ΙΩΝΙΑ


Η ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΕΠΙ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ


Κοινά Βιθυνίας καί Πόντου
Τό 64 π.Χ. ό Πομπήιος ίδρυσε τή διπλή επαρχία Βιθυνίας καί Πόντου. Περιλάμβανε τόν Δυτικό Πόντο, τή Βόρεια Παφλαγονία καί τή Βιθυνία. Η Βιθυνία ορίζεται στά Δ. μέ τόν Ρύνδακο καί στά Α. μέ τόν Βιλλαϊο, από τήν Μυσία καί τήν Παφλαγονία αντίστοιχα. Στά Β. βρέχεται από τόν Εύξεινο καί τήν Προποντίδα καί στά Ν. συνορεύει μέ τήν Επίκτητη Φρυγία, μέ όρια τόν Βιθυνικό Όλυμπο καί τόν Σαγγάριο. Μετά τόν Βιλλαϊο πρός Α. καί ώς τόν Αλυ εκτείνεται ή Παφλαγονία πού πρός Β. βρέχεται από τόν Εύξεινο καί πρός Ν. φθάνει στόν μέσο ρου τού Άλυος, νότια τού οποίου βρίσκεται ή Γαλατία. Ανατολικό όριο είναι οι εκβολές τού Αλυος, Α. τής Σινώπης. Απ’ εκεί αρχίζει ό Πόντος (Καππαδοκία πρός Πόντο στήν αρχαιότατη εποχή) πού φθάνει Α. ώς τήν Κολχίδα, μέ όριο τις εκβολές τού Άκαμψι (Τσορούχ). Νότια όρια του είναι ή οροσειρά τού Παρυάδρη, τό Γιουρλούκ ντάγ (Ν. τής Σεβάστειας) καί τό Άλάν ντάγ Δ. τών Ζήλων. 0 Δυτικός Πόντος δόθηκε αρχικά στόν Δηιόταρο τών Γαλατών, ό Κεντρικός (από τόν Ίρι ώς τή Φαρνάκεια - Κερασούντα) στόν εγγονό τού Μιθριδάτη Πολέμωνα - γι’ αυτό καί ονομάστηκε Πολεμωνιακός, καί ό Ανατολικός στόν Αρχέλαο τής Καππαδοκίας.
Οι αρχαιότατες ελληνικές πόλεις τών παραλίων τού Ευξείνου υπήρχαν πραγματικοί πυρήνες εξελληνισμού, Η Σινώπη, η Αμισός, η Κέραμος, η Τραπεζούς, η Άστακός - Νικομήδεια, η Καλχηδών ακμάζουν καί κατά τήν ρωμαιοκρατία. Ξεχωρίζουν Νικομήδεια, Αμάσεια καί Σινώπη πού επεκτείνονται πολιτικά καί οικονομικά. Η Ρώμη υπέταξε μετά μακροχρόνιους αγώνες τόν Μιθριδάτη Στ’ Εύπάτορα καί οργάνωσε τήν επαρχία Βιθυνίας - Πόντου. Στρατεύματα τής νέας επαρχίας συμπολέμησαν μέ τόν Πομπήιο στή Φάρσαλα (48 π.Χ.) καί αργότερα μέ τήν παράταξη τών δολοφόνων τού Καίσαρος.
Η Βιθυνία χωρίστηκε σέ 12 “πολιτείες” καί ό Πόντος σέ 11 ενώ οι βασιλικές εκτάσεις μεταβλήθηκαν σέ ρωμαϊκές δημόσιες γαίες καί υπήχθησαν κι αυτές στήν επαρχιακή διοίκηση. Παρότι ή επαρχία ήταν ενιαία οί δύο περιοχές ήσαν αυτοτελείς, μέ δικό τους “Κοινό”. Επί Αντωνίου ό Γαλατικός κι ό Πολεμωνιακός Πόντος δόθηκαν σέ ντόπιους δυνάστες αλλά πολύ σύντομα πέρασαν στίς επαρχίες Γαλατίας καί Καππαδοκίας, 0 γιος τού Μιθριδάτη Φαρνάκης Β’ (97 - 47) κατέλαβε τή Μικρά Αρμενία καί νίκησε τόν Δομίτιο Καλβίνο στή Νικόπολη αλλά συνετρίβη στά Ζήλα από τόν Καίσαρα καί δολοφονήθηκε τό ίδιο έτος.
Επί Τιβερίου ό Πόντος περιλάμβανε μόνο τις 6 μεγάλες παραλιακές πόλεις, από τήν Ηράκλεια ώς τήν Αμισό αλλά στό Κοινόν τού Πόντου συμμετείχαν κι άλλες πέντε, αυτές πού ίδρυσε ό Πομπήιος. Η επαρχία διοικείτο από αντιστράτηγο (properaetor) μέ τίτλο στρατηγού κι από τήν αυτοκρατορική εποχή μέ τίτλο ανθυπάτου. Τό 27 π.Χ. στή διανομή επαρχιών ή έπ. Βιθυνίας - Πόντου δόθηκε στή Σύγκλητο, ώς τό 165 μ.Χ., μέ σύντομο διαλείμματα τού Κλαυδίου καί τού Νέρωνος, οπότε τά χρόνια διοικητικά προβλήματα ανάγκασαν τόν Μάρκο Αυρήλιο νά τήν κάμει αυτοκρατορική. Είχαν σταλεί νωρίτερα αυτοκρατορικοί εντεταλμένοι γιά έλεγχο τής διοίκησης καί τών οικονομικών, κυρίως επί Τραϊανού (98-117). Πολύτιμη είναι ή ογκώδης αλληλογραφία ενός τέτοιου εντεταλμένου, τού Πλίνιου τού Νεώτερου (109-113) μέ τόν αυτοκράτορα Τραϊανό καθώς δίνει άριστη εικόνα τής ρωμαϊκής διοικητικής πολιτικής αλλά καί ζητημάτων πού αφορούν δημόσια έργα καί θέματα εξωτερικής πολιτικής. Τόν Πλίνιο διαδέχθηκε ό Γάιος Ιούλιος Κορνούτος Τέρτυλλος καί τό 136 στάλθηκε από τόν Αδριανό ώς ‘’λογιστής’’ και “διορθωτής” ό Γάιος Ιούλιος Σεβήρος. Η αναποτελεσματικότητα όλων οδήγησε στό νέο καθεστώς. Επικεφαλής τέθηκε ύπατος, πρεσβευτής καί αντιστράτηγος.
Η αναδιοργάνωση τού Πομπήιου ενίσχυσε τόν ελληνισμό καί τόν εξελληνισμό διότι χρησιμοποιήθηκε ώς διοικητική υποδομή αυτή τής ελληνικής πόλης, μ’ αυτήν οργανώθηκε ή πολιτική, θρησκευτική, πολιτισμική καί οικονομική ζωή. Από τό παράλια ό ελληνισμός απλωνόταν στήν ενδοχώρα. Στή Βιθυνία κατ’ αρχάς οί δώδεκα “Πολιτείες” κατά τόν Πλίνιο (Α’ αί.) καί τόν γεωγράφο Πτολεμαίο (Β’ αί.) ήσαν: Νικομήδεια, Νίκαια, Απάμεια - Μύρλεια, Κίος - Προυσιάς, Καισάρεια - Γερμανική, Προύσα επί Ολύμπου, Γορδίου Κώμη - Ίουλιούπολις, Καλχηδών, Κρήτεια - Φλαβιούπολις, Προυσιάς πρός Ύπίφ, Δασκύλειον, Βιθύνιον - Κλαυδιούπολις. Τό Κοινόν τών Βιθυνών χαρακτηρίζεται από τις συνεχείς προστριβές τών πόλεων του. Αρχικά οί συνελεύσεις συγκαλούνταν μόνο στή Νικομήδεια. Λίγο μετά τήν ίδρυση ναού αυτοκρατορικής λατρείας στήν Πέργαμο, ό Οκταβιανός επέτρεψε καί στούς Βιθυνούς νά κάμουν τό ίδιο. Έδρα τού Κοινού καί τού Άρχιερέως ήταν ή Νικομήδεια. Επαρχιακοί αγώνες όμως επιτράπηκε νά οργανώνονται καί στή Νίκαια. Μαζί μέ τό Κοινόν τού Πόντου, πού έδρευε στή Νεοκαισάρεια, έκοβαν νομίσματα, συχνά δέ ό Βιθυνάρχης συνέπιπτε μέ τόν Ποντάρχη. Η λατρεία τής Θεάς Ρώμης καί τού Αυγούστου από τούς Ρωμαίους τής Εφέσου καί τής Νικαίας, γρήγορα επεκτάθηκε καί στούς Έλληνες μέ πρωτοβουλία τών Κοινών. Η ίδρυση Ναού στή Νικομήδεια δυσαρέστησε τήν αντίζηλό της Νίκαια πού πέτυχε επί Νέρωνος νά διεξάγονται καί σ’ αυτήν οί συνδεόμενοι μέ τήν αυτοκρατορική λατρεία πεντετηρικοί αγώνες. Τόν 3ο αί. μ.Χ. τό προνόμιο επεκτάθηκε στήν Ίουλιόπολη καί στήν Ηράκλεια πού είχαν ήδη Σεβαστεία αυτοκρατορικής λατρείας.
Οί προσφυγές τού Κοινού κατά υπερβασιών διοικητών είναι συνεχείς πρός τή Ρώμη, τουλάχιστον πέντε σέ μιά 50ετία, όταν οί παρατάξεις τού Κοινού ενώνονται, Προσπάθειες διοικητών γιά εκφοβισμό ή αποφάσεις αυτοκρατόρων πού απαγόρευαν στόν διοικητή νά εμποδίζει τήν υποβολή εφέσεων δεν ήταν σπάνιες. Άλλες καταγγελίες αποτύγχαναν (π.χ. τού Ουαρηνού Ρούφου, τό 104) λόγω εσωτερικών προστριβών τών Κοινών. 0ι σχέσεις δέν ήταν πάντοτε εχθρικές. Κόβονταν νομίσματα πρός τιμήν τών διοικητών, μέ τό όνομά τους στήν ελληνική, πολλοί μάλιστα χαρακτηρίζονται ώς πάτρωνες. Σέ άλλα νομίσματα παριστάνεται ό αυτοκρατορικός ναός μέ τήν επιγραφή “Κοινόν Βιθυνίας” (2ος αί. μ.Χ.).
0ι11 “πολιτείες” τού Πόντου (τού Δυτικού βεβαίως πού ήταν ενιαία επαρχία μέ τή Βιθυνία) ήσαν οί παλαιές πόλεις Ηράκλεια, Αμαστρις, Αμάσεια, Σινώπη καί Αμισός καί οί νέες Ευπατορία-Μαγνόπολις, Μεγαλόπολις-Σεβάστεια, Πομπηιούπολις, Φαζημών-Νεάπολις, Κάβειρα - Διόσπολις καί Ζήλα. “Αγορές δικών” όμως βρίσκονταν μόνο στή Βιθυνία ( Νίκαια, Προύσα), Σύμφωνα μέ νομισματικές ενδείξεις στίς παραπάνω “πολιτείες” προστέθηκαν κι άλλες πόλεις όπως τό Άβώνου Τείχος, τά Κόμανα, η Σεβαστούπολις (στή θέση Μαγνοπόλεως καί Νεαπόλεως) κ.ά. Τό Κοινόν τού Πόντου μαρτυρείτε από τό 2ο αί. μ.Χ. σέ επιγραφές, σέ χάλκινα νομίσματα (161) κ.λπ. Νομίσματα αρχών τού 3ου αί, παραδίδουν τόν τίτλο τής “μητροπόλεως” γιά τήν πόλη τής Νεοκαισάρειας, πρωτεύουσας τού Πολεμωνιακού Πόντου, πού έχτισε ό Τιβέριος στή Θέση τών αρχαίων Καβείρων, 60χλμ. άπ’ τήν Οινόη καί επί τού Λύκου (Κελκίτ Ίρμάκ).
Πέρα από τή λατρεία τού αυτοκράτορα κάθε πόλη συνέχιζε τις παραδοσιακές λατρευτικές τελετές, Στή λατρεία τού Κοινού αναφέρεται καί ή προσωνυμία “νεωκόρος”. Η αυτοκρατορική λατρεία όμως γινόταν καί στίς άλλες πόλεις όπως μαρτυρούν τίτλοι ιερέων π.χ. τού άρχιερέως τού Αδριανού στή Σεβαστούπολη, τήν παράλια Προυσιάδα καί τήν Ηράκλεια, τού Αυγούστου στή Σινώπη, τών Σεβαστών στή Νικομήδεια (Πέντε φορές νεωκόρος) καί στήν Προυσιάδα πρός Υπίφ. Στό Βιθύνιο - Κλαυδιούπολη αναφέρονται τά “Μεγάλα Κλαυδιανεία” πρός τιμήν τού επωνύμου προστάτη τής πόλης.
Ανεπτυγμένη είναι επίσης καί ή ιδιωτική αυτοκρατορική λατρεία. 0 Πλίνιος αναφέρει έναν ρωμαίο πολίτη από τήν Προύσα, τόν Κλαύδιο Πολύαινο πού κληροδότησε τό σπίτι του στόν αυτοκράτορα Κλαύδιο ορίζοντας νά ιδρυθεί στό περιστύλιο ναός πρός τιμήν του. Θεός - ήρωας ανακηρύχθηκε στήν πατρίδα του Βιθύνιον ό φίλος τού Αδριανού Αντίνοος πού πνίγηκε στόν Νείλο κι ή πόλη του πού είχε ονομασθεί λίγο νωρίτερα Άδριανή, ονομάστηκε Άντινοούπολις. Λατρεύθηκε επίσης στήν Καλχηδόνα, τό Τίειον καί τή Νικομήδεια, εκδόθηκαν νομίσματα μέ τή μορφή του καί κτίσθηκαν ναοί. Τό φαινόμενο μετονομασίας πόλεων πρός τιμήν αυτοκρατόρων είναι σύνηθες. Η Αμισός καί ή Νεοκαισάρεια, επί Μ. Αυρηλίου, η Κρήτεια - Φλαβιούπολις πρός τιμήν τού ευεργέτη της Βεσπασιανού, η Αμάσεια - Σεβηριανή, η Νικομήδεια - Άντωνινιανή, η Νίκαια - Αλεξανδριανή.
Στό Άβώνου Τείχος ένας ψευδομάντης, ό Αλέξανδρος περί τό 150 μ.Χ., ιδρύει ώς “προφήτης” τού νέου Ασκληπιού καί τού νέου Πυθαγόρα, είδος θρησκείας τού Ασκληπιού μέ μυστήρια, χρησμούς καί λατρεία τού δράκοντος Γλύκωνος. Ή φήμη του έφθασε στή Ρώμη, παρέσυρε τόν ίδιο τόν αυτοκράτορα Αντωνίνο Πιο πού μετονόμασε μάλιστα τό Άβώνου Τείχος σέ Ιωνόπολη. Σέ πολλά νομίσματα βιθυνικών πόλεων συναντάται ή μορφή τού δράκοντος Γλύκωνος.
Η αυτοκρατορική λατρεία περιλάμβανε καί αγώνες-Κομμόδεια, Σεβήρεια, Άντωνείνια, Ουαλεριάνεια κ.λπ. πού συχνά έπαιρναν καί ονόματα άλλων Θεών - Δημήτρεια (Νικομήδεια), Διονύσια (Νίκαια) κ.λπ.
Τό προνόμιο τής ελευθερίας καί τής αυτονομίας λίγες πόλεις τό διετήρησαν. Η Πομπηιούπολις, η Κίος Προυσιάς, η Ηράκλεια τό έχασαν επί Μ. Αντωνίου καί Αυγούστου, η Καλχηδών τό 64 μ.Χ., η Τραπεζούς περί τό 150 μ.Χ. Ό Λούκουλος γιά νά αποκαταστήσει τις συνέπειες τής λεηλασίας τής Αμισού από τούς στρατιώτες του, όρισε νά είναι ελεύθερη καί αυτόνομη, πιθανότατα δέν πλήρωνε ούτε φόρους. Πολλές πόλεις ήταν “φίλες” καί “σύμμαχοι” (π.χ. ή Νίκαια) αλλά αγνοούμε άν αυτό σήμαινε πάντα ελευθερία καί αυτονομία. Η Νικομήδεια από τήν εποχή τού Κόμμοδου ονομάζεται ‘’ή μεγίστη μητρόπολις καί Πρώτη Βειθυνίας τε καί Πόντου Άδριανή Σεβηριανή δις νεωκόρος, ιερά καί άσυλος, φίλη πιστή καί σύμμαχος άνωθεν τώ δήμι τών Ρωμαίων”. Τό 47/46 εγκαθίστανται Ρωμαίοι παλαίμαχοι σέ Αμάσεια και Σινώπη, πού έχουν φορολογική ατέλεια. Οι εμφύλιοι θέτουν σέ δοκιμασία τις ρωμαϊκές αποικίες, τής Ήρακλείας μάλιστα εξοντώθηκε.
Οικονομικά ή έπ. Βιθυνίας είχε τά ίδια προβλήματα πού προαναφέραμε μέ τις εταιρίες δημοσιωνών πού μίσθωναν τούς φόρους. Η sosiatas Bithynica φρόντιζε γιά τήν αναλογική συγκέντρωση τών άμεσων φόρων από τις “πολιτείες”. Υπεύθυνος γιά τή διαχείριση τού αυτοκρατορικού “πατριμώνιου” καί τής αυτοκρατορικής περιουσίας διορίσθηκε ένας “Επίτροπος”. Η επαρχία κατέβαλλε λιμενικά Τέλη 2,5% στή Ρώμη, 5% γιά τις απελευθερώσεις δούλων καί γιά τις κληρονομίες. Οι τελευταίες συλλέγονταν από τόν “Επίτροπο Σεβαστού Πόντου καί Βειθυνίας”.
Οί “πολιτείες” διατήρησαν τά ελληνικά σχήματα αυτοδιοίκησης (βουλή, γερουσία, άρχοντες, εκκλησιά τού δήμου) αλλά ή Ρώμη στήριξε καί στηρίχθηκε στίς εύπορες τάξεις, λαμβάνοντας μέτρα αυστηρού ελέγχου γιά αποτροπή οποιασδήποτε απελευθερωτικής απόπειρας. Τά μέλη τής Βουλής δέν εκλέγονταν αλλά επιλέγονταν από “τιμητές” μέ όρους εκλογιμότητας ηλικία 30 ετών καί ορισμένη περιουσιακή κατάσταση, κατά τήν ρύθμιση τού Πομπήιου. Χαρακτηριστικό τής λειψανδρίας είναι ότι ό Αύγουστος μείωσε τό παραπάνω όριο στά 22 έτη διότι δέν υπήρχαν αρκετοί εύποροι υποψήφιοι άνω τών 30 ετών. Σπάνια όμως αναφέρεται καί εκλογή από τόν δήμο όπως στήν Κλαυδιούπολη όπου έγιναν δεκτοί υπεράριθμοι βουλευτές. 0ί νέοι βουλευτές πλήρωναν ένα ποσό κατά τήν ανάληψη καθηκόντων στά τιμοκρατικά αυτά πολιτεύματα. Τό Κοινό τού Πόντου καί ή Ηράκλεια τίμησαν μέ επιγραφή αρχιερέα καί ιέρεια τής αυτοκρατορικής λατρείας διότι ανέλαβαν εκούσια τά αξιώματά τους, γεγονός πού δείχνει απροθυμία στήν ανάληψη αξιωμάτων. Άλλες φορές, γιά νά δελεάζονται οί υποψήφιοι ή αρχιερατεία περιοριζόταν στίς μέρες τών αγώνων. Πολιτικά δικαιώματα σέ ξένους ή σέ πολίτες άλλων πόλεων δέν παραχωρούνταν αρχικά. Αργότερα επετράπη νά υπηρετούν οί βουλευτές δύο πόλεις ή νά είναι πολίτες δύο πόλεων (π.χ. ό Δίων ό Προυσαεύς ήταν πολίτης τής Νικομήδειας καί τής Απάμειας), όμως ό Τραϊανόις διέταξε τούς υπεύθυνους τών δημοτολογίων (“πολιτογράφοι”) νά εφαρμόζεται αυστηρά ή παλαιά απαγόρευση.
Η Εκκλησία τού Δήμου συνεκαλείτο μόνο μέ σύμφωνη γνώμη τού Ρωμαίου διοικητή. Οι ταξικές διαμάχες ήταν συνεχείς καί η Ρώμη πρόσεχε πάντοτε φοβούμενη εξεγέρσεις. Ο Τραϊανός π.χ. απαγόρευσε τή σύσταση στή Νικομήδεια πυροσβεστικής υπηρεσίας 150 ανδρών, παρότι ή πόλη είχε πληγεί από πυρκαγιά, από φόβο μήπως αυτή εξελιχθεί σέ επαναστατική εταιρία. Οι εσωτερικές έριδες τών πόλεων ακύρωναν κάθε προοπτική απελευθέρωσης, μάταια σέ πολλούς λόγους κατά τις περιοδείες του ό φιλόσοφος Δίων ό Προυσαεύς (40-120) ζητούσε νά σταματήσουν. Αντίθετα οί διαμάχες οξύνονται περί τό 165 παρά τις μεγαλοστομίες γιά “μακάριους πολίτες” τής Νικομήδειας καί τής Προύσης. Τις συγκρούσεις γιά τά πρωτεία Νικομήδειας - Νικαίας η Απάμειας - Προύσας υπέθαλπαν γιά ευνόητους λόγους οί Ρωμαίοι. Υπήρχε διαμάχη γιά τόν τίτλο της μητροπόλεως πού στόν Πόντο απέκτησαν η ”Αμαστρις, η Αμάσεια κι η νέα Πρωτεύουσα τού Κοινού Νεοκαισάρεια. Ή Ηράκλεια απαντούσε διακηρύσσοντας Πώς ήταν “ματήρ αποίκων πόλεων’’. Νόμισμα τής “μητροπόλεως” Νεοκαισάρειας παριστάνει θεοποιημένο ποταμό καί τήν Τύχη νά περιτριγυρίζονται από γυναικείες μορφές, από τις πέντε μεγάλες πόλεις τού Πόντου. Ένας τίτλος, π.χ. “λαμπρή”, “λαμπροτάτη”, “ενδοξοτάτη” δημιουργούσε μείζονα ζητήματα. Σέ μιά χωρίς νόημα “ονομάτων μάχη’’ όπως γράφει ό Δίων οί πόλεις πάσχιζαν νά περισώσουν κάτι απ’ τή χαμένη αίγλη καί ελευθερία καθώς οι τίτλοι είχαν οικονομικές συνέπειες: γιορτές, αγορές δικών, αγώνες κ.λπ.
Οι ρωμαϊκοί εμφύλιοι προκαλούσαν δεινά στίς κατεχόμενες χώρες. 0 εμφύλιος τού Σεπτίμιου Σεβήρου (στό πλευρό του η Νικομήδεια) καί τού Πεσκέννιου Νίγρου (στό πλευρό του η Νίκαια) τό 193/194 επισώρευσε καταστροφές στή Βιθυνία. Η νίκη τού Σεβήρου ωφέλησε τή Νικομήδεια αλλά ή αντιζηλία συνεχίστηκε μέ οικοδομικό ανταγωνισμό. Λαμπρά έργα πού ξεκινούσαν μόνο από φιλοδοξία (θέατρο Νικαίας, υδραγωγεία Νικομήδειας) σταματούσαν λόγω τεραστίου κόστους. Τά χρέη προκαλούσαν ρωμαϊκή επέμβαση στήν οικονομική διαχείριση τών πόλεων καί αποστολή λογιστών-ελεγκτών. Η επίσημη αλληλογραφία ωστόσο πιστοποιεί τήν ευημερία τής επαρχίας κατά τόν 2ο αί. μ.Χ. Κέντρο εμπορίου καί επικοινωνιών, απεκόμιζε πλούσια κέρδη από τή διακίνηση ξυλείας, δημητριακών, ψαριών, ερίων, οπωρικών, από δασμούς, τέλη κ.λπ. Τεχνικά έργα καί συνθήκες “ομονοίας” τών πόλεων βοηθούσαν τήν ανάπτυξη.
Εθνολογικά, ή επαρχία, από τήν εποχή τών βασιλείων τής Βιθυνίας καί τού Πόντου είχε πλήρως εξελληνιστεί. Μέ εξαίρεση τις πόλεις μέ ρωμαίους αποίκους (Αμάσεια, Σινώπη) οί περισσότερες συνέχιζαν τήν αρχαία τους παράδοση, πολλές μάλιστα τήν ιωνική καί αθηναϊκή παράδοση. Διατηρούνταν κάποια φρυγικά ονόματα αλλά ή αυτοδιοίκηση, ή φυλετική οργάνωση, ό θρησκευτικός βίος, ή καθημερινή ζωή, τό ημερολόγιο ήταν ελληνικότατα. Λατρεύονταν οί Έλληνες Θεοί, ή Βένδις πού ταυτίστηκε μέ τήν Αρτέμιδα, ό Θεός τού πολέμου Πρειέτος, διδάσκαλος τού Άρεως, ό πρωτοελληνικός Ζευς Στράτιος καί βεβαίως ή Κυβέλη. Από τόν 2ο αί. αρχίζει ή διάδοση τού Χριστιανισμού. Η Βιθυνία θά δώσει χιλιάδες μάρτυρες στόν αγώνα γιά τήν αληθινή πίστη.
Το 258 οι Γότθοι επέδραμαν λεηλατώντας και σφάζοντας.
Σύντομα όμως οι πόλεις της Βιθυνίας ανοικοδόμησαν τη ζωή τους.

Γαλατία – Παφλαγονία

Γαλατία ονομάσθηκε ή περιοχή τής Φρυγίας Ν. τής Βιθυνίας και τής Παφλαγονίας καί Β. τής Λυκαονίας και τής Καππαδοκίας, στην οποία εγκατασταθήκαν τον 3ο αι π.Χ. Γαλάτες (Κέλτες). Επρόκειτο για τρεις φυλές με χαλαρή πολιτική οργάνωση. Τολιστοβώγιοι, Τρόκμοι και Τεκτόσαγες, πού ζούσαν ορεινή κι όχι αστική ζωή επιδιδόμενοι σέ ληστρικές επιδρομές ή εκμισθώνοντας τά όπλα τους στά ελληνιστικά κράτη. Από τά φρούρια τους ήλεγχαν τις κώμες τών αυτοχθόνων Φρυγών καί Καππαδοκών. 0ι Τεκτόσαγες ζούσαν Δ. τού Αλυος, περί τήν Άγκυρα καί οί Τολιστοβώγιοι στήν περιοχή τού Πεσσινούντος. 0ι Τρόκμοι ή Τρωγμοί ζούσαν Α. τού Άλλυος περί τις πόλεις Ταούϊον καί Τορκμάδα ή Τρογμάδα (σημερινό Τουρκμέν), στίς σημερινές επαρχίες Κορνιάσπων (Υοσγάτης). Μωκισσού (Κήρσεχηρ) καί Κισκισσού (Κεσκίν).
Η Βουλή τών Τετρακοσίων εξέλεγε τούς 12 Τετράρχες πού κυβερνούσαν τήν χαλαρή ομοσπονδία τών τριών φυλών. Οι παλαιές πόλεις (Άγκυρα, Γόρδιον. Ταούϊον) είχαν παρακμάσει καί μόνο τό ιερατικό κράτος τού Πεσσινούντος μέ τό ιερό τής Μεγάλης Μητρός, διατηρούσε τήν Πολιτική καί οικονομική του ισχύ.
Μετά τή συντριβή από τόν Ουόλσωνα στόν Αντιοχικό Πόλεμο (189 π.Χ.), οι Γαλάτες υποτάχθηκαν γιά 20 χρόνια στήν Πέργαμο. Ανέκτησαν τήν ελευθερία τους αλλά μέ τρεις πλέον Τετράρχες καί όχι δώδεκα. Η Ρώμη μάλιστα επέβαλε τόν Τολιστοβώγιο Δηιόταρο ώς βασιλέα πού έλαβε τμήμα τού βασιλείου τού Μιθριδάτη στόν Πόντο και τή Βιθυνία. 0 Μάρκος Αντώνιος θά παραχωρήσει στόν Τετράρχη τών Γαλατών τής Βιθυνίας Δομνέκλειο τήν Ποντοηράκλεια. Όταν όμως ο Αντώνιος ηττήθηκε από τόν Αύγουστο καί οι Γαλάτες εξεγερθήκαν σφάζοντας Ρωμαίους αποίκους, ή οικογένεια τού Δομνέκλειου αιχμαλωτίσθηκε καί μεταφέρθηκε στή Ρώμη γιά νά κοσμήσει τον θρίαμβο τού Αυγούστου. Η αυτοθυσία τού δευτερότοκου Άδιατόριγος γιά νά σωθεί ό πρωτότοκος Δύτευτος συγκίνησε τον Αύγουστο πού τούς χάρισε τή ζωή καί τήν ιερατική πόλη τών Κομάνων.
Τό γαλατικό βασίλειο μετά τη βασιλεία τού εγγονού τού Δηιόταρου Κάστορος (40-36 π.Χ.) καί τού Αμύντα έγινε ρωμαϊκή επαρχία τό 25 π.Χ. Τά τρία γαλατικά φύλα πήραν τόν τίτλο τών Σεβαστηνών καί υιοθέτησαν τό ελληνικό πολιτικό σύστημα, μέ τρεις πολιτικές ενότητες (Ταουΐου, Αγκύρας, Πεσσινούντος) Πού ήσαν “πόλεις-έθνη” κατά τήν αρχαϊκή έννοια, δηλ. φυλετικά οργανωμένες. Μέ τό όνομα Σεβαστοί Τρόκμοι” κ.τ.ό. αναφέρονται οί Γαλάτες στό εξής. Όταν τό 20 π.Χ. επισκέπτεται τή Γαλατία ό Αύγουστος, ορίζεται ώς κοινή χρονολογική αφετηρία τών πόλεων της ή 23η Σεπτεμβρίου 21 π.Χ.
Αγώνες τελούνταν καί στις τρεις πόλεις αλλά τό Κοινόν ήδρευε στήν Άγκυρα, όπου ό ναός Αυγούστου καί Ρώμης, στούς τοίχους τού οποίου σώζεται τό πληρέστερο Κείμενο πού έχουμε γιά τις περίφημες “Πράξεις” (Res Gestae) τού Αυγούστου.
Η Άγκυρα έλαβε τό όνομά της από τήν άγκυρα πού ανακάλυψε ό Μίδας καί όποια φυλασσόταν στό Ιερό τού Διός κατά τόν Παυσανία. Κατ’ άλλην εκδοχή όμως είναι ίδρυμα Γαλατών μετά τή νίκη επί τών δυνάμεων τού Πτολεμαίου καί τήν απόσπαση τών αγκυρών τών πλοίων τους. Είναι όμως απίθανο λόγω τής απόστασης από τήν Θάλασσα αλλά καί αφού οί ποταμοί κοντά στήν πόλη (Ιντζέ Σού στά ΝΔ, Ένγκιουρου Σού στά Β., Ταμπάκ Σού, πού σχηματίζεται από τούς δύο προηγούμενους καί εκβάλλει στόν Σαγγάριο) δέν είναι πλεύσιμοι. Τρίτη εκδοχή ερμηνεύει τή λέξη στή φρυγική πού σημαίνει τήν κυρτότητα ή τήν πόλη μέσα σέ χαράδρες.
Περίφημα ρωμαϊκά μνημεία τής πόλης είναι ό Κίων τού Αυγούστου (Μπαλκίς Μιναρέ) καί ό αναστηλωμένος ναός τού Αυγούστου καί τής Ρώμης πού είχε αναγερθεί μέ λευκό μάρμαρο. Γνωστός γιά τό Αγκυρανόν Μνημεϊον, τις “Πράξεις” πού αναφέραμε καί οί οποίες βρέθηκαν στόν εξωτερικό τοίχο τής δεξιάς πλευράς (ελληνικά) καί στό εσωτερικό τού προστώου τού ναού (λατινικά). Περιέχουν λογοδοσία πεπραγμένων τού Αυγούστου στόν τελευταίο χρόνο τής ζωής του (14 μ.Χ.). .0 ναός έγινε αργότερα χριστιανικός καί μουσουλμανικό τέμενος. Παρότι ή γαλατική γλώσσα κυριαρχούσε ώς τόν Δ’ αί. τά επιγραφικά μνημεία είναι σχεδόν όλα στα Ελληνικά καί ελάχιστα στά λατινικά. Γνωστή ώς” μητρόπολις τής Γαλατίας Σεβαστή Τεκτοσάγων Άγκυρα καί “β’ νεωκόρος” αναπτύσσεται γρήγορα σέ αστικό κέντρο μέ τυπικούς ελληνικούς πολιτειακούς θεσμούς - βουλή. δήμος κ.λπ. Άρχοντες αναφέρονται ό “πρώτος άρχων”, οί αστυνόμοι, οί ειρηνάρχαι, οί αγωνοθέται, Οί ιεροφάνται καί οι αρχιερείς. Σώζονται τά 11 από τά 14 ονόματα τών φυλών της:
Μαρουραγηνή, Μηνοριζειτών, Διός Ταουϊανού, Διαγεζών, Σεβαστή, Πακαλινή, Κλαυδία, Ιερά Βουλαία, Νερσυανή, Καλαθηναία, Νέα Ολυμπία. Όμοια οργάνωση είχαν καί οί άλλες γαλατικές πόλεις.
Πρώτος ρωμαίος διοικητής, αντιστράτηγος - πρέσβης υπήρξε ό Μάρκος Λούλλιος πού εισήγαγε τή λατρεία τού Αυγούστου καί τής Ρώμης. Άλλοι διοικητές τής επαρχίας αναφέρονται ό Άξιος Νάσος επί Τιβερίου, ό Αφρίνος επί Κλαυδίου, ό Καλπούρνιος Άσπρένας επί Γάλβα, ό Πομπήιος Κολέγας κι ό Νεράτιος Πάνσας επί Βεσπασιανού, ό Καζένιος Γάλλος επί Τίτου, ό Ιούλιος Κάντιντος Μάριος Κέλσος, ό Μπελίκιος Σόλλερς, ό Αλπίνος, ό Πομπώνιος Βάσσος, ό Λάρσιος Μαρκέδος επί Αδριανού, ό Ιούλιος Σκαπούλας κι ό Γιουβέντιος Κέλσος επί Αυρηλίου, ό Πλότιος Ρωμανός, ό Φλάμπιος κ.ά.
Ναός αυτοκρατορικής λατρείας ιδρύθηκε επί Τιβερίου (14- 37) καί στόν Πεσσινούντα αλλά τό Κοινόν ήδρευε πάντοτε στήν Άγκυρα. 0 αρχιερεύς - Γαλατάρχης εκλεγόταν από τούς ευγενείς Γαλάτες κάθε χρόνο καί περιστοιχιζόταν από ιερατείο, “σεβαστοφάντες” καί “Ιεροφάντες”. Στήν επιγραφή τού Άγκυρανού μνημείου υπάρχει κατάλογος τών αρχιερέων στόν οποίο παρατηρούνται ελληνικά, γαλατικά, ρωμαϊκά καί μικτά ονόματα. 0 εξελληνισμός πού άρχισε από τούς βασιλείς (Κάστωρ, Αμύντας κ.ά.), στό τέλος τής ρωμαιοκρατίας περιλαμβάνει πια ολόκληρα τά γαλατικά φύλα. Ήδη από τά ονόματα τών αρχιερέων τά 13 είναι ελληνικά, τά 5 γαλατικά καί τά 3 λατινικά στόν παραπάνω κατάλογο, άλλωστε οι σφαγές και οι πόλεμοι περιόριζαν τούς Γαλάτες στόν αριθμό τών 20.000 πρώτων εισβολέων. Η οικονομική πρόοδος αντικατέστησε τόν χαμένο πλούτο τής παλαιάς γαλατικής αριστοκρατίας καθώς οι γαίες καί τά ποίμνια της είχαν απαλλοτριωθεί από τόν Αύγουστο.
Τό φρυγικό στοιχείο διέσωζε τήν ανεξαρτησία του στό Ιερατικό κράτος τού Πεσσινούντος πού εξελίχθηκε σέ δυναμικότατο εμπορικό κέντρο. Επιγραφή τής Αγκύρας, τής εποχής τού Τραϊανού πιστοποιεί τόν πλήρη εξελληνισμό καθώς επί 92 ιερουργών τής πόλεως δέν υπάρχει ούτε ένα γαλατικό όνομα. Οι επιφανέστεροι Γαλάτες, οί αρχιερείς τού Σεβαστείου ενισχύουν τούς ελληνικούς θεσμούς τών αγώνων, τής ελαιοθεσίας καί τής ανάθεσης ανδριάντων. Η κοινωνική ζωή καί τά δημόσια έργα πιστοποιούν τήν ακμή καί τήν ευημερία. Στήν Άγκυρα κτίζονται στάδιο, ιππόδρομος καί Θέατρο, τελούνται δέ αγώνες όπως τά Ακτια, τά Πύθια, τά Άσκληπιεϊα καί ό “μυστικός αγών” πρός τιμήν τού Διονύσου καί τού αυτοκράτορος. Στή Γέρμα εγκαταστάθηκε ρωμαϊκή αποικία πού σύντομα εξελληνίσθηκε ο τιμητικός τίτλος “πρώτος τών Ελλήνων υποδηλώνει τήν αφομοίωση των Γαλατών στη μεγάλη ελληνική οικογένεια. Μεταξύ των ανώτατων επώνυμων αρχόντων τού κοινού εμφανίζεται τον 2ο αί. ό τίτλος τού Ελλαδάρχη. Πολλοί φθάνουν στά ανώτατα ρωμαϊκά αξιώματα, όπως ό Αγκυρηνός Γάιος Ιούλιος Σεβήρος, διορθωτής τής Βιθυνίας καί ανθύπατος τής Αχαΐας (2ος αι μ.Χ.).
Τό αρχαίο βασίλειο τών Θρακοφρυγικής καταγωγής Παφλαγόνων στά ελληνιστικά χρόνια διασπάστηκε. Τό εύφορο παραλιακό τμήμα από τις εκβολές τού Βιλλαίου ώς τόν κάτω ρου τού Άλυος διανεμήθηκε μεταξύ Βιθυνίας καί Πόντου καί εξελληνίστηκε πλήρως. Στα ενδότερα, περί το όρος Όλγασσυ, αντισταθήκαν ντόπιοι ηγεμόνες μέ πιό γνωστό τόν Μόρζιο. Οργάνωσε ένα μικρό βασίλειο μέ πρωτεύουσα τήν Γόγγρα καί υποστήριξε τούς Γαλάτες κατά τών Ρωμαίων. Ο ελληνολάτρης διάδοχος του Πυλαιμένης ακολούθησε φιλορωμαϊκή πολιτική. Τό 107 π.Χ. οί Νικομήδης Γ’ καί Μιθριδάτης Στ’ διαμέλισαν την Παφλαγονία καί μόνο όταν συνετρίβη ό Μιθριδάτης επανιδρύθηκε το βασίλειο υπό τόν κληρονόμο τού Πυλαιμένη Άτταλο. Ο Πομπήιος τού παραχώρησε τά εδάφη από τόν Άλυ ως τόν Βιλλαϊο καί τήν Τιμωνίτιδα αλλά η κοιλάδα τού Άμνία καί τά παράλια δόθηκαν στήν επαρχία Βιθυνίας-Πόντου. Όταν ό Άτταλος ό Επιφανής πέθανε, το πελατικό βασίλειο παραχωρήθηκε από τόν Αντώνιο, μαζί μέ τή Γαλατία στόν εγγονό τού Γαλάτη βασιλέως Δηιόταρου, στόν Κάστορα. Τό 37/36 π.Χ. τό βασίλειο Γαλατίας καί Παφλαγονίας διασπάστηκε καί τήν πρώτη ανέλαβε ό Αμύντας, τήν δεύτερη ό διάδοχος τού Κάστορος Δηιόταρος Φιλάδελφος. Στήν επικράτεια τού Φιλάδελφου προστέθηκαν η κοιλάδα τού Άμνία (όπου η Πομπηιούπολις), η Α. τού Αλυος Φαζημωνίτιδα (όπου η Νεόπολις - Άνδραπα, ίδρυμα επίσης τού Πομπήιου) καί Τμήμα τής ‘Ανατ. Βιθυνίας. Μέ τόν Θάνατό του όμως ή Παφλαγονία ενσωματώθηκε οριστικά στή ρωμαϊκή επαρχία Γαλατίας (6 Π.Χ.). Οι κάτοικοί της ορκίστηκαν πίστη σέ τελετές σ’ όλες τίς υπαρχίες (Τιμωνίτις, Γεζατόριγος, Μαρμωλίτιδα, Σανισηνή, Ποταμία, Κιμιατηνή κατά τόν Στράβωνα), σώζεται μάλιστα τό Κείμενο τού όρκου πού δόθηκε στήν αγορά τής Γάγγρας (τό 4 π.Χ.).
Χώρα ορεινή καί δυσπρόσιτη η Παφλαγονία είχε αξιόλογη αγροτική ζωή. Πολιτικά κέντρα ήταν οι μικρές κώμες ενώ ό δασικός πλούτος παρέμενε αναξιοποίητος. Πρώτη πόλη θεωρείτο η Γόγγρα (Γάγγραι, Γερμανικόπολις), η αρχαιότερη τής Παφλαγονίας, ‘’εστία τών Θεών”, σύμφωνα μέ τό νομίσματά της πού φέρουν παράσταση τού φρουρίου τής πόλεως καί τών ποταμών Αλυος καί Ξάνθου. Τά νομίσματα τής Πομπηιουπόλεως-Σεβαστής προσβάλλουν τον τίτλο της ως μητροπόλεως. Η Νεάπολις μετονομάζεται σε Νεοκλαυδιούπολη και η Καισάρεια Προσειλημμενειτών που ίδρυσε στα σύνορα με τη Βιθυνία ο Δηιόταρος Φιλάδελφος ή ο ίδιος ο Αύγουστος, μετονομάσθηκε σε Αδριανούπολη.


Λυκαονία – Ισαυρία

Ή τραχεία χώρα τού Δυτικού Ταύρου καί τών σκληροτράχηλων Πισιδών, ώς τμήμα τής Γαλατίας έγινε ρωμαϊκή επαρχία τό 25π.Χ.
Ή Πισιδία ορίζεται από τή Φρυγία (Β.), τήν Καβαλίδα (Δ.), τήν Κιλικία καί τή Λυκαονία (Α.) καί τή Λυκία καί Παμφυλία (Ν.). Τό 74 τμήμα τής Νότιας Πισιδίας δόθηκε από τόν Βεσπασιανό (πλην τής Παρλαΐδος καί τής •Αντιόχειας) στήν επαρχία Λυκίας. 0 εξελληνισμός συνοδεύθηκε καί εδώ από μιά μεγάλη οικονομική πρόοδο. Οι βασικές οδοί ήταν εκτεθειμένες στα ορεσίβια ανυπότακτα φύλα πού μέ επιμονή κατέβαλαν οι Ρωμαίοι. Ρωμαϊκές αποικίες ιδρύθηκαν στήν Αντιόχεια (Αντιοχέων Κολωνία - 3.000 άποικοι), στήν Κρήμνα (2.000 άποικοι), στα Όλβασα (2.000), στό Κόμαμα (800) καί στήν Παρλαΐδα (800). Στούς αυτοκρατορικούς χρόνους έκοψαν νόμισμα 30 πόλεις. Πολλές κώμες ενώθηκαν σέ πόλεις όπως η Μείζων Τερμησσός κι ή πολιτεία τών Σολύμων, ενώ όλες σχεδόν οι πόλεις περηφανεύονταν για τήν απώτατη ελληνική καταγωγή τους.
Η Λυκαονία, στό νότιο μέρος τής κεντρικής μικρασιατικής ερήμου, Ν. τής Γαλατίας, Β. τής Κιλικίας, Α. τής Καππαδοκίας καί Δ. τής Φρυγίας, είναι χώρα γυμνή, ψυχρή, άνυνδρη αλλά ποιμνιοτρόφος. Τά 150 περίπου πολίσματά της υπάγονταν στήν Καππαδοκία ώς τό 101 οπότε ενσωματώθηκαν στήν επαρχία Κιλικίας. Τό 39 π.Χ. ό Αντώνιος διόρισε δυνάστη τού Ικονίου τόν γιό τού ρήτορα Ζήνωνος Πολέμωνα, μετέπειτα βασιλέα τού Πόντου. Τρία χρόνια αργότερα ή πόλη κι όλη η Λυκαονία κι η Γαλατία παραδόθηκαν στόν Αμύντα, γιά νά γίνουν ρωμαϊκή επαρχία τό 25 π.Χ. Ρωμαίοι άποικοι εγκατασταθήκαν τότε στα Λύστρα καί τό Ικόνιο. Μεταξύ 38-72 μ.Χ. τμήμα τής Λυκαονίας καί τής Κιλικίας δόθηκε γιά λίγο στόν Αντίοχο Δ’ τής Κομμαγηνής: Προς τιμήν τού Κλαυδίου Ικόνιο καί Λαοδίκεια μετονομάζονται σέ Κλαυδεικόνιον καί Κλαυδιολαοδίκεια ενώ επί Αντωνίου Πίου η Ν. Λαοδίκεια υπάγεται στόν αντιστράτηγο επαρχιών Κιλικίας- Ισαυρίας-Λυκαονίας.
Στό Κοινό τών Λυκαόνων πολλές πόλεις έκοβαν νόμισμα, “σεβαστή μητρόπολις” όμως ήταν τά Λάρανδα, από τήν εποχή τού Φιλίππου Ν (244-249). Ιδιαίτερα ετιμάτο ό ιδρυτής τής Πόλης Λυκάων. Στό φρυγικό κέντρο τής Κατακεκαυμένης Λαοδίκειας γινόταν τήξη υδραργύρου τών τοπικών ορυχείων ενώ ή λυκαονική ομιλείτο ώς τόν 2ο αι. μ.Χ. Οι ελληνικές επιγραφές πάντως είναι σαφώς περισσότερες τών ρωμαϊκών καί τών λυκαονικών. Ιουδαϊκές κοινότητες υπήρχαν στό Ικόνιο, στα Λύστρα καί τή Δέρβη καί διευκόλυναν τόν ταχύτατο εκχριστιανισμό.
Ν.Δ. τής Λυκαονίας ήταν η Ισαυρία, χώρα τραχεία μέ κατοίκους συγγενείς τών Λυκαόνων.

Λυκία – Παμφυλία

Λυκία. Η νότια χερσόνησος τής Μ. Ασίας πού περικλείεται από τούς κόλπους τής Μάκρης καί τής Αττάλειας. Βόρεια βρίσκεται η Καβαλίδα, Δ. η Καρία καί Α. η Παμφυλία. Τά όρη στά Β. σύνορά της τήν απομονώνουν όπως καί οι απόκρημνες ακτές της στόν νότο. Κράτησε τήν ιδιαιτερότητα καί τήν ανεξαρτησία της αλλά δοκιμαζόταν από τήν πειρατεία. Μεταξύ 102-85 υπήρξε ρωμαϊκή επαρχία αλλά ό Σύλλας τής απέδωσε τήν αυτονομία της ώς ανταμοιβή γιά τή βοήθεια κατά τού Μιθριδάτη. Έλαβε μάλιστα καί τίς πόλεις τής Καβαλίδος, Βάλβουρα, 0ινόανδα, Βουβώνα. Τό 43 μ.Χ. ενώθηκε μέ τήν Παμφυλία καί απετέλεσαν ρωμαϊκή επαρχία. Μόνο γιά έξι χρόνια, ανέκτησε τήν ανεξαρτησία της χάρη στόν Νέρωνα. Διοικείτο από “πρεσβευτή καί αντιστράτηγο Σεβαστού” καί τό 179 έγινε συγκλητική επαρχία πού ενσωμάτωσε αργότερα καί τήν Ισαυρία. Από τό 260 ώς τό 313 διοικείτο από μέλος τής τάξης τών ιππέων και όχι από συγκλητικό ανθύπατο. Τό 325 διαχωρίστηκε από τήν Παμφυλία ενώ τόν ίδιο καιρό ολοκληρώθηκε ό εκχριστιανισμός. Είναι χαρακτηριστικό ότι στήν επαρχία συστήθηκαν 25 επισκοπικές έδρες.
Τό Κοινόν τής Λυκίας πού από τίς 70 πόλεις περιορίστηκε κατά τή ρωμαιοκρατία στις 26, είχε σαφείς ιδιαιτερότητες σέ σχέση μέ τά άλλα. Πριν γίνει επαρχία τής Ρώμης, τό Κοινό τελούσε προς τιμήν της πεντετηρική γιορτή κι αγώνες, επί Ρωμαίων όμως κανένα ψήφισμα, ούτε τιμητικό δεν εκδιδόταν χωρίς έγκρισή τους. Τά αξιώματα τού ιππάρχου, υποϊππάρχου, καί ναυάρχου αντικαταστάθηκαν από τού αρχιφύλακος καί υποφύλακος. Στήν αυτοκρατορική λατρεία περιλαμβάνονται θεϊκές τιμές καί προς συζύγους αυτοκρατόρων, π.χ. προς τή Λιβία. Η σύζυγος τού Αδριανού Σαβίνα θα ονομαστεί “Νέα Ήρα”. Τό Κοινό λειτουργούσε ώς κυρίαρχο σώμα από Τά τέλη τού 3ου αι. μ.Χ. μέ αντιπροσώπους 23 πόλεων. - Ανάλογα μέ τή σπουδαιότητά τους διέθεταν από τρεις, δύο ή μία ψήφο. Η Εκκλησία καί η Βουλή τών ισοβίων αντιπροσώπων είχαν δικαστικές αρμοδιότητες καί κρατούσαν, μόνον εδώ, πολιτική ανεξαρτησία ώς τό 43 μ.Χ. οπότε μετά από ταραχές καταργήθηκαν τά προνόμια καί εξισώθηκε μέ τα άλλα Κοινά. Τά ψηφίσματα μέ τά οποία τιμούσε τούς ευεργέτες του φανέρωναν τήν ακμή του. Στή Ροδιάπολη τής Λυκίας σώθηκαν επιγραφές στόν τάφο τού πλούσιου ευεργέτη Οπραμόα (2ος α Ι. μ.Χ.) αναφερόμενες σέ πάνω από 30 ψηφίσματα τού Κοινού, σέ 10 επιστολές Διοικητών καί σέ 7 αυτοκρατορικά απόγραφα.
0ι αρχές τού Κοινού, πού διοικείτο από τόν αρχιερέα τού Σεβαστού Λυκιάρχη, προέρχονταν από τήν εύπορη τάξη καθώς οι αρχές, οι αγώνες, οι πρεσβείες απαιτούσαν χρήμα. Τό μνημείο τής Λικινίας Φλάβιλας στό 0ινόανδα αποκαλύπτει ότι εννέα μέλη τής οικογένειας της χρημάτισαν Λυκιάρχες. Πέραν τής λατρείας τού Κοινού τοπικές αυτοκρατορικές λατρείες μαρτυρούνται στήν Ίδεβησσό, τις Άρνεές, τις Κυανέες, τις Άπέρλες, τή Φάσηλι, τήν Ακαλισσό. Γιά τόν τίτλο τής “μητροπόλεως” φιλονικούσαν οι πόλεις Μύρα, Τελμησσός, Ξάνθος, Τλώς καί Πάταρα.Η Τερμησσός η μικρά καί τά Τρέβενα είχαν τόν τίτλο “λαμπρά”, τό Μύρα, τό Οινόανδα, η Τλώς, η Ξάνθος τής “λαμπροτάτης”, τό Πάταρα “γλυκυτάτη” καί “κρατίστη”, η Ξάνθος “σεμνή”. 0ι πόλεις, διοικούνταν από “πρυτάνεις” καί είχαν πλήρως εξελληνισθεί. Γενική ήταν ή πανάρχαια λατρεία τού Απόλλωνος καί τής Αρτέμιδος καί περίφημος ό ναός τής Αρτέμιδος Ελευθέρας, εφάμιλλος τής Περγαίας καί τής Έφεσίας. Παράλληλα όμως εισέδυσαν καί ανατολικές λατρείες. Στήν ύστερη ρωμαιοκρατία Πολλοί Λύκιοι γίνονται Ρωμαίοι πολίτες καί ώς τόν 3ο αι. αναφέρονται 14 Συγκλητικοί.
Ή κοινωνική ζωή ήταν συνηθισμένη σέ γιορτές, μονομαχίες καί θηριομαχίες ενώ όλες οι αξιόλογες πόλεις είχαν θέατρο,
Η Παμφυλία είχε Ιδιαίτερο Κοινόν. Συνέχεια προς νότον τής Πισιδίας, εκτεινόταν μεταξύ τών δύο νοτιώτατων ακρωτηρίων τής Μ. ‘Ασίας, τού Άνεμουρίου (Α) καί τής Ιεράς Ακρας (Δ), μεταξύ τών οποίων ανοίγεται ό Παμφύλιος ή κόλπος τής Αττάλειας. Πρόκειται γιά μιά εύφορη παράλια λωρίδα πού διαρρέεται από πολλούς ποταμούς. Όριο προς Α. είναι ό ποταμός Μέλας (Μαναβγκάτ) πού εκβάλλει Α. τής Σίδης. 0 ελληνισμός εμφανίζεται εδώ από τόν 11 αι. π.Χ. μέ τήν έλευση Πελοποννήσιων καί Αιολέων. Κυμαϊοι Ιδρύουν τή Σίδη, Αργείοι τήν Άσπενδο. Μετά τήν πτολεμαϊκή και περγαμηνή κυριαρχία, ανεξαρτητοποιήθηκε τό 129 π.Χ. αλλά οι πειρατές έγιναν ή μάστιγα τών παραλίων της. Ή Σίδη αναδείχθηκε σέ ναυπηγικό και δουλεμπορικό κέντρο τους. Δοκιμάστηκε κατά τούς Μιθριδατικούς πολέμους και παρά τήν πίστη της στή Ρώμη, 01 θησαυροί καί τά έργα τέχνης της αρπάχθηκαν από τούς Ρωμαίους. 01 πόλεις βοήθησαν τόν Πομπήιο νά υποτάξει τούς πειρατές αλλά καί τόν Καίσαρα ό οποίος τό 47 π.Χ. τήν υπήγαγε στην επαρχία Ασίας. Το 36 π.Χ. τμήμα τής Ανατ. Παμφυλίας υπήχθη στο γαλατικό βασίλειο. Όταν το τελευταίο έγινε ρωμαϊκή επαρχία (25 π.Χ.) η Παμφυλία αποχωρίσθηκε καί έγινε ιδιαίτερη επαρχία υπό “πρεσβευτήν καί αντιστράτηγον Σεβαστού”.
Τό 43 μ.Χ. ή Παμφυλία ενώθηκε σέ μία επαρχία με τή Λυκία καί γιά ένα μικρό διάστημα επί Γάλβα (68,69) μέ τή Γαλατία. Τό 136 ό Αδριανός τήν παραχώρησε στή Σύγκλητο, αναλαμβάνοντας τήν επαρχία Βιθυνίας-Πόντου. Τό 174 ξαναέγινε συγκλητική επαρχία υπό ανθύπατο, με όρια ασταθή.
Για τήν έδρα τού Κοινού τής Παμφυλίας ερίζουν ήδη από τήν ελληνιστική εποχή η Σίδη και η Πέργη. Ως πρωτεύουσα όμως καθιερώθηκε μετά τήν ίδρυσή της (150 π.Χ) η Αττάλεια. Από τις 70 περίπου πόλεις της, πού συνδέονταν μέ άρτιο οδικό δίκτυο ξεχώριζαν ή ”μητρόπολις” Πέργη, στήν οποία γιορτάζονταν τα Καισάρεια, πού υπήρξε και “νεωκόρος”, η Άσπενδος και η Σίδη, επίσης “νεωκόροι” η Αττάλεια πρόβαλλε τις ιδιαίτερες σχέσεις της μέ τήν Αθήνα ενώ Πέργη και Σίδη με τούς Δελφούς άπ’ όπου έπαιρναν άδεια γιά τήν τέλεση τών Πυθίων. Πέργη, Σίλλυο, και Άσπενδος πρόβαλλαν τούς περίφημους από τα Τρωικά κτίστες τους, ιδρύοντας ανδριάντες τού Κάλχαντα καί τού Μόψου. Συνήθεις είναι και εδώ οι μάχες για τούς τίτλους “λαμπρή”, “μεγίστη”, “ένδοξος” κ.λπ.
Σημαντικότερες γιορτές ήσαν τά Αυγούστεια, τα Καισάρεια, τα Τακίτεια, τα Ολύμπια, τα Πύθεια και τα Ισοπύθεια. Στην Ασπενδο διεξάγονταν κάθε 10 έτη οι Θέμιδες, στή Σίδη μυστικός ιερός αγών και στην Πέργη λατρευόταν ιδιαιτέρως ή Άρτεμις. 0 παλαιός σεληνιακός θεός Μην, πού ιδιαίτερα λάτρευαν οι δούλοι εισέδυσε από τή Φρυγία καί ναοί του οικοδομήθηκαν στο Σίλλυο και στη Σίδη. Η φορολογία, οι λεηλασίες και ή πειρατεία επέφεραν οικονομική καταστροφή στην Παμφυλία αλλά ή πάταξη τής πειρατείας καί ή ρωμαϊκή ειρήνη αναθέρμαναν τήν οικονομία και τήν ανοικοδόμηση. Σώζονται ως σήμερα κτίρια, Θέατρα, υδραγωγεία τής ρωμαιοκρατίας.
Νωρίτατα απλώθηκε στην Παμφυλία ό χριστιανισμός καί ό Απόστολος Παύλος τήν επισκέφθηκε το 45/46. 0ι πρώτες επισκοπές συστήθηκαν στην Πέργη, στή Μάγυδο, στήν Άσπενδο και στή Σελεύκεια.

Καππαδοκία

Ή άνατολικώτατη χώρα τής Μ. Ασίας, Ν. τού Πόντου καί Β. τής Κιλικίας, οριζόταν Δ. μέχρι τήν έρημο τής Λυκαονίας καί Α. μέχρι τόν άνω ρου τού Ευφράτη. Τό νότιο τμήμα της, Περί τόν Ταύρο, ονομαζόταν Καταονία. Χώρος σύνθεσης τού ελληνοϊρανικού πολιτισμού χειραφετήθηκε πολύ νωρίς από τούς Επιγόνους. Το α’ μισό τού 3ου αι. π.Χ. ό ευγενής Άριαράθης ίδρυσε αυτόχθον βασίλειο. Ο εξελληνισμός και οι καλές σχέσεις μέ τή Ρώμη υπήρξαν μόνιμη επιλογή τών διαδόχων του. Τό 36 π.Χ. ό ‘Αντώνιος έδωσε τό βασίλειο στον φίλο του Αρχέλαο και στη συνέχεια ό Αύγουστος τού παραχώρησε τμήματα τής Τραχείας Κιλικίας καί τής Μικράς Αρμενίας. Το 17 μ.Χ., επί Τιβερίου έγινε ρωμαϊκή Επαρχία, πλήρως εξελληνισμένη πια αφού ακόμη κι οι μικρές εβραϊκές κοινότητες ήσαν ελληνόφωνες. Η γεωγραφική της απομόνωση από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο αντισταθμιζόταν από τή στρατηγική της Θέση, στό ανατολικό σύνορο. Η οικονομία της βασιζόταν στην κτηνοτροφία, τήν ιπποτροφία και τον ορυκτό πλούτο. Οι δέκα στρατηγίες τού παλαιού Βασιλείου (Γαρσαυρίτις, Τυανίτις, Κιλικία, Καταονία, Μελιτίνη, Μοριμηνή, Χαμανηνή, Σαραουηνή, Λαουϊανσηνή, Σαργαραυσηνή) και ή εύφορη καί στρατηγική περιοχή τών Κυβίστρων πού τής προσέθεσε ό Πομπήϊος αποτέλεσαν τις ένδεκα αρχικές επαρχίες τής ρωμαϊκής Καππαδοκίας.
Η φυλετική πολιτική οργάνωση και ό συγκεντρωτισμός (‘’αρχιδιοικητής” και “στρατηγοί”) διατηρήθηκαν ενώ ή χώρα έγινε κέντρο στρατολόγησης δούλων. Ο αστικός βίος ήταν ανύπαρκτος με εξαίρεση κάποιες πόλεις, κυριώτερες των οποίων τα Κύβιστρα, τά Τύανα-Ευσέβεια προς Ταύρω και το Μάζακα-Ευσέβεια προς Αργαίω. Η τελευταία, γνωστή αργότερα ως Καισάρεια, είχε υιοθετήσει το νομοθετικό σύστημα τού Χαρώνδα και ήταν ή πρωτεύουσα τού Κοινού. Είχαν ελληνικούς θεσμούς (Βουλή, δήμο, πρυτάνεις) όπως καί άλλες - όπως μαρτυρούν νομίσματα καί επιγραφές: Αριαράθεια Σαργαραυσηνής, Μόριμα, Άνισα (ΒΑ. Μαζόκων). Εκπρόσωπος τής βασιλικής εξουσίας μαρτυρείται ό “επί τής πόλεως” καί ό ‘’αρχιδιοικητής’’. Νόμισμα τής Ανισας στην ελληνική από τον 3ο αί. π.Χ. αποδεικνύει ότι δεν ανήκε στο καππαδοκικό βασίλειο αλλά σε ντόπιο εξελληνισμένο δυνάστη. ισχυρά παρέμειναν τα πανάρχαια ιερά - ημιανεξάρτητα κράτη υπό αρχιερείς. Σημαντικότερο όλων τό ιερό τής εθνικής θεάς Μάς ή Εννυούς στα Κόμανα, με κοινότητα 6.000 ιεροδούλων επί Στράβωνος. 0 αρχιερέας ήταν και στρατηγός τής Καταονίας, δεύτερος κατά τιμήν στην Καππαδοκία μετά τον βασιλέα. Ακολουθούσε ό αρχιερέας τού Ασβαμαίου Διός, τού ιερού κοντά στα Τύανα με 3.000 ίεροδούλους και γαίες πού απέφεραν ετήσιο εισόδημα 15.000 ταλάντων κι ακόμη οι αρχιερείς τού Διός των Βηνάσων Μοριμηνής και τού Κατάονος Απόλλωνος.
0ι Ρωμαίοι ολοκλήρωσαν τον εξελληνισμό πού είχε προχωρήσει ήδη επί Αρχελάου. 0 Αρχέλαος (πατέρας τής Γλαφυράς πού παντρεύτηκε τον γιό τού Μεγάλου Ηρώδη Αλέξανδρο) μετονόμασε τήν πρωτεύουσά του προς τιμήν τού Καίσαρος σε Καισάρεια και επανίδρυσε τα Γαρσαύιρα ως Αρχελαίδα, Το ιερό των Κομάνων πολιτικοποιήθηκε και ονομάστηκε Ιεράπολη, με γυμνασίαρχο τον πρώην αρχιερέα τής Έννυούς πού εξελληνίστηκε σε Αθηνά Νικηφόρο.
Τά μέσα τού 1ου αι. μ.Χ. οργανώθηκε πολιτικά και η Ναζιανζός τής Γαρσαυρίτιδος ώς Διοκαισάρεια, επί Τραϊανού η Μελιτηνή, έδρα τής Ι2ης Λεγεώνος καί επί Μ. Αυρηλίου η Παρνασσός τής Μοριμηνής, Τον 4ο αί. αναφέρεται και η Νύσσα πού είχε ιδρυθεί άπ’ τον Αριαράθη Ε’ προς τιμήν τής συζύγου του. Επί Κλαυδίου η Αρχελαΐς έγινε ρωμαϊκή αποικία όπως και τα Τύανα επί Καρακάλλα. 0 Μ. Αυρήλιος εγκατέστησε στην Άρκα και τα Άλαλα (Φαυστινιανούπολη από τον θάνατο εκεί τής συζύγου του Φαυστίνας) παλαιμάχους. Επί Βεσπασιανού (69-79) στην Καππαδοκία εγκαταστάθηκαν δύο λεγεώνες.
Όπως σ’ όλα τα Κοινά, οι πόλεις τής Καππαδοκίας αγωνίζονταν για τίτλους και πρωτεία. Η “μητρόπολις” και “νεωκόρος’’ Καισάρεια ήταν έδρα τού Κοινού, τού Καππαδοκάρχη τής λατρείας καί τών αγώνων. Έκοβε νόμισμα, όπως καί τό Τύανα. Επί Διοκλητιανού η Ανατ. Καππαδοκία (Καταονία, Μελιτηνή, Τμήμα Σαργαραυσηνής) μέ τίς πόλεις Μελιτηνή, Αριαράθεια, ‘Αρκα και Κόμανα υπήχθη για ένα διάστημα στή Μικρά Αρμενία. Ό πολιτικός βίος, Οι σχέσεις με τούς Έλληνες τής Δύσεως, θεσμοί όπως το γυμνάσιο και το θέατρο μαρτυρούν έναν ακμαίο Ελληνισμό τής χώρας. 0 Διόδωρος μαρτυρεί για τήν προσπάθεια τού Αριαράθη Ε• (βασιλεύς με βαθειά ελληνική παιδεία) να καταστεί ή χώρα του “τοις πεπαιδευμένοις εμβιωτήριον”. Γιορτές, αγώνες και πρόσκληση τεχνιτών συντελούσαν σ’ αυτή τήν προσπάθεια. Τά Τύανα είχαν ήδη από τήν ελληνιστική εποχή γυμνασίαρχο και αγωνοθέτη, αγώνες προς τιμήν τού Ηρακλή και τού Ερμή. Τά ψηφίσματα συντάσσονται στήν ελληνική παρότι η καππαδοκική επιβίωσε ως τα πρωτοβυζαντινά χρόνια. Σημαντικές προσωπικότητες πού εμφανίζονται είναι ό γλύπτης Αριαραθεύς, ό Μαζακηνός ρήτορας Αρτεμίδωρος Ευβούλου, ό νεοπυθαγόρειος Απολλώνιος Τυανεύς, ό ”άριστος των παιδευτών” Σεραπίων και βεβαίως οι χριστιανοί Πατέρες Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης και Γρηγόριος Ναζιανζηνός.

Κιλικία

Η Κιλικία καλύπτει τήν ΝΑ. Μικρά Ασία. Ορίζεται από τον Άμανό στο ΝΑ, από τον Ταύρο στα Β. και στα Δ. ενώ προς Ν. βρέχεται από το Κιλίκιον πέλαγος. Προς Β. συνορεύει μέ τή Λυκαονία καί τήν Καππαδοκία καί προς Δ. μέ τήν Ισαυρία, τήν Πισιδία και τήν Παμφυλία. Υπάρχει διαφωνία για τα όρια με τήν τελευταία καθώς αυτά τίθενται στις εκβολές τού Μέλανος ή, πολύ ανατολικότερα, στο ακρωτήριο Ανεμούριο και τις εκβολές τού Λάμου. Χωρίζεται σε μια πλούσια προσχωσιγενή πεδιάδα πού διαρρέεται από τούς ποταμούς Σάρο, Πύραμο και Κύδνο στα ανατολικά (Πεδιάς Κιλικία) και σε μια άδενδρη περιοχή στα υψίπεδα τού Ταύρου, στα δυτικά (Τραχεία Κιλικία). Ενώ ή Πεδιάς ήταν πυκνοκατοικημένη, η Τραχεία σχηματίζεται από όρη, τού Ταύρου και τής Πισιδίας πού φθάνουν ως τις απότομες ακτές τις Κιλικίας, με μικρές χαράδρες. Το κλίμα, όμοιο με τού κεντρικού οροπεδίου στην Τραχεία (χιονοθύελλες και Θερμότατο καλοκαίρι), είναι μεσογειακό στην Πεδιάδα.
Στήν Τραχεία οι ελληνικοί οικισμοί αρχικά ήταν ελάχιστοι -Νάγιδος, Κελένδερις, Όλμοι, σε αντίθεση με τήν ελληνικότατη Πεδιάδα-Ταρσός, Σόλοι, Μαλλός, Μοψουεστία κ.λπ. Όλα τα αστικά κέντρα αυτής ανήγαν τήν ίδρυσή τους σε μυθικούς ή ηρωικούς οικιστές από τήν Ευρωπαϊκή Ελλάδα. Στο εσωτερικό ζούσαν βάρβαρα, κακότροπα φύλα όπως οι Κήτες, οι Λαλασσείς, οι Κεννάτες κ.ά. πού επί μηδικής αυτοκρατορίας ήταν αυτόνομοι υπό βασιλέα (Συέννεσι). Μήλον τής έριδος μεταξύ Σελευκιδών - Πτολεμαίων, ήκμασε επί Αντιόχου Δ’ (175-164) και πολλές από τις αρχαίες πόλεις άλλαξαν όνομα τόσο στην ελληνιστική όσο και στη ρωμαϊκή εποχή. Η πειρατεία και η αρμενική εισβολή επέφεραν κατάπτωση τής αστικής ζωής καθώς ό πληθυσμός 12 πόλεων μεταφέρθηκε από τον Τιγράνη στη νέα του πρωτεύουσα, τό Τιγρανόκερτα. Τό 67 π.Χ. η Κιλικία έγινε ρωμαϊκή επαρχία όταν ό Πομπήιος μετά αλλεπάλληλες επιχειρήσεις επέβαλε τον έλεγχο των θαλασσών και εκκαθάρισε τις εστίες των πειρατών στις ακτές της. Ο αρχηγός τους Ζηνικέρτης αυτοπυρπολήθηκε οικογενειακώς, πολλοί όμως εγκαταστάθηκαν ειρηνικά στις πόλεις. Πολλές έμειναν ελεύθερες σχηματίζοντας το Κοινό των Ελευθεροκιλίκων: Αιγαί, Ανάζαρβος, (Ανάβαρζος), Ιεράπολις, Κώρυκος, Μόψος, Ολβα, Σεβαστή, Σελεύκεια προς Καλυκάδνω και ή πρωτεύουσα Ταρσός. Η επαρχία αναδιοργανώθηκε, οι ελληνικές πόλεις ανήκμασαν και πειρατές εγκαταστάθηκαν στα Άδανα, τήν Επιφάνεια, τήν Μαλλό. Το 67 Π.Χ. είναι και ή αρχή νέου χρονολογίου. Το 65 π.Χ. αν ιδρύονται ως ελεύθερη πόλη οι Σόλοι, ως Πομπηιούπολις.
Στήν Πρώτη περίοδο ή Τραχεία Κιλικία και ή ενδοχώρα μένουν εκτός ρωμαϊκής κατοχής. 0 δυνάστης τής Ίεραπόλεως Ταρκονδίμοτος αναγνωρίζεται ως τοπάρχης, βασιλεύς καί σύμμαχος τής Ρώμης, Η εξουσία του επεκτείνεται από τή Β. Κιλικία (Ανάζαρβος, Αιγαιές, τμήμα Ισσικού Κόλπου) ως τον Άμανό. Επιπροσθέτως αποκτά αξιόλογο στόλο και υποτάσσει τμήμα τής ανατολικής ακτής τής Τραχείας Κιλικίας, μεταξύ Καλυκάδνου-Σόλων. Τό βασίλειό του κατελύθη όταν φονεύθηκε μαχόμενος στό Άκτιο, στο πλευρό τού Αντώνιου (31 π.Χ.). Ένδεκα χρόνια αργότερα ό γιος του Ταρκονδίμοτος Β’ Φιλοπάτωρ το επανασύστησε, χωρίς τα παράλια Πού δόθηκαν στόν Αρχέλαο τής Καππαδοκίας. Μετά άπ’ αυτόν το πελατικό κράτος τής Ίεραπόλεως παραχωρήθηκε από τον Καλλιγούλα στον Αντίοχο Δ’ τής Κομμαγηνής (38 μ.Χ.). Όταν ό Βεσπασιανός προσαρτά αυτό το βασίλειο και επανιδρύεται ή επαρχία Κιλικίας (72) πού είχε διαλύσει ό ‘Αντώνιος μετά τό θάνατο τού Καίσαρος (42 π.Χ.), τό κράτος τής Ίεραπόλεως γίνεται καί αυτό ρωμαϊκή επαρχία. Τμήμα τής Καππαδοκίας, ή Κιλικία παρέμεινε στον Αρχέλαο Β’ όταν ή Καππαδοκία προσαρτήθηκε καί κατόπιν πέρασε στον Αντίοχο Δ’ τής Κομμαγηνής. Τό έδαφος τής υπόλοιπης πεδιάδος Κιλικίας κατανέμετε μεταξύ των αυτοδιοικούμενων ελληνικών πόλεων πού νωρίς υπήχθησαν στη Ρώμη, Πρωτεύουσα τής επαρχίας και έδρα τής “διοικήσεως” (αγοράς δικών) ήταν ή πλούσια Ταρσός, στον πλεύσιμο κάτω ρου τού Κύδνου με λιμένα στο τέλματα των εκβολών του (“Ρήγμα”). Στην ενδοχώρα, ό Ταρκονδίμοτος Β’ όταν έχασε τις παράλιες κτήσεις του περιορίσθηκε, όπως αναφέραμε, στην Ιεράπολη Καστάβαλα, στην Ανάζαρβο και στις τρεις περιοχές τής ενδοχώρας Βρυκλίκη, Λακανάτιδα, Χαρακηνή πού είχαν πρωτόγονη φυλετική οργάνωση. Οι κτήσεις πού αφήρεσε το 47 π.Χ. ό Καίσαρ (Αιγαιές κ.ά.) δεν απεδόθησαν από τον Αύγουστο ενώ η Ανατ. Τραχειώτις (Κώρυκος, Ελαιούσα) προσαρτήθηκε στην Καππαδοκία. Η “αυτόνομος, ιερά και άσυλος” Ιεράπολις διοικείτο από ανώτατο αιρετό άρχοντα. Το 19 π.Χ. ό Ταρκονδίμοτος ανίδρυσε κατά τα ελληνιστικά πρότυπα τήν Ανάζαρβο ως Καισάρεια. Τον προηγούμενο χρόνο είχε ιδρυθεί στη Βρυκλίκη η ”Αυγούστα’’. Όταν πέθανε, το κράτος πέρασε στον Αντίοχο Δ’ πλην τής Αναζάρβου πού προσαρτήθηκε από τούς Ρωμαίους. Στη Λακανάτιδα ιδρύθηκε η Νερωνιάς (Ειρηνόπολις μετά τήν ενσωμάτωση στη Ρώμη επί Βεσπασιανού) και στη Χαρακηνή η Φλαβιούπολις (μετά τήν ενσωμάτωση).
Η Ανάζαρβος ακμάζει αυτή τήν εποχή χάρη στη στρατηγική της θέση, στη βάση ισχυρά οχυρωμένου βράχου πού δέσποζε τής πεδιάδας και των δύο εμπορικών οδών προς τήν Καππαδοκία και τή Συρία. Άνθισε ή βιοτεχνία υφασμάτων και λινών και σώζονται ως σήμερα ερείπια θεάτρου, αμφιθεάτρου, λουτρών, σταδίου και υδραγωγείου.
Η πρωτεύουσα Ταρσός είχε επίσης ανθούσα οικονομική ζωή, μέ κορυφαίες βιοτεχνίες αρωματοποιίας και υφαντουργίας. Ελεύθερη και απαλλαγμένη φόρων χάρη στήν εύνοια τού Αυγούστου. Επέρασε τα προβλήματα κακοδιοίκησης επί Βοήθου, προστατευόμενου τού Αντώνιου χάρη στην αποστολή από τον Αύγουστο τού Ταρσέως στωικού φιλόσοφου Αθηνόδωρου Σάνδωνος και τού επίσης Ταρσέως Νέστορος. Η πόλη ανασυγκροτήθηκε αλλά ή ταξική διαμάχη απειλούσε πάντοτε το ολιγαρχικό πολίτευμα. Η Ταρσός υπήρξε κέντρο φιλοσοφίας και πνευματικής άνθησης, έδρα “παντοδαπών σχολών των περί λόγους Τεχνών’’, και πατρίδα πλην των παραπάνω φιλοσόφων, τού στωικού Αθηνόδωρου Κορδυλίωνος, διευθυντή τής βιβλιοθήκης τής Περγάμου και τού τραγικού ποιητή Διονυσίδη. 0 Στράβων θα γράψει πώς η Ταρσός “υπερέβαλλεν” τήν Αθήνα και τήν Αλεξάνδρεια. Σ’ αυτή τήν απολύτως ελληνική, στην οργάνωση και τον βίο της, πόλη θα γεννηθεί ό Απόστολος των Εθνών Παύλος.
Η Ταρσός, πού ανήγε τήν καταγωγή της στούς Αργείους υπό τον Τριπτόλεμο ή τόν Περσέα ή στον Ηρακλή, ονομαζόταν “πρώτη, μεγίστη, καλλίστη μητρόπολις τών γ’ επαρχιών Κιλικίας, Ισαυρίας, Λυκαονίας”, είχε δε διάφορες δυναστικές επωνυμίες - Αλεξανδριανή, Αντωνιανή, Σεβηριανή, Αδριανή. Νεωκόρος δύο φορές (επί Αυγούστου και επί Κομμόδου) αμφισβητήθηκε ως προς τα πρωτεία από τή συνεχώς προοδεύουσα Ανάζαρβο. Η τελευταία ήταν ελεύθερη πόλη όπως και οι Αιγαιές και η Μοψουεστία. Τό προνόμιο αυτό όμως το απώλεσε η Πομπηιούπολις. Σόλοι, Άδανα, Μαλλός ανταγωνίζονταν επίσης με τήν Ταρσό ενώ η Ανάζαρβος στα τέλη τού 2ου αί. έγινε από τον Καρακάλλα “νεωκόρος” και “μητρόπολις”. Ή Μαλλός στη δυτικότερη Πεδιάδα Κιλικία, παρά τις εκβολές τού Πυράμου ήταν ίδρυμα Αργείων υπό το μάντη Αμφίλοχο τού οποίου ή λατρεία πιστοποιείται από νομίσματα. Στην πόλη εγκαταστάθηκε ρωμαϊκή αποικία εμπόρων. Η επίσης αρχαιοελληνική Μοψουεστία βρισκόταν στην τομή τής εμπορικής οδού με τον Πύραμο, όριο με τήν επικράτεια των Αιγαίων. Επί Αυρηλιανού χτίσθηκε στον Πύραμο μεγαλοπρεπής γέφυρα.
0ι Αιγαιές, ίδρυμα Αργείων επίσης, “πολίχνιον ύψορμον” (Στράβων), ήκμασαν τόν 1ο αί. μ.Χ. καί διέθεταν φιλοσοφική σχολή καί ναυπηγεία. Μαρτυρίες και αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν τή σφύζουσα ελληνική ζωή των πόλεων εκείνη τήν εποχή, τήν ελληνική οικονομική, πνευματική και πολιτική τους οργάνωση, με ανώτατους άρχοντες τούς “δημιουργούς”. Ή Ρώμη, διστακτική στην κατάκτηση απρόσιτων ορεινών περιοχών κατέλαβε τα εμπορικά κέντρα, στις στρατηγικές διαβάσεις και εκκαθάρισε τα παράλια από τούς πειρατές. Στην επόμενη φάση μπορούσε πια να ελέγξει και τις ορεινές περιοχές των μαχητικών κατοίκων, τήν Τραχεία Κιλικία.
Η Τραχεία Κιλικία τον 1ο αί. π.Χ. παραχωρήθηκε, πλην τής Όλβης και τής Σελεύκειας Καλυκάδνου, στην Κλεοπάτρα, κυρίως για τή πολύτιμη ξυλεία, απαραίτητη στη ναυπήγηση στόλου. 0 Αύγουστος θα παραχωρήσει αυτές τις κτήσεις στον Αμύντα τής Γαλατίας και κατόπιν στον Αρχέλαο τής Καππαδοκίας. Η δυτικότατη Τραχεία, ως τή Λαέρτη υπήχθη στην επαρχία Γαλατίας. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο ιερατικό κράτος τής ‘Ολβης. Κατά τήν παράδοση ιδρυτής τής πόλης ήταν ό Αίας ό Τεύκρου. 0 ιερέας τού ναού τού Διός ήταν και δυνάστης τής Τραχειώτιδος Κιλικίας, προέρχετο δε από τήν ιερατική οικογένεια των Τευκριδών. Έγινε όμως υποτελής στους πειρατές και στον αρχηγό τους Ζηνοφάνη. Η κόρη αυτού Άβα, βασίλισσα τής Αγχιάλης, παντρεύτηκε τον αρχιερέα και ό Αύγουστος θα επικυρώσει τήν εξουσία τους. Καθώς εξέλιπε ή δυναστεία των Τευκριδών το κράτος τής ‘Ολβης παραχωρήθηκε αρχικά από τον Κλαύδιο στον Πολέμωνα Β’ τού Πόντου (41 μ.Χ.) πού κληρονόμησε έτσι τον τίτλο τού “Τοπάρχου Κεννατών και Λαλασσέων”.
0 Πολέμων τήν κράτησε ακόμη κι όταν τό βασίλειό του ενσωματώθηκε στη Ρώμη (64) ως τήν οριστική ένταξή της στην ανιδρυθείσα από τον Βεσπασιανό επαρχία Κιλικίας. Ορισμένοι διακρίνουν τον βασιλέα τού Πόντου από τον Μάρκο Αντώνιο Πολέμωνα, δυνάστη τής ‘Ολβης, τών Κεννατών καί τών Λαλασσέων. Η ‘Ολβα, στην ανατολική ενδοχώρα τής Τραχείας, εμφανίζει υπό τον Πολέμωνα καθαρώς ελληνικούς θεσμούς, τούς οποίους υιοθετούν οι Κεννάτες κι οι Λαλασσείς. Αρχιερέας και βασιλιάς ό Πολέμων συγκροτεί Κοινό, κόβει νόμισμα και ιδρύει Δ. τής ‘Ολβης τήν Κλαυδιούπολη, κέντρο των Λαλασέων. Η αστικοποίηση ενισχύθηκε και με τήν ίδρυση τής Διοκαισάρειας, μετά τήν κατάλυση τού ιερατικού κράτους, τού μόνου πού οι υπήκοοί του ήσαν ελεύθεροι και όχι ιερόδουλοι. Νωρίτερα, τήν εποχή πού η Τραχεία ανήκε στην Κλεοπάτρα είχαν ιδρυθεί η Τιτούπολις και η Δομιτιούπολις, προς τιμήν των συντρόφων τού Αντωνίου Μάρκου Τίτου και Λεύκιου Δομίτιου Αηνόβαρβου. Η ελληνική Σελεύκεια Καλυκάδνου παραμένει πάντοτε ελεύθερη, με δικό της νόμισμα και τίτλους “Ιεράς, ασύλου και αυτονόμου” πόλεως.
Η υπόλοιπη παράλιος Τραχεία (Σελινίτιδα, Λαμώτιδα, Κελενδερίτιδα) και η μεσόγειος Κητίδα πέρασαν από τήν κυριαρχία τού Αρχέλαου στον Αντίοχο Δ’ τής Κομμαγηνής. 0 Αρχέλαος επανίδρυσε ως έδρα του στην Κιλικία τήν Ελαιούσα, τήν οποία μετονόμασε προς τιμήν τού προστάτη του Αυγούστα (Σεβαστή). Νομίσματα κόβουν αυτή τήν εποχή η Σελινούς, το Ανεμούριον, η Κελένδερις, η Ελαιούσα-Κώρυκος και οι Κήται.
0 ανυπότακτος πληθυσμός τής Τραχειώτιδος επαναστάτησε το 36 μ.Χ. γιά νά μη φορολογηθεί από τόν Αρχέλαο Β’ και το 52, τότε μάλιστα πολιόρκησε καί τό Ανεμούριο. Η υποταγή των Κητών υπήρξε μια σημαντική στιγμή για τήν επέκταση τού αστικού βίου στο εσωτερικό τής δυτικής Τραχείας. Στην Κητίδα ό Αντίοχος Δ’ ιδρύει τήν Ειρηνόπολη, τή Γερμανικόπολη και τή Φιλαδέλφεια. 0 εξελληνισμός είναι ταχύτατος και στην Τραχεία, με αρχή τα παράλιά της όπου ιδρύθηκαν η Ιωτάπη, στη Σεληνίτιδα και η Αντιόχεια στη Λαμώτιδα.
Περίφημη γιά τήν ξυλεία, τους κέδρους, τά αρωματικά φυτά και τις χρωστικές όπως ό κρόκος τής Κωρύκου, αλλά και για τα υφάσματά της, η Τραχεία Κιλικία επικοινωνούσε κυρίως μέσω τού λιμανιού τής Σελεύκειας προς Καλυκάδνω πού συνέδεε τις ανατολικές ακτές τής Τραχείας με τή Λυκαονία - Λάρανδα, Ικόνιο κλπ. Υπήρξε πατρίδα των περιπατητικών Ξενάρχου και Αθηναίου και πνευματικό κέντρο των πρωτοχριστιανικών αιώνων. Νομίσματα, επιγραφές, πολιτικοί Θεσμοί (βουλή, δήμος, πρυτάνεις, δημιουργοί, ειρηνάρχαι) και εκπαιδευτικοί Θεσμοί, αγώνες και γιορτές μαρτυρούν τό σφρίγος τού ελληνισμού τής Τραχείας. Πλήθος τά γυμνάσια: Κλαυδιούπολη, Ιωτάπη, Κέστρος, Αντιόχεια παράλιος, Λαέρτη, Ανεμούριο, Σύεδρα, Κορακήσιο, Λάμος. Στάδιο υπήρχε στη Σελεύκεια και Θέατρο στη Διοκαισάρεια. 0ί τιμητικοί τίτλοι και τα προνόμια γίνονται γνωστά καί από τα νομίσματα των πόλεων. Η Σελιούς ονομάσθηκε Τραϊανούπολις καθώς πέθανε σ’ αυτήν ό αυτοκράτορας Τραϊανός. Ναός προς τιμήν του κτίσθηκε στή γειτονική Ιωτάπη. Ως ελεύθερες πόλεις παραδίδονται η Σελεύκεια, η Κώρυκος και η Ελαιούσα - Σεβαστή, ενώ για τον τίτλο τής μητροπόλεως τών Κεννατών φιλονικούν Ολβα και Διοκαισάρεια. Τόσο αυτές όσο και η Γερμανικόπολις θα ονομασθούν τον 2ο αι. Αδριανή. Ως μητρόπολις των Κιητών αναφέρονται η ‘Ολβα και η Κοροπισσός, ως μητρόπολις τής Λαμώτιδος η Λάμος. Ή θρησκευτική ζωή τής Τραχείας χαρακτηρίζεται από τις τοπικές λατρείες, κυρίως τού Διός (Όλβα, Αντιόχεια, Λάμος, Κέστρος κ.ά.) πού ονομάζεται Μέγας, Λαμώτης, Μέγιστος, Ανδροκλής, Κεραύνιος, Επίσκοπος κ.ά. Η αυτοκρατορική λατρεία δεν είναι τόσο έντονη όπως στά άλλα Κοινά. Ή μοναδική ρωμαϊκή αποικία είναι η Νίνικα Κλαυδιούπολη πού ιδρύθηκε στη Δ. Τραχεία επί Αυγούστου ή επί Διομιτιανού.
0 ελληνικός βίος εισέδυσε τή ρωμαϊκή εποχή σε κάθε γωνιά τής Μ. Ασίας. Η αρχαιότατη πελασγική ομοφυλία σχημάτιζε πλέον ενιαίο έθνος από τον Ταύρο ως τα Ακροκεραύνεια.

Πηγή: ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ (αρχαία κ μεσαιωνική ιστορία), εκδ. Πελασγός, Κώστας Χατζηαντωνίου.



Υ.Γ. Ζητούμε συγνώμη για τα λάθη κατά την αντιγραφή, την οποία προσπαθήσαμε να την κάνουμε το δυνατόν πιστότερη.



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com