ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ


Καππαδοκία

Μιά μια χαμένη ελληνική περιοχή ανάμεσα σε πέτρινους κώνους

«Το φεγγαρόφωτο δίνει στους κώνους και στο βαρειά παραπετάσματα των βράχων απαλούς τόννους τού γκρι, τού ροζ και τού χρυσού. Ο ουρανός έχει ένα θαυμάσιο μπλε χρώμα. Λίγο πιο μακριά, το λείψανα ενός μικροί θόλου προστατεύουν ακόμη με τρυφεράδα, όπως θα έκανε ή φούχτα τού χεριού, την ξεθωριασμένη τοιχογραφία ενός Αϊ - Γιώργη καβαλλάρη. Διασκορπισμένες όπου βρίσκεται λίγη γη, αυτή ή άσπρη γη τής Καππαδοκίας, απιδιές, κολοκυθιές, βερυκοκκιές, κληματαριές».
Με τις λίγες αυτές, απλές αλλά τόσο υποβλητικές, γραμμές, ό μεγάλος Νεοέλληνας ποιητής Γ. Σεφέρης έδωσε μιά χαρακτηριστική εικόνα τής περιοχής πού ονομάσθηκε Καππαδοκία. Παλαιότερα, ή ονομασία αυτή είχε δοθή στο τμήμα τής Μικράς Ασίας πού περιλαμβανόταν ανάμεσα στους ποταμούς Άλυ και Ευφράτη και περιοριζόταν από την Κιλικία προς Νότον. Προς Βορράν κατέληγε στον Εύξεινο Πόντο. Στο κεντρικό και νότιο τμήμα της, ή Μεγάλη Καππαδοκία είναι ένα κεκλιμένο οροπέδιο, άδενδρο σχεδόν στο νοτιοδυτικό τμήμα του, με ηφαιστειογενή εδάφη στην κεντρική περιοχή του και με δενδρόφυτες διακλαδώσεις τού Ταύρου και τού Αντίταυρου στα δυτικά. Το σκληρό χειμερινό κλίμα περιορίζει την παραγωγή σε ανθεκτικά δημητριακά και φρούτα. Η κτηνοτροφία ήταν πάντα σημαντική και, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, οι Πέρσες βασιλείς εισέπρατταν φόρο 1.500 άλογα, 2.000 μουλάρια και 50.000 πρόβατα, ενώ οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες διατηρούσαν στην Καππαδοκία στάβλους για άλογα ιπποδρομιών. Αναφέρονται, τέλος, ορυχεία αλατιού, σινωπικής γης, αργύρου και πυριτόλιθου.
Αν και το έδαφος δεν είναι και τόσο φιλόξενο, όλη ή Καππαδοκία έχει ενδιαφέρον από πολλές πλευρές. Γεωλογικές ιδιορρυθμίες, ιστορία, καλλιτεχνικά επιτεύγματα, πνευματική άνθησις, θρησκευτική ζωή, μοναχισμός, κάνουν την γωνιά αυτή τού κόσμου να προσελκύη μελετητάς και θαυμαστάς με διαφορετικές αναζητήσεις.
Στην καρδιά τού οροπεδίου τής Ανατολίας, στο Goreme, το σβησμένο πια ηφαίστειο Erciyas Dagi (ελλ. Αργαίος) δημιούργησε πριν από πολλούς αιώνες τις προϋποθέσεις για τον σχηματισμό των τόσο χαρακτηριστικών για την Καππαδοκία κώνων, πού δημιουργήθηκαν με την πάροδο τού χρόνου και τις καιρικές συνθήκες. Όταν πάγωσε ή λάβα και ή στάχτη του ηφαιστείου, πού κάλυψε τις γύρω περιοχές, ράγισε σε διάφορα σημεία, οι άνεμοι και οι βροχές μεγάλωσαν τα χάσματα και δημιούργησαν αυτές τις πέτρινες κωνικές -πυραμίδες.
Οι πρώτοι Χριστιανοί, την εποχή πού άρχισε να στεριώνη στην Καππαδοκία ό μοναχισμός και, αργότερα, στα βυζαντινά χρόνια, έσκαψαν μέσα στους κώνους αυτούς, πού έχουν χίλια δυό σχήματα (πύργοι, μιναρέδες, βελόνες κ.λπ.) και διάφορα ύψη (σε ορισμένα σημεία ξεπερνούν τα 100 μ.), ναούς και κατοικίες, βρίσκοντας πιο εύκολο το λάξευμα τής πέτρας από το κτίσιμο σπιτιών σε μιά περιοχή πού το ξύλο σπανίζει. Μερικοί από τούς κώνους έχουν λαξευμένα ως και 10 πατώματα, τα οποία γίνονται προσιτά με ένα άνοιγμα σαν καμινάδα, πλάτους ελάχιστα πιο μεγάλου από το ανθρώπινο σώμα. Οι ερημίτες σκαρφάλωναν και κατέβαιναν πατώντας σε μικρές κόγχες, ανοιγμένες στα τοιχώματα.
Όταν, γύρω στα μέσα τού 18ου αιώνος, ό Γάλλος αρχαιολόγος Πώλ Λυκάς έκανε λόγο για τις φυσικές πυραμίδες τού Goreme, κανείς δεν τον πίστεψε. Νέες όμως αποστολές στην περιοχή απέδειξαν ότι ό ερευνητής εκείνος είχε πή πολύ λίγα. Γιατί οι κώνοι αυτοί ήσαν αρκετές χιλιάδες και, εκτός από το σχήμα, έχουν και εκπληκτική ποικιλία χρωμάτων, πού ξεκινά από το κάτασπρο και, περνώντας από το κίτρινο, το πράσινο, το γκρι, το σκούρο μπλε, φθάνει κάποτε να έχη ακόμη και κόκκινο χρώμα.
Αμέτρητοι περιηγηταί μίλησαν με θαυμασμό, με κατάπληξι για τον τόπο. Ένας από αυτούς, ό Σάρλ Τεξιέ, έγραφε ανάμεσα σε άλλα: «Ποτέ ή φύσις δεν παρουσιάσθηκε στα μάτια ενός ταξιδιώτη κάτω από ένα θέαμα τόσο παράδοξο. Βλέποντας τούς κώνους στο φως τού φεγγαριού, έχει κανείς την εντύπωσι πώς βλέπει χιλιάδες “βέλη” εκκλησιών, πού υψώνονται προς τον ουρανό, ή μακρυές φάλαγγες καλογήρων, πού βαδίζουν σε λιτανεία μέσα σε ένα κόσμο φανταστικό».
Σύμφωνα με αρχαίες πληροφορίες, ή Καππαδοκία περιελάβανε αρχικά όλη την περιοχή τού Ταύρου ως τον Εύξεινο Πόντο και χωριζόταν από την Παφλαγονία με τον Άλυ ποταμό. Όπως αναφέρει ό Ηρόδοτος (Κλειώ, 72), οι Έλληνες ονόμαζαν τούς κατοίκους τής Καππαδοκίας Συρίους. Οι Σύριοι αυτοί ήσαν αρχικά υποτελείς των Μήδων, κατόπιν όμως υπετάχθησαν στους Πέρσες. Ο Κροίσος, θέλοντας να αποκτήση μιά καινούργια επαρχία για το βασίλειό του και αποβλέποντας στην διάλυσι τού περσικού κράτους, επετέθη στην Καππαδοκία. Αρχικά είχε μερικές επιτυχίες. Διάβηκε τον Άλυ ποταμό, κυρίευσε ορισμένα οχυρά σημεία, τον χειμώνα όμως απέσυρε τις δυνάμεις του. Την άνοιξι τού 547 π.Χ., ό Κύρος επεβλήθη στον Κροίσο.
Στην περίοδο πριν από τον Ξενοφώντα (430 - 362 π.Χ.), ή Καππαδοκία χωριζόταν σε δυο σατραπείες, την Μεγάλη Καππαδοκία ή απλώς Καππαδοκία, και την Καππαδοκία κατά Πόντον ή απλώς Πόντο. Η πρώτη κατελάμβανε το κεντρικό και νότιο τμήμα, ενώ ή δεύτερη το βόρειο. Στα χρόνια τού Δαρείου περιλαμβανόταν στην τρίτη περσική σατραπεία, είχε όμως δικό της βασιλέα — υποτελή στον Πέρση ηγεμόνα. Αργότερα κατακτήθηκε από τον σατράπη Δαδάμη, για να απελευθερωθή στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου από τον Αριαράθη, ό οποίος αναγνώρισε τον Μακεδόνα βασιλέα ως κυρίαρχο.
Όταν, μετά τον θάνατο τού Αλεξάνδρου, το κράτος μοιράσθηκε από τον Περδίκα σε σατραπείες, ή Καππαδοκία και ή Παφλαγονία δόθηκαν στον υποστηρικτή τής πολιτικής του, τον Ευμένη. Το 320 π.Χ., όμως, σε μεγάλη μάχη πού διεξήχθη στην Καππαδοκία, ό Ευμένης νικήθηκε και ή χώρα πέρασε στην κυριαρχία τού Αντίγονου τού Μονόφθαλμου, σατράπη τής Φρυγίας, Παμφυλίας και Λυκίας. Λίγα χρόνια αργότερα, στα μέσα τού χειμώνα τού 316 π.Χ., ό Ευμένης έπαθε πανωλεθρία, αιχμαλωτίσθηκε και εκτελέστηκε. Η χώρα περιήλθε στον Αντίγονο, το 301 π.Χ., όμως, υπήχθη στο κράτος των Σελευκιδών, χωρίς πάντως οι τελευταίοι να κατορθώσουν να την ενσωματώσουν στο βασίλειό τους (όπως συνέβη και με την Παφλαγονία και τις ελληνικές πόλεις από την Καρχηδόνα ως την Σινώπη). Από την εποχή αυτή αρχίζει να δέχεται την επιρροή τού ελληνικού στοιχείου και αργότερα, ήδη από τα μέσα τού 2ου αιώνος π.Χ., παρουσιάζει αξιόλογη πρόοδο τού ελληνιστικού πολιτισμού. Ο βασιλεύς της Αριαράθης Ε’, ό λεγόμενος «Ευσεβής Φιλοπάτωρ» (163 - 130 π.Χ.), διατηρούσε στενές σχέσεις με την Αθήνα και την Δήλο και είχε αποβή ό κατ’ εξοχήν παράγων τής προόδου τού ελληνικού πολιτισμού στην Καππαδοκία. Στην πρωτεύουσα Μάζακα - Ευσέβεια, ή οποία αντικατέστησε την παλαιά Αριαράθεια, ίσχυαν, καθώς αναφέρει ό Στράβων (2, 539) οι νόμοι τού Χαρώνδα. Επίσης, οι εμπορικές συναλλαγές γίνονταν στην ελληνική κοινή γλώσσα. Στα χρόνια τού βασιλέως τού Πόντου Μιθριδάτη Δ’ του Ευπάτορα (120-63π.Χ.), ή Καππαδοκία ενώθηκε με τον Πόντο, στα πλαίσια των προσπαθειών τού Μιθριδάτη να αποσπάση από την Ρώμη, κατά την διάρκεια τού Συμμαχικού Πολέμου (90 - 88 π.Χ.), τις επαρχίες της στην Ανατολή. Το 63 π.Χ., ό Πομπήιος, αφού ανέλαβε την αρχιστρατηγία των Ρωμαϊκών στρατευμάτων τής Ανατολής, κατόρθωσε τελικά να εκδιώξη τον Μιθριδάτη Δ’. Ο Πόντος απετέλεσε τότε, μαζί με την Βιθυνία, ενιαία επαρχία, ενώ ή Καππαδοκία έγινε χωριστή επαρχία, με στρατηγό τον Αριοβαρζάνη. Αργότερα, πρωτεύουσά της έγινε ή Καισάρεια.
Η παλαιότερη θρησκεία των Καππαδοκών ήταν ή πυρολατρία, την οποία διδάχθηκαν από τούς Μήδους και τούς Πέρσες. Η λατρεία άλλων θεοτήτων προσετέθη αργότερα και συνδυάσθηκε με την λατρεία τής φωτιάς. Γύρω στις αρχές τού 2ου αιώνος π.Χ., οι Καππαδόκες δέχθηκαν στην θρησκεία τους και τούς θεούς των Ελλήνων. Οι ιερείς του ονομάζονταν Πύραιθοι, και τα ιερά Πυραιθεία. Οι ναοί τους δεν ήσαν παρά απλόχωροι περίβολοι, στο μέσον των οποίων υπήρχε ένα είδος θυσιαστηρίου ή εστίας, όπου φυλασσόταν με προσοχή «άσβεστον πυρ». Οι θυσίες δεν γίνονταν με μαχαίρι, αλλά οι ιερείς κτυπούσαν το θύμα με ξύλο και, μετά τον διαμελισμό του, δεν έκαιγαν ένα κομμάτι, αλλά τα μοιράζονταν, πιστεύοντας ότι ή φωτιά είχε ανάγκη μόνο τής ψυχής τού «ιερείου». Αντίθετα με τις περσικές συνήθειες, οι Καππαδόκες τής αρχαιότητος έθαβαν τούς νεκρούς τους.
Ανάμεσα στους ακροατάς των Αποστόλων, την ημέρα τής Πεντηκοστής στην Ιερουσαλήμ (όταν το Πνεύμα κατέβηκε σαν πύρινες γλώσσες και έδωσε στους μαθητάς την δυνατότητα να μιλούν τις διάφορες γλώσσες και διαλέκτους), ήσαν και Ιουδαίοι τής διασποράς πού είχαν εγκατασταθή στην Καππαδοκία. Όπως μάς πληροφορεί ό Ευσέβιος, ό Απόστολος Πέτρος, μετά την σύστασι τής Εκκλησίας τής Αντιοχείας, δίδαξε στον Πόντο, στην Καππαδοκία και άλλού). Επίσης, ό αδελφός τού Πέτρου Ανδρέας εκήρυξε την χριστιανική πίστη στους Καππαδόκες κ.λπ. Ίσως ό Απόστολος Παύλος, κατά την περιοδεία του στην Γαλατία, να δίδαξε και στην Καππαδοκία, ό Λουκάς όμως δεν κάνει λόγο σχετικά.
Σύμφωνα με παλαιότατη παράδοσι, πρώτος επίσκοπος τής Καππαδοκίας υπήρξε ό εκατόνταρχος Λογγίνος, ό οποίος ανήκε στο τάγμα των στρατιωτών πού σταύρωσαν τον Ιησού και ό οποίος, όταν είδε τα θαύματα πού ακολούθησαν, ανέκραξε το «Αληθώς Θεού Υιός ήν ούτος», επίστευσε στον Χριστό και εδίδαξε στην Καππαδοκία την πίστη σε Αυτόν.
Κατά τον 2ο αιώνα, εγκαταστάθηκε στην Καισάρεια ή Legio fulminata, στην οποία υπήρχαν και Χριστιανοί στρατιώτες. Η πόλις αυτή τής Καππαδοκίας ήταν έδρα επισκόπου ήδη, από το 200, γιατί ό τότε επίσκοπός της Αλέξανδρος, μαθητής τού Κλήμεντος και τού Πανταίνου, συνελήφθη στην διάρκεια τού διωγμού πού εξαπελύθη επί Σεπτιμίου Σεβήρου.
Στην διαμάχη ανάμεσα στους Ορθοδόξους και στους Αρειανούς, ή Καππαδοκία απετέλεσε το στάδιο, στο οποίο άθλησε ό λαμπρός αστήρ τής Ορθοδοξίας, ό Βασίλειος ό Μέγας, διάδοχος τού Ευσεβείου το 370 στην επισκοπική έδρα τής Καισαρείας. Η σθεναρή στάσις τού Βασιλείου απέναντι στον Αρειανισμό προξένησε την δυσαρέσκεια και την οργή τού τότε αυτοκράτορα Ουάλεντα. Τον χειμώνα τού 371 - 372 ό Ουάλης έμεινε στην Καππαδοκία και προσπάθησε με διάφορους τρόπους να κάνη τον επίσκοπο να υποχωρήση. Ανάμεσα στις ενέργειές του ήταν και ή διαίρεσις τής Καππαδοκίας σε δυο τμήματα και ή δημιουργία, επομένως, νέας επαρχίας, με πρωτεύουσα τα Τύανα. Η πόλις αυτή έγινε και επισκοπική έδρα, με τάσι ανεξαρτητοποιήσεως από τον Βασίλειο. Εκείνος, όμως, σε απάντησι, εδημιούργησε νέες έδρες επισκόπων στην δική του επαρχία.
Τον ίδιο αιώνα (4ο) άρχισε να ασκήται στην Καππαδοκία ή μοναστική ζωή. Από τούς πρωτεργάτες, ό Ευστάθιος και κατόπιν ό Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός, ό Μέγας Βασίλειος (πού μάλιστα πρώτος συνέταξε και κανόνες πού ανεφέροντο στον μοναχισμό) κ.ά.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στα πρώτα βήματά του ό μοναχισμός συνάντησε στην Καππαδοκία σοβαρά εμπόδια. Σε μιά επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Ουαλεντινιανό ό Άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος εκφράζει τα παράπονά του γιατί τον υποχρεώνει να εγκαταλείψη την παλιά Καρβάλη (ίσως το σημερινό Γκέλβερι), ύστερα από την κατά διαταγήν του εγκατάστασι εκεί γυναικών, για να σκανδαλίζουν τούς μοναχούς. «Εξελαυνόμεθα Καρβάλης ανοσιώτατα. Συγχρήσομαι γάρ τω τής τραγωδίας, μικρόν εναλλάξας. Εξελαυνόμεθα λόγω μεν ουδαμώς, έργω δε και πάνυ σφοδρώς. Πολλώ γάρ βέλτιον ήν προγράμματι κηρύξαι την υποχώρησιν ή γυναιξίν ας αντιπροσώπους ημίν συνώκισας, το σεμνόν τού βίου περικόπτων και καθημερίην ασχημοσύνην και βλασφημίαν παραζευγνύς παρά τω ραδίως επηρεαζόντων τοις ούτω ζην ελομένοις, ώσπερ ημείς, ει δε μη τολμηρόν ειπείν και ημάς τού Παραδείσου διά τής Εύας εκβέβηκας». Αξίζει να προστεθή ότι στο Γκέλβερι, πού προαναφέρθηκε, υπήρχε μοναχική παράδοσις ως τούς τελευταίους πριν από την Μικρασιατική καταστροφή χρόνους, γιατί συχνά, όπως σημειώνει ό Δ. Πετρόπουλος «γυναίκες, προ πάντων άγαμες ή χήρες, είχαν τη συνήθεια να κάνουν τη “γερόντισσα”, γέρονταλικ παπίγιορ, καθώς έλεγαν. Οι γυναίκες αυτές ήταν ολότελα αφιερωμένες στα θεία, φορούσαν πάντοτε μαύρη ενδυμασία, ταχτικά διάβαζαν θρησκευτικά βιβλία, πήγαιναν πολύ συχνά στην εκκλησία, έκαναν προσευχές και αγρυπνίες, ελεούσαν τούς φτωχούς και βοηθούσαν τούς αρρώστους». Μιά όμως πού ό λόγος για τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και το Γκέλβερι, αξίζει να αναφερθή ότι εδώ βρισκόταν ναός αφιερωμένος στον Άγιο, πού σώζεται και σήμερα, αν και έχει μετατραπή σε τζαμί, δίχως όμως πολλές αλλαγές. Στον ναό, και ειδικά κάτω από τον άμβωνά του, ήταν τοποθετημένη ή θήκη με τα λείψανα τού Αγίου Γρηγορίου, πού τώρα έχουν μεταφερθή στην φερώνυμη εκκλησία, πού ιδρύθηκε στην Νέα Καρβάλη τής Μακεδονίας. Στην νοτιοδυτική πλευρά τού ναού υπήρχε υπόγειο αγίασμα, το νερό τού οποίου εθεωρείτο θεραπευτικό. Μιά παράδοσις αναφέρει σχετικά τα εξής: Όταν πέθανε ό Γρηγόριος, το λείψανό του τοποθετήθηκε σε καμήλα και μεταφερόταν από χωριό σε χωριό για προσκύνημα. Έφθασε κάποτε στο Γκέλβερι. Η καμήλα γονάτισε στην θέσι Χαττέτ Πουνάρ και αναπήδησε εκεί νερό. Δεύτερη φορά γονάτισε στον τουρκομαχαλά, και νέα πηγή ανεφάνη• αργότερα ιδρύθηκε εκεί τουρκικό χαμάμ. Για τρίτη φορά το ζώο γονάτισε στην θέσι πού κτίσθηκε αργότερα ό ναός και, για μιά ακόμη φορά, αναπήδησε νερό — το αγίασμα. Όμως ή καμήλα δεν ήθελε να μετακινηθή με κανένα τρόπο. Η συνοδεία έκρινε τότε ότι το λείψανο έπρεπε να μείνη εκεί. Λίγο αργότερα, ό Μέγας Κωνσταντίνος και ή μητέρα του Αγία Ελένη έκτισαν στην θέσι αυτή τον ναό. Εντυπωσιακό είναι ότι, εκτός από τούς Χριστιανούς, και οι Τούρκοι πίστευαν στις ιαματικές ιδιότητες τού νερού αυτού και συχνά πήγαιναν για να πιούν, να πλυθούν και να σφάξουν και ένα κοκκόρι στην είσοδο σαν θυσία, «κουρμάνι» όπως λέγεται.
Στο σημείο αυτό, και για να κλείσωμε την αναφορά μας στον μοναχισμό, πρέπει να σημειωθή ότι ή Καππαδοκία δικαιούται να έχη μεγάλο μερίδιο δόξας τού χριστιανικού πνευματικού κόσμου, αφού σ’ αυτήν γεννήθηκαν και έδρασαν μορφές τού αναστήματος
τού Μεγάλου Βασιλείου, τού αδελφού του Γρηγορίου Νύσσης, τού φίλου τού πρώτου Γρηγορίου τού Ναζιανζηνού και τού εξαδέλφου του Αμφιλοχίου τού Ικονίου, πού βέβαια ή λάμψις του δεν φθάνει εκείνη των τριών άλλων, δεν παύει όμως να είναι αστήρ. Οι μεγάλοι αυτοί Πατέρες τού Χριστιανισμού έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στην χριστιανική ζωή, την φιλανθρωπία, το δόγμα και τον μοναχισμό, όχι μόνο στην Καππαδοκία, αλλά και πέρα από τα όριά της.
Ο Ιουστινιανός, με «Νεαρά» του, πού αφορούσε στην Καππαδοκία, φρόντισε, με ένα ανθύπατό του, την διοίκησί της, αλλά και την θεραπεία των δεινών πού προξενούσε στην περιοχή ή στάσις τής τοπικής αριστοκρατίας τής γης των «δυνατών», όπως λέγονταν, τόσο απέναντι στους κατοίκους όσο και απέναντι στο κράτος. Όπως παρατηρεί ό Βασίλιεφ, φαίνεται ότι οι άρχοντες τής Καππαδοκίας είχαν πλήρη εξουσία στις επαρχίες τους, διατηρούσαν και στρατό δικό τους ακόμη — οπλισμένους ανθρώπους και σωματοφύλακες — και ότι καταπατούσαν τόσο τα ιδιωτικά όσο και τα κρατικά εδάφη. Στην διάρκεια τής τυραννίδος τού Φωκά (23 Νοεμβρίου 602 έως 3 Οκτωβρίου 610), ό Χοσρόης Β’, βασιλεύς των Περσών, με πρόσχημα την εκδίκησι τού Μαυρίκιου (πού είχε παραμερίσει ό Φωκάς), εισέβαλε στα εδάφη τής αυτοκρατορίας και το 606 προξένησε σημαντικές καταστροφές στην Καππαδοκία. Η χώρα έμεινε στην περσική κατοχή ως το 622, οπότε ό Ηράκλειος, ύστερα από μάχη πού διεξήχθη στα σύνορα τού Πόντου με την Καππαδοκία, ξεκαθάρισε την περιοχή από τούς Πέρσες.
Τον επόμενο αιώνα, ή Καππαδοκία υφίσταται την εισβολή αραβικών στρατευμάτων (730). Με αρχηγό τον Μασλαμά, οι Άραβες καταλαμβάνουν με δόλο το φρούριο τού Χαρσιανού. Νέες επιδρομές ακολουθούν το 734 και 735. Το 739 διαρπάζονται από τον Μασλαμά οι σιτοβολώνες τής Καππαδοκίας.
Το 806, ό Αρούν - άλ - Ρασίντ επιτίθεται εναντίον τής Μικράς Ασίας. Πολλές καππαδοκικές πόλεις δέχονται το μένος πού αναζωπύρωνε ή άρνησις τού αυτοκράτορος Νικηφόρου Α’ να καταβάλη τούς φόρους, πού είχαν συμφωνηθή, στους Πέρσες. Στα Τύανα κτίζεται τότε μουσουλμανικό τέμενος, «οίκος τής βλασφημίας αυτού» (τού Αρούν-άλ-Ρασίντ), όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ό Θεοφάνης. Το 830 ό χαλίφης άλ - Μαμούν εισβάλλει στην Καππαδοκία. Τα αποτελέσματα τής βυζαντινοαραβικής συρράξεως, πού άρχισε τότε, είναι γνωστά: Το 838, σε απάντησι των καταστροφών πού προξένησαν οι Βυζαντινοί στα αραβικά εδάφη, κατελήφθη και κατεστράφη το Αμόριο, ή πατρίδα τού αυτοκράτορος Θεοφίλου.
Στις 3 Σεπτεμβρίου τού 863, ό εμίρης τής Μελιτινής, αφού ελεηλάτησε εδάφη τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Μικρά Ασία, ηττήθηκε από τον στρατηγό των Θρακησίων Πετρωνά στην θέσι «Πόσων», κοντά στην οποία περνούσε ό ποταμός Λαλακάων. Και
τα δυο αυτά τοπωνύμια δεν αναφέρονται παρά στο «Τα μετά τον Θεοφάνη» και έχει γίνει μεγάλη συζήτησις σχετικά. Ο J. Β. Bury υποστηρίζει ότι το πεδίο τής μάχης αυτής βρισκόταν στην Καππαδοκία, βόρεια τής Ναζιανζού και νότια τής Νύσσης. Πιθανώς, όμως, να είναι σωστότερη ή αναζήτησίς του στην Παφλαγονία.
Το 899 αναφέρεται στις πηγές «θέμα Καππαδοκίας». Είναι βέβαιο ότι ή ίδρυσις τού θέματος αυτού πρέπει να αναχθή πολύ παλαιότερα, ίσως γύρω στο 863. Πρωτεύουσά του ήσαν ίσως τα Τύανα και περιλάμβανε μέρος τής Καππαδοκίας Πρώτης και την Καππαδοκία Δευτέρα. Ο Νικηφόρος Φωκάς, ύστερα από την επιτυχημένη εκστρατεία του στην Κρήτη, χρησιμοποίησε την Καππαδοκία, και μάλιστα την Καισάρεια, ως ορμητήριο εναντίον των Αράβων. Στην διάρκεια τής βασιλείας τού Κωνσταντίνου Ι’ τού Δούκα και κατόπιν τής συζύγου τον Ευδοκίας, ό Σελτζουκίδης σουλτάνος Άλπ - Αρσλάν εισέβαλε στην Καππαδοκία. Οι Τούρκοι λεηλάτησαν τότε την εκκλησία τού Μεγάλου Βασιλείου, όπου φυλάσσονταν τα λείψανα τού Αγίου. Τέλος, τον 11ο αιώνα, οι Τούρκοι γίνονται οριστικά κύριοι τής χώρας. Πιστεύεται ότι ή μοναστική ζωή συνεχίσθηκε και μετά την κατάκτησι, άλλωστε είναι τόσες πολλές οι επιβιώσεις πού με την παράδοσι έφθασαν ως τις ημέρες μας, ώστε να μπορή κανείς να δεχθή το γεγονός χωρίς αμφιβολίες.
Παράλληλα με την έξοχη χριστιανική γραμματεία, πού έχει να παρουσιάση, ή Καππαδοκία είναι ξεχωριστά γνωστή στην χριστιανική τέχνη, για τις αρκετές ιδιομορφίες τόσο στην αρχιτεκτονική, όσο και στην διακόσμησι των ναών της. Οι αρχαιότεροι παλαιοχριστιανικοί ναοί τής Καππαδοκίας, πού χρονολογούνται γύρω στον 5ο αιώνα, έχουν μορφή τρίκλιτης βασιλικής, είναι απλοί ως προς την μορφή και την διακόσμησι, ξυλόστεγοι, χωρίς αίθρια, νάρθηκες ή υπερώα, και ή αψίδα τού ιερού παρουσιάζει εσωτερικά πεταλόσχημο και εξωτερικά πολυγωνικό σχήμα. Τα κλίτη χωρίζονται σε πεσσούς μονόλιθους, πού στις δυο πλευρές τους έχουν λαξευμένους ημικίονες. Για την οικοδόμησι των τοίχων (οι οποίοι εξωτερικά διακοσμούνται με μεγάλα γείσα), χρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι ισόδομοι λίθοι. Από τούς αντιπροσωπευτικούς ναούς τής Καππαδοκίας τής περιόδου αυτής είναι ή βασιλική τής Παναγίας. Στο Goreme, ή βασιλική τού Αγίου Κωνσταντίνου κοντά στα Τύανα και ή βασιλική τού Αγίου Ανδρέα στο σημερινό Τίλ. Εκτός από τις βασιλικές αυτές, ενδιαφέρουσες είναι και εκείνες πού ανήκουν στον τόπο τής μονόκλιτης βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος, όπως ό ναός των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στο Σκούπι. Μερικές από τις βασιλικές αυτές διαμορφώνονται καθαρά σε τύπο ελεύθερου σταυρού, αφού το εγκάρσιο κλίτος κατασκευάζεται ώστε να έχη ύψος ίσο με το υπόλοιπο κτίριο και οι διαστάσεις του να είναι αξιόλογες. Στον τελευταίο αυτό τύπο υπάρχει τρούλλος τόσο στην διασταύρωσι όσο και στις κεραίες των σκελών του σταυρού, όπως στον ναό τής Παναγίας στην Τομάρζα και τού Αγίου Παντελεήμονος στο Σιβρί - Χισάρ. Ο τελευταίος αυτός ναός θεωρείται σαν μιά από τις πιο καλοδιατηρημένες βυζαντινές εκκλησίες τής Καππαδοκίας, πού οι Τούρκοι ονομάζουν Κιζίλ – Κιλισέ — κόκκινη εκκλησία δηλαδή — γιατί είναι κτισμένη από μεγάλες κοκκινωπές πέτρες. Μελετητής, με τόνο λυρικό, γράφει: «Μέσα στον μικρό ερημικό κάμπο Τσακιλλίκ, περιτριγυρισμένο από γυμνούς λόφους, προβάλλει με μεγαλοπρέπεια, σαν παντοτινός μάρτυς τής Χριστιανοσύνης, ή εκκλησία τού Αγίου Παντελεήμονα».
Των βυζαντινών χρόνων αξιόλογα μνημεία είναι ό εγγεγραμμένος σταυροειδής ναός γνωστός ως Αλά - Κιλισέ στο Καρά – Δάγ (ανήκει στην Α’ χιλιετηρίδα), ό σταυροειδής στον Τσανλί - Κιλισέ (ό οποίος χρονολογείται στον 11ο αιώνα, είναι κτισμένος στην θέσι Εσκίκοϊ τού Ακχισάρ και ή ονομασία του σημαίνει ή «εκκλησία με την καμπάνα». Σε ποιόν άγιο ήταν αφιερωμένος ό ναός αυτός, δεν είναι γνωστό). Στην ίδια κατηγορία ανήκει επίσης ό σύνθετος τετρακιόνιος ναός τού Ιλανλί - Κιλισέ και οι λαξευμένοι στους βράχους ναοί στο Μαρσάν (Βεζίρ - Χανέ). Ο ναός τού Καρανλίκ (περιοχή τού Goreme), αν και έχει λαξευθή στον βράχο, έχει έξη τρούλλους, και ό ναός τού Ελμανλή εννέα.
Αυτοί οι λαξευμένοι στα βράχια των καππαδοκικών βουνών ναοί, δημιουργήματα τής βαθειάς και ενθουσιώδους πίστεως των αναχωρητών, των μοναχών και των άλλων γενικά οπαδών τής Ορθοδοξίας, αποτελούν μιά εντελώς ιδιότυπη ομάδα μνημείων τής χριστιανικής αρχαιολογίας. Οπωσδήποτε, ή φύσις, ή σύστασις τού εδάφους αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στην κατασκευή των ναών αυτών, πού σκάφθηκαν με τα νύχια των πιστών, πού ατσάλωνε ό θρησκευτικός ζήλος. Παράλληλα με την επιβλητική εντύπωσι πού δημιουργεί στον επισκέπτη ή εξωτερική και εσωτερική μορφή τον λαξευτών ναών τής Καππαδοκίας, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι τοιχογραφίες των ναών αυτών, πού έχουν σωθή σε αρκετή έκτασι. Οι παλαιότερες ανάγονται στον 10ο αιώνα και έχουν μελετηθή διεξοδικά από τον G. De Sepharnion (Les eglises rupestes de Cappadoce).
Οι αρχαιότερες καππαδοκικές τοιχογραφίες έχουν μορφή απλή και καθαρά διακοσμητική. Φιλοτεχνήθηκαν κατ’ ευθείαν επάνω στον βράχο, χωρίς να προηγηθή ή γνωστή προεργασία πού βλέπομε γενικά στις τοιχογραφίες των βυζαντινών ναών. Σπάνια υπάρχουν μορφές μεμονωμένων αγίων. Οι μεταγενέστερες από τις πρώτες αυτές τοιχογραφίες της Καππαδοκίας, πού χρονολογούνται ως και τον 13ο αιώνα, ζωγραφίσθηκαν επάνω σε γύψο. Ως προς τα θέματα, παρατηρείται ιδιαίτερη αγάπη για σκηνές παρμένες από τον ευαγγελικό κύκλο, ενώ, αντίθετα, περιορισμένες είναι οι παραστάσεις πού προέρχονται από την Π. Διαθήκη. Μερικές φορές, εικόνες από την ζωή τής Θεοτόκου χρησιμεύουν ως εισαγωγή στην ζωή τού Χριστού. Ο Άγιος Προκόπιος, ό Άγιος Ευστάθιος, ό Αρχάγγελος Μιχαήλ ό εν Χώραις, ό Πλακίδας κ.ά. είναι επίσης θέματα ιδιαίτερα αγαπητά στις καππαδοκικές τοιχογραφίες. Χαρακτηριστική είναι ή ύπαρξις σκηνών από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια κι ιδίως ή «αγνείας πείρα» — ξεχωριστά ανατολικό θέμα. Συχνά, τέλος, εικονίζονται, μαζί με τούς προστάτες τους αγίους, οι κτίτορες των ναών.
Ο έμπειρος θεατής και ό μελετητής των τοιχογραφιών τής Καππαδοκίας αντιλαμβάνεται εύκολα ότι έχει να κάνη με έργα λαϊκής τέχνης πού διαπνέονται από ένα ξεχωριστό ρεαλισμό και έντονη δραματικότητα και γραφικότητα. Οι καλλιτέχνες μεταχειρίζονται λίγα χρώματα, τέσσερα ως πέντε το πολύ, σε ανοιχτούς τόνους και με πλατιές πινελιές. Το «πλάσιμο» των μορφών είναι υποτυπώδες και κυρίως έχομε ιχνογράφημα και όχι ουσιαστική ζωγραφική. Γενικά, οι τοιχογραφίες τής Καππαδοκίας είναι δημιουργήματα μιάς μοναχικής σχολής πού, στην παλαιότερη εποχή της συνεχίζει την παράδοση τής συριακής ζωγραφικής. Από τα μέσα περίπου τού 12ου αιώνος, ή βυζαντινή επίδρασις αρχίζει να γίνεται αισθητή και εξακολουθεί ως τον 13ο αιώνα περίπου. Αξιόλογες τοιχογραφίες μπορεί να δη κανείς στο Goreme, στην Σινασό, το Sogauli, το Kale Kilisse, το Kasantik – Kilisse, το Elmale Kilisse κ.α.
Όπως σε όλη την Μικρά Ασία, έτσι και στην Καππαδοκία υπήρχαν πάμπολλα χριστιανικά χωριά και, όπως μπορεί συμπεράνη κανείς από την μελέτη και των τουρκικών πηγών, ή ελληνική γλώσσα, τουλάχιστον ως τις αρχές τού 16ου αιώνος, διατηρείτο σε χρήσι. Στους μεταγενέστερους χρόνους, ως την Έξοδο τού 1924, σε πολλά χωριά μιλούσαν ελληνικά και ήσαν περισσότεροι εκείνοι πού γνώριζαν την γλώσσα και μπορούσαν να την χρησιμοποιήσουν παράλληλα με την καθημερινή επικοινωνία στην τουρκική. Με τις ελευθερίες πού δόθηκαν στους χριστιανικούς πληθυσμούς, μετά την έκδοσι τού «Χάττ - ί - χουμαγιούν» το 1856, ή ελληνική γλώσσα αναζωπυρώθηκε και υπάρχουν πληροφορίες για οικοδόμησι σχολείων σε πολλά χριστιανικά χωριά τής Καππαδοκίας. Στην διάσωσι τής γλώσσας συνέβαλε αναμφίβολα πολύ ή Εκκλησία, διότι, καθώς ή λειτουργία γινόταν στην ελληνική, όλο και μερικά πράγματα (εκφράσεις, λέξεις) συγκρατούσαν οι άνθρωποι.
Οι εκδηλώσεις των κατοίκων των διαφόρων χριστιανικών χωριών τής Καππαδοκίας στις διάφορες γιορτές τους παρουσιάζουν, συχνά, και ιδιορρυθμίες. Μερικές φορές οι ιδιορρυθμίες αυτές δεν έχουν καμμιά σχέσι με την θρησκεία και την παράδοσι την χριστιανική και προξενούν εντύτωσι στους Χριστιανούς γειτονικών χωριών. Οπωσδήποτε, αυτό πού είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι χριστιανικοί πληθυσμοί, πού ζούσαν μέσα σε μωαμεθανικό περιβάλλον για πολλούς αιώνες, κατόρθωσαν να επιβιώσουν και συχνά να μεταδώσουν έθιμα και δοξασίες τους στους Τούρκους. Όπως παρατηρεί ό Δ. Πετρόπουλος, «πολλές φορές (οι Μωαμεθανοί) μετείχαν σε γιορτές χριστιανικές, πανηγύρια, θρησκευτικές τελετές και λιτανείες. Πίστευαν στην θαυματουργή δύναμι χριστιανών αγίων και εικόνων και πρόσφεραν τάματα. Συχνά πήγαιναν στα χριστιανικά αγιάσματα, να πάρουν νερό και να πλυθούν για να θεραπευθούν από τις διάφορες αρρώστιες».
Σήμερα, πού μόνο μερικές παλιές χριστιανικές εκκλησίες θυμίζουν ότι και σ’ αυτά τα χώματα, την Καππαδοκία, ζούσε και ανθούσε ό Χριστιανισμός και ό Ελληνισμός, πιο πολύ ό θρύλος των σκαλισμένων στους βράχους σπιτιών και ναών και ή περίφημη χριστιανική γραμματεία μένουν για όσους δεν είχαν την τύχη να ζήσουν εκεί ή να γνωρίσουν από κοντά την χώρα. Όσοι, ξερριζωμένοι, βρέθηκαν στην Ελλάδα ή άλλού, και ζουν ακόμη, θυμούνται την ζωή, τις παραδόσεις, τις συνήθειες, τα τραγούδια, τα ποιήματα, τις προσευχές και, με αυτά, προσπαθούν να ζωντανεύουν, έστω για λίγο, την ζωή σε μιά ακόμη χαμένη Πατρίδα.

ΛΙΤΣΑ Ι. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ


Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, αρ. τεύχους 74, Αύγουστος 1974.
 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com