στη θέσι τού σημερινού Ελβασάν τοποθετεί την αρχαία Δαυλία.
Όπως δε αναφέρει ό αρχαιολόγος Δ. Ευαγγελίδης, τόσον από τη μελέτη των αρχαίων συγγραφέων, όσον και από τις ανασκαφές που έγιναν από τον ίδιο, πιστοποιείται, ότι κατά την αρχαία εποχή, ως έσχατο ΒΔ. ηπειρωτικό όριο τού Ελληνισμού εθεωρούντο τα Ακροκεραύνια. «Ωρικίην υπέρ αίαν, ερείδεται Ελλάδος αρχή». Τα ερείπια δε τής εν λόγω πόλεως έχουν έλθη εις φως υπό τού ιδίου αρχαιολόγου.
Άξιο ενδιαφέροντος όμως τυγχάνει, ότι σύμφωνα με τον εθνολογικό χάρτη τού συγγράμματος τού Ιταλού AMADORE VIRGILI συμπαγείς ελληνικαί μάζαι υφίσταντο μέχρι τού έτους 1905 στο τρίγωνο Αυλών - Βεράτι - Σκούμπι. «Εν τη πραγματικότητι, τονίζει, υφίσταντο αραιοί ελληνικαί τινες πληθυσμοί και βορείως τού ποταμού Σκούμπη».
Επίσης οι εθνογραφικοί χάρτες τού BIANCONI και τού SYNVET αναφέρουν την ύπαρξι συμπαγών ελληνικών πληθυσμών μέχρι τού εν λόγω ποταμού. Ο πρώτος μάλιστα σημειώνει ειδικώτερα, ότι «ορθόδοξοι Χριστιανοί Τόσκηδες κυριαρχούν μέχρι τής περιοχής Αυλώνας και ότι οι συμπάθειες και τα αισθήματά τους είναι αναμφισβητήτως ελληνικά». Εξ άλλου ή ύπαρξις ελληνικών σχολείων στην περιοχή τού Δυρραχίου και Ελβασάν που αναφέρεται και υπό τού Γάλλου VICTOR BERARD, πιστοποιεί την ύπαρξι των εν λόγω πληθυσμών, ακόμα και κατά τούς νεωτέρους χρόνους.
Μέχρι τής επικρατήσεως των Τούρκων (14ος -15ος αιών μ.Χ.) ό ελληνισμός κυριαρχούσε με την παρουσία του παντού από το νοτιώτερο άκρο τής Ηπείρου μέχρι και τού ποταμού Γενούσου επαναλαμβάνομε, αλλά και βορειότερα αυτού, εκτός από μερικές νησίδες αλβανοφώνων και βλαχοφώνων.
Έτσι εξηγείται και ή αποδεδειγμένη χρήσις τής ελληνικής γλώσσης στην καθημερινή ζωή, όχι μόνον εκ μέρους αλβανών και βλάχων, αλλά και εκ μέρους των Σέρβων κατά τη διάρκεια τής Σερβοκρατίας (13ος αιών), καίτοι οι Σέρβοι διέθεταν δική τους καλλιεργημένη γλώσσα. Καθώς επίσης ότι και ή τουρκική διοίκησις από τής κατακτήσεως μέχρι των μέσων περίπου τού 19ου αιώνος την ελληνική χρησιμοποιούσε.
Στη Β. Ήπειρο, βρίσκονται τόσο πυκνά τ’ αρχαία ελληνικά κτίσματα, οι αρχαίες ελληνικές επιγραφές, ακροπόλεις, αρχαία ελληνικά ευρήματα και τάφοι, πού αποτελούν αυτά και μόνον απόδειξι για το ποιος λαός κατοικούσε σ’ αυτά τα μέρη ανέκαθεν.
Ενετικοί δε γεωγραφικοί χάρτες εξ άλλου, όπως τού CORONELI κ.ά. προσδιορίζουν (16ον αιώνα) τα όρια τής Ηπείρου πολύ μακρύτερα τής λεγομένης σήμερα Β. Ηπείρου.
Η κάτω τού Αώου Ήπειρος όμως υπήρξε το τμήμα εκείνο τού Ελληνισμού με τα περισσότερα δικαιώματα από εθνολογικής, γλωσσικής, στατιστικής και πνευματικής απόψεως στην εθνική μας ιστορία.
Γι’ αυτό και το ζήτημα των ορίων τής Ελλάδος προς την Αλβανία, απετέλεσε θέμα συζητήσεων και διεκδικήσεων από τις αρχές τού 1821 και μέχρις ότου το 1832 συνεκροτήθη το Ελληνικό Κράτος.
Αν κατά την αρχαιότητα ή Ήπειρος υπήρξε ή κοιτίς τού Ελληνισμού και κατά τούς νωτέρους χρόνους από τής Αλώσεως τής Κωνσταντινουπόλεως και εντεύθεν κατέστη το κέντρο τής εθνικότητος, μέχρι σημείου, ώστε να αποκαλή ό Βύρων τα Γιάννενα πρωτεύουσα των Ελλήνων.
Κατά τούς απελευθερωτικούς αγώνες προσέφερε τους περισσότερους και καλλίτερους ενόπλους. Το Σούλι, ή Πάργα, ή Χειμάρρα, το Αργυρόκαστρο, ή Πρεμετή, ή Κορυτσά, ή Μοσχόπολις, ή Βήσσανη, το Δελβινάκι, τα Τζουμέρκα, το Μαλακάσι, ή Πίνδος κ.ά. έδωκαν χιλιάδες αγωνιστών και εξ αυτών προήρχοντο τα κυριώτερα στρατιωτικά στελέχη πού επολέμησαν με ανώτερη τακτική κατά την επανάστασι και ενίκησαν. Στα καταπληκτικώτερα κατορθώματα, τις ενδοξώτερες πολιορκίες και ηρωϊκώτερες μάχες επρωτοστάτησαν ή έλαβον μέρος όπως οι Μποτσαραίοι, Τζαβελαίοι, Χορμοβίτες, Δράκοι, Βέϊκοι, Παλάσκηδες, Χατζημιχάληδες, Νταλιάνηδες, Λαγουμιτζήδες και πολυάριθμοι άλλοι. Γενικώτερα δε, δεν υπάρχει σημείο από τού Αώου μέχρι τής Κρήτης στο οποίο να μη επολέμησαν ή να μη έπεσαν για την κοινή πατρίδα.
Κατά την επανάστασι τού Ορλώφ (1760) οι Χειμαρριώτες και Μοσχοπολίτες κινήθησαν πρόθυμα για τη συμμετοχή τους στον αγώνα και ή αποτυχία του υπήρξε αφορμή τής πρώτης καταστροφής τής Μοσχοπόλεως από τους εκμανέντας τουρκαλβανούς. Σπουδαία δε επίσης υπήρξε ή συμβολή τους και κατά την επανάστασι τού 1821. Μοσχοπολίτες και Κορυτσαίοι και οι προερχόμενοι από τις ομώνυμες αυτές επαρχίες, είναι άξιοι παντός επαίνου και εθνικής μνήμης, γιατί ευρισκόμενοι στο μέσον ποικίλων δυσχεριών και μυρίων κινδύνων διασχίζοντες όρη δύσβατα κλπ. κατώρθωσαν να φθάσουν στα πεδία των μαχών και να προσφέρουν τη συμβολή τους στον αγώνα. Σε 618 μάλιστα υπολογίζονται οι εν λόγω αγωνισταί και μεγάλη υπήρξε ή οικονομική ενίσχυσι που πρασεφέρθη τότε στους αγωνιζομένους για την ελευθερία Έλληνες.
Αποτέλεσμα δε των εκδηλώσεων εκείνων ήταν να υποφέρουν τότε οι κάτοικοι τα πάνδεινα εκ μέρους των τουρκαλβανών. Εκτός δε από τους φόνους τους εκβιασμούς κλπ. Οι λεηλασίες και αρπαγές καταστημάτων και περιουσιών διήρκεσαν καθ’ όλους τους χρόνους τής επαναστάσεως μέχρι τού 1828. Κατά το εν λόγω διάστημα ο εκεί ελληνικός και χριστιανικός πληθυσμός έπαθε τέτοιες συμφορές που όμοιες δεν αναφέρει η Ιστορία.
Τα αναμφισβήτητα αυτά γεγονότα δεν ημπορούσαν να αγνοήσουν οι Έλληνες πολιτικοί και διπλωμάτες του αναστήματος Α. Μαυροκορδάτου και Ιωάν. Καποδίστρια που διεχειρίζοντο την εξωτερική πολιτική τού 1821 – 1831. Γι’ αυτό ευθύς αμέσως μετά την κήρυξι και εδραίωσι τής επαναστάσεως ως όριο των ελληνικών διεκδικήσεων εθεωρήθη ο Αώος και ειδικώτερα τα όρη τής Χειμάρρας, Αυλώνα, τα Στενά της Κλεισούρας, και η Πίνδος. Τις περιοχές ακριβώς εκείνες πού αποτελούσαν τα φυσικά όρια τού Ελληνισμού προς την Αλβανία από γεωγραφικής, στρατιωτικής και εθνολογικής απόψεως. Όταν δε εκηρύχθησαν κατά τα μέσα τού 1822 οι ελληνικοί αποκλεισμοί, ως Βόρειο σημείο τους εθεωρήθη ό Αώος και μάλιστα το Δυρράχιο πού τότε είχε πολλούς Έλληνες και ήταν έδρα έλληνος μητροπολίτου.
Όταν εξ όλου εχαράσσοντο τα ελληνικά σύνορα και ό Κάνιγκ εζήτησε τη γνώμη τού Καποδίστρια, ό τελευταίος αυτός δεν εδίστασε να διατυπώση κατηγορηματικώς, ότι τα φυσικά και ιστορικά όρια τής Ελληνικής Εθνότητος ευρίσκοντο εις τον Αώον. «Η φυσικωτάτη οροθεσία, γράφει, (υπόμνημα 23-7-1828) εξ ής μόνης ήθελεν απολάβη ή νέα επικράτεια τον προσήκοντα σχηματισμόν προς το φυλάττεσθαι κατά των Τούρκων κλπ. ήθελεν είσθαι, κατά γήν μεν γραμμή προϊούσα από των βάσεων τού όρους Ολύμπου - Χασιά - Μέτσοβον - Σαμαρίνα - Χόρμοβον – Γαρδίκι - Παλέρμον - Χειμάρρας κατά την Αδριατικήν θάλασσαν». ( Επιστολαί Δ. σελ. 339-340). Εδικαιολογούσε δε τις εν λόγω διεκδικήσεις αναφέρων, ότι «οι κάτοικοι των μερών αυτών ήσαν οι μαχητικώτεροι των Ελλήνων πού πολλαπλώς επολέμησαν και ενίκησαν τούς τούρκους εις τα στενά τής Πίνδου, τον Όλυμπον και Παρνασσόν, ηρωϊκώτατα υπερεμάχησαν τού Μεσολογγίου και τής Αραχώβης, αντέσχον κατά των Τούρκων την εσχάτην αντίστασιν εν τη Ακροπόλει των Αθηνών» κλπ. Ετόνιζε δε, ότι «ουδέποτε οι άνθρωποι αυτοί θα ησυχάσουν εφ’ όσον ή πατρίς των θα παρέμενε δούλη». Και στο περίφημο υπόμνημά του τής 30- 10- 1827 πού αποτελεί ένα από τα σημαντικώτερα έγγραφα τής νεοελληνικής ιστορίας, καθορίζει και πάλι γραμμή συνόρων την τού ποταμού Αώου πού σ’ αυτό περιελάμβανε και την Αυλώνα.
Ε κ κ λ η σ ί α. Παράλληλα προς τα ανωτέρω, ιδιαιτέρως θα πρέπει να υπογραμμισθή ή παρουσία τής Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και τού Ελληνικού Κλήρου, δεδομένου ότι ούτε βλαχική, ούτε αλβανική Εκκλησία υπήρχε.
Από παλίμψηστα τού Αγ. Όρους προκύπτει, ότι κατά τον 10ον αιώνα υπήρχαν επίσκοποι: «Δυρραχίου, Κορυτσάς, Μπιτωλίων, Βελεγράδων (Μπεράτι), Αυλώνος, και κάνικεγ το παλαιόν ελέγετο ηλυρικός και ο καραμόκρας».
Ειδικώτερα, κατά τούς τραγικούς χρόνους τής πτώσεως τού Βυζαντίου, κατά τον Αλ. Διομήδην, ή εκκλησία έχει να επιδείξη παλλάς πράξεις αι οποίοι θα μείνουν πάντοτε εις το ενεργητικό της. «Κυριώτατα, εν μέσω τού καταρρέοντος εκείνου κόσμου, υπήρξεν ή μόνη εξουσία, ήτις παρίστα κάτι το σταθερόν και ή μόνη παρήγορος δύναμις εις ήν κατέφευγον οι εγκαταλελειμμένοι εις την κακήν των μοίραν πληθυσμοί. Κοινωνικώς δε και εθνικώς, τούτο δεν υπήρξε μικρά υπηρεσία.
»θεωρώ επίσης σπουδαιοτάτην υπηρεσίαν τής εκκλησίας, ότι κατώρθωσεν, όταν πλέον το Βυζάντιον έβαινεν οριστικώς προς το τέλος, να υποκατασταθή εις πολλάς λειτουργίας τού κράτους, ιδία δικαστικάς και προσωπικής καταστάσεως. Ηδυνήθη ούτως ή Εκκλησία, οπωσδήποτε διοικητικώς οργανωμένη, να αναπληρώση το εξαφανισθέν Βυζάντιον και επί δουλείας να ασκήση το πολιτικόν της έργον υπέρ των άνευ δικαιωμάτων υποδούλων... Παράλληλα προς την δύναμιν τής Εκκλησίας, πιστεύω, ότι γλώσσα, παράδοσις, ιστορία, υποσυνείδητος εθνισμός υπήρξαν συγκρατιμικοί τού Ελληνισμού παράγοντες...
»Η Ορθοδοξία επί μακρούς αιώνας υπήρξε συνυφασμένη με τον εθνισμόν, όστις εγκλείει εν εαυτή αυτοτελή και ίδια ηθικά και πνευματικά στοιχεία, μεταβιβαζόμενα ασυναισθήτως από γενεάς εις γενεάν επί ατελεύτητον σειράν αιώνων, τα οποία έτρεφαν και διετήρησαν τα ζώπηρα τού γένους».
Κατά τούς τελευταίους αιώνας τής τουρκοκρατίας, είναι γνωσταί αρχιεπισκοπαί: Πουλχεριουπόλεως ή Βελεγράδων (Μπεράτι), Δυρραχίου, Δρυϊνουπόλεως, Δελβίνου Χειμάρρας, Πωγωνιανής, Σελεσφόρου (Κορυτσάς) κ. ό. Βορειότερα δε τής Αλβανίας ή επισκοπή Αντιβάρεως και επί Σκεντέρμπεη ή επισκοπή Ελβασάν και Κρόϊας. Επιγραφή τέλος αποκείμενη στο Μουσείο Ιωαννίνων έχει τη φράση:
«Επίσκοπος Αλβανιτίας».


Πηγή: Το βιβλίο του Σπύρου Στούπη, Ηπειρώτες και Αλβανοί –η προσφορά της Ηπείρου προς το έθνος, εκδόσεις Ιδρύματος Βορειοηπειρωτικών Ερευνών, Ιωάννινα 1976.




 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com