ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ




Η Ρωμαϊκή Καππαδοκία

Ή άνατολικώτατη χώρα τής Μ. Ασίας, Ν. τού Πόντου και Β. τής Κιλικίας, οριζόταν Δ. μέχρι τήν έρημο τής Λυκαονίας και Α. μέχρι τον άνω ρου τού Ευφράτη. Το νότιο τμήμα της, Περί τον Ταύρο, ονομαζόταν Καταονία. Χώρος σύνθεσης τού ελληνοϊρανικού πολιτισμού χειραφετήθηκε πολύ νωρίς από τούς Επιγόνους. Το α’ μισό τού 3ου αι. π.Χ. ό ευγενής Άριαράθης ίδρυσε αυτόχθον βασίλειο. Ο εξελληνισμός και οι καλές σχέσεις με τή Ρώμη υπήρξαν μόνιμη επιλογή των διαδόχων του. Το 36 π.Χ. ό ‘Αντώνιος έδωσε το βασίλειο στον φίλο του Αρχέλαο και στη συνέχεια ό Αύγουστος τού παραχώρησε τμήματα τής Τραχείας Κιλικίας και τής Μικράς Αρμενίας. Το 17 μ.Χ., επί Τιβερίου έγινε ρωμαϊκή Επαρχία, πλήρως εξελληνισμένη πια αφού ακόμη κι οι μικρές εβραϊκές κοινότητες ήσαν ελληνόφωνες. Η γεωγραφική της απομόνωση από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο αντισταθμιζόταν από τή στρατηγική της Θέση, στο ανατολικό σύνορο. Η οικονομία της βασιζόταν στην κτηνοτροφία, τήν ιπποτροφία και τον ορυκτό πλούτο. Οι δέκα στρατηγίες τού παλαιού Βασιλείου (Γαρσαυρίτις, Τυανίτις, Κιλικία, Καταονία, Μελιτίνη, Μοριμηνή, Χαμανηνή, Σαραουηνή, Λαουϊανσηνή, Σαργαραυσηνή) και ή εύφορη και στρατηγική περιοχή των Κυβίστρων πού τής προσέθεσε ό Πομπήϊος αποτέλεσαν τις ένδεκα αρχικές επαρχίες τής ρωμαϊκής Καππαδοκίας.
Η φυλετική πολιτική οργάνωση και ό συγκεντρωτισμός (‘’αρχιδιοικητής” και “στρατηγοί”) διατηρήθηκαν ενώ ή χώρα έγινε κέντρο στρατολόγησης δούλων. Ο αστικός βίος ήταν ανύπαρκτος με εξαίρεση κάποιες πόλεις, κυριώτερες των οποίων τα Κύβιστρα, τα Τύανα-Ευσέβεια προς Ταύρω και το Μάζακα-Ευσέβεια προς Αργαίω. Η τελευταία, γνωστή αργότερα ως Καισάρεια, είχε υιοθετήσει το νομοθετικό σύστημα τού Χαρώνδα και ήταν ή πρωτεύουσα τού Κοινού. Είχαν ελληνικούς θεσμούς (Βουλή, δήμο, πρυτάνεις) όπως και άλλες - όπως μαρτυρούν νομίσματα και επιγραφές: Αριαράθεια Σαργαραυσηνής, Μόριμα, Άνισα (ΒΑ. Μαζόκων). Εκπρόσωπος τής βασιλικής εξουσίας μαρτυρείται ό “επί τής πόλεως” και ό ‘’αρχιδιοικητής’’. Νόμισμα τής Ανισας στην ελληνική από τον 3ο αί. π.Χ. αποδεικνύει ότι δεν ανήκε στο καππαδοκικό βασίλειο αλλά σε ντόπιο εξελληνισμένο δυνάστη. ισχυρά παρέμειναν τα πανάρχαια ιερά - ημιανεξάρτητα κράτη υπό αρχιερείς. Σημαντικότερο όλων το ιερό τής εθνικής θεάς Μάς ή Εννυούς στα Κόμανα, με κοινότητα 6.000 ιεροδούλων επί Στράβωνος. 0 αρχιερέας ήταν και στρατηγός τής Καταονίας, δεύτερος κατά τιμήν στην Καππαδοκία μετά τον βασιλέα. Ακολουθούσε ό αρχιερέας τού Ασβαμαίου Διός, τού ιερού κοντά στα Τύανα με 3.000 ίεροδούλους και γαίες πού απέφεραν ετήσιο εισόδημα 15.000 ταλάντων κι ακόμη οι αρχιερείς τού Διός των Βηνάσων Μοριμηνής και τού Κατάονος Απόλλωνος.
0ι Ρωμαίοι ολοκλήρωσαν τον εξελληνισμό πού είχε προχωρήσει ήδη επί Αρχελάου. 0 Αρχέλαος (πατέρας τής Γλαφυράς πού παντρεύτηκε τον γιό τού Μεγάλου Ηρώδη Αλέξανδρο) μετονόμασε τήν πρωτεύουσά του προς τιμήν τού Καίσαρος σε Καισάρεια και επανίδρυσε τα Γαρσαύιρα ως Αρχελαίδα, Το ιερό των Κομάνων πολιτικοποιήθηκε και ονομάστηκε Ιεράπολη, με γυμνασίαρχο τον πρώην αρχιερέα τής Έννυούς πού εξελληνίστηκε σε Αθηνά Νικηφόρο.
Τα μέσα τού 1ου αι. μ.Χ. οργανώθηκε πολιτικά και η Ναζιανζός τής Γαρσαυρίτιδος ως Διοκαισάρεια, επί Τραϊανού η Μελιτηνή, έδρα τής Ι2ης Λεγεώνος και επί Μ. Αυρηλίου η Παρνασσός τής Μοριμηνής, Τον 4ο αί. αναφέρεται και η Νύσσα πού είχε ιδρυθεί άπ’ τον Αριαράθη Ε’ προς τιμήν τής συζύγου του. Επί Κλαυδίου η Αρχελαΐς έγινε ρωμαϊκή αποικία όπως και τα Τύανα επί Καρακάλλα. 0 Μ. Αυρήλιος εγκατέστησε στην Άρκα και τα Άλαλα (Φαυστινιανούπολη από τον θάνατο εκεί τής συζύγου του Φαυστίνας) παλαιμάχους. Επί Βεσπασιανού (69-79) στην Καππαδοκία εγκαταστάθηκαν δύο λεγεώνες.
Όπως σ’ όλα τα Κοινά, οι πόλεις τής Καππαδοκίας αγωνίζονταν για τίτλους και πρωτεία. Η “μητρόπολις” και “νεωκόρος’’ Καισάρεια ήταν έδρα τού Κοινού, τού Καππαδοκάρχη τής λατρείας και των αγώνων. Έκοβε νόμισμα, όπως και το Τύανα. Επί Διοκλητιανού η Ανατ. Καππαδοκία (Καταονία, Μελιτηνή, Τμήμα Σαργαραυσηνής) με τις πόλεις Μελιτηνή, Αριαράθεια, ‘Αρκα και Κόμανα υπήχθη για ένα διάστημα στη Μικρά Αρμενία. Ό πολιτικός βίος, Οι σχέσεις με τούς Έλληνες τής Δύσεως, θεσμοί όπως το γυμνάσιο και το θέατρο μαρτυρούν έναν ακμαίο Ελληνισμό τής χώρας. 0 Διόδωρος μαρτυρεί για τήν προσπάθεια τού Αριαράθη Ε• (βασιλεύς με βαθειά ελληνική παιδεία) να καταστεί ή χώρα του “τοις πεπαιδευμένοις εμβιωτήριον”. Γιορτές, αγώνες και πρόσκληση τεχνιτών συντελούσαν σ’ αυτή τήν προσπάθεια. Τα Τύανα είχαν ήδη από τήν ελληνιστική εποχή γυμνασίαρχο και αγωνοθέτη, αγώνες προς τιμήν τού Ηρακλή και τού Ερμή. Τα ψηφίσματα συντάσσονται στην ελληνική παρότι η καππαδοκική επιβίωσε ως τα πρωτοβυζαντινά χρόνια. Σημαντικές προσωπικότητες πού εμφανίζονται είναι ό γλύπτης Αριαραθεύς, ό Μαζακηνός ρήτορας Αρτεμίδωρος Ευβούλου, ό νεοπυθαγόρειος Απολλώνιος Τυανεύς, ό ”άριστος των παιδευτών” Σεραπίων και βεβαίως οι χριστιανοί Πατέρες Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης και Γρηγόριος Ναζιανζηνός.


 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com