ΚΡΗΤΗ



Η επανάσταση στην Κρήτη στα 1770-1771.


Όπως στην Πελοπόννησο η επανάσταση άναψε από την Μάνη, έτσι και στην Κρήτη, όπως ήταν φυσικό, απ’ τα Σφακιά. Οι Σφακιανοί, όπως έχουμε ιδεί, είχαν υποταχθή στους Τούρκους στα 1650 και η περιοχή τους είχε δοθή ως τιμάριο στον Τούρκο αρχιστράτηγο Ντελή ή Γαζή Χουσεΐν, ό οποίος στα 1658 με ιεροδικαστική πράξη αφιερώνει την επαρχία Σφακίων στις ιερές πόλεις Μέκκα και Μεδίνα. Με την πράξη αυτή οι κάτοικοι ζουν κάπως ανεκτά και απολαμβάνουν ορισμένες ασυδοσίες και ελευθερίες. Μολαταύτα είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν, εκτός από τον κατ’ αποκοπήν κεφαλικό φόρο των 5.000 γρ., τον φόρο τής δεκάτης, 500 γρ. για την αξία τροφίμων του μουτεβελή (εφόρου του βακουφίου) και για τις δαπάνες του Ντελή Χουσεΐν για τα τζαμιά τής Κρήτης, άλλα 500 γρ. για την διατροφή του τοποτηρητή του μουτεβελή στην Κρήτη, στον οποίο έδιναν και ένα ποσό σιτηρών, άλλα τρόφιμα και 200 πρόβατα. Εκτός απ’ αυτά, επλήρωναν τα νόμιμα γραφικά δικαιώματα και κάποια αμοιβή στους Τούρκους εισπράκτορες των φόρων.
Η κατάσταση αυτή εξακολούθησε ως τα 1690, οπότε όλοι οι ραγιάδες υποχρεώθηκαν να πληρώνουν και τον κεφαλικό φόρο βάσει δελτίων. Το γεγονός αυτό έδωσε ευκαιρίες στους Τούρκους υπαλλήλους να προβαίνουν σε ποικίλες καταπιέσεις και αυθαιρεσίες. Η αλλαγή αυτή είχε δυσάρεστες επιπτώσεις στις φορολογικές υποχρεώσεις των Σφακιανών. Γι’ αυτό παραπονούνταν με πρεσβείες τους στην Κωνσταντινούπολη. Τελικά στα 1760 η μουτεβελίνα (γυναίκα του μουτεβελή) Φατμά Χατούν μεσολάβησε στους σουλτάνους, ώστε με αλλεπάλληλα φερμάνια και χάτια (= διαταγές) να τούς ανακουφίσουν και να τούς δώσουν ορισμένες ελευθερίες.
Από τότε, δηλαδή μετά το 1760, παρουσιάζονται στοιχεία, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε την γνώμη ότι στα Σφακιά υπήρχε κάποια κοινοτική οργάνωση, όχι μόνο τοπική, αλλά και επαρχιακή. Έτσι στα 1765 αναφέρεται ως κετχουντάς (αντιπρόσωπος ή πρόεδρος) του Καστελλίου Σφακιών ό Δασκαλογιάννης, γραμματικός του Καστελλίου στα 1750, στον οποίο διάφοροι κάτοικοι τής επαρχίας ανέθεταν την είσπραξη και συγκέντρωση του κεφαλικού φόρου, πού ανέβαινε σε 2.310 γρόσια, τής εισφοράς του Ιερού Δώρου (5.000 γρ.) και τής δεκάτης (1.000 γρ.). Με την ίδια ιδιότητα παρουσιάζεται δυό χρόνια αργότερα εμπρός στο ιεροδικαστικό συμβούλιο ό Σγουρομάλλης Νικολός, αδελφός του Δασκαλογιάννη. Οι δύο αυτοί άνδρες, οι οποίοι είχαν αντιπροσωπεύσει την επαρχία Σφακιών στις φορολογικές υποθέσεις της, είναι εκείνοι πού πρωτοστατούν στην εξέγερση των συμπατριωτών τους εναντίον των Τούρκων, ιδίως ό Δασκαλογιάννης «απούτονε ξεχωριστός, σε πλούτη κι’ αξιωσύνη», όπως λέγει στα 1786 το τραγούδι του μπάρμπα Παντζελιού, του αγράμματου τυροκόμου από το Μουρί των Σφακιών.
Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν ως εξής: Όταν ό ρωσικός στόλος κατέπλευσε στην Μάνη, μερικές εκατοντάδες Σφακιανών ήλθαν εκεί να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, ενώ άλλοι έρχονται σε συνεννοήσεις με τούς Ρώσους, παραλαμβάνουν πολεμοφόδια, κατόπιν κατά τις γιορτές του Πάσχα (Απρίλιος 1770) συγκεντρώνονται όλοι—κι’ αυτοί πού έμεναν στα κάστρα και στα χωριά — στην επαρχία τους, αποθηκεύουν τρόφιμα και πολεμοφόδια και οχυρώνουν ορισμένα επίκαιρα σημεία στα φαράγγια τους. Κατόπιν αρνούνται να πληρώσουν τον κεφαλικό φόρο του περασμένου χρόνου και διώχνουν τον εισπράκτορα πού ήλθε να εισπράξη τον τρέχοντα φόρο. Ύστερ’ απ’ αυτά φαίνεται πώς ξαπλώθηκαν στα γύρω χωριά και άρχισαν να επιτίθενται εναντίον των Τούρκων και να λεηλατούν τις περιουσίες τους. Επειδή η κατάσταση αυτή προκάλεσε ερεθισμό των πνευμάτων και στους άλλους Κρητικούς, ό σουλτάνος διατάσσει να ετοιμασθή εκστρατευτικό σώμα και να βαδίση εναντίον τους.
Πραγματικά τα τουρκικά στρατεύματα—15.000 άνδρες—με επικεφαλής τον αντιπρόσωπο του Χουσεΐν πασά, διοικητή του Χάνδακα, συγκεντρώνονται τον Μάιο έξω από τα Σφακιά, πιθανόν στις Καλύβες. Ανάμεσα σ’ αυτούς πολλοί ήταν άτακτοι, όπως συνήθως, πού είχαν προσέλθει με την ελπίδα τής λεηλασίας.
Πριν αρχίσουν τις εχθροπραξίες εναντίον των ανταρτών, αποστέλλουν σ’ αυτούς δύο κληρικούς (ένας από αυτούς ήταν ό ηγούμενος τής μονής Πρέβελη) με σκοπό να διερευνήσουν τις προθέσεις τους και να τούς συμβουλεύσουν να μη προχωρήσουν στα σχέδιά τους. Ο αρχηγός όμως των επαναστατών τούς απάντησε περήφανα ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσουν και ότι είναι έτοιμοι για την μάχη. Αμέσως οι Τούρκοι επετέθηκαν χρησιμοποιώντας και κανόνια, κυρίευσαν ορισμένα υψώματα και όρη της επαρχίας, διασκόρπισαν ύστερ’ από μεγάλες απώλειες τούς αντάρτες και άρχισαν να σφάζουν τούς αιχμαλώτους. Τότε, φαίνεται, έπιασαν και τον Πρωτόπαπα από την Ανώπολη (θείο του Δασκαλογιάννη), ό οποίος και τούς έδωσε ορισμένες πληροφορίες σχετικώς με τις συνεννοήσεις του αρχηγού τους με τούς Ρώσους.
Πολλοί τότε επαναστάτες, 2.000 περίπου, αφού έσπευσαν ν’ ασφαλίσουν τα γυναικόπαιδά τους στα Κύθηρα, αποσύρθηκαν στις κορυφές των βουνών και απ’ εκεί με τον κλεφτοπόλεμο εξακολούθησαν να διαμφισβητούν σκληρά το έδαφος σε κάθε βράχο, σε κάθε φαράγγι, σε κάθε στενό. Έτσι πέρασε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, χωρίς να καμφθή η αντίστασή τους. Είναι όμως αλήθεια ότι οι Τούρκοι προσπάθησαν με κάθε τρόπο να σπάσουν το ηθικό τους: τούς έκαψαν όλα σχεδόν τα χωριά, τούς επήραν τα κοπάδια, τα άλογα και άλλα μεταγωγικά ζώα, τούς ελεηλάτησαν τα πράγματά τους και τα φόρτωσαν στους 3-4.000 σκλάβους• γενικά δεν τούς άφησαν πόρους ζωής. Μάλιστα στις διάφορες συγκρούσεις έβαζαν εμπρός μερικούς από τούς αιχμαλώτους των.
Στις αρχές του χειμώνα 1770-1771 η κατάσταση έγινε δύσκολη για τούς Τούρκους και για τούς επαναστάτες. Νομίζω ότι ίσως κατά το τέλος του, αρχές Μαρτίου 1771, οι επαναστάτες έκλιναν προς την υποταγή με την προϋπόθεση ότι θ’ αμνηστεύονταν. Οι Τούρκοι δέχονται τις προτάσεις τους, αλλά με τούς εξής βαρείς όρους: να πληρώσουν τον κεφαλικό φόρο «κατά κεφαλήν», επί τη βάσει φορολογικών δελτίων τρίτης τάξεως, να παραδοθούν οι αιχμάλωτοι μουσουλμάνοι, ν’ αποσταλούν στον πασά του Χάνδακα για να τιμωρηθούν οι «δράσαντες εναντίον των όρων τής υποτελείας λησταί εξ αυτών», να μη χορηγούν τρόφιμα στα πολεμικά σκάφη πού περιπλέουν το νησί, να ντύνωνται με την καθορισμένη για τούς χριστιανούς ραγιάδες φορεσιά, να μη χτίζουν νέες εκκλησίες, ψηλές οικοδομές, δηλαδή πύργους, να μη κτυπούν τις καμπάνες και να μη ασκούν την λατρεία τους με επιδεικτικές θρησκευτικές τελετές. Το πιο σπουδαίο όμως είναι ότι αναιρούσαν την δικαστική εξουσία από τούς κοινοτικούς άρχοντες, ουσιαστικά δηλαδή κατέλυαν την κοινοτική τους αυτονομία.
Τότε ίσως ό Δασκαλογιάννης, για να ελαφρύνη την θέση των συμπατριωτών του, οι οποίοι ασφαλώς θα βαρυγκομούσαν από την κακή τροπή των πραγμάτων και από τα αβάσταχτα δεινά τους, προσφέρθηκε να κατεβή ό ίδιος μαζί με άλλους οπαδούς του και να παραδοθή. Ο πασάς τούς συνέλαβε, τούς αφόπλισε και τούς έριξε δεμένους χειροπόδαρα στις φυλακές. Κατόπιν έγδαρε τον Δασκαλογιάννη και θανάτωσε πολλούς από τούς συντρόφους του. Οι υπόλοιποι, ύστερ’ από τρία χρόνια, κατόρθωσαν να δραπετεύσουν και να σωθούν οι περισσότεροι, ύστερ’ από μαρτυρική πορεία, στις πατρίδες τους. Και ό επίλογος, σύμφωνα με τον ποιητή:

Και πέρασέν των η χαρά πώς εξεσκλαβωθήκα,
γιατί άλλα πάλι βάσανα κι άλλοι καϋμοί τσοί βρήκα.
Αγνώριστα ‘βραν τα Σφακιά, τσοί γειτονιές ξεχνούσι,
κι όνειρο των εφαίνετο εκεί πού τσοί θωρούσι.
Κιανένα σπίτι που και που ανατροχαλιασμένο
και σα μιτατοκάθισμα χτισμένο, σκεπασμένο.
Πείνα και φτώχεια κι ερημιά, κλάϋματα, μοιρολόγια,
ακούγουσιν εις τσοί γιαλές και βλέπουν εις τ’ αόρια.

Έτσι η επαναστατική φλόγα έκαιε τώρα μόνο στο Αρχιπέλαγος, όπου κυριαρχούσε ό ρωσικός στόλος.
Η ανταρσία των Κρητικών όχι μόνο δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα, αλλά επιβάρυνε και την θέση τους: οι τρεις πασάδες του Ηρακλείου, Ρεθύμνου και Χανιών, πού ήταν σχεδόν ανεξάρτητοι απέναντι τής Πύλης, εξακολούθησαν να καταπιέζουν αφάνταστα τούς κατοίκους, χωρίς να σκέπτωνται τίποτε άλλο παρά πώς θα τούς απομυζήσουν. Σ’ αυτό ευθύνονται και οι ίδιοι οι Έλληνες, γιατί ό φθόνος και οι έριδες τούς εχώριζαν και έστρεφαν τα όπλα των μεν εναντίον των δε η τούς έκαναν ν’ αλληλοκατηγορούνται εμπρός στον πασά κι’ αυτός εφρόντιζε να εκμεταλλευθή και τα δύο μέρη. Και τα παθήματα δεν γίνονταν μαθήματα. Μέσα σε μιά τέτοια ατμόσφαιρα δεν ήταν καθόλου παράξενο ότι ό πληθυσμός των Ελλήνων λιγόστευε συνεχώς. Έτσι το Ηράκλειο, πού άλλοτε ήταν πολυάνθρωπο, μιά δεύτερη Βενετία, τώρα είχε σχεδόν ερημωθή.


Πηγή: Ο αξεπέραστος Απόστολος Βακαλόπουλος, στην Ιστορία του Νέο Ελληνισμού –Δ’ τόμος, Θεσσαλονίκη 1973.






 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com