ΒΛΑΧΟΙ


Οι Βλάχοι ειδικότερα. Η Ιταλία δημιουργός Βλαχικής εθνότητος αγνοουμένης προηγουμένως. Σχετικός Σουλτανικός ιραδές. Ρουμανικά σχολεία. Βλαχοχώρια. Κουτσόβλαχοι και Αλβανοί πρόμαχοι του Ελληνισμού. Ρουμανικαί διαπιστώσεις.

«Πατρίς σημαίνει γη των πατέρων, ή δε γη των πατέρων
των Βλάχων τής Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου,
είναι αυταί αίται αι χώραι μεθ’ όλης τής ελληνικής
ψυχής και Ιστορίας των.»

Κατά τον μεσαίωνα, ποικιλοπρόφερτα ονόματα εδόθησαν σε πλάνητας Δακορομάνους και κατ’ επέκτασι σε βοσκούς, αγραμμάτους, ορεινούς και αγροίκους Έλληνες ως παρεπώνυμο κατ’ αρχάς πού με την πάροδο τού χρόνου επεκράτησεν ως χαρακτηρισμός κατηγορίας ανθρώπων ή ως επώνυμο, όπως λ.χ. Βλάχος, Βλαχόπουλος, Βλαχαντώνης, Βλαχανδρέας, Βλαχοθανάσης, Βλαχοδημήτρης, Βλαχάβας, Βλαχούτσικος, Βλαχλείδης, Βλαχάκος, Βλαχιώτης κ.ά. Επίσης: Μπλάτσιος, Μπλάσης, Βλάσης, Βλασόπουλος κ.ά. εξευγενισμένα ή παρεφθαρμένα
—λίγο ή πολύ—τού «βλάχος», χωρίς πολλές φορές να έχουν καμιά σχέσι με Βλάχους.
Σχετικώς, ή Άννα ή Κομνηνή γράφει: «Και οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο Βλάχους τούτους ή κοινή καλείν οίδε διάλεκτος».
Συμβαίνει και εδώ ότι και με τούς «Αρβανίτες» πού δεν είναι Αλβανοί. Ακόμα και σήμερα λ.χ. στη Λευκάδα γίνεται λόγος «για βλάχους από πέρα» εννοώντας Ακαρνάνας ή Ηπειρώτες, ως απολίτιστους.
Από τα εν λόγω ονόματα εσχηματίσθησαν και πολυάριθμα τοπικά όπως: Βλαχάτικα, Βλαχάτα, Βλάχοι, Βλαχώρι, Βλαχιά Ευβοίας, Βλαχιώτη Λακωνίας, Βλαχοκερασιά κλπ. σε διάφορα μέρη τής Ελλάδος πού συνεστήθηκαν από φυγάδες τής Θεσσαλίας, Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας. Όπως δηλ. έχομε το Αρβανιτοχώρια, έτσι έχομε και Βλαχοχώρια.
Μερικοί ετυμολογούν το όνομα από το Σλαυωνικό «βάλια» πού σημαίνει κατωφέρεια και το Λατινικό «άκουα» (= νερό). Δηλ. Βαλιάκουα — βαλάκουα βαλάσια — βαλάχια — βλαχία βλάχος.
Προκειμένου για τον τόπο μας όμως, σε πολλές περιπτώσεις, το όνομα θα πρέπει να συσχετισθή και με την αποδημία Ηπειρωτών στη Βλαχιά. Μπορεί να έχη παραχθή από το ταξίδεμα κατά το Πολίτης, Μωραΐτης κείνος πού ταξιδεύεται στην Πόλη, στον Μωρηά κλπ.
«Μάνα μ’ εκακοπάντρεψες και μώδωκες Βλαχιώτη
12 χρόνια στη Βλαχιά και τρεις βραδυές στο σπίτι»,
λέει το δημοτικό μας τραγούδι.
Νεώτερες έρευνες επιμένουν, πώς ό όρος «Βλάχος» δεν σημαίνει άνθρωπο πού ανήκει σ’ ένα έθνος ή μιά φυλή ωρισμένη, αλλά άτομο πού έχει μιά ωρισμένη ασχολία και γενικώτερα μιά ιδιότητα και μπορεί να ανήκη σ’ οποιοδήποτε έθνος.
Έτσι έχομε Βλάχους στη Ρουμανία, στη Γαλλία τούς VALLAIS, στη Γερμανία τούς VALACHEN, στο Βέλγιο τούς VALLONS, (Βαλλόνι), στην ‘Αγγλία και Ουαλία τους VALES, στην Αίγυπτο τούς γνωστούς Φελλάχους πού στην αραβική γλώσσα σημαίνει γεωργούς κ.ά.
Πολλοί βλαχόφωνοι τής Ελλάδος αυτοαποκαλούνται Αρομούνοι πού ισοδυναμεί με το ROMANI και το Ρωμηός. Δηλ. Ρωμαίοι πολίτες και δεν φανερώνει εθνικότητα, αλλά πολιτική ιδιότητα, εξάρτησι από το παληό Ρωμαϊκό Κράτος.
Κατά τον Αν. Κεραμόπουλο, ιστορικό — ακαδημαϊκό, οι Βλάχοι μας είναι γνήσιοι Έλληνες, οι καθαρώτεροι ίσως των Ελλήνων και δεν έχουν ούτε ρανίδα Δακικού αίματος ούτε ίχνος φυλετικής συγγενείας με τούς Δακορουμάνους. Διότι, λέγει, εάν είχαν έλθη ως κατακτηταί θα έπρεπε να είχαν εγκατασταθή στα πεδινά και γενικά γόνιμα μέρη και όχι να έχουν ως νομάδες ή να είναι εγκατεστημένοι στα πιο απρόσιτα βουνά, όπως λ.χ. τής Πίνδου.
Εάν δε ήλθαν ως ποιμένες, τονίζει, δεν βλέπομε τον λόγο πού τούς ηνάγκασε να εγκαταλείψουν τις πλούσιες πεδιάδες τού Δουνάβεως και τής Ρουμανίας. Κι’ ακόμα: γιατί δεν παρέμειναν στη Βουλγαρία και στη Θράκη όπου οι βοσκές είναι αφθονώτερες και ήλθαν στον δικό μας άγονο τόπο. Και πώς αυτοί, απροστάτευτοι ποιμένες πέρασαν τόσες ξένες χώρες μέχρις ότου φθάσουν στη δική μας και πώς έγιναν δεκτοί εδώ, και πώς έγιναν κάτοχοι των βοσκών των εντοπίων;
Οι βλάχοι μας, συνεχίζει είναι ντόπιοι στρατιώτες, Έλληνες φρουροί των συνόρων και των επαρχιών τού Ρωμαϊκού Κράτους, μέρος τού οποίου άλλοτε αποτελούσε επί ολοκλήρους αιώνες και ή Πατρίδα μας. Από τότε πού οι Ρωμαίοι, συνεχίζοντες παλαιότερο σύστημα φρουρήσεως ιών συνόρων —γνωστό το έπος τού Διγενή Ακρίτα— και διαφόρων άλλων επικαίρων σημείων με στρατιώτες στρατολογουμένους από το ντόπιο στοιχείο. Σαν φρουροί δε τού Ρωμαϊκού Κράτους, κατά τον Αν. Κεραμόπουλο πάντοτε, μόνιμοι και απομονωμένοι από τον άλλο κόσμο στα σύνορα και στις κλεισούρες των βουνών με τις οικογένειές τους, υπό ρωμαϊκή διοίκησι και ρωμαϊκό συγχρωτισμό εκτεταμένο, ή ελληνική τους γλώσσα υπεχώρησε και ενοθεύθη σε σημείο να καταστή αγνώριστη. Συνέβη δηλ. με τούς λεγομένους βλάχους, ό,τι συμβαίνει με κείνους πού υπηρετούν 10, 20 ή και περισσότερα χρόνια σε ξένους στρατούς, μακρυά από τις γλωσσικές τους εστίες.
Έτσι λέγει, δημιουργήθηκαν οι Αρβανιτόβλαχοι, Ελληνόβλαχοι, οι Βλάχοι τού Βελγίου, τής Αγγλίας, οι Φελλάχοι τής Αιγύπτου.
Εν κατακλείδι, συνεχίζει, όση φυλετική συγγένεια έχομε εμείς οι ρωμηοί με τούς Ρωμαίους και τούς Ιταλούς, το ίδιο έχουν και οι Ρουμάνοι με τούς Αρμούνους ή Αρομούνους δηλ. τούς Βλάχους μας. «Πατρίς, λέγει, σημαίνει γη των πατέρων, ή δε γη των πατέρων των Βλάχων τής Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου, είναι αυταί αύται αι χώραι μεθ’ όλης τής ελληνικής ψυχής και ιστορίας των».
Οι Έλληνες αυτοί όμως πού είχαν χαμένη την εθνική τους γλώσσα, την ξαναβρήκαν κατόπιν και την διατηρούν έκτοτε. Μετά την επικράτησι των Τούρκων και ιδίως μετά την αποτυχία τής επαναστάσεως Γεωργ. Καστριώτη ή Σκεντέρμπεη πλήθος καθαρώς ελληνοφώνων κατέφυγαν στα βουνά και μάλιστα στην απρόσιτη Πίνδο διά λόγους ασφαλείας. Το άφθονο δε αυτό ελληνόφωνο στοιχείο ανάμεσα σ’ άλλα, διέδωσε εκεί και την ελληνική γλώσσα σε σημείο, ώστε το βλάχικο ιδίωμα να περιορισθή ως οικογενειακό και μόνον. Το αναμφισβήτητο αυτό γεγονός καταρρίπτει την αντίληψι εκείνων, πού ομιλούν περί λαών τής Πίνδου κ.ά. Ουδαμού υπήρξαν ή υπάρχουν καθαρώς βλάχικοι πληθυσμοί. Παντού ήταν ανάμικτοι με υπεροχή τού ελληνοφώνου στοιχείου και στο γεγονός αυτό οφείλεται ή ελληνική γλωσσική κυριαρχία παντού. Εάν υπήρχαν καθαρώς και μόνον βλαχόφωνοι δεν θα ομιλούσαν όλοι την καθημερινή ελληνική διάλεκτο όπως όλοι οι Έλληνες και μάλιστα από την εποχή εκείνη ακόμα οπότε τα σχολεία ήταν άγνωστα. Από την ελληνοβλαχική δε αυτή ζύμη προήλθαν πολλοί αρματωλοί και κλέφτες και μεγάλοι εθνικοί ευεργέτες όπως ο: Αβέρωφ, Τοσίτσας, Σίναι, Στουρνάρα κ.ά. όπως γίνεται λόγος ειδικώτερα εις άλλα σημεία τού παρόντος. Επίσης οι ποιηταί Ζαλοκώστας, Κρυστάλλης κ.ά. Οι φιλόλογοι Πανταζίδης, Λάμπρου κ.ά. Οι πρωθυπουργοί Ιωάν. Κωλέττης, Σπ. Λάμπρου κλπ.
«Χωρίς την ελληνοβλάχικη διάλεκτο, γράφει ό Ρενέ Πυώ, δεν διαφέρουν τίποτε από τούς άλλους ηπειρώτες. Ερώτησα τούς δασκάλους και μού είπαν τα παιδιά κουτσοβλάχικης καταγωγής και τα καθαρώς ελληνόπαιδα δεν παρουσιάζουν καμμιά διαφορά. Δεν υπάρχει κουτσοβλάχικη σχολή. Δεν εφαντάσθηκαν ποτέ, ότι είναι δυνατόν να ιδρύσουν εδώ τέτοια, διότι δεν εγνωρίσαμε ως τώρα σ’ όλη την πόλι —Μέτσοβο—παρά τρία πρόσωπα που επαγγέλλονται κουτσοβλάχικο εθνικισμό. Και τα 3 αυτά ήταν τρεις αδελφοί πού επέστρεψαν από τη Ρουμανία όπου χρηματικές παροχές για σχολεία τούς είχαν προσελκύσει. Η προπαγάνδα τους, δεν ξεπέρασε τη δοκιμή, τόσο δειλή ήταν ή απόπειρά τους. Και δεν θα σας ομιλούσαμε για τα 3 αυτά μεμονωμένα κρούσματα, εάν δεν μας εκάνατε την ερώτησι, μάς είπε ό δάσκαλος. Χωρίς αυτή δεν θα ενομίζαμε ότι οφείλομε να κάμωμε έστω και μνεία. Άλλωστε είναι ακατανόητο, τι ήλθε να κάμη εδώ ή Ρουμανική προπαγάνδα, σ’ απόστασι δύο βημάτων από τα ελληνικά σύνορα στην πατρίδα τού Γ. Αβέρωφ. Και δεν ημπόρεσα να σχηματίσω διαφορετική γνώμη φεύγοντας από το Μέτσοβο. Δεν ημπόρεσα να εύρω καμμιά διάκρισι μεταξύ Ελλήνων και κουτσοβλάχων. Καθ’ όλο μου το ταξίδι από Αγ. Σαράντα μέχρι Καλαμπάκας, αισθανόμουνα ότι ευρίσκομαι στην Ελλάδα».
Χαρακτηριστική επί τού προκειμένου είναι μιά μακροσκελής έκθεσι πού συνετάγη στα Γιάννενα, από τον αρχηγό τής Ρουμανικής προπαγάνδας στα Γιάννενα LECANDA και υπεβλήθη στον Ρουμάνο υπουργό ΗΑΡΕΤ υπό ήμερομ. 29-7-1904 και περιήλθε στην ελληνική δημοσιότητα.
«Εκείνοι οι οποίοι πρόσκεινται σήμερον προς την Ρουμανικήν ιδέαν και προς τούς οποίους αποδίδομεν φιλορουμανικά αισθήματα, γράφει ανάμεσα σ’ άλλα, δεν διάκεινται ούτως τη αληθεία εκ πραγματικών πεποιθήσεων, αλλά μόνον εξ υλικών συμφερόντων. Εάν ημέραν τινα ήθελον παύση υφιστάμενα τα τοιαύτα υλικά συμφέροντα, θέλει καταδειχθή πόσον τα φιλορουμανικά ταύτα αισθήματα ήσαν επιπόλαια.
»Το φαινόμενον τούτο όμως, συνεχίζει, το οποίον παρατηρείται παρ’ υμίν δεν παρατηρείται και παρά τοις Έλλησι. Οι Έλληνες εν τούτοις δεν διαθέτουν πραγματικά εθνικά στοιχεία εν τη Βορείω και Κεντρική Μακεδονία και εν ολοκλήρω τη Αλβανία.
» Έλληνες υπάρχουσι μόνον εν τη νοτίω Μακεδονία και εν Ηπείρω.
» Εν τούτοις πρόμαχοι τού Ελληνισμού είναι οι Κουτσόβλαχοι και οι Αλβανοί εν Αλβανία. Είναι γνωστόν μετά πόσης αυταπαρνήσεως ούτοι προασπίζονται την Ελληνικήν ιδέαν. Με’ αυταπαρνήσεως μεγαλυτέρας εκείνης πού θα επεδείκνυον εάν ήσαν πραγματικοί Έλληνες. Υποβάλλονται εις οιανδήποτε θυσίαν... Εκθέτουν και την ζωήν των ακόμη υπέρ τής Ελληνικής Ιδέας...
» Η Ελλάς υπέστη κατά τα τελευταία έτη δυο μεγάλας κρίσεις, αι οποίοι συνεκλόνησαν εκ βάθρων το Ελλην. Κράτος: την χρεωκοπίαν και τον πόλεμον τού 1897. Αι δύο αύται κρίσεις έπρεπε να είχον αναστείλη την πρόοδον και την ανάπτυξιν των εν Τουρκία ελληνικών εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Εν τούτοις δεν συνέβη το τοιούτον.
» Απανταχού διετήρησαν την πρωτεύουσα θέσι, ως εάν να μη είχε συμβή τίποτε. Τούτο οφείλεται εις το ότι ή Ελληνική προπαγάνδα δεν βασίζεται επί τού συμφέροντος αλλ’ επί τής αποστηρίξεως αφωσιουμένων πληθυσμών.
» Η ιδική μας εθνική υπόθεσις—Ρουμανική— απετέλεσε μιαν επιχείρησιν προς προσπορισμόν χρημάτων, τόσον αρχήθεν όσον και κατά το παρόν. Ιδού διατί τα σχολεία μας στερούνται μαθητών εις τα χωρία, εις τα οποία οι πληθυσμοί είναι απολύτως Κουτσόβλαχοι, ενώ τα ελληνικά είναι υπερπλήρη μαθητών».
Ειδικώτερα τέλος, όπως οι αλβανόφωνοι το ίδιο και οι βλαχόφωνοι, έγραφαν και μιλούσαν μόνον ελληνικά με τα οποία εδόξαζαν και τον θεόν. Καθώς επίσης είχαν τα αυτά ως επί το πλείστον ήθη και έθιμα, την ίδια με τούς ελληνοφώνους εθνική συνείδησι, επροστάτευαν τα ελληνικά γράμματα κλπ. Η μόνη και επουσιώδης διαφορά ήταν, ότι έκαναν χρήσι οικογενειακού ιδιώματος τόσο βλάχικου, ώστε να μην είναι εύκολη ή συνεννόησις μεταξύ των βλάχων μας και εκείνων τής Ρουμανίας!
Ότι δηλαδή συνέβη με τούς αλβανοφώνους επανελήφθη και στους βλαχοφώνους τούς οποίους ή ξενική προπαγάνδα ενόμισε ότι μπορεί να εκμεταλλευθή λόγω τής ελλείψεως εθνικής γραφής, θεωρούντες τους ως ετεροφώτους των Ελλήνων.
Εξ άλλου, επί 6657 λέξεων πού είναι αποθησαυρισμένες στο Κουτσοβλάχικο Λεξικό τού Κ. Νικολαίδη (Αθήναι 1909) οι 3460 είναι ελληνικές, 2605 λατινικές και οι υπόλοιπες είναι αλβανικές και Σλαυικές. Στο νόθο δε αυτό γλωσσικό ιδίωμα στηρίχτηκαν (1942) οι Ιταλοί και επεχείρησαν να δημιουργήσουν Κουτσοβλάχικη επικράτεια στην Πίνδο. Αλλά αυτό και μόνον το γλωσσικό φαινόμενο δεν βαρύνει στον χαρακτηρισμό τής εθνικότητος ενός λαού ή ενός ατόμου. Δεν παύει όμως να αποτελή ένα επικίνδυνο όπλο στη διάθεσι μιας εχθρικής προπαγάνδας.
Πρώτος πού έγραψε για τούς Κουτσοβλάχους προπαγανδιστικές πραγματείες είναι ό γνωστός μας Πουκεβίλ, πρόξενος τής Γαλλίας επί Αλή πασά στα Γιάννενα. Αυτός επρόβαλε τη θεωρία, ότι οι Κουτσόβλαχοι είναι παναρχαία Ιταλική φυλή και υπήρξε τού ενδιαφέροντος τής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας κ.ά. εχθρών τού Ελληνισμού. Εν συνεχεία ή Ιταλική Κυβέρνησι επέτυχε το 1905 με τη βοήθεια και τής Γερμανίας, να εκδοθή Σουλτανικός Ιραδές με τον οποίο οι Κουτσόβλαχοι ανεγνωρίζοντο ως ξεχωριστή εθνότης και τούς παρεχωρείτο το δικαίωμα να έχουν δικά τους σχολεία και εκκλησίες και να χρησιμοποιούν αποκλειστικώς τη Ρουμανική γλώσσα.
Επί τού προκειμένου φαίνεται να υπήρξε Ρουμανο — Ιταλική συνεργασία, γιατί χρονολογικώς συμπίπτει με τα τότε ανθελληνικά γεγονότα τής Ρουμανίας. Κατόπιν αυτού ιδρύθη το Ρουμανικό Γυμνάσιο στα Γιάννενα πού πάντοτε φυτοζωούσε και το Ανώτερο Ρουμανικό Παρθεναγωγείο πού επί 20 ολόκληρα χρόνια διηύθυνε ή καθολική Πολωνίς Ναθαλία Βαρεσλάβσκα.

Πηγή: Ηπειρώτες και Αλβανοί ‘’Η προσφορά της Ηπείρου προς το έθνος’’, εκδόσεις Ιδρύματος Βορειοηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1976.







 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com