ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ

Έχουμε ήδη αναφέρει στο οικείο κεφάλαιο πως το μοιρολόι ήταν θρηνητικό τραγούδι για τον αγαπημένο νεκρό, συνήθεια διατηρούμενη ακόμα και σήμερα, φτιαγμένη στη στιγμή με αυτοσχέδιους στίχους.
Στίχους που είχαν να κάμουν με το παίνεμα των αρετών του θανούντος, το άδικο του χαμού του, το τι αφήνουν πίσω, την καλή κυρά, τα παιδιά που τον λάτρευαν, το βιος του όλο...
Σε τέσσερις, κατά την άποψη ορισμένων ερευνητών του χώρου, χρησιμοποιούμενους σκοπούς που άλλαζαν χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς καμία παραφωνία, με την «πρώτη» να οδηγεί λέγοντας την αρχική λέξη και να ακολουθούν οι υπόλοιπες σιγά μα σταθερά... απλά όπως η κουβέντα τα φέρνει... Και κάτι ακόμα.
Για τη διατήρηση του μέτρου μεταχειρίζονταν τη λέξη «λελέ»... Προερχόμενη από τα παλιά... από το αρχαίο σχετλιαστικό «ελελέ».
Σε μια τραγική σύναξη όπου ο πόνος του ενός είναι και του άλλου...
Εμείς με τη σειρά μας προσπαθήσαμε, ανακαλύψαμε, καταγράψαμε και παρουσιάζουμε δυστυχώς ελάχιστα εξ αυτών των μνημείων του λόγου..

Το μνήμα

Τι έχεις μνήμα και βογκάς και βαριαναστενάζεις,
μην είν’ το χώμα σου βαρύ κ’ η πλάκα σου μεγάλη;

Δεν είν’ το χώμα μου βαρύ κ’ η πλάκα μου μεγάλη
μον’ ήρτες κα με πάτησες απάνω στο κεφάλι
και ρούφηξες το αίμα μου σαν το χλωρό σουγκάρι.


Θρήνος κόρης…

Σήκω εσύ, γλυκύ μ’ παππά, να διης τ’ αρχοντικό σου,
να διης τα εγγονάκια σου και τα παιδιά σου γύρω.
Να διης κ’ εμέ την έρημη την μαυροφορεμένη.
Από μικρό ‘ς τα βάσανα μεγάλη μέσ’ ‘ς τις λύπαις.
Είχα εσέν’ παρηγοριά και στήριγμα δικό μου,
τώρα και συ με αφήκες ‘ς τους πέντε δρόμους μέσα,
είδιετε φιληνάδες μου, τι έν η ατυχία!
Είδιετε πειο χειρότερη και πειο άτυχη κόρη,
τι να σε πω αϊ μάννα μου, γιατί να με γεννήσης,
εδώ μέσα ‘ς τα βάσανα ‘ς τον ψεύτικο τον κόσμο.


Θρήνος συζύγου…

Πώς με αφήνεις, μάτα μου, εδώ ολομόναχη,
εμένα την παντέρημη με τα τρία παιδιά σου.
Αφήκες σπήτια όμορφα, αυλαίς μαρμαρωμέναις,
αφήκες και τρία ορφανά στα μαύρα βουτημένα.
Ρίξε το χώμα σου μεριά, την πλάκα σου ‘ς την άλλη
κ’ εύγα νακούσης κλάματα και μαύρα μοιρολόγια.


Θρήνος της πεθεράς

Νύφη μου, μη μαραίνεσαι και μη παραπονιέσαι,
μη λες άλλο δεν μ’ αγαπούν, δεν θέλουν να με ξεύρουν.
Νύφη μ’ σε κλαιν’ οι συγγενείς, σε κλαίει ούλος ο κόσμος,
κι όπως σε κλαίει ο πεθερός, κανένας δε σε κλαίει.
Για σηκ’ απάνω νύφη μου, και μη αναστενάζεις...


Θρήνος της νύφης

Με τι πουδάρια να σκωθώ κα χέρια να’κουμπίσω,
τα ήπατα μου κόφτανε, τα πόδια μου τζακώθαν,
τα χέρια μ’ εκρεμάστανε, το σώμα μ’ ελυγίστην.


Το θανατικό

Τ’ πάνου κόσμου τα καλά, ο αφορισμένος τα χαλάει,
και η μαύρη γη α χαίρεται κι αυτή τα καμαρώνει
που καταπίνει νιους και νιες, που τρώει τους λεβέντες
και καθαρίζει αιθέρια κορμιά καλά καμαρωμένα.


Η μάνα…

Μια κοπελιά στολίζεται να δει τον κάτω κόσμο,
παίρνει πετά τη ρόκα της, τη χώνει στη φωτιά της,
κλειδώνει πόρτες και παράθυρα, τα διπλομανταλώνει,
πετάει στους γειτόνους τα κλειδιά, τούς κρένει, τούς μιλάει.

Έχετε γεια γειτόνοι μου, καλοί μου φίλοι γεια σας.
Φεύγω ταξίδι μακριά, μονάχη δίχως τέλος.
Πάω στο λησμονότοπο, στου κάτω κόσμου μέρος.
Να μου κοιτάτε τα παιδιά, να τα γλυκομιλάτε

Ελλάξαν κι στολίσαν τουν, κι βάλαν τουλ λουλούδια,
κι στης μανάς του τηγ καρτιάν, αφτουύνα καρβούνια.
Μισεύγει κι απουχαιρετά τηχ χώραγ γύρου γύρου,
κι αφήνει τηγ γυναίκα του σαμ μαραμένουφ φύλλουν


Της μάνας

Να’χιν η χάρους δυο πιδιά να πέθανιν του ένα,
να πγει κι κείνους τουγ καμόν που πότισιν ιμέναν



Πηγή: Από το υπέροχο βιβλίο του Κωνσταντίνου Νίγδελη, Καππαδοκία Ταφικά, έκδοση του Κέντρου Ιστορίας του δήμου Συκεών.



 


Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com
 

Η Ηλεκτρονική Ιστορία της Ελλάδος

copyright 2009 e-istoria.com